Tag Archives: παλιό κίνημα - Page 2

Για το αυτόνομο κίνημα στην Ισπανία

negras tormentas

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε ως εισαγωγή σε μια επανέκδοση των προκηρύξεων των “Αυτόνομων Ομάδων” που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Η δεκαετία του 1970 θα βρει την Ισπανία σε κατάσταση απελπιστικής φτώχειας και διεθνούς απομόνωσης, ως συνέπεια της υποστήριξης του Φράνκο στις δυνάμεις του άξονα –Γερμανία και Ιταλία- κατά τον ΄Β παγκόσμιο πόλεμο, να διέρχεται μια δριμεία πολιτική κρίση, υπό το φως της παγκόσμιας ενεργειακής και οικονομικής ύφεσης του ‘70, αποτέλεσμα της αδυναμίας του καπιταλισμού να διαχειριστεί την γενικευμένη προλεταριακή απειθαρχία. Μπρος στον κίνδυνο της αποσταθεροποίησης και κυρίως μιας αναζωπύρωσης της εργατικής αγωνιστικότητας που έκανε τα πρώτα της θαρραλέα βήματα μετά την ηθική και φυσική εξόντωση του μαχητικού προλεταριάτου κατά τον ισπανικό εμφύλιο, κάθε εξουσία μέσα στο φρανκικό καθεστώς θα πιεστεί να λάβει τα μέτρα της. Η καθολική εκκλησία, αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το φασιστικό κράτος και τους μηχανισμούς του (από την εκπαίδευση μέχρι παραστρατιωτικά σώματα), θα μεσολαβήσει μιας αποκατάστασης των σχέσεων με τη δύση, ενώ ο Φράνκο θα παραχωρήσει στρατιωτικές βάσεις στις ΗΠΑ και θα από-κρατικοποιήσει σταδιακά τη βιομηχανία που μαζί με τον τουρισμό γνωρίζουν ραγδαία ανάπτυξη, χάρη στην εισροή ξένου κεφαλαίου.

Ωστόσο, η αναπτυσσόμενη επιχειρηματική αστική τάξη, θα συγκεντρώσει στις μεγαλουπόλεις εκτός από κεφάλαιο (εις βάρος των παλιών γαιοκτημόνων που αποτελούσαν προπύργιο του φρανκικού καθεστώτος), την άρνησή του: Εργάτες, συνήθως φερμένοι από τη ρημαγμένη απ’ τον εμφύλιο ιβηρική επαρχία (μια μορφή πλεονάσματος εργασιακής δύναμης) για να στελεχώσουν την διογκώμενη βιομηχανία της Μαδρίτης, των Αστουριών, της Βαρκελώνης ή του Μπιλμπάο. Χαμηλόμισθοι, “ευέλικτοι”, παραπηγμένοι σε κακοφτιαγμένα γκέτο κοντά στις βιομηχανικές ζώνες, έρχονται γρήγορα σε επαφή μεταξύ τους ώστε να αντιμετωπίσουν κοινά ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας τους, και σχηματίζουν εργοστασιακές συνελεύσεις.

Αυτές οι πρώτες απόπειρες συλλογικοποίησης θα αποκρυσταλλωθούν στο άτυπο δίκτυο των Εργατικών Επιτροπών (Οι λεγόμενες CC.OO: Comisiones Obreras) που κινούνται έξω από το (μοναδικό) νόμιμο φρανκικό συνδικάτο CNS. Αυτός ο δυϊσμός σήμαινε ότι μια εργατική κινητοποίηση δεν είχε παρά δυο πιθανότητες: είτε να υποταχθεί στους συμβιβασμούς του κρατικού φασιστικού συνδικάτου, είτε να οδηγηθεί προς μια άγρια (εξω-συνδικαλιστική) απεργία και σύγκρουση. Έτσι, στα 1962-65 θα πολλαπλασιαστούν οι εργατικές επιτροπές, ιδιαίτερα μεταξύ των ανθρακωρύχων των Αστουριών, ενώ βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και άγριες απεργίες (ιδιαίτερα στη Βαρκελώνη) αποτελούσαν γεγονότα που ενεδρεύανε καθημερινά.

Ωστόσο, το κίνημα αυτό, λειτουργώντας βάσει μιας αόριστης ενωτικότητας, θα διαβρωθεί γρήγορα (1965-68) από τα στελέχη του ισπανικού κομμουνιστικού κόμματος και σε δεύτερο πλάνο τους σοσιαλδημοκράτες (μόνο οι σταλινικοί του ισπανικού ΚΚ είχαν έναν δικό τους κομματικό μηχανισμό στα χρόνια του Φράνκο, ολόκληρο το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα, από τους δημοκράτες αστούς μέχρι την αριστερά προήλθε από το κουφάρι του φασιστικού κρατικού μηχανισμού). Αυτό είχε ως συνέπεια την αποξένωση της επίσημης εκπροσώπησης των επιτροπών από την εργατική βάση, και την μετατροπή της σε μια κλίκα ειδικών των διαπραγματεύσεων, για να τραπεί τελικά σε μια νομιμόφρονα αστικοδημοκρατική τροχιά (κοινοβουλευτισμός), και να καταστεί ένα όργανο επίδειξης ισχύος του κομμουνιστικού κόμματος (PCE). Ορισμένοι κύκλοι εργαζομένων θα θελήσουν να βρουν διέξοδο απ’ τον εκφυλισμό αυτόν, δημιουργώντας νέες εργατικές επιτροπές, οι οποίες πλέον δραστηριοποιούνταν ταυτόχρονα πίσω στις γειτονιές και στην καθημερινή ζωή των εργατών: οι Αυτόνομες Εργατικές Ομάδες, που ιδίως στη Βαρκελώνη θα τεθούν ανοιχτά εναντίον των κομματικών και κάθε οργάνωσης που αποξενώνει και διαχωρίζει την εργατική τάξη.

Από την άλλη, καθώς η διεθνής κρίση επιδεινώνεται και η ισπανική πεσέτα υποτιμάται διαρκώς, το καθεστώς επιδιώκει ένα πισωγύρισμα στον κρατικό παρεμβατισμό (προτεξιονισμός) εισάγοντας έναν νέο παράγοντα στη διαμάχη μεταξύ των επιχειρηματικών συμφερόντων και της κρατικής γραφειοκρατίας του Φράνκο, ενώ τα σημάδια της προλεταριακής άρνησης που χαρακτήριζε τις περισσότερες καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες κάνουν την εμφάνισή τους παντού: Σαμποτάζ, κοπάνες και καθυστέρηση της παραγωγής, κλοπές και λεηλασίες σούπερ-μάρκετ, απειθαρχία στην εργασία, στα σχολεία, στο στρατό, γενικευμένη παραβατικότητα και βανδαλισμοί, ξυλοδαρμοί εθνικιστών και απεργοσπαστών, άρνηση του καταναλωτισμού, απαξίωση της ηθικής της εργασίας, καταλήψεις εργοστασίων και εργατικές συνελεύσεις, άγριες απεργίες και συγκρούσεις. Το χάος ανθεί…

Σ’ αυτή την ευφορία θα γεννηθεί το Ιβηρικό Κίνημα Απελευθέρωσης (MIL ή «1000») στα 1972, ως Αυτόνομες Ομάδες Μάχης (Grupos Autonomos de Combate), προκειμένου να υποστηρίξει την «αυτόνομη δράση της εργατικής τάξης», μεταξύ άλλων μέσα από την έκδοση και διανομή θεωρητικών και πρακτικών κειμένων σε χιλιάδες μπροσούρες που αυτό-χρηματοδοτούνταν από ληστείες τραπεζών κλπ. Πρόκειται για μια περίοδο που εκτυλίσσονται εκπληκτικοί προλεταριακοί αγώνες σε ολόκληρη την Ισπανία. Από τις εργατικές συνελεύσεις εκδιώκονται στελέχη κομμάτων και οργανώσεων, ενώ βίαιες οδομαχίες και ένα πνεύμα άρνησης της εργασίας δίνουν τον τόνο. Οι αγωνιστές του MIL διαμορφώνονται κάτω από την επίδραση του γαλλικού Μάη του ’68 τα συνθήματα του οποίου διαδίδονται ταχύτατα σ’ αυτό το κλίμα χλευασμού των ρεφορμιστικών μικρο-γραφειοκρατιών που φιλοδοξούν να εντάξουν το κίνημα στα προγράμματά τους. Στοχεύουν στην όξυνση των προλεταριακών αγώνων, «με το λόγο και τη δράση».

Μετά το πρώτο κύμα καταστολής, τις συλλήψεις μελών του MIL και τη δολοφονία του αγωνιστή Salvador Puig Antich (2 Μάρτη 1974) από το επίσημο κράτος, μια νέα γενιά αγωνιστών θα περάσει στην ένοπλη δράση, πραγματοποιώντας ληστείες τραπεζών, εμπρηστικές επιθέσεις (συχνά σε αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους αγωνιστές του MIL) σε τράπεζες και κυβερνητικά κτίρια κλπ, σχηματίζοντας έναν άτυπο συντονισμό που θα ιδρυθεί επίσημα στα 1979 στις φυλακές της Σεγκόβια: πρόκειται για τις Αυτόνομες Ομάδες. Στην ανάπτυξη της ένοπλης σύγκρουσης, το φασιστικό κράτος απαντά ιδρύοντας την “6η περιφερειακή ταξιαρχία ερευνών” με δεδηλωμένο στόχο την «καταστολή των ελευθεριακών», και με δεκάδες συλλήψεις αναρχικών της FAI, της FIJL και της Ομάδας για την Ένοπλη Πάλη (OLLA). Στις 13 Μάη 1974 συλλαμβάνονται 3 επαναστάτες κατηγορούμενοι για συμμετοχή στις Αυτόνομες Ομάδες.

Το γεγονός όμως ήταν ότι η ανάκαμψη του ταξικού πολέμου είχε κλονίσει ανεπανόρθωτα το καθεστώς. Ο φασισμός, που είχε αναδειχτεί στην ένοπλη ταξική σύγκρουση του 1934-36 ως ο πλέον κατάλληλος να διαχειριστεί την προλεταριακή άρνηση, πλέον φαινόταν ασύμφορο να συντηρείται. Κύκλοι της αστικής τάξης ήδη επεξεργάζονταν μια μετάβαση στη δημοκρατία ως εχέγγυο της συνέχισης της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ο θάνατος του δικτάτορα Φρανσίσκο Φράνκο στις 20 Νοέμβρη 1975 θα γίνει δεκτός, με μια γενική αμηχανία από το εργατικό κίνημα μπροστά στην επερχόμενη νομιμοποίησή του, αλλά και μια «coctelada» εναντίον τραπεζών από τις Αυτόνομες Ομάδες, επισημαίνοντας πως γι’ αυτούς τουλάχιστον, η έχθρα δεν εξαντλούνταν σε μια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης. Με τον θάνατο του Φράνκο, το νέο (και δημοκρατικό πλέον) κράτος, θα νομιμοποιήσει πλήρως τις εργατικές επιτροπές, αφομοιώνοντας έτσι το συνελευσιακό κίνημα, αφού υπονόμευσε κάθε ανεξαρτησία του και μετάτρεψε ορισμένα από τα παλιά στελέχη του σε ανθρώπους του κράτους (κάτι ανάλογο με τον «αγώνα» που «δικαιώθηκε» επί πασοκ στην Ελλάδα). Ταυτόχρονα, κάνουν την εμφάνισή τους μια σειρά συνδικάτων, τα οποία προϋπήρχαν σε εμβρυακές μορφές εντός του φασιστικού CNS, ενώ οι άνθρωποι του φρανκικού καθεστώτος με τη συναίνεση της αντιπολίτευσης οχυρώνουν το νέο δημοκρατικό καθεστώς.

Στο μαχητικό απεργιακό κίνημα του 1976-77, καταρρίπτεται η παλιά αντίθεση φασιστών-αντιφασιστών, αφού ολόκληρος ο «πολιτικός κόσμος» ενωμένος συνασπίζεται απέναντι στις εργατικές κινητοποιήσεις, που σαμποτάρονται αποτελεσματικότερα από τα μέσα, από τους σταλινικούς. Η χρονιά ξεκινά με τη διαδήλωση 70.000 ανθρώπων στη Βαρκελώνη για “Ελευθερία, Γενική Αμνηστία και Καθεστώς Αυτονομίας”. Στις 3 Μάρτη, εργαζόμενοι της πόλης Γκαστέιζ καλούν σε Γενική Απεργία ως απάντηση στο θάνατο 5 εργατών από μπάτσους, μετά από μήνες απεργιών κι έρχονται αντιμέτωποι με την εκκλησία και την αστυνομική καταστολή. Τα οδοφράγματα που υψώθηκαν στις κεντρικές λεωφόρους παρέλυσαν όλη την πόλη. Την ίδια στιγμή, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις κινητοποιήσεις των εκεί εργαζομένων, το νέο καθεστώς στρατιωτικοποιεί τους σιδηροδρόμους και το μετρό. Τον Απρίλη πραγματοποιείται η μεγάλη απόδραση από τις φυλακές της Σεγκόβια μαχητών της ΕΤΑ (που την επόμενη διετία θα φτάσει στην ακμή της δράσης της), και του Oriol Sugranyes του MIL. Μπάτσοι της Guardia Civil θα δολοφονήσουν τον Oriol στα βουνά της Ναβάρρας, πριν κατορθώσει να διαφύγει προς τη Γαλλία. Λίγο αργότερα θα δημιουργηθεί το COPEL (συντονιστικό αγωνιστών κρατουμένων) από αυτόνομους επαναστάτες και “ποινικούς” των ισπανικών φυλακών. Την επόμενη διετία ανθίζουν οι οδομαχίες και οι εμπρηστικές επιθέσεις αυτόνομων νεολαίων στην “ουρά” πορειών των συνδικάτων, εναντίον τραπεζών, κρατικών κτιρίων ή πολυτελών καταστημάτων. Ταυτόχρονα στα εργοστάσια κυριαρχούν οι συνελεύσεις, μαζικές συναντήσεις χιλιάδων εργατών, για να συζητήσουν ζητήματα της εργασίας τους και να εκλέξουν άμεσα ανακλητές επιτροπές που θα αναλάβουν τη σύνδεση με άλλους χώρους εργασίας στον αγώνα, και τη δημιουργία απεργιακών επιτροπών. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι συμμετέχουν στο αυτόνομο αυτό κίνημα που επεκτείνεται πέρα από τους χώρους εργασίας, συνδεόμενο επίσης με τις συνελεύσεις γειτονιάς, κυρίως στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, ή με λαϊκούς συλλόγους και ανατρεπτικές ομάδες, όπως στη χώρα των Βάσκων.

Στις 12 Ιούλη του 1977 ομάδες “ανεξέλεγκτων” παίρνουν υπό τον έλεγχό τους για ώρες το κέντρο της Βαρκελώνης στήνοντας γιορτές λεηλασιών και εμπρησμών, ενώ οι “Ελευθεριακές Ημερίδες” της 22-25 Ιούλη που συνδιοργανώνουν διάφορες αναρχικές ομάδες, υποδέχονται πάνω από 600.000 επισκέπτες. Τη σκυτάλη παίρνουν οι αγωνιστές του COPEL με συντονισμένες δράσεις εκατοντάδων κρατουμένων. Οι “απ’ έξω” απαντούν με νυχτερινές επιθέσεις εναντίον κομματικών γραφείων και εταιριών που κερδοσκοπούν από τις φυλακές. Νέο κύμα καταστολής: συλλήψεις 13 νεολαίων για συγκρούσεις σε πορείες, φασίστες χτυπάνε με βόμβα τα γραφεία μιας ελευθεριακής εφημερίδας σκοτώνοντας έναν άνθρωπο, δεσμοφύλακες δολοφονούν τον αγωνιστή του COPEL Agustin Rueda στις φυλακές του Carabanchel. Στις 18 Μαρτίου το χωριό του Agustin, Sallent, θα κυρρήξει ως απάντηση Γενική Απεργία με συμμετοχή πάνω από 3.000 εργατών από τα γειτονικά ορυχεία. Συνεχίζονται οι συλλήψεις δεκάδων αναρχικών σε Βαγιαδολίδ, Παμπλόνα και Αλμερία, ένας απ’ τους οποίος, ο Agustin Valiente εκπαραθυρώνεται και χάνει τη ζωή του. Και παράλληλα η σφαγή της Atocha θα έρθει να μπερδέψει τα πράγματα, όταν ομάδα παρακρατικών δολοφονούν 5 σταλινικούς του ΚΚ αποκαθιστώντας κατά κάποιο τρόπο τη στιγματισμένη εικόνα του κόμματος αυτού, ενώ τέλος ξεσπά η απεργία των οδηγών βυτιοφόρων, 35 απ’ τους οποίους συλλαμβάνονται, για να αφεθούν ελεύθεροι μόνο αφότου οι εργάτες της SEAT θα παρατήσουν για μια μέρα τη δουλειά τους για να διαδηλώσουν σε αλληλεγγύη με τους οδηγούς. Το 1977 θα σημειωθεί μια αναζωπύρωση των μαχητικών διαδηλώσεων στην Τενερίφη και τη χώρα των Βάσκων, πανεθνικές απεργίες στους ταχυδρομικούς, στα μεταλλουργία του Σαβαδέλ, στις κατασκευαστικές της Λυόν… Στη Βισκάια μετά από τεράστιες συνελεύσεις σχηματίζεται ένα συντονιστικό ανακλητών εκπροσώπων εργοστασιακών συνελεύσεων που αντιπροσώπευε 120.000 εργάτες και εργάτριες.

Μπρος στα γεγονότα αυτά, τα συνδικάτα ενώνονται γύρω από μια καταδίκη της βίας των εργατικών κινητοποιήσεων, προδίδοντας τον ουσιαστικό ρόλο που θα παίξουν στο νέο καθεστώς. Το συνδικάτο, αμυντικός μηχανισμούς του παλιού εργατικού κινήματος, όντας άλλωστε ανεπαρκές απέναντι στις επιθέσεις του κράτους ήδη από τα 1920, δε θα μπορούσε πλέον να υποστηρίξει την οργάνωση ενός προλεταριάτου ολοκληρωτικά διαφορετικού από αυτό των αρχών του αιώνα, και μάλιστα σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αντιμέτωποι λοιπόν με τους κομματικούς και συνδικαλιστικούς μηχανισμούς αλλά και δυο νέους παράγοντες, την επίδραση των (πλέον μη ελεγχόμενων άμεσα από το καθεστώς, άρα «αντικειμενικών») μέσων μαζικής ενημέρωσης και της νέας ιδεολογίας που νομιμοποιούσε την κοινωνική αναρρίχηση και τον πλουτισμό (ως απότοκο της σύνδεσης της χώρας με την κοινή ευρωπαϊκή αγορά και της τουριστικής ανάπτυξης, αυτής της «βιομηχανίας χωρίς εργοστάσια»), οι αυτόνομοι αγώνες σπρώχνονταν στο περιθώριο.

Αν και αρκετοί αυτόνομοι αγωνιστές αντλούσαν τις θεωρητικές αναφορές τους από τον κομμουνισμό των συμβουλίων, τη γερμανική και ολλανδική αριστερά και τον νεαρό Μαρξ, ορισμένοι απ’ αυτούς αποφάσισαν –υπό την πίεση της περιθωριοποίησης αυτής- να συμβαδίσουν με τις αναρχο-συνδικαλιστικές δοξασίες της ανασυσταθείσας CNT, την οποία πρόχειρα ανακήρυξαν ως τον κατάλληλο συντονισμό που είχε ανάγκη η τάξη, προσχωρώντας στο συνδικάτο αποβλέποντας σε μια αντιεξουσιαστική ενότητα, για να διαψευστούν αργότερα. Οι ίδιοι στο μεταξύ συκοφάντησαν και συνέτειναν στην περιθωριοποίηση κάθε άλλης συλλογικής απόπειρας συντονισμού, εκτός της CNT… Μια άλλη τάση «Για την αυτονομία της τάξης», κινήθηκε προς «αυτόνομες» συνεργασίες με κομματικούς, συνυποψηφιότητες και συνδιαχειριστικές λογικές, για να αποδείξει γρήγορα ξανά ότι ο χειρότερος εχθρός για τη χειραφέτηση της τάξης είναι αυτός που κινείται μέσα στις συνελεύσεις της, σαμποτάροντάς τις πιο αποτελεσματικά. Κάποιοι άλλοι, αρκέστηκαν στο να αντιγράψουν τους μιλανέζους λενινιστές της Potere Operaio, δημιουργώντας μια βραχύβια Autonomia Obrera και αναπαράγοντας τους διανοουμενίστικους αυνανισμούς της. Αρκετοί ακόμα, φοβισμένοι ή κουρασμένοι από τις «προδοσίες» των ηγεσιών που οι ίδιοι αναδείκνυαν, γύρισαν απλώς στους καναπέδες τους. Ορισμένοι ενδεχομένως δεν έφυγαν ποτέ από εκεί. Τέλος, κάποιοι (μεταξύ των οποίων οι αγωνιστές των Αυτόνομων Ομάδων) αφήνοντας πίσω τους αυτή τη διαδικασία ήττας, συνέχισαν την περιπέτεια της ένοπλης δράσης, «την μόνη που άξιζε πλέον να ζεις», σίγουρα όμως πιο μόνοι από πριν.

Εκτός από την ήττα του εργατικού κινήματος όμως, το ισπανικό προλεταριάτο θα αλεστεί εκ νέου σε μια νέα μέγγενη που έχει να κάνει αυτή τη φορά με την ίδια την εργασία του. Με τη σταθεροποίηση του δημοκρατικού καθεστώτος, η εργασία αναδιαρθρώνεται και ελαστικοποιείται, θέτοντας τους μέχρι τότε εργατικούς αγώνες στο περιθώριο. Η αποβιομηχάνιση της χώρας στερεί το κίνημα από τους ως τότε δεδομένους βασικούς χώρους συνεύρεσης και δράσης αλλά και τους φυσικούς φορείς του, καθώς μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης παίρνει το δρόμο για κάποια φάμπρικα της Γαλλίας, της Γερμανίας ή του Βελγίου, την ίδια στιγμή που ένα αντίστροφο ρεύμα τουριστών αναδιαμορφώνει την οικονομία και τις σχέσεις εκμετάλλευσης και κοινωνικής αναρρίχησης, παρέχοντας την υλική βάση μιας νεοπλουτίστικης ιδεολογίας, αναπτύσσοντας παράλληλα έναν τομέα λιγότερο τρωτό από τις ως τότε εργατικές αντιστάσεις: τις ιδιωτικές υπηρεσίες. Στην αποσύνθεσή του κινήματος, ο κοινωνικός πλούτος που δημιούργησε στην άνοδό του θα αφομοιωθεί, με την μορφή μερικών διεκδικήσεων και συμπεριφορών, αποστραγγισμένων βέβαια από κάθε ανατρεπτικό περιεχόμενο. Έτσι, στη σφαίρα της κουλτούρας η καλλιτεχνική κίνηση της «movida» θα αποτυπώσει μια περιθωριακή –και ως τέτοια στερημένη από κάθε γενικευτικό συνειρμό- σεξουαλική ελευθεριότητα και άρνηση των παραδοσιακών σχέσεων ιεραρχίας, αλλά και την ευρεία χρήση ναρκωτικών που ακολούθησε τις καλές μέρες του κινήματος, καθώς και τη διάδοση της αργκό cheli των μαδριλένικων εργατογειτονιών, «φτιάχνοντας» διάφορους αστέρες όπως ο γνωστός Almodovar. Ακόμα, η γενικευμένη άρνηση της πατριαρχικής οικογένειας (μια υπόνοια αυτής της άρνησης προδίδει και η μείωση των γάμων κατά ¼ μέσα στα πρώτα χρόνια της δημοκρατικής μετάβασης) θα κωδικοποιηθεί νομικά σε ορισμένες κατακτήσεις για τις γυναίκες και τους ομοφυλόφιλους, όπως η μερική νομιμοποίηση των εκτρώσεων, η μη δίωξη της ομοφυλοφιλίας κλπ. Στην Ισπανία, ο καπιταλισμός φαινόταν αποφασισμένος να παραχωρήσει τα πάντα στους εργάτες ούτως ώστε να μην πάρουν τίποτα.

Επιπλέον, και καθώς το -αναποτελεσματικό πλέον- κίνημα συρρικνώνεται υπό την επίδραση των νέων εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων και τα απομονωμένα άτομα έρχονται αντιμέτωπα με την ίδια τους την απομόνωση, η καταναλωτική ιδεολογία σαρώνει τα πάντα. Η καταστολή προελαύνει ανενόχλητη. Η δολοφονία του 17χρονου Emilio Gustavo, στη διάρκεια συγκρούσεων διαδηλωτών με μπάτσους θα περάσει γενικά απαρατήρητη. Το ίδιο και οι αστραπιαίες συλλήψεις στη Βαρκελώνη 11 ελευθεριακών, 2 εκ των οποίων είχαν αποδράσει από το Carabanchel ένα χρόνο πριν. Την επόμενη χρονιά, 3 επαναστάτες συλλαμβάνονται στη Βαρκελώνη για επιθέσεις σε τράπεζες, και καταδικάζονται σε 30 χρόνια φυλάκισης, για να βγουν τελικά στα 1987. 4 ακόμα αναρχικοί (δύο γυναίκες) θα συλληφθούν για να κακοποιηθούν βάναυσα από την αστυνομία, καθώς και δεκάδες μέλη της CNT. Στις 21 Νοέμβρη, 2 μέλη των Αυτόνομων Ομάδων που θα προσπαθήσουν να απελευθερώσουν σύντροφό τους από το νοσοκομείο όπου είχε μεταφερθεί, έρχονται αντιμέτωποι με μπλόκο της αστυνομίας, και στην ανταλλαγή πυροβολισμών ο ένας θα πέσει νεκρός. Λίγες μέρες μετά, στις 7 Δεκέμβρη, ένα εγγεγραμμένο μέλος της CNT θα συλληφθεί στο τρένο Βαλένθια-Κόρντομπα, κατηγορούμενος για συμμετοχή στις Αυτόνομες Ομάδες και απόπειρα απελευθέρωσης κρατουμένων…

Τα επόμενα χρόνια, το ισπανικό κράτος αναδιοργανώνεται με ενισχυμένες πλέον τις σχέσεις εκμετάλλευσης και συσσώρευσης πλούτου. Καθώς σταδιακά οι νέες παραγωγικές και εργασιακές σχέσεις τείνουν να κυριαρχήσουν παντού, η οικονομία από-βιομηχανοποιείται, ενώ γιγαντώνεται ο τουρισμός, το εμπόριο και οι υπηρεσίες. Οι παλιές, λιγότερο «ευέλικτες» εργασιακές συνθήκες καταρρέουν, πυροδοτώντας κάποιες σποραδικές δυναμικές απεργίες, όπως π.χ. στα ναυπηγεία του Καδίζ ή του Χιχόν όπου εμφανίζεται ξανά η ταξικη βία των φλεγόμενων οδοφραγμάτων ενάντια σε περικοπές, ιδιωτικοποιήσεις και χρεοκοπίες, που μέλλει να συγκινήσει αρκετούς συνδικαλιστές (αναρχο- ή μη), δεν έχουν πάντως καμιά ελπίδα να αναστρέψουν αυτή τη διαδικασία, πολύ απλά γιατί καμία κινητοποίηση δεν μπορεί να αναγκάσει το Κεφάλαιο να συντηρεί έναν χώρο εργασίας τον οποίον έχει απαξιώσει. Έτσι, η ανεργία γνωρίζει δραματική αύξηση, πράγμα που σημαίνει –μεταξύ άλλων- νέες δουλειές, με όρους καλύτερους (για την εργοδοσία) ή χειρότερους (για τους εργαζομένους). Εκτός της πίεσης που σημαίνει ένας μεγάλος πληθυσμός ανέργων για την εργατική τάξη, εντείνοντας την αγωνία του εργαζόμενου κομματιού της να μη χάσει την εργασία του (μπρος στην οποία 7 στους 10 ισπανούς εργαζομένους θα δεχτούν να δουλέψουν σε κακοπληρωμένες προσωρινές ή θέσεις ημι-εργασίας), περνώντας στην μεριά της ανεργίας, ζωογονεί μια ολόκληρη επιχειρηματικότητα που σχετίζεται με την επινοικίαση ανέργων, μέσω των κέντρων προσωρινής εργασίας. Αυτά τα τελευταία θα γνωρίζουν μια πραγματική άνθιση, ανοίγοντας παραρτήματα σε κάθε εργατογειτονιά. Ωστόσο, σε ορισμένες δε θα γίνουν τόσο αποδεκτά. Αν και το παλιό αυτόνομο κίνημα είχε ηττηθεί και οι εξτρεμιστές του βρίσκονταν στη φυλακή, νέοι αγωνιστές συνεχίζουν την «περιπέτεια». Τα κέντρα προσωρινής εργασίας θα βρεθούν στο επίκεντρο της κριτικής τους, καθώς δεκάδες απ’ αυτά γίνονται στόχος εμπρηστικών επιθέσεων και βανδαλισμών. Ταυτόχρονα, νέοι εργατικοί και οικολογικοί αγώνες έρχονται σε ρήξη με το καθεστώς, ενώ αυτόνομες ομάδες δημιουργούνται σε διάφορες πόλεις, κοινωνικές βιβλιοθήκες και έντυπα, στέκια και καταλήψεις, αυτοδιαχειριζόμενοι ραδιοσταθμοί και μεμονωμένοι ακτιβιστές δημιουργούν ένα άτυπο δίκτυο βασισμένο στην αυτοοργάνωση και την αλληλεγγύη, κρατώντας αναμμένη τη σπίθα του ταξικού πολέμου.

Σε μια γνωριμία μας με κάποιους από τους νέους αυτόνομους της Μαδρίτης, θα μας παραχωρήσουν και το υλικό που κυκλοφορήσαμε το 2006 στη Σαλονίκη, μέσα από το –τότε- Γραφείο Λυσσασμένων Ταραχοποιών. Η συμπάθειά μας για τους μαχητές των Αυτόνομων Ομάδων έχει να κάνει με τη θεωρία τους, που φτύνει κάθε ιδεολογία ως όργανο διαχωρισμού της τάξης, μαζί και την ιδεολογία της αυτονομίας (οι ίδιοι έγραφαν πως σε περιόδους άνθισης του κινήματος, οι εχθροί της αυτονομίας θα ανακηρύσσονται ως θεματοφύλακες της αυτονομίας) αλλά και της «ελευθεριακής» που τους κόλλησε η αστυνομία σχετίζοντάς τους με τη CNT, αυτή την «επαναφομοιωτική συνδικαλιστική γραφειοκρατία που στηρίζει ουσιαστικά την ύπαρξη της μισθωτής εργασίας» αλλά και τη ψευτο-διαμάχη μεταξύ μαρξισμού-αναρχισμού, κι έχει να κάνει με την πρακτική τους, που παρά τους περιορισμούς που επιβάλλει η παρανομία, εφάρμοσαν την ένοπλη δράση όχι για να «δείξουν το δρόμο στις μάζες» ή να ξεχωρίσουν απ’ αυτές, αλλά για να στηρίξουν έμπρακτα τα συμφέροντα της τάξης, δηλαδή την άγρια γενική απεργία, στο βαθμό που αυτή ταυτιζόταν με τα δικά τους συμφέροντα, την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της οικονομίας, στην αυτονομία τους που ήταν «απλώς μια κοινή πρακτική βασισμένη σε ένα μίνιμουμ συμφωνιών για τη δράση, και ταυτόχρονα μια θεωρία αυτόνομη που να αντεπεξέρχεται στον τρόπο της ζωής μας, του αγώνα και των βασικών αναγκών μας».

Οι Αυτόνομες Ομάδες δεν ήταν κάποια διαχωρισμένη οργάνωση, καθώς κάθε ομάδα τους βρισκόταν στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου στόχου και αυτοδιαλυόταν μόλις αυτός επιτευχθεί. Όσο για το ζήτημα της «κριτική των όπλων», προφανώς δεν έχουμε καμία σχέση με αυτούς που υποκριτικά τονίζουν τον μειοψηφικό χαρακτήρα των ομάδων αυτών, αγνοώντας ότι το προλεταριάτο γενικά δεν οπλίζεται παρά μόνο όταν είναι ανάγκη: Δηλαδή, όταν θέλει να καταστρέψει το κράτος. Έτσι μια ένοπλη ομάδα που δρα ανεξάρτητα από το κίνημα, όταν αυτό πραγματώνει την επαναστατική βία του, μπορεί να είναι άχρηστη ή ακόμα και επικίνδυνη (π.χ. σε περίπτωση διάβρωσης από χαφιέδες), ή απλά να γίνει μια ακόμη «εξουσία». Ωστόσο, πρέπει να τίθεται το θέμα του κατά πόσο ένα κίνημα που ανέχεται στο εσωτερικό του τους ρεφορμιστές των συνδικάτων και των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων αποτελεί εργαλείο αυτο-χειραφέτησης καθώς δε βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχό του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο παύει να εκφράζεται μέσω του, και απλά αποσύρεται. Ο έλεγχος χάνεται τη στιγμή που παραιτούμαστε από τις υπευθυνότητές μας, όπως υπενθυμίζουν με φρόνηση οι κρατούμενοι των Αυτόνομων Ομάδων. Οι μαχητές των Αυτόνομων Ομάδων, εξτρεμιστές του αυτόνομου κινήματος πολέμησαν αυτόν το διαχωρισμό, χωρίς να αφομοιωθούν ως μια ακραία τάση που να τραβάει προς τα «αριστερά» τους ρεφορμιστές, ή ως μια τρομοκρατική απειλή για το αμέτοχο πλήθος.

Στην πραγματικότητα, υπήρξε μια ευρεία συμπάθεια προς τα πρόσωπά τους, καθώς και πριν τις συλλήψεις τους οι ίδιοι διατηρούσαν πολιτικούς και φιλικούς δεσμούς με πλήθος νέων εργατών, αλλά και μετά τις συλλήψεις, χάρη στην ηρωική στάση τους. Σε κάθε περίπτωση, η αμείλικτη Ιστορία δεν αρκείται στην ευγένεια των προσώπων και τις καλές προθέσεις. Το ενδεχόμενο μιας επανάστασης στην Ισπανία αποσοβήθηκε, και χρέος όσων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται στην τελευταία αξιόλογη περιπέτεια του καιρού μας, είναι να εξετάσουν τι έκαναν οι σύντροφοί μας τότε, τι εμπόδια βρήκαν, τι καλύτερο θα μπορούσαν να κάνουν…

Προς το παρόν, σ’ αυτή την πρώτη εκδοτική απόπειρα για λογαριασμό του Πρακτορείου Rioters (υστερόγραφη σημείωση: τελικά για διάφορους πρακτικούς λόγους η έντυπη έκδοση δεν πραγματοποιήθηκε), ξανασκύβουμε πάνω από τα γραπτά των Αυτόνομων Ομάδων… Προχωρώντας σε μια τέτοια έκδοση, έχουμε πρώτιστα στο μυαλό μας ανθρώπους που μοιάζει να νιώθουν την προσωπική «ευθύνη ενάντια στον καπιταλισμό» όχι λιγότερο, ούτε περισσότερο από τη συλλογική χαρά της «τελευταίας περιπέτειας που αξίζει τον κόπο να ζεις»: ανθρώπους σαν τον Γιάννη Δημητράκη, τον Γιώργο Βούτση-Βογιατζή, τους ηρωικά φυγόδικους συντρόφους τους και τόσους ακόμα που μακάρι να μη χρειαστεί να μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους, αλλά και τους συντρόφους που κατηγορούνται για την απαγωγή του προέδρου του ΣΒΒΕ («πρέπει οι εργαζόμενοι να σφίξουν κι άλλο το ζωνάρι») Βαγγέλη Χ., Βασίλη Παλαιοκώστα και τον Πόλυ Γεωργιάδη, που εργαζόταν σε μια βελτιωμένη επανέκδοση του υλικού αυτού πριν η σύλληψή τους διακόψει άκομψα το έργο του αυτό. Σ αυτούς την αφιερώνουμε.

Κείμενα που χρησιμοποιήσαμε (ενδεικτικά):

Comunicados de los Grupos Autónomos encarcelados en la prisión de Segovia (1978-1980), Madrid 1980

CO.P.E.L, butrones y otras aportaciones de Grupos Autónomos – DESORDEN distro, Valencia 2004

Telesforo Tajuelo : El MIL, Puig Antich y los GARI – ed. Ruedo Ibérico, 1977

Aux Libertaires: Guy Ernest Debord («Les Amis de l’ Internationale » – ed. Champ Libre, μετέπειτα Gerard Lebovici)

Για την εισαγωγή, χρησιμοποιήθηκαν βασικά κείμενα και προσωπικές αφηγήσεις ισπανών αυτόνομων, καθώς και το κείμενο «αυτόνομοι προλεταριακοί αγώνες νότια των πυρηναίων» από το περιοδικό Do Or Die.

Αναρχοφουτουριστικό Μανιφέστο

ΑΝΑΡΧΟΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

(Ο φουτουρισμός είναι το πλέον αμφιλεγόμενο καλλιτεχνικό κίνημα. Αντισυμβατικό και προκλητικό από την αρχή, λάτρεψε την ταχύτητα, τη μηχανοποίηση, τον πόλεμο, τον μιλιταρισμό και την καταστροφική δύναμη του αναρχισμού. Όλα αυτά σε συσκευασία του ενός!! Φλέρταρε με το σουρεαλισμό και τον ντανταϊσμό, αλλά τελικά παντρεύτηκε το φασισμό. Ο Μαρινέτι, μάλιστα, πολέμησε και πέθανε στο πλευρό του Μουσολίνι. Υπάρχει, όμως και η διαφορετική πλευρά του φουτουρισμού. Αρκετοί φουτουριστές υπήρξαν κομμουνιστές ή αναρχικοί, που ήρθανε σε ρήξη με τον φασιστικό φουτουρισμό (μαρινετισμό τον αποκαλούσαν). Έξω από την Ιταλία, ο φουτουρισμός συνδέεται με το Ρώσο ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, ο οποίος Το 1912 θα δημοσιεύσει το μανιφέστο του ρώσικου φουτουρισμού, με τίτλο «Μπάτσος για το δημόσιο γούστο», όπου συναντάμε τη ρητορική του πρώτου ιταλικού μανιφέστου: «Το παρελθόν είναι στενάχωρο. Η Ακαδημία και ο Πούσκιν πιο ακατανόητοι κι από ιερογλυφικά». Ο Μαγιακόφσκι ιδρύει την «ομάδα κομμουνιστών φουτουριστών» και το ¨Αριστερό Μέτωπο Τέχνης (ΛΕΦ)»:«Το ΛΕΦ είναι η κάλυψη των μεγάλων κοινωνικών θεμάτων από όλα τα πυροβόλα του φουτουρισμού». Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια φράξια των φουτουριστών που είναι επηρεασμένο από τον αναρχικό μηδενισμό. Ενδεικτικά, αναδημοσιεύουμε το Αναρχοφουτουριστικό μανιφέστο, που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στα ελληνικά τη δεκαετία του 80 από την Ουτοπία (έντυπο για αναρχικούς, αντιεξουσιαστές, εγωιστές και άλλους)
Αχ. αχ , Αχ, χα – χα , χο – χο !

Ξεχυθείτε στους δρόμους ! Όλοι όσοι είστε ακόμη φρέσκοι και νέοι και δεν έχετε χάσει την ανθρώπινη ποιότητα σας – εμπρός στους δρόμους! Σε μια πλατεία στέκεται μεθυσμένο από χαρά το τσιμέντο του γέλιου με ξεχειλωμένη την κοιλιά. Το γέλιο και η αγάπη συνουσιάζονται με τη μελαγχολία και το μίσος, τυλιγμένα στο παντοδύναμο σπασμωδικό πάθος της κτηνωδικής λαγνείας. Ζήτω η ψυχολογία των αντιθέσεων. Μεθυσμένα πυρπολημένα πνεύματα έχουν σηκώσει το φλεγόμενο φλάμπουρο της διανοητικής επανάστασης. Θάνατος στα πλάσματα της ρουτίνας, στους Φιλισταίους, σε όσους υποφέρουν από ποδάγρα ! Τσακίστε μ’ ένα εκκωφαντικό θόρυβο το ασκί των τρικυμιών της εκδίκησης ! Ισοπεδώστε τις εκκλησίες και τους συμμάχους τους, τα μουσεία. Κονιορτοποιήστε τα εύθραυστα είδωλα του Πολιτισμού !

Έϊ , εσείς παρακμασμένοι αρχιτέκτονες των σαρκοφάγων της σκέψης, εσείς φρουροί του παγκόσμιου νεκροταφείου των βιβλίων – παραμερίστε ! ‘Ήρθαμε να σας διώξουμε, τα παλιά πρέπει να θαφτούν και τα σκονισμένα αρχεία να καούν από τη δημιουργική μεγαλοφυΐα του δαυλού του Ήφαιστου. Αφήνουμε πίσω τις στάχτες του παγκόσμιου αφανισμού, τους απανθρακωμένους μουσαμάδες των ογκωδών πινάκων, τους καμένους χοντρούς ξεχειλωμένους τόμους των κλασσικών και διαβαίνουμε εμείς οι Αναρχοφουτουριστές ! Πάνω από την τεράστια έκταση της ερήμωσης πού καλύπτει τη γη μας, το φλάμπουρο της αναρχίας θα ξεδιπλωθεί περήφανα. ΤΟ γράψιμο δεν έχει αξία! Δεν υπάρχει αγορά για τη φιλολογία. Δεν υπάρχουν φυλακές, δεν υπάρχουν όρια στην υποκειμενική δημιουργία ! Όλα επιτρέπονται. Όλα είναι αδέσμευτα !

Τα παιδιά της Φύσης δέχονται με χαρούμενη έκσταση το ιπποτικό χρυσό φιλί του ήλιου και την ηδονική, παχιά , γυμνή κοιλιά, της Γης. Τα παιδιά της φύσης ξεπηδώντας από το μαύρο χώμα ανάβουν τα πάθη των γυμνών λάγνων κορμιών. Τα μαζεύουν όλα μέσα σε μια ετοιμόγεννη κούπα – Χιλιάδες πόδια και χέρια συνδέονται σε ένα μοναδικό ασφυχτικό σωρό . Το δέρμα είναι ξαναμμένο από ζεστά αχόρταγα βασανιστικά χάδια. Δόντια βυθίζονται με μίσος στη ζεστή σάρκα των ζουμερών εραστών ! Μεγάλα παρατηρητικά μάτια ακολουθούν τον έγκυο φλεγόμενο χορό της ηδονής ! Όλα είναι παράξενα, επιτρεπτά, πρωτόγονα. Οι σπασμοί, το δέρμα, ή ζωή, ο θάνατος, όλα ! Όλα !

Τέτοια είναι ή ποίηση της αγάπης μας. Δυνατοί, αθάνατοι και τρομε¬ροί είμαστε στην αγάπη μας ! Ο βοριάς λυσσομανάει στα κεφάλια των παιδιών της Φύσης. Κάτι φοβερό έχει προκύψει – κάποιος Βρικόλακας μελαγχολίας ! Καταδίκη – ο κόσμος πεθαίνει ! Πιάστε τον ! Σκοτώστε τον! Όχι, περίμενε ! Η Μελαγχολία ! Μεγάλα έλκη ανίας που χασμουριούνται, καλύπτουν το ωχρό πανικόβλητο πρόσωπο του ουρανού. Ή γη τρέμει από φόβο κάτω από τις δυνατές οργισμένες γροθιές των παιδιών της. Ω σεις καταραμένα, σιχαμερά πράγματα ! Ξεσχίζουν την παχιά τρυφερή σάρκα της και χώνουν την σαπισμένη πειναλέα μελαγχολία τους στο αίμα που τρέχει και στις καινούργιες πληγές του σώματος της. Ο κόσμος πεθαίνει ! Αχ ! αχ ! αχ ! κλαίνε εκατομμύρια κουδούνια κινδύνου. Αχ! αχ ! αχ ! βρυχάται το γιγάντιο κανόνι του συναγερμού. Καταστροφή ! Χάος ! Μελαγχολία ! Ο κόσμος πεθαίνει.

Τέτοια είναι ή ποίηση της μελαγχολίας μας ! Είμαστε δίχως αναστολές ! Δεν μας κάνει ο θρηνητικός συναισθηματισμός των ανθρωπιστών. Προτιμούμε να δημιουργήσουμε την θριαμβευτική διανοητική αδελφότητα των ανθρώπων, σφυρηλατημένη στην ατσαλένια λογική των αντιθέσεων, του Μίσους και της Αγάπης. Με γυμνά δόντια θα προστατέψουμε την ένωση μας, από την Αφρική μέχρι τους δύο πόλους, ενάντια σε κάθε συναισθηματικό επίπεδο Φιλίας.

Όλα είναι δικά μας ! Έξω από μας είναι μόνο ο θάνατος ! Σηκώνοντας τη μαύρη σημαία της εξέγερσης καλούμε όλους τους ανθρώπους που ζουν, που δεν έχουν χάσει την ανθρώπινη ποιότητα τους, που δεν έχουν αποχαυνωθεί από την δηλητηριασμένη ανάσα του πολιτισμού ! Όλοι στους δρόμους ! Εμπρός ! Καταστρέψτε ! Σκοτώστε ! Μόνο ο θάνατος δεν επιτρέπει τον γυρισμό. Εξαφανίστε τα παλιά ! Ο κεραυνός και η αστραπή, τα στοιχεία της φύσης είναι δικά μας, όλα είναι δικά μας ! Εμπρός !

Ζήτω η διεθνής διανοητική επανάσταση !
Ένας ανοιχτός δρόμος για τους αναρχοφουτουριστές,
τους αναρχοϋπερβόρειους και τους νεονιχιλιστές !
Θάνατος στον παγκόσμιο πολιτισμό !

Ομάδα Αναρχοφουτουριστών
Χάρτοβο, 14-3-1919
K SVETU

ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ ‘BENDING THE BARS: PRISON STORIES’ ΤΟΥ JOHN BARKER

ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ ‘BENDING THE BARS: PRISON STORIES’ ΤΟΥ JOHN BARKER

Το βιβλίο του πρώην μέλους της Οργισμένης Ταξιαρχίας (Angry Brigade) John Barker “Bending The Bars” παρέχει μια συνεκτική κριτική της πολιτικής του μπολσεβικισμού, κάτω από τη σκληρή επιδερμίδα του ημερολογίου φυλακής ενός βαρυποινίτη.

Το Bending The Bars δεν είναι κάτι που ο οποιοσδήποτε που έχει φάει στην μάπα όλα τα δημοσιεύματα των ΜΜΕ για τον John Barker, ως επικίνδυνο τρομοκράτη και έμπορο ναρκωτικών, θα περίμενε να διαβάσει. Όμως πάλι ο Barker είναι τόσο ιδιοφυής όσο και πολυσύνθετος γι αυτές τις μονοδιάστατες διαστρεβλώσεις του παρελθόντος του, ώστε να κατορθώνουν ακόμα και να τον ψηλαφίσουν. Το βιβλίο δεν έχει να κάνει με την σχέση του Barker με την χαλαρή “ομάδα συγγενείας” που έγινε γνωστή ως Οργισμένη Ταξιαρχία, αλλά αποτελεί μάλλον έναν απολογισμό του χρόνου που πέρασε στη φυλακή, μετά την καταδίκη του για βομβιστικές επιθέσεις σε διάφορους στόχους (στην πραγματικότητα κανείς δεν κινδύνεψε ή τραυματίστηκε στις ενέργειες αυτές).

Τα βιβλία φυλακισμένων συχνά προσφέρουν στον αναγνώστη μια σειρά από τετριμμένες ηθικές κοινοτοπίες,-και δεν εννοώ απλά αυτά των κατάδικων ή πρώην κατάδικων που εκφράζουν μια ψευδο-μεταμέλεια για τα όσα έκαναν επειδή βρήκαν τη λύτρωση μέσω του χριστού ή όποια άλλη εξωφρενική αφαίρεση. Το ότι αυτοί οι μυστικιστές κρετίνοι που γράφουν βιβλία των φυλακών αυτού του είδους χύνουν κροκοδείλια δάκρυα γίνεται αρκετά φανερό από το γεγονός ότι αν δεν είχαν σφάλλει, τότε πως ο ανύπαρκτος θεός τους θα μπορούσε να επιδείξει την συγχώρεσή του βάζοντάς τους ξανά στον “ίσιο δρόμο”; Αναλόγως, τα βιβλία από- και για- πολιτικούς κρατουμένους είναι μερικές φορές σχεδιασμένα έτσι ώστε να δημιουργούν μια ιεραρχική κουλτούρα περί μαρτύρων που έκαναν λάθος και να εκμεταλλεύονται κυνικά το αίσθημα αδικίας ώστε να συγκεντρώνουν υποστήριξη για ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικής των ειδικών. Εν συντομία, αυτού του είδους η γραφή, αποτυγχάνει να υπερβεί μια προοπτική θρησκευτική, ακόμα κι όταν δεν περιλαμβάνει τη συνήθη παγίδα του χριστιανικού οίκτου. Το βιβλίο του John Barker διαφέρει, καθώς κάνει χρήση μιας ταξικής κι όχι μιας ηθικής προοπτικής. Ο Barker γράφει για τις δικές του υποκειμενικές εμπειρίες της φυλακής, όμως σηματοδοτεί επανειλημμένα την γνώση εκ μέρους του, της πολλαπλότητας των απόψεων που έχει ακούσει από άλλους κρατουμένους να εκφράζουν για τον εγκλεισμό, αποφεύγει επιδέξια να δώσει προνομιακή θέση στη δική του αντίληψη για το θέμα πάνω σε οποιουδήποτε άλλου. Αναλόγως, ο Barker δεν επικεντρώνει στο πως θα βγάλει ένα best seller της φυλακής, δίνει άλλωστε πολύ λιγότερη έμφαση στην αποκτήνωση απ’ ότι στο βιβλίο του ο Jimmy Boyle, ή ακόμα ο αμερικάνος λαθρέμπορος χασίς Howard Mark στην αυτοβιογραφία του Mr. Nice. Έτσι, αν και στο βιβλίο γίνεται αναφορά στα ναρκωτικά της φυλακής, το Behind The Bars έχει να κάνει μόνο με την πρώτη περίοδο του Barker στην φυλακή, μετά τη σύλληψη και καταδίκη του για διάφορες βομβιστικές επιθέσεις της Οργισμένης Ταξιαρχίας. Δεν έχει να κάνει με την μετέπειτα φυλάκιση του για λαθρεμπόριο χασίς.

Αναλόγως, οι γεωγραφικές και ιστορικές διαφορές το καθιστούν χρήσιμο να διαβάσουμε τα γραπτά του Barker μαζί με βιβλία όπως του Mumia Abu-Jamal: Live From Death Row, μια θαρραλέα επίθεση στην απανθρωπιά του σωφρονιστικού συστήματος των ΗΠΑ από ένα από τα πολλά θύματά του.

Αν και υπάρχει μια αίσθηση αποκτήνωσης στο Bending The Bars, αυτή προέρχεται περισσότερο από την επιβεβλημένη ανία και τις ολοφάνερα χαμένες ζωές, παρά από οτιδήποτε άλλο. Μιας και ο Barker δεν ενδιαφέρεται να προωθήσει τον εαυτό του ως ηγετική φυσιογνωμία, δεν νιώθει την ανάγκη να παρουσιάζεται ως “σκληρός” των φυλακών, είναι άνθρωπος κι όχι υπεράνθρωπος. Οπότε, έχει την ικανότητα να καταδεικνύει τη φυλακή ως ένα ουσιαστικό συστατικό του καπιταλιστικού κόσμου, αντί να κάνει το λάθος να την αντιμετωπίζει ως κάτι το διαχωρισμένο από την καθημερινή αλλοτρίωση. Πράγματι, ένα από τα πράγματα που βρίσκω πιο σημαντικά στο βιβλίο είναι ότι μου άφησε την έντονη εντύπωση ότι πολλές βρετανικές φυλακές είναι τελικά πιο απάνθρωπες για τους ρουφιάνους παρά για τους ποινικούς. Η αντιμετώπιση του Barker μέσα ίσως ήταν φριχτή, όμως θα ήταν πολύ χειρότερα αν είχε καταφέρει να τον πείσει ότι ήταν αποκομμένος από την ανθρωπότητα, κι όχι ένα ουσιαστικό συστατικό ενός κόσμου που χρειάζεται αλλαγή. Στην μέση του βιβλίου ο Barker ανακοινώνει: “Αυτό που λέω είναι ότι πρέπει να ζεις παρά τις αντιφάσεις. Πρέπει να κάνεις κάποια ζωή εδώ μέσα, γιατί δεν είσαι νεκρός, αλλά να μη ξεχνάς ποτέ ότι είσαι στη φυλακή και είναι τελείως αφύσικο κι ενάντια στη ζωή” (σελ.63).

Το σημείο αυτό συνοψίζεται διαλεκτικά στον επίλογο του βιβλίου, όταν ο συγγραφέας δηλώνει ότι οι “…αλλαγές στο πως έβλεπα τον κόσμο μοιάζουν να προχωρούν στο ίδιο βήμα με τους φίλους μου. Όταν αυτό έγινε σαφές, μέσα σε μια μόνη πρόταση, ή στη διάρκεια μιας ολόκληρης επίσκεψης, θα ήμασταν ευχάριστα ξαφνιασμένοι κι έπειτα διόλου έκπληκτοι, καθώς τελικά όλοι ζούσαμε στην ίδια εποχή. Κυρίως, είχε να κάνει με την αναγνώριση σε τι είδους γκέτο μέσα βρισκόταν η επαναστατική πολιτική…” (σελ. 120). Ανάλογα, η κόπωση του Barker από τους άλλους κρατουμένους που άσκοπα διακήρυσσαν την αθωότητά τους αντανακλάται στις ιστορίες του. Ο Barker μας λέει απλά ότι όταν καταδικάστηκε, οι μπάτσοι “την έστησαν σ’ έναν ένοχο”, κι αυτό ήταν πάνω κάτω η υπόθεση. Αν ο Barker έμπαινε σε μια διαδικασία αποκήρυξης όλων των ψεμάτων που έχουν ειπωθεί γι αυτόν, αυτό που θα έκανε δε θα ήταν να αποκαλύψει την αλήθεια, αλλά να βρεθεί σ έναν λαβύρινθο ατελείωτων συζητήσεων για το τι έκανε και τι όχι.
Έτσι λοιπόν, θα ήταν λάθος να πάρουμε το Behind The Bars ως μια πολιτική ή προσωπική κατάθεση, καθώς ενώ εν μέρει έχει μια σχέση (αλλά σίγουρα δεν ταυτίζεται) με αυτά τα πράγματα, ο συγγραφέας έχει ιδιαίτερη αντίληψη της πολιτικής της αναπαράστασης. Η χρήση της λέξης “ιστορίες” στον τίτλο, δείχνει ότι ο Barker επιθυμεί τα γραπτά του να αντιμετωπιστούν σαν μια αυτο-συνείδητη λογοπλαστική κατασκευή, και η προσέγγισή του είναι ευθεία: “…ήταν η Scrubs, φυλακή προσαρμογής για πρωτάρηδες. Το μπατσάδικο που μας συνόδευε ξαφνικά έκανε αναστροφή. Πρόλαβα μια εικόνα μιας μεγάλης πύλης να ανοίγει κι είδα ότι μας περιμένανε, έντονα φώτα παντού, γουώκι-τώκι, κραυγές. Οι πολύωρη αγρύπνια μου, η ωχρότητα της κόπωσης ήταν έκδηλη κάτω απ’ αυτόν τον φωτισμό…” (σελ. 17-18). Εδώ ο Barker παίζει με πολιτιστικά κλισέ σχετικά με τις γκρίζες πύλες της φυλακής και αυτό είναι μια συναισθηματική βία, είναι υπερβολικά κουρασμένος για να αντιδράσει με φόβο. Ενώ η παρατήρηση ότι τους περίμεναν, από την άλλη, μοιάζει σχεδόν καλοπροαίρετη. Αυτός ο τόνος απάθειας είναι ένα πλήρως συνειδητό ξεφούσκωμα του κοινότυπου μελοδράματος που συναντούμε σε μυριάδες καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις της εισόδου ανθρώπων στη φυλακή. Σχετικά με τα πολλά ζητήματα που μπορούν να σημειωθούν μέσα από όρους όπως ρεπορτάζ και φορμαλισμός, ο Barker σημειώνει: “Δεν ήμουν καλός τότε, ούτε και είμαι έκτοτε, καθόλου καλός στο να κρατάω σημειώσεις, με την έννοια του να καταγράφω πράγματα τα οποία βλέπω κι ακούω, για μελλοντική χρήση – όμως ήθελα να μπω στο νόημα και στη ροή των τόσων συζητήσεων, ειδικά αυτών που λάμβαναν χώρα όταν ήμασταν πολλοί σ ένα κελί. Και φυσικά, ήθελα να τις φουντώσω, να πουλήσω μούρη ακόμα, με αστεία και πλάκες. Είναι πάντως ένας αρκετά ειλικρινής γενικός απολογισμός στον οποίο αποτελώ ολοένα και περισσότερο την “σοσιαλδημοκρατική” φωνή, τουλάχιστον έτσι όπως το βλέπω εγώ”.
Τον περισσότερο καιρό, δε συμβαίνει τίποτα στον απολογισμό του Barker για τα επτά χρόνια φυλάκισής του, για τις δράσεις της Οργισμένης Ταξιαρχίας, όμως, ως αποτέλεσμα, τα μικρά πράγματα μεγεθύνονται. Σε κάποια σημεία, κάτι τέτοιο δημιουργεί μια αίσθηση αποπροσανατολισμού που μου θυμίζει τον Beckett. Στο πως, όπως ο Barker, δημιουργικά αναπτύσσουν μια αίσθηση ανίας ώστε να προσομοιάσουν τα αδιέξοδα του λογοτεχνικού μοντερνισμού. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι απλά μια περίπτωση πρωτοποριακών αντι-αφηγητικών τρικ που συνειδητά εκτυλίσσονται ως μια μεταμοντέρνα τροπή, καθώς ο Barker την ίδια στιγμή περικόπτει αυτά τα εντροπικά συμπτώματα με αστείες και παράξενες ιστορίες. Ανάμεσά τους υπάρχει μια εξιστόρηση της σαστισμένης αντίδρασης των γύρω του, όταν ένας φίλων του στέλνει με το ταχυδρομείο ως δώρο ένα ψεύτικο ποντίκι. Δεδομένης της αφόρητης μονοτονίας της ζωής στη φυλακή, οι ιστορίες του Barker για το ψεύτικο ποντίκι παίρνουν τεχνητά επικές διαστάσεις. Ενώ στοιχεία μιας εξεζητημένης καλλιέργειας βρίσκονται διάσπαρτα επίσης στις ιστορίες του Barker: προτιμά να δίνει έμφαση σ’ άλλα πράγματα: “Όπως είπα στο εξώφυλλο, η ώθηση να γράψω ήρθε από την πρώτη εμφάνιση των Brownie stories στα Republican News – τα οποία τα φιλαράκια μου του IRA λάμβαναν στη φυλακή, το 1976, ιστορίες στο Long Kesh”.
Η μελέτη του Barker είναι εκλεκτική, και χρησιμοποιεί το γράψιμό του ώστε να βρει προσεχτικά το δρόμο του μέσα απ’ αυτήν: “Όπως ήρθαν τα πράγματα, βρίσκω πλέον την επιρροή του Chandler να έχει εξαπλωθεί σε καταστροφικό βαθμό. Έγραψα όμως αρκετά στο στυλ της πρόζας των πρώτων τεσσάρων βιβλίων του Len Deighton και είμαι σίγουρος ότι ήταν μια ασυνείδητη επιρροή, βρίσκεται απλά κάπου εκεί. Ήμουν στη φυλακή πάλι αρκετά τυχερός που ο φίλος μου ο Philippe Garnier μου έστειλε τα πρώτα δυο ή τρία βιβλία του Bukowski μόλις βγήκαν. Αυτά τα τρία βιβλία τα δάνεισα σε πολλούς, πάρα πολλούς κρατούμενους, κι άφησα τελικά τη φυλακή χωρίς αυτά. Φυσικά, στη βιβλιοθήκη της φυλακής υπήρχαν σωροί σκουπιδιών αλλά υπήρχαν και μερικά πραγματικά διαμάντια, από τα οποία πιο σημαντικά μου φάνηκαν τα γραπτά του Ρώσου συγγραφέα Konstantin Paustovsky. Είναι πολιτικοποιημένος, και παρά τις δυσκολίες, τον πόνο, σε κάνει να σκέφτεσαι ότι η ζωή είναι υπέροχη και αξίζει απόλυτα να την ζεις. Ακόμα κι αν δεν έχει σε εκτίμηση τον Makhno, πιστεύω ότι αξίζει”.

Ακόμη περισσότερο κι απ τα βιβλία, το Bending The Bars βλέπει τις ταινίες και την τηλεόραση ως highlights της εβδομάδας στη φυλακή. Ωστόσο, ο Barker γενικά αδιαφορεί για τις εξωτερικές παγίδες ενός φιλμ, όπως ο τίτλος, τα αστέρια ή ο σκηνοθέτης. Αντίθετα, οι ταινίες λειτουργούν ως ένα είδος εξωτερικευμένης υποκειμενικότητας, κι ως τέτοιες η λειτουργία τους ως θέαμα ταυτόχρονα βρίσκει τον εκθειασμό και την άρνησή της. Δεδομένης της εμμονής του Hollywood με το έγκλημα, δεν θα έπρεπε ίσως να εκπλήσσει κανέναν ότι στις ταινίες που προβάλλονται στις φυλακές κυριαρχούν οι ταινίες για το έγκλημα. Παρόλο που ο Barker δεν το καταθέτει αναλυτικά, το συμπέρασμα που πρέπει να βγει είναι ότι είναι το ποινικό σύστημα που παράγει εγκληματίες κι όχι το ανάποδο. Οι μαφιόζοι για πολλά χρόνια είχαν ως πρότυπο τους γκάνγκστερς, έτσι όπως αποτυπώνονται στις ταινίες. Στην ίδια την πράξη της προβολής ταινιών εγκλήματος σε κρατουμένους, τα σωφρονιστικά ιδρύματα φανερώνουν την πραγματική τους λειτουργία ως σχολεία του εγκλήματος. Εφόσον, όπως κατέδειξε ο Marx αρκετό καιρό πριν, σε μια υποσημείωση της Θεωρίας της Υπεραξίας, ο αστυνομικός, ο δικαστής και ο χαφιές, όλοι εξαρτώνται από το έγκλημα για την εργασία τους, είναι αναπόφευκτο ότι η δικονομική γραφειοκρατία θα θελήσει μια αύξηση του εγκλήματος, καθώς η αύξηση του εγκλήματος είναι η καλύτερη δικαιολογία της αυξανόμενης ανάπτυξης των νομικών και ποινικών υποδομών. Το θεατρικό φαινόμενο των εγκληματιών να παίρνουν ως πρότυπο τους γκάνγκστερς των ταινιών φτάνει στην αρρωστημένη απόληξή του σε μια ιστορία που ο Barker αναφέρει στα 3/4 περίπου το βιβλίου του, για έναν δικαστή του ’50 που συνήθιζε να αποδίδει τη θανατική ποινή, ο οποίος ως παιδί το άρεσε να παίζει τον δικαστή που καταδικάζει εις θάνατον. Ο Barker κατανοεί την γκανγκστερική κουλτούρα, όπως ακριβώς κάθε νόμιμο θεσμό, ως ένα ενσωματωμένο στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος – και βλέπει την αλληλεπίδραση που παράγουν και διαμεσολαβούν αυτά τα δυο φαντασιακά. Αναλόγως, ο Barker έχει πλήρη επίγνωση της προβληματικής φύσης των μίντια, περιλαμβανομένων των έντυπων: “Διάβαζα τις προάλλες εκείνο το ρεπορτάζ που έλεγε ότι η βία στην τηλεόραση δεν κάνει τους ανθρώπους βίαιους, τους κάνει πιο αγχωμένους και πιο παθητικούς…” (σελ 101). Ο Barker δε θέλει να κάνει τους ανθρώπους αγχωμένους ή παθητικούς, θέλει να τους κάνει να ζήσουν. Ωστόσο, είναι αρκετά έξυπνος ώστε να αναγνωρίζει ότι η τηλεόραση δεν είναι ένας μονόδρομος απόλυτα, και περιγράφει πολύ προσεκτικά το αποτέλεσμα της απευθείας μετάδοσης της εξέγερσης της φυλακής του Hull, ενώ ο ίδιος ήταν μέσα. Κάτι τέτοιο ανοίγει περισσότερα θέματα, απ’ όσα μου επιτρέπει ο χώρος εδώ να αναπτύξω, από το πώς προσδιορίζεται η βία μέχρι το αν- όταν διαβάζεται στο πλαίσιο που υπάρχει- η πρόταση που αντέγραψα από το βιβλίο του Barker μόλις πριν αυτοαναιρείται σε μια αυτο-συνείδητη πράξη ρετρό-μοντερνιστικής άρνησης.

Μια κυρίαρχη δραστηριότητα αναψυχής στη φυλακή είναι η λήψη ναρκωτικών, και κανένα βιβλίο από τη φυλακή κάποιου με παραβατικό παρελθόν δε θα ήταν πλήρες χωρίς μια αναφορά σ αυτό. Σε κάτι που ίσως αποτελεί το κορυφαίο σημείο του Bending The Bars, o Barker χρησιμοποιεί κυκλικό κι επαναλαμβανόμενο λόγο για να περιγράψει και ταυτόχρονα να αναπαραστήσει το πρώτο του ολισθηρό ταξίδι με acid στη φυλακή. Αφηγείται επίσης μια διασκεδαστική ιστορία για το πως οι κρατούμενοι έκαναν έναν χαφιέ να τα ‘ξεράσει όλα’ με acid. Ωστόσο, αλκοόλ, στριφτά και τσιγαριλίκια αποδεικνύονται να είναι τα βασικά συστατικά της φυγής του Barker από την μιζέρια της φυλακής, και περίπου στο μέσον του βιβλίου γράφει: “Σταμάτησα να κάνω acid στη φυλακή. Το έκτο ταξίδι ήταν το ίδιο με το πέμπτο, μόνο πιο βαρετό” (σελ 56). Το πιο σημαντικό που έχουμε να θυμόμαστε για τις δραστηριότητες που φαινομενικά εξυπηρετούν τάσεις φυγής, όπως αυτές, είναι ότι ταυτόχρονα είναι συλλογικές. Ένα από τα πιο φανερά μαθήματα του βιβλίου είναι ότι η αλληλεγγύη είναι ο μόνος τρόπος να βελτιώσεις τα πράγματα είτε εντός είτε εκτός της φυλακής. Ο Barker περιγράφει έναν αριθμό διαμαρτυριών της φυλακής. Όμως, εξίσου σημαντικό, με τον τρόπο του, είναι οι κρατούμενοι που μαγειρεύουν ή παίζουν μουσική μαζί. Θα πρεπε να είναι αδιαμφισβήτητο ότι είναι η δι-υποκειμενική σχέση που μας κάνει ανθρώπους, πράγμα που εξηγεί για ποιο λόγο χρησιμοποιείται η απομόνωση προκειμένου να μεταμορφώσει τους κρατουμένους σε εξ-ατομικευμένους αστούς και ταυτόχρονα σε κάτι λιγότερο από έναν εξατομικευμένο αστό. Προφανώς , το να είσαι αστός είναι εξ ορισμού κάτι λιγότερο από το να είσαι ένα πλήρως πραγματωμένο ανθρώπινο ον, μιας και το να είσαι μέρος μιας τάξης σημαίνει αναγκαστικά ότι είσαι αλλοτριωμένος. Σ ένα σημείο, ενώ περιγράφει τα συναισθήματα στενοχώριας που βιώνει, ο Barker γράφει: “Κάθε ζήτημα που θα έπρεπε να είναι πολιτικό, γίνεται ατομικό, ζήτημα του κατά πόσον είμαι συνεπής με τον εαυτό μου, πως αντιμετωπίζω τον εαυτό μου…” (σελ. 85). Αν αυτό δεν είναι μια επίθεση στις υπάρξιστικές παρανοήσεις αυθεντικότητας, τότε δεν ξέρω τι είναι, ιδιαίτερα καθώς το βιβλίο γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του στη φυλακή.

Ο Barker γράφει για τις ιστορίες του: “Η πλειοψηφία τους γράφτηκε μέσα στα τελευταία 2-3 χρόνια πριν το ’78 οπότε αποφυλακίστηκα. Νομίζω, στο σύνολό τους τέλειωσαν. Ήμουν στο μεταξύ πολύ απασχολημένος να απολαμβάνω την ελευθερία και την πολιτική δράση, στις αρχές του 1980.” Το να βγει το γραπτό έξω από τη φυλακή δεν ήταν ιδιαίτερο πρόβλημα, αλλά και δεν περιείχε τίποτα το ρομαντικό, όπως το να βγει λαθραία, καθώς, κατά τον Barker και πάλι: “Υπάρχει ένα απόσπασμα στο βιβλίο για μια απόφαση που πρέπει να πάρεις για τη λογοκρισία της φυλακής, που εκτός συγκεκριμένων πραγμάτων που προφανώς έπρεπε να αποφύγεις, πρέπει να την αγνοείς. Κι έπειτα στο τέλος της ποινής, επιτρέπεται να πάρεις μαζί σου τα πράγματά σου, τα βιβλία, τις σημειώσεις κλπ.”

Το Behind The Bars είναι ένα βιβλίο για τη φυλακή, κι ενώ ο Barker αναφέρει κάποια από τα γεγονότα που οδήγησαν στη δεκαετή φυλάκισή του, δεν το κάνει με τον ίδιο τρόπο όπως όταν έγραψε μια κριτική επιθεώρηση του βιβλίου του Tom Vague “Anarchy In The UK: The Angry Brigade (AK Press, Edinburgh 1997)”, για την εφημερίδα Transgressions: “Το βρήκα επώδυνο να σκεφτώ ξανά το παρελθόν, να το κάνω για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό. Δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα… Αλλά “εγώ” του τότε, μου φαίνομαι πολύ μακρινός και, αν και σέβομαι τα όσα έκανα, τα βλέπω κριτικά και όχι με συμπάθεια. Μέρος της ρητορικής και του κάπως ηθικού αισθήματος δικαιοσύνης “με το μέρος μας” των προκηρύξεων της Οργισμένης Ταξιαρχίας με κάνουν πια να μαζεύομαι… Οι επιθέσεις της Οργισμένης Ταξιαρχίας εναντίον άψυχων στόχων, έγιναν κυρίως στη διάρκεια της διακυβέρνησης του κυρίου Edward Heath. Μας συνέλαβαν τον Αύγουστο του 1971… Το σύγχρονο βρετανικό κράτος έπαιξε σύμφωνα με τους κανόνες, μέχρι που τους τροποποίησε όπως ήθελε, μέχρι τελικά να τους καταργήσει εντελώς. Έναν χρόνο αργότερα, 13 κάτοικοι του Derry σε μια ειρηνική διαδήλωση δολοφονήθηκαν από τις ένοπλες υπηρεσίες του βρετανικού κράτους. Ήμουν στη φυλακή τότε και μου φάνηκε ότι το βρετανικό κράτος θέλησε τον IRA, θέλησε μια στρατιωτικοποίηση του αγώνα στην Ιρλανδία, την προτιμούσε από το Free Derry και τον δημοκρατικό κομμουνισμό στην πράξη… Οι πολλοί και διάφοροι άνθρωποι που αναλάμβαναν δράσεις της Οργισμένης Ταξιαρχίας δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με την παρανομία, η οποία είναι αναπόφευκτα ελιτίστικη όταν δεν πηγάζει από ένα μαζικό κίνημα… Το στοιχείο του κριτικού σεβασμού που νιώθω τώρα είναι ότι ήμασταν συνεπείς σχετικά με τα όσα νιώθαμε και σκεφτόμασταν και πάνω στα οποία δρούσαμε. Τα κάναμε και περνούσαμε καλά, κάτι που χρηματοδοτούνταν κυρίως με ψεύτικες επιταγές. Όμως τότε, γιατί οι βόμβες, μια τακτική του 19ου αιώνα, που εύκολα πήρε μια αναρχική ταμπέλα (κάτι που δεν ήμασταν), υποχρεωτικά παράνομη και, δεδομένου του ότι δεν θέλαμε να βλάψουμε κανέναν, αναγκαστικά περιορισμένη ως προς τις ζημιές που θα μπορούσε να προκαλέσει… νιώθαμε σαν να τους χτυπούσε, χωρίς να μπορούν να χτυπήσουν εμάς… Όλη η φάση με την Οργισμένη Ταξιαρχία ήταν ότι χαροποιούσε τους σχετικά ανίσχυρους για λίγο. Όμως ήταν υπερβολικά ξένη προς αυτούς… Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι δεν ήμασταν τουλάχιστον σαν εκείνες τις αναίσχυντες αριστερές ομάδες που ενθάρρυναν τους μαύρους νεολαίους να επιτεθούν στα αστυνομικά τμήματα μετά τον θάνατο του Colin Roache, κι έπειτα τους αποκήρυσσαν όταν το έκαναν πράξη με μολότοφ (οι οποίες είναι πολύ πιο δημοκρατικές από τον δυναμίτη)… Αυτό που επεβίωσε και άνθισε από το ελευθεριακό κίνημα και ιδιαίτερα από το γυναικείο κίνημα ήταν ένας σκεπτικισμός σχετικά με το αυτοματοποιημένο “εμείς” της παραδοσιακής αριστερής πολιτικής. Από την άλλη, η έννοια της αυτονομίας (που τώρα πια χρησιμοποιείται στις διαφημίσεις των κινητών τηλεφώνων) ενσωματώθηκε, μέσα από την ήττα, στις παρανοήσεις της “ατομικής ταυτότητας”. Η ενότητα σήμερα πρέπει να ξαναδουλευτεί. Όμως μπορεί να γίνει ισχυρότερη από το αυτοματοποιημένο “εμείς” όταν γεννηθεί από τον αμοιβαίο σεβασμό και αν κατορθώσει να συμπεριλάβει αυτούς που εξοργίζονται με την κυβέρνηση των χριστιανο-μπολσεβίκων που έχουμε, καθώς η ρητορική τους της “ενσωμάτωσης” φανερώνεται ως ολοένα και περισσότερο ως πολιτική εξόρισης και απομόνωσης…”
Οι θέσεις που υποδεικνύονται παραπάνω στην επιθεώρηση αυτή του βιβλίου του Tom Vague, είναι εγγενείς στο Bending The Bars. Για να ξαναδηλώσουμε το προφανές, ο Tom Barker είναι ένας ελευθεριακός κομμουνιστής με μια πλήρως αναπτερωμένη κριτική της ιεραρχικής πολιτικής του μπολσεβικισμού.

( Για το βιβλίο: BENDING THE BARS: PRISON STORIES by John Barker, Christie Books, Hastings 2002, 123pp, eBook £7.50/χάρτινο εξώφυλλο £12.00-$15 σκληρό εξώφυλλο.
Το άρθρο εμφανίστηκε αρχικά στο metamute: http://www.metamute.org/en/node/6241 και είναι του βρετανού Stewart Home: http://www.stewarthomesociety.org/pol/barker.htm
Σημειώσεις: Η Οργισμένη Ταξιαρχία έδρασε στα 1970-72. Ήταν ένα χαλαρό δίκτυο ανταρτών πόλης, με βασικές θεωρητικές τους αναφορές τους καταστασιακούς, αναρχικούς και αντιεξουσιαστές κομμουνιστές. Κινηματικά μπορούν να ενταχθούν στη γενιά των ομάδων δρόμου (ΗΠΑ), των Motherfuckers (ΗΠΑ), του King Mob (Αγγλία), του Κινήματος 2 Ιούνη (Γερμανία), των Os Cangaceiros (Γαλλία)… Συνολικά τους αποδίδονται γύρω στις 25 βομβιστικές επιθέσεις. Η δίκη τους, από τις 30 Μάη έως τις 6 Δεκέμβρη 1972, ήταν η μακροβιότερη στην αγγλική ιστορία, καταδικάζοντας τους John Barker, Jim Greenfield, Hilary Creek και Anna Mendleson σε 10 χρόνια φυλάκισης ενώ αθωώθηκαν τελικά ο Stuart Christie (που είχε ήδη φυλακιστεί στην Ισπανία για απόπειρα εκτέλεσης του Φράνκο με εκρηκτικά) και η Angela Mason, μετέπειτα γνωστή ριζοσπαστική φεμινίστρια, και άλλοι.

Περισσότερες πληροφορίες στα: http://www.geocities.com/pract_history/barker.html (επισκόπηση από τον Barker του βιβλίου του Vague) – http://www.geocities.com/anarcores/angry.html (3 αναλήψεις ευθύνης, στα ελληνικά) – http://www.spunk.org/texts/groups/agb/sp000540.txt (χρονοδιάγραμμα των δράσεων της Οργισμένης Ταξιαρχίας).
Επίσης, έχει εκδοθεί στα ελληνικά βιβλίο με τις δράσεις και τα κείμενα της Οργισμένης Ταξιαρχίας από την Συσπείρωση Αναρχικών, πλέον εξαντλημένο – κυκλοφορεί η επανέκδοσή του.

Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Μάρτης 2008
για το έντυπο Ασύμμετρη Απειλή

Για την Εξέγερση του Brixton, 1981

Για την Εξέγερση του Brixton

Το παρακάτω άρθρο είναι ένας προσωπικός απολογισμός ενος συμμετέχοντα τόσο των γεγονότων κατά τις ταραχές ενάντια στην αστυνομία που ξέσπασαν στο Brixton τον Απρίλη του 1981, όσο και των ίδιων των ταραχών.

Πλέον, το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο των ταραχών του Brixton θα είναι γνωστό στους περισσότερους ανθρώπους. Μια λίστα αναμονής για στέγαση, που στο δήμο του Brixton φτάνει τα 18.000 άτομα. Το ένα τρίτο των σπιτιών είναι κάτω του αποδεκτού. Υψηλή ανεργία, με σχεδόν 2 στους 3 ανέργους να είναι μαύροι. Ένας υψηλός βαθμός ληστειών (στην πραγματικότητα ο υψηλότερος στο Λονδίνο, με τον δεύτερο υψηλότερο να είναι κάτω του μισού του). Κι αυτό πλάι σε μηδαμινές κοινωνικές παροχές. Όλα αυτά είναι πολύ πολύ αληθινά.

Αυτή τη φορά η φωτιά…

Η περιοχή γύρω από την Railton Road (Frontline/Mayall Road triangle) κατοικείται πρωταρχικά από μαύρους που νοικιάζουν σε οικοδομικά συγκροτήματα του δήμου, και λευκούς καταληψίες (αριστεριστές/αναρχικούς/περιθωριακούς). Τα άδεια σπίτια χρησιμοποιούνται επίσης από τους μαύρους της γειτονιάς σαν στέκια για ποτό και τζόγο, χώρους για ντίλιες αλλά και μπλουζ πάρτυ με ηχοσυστήματα που παίζουν ασταμάτητα reggae μουσική. Προς την Frontline ένα κέντρο τεχνών των μαύρων άνοιξε σε ένα άδειο κτίριο και λίγο πιο κάτω ένα παλιό νέγρικο βιβλιοπωλείο μετατράπηκε σε αναρχική κατάληψη και βιβλιοπωλείο.

Οι άνθρωποι εδώ τείνουν να ζουν από τα απομεινάρια της καπιταλιστικής κοινωνίας. Για χρόνια το Triangle απασχολούσε το δημοτικό συμβούλιο με το ζήτημα της κατεδάφισής του, αλλά μόνο την τελευταία διετία έγιναν κάποιες απόπειρες για να γίνει κάτι τέτοιο. Κι όμως, το συμβούλιο ξεμένοντας συνέχεια από πόρους το άφησε να σαπίσει, κάνοντας μια σκληρή περιοχή να δείχνει ακόμα σκληρότερη. Ωστόσο, οι δρόμοι δυτικά του Frontline μοιάζουν πιο αστραφτεροί καθώς έχουν περιέλθει στην κατοχή λευκών, φιλελεύθερων επαγγελματιών και αυτοδημιούργητων, αξιοσέβαστων πια μαύρων.

Στο μήκος της Frontline αναπτύσσονται δυο ξεχωριστές κουλτούρες -η λευκή και η μαύρη- και είναι η μαύρη που κυριαρχεί στις αποδράσεις στις οποίες συμμετέχουν οι νεαροί λευκοί: Τα ναρκωτικά και η reggae. Οι μαύροι έχουν τη δική τους διάλεκτο -τα Patois- κι αυτό τους δίνει μια ανεξάρτητη πολιτιστική ταυτότητα που δεν αφομοιώνεται και δε διαλύεται εύκολα. Ίσως η πιο σχετική (όσον αφορά τις ταραχές) όψη αυτής της κουλτούρας είναι τό ότι αποτελεί μια κατά βάση κουλτούρα του δρόμου (παρά τον βρεττανικό καιρό). Καλοκαίρι ή χειμώνα, υπάρχουν συνεχώς πλήθη μαύρων που αράζουν στην Frontline, κάνοντας rap, καπνίζοντας, γελώντας, καταλαμβάνοντας εμφανώς το δικό τους δημόσιο χώρο. Αλλά είναι οι μπάτσοι αυτοί που αξιώνουν τον έλεγχο των δρόμων του Λονδίνου.

Στα δύο χρόνια που έζησα στην Frontline, παρατήρησα άπειρες φορές τους μπάτσους να προσπαθούν να φοβερίσουν την κοινότητα της Frontline με συνεχείς περιπολίες πεζές ή σε οχήματα ή λιγότερο συχνά σε άλογα. Το πιο περίεργο τέτοιο περιστατικό που έχω δεί συνέβη λίγους μήνες πριν, όταν ένας μπάτσος κυνηγούσε κάποιον καβάλα στο άλογο μέσα στο δρόμο Mayall Road. Στην πραγματικότητα, οι μπάτσοι ξέρουν ότι δεν μπορούν να ελέγξουν απόλυτα την Frontline. Παρά τους ισχυρισμούς τους και τις περιπολίες τους, η πολιτική της αστυνομίας στην Frontline είχε να κάνει περισσότερο με τον εκτοπισμό -περιοδικές εισβολές ώστε να υπενθυμίζεται στους ντόπιους ποιός είναι το αφεντικό, και να δρα προειδοποιητικά ώστε τα πράγματα να μη ξεφύγουν απ’ τα χέρια της.

Επιχειρήσεις όπως αυτή του 1978, όταν οι SPG (Special Patrol Group units) απέκλεισαν ολόκληρη την Frontline και πραγματοποίησαν σωματικούς ελέγχους στους πάντες, προκάλεσαν οργή. Οι μαύροι, ιδιαίτερα η δεύτερη γενιά, δείχνουν μεγάλη περιφρόνηση. Έναν μήνα πριν, ένας μαυρος μοτοσυκλετιστής έσκισε μια κλήση που του έδωσε ένας μπάτσος και του την πέταξε στη μούρη, ενώ ο κόσμος είχε μαζευτεί και ζητωκραύγαζε. Οι μπάτσοι συνεχώς χρησιμοποιούν την νομοθεσία SUS για να σταματήσουν και να ψάξουν νεαρούς μαύρους. Και το κάνουνε με μίσος. Ένα ακόμα περιστατικό στην Frontline βοηθάει να καταλάβουμε την εικόνα. Δυο οχήματα συγκρούστηκαν και οι μπάτσοι που έτρεξαν στο σκηνικό αμέσως κατέβασαν τους οδηγούς και τους επιβάτες για να τους κάνουν σωματικό έλεγχο. Το ίδιο το ατύχημα μπήκε σε δεύτερη μοίρα.

Με τέτοια καθημερινή στέρηση και έναν απερίσκεπτο κρατικό τραμπουκισμό, αυτό που ένωνε τα ανομοιογενή στοιχεία της κοινότητας της Frontline ήταν ένα πύρινο μίσος για τους μπάτσους. Αυτό που παραξένεψε τους ντόπιους όταν ξέσπασαν οι ταραχές του Bristol έναν χρόνο πριν, ήταν πώς και δε συνέβη κάτι τέτοιο εδώ νωρίτερα. Μια ακόμη έκπληξη ήταν εκείνο το αναρχικό γκράφιτι που έλεγε “Bristol yesterday, Brixton today” (Χθές το Bristol, σήμερα το Brixton), και χρειάστηκε τελικά έναν ολόκληρο χρόνο να πραγματοποιηθεί. Το καθεστώς το ήξερε αυτό επίσης: Μόνο μερικούς μήνες πριν, το τοπικό συμβούλιο του Lambeth δημοσίευσε μια αναφορά του που ασκούσε κριτική στους μπάτσους και προμήνυε μπελάδες.

Η διαρκής έντατική αστυνόμευση του Brixton και της Frontline ιδιαίτερα, αυξήθηκε τις εβδομάδες που οδήγησαν στις ταραχές. Στις 11 το πρωτί της Παρασκευής 3 Απρίλη, η περιοχή της Frontline γύρω από τις οδούς Dexter και Leeson Road αποκλείστηκε από τους μπάτσους, ενώ η είσοδος απαγορεύτηκς στους πάντες για πάνω από μια ώρα. Πάνω από 20 συλλήψεις έγιναν τότε. Έπειτα, την επόμενη εβδομάδα, η Operation Swamp 81 (επιχείρηση “Βάλτος” 81) συμπεριλάμβανε τον επί τόπου σωματικό έλεγχο (“stop and search”) άνω των 1000 ανθρώπων (κυρίως νεαρών μαύρων). Όλα αυτά ενέτειναν την απογοήτευση των ντόπιων κατοίκων.

Γύρω στις 2:30 το απόγευμα της Παρασκευής 10/4 μου την έπεσαν με μπουκάλια τρεις νεαροί μαύροι, γεγονός που με μπέρδεψε και με εκνεύρισε (ήταν η πρώτη φορά που με ενοχλούσε κανείς στην Frontline) για να μάθω τελικά μετά από λίγο ότι ήταν όλοι θύματα της επιχείρησης Swamp 81, λίγα λεπτά ίσως πριν συναντηθούμε. Γύρω στις 5 ένας νεαρός μαύρος τραυματισμένος από μαχαίρι σταματήθηκε από μπάτσους στη Frontline. Το τί ακολούθησε ποικίλοι ανάλογα με την πηγή που εξιστορεί κάθε φορά το περιστατικό.

Αυτό που ακολούθησε πάντως (και δεν είναι απαραίτητο να ψάχνουμε εδώ μια αιτιολόγηση για το τί ακολούθησε) είναι ότι οι μπάτσοι δέχτηκαν επίθεση από μια ομάδα ντόπιων, ο νεαρός τραυματίας απελευθερώθηκε και τον πήγαν στο νοσοκομείο. Μια σύντομη μάχη με τους μπάτσους χρησιμοποιήθηκε ως πρόκληση κι έτσι την επόμενη μέρα, Σάββατο 11/4, ολόκληρη η Frontline ήταν υπό αστυνομική κατοχή. Συνήθως οι μπάτσοι απλώς περιπολούν την Frontline. Αλλά το Σάββατο πάρκαραν σε όλο το μήκος της, κάθε 50 γιάρδες, και κάθονταν στα βανάκια τους περιμένοντας να γίνει κάτι. Ήταν μια θερμή μέρα, κι έτσι η Frontline ήταν γεμάτη ανθρώπους που άραζαν εκεί με τις συνήθεις ασχολίες τους, αυτή τη φορά αντικρύζοντας τις κατοχικές δυνάμεις με μίσος.

Ολόκληρο το απόγευμα οι περισσότεροι άνθρωποι περίμεναν να γίνει κάποιου είδους φασαρία. Γύρω στις 5 το απόγευμα ένας μπάτσος με πολιτικά φιλοδωρήθηκε με ένα τούβλο στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να ψάξει μέσα στο αμάξι ενός μαύρου νέου. Ψηλότερα, στην Atlantic Road έγινε μια απόπειρα σύλληψης κι αυτό εξαγρίωσε ακόμα περισσότερο το ήδη αγριεμένο πλήθος. Οι περισσότεροι είχαν μαζευτεί ήδη στην μιά άκρη της πλατείας και στην αρχή της Atlantic Road. Μερικά τούβλα έφυγαν προς τους μπάτσους που είχαν απομονωθεί στην μέση του πλήθους. Ένα παράθυρο έσπασε. Τσιτωμένα νεύρα. Ηλεκτρισμένα. Έπειτα μπάτσοι με πολιτικά εμφανίστηκαν μέσα από το πλήθος και ενώθηκαν με τους ένστολους.

Η γραμμή της μάχης είχε πλέον χαραχτεί ξεκάθαρα και η πρώτη επίθεση με τούβλα έγινε προς την μεριά των μπάτσων. Πέταξαν πίσω μερικά τούβλα και επιτέθηκαν. Στην αρχή υποχωρήσαμε λίγο, αλλά -συνειδητοποιώντας ότι είμαστε πολλοί, σταματήσαμε. Έπειτα, αυθόρμητα, ολόκληρη η ένταση του απογεύματος απελευθερώθηκε σαν μια άνοιξη, τους επιτεθήκαμε εμείς. Ό,τι ακολουθεί ίσως φανεί μπερδεμένο και ασυνάρτητο. Όμως είναι έτσι που βίωσα εγώ την ταραχή. Αναφέρω μόνο όσα είδα και άκουσα. Αρκετά περιστατικά λοιπόν λείπουν. Μια μαζική έκρηξη αδρεναλίνης. Πολεμικές κραυγές. Κραυγές ταξικούς πολέμου! Ένας πανικός να βρούμε τούβλα. Πρέπει να βρώ ένα τούβλο. Πού είναι τα τούβλα; Ένας σωρός από τούβλα. Οι μπάτσοι είναι μπερδεμένοι καθώς καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν πλέον τον έλεγχο της κατάστασης. Μαριονέτες που χάσαν τον ρόλο τους. Μας κοιτάνε, κοιτάνε ο ένας τον άλλον τους, κοιτάνε γύρω τους. Νά τοι. Τρέχουν. Μακριά. Κάτω στην Mayall Road, αφήνοντας πίσω τα οχήματά τους στα χέρια μας.

Μέσα σε ένα βλεφάρισμα του ταραχοποιού ματιού, τα οχήματά τους σπάζονται και αναποδογυρίζονται. Κάποιος προσφέρει γρήγορα μια φωτιά και πάφ! Φώκωσε το μπατσικό! Ιαχές άγριας χαράς. Γέλια, χοροί γιορτινοί. Βλέπω ένα σύντροφο και ακτινοβολούμε αλληλεγγύη ο ένας προς τον άλλον. Οι άγριες γιορτές μας διακόπτονται από μια επίθεση των μπάτσων (είχαν στο μεταξύ αναδιοργανωθεί με τον ερχομό ενισχύσεων). Το πλήθος χωρίζεται. Οι μπάτσοι είναι έξαλλοι. Κοπανάν με τα ρόπαλα τα πάντα. Τρέχω να βρω καταφύγιο σε έναν παράδρομο και βρίσκω έναν ακόμη σύντροφο. Καθώς δείχνουμε με το δάχτυλο σαν παιδάκια προς ένα σημείο που έβγαινε καπνός. Ένας λευκός είχε φάει ένα τούβλο στο κεφάλι, για ανεξήγητο λόγο. Νεαροί μαύροι τον υπερασπίστηκαν και τα μάτια όλων έψαχναν για τον ηλίθιο ρίπτη του τούβλου.

Ένας φίλος είχε μεταφορικό μέσο, κι όπως πηγαίνω να δω αν είναι διαθέσιμο ένας μαύρος που μου κρατούσε μνησικακία από παλιότερα με τραβάει, βλέπω το πάθος για εκδίκηση στο βλέμμα του. Πριν καλά καλά μπορέσει να βρει μια δικαιολογία για να μου ρίξει κανά τούβλο (ήταν άραγε το τούβλο που έφαγε ο άλλος πριν, για μένα;) του κάνω σαφές ότι χρειάζεται άμεσα βοήθεια. Βρήκαμε ένα φορτηγάκι. Οι φίλοι μου κάνουν ερωτήσεις. Συντονιζόμαστε στο ράδιο της αστυνομίας. Έχουνε ξεφύγει. Ακούγονται να σπάζονται τζαμαρίες στην Coldharbour Lane. Πίσω στους δρόμους. Στην Coldharbour Lane, ένα φορτηγό της SPG είναι αναποδογυρισμένο στο πλάι σαν καμιά ξεβρασμένη φάλαινα.

Ένα κατάστημα είχε τις βιτρίνες του κατεβασμένες και πεταμένες κούκλες στο πεζοδρόμιο. Περαστικοί κοιτούσαν. Σπασμένες βιτρίνες στην Electric Avenue. Ένα κοσμηματοπωλείο λεηλατήθηκε. Ακόμα ένα πιο πέρα. Μαύρα και λευκά παιδιά σπάζουν τα ρολά των μαγαζιών για να εισβάλουν μέσα. Προσέχοντας για μπάτσους στην Brixton Road, ανακοινώνω στους περαστικούς που βγήκαν για τα ψώνια τους, κοιτάζοντας τις βιτρίνες, ότι μοιράζουν δωρεάν κοσμήματα αν θέλουν. Με αγνοούν. Υπόψιν ότι τα κοσμηματοπωλεία είναι, κοίτα σύμπτωση, ακριβώς δίπλα σε ένα κέντρο καταναλωτών. Βραχιόλια, κολιέ, δαχτυλίδια και ρολόγια πετάγονται στα πεζοδρόμια. Κοσμήματα ρίχνονται στο ρείθρο του πεζοδρομίου. Κάποιοι τσακώνονται για τις λεηλασίες. Καταθλιπτικό.

Προχωράω στη Brixton Road. Τα ρούχα του Burton’s έχουν ήδη γίνει, και μια κούκλα στη βιτρίνα έχει λαμπαδιάσει. Μαγική λάμψη. Καταφτάνουν οι μπάτσοι. Τραβούν τη κούκλα έξω στο πεζοδρόμιο. Ο σταθμός του μετρό κλείνει αλλά η Brixton Road είναι ακόμα ανοιχτή για τα αυτοκίνητα. Οι αυτοκινητιστές και οι οδηγοί των λεωφορείων κοιτάνε έξω συγχυσμένοι καθώς οι λεηλασίες εξαπλώνονται και στις δυο πλευρές του δρόμου. Ένας νεαρός μαύρος κοπανάει τις βιτρίνες σαν να σκότωνε μύγες. Κι άλλοι μπάτσοι. Αντικλεπτικοί συναγερμοί ουρλιάζουν μέσα στ’ αυτιά μας και μας ξεκουφαίνουν. Κι άλλοι, κι άλλοι μπάτσοι. Οι οδομαχίες μεταφέρονται από στενό σε στενό. Οι λεηλασίες το ίδιο. Έπειτα παρατήρησα ότι είχανε κόψει την κίνηση. Οι μπάτσοι είχαν αποκλείσει την κεντρική οδό από το μπατσάδικο προς το δημαρχείο. Λεηλασίες και βανδαλισμοί επεκτείνονταν σε όλο το μήκος της Brixton Road και της γύρω περιοχής, στην αγορά και στην Acre Lane. Κάποιος φωνάζει το όνομά μου. Ένας άλλο σύντροφος. Δίνουμε τα χέρια και μουρμουρίζουμε Σπουδαία! Σπουδαία! του κάνω μια γρήγορη περίληψη. Λαοθάλασσα έξω από το Brixton Oval. Σπάζονται και λεηλατούνται τα Woolworths. Τηλεοράσεις, στερεοφονικά, τα πάντα. Μερικά σπάζονται επί τόπου. Που και πού περνάει κανένα μπατσικό γκαζόνοντας και σπάζεται αμέσως.

Αρκετοί από το πλήθος καταλαβαίνουν ότι οι μπάτσοι πρέπει να περάσουν από μας για να φτάσουν στο πεδίο της μάχης οπότε το πλήθος ανοίγει στα δύο και καταλαμβάνει τα πεζοδρόμια της Brixton Road με πέτρες και μπουκάλια στα χέρια. “Πάρτε κι αυτό ρε” Κράτς! “Πάρτε κι άλλο ένα” Κράτς! Μια παιδική χαρά για το προλεταριάτο. “Και το επόμενο παρακαλώ! Κράτς. Παντού κι ένας νικητής. Οι μπάτσοι συμμαζεύονται και έρχεται ένα κομβόι, σταματάει και αμολάνε τις ορδές των ενισχύσεων, με ρόπαλα να κοπανάνε τους πάντες και τα πάντα. Το πλήθος διαλύεται αλλά ακόμα μπορούμε να τους πάρουμε. Μια γρήγορη αντεπίθεση, και ξεφεύγουμε σε ένα στενάκι. Όλοι χαλαρώνουμε, αποφασίζουμε να μπούμε σε μια παμπ, για ένα ποτό. Κυκλοφορεί μια φήμη ότι ένας μπάτσος έχει απαχθεί. Ο σύντροφός μου κι εγώ χαμογελάμε πίσω απ’ τα μουστάκια μας. Αποφασίζουμε να πάμε προς την Frontline.

Έχει πλέον νυχτώσει και κινούμαστε από στενάκια, αποφεύγοντας τα κορδόνια των μπάτσων. Πλησιάζουν την άκρη της Frontline στην Kellet Road για να αντικρύσουμε ένα απίστευτο θέαμα. Τρεις σειρές μπάτσων απλωμένοι στην Frontline με το πρόσωπο σε έναν ασταμάτητο καταιγισμό τούβλων που πέφτουν στις ασπίδες τους. Τότε, ξαφνικά μια μολότοφ (η πρώτη που είχα δει ποτέ) σηκώνεται και πέφτει και κραατς! προσγειώνεται σε μερικές ασπίδες τις οποίες ρίχνουν αμέσως κάτω. Ρίχνω μια ματιά προς την Mayall Road και αντικρύζω την παμπ Windsor Castle τυλιγμένη στις φλόγες.

Η Frontline είναι οχυρωμένη με οδοφράγματα από φλεγόμενα οχήματα. Είμαι ενθουσιασμένος και τσατισμένος μαζί. Ενθουσιασμένος που η Frontline είναι άβατο, και τσατισμένος που έμεινα από την έξω μεριά. Βλέπω γύρω μου. Εξαντλημένοι και τραυματισμένοι μπάτσοι κάθονται στο δρόμο κατάκοποι. Οι φωτιές, οι μπάτσοι, η ατμόσφαιρα. Ταξικός πόλεμος. “Θα φέρουν και το στρατό τώρα;” όπως στο Belfast.

Κάνουμε μια παράκαμψη προς την νότια μεριά της Frontline, η οποία είναι επίσης αποκλεισμένη. Βλέπουμε ένα μαγαζί να καίγεται. Το ταχυδρομείο έχει ισοπεδωθεί. Πίσω προς την περιοχή του δημαρχείου. Οι μπάτσοι πλέον επανέκτησαν στρατηγικές θέσεις: την μεγάλη διασταύρωση στο δημαρχείο, το μπατσάρικο κλπ. Οι λεηλασίες συνεχίζονται. Περισσότεροι φίλοι φτάνουν από αλλού. Μιλάμε. Επιστροφή στη Frontline. Όλες οι φωτιές έχουν πλέον σβήσει. Πλησιάζουν μεσάνυχτα. Τα πράγματα πολύ πιο ήσυχα. Οι μπάτσοι σταδιακά επανακτούν τον έλεγχο. Πίσω στο μπατσάδικο. Οδοφράγματα από αστυνομικά βαν. Κατάσταση πολιορκίας. Οι μπάτσοι μας επιτίθενται και μας κυνηγάνε σε ένα δρομάκι. Ξυλοδαρμοί. Συλλήψεις. Χωριζόμαστε.

Τριγυρνώ πίσω στη Brixton Road επιθεωρώντας τις ζημιές. Μόνο λίγοι κάτοικοι έμειναν τώρα. Οι μπάτσοι πήραν τον έλεγχο. Αφήνω τους δρόμους. Μιλώ σε φίλους για ώρες, κι έπειτα πάλι πίσω στη Frontline για ένα ποτό να το γιορτάσουμε. Μια τελευταία ματιά στις στάχτες της Frontline και με το χάραμα πέφτω για ύπνο. Ονειρεύομαι μπάτσους, μπάτσους και ακόμα περισσότερους μπάτσους.

Μετά:

Κυριακή 12/4. Κούραση. Χανγκόβερ. Λύσσα στις εφημερίδες. Ο επίτροπος McNee και άλλοι έχουνε το θράσσος να κατηγορούν “προβοκάτορες από έξω από την κοινότητα” (οι μπάτσοι ήταν οι μόνοι τέτοιοι). Η Frontline είναι γεμάτη με κόσμο που συζητάει. Άπειροι μπάτσοι περιπολούν ετοιμοπόλεμοι. Πυροσβέστες επιθεωρούν τις ζημιές. Συζητάμε τα γεγονότα με φίλους. Νέα για τις συλλήψεις. Απόγευμα. Κι άλλοι μπελάδες, αν και πιο απλοί αυτοί, καθώς πάνω από 1000 νέοι μπάτσοι έρχονται στην περιοχή. Το Brixton αποκλείεται μέχρι το Kennington Oval. Φασίστες επιτίθενται στη Villa Road (γνωστή κατάληψη). Το μπατσάδικο ξανά σε έντονο κλοιό προστασίας. Οι μπάτσοι χρησιμοποιούν νυχτερινά ελικόπτερα Nightsun για πρώτη φορά. (Μπορούν να φωτίσουν μια περιοχή έκτασης ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου με υπέρυθρες ακτίνες). κι άλλοι μπάτσοι παντού. Κερδίζουνε το πάνω χέρι.

Μετά το σαββατοκύριακο επικρατησε σύγχυσυ και παράνοια. Οι κίτρινες φυλλάδες δεν έμειναν μόνο στους προβοκάτορες από έξω, αλλά εφηύραν μια “συνομωσία λευκών αναρχικών” πίσω από τα γεγονότα. Εισβολές σε σπίτια συντρόφων. (Ποιός θα είναι ο επόμενος;). Πού τους κρατάνε; Σε ποιό δικαστήριο θα τους πάνε; Οι πρώτες ποινές είναι βαριές. 200 λίρες. Μάχες για να βγουν με εγγύηση. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν φωτογραφίες όπου φαίνονται καθαρά πρόσωπα (ποιός θα είναι ο επόμενος;). Η Frontline είναι τώρα πιο ήσυχη απ’ ότι συνήθως. Μαζική αστυνομική παρουσία που δε γίνεται αντιληπτή άμεσα. Κλούβες στα γύρω στενάκια, σε μια απόσταση 2 μιλιών.

Νέα για την αντιμετώπιση των συλληφθέντων. Άσχημη. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. (Πώς μπόρεσε ο λαός της Β. Ιρλανδίας να επιβιώσει 10 χρόνια αυτό το πράγμα χωρίς να σπάσει;). Η μαύρη κοινότητα είναι χωρισμένη στα δύο. Η πορεία για την Κυριακή του πάσχα ακυρώνεται. Αλληλοκατηγορίες. Η Brixton Defence Committee και το Lambeth Law Centre οργανώνουν την αντιπληροφόρηση και δημοσιεύουν μια λίστα υποθέσεων ενάντια στην αστυνομία. Είναι ακόμα νωρίς.

Σαββατοκύριακο του πάσχα. Η Frontline πολύ πιο ήσυχη και το Brixton ακόμα κατεχόμενο. Όλες οι ποικιλίες των πολιτικών ομάδων προσπαθούν να αποικίσουν τις τοπικές κινήσεις. Η χειρότερη τέτοια απόπειρα που είδα ήταν της Militant που κυκλοφόρησε με επικεφαλίδα Brixton Blame the Tories (Brixton κατηγόρησε τους Torries-το κυβερνόν κόμμα). Δύσκολο να περιγράψεις την ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι πρέπει να ξανασκεφτούν, να βάλουν αυτά τα εξαιρετικά γεγονότα σε μια προοπτική. Είναι πλέον υψηλότερο το επίπεδο της σύγκρουσης. Όλα τα μαγαζιά στην αγορά και τη κεντρική λεωφόρο ξαναφτιάχνονται. Για πόσο ακόμα; Γίνονται συζητήσεις για περισσότερη “βοήθεια” στην κοινότητα. Σαν να ζητάς γάζες για λεπρούς. Η ταξική κοινωνία σαπίζει ολοένα και περισσότερο μέσα της. Πού θα ξεσπάσει η επόμενη έκρηξη; Ο αγώνας δεν τελείωσε.

Από την κολλεκτίβα: We Want to Riot, Not To Work, Riot Not To Work Collective, 1982

Μπάχαλα του Notting Hill, 1957, 1976, 2008…

Για τα μπάχαλα στο Notting Hill 1958, 1976, 2008…


μικρή εισαγωγή: Μετά το ’50, πλήθος μεταναστών από τα νησιά της Καραϊβικής κατέφτασαν στη Βρετανία, πλημμυρίζοντας τους δρόμους γειτονιών του Λονδίνου (μετά από κάλεσμα της “μητέρας πατρίδας” που είχε στο μεταξύ ξεκληρίσει μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης της στον πόλεμο, πάνω από 100.000 εγκαταστάθηκαν εδώ μέχρι το 1961) και συχνά κεντρίζοντας τα ξενοφοβικά χαρακτηριστικά του ντόπιου στοιχείου. Δεν ήταν σπάνιες οι επιθέσεις σε μεμονωμένους μαύρους από φασιστικές ομάδες ή ακόμα και παρέες teddy-boys (κωλοπαιδαρίστικη υποκουλτούρα της εποχής και πιθανόν η πρώτη στιγμή που ένα νεολαιίστικο υποκείμενο εισβάλλει στο προσκήνιο συνειδητά ως όχημα της ανταλακτικής αξίας, ως καταναλωτές στυλ δηλαδή. Τα επόμενα χρόνια οι καυγάδες με τους punks θα μείνουν ιστορικοί, στα πλαίσια πάντα των υποκουλτούρων του δρόμου). Το καλοκαίρι του 1958 (στο μεταξύ η βιομηχανική ανάπτυξη του μεταπολέμου είχε ξεφουσκώσει ολότελα) οι επιθέσεις συμμοριών λευκών σε μαύρους θα ενταθούν με την ανοχή της αστυνομίας (σύμφωνα με στοιχεία που ήρθαν στο φώς το 2002), οδηγώντας στο πολυήμερο ξέσπασμα της μαύρης νεολαίας του Notting Hill, που θα καταστείλει τελικά η Metropolitan Police με εκατοντάδες προσαγωγές και δεκάδες συλλήψεις. Προκειμένου να καταλαγιάσουν τα πνεύματα, οργανώνεται έκτοτε το ετήσιο καρναβάλι του Notting Hill από την Claudia Jones (αναγνωρισμένη περσόνα του φεμινιστικού και του μαύρου κινήματος και στελεχάρα του κομμουνιστικού κόμματος, με λίγα λόγια επαναφομιώτρια πρώτου βεληνεκούς). Και πράγματι, με την “πρόσκληση” στην περιοχή του επίσημου κράτους (μέσω του καρναβαλιού και άλλων διορθωτικών μέτρων-7 χρόνια αργότερα θα ψηφιστεί η πρώτη Race Relations Act που ποινικοποιούσε τις ρατσιστικές επιθέσεις ως αντιστάθμισμα στον νόμο του ’62 για τον έλεγχο και περιορισμό των μεταναστών, με λίγα λόγια η σύγκρουση πλέον ρυθμίζεται σε κεντρικό επίπεδο, ενώ το ίδιο το Notting Hill θα μετατραπεί από γκέττο της εργατικής τάξης σε μια τρέντυ και “ασφαλή” γειτονιά) οι φασιστικές συμμορίες παραχωρούν τη θέση τους σ’ έναν επαγγελματία επιτέλους: Τα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν η Metropolitan Police αναλαμβάνει τον έλεγχο των δρόμων και μαζί την υποτίμηση και την τρομοκράτηση του αφρο-καραιβικού πληθυσμού. Το επόμενο ξέσπασμα δε θα αργήσει, και στα 1976 με την λήξη του καρναβαλιού ομάδες μαύρων νεολαίων επιτίθενται σε μπάτσους που είχαν μόλις συλλάβει βίαια έναν πορτοφολά. Οι οδομαχίες επεκτείνονται και οι μπάτσοι μετράνε πάνω από 100 τραυματίες. Στις συγκρούσεις συμμετέχουν και δυο μετέπειτα γνωστά μέλη των The Clash, οι Paul Simonon και Joe Strummer, ενώ το τραγούδι τους White Riot αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτά τα γεγονότα. Τα κείμενα που ακολουθούν δίνουν καλά το πνεύμα της εποχής. Ας σημειωθεί ότι στα 2008 ανάλογες ταραχές ξέσπασαν και πάλι μετά το καρναβάλι του Notting Hill, αν και αυτή τη φορά πιο περιορισμένες σε έκταση και σε συμμετοχή, οι μηχανισμοί της αφομοίωσης πλέον δουλεύουν ρολόι, κι έτσι “αυτές οι ταραχές ήταν απλά βίτσιο ορισμένων παιδιών, που προφανώς έχουν ανάλογη συμπεριφορά κάθε μέρα του χρόνου, όχι μόνο σήμερα, και δεν έχουν καμία σχέση με τις αντίστοιχες του ’70 που είχαν ένα ταξικό περιεχόμενο”-από συνέντευξη ενός παρευρισκομένου στην τηλεόραση, ή κι αντίστροφα (προσοχή στο ρόλο που παίζει η αντιπαραβολή με το παλιό, εξιλεωμένο πλέον γεγονός, στην απαξίωση του σημερινού).

Πηγές: en.wikipedia.org, www.geocities.com/londonriots, www.libcom.org

1958: Ένα μικρό χρονικό:

Οι επιθέσεις ξέσπασαν πρώτα στο Nottingham, όπου πάνω από 1.000 λευκοί προκάλεσαν βανδαλισμούς γύρω από την περιοχή της St Ann, εξοργισμένοι στη θέα ενός μαύρου άνδρα να έχει πιάσει κουβέντα με μια λευκή γυναίκα σε μια παμπ. Το επόμενο σαββατοκύριακο οι επιθέσεις μεταφέρονται προς το Notting Hill. Στις 30 Αυγούστου, η σουηδή Majbritt Morrison, δέχεται επίθεση από μια συμμορία λευκών νέων, επειδή ήταν παντρεμένη με έναν τζαμαϊκανό “Nigger lover! Kill her!” Ενώ την ίδια νύχτα πάνω από 400 άτομα συμμετείχαν σε ένα “nigger hunt” (κυνήγι αράπηδων) επιτιθέμενοι σε μαύρους στο δρόμο, ενώ έριχναν πέτρες και μολότοφ μέσα σε παράθυρα σπιτιών μαύρων, με τη διακριτική ανοχή της αστυνομίας. Οι μαύροι και ορισμένοι λευκοί αντιφασίστες για πρώτη φορά απαντούν ανοιχτά στις προκλήσεις. Οι μάχες κρατούν για πέντε μερόνυχτα.

Την επόμενη χρονιά ένας μαύρος ξυλουργός απ’ την Αντίγκουα, ο Kelso Cochrane, θα μαχαιρωθεί από μια συμμορία νεαρών λευκών στην Notting Hill Gate. Η αστυνομία κάνει λόγο για “απόπειρα κλοπής” ως το μόνο κίνητρο, αποφεύγοντας κάθε υπόνοια για ρατσιστικό κίνητρο. Πάνω από 1.200 μαύροι και λευκοί θα παραβρεθούν στην κηδεία του Cochrane.

Αναμνήσεις από τις μάχες με ρατσιστές και φασίστες, του Baker Baron
κατοίκου της περιοχής και πρώην στρατιωτικού της RAF (βασιλική στρατιωτική αεροπορία) για τέσσερα χρόνια (από τα 15 του). Στη συνέχεια ο Baker επέστρεψε στο Λονδίνο, έπιασε δουλειά στους σιδηροδρόμους και συμμετείχε ενεργά στο αντιφασιστικό κίνημα στις γειτονιές του δυτικού Λονδίνου.

“Ο Mosley προσπάθησε να υποδαυλίσει μια αντιπαράθεση μεταξύ λευκών και μαύρων μιας και ο σκοπός του ήταν να διώξει τους μαύρους από το βόρειο Kensington, να τους πετάξει έξω από τις ακτές της Αγγλίας. Δεν συμφωνούσα με κάτι τέτοιο, αν και είχα γυρίσει κι εγώ στην πατρίδα… Ο Mosley ξεκίνησε μια ολόκληρη εκστρατεία μίσους, οι υποστηρικτές του, οι Teddy Boys έτρεχαν πάνω-κάτω με αλυσίδες μοτοσυκλετών φωνάζοντας Keep Britain White-κρατήστε τη βρετανία λευκή. Τριγυρίζαν σε ομάδες ψάχνοντας για κάποιον έγχρωμο να δείρουν, να επιτεθούν, να εκφοβίσουν τους έγχρωμους άνδρες και γυναίκες, τριγύριζαν κλωτσώντας τους και δέρνοντάς τους.

Λοιπόν, οι μαύροι, ήταν τόσο τρομοκρατημένοι εκείνη την εποχή που δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους, δεν τολμούσαν να βγουν, δεν τολμούσαν να περπατήσουν στα δρομάκια της Portobello Road. Έτσι αποφασίσαμε να σχηματίσουμε μια αμυντική δύναμη για να πολεμήσουμε αυτή τη συμπεριφορά και το κάναμε. Οργανώσαμε μια ομάδα για να συνοδεύουμε σπίτι του κάθε έγχρωμο όπου κι αν έμενε στην περιοχή. Δεν ήταν ότι θα βγαίναμε από το σπίτι μας να πάμε να χτυπήσουμε κάποιον, αλλά, αν χτυπούσες το σπίτι μας θα σε βρίσκαμε, αυτός ήταν ο τύπος της ομάδας κρούσης μας. Μας πληροφορούσαν ότι ήταν να έρθει κανείς και πάντοτε φυλάγαμε τα αρχηγεία μας.

Όταν μας είπαν ότι έρχονται να μας χτυπήσουν εκείνη την νύχτα βγήκα στους δρόμους και είπα σε όλον τον κόσμο που έμενε στην περιοχή να φυλάγεται εκείνο το βράδυ. Είπα στις γυναίκες να κρατήσουν γλάστρες, κατσαρόλες με καυτό νερό να βράζει, να βρουν λίγη καυστική σόδα κι αν προσπαθούσε κανείς να παραβιάσει την πόρτα τους να του τα αδειάσουν στη μούρη. Όσο για τους άνδρες, ημασταν που λέτε οπλισμένοι. Στη διάρκεια της μέρας έβγαιναν κι έπαιρναν το γάλα τους, ότι μπορούσαν να βρουν, και τα υλικά για κοκτέιλ μολότοφ. Μην νομίζετε, είχαμε σιδερόβεργες, ματσέτες, είχαμε απ’ όλα τα όπλα, είχαμε όπλα, είχαμε πιστόλια.

Προετοιμαζόμασταν στα αρχηγεία για την επίθεση. Είχαμε δικούς μας ανθρώπους στην ταράτσα που τους περίμεναν, εγώ στεκόμουν στο δεύτερο όροφο με σβησμένα τα φώτα, σαν καρτέρι, όταν είδα ένα σωρό κόσμο από μακριά. Παρατηρούσα τη συμπεριφορά του όχλου πίσω από τις κουρτίνες, έλεγαν “Πάμε να κάψουμε τους αράπηδες, πάμε να τους λιντσάρουμε”. Τότε έδωσα εντολή να ανοίξουν οι πόρτες και να τους στείλουμε από κει που ήρθαν. Ήμουν πρώην στρατιωτικός, ήξερα από ανταρτοπόλεμο, ήξερα τα πάντα για το παιχνίδι τους και ήταν πολύ, πολύ αποτελεσματικό.

Είπα “Ρίχτε τους τις βόμβες”. Όταν είδαν τις μολότοφ να τους έρχονται πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να τρέχουν. Ήταν πολύ τρομακτικά εκείνη την νύχτα, ήμασταν αποφασισμένοι να πολεμήσουμε με όλα τα μέσα, όλα τα όπλα, οτιδήποτε μπορούσαμε να βρούμε για την ελευθερία μας. Δεν επρόκειτο να τους περιμένουμε σαν αρρωστιάρικα σκυλιά που αργοπεθαίνουν. Και τελικά δούλεψε, ρίξαμε στον Sir Oswald Μosley και στους teddy boys του ένα τέτοιο βρωμόξυλο που δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ στο Notting Hill. Ένα πράγμα ξέρω, το επόμενο μεσημέρι βγήκαμε στους δρόμους και περπατούσαμε ελεύθεροι γιατί ήξεραν ότι δε θα ανεχόμασταν τέτοιες συμπεριφορές ξανά.

1976: Σχετικό βίντεο:

[youtube=http://www.youtube.com/watch?v=YTSuCeKBnCc&hl=en_US&fs=1&]

Ένας απολογισμός των ταραχών

…στο δημοφιλές καρναβάλι του Δυτικού Λονδίνου που εκπυρσοκροτήθηκαν από την αστυνομική αυθαιρεσία και το κύμα συλλήψεων νεαρών μαύρων παρευρισκομένων. Αν τις δούμε συνολικά, μαζί με τις ταραχές στο Broadwater Farm και το Brixton στα 1981 σηματοδοτούν μια τομή στις μεθόδους αστυνόμευσης στην πρωτεύουσα.

Κάθε χρόνο, μετά τις διακοπές του Αυγούστου, η κοινότητα των δυτικών ινδιών στη Βρετανία οργανώνει ένα καραϊβικού στυλ καρναβάλι με πολύχρωμα άρματα, μουσική, χορό και δεκάδες παράλληλων εκδηλώσεων. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλη τη χώρα προσέρχονται για το γεγονός στο Βόριο Kensington.

Το 1976 ωστόσο, οι εκδηλώσεις διακόπηκαν την τελευταία μέρα. Νεαροί μαύροι που παρενοχλούνταν από αστυνομικούς η παρουσία των οποίων αριθμούσε 1.600 άτομα, υπερασπίστηκαν τους εαυτούς τους ενάντια στις προληπτικές συλλήψεις των μπάτσων. Γύρω στις 5 το απόγευμα ξέσπασαν συγκρούσεις, που απλώθηκαν σε ολόκληρο το Ladbroke Grove και κράτησαν μέχρι την νύχτα. Πάνω από 300 μπάτσοι τραυματίστηκαν, 35 οχήματα της αστυνομίας καταστράφηκαν, αρκετά μαγαζιά λεηλατήθηκαν και 60 άνθρωποι συνελήφθησαν.

Αυτή είναι μια προσπάθεια να δούμε πέρα από τα γεγονότα όπως παρουσιάστηκαν στα μίντια. Η τεράστια αστυνομική παρουσία “δικαιολογήθηκε” με σκιώδεις ισχυρισμούς για δραματική αύξηση του μικρο-εγκλήματος από νεαρούς μαύρους μέσα στο πλήθος. Όμως κάτι τέτοιο δεν αποτελεί δικαιολογία για την μαζική αστυνομική παρουσία. Οι νεαροί μαύροι, άνθρωποι με καλή μνήμη, γνωρίζουν ότι η αστυνομία βρισκόταν εκεί με μόνο σκοπό την τρομοκράτησή τους. Η μαζικές συλλήψεις νεαρών μαύρων ήταν (και είναι ακόμη) τόσο κοινότυπες και η αστυνομία τόσο μισητή, που οι αστυνομικές δυνάμεις ολόκληρης της χώρας είχαν λιγότερους από 20αριά μαύρους αστυνομικούς. Περιπτώσεις μαζικών συλλήψεων μόνο στο Λονδίνο, οι 9 του Mangrove, 4 του Metro, 4 του Oval, 3 του Brockwell Park, 7 του Swan Disco, 12 του Cricklewood, 10 του Stockwell, περιπτώσεις που συμπεριλαμβάνουν σκευωρίες και αστυνομική κακοποίηση, είναι ακραίες περιπτώσεις της παρενόχλησης που υφίστανται οι νεαροί μαύροι. Μεμονωμένα περιστατικά, τυχαίες εξακριβώσεις στοιχείων και αστυνομικοί ξυλοδαρμοί πρέπει να ξεπερνούν τις δεκάδες χιλιάδες. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα του πόσοι αστυνομικοί θα έπρεπε να είναι εκεί, αυτό είναι ένα ερώτημα για τις λογομαχίες των φιλελεύθερων, το πραγματικό ερώτημα είναι: Τί δουλειά είχε η αστυνομία εκεί; Μόνο οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο καρναβάλι μπορούν να το απαντήσουν αυτό. Οποιοσδήποτε συμμετείχε στην εκδήλωση θα πρεπε να προσβληθεί από τη θάλασσα αστυνομικών κρανών και στολών, όπως και να χει επρόκειτο για ένα καρναβάλι κι όχι μια πολιτική διαδήλωση.

Ας ρίξουμε μια ματιά τώρα στις οδομαχίες. Οι πραγματικές συγκρούσεις ήταν οι πιο δυναμικές και ανεξέλεγκτες οδομαχίες στη Βρετανία από τις ταραχές της Cable Street του 1936. Ποιός κέρδισε; Από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων φαίνεται σαν να πήραν οι μπάτσοι ένα καλό μάθημα. Οι μάχες που μαίνονταν εκείνη την ημέρα δεν έμοιαζαν με τις κλασσικές αντιπαραθέσεις αστυνομίας Vs αριστερών, αλλά μάλλων περισσότερο με τις οδομαχίες της Falls Road των αρχών του ’70. Οι μπάτσοι σωριάζονταν σαν κορίνες από καταιγισμούς τούβλων και μπουκαλιών (οι γειτονικές οικοδομές παρείχαν άπλετα πολεμοφόδια). Τα χτυπήματα με ρόπαλο δεν μπορούσαν να κάμψουν αποτελεσματικά τον ενθουσιασμό των ταραξιών καθώς έπαιρναν την εκδίκησή τους από την αστυνομία για χρόνια κακοποίησης. Παρά το ότι η απόπειρα να υψωθούν οδοφράγματα δεν τελεσφόρησε, το φλογερό μίσος και η κινητικότητα των ταραξιών μαζί με το συνεχή καταιγισμό πετρών κατάφερε την υποχώρηση της αστυνομίας. Οι αστυνομικοί δεν είχαν εξοπλισμό αστικών ταραχών, όπως ασπίδες, κι έπρεπε να πάρουν καπάκια από σκουπιδοτενεκέδες και πινακίδες του δρόμου για να προστατευτούν, ενώ προσπάθησαν ακόμα και να χτυπήσουν το πλήθος με τα οχήματά τους, πατώντας κόρνες, αλλά ήταν τόσο έντονος ο πετροπόλεμος που οι μπάτσοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν αρκετά απ’ αυτά, τα οποία πυρπολήθηκαν και αρκετά έγιναν στάχτη. Το παιχνίδι ήταν στα χέρια της νεολαίας μέχρι τα μεσάνυχτα, όταν οι ταραχοποιοί αποσύρθηκαν.

Την επόμενη μέρα, μαθεύτηκε ότι αρκετά μαγαζιά είχαν λεηλατηθεί, αλλά αυτό ήταν μια απλή παρενέργεια, στην οποία συμμετείχαν εξίσου λευκοί και μαύροι. Οι περισσότεροι από τον κόσμο που είχε βρεθεί εκεί προσπαθούσαν είτε να βρουν μια διέξοδο από το πεδίο των ταραχών είτε πολεμούσαν τους μπάτσους. Οι εγκαταστάσεις κάτω από το Portobello δεν λεηλατήθηκαν, αλλά σπάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα. Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε τον μεγάλο αριθμό αστυνομικών της μισητής Transport Police που τραυματίστηκαν και πυρπολήθηκαν τα οχήματά τους. (H Transport Police παραδοσιακά συμμετείχε σε ξυλοδαρμούς και σκευωρίες εις βάρος νεαρών μαύρων ιδιαίτερα στο νότιο Λονδίνο). Η Special Patrol Group φαίνεται να προκάλεσε τους περισσότερους τραυματισμούς, χτυπώντας τυχαία -κατά κύριο λόγο- μέσα στο πλήθος, βοηθώντας έτσι την εξάπλωση των ταραχών, αλλά η κανονική αστυνομία ήταν αποφασισμένη να πάρει την κατάσταση υπό τον έλεγχό της. Οι γέφυρες του Τάμεση αποκλείστηκαν από την αστυνομία και αμάξια με νεαρούς μαύρους μέσα δεν αφήνονταν να προσεγγίσουν. Ήταν όμως αργά, μιας και μαύροι από ολόκληρο το Λονδίνο, και ίσως ολόκληρη τη χώρα βρίσκονταν ήδη στο Notting Hill.

Οι ταραχές του Notting Hill ήταν μια συλλογική απάντηση της νεολαιίστικης μαύρης κοινότητας στα χρόνια αστυνομικής καταπίεσης. Δεν είχαν φυλετικό περιεχόμενο αλλά αντι-αστυνομικό, καθώς συμμετείχαν εκτός από τους (συχνά) άνεργους, ή από κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας, νεαρούς μαύρους, οι άνθρωποι από τον πάτο του οικονομικού και κοινωνικού οικοδομήματος. Δυο βδομάδες αργότερα στο Birmingham 300 νεαροί από τις δυτικές ινδίες συγκεντρώθηκαν στο δημαρχείο μετά τη σύλληψη ενός νέου για την κλοπή ενός σταχτοδοχείου. Μερικές μέρες αργότερα 50 πιτσιρικάδες επιτεθηκαν με πέτρες εναντίον ενός αστυνομικού τμήματος μετά από μερικές συλλήψεις, ενώ δεν κατορθώθηκε να τους απωθήσουν παρά μόνο το επόμενο πρωί. Φαίνεται ότι ανάλογα περιστατικά θα γίνονται όλο και πιο συχνά, πιθανώς να διαχέονται και σε άλλα τμήματα του πληθυσμού που δυσανασχετούν. Το Notting Hill ήταν μόνο η αρχή.

Πηγή: εφημερίδα Anarchy του 1976

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΑΥΤΟΝΟΜΩΝ ΟΜΑΔΩΝ, ΙΣΠΑΝΙΑ 1974-1980

ΒΑΘΙΑ ΑΝΑΣΑ ΩΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΡΕΦΟΡΜΙΣΜΟΥ

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΑΥΤΟΝΟΜΩΝ ΟΜΑΔΩΝ, ΙΣΠΑΝΙΑ 1974-1980

ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΩΝ ΤΑΡΑΧΟΠΟΙΩΝ

Θεσσαλονίκη, Αύγουστος του 2006

Για την έκδοση

Αν η Επανάσταση είναι η διαλεκτική κατάρα της Εξουσίας, είναι η ίδια η διαλεκτική που διαιρεί το στρατόπεδο της ’ρνησης στα δυο. Ο ρεφορμισμός, πράκτορας της αφομοίωσης για λογαριασμό της Εξουσίας, δεν θα εξαφανιστεί πριν την καταστροφή του παλιού κόσμου, ο καλλωπισμός του οποίου είναι μόνο μια από τις δυο βασικές λειτουργίες του. Η διαστρέβλωση, η συκοφαντία, και η υποκατάσταση στην κοινωνική μνήμη των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών είναι η άλλη. Η αστυνομία θα αναλάβει τα υπόλοιπα… Από ‘κεί και πέρα οι κόλποι της ’ρνησης παραδίδονται στην Έριδα, σε μια διαμάχη, για την αποκατάσταση της χαμένης ολότητας, άλλοτε συγκαλυμμένη κι υπόγεια κι άλλοτε εκρηκτικών διαστάσεων, στην οποία αναπόφευκτα ο ρεφορμισμός (με όλη την αποδοχή που χαίρει στον παλιό κόσμο ως θεσμοθετημένη αντιπολίτευση) έχει το πάνω χέρι: οι λιγοστοί «τρελοί», «ανεξέλεγκτοι», «θερμόαιμοι», εκτεθειμένοι άμεσα στην καταστολή, λόγω του -αδιάρρηκτα δεμένου με την παρανομία- περιεχομένου της δράσης τους, δύσκολα θα μιλήσουν ανοιχτά για την εμπειρία, την ευγένεια και την αγωνία (μέλι με ξυράφια στα σωθικά…) της «μόνης αυθεντικής περιπέτειας που μπορεί να μας προσφέρει η εποχή μας»: του αναρχικού, ακηδεμόνευτου, λυσσασμένου Αγώνα που διαρρηγνύει την υποταγμένη στο Κεφάλαιο ύπαρξη ανεβάζοντας την στην πρωτόγονή της δυαδικότητα: του Ανθρώπου-σοφού και του Ανθρώπου-πολεμιστή. Προκύπτει, τελικά, η αναγκαιότητα, να «πούμε δυο λόγια» για τους συντρόφους του δικού μας «στρατοπέδου», ή καλύτερα να τους αφήσουμε να μιλήσουν για τους εαυτούς τους. Κι όχι για να εξιδανικεύσουμε ή να αναπαράγουμε τις ήττες και τα αδιέξοδά τους, αλλά να τα αποφύγουμε. Οι αναλογίες με την ελληνική πραγματικότητα, βασικός συντελεστής και της χρηστικότητας των κειμένων είναι, νομίζουμε, προφανείς. (Γ.Λ.Τ.)

segovia

Πρόλογος των Αυτόνομων Ομάδων (Grupos Autónomos – GG.AA):

Οφείλουμε να πούμε δυο λόγια, σαν εισαγωγή στα κείμενα που ξαναβρέθηκαν εδώ μετά από χρόνια, για την καλύτερη κατανόησή τους. Προέρχονται από τα χρόνια 1978-79 και ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες ανάγκες ενός κομματιού του πραγματικού κινήματος για τον κομμουνισμό: των Αυτόνομων Ομάδων. Η επιμονή μας στην κριτική μιας «αναρχικής» ιδεολογίας, μεταξύ άλλων, ίσως φανεί πλέον παράταιρη από κάποιους που δεν έχουν υπόψη τους την κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη σύγχρονη κομμουνιστική επανάσταση χωρίς ταυτόχρονα να κάνουμε κριτική στις δυο επαναστατικές ιδεολογίες που με τη δική τους πρακτική ανικανότητα έστρωσαν το χαλί της αντεπανάστασης της γραφειοκρατίας: Μιλούμε για τον μπολσεβικισμό, κατακάθι του μαρξισμού και τον «αναρχισμό» της CNT. Στην πράξη, η διαφορά τους είναι ότι ο πρώτος ασκεί άμεσα καταπίεση στο προλεταριάτο που ελέγχει (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καταστολή της κομμούνας της Κροστάνδης του 1921), ενώ ο δεύτερος αρκείται στο φρενάρισμα και τη συνακόλουθη εγκατάλειψη του ριζοσπαστικοποιημένου προλεταριάτου (όπως στην επαναστατημένη Ισπανία τον Μάη του 1937) στα επιτελεία της σταλινικής – δημοκρατικής καταπίεσης.

Στις αρχές του ’78 συνελήφθηκαν και φυλακίστηκαν τα πρώτα μέλη των Αυτόνομων Ομάδων. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πιστά στην εξυπηρέτηση του Κεφαλαίου τους παρουσίασαν αόριστα σαν «αναρχικούς», συντάκτες αρκετών κειμένων (Diario 16), και υπεύθυνους περισσότερων κακουργημάτων εμμένοντας στην επιτυχία της Guardia Civil (αστυνομία πόλεων) να τα εξαρθρώσει, πλησιάζοντας ίσως στην GRAPPO (Alcazar). Η αστυνομία πάλι, τους παρουσίασε σαν τον «ένοπλο βραχίονα» της CNT (παρουσιάζοντας ένα έντυπο της CNT που βρέθηκε στο σπίτι ενός από αυτούς). Τα έντυπα της CNT, από τα οποία δεν θα παραθέσουμε εδώ τίποτα, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να συμβουλευτεί οποιοδήποτε τεύχος των Solidadidad Obrera και GAT από το 1978 ως το ’80, αποκηρύσσουν κάθε συσχέτιση με τις ομάδες αυτές. Βέβαια το ότι η CNT, όπως σπεύδουν να μας βεβαιώσουν, αναπτύσσει μια αποκλειστικά συνδικαλιστική πρακτική και συγκρούεται με κάθε αντίληψη ενόπλων ενεργειών, δεν φαίνεται να την εμπόδισε, όσο οι σύντροφοι ήταν ήδη στη φυλακή να τους παρουσιάζει σαν «συντρόφους του ελευθεριακού κινήματος», προκειμένου να κεφαλαιοποιήσει επιδέξια την πολιτική υπεραξία των ενεργειών που αποκήρυσσε… Αρκετές από τις ενέργειες αυτές, έγιναν είτε χωρίς να παρθεί ανάληψη, είτε την ευθύνη τους αναλάμβανε κάποιος σύντροφος χρησιμοποιώντας διαφορετικά ονόματα. Έτσι προέκυψαν, για παράδειγμα οι ομάδες 7 Ιούλη, 28 Δεκέμβρη (Santos Inocentes, ανάλογη της δικής μας πρωταπριλιάς), 31 Φλεβάρη, Οι Τελευταίοι Των Φιλιπινέζων κλπ. Οι στόχοι που επιλέγονταν ήταν πάντοτε σαφείς και ανταποκρίνονταν σε ένα ευρύ κοινωνικό κίνημα. Αποτελούσαν μια συμπυκνωμένη απάντηση στη διάχυτη καπιταλιστική καταπίεση. Λίγες μέρες μετά τις συλλήψεις, η αστυνομία επινόησε το λογότυπο GAL (Grupos Autonomos Libertarios) που κυκλοφόρησε σε όλες τις εφημερίδες της χώρας. Χρειάζονταν ένα σήμα και μιας και δεν αντιλαμβάνονταν πως μπορεί μια «οργάνωση» να μην έχει σήμα επινόησαν αυτοί ένα, και ανάγκασαν μετά από βασανιστήρια τους συντρόφους να υπογράψουν ως GAL. Από τη στιγμή εκείνη πέρασαν στην «κοινή γνώμη» ως GAL, και κάποιες από τις μετέπειτα προκηρύξεις υπογράφονται έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση. Η κράτηση των συντρόφων σε διαφορετικές φυλακές (καθώς και των νέων συντρόφων που συνελήφθηκαν από τα μέσα του ’78 ως τις αρχές του ’79, είχε ως αποτέλεσμα η επικοινωνία μεταξύ μας να είναι πενιχρή. Κάθε θεωρητικός διάλογος ήταν συνεπώς αδύνατος. Όσο ήμασταν έξω, κάθε ομάδα ή κάθε άτομο αναλάμβανε μόνο του την ευθύνη για την ενέργεια που εκτελούσε. Όταν οι ενέργειες ήταν συντονισμένες, γινόταν μια συμφωνία για ένα κοινό όνομα που αποφασιζόταν από όλους τους συμμετέχοντες. Αυτό ήταν το κλίμα που υπήρχε στο δρόμο, στη φυλακή συνεχίσαμε βασισμένοι σ αυτό. Αφότου μερικοί από μας ξαναβρεθήκαμε στη φυλακή της Segovia (που ο υπουργός δικαιοσύνης προόριζε για τους «ελευθεριακούς»), ξαναδουλέψαμε πάνω στα κείμενά μας υπογράφοντας πια, από τις αρχές του ’79, ως GGAA (Grupos Autonomos) όχι επειδή είχαμε ανάγκη από κάποιο λογότυπο, αλλά για να εκφράσουμε τον κοινό μας αγώνα. Από κείνες τις μέρες εγκαταλείπουμε και το «L» των ελευθεριακών (libertarios) των πρώτων προκηρύξεων έτσι ώστε να σαμποτάρουμε κάθε πιθανή αφομοίωσή μας.

Καθ όλον αυτόν τον καιρό, οι γραφειοκράτες της CNT δεν έχαναν αφορμή να μας εντάσσουν στο (δικό τους) «ελευθεριακό κίνημα», πράγμα που μας ανάγκαζε να συγκεκριμενοποιούμε τις πραγματικές θεωρητικές μας θέσεις και τις ενέργειές μας αναφορικά με την (προλεταριακή) τάξη. Είναι ένα είδος εμμονής μας στην πολιτική μας ταυτότητα της δράσης χωρίς «σφραγίδα», χωρίς μάρτυρες ή ιδεολογίες, που μας έφερε θεωρητικά και πρακτικά αντιμέτωπους με την μαφία των πολιτικών οργανώσεων, των κομμάτων και των συνδικάτων. Δεν είναι ότι είμαστε απολίτικοι, αλλά αντι-πολιτικοί…

Η προκήρυξή μας: Λόγος Για Τη Διεθνή Αλληλεγγύη, που έγραψαν κάποιοι σύντροφοι τον Χειμώνα του 1970, στάλθηκε σε όλα τα πιθανά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ωστόσο μόνο η γραφειοκράτες της CNT λογόκριναν ξεδιάντροπα ένα μέρος της προκήρυξης. Η σύνταξη της Solidaridad Obrera, προσπαθώντας να καλύψει αυτή την πρώτη της λογοκρισία, δημοσίευσε μια γελοία ανακοίνωση (στο τεύχος Νοεμβρίου ’79) όπου ανέφερε τα εξής: Στο γράμμα που λάβαμε από το γραφείο για τους προφυλακισμένους και τα νομικά ζητήματα, της FL (Federacion Local — Τοπική Ομοσπονδία) της Βαρκελώνης, υπήρχε το κείμενο ενός φυλακισμένου συντρόφου που ανήκει στο συνδικάτο μεταφορών, και είναι μέλος των GAL. Το κόψιμο του κειμένου που φιλοξενείται στη σελίδα 16 της “Soli” ν. 50, δεν οφείλεται σε καμία περίπτωση σε λογοκρισία ή χειραγώγηση αλλά δημοσιεύτηκε πλην των δυο τελευταίων παραγράφων αποκλειστικά για λόγους οικονομίας χώρου. Και για να μην υπάρξει καμία παρεξήγηση, δεσμευόμαστε να δημοσιεύσουμε ολόκληρο το κείμενο στο μέλλον. Η υποκρισία και ο κυνισμός του σημειώματος αυτού ανταγωνίζονται ακόμα και τη γελοιότητά του. Πώς είναι δυνατό να παραπονιούνται για την έλλειψη χώρου όταν στο ίδιο έντυπο χωρούν τα ατελείωτα μνημόσυνα των μαρτύρων του αναρχοσυνδικαλισμού, ή οι ύμνοι στους θεούς Μπακούνιν και Κροπότκιν και ατελείωτες άλλες ηθικολογικές βλακείες χωρίς κανένα ενδιαφέρον, αξιολύπητα κεράκια στην ταπεινή εκκλησία της CNT;

Ο αγώνας των συνελεύσεων του ’70-’75 έχει αφήσει πίσω του τα ίχνη μιας ευρείας συνείδησης που μπορεί να υποστηρίξει την αυτοοργάνωση της τάξης, τον αντι-κομματισμό και τον αντι-συνδικαλισμό, σε πρώτο επίπεδο. Υπήρξαν ακόμα οι αυτόνομες συνελεύσεις στις γειτονιές, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια, φοιτητές-εργαζόμενοι κλπ, φανερώνοντας μιαν αντιεξουσιαστική τάση. Κατά την περίοδο της πολιτικής μετάβασης από την δικτατορία του Φράνκο στη δικτατορία της δημοκρατίας το 1975-77(που ουσιαστικά συνεχίζεται και επεκτείνεται ακόμα) τα κόμματα και τα συνδικαλιστικά κινήματα πέρασαν μια φάση νομιμοποίησης ώστε μέσα από μια διαδικασία εσωτερικής πειθάρχησης να κερδίσουν μια αμφίβολη θέση στο ανερχόμενο δημοκρατικό θέαμα.

Η CNT διεκδικεί για τον εαυτό της τον «επαναστατικό» πόλο του θεάματος αυτού. Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η πλειοψηφία των εγχώριων λενινιστικών γκρουπούσκουλων έχασε κάθε γόητρο μετά την άνοδο των εργατικών συνελεύσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το MIL (η αλλιώς 1000, Movimiento Ibérico de Liberación-Ιβηρικό Απελευθερωτικό Κίνημα, ένα δίκτυο αυτόνομων ομάδων) όταν γύρω στο ’74 έβαλε στόχο να απελευθερώσει κάποιους φυλακισμένους αγωνιστές (ιδού κι ένας λόγος για τη συνέντευξη που ακολουθεί και δόθηκε στη FIGA), μοίραζε παράλληλα φυλλάδια που εξηγούσε πως οι οργανώσεις τους, κόμματα και συνδικάτα αποτελούσαν μέρος της διαρκούς αντεπανάστασης.

Στο φυλλάδιο COÑO (Γαμώτο) του ’75, σελίδα 29-30, διαβάζουμε τα παρακάτω: Οι στόχοι του ισπανικού προλεταριάτου και των αυτόνομων ομάδων είναι: η γενίκευση της ταξικής πάλης και η επέκτασή της σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Η αυτοοργάνωση της τάξης στους χώρους εργασίας. Ο πόλεμος στο Κεφάλαιο σε οποιαδήποτε μορφή του: δημοκρατική, φασιστική ή σοσιαλιστική. Απομυθοποίηση και πάλη ενάντια στα συνδικάτα, φασιστικά είτε δημοκρατικά, θεωρούμενα ως όργανα της διαρκούς αντεπανάστασης. Επεξεργασία ριζοσπαστικών εναλλακτικών που ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να διαλύσει ή να αφομοιώσει. Αυτόνομα όργανα αντιπληροφόρησης και προπαγάνδας στην υπηρεσία της τάξης. Οργάνωση των τεχνικών όρων για την παράνομη πάλη: πέρασμα συνόρων, πλαστογραφία, οικονομικοί πόροι, όπλα κλπ. Αποπεράτωση του προγράμματος που διακόπηκε τον Μάη του 1937 από τη σταλινική αντεπανάσταση και τους αρχηγίσκους της CNT και του POUM (ενιαίο μαρξιστικό εργατικό κόμμα – σύμμαχοι της CNT στην επανάσταση), ανέβασμά του ως το τέλος, την καταστροφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ενότητα της τάξης αναδεικνύεται στους αγώνες και στις συνελεύσεις στα εργοστάσια ή έξω από αυτά. Είναι το ριζοσπαστικό προλεταριάτο που οργανώνεται κι αποκτά τα αναγκαία μέσα για την χειραφέτησή του.

Όλα αυτά τα φυλλάδια κυκλοφορούσαν πολύ δύσκολα, λόγω της παρανομίας, δύσκολα έφταναν στους ριζοσπαστικούς αγώνες και η επιρροή τους στο εργατικό κίνημα ήταν περιορισμένη. Χωρίς εμπόδιο το θεαματικό μάρκετινγκ της CNT τα κατάφερε καλύτερα από την θεωρητική ικανότητα. Η τάξη τείνει να μαθαίνει στην πράξη κι όχι στη θεωρία τι σημαίνει συνδικάτο, κι ένα συνδικάτο που μπορείς να εκλέγεις τους αντιπροσώπους σου φαινόταν ελκυστικό. Έτσι οι αυτόνομες ομάδες αρνούμενες να ενταχθούν συλλογικά στο συνδικάτο, απομονώνονταν καθώς τα διάφορα συντονιστικά εντάσσονταν μαζικά στο συνδικάτο αυτό, μετασχηματίζοντάς το έτσι, σε μια θεαματική αντανάκλαση των αυτόνομων συνελεύσεων, πλήρως νομιμοποιημένης βέβαια. Από τη στιγμή που το ψεύτικο πήρε τη θέση του αληθινού, οι αυθεντικοί ανεξέλεγκτοι αγώνες βάλθηκαν να ξεγυμνώνουν αυτό το ρεφορμιστικό θέαμα. Από το ’76 ως το ’78 ξετυλίχτηκαν μια σειρά από άγριες απεργίες σε όλη τη χώρα. Σ αυτές τις απεργίες, που γρήγορα πήραν έναν επιθετικό χαρακτήρα αρκετά σαφή, ξέσπασαν πολυάριθμες συγκρούσεις με την αστυνομία. Πικετοφορίες, οδοφράγματα, σαμποτάζ, επιθέσεις σε γραφεία συνδικάτων, κομμάτων κλπ. Τα συνδικάτα κατέστειλαν τις απεργίες με αντάλλαγμα την νομιμοποίησή τους. Απομόνωσαν και συκοφάντησαν τους εμψυχωτές των συνελεύσεων για να καταπολεμήσουν αποτελεσματικότερα τους απεργούς. Με γραφειοκρατικούς χειρισμούς και ψευδείς πληροφορίες έπεισαν τους εργάτες να γυρίσουν στη δουλειά τους… Το χαριστικό χτύπημα στις συνελεύσεις το έδωσε η αστυνομία που διέλυσε με στρατιωτικούς όρους τις εναπομείνασες απεργίες (περιπτώσεις Vitoria και «Roca» το ’76) συμπληρώνοντας τη καταστολή των συνδικάτων. Η πολιτική ανωριμότητα των εργαζομένων, που ανέχονται στις συνελεύσεις τους τα συνδικάτα, επιτρέποντάς τους να μιλούν στο όνομά τους, είναι η αιτία της σημερινής κατάπτωσης του απεργιακού κινήματος.

Σε πρακτικό επίπεδο είναι δύσκολο να ξεγελάσεις μια συνέλευση δεδομένης της εμπειρίας των εργατικών αγώνων, ωστόσο σε θεωρητικό επίπεδο όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της αυτονομίας των συνελεύσεων έχουν πλέον ακρωτηριαστεί και καταχωρηθεί στην νομιμότητα. Παρατηρούμε έτσι το οξύμωρο, στη δικτατορία του Φράνκο, τα θεωρητικά κείμενα διακινούνταν στην παρανομία, αφήνοντας την παραπληροφόρηση να οργιάζει μέσα στην τάξη, ενώ στην εποχή μας το εμπόριο των ιδεολογιών ξεπουλάει και κάθε πικραμένος ψάχνει στη θαλασσοταραχή για τον γραφειοκράτη που θα αναθέσει την βελτίωση της μιζέριας του. Ξεβράζεται λοιπόν όπως και πολλά από τα αρχαιότερα μέλη των σεβάσμιων αντικαπιταλιστικών οργανώσεων στην USO ή στην CNT, για να κερδίσει επάξια μια θέση στην κατεστημένη εργατική γραφειοκρατία, παπαγαλίζοντας την καταδίκη της ανεξέλεγκτης εργατικής βίας ή της βίας των ριζοσπαστικών ομάδων. Από το ’76 ως το ’78 ξέσπασαν μια σειρά από εξεγέρσεις που ανατάραξαν το μεγαλύτερο μέρος των ισπανικών φυλακών. Αυτές οι εξεγέρσεις είχαν ως αφετηρία τον αγώνα για την αμνηστία των κοινωνικών («ποινικών») κρατουμένων, παράλληλα με την αμνηστία στους πολιτικούς κρατουμένους που θα εκχωρούσε το νέο καθεστώς. Η πάλη μέσα από τις φυλακές πήρε κάποιες συνελευσιακές μορφές, όπως το COPEL (Συντονιστικό Αγώνα Φυλακισμένων:, Σημ: προέκυψε ταυτόχρονα με τη χορήγηση αμνηστίας στους πολιτικούς κρατουμένους, διεκδικώντας την απελευθέρωση και των κοινωνικών κρατουμένων, στις κινητοποιήσεις του συμμετείχαν με ενθουσιασμό τα φυλακισμένα μέλη των αυτόνομων ομάδων), μια δομή αυτοοργάνωσης των κρατουμένων που δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τον ηγετισμό, που χωριζόταν σε δύο είδη: από την μία οι ρεφορμιστές ηγετίσκοι που αρκούνταν στην διεκδίκηση πιο «ανθρώπινων» φυλακών υμνητές των υποσχέσεων του Garcia Valdéz (διευθυντή των φυλακών) για την αναβάθμιση των φυλακών, κι από την άλλη μια μειοψηφία ριζοσπαστών που προέβαλλαν την πλήρη καταστροφή των φυλακών. Η αστυνομία κατέπνιξε βίαια κάθε κινητοποίηση και η γενική διεύθυνση σωφρονιστικών καταστημάτων ξεχώρισε και έριξε στα γρήγορα σε ειδικές φυλακές τη μειοψηφία που διακρίθηκε στις κινητοποιήσεις για το ριζοσπαστισμό της. Η ειρήνη βασίλευσε πάλι στις φυλακές που βρίσκονταν τώρα υπό τη στρατιωτική κατοχή της αστυνομίας. Στο δρόμο μονάχα κάποιες επιτροπές προ-COPEL, ελάχιστοι τομείς της CNT και οι GGAA έφερναν την πάλη προς τα έξω.

Από το ’79 ως το ’80 υπήρξε μια φανερή κόπωση στους κοινωνικούς αγώνες. Ξεχώρισαν μόνο οι συνελευσιακές απεργίες των νοσοκομείων και της FASA-RENAULT (στο Valladolid) με πικετοφορίες και συγκρούσεις με την αστυνομία. Από το ’76 ως το ’80 τόσο τα κόμματα όσο και τα συνδικάτα είδαν τον αριθμό των πιστών τους να μειώνεται σημαντικά. Στις τελευταίες εκλογές η αποχή έφτασε το 40%. Αυτό υποδηλώνει μια έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική, ότι δηλαδή η εναλλαγή της δικτατορίας της καπιταλιστικής δημοκρατίας έχασε κάθε γόητρο μέσα σε 4 χρόνια. Αν και σε πολλές άλλες χώρες το δημοκρατικό ψέμα κρατάει αρκετά χρόνια πριν απομυθοποιηθεί, εδώ άντεξε μόλις μια τετραετία.

Όσον αφορά την εργατική τάξη και το ισπανικό προλεταριάτο, δεν έχουν άλλη εναλλακτική από την κοινωνική επανάσταση. Σκεφτόμαστε ότι είναι απλώς ένα ζήτημα χρόνου. Η μόνη άλλη πιθανότητα, και το μόνο που θα μπορούσε να αποκόψει την παγκόσμια επαναστατική κίνηση είναι η πλήρης μετατροπή της ανθρωπότητας, από την αντεπαναστατική τρομοκρατία των πολυεθνικών, σε αυτοματοποιημένα ρομπότ. Οι κοινωνικές αντιθέσεις εκρήγνυνται, οι αντικειμενικές συνθήκες είναι εδώ, λείπουν μόνο τα υποκείμενα.

Από το ξεκίνημά της, στις αρχές του ’70, με λίγα μέλη, και μέχρι το ’74, η ένοπλη πάλη, κοινή στα προλεταριακά κινήματα, έγινε μέσα από μας -χωρίς να κομπάζουμε γι αυτό- μια επιθετική πρακτική αγώνα στην Ισπανία. Ήταν άλλωστε η μοναδική περιπέτεια που άξιζε τον κόπο να ζήσουμε, η μόνη «περιπέτεια» που μπορεί να μας προσφέρει η σύγχρονη εποχή: η καταστροφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στην πραγματικότητα, η είσοδος σε αυτόν τον αγώνα, στη ζώνη της κοινωνικής αυτονομίας, των αυτόνομων αντικαπιταλιστικών κομάντος της χώρας των βάσκων και των εργατών της SEAT, έρχεται να επιβεβαιώσει την εγκυρότητα της αρχικής μας θέσης, ότι ήταν και είναι απλό θέμα χρόνου όπως αναδεικνύουν και ανάλογες εμπειρίες πάλης στην Ισπανία και στην Ευρώπη. Ξεκινώντας από μια κοινωνική πραγματικότητα και μια εμπειρία αγώνων διαφορετική από τη δική μας, έρχονται να βεβαιώσουν πως η ένοπλη πάλη, κι όχι σαν αποκλειστικό εργαλείο, μπορεί να ανατρέψει ριζικά τις οικονομικές ανάγκες της ζωής επιφέροντας την καταστροφή αυτού που μας εμποδίζει να ζήσουμε: της μισθωτής εργασίας, της οικονομίας και του κράτους.

Αυτόνομες Ομάδες

Αύγουστος 1980

Φυλακές της Segovia

Προκηρύξεις των Αυτόνομων Ομάδων από τις φυλακές της Segovia (1978-1980)

Από τη στιγμή των πρώτων συλλήψεων μελών των GGAA στη Γαλλία και στην Ισπανία, διάφοροι «ευαίσθητοι» επαναστάτες βιάστηκαν να μας δικάσουν προτού το κάνει το ίδιο το κράτος για λογαριασμό του. Ίσως κακοκαρδίσουμε αυτούς τους θεωρητικούς της απραξίας, που κριτικάρουν τις δράσεις μας, αν και αδυνατούν να μας πουν για τις όποιες δικές τους, ίσως δυσκολεύονται να δέσουν ακόμα και τα κορδόνια τους, ικανοί μόνο για να συμβιβάζονται, όπως είναι, όλοι αυτοί που μας χαρακτηρίζουν τρελούς, ανεύθυνους ακτιβιστές, για να δικαιολογήσουν την παθητικότητά τους. Εάν είμαστε «τρελοί», η τρέλα μας δεν είναι καθόλου γλυκιά, είναι η τρέλα του να θέλεις να ζήσεις, του να αρνείσαι να υποταχθείς στην μισθωτή σκλαβιά, του να σπας τον κύκλο της θλιβερής κοινοτοπίας, του να χρησιμοποιείς όλες τις πιθανότητες επιστροφής στον εαυτό σου, να χωρίζουμε και να ενωνόμαστε για να επιβεβαιώνουμε την αυτονομία των επιθυμιών μας, ανικανοποίητων από το Κεφάλαιο. Εάν είμαστε «ακτιβιστές», ο ακτιβισμός μας είναι η χαρά του εξεγερτικού παιχνιδιού, απελευθερώνουμε τα σωθικά μας, είναι το ξεπέρασμα του θεσμοθετημένου κόσμου, το απεριόριστο των πιθανοτήτων μας. Είναι, τελικά, η προίκα των μέσων που χρησιμοποιούμε στον αγώνα μας, που μας προσφέρει η ένοπλη ή άοπλη απαλλοτρίωση, η πλαστογράφηση επιταγών κλπ. για την κάλυψη μιας απαραίτητης υποδομής (χρήματα, καταφύγια, όπλα, ψεύτικα πιστοποιητικά…) και ικανοποιεί τις επιθυμίες μας, ξεφεύγοντας από την πιθανότητα της μισθωτής σκλαβιάς και του ακολούθου της: της γενικευμένης μιζέριας. Εάν είμαστε «ανεύθυνοι», η ανευθυνότητά μας είναι μικρόβιο και προσβάλει αυτούς που θέλουν να διατηρήσουν την κατεστημένη τάξη κι αυτούς που θέλουν να την αντικαταστήσουν με μια άλλη. Μια βόμβα, ένα κοκτέιλ μολότοφ, μια εκτροπή των μέσων πληροφόρησης τη κατάλληλη στιγμή, μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικότερες πρακτικές από κάμποσα φυλλάδια και ατελείωτες πολιτικές συνελεύσεις. Γνωρίζουμε τις αντιρρήσεις απέναντι στις ενέργειές μας: είναι θεαματικές, τρομοκρατικές, αφομοιώσιμες, υποκαθιστούν τους αγώνες των εργαζομένων, δίνουν αφορμή στο κράτος να καταπατήσει τους ίδιους του τους νόμους, να οχυρώσει τη δύναμή του και να αυξήσει την καταπίεση… Δεν μας καίγεται καρφί για το θέαμα! Δεν θέλουμε να φαινόμαστε σαν μια οργάνωση με τους ειδικούς της, την ιεραρχία της, με τα φερέφωνα και τα καρφιά της. Κατανοούμε πως το κράτος δεν μπορεί ακόμα να κατευθύνει την προσοχή των προλεταρίων σε μια αντιπαράθεση ασαφή και σκοτεινή. Έχει ανάγκη από μια οργάνωση την οποία οφείλει να ονομάσει «τρομοκρατική» για να προβάλει σε αυτή τον δικό του μισητό ρόλο. Το κράτος αυτό δεν έχει ανάγκη τις «αφορμές που του δίνουμε» για να εξασκεί την καθημερινή του τρομοκρατία: αστυνομική τρομοκρατία απέναντι στις διαδηλώσεις και τις απεργίες, τρομοκρατία των χαφιέδων των αφεντικών, τρομοκρατία της γενικευμένης εκμετάλλευσης… Οι δράσεις μας δεν στοχεύουν να δείξουν κάτι στους προλετάριους παρά να αντιμετωπίσουν δυναμικά την αλλοτρίωσή τους έξω από το πεδίο των πολιτικών και των συνδικάτων (με άγριες απεργίες, μαχητικές συνελεύσεις…). Οι προλετάριοι δεν έχουν ανάγκη τους επαγγελματίες επαναστάτες. Όταν παρεμβάλλονται αυτοί θέλουν όλο το πεδίο για τους εαυτούς τους. Στο πεδίο αυτό τοποθετημένοι, κάποιοι σύντροφοι που εργάζονται, μερικώς ή πλήρως, για να δικαιολογήσουν έναν μισθό προκειμένου να επωφεληθούν από το επίδομα ανεργίας, λεν πως χρειάζεται να αναμειχθούμε εκ νέου στους εργατικούς αγώνες. Όσο για μας, που αρνούμαστε κατηγορηματικά να υποταχθούμε στην μισθωτή σκλαβιά, εκφράζουμε μια τακτική απόδρασης, αν μη τι άλλο. Δεν υπάρχει κανείς συσχετισμός υποταγής των μεν στους δε, όπως φαντάζονται από τις μουχλιασμένες πολυθρόνες τους οι εργατιστές διανοούμενοι, αλλά εργάτες με διάνοια που δραπετεύουν από τους καταναγκασμούς. Οι ενέργειές μας δεν συνοψίζουν την μοναδική και απόλυτη αντίθεση στην Εξουσία, είναι σίγουρα περιορισμένες, δυναμικές και υποκειμενικές (απαντήσεις στις δολοφονίες φυλακισμένων συντρόφων, στη σύγκρουση στο δρόμο ή σε εργατικούς αγώνες). Στην πραγματικότητα συντονίζονται με άπειρα σημεία σχεδιασμού και παρέμβασης (πυρηνικά, κίνημα των φυλακισμένων, ενάντια στην μισθωτή εργασία…). Αναλαμβάνουμε την ευθύνη τους ή και όχι, ανάλογα με τις προθέσεις μας. Κάποιες φορές, όταν δεν υπάρχει ανάληψη ευθύνης (απόπειρες, απαλλοτριώσεις…), βλέπουμε οργανώσεις ή γκρουπούσκουλα να τις οικειοποιούνται για να δώσουν την ψευδαίσθηση μιας δυναμικής που δεν διαθέτουν, αναγνωρίζοντας βέβαια έτσι ότι πρόκειται για αποτελεσματικές ανταγωνιστικές ενέργειες ενάντια στο Κράτος. Η στρατηγική τους ήταν να δίνουν την εικόνα μιας ψευδούς πολυμορφίας δράσης, περιορισμένης φυσικά στα έντυπά τους, που προβάλλοντας τους φυλακισμένους παλιούς μιλιτάντες και μάρτυρες τους, αποζητά την εικόνα του ορκισμένου υπερασπιστή της εργατικής τάξης. Είναι το θεαματικό αποτέλεσμα αυτών των πρωτοποριών, η πρόθεση να δημιουργήσουν φερέφωνα της επαναστατικής συνείδησης, με τη δράση τους. Πόσο λίγο μας ενδιαφέρει η αποδοχή μας από τις οργανώσεις αυτές, όσο λίγο και, αν και διεθνιστές, μας ενδιαφέρει η αποδοχή των φορέων μιας ιδεολογίας εθνικιστικής (ΕΤΑ) ή τριτοκοσμικής (RAF). Φτύνουμε τους θαυμαστές, ή τους επαγγελματίες αλληλέγγυους, που εκθειάζουν συστηματικά κάθε ενέργειά μας, διαβεβαιώνοντας πως συμφωνούν με τη ριζοσπαστικότητά τους σε συλλαλητήρια ή σε εκδηλώσεις, χωρίς οι ίδιοι να συμμετέχουν στους αγώνες και στις συνέπειές τους. Από τις αναπαυτικές τους θέσεις, που τους επιτρέπουν να στοχάζονται σχολαστικά πάνω στην αλλοτρίωση του «μιλιτάντικου ακτιβισμού», χωρίς να δρουν ποτέ, χωρίς να παίρνουν πρωτοβουλίες, ή να δοκιμάζονται στα απελευθερωτικά εγχειρήματα… Θα σπεύσουν να δώσουν στην αυτονομία το νόημα μιας νέας ιδεολογίας του συρμού προκειμένου να κρύψουν την ανικανότητά τους να δώσουν μια καθαρή διέξοδο στην ριζοσπαστική τους ευαισθησία, να προσθέσουν κάτι καινούριο στην Πράξη μας, να είναι κάτι παραπάνω από αλλοτριωμένοι ημι-ζωντανοί ορισμοί του οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού για να εξασκούμε την κριτική μας. Δεν έχουμε καμιά διάθεση να ασχοληθούμε με αυτούς, αρκεί να πάψουν να μιλούν στο όνομά μας. Η θέση μας δεν είναι προϊόν ελιτισμού. Αυτό που θέλουμε είναι, αν μπορούμε να ζητάμε κάτι τέτοιο από αυτούς, να ξεκινήσουν τον δικό τους αγώνα, ωθούμενοι από τους κοινωνικούς περιορισμούς, οπότε αν μέχρι τώρα συγκρουόμαστε, τότε θα τους μεταδώσουμε τις εμπειρίες μας, θα τους μιλήσουμε για τα εμπόδια και τις επιτυχίες μας και δεν θα τους αρνηθούμε κανένα από τα μέσα μας. Η πρακτική τους πρέπει να είναι αντι-ιεραρχική και να βασίζεται στην ισότητα, πράγμα που θέτει ένα αριθμητικό όριο, και οδηγεί σε αποκλεισμούς, όμως αποκλείει και την αναγέννηση της Εξουσίας, ενώ επιτρέπει μια ελάχιστη συνοχή ενός επαναστατικού σχεδιασμού και ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες διάβρωσης από την αστυνομία, εξασφαλίζοντας μια δυναμική που οι περισσότερες οργανώσεις, αν και πολυάριθμες αδυνατούν να επιδείξουν. Το προλεταριάτο που έχει υποδουλωθεί στην μισθωτή σκλαβιά τείνει να θέτει όλο και πιο επιτακτικά το ζήτημα της ένοπλης πάλης, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι εξουσιοδοτεί εξειδικευμένες ομάδες (συμπεριλαμβανομένων των εαυτών μας) να δρουν για λογαριασμό του. Η κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία το εξηγεί. Αυτό που έδειξαν οι προλετάριοι της SEAT είναι πως με την αντιστροφή των όρων του καπιταλισμού, αντί για μια αναδιανομή των χρημάτων, προϊόντων απαλλοτριώσεων, προς όφελος των ανέργων, προτίμησαν να δημιουργήσουν οι ίδιοι τις αναγκαίες συνθήκες για να οικειοποιηθούν αλυσιδωτά όλο και περισσότεροι προλετάριοι την πρακτική τους, ευνοώντας καθ αυτόν τον τρόπο την ανάπτυξη νέων πυρήνων ένοπλης πάλης στο εσωτερικό των εργοστασίων. Ξεκινώντας από την αλλοτρίωσή τους δεν μπόρεσαν να φτάσουν μακριά στην ανάπτυξη του αγώνα. Έδειξαν ωστόσο ότι κατέχουν μια ευρεία επαναστατική συνείδηση, σηματοδοτώντας τα πεδία εκείνα του ταξικού αγώνα που χρειάζεται να οικειοποιηθεί το προλεταριάτο. Εμείς ως Αυτόνομες Ομάδες, ένοπλη φράξια του ριζοσπαστικού προλεταριάτου, που θέλουμε να ξεριζώσουμε την μισθωτή εργασία, μπορούμε μόνο να προσφέρουμε τις πρώτες ύλες για τη δημιουργία ενόπλων ομάδων στους χώρους εργασίας ή έξω από αυτούς. Στη συνέχεια πρέπει αυτοί οι ίδιοι να αποδείξουν την συγκρότησή τους αναδεικνύοντας την αυτονομία της δράσης τους. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε τη δημιουργία «οπλισμένων βραχιόνων στην υπηρεσία του προλεταριάτου». Η στρατηγική της FAI (Federacion Anarquista Iberica – Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία, οργάνωση που ελέγχει ιδεολογικά την CNT), για την ισπανική επανάσταση δεν μπορεί να ισχύει ακόμα. Οι προλετάριοι πρέπει να πραγματώνουν τις επιθυμίες τους, ανάλογα με τις απαιτήσεις των συνθηκών, οπλισμένοι ή όχι, πάντοτε για τους εαυτούς τους. Οι στόχοι μας είναι μια απάντηση στην καταπίεση και μια ανίχνευση των σημείων παρέμβασης. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το Κράτος μόνοι μας. Πρέπει οι στόχοι μας να γίνουν οικείοι σε όλο το προλεταριάτο.

ΚΑΤΩ ΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΜΙΣΘΩΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ! ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ!

Αυτόνομες Ομάδες, Γενάρης 1979

Ο δημοκρατικός τύπος μας βομβαρδίζει τελευταία με μια επαναλαμβανόμενη αποκήρυξη των συνθηκών κράτησης στις οποίες υπόκεινται οι βάσκοι πολιτικοί κρατούμενοι των φυλακών της Soria και σε μικρότερο βαθμό, οι κρατούμενοι της GRAPΟ στη Zamora, στην οποία δε θα διαφωνήσουμε σε κάτι. Από την άλλη, αποκρύπτεται συστηματικά η κατάσταση των υπόλοιπων πολιτικών και κοινωνικών κρατουμένων του ισπανικού κράτους. Στη δημοκρατία της δικτατορίας του κεφαλαίου, ο ρόλος των αστυνομικών συντακτών είναι να φανερώνουν το μέρος αυτό της κρατικής καταπίεσης, που είναι πρόσφορο για βελτίωση ή εμπορευματοποίηση, συνθλίβοντας ή επισκιάζοντας ό,τι συμβαίνει στις υπόλοιπες φυλακές. Όσον αφορά τις φυλακές-τάφους της Herrera de la Mancha, η λειτουργία τους συνίσταται στην φυτοποίηση των θεωρούμενων ως μη αναμορφώσιμοι για το Κεφάλαιο. Η ύπαρξη των φυλακών του Burgos, της Ocaña και του Puerto de Santa María, που τελούν υπό στρατιωτική κατοχή, όπως κι αυτές τις Soria και Zamora, στις οποίες οι ξυλοδαρμοί, τα βασανιστήρια, και τα ασφυξιογόνα σπρέι είναι πράγματα καθημερινά. Για να διασκεδάσουν την πλήξη και να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους, οι ιεραπόστολοι της καταπίεσης δεν βρίσκουν από το να ζητούν πιο δικαιολογημένους ξυλοδαρμούς, συνοδευόμενους ίσως από τραγούδια όπως τα cara al sol, montañas nevadas, yo tenía un camarada. Αιτήματα που χαρακτηρίζουν άλλωστε την έγνοια τους για τους φιλήσυχους και νομοταγείς κρατουμένους στη «σωφρονιστική θεραπεία» τους, προκειμένου «να επανενταχθούν ομαλά στην κοινωνία». Αυτή είναι και η πραγματικότητα του κάθε ρεφορμιστή όσον αφορά τους κρατουμένους που μάχονται για την αμνηστία, με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν. Με αυτά που κράτησαν 3 χρόνια αγώνων, δημιουργία κύκλων αυτομόρφωσης, απεργίες πείνας κλπ. Ο García Valdés θα επιχειρηματολογούσε ότι τα κελιά προορίζονται για τους «απροσάρμοστους», όταν στην πραγματικότητα, σε αυτό που αρνούνται να προσαρμοστούν είναι ο διαβόητος εκσυγχρονισμός του Κεφαλαίου και οι νέες δημοκρατικές μεθοδεύσεις. Η προσαρμογή σ αυτά, σημαίνει την φυσική και ψυχική καταστροφή του ατόμου, τον αργό θάνατό του, καθημερινά μεθοδικά και σιωπηλά. Από την άλλη ο ρεφορμισμός αναδεικνύει σε θεαματικό επίπεδο κάποιες βεντέτες όπως ο el Lute ή ο Daniel Pons και άλλοι αστέρες του COPEL, τη στιγμή που χιλιάδες ανάλογοι κρατούμενοι σαπίζουν στα κελία τους, στην καλύτερη περίπτωση. «Προσωπικότητες» τέτοιου βεληνεκούς, φέρνουν στο ρεφορμισμό οργασμούς. Ο ρεφορμισμός, σε κοινοβουλευτικό επίπεδο συναίνεσε στην μετατροπή των φυλακών σε τσιφλίκια του κάθε διευθυντή, οπότε το απόρρητο της αλληλογραφίας παραβιάζεται κατά βούληση, η επικοινωνία με το εξωτερικό των φυλακών είναι περιορισμένη στο ελάχιστο, βιβλία και έντυπα λογοκρίνονται συστηματικά, ενώ απαγορεύεται να εισαχθούν στη φυλακή χωρίς να εξεταστούν από διάφορες επιτροπές, κάθε ερωτική επαφή είναι σαφώς απαγορευμένη κλπ. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στις φυλακές του Φράνκο και της δημοκρατίας είναι ότι στις μεν πρώτες, τα βασανιστήρια γίνονταν από τους φύλακες, ενώ στις δεύτερες, κάτω από στρατιωτική κατοχή, τα βασανιστήρια αναλαμβάνουν κάποιοι «νομοταγείς» κρατούμενοι (με την ολόψυχη στήριξη των φυλάκων). Κι όσο για τη φυλακή της Segovia, φυλαγμένης για τους φυλακισμένους ελευθεριακούς από τον García Valdés, τις ημέρες 30 και 31 Ιούλη τα ξημερώματα χωρίς καμιά δικαιολογία, απήχθηκαν με στρατιωτική επιχείρηση και χωρίς οι υπόλοιποι κρατούμενοι να μπορούν να κάνουν τίποτα για να εμποδίσουν την μεταφορά τους εκεί, 10 κρατούμενοι: 4 εμπλεκόμενοι στην υπόθεση Scala (3 στην Ocaña κι ένας στο Burgos), 3 των Αυτόνομων Ομάδων (2 στην Ocaña κι ένας στο Burgos), 2 κοινωνικοί κρατούμενοι στο Burgos κι ένας ακόμη στο Σωφρονιστικό Ψυχιατρείο. Ακόμη υπήρχαν 8 σύντροφοι των Αυτόνομων Ομάδων στο Puerto de Santa María και 6 της CNT στο Burgos. Στις πιο σκληρές φυλακές η αντιμετώπιση που απολαμβάνουν οι ελευθεριακοί κρατούμενοι είναι ίδια με αυτή των λεγόμενων «απροσάρμοστων» κοινωνικών κρατουμένων. Οι ελευθεριακοί υπόκεινται κατά πρώτο λόγο στην πολιτική της εγκληματοποίησης των ταξικών αγώνων σε δικαστικό επίπεδο και στη συνέχεια στις φυλακές. Το καπιταλιστικό κράτος φροντίζει, και σε αυτό το επίπεδο είναι υπεύθυνες εξίσου η δεξιά, η αριστερά και η άκρα αριστερά, να παρουσιάζει τους συντρόφους των Αυτόνομων Ομάδων και τους ελευθεριακούς καθώς και τις δράσεις τους, που αποσκοπούν πάντοτε στην καταστροφή της σύγχρονης δουλείας της μισθωτής εργασίας, του εμπορεύματος και του κράτους, σαν συμπεριφορές που υπόκεινται στο ποινικό δίκαιο: πλημμελήματα και κακουργήματα. Εκτός από τα προβλήματα συνείδησης που προκαλεί αυτό στο «θέατρο της πολιτικής», πρέπει να ιδωθεί στην καθαρή φύση του: την επιλεκτική καταπίεση. Με την πρόσφατη έγκριση του καταστατικού της Guernica και την επακόλουθη συνθήκη στο επίπεδο των πολιτικών γραφειοκρατιών, φάνηκε μια πιθανότητα χορήγησης αμνηστίας στους βάσκους πολιτικούς κρατουμένους, κατά κύριο λόγο αυτών της ETA, που αναθέτει τον ρόλο του διαπραγματευτή της στην πολιτική της έκφραση: το Euskadiko Ezquerra. Αποσκοπώντας στο να αποκρύψει τους αγώνες των υπόλοιπων πολιτικών και κοινωνικών κρατουμένων του ισπανικού κράτους. Η ETA αναδεικνύεται έτσι ως ο μόνος γνήσιος εκφραστής του ριζοσπαστισμού της βασκικής μικροαστικής και μεσοαστικής τάξης και του λαϊκιστικού εθνικισμού της. Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε τον καθέναν ότι το μέλλον της ETA θα είναι αυτό της μελλοντικής αστυνομίας του βασκικού καπιταλισμού που θα συγκρούεται με την άκρα αριστερά, και κατά συνέπεια υπερασπιστές της αντεπανάστασης, που αντιμετωπίζουν ήδη την άρνησή της: της προλετάριους που δεν ανέχονται να είναι τέτοιοι άλλο πια.

ΓΕΝΙΚΗ ΑΜΝΗΣΤΙΑ-ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ-ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ.

Αυτόνομες Ομάδες, Αύγουστος 1979

Για τις Αυτόνομες Ομάδες, τους οπαδούς του κόμματος της προπαγάνδας με τη θεωρία και την ένοπλη δράση, που δρούσαν και δρουν στο ισπανικός κράτος, υπάρχει μια αναγκαιότητα ξεκαθαρίσματος ορισμένων όψεων της προπαγάνδας του αστικού και μιας μερίδας του αυτοαποκαλούμενου εργατικού τύπου. Η σύγχυση αποτελεί τον κανόνα, όσον αφορά κάθε πληροφορία που βλέπει το φως σχετικά με τον επαναστατικό αγώνα των προλεταρίων για την αυτονομία τους. Αυτή η σύγχυση είναι μια απόλυτη ανάγκη του κεφαλαίου και των οργάνων αφομοίωσής του (κόμματα, συνδικάτα) για να αποτρέψουν την ανάπτυξη της προλεταριακής αντίληψης της αναγκαιότητας της επαναστατικής υπευθυνότητας σε κάθε τομέα (οργάνωση, ανάλυση, δράση…), που θα του επέτρεπε να αρνηθεί κατ αρχήν τον εαυτό του σαν τάξη, καταστρέφοντας την μισθωτή εργασία και κάθε εξουσία, κινούμενο προς μια κομμουνιστική κοινωνία. Κάθε υποτίμηση της υπευθυνότητας αυτής, γεννά την εξουσία και την επικύρωσή της: την εκμετάλλευση. Μας έχουν κατονομάσει αναρχικούς, ένοπλο βραχίονα της CNT, συμμορίτες, ναρκομανείς κλπ, ενώ το μόνο που είμαστε είναι ο ένοπλος βραχίονας των δικών μας επιθυμιών, ανικανοποίητων από την μιζέρια ενός μισθού. Θεωρούμε αναγκαιότητα σε αυτή τη φάση το ξεπέρασμα των ιδεολογιών, ως εργαλεία διαχωρισμού της εργατικής τάξης. Τα μαρξιστικά ή αναρχικά σχήματα είναι ένα εμπόδιο στον επαναστατικό μετασχηματισμό. Οι αυτόνομες ομάδες καταδεικνύουμε ένα θεμελιώδες πεδίο δράσης: την καταστροφή των φυλακών, την κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς και κάθε εξουσίας. Το ότι κάποιοι από μας έχουν περάσει από το συνδικάτο της CNT σε ατομικό επίπεδο, είχε σαν συνέπεια να κατηγορηθούμε από την αστυνομία ότι αποτελούμε τον «ένοπλο βραχίονα της CNT». Σε κάθε δήλωσή μας προς τους βασανιστές ή τους δικαστές, το έχουμε αρνηθεί κατηγορηματικά. Ωστόσο οι επαγγελματίες οπορτουνιστές προσπαθώντας να επωφεληθούν από τη σύγχυση που καλλιέργησε η αστυνομία προκειμένου να οικειοποιηθούν και να ρευστοποιήσουν τη δράση μας και τους εαυτούς μας. Η CNT το 1936 υποτίθεται ότι ανέβασε το ισπανικό προλεταριάτο σε μια επαναστατική κατάσταση. Ωστόσο, αποδείχτηκε ανίκανη να διατηρήσει και να επεκτείνει τα επιτεύγματα της επανάστασης, με τους -υπουργοποιημένους πλέον- ηγέτες της, ομήρους της αστικής δημοκρατικής κυβέρνησης του κεφαλαίου. Αυτό είναι και το ανώτατο όριο της ιδεολογίας και της υποδομής τους αναρχοσυνδικαλισμού, που διατηρεί στην μούχλα την ίδια αρχαϊκή ιδεολογία όπως και τους «φυσικούς ηγέτες» του. Ο Μάης του ’37 έδειξε στην πράξη τον ρόλο αυτών των ταξικών οδοφραγμάτων: στην υπηρεσία του κεφαλαίου κι ενάντια στο προλεταριάτο.[Σημ. Τις μέρες μεταξύ 3 και 8 Μάη 1937 ξέσπασε μια σειρά οδομαχιών ανάμεσα στους αγωνιστές της CNT και του POUM από την μια μεριά και της πολιτοφυλακής του PCI (Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας). Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν όταν δυνάμεις του Ενιαίου Καταλανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (προσκείμενου στο ΚΚΙ) επιχείρησαν να καταλάβουν ένα τηλεφωνικό κέντρο που λειτουργούσαν αναρχικοί. Οι αναρχικοί και οι μαρξιστές επαναστάτες του POUM έστησαν οδοφράγματα στις γύρω συνοικίες, ενώ η χωροφυλακή και η πολιτοφυλακή του PCI επιτίθονταν αδιάλειπτα. Οι ταραχές εξαπλώθηκαν ενάντια στο PCI, όμως η CNT επενέβη πυροσβεστικά, με πρωτοστατούντα τον υπουργό της Juan García Oliver, αναγκάζοντας τους εργάτες σε συμβιβασμό, ενώ η δημοκρατική κυβέρνηση απέσυρε από το μέτωπο 10.000 στρατιώτες για να ελέγξουν την κατάσταση στην Καταλωνία, συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας αναρχικούς. Η γνωστή Dolores Ibárruri (Πασσιονάρια) έκανε τότε λόγο για χιτλερικό δάχτυλο πίσω από τους «αναρχοτροτσκιστές» προκειμένου να χτυπήσουν τη δημοκρατική κυβέρνηση, για να περάσει στην ίδια διαχρονική ανυποληψία με το κομμουνιστικό κόμμα και τον σταλινισμό. Σαν αποτέλεσμα, διαλύθηκε κάθε ψευδαίσθηση εργατικού ελέγχου, αλλά και ξεκαθαρίστηκε η διασύνδεση της CNT με την κυβέρνηση. (Τα στοιχεία προέρχονται από τα βιβλία των: George Orwell: Homage to Catalonia και Augustin Souchy: The May Days Barcelona ’37) Στην ιστορική στιγμή της αποσύνθεσης του καπιταλισμού, τα συνδικάτα δεν μπορούν παρά να είναι συντηρητικές δυνάμεις αφομοίωσης. Ο διαμεσολαβητικός τους ρόλος στην εκδούλευση της εργατικής δύναμης, αποκαλύπτουν ξεκάθαρα τον ρόλο τους στην αντιπαράθεση κεφαλαίου-προλεταριάτου. Τα πολιτικά κόμματα της αριστεράς και της άκρας αριστεράς αναλαμβάνουν το ίδιο έργο. Δεν είναι παρά η αριστερή πτέρυγα του κεφαλαίου, τα προγράμματά τους εξυπηρετούν τις ανάγκες βελτίωσης του καπιταλισμού, είναι προγράμματα του καπιταλισμού. Δεχόμαστε την ύπαρξη επαναστατών στις τάξεις της CNT (όπως και σε άλλες οργανώσεις), ωστόσο η δράση τους μέσα από αυτήν παραμένει εγκλωβισμένη στον συνδικαλιστικό χαρακτήρα της, υποκαθίσταται από τη διαμάχη για τον πολιτικό έλεγχο της CNT ανάμεσα στις διάφορες ρεφορμιστικές τάσεις και αυτούς. Είναι συνεπώς, καταδικασμένοι να μην προσφέρουν τίποτα στην υπόθεση του επαναστατικού αγώνα. Προτιμούν να παλινδρομούν στους σκοπέλους της ήττας αντί να ξεκινούν τον αγώνα. Η δημοκρατική δικτατορία του κεφαλαίου αντιλαμβάνεται την ανάγκη να ποινικοποιεί τους εξεγερτικούς αγώνες, παρουσιάζοντας τους επαναστάτες σαν συμμορίτες, ναρκομανείς, εγκληματίες κλπ. Στον αποκαλούμενο «εκδημοκρατισμό» του, ο ισπανικός καπιταλισμός δεν μπορεί να παραδεχτεί ξεκάθαρα το γεγονός ότι έχουν απαχθεί και στοιβάζονται στις φυλακές του πάνω από 400 πολιτικοί κρατούμενοι. Είναι σαφές, τέλος, πως δεν σχετιζόμαστε με κανέναν τρόπο με την ιδεολογία του αυτοαποκαλούμενου «ελευθεριακού κινήματος», ούτε βέβαια είμαστε «μαρξιστές». Η πρακτική μας της αυτονομίας της τάξης, μας απαλλάσσει από τέτοιες δομές, που δεν αποτελούν παρά τροχοπέδη στην αυτό-χειραφέτηση των προλεταρίων.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ-ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑΣ.

Αυτόνομες Ομάδες, Σεπτέμβρης 1979

Η πρακτική των αυτόνομων ομάδων βασίζεται σε μια πανάρχαια σχέση: Τις πρακτικές επαναστατικής παρέμβασης γενικευμένης οικειοποίησης, που ξεκίνησαν το ’70, και της συμμετοχής στους κοινωνικούς αγώνες που τείνουν στην αυτονομία της τάξης και την αυτό-οργάνωση του προλεταριάτου, δηλαδή την πραγματοποίηση της αληθινής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτή η σχέση εντατικοποιήθηκε από τη νομιμοποιημένη δολοφονία του Salvador Puig Antich από το ισπανικό κράτος τον Μάρτη του ’74. Οι ένοπλες δράσεις αλληλεγγύης απογειώθηκαν τις ημέρες πριν και μετά τη δολοφονία του, τόσο στην Ισπανία όσο και στο εξωτερικό, λειτουργώντας ως μια συνδετική πλατφόρμα μεταξύ των διαφόρων ομάδων και ατόμων, για να σχηματίσει στη συνέχεια ένα ανώτερο επίπεδο συντονισμού που θα μας επέτρεπε να δώσουμε μια απάντηση πιο ευρεία και πιο αποτελεσματική ενάντια στο κεφάλαιο. Για μας είναι προφανές πως τόσο ο φασισμός όσο και η δημοκρατία είναι δυο μορφές καπιταλιστικής δικτατορίας και εκμετάλλευσης του προλεταριάτου. Όσο για τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν διαφέρουν παρά στο γραφειοκρατικό τρόπο οργάνωσης του κεφαλαίου. Οι πρακτικές παρεμβάσεις των αυτόνομων ομάδων ζωογονούνται από την ύπαρξη των ριζοσπαστικών αγώνων του σύγχρονου κοινωνικού πολέμου ανάμεσα στο προλεταριάτο και τους υπερασπιστές του καπιταλισμού. Δεν αρκούνται σε μια μερική επίθεση για να εκθέσουν τις πιο βάρβαρες πτυχές των αντιθέσεων του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά είναι μια απάντηση καθημερινή και παγκόσμια ενάντια στην ολότητά του. Απάντηση που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τις ακόλουθες: Μια σειρά επιθέσεων με βόμβες και κοκτέιλ μολότοφ καθ’ όλο το ’76 και το ’77 ενάντια σε γερμανικές πρεσβείες για τις «αυτοκτονίες» από το κράτος, των αγωνιστών της RAF, και ενάντια στις γαλλικές πρεσβείες της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης για την έκδοση του Klaus Croissant. Οι επιθέσεις του 1977 έγιναν σε συντονισμό με αυτόνομες ομάδες στη Γαλλία με τους ίδιους στόχους. Στα μέσα του ’78, με αφορμή την επίσκεψη του Giscard d’ Estaing στην Ισπανία, σε συντονισμό με συντρόφους στη Γαλλία, χτυπήθηκαν ισπανικές πρεσβείες στη Γαλλία, καθώς και οι γαλλικές πρεσβείες της Βαρκελώνης και της Βαλένθια. Όλες αυτές οι δράσεις αποτελούν μια απάντηση επαναστατική και διεθνιστική ενάντια στην διεθνή καταπίεση του κεφαλαίου. Όσον αφορά τώρα τους αυτόνομους εργατικούς αγώνες: υπήρχαν οι απεργίες της Roca και των μεταφορών Mateu-Mateu στην Βαρκελώνη. Στην Μαδρίτη, οι απεργίες κατά τη κατασκευή της Roca (1976) και του Metropolitano (1977), ενώ στις αρχές του 1978 γίνονταν παρεμβάσεις στο Μετρό για την μείωση των μισθών. Η αστυνομική κατάπνιξη των συνελεύσεων και η διάλυση της οργάνωσης των εργατών, έφερε μια σειρά από επιθέσεις ενάντια σε παραρτήματα των εταιριών αυτών. Επίσης, κατά το ’75, το ’76, και το 77 στην Βαρκελώνη, τη Βαλένθια και τη Μαδρίτη για την επέτειο της δολοφονίας του Salvador Puig έγιναν επιθέσεις από πολυάριθμα κομάντος σε φρουρές της αστυνομίας και σε αστυνομικά τμήματα.[Σημ: μετά από αρκετά χρόνια αστυνομοκρατίας, οι πρώτες “cocteladas” (μπαράζ με μολότωφ – μπουκαλιάδες που λεν κι οι ντόπιοι) ήρθαν σαν κεραυνός εν αιθρία στην ύπνωση της ισπανικής κοινωνίας. Με τον θάνατο του Φράνκο 40 άτομα, χωρισμένα σε ομάδες των δυο η τριών ατόμων χτύπησαν 15 τράπεζες, στέλνοντας έπειτα μια κοινή προκήρυξη με τίτλο: Να γκρεμίσουμε τους τοίχους των φυλακών!) Αναφορικά με τον αγώνα των φυλακισμένων: στην Βαρκελώνη, τη Βαλένθια και την Μαδρίτη, σε όλη τη διάρκεια του ’77 και στις αρχές του ’78, έγιναν πολυάριθμες απόπειρες εναντίον δικαστών, επιθέσεις στις «φυλακές-πρότυπο» της Βαρκελώνης και σε γραφεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών αυτού του είδους αγώνα, καταφύγαμε στην απαλλοτρίωση: ενάντια σε τράπεζες, ιδιωτικές επιχειρήσεις, παραχαράξεις, επιτιθέμενοι στο κεφάλαιο παίρναμε πίσω, άμεσα ή έμμεσα, ένα μέρος απ όσα χρειαζόμασταν. Οι περισσότεροι από μας, αφού είχαμε ήδη φυλακιστεί, αναλάβαμε την ευθύνη για πολλές ακόμα απόπειρες και απαλλοτριώσεις. Οι υπόλοιποι δηλώσαμε την αλληλεγγύη μας με ανάλογες επιθέσεις και απαλλοτριώσεις, αν και δεν είχαμε συμμετάσχει στις συγκεκριμένες, δυσχεραίνοντας τη δουλειά της αστυνομίας και των δικαστών που μας είχαν κατηγορήσει ήδη για τις περισσότερες χωρίς αποδείξεις, μετά από άγρια βασανιστήρια. Οι δράσεις μας δεν στοχεύουν να δείξουν κάτι στους προλετάριους παρά να αντιμετωπίσουν δυναμικά την αλλοτρίωσή τους έξω από το πεδίο των πολιτικών και των συνδικάτων (με άγριες απεργίες, μαχητικές συνελεύσεις…). Στα μέσα του ’75 το αυτόνομο κίνημα στην εργασία, στα σχολεία, στις γειτονιές, αντιμετώπισε την εναλλακτική της ένταξης στη CNT και της συνακόλουθης αναγέννησής της, θεωρώντας πιθανή την σύμπτυξη των επαναστατικών στοιχείων κάτω από την αναρχοσυνδικαλιστική δομή της, που απλωνόταν σε όλη την έκταση του κράτους. Με το θάνατο του Φράνκο, το εργατικό κι επαναστατικό κίνημα ερχόταν για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια δικτατορίας, σε επαφή με την προοπτική ένταξης σε νόμιμες πολιτικές οργανώσεις και συνδικάτα. Έχασε έτσι όλη τη δύναμη που του εξασφάλιζε η ενότητά του στους χώρους εργασίας κι έξω από αυτούς, παραχωρώντας τα περισσότερα μέλη του στα πολιτικά κόμματα και στα συνδικάτα, εγκαταλείποντας το ταξικό πεδίο για να εισχωρήσει στις διάφορες θέσεις των μηχανισμών της δημοκρατικής πλέον, δικτατορίας του κεφαλαίου: στα κόμματα και τα συνδικάτα. Η CNT στάθηκε η μοναδική κλασσική εργατική οργάνωση που απολάμβανε ακόμα μια σχετική συμπάθεια σε μερικούς τομείς του προλεταριάτου, οφειλόμενη στο επαναστατικό παρελθόν που η εξορισμένη (από τον Φράνκο) γραφειοκρατία της διαφήμιζε και καρπωνόταν, για το οποίο ωστόσο υπεύθυνοι ήταν οι ανώνυμοι αγωνιστές της βάσης που πολέμησαν μέχρι τον Μάη του 1937 και ακόμη μετά την ήττα, που έγιναν οι αντάρτες των πόλεων και της υπαίθρου της δεκαετίας του ’60, τους οποίους η γραφειοκρατία πάντοτε εχθρευόταν και ήθελε να ελέγχει πολιτικά, τους «incontrolados» (ανεξέλεγκτους, έτσι ονόμαζαν οι αναρχοσυνδικαλιστές τους αναρχικούς αγωνιστές που δεν ήλεγχαν, από τη Σιδηρά Ταξιαρχία της επανάστασης μέχρι τους αντάρτες της δικτατορίας…) στους οποίους οφείλει ολόκληρο το επαναστατικό παρελθόν της. Και σε αυτό το παρελθόν και τη σχετική «ελευθεριακότητά» της οφείλει την ύπαρξή της, και γι αυτό δεν υπάρχει και μια καθαρή εξήγηση του τι είναι πλέον η CNT, είναι ένα συνδικάτο ή μια οργάνωση αυτόνομων ομάδων; Σύγχυση που εξυπηρετεί στον εισοδισμό από στοιχεία που διαφορετικά έτειναν στην «προπαγάνδα με τη δράση»… Ο συντονισμός των αυτόνομων ομάδων που ασκούν προπαγάνδα με τη δράση και με τη θεωρία, ενιαίος σε μια κοινωνική εξέγερση, αναγεννά την προοπτική της συνέχισης και της επέκτασης των συνελευσιακών αυτόνομων μορφών, που ήδη υπάρχουν στους χώρους εργασίας και στο δρόμο, στο φοιτητικό κίνημα κλπ, και ξαναφέρνουν στο προσκήνιο το φάντασμα του ενιαίου αγώνα χωρίς οργανώσεις-σφραγίδες, ενάντια στα κόμματα και τα συνδικάτα, διασπαρμένου σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο εξ αιτίας της υποχρεωτικής παρανομίας στην οποία τον υποχρέωνε η δικτατορία του Φράνκο, δυνάμενου ωστόσο να περάσει ένα βήμα μπροστά παρά το μεγαλύτερο πρόβλημά του: την πολυδιάσπαση και τον τελικό κατακερματισμό του. Αυτό οφείλεται στην νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε με τον θάνατο του Φράνκο και την αλλαγή από τη δικτατορική στην δημοκρατική μορφή διαχείρισης του κράτους. Εμφανίστηκε ξανά η δυνατότητα να μπορούμε να οργανωθούμε δημόσια, αυτή τη φορά πειθαρχημένοι και υποταγμένοι, διεκδικώντας στα πλαίσια της «νομιμότητας», αντί να αμφισβητούμε την κυρίαρχη «νομιμότητα» εξερευνώντας και διευρύνοντας την δική μας αυτονομία, επεκτείνοντας και βελτιώνοντας τις οργανωτικές μορφές που ήταν ήδη σε χρήση από το μεγαλύτερο μέρος του κινήματος στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και τις σχολές, και στο δρόμο, και εγκαταλείφθηκε με τις μαζικές εισχωρήσεις στη CNT. Από την αναδημιουργία της κι έπειτα, παρέμειναν στον μόνο οι αυτόνομες ομάδες προπαγάνδας με τη δράση και τη θεωρία και λιγοστές ακόμα ομάδες βάσης, απομονωμένες πλήρως, συνεπείς στην αυτό-οργάνωση της τάξης, να αναδεικνύουν μια επιθετική προοπτική, μέσα στο παλιό αυτόνομο κίνημα. Κάποιοι από τους συντρόφους του αυτόνομου κινήματος, θιασώτες της προπαγάνδας με τη δράση και τη θεωρία, αποφάσισαν να εισχωρήσουν στις τάξεις της CNT ως άτομα, για να προσπαθήσουν να την εκτρέψουν προς μια πιθανότητα επαναστατικής οργάνωσης στην οποία ήλπιζαν, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα την δράση τους στις αυτόνομες ομάδες και τον συντονισμό που υπήρχε τότε, που με τη σειρά τους θεωρούσαν τη CNT λίγο-πολύ ένα ακόμη συνδικάτο του συρμού, μια εναλλακτική για τον καπιταλισμό σανίδα σωτηρίας στην οικονομική κρίση στην οποία διερχόταν, που επιπλέον παρεμποδίζει την ανάπτυξη ενός αυτό-οργανωμένου προλεταριακού κινήματος, μιας και η οργάνωση αυτή φρενάρει ή ξεπουλάει την επαναστατική δυναμική ανάλογα με τα καθαρά συνδικαλιστικά της συμφέροντα, είναι συνεπώς ρεφορμιστική. Αυτή η προφανής αντίφαση βρίσκει το ξεπέρασμά της στην δική μας κοινή πρακτική, που επιτρέπει στον καθένα να την οικειοποιηθεί διατηρώντας την αυτονομία του, αποφεύγοντας έτσι να καταλήξουμε μια μόνιμη οργάνωση, με τους ειδικούς της, την ιεραρχία της και τα αλάθητα ιδεολογικά σχήματα του κάθε κόμματος ή κομματικού υποκατάστατου. Αυτή η ποικιλομορφία, ευνοεί τον διαρκή εμπλουτισμό της επαναστατικής πρακτικής μας. Η κριτική που γίνεται στη CNT από μεριάς των μελών των ομάδων που συμμετέχουν στον αυτόνομο συντονισμό και αρνήθηκαν να ενταχθούν σ αυτήν, θεωρώντας την ανάλογη των υπόλοιπων κομμάτων και συνδικάτων, σαν συντηρητικό μηχανισμό άμυνας της μισθωτής σκλαβιάς κι εξομάλυνσης των αντιθέσεων που γεννά, και κατά συνέπεια του κεφαλαίου, ολοκληρωτικά ανίκανης για την ανατροπή του, επιβεβαιώνεται πια, 4 χρόνια μετά την αναδημιουργία της, από τους ίδιους αυτούς που προσέβλεπαν σε αυτήν πιθανολογώντας την μετατροπή της σε επαναστατική οργάνωση, για να εγκλωβιστούν στη συνέχεια στα ίδια εγγενή αδιέξοδα που χαρακτηρίζουν κάθε κόμμα ή συνδικάτο: Γραφειοκρατία, διαμάχη για την εξουσία, ολοκληρωτικός έλεγχος της βάσης, που δεν έχει πρόσβαση στα μέσα πληροφόρησης για να εκφράσει τις ιδέες της. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της CNT καυχιέται για την εικόνα του επαναστατικού παρελθόντος της, ενώ την ίδια στιγμή ξεπουλά το απονεκρωμένο πια παρελθόν προς ίδιον όφελος. Η διαμάχη για την εξουσία ανάμεσα στις διάφορες τάσεις και η απουσία ουσιαστικών προτάσεων για την τάξη, χρονολογούνται από την εγκατάλειψη της CNT από αρκετά στοιχεία που συνετέλεσαν στην αναδημιουργία της. Προερχόμενοι οι ίδιοι από το αυτόνομο κίνημα στους χώρους εργασίας, στις σχολές και στο δρόμο, που παράτησαν την αυτό-οργανωμένη δράση προς χάρη μας συνδικαλιστικής πρακτικής. Αυτή η εισροή αρχικά την ωφέλησε, μιας και η πλειοψηφία των εντασσόμενων στη CNT κατευθυνόταν εκεί ωθούμενη από τα δικά της αδιέξοδα και τα οργανωτικά προβλήματα που απέδιδαν στο αυτόνομο κίνημα, αναζητώντας πλέον στην γραφειοκρατία αυτό που τους έλειπε: ένα ένδοξο σύμβολο και τους μιλιτάντες του. Το αυτόνομο εργατικό κίνημα δεν κατέθεσε ρητά τις ιδέες που σχηματίζουν την αυτονομία της τάξης στην πράξη -ίσως πάλι να μην αντιλήφθηκε ποτέ την εισχώρησή του στη CNT- εξ αιτίας της σύμφυτής του θεωρητικής αδυναμίας, οπότε δεν έχουμε παρά να παραδεχτούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού κινήματος πάντοτε απαξίωνε τη θεωρία ως ενασχόληση κουλτουριάρηδων. Από τη μεριά μας, καταλογίζουμε στους θεωρητικούς την αδυναμία τους να περάσουν το πάθος τους από τη θεωρία στην πρακτική, πράγμα που θα αναλάβουμε οι ίδιοι ακόμη κι εναντίον τους. Αυτό θα το ονομάζαμε «θεωρητική απαλλοτρίωση». Η αυτονομία δεν είναι απλώς μια κοινή πρακτική που βασίζεται σε ένα μίνιμουμ συμφωνιών πάνω στη δράση, αλλά επίσης μια θεωρία συνδεδεμένη με τον τρόπο ζωής μας, τον αγώνα και τις ριζικές ανάγκες μας. Θεωρία που αν κάποιο από τα συστατικά της το θεωρούμε ξεπερασμένο, τότε του ασκούμε την πιο οξεία κριτική μας και το απαξιώνουμε, για να μη ξεπέσει σε ιδεολογία ή δόγμα που θα μας εμπόδιζε στην πραγματοποίηση του κομμουνισμού. Σήμερα, υπάρχουν στη CNT κάποιοι πυρήνες δυνητικά επαναστατικοί, συμπαθούντες της ένοπλης πάλης, που πλησιάζουν τις θεωρητικές τοποθετήσεις και το συντονισμό των αυτόνομων ομάδων. Τους καλούμε να παρατήσουν τη CNT. Παρατώντας την οργάνωση και μαζί με άλλα εξω-οργανωσιακά ριζοσπαστικά στοιχεία μπορούν/μπορούμε να δημιουργήσουμε μια νέα οργανωσιακή μορφή, εφήμερη, βασισμένη στην αυτονομία της τάξης, όπου η υποδομή θα ευνοεί την μέγιστη αυτονομία των ατόμων, τον συντονισμό και τον αγώνα, και δεν θα τον εμποδίζει, μιας και η CNT είναι ολότελα ακατάλληλη για αυτούς τους στόχους μιας και η ονομασία της η ίδια προσδιορίζει τους στόχους της (CNT: Confederación Nacional de Trabajo – Εθνική Συνομοσπονδία της Εργασίας). Ας ξεκινήσουμε να οργανωνόμαστε μόνοι μας στους χώρους όπου εκτυλίσσονται οι κοινωνικές δραστηριότητές μας. Θεωρούμε την αυτονομία της τάξης, αντανάκλαση της οικειοποίησης όλων αυτών που μας στερεί την απόλαυσή τους το κεφάλαιο, εάν δεν έχουμε το χρηματικό αντίτιμό τους, όλων αυτών που χρειαζόμαστε χωρίς καμιά διαμεσολάβηση, αντιμετωπίζοντας το προφανές: ότι η λεηλασία είναι η κομμουνιστική πρακτική της εποχής μας, που εκτείνεται από τις απαλλοτριώσεις τραπεζών, τις καταλήψεις σπιτιών, το να μην πληρώνεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς, τις λεηλασίες των σούπερ-μάρκετ, τα ελεύθερα ραδιόφωνα, ως την άρνηση της μισθωτής σκλαβιάς κλπ… Χωρίς να υπερτερεί η μια της άλλης, σχηματίζουν μια αιχμή επίθεσης και λεηλασίας του κεφαλαίου. Είναι πρακτικές που αλληλοσυμπληρώνονται και δεν αποκλείει η μια την άλλη. Σε αντίθεση με τις πολιτικές οργανώσεις ο δικός μας συντονισμός των αυτόνομων ομάδων και ατόμων, έγκειται πάνω απ’ όλα στην χαρά του να είμαστε μαζί και να χωρίζουμε, σαν αυτόνομα όντα που προτιμούμε να ζήσουμε τις κομμουνιστικές σχέσεις εδώ και τώρα, παρά να ελπίζουμε σε μια προκαθορισμένη μελλοντική επανάσταση που θα ζήσουμε κάποτε. Η συνεύρεσή μας και η πρακτική μας προκύπτουν από τις κοινές ανάγκες μας που καταπνίγονται στην αθλιότητα ενός μισθού, που δεν μπορεί ούτως ή άλλως να τις ικανοποιήσει. Όταν πραγματοποιούμε μια επίθεση σε μια τράπεζα, αυτό που αναζητάμε πάνω απ’ όλα είναι η εξεγερτική χαρά της επίθεσης στο καπιταλιστικό σύστημα που μας καταπιέζει και μας εκμεταλλεύεται, όχι η ηθική ικανοποίηση του μιλιτάντη που νιώθει υποχρεωμένος να «απελευθερώσει» την εργατική τάξη από τα δεσμά της, δρώντας για λογαριασμό της, σαν διαχωρισμένη πρωτοπορία που αποζητά τη συντήρησή της ως τέτοια, καταλήγοντας έτσι αντεπαναστατική, αλλά απλώς για τη χαρά του εξεγερτικού παιχνιδιού της καταστροφής όλων όσων μας εμποδίζουν να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες και τα πάθη μας, του να είμαστε και να μας αντιμετωπίζουν σαν ανθρώπινα όντα κι όχι σαν αποξενωμένες εμπορευματοποιημένες υπάρξεις. Πρέπει να κάνουμε σαφές ότι στην ολότητά του το αγωνιστικό κάλεσμά μας για την απελευθέρωση όλων των φυλακισμένων επαναστατών στην Ευρώπη, κατηγορούμενων για ενέργειες ένοπλης πάλης ή συμπαθούντων, δεν συνεπάγεται για μας τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου ένοπλου αγώνα, αλλά μόνο της αλληλεγγύης μπροστά στην καταστολή και την καταπίεση. Στο βαθμό αυτό, δεν θα δικαιολογήσουμε, ούτε θα κριτικάρουμε τις πολιτικές απόψεις της RAF, των Brigatte Rosse�, ούτε την εθνικιστική ιδεολογία της ETA, του IRA� Η επαναστατική αλληλεγγύη μπαίνει σφήνα στην δράση στα εργοστάσια και στο δρόμο, όχι με τον παθητικό μιλιταρισμό, αλλά με τον καθημερινό και παγκόσμιο αγώνα ενάντια στον παλιό κόσμο του κεφαλαίου.

Αυτόνομες Ομάδες, Οκτώβρης 1979

Αποσπάσματα από ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΩΝ GG.AA. (GRUPOS AUTÓNOMOS – αυτόνομες ομάδες) ΓΙΑ ΤΗ FIGA (FEDERACIÓN IBÉRICA DE GRUPOS ANARQUISTAS – ιβηρική συνομοσπονδία αναρχικών ομάδων):

Πως αντιλαμβάνεστε οι ίδιοι τις GG.AA. και ποιο είναι το ιδεολογικό σας πλαίσιο;

Κατ αρχήν πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν εκπροσωπούμε με κανένα τρόπο την «Αυτονομία» στο σύνολό της, παρά μονάχα τους ίδιους τους εαυτούς μας όπως διαμορφώθηκαν από τις εμπειρίες μας. Θεωρούμε τους εαυτούς μας μέρος αυτού που λέμε «Αυτονομία». Ο κόσμος που λειτουργεί με έναν ανεξάρτητο τρόπο, σε αντίθεση με τα κόμματα και τα συνδικάτα, καθώς και άλλοι που αναγνώριζαν τους εαυτούς τους σε αυτόν τον χώρο, δεν είχε δημιουργήσει κάποιον συντονισμό πιο ευρύ και αποτελεσματικό μέχρι την δολοφονία του Salvador Puig Antich από το ισπανικό κράτος την Μάρτη του ’74, με την οποία οι ένοπλες ενέργειες ξέσπασαν σε μια ιστορική έκρηξη, θέτοντας τις βάσεις για τον συντονισμό κάποιων ομάδων με παρεμφερή χαρακτηριστικά. Αυτό όσον αφορά τη γεωγραφική περιφέρεια της Μαδρίτης. Όσον αφορά πάλι τη Βαρκελώνη, ήδη από τα τέλη του ’69 υπήρχαν αυτόνομες ομάδες που εξελίχθηκαν κατά ένα μέρος τους στις GOA (grupos obreros autónomos – αυτόνομες εργατικές ομάδες) που τελικά κατρακύλησαν σε έναν κλασσικό εργατισμό. Από την άλλη υπήρχε κόσμος που προτίμησε να οπλιστεί, δημιουργώντας το MIL. Αρχικά εμείς ξεκινήσαμε από ένα μίνιμουμ κοινών πεποιθήσεων, σε αντίθεση με τις κλασσικές οργανωτικές δομές που απαιτούν τη συμμόρφωση με ένα δόγμα, ένα σύστημα αρχών, μια ιδεολογία ή ένα θεωρητικό σχήμα συμπαγές και ακλόνητο, που προσαρμόζεται ανά περίπτωση σε κάθε γεγονός. Στη Βαρκελώνη αυτό το μίνιμουμ θεωρητικό-πρακτικών συμφωνιών ενσαρκώθηκε στην Πλατφόρμα των Εργατικών Επιτροπών, οργάνωση που δημιουργήθηκε στις αρχές του ’70 και συμπεριλάμβανε μια σειρά ομάδων που έρχονταν σε ρήξη με την κηδεμονία του κομμουνιστικού κόμματος. Προσδιοριζόταν ως αντικαπιταλιστική, αυτόνομη, αντι-συνδικαλιστική, αντι-εξουσιαστική και παράνομη οργάνωση. Έως τώρα οι Αυτόνομες Ομάδες βρίσκονταν στους «Ανεξάρτητους» της Μαδρίτης, στο MIL και σε έναν μικρό βαθμό στις GOA, καθώς επίσης και σε μια ομαδοποίηση που είχαν σχηματίσει με θεωρητικό-πρακτικές δραστηριότητες, που συμπεριλαμβανόταν στην «Πλατφόρμα». Στα μέσα του ’74 η «Πλατφόρμα» κατέρρευσε κάτω από την έλλειψη εσωτερικής συνοχής, ενώ κάποιος κόσμος συμφιλιώθηκε με τα κόμματα και τα συνδικάτα και κάποιοι άλλοι, οι λεγόμενοι «ξεκρέμαστοι» αρκέστηκαν σε διαχωρισμένες ιδεολογίες όπως η αντι-εξουσία, ο αντι-συνδικαλισμός κλπ. κάποιος κόσμος τέλος, ήρθε μέσα από μια κοινή πρακτική σε επαφή με ομάδες της Βαρκελώνης, αργότερα της Μαδρίτης και τέλος με άτομα από την Βαλένθια. Όλους μας ένωνε ένα μίνιμουμ συμφωνιών που συγκεκριμενοποιούνταν σε μια κοινή επιθυμία: την άρνηση να εγκαθιδρύσουμε μια νέα ιδεολογία, ή να πλασάρουμε την ιδεολογία της «αυτονομίας». Να αγωνιστούμε συνολικά ενάντια στον καπιταλισμό, εκκινώντας τον συντονισμό μας από μια ριζική συμφωνία στη δράση: ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ, ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΚΑΤΑΠΙΕΣΤΙΚΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ. Δεχόμαστε την οργάνωση μόνο για τους συγκεκριμένους στόχους. Θεωρητικοποιούμε την πρακτική μας και κάνουμε πράξη την θεωρία μας. Είμαστε αντίθετοι με κάθε ιδεολογία, ως εργαλείο διαχωρισμού του πραγματικού κομμουνιστικού κινήματος. Θα ήταν προφανώς ασάφεια να μιλάμε για το «ιδεολογικό» μας πλαίσιο όντας αντίθετοι σε κάθε ιδεολογία. Αντιλαμβανόμαστε την αυτονομία των υποκειμένων σαν την άρνηση παραίτησης από την υπευθυνότητα σε όλους τους τομείς: οργάνωση, δράση, προπαγάνδα κλπ. Κάθε παραίτηση από την υπευθυνότητα γεννά την εξουσία, και κάθε παραίτηση έχει τις συνέπειές τις. Η πραγματική αυτονομία των ατόμων, των ομάδων ή της τάξης στην ολότητά της, πραγματοποιείται αθροίζοντας αυτές τις επαναστατικές υπευθυνότητες, την παγκόσμια ευθύνη ενάντια στον καπιταλισμό.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είστε επίσης αντικρατιστές;

Φυσικά, είναι προφανές: δεν υπάρχει κράτος χωρίς εξουσία…

Πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να αναδιοργανώστε τη ζωή σε μια κοινή βάση με τα αναρχικά ιδεώδη;

Μία από τις συμφωνίες που απαιτούμε είναι ότι για τον συντονισμό των ομάδων είναι να απέχουμε από κάθε ιδεολογία, ενώ αντιτάσσουμε την κοινή πρακτική και τις ανάγκες μας στη βάση κάποιων ελάχιστων συμφωνιών. Όσον αφορά αυτές τις συμφωνίες θα μπορούσαν κάλλιστα να ικανοποιήσουν έναν αναρχικό. Στην πραγματικότητα πολλοί από μας αυτό-προσδιορίζονται ως αναρχικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε φορείς μιας «αναρχικής» ιδεολογίας, στην οποία είμαστε αντίθετοι με τον ίδιο τρόπο που είμαστε αντίθετοι και στα κόμματα, τα συνδικάτα και τη μισθωτή εργασία.

(…)

Πραγματικά, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι GG.AA. θα μπορούσαν να είναι μια αποκλειστικά αναρχική οργάνωση;

Όχι, ούτε αποκλειστικά αναρχική, ούτε αποκλειστικά μαρξιστική. Σκεφτόμαστε τον συντονισμό των GG.AA. σαν μια οργάνωση με συγκεκριμένους στόχους. Είπαμε ήδη ότι απέχουμε από κάθε ιδεολογία προς όφελος της πρακτικής μας που είναι προϊόν των κοινωνικών συνθηκών. Δε θέλουμε να συζητάμε για χρόνια για να παράγουμε μια διαφωτιστική πολιτική θεωρία και παράλληλα να δουλεύουμε κι από πάνω. Χτυπάμε την αλλοτρίωση που επιφέρει την ανάγκη μιας στεγανής ιδεολογίας κάποιας οργάνωσης και προσπαθούμε να αποφύγουμε την αναβάθμιση των στόχων σε κεντρικό επίπεδο. Κάθε άτομο πρέπει να είναι υπεύθυνο για τη δράση, την προπαγάνδα κλπ. Δεν παρατάμε με τίποτα μια ευθύνη μας και σε κανέναν. Είμαστε οργανωμένοι γύρω από αυτούς τους συγκεκριμένους στόχους, όταν οι στόχοι μας εξαλειφθούν, η οργάνωση θα αυτό-διαλυθεί.

Τι γνώμη έχετε για τη CNT;

Λοιπόν, για καλύτερη κατανόηση θα τη διαιρέσουμε σε 2 μέρη. Ιστορικά, η CNT είχε τη δυνατότητα να κερδίσει την επανάσταση το ’36, μιας και την είχε επεκτείνει, στην πράξη μόνη της, σε επίπεδο στρατιωτικής αντιπαράθεσης. 4 μήνες αργότερα, εισχώρησε με 4 υπουργούς της σε μια κυβέρνηση που δεν ήταν και τόσο «επαναστατική», βασικά θα λέγαμε ήταν αντεπαναστατική. Θεωρούμε πως η εξήγηση ότι αυτό ήταν ένα προσωπικό λάθος της Montseny, ή του García Oliver, δεν στέκει, αλλά είναι η ίδια η οργανωτική δομή της CNT που επέτρεψε την κατάσταση αυτή. Η CNT όντας περισσότερο ένα συνδικάτο παρά μια επαναστατική οργάνωση, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί διεξόδους για τις κρίσεις του καπιταλισμού, όπως έκανε και την αποφασιστική στιγμή που θα μπορούσε να ανατρέψει την κυβέρνηση ή να γίνει μέρος της εξ ίσου αντιδραστικό όπως και κάθε κυβέρνηση. Με μια λέξη η αναδημιουργία της CNT θα μπορούσε να περιγραφεί ως αντίθεση στις αυτόνομες ομάδες. Οι μεν θεωρούσαν την οργάνωσή τους άψογη, ενώ οι δε πίστευαν ότι δεν μπορεί να απαλλαγεί από το γενετήσιο ελάττωμά της, που δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη του καιροσκοπισμού της, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην πεποίθηση ότι «με την δημοκρατία τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα». Οι αυτόνομοι πίστευαν πως πρέπει να γίνει μια ανάλυση της εξέλιξης του ισπανικού καπιταλισμού και της ταξικής σύγκρουσης προτού δοθεί το πράσινο φως στη CNT. Αυτοί που πίστεψαν στη CNT, έβλεπαν σε αυτήν την αντανάκλαση όλων των σχηματοποιημένων τάσεων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αντικαπιταλιστικές ή αντι-εξουσιαστικές που οργανωμένες σε εθνικό επίπεδο σε ένα μετωπικό σχήμα θα μπορούσαν να ενώσουν όλες τις δυνάμεις που προέτασσαν την κοινωνική αλλαγή. Με μια τέτοια ανάλυση συμμετείχαν στην αναδημιουργία της CNT και ενδυνάμωσαν το συνδικαλισμό, χωρίς να ξεχνούν πάντοτε την πρακτική των αυτόνομων ομάδων. Σήμερα, μετά από 4 χρόνια πορείας της CNT στο κοινωνικό κίνημα, η κριτική που μπορούμε να της κάνουμε είναι η ίδια με κάθε συνδικάτο ή κόμμα, ως εργαλείο συντήρησης που χρησιμοποιεί ο καπιταλισμός για τις δικές του ισορροπίες. Αναγνωρίζουμε ωστόσο ότι υπάρχουν πυρήνες επαναστατών μέσα στη CNT που όμως δεν έχουν τη δύναμη να συγκρουστούν με τη γραφειοκρατία του συνδικάτου, ούτε και να εξελιχθούν προς μια σαφή κατεύθυνση.

Μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν ότι είστε σε κόντρα με τη CNT;

Ναι, ως συνδικάτο. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν έχουμε καμιά ιδιαίτερη φοβία για τη CNT, απλώς συμπυκνώνει την κριτική που ασκούμε στα συνδικάτα και τα κόμματα, τα οποία αδυνατούμε να δούμε ως εργαλεία κατάλληλα για μια κοινωνική επανάσταση. Επίσης τυχαίνει κάποιοι από μας να έχουν περάσει από τη CNT σε ατομικό επίπεδο και να ξέρουν από μέσα τις διασυνδέσεις και τα πολιτικά παιχνίδια της. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τον κόσμο της Βαρκελώνης, όταν η αστυνομία, ως όργανο προπαγάνδας του κεφαλαίου κατέβαλε κόπο για να μας παρουσιάσει σαν τον «ένοπλο βραχίονα» της CNT βασισμένη σε κάποια φυλλάδια της CNT που βρέθηκαν σε ένα σπίτι, ήταν επιτακτική ανάγκη να αρνηθούμε κάθε συσχετισμό τόσο στα δικαστήρια όσο και στις προκηρύξεις που κυκλοφόρησαν μέσα από τη φυλακή. Φυσικά αυτό που η αστυνομία παρουσίασε ως τρομερό εύρημα δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Τι πιστεύετε για τη FAI;

Για ποια FAI, γιατί υπάρχουν πολλές, έτσι δεν είναι; Το μόνο εργαλείο που μπορούμε να μεταχειριστούμε είναι η επανίδρυσή της στις αρχές του 1977. Η κριτική μας βασίζεται στην πεποίθησή μας ότι δεν γίνεται να μαζεύεις ένα σωρό κόσμο χωρίς κάποια πραγματική βάση, χτίζοντας αναίσχυντα μια οργάνωση από τα πάνω προς τα κάτω, όπου ακόμα κι αν υπήρχαν οι ομάδες της βάσης που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν, μετά από λίγο εγκατέλειψαν κάθε δράση. Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως η FAI δεν υπάρχει. Όσον αφορά πάλι την ιστορική FAI, το πράγμα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο. Η κριτική μας προς αυτήν έγκειται στο γεγονός ότι αν και ευνόησε την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κατάστασης πράγμα που οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην πρακτική του ένοπλου αγώνα. Πιστεύουμε ότι το επαναστατικό κίνημα ευνόησε κάποιες προσωρινές οργανωτικές δομές ανάμεσα στους εργάτες, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους οπλισμένους τραμπούκους των αφεντικών, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Ωστόσο για να μετατραπεί αυτό σε μια μόνιμη, συμπαγή οργάνωση χρειάστηκε να υποκαταστήσει την εργατική τάξη στους στόχους που η ίδια έθετε. Από την μεριά μας αναγνωρίζουμε τη συμμετοχή της σε μια επαναστατική κατάσταση, που όμως βρέθηκε ανίκανη, με τον ίδιο τρόπο με τη CNT, να προχωρήσει σε μια επαναστατική αλλαγή. Αυτή τη λάθος κατάληξη τη θεωρούμε φυσική συνέπεια της σύγχυσής της σχετικά με το τι είναι η εργατική τάξη και ποια η υπευθυνότητά της, που δεν πρέπει να παραχωρεί με τίποτα. Ένα ακόμη σφάλμα που βλέπουμε στη FAI είναι η ανάληψη ενός ρόλου ιδεολογικής κατεύθυνσης της CNT, φερόμενης ως αναρχικής. Αυτό απέφερε την μαζική είσοδο των διανοούμενων, δηλαδή της σαβούρας που βαραίνει τις επαναστατικές καταστάσεις. Βλέπουμε ως θετικό στοιχείο το γεγονός ότι η FAI κατέφυγε στην πρακτική του ένοπλου αγώνα, όταν βρέθηκε σε συγκεκριμένες καταστάσεις, φανερώνοντας έτσι τη σημαντικότητα του ένοπλου αγώνα στη χειραφέτηση της τάξης.

Μιλάτε συνέχεια για την ένοπλη πάλη, υπάρχουν όμως κι άλλες ομάδες που την εφαρμόζουν όπως οι ΕΤΑ, GRAPO κλπ. Τι σκέφτεστε για αυτή την ένοπλη πάλη κι αυτές τις οργανώσεις;

Βλέπουμε την ένοπλη επαναστατική πάλη σαν ριζοσπαστική σύγκρουση με το Κεφάλαιο. Αυτή είναι η μόνη συνεκτική μορφή πάλης ενάντια στη θεσμική καταπίεση του κράτους. Αδυνατούμε να βρούμε κάποιο λόγο για να μην την χρησιμοποιήσουν οι προλετάριοι. Όσον αφορά την ένοπλη πάλη αυτών των δυο οργανώσεων, υπάρχουν κάποιες διαφορές. Στην περίπτωση της ΕΤΑ είμαστε σύμφωνοι στο βαθμό που υπάρχει μια στρατηγική καταστροφής του κράτους. Τώρα όσο μιλούν για δημιουργία ενός βασκικού κράτους «σοσιαλιστικού», ανεξάρτητου κλπ δεν μπορούμε να συμφωνούμε. Νομίζουμε πως αυτό που πρέπει να αναλάβει η ΕΤΑ είναι να αποσαφηνίσει το κοινωνικό πρόταγμά της. Σ αυτή τη φάση μας φαίνεται πιο συνεκτικό το στρατιωτικό σκέλος της ΕΤΑ, αν και δεν απολαμβάνει ιδιαίτερο σεβασμό. Με όλο το σεβασμό στη GRAPO, η πρώτη αντίφαση που διακρίνουμε είναι ότι δεν έχει νόημα να μιλάς για τη δημοκρατία όταν παίρνεις τα όπλα, μιας και η δημοκρατία σου επιτρέπει να αγωνίζεσαι χωρίς όπλα. Μια δεύτερη αντίφαση εντοπίζουμε στην ανάλυση της GRAPO για την μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία που βασίζεται σε ένα αντιφασιστικό κλίμα, ενώ στην πραγματικότητα μια συνεκτική θεωρία της ένοπλης πάλης μπορεί να γίνει αποκλειστικά σε αντικαπιταλιστική βάση, βλέποντας κριτικά την εξέλιξη του κράτους. Ο φασισμός και η δημοκρατία είναι δυο διαφορετικές μορφές κυριαρχίας του Κεφαλαίου. Μια τρίτη αντίφαση που βλέπουμε στην πλειοψηφία των ενεργειών που πραγματοποιούσε, και εκτός από ένα μικρό μέρος τους οι υπόλοιπες δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαναστατικές.

Τι άποψη έχετε για τη FIGA;

Λοιπόν, αρχικά υπήρχε μια παραπληροφόρηση σχετικά με ότι έφτανε σε μας στις φυλακές και δεν το έχουμε εμβαθύνει αρκετά στις συζητήσεις μας. Από την άλλη, δεν έχουμε ακούσει τίποτα για κάποια δράση σας στο δρόμο, που να δείχνει τη δυναμική σας. Μας δίνει γενικά την εντύπωση ότι προσπαθεί να καλύψει το κενό της ιστορικής FAI.

Πόσα μέλη των GG.AA. είστε στη φυλακή αυτή τη στιγμή;

Πάνω κάτω 30.

Ταυτίζεστε με κάποιο κίνημα του εξωτερικού;

Με το αυτόνομο κίνημα, ιδιαίτερα της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας� Οι GG.AA. δεν είναι ένα κίνημα διεθνιστικό ούτε εθνικιστικό. Είναι στην τελική η δράση που μας φέρνει κοντά σε κινήματα και οργανώσεις.

Πως αντιλαμβάνεστε οι ίδιοι τον αγώνα και την αλληλεγγύη στους φυλακισμένους σήμερα;

Έχουμε τονίσει πολλές φορές ότι δεν ενδιαφερόμαστε για την οικονομική αλληλεγγύη, δε θέλουμε να μας στέλνουν ρούχα, φαγητά… Την αλληλεγγύη την αντιλαμβανόμαστε μέσω της δράσης. Αυτό που βοηθάει τους φυλακισμένους είναι αυτό που τους φέρνει πιο κοντά στην ελευθερία τους, είναι οι παγκόσμιες επιθέσεις στο καπιταλιστικό σύστημα.

Έχετε δεχτεί βοήθεια από τη CNT;

Κάποιοι από μας, στους πρώτους μήνες μετά τη σύλληψή τους δέχονταν μια τακτική οικονομική βοήθεια, όπως και επιταγές από διάφορα συνδικάτα π.χ. των χημικών της Βαρκελώνης, μετέπειτα σπανιότερα. Από την άλλη βέβαια πρέπει να πούμε ότι η CNT αφοσιώθηκε στο να μποϋκοτάρει συστηματικά όσες εκδηλώσεις αλληλεγγύης γίνονταν για μας, όπως αυτή του Manlleu το 1978, μεταξύ άλλων.

(…)

Τι σκέφτεστε για τη σημερινή νεολαία;

Υπάρχουν νέοι τομείς που πρέπει να εξετάσουμε όσον αφορά την νεολαία σήμερα. Ευρεία τμήματά της αρνούνται να παίξουν το ρόλο του εκμεταλλευτή ή του εκμεταλλευομένου ή του ενδιάμεσου στο σύστημα της εκμετάλλευσης. Αρνούνται, τελικά, την μισθωτή εργασία. Το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να ανεχτεί την πολυτέλεια να αποκλείσει ένα τμήμα της νεολαίας από τον κύκλο παραγωγής αλλά όχι και από την κατανάλωση. Αυτός ο αποκλεισμός εκ μέρους του κεφαλαίου φανερώνει ολοκάθαρα την φύση του, γονιμοποιώντας μια γενικευμένη άρνηση και μια επαναστατική συνείδηση να ανθίσουν ανάμεσα σε κάποια τμήματα της νεολαίας, και να μετουσιωθεί σε μια γενικευμένη πρακτική που βρίσκει στη νεολαία γόνιμο έδαφος, την πρακτική της απαλλοτρίωσης. Τρόφιμα, ρούχα, βιβλία κλπ… ό,τι χρειάζονται σε καθημερινή βάση, το επανακτούν από αυτά που τους έχει ληστέψει το κεφάλαιο.

Τι γνώμη έχετε για τα ναρκωτικά;

Ότι είναι πολύ ωραία. Ωστόσο δεν τα θεωρούμε τόσο σημαντικά όσο το να είμαστε σε θέση να οργανώσουμε μια-δυο σεβαστές καταστάσεις. Σε κάθε περίπτωση νομίζουμε ότι το ριζικό πρόβλημα σ αυτά είναι ο λόγος που χρησιμοποιούν τα ναρκωτικά.

Τι σκέφτεστε για την καθημερινή ζωή στο δρόμο;

Ωραία, εκτός του ότι είναι πολύ πιο διασκεδαστικά απ’ ότι εδώ μέσα, οι συνθήκες της καθημερινής ζωής καθορίζουν την κοινωνική σου θέση. Για μας, ο ένοπλος αγώνας είναι ο αγώνας ενάντια σε μια κοινωνία που μας εμποδίζει να ζήσουμε σαν ολοκληρωμένα υποκείμενα.

Μεταχειρίζεστε τις απαλλοτριώσεις σαν μέσο επιβίωσης;

Ο συντονισμός των ομάδων χρειαζόταν κάποια οικονομικά μέσα για να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες δράσεις. Προφανώς, οι ομάδες αυτές θα έπρεπε να βρουν τα οικονομικά μέσα για να καλύψουν και τις δικές τους ανάγκες. Δεν έχουμε φυσικά κανέναν ενδοιασμό στο να κάνουμε μια απαλλοτρίωση για να καλύψουμε προσωπικές μας επιθυμίες και ανάγκες, μακροπρόθεσμα όμως, δεν ζούσαμε από τις απαλλοτριώσεις μας και κάποιοι από μας εργάζονταν, κάποιοι άλλοι όχι… Μπορούμε να πούμε ότι ο καθένας έκανε τη ζωή του όπως ήθελε και μπορούσε. Είναι σαφές ότι δεν περιοριζόμασταν σε αυτό, κάποιες από τις δράσεις μας συγκαταλέγονται στα κατηγορητήριά μας, άλλες (που δεν έχουν διαλευκανθεί) δεν επιθυμούμε να αναφέρουμε για προφανείς λόγους, ενώ άλλες που ανέλαβαν οι GRAPO και FRAP, στολίζουν τα δικά τους κατηγορητήρια…

Έχετε παρακολουθήσει λίγο-πολύ τις προετοιμασίες του προσεχούς συνεδρίου της CNT;

Με όλο το σεβασμό, δεν μπορούμε να είμαστε και πολύ ενημερωμένοι… Έχουμε λίγα πράματα υπόψη μας για το «πιάτο της ημέρας»…

Όσον αφορά αυτό το «πιάτο της ημέρας», τι πιστεύετε ότι μπορεί να βγει;

Η πρώτη εντύπωση που μας δίνει είναι ότι είναι μπαγιάτικο όσον αφορά τη θεματολογία του, και πως χρειάζεται να περάσει ακόμα πολύς καιρός για να γίνει μια ευσυνείδητη συζήτηση. Και πάνω απ’ όλα να ξεκινήσει μια βαθιά κριτική στην πορεία της CNT κατά την ισπανική επανάσταση, μια αυτοκριτική στην ιδεολογική καπηλεία και στην οργανωτική δόμηση, που επιτρέπουν αναρίθμητα προσωπικά λάθη. Πρέπει να διασαφηνίσουμε πως αν και είμαστε αντίθετοι με τα συνδικάτα και τα κόμματα, δεν μπορούμε να πούμε ότι είμαστε εναντίον των παρεμβάσεων στα εργοστάσια ή στους χώρους εργασίας, αν και απεχθανόμαστε τον εργατισμό, το βρίσκουμε σωστό οι εργάτες να ενώνονται και να οργανώνονται σε συνελεύσεις για να αποφασίζουν για τον αγώνα τους. Αυτό που δεν βλέπουμε με καλό μάτι είναι η θεσμική συνδικαλιστική πρακτική.

Δεν βρίσκετε πως είναι τελικά οι εργάτες και μόνο που τείνουν στη χειραφέτησή τους;

Ναι, ας έχουμε υπόψη μας όμως ότι αρκετοί από μας δεν δουλεύουν, δεν είμαστε μισθωτοί σκλάβοι, νιώθουμε ωστόσο μέρος του προλεταριάτου. Αν και δεν μας εκμεταλλεύονται στη φάμπρικα νιώθουμε την καταπίεση σε κάθε κοινωνική μας σχέση που μεσολαβείται από το χρήμα και την εξουσία. Ο δικός μας ορισμός του προλεταριάτου είναι το σύνολο αυτών που ο καπιταλισμός τους έχει στερήσει τα παραγωγικά μέσα.

Πιστεύετε ότι η επανάσταση είναι δυνατή σήμερα, που ο καπιταλισμός έχει εξελίξει τόσο την υπερδομή του, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κλπ;

Θεωρούμε ότι αυτό έγινε σαφές ήδη από τον γαλλικό Μάη του ’68, ότι οι συνθήκες για μια κοινωνική επανάσταση είναι παρούσες και μάλιστα, πολύ περισσότερο στις χώρες που ο καπιταλισμός έχει αναπτυχθεί περισσότερο.

(…)

Δε θεωρείτε πως ο Μάης του ’68 τελματώθηκε χωρίς να αποκρυσταλλωθεί σε μια συμπαγή μορφή και χωρίς να διατηρήσει κάποια πιθανή κατάκτηση;

Δεν πιστεύουμε με τίποτα ότι ήταν ένα τέλμα, αλλά ότι αντανακλούσε τις πιθανότητες που έχει η επανάσταση σε μια ανεπτυγμένη χώρα. Ήταν επίσης μια συντριβή της παραδοσιακής αριστεράς που εγκλώβιζε και κεφαλαιοποιούσε τις προλεταριακές διαμαρτυρίες, και εκτέθηκε ανεπανόρθωτα ως μηχανισμός αφομοίωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό που βρίσκουμε αρνητικό στους επαναστάτες του γαλλικού Μάη είναι ότι δεν στάθηκαν ικανοί να δώσουν τη χαριστική βολή στα συνδικάτα και τα κόμματα, τα οποία επαναπροσλήφθηκαν από τον καπιταλισμό αποτελώντας μέρος της αριστεράς και της άκρας αριστεράς του κράτους. Τα προγράμματά τους είναι ξεκάθαρα καπιταλιστικά προγράμματα, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να βελτιώσουν τη διαχείριση του κεφαλαίου, και όχι η καταστροφή του. Μόνο οι καταστασιακοί παρήγαγαν μια επαναστατική θεωρία εκείνη την εποχή. Ο Μάης του ’68 δεν ήταν το τέλος αλλά το λίκνο των σύγχρονων επαναστάσεων.

Ωστόσο, εσείς πιστεύετε ότι μπορείτε να κάνετε την επανάσταση για τους εαυτούς σας, εδώ και τώρα;

Κάτι που δεν είμαστε είναι παράλογοι και έχουμε μια στοιχειώδη ανάλυση των συνθηκών στις οποίες κινούμαστε, όλων των δυνάμεων που παρεμβάλλονται στο κοινωνικό πεδίο… Δρούμε σε συνέπεια με μια μεθοδική σκέψη. Σκεφτόμαστε πως αναλύοντας τον εχθρό, εντοπίζουμε τους συμμάχους μας.

Θα συμφωνείτε λοιπόν και με τον Μπακούνιν όταν λέει: «η ελευθερία μου είναι ανάλογη με την ελευθερία των γύρω μου»;

Σαφέστατα…

Θεωρείτε πως με τη δική σας οργανωτική δομή θα μπορούσαμε να ανατρέψουμε την καπιταλιστική τάξη και τη βάση που στηρίζεται;

Ναι, μόνο που θα πρέπει να επαναλάβουμε πως ο συντονισμός των GG.AA. έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά για συγκεκριμένους στόχους και κατά κάποιον τρόπο ως αποκλειστικά δικό μας όχημα για την επανάσταση. Ο συντονισμός των GG.AA. δεν είναι μια παραδοσιακή οργάνωση, σε διαφορετικές καταστάσεις θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε αυτήν την οργανωτική μορφή.

Δεν έχετε εμπιστοσύνη σε καμιά άλλη σημερινή οργάνωση εκτός από τις GG.AA;

Δεν παριστάναμε ποτέ ότι είχαμε την εργολαβία της επανάστασης. Πάντως, σκεφτόμαστε ότι δεν υπάρχει κάποια ομάδα που να συμφωνούμε σε θεωρητικό επίπεδο και ταυτόχρονα να συμφωνούμε απόλυτα με την πρακτική της. Αυτό είναι πολύ σχετικό. Νομίζουμε ακόμα, ότι κάθε οργάνωση, ανάλογα με τα μέσα που χρησιμοποιεί, φτάνει συνήθως σε ένα τέλμα σε ένα από τα δυο επίπεδα.

Πιστεύετε πως θα βγείτε από τη φυλακή με μια προεπαναστατική κατάσταση, με μια αμνηστία, ή ότι δεν θα βγείτε για αρκετά χρόνια, δεδομένων των υπόλοιπων ποινών που θα προτείνει η εισαγγελική αρχή; Πιστεύετε ότι είναι πιθανή μια επανάσταση τώρα;

Όσον αφορά τη πρώτη ερώτηση, θα απαντήσουμε απλώς ότι δεν μπορούμε να μαντέψουμε ή να κάνουμε εικασίες για το μέλλον. Όσο για τη δεύτερη, τι θα πει «τώρα»; Αύριο-μεθαύριο ή σε 50 χρόνια; Πιστεύουμε ότι οι αντικειμενικές συνθήκες είναι ώριμες, λείπουν μόνο τα υποκείμενα.

Πιστεύετε ότι μπορείτε να πυροδοτήσετε μια επανάσταση σε εθνικό επίπεδο;

Όχι, δεν το πιστεύουμε με τίποτα. Νομίζουμε πως πρέπει το λιγότερο να επεκταθεί στην Ευρώπη, για να μη καταλήξει όπως στη Ρωσία, την Κίνα, την Κούβα κλπ

Έχετε μιλήσει για αμνηστία, θεωρείτε ότι μπορεί να είναι αίτημα ενός αγώνα ενάντια στις φυλακές; Ιδιαίτερα τώρα που γίνεται λόγος για μια πιθανή αμνηστία για τους βάσκους κρατουμένους.

Λοιπόν, καταρχήν βλέπουμε πιθανή την αναζωπύρωση ενός αγώνα για την αμνηστία μέσα στις φυλακές, όμως μόνο αν συνδεθεί με έναν γενικότερο αγώνα στο δρόμο, μιας και έχουν αποδείξει ότι εμάς μόνο μπορούν να μας αποσιωπήσουν όποτε θέλουν. Από την άλλη, ακόμη κι αν έδιναν μια αμνηστία, με το σημερινό κατασταλτικό μηχανισμό, σε λίγο καιρό οι φυλακές θα ξαναγέμιζαν στα σίγουρα με αρκετούς από μας. Συνεπώς η αμνηστία δεν μπορεί να είναι μια αποκομμένη διεκδίκηση.

Θεωρείτε τους εαυτούς σας πολιτικούς κρατουμένους;

Όχι, θεωρούμαστε αιχμάλωτοι του συστήματος.

Τι σκέφτεστε για τους ποινικούς κρατουμένους;

Οι αποκαλούμενοι ποινικοί ή κοινωνικοί κρατούμενοι είναι μια συνέπεια της ανωμαλίας του καπιταλιστικού συστήματος. Στη πλειοψηφία τους είναι προλετάριοι που αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν από την μιζέρια στην οποία τους ανάγκαζε το «έτσι είναι τα πράγματα» του καπιταλισμού, παραβιάζοντας τις κατεστημένες κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις. Κάποιοι από αυτούς, στη διάρκεια των αγώνων στις φυλακές, απέκτησαν μια συνείδηση επαναστατική. Μοιραζόμαστε μαζί τους τις θετικές κι αρνητικές εμπειρίες του αγώνα, όπως και με τους πολιτικούς κρατουμένους. Πιστεύουμε ότι δεν υστερούν των εργατών στη δυνατότητα επανάστασης, ανάλογα με τον καθένα.

Τι σκέφτεστε για τους κρατούμενους αυτούς που βρίσκονται στη φυλακή για απάτες, κυκλώματα κλπ, και έχουν μια καπιταλιστική συνείδηση;

Βασικά αρνούμαστε τη φυλάκιση για τον καθένα, ακόμη και για έναν αστό. Η φυλακή έχει νόημα μόνο μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Νομίζουμε ότι στον κομμουνισμό μια αντικοινωνική συμπεριφορά θα μπορούσε να συζητηθεί στην κοινότητα, με όλα τα μέλη και την επικοινωνία και τη φροντίδα που σε κάθε περίπτωση θα έδινε μια κατάλληλη λύση. Η φυλακή, αποδεδειγμένα, δεν προσφέρει κανένα θετικό αποτέλεσμα, υπάρχει μόνο όσο το καπιταλιστικό σύστημα αδυνατεί να δώσει λύσεις στις αντιφάσεις που παράγει.

(…)

Οκτώβρης 1979

Ανακοίνωση των κρατουμένων για τη φωτιά στις φυλακές: «Θα ήταν ζωντανοί»

Η παρακάτω ανακοίνωση είναι υπογεγραμμένη από τους κρατουμένους της πρώτης πτέρυγας των φυλακών της Segovia (μεταξύ των οποίων οι Guillermo Gonzalez, Antonio Cativiela, Luis Guillardini, Jose Luis Martin και Ignacio Sebastian de Erice από τις GG.AA. αλλά και οι CNTίστες Luis Muñoz και Jose Cuevas από τα κελιά του Castigo:

«Οι έγκλειστοι της πρώτης πτέρυγας των φυλακών της Segovia, με όλο τον σεβασμό στα θύματα των τελευταίων περιστατικών, μεταξύ των οποίων ένας σύντροφός μας κλινικά νεκρός, νιώθουμε υποχρεωμένοι να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους:

1: Η ανακοίνωση του γραφείου τύπου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, είναι γεμάτη σοβαρά λάθη και παραλείψεις.

2: Γύρω στη μία το μεσημέρι, και εν μέσω κραυγών, στην έκταση του διαδρόμου που ενώνει τις πτέρυγες 1 και 2, μάθαμε ότι 2 σύντροφοι σκέφτηκαν να βάλουν φωτιά στα κελιά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον εξαναγκαστικό διαχωρισμό τους, ωστόσο αυτό έγινε γενικά γνωστό πριν επεκταθεί η φωτιά.

3: Από τη στιγμή που μαθεύτηκε, από τις φλόγες στα παράθυρα και τις κραυγές βοήθειας, οι δυο πτέρυγες άρχισαν να καλούν τους φύλακες, που ήταν υπεύθυνοι για τη βάρδιά τους εκείνη τη στιγμή. Κρατούμενοι κρέμονταν στα παράθυρα και χτυπούσαν δυνατά τις πόρτες, φωνάζοντας ότι σύντροφοι στη δεύτερη πτέρυγα πήραν φωτιά.

4: Παρά τις φωνές και την κατάσταση αυτή, οι φύλακες της βάρδιας παράτησαν τα πόστα τους και κατευθύνθηκαν στο κέντρο της φυλακής καθυστερώντας πάνω από 20 λεπτά να ανοίξουν τις πόρτες, πράγμα που οδήγησε στο να βρεθούν νεκροί οι σύντροφοι όταν άνοιξαν τα κελιά.»

Έγκλειστοι της πρώτης πτέρυγας, Segovia 6 Οκτώβρη 1978

Παράρτημα 1: Το MIL, ο Antich και οι Αυτόνομες Ομάδες

Το θεμελιώδες πρόβλημα μιας ωφέλιμης ψυχολογίας δεν έγκειται στο να εξηγήσει γιατί κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν να κάνουν μια ληστεία, αλλά αντιθέτως, γιατί κάποιοι άλλοι επιλέγουν να μην το κάνουν. (Βίλχελμ Ράιχ)

Το MIL (ή 1000, ιβηρικό κίνημα απελευθέρωσης) γεννήθηκε από κόσμο που συμμετείχε στο ισπανικό εργατικό κίνημα του ’70 και έβλεπε με αηδία την αύξουσα χειραγώγηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων που γνώριζαν μια άνθιση πριμοδοτούμενες από τη διαδικασία μετάβασης στη δημοκρατία που είχε τεθεί σε κίνηση, και τον νέο (αστυνομικό) ρόλο που έμελλε να αναλάβει και εδώ, η αριστερά του κεφαλαίου. Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό μαρξισμό των οργανώσεων, το MIL περιλάμβανε τάσεις όπως η καταστασιακή θεωρία, τα εργατικά συμβούλια και η αναρχία. Αντί για τη συνδικαλιστική δράση προέτασσε την ένοπλη πάλη σαν εργαλείο για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από νεολαίους μεσοαστικής καταγωγής όπως οι Oriol Solé Sugranyes, Santiago Soler Amigó και αργότερα ο Salvador Puig Antich. Με την εξορία του ο Oriol Solé Sugranyes στην Τουλούζη της Γαλλίας, συνδέθηκε με νέους προλετάριους από την άλλη μεριά των Πυρηναίων, όπως ο Jean Marc Rouillan που αργότερα θα συμμετάσχει στην Action Dirécte και στο Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο (AD-RAF). Το MIL δραστηριοποιήθηκε από τις αρχές του 1971, δημιουργώντας τις GAC (Grupos Autónomos de Combate – αυτόνομες ομάδες μάχης), επιτιθέμενοι αρχικά σε χρηματαποστολές τραπεζών, και υποστηρίζοντας ή απελευθερώνοντας κρατουμένους μαχητές. Έτσι, χρηματοδοτούσαν παράνομες εκδόσεις και στήριζαν τις επιτροπές των απεργών, βοηθούσαν τους απολυμένους εργάτες κλπ. Οι διαφωνίες των μελών του σχετικά με το πώς θα οργανωθεί ο αγώνας χωρίς να ξεπέσει σε πατενταρισμένες αντιλήψεις, οδήγησαν στην αυτοδιάλυση του MIL τον Αύγουστο του 1973. Έναν μήνα μετά οι πρωτεργάτες του συνελήφθησαν στη Βαρκελώνη και φυλακίστηκαν. Ο Salvador Puig Antich εκτελέστηκε τον Μάρτη του 1974 κατηγορούμενος για το φόνο ενός μπάτσου κατά τη σύλληψή του. Ο Oriol Solé Sugranyes ξεψύχησε στα βουνά της Navarra τον Απρίλη του 1976, μετά από μια μαζική απόδραση από τις φυλακές της Segovia που οργάνωσε μαζί με μια ομάδα κρατουμένων της ΕΤΑ. Ωστόσο ο Αγώνας τους δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα. Οι νέοι σύντροφοι που συμμετείχαν στις ενέργειες αλληλεγγύης ή απελευθέρωσης κρατουμένων, ανέπαφοι από την κατασταλτική επίθεση του κράτους στους κεντρικούς πυρήνες του MIL, σχημάτισαν το 1974 το δικό τους συντονισμό, και από το 1976 δημιουργήθηκαν κι επίσημα οι GG.AA. Οι GG.AA. αποτελούνταν από προσωρινές ομάδες που σχηματίζονταν για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, και στη συνέχεια αυτοδιαλύονταν, κρατώντας ένα συντονισμό με όλο τον κόσμο που συμμετείχε σε αυτές. Έτσι απέφευγαν να μετατραπούν σε μια αναγνωρίσιμη στατική δομή, που το μόνο που θα εξυπηρετούσε θα ήταν να δρουν σαν διαχωρισμένη εξουσία. Ωστόσο, ζώντας στην παρανομία δεν μπόρεσαν να συνδεθούν με τους προλεταριακούς αγώνες που εκτυλίσσονταν, αρνούμενοι φυσικά να υποκύψουν στη διαμεσολάβηση των αριστερών οργανώσεων και των συνδικάτων, ώστε γρήγορα έχασαν το ζωτικό τους χώρο που τους επέτρεπε να κινούνται στην παρανομία, και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη καταστολή. Η δράση τους έγινε ευρύτερα γνωστή κατά τη διάρκεια του στρατοδικείου του Salvador Puig Antich, πριν και μετά την εκτέλεσή του με απαγχονισμό. Η εκτέλεση του αναρχικού αγωνιστή κινητοποίησε ένα ευρύ κίνημα αλληλεγγύης, που εκδηλώθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στην Αργεντινή και αλλού – Ο Salvador Puig Antich ήταν γιος ενός αγωνιστή της Acció Catalana (Καταλανικής Δράσης), αναρχικός από νεαρή ηλικία, επηρεασμένος από τον γαλλικό Μάη, εντάχθηκε νωρίς σε εργατικές επιτροπές και στη συνέχεια στο MIL, στις περισσότερες ενέργειες του οποίου συμμετείχε ως οδηγός ενώ συχνά με τους συντρόφους του περνούσαν τα σύνορα με τη Γαλλία βρίσκοντας καταφύγιο σε παλιούς αγωνιστές της γαλλικής CNT. Κατά τη σύλληψή του, σε ανταλλαγή πυροβολισμών με τους μπάτσους τραυματίστηκε ενώ ένας αστυνομικός σκοτώθηκε. Ο Φράνκο ανέδειξε σε προσωπική υπόθεση κύρους την εξόντωση του Antich και της αντίστασης στο πρόσωπό του. Ο Salvador εκτελέστηκε στις 02:40, 2 Μάρτη 1974 δι απαγχονισμό, στις «φυλακές-πρότυπο» της Βαρκελώνης. Ήταν 25 χρονών.

Παράρτημα 2: Λίγα λόγια για το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ισπανία σήμερα:

Ο παραδοσιακός αναρχοσυνδικαλισμός μετά το τέλμα στο οποίο βρέθηκε το 1937 συνασπισμένος με δυνάμεις των σταλινικών, των σοσιαλδημοκρατών και των αστικοδημοκρατών, ήρθε πάλι στο προσκήνιο με τον θάνατο του Φράνκο και τη συνακόλουθη «μετάβαση στη δημοκρατία». Οι διαμάχες μεταξύ των ομάδων και των διαφόρων γραφειοκρατιών για τον έλεγχο των επιτροπών αλλά και οι χειρισμοί της αστυνομίας οδήγησαν στη διάσπασή του στις ακόλουθες, κυρίως, οργανώσεις:

1: η CGT: Οι συνδικαλιστικές εκλογές, εφεύρεση του μετασταλινικού CCOO και της σοσιαλδημοκρατικής UGT (και τα δύο θεωρούνται ως «κίτρινα» συνδικάτα, υπηρέτες δηλαδή της εργοδοσίας) που δημιουργήθηκαν το 1979 ως στήριγμα της εξουσίας και δύναμη ανάπτυξης της εργατικής γραφειοκρατίας, ανέδειξαν έναν μεγάλο νικητή: τη CGT. Ξεκινώντας από μια σοσιαλδημοκρατική βάση, πασπαλισμένη με όλες τις σύγχρονες ιδεολογίες του διαχωρισμού (αντιμιλιταρισμός, οικολογία, φεμινισμός, κίνημα των «χωρίς χαρτιά», ζαπατίστας, καταληψίες στέγης) προσφέροντας επίσης ένα καταφύγιο στα ιστορικά απολειφάδια του μαοϊσμού, τροτσκισμού, λενινισμού που εξήλθαν από το CCOO, καθώς επίσης (προσαρμόζοντας τη ρητορική του ανάλογα με την περίσταση) σε ένα ετερόκλητο πλήθος καταλωνέζων αυτονομιστών, αναρχοσυνδικαλιστών, δημοκρατών, συντηρητικών, κάτω από τον απίστευτο κι όμως αληθινό ευφημισμό «αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση».

2: η CNT/AIT: η ιστορική CNT είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη οργάνωση, και τυπώνει το ομώνυμο περιοδικό, πράγμα που είναι ίσως η σημαντικότερη δράση της. Η χρόνια διαμάχη της με το αυτόνομο αναρχικό κίνημα την ανάγκασε να εγκαταλείψει ως ένα βαθμό το συνδικαλιστικό ντελίριο των ηγετών της, για να προσαρμοστεί σε μια περισσότερο «αναρχική» ορθοδοξία, και να αναμειχθεί στα διάφορα οικολογικά, αντιπυρηνικά, φεμινιστικά κινήματα. Ο ίδιος κόσμος συμμετέχει σε οργανώσεις όπως η FAI, οι Mujeres Libres (Ελεύθερες Γυναίκες), και διάφορα Ελευθεριακά Αθηναία (Τα τελευταία αποτελούνται κυρίως από διανοούμενους και καλλιτέχνες, επαγγελματίες ή εναλλακτικούς). Τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλύτερο μέρος των αναρχικών δημιουργεί ή συμμετέχει σε οργανώσεις που έχουν αποκοπεί ή δεν σχετίζονται με τη CNT, όπως η Federación Ibérica de Juventudes Libertarias, σε Locals (στέκια) κλπ…

3: η CNT-Catalunya: ο τρίτος πολυπληθέστερος τομέας της CNT που έχει πλέον αποκοπεί από την CNT/AIT μετά από διχογνωμίες και τις ιεραρχικές διαμάχες, και συμμετέχει αυτόνομα σε εκδηλώσεις της Καταλωνίας, όντας περισσότερο σκληροπυρηνική από την CNT/AIT. Σε αντιστοιχία με το ίδρυμα Anselmo de Lorenzo της CNT/AIT στη Μαδρίτη, λειτουργεί το ίδρυμα S. Segui, μαζί με τη CGT. Σκοπός τους είναι «η διάδοση της ελευθεριακής κουλτούρας, με την πραγματοποίηση εκθέσεων, εκδόσεων, ομιλιών κλπ.»

4: η Solidaridad Obrera: η «εθνική ομοσπονδία εργατικής αλληλεγγύης» αποτελείται κατά βάση από ένα συνδικάτο, των υπαλλήλων του Μετρό της Μαδρίτης, και δραστηριοποιείται ουσιαστικά στην Μητροπολιτική περιοχή της πρωτεύουσας. Έχει αποχωρήσει από τη CGT και βρίσκεται πιο κοντά στη CNT (δεν δέχεται επιδότηση από το κράτος, αλλά συμμετέχει στις συνδικαλιστικές εκλογές), και λειτουργεί συχνά σα γέφυρα συνεργασίας ανάμεσα στα δυο μεγάλα συνδικάτα. Παλιότερα διατηρούσε δεσμούς και με την διαλυμένη πλέον «Αυτόνομη Πάλη», όπως και με κομμουνιστικές οργανώσεις.

Σε γενικές γραμμές, παρά την υπερανάπτυξη των συνδικάτων και τον θεωρητικό τους εξτρεμισμό, τα εργατικά δικαιώματα στην Ισπανία είναι συρρικνωμένα, ενώ το μόνο που καταφέρνουν είναι να εγκλωβίζουν τους εργαζομένους στην ιεραρχική δομή τους, ρευστοποιώντας τη δυναμική τους στις μεταξύ τους διαμάχες και σε αποδοτικούς, γι αυτά, συμβιβασμούς με τα πολιτικά κόμματα.

Παράρτημα 3: Τα αυτόνομα κομάντος στη χώρα των βάσκων

ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ «ΔΙΚΗ ΜΑΣ» ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ! ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ. ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΣΤΟ HERRI BATASUNA! Η ΕΝΑΛΑΚΤΙΚΗ KAS ΔΕΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ! ΦΤΥΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΟ ΕΛΙΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΕΣ. ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ!

Παράξενες ιδέες εξαπλώνονται στη συντηρητική βασκική κοινωνία… «Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε αλλά και τίποτα να κερδίσουμε από τη Γενική Απεργία! Αυτοί που μιλάνε για κέρδος ή για χασούρα είναι τα κομματόσκυλα της πολιτικής των συμμαχιών και των συμφωνιών με την αστική τάξη, και δεν έχουν τίποτα να μας πούνε.» Τα αυτόνομα κομάντος, παράδοξη κληρονομιά των αυτόνομων ομάδων, προσαρμοσμένη στη διαστρεβλωμένη ταξική πάλη στη χώρα των βάσκων, μιλούνε ενάντια στον βασκικό καπιταλισμό και την «ανεξαρτησία» του βασκικού κράτους, για τις εργατικές συνελεύσεις και την αντικαπιταλιστική-αντισυνδικαλιστική άμεση δράση, ενώ ταυτόχρονα δηλώνουν «βάσκοι εθνικιστές», σοκάροντας τη καθωσπρέπει ισπανική αριστερή διανόηση. (Σημ: Η ισπανική αριστερά συνηθίζει να αποδίδει οποιαδήποτε ενέργεια άμεσης δράσης σε «εθνικιστές» ώστε να αποφεύγει κάθε αρνητικό συνειρμό για την νομιμοφροσύνη της ίδιας και της δεξαμενής ψήφων της). Οι περισσότεροι προέρχονται από το Εργατικό Μέτωπο της ΕΤΑ, κάποιοι είχαν συνδεθεί με τις GAC και το MIL φέρνοντας μαζί τους μια πλούσια εμπειρία ένοπλου αγώνα. Ξεκόβοντας από κάθε δεσμό με την ΕΤΑ, διαχέονται στο αντιπυρηνικό, γυναικείο και εργατικό κίνημα προκειμένου να το ριζοσπαστικοποιήσουν. Αρνούνται κάθε συσχετισμό με τις άλλες (συντηρητικές) ένοπλες οργανώσεις της χώρας των Βάσκων. Οι ίδιοι εξάλλου είναι κατά κύριο λόγο αναρχικοί και συμβουλιακοί κομμουνιστές, ξεκάθαρα εχθρικοί απέναντι στους «αναρχικούς» της KAS ή της CNT, στις οποίες καταλογίζουν συνδικαλισμό, ρεφορμισμό, ασυνέπεια και κοινοβουλευτικές αποκλίσεις. Εφαρμόζουν την ένοπλη πάλη, «σαν ένα ακόμη εργαλείο στον αγώνα μας, ούτε σημαντικότερο, ούτε πιο ασήμαντο, ούτε τίποτα, που στρέφεται ενάντια σε κάθε καταπιεστικό θεσμό, της εκκλησίας και των συνδικάτων περιλαμβανομένων, μιας και αναδεικνύουν τον αφομοιωτικό ρόλο που παίζουν για τον καπιταλισμό». Από το 1976 περίπου 20 μέλη τους είχαν συλληφθεί και βρίσκονταν διασκορπισμένοι σε 6 φυλακές της Ισπανίας (Soria, Martutene, Basauri, Aitor, Elorza, Bayona), ενώ 3 άλλοι έχουν δολοφονηθεί από την αστυνομία. Σκοπός της δράσης τους «δεν είναι να καθιερωθούμε σε μια ηρωική επαναστατική ελίτ, αλλά να δώσουμε το παράδειγμα στους υπόλοιπους εργάτες…

Παράρτημα 4: Το τραγούδι του Luis Guillardino Gonzalo (στο ρυθμό του “A las barricadas”)

Φαντάσματα πλανώνται πάνω από τη δημοκρατία- Για τα νέα μέσα που πρέπει πια να χρησιμοποιείς- Και οι άλλοι να περιμένουν το «καλύτερο αύριο»- Εμείς μόνο χτυπώντας τον εχθρό βρίσκουμε τη χαρά.

Είμαστε λίγοι για να σηκώσουμε τη σημαία της άρνησης- Αυτό το καθήκον ανήκει στο προλεταριάτο- Μη πιστεύεις στους ηγέτες, πίστεψε μόνο στο όπλο σου!- Δεν έχουμε φράγκα, αλλά δεν μας λείπει η ψυχή.

Μη πιστεύεις στους ηγέτες, παρά μόνο στο όπλο σου!- Δεν έχουμε φράγκα, μα δεν μας λείπει η ψυχή.

Για να βοηθήσουμε τους εργάτες σήμερα- Πρέπει να καταφύγουμε στις λεηλασίες.- Πάμε για τις τράπεζες, δε θα γλιτώσει καμιά τους- Για το θρίαμβο της επανάστασής μας!

Πάμε για τις τράπεζες, δε θα γλιτώσει καμιά τους,- Για το θρίαμβο της επανάστασής μας!

Παράρτημα 5: Guy Debord: Προς τους ελευθεριακούς

[Σημ: το κείμενο που ακολουθεί (Aux libertaires) γράφτηκε και δημοσιεύτηκε τον Νοέμβρη του 1980 από τις εκδόσεις Champ Libre, σαν μέρος ενός βιβλίου με τίτλο «Κραυγές από τη φυλακή της Segovia» που ήταν αφιερωμένο στο συντονισμό των Αυτόνομων Ομάδων στην Ισπανία. Ο Γκυ Ντεμπόρ, μετά το 1978 περνούσε μεγάλα διαστήματα στην Ισπανία. Έγραψε αυτό το κείμενο μετά από μια επιστροφή του στο Παρίσι, σε μια περίοδο που το επίσημο ισπανικό κράτος αποσιωπούσε επιδέξια την ύπαρξη περίπου 50 ελευθεριακών στις φυλακές του. Από την άλλη, ενώ ο αγώνας των Βάσκων βρισκόταν στο καθημερινό ρεπερτόριο των ΜΜΕ, οι αναρχικοί και αυτόνομοι κρατούμενοι, τα κίνητρα τους, και οι αγώνες τους ήταν παντελώς άγνωστοι. Τον χρόνο που γράφτηκε αυτό το κείμενο, το ισπανικό κράτος παραχώρησε μια περιφερειακή ανεξαρτησία στη χώρα των βάσκων, στην νέα αυτή κατάσταση αντέδρασε κυρίως η ΕΤΑ (Euskadi Τa Askatasuna – Βασκική Γη Κι Ελευθερία)]

Σεβαστοί σύντροφοι,

Έχουμε το δυσάρεστο καθήκον να τραβήξουμε την προσοχή σας σε ένα σοβαρό κι επείγον ζήτημα, για το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα γνωρίζατε περισσότερα απ’ ότι εμείς. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να διαλευκάνουμε τις συνθήκες που έκαναν μέχρι τώρα ακατόρθωτο να φτάσουν στην αντίληψή σας κάποια γεγονότα και η σημασία τους. Το θεωρούμε συνεπώς, απαραίτητο να εκθέσουμε πλήρως στην προσοχή σας τα δεδομένα αυτά, καθώς επίσης και τις συνθήκες που διαμεσολάβησαν για να μην φτάσουν στην αντίληψή σας.

Αυτές τις στιγμές, περισσότεροι από 50 ελευθεριακοί κρατούνται μυστικά στις φυλακές τις Ισπανίας, πολλοί από αυτούς για πολλά χρόνια χωρίς δίκη. Ολόκληρος ο κόσμος, που μιλά ανοιχτά πια για τον ενδιαφέροντα αγώνα των Βάσκων, αγνοεί επιδεικτικά αυτή την όψη της σύγχρονης ισπανικής πραγματικότητας. Ακόμη και στην ίδια την Ισπανία, η ύπαρξη και τα ονόματα των συντρόφων αυτών, απασχολούνε σπάνια ένα στενότατο τομέα απόψεων, αλλά γενικά τα καλύπτει η σιγή, τόσο όσον αφορά τις πράξεις των κρατουμένων ελευθεριακών όσο και τα κίνητρά τους, ενώ τίποτα συγκεκριμένο δεν έχει γίνει στην κατεύθυνση της απελευθέρωσής τους. Εννοείτε πως όταν απευθυνόμαστε σε σας, δεν συμπεριλαμβάνουμε την αναδημιουργημένη CNT (Σημ. Ο Ντεμπόρ χρησιμοποιεί τον προσδιορισμό «αναδημιουργημένη» όταν αναφέρεται στην μετα-δικτατορική CNT για να αποφύγει την ταύτισή της με την παλιά προεπαναστατική CNT), που θεωρεί ότι είναι το κεντρικό πεδίο δράσης των ελευθεριακών: ωστόσο όσοι βρίσκονται εκεί, δεν ανήκουν σ αυτήν, κι όσοι ανήκουν σ αυτήν δεν βρίσκονται εκεί… Η εποχή του επαναστατικού συνδικαλισμού έχει περάσει ανεπιστρεπτί, μιας και στον εκσυγχρονισμένο καπιταλισμό, κάθε συνδικαλιστική μορφή έχει αναλάβει τη θέση της, σημαντική ή όχι, στο θέαμα του δημοκρατικού διαλόγου για τη διαχείριση του μισθωτού προλεταριάτου, δηλαδή: του μεσάζοντα και βοηθού της δικτατορίας της μισθωτής σκλαβιάς. Μιας και η δημοκρατία και η μισθωτή εργασία είναι έννοιες ασυμβίβαστες, και αυτή η ασυμβατότητα που πάντοτε υπήρχε στοιχειωδώς, εκδηλώνεται θεαματικά στην εποχή μας σε ολόκληρη την επιφάνεια της παγκόσμιας κοινωνίας. Από τη στιγμή που ο συνδικαλισμός και η οργάνωση της αποξενωμένης εργασίας αλληλο-αναγνωρίζονται σαν δυο δυνάμεις που εγκαθιδρύουν διπλωματικές σχέσεις, απαξιώνεται κάθε είδους διαχωρισμένη εργασία που στη συνέχεια ενδέχεται να αναπτύξει το συνδικάτο, κάνοντας τη ρεφορμιστική του φύση ακόμα πιο απεχθή. Ακόμα κι ένα συνδικάτο που αυτό-ανακηρύσσεται εχθρικό ιδεολογικά προς κάθε πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη στο εσωτερικό του μιας γραφειοκρατίας ειδικευμένων στελεχών, ανάλογη με κάθε πολιτικού κόμματος. Όλες και καθεμία ξεχωριστά οι δραστηριοποιήσεις του στιγματίζονται από το γεγονός αυτό. Αυτό που αντιμετωπίζουμε τώρα είναι μια θεαματική αντανάκλαση, καθότι αν οι οργανωμένοι ισπανοί ελευθεριακοί είχαν πει όσα έχουν να πουν, τότε δε θα είχαμε να πούμε τίποτα πια.

Από αυτούς τους 50 φυλακισμένους ελευθεριακούς (οι περισσότεροι στη Segovia, αλλά ακόμη στη φυλακή-προτυπο της Βαρκελώνης, στη Carabanchel και στην Yserias της Μαδρίτης, στο Burgos, στην Herrera de la Mancha, στη Soria), αρκετοί είναι αθώοι που φυλακίστηκαν με τις κλασσικές αστυνομικές μεθόδους. Ελάχιστοι άνθρωποι μιλούνε γι αυτούς, και είναι αυτοί που τους υπερασπίζονται παθητικά. Εντωμεταξύ, η πλειοψηφία των φυλακισμένων αυτών, έχουν διαπρέψει σε επιθέσεις στο δρόμο, ενάντια σε κρατικά κτήρια, δικαστήρια κλπ. Έχουν διεξάγει ένοπλες απαλλοτριώσεις πολλών επιχειρήσεων ανάμεσά τους πολυάριθμες τράπεζες. Θα μιλήσουμε ιδιαίτερα για μια ομάδα εργατών της SEAT στη Βαρκελώνη (με την επωνυμία «Επαναστατικός Στρατός Εργατικής Υποστήριξης»), που προσπάθησαν να βοηθήσουν τους απεργούς του εργοστασίου τους, καθώς και άλλους ανέργους, καθώς και για τις Αυτόνομες Ομάδες της Βαρκελώνης, της Μαδρίτης και της Βαλένθια, που έδρασαν για καιρό προπαγανδίζοντας την επανάσταση σε όλη τη χώρα. Οι σύντροφοι αυτοί είναι που έχουν και τις πιο προχωρημένες θεωρητικές θέσεις. Τη στιγμή που ο εισαγγελέας τους επέβαλλε ποινές 30 και 40 χρόνων, παντού κυριάρχησε η σιωπή και η λήθη.

Το ισπανικό κράτος με τα επίσημα πολιτικά κόμματά του, που όλα τους, είτε στην εξουσία είτε στην αντιπολίτευση, το αναγνωρίζουν και το υποστηρίζουν, οι αρχές των άλλων κρατών, που για την περίπτωση αυτή είναι όλα σύμμαχοι του ισπανικού κράτους, η ηγεσία της αναδημιουργημένης CNT, όλοι μαζί κι ο καθένας για τους δικούς του λόγους είχαν συμφέρον να επιβάλλουν τη λήθη για τους φυλακισμένους συντρόφους. Κι εμείς, που το συμφέρον μας είναι ακριβώς το αντίθετο, θα εξηγήσουμε αμέσως το γιατί. Το σύγχρονο ισπανικό κράτος -κληρονομιά του Φρανκισμού- εκδημοκρατισμένο κι εκσυγχρονισμένο στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για να διατηρήσει την μίζερη θέση του στις συνθήκες του σύγχρονου καπιταλισμού και μες τη βιασύνη του να γίνει το μέλος της ευρωπαϊκής «Κοινής Αγοράς», που του αναλογεί, προπαγανδίζει παντού τον εαυτό του σαν τη συμφιλίωση των νικητών και ηττημένων του εμφυλίου πολέμου, των Φρανκιστών και των δημοκρατικών, και αυτό εν τέλει είναι. Οι λεπτομέρειες δεν το απασχολούν και πολύ. Αν, από την μεριά των σταλινικών δημοκρατικών ο Carrillo (Σημ: Ο Σαντιάγο Καρίγιο ήταν ο σκληροπυρηνικός Γενικός Γραμματέας του ΚΚ Ισπανίας από το 1960 ως το 1982) είναι κάπως πιο μοναρχικός από τον Berlinguer (Σημ: Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ανανεωτικός Γ.Γ. του ΚΚ Ιταλίας από το 1972-84). Από την μεριά των πριγκηπόπουλων της άκρας δεξιάς, ο βασιλιάς της Ισπανίας είναι σίγουρα τόσο δημοκρατικός όσο και ο Giscard d’Estaing (σοσιαλιστής πρόεδρος της Γαλλίας από το 1974-81). Αλλά η βαθύτερη αλήθεια του ισπανικού κράτους είναι ότι αποτελεί την ουσιαστική συμφιλίωση των νικητών και της αντεπανάστασης. Έσμιξαν επιτέλους τρυφερά, γνωρίζοντας πια ο καθένας τον άλλον, γνωρίζοντας αυτούς που ήθελε να κερδίσει και αυτούς που ήθελε να χάσουν. Έσμιξαν οι δολοφόνοι του Lorca με του φονιάδες του Nin (Σημ: Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε από τους εθνικιστές του Φράνκο στις 19 Αυγούστου 1936, ο Αντρές Νιν πρωτεργάτης του POUM, πάλι, από σταλινικούς πράκτορες). Όλες οι δυνάμεις που τη στιγμή εκείνη ήταν σε πόλεμο με τη δημοκρατία ή βρίσκονταν στην εξουσία εκείνης τις δημοκρατίας, έχουν μεταλλαχτεί σήμερα στα ίδια τα κόμματα, που μέσα από την νομοθεσία πλέον, συνεχίζουν να μάχονται με διάφορους και αιματηρούς τρόπους για τον ίδιο σκοπό: την εξαφάνιση της προλεταριακής επανάστασης του 1936, της μεγαλύτερης προλεταριακής επανάστασης στην ιστορία, κι ως εκ τούτου αυτή που προεικονίζει καλύτερα την προλεταριακή επανάσταση του μέλλοντος. Η μόνη οργανωμένη δύναμη που είχε την ικανότητα να προετοιμάσει την επανάσταση εκείνη, να την πράξει και, με μικρότερη σίγουρα οξύνοια και αποτελεσματικότητα, να την υπερασπιστεί, ήταν το αναρχικό κίνημα, υποστηριζόμενο από μόνο του, και σε δυσανάλογα μικρό βαθμό, το POUM. Το κράτος και όλοι οι απολογητές του δεν έχουν ξεχάσει αυτές τις φοβερές μνήμες, έτσι αγωνίζονται αδιάκοπα για να τις σβήσουν από τη συνείδηση των ανθρώπων. Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση προτιμά σήμερα ρίχνει μια σκιά πάνω από την ελευθεριακή απειλή. Προτιμά να μιλά για τη GRAPO (Σημ: Grupo de Resistencia Anti-Fascista Primero de Octubre – Ομάδα Αντιφασιστικής Αντίστασης 1 Οκτώβρη: ιδρύθηκε το 1975 σαν ένοπλη πτέρυγα του παράνομου τότε ΚΚ Ισπανίας), η οποία αποτελεί την ιδανική μορφή ενός καλά ελεγχόμενου κινδύνου, μιας και η ομάδα αυτή από το σχηματισμό της ήδη ελεγχόταν από τις μυστικές υπηρεσίες, με τον ίδιο τρόπο που ελέγχονταν οι BR (Brigate Rosse: Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ο Ντεμπόρ αναλύει διεξοδικά τις θέσεις του για τις BR στον πρόλογο της τέταρτης ιταλικής έκδοσης της «Κοινωνίας Του Θεάματος»), ή όπως οι ψευδώνυμες τρομοκρατικές μικροοργανώσεις που επινόησε η γαλλική κυβέρνηση αποδίδοντάς τους κάποιες μικρο-επιθέσεις (Σημ: μεθόδευση του γαλλικού κράτους μάλλον ανάλογη με την εγχώρια περίπτωση του πράκτορα Ντ. Κρυστάλλη ο οποίος σε κάποια φάση τοποθετούσε μέχρι και βόμβες, που φυσικά δεν έσκαγαν, αναλαμβάνοντας την ευθύνη στο όνομα συνήθως ανύπαρκτων οργανώσεων, προβοκάροντας πρακτικά εργατικούς αγώνες που ήταν σε εξέλιξη εκείνη τη στιγμή). Η ισπανική κυβέρνηση, ικανοποιημένη με τη GRAPO μπορούσε πλέον να θέσει σε δεύτερη μοίρα το ζήτημα των βάσκων. Βέβαια, αυτό που θέλουν οι βασκικές οργανώσεις είναι η δημιουργία δικού τους, βασκικού, κράτους, απόσχιση δηλαδή την οποία ούτως ή άλλως θα μπορούσε να αντέξει ο ισπανικός καπιταλισμός. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι ότι οι βάσκοι ξέρουν να υπερασπίζονται τους φυλακισμένους τους, τους οποίους δεν ξεχνούν με τίποτα. Η Ισπανία πάντοτε βασιζόταν σε ένα είδους αλληλεγγύης, κι αν η χώρα των βάσκων δεν νιώθει πια αλληλέγγυα με την Ισπανία, τι θα γίνει αυτή η τελευταία όταν οι βάσκοι αποσχιστούν από αυτήν;

Τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη θα μπορούσαν εύκολα να ανεχτούν μια ανεξάρτητη χώρα των βάσκων. Όμως συγκλονισμένα από το 1968 από μια κοινωνική κρίση χωρίς επιστροφή, είναι εξίσου ενοχλημένα όσο και η Μαδρίτη από την επανεμφάνιση ενός διεθνιστικού επαναστατικού σχεδιασμού στο εσωτερικό τους. Πράγμα που σύμφωνα με τις πιο σύγχρονες μεθόδους κυριαρχίας μεταφράζεται σε: Ακόμη κι αν κάτι υπάρχει, δεν πρέπει να φαίνεται. Τα κράτη αυτά θυμούνται πολύ καλά ποιος ήταν ο ρόλος τους το 1936, εξίσου οι «απολυταρχικοί» της Μόσχας, του Βερολίνου, της Ρώμης, όσο και οι «δημοκρατικοί» του Λονδίνου και του Παρισιού, όλοι σύμφωνοι στην αναγκαιότητα να τσακιστεί η ελευθεριακή επανάσταση, και μερικοί από αυτούς ελαφρά τη καρδία συμφιλιωμένοι με τα ρίσκα ως προς τα κέρδη και τις απώλειες που θα τους αποφέρει στο δευτερευούσης σημασίας μεταξύ τους ανταγωνισμό. Στις μέρες μας κάθε ενημέρωση περνάει μέσα από τα κανάλια του κράτους, επίσημα ή όχι. Ο λεγόμενος δημοκρατικός τύπος νιώθει τόση αγωνία και υποχρέωση για τη συντήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης που δεν χρειάζεται πια να του το υπενθυμίζει η κυβέρνηση. Ο τύπος προσφέρει απλόχερα τις υπηρεσίες του στην κυβέρνηση, σε κάθε κυβέρνηση, προπαγανδίζοντας παντού το ακριβώς αντίθετο από την απάντηση σε κάθε ερώτημα, μιας και οι απαντήσεις ακόμη κι από το πιο ασήμαντο ερώτημα αποτελούν πλέον απειλή για την κυρίαρχη τάξη (Σημ: ιδέα που επαναλαμβάνεται και στο 6ο κεφάλαιο της «Πειστικής έρευνας σχετικά με την τελευταία ευκαιρία να σωθεί ο καπιταλισμός στην Ιταλία» του Sanguinetti). Όπως και να έχει δεν υπάρχει κάποιο πραγματικό πεδίο να τα καταφέρνουν καλύτερα ο αστικός και ο γραφειοκρατικός τύπος περισσότερο από την απόκρυψη της επαναστατικής δράσης.

Όσο για την αναδημιουργημένη CNT στο θέμα αυτό είναι τελείως αναίσχυντη. Δεν είναι από αδιαφορία ή από σύνεση που το χει βουλώσει. Οι ηγέτες της CNT θέλουν να αποτελέσει τον πόλο γύρω από τον οποίο οι ελευθεριακοί θα οργανώνονται σε μια συνδικαλιστική βάση, με τρόπο τέτοιο που να τους καθιστά αποδεκτούς από την κυρίαρχη τάξη. Οι σύντροφοι που κατέφυγαν στην απαλλοτρίωση, για αυτό και μόνο αποτελούν έναν διαφορετικό πόλο οργάνωσης. Παραμένουν λογικοί, όταν οι άλλοι αυταπατώνται. Ο καθένας τους είναι το απόσταγμα της δράσης του, και μπορούμε να τους κρίνουμε εξετάζοντας τη σημασία και το αποτέλεσμα των δράσεων του καθενός. Αν, κατά τη διάρκεια που οι απαλλοτριωτές σύντροφοι ήταν στη φυλακή, κάποιος έβλεπε τη CNT να διεξάγει μαζικούς επαναστατικούς αγώνες, τότε θα μπορούσε ίσως να συμπεράνει ότι οι σύντροφοι ήταν πράγματι ανίδεοι και τυχοδιώκτες, κι επιπλέον ότι η CNT έδρασε με αξιοπρέπεια υπερασπιζόμενη τους απαλλοτριωτές αυτούς, παρά τις διαφορές της μαζί τους. Αλλά αντί γι αυτό, το μόνο που βλέπουμε είναι η CNT να αρκείται στο να μαζέψει μερικούς νεόπτωχους του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού, πράγμα το οποίο δεν είναι και καμιά πρωτοπορία, (είναι ίσως οι νέοι Βουρβόνοι (Σημ: μακρόβιος οίκος μοναρχών της παλιάς Ευρώπης); Ο νέος Βοναπάρτης;) Εν τέλει ήταν το επαναστατικό προλεταριάτο που δημιούργησε τη CNT κι όχι το αντίθετο.

Όταν η δικτατορία έκρινε ότι ήρθε ο καιρός για να ανανεωθεί εν μέρει, πολλοί έσπευσαν να επωφεληθούν από την νομιμοποίηση. Όμως οι αυτόνομοι σύντροφοι αποφάσισαν άμεσα ότι θα ήταν τουλάχιστον εξευτελιστικό, να αρκεστούν σε κάτι τέτοιο. Ζητούσαν τα πάντα, μιας και μετά από 40 χρόνια αντεπανάστασης, τίποτα δε θα μπορούσε να ξεπλύνει το αίμα εκτός από την αυτό-επιβεβαίωση και τον θρίαμβο της ολικής επανάστασης. Ποιος μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του ελευθεριακό, όταν δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτούς τους απογόνους του Durruti; (Σημ: Ο αναρχικός Buenaventura Durruti, που σκοτώθηκε στο μέτωπο κάτω από σκοτεινές συνθήκες στις 20 Νοέμβρη 1936, έγινε μια αγαπημένη αναφορά της Καταστασιακής Διεθνούς(I.S.) από τις θεωρητικές αναζητήσεις τους του 1957. Το 1966 δημοσιεύτηκε και κυκλοφόρησε ευρέως το κόμικ: η επιστροφή της ταξιαρχίας Durruti).

Οι οργανώσεις περνούν αλλά η αγάπη για την εξέγερση μένει. Ποιος σ έχει αντικρίσει και δε σε θυμάται για πάντα; (Σημ: στα ισπανικά στο πρωτότυπο). Σήμερα οι ελευθεριακοί είναι πολλοί στην Ισπανία και αύριο θα είναι ακόμη περισσότεροι. Και, το σπουδαιότερο, η πλειοψηφία τους και η πλειοψηφία των ελευθεριακών εργατών συγκαταλέγονται στους «incontrollados». Ακόμα περισσότερο, ότι νέοι άνθρωποι όπως και παντού στην Ευρώπη ήδη συμμετέχουν σε έναν εξειδικευμένο αγώνα ενάντια σε μια όψη, σύγχρονης ή αρχαιότερης, αυτής της καταπιεστικής κοινωνίας. Οι αγώνες αυτοί είναι απαραίτητοι: Τι καλό έχει μια επανάσταση όταν οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι δεν είναι ελεύθεροι; Τι καλό θα είχε αν μια μέρα απελευθερωνόμασταν από την κατεστημένη κι εξουσιαστική εξειδίκευση, αν η ανεπανόρθωτη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος έθετε νέους περιορισμούς στην ελευθερία μας. Την ίδια στιγμή, ανάμεσα σε αυτούς που συμμετέχουν σοβαρά σε εξειδικευμένους αγώνες, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι εισπράττει αληθινή ικανοποίηση από τις διεκδικήσεις του όσο δεν έχει διαλυθεί το ίδιο το κράτος. Κι αυτό γιατί όλες αυτές οι εξειδικευμένες, πρακτικές αντιφάσεις είναι ο λόγος ύπαρξης του κράτους.

Δεν θα αγνοήσουμε το γεγονός ότι πολλοί ελευθεριακοί ήρθαν σε διαφωνία με πολλούς από αυτούς τους αυτόνομους συντρόφους, και δε θέλουν να δώσουν την εντύπωση ότι παραδέχονται έτσι την ήττα τους, παρατούν την υπεράσπιση των συντρόφων. Ε λοιπόν, κανείς δε συζητά για τις σωστές και τις λάθος στρατηγικές με συντρόφους όταν είναι στη φυλακή. Για να ξεκινήσει αυτή η ενδιαφέρουσα συζήτηση πρέπει κατ αρχήν να πάρουμε τους συντρόφους μας πίσω, στο δρόμο. Νομίζουμε ότι αυτές οι διαφωνίες, που τροφοδοτούμενες συχνά από τη παραπληροφόρηση, διατρέχουν τον κίνδυνο να επιτρέψουν σε κάποιους αυτοαποκαλούμενους επαναστάτες να θεωρήσουν την υπόθεση αυτή σαν αδιάφορη, έχουν τέσσερις αιτίες: 1: κάποιοι ελευθεριακοί, που βλέπουν τα πράγματα με λιγότερη αδιαφορία και με μεγαλύτερη συμπάθεια, ενδέχεται να έχουν μια πιο αισιόδοξη προοπτική της παρούσας κατάστασης στην Ισπανία. 2: κάποιοι άλλοι δεν συμφωνούν με τις μορφές που πήρε ο αγώνας των αυτόνομων ομάδων. 3: κάποιοι ίσως πιστεύουν ότι οι φυλακισμένοι σύντροφοι δεν μπορούν να έχουν μια υπεράσπιση βασισμένη σε ηθική ή νομικιστική βάση, και 4: κάποιοι ίσως νιώθουν ότι δεν έχουν επαρκή μέσα παρέμβασης. Νομίζουμε ότι όλα αυτά μπορούν να εκμηδενιστούν εύκολα.

Αυτοί που περιμένουν μια νέα βελτίωση του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος στην Ισπανία έχουν ολοφάνερα τις περισσότερες αυταπάτες. Κάθε ευχαρίστηση που επιτρέπει η δημοκρατία έχει δει ήδη τις καλύτερες μέρες της, πράγμα γενικά αντιληπτό. Κατά συνέπεια, τα πάντα θα χειροτερέψουν στην Ισπανία όπως και παντού. Οι ιστορικοί γενικά συμφωνούν πως αυτό που γέννησε μια εκατονταετή επαναστατική κατάσταση στην Ισπανία, ήταν η ανικανότητα της άρχουσας τάξης να ανεβάσει το επίπεδο της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης στο επίπεδο των πιο προηγμένων χωρών της Ευρώπης και των ΗΠΑ, χώρες με μακρές περιόδους κοινωνικής ειρήνης. Κι όμως. Η Ισπανία θα ξαναγίνει επαναστατική και για τον νέο λόγο που έχει πλέον, παρά την εκσυγχρονιστική άρχουσα τάξη που ανέλαβε την μετα-φρανκική Ισπανία και αποδεικνύεται πιο ικανή στη βελτίωση των γενικών συνθηκών του σύγχρονου καπιταλισμού, και θα το κάνει τόσο αργά, την ακριβή στιγμή που τα πάντα θα αποσυντίθενται. Παντού ο καθένας βρίσκει τη ζωή των ανθρώπων και τη σκέψη των αρχόντων τους να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, και τόσο το χειρότερο για την δυστυχισμένη «Κοινή Αγορά» στην οποία όλοι οι γαλλικού τύπου εξουσιαστές υπόσχονται να σας οδηγήσουν σαν να πρόκειται για κάποιο τοπικό πανηγύρι. Η εξουσιαστική παραγωγή ψεμάτων διογκώνεται στο βαθμό της κοινωνικής σχιζοφρένειας, η προλεταριακή συνθήκη διαλύεται, κάθε κοινωνική τάξη είναι ατελής. Η Ισπανία δεν θα είναι ποτέ ειρηνική, μιας και στον υπόλοιπο κόσμο η ειρήνη είναι νεκρή. Ένα καθοριστικό στοιχείο στην προδιάθεση της Ισπανίας για αταξία υπήρξαν ασφαλώς το αυτόνομο ελευθεριακό πνεύμα που είναι τόσο δυνατό στο προλεταριάτο. Αυτή η τάση είναι ακριβώς εκείνη στην οποία η ιστορία του αιώνα μας χάρισε έναν σκοπό, και είναι αυτή που επανεμφανίζεται παντού, διότι παντού αντικρίζουμε τη διαδικασία μετατροπής του σύγχρονου κράτους σε απολυταρχικό, και οι θλιβερές συνέπειες του κανιβαλισμού του εργατικού κινήματος, κυριαρχούμενου από εξουσιαστικές και κρατιστικές γραφειοκρατίες. Έτσι τη στιγμή που οι επαναστάτες όλων των χωρών, σε αυτό το ζήτημα, γίνονται ισπανοί, δεν μπορείτε να σκεφτείτε να γίνετε κάτι άλλο. Μπορούμε κάλλιστα να κατανοήσουμε την αντίρρηση που αφορά καθαρά το επίπεδο στρατηγικής. Μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί, αν το να λεηλατούμε τράπεζες για να προμηθευτούμε χρήματα να αγοράσουμε εκτυπωτές, που χρειαζόμαστε για να εκδίδουμε ανατρεπτικά κείμενα, αποτελεί τον πιο πρακτικό και αποτελεσματικό τρόπο δράσης. Σε κάθε περίπτωση, οι σύντροφοι αυτοί έχουν πληρώσει ένα δυσανάλογο τίμημα για τη δική τους αποτελεσματικότητα: Ρίχτηκαν στη φυλακή, επειδή διεξήγαγαν το πρόγραμμα δράσης που σχεδίασαν, για πολύ καιρό και χωρίς κανένα δισταγμό. Υπηρέτησαν πολύ καλά τους σκοπούς της επανάστασης, στην Ισπανία και σε όλον τον κόσμο, ακριβώς γιατί δημιουργούν ένα φανερό, πρακτικό πεδίο δράσης που επιτρέπει σε όλους τους ελευθεριακούς που διατρέχουν την Ισπανία, να δουν και να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους στον αγώνα για την απελευθέρωσή τους. Με την πρωτοβουλία τους, αυτοί οι σύντροφοι σας γλίτωσαν από τον κόπο της αναζήτησης, σε μακρές και δύσκολες θεωρητικές συζητήσεις, του καλύτερου τρόπου να ξεκινήσεις τη δράση. Δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη αρχή, μιας και είναι πολύ οξεία στην θεωρία και πολύ καλή στην πρακτική Συγκεκριμένοι ελευθεριακοί, έχουν ίσως την εντύπωση ότι, σε νομικό επίπεδο, η βαρύτητα των ποινών καθιστά την υπεράσπιση των συντρόφων πιο δύσκολη. Αντιθέτως, εμείς νομίζουμε ότι είναι η βαρύτητα των ποινών αυτών που διευκολύνει κάθε καλά-υπολογισμένη πράξη. Οι ελευθεριακοί δεν μπορούν, σαν θέμα αρχής, να δίνουν αξία σε κάθε νόμο του κράτους, και ιδιαίτερα όταν μιλάμε για το ισπανικό κράτος: Αναλογιζόμενοι την νομιμότητα της καταγωγής του, και όλης της ακόλουθης συμπεριφοράς του, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργήσει αξιοπρεπώς, εκτός ίσως αν δοθεί μια μόνιμη αμνηστία, μια για πάντα. Αυτό είναι και που το κάνει τόσο αξιομίσητο: η καταλήστευση των φτωχών, που παίρνει την μορφή όλων των ελεεινών νόμων της οικονομίας, που θα διαλυθούν μόνο με την απόλυτη καταστροφή του πραγματικού εδάφους στο οποίο κινούνται: την εγγύηση ότι ένας φτωχός δε θα πλησιάσει ποτέ έναν τραπεζίτη. Έτυχε έτσι σε μια αντιμετώπιση που βγήκαν τα όπλα, να σκοτωθεί ένας φρουρός. Η ανθρωπιστική απαξίωση της δικαιοσύνης που εξεγέρθηκε, φάνηκε ύποπτη σε μια χώρα στην οποία οι βίαιοι θάνατοι είναι τόσο συχνοί. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι άνθρωποι πεθαίνουν όπως στο Casas Viejas ή στις άμμους του Badajoz (Σημ: η εξέγερση των κατοίκων του Casas Viejas καταπνίγηκε στο αίμα στις 8 Γενάρη του 1933, στις 14 Αυγούστου 1936 τα στρατεύματα των εθνικιστών έσφαξαν όλους τους αντιφασίστες του Badajoz). Σε άλλες εποχές, σε συμφωνία με τις τεχνολογικές ανάγκες αύξησης της κερδοφορίας, μπορείς να πεθάνεις ακαριαία, όπως οι 200 καταληψίες που κάηκαν μέχρι θανάτου στο Los Alfaques ή οι 70 αστοί που θάφτηκαν στην πλαστική πολυτέλεια ενός μεγάλου ξενοδοχείου της Σαραγόσα. Ή μήπως οι «τρομοκράτες» σύντροφοί μας είναι υπεύθυνοι και γι αυτές τις σφαγές; Όχι, όπως δεν είναι υπεύθυνοι και για την μόλυνση του κόλπου του Μεξικού, μιας και το πλημμέλημα (Σημ: σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου που απενοχοποιούσε τους εφοπλιστές) αυτό διαπράχτηκε όσο ήταν ήδη στη φυλακή.

Το ζήτημα δεν είναι μια νομικίστικη υπόθεση. Είναι απλά ζήτημα κοινωνικών συσχετισμών. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση έχει εκδηλώσει το φανερό της ενδιαφέρον να κλείσει όλα τα στόματα σχετικά με την υπόθεση των συντρόφων, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε γι αυτούς με τρόπο τέτοιο που η αναγκάσει την κυβέρνηση να συμπεράνει ότι είναι άμεσο συμφέρον της να τους απελευθερώσει, και να μην τους κρατά στη φυλακή. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση θέλει να φτάσει στην ίδια κατάληξη, αλλά μέσω της δικαστικής οδού, να φτάσει δηλαδή ακόμα και στο επίπεδο να μειώσει τις ποινές των συντρόφων στην προφυλάκισης, με το να δοθεί μια αμνηστία ή να μπορέσουν οι σύντροφοι να δραπετεύσουν είναι ασήμαντο. Ωστόσο, πρέπει να επιμείνουμε στο γεγονός ότι, αν δεν υπάρξει ένα κίνημα υποστήριξης των συντρόφων αυτών που θα μπορέσει να εκφραστεί δυναμικά και με ικανοποιητική απειλή, μια απομονωμένη δραπέτευση είναι επικίνδυνη: Ξέρουμε όλοι τον «νόμο των φυγάδων» (Σημ. Είναι γνωστή η παγκόσμια συνήθεια της αστυνομίας να πυροβολεί τους δραπέτες εν ψυχρώ) και θα γίνουμε μάρτυρες της εφαρμογής του αρκετές φορές ακόμα.

Σύντροφοι, δεν μας επιτρέπεται να προτείνουμε σε σας, που ζείτε εκεί (στην Ισπανία) και μπορείτε να ζυγίσετε ώριμα τις δυνατότητες και τα ρίσκα, ανάσα προς ανάσα, να κάνετε αυτό-αυτό-κι αυτό, σε πρακτικό επίπεδο. Δεδομένου ότι η επείγουσα αίτηση για την απελευθέρωση των ελευθεριακών αυτών τίθεται κεντρομετωπικά, κάθε μορφή δράσης είναι καλή, κι όσο μεγαλύτερο το σκάνδαλο τόσο το καλύτερο. Συνδεόμενοι σε ομάδες συγγενείας, μπορείτε ανάλογα με τα γούστα και τις ευκαιρίες, να εξερευνήσετε ή να επεκτείνετε κάθε μέσο δράσης που έχει χρησιμοποιηθεί σε άλλες εποχές ή με το οποίο μπορούμε να πειραματιστούμε, εκτός από το να ξεπέσουμε στην αθλιότητα των αξιοσέβαστων καμπανιών που διοργανώνονται παντού, καθόλου παράδοξα, από τα αριστερίστικα εκλογικά κόμματα. Είναι φυσικά παντελώς άχρηστο να συντονιστούν τέτοιες αυτόνομες δράσεις. Είναι αρκετό που θα συμπίπτουν στον ίδιο συγκεκριμένο σκοπό, προπαγανδίζοντάς τον και πολλαπλασιαζόμενες ολοένα. Και όταν ο συγκεκριμένος αυτός στόχος θα έχει επιτευχθεί, θα διαφανεί η ύπαρξη ενός ενεργού ελευθεριακού ρεύματος που επανεμφανίστηκε, και που θα αναγνωρίσει και θα μάθει τον εαυτό του. Έτσι θα ξεκινήσει ένα γενικευμένο κίνημα, που θα μπορεί να συντονιστεί καλύτερα και να φτάσει ένα όλο και διογκούμενο φάσμα στόχων. Ένας πρώτος στόχος είναι να παθιαστεί η χώρα με την υπόθεση αυτή, ικανοποιητική συνθήκη για να γίνει ευρύτερα γνωστή η ύπαρξη ενός επαναστατικού ελευθεριακού κινήματος στην Ισπανία, υποχρεώνοντας τους ανθρώπους να μάθουν για τους κρατούμενους αυτούς και τη δύναμη αυτών που τους υποστηρίζουν. Είναι απαραίτητο τα ονόματα των κρατουμένων αυτών να γίνουν ευρύτατα γνωστά σε κάθε χώρα στην οποία οι προλετάριοι εξεγείρονται ενάντια στο κράτος, από τους εργάτες που ξεκινούν τεράστιες επαναστατικές απεργίες στην Πολωνία, μέχρι αυτούς που σαμποτάρουν την παραγωγή στα εργοστάσια της Ιταλίας και τους ανυπότακτους που ζουν στη σκιά των Μπρεζνιεφικών ψυχιατρικών κελιών ή στις φυλακές του Πινοτσέτ. Μιας και υπάρχουν, δυστυχώς, πολλά ονόματα για να απαριθμούμε, κρίμα, πόσο πολλοί νιώθουν σαν τον Puig Antich στο σβέρκο τους την πίεση της αγχόνης ή το βάρος 40 ή 50 ετών φυλάκισης σύμφωνα με τα σχέδια της κυβέρνησης, πρέπει προς στιγμή να περιοριστούμε στα ονόματα των ενόχων, ενάντια στους οποίους η δικαιοσύνη έχει ζητήσει ή ήδη επιβάλλει ποινές άνω των 20 χρόνων. Gabriel Botifoll Gomez, Antonio Cativiela Alfos, Vicente Dominguez Medina, Guillermo Gonzalez Garcia, Luis Guillardini Gonzalo, Jose Hernandez Tapia και Manuel Nogales Toro. Πρέπει όμως να γίνεται σαφές ότι ζητάμε επίσης την απελευθέρωση και των υπολοίπων, ακόμα και για τους αθώους.

Το πρώτο βήμα είναι να κάνουμε το ζήτημα ευρέως γνωστό. Να το αποτρέψουμε απ το να ξεχαστεί, διαδηλώνοντας όλο και πιο δυναμικά μια αυξανόμενη ανυπομονησία. Τα μέσα θα πολλαπλασιαστούν όσο το κίνημα βρίσκει το δρόμο του. Ακόμα κι ένα μικρό εργοστάσιο θα μπορούσε να απεργήσει για μια μέρα, σε υποστήριξη των κρατουμένων, πράγμα που ίσως γινόταν πρότυπο και για την υπόλοιπη χώρα. Αυτό που πρέπει να κάνετε άμεσα είναι να γνωστοποιήσετε ευρέως τη παραδειγματική τους στάση, και η μισή μάχη έχει νικηθεί. Αμέσως, πρέπει να εμποδίσετε τον καθένα να φτάσει στο φοιτητικό αμφιθέατρο, στη σκηνή του θεάτρου ή στο επιστημονικό εργαστήριο χωρίς να περάσει από έναν κατακλυσμό μηνυμάτων που του θέτουν την ερώτηση: Τι γίνεται με τους συντρόφους μας; Και Πότε επιτέλους θα απελευθερωθούν; Κανείς να μην μπορεί να περπατήσει στους δρόμους χωρίς να έρχεται παντού αντιμέτωπος με τα ονόματα των συντρόφων, χωρίς να εκτίθεται στα τραγούδια γι αυτούς που πρέπει να ακουστούν παντού.

Σύντροφοι, αν τα επιχειρήματά μας σας ακούγονται σωστά, αναπαράγετε και διανείμετε αυτό το κείμενο άμεσα και με κάθε μέσο που διαθέτετε ή μπορείτε να βρείτε. Κι αν όχι, πετάξτε το μακριά τώρα, κι αρχίστε να δημοσιεύετε νέα, καλύτερα! Γιατί είναι πέραν αμφιβολίας ότι έχετε το δικαίωμα να κρίνετε τα επιχειρήματά μας ανελέητα. Αλλά αυτό που είναι πέραν πάσης αμφιβολίας είναι ότι η σκανδαλώδης πραγματικότητα που προσπαθήσαμε να σας εκθέσουμε δεν είναι αντικείμενο της κριτικής σας, αντιθέτως θα σας κρίνει η ίδια, σφοδρότατα.

Χαιρετισμούς

Ζήτω η κοινωνική αναταραχή!

Οι φίλοι της Διεθνούς, 1 Σεπτέμβρη 1980

Πηγές:

Comunicados de los Grupos Autónomos encarcelados en la prisión de Segovia (1978-1980), Madrid 1980

CO.P.E.L, butrones y otras aportaciones de Grupos Autónomos – DESORDEN distro, Valencia 2004

Telesforo Tajuelo : El MIL, Puig Antich y los GARI – ed. Ruedo Ibérico, 1977

Το κείμενο του Ντεμπόρ καθώς και άλλες πληροφορίες βρέθηκαν στο διαδίκτυο.

* Η παρούσα έκδοση κυκλοφορεί χέρι- με- χέρι, χωρίς αντίτιμο, αμφισβητώντας στοιχειωδώς το εμπόρευμα και τους κοινωνικούς ρόλους που αξιώνει αυτό (παραγωγός- καταναλωτής- μεσάζοντας). Αυτό είναι και το ελάχιστο που περιμένει από τον αναγνώστη, που δε θέλει να παραμείνει τέτοιος (καταναλωτής στην ουσία). Κατά συνέπεια, κάθε ανατύπωση, διάδοση, κριτική κλπ είναι επιθυμητή, και δικαιώνει κατά κάποιο τρόπο την υπόθεση της έκδοσης και όχι μόνο.

Διαβάστε επίσης: για το αυτόνομο κίνημα στην Ισπανία

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ – έντυπο Ασύμμετρη Απειλή

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΠΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΟΜΗΣ ΜΕ ΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ

Μια πράξη, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, ποτέ δεν είναι αυτή καθ’ αυτή επαναστατική. Είναι το υποκείμενο που νοηματοδοτεί την ενέργεια, που την κάνει επαναστατική ή οτιδήποτε άλλο (φυσικά, θα πρέπει να υπάρχει και μια αυτονόητη αντιστοιχία της πράξης με τη νοηματοδότησή της). Άλλο νόημα θα έχει ο εμπρησμός μιας αλβανικής τράπεζας, παράδειγμα, εάν οι δράστες είναι ναζί κι άλλο νόημα εάν οι δράστες είναι αναρχικοί . Το ίδιο συμβαίνει και με τις ληστείες. Έχοντας σαν πυξίδα αυτή τη διαπίστωση, ας αποπειραθούμε να κατηγοριοποιήσουμε το φαινόμενο της ληστείας. Χονδρικά, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τη ληστεία σε τρία “είδη”: η κοινή ληστεία, η “κοινωνική” ληστεία και η επαναστατική ληστεία. Φυσικά, η κατάταξη αυτή δεν περιορίζει το φαινόμενο σε αυστηρά οριοθετημένα σύνορα. Υπάρχουν τόσο οι υβριδικές καταστάσεις, αλλά και η μεταπήδηση από τη μια κατηγορία στην άλλη.
Ο «κοινός» ληστής (είτε ληστεύει τράπεζες, είτε περίπτερα), ανήκει στον υπό-κοσμο, στην αντι-κοινωνία. Είναι, δηλαδή, η ίδια η κοινωνία που κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέφτη και βλέπει το είδωλό της ανεστραμμένο. Όπως ο μέσος μικροαστός θέλει να πλουτήσει ή να ανελιχθεί στην κοινωνική κλίμακα, έτσι και ο παράνομος κάνει το ίδιο με άλλα μέσα. Δημιουργεί μια αντίστοιχη ιδιότυπη ταξική και ιεραρχική αντι-κοινωνία, με τους δικούς της νόμους, τη δική της ηθική και τα δικά της έθιμα. Στην ουσία τους, όμως, η νόμιμη κοινωνία και η παράνομη αντι-κοινωνία, είναι δίδυμα αδέρφια.
Από την άλλη η κοινωνική ληστεία είναι σάρκα από τη σάρκα της αγροτικής κοινωνίας που τη γέννησε. Ο κοινωνικός ληστής δε συγκροτεί μια παράλληλη παράνομη αντι-κοινωνία, αντίθετα συμμετέχει στην κοινωνική ζωή σαν κανονικό μέλος της κοινότητας. Ο μαρξιστής ιστορικός Eric Hobsbawm αναφέρει σχετικά με τη σχέση του κοινωνικού ληστή με το χωρικό:
«Το ουσιαστικό στοιχείο, όσον αφορά τους κοινωνικούς ληστές, είναι το γεγονός ότι είναι εκτός νόμου και θεωρούνται κακούργοι από το φεουδάρχη και το κράτος, ενώ συγχρόνως παραμένουν μέσα στην επαρχιακή κοινωνία και θεωρούνται από τους κατοίκους ήρωες, προστάτες, εκδικητές, αγωνιστές για τη δικαιοσύνη, αρχηγοί απελευθερωτικών κινήσεων….
Η σχέση αυτή που ενώνει τον κοινό χωρικό με τον επαναστάτη, τον παράνομο και το ληστή κάνει ενδιαφέρον και σημαντικό το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας. Επί πλέον την ξεχωρίζει από δύο άλλους τύπους ληστείας στην ύπαιθρο, δηλ. από τη δραστηριότητα ενόπλων ομάδων επαγγελματικού τύπου ή από τους απλούς κλέφτες και από εκείνες της κοινωνίες, όπως πχ των Βεδουίνων, για τις οποίες οι επιδρομές είναι κανόνας ζωής».

Για τον κοινωνικό ληστή, ο απλός χωρικός δεν είναι “φυσική λεία”, ενώ ο χωρικός δε θεωρεί τον κοινωνικό ληστή ως “πραγματικό ληστή”: «ένας κοινωνικός ληστής δε θα βάλει ποτέ χέρι στη σοδειά του χωρικού. Στου τσιφλικά, όμως, οπωσδήποτε». Είναι χαρακτηριστική η αυτοπεριγραφή του Ιταλού ληστή Μάρκο Σιάρρα, που θεωρούσε τον εαυτό του ως μαστίγωμα του θεού, σταλμένου εναντίον των τοκογλύφων και αυτών που κατέχουν μη παραγωγικές εργασίες. Άλλωστε, ένα μεγάλο κομμάτι των κλοπιμαίων επιστρέφει στην αγροτική κοινότητα: ο ληστής χτίζει εκκλησίες ή τεμένη (αφού μοιράζεται τις ίδιες ηθικές και θρησκευτικές αντιλήψεις με την κοινότητα), παντρεύει τις φτωχές κοπέλες, χρηματοδοτεί ακόμα και δημόσια έργα! Πολλές φορές μάλιστα, δίνει λεφτά σε φτωχές οικογένειες. Ο Πάντσο Βίλλα μοίρασε τη λεία της πρώτης του ληστείας ως εξής: 5000 πέσος στη μητέρα του, 4000 σε συγγενείς, αγόρασε ένα ραφτάδικο σε ένα φτωχό, για να συντηρήσει την οικογένειά του, βοήθησε άλλον ένα φτωχό για να κρατήσει το μαγαζί του και ότι περίσσεψε το ξόδεψε σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Ο περουβιανός Λουίς Πάρδο, μοίραζε χούφτες με ασημένια νομίσματα, σεντόνια, σαπούνια, μπισκότα, κεριά κλπ Για τον Ντιέγο Κοριέντες της Ανδαλουσίας, έλεγαν ότι «κλέβει τον πλούσιο, βοηθά το φτωχό και δε σκοτώνει κανένα» και για τον Μπίλλυ δε Κιντ στη Ν.Δ. Αμερική: «ήταν καλός με τους μεξικανούς. Έμοιαζε με τον Ρομπέν των δασών. Έκλεβε από τους λευκούς και έδινε στους μεξικανούς». Ο Τζέσση Τζαίημς, αφού δάνεισε 800 δολάρια σε μια χήρα, για να πληρώσει το χρέος της σ’ έναν τραπεζίτη, ύστερα λήστεψε την τράπεζα και πήρε πίσω τα χρήματα.
Οι πράξεις αυτές έκαναν τους ληστές ιδιαίτερα αγαπητούς στο λαό. Ακόμα και οι ιδιοκτήτες κτημάτων, προτιμούσαν να έχουν πάρε-δώσε με ληστές παρά με την αστυνομία. Ένας βραζιλιάνος κτηματίας το 1930, έλεγε:
«προτιμώ να έχω να κάνω με ληστές, παρά με την αστυνομία. Η αστυνομία είναι ένα μπουλούκι σκυλοφονιάδων, που έρχονται από την πρωτεύουσα με την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι της επαρχίας προστατεύουν τους ληστές. Νομίζουν ότι γνωρίζουμε όλες τις εξόδους αποδράσεώς τους. Έτσι ο κύριος στόχος τους είναι αν αποσπάσουν ομολογίες με κάθε μέσο…
Και οι ληστές; Οι ληστές συμπεριφέρονται σα ληστές… Αν εξαιρέσουμε μερικούς που είναι πραγματικά σκληροί, δεν κάνουν κακό, παρά μόνο όταν τους κυνηγά η αστυνομία».

Ο κοινωνικός ληστής, παρ’ ότι έχει πολλά κοινά σημεία με τον κοινωνικό επαναστάτη, έχει και πολλές σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ο κοινωνικός ληστής δεν έχει σα στόχο τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά είναι μια φιγούρα ατομικής εξέγερσης, μια πρωτόγονη μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας, προάγγελος και δυναμικό εκκολαπτήριο της εξέγερσης (σύμφωνα με τον Hobsbawm). Ο κοινωνικός ληστής είναι πάνω απ’ όλα εκδικητής:
«Εκδίκηση για προσωπική ταπείνωση, εκδίκηση και για εκείνους που καταπιέζουν τους άλλους. Το Μάη του 1744, ο αρχιληστής Ολέσκα Ντόβμπους χτύπησε το σπίτι του άρχοντα (σ.σ. σκληρού φεουδάρχη) Κονσταντίν Ζλοτίνσκι. Του βαλε τα χέρια πάνω στη φωτιά μέχρι να καούν, του βαλε δαυλιά αναμμένα πάνω στο δέρμα και δεν ήθελε να ακούσει για εξαγορά. “Δεν ήρθα εδώ για τα λεφτά σου αλλά για την ψυχή σου, γιατί αρκετά βασάνισες τόσο κόσμο”.»
Το σύνηθες πρότυπο του κοινωνικού ληστή είναι το εξής : μετά από μια άδικη δίωξη ή μετά από μια εγκληματική και βάναυση συμπεριφορά των τοπικών αρχών (μερικές φορές μετά και από έγκλημα τιμής), ο αγρότης βγαίνει στο βουνό και γίνεται ληστής, παίρνοντας όχι μόνο προσωπική εκδίκηση, αλλά και εκδίκηση εξ ονόματος όλης της κοινότητας. Η ιστοριογραφία βρίθει με περιπτώσεις εκδίκησης απέναντι σε τοπικούς άρχοντες, όπως η παραπάνω. Οι Ρώσοι ευγενείς, προς το τέλος του 18ου αιώνα, χαρακτήριζαν τους ληστές ως «κτήνη με ανθρώπινη μορφή, έτοιμοι να βεβηλώσουν κάθε τι ιερό, να σκοτώσουν, να λεηλατήσουν, να κάψουν, να βιάσουν τη θέληση του Κυρίου και τους νόμους του Κράτους». Η γνώμη, όμως, των τοπικών κοινοτήτων ήταν τελείως διαφορετική:
«Ο κλέφτης ανήκει στη μια πλευρά της κοινωνίας, εκείνη των φτωχών και των καταπιεσμένων. Μπορεί είτε να αφομοιωθεί απ’ την επανάσταση του χωρικού ενάντια στον αφέντη, της παραδοσιακής κοινωνίας ενάντια στη σύγχρονη, των περιθωριακών κοινοτήτων ή εκείνων της μειοψηφίας ενάντια στην ένταξή τους μέσα σε ένα πιο πλατύ σύστημα…»
Εδώ υπάρχει ένα κομβικό σημείο: ο κοινωνικός ληστής, ως άτομο πλήρως ενταγμένο στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία, είναι “παραδοσιακός επαναστάτης”. Η εξέγερσή του δεν αποσκοπεί στο μετασχηματισμό, αλλά στην επιστροφή πίσω στη ζωή των μικρών αγροτικών κοινοτήτων. Άλλωστε, στερούμενος από θεωρητική βάση, δεν πολεμούσε την εκμετάλλευση, αλλά την υπερ-εκμετάλλευση, δεν πολεμούσε την εξουσία, αλλά την κατάχρησή της:
«Προσπαθεί να παγιώσει το δίκιο ή τις “παλιές συνήθειες”, δηλ. τις δίκαιες σχέσεις στο εσωτερικό μιας καταπιεσμένης κοινωνίας. διορθώνει τα στραβά όπως θα λέγαμε. Δεν προσπαθεί να δημιουργήσει μια κοινωνία που να βασίζεται πάνω στην ελευθερία και την ισότητα. Οι ιστορίες που λέγονται γι αυτόν δείχνουν μέτριους θριάμβους , όπως πχ σώζει το κτήμα μιας χήρας, σκοτώνει έναν τοπικό τύραννο, ελευθερώνει έναν κρατούμενο κι εκδικείται έναν άδικο φόνο. Το πολύ-πολύ, κι αυτό συμβαίνει σπάνια,- όπως ο Βαρνταρέλλι στην Απούλια της Ιταλίας, να διατάζει τους παραγωγούς να δίνουν ψωμί στους εργάτες τους, να επιτρέπουν στους φτωχούς να συλλέγουν τη σπορά ή μπορεί και να μοιράσει δωρεάν αλάτι, κι έτσι να περιορίσει τους φόρους…»
Αυτή η ταύτιση του κοινωνικού ληστή με την κοινότητα, τον οδηγεί σε πόλεμο κυρίως με την τοπική εξουσία και λιγότερο με την κεντρική εξουσία (η οποία κάνει ελάχιστες εμφανίσεις στις κλειστές αγροτικές κοινότητες). Στο λαϊκό φαντασιακό, η κεντρική εξουσία αγνοεί τη βαναυσότητα και την ασυδοσία της τοπικής εξουσίας. Το παράδειγμα του Ρομπέν των Δασών, συμπυκνώνει τα βασικότερα στερεότυπα της κοινωνικής ληστείας, ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και η αποενοχοποίηση της κεντρικής εξουσίας για τα εγκλήματα των φεουδαρχών και των τοπικών αρχόντων. Ο βασιλιάς Αρθούρος συμπυκνώνει όλα τα χαρίσματα του καλοκάγαθου βασιλιά, ο οποίος αγνοεί τη βαναυσότητα του σερίφη του Νοτιγχαμ. Με λίγα λόγια, η κοινωνική ληστεία δεν έρχεται σε ρήξη με τους θεσμούς, αλλά με τους φορείς των θεσμών. Πολλές φορές μάλιστα, αναλαμβάνουν να υποκαταστήσουν το κενό της «φιλολαϊκής και πεφωτισμένης ηγεσίας». Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Γκουτζάρ στην Ινδία. Οι Γκουτζάρ είχαν μια ισχυρή παράδοση ανεξαρτησίας και παρανομίας. Το 1824 «τα πιο τολμηρά πνεύματα της Σαρχανπούρ, παρά να πεθάνουν από την πείνα, σχημάτισαν ομάδα υπό την αρχηγεία ενός ληστή με το όνομα Κάλλουα». Ο Κάλλουα, ντόπιος Γκουτζάρ, λήστευε τους μπάνια, την κάστα των εμπόρων και των τοκογλύφων:
«τα αίτια που οδηγούσαν τους δακοΐτες στη ληστεία, δεν ήταν τόσο η λεηλασία, όσο η επιθυμία της επιστροφής τους στον παλιό τρόπο ζωής χωρίς νόμους και κανόνες που επιβάλανε οι ανώτερες αρχές…
Ο Κάλλουα συνάπτοντας συμμαχία με ένα σημαντικό Ταλούκνταρ (τσιφλικά αξιωματούχο), που είχε υπό τον έλεγχό του σαράντα χωριά, και άλλους δυσαρεστημένους ευγενείς, επέκτεινε την εξέγερσή του με επιθέσεις εναντίον αστυνομικών τμημάτων, παίρνοντας αρκετό θησαυρό από διακόσιους αστυνομικούς φρουρούς και λεηλατώντας ολόκληρη την πόλη Μπαγκαουνπουρ. Έπειτα κήρυξε τον εαυτό του Ραγιά Καλιάν Σιγκ (βασιλιά) κι έστειλε παντού μηνύματα βασιλικού τύπου για να απαιτήσει φόρο υποτέλειας»
Στη Ρωσία ο εκάστοτε αρχιληστής θεωρούνταν μνηστήρας του θρόνου, ενσαρκωτής του “τσάρου των ζητιάνων”, του καλού λαϊκού τσάρου που αντικαθιστούσε τον τσάρο των βογιάρων, των ευγενών και προνομιούχων:
«Η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 17ου και 18ου αιώνα, κατά μήκος του κάτω Βόλγα, ήταν έργο των Κοζάκων- Μπουλάβιν, Μπολοτνίκοφ, Στένκα Ράζιν (ο ήρωας των λαϊκών τραγουδιών)και του Γεμαλιάν Πουγκατσόφ – κι ας σημειωθεί ότι οι Κοζάκοι, εκείνο τον καιρό ήταν κοινότητες, ελευθέρων αγροτών επιδρομέων. Κι όπως ο Ραγιά Κολιάν Σιγκ, τους συναντάμε να κάνουν αυτοκρατορικές δηλώσεις. Οι άνδρες τους, όπως και οι ληστές της νότιας Ιταλίας, το 1860, σκοτώνουν, καίνε, λεηλατούν, καταστρέφουν τα γραπτά ντοκουμέντα που κατοχυρώνουν τη δουλεία και την υποταγή, τους λείπει όμως το πρόγραμμα, εκτός βέβαια από το να καταστρέψουν την καταπιεστική μηχανή».

Αυτή η στάση πολλών κοινωνικών ληστών δεν πρέπει να μας ξενίζει, καθώς οι ληστές ήταν “primitive rebels” και όχι συνειδητοί αντισυστημικοί επαναστάτες. Παρ’ όλα αυτά, οι ληστές ήταν οι πρώτοι που στελέχωναν τις επαναστατικές απόπειρες, όποτε αυτές ξεσπούσαν. Τόσο σε εθνικο-κοινωνικούς αγώνες (κλέφτες, χαϊδούκοι, χαϊνηδες, ζεϊμπέκοι κλπ), όσο και σε κοινωνικές επαναστάσεις (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ληστή Πάντσο Βίλλα, που πρωταγωνίστησε στο πλευρό του Εμιλιάνο Ζαπάτα στην αγροτική επανάσταση στο Μεξικό):
«…οι ληστές συμμετέχουν στις αξίες και τις επιδιώξεις του αγροτικού κόσμου, σαν παράνομοι δε και αντάρτες, είναι ευαίσθητοι στις επαναστατικές τους κινήσεις. Σαν άνθρωποι που έχουν κερδίσει ήδη την ελευθερία τους, βλέπουν με περιφρόνηση την αδράνεια και την παθητικότητα της μάζας, σε περιόδους όμως επανάστασης αυτή η παθητικότητα εξαφανίζεται και μεγάλος αριθμός αγροτών γίνονται ληστές»
Χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικών ληστών, που έγιναν επαναστάτες, ήταν οι κλέφτες στον ελλαδικό χώρο. Το σώμα των κλεφτών ήταν, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, «σύνηθες καταφύγιον των εχόντων εντονότερον της λευθερίας το ελατήριον». Ο Δημήτρης Φωτιάδης γράφει για τους κλέφτες:
«όσοι από τους ραγιάδες δεν υπόφερναν να είναι δούλοι μήτε των Τούρκων μήτε των κοτζαμπάσηδων, φεύγουνε στα βουνά κι εκεί στις περήφανες κορφές, στις δυσκολοδιάβατες κλεισούρες, στ’ άγρια φαράγγια και στα πυκνά τα δάση στήνανε το λημέρι τους, το καθένα μια κολυμπήθρα λευτεριάς. Γυμνοί, νηστικοί, ξυπόλυτοι, κυνηγημένοι, μια ευχή είχαν στα χείλη τους : «καλό βόλι». Γύρευαν όχι ήσυχο, μα λεύτερο θάνατο.
Αυτούς τους κλέφτες τη «μαγιά της λευτεριάς», τους αγάπαγε ο λαός, τους καμάρωνε, τους υποστήριζε, τους έδινε τροφές- ήταν οι προστάτες του. Όποιος Τούρκος ή κοτζαμπάσης αδικούσε το ραγιά, τον τιμώραγε το βόλι του κλέφτη…
Εκεί γύρω από τα 1650 ως τα 1690, η Ρούμελη είχε γιομίσει από κλέφτες. Έναν ξέκαναν οι Τούρκοι, δέκα φύτρωναν»
Τόσο γιγαντώθηκε το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας, που οι Οθωμανοί και οι κοτζαμπάσηδες αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την κλασική τακτική: ήρθαν σε συμφωνία με πολλούς κλέφτες και τους μετατρέψανε σε αρματολούς. Έτσι, οι ανυπότακτοι κλέφτες απόκτησαν έναν ακόμα εχθρό.
Αργότερα, με το ξέσπασμα της επανάστασης, οι κλέφτες ήταν οι μεγαλύτεροι πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης. Στη θέση, όμως του Τούρκου κατακτητή, κάθισε ο Έλληνας κατακτητής. Πολλοί ήταν οι κλέφτες, που ασφυκτιώντας στο νέο καθεστώς της «ελεύθερης» Ελλάδας, επέστρεψαν στα βουνά και συνέχισαν τις ληστείες.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι σλαβομακεδόνες ληστές συμμετέχουν στην επαναστατική κίνηση των Κομιτατζήδων (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση ή IMRO), οι οποίοι έδρασαν στα χνάρια των Βουλγάρων χαϊδούκων. Το ίδιο και ο Ούγγρος ληστής Σαντόρ Ρόσα, ηγέτης των ληστών απ’ το 1841 και επαναστάτης μετά το1849. Εκτός όμως από τους ληστές που συμμετείχαν στις εθνικο-κοινωνικές επαναστάσεις, υπάρχουν και αυτοί που έδρασαν σαν κοινωνικοί επαναστάτες. Οι ληστές του Μπάνταμ πολέμησαν στο πλάι των κομμουνιστών το 1926. οι ληστές της Ιάβας στηρίξανε τον Σουκάρνο και τους κομμουνιστές, ενώ οι ληστές της Κίνας ακολούθησαν τον Μάο Τσε Τουγκ, ο οποίος ήταν βαθιά επηρεασμένος από την τοπική παράδοση της λαϊκής αντίστασης:
«πως μπορεί να σωθεί η Κίνα; Η απάντηση του νεαρού Μάο ήταν: μιμηθείτε τους ήρωες του Λιανγκ Σαν Πο, δηλ. τους ελεύθερους ανταρτοληστές της νουβέλας “Κατά μήκος του ποταμού”. Επιπλέον ο Μάο τους στρατολόγησε συστηματικά. Δεν ήταν τάχα πολεμιστές και με τον τρόπο τους, πολεμιστές κοινωνικά συνειδητοί; Οι “κοκκινοτρίχηδες”, μια φοβερή οργάνωση αλογοκλεφτών που δρούσε ακόμα στη Ματζουρία το 1920, απαγόρευε στα μέλη της να επιτίθενται εναντίον των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, ενώ τους ανάγκαζε να κάνουν επιθέσεις εναντίον όλων των πολιτικών υπαλλήλων και επίσημων προσώπων, αλλά “αν ένας άνθρωπος είχε καλή φήμη θα του αφήσουν τη μισή περιουσία, αν όχι, θα του τα πάρουν όλα”. Το 1929 ο όγκος του Κόκκινου Στρατού του Μάο, μοιάζει να αποτελείται από “ανυπόλυπτα στοιχεία” (για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του ταξινόμηση “από στρατιώτες, ληστές, κλέφτες, ζητιάνους και πόρνες”). Ποιος διακινδύνευε εκείνες τις μέρες να αναμιχτεί σ’ έναν παράνομο σχηματισμό, εκτός απ’ τους ίδιους τους παράνομούς; “Αυτός ο κόσμος πολεμάει με πάρα πολύ θάρρος”, παρατηρούσε ο Μάο…»
Όπως στην Κίνα, έτσι και στην Κολομβία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, οι κοινωνικοί ληστές εντάχθηκαν σε αντάρτικες κομμουνιστικές ή αριστερίζουσες αγροτικές ομάδες. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι που έφερναν κοντά τους ληστές με τους επαναστάτες: πρώτον, η ανιδιοτέλεια των επαναστατών (αναρχικών και κομμουνιστών), που παρά τη μόρφωσή τους και την ανώτερη κοινωνική τους θέση, με την συμπεριφορά τους και τη βοήθεια που παρείχαν στους αγροτικούς πληθυσμούς, γοήτευαν τους ληστές και δεύτερον, η συνάντηση ληστών και επαναστατών στη στρατιωτική θητεία και στη φυλακή.
Στον κανόνα, όμως, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Αρκετές φορές οι ληστές επιστρατεύονται από τις αρχές για να πολεμήσουν τους κομμουνιστές αντάρτες. Ο βραζιλιάνος ληστής Λαμπιάο πήρε τον τίτλο του λοχαγού για να αποκρούσει την κομμουνιστική φάλαγγα Prestes. Ο Ιταλός ληστής Τζουλιάνο, συμμάχησε με τους Σικελούς φεουδάρχες και στράφηκε εναντίον των κομμουνιστών ανταρτών. Στη Ρωσία και τη Ουγγαρία, αρκετοί χαϊδούκοι δέχονταν το ρόλο της έφιππης φρουράς ιπποτών, που φύλαγε τα σύνορα (αναφέραμε πιο πάνω και το αντίστοιχο παράδειγμα των αρματολών στον ελλαδικό χώρο). Σε άλλη περίπτωση, οι ληστές έβγαλαν και δήμαρχο (τον Λουίς Μπορέγο, στο Μπενεμεχί). Οι περιπτώσεις, αν και δεν είναι πολλές, είναι χαρακτηριστικές.

Κλείνοντας το κεφάλαιο για την κοινωνική ληστεία, ας παραθέσουμε ένα αποσπάσματα από τον Hobsbawm, που σκιαγραφεί τη θέση του μέσου κοινωνικού ληστή, στην αγροτική (και όχι μόνο) κοινωνία:
«Ο ληστής είναι γενναίος, είτε δρα, είτε είναι θύμα. Πεθαίνει αψηφώντας το κάθε τι. Τίμια και πολυάριθμα παλικάρια από φτωχογειτονιές κι απ’ τα περίχωρα, που δε διαθέτουν τίποτα περισσότερο εκτός από το κοινό, αλλά πολύτιμο δώρο της δύναμης και του θάρρους, παρομοιάζουν τον εαυτό τους με ληστή. Σε μια κοινωνία, όπου οι άνθρωποι ζούνε κάτω από συνθήκες δουλοπρέπειας, σαν εξαρτήματα μεταλλικών μηχανών ή σαν κινητά μέρη ανθρώπινων μηχανών, ο ληστής ζει και πεθαίνει χωρίς να σκύβει το κεφάλι».

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ

« Στην πραγματικότητα η ένοπλη ληστεία μας ήταν ένας πόλεμος
στην καρδιά του κράτους… Συχνά στοχάζομαι και γελάω με τους
χαρακτηρισμούς που δίνει η δικαστική εξουσία σε ορισμένους από μάς.
Μας αποκαλεί “πορωμένους εγκληματίες” και “επικίνδυνους
κακοποιούς”, με την ίδια ευκολία που τους ελεύθερους καρχαρίες
και ύαινες του κεφαλαίου τους χαρακτηρίζει νομοταγείς πολίτες!
Εμένα με λένε ληστή, ενώ εγώ θεωρώ ότι έκανα μια πράξη
ανθρωπιστικής σημασίας στην κοινωνία της ανισότητας»
Θόδωρος Τσουβαλάκης

Η παράδοση της κοινωνικής ληστείας και η σύνδεση των ληστών με τα επαναστατικά κινήματα, επηρέασαν πολύ βαθιά τόσο την ριζοσπαστική αριστερά, όσο και τους αναρχικούς. Η ληστεία χρησιμοποιείται πλέον όχι μόνο για λόγους επιβίωσης, αλλά και ως μέσο αγώνα. Η πολυμορφία του ριζοσπαστικού κινήματος, είχε σαν επακόλουθο να υπάρχει και πολυφωνία ως προς τη χρήση του μέσου της ληστείας. Έτσι, έχουμε περιπτώσεις που η ληστεία γινόταν αποδεκτή μόνο ως μέσο χρηματοδότησης μιας οργάνωσης ή ενός κόμματος (φαινόμενο που συναντάμε σε γραφειοκρατικές αναρχικές οργανώσεις σαν τη CNT και σε επίσημα Κομμουνιστικά Κόμματα σαν τους μπολσεβίκους και το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Πολλοί ληστές, μάλιστα, δούλευαν κανονικά ως μισθωτοί εργάτες!). Έχουμε, επίσης, περιπτώσεις που η ληστεία συμβολίζει τη ρήξη του ατόμου με την κοινωνία της αλλοτρίωσης και της εκμετάλλευσης (αυτή είναι η περίπτωση των αναρχοατομικιστών, που αν και χρησιμοποιούσαν τις ληστείες για προσωπική αυτοχρηματοδότηση, δεν παρέλειπαν μέρος της λείας τους να το διοχετεύουν σε κινηματικούς σκοπούς, αντιπληροφόρηση, έκδοση μπροσουρών, βιβλίων κλπ). Στις πιο πολλές περιπτώσεις, οι ληστείες χρησίμευαν και για τους δύο σκοπούς: και για αυτοχρηματοδότηση, και για τη χρηματοδότηση του αγώνα.

Παρά την ουσιώδη κριτική που έκανε ο Καρλ Μαρξ (και ο γαμπρός του Πωλ Λαφάργκ, στο βιβλίο του “Δικαίωμα στην τεμπελιά”) στη μισθωτή εργασία, η γραφειοκρατική Αριστερά, αγιοποίησε την μισθωτή εργασία και δημιούργησε τον εργάτη-πρότυπο, που θα δουλεύει σκληρά όχι μόνο στον σοσιαλισμό, αλλά και στον καπιταλισμό! Η λογική της γραφειοκρατίας, πάνω στο ζήτημα των απαλλοτριώσεων, ήταν απλή: ο αγώνας πρέπει να χρηματοδοτηθεί. Πως; Θα πάμε εκεί που βρίσκονται μαζεμένα τα χρήματα. Στους ναούς του καπιταλισμού: στις τράπεζες. Στη λογική αυτή, δεν υπάρχει πουθενά η κριτική της μισθωτής εργασίας και της συνακόλουθης αλλοτρίωσης. Όλες οι απαλλοτριώσεις γίνονταν υπό την αιγίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, . Οι ληστείες γίνονταν μόνο με την έγκριση του Κόμματος,* “μέσα στα πλαίσια της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και διαπαιδαγώγησης”. Η ληστεία πρέπει να είναι “αφιλοκερδής”.
Από κει και πέρα ο εργάτης όφειλε να είναι τίμιος, εργατικός , δουλευταράς, να δίνει το καλό παράδειγμα… Ακόμα και αναρχικοί (όπως οι Los Errantes) είχαν αυτή τη περίεργη αναρχο-σταχανοβίτικη αντίληψη.
Από την άλλη, για πολλούς αναρχικούς, οι ληστείες δεν αποτελούσαν μονάχα τρόπο χρηματοδότησης του αγώνα, αλλά και έμπρακτη κριτική της μισθωτής εργασίας. Οι Εργάτες της Νύχτας, έβλεπαν την ιλλεγκαλιστική δραστηριότητα ως συμπληρωματική των μεγάλων συλλογικών εργατικών αγώνων εναντίον του κεφαλαίου Οι Εργάτες της Νύχτας καταξιώθηκαν ως διαρρήκτες “παρασίτων”: αξιομνημόνευτη ήταν η διάρρηξη στον Καθεδρικό Ναό της Τουρ, όπου έγραψαν στον τοίχο: “μεγαλοδύναμε θεέ βρες τους κλέφτες σου”( την ίδια περίπου περίοδο οι Τερροριστές-Απαλλοτριωτές στη Ρωσία είχαν καταστρέψει μια “θαυματουργή” εικόνα). Ο Μάριους Ζακόμπ, εμβληματική φυσιογνωμία των «νυχτερινών εργατών», στην απολογία του στο δικαστήριο έλεγε ότι δεν τον ενοχλούσε η εργασία αυτή καθ’ αυτή, αντίθετα τον ευχαριστούσε. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν η μισθωτή εργασία, ο “ξεπεσμός στην πορνεία της εργασίας”, η “εργασία ως ελεημοσύνη και δημιουργός πλούτου”. Δεν ενέκρινε αυτή καθ’ αυτή την κλοπή ( “θα ήθελα να ζω σε μια κοινωνία χωρίς κλοπή”), αλλά τη χρησιμοποιούσε ως “μια αρμόζουσα μορφή εξέγερσης στην πάλη ενάντια στην πιο άδικη μορφή κλοπής: την ατομική ιδιοκτησία.”:

“Αν στράφηκα στις ληστείες, δεν το έκανα για το κέρδος. Ήταν ζήτημα αρχής, ήταν ζήτημα δικαίου. Προτίμησα να διατηρήσω την ελευθερία μου, την ανεξαρτησία μου, την αξιοπρέπειά μου ως άνθρωπος, παρά να γίνω δημιουργός πλούτου του αφεντικού μου”. “
Ο αγώνας θα σταματήσει μόνο όταν οι άνθρωποι θα μοιράζονται τη χαρά και τον πόνο τους, την εργασία και τον πλούτο τους… Όταν όλα θα ανήκουν σε όλους. Ως επαναστάτης αναρχικός έκανα την επανάστασή μου: ΑΣ ΕΡΘΕΙ Η ΑΝΑΡΧΙΑ”.

Πραγματικά, μέσα σε λίγες σειρές ο Ζάκομπ, είπε όσα δεν μπορούν να πουν μέσα σε δεκάδες τόμους οι φλύαροι ακαδημαϊκοί. Η ληστεία γι αυτόν ήταν τόσο μια έμπρακτη κριτική της εκπόρνευσης της εργασίας (της μετατροπής της σε μισθωτή), όσο και ένα ακόμα μέσο αγώνα για την αναρχική/ κομμουνιστική κοινωνία. Τις ίδιες απόψεις μοιράζονταν πάρα πολλοί αναρχικοί (από αναρχοατομικιστές μέχρι αναρχοκομμουνιστές) που ακολούθησαν την ιλλεγκαλιστική οδό και ήρθαν σε ρήξη με τη συντηρητική και γραφειοκρατική πτέρυγα του αναρχικού κινήματος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναρχικού, που κατασυκοφαντήθηκε και πολεμήθηκε όσο κανένας άλλος, είναι ο Φραντσίσκο Σαμπατέ Λιοπάρτ (ή ελ τσίκο). Ο Σαμπατέ, ξεκίνησε την πορεία του συμμετέχοντας στις grupos especificos (ειδικές ομάδες), που ήταν ομάδες δράσης νεαρών αντιεξουσιαστών που “πολεμούσαν την αστυνομία, σκότωναν τους αντιδραστικούς, ελευθέρωναν τους φυλακισμένους και λεηλατούσαν τις τράπεζες”. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμησε στο πλευρό του αναρχικού (επίσης ληστή) Γκαρθία Όλιβερ. Το 1937 φυλακίστηκε από τους δημοκρατικούς συμμάχους της CNT, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει. Μετά την ήττα το 1939, ο Σαμπατέ, με δεκάδες ακόμα αναρχικούς (ανάμεσα στους οποίους και ο ειρηνιστής Εσπαλιάργας που συμμετείχε στις ληστείες μόνο άοπλος!), συνέχισε την αντάρτικη δράση κατά του Φράνκο, ερχόμενος σε ρήξη με την επίσημη ηγεσία της CNT. Μετά τη δολοφονία του, ο Σαμπατέ ενέπνευσε μια νέα γενιά αναρχικών, αυτόνομων και φιλο-καταστασιακών που δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τη μετριοπαθή δημοκρατική CNT και συγκρότησαν την παράνομη οργάνωση MIL (Ιβηρικό Κίνημα Απελευθέρωσης). Το MIL δημιούργησε το 1971 τις Αυτόνομες Ομάδες Δράσης, που δραστηριοποιήθηκαν κυρίως με επιθέσεις κατά χρηματαποστολών τραπεζών και με ενέργειες υποστήριξης και απελευθέρωσης φυλακισμένων μαχητών. Οι ληστείες κάλυπταν όχι μόνο τις οργανωτικές ανάγκες του MIL, αλλά και τις προσωπικές ανάγκες των μελών του. Χρηματοδοτούσαν, επίσης, επιτροπές απεργών εργατών και βοηθούσαν τους απολυμένους.
Μετά την αυτοδιάλυση του MIL, ιδρύθηκαν οι Αυτόνομες Ομάδες (GG.AA). Σε μια συνέντευξη που έδωσαν τα μέλη των GG.AA. στη FIGA (Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών Ομάδων), απαντούν στην ερώτηση, εάν μεταχειρίζονται τις απαλλοτριώσεις ως μέσο επιβίωσης: «Ο συντονισμός των ομάδων χρειαζόταν κάποια οικονομικά μέσα για να πραγματοποιηθούν συγκεκριμένες δράσεις. Προφανώς, οι ομάδες αυτές θα έπρεπε να βρουν τα οικονομικά μέσα για να καλύψουν και τις δικές τους ανάγκες. Δεν έχουμε φυσικά κανέναν ενδοιασμό στο να κάνουμε μια απαλλοτρίωση για να καλύψουμε τις προσωπικές μας ανάγκες και επιθυμίες. Μακροπρόθεσμα όμως, δε ζούσαμε απ’ τις απαλλοτριώσεις και κάποιοι από εμάς εργαζόταν. Κάποιοι άλλοι, όχι…»

Στην υπόλοιπη Ευρώπη (και όχι μόνο), η ιεροποήση της εργασίας απ’ τη γραφειοκρατική Αριστερά και την CNT και τις παραφυάδες της, δέχεται απανωτά πλήγματα από το νέο ριζοσπαστικό κίνημα που αναπτύσσεται:
“Τώρα πια η ηθική εργασία, υπομόχλιο των προηγούμενων θεωριών, που βρισκόταν στη βάση του απόλυτου εργοστασίου όπως η Θεία Ευχαριστία στη θρησκεία, όχι μόνο αμφισβητείται, αλλά γίνεται αντικείμενο άρνησης και χλεύης”

Οι os cangaceiros, που πήραν την ονομασία τους από τους ομώνυμους λατινοαμερικάνους ληστές, αναφέρουν σχετικά:
“…στη Γαλλία μετά το 1968, πολλά ριζοσπαστικά στοιχεία είχαν ζήσει μια πραγματική κοινωνική και πολιτική ανταρσία μέσω της παραβατικότητας- εμπνευσμένη λίγο-πολύ από την αναρχική παράδοση των αρχών του 20ου αιώνα, αυτή του Μάριους Ζακόμπ και των Εργατών της Νύχτας ή της συμμορίας Μποννό. Παράλληλα αναπτυσσόταν μια μεγάλη αυθόρμητη νεανική παραβατικότητα, αυτή των συμμοριών της γειτονιάς που ερχόταν σε ρήξη με τους σχολικούς θεσμούς και τη μισθωτή εργασία” (οι ίδιοι οι os cangaceiros χρηματοδοτούσαν τις δραστηριότητες τους από δράσεις ατομικής επανοικειοποίησης και κανένα μέλος τους δεν εργαζόταν).

“Μη λέτε πια κάτεργο, αλλά να λέτε: εργασία”, έλεγε σε προκήρυξή της στο Μπορντό, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας των Βανδαλιστών. Και τραγουδούσαν: “Εφ’ όσον η Θεωρία πραγματωνόταν/ Λεηλατήσαμε τα μαγαζιά / Ότι παράγεις σου ανήκει/ Μόνο τα αφεντικά σε κλέβουν/ Άμα πληρώνεις στα μαγαζιά/ Είσαι κοροΐδο” (“Η Κομμούνα δεν πέθανε!”)
Το ριζοσπαστικό κίνημα ανακαλύπτει εκ νέου τους ιλλεγκαλιστές αναρχικούς, τραγουδάει για τον Ραβασόλ, τον Μπονό, τον Πάντσο Βίλλα και άλλους επαναστάτες ληστές (κάθε λογής “φράξιας” του επαναστατικού κινήματος). Σε ένα από τα τραγούδια του Μάη του 68, οι εξεγερμένοι τραγουδούσαν:

«Ο Μάχνο, ο Βίλλα κι ο Ντουρρούτι/ Ήξεραν πως να χειρίζονται αυτό το εργαλείο/Που δίνει στην ποίηση ζωή,/ Το πολυβόλο./Θα ξαναφέρουμε ακόμα τον Μπονό/Και θα δώσουμε ένα και σ΄ αυτόν/ Ώστε να έρθει με το αυτοκίνητό του/ Να πάρει μερικά κεφάλια./ Μέχρι να δούμε αυτή την κοινωνία του θεάματος/ Να ψυχορραγεί τελικά, δολοφονημένη/ Απ’ τα συμβούλια, σε όλο τον κόσμο/ Με τις ριπές του πολυβόλου»
Η συμμορία Μπονό (αναρχοατομικιστές ληστές, γνωστοί και ως “τραγικοί ληστές”): «θα εμπνεύσει ποιητές (Joe Dassin, Paul Paillete), έργα αντιτέχνης ( Michele Bernstain {σ.σ. συντρόφισσας του Γκυ Ντεμπόρ}) και διάφορα μυθιστορήματα (Leo Malet). Το Μάη του 1968, κατά τη διάρκεια της κατάληψης της Σορβόννης στο Παρίσι, οι “λυσσασμένοι” σιτουασιονιστές αφιέρωσαν στο θρυλικό αναρχικό μια αίθουσα συνελεύσεων των καταληψιών, ονομάζοντας την “sale Jules Bonnot”».

Το νέο ριζοσπαστικό κίνημα, απαλλαγμένο πλέον από την ηθικιστική σαβούρα της συντηρητικής γραφειοκρατίας (ή μάλλον, όχι εντελώς απαλλαγμένο, καθώς κατάλοιπα είχαν παραμείνει), μιλάει πλέον για άρνηση της εργασίας, για συνειδητή αεργία (όπως και οι ντανταϊστές των αρχών του αιώνα), για σαμποτάζ στους εργασιακούς χώρους. Ακόμα και οι πιο “ορθόδοξοι” ερυθροταξιαρχίτες:
«… ήταν και “ληστές”, ενσαρκώνοντας ένα παραβατικό μέχρι και ρομαντικό ιδανικό… Πηγαίνοντας κόντρα στον εργατικό ηθικισμό, που πάντοτε διαχώριζε τον τίμιο εργάτη από τον ανάξιο εμπιστοσύνης και τεμπέλη κλέφτη και “εγκληματία”, οι ταξιαρχίτες ήταν και εργάτες και κλέφτες αυτοκινήτων, και πολιτικοί και ληστές, και θεωρητικοί και παραχαράκτες. Οι πινακίδες, οι ταυτότητες, ,τα σπίτια, τα όπλα, τα χρήματα, τα πάντα τα “οικειοποιήθηκε” με παράνομα μέσα η ομάδα, που σίγουρα δε χρηματοδοτούνταν από τη Μόσχα»
Πέρα από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, κι άλλες ιταλικές επαναστατικές οργανώσεις διαπράττανε ληστείες: οι Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, η ελευθεριακή Επαναστατική Δράση, η Prima Linea. (To ίδιο συμβαίνει και στη Γερμανία με τη RAF και το Κίνημα 2 Ιούνη, στη Γαλλία με την Άμεση Δράση, στον Καναδά με την ετέρα Άμεση Δράση, στις ΗΠΑ, στην Λατ. Αμερική κλπ) . «Οι μαχόμενοι σχηματισμοί, θεωρούσαν τη ληστεία, πέρα από ένα μέσο χρηματοδότησης, και μια μορφή παραδειγματικής ενέργειας, προλεταριακής απαλλοτρίωσης συνδεδεμένης με τον ένοπλο αγώνα.» Οι Τουπαμάρος θεωρούσαν τις ληστείες μέρος της ταξικής πάλης. Μεταξύ του 1968 και του 1971, διαπράξανε 74 ληστείες. Το 1970 όλες οι τράπεζες του Μοντεβιδέο έκλεισαν για να γλιτώσουν απ’ τους ληστές!
Σήμερα, φυσικά, τα πράγματα έχουν αλλάξει: «Σήμερα η αριστερά χρησιμοποιεί άλλα εργαλεία, πολύ λιγότερο επικίνδυνα για όλους: την εργασία, την κληρονομιά, τη συγκέντρωση χρημάτων, τους κρατικούς πόρους. Σίγουρα είναι μια άλλη αριστερά αυτή που επέλεξε να εγκαταλείψει τις απαλλοτριώσεις και να παίρνει επιχορηγήσεις από το κράτος. Διαφέρουν, όχι μόνο οι μορφές, αλλά και η ουσία, η σχέση με το κράτος, με τον πλούτο με τις θεσμικές οργανώσεις» (K. Viehmann)

Πέρα, όμως, από τις μαζικές και οργανωμένες περιπτώσεις, δε λείπουν και οι ατομικές περιπτώσεις αγωνιστών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αναρχικού Horst Fantazzini:
«Αναρχικός αγωνιστής από μικρό παιδί, ο Horst πέθανε το 2001, αφού εξέτισε σε διάφορες φυλακές μια μακρά λίστα από καταδίκες: για ληστείες, αλλά και πετυχημένες και αποτυχημένες αποδράσεις, όπως και για τη συμμετοχή του, το 1985, στον αγώνα εναντίον του καθεστώτος της “ειδικής κράτησης” μαζί με μια ομάδα ερυθροταξιαρχιτών, στο σωφρονιστικό ίδρυμα Μπαντού ε Κάρος, στη Σαρδηνία».
«Η ζωή του Φαντατσίνι σημαδεύτηκε από τη συνεχή αναζήτηση της ελευθερίας, μιας ελευθερίας χωρίς όρους και εκπτώσεις, όπως την εννοούσε ο ίδιος σαν αναρχικός και που του στερήθηκε ακόμα και στην πιο στοιχειώδη μορφή της για 32 χρόνια.
Ο “ευγενικός ληστής”, όπως τον αποκαλούσε ο αστικός τύπος από τα πρώτα χρόνια της δράσης του, πέρασε στα κάτεργα 32 ολόκληρα χρόνια, με την ποινή να λήγει το σωτήριο έτος 2024…
Ο ίδιος, όταν τον ρώταγαν για τη δράση του, που τον οδήγησαν στις φυλακές, ορμώμενος από τον Μπρεχτ, ήταν ξεκάθαρος: “είναι πιο εγκληματικό να φτιάχνεις τράπεζες, από το να τις ληστεύεις”».
Η περίπτωση του Φαντατσίνι είναι μία μεταξύ χιλιάδων περιπτώσεων αναρχικών (και όχι μόνο) επαναστατών, που αγνόησαν την “αντίσταση” της υπνηλίας , της κλάψας και των χασμουρητών και προχώρησαν τη ρηξιακή τους ορμή πέρα από τις πορδές της καλυμμένης νομιμοφροσύνης των επίσημων “αναρχικών” και του ιερατείου τους. Με την περίπτωσή του, ας κλείσουμε τη μικρή αυτή περιήγηση…

σημείωση: *Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω παράδειγμα: το 1907 συγκροτήθηκε, μέσα στα πλαίσια του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το “Μπολσεβίκικο Κέντρο”, με επικεφαλής τον Λένιν, τον Κρασίν και τον Μπογκντάνοφ. Ανάμεσα στα καθήκοντα του κέντρου ήταν και η χρηματοδότηση του Κόμματος μέσω ληστειών (γι αυτό και ο Λένιν κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για “μπλανκιστικές παρεκκλίσεις”). Την ίδια ώρα, σε όλη τη Ρωσία μέσα σε 2 χρόνια (1905-1906) καταγράφηκαν 1951 “πολιτικές” ληστείες ( οι 940 εναντίον κρατικών και ιδιωτικών τραπεζών), ενώ στη διετία 1908-1910 σημειώθηκαν 19957 τερροριστικές ενέργειες και απαλλοτριώσεις , από όλες τις πτέρυγες του επαναστατικού κινήματος (από τους αναρχικούς μέχρι τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μπολσεβίκους). Παρ’ όλο που η Επιτροπή της Τιφλίδας του ΣΔΕΚ καταδίκασε τις ληστείες και τις τερροριστικές ενέργειες των αναρχικών (τις θεωρούσε “διασπαστικές”), οι καυκάσιοι μπολσεβίκοι (κατά παράβαση του 4ου και 5ου συνεδρίου του ΣΔΕΚ), συνέχισαν κανονικά τις ληστείες. Αντίστοιχα, το 1931 το γερμανικό ΚΚ δημιούργησε τμήμα για τη διατήρηση όπλων και πυρομαχικών και προχώρησαν σε ληστείες καταστημάτων και επιθέσεις κατά αστυνομικών. Φυσικά, η σύγχρονη νόμιμη Αριστερά, θα σοκάρονταν εάν γνώριζε τα καμώματα των προγόνων της… Ο Hobsbawm γράφει χαρακτηριστικά: “είναι σαν ειρωνεία ότι η “κατάσχεση” γίνεται ένα δημόσιο σκάνδαλο στη διεθνή επαναστατική κίνηση, όχι τόσο από τις τοπικές και μεμονωμένες πράξεις των αναρχικών ή των τρομοκρατών ναροτνικών, όσο από τη δραστηριότητα των μπολσεβίκων κατά τη διάρκεια αλλά και μετά την επανάσταση του 1905”.

ΑΝΗΚΕΙ Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ;
ΔΥΟ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ (η δική μας…)

Άποψη Νο 1: «Η ληστεία είναι μια πρακτική που μόνο κατ’ εξαίρεσιν και σε πολύ ειδικές περιπτώσεις μπορεί να πραγματοποιηθεί από αναρχικούς, αφού δεν αποτελεί συστατικό της πολύμορφης κοινωνικής απελευθερωτικής δράσης».
Διαδρομή ελευθερίας, Δεκέμβριος 2007

Η δική μας άποψη: Το παρόν κείμενο είναι μια σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στη βιβλιογραφία που εντάσσει τη ληστεία, τη λεηλασία, την κλοπή κλπ μέσα στο πλαίσιο της ριζοσπαστικής παράδοσης, από την αρχαιότητα (βλ. εξεγέρσεις δούλων, εσαϊκός ζηλωτισμός, χιλιαστικές σέχτες του μεσαίωνα κλπ) ως σήμερα. Κανένα κόμμα, καμία οργάνωση, καμία ομαδούλα δεν μπορεί με διατάγματα να διαγράψει αυτό το κομμάτι της ιστορίας της λαϊκής ανταρσίας. Η ιστορία της πολύμορφης απελευθερωτικής δράσης δε γράφεται όπως γράφονται τα σχολικά βιβλία. Και τα χαρακτηριστικά της δεν ορίζονται με διατάγματα και αξιώματα.
Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η άποψη που θεωρεί τη ληστεία “εξουσιαστική”. Ξεπερνάμε τη μεταφυσική αντίληψη περί αντι-φυσικής, αντιανθρώπινης εξουσίας (αντίληψη δαιμονοποιητική, οπότε και αποπροσανατολιστική) και λέμε το εξής απλό: ναι, η ληστεία είναι “εξουσιαστική”, με τον ίδιο τρόπο που είναι η διαδήλωση, η απεργία, το κλείσιμο ενός δρόμου, η παλουκιά σε έναν μπάτσο, το ξυλοφόρτωμα ενός απεργοσπάστη κλπ κλπ. Αυτή είναι η αστική και μικροαστική αντίληψη της “ελευθερίας” και της “εξουσίας”. (Άλλωστε, η επανάσταση δε γίνεται με τακτ και savoir vivre, είναι εκ των πραγμάτων βίαιη και επιβλητική..)
Άλλοι πάλι, κάπως πιο ελαστικοί, εντάσσουν μεν τη ληστεία στην επαναστατική παράδοση, μονάχα όταν η λεία δίνεται για τον ιερό σκοπό..
Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό δομικό λάθος. Μέσα στα αστικά πλαίσια σκέψης υπάρχει ο δυαδιστικός τεμαχισμός της ζωής ανάμεσα σε “προσωπική” και “δημόσια” ζωή ( τα εν οίκω μη εν δήμω, ήταν το αιώνιο άλλοθι που κάλυπτε και καλύπτει τα εγκλήματα της πατριαρχίας κατά γυναικών και παιδιών). Η αστική αυτή αντίληψη δε χωρά σε μια ολιστική αναρχική θεώρηση της ζωής. Η συνειδητή ρήξη με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και η απαλλοτρίωση δεν είναι μόνο προσωπικό ζήτημα, αλλά αποτελεί ένα κομμάτι ατομικής άρνησης και εξέγερσης, του όλου πολύχρωμου παζλ των συλλογικών αρνήσεων, δράσεων, αγώνων που το ένα συμπληρώνει το άλλο, σε μια αέναη απελευθερωτική διαδικασία…

Άποψη Νο 2: « Αυτός (σ.σ. ο εγκληματολόγος Franz Csaszar), εντάσσει τη ληστεία τράπεζας στα ιδεολογικά εγκλήματα, θεωρώντας σαν τέτοια “το σπάσιμο του αισθήματος ασφάλειας που ενέχει η ιδιοκτησία και την απώλεια της εμπιστοσύνης σ’ αυτόν που έχει αναλάβει την προστασία μας”. Ανεξάρτητα από τη βούληση του δράστη, η ληστεία τράπεζας μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί πολιτικό αδίκημα: εκλαμβάνεται σαν πράξη λιποταξίας από το ιερό σύστημα αξιών της αστικής κοινωνίας και από τους ιδεολογικούς ελέγχους της συντεταγμένης τάξης, και συνεπώς η εξουσία οφείλει να την καταπολεμήσει»
Klaus Schonberger (από τη “ληστεία τράπεζας”, εκδ. ελευθεριακή κουλτούρα)

Η δική μας άποψη: όπως είπαμε και αρχικά, οι πράξεις δεν είναι καθ’ αυτές “πολιτικές”, “αντιπολιτικές”, “επαναστατικές” ή οτιδήποτε άλλο. Είναι τα υποκείμενα που θα νοηματοδοτήσουν την ενέργεια ( στο γενικό κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Η ρουφιανιά στην αστυνομία πχ, δεν μπορεί να νοηματοδοτηθεί επαναστατικά!).
Εξ άλλου, κάθε μέσο αγώνα εναντίον του υπάρχοντος, φέρει μέσα του και την αλλοτρίωση της σημερινής κοινωνίας. Τα χρήματα που ληστεύονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, επιστρέφουν στο οικονομικό κύκλωμα ή χρησιμοποιούνται για την “αγιότατη συσσώρευση”(Μαρξ). Η ληστεία, η απεργία, το σαμποτάζ, η διαδήλωση, η επαναστατική βία, όλα τα μέσα αγώνα, έχουν νόημα μόνο στην αλλοτριωμένη κοινωνία. Σε μια αταξική από-αλλοτριωμένη κοινωνία (λέμε τώρα… κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον), όλα αυτά θα είναι άχρηστα.. (Όχι, δεν διακατεχόμαστε από καμιά αριστοτελική λογική ενδελέχειας. Η κοινωνία δε θα γίνει ποτέ τέλεια. Ο επίγειος παράδεισος είναι το ίδιο βλακώδης με τον επουράνιο. Απλώς, σε μια από-αλλοτριωμένη κοινωνία, θα έχουμε την ευκαιρία να χαρτογραφήσουμε νέες εμπειρίες ζωής, περιπέτειας και –γιατί όχι;- αντίστασης).

Πέρα, όμως, από την αναπόφευκτη αλλοτρίωση των μέσων, ως κομμάτι της ολικής αλλοτρίωσης που βιώνουμε, υπάρχει και ένα πολύ σημαντικό γεγονός που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε:
«Οι ληστείες δεν αναδιένειμαν ποτέ τον πλούτο της κοινωνίας. , αλλά όταν “φτιάχνονταν” μια τράπεζα, ήταν ένα σημάδι ρήξης, έμπαινε σε αμφισβήτηση η σχέση με την εργασία και την εκμετάλλευση, πάνω στις οποίες βασίζεται το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα το οποίο, όπως είναι γνωστό, δεν είναι λιγότερο ληστρικό από ένα κομάντο συντρόφων που εισβάλει σε μια τράπεζα»

Ενδεικτική βιβλιογραφία σχετικά με το ζήτημα της κοινωνικής και επαναστατικής ληστείας , για όσους θέλουν να εντρυφήσουν στο θέμα.
(Τα βιβλία εμπορικών εκδόσεων απαλλοτριώστε τα):

Τα παιδιά της Γαλαρίας τ. 11
Eric Hobsbawm: Οι Ληστές, εκδ. Βέργος
Eric Hobsbawm: Ξεχωριστοί Άνθρωποι, εκδ. Θεμέλιο
Η ληστεία Τράπεζας, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα
Μιλώντας για τον ένοπλο αγώνα, εκδ. Ελευθ. Κουλτούρα
Μια σελίδα, μια σφαίρα., εκδ. Δαίμονας του τυπογραφείου (ΔτΤ)
Ανν Χάνσεν :Οπλισμένες Επιθυμίες, εκδ. ΔτΤ
Anna Geifman: Με τη μάχη στο αίμα τους, εκδ. ΔτΤ
Ο Μάριους Ζακόμπ και οι γάλλοι ιλλεγκαλιστές, εκδ. ΔτΤ
Horst Fantazzini: Τώρα πια είναι αργά, εκδ. Διάδοση
Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, εκδ. Διάδοση
Γραφείο Λυσσασμένων Ταραχοποιών: Έργα και Ημέρες
των Αυτόνομων Ομάδων, Ισπανία 1974-1980
Αλάστωρ: υπέρ του ανόμου συλλόγου κακοδαιμονιστών
Ελευθεριακό Στέκι Πικροδάφνη: Η κοινωνική ληστεία
στον ελλαδικό χώρο, 1830- 1940
Ρέντζο Νοβατόρε: Ο Ιππότης του Μηδενός, εκδ. Διάδοση
Οσβάλντο Μπάγιερ: Προς την απόλυτη ελευθερία
με ένα 45άρι Κολτ, εκδ. Διάδοση
Ζαν Μαρκ Ρουιγιάν: Γράμμα στον Ζιλ Μπονό, Εναλλακτικές Εκδ.
Φρεντ Πέρυ: Η συμμορία Μπονό, εκδ. ελεύθερος τύπος
Οσβάλντο Μπάγιερ: Οι Αναρχικοί Απαλλοτριωτές, εκδ. ελ. Τύπος
Νατάφ: Η καθημερινή ζωή των αναρχικών στη Γαλλία, εκδ. Παπαδήμα
Βασίλης Τζανακάρης : Τα παλικαριά τα καλά σύντροφοι
τα σκοτώνουν, εκδ. Καστανιώτη
Κώστας Κάσσης: Αντιεξουσιαστές και ληστές στα βουνά
της Ελλάδας, εκδ. Ιχώρ, Α.Λ.Ε.Α.Σ.
Θωμάς Κοροβίνης: Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας, εκδ. Άγρα
Γιασάρ Κεμάλ: Ο Τσακιτζής, εκδ. Άγρα
Στάθης Δαμιανάκος: Παράδοση Ανταρσίας και λαϊκός
πολιτισμός εκδ. Πλέθρον
Λεωνίδας Χρηστάκης: Ληστές, εκδ. Γόρδιος
Ιωάννης Κολιόπουλος: Περί λύχνων αφάς, εκδ. επίκεντρο
Χατζής- Τερζόπουλος: Λήσταρχοι του Ολύμπου, εκδ. μάτι
Ιστορίες ληστών στη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως

WEATHER UNDERGROUND: DAYS OF RAGE

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΟΡΓΗΣ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ:

WEATHER UNDERGROUND

Στις 8 Ιουνίου 1969,την μέρα που άρχιζε το Εθνικό συνέδριο του SDS, κυκλοφόρησαν οι New Left Notes με ένα άρθρο υπογραμμένο από έντεκα μέλη της οργάνωσης, ανάμεσά τους η Μπερναντίν Ντορν, ο Μαρκ Ραντ, ο Τζιμ Μέλλεν και ο Τερν Ρόμπινς, που είχε τον τίτλο «You don’t need a Weatherman to know wich way the wind blows…»(Δεν χρειάζεσαι μετεωρολόγο για να καταλάβεις προς τα πού φυσάει ο άνεμος), από μια φράση ενός τραγουδιού του Ντύλαν( Subterranean Homesick Blues, 1965). Σ’ αυτό το κείμενο επιβεβαιωνόταν αρχικά η τριτοκοσμική επιλογή των Weathermen: η αμερικάνικη κοινωνία στηρίζεται στην καταλήστευση του Τρίτου Κόσμου, επομένως δεν μπορεί να νοηθεί μια σοσιαλιστική στρατηγική αποκλειστικά εθνική. Το κίνημα των μαύρων αποτελεί την κυριότερη εσωτερική βάση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, μια και η μαύρη κοινότητα είναι εσωτερική αποικία της Αμερικής. Μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα το κίνημα δεν μπορεί να μείνει σε γενικές αναφορές για την εργατική τάξη, ούτε να παραμείνει φοιτητικό. Θα πρέπει να «περάσει από μια ελιτίστικη φοιτητικά βάση σε τομείς περισσότερο καταπιεζόμενους( λιγότερο προνομιούχους) της εργατικής νεολαίας». Επομένως οι επαναστάτες πρέπει να συνδεθούν στην καθημερινότητα με τους νέους προλετάριους. Όσο για τις μεθόδους πάλης, πριν απ’ όλα είναι η πράξη. Λίγο μετά το συνέδριο του Ιουνίου τρείς ηγέτες των Weathermen, οι Μπιλ ’υερς, Μαρκ Ραντ και Τζεφ Τζόουνς καυχώνται πως δεν διάβασαν ούτε ένα βιβλίο μέσα στο χρόνο που πέρασε. Στα τέλη Δεκεμβρίου στο Φλιντ διακηρύσσουν την ανάγκη να περάσουν στην ένοπλη πάλη. «Ο πόλεμος ενάντια στο Κράτος δημιουργεί ταυτόχρονα τη συνείδηση και τους όρους για την επέκταση του αγώνα, κάνοντας γνωστή την επαναστατική πολιτική, αποδεικνύοντας πως είναι δυνατό να προχωρήσεις και πως υπάρχει μια οργάνωση με μια στρατηγική».

Πρόκειται για μια καταπληκτική διακύρηξη του ενόπλου αυθορμητισμού που όμοιά της ίσως δεν θα συναντήσουμε πουθενά. Ο πόλεμος ενάντια στο κράτος δημιουργεί’ τις προϋποθέσεις του πολέμου! Αλλού περιγράφεται η εξέλιξη των Weathermen (που σύντομα ονομάστηκαν Weather Underground ή Weatherpeople για να αποφευχθεί το σεξιστικό men) και ιδιαίτερα στο κείμενο του Τζων Γκεράσι, που υπήρξε μέλος της οργάνωσης. Η ενέργεια στο Σικάγο τον Οκτώβρη του 1969 υπήρξε η πρώτη μεγάλη πανεθνική ενέργεια της οργάνωσης. Από το 1969-1970 αρχίζουν οι ένοπλες ενέργειες που εντάσσονται βέβαια σε ένα γενικότερο κλίμα βίας. Μόνο και μόνο στην περίοδο Οκτωβρίου 1969 – Ιουνίου 1970 καταγράφηκαν 174 ένοπλες και βομβιστικές επιθέσεις στις πανεπιστημιουπόλεις, ιδιαίτερα μετά την είσοδο των αμερικανών στην Καμπότζη(Μάης 1970) και τη σφαγή στο κρατικό πανεπιστήμιο του Κεντ, όπου η εθνοφρουρά του Οχάιο ανοίγει πυρ ενάντια στους διαδηλωτές (4 νεκροί, 9 βαρειά τραυματίες, ένας ισόβια παράλυτος). Το Μάη αναφέρονται 169 «τρομοκρατικές» ενέργειες από τις οποίες 95 στις πανεπιστημιουπόλεις και 36 ενάντια σε ομοσπονδιακά κτίρια. Οι Weatherpeople δεν αποτελούν παρά την κυριότερη από δεκάδες ή και εκατοντάδες οργανώσεις και ομάδες που αποφασίζουν να απαντήσουν βίαια στην κυβερνητική βία.

Παρά τις κυβερνητικές και αστυνομικές προσπάθειες, μέχρι το 1973 είχαν συλληφθεί μόνο τρία μέλη της οργάνωσης. Η Μπερναντίν Ντορν που θα αντέξει περισσότερο απ’ όλους (ο Παντ θα εγκαταλείψει την παρανομία ήδη από το 1972) θα «αναδυθεί το 1979, με δυο παιδιά…

…Οι μεγάλες εταιρείες και η κυβέρνηση συ­νεργούν από κοινού για να γεννηθεί ένα κλίμα κονφορμισμού που θεω­ρεί κάθε αντιπολιτευτική ιδέα αντιαμερικανική… Το FΒΙ και η CΙΑ εί­ναι οι πιο αξιοσημείωτοι υπεύθυνοι αλλά και λιγότερο λαμπρά αστέρια λάμπουν κι αυτά- το τηλέφωνο κάθε ομοσπονδιακής ή κρατικής υπηρε­σίας είναι αμφίβολο. Κάθε αίθουσα συνεδριάσεων μπορεί χωρίς υπερ­βολή να θεωρηθεί παρακολουθούμενη. Κάθε τηλέφωνο πρεσβείας είναι ένα ανοικτό μικρόφωνο. Μερικά ξενοδοχεία της Ουάσιγκτον έχουν ει­δικά κατασκευασμένα δωμάτια, με σύστημα ηχογράφησης και πολλές φορές καθρέφτες απ’ όπου μπορεί κανείς να ηχογραφήσει σε μαγνητό­φωνο ή να κινηματογραφήσει τους ενοίκους. Και ο δικαστής του Α­νώτατου Δικαστηρίου καταλήγει: «Ο Γεώργιος Γ’ ήταν το σύμβολο ε­νάντια στο οποίο οι ιδρυτές του έθνους μας έκαναν μια επανάσταση που τώρα θεωρούμε ένδοξη και διαπρεπή… Πρέπει να καταλάβουμε ότι το σημερινό κατεστημένο είναι ο καινούργιος Γεώργιος Γ’… Εκεί όπου τα παράπονα σωρεύονται και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι αντιπροσωπεύουν το κατεστημένο, η βία μπορεί να είναι η μόνη αποτελεσματική λύση», Οι Weathermen, φυσικά, είναι απόλυτα σύμφωνοι. Αλλά η ανάλυση των παλιότερων κινημάτων στις ΗΠΑ τους διδάσκει ότι αν δεν υιοθετήσουν το στυλ ζωής των επαναστατών, οι λευκοί επαναστάτες κινδυνεύουν να ενσωματωθούν -και πράγματι πάντα ενσωματώθηκαν-εξαιτίας της αφθονίας των προνομίων του λευκού χρώματος. Πράγματι, αφότου τον περασμένο χρόνο η καταστολή έγινε σκληρότερη στις Η­νωμένες Πολιτείες, οι ομάδες των διανοούμενων εξαφανίστηκαν. Οι δι­καιολογίες που παρουσίασαν ήταν πολλές: πρέπει να ξανασκεφτούμε προσεκτικά τις θεωρίες μας· πρέπει να περιμένουμε την κρίση που θα ριζοσπαστικοποιήσει τους εργαζόμενους- πρέπει να οργανώσουμε τις μάζες- δεν πρέπει να απομονωθούμε από τον τυχοδιωκτισμό που απομα­κρύνει τις μάζες κλπ.

Η ανάλυση των Weathermen αποκλείει τέτοιες ε­κλογικεύσεις, η εργατική τάξη απολαμβάνει πάρα πολλά από τα προ­νόμια του λευκού χρώματος για να αποτελέσει την πρωτοπορία· οι νέοι αποτελούν τη δύναμη που κατέχει τις περισσότερες, επαναστατικές δυ­νατότητες, γιατί τα προνόμια τους δεν είναι θεσμοποιημένα και γιατί είναι το πιο αλλοτριωμένο κομμάτι της λευκής εργατικής τάξης ο λό­γος μοναχά δεν θα μεταμορφώσει τους ανθρώπους της αριστεράς σε ε­παναστάτες, μόνο και η δράση και ο λόγος θα το κάνουν αλλά ακόμα και αυτό δεν αρκεί, γιατί μπορεί πάντα ένας λευκός νέος να προσχωρή­σει στην απατηλή αφθονία των προνομίων του λευκού χρώματος. Πά­ντα, εκτός κι αν έχει δοθεί ολοκληρωτικά στην επανάσταση, όχι μόνο με τις ιδέες του αλλά με όλο τον τρόπο ζωής του. Ακόμα και τότε λοι­πόν, λένε οι Weathermen, μπορεί να επιλέξει το αντίθετο, εκτός κι αν έχει τη βοήθεια των συντρόφων του στις στιγμές της αδυναμίας του. Αυ­τό σημαίνει ότι πρέπει να ζούμε, να δουλεύουμε και να παλεύουμε μέσα σε κολλεκτίβες. Οι Weathermen αποκάλυπταν τις βαθύτερες σκέψεις τους. Οργάνω­σαν κολλεκτίβες σε δώδεκα μεγάλες πόλεις, όχι κομψά αστικά κέντρα, όπως το Λος ’ντζελες και το Σαν Φραντζίσκο, αλλά σε εργατικές πό­λεις, σκληρές και άσχημες: Ντητρόιτ, Σικάγο, Πίτσμπουργκ, Μιλγουώκη, Κλήβελαντ, Κολόμπους (Οχάιο), Μπρούκλιν. Δώδεκα άνθρωποι, άνδρες ή γυναίκες, ομαδοποιημένοι σύμφωνα με την κρίση τους, ζουν σ ένα μόνο δωμάτιο. Το μετεωρολογικό γραφείο (Κεντρική Επιτροπή) δίνει το παράδειγμα: φυσική αγωγή, καράτε, πολιτική διαφώτι­ση, συνελεύσεις κριτικής και αυτοκριτικής, αυστηρή πειθαρχία στη μάχη και έξω απ’ αυτήν. Όλα είναι κοινωνικά, τίποτε ιδιωτικό, λένε. Έρωτας, αμφιβολίες, αδυναμίες, απογοητεύσεις, επιθυμίες, όλα πρέπει να γίνονται στο φως της ημέρας. Να έχει κανείς τέτοια συναισθήματα ή τέτοιες αδυναμίες δεν είναι αμάρτημα αλλά το φυσικό προϊόν μιας κοινωνίας διεφθαρμένης που μας διαμορφώνει έτσι. Να τις βγάζει κα­νείς ανοικτά για να τις συζητήσει συλλογικά, είναι ο μόνος τρόπος για να τις ξεπεράσει. Οι Weathermen είναι κοινωνικά όντα, σκοπός τους δεν είναι μόνο να φτιάξουν στελέχη του επαναστατικού στρατού που θα συντρίψει μια μέρα τον εθνικό καπιταλισμό- πρέπει επίσης να βοηθούν στη δημιουργία του σοσιαλιστικού ανθρώπου μέσα στη μάχη.Σε μερικές κολλεκτίβες οι Weathermen έπαιρναν LSD για να βγά­λουν στην επιφάνεια τις παράνοιες, τα συμπλέγματα, τα εσωτερικά προ­βλήματα των μελών τους. Αυτό δούλεψε. Επέτρεπε επίσης να αποκαλυ­φθούν όλοι οι πράκτορες που είχε στείλει η αστυνομία. Κι άλλες κολλε­κτίβες υιοθέτησαν αυτή τη μέθοδο. Οι αδυναμίες παραμερίστηκαν, οι α­γωνιστές κατάλαβαν τις ευθύνες τους, τις ίδιες τους τις δυνάμεις. Ένας παλιός καθηγητής 29 χρόνων, που τα περισσότερα πράγματα τα είχε γνωρίσει στο πανεπιστήμιο, ο Σίμγια Όνο, συγκρούστηκε με την ίδια του την ανωριμότητα και έμαθε να δέχεται σαν αρχηγό της κολλεκτι’6ας μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα, να υπακούει στις διαταγές της και να μην συζητά ποτέ τη γραμμή του γραφείου κατά τη διάρκεια της μάχης, ακό­μη κι όταν προερχόταν από τον «3.1.», που δεν ήταν παρά 21 ετών. Δια­νοούμενοι της αριστεράς έμαθαν να ζουν χωρίς να τους ανήκει τίποτε, μοιράζοντας τα πάντα, απορρίπτοντας την ιδιωτική ζωή (πράγμα που έ­γινε κανόνας, όχι μόνο για ψυχολογικούς και κοινωνικούς λόγους, αλ­λά και σαν μέτρο ασφαλείας). Οι νέες κοπέλες μάθαιναν να ξεχνούν τα αστικά γούστα τους στα ζητήματα της ένδυσης και να βάζουν αυτό που ήταν πιο πρακτικό. Όλοι εγκατέλειπαν τις μονογαμικές προκαταλή­ψεις που είχαν για χρόνια και καταλάβαιναν πως οι προσωπικές σχέσεις που βασίζονταν στην εξάρτηση δεν ήταν μόνο επικίνδυνες για τη μάχη, αλλά διέφθειραν και το σχηματισμό νέων αξιών. Είναι δύσκολο να ‘σαι Weatherman.. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να μάχεσαι σαν κι αυτούς. Η πρώτη μεγάλης κλίμακας ενέργεια των Weathermen κανονίστηκε να γίνει τον Οκτώβριο στο Σικάγο. Έλπιζαν πως χιλιάδες άνθρωποι θα έρχονταν και υπολόγισαν τουλάχιστον σε ένα σκληρό πυρήνα χιλίων ατόμων, συνηθισμένων στις οδομαχίες, που θα σχημάτιζαν μετά καινούργιες κολλεκτίβες. Ολόκληρο το καλοκαίρι α­ναζητούσαν υποστηρικτές -και πέρασαν ατέλειωτες ώρες συζητώντας με ανθρώπους από άλλα κινήματα που κατηγορούσαν για τυχοδιωκτι­σμό τον διακηρυγμένο στόχο τους να καταστρέψουν το Λουπ (την πλούσια συνοικία του Σικάγο). «Αν πρόκειται για έναν αγώνα παγκό­σμιας κλίμακας, αν οι Weathermen έχουν δίκιο σ’ αυτό το θεμελιακό σημείο, πως ο βασικός αγώνας στον σημερινό κόσμο είναι ο αγώνας των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, τότε είναι καθαρό πως τίποτε απ’ όσα μπορούμε να κάνουμε εδώ στη μητρόπολη δεν μπορεί να είναι τυχοδιωκτικό. Τίποτε απ’ όσα μπορούμε να κάνουμε γιατί πρόκειται για έναν πόλεμο που έχει ήδη αρχίσει και του οποίου οι όροι έχουν ήδη καθοριστεί», εξηγούσε τον Σεπτέμβριο ο Μπιλλ ’ιερς, μέλος του «μετεωρολογικού γραφείου». Και ο Καρλ Νταίηθιντσον, παλιός ηγέτης του SDS, ανταπαντούσε: «Τα τυχοδιωκτι­κά λάθη γίνονται όταν οι επαναστάτες ακολουθούν μια γραμμή δράσης που τους απομονώνει από το λαό, δείχνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στο λαό, αποκαλύπτει την περιφρόνηση τους για το λαό και πολλές φο­ρές τους οδηγεί στο να υποκαθιστούν το λαό». Και οι Weathermen τους απαντούσαν πως ο λαός δεν είναι φτιαγμένος μόνο από τους εργάτες που σας αγνοούν και σας αντιμάχονται, αλλά και από τους νέους, τους Βιετ­ναμέζους, τους Δομινικανούς, τους Κογκολέζους κλπ.

Τελικά η μέρα έφτασε: 8 Οκτώβρη του 1969 στο Σικάγο. Πού ήταν ο κόκκινος στρατός που προέβλεπαν οι Weathermen; Δεν υπήρχαν χι­λιάδες διαδηλωτές ούτε καν οι βασικοί χίλιοι. Ακριβώς πεντακόσια μέ­λη των ομάδων, έκπληκτοι και τρομαγμένοι από το γεγονός ότι η αστυ­νομία τους ξεπερνούσε σε αριθμό, σε σχέση δέκα προς έναν, και επι­πλέον την Εθνοφυλακή από δίπλα έτοιμη να επέμβει σε κάθε κάλεσμα. «Λοιπόν, φώναξε ένα στέλεχος των Weathermen, ξέρετε γιατί ήρθαμε εδώ και ξέρετε επίσης αυτό που υποσχεθήκαμε να κάνουμε. Δεν είναι παρά η αρχή. Τώρα εξαρτάται πια από μας αν θα είναι ή όχι και το τέ­λος. Πάμε». Και χτύπησαν. Η μάχη ήταν ίσως η πιο σκληρή στην ιστο­ρία της Νέας Αριστεράς.

Χιλιάδες αστυνομικοί, χρησιμοποιώντας γκλομπς, δακρυγόνα και κατόπιν πιστόλια, ενάντια σε μια ομάδα λευκών παιδιών, εξοργισμένων αλλά αυστηρά πειθαρχημένων, που προστα­τεύονταν από κράνη, μπότες, ασπίδες και χρησιμοποιούσαν σιδερογροθιές και αλυσίδες. Η πόλη κοίταγε έκπληκτη τους Weathermen που χτύ­παγαν, ντροπαλά στην αρχή, ύστερα όλο και πιο αποφασιστικά, δια­λύονταν, ξανασυγκεντρώνονταν, διαλύονταν και έφευγαν για να φτά­σουν στο Λουπ όπου έκαναν αυτό που είχαν πει σπάζοντας τις βιτρίνες και καταστρέφοντας τα καταστήματα. Περισσότεροι από διακόσιους Weathermen συνελήφθησαν, οκτώ πληγώθηκαν από σφαίρες (δεν υπήρξε κανένας νεκρός)· και παρ’ όλα αυτά την επομένη επέστρεψαν.

Αυτή τη φορά το κύριο χτύπημα έπρεπε να δοθεί από τις γυναίκες της οργάνωσης. Λεν ήταν παρά 65, περικυκλωμένες από 150 μπάτσους. Οι γυναίκες ήταν πιο φοβισμένες απ’ ό,τι την προηγούμενη μέρα, γιατί αισθάνονταν απομονωμένες. Τότε η Μπερναντίν Ντον είπε στις γυναίκες: Ο φόβος που οι άνθρωποι αισθάνονται σ’ αυτή τη διαδήλωση, πρέπει να προσφερθεί σαν αντάλλαγμα για την πείνα, τον φόβο της δυστυχίας που γνωρίζουν οι μαύροι, οι μεξικάνοι, οι κίτρινοι σ’ αυτή τη χώρα και στον υπόλοιπο κόσμο». Τις οδήγησε λοιπόν έξω από το πάρκο Γκραντ, μέσα από το ξενοδοχείο Χίλτον ώς τις αλυσίδες της αστυνομίας. Οι Weatherwomen αγωνίστηκαν καλά, χτύπησαν πολλούς μπάτσους, αλλά στο τέλος τις έπιασαν.

Παρ’ όλα αυτά ήταν εκεί και την επόμενη μέ­ρα, και την επόμενη, όλη την εβδομάδα. Στο τέλος 284 βρίσκονταν στη φυλακή, με ποσά εγγυήσεων που ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο δο­λάρια.

Αλλά η δύναμη των Weathermen μεγάλωνε. Νικημένοι, γελοιοποιη­μένοι και αντιμετωπίζοντας ακόμα και την κατηγορία του αντεπαναστάτη για τον τυχοδιωκτισμό τους, κέρδισαν πρώτα το σεβασμό των νέων εργατών και κατόπιν την προσοχή τους. Στο βαθμό που οι κολλεκτΐβες συνέχιζαν τον αγώνα, η επιρροή τους ακολουθούσε την ίδια πο­ρεία. Ακόμη μια άλλη τακτική έδειχνε να τους αποφέρει κέρδη, αλλά μακροπρόθεσμα. Ήταν το «σπάσιμο των φραγμάτων» στα σχολεία. Οι κολλεκτίβες των Weathermen κατελάμβαναν τα λύκεια όπου φοιτούσαν οι εργάτες, έκαναν οδοφράγματα στις πόρτες, εξηγούσαν τους λόγους της ενέργειας τους, τιμωρούσαν όποιον καθηγητή προσπαθούσε να τους αντιταχτεί και στη συνέχεια έδιναν μάχη ενάντια στην αστυνομία που περικύκλωνε το σχολείο. Συνάντησα μια κοπέλα που είχε τόσο εντυπω­σιαστεί από αυτή την επιχείρηση που ήθελε να πάει με τους Weathermen. Την ρώτησα αν συμφωνούσε πως μια τέτοια βίαιη τακτική δεν θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει φασιστική έκλαμψη. Μου απάντησε: «Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε με αυτό το φασιστική. Αυτό που ξέρω είναι πως θέλω να κάνω μια σειρά από πράγματα που δεν κάνουν κακό σε κανέναν και δεν μπορώ να τα κάνω και ξέρετε γιατί: οι γονείς μου με εμποδίζουν, το σχολείο με εμποδίζει, η αστυνομία με εμποδίζει. Οι φίλοι μου πρέπει να κόβουν τα μαλλιά τους” δεν μπορούμε να καπνί­ζουμε, πράγμα που δεν κάνει κακό σε κανέναν, αλλά αυτοί μπορούν να πίνουν κι όταν το κάνουν βαράνε. Γέρο μου, το μόνο που θέλω είναι να τινάξω στον αέρα αυτό το μπουρδέλλο, να ξεφορτωθώ όλα αυτά τα σκουλήκια, να είμαι σίγουρη πως κανένας δεν Θα στείλει ποτέ τους φί­λους μου να πεθάνουν στο Βιετνάμ ή οπουδήποτε αλλού». «Δεν σε πει­ράζει να μην έχεις τίποτα δικό σου, που να ανήκει μονάχα σε σένα;» τη ρώτησα. «Χριστέ μου, όχι, δεν θέλω να έχω δικά μου πράγματα. Το μόνο που σου κάνουν όλα αυτά είναι να θέλεις ακόμη περισσότερα. Γι’ αυτό δεν πήγαμε στο Βιετνάμ; Γιατί τα καθάρματα που κυβερνάνε αυτή τη μπουρδελλοχώρα θέλουν περισσότερα, ακόμη περισσότερα, πάντα πε­ρισσότερα». Πήγαινε στο Φλιντ του Μίτσιγκαν όπου οι Weathermen έκαναν το εθνικό τους συνέδριο στις 27 του περασμένου Δεκέμβρη (1969, σ.τ.μ.). Ήταν δεκατεσσάρων χρονών.

Τέτοιου είδους στρατολογίες αναζητούσαν κυρίως οι Weathermen. Οι νέοι των αστικών κολλεγίων μπορούν πάντα να αφομοιωθούν από το σύστημα. Όχι όμως και οι δραπέτες των λυκείων. Οι Weathermen, που θεωρούσαν τις κολλεκτίθες τους σαν οργανώσεις για την προετοιμασία του κόμματος, πίστευαν πως μέσα στην πάλη θα εμφανισθεί πιθανά αυ­τός ο τύπος των στελεχών που θα είναι ικανά να διευθύνουν ένα αυθεντι­κό επαναστατικό κόμμα, που θα συμπληρωνόταν από έναν κόκκινο στρατό ικανό να διεξάγει τον ένοπλο αγώνα ενάντια στο σύστημα. Βρί­σκονται ακόμα στην αρχή: όχι περισσότεροι από δύο χιλιάδες τον Μάρτη του 1970. Οι αντιφάσεις της οργάνωσης είναι ολοφάνερες, κυ­ρίως στα μάτια των αγωνιστών. Για τα άλλα ρεύματα της αριστεράς, ο μιλιταντισμός των Weathermen εμφανίζεται σαν απειλή και αυτοί που τους επιτίθενται πιο λυσσαλέα είναι οι ηγέτες του RΥΜ II, ή οι παλιοί διανοούμενοι της αριστεράς. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτοί οι πρώην αριστεριστές και εξτρεμιστές της πολυθρόνας θα έπρεπε να νιώ­θουν πως απειλούνται. Αλλά στην πραγματικότητα, όπως δεν έχουν κα­μία πρόθεση να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους για μια επανάσταση που μετατίθεται πάντα για αύριο, υπάρχει κάτι το άλογο στη μονολιθικότητα των Weathermen, αυτή τη μονολιθικότητα που εκφράζει έτσι ο πα­λιός πανεπιστημιακός Σΐνγια Όνο: «Για μας, σαν “λαϊκό κίνημα”, δεν υπάρχουν παρά δύο πιθανότητες: ή προετοιμαζόμαστε να γίνουμε στρα­τιώτες του παγκόσμιου επαναστατικού πολέμου, ή ξαναπέφτουμε ο κα­θένας στην αστική του τρύπα και γινόμαστε αντικομμουνιστικά γου­ρούνια». Είναι φανερό πως μια τέτοια πολιτική του «είτε… είτε» παρα­μερίζει δεκάδες οργανωτές, προπαγανδιστές, υποστηρικτές, που είναι καθ’ όλα επαναστάτες και μπορούν να παίξουν έναν αποφασιστικό ρόλο για να προετοιμάσουν το έδαφος στους κόκκινους στρατιώτες.

Η πραγματική επιρροή των Weathermen δεν μετριέται παρόλα αυτά με τον αριθμό των καταστημάτων που κατέστρεψαν, με τον αριθμό τωνγουρουνιών (μπάτσων) που έστειλαν στο νοσοκομείο, με τον αριθμό των ψευδοεπαναστατών που κατάγγειλαν, αλλά περισσότερο με το κλίμαπου δημιούργησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παίζοντας ίσως το ρόλο των Ναρόντνικων στο σύνολο της αμερικάνικης πολιτικής, οι Weathermen είναι οι κύριοι υπεύθυνοι της κλιμάκωσης των αντεπιθέσεων του κινήματος απέναντι στην αυξανόμενη καταστολή. Όχι μόνο ένας αυξα­νόμενος αριθμός μελών του κινήματος δουλεύει πια πιο επίμονα και πιο μακροπρόθεσμα σε ενέργειες όλο και πιο συλλογικές, αλλά και ο ένο­πλος αγώνας αρχίζει να περνάει όλο και περισσότερο στην κοινή κλη­ρονομιά. Και όχι μόνο με τη μορφή απλών σαμποτάζ, αλλά με αυτή της άμεσης επίθεσης ενάντια στις ένοπλες συμμορίες του συστήματος: την αστυνομία. Μερικές από τις ενέργειες που επιχειρήθηκαν έγιναν αντικείμενο μεγάλης διαφήμισης. Για παράδειγμα η βομβιστική επίθεση, που συνοδεύτηκε από μεγάλες υλικές ζημιές, στα ντοκ τηςUnited Fruit, των γραφείων δύο τραπεζών (Marine Mildland και Chase Manhattan), της Standard Oil, της RCΑ και της General Motors, στα κτίρια του Ο­μοσπονδιακού Γραφείου και του Ποινικού Δικαστηρίου, του Κέντρου Κατατάξεως του Γουάιτχωλ (που έπαθε τέτοιες ζημιές που η κυβέρνηση δεν θέλησε να το ξαναχρησιμοποιήσει), του πυρηνικού εργοστάσιου του Ρόκυ Πλαντ (που δεν θα είναι σε θέση να ξαναλειτουργήσει παρά μόνο μετά από ένα χρόνο), του εργοστάσιου πυρομαχικών του Hanover, των τριών εργοστασίων της General Electric στη Νέα Υόρκη. Κι αυτά δεν είναι παρά τα πιο θεαματικά από τα σαμποτάζ που έχουν γίνει καθη­μερινότητα στις ΗΠΑ. Σχεδόν κάθε μέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες κά­ποιο πολεμικό εργοστάσιο ή κάποια επιχείρηση που συμμετέχει άμεσα στις δραστηριότητες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, παθαίνει υλικές ζημιές ή τίθεται για κάποιο διάστημα εκτός λειτουργίας. Επιπλέον στις περισσότερες πόλεις γίνονται επιθέσεις ενάντια στους μπάτσους. Στη Νέα Υόρκη μέχρι σήμερα επτά αυτοκίνητα της αστυνομίας έχουν τινα­χτεί στον αέρα από βόμβες. Στην Καλιφόρνια καμιά δεκαριά μπάτσοι έχουν σκοτωθεί. Στο Χάρλεμ το Μέτωπο για την Απελευθέρωση των Μαύρων (BLF) διακήρυξε πως «ανάμεσα στους μαύρους και τις κατα­πιεστικές δυνάμεις και θεσμούς των λευκών υπάρχει κατάσταση πολέ­μου». Τα μέλη του τη στήνουν και πυροβολούν τους αστυνομικούς κάθε μέρα. Ακόμα κι όταν καμιά οργάνωση, καμιά ομάδα δεν συμμετέχει, η προσφυγή στην αντεπίθεση διαδίδεται σ’ όλη την Αμερική. Οι φοιτη­τές που διαδηλώνουν δεν μένουν ικανοποιημένοι με το να χτυπιούνται με την αστυνομία ώσπου να τους συλλάβουν. Προσφεύγουν στην τακτι­κή της αιφνιδιαστικής επίθεσης και επιτίθενται αδιάκοπα ενάντια στα σύμβολα της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Για παράδειγμα τον περασμένο Φλεβάρη (του 1970 σ.τ.μ.) στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλι­φόρνια, φοιτητές έκαψαν το τοπικό υποκατάστημα της Τράπεζας της Α­μερικής, της πρώτης τράπεζας στον κόσμο. Ένας φοιτητής που ρωτή­θηκε για τους λόγους αυτής της ενέργειας απάντησε: «Γιατί ήταν το πιο μεγάλο καπιταλιστικό κέρατο εδώ γύρω».

Φυσικά είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς σήμερα αν το σαμποτάζ και η επέκταση της ένοπλης πάλης θα οδηγήσουν στην πτώση του αμε­ρικάνικου καπιταλισμού. Φυσικά, επίσης, η παλιά αριστερά είναι ε­χθρική σε μια τέτοια τακτική. Το Κ.Κ.ΗΠΑ, για παράδειγμα, καταδίκα­σε τις βομβιστικές επιθέσεις σαν «έργο είτε ψυχασθενών είτε ενέργειες προβοκατόρων της αστυνομίας ή φασιστικών ομάδων που σκοπεύουν να δυσφημίσουν την αντιπολεμική διαμαρτυρία που συγκλονίζει τη χώρα». Οι Weathermen είναι φυσικά πεισμένοι πως το σαμποτάζ και η ένοπλη πάλη βοηθούν τα κινήματα απελευθέρωσης ολόκληρου του κόσμου και γι’ αυτό το λόγο συμβάλλουν, τουλάχιστον έμμεσα, στην ήττα της μητρόπολης. Και πείθουν πολλούς αριστεριστές που δεν είναι μέλη της οργάνωσης τους. Η ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα από αυτούς που έκαναν τις επιθέσεις στη Νέα Υόρκη, ήταν για παράδειγμα μέσα στη γραμμή των Weathermen. Δήλωνε πως «κατά τη διάρκεια της εβδομάδας διαμαρτυρίας ενάντια στον πόλεμο, τοποθετήσαμε εκρηκτι­κά στα γραφεία της Chase Manhattan, της Standard Oil και της General Motors».Οι φύλακες των κτιρίων και οι πράκτορες της αστυνομίας σ’ όλη την πόλη είχαν προειδοποιηθεί τηλεφωνικά τριάντα με εξήντα λε­πτά πιο πριν με τρόπο ώστε να είναι σίγουρα άδεια τα κτίρια από κόσμο. Ο πόλεμος του Βιετνάμ δεν είναι παρά η πιο εμφανής απόδειξη του τρόπου με τον οποίο η εξουσία που κυριαρχεί σ’ αυτόν τον τόπο κατα­στρέφει το λαό. Τα γιγαντιαία τραστ της Αμερικής έχουν πια εξαπλώ­σει την επιρροή τους σ’ όλο τον κόσμο αναγκάζοντας ολόκληρες οικο­νομίες ξένων χωρών σε ολοκληρωτική εξάρτηση από το αμερικάνικο νόμισμα και τα αμερικάνικα εμπορεύματα.

Στη χώρα μας τα ίδια τραστ μας έχουν μεταμορφώσει σε τρελούς κα­ταναλωτές που καταβροχθίζουν έναν τεράστιο αριθμό από πιστωτικές κάρτες και οικιακές συσκευές. Εξασκούμε επαγγέλματα χωρίς κανένα ενδιαφέρον, τεράστιες μηχανές μολύνουν τον αέρα μας, το νερό μας και την τροφή μας.

Το όνομα του Σπύρο ’γκνιου είναι γνωστό σε όλους, αλλά είναι οι άνθρωποι που σπάνια βρίσκονται στο προσκήνιο, όπως ο Νταίηθιντ Ροκφέλερ της Chase Manhattan,, ο Τζαίημς Ρος της General Motors , ο Μάικλ Χάιντεν της Standard Oil, που διευθύνουν το σύστημα από τα πα­ρασκήνια.

Η αυτοκρατορία καταρρέει στο μέτρο που οι λαοί ολόκληρου του κόσμου ετοιμάζονται να αμφισβητήσουν την εξουσία της. Στο εσωτερι­κό ο λαός των μαύρων διεξάγει εδώ και χρόνια την επανάσταση.

Και τέλος, στην ίδια την καρδιά της αυτοκρατορίας οι λευκοί Αμε­ρικάνοι δίνουν μάχες για την απελευθέρωση όλων.

Στην πραγματικότητα πολλοί από τους Weathermen έγιναν βομβιστές. Ενεργώντας σε ομάδες τεσσάρων έως εννέα ατόμων, εγκατέλειψαν την οργάνωση τους δημιουργώντας δικούς τους πυρήνες, παράνομους, χωρίς, επαφή μεταξύ τους, τόσο για λόγους ασφαλείας, όσο και για να μην εκθέτουν με τις ενέργειες τους την αρχική οργάνωση που σκοπό είχε τη δημιουργία στελεχών. Ένας από αυτούς τους πυρήνες ήταν φανε­ρά εγκατεστημένος σ’ ένα κομψό διαμέρισμα της δεύτερης Δυτικής Οδού στο Γκρήνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Στις 6 Μάρτη του 1970 μια έκρηξη καταστρέφει το κτίριο σκοτώνοντας τρεις από τους ενοίκους του. Στα ερείπια η αστυνομία ανακάλυψε τεράστιες ποσότητες δυναμίτη και μεγάλο αριθμό πυροκροτητών. Δήλωσε πως το σπίτι χρησίμευε σαν παράνομο εργαστήριο. Μόνο ένα από τα πτώματα έγινε δυνατό να αναγνωριστεί: αυτό του Θήοντορ Γκόλντ, 23 χρονών. Λίγες μέρες πιο πριν ο Γκόλντ είχε εμπιστευτεί σε ένα στενό του φίλο: «Έκανα τόσα συγκλονιστικά πράγματα παράνομα και τώρα ξέρω πως δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ο Γκολντ ήταν ένας Weatherman.

JOHN GERASSI

TEMPS MODERNES, ΑΠΡΙΛΗΣ 1970, ΤΕΥΧΟΣ 286

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΛΥΣΣΑΣ ( DAYS OF FURY)

Πάνω από τα μισά στελέχη του SDS, είμασταν περίπου καμιά εκατο­στή, πέρασαν στους Weather. Πυρήνες αναπτύχθηκαν στο πανεπιστή­μιο Κολούμπια, στο King State University, στο Μπόλντερ του Κολορά­ντο, στο Σικάγο. Οι weather είχαν αποφασίσει να συγκρουστούν και να οργανωθούν σε κολλεχτίβες των οποίων τα μέλη μοιράζονταν τα πάντα: τον έρωτα, τα αγαθά, τα τσιγαριλίκια. Εγώ κράτησα τις αποστάσεις αλ­λά όλοι μου οι φίλοι συμμετείχαν. Στο Ντένβερ ζούσαν σ’ ένα μεγάλο σπίτι από το οποίο χρησιμοποιούσαν τα δυο κάτω δωμάτια για να ζουν όλοι μαζί. Είχαν γκρεμίσει τους ενδιάμεσους τοίχους για να βάλουν τέ­λος στην ιδιωτική ζωή. Τουαλέττες, λουτρά, σεξουαλικές σχέσεις, κάθε «ιδιωτικότητα» είχε εξοριστεί. Ο τρόπος ομιλίας ήταν επίσης κοινός σε όλους. Γινόμασταν αυτοκαταστροφικοί. Ο Μαρκ Ραντ, που είναι σήμε­ρα στην παρανομία, συνήθιζε να λέει: «Αν σε μια συγκέντρωση κάνετε εχθρικούς μόνο κάποιους είναι αποτυχία, τους μισούς είναι ημι-επιτυχία, όλους είναι μια μεγάλη επιτυχία». Οι πιο αποτυχημένες διαδηλώ­σεις μας φαίνονταν επιτυχημένες, τουλάχιστον έτσι λέγαμε. Έτσι έγι­ναν τον Οκτώβρη του 1969 απ’ τις 9 ως τις 11 οι περίφημες «ημέρες λύσ­σας» των Weather, η τελευταία μη παράνομη πράξη τους. Η ιδέα ήταν να μεταφέρουμε τον πόλεμο στην ίδια τη χώρα. Αποχώρησα λέγοντας τους ότι έχουν τρελαθεί εντελώς. Ο καθένας υποπτευόταν τον άλλο ότι είναι χαφιές. Δεν μιλούσαν πια παρά για θάνατο- αν ήταν δυνατό. Οι υ­πεύθυνοι των Weather πίστευαν ότι στο κάλεσμα τους 25.000 άτομα θα διαδήλωναν στο Σικάγο. Θα είναι κάποιες εκατοντάδες μόνον που θα ξυλοκοπηθούν απ’ τους μπάτσους, θα συλληφθούν, θα αντιμετωπιστούν απ’ όλους σαν τυχοδιώκτες. Πριν απ’ αυτές τις περίφημες μέρες τα μέλη προετοιμάζονταν: ξύπνημα στις 6.00 το πρωί, γυμναστική, τρέξιμο στο πάρκο, μάθημα καράτε, κομμένο το κάπνισμα, πρόβα με τα κράνη. Το χειμώνα του 1969 οι Weather έκαναν μια συνδιάσκεψη στο Μίτσιγκαν. Μα είχαν χάσει πια κάθε αξιοπιστία. Μερικοί έφταναν μέχρι του ση­μείου να κάνουν με τα δάχτυλα το σήμα του πηρουνιού, αυτού του πηρουνιού που χρησιμοποίησε ο Τσαρλς Μάνσον για τη σφαγή. Έλεγαν: «όλα τα λευκά μωρά είναι γουρούνια». Πολλοί θα αφήσουν τότε τους Weather. Αυτοί που έμειναν θα φτιάξουν τους Weather Underground που συνεχίζουν να δρουν μέχρι σήμερα.(Αρχές του ’80 οπότε ουσιαστικά αυτοδιαλύθηκαν)

ΦΙΛΙΠ ΓΚΑΒΙ – Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΟΜΜΑΤΙΑΖΕΤΑΙ

TEMPS MODERNES, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ-ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1976

(κλεμμένα απ’ το βιβλίο «the movement» εκδ. κομμούνα)

To εργοστάσιο της LIP και η (αντ)επαναστατική αυτοδιαχείριση

LIP: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

ΣΑΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το εργοστάσιο της LIP εγκαινιάστηκε το 1945, μετατρέποντας την πόλη της Besançon σε κέντρο της γαλλικής βιομηχανίας ρολογιών. Στα 1970 η LIP παραγκωνίστηκε από τα εισαγόμενα ρολόγια quartz, και το αφεντικό της ο Fred Lip, αποχώρησε, το εργοστάσιο έκλεισε, και η εταιρία βρέθηκε ένα βήμα πριν τη ρευστοποίησή της. Τότε παρενέβησαν οι εργάτες της LIP, που με την παρότρυνση των ισχυρότερων συνδικάτων CFDT και CGT, επωμίστηκαν την προβληματική εταιρία στα 1974-75.

Αριστερίστικες ομάδες βρήκαν στην Besançon ένα προνομιακό πεδίο δράσης, έμελλε ωστόσο να συρρικνωθούν αγκαλιά με την οικονομική πορεία της αυτοδιαχειριζόμενης επιχείρησης.

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθούμε: πρώτα, πρέπει να κινητοποιήσουμε τους εργάτες. Πάει να πει, να μην κάθονται να δουλεύουν 9 ώρες χωρίς μια συνάντηση για να μιλήσουμε, για το τι συμβαίνει στο εργοστάσιο σαν σύνολο, που πηγαίνουμε, γιατί δουλεύουμε, τι σημαίνει αυτό για την κοινωνία. Έπειτα θα πρέπει η κοινωνία να ανταποκριθεί στις ελπίδες των εργατών… Ίσως υπάρξουν κάποιοι τύποι που θα αναλάβουν κάποια πόστα, κι αυτά τα πόστα ίσως αλλάζουν, όταν κάποιος αναλαμβάνει ένα πόστο κάτι συμβαίνει, κάποιος άλλος μαθαίνει να δέχεται κάποια πράγματα, αν του δώσουν να καταλάβει, τότε μπορεί να δεχτεί εύκολα πολλά πράγματα ακόμα.

(Charles Piaget, Συνέντευξη σχετικά με τη LIP)

1. Η Εργατική Κοινότητα και η Ανθρώπινη Κοινότητα

Στην πραγματικότητα, ο αρχαϊκός χαρακτήρας της παραγωγικής διαδικασίας στην εταιρεία ρολογιών LIP, όχι μόνο δεν αποθάρρυνε τους εργάτες απ’ το να θέλουν να εξασφαλίσουν την ακεραιότητα της επιχείρησης με κάθε μέσο, αλλά επίσης τους επέτρεψε να σχηματίσουν μια ομογενή ομαδοποίηση απέναντι στην προσωποποίηση του εχθρού: το αφεντικό τους. Όταν το αφεντικό αυτό χρεοκόπησε και αποσύρθηκε, μιας και το κεφάλαιό του δεν ήταν αρκετά ανταγωνιστικό, οι εργάτες ήρθαν αντιμέτωποι με την άρνησή τους και τα παραγωγικά μέσα με την αδρανοποίησή τους. Το αίτημα για εκ νέου ξεκίνημα της παραγωγικής διαδικασίας από τους ίδιους, μπόρεσε να στηριχθεί μονάχα στον ενθουσιασμό που επιβεβαίωνε αυτή η νεοσύστατη αίσθηση κοινότητας.

Κατ’ αρχήν, μια τέτοια κοινότητα μπορεί να συγκριθεί ευθέως με την κοινότητα που χαρακτήριζε τον σχηματισμό των εργατικών συνεταιρισμών στον 19ο αιώνα και, πιο πρόσφατα, στις πολυάριθμες κοινότητες εργασίας που αναπτύχθηκαν στην Γαλλία τα τελευταία χρόνια. Όντως, ακόμα και σ’ αυτήν την απλοϊκή μορφή, υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές, μα πριν τις αναλύσουμε είναι απαραίτητο να αντιληφθούμε τα σημεία ομοιότητας και την καταγωγή τους.

Μια τέτοια κοινότητα ιδρύθηκε από χριστιανούς σοσιαλιστές, αναρχοσυνδικαλιστές και κάποιους σοσιαλιστές αγωνιστές προερχόμενους από την Αντίσταση στο Vercours (Η περιοχή των Drome και Ardéche γνώρισε μια εκτεταμένη καταστροφή ανθρώπων και υλικών λόγω αυτού του Αντιστασιακού πυρήνα). Περιελάμβανε ένα εργοστάσιο ρολογιών πέριξ του οποίου είχε οικοδομηθεί μια πόλη, στεγάζοντας αυτήν την μινιατούρα καπιταλιστικής επιχείρησης και τις οικογένειές της. Το σύμπλεγμα εργοστασίου-κατοικιών πήρε το μνημειώδες παρωνύμιο Watch City (Πόλη των Ρολογιών). Γενικές συνελεύσεις διεξάγονταν τακτικά, για να λάβουν τις αποφάσεις της κοινότητας επί παντός επιστητού: από την διεύθυνση της επιχείρησης μέχρι τον ελεύθερο χρόνο των εργατών. Άξιο αναφοράς είναι ένα διάταγμα που εγκαθιδρύει δια νόμου την «σεξουαλική ελευθερία» των κατοίκων[1].

Εκεί όμως τελειώνει και η σύγκριση καθότι αν, στο Boimondau υπήρχε στην αρχή μια πραγματική ισότητα στους μισθούς, στο LIP είδαμε ότι η συντήρηση μιας μισθολογικής ιεραρχίας στάθηκε επιτακτική αναγκαιότητα στη δημιουργία του εργατικού καπιταλισμού. Στο Boimondau τα πλαίσια της επαναφομοίωσης εκ μέρους του γαλλικού καπιταλισμού επέτρεψαν στην εργατική κοινότητα να διαμορφωθεί σχετικά πιο «αγνά».

Ωστόσο, η αδυναμία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής στο LIP μπορούσε να επιτρέπει στην κοινότητα του LIP να υπάρξει αλλά μόνο σαν αλλοτριωμένη εργατική κοινότητα. Το Boimondau ήταν ένα προϊόν της καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων. Το LIP δημιουργήθηκε από την αντίστροφη διαδικασία. Στο LIP δε γεννήθηκε καμία νέα επιχείρηση. Απλώς η παλιά διεσώθη μέσα από έναν ιδιότυπο εκσυγχρονισμό.

Αυτή η συγκέντρωση στο Palente είχε μια διττή καταγωγή: Με δεδομένη την κυριαρχία του καπιταλισμού στην γαλλική κοινωνία, η επιβίωση του Lip, όπως είδαμε, ήταν μια υπόθεση ζωής και θανάτου για την πόλη και την περιοχή της. Επιπλέον, αυτή η υλική κοινωνία θα μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο σε αντίθεση με την ίδια την βάση της. Δεν μπορούσε πια να οργανώσει στη συνήθη μορφή της, την ολότητα των ανθρώπινων υπάρξεων την οποία ισχυριζόταν πως περιείχε και ανεχόταν μέσα της (π.χ. τις καταλήψεις των χίπηδων). Όσοι δεν αποτελούσαν μέρος «περιθωριακών κοινοτήτων» υφίσταντο την αντιφατική κίνηση που πήγαζε από την αποσύνθεση των κοινωνικών σχέσεων. Εξ ου και η άνοδος της «παραβατικότητας». Η αστάθεια της υλικής κοινωνίας στον καπιταλισμό, βαθύτερο αίτιο της πολεμικής φύσης του, κάνει κάθε είδους καταστροφή γοητευτική, ακόμα κι αν διαπράττεται στην αντιδραστική βάση της μισθωτής εργασίας ή της ιδιοποίησης του προς πώληση προϊόντος από τον ίδιο τον παραγωγό, όπως ήταν και η περίπτωση της Lip. Πάντως, στην απουσία μιας γενικής κρίσης, η αδυναμία όσων προσωρινά είναι εξασφαλισμένοι όπως κι όσων είναι μόνιμα αποκλεισμένοι, καταγίνεται μια δυνητικά επαναστατική δύναμη όταν η κρίση αγκαλιάζει ολόκληρη την κοινωνία –δηλαδή όταν η τάση για απαξίωσης καταλήγει να επικρατήσει της τάσης για αξιοποίηση καθώς ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εξαναγκάζεται να αποκαλύψει την σαπίλα του.

Η προλεταριακή μάζα, κοινωνικοποιημένη μέσα από την εργασία της η οποία συνενώνει με έναν οδυνηρό τρόπο αυτή την «τάξη της αστικής κοινωνίας που ταυτόχρονα δεν αποτελεί τάξη στην αστική κοινωνία», στην κρίση ξαναβρίσκει τον εαυτό της αναγκασμένο να διαρρήξει τα τελευταία δεσμά της, και πλέον δεν είναι δυνατόν να αναπαραχθεί σαν μια κατηγορία του Κεφαλαίου. Αυτή η τάξη-για-τον-εαυτό-της τείνει να οργανωθεί σε ένα ιστορικό κόμμα που επιβεβαιώνει το μέλλον της στην ανθρώπινη κοινότητα. Αυτή η τάξη δεν έχει «μέλλον» εξασφαλισμένο στον κόσμο της υποταγής της. Ο σχηματισμός της ανθρώπινης κοινότητας είναι το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων από την κοινότητα του Κεφαλαίου και είναι η μόνη ιστορική πιθανότητα ξεπεράσματός της. Εμβαθύνοντας στην ανάπτυξη της με τον οποία μετασχηματίζει ριζοσπαστικά την εργασία, η ανθρώπινη κοινότητα καταστρέφει με ένα θετικό τρόπο την ιδεολογία της εργασίας, την οποία ο καπιταλισμός έχει μετατρέψει σε κάτι αρνητικό. Ο χρόνος εργασίας τελικά εξαφανίζεται από τη θέση του μόνου μεγέθους του κοινωνικού πλούτου προς όφελος αυτού που αποκαλούμε «ελεύθερος χρόνος». Αλλά αν η οργάνωση του προλεταριάτου ως τάξη-για-τον-εαυτό-της που κατευθύνεται προς την ανθρώπινη κοινότητα τείνει να αποτελέσει ένα ακόμη προϊόν της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης, σαν προϊόν της ανικανότητας του κεφαλαίου να αναπαράγει τον εαυτό του, το αποτέλεσμα δεν είναι αυτόματο ούτε αναπόφευκτο.

2. Η αντεπαναστατική αυτοδιαχείριση

Η κυρίαρχη τάση για απαξίωση προωθεί εξίσου: α)την αντεπανάσταση, μιας και μια απαξίωση γεννά την αναγκαιότητα επαναξιοποίησης και β)την επανάσταση καθώς ένα σύστημα σε απαξίωση προϊδεάζει για την επερχόμενη καταστροφή του. Αυτή η λογική υποθέτει και ότι η επαναστατική κίνηση μπορεί να συναντά εμπόδια, και σποραδικές εξεγέρσεις να μην φτάνουν στον στόχο τους και να τσακίζονται (π.χ. η καταστολή των εξεγέρσεων σε υποανάπτυκτες ή αναπτυσσόμενες καπιταλιστικά χώρες που έχουν ήδη υποφέρει τα πρώτα βίαια ξεσπάσματα της κρίσης: Ελλάδα, Ινδία, Αιθιοποιία, Βολιβία κλπ). Για το προλεταριάτο των χωρών που μαστίζονται από τις καπιταλιστικές κρίσεις, η διάλυση της συνείδησης που συνδέεται μέσα από την ιδεολογία με ένα Κεφάλαιο αυτό-αξιοποιούμενο, παραχωρεί τη θέση της στην αύξουσα συνείδηση μιας τάξης χωρίς εξασφάλιση, που κατέχει μονάχα την εργατική της δύναμη. Μια τυχαία τάση προσωποποίησης της ιστορικής κίνησης των παραγωγικών δυνάμεων που σηματοδοτεί το ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και καλεί για μια κοινωνική οργάνωση σε ανθρώπινη βάση. Ακολούθως οι φασιστικές και δημοκρατικές απαντήσεις (π.χ. το Λαϊκό Μέτωπο στην Γαλλία) στην κρίση του 1929-1930 συνεπάγονται μιαν άνευ προηγουμένου εμμονή στο αξίωμα της μισθωτής εργασίας, την ακριβή στιγμή που η μισθωτή εργασία είχε εισέλθει σε μια διαδικασία αυτό-καταστροφής. Κάτι τέτοιο έγινε δυνατό μόνο με την καταστροφή του επαναστατικού κινήματος. Έτσι προκύπτει και η σημασία της επαναστατικής θεωρίας στο κομμουνιστικό κίνημα. Η «τάξη της συνείδησης» δεν σημαίνει ότι «η επανάσταση γίνεται πρώτα απ’ όλα στο μυαλό μας» όπως ισχυρίζονται διάφοροι ακαδημαϊκοί και μοντερνιστές. Απλώς αντανακλούν την καπιταλιστική τάση καταστολής κάθε μορφής κοινωνικής δραστηριότητας μιας αυξανόμενης μερίδας των σκλάβων τους. Η «σημασία της θεωρίας» δεν σημαίνει ότι το προλεταριάτο πρέπει να εξαναγκαστεί να αποκτήσει συνείδηση, όπως προσπάθησαν να κάνουν όλων των ειδών οι μιλιτάντες παιδαγωγοί (πχ να πουν στους εργάτες της Lip ότι μπορούν ή οφείλουν να ακολουθήσουν την πρακτική τους). Πολύ απλά, η κομμουνιστική θεωρία, σύμφυτη της αντιφατικής κίνησης του Κεφαλαίου, θα τείνει να αναπαραχθεί σε μια ολοένα και πιο τυχαία και ευρεία κλίμακα, στο επίπεδο των πρακτικών επαναστατικών μέτρων που θα πρέπει να παρθούν.

Η αυτοδιαχείριση είναι μια μέθοδος ελέγχου της αντίφασης ανάμεσα στην αξιοποίηση και την απαξίωση από την εργατική δύναμη, προκειμένου να μη ξεπέσει η αξία της ζωτικής συνθήκης αυτής της κοινωνίας: της Εργασίας. Έτσι, οι άνθρωποι καλούνται να αναλάβουν δραστηριότητες που πριν διαχειριζόταν το Κεφάλαιο και κατά συνέπεια αυξάνεται το κόστος της συντήρησης της εργατικής δύναμης. Ήδη μπορούμε να διακρίνουμε εν μέρει το περιεχόμενο αυτού του είδους της αυτοδιαχείρισης σε πολλά συμβιωτικά δίκτυα που σχηματίζονται τα τελευταία χρόνια (παράλληλα σχολεία, ανεπίσημα μαιευτήρια, κλινικές, συνεταιρισμοί τροφίμων κλπ). Είναι σημαντικό ότι με το ξέσπασμα της κρίσης τα ΜΜΕ άρχισαν να δημοσιεύουν μερικές από τις εμπειρίες αυτές (πχ μια υπέρθερμη παρουσίαση των «ελεύθερων κλινικών» κυριάρχησε στην τηλεόραση στις 32 Μαρτίου 1974). Το βάθεμα της κρίσης, παράλληλα με την έγερση του ζητήματος της αυτοδιαχείρισης, θα γενικεύσει και θα διευρύνει τέτοιους πειραματισμούς, που θα πρέπει να τους δοθεί ένα ανάλογο πλαίσιο. Από την προοπτική αυτή, η αύξουσα παραγωγικότητα και η πτώση του μη-παραγωγικού κόστους θα φέρουν νέα κέρδη, μιας και η αυτοδιαχείριση, όπως υπονοεί και το όνομά της, συνίσταται στη διεκδίκηση καθηκόντων του κεφαλαίου, από την ίδια την εργατική δύναμη. Μια τέτοια υποθετική ανάπτυξη θ΄ αποτελούσε την νίκη της αντεπανάστασης, την καθολική υπαγωγή των εργατών στην επιχείρηση, μέσω της αυτοδιαχείρισης. Διατηρεί έτσι τους δεσμούς που είναι απαραίτητη για την κοινωνική παραγωγή, ενώ ταυτόχρονα, κινητοποιεί ένα κίνημα που διαδέχεται την επιχείρηση – ένα κίνημα που μετασχηματίζει την κοινωνία σε μια κοινότητα της φτώχειας. Η συγκεντρωτική αυτοδιαχείριση θ’ αποτελέσει την αντεπαναστατική απάντηση στο ενδεχόμενο διαδοχής της επιχείρησης από αναλώσιμους εργάτες τους οποίους η αυτοδιαχείριση προσκολλά στην επιχείρηση, και τους συσσωματώνει στο λαϊκό, εθνικό κράτος. Επιπλέον, αν η αυτοδιαχείριση έχει ως πεδίο δράσης τις βιομηχανικές χώρες με χαμηλή οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, αυτό δεν οφείλεται απλά στη παραγωγική δομή των χωρών αυτών αλλά καθορίζεται εξίσου από την παγκόσμια οικονομία.

Περιοχές όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι ψηλότερη έχουν πάντα μεγαλύτερες δυσκολίες όσον αφορά την εύρεση των απαιτούμενων κερδών για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αλλά η ψηλότερη οργανική τους σύνθεση του επιτρέπει να διαχειριστούν προς ίδιον όφελος την μεταφορά αξίας από τις συναλλαγές με λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές. Αυτή η αύξηση της αξίας αποτελεί τα εξέχοντα κέρδη που είναι ολοένα και πιο απαραίτητα σ’ αυτές και που προκύπτουν από το γεγονός ότι το προς πώληση εμπόρευμα περιέχει λιγότερη εργασία από αυτήν εκείνου με την οποία ανταλλάσσεται. Αλλά για να λειτουργήσει αυτή η συναλλαγή είναι απαραίτητο κάθε χώρα να φτάσει σ΄ ένα επίπεδο οργανικής ανάπτυξης το οποίο συνεχώς να αναπτύσσει το πεδίο δράσης του, πράγμα που εξηγεί γιατί οι πλέον ανεπτυγμένες χώρες αναγκάζονται πάντα να προωθούν το ελεύθερο εμπόριο (πχ οι Η.Π.Α. ή η Ε.Ε.).

Η αυτοδιαχείριση μπορεί εξίσου καλά να γίνει μια πολεμική μηχανή για τις χώρες που βρίσκονται σε μια δεινή οικονομική θέση, μια μηχανή για τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, τον οποίο ενδεχομένως προκαλέσουν τα συμφέροντα αυτά. Η ιδεολογία ενός τέτοιου «αυτοδιαχειριζόμενου Κράτους» θα ήταν ενός είδους αντι-ιμπεριαλισμός, τον οποίον και θα προήγαγε. Η άκρα αριστερά του καπιταλισμού θα καλούταν να παίξει κεντρικό ρόλο στην πολεμική μηχανή αυτή, όπως προεικάζουν τα γεγονότα σχετικά με την πατριωτική κινητοποίηση υπέρ του αγώνα του LIP και την υποστήριξή της στο ένα στρατόπεδο ενάντια στο άλλο στον τελευταίο αραβο-ισραηλινό πόλεμο. Είναι σημαντικό που σε ένα κυβερνητικό κόμμα όπως το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα υπάρχει μια φράξια (CERES) της οποίας η κοινωνική βάση ταυτίζεται με την αυτοδιαχείριση και τις βίαιες αντι-αμερικανικές αντι-ιμπεριαλιστικές ενέργειες. Όχι λιγότερο σημαντικό είναι το γεγονός ότι το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πιστεύει ακράδαντα ότι «ο τρόπος με τον οποίον έχει τεθεί το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης σήμερα είναι τελικά θετικός» και ότι «οι κομμουνιστές υπερέχουν όλων στην αυτοδιαχείριση». Τελικά πρέπει να παρατηρήσουμε την αγνότερη ρητορική του Ντε Γκωλ με τον «αμερικάνικο ιμπεριαλισμό» το «προοδευτικό μέτωπο» που ταυτίζεται ολότελα με τις αριστερίστικες οργανώσεις (για να μην αναφέρουμε και τους μοναρχικούς της N.A.F. που έχουν αυτό-ανακηρυχθεί «παρτιζάνοι της αυτοδιαχείρισης») Ωστόσο η αυτάρκεια των αυτοδιαχειριζόμενων χωρών θα τείνει να ενδυναμώσει ορισμένες αντιφάσεις. Αν δεχτούμε ότι αυτές οι χώρες έχουν κατά μέσο όρο μια χαμηλή οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, έχουμε επίσης δει ότι έχουν αρκετά ανεπτυγμένες επιχειρήσεις οι οποίες δεν μπορούν να τρέφουν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την αυτάρκεια. Αντιμετωπίζουν ακόμα την εχθρότητα των άλλων, λιγότερο ανεπτυγμένων επιχειρηματικών κλάδων που δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς κέρδος, όντας στην καρδιά της κρίσης είναι συνώνυμο με την ρευστοποίηση των μικρότερων οικονομικών τομέων. Έτσι μια σύγκρουση συμφερόντων θα εγερθεί στη διαδικασία στην οποία η υπεραξία θα διασπαστεί, οι λιγότερο ανεπτυγμένοι τομείς κι επιχειρήσεις επιχειρούν να στήσουν μηχανισμούς για να επωμιστούν την απώλεια αξίας οι τομείς με μεγαλύτερη οργανική ανάπτυξη του κεφαλαίου. Σε ένα πιο οξυμένο επίπεδο, αυτοί οι ανταγωνισμοί θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε έναν καπιταλιστικό εμφύλιο πόλεμο ο οποίος θα επέφερε μια μερική καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, καταστροφή απαραίτητη για το Κεφάλαιο[2].

Αν η επαναστατική αυτονομία του προλεταριάτου θα βρεί την αδιαμφισβήτητη κατάφασή της όταν αυτό καταστήσει μια τάξη-για-τον-εαυτό-της, η αντεπανάσταση επίσης εμπεριέχει μια κάποια αυτονομία του “προλεταριάτου” ως μια τάξη που συντηρεί τον καπιταλισμό. Επίσης, με σεβασμό σε όλες τις επιτροπές και τους άλλους σχηματισμούς βάσης που γεννιούνται στην καρδιά της κρίσης, θα είναι απολύτως απαραίτητο να ενισχύουμε το περιεχόμενο της δραστηριότητάς τους, όπως και το περιεχόμενο του κινήματος μέρος του οποίου αποτελούν, δίχως να αποπροσανατολιζόμαστε από τις μορφές τις οποίες ενδεχομένως θα πάρουν.

Σημειώσεις:

[1] Η συσσώρευση κεφαλαίου στο Boimondeau σήμανε και το τέλος του αυτοδιαχειριστικού πειράματος. Λίγο λίγο, η ιεραρχία στους μισθούς επανεισήχθηκε. Ένας, ή μάλλον δύο ιδιοκτήτες προέκυψαν από την κοινότητα. Η επιχείρηση έθεσε νέα μισθολογικά επίπεδα σε νέες βάσεις. Οι χαμηλόμισθοι στάθηκαν η βάση μιας από τις δυο επιχειρήσεις που προσλάμβανε πρώην καταδίκους μετά την αποφυλάκισή τους. Οι περισσότεροι από τους εργάτες έμεναν εκτός της Πόλης των Ρολογιών, και δεν είχαν τίποτα κοινό μ’ αυτήν πέρα από το όνομά της (αρκετοί εργάτες απολύθηκαν μετά τον Μάη του ’68 λογω συμμετοχής στις απεργίες). Η επιχείρηση έζησε αγωνιωδώς και μετά από πολλές διακυμάνσεις τελικά ρευστοποιήθηκε, και πωλήθηκε στα 1970. (Οι πληροφορίες για την επιχείρηση, δόθηκαν εν συντομία από έναν παλιό εργάτη του Boimondeau που στάθηκε μάρτυρας του τέλους της κοινοτικής αυτοδιαχειριστικής περιόδου κι έναν σύντροφο που εργάστηκε εκεί λίγο μετά το ’68).

[2] Είναι προφανές ότι η εργατική δύναμη, στο επίπεδο αυτό, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα φορέας και αντικείμενο του Κεφαλαίου. Επίσης ένας ρόλος φορέα θα καταλαμβανόταν κυριολεκτικά στο αυτοδιαχειριστικό Κράτος από έναν συνασπισμό προερχόμενο από το πιο “προοδευτικό” συνάφι οικονομικών και πολιτικών μάνατζερς (για παράδειγμα οι Bidegain, Neuschwander, J. Delors, Edgar Faure), γραφειοκράτες της Αριστεράς και της Νέας Αριστεράς, περιλαμβανομένων των συνδικαλιστών εταίρων τους, για να μην αναφέρουμε και μια κάποια φράξια της εργατικής τάξης απορροφημένη από τη βάση μέσω διαφόρων επιτροπών και συμβουλίων (ο Monique Piton και άλλα μέλη της επιτροπής δράσης της LIP βρήκαν ακροατήριο απ’ τον E. Faure, αναμφίβολα προκειμένου να υπηρετήσουν καλύτερα το λαό…)

Ομάδα Negation

//

1

Γράμμα πάνω στα εργατικά συμβούλια (1952)

Anton Pannekoek

Γράμμα πάνω στα εργατικά συμβούλια (1952)

Θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες κριτικές και συμπληρωματικές παρατηρήσεις πάνω στις τοποθετήσεις του συντρόφου Kondor στο «Αστική ή Σοσιαλιστική Οργάνωση» στο τεύχος Δεκεμβρίου 1951 του “Funken”. Όταν κριτικάρει αρχικά το σημερινό ρόλο των συνδικάτων και των κομμάτων, είναι απολύτως σωστός. Με τις αλλαγές στην οικονομική δομή, η λειτουργία των διαφόρων κοινωνικών δομών πρέπει επίσης να αλλάζει. Κάτω από τα μονοπώλια και τον κρατικό καπιταλισμό, προς τα οποία αναπτύσσεται συνεχώς ο καπιταλισμός, τα συνδικάτα γίνονται ένα κομμάτι του κυρίαρχου γραφειοκρατικού συμπλέγματος, επιφορτισμένα με την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο όλον. Ως οργανώσεις που συντηρούνται και αναπτύσσονται από τους ίδιους τους εργάτες, είναι πολύ πιο ικανά από κάθε άνωθεν επιβεβλημένο οργανισμό στην εγκόλπωση της εργατικής τάξης ως ένα τμήμα της κοινωνικής δομής, όσο πιο αφαίμακτα γίνεται. Στην μεταβατική περίοδο που διάγουμε σήμερα, αυτός ο νέος χαρακτήρας έρχεται στο προσκήνιο ολοένα και πιο ισχυρός. Αυτή η πραγματοποίηση δείχνει ότι θα ήταν χαμένος κόπος να προσπαθήσουμε να διορθώσουμε τους παλιούς συσχετισμούς. Όμως την ίδια στιγμή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να δώσει στους εργάτες μεγαλύτερη δύναμη να διαλέξουν τις μορφές του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό.

Αυτή η ανάπτυξη προς τον κρατικό καπιταλισμό – συχνά διαφημιζόμενο υπό το όνομα «Σοσιαλισμός» στη δυτική Ευρώπη – δε σημαίνει διόλου την απελευθέρωση της εργατικής τάξης, παρά μόνον ακόμα μεγαλύτερη δουλεία. Αυτό που αποζητά η εργατική τάξη στους αγώνες της, ελευθερία και ασφάλεια, το να είναι κυρίαρχη της ζωής της, γίνεται εφικτό μόνο μέσα από τον έλεγχο των μέσων παραγωγής. Ο κρατικός σοσιαλισμός δεν σημαίνει τον έλεγχο των παραγωγικών μέσων από τους εργάτες, αλλά από τα όργανα του κράτους. Αν είναι ταυτόχρονα δημοκρατικός, αυτό σημαίνει ότι οι εργάτες θα μπορούν ακόμη να επιλέγουν τους αφέντες τους. Αντιθέτως, ο άμεσος έλεγχος στην παραγωγή από τους εργάτες σημαίνει ότι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι διευθύνουν τις επιχειρήσεις και οικοδομούν την υψηλότερη και κεντρική οργάνωση από τα κάτω. Αυτό είναι που αποκαλούμε το σύστημα των εργατικών συμβουλίων. Ο συγγραφέας είναι λοιπόν απολύτως σωστός όταν το τονίζει αυτό ως την νέα και μελλοντική αρχή των οργανώσεων της εργατικής τάξης. Η οργανωμένη αυτονομία των παραγωγικών μαζών είναι σε αντίθεση με την οργάνωση από τα πάνω του κρατικού σοσιαλισμού. Όμως πρέπει κανείς να το χει καλά στο μυαλό του. «Εργατικά συμβούλια» δε σημαίνει μια μορφή οργάνωσης με συγκεκριμένες γραμμές, προσδιορισμένες μια και καλή, που απαιτούν μόνο μια μετέπειτα προσαρμογή στις λεπτομέρειες. Σημαίνει μια αρχή – την αρχή της εργατικής αυτοδιεύθυνσης των επιχειρήσεων και της παραγωγής.

Αυτή η αρχή δεν μπορεί με τίποτα να υποκατασταθεί από μια θεωρητική αναζήτηση για την καλύτερη πρακτική εφαρμογή που θα μπορούσε να πάρει. Αφορά έναν έμπρακτο αγώνα ενάντια στο σύστημα της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Στις μέρες μας, το σύνθημα των «εργατικών συμβουλίων» δε σημαίνει μια συναδέλφωση στη δουλειά με συνεργασία, σημαίνει τον ταξικό αγώνα – στον οποίο η συναδέλφωση παίζει τον ρόλο της – σημαίνει την επαναστατική δράση των μαζών ενάντια στην κρατική εξουσία. Οι επαναστάσεις, δεν μπορούν φυσικά να έρχονται κατόπιν παραγγελίας. Εγείρονται αυθόρμητα σε στιγμές κρίσης, όταν οι καταστάσεις γίνονται ανυπόφορες. Συμβαίνουν μόνο όταν αυτή η αίσθηση του ανυπόφορου κατοικοεδρεύει στις μάζες, κι αν την ίδια στιγμή υπάρχει μια γενικά αποδεκτή συνείδηση του τι μέλει να γίνει. Είναι σ’ αυτό το επίπεδο που η προπαγάνδα και η δημόσια συζήτηση παίζουν το ρόλο τους. Κι αυτές οι δράσεις δεν μπορούν να διασφαλίσουν μια μακροπρόθεσμη επιτυχία εκτός αν μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης έχουν μια καθαρή κατανόηση της φύσης και του στόχου του αγώνα τους. Ιδού η αναγκαιότητα του να κάνουμε τα εργατικά συμβούλια ένα θέμα για κουβέντα.

Έτσι, η ιδέα των εργατικών συμβουλίων δεν περιλαμβάνει ένα πρόγραμμα πρακτικών οδηγιών που μένει να εφαρμοστούν – είτε αύριο είτε σε μερικά χρόνια -, χρησιμεύει μοναχά ως μια πυξίδα για τον μακρύ και σκληρό αγώνα για την ελευθερία, που ανοίγεται μπροστά στην εργατική τάξη. Ο Μαρξ κάποτε το έθεσε ως εξής: Η ώρα του καπιταλισμού έχει έρθει, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ώρα αυτή σημαίνει στην πραγματικότητα μια ολόκληρη ιστορική εποχή.

Αυτοδιεύθυνση και Ισπανική Επανάσταση 1936~1937

Αυτοδιεύθυνση και Ισπανική Επανάσταση 1936~1937

Ι

“Για πρώτη φορά μετά τις απόπειρες για εγκαθίδρυση σοσιαλισμού στη Ρωσία, την Ουγγαρία και τη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο επαναστατικός αγώνας των ισπανών εργατών επιδεικνύει έναν νέου τύπου μετασχηματισμό από τον καπιταλιστικό σε συλλογικό τρόπο παραγωγής, που παρά την ανολοκλήρωτη φύση του, διεξήχθη σε μια εντυπωσιακή κλίμακα”. – Karl Korsch, 1939

Τριάντα έξη χρόνια μετά τις πρώτες της νίκες (σ.τ.μ: από την χρονολογία συγγραφής του κειμένου), η Ισπανική Επανάσταση παραμένει το πιο σημαντικό από τα διάφορα υλικά πειράματα αυτοδιαχείρισης που έλαβαν χώρα αυτόν τον αιώνα. Η εμπειρία των ισπανικών εργατικών συμβουλίων γίνεται ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης για το σύγχρονο προλεταριάτο, τόσο ως προς τις επιτυχίες όσο και ως προς τις αποτυχίες τους. Η εκτεταμένη αφομοίωση αυτής της όψης της ιστορίας της γραμμένης από το προλεταριάτο, απλά ενισχύει τον ουσιωδώς ριζοσπαστικό χαρακτήρα της. Παραχαραγμένο τόσο από τους αστούς ιστορικούς όσο κι από τους λενινιστές, και διαστρεβλωμένο από εκείνους τους αναρχικούς που το κεφαλαιοποιούν ως μια από τις “χρυσές στιγμές” τους, το επαναστατικό κίνημα στην Ισπανία συνεχίζει να αποτελεί μια πηγή ξεμπροστιάσματος της ιδεολογίας. Οι δράσεις των “ανεξέλεγκτων στοιχείων” του ισπανικού προλεταριάτου αποδεικνύονται ένα σκάνδαλο για όλα τα κόμματα. Η επανάσταση εξολοθρεύτηκε πολύ πριν την νίκη των φασιστών από μια συνδυασμένη δύναμη σταλινικών, φιλελεύθερων και “ελευθεριακών” γραφειοκρατών του ίδιου εκείνου αναρχικού κινήμαος στο όνομα του οποίου είχαν δράσει τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της εργατικής τάξης. Ο ισπανικός “εμφύλιος πόλεμος” ξεκίνησε μόνο μετά την ήττα της Επανάστασης.

Η επανάσταση στην Ισπανία αναπαριστά τον τελευταίο σταθμό του παραδοσιακού προλεταριακού κινήματος και μέσα στην ιστορία της συμπυκνώνονται όλες οι θετικές όψεις του κινήματος αυτού, όπως και οι αντεπαναστατικές δυνάμεις και ιδεολογίες που στις οποίες αντιτάθηκε. Η διαμάχη που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον λενινισμό και τα συμβούλια στη Ρωσία έμελλε να επαναληφθεί στην Ισπανία σε μια πολύ πιο εκτεταμένη και ισχυρή κλίμακα. Ανακαλύπτοντας εκ νέου τις συμβουλιακές μορφές στην ίδια την πρακτική του, το ισπανικό προλεταριάτο ήταν ο κληρονόμος της Κροστάνδης και των συμβουλίων στη Γερμανία και την Ιταλία. Με τα ισπανικά συμβούλια το επαναστατικό κίνημα που είχε ηττηθεί από τη σοσιαλ-δημοκρατία και τον μπολσεβικισμό επανεμφανίστηκε. Η Ισπανική Επανάσταση ήταν ένας διεθνής αγώνας, όχι μόνο με την έννοια ότι οι μαχητές του προέρχονταν από πολλές χώρες, αλλά γιατί η ύπαρξή της στάθηκε στο κέντρο της αντιπαράθεσης με όλες τις εξουσίες που διεύθυναν τον κόσμο. Όπως παρατήρησε ο ιταλός αναρχικός Berneri: “Σήμερα πολεμάμε ενάντια στο Burgos αλλά αύριο θα χρειαστεί να πολεμήσουμε ενάντια στην Μόσχα προκειμένου να υπερασπιστούμε την ελευθερία μας”. Αυτός ο πόλεμος ενάντια στην ιεραρχία, πάνω απ’ όλα θα γινόταν ένας πόλεμος ενάντια στην ιδεολογία εν γένει.

Πριν την επανάσταση, η CNT προσπάθησε να ενσωματώσει τα συμβούλια στο ιδεολογικό της σχήμα. Το έντυπο που συνέταξε η CNT στο Συνέδριο της Σαραγόσα (Ιούνης 1936) αποτελούσε στην ουσία ένα συμβουλιακό πρόγραμμα κι αναγνώριζε τα συμβούλια ώς το βασικό όργανο της επανάστασης. Κι ενώ έβαλε μπροστά μια επαναστατική θεωρία εργατικών συμβουλίων, ωστόσο η CNT δεν ήταν μια συμβουλιακή οργάνωση – η αρχή της άμεσης δημοκρατίας κάτω από την οποία τα συμβούλια μπορούν να λειτουργούν δεν αντανακλούσε στη δομή της αναρχικής αυτής οργάνωσης. Ενώ τα μαθήματα της μπολσεβικικής αντεπανάστασης δεν ήταν άγνωστα στους ισπανούς αναρχικούς, η απόρριψη εκ μέρους τους, μιας “επαναστατικής” αναπαράστασης – ενός κόμματος που θα έπαιρνε την εξουσία στο όνομα του προλεταριάτου – ήταν μόνο επιφανειακή. Το ζήτημα της δημοκρατικής οργάνωσης ήρθε σε δεύτερη μοίρα για τον αναρχισμό. Παρά τα επιτακτικά καλέσματα για μια κοινωνική επανάσταση – στην οποία δηλαδή το προλεταριάτο θα έπαιρνε τη διαχείριση των μέσων παραγωγής χωρίς την μεσολάβηση του κράτους – που παρέμεναν στα θετικά του αναρχισμού, το πραγματικό υλικό καθήκον της πραγμάτωσης μιας τέτοιας επανάστασης ήταν πέρα από τα καλέσματα αυτά.

Η κατανόηση της ισπανικής επανάστασης, δεν είναι απλά ένα ζήτημα του να κάνουμε τις “ασυνείδητες τάσεις της συνειδητές” αλλά να εξηγήσουμε τις δράσεις ενός προλεταριάτου με υψηλή ταξική συνείδηση οι οποίες καλύφθηκαν από την ιδεολογία, ωστόσο ξεσκεπάζοντάς την. Η εμφάνιση των συμβουλίων το 1986 ήταν καρπός 50 χρόνων επαναστατικής δραστηριότητας, κάτω από την αιγίδα κυρίως, του ισπανικού αναρχικού κινήματος. Ωστόσο τα επαναστατικά γεγονότα σημάδεψαν την αποτυχία της τακτικής των αναρχικών. Οι απαλλοτριώσεις του Ιούλη ήταν μια απάντηση στο φασιστικό πραξικόπημα κι όχι αναρχική εξέγερση. Η πίστη των αναρχικών στις αποκαλυπτικές δυνάμεις μιας γενικής απεργίας αποδείχτηκαν σε μεγάλο βαθμό χίμαιρες. Η CNT-FAI απέτυχε, εξέγερση μετά την εξέγερση, να επεκτείνει το γεωγραφικό πεδίο της επανάστασης πέρα από τα περιορισμένα όρια μερικών πόλεων ή επαρχιών. Στα 1936, η ιδεολογία του αναρχοσυνδικαλισμού αποδείχτηκε ξεπερασμένη. Η αυθόρμητη ανάπτυξη των εργατικών συμβουλίων στη διάρκεια της αραγονέζικης εξέγερσης του 1983 και οι ανταρσίες των αστουριανών ανθρακορύχων αναπαριστούσαν ένα έμπρακτο ξεπέρασμα του αναρχοσυνδικαλιστικού προγράμματος οικοδόμησης μιας επαναστατικής κοινωνίας βασισμένης στα συνδικάτα. Οι επαναστατικές επιτροπές στην Αραγώνα και τις Αστουρίες, που είχαν μετατραπεί σε κοινωνικές και οικονομικές εξουσίες επιπλέον με τις στρατιωτικές δυνατότητές τους, επρόκειτο να επανεμφανιστούν σε όλη τη Δημοκρατική Ισπανία τον Ιούλη του 1986 και η ύπαρξή τους απείλησε την ηγεσία της CNT-FAI όσο και την δημοκρατική κυβέρνηση.

Από τις απαρχές του, το αναρχικό κίνημα στην Ισπανία διατηρούσε σιωπηλά μια ιεραρχική δομή που ενσωμάτωνε έναν δυιστικό διαχωρισμό πολιτικών και οικονομικών τομέων. Ενώ το αναρχικό συνδικάτο, η CNT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) είχε σκοπό την οργάνωση της εργατικής τάξης για την προετοιμασία της κοινωνικής επανάστασης, η πρόσφατα σχηματισμένη FAI (Ομοσπονδία Αναρχικών Ιβηρικής) θα στελέχωνε μια “μειοψηφία συνείδησης” αναρχικών αγωνιστών. Η CNT-FAI σχεδιάστηκε βάσει μιας ελιτίστικης αντίληψης περί οργάνωσης, παρόμοια με την Σοσιαλ-δημοκρατική Συμμαχία του Bakunin, την οποία περιέγραψε ο ίδιος ως συνιστάμενη από “ομοσπονδίες εργαζομένων, που σχηματίζουν ελεύθερες ενώσεις η μια με την άλλη, με έναν μικρό κρυφό επαναστατικό κορμό που τις οδηγεί και ελέγχει”. Η παράνομη FAI είδε τον εαυτό της ως μια “μηχανή που παράγει την ποσότητα της αναγκαίας ενέργειας προκειμένου να κινητοποιηθούν τα συνδικάτα προς την κατεύθυνση που αρμόζει περισσότερο στην προσμονή της Ανθρωπότητας για ανανέωση και χειραφέτηση”. Στην πράξη, αυτή η οργάνωση έμελλε να δράσει σαν μια ημι-λενινιστική κομματική πρωτοπορεία και οι λανθάνουσες ιεραρχικές διαιρέσεις της CNT-FAI στο σύνολό της, θα γίνονταν μια κοινωνική πραγματικότητα μετά τον Ιούλη του 1936. Η τεράστια επαναστατική δραστηριότητα των αναρχικών μαζών επρόκειτο να μεταστραφεί σε έναν αγώνα στον οποίο η επίσημη CNT-FAI θα έπαιρνε το μέρος του αστικού δημοκρατικού κράτους και του νέου συμμάχου του: του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ό,τι επετεύχθη από τα εργοστασιακά συμβούλια, τις αγροτικές κολλεκτίβες και τις εργατικές πολιτιφυλακές το έτος 1936~7 ήταν παρά κι ενάντια στις πολιτικές και τις δραστηριότητες των επίσημων αναρχικών οργανώσεων. Ωστόσο, παρά τα εμπόδια που βρήκε στο δρόμο του, το κίνημα για την αυτοδιεύθυνση παρέχει το πιο καθαρό ιστορικό παράδειγμα αυθεντικού σοσιαλισμού.

ΙΙ

“Η επίγνωση ότι ήταν έτοιμοι να ανατινάξουν το ιστορικό συνεχές είναι χαρακτηριστικό των επαναστατικών τάξεων τη στιγμή των δράσεών τους”. – W. Benjamin

Η ιστορική έκρηξη που αποτέλεσε η Ισπανική Επανάσταση δεν μπορεί να ερμηνευτεί μέσα από το βολικό σχήμα ενός “εμφυλίου πολέμου”. Αναπαριστούσε το ξετύλιγμα ενός συνεπούς ταξικού αγώνα στον οποίο το ισπανικό προλεταριάτο συμμετείχε τόσο για τον εαυτό του όσο κι ενάντια στον Franco. Η φασιστική άνοδος απαντήθηκε, όχι από την ούτως ή άλλως ανίκανη δημοκρατική κυβέρνηση, αλλά από μια λαϊκή εξέγερση που περιλάμβανε άνδρες, γυναίκες και νεολαία και κατέστρεψε σε λιγότερο από έναν μήνα, ολόκληρη την μήτρα της ισπανικής κοινωνίας. Το ένοπλο προλεταριάτο του Ιούλη κατάφερε μια εκ των πραγμάτων κατάλυση της Εκκλησίας και του Κράτους και αντικατέστησε τους καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής με δικές του οικονομικές και κοινωνικές μορφές. Στο έτος που ακολούθησε, τα συμβούλια που ίδρυσε η εργατική τάξη έγιναν μια τρίτη δύναμη που πολεμούσε τόσο ενάντια στους φασίστες όσο κι ενάντια στη δημοκρατική κυβέρνηση για να ξανά-επιβάλλει την εξουσία της. Η επιτυχία των εργατικών και αγροτικών πολιτοφυλακών δεν μπορεί να μετρηθεί με καθαρά στρατιωτικούς όρους. Ενώ αντιτάσσονταν στην φασιστική προέλαση, οι πολιτοφυλακές αυτές, κι αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία, εισήγαγαν ένα επαναστατικό πρόγραμμα απαλλοτριώσεων και κολλεκτιβοποίησης. Το σύνθημα “πόλεμος κι επανάσταση μαζί” έγινε η βάση των δράσεών τους. Οπουδήποτε, παντού στην δημοκρατική Ισπανία, οι εργάτες καταλάμβαναν τα εργοστάσια, οι αγρότες κολλεκτιβοποιούσαν τη γη τους, και μια επαναστατική δύναμη είχε οργανωθεί ώστε να γενικεύσει και να υπερασπιστεί την επανάσταση: “Έχουμε έναν νέο κόσμο στις καρδιές μας, έναν κόσμο που μεγαλώνει αυτή τη στιγμή που μιλάμε” – B. Durruti.

Η περίοδος της επαναστατικής κατάληψης που ξεκίνησε τον Ιούλη δείχνει και τη ζωσιμότητα της συμβουλιακής μορφής. Τα ισπανικά συμβούλια (αντίθετα με τα προγενέστερά τους σε Ρωσία, Γερμανία και Ιταλία) στάθηκαν ικανά να θέσουν το ζήτημα της αυτοδιεύθυνσης έμπρακτα, πέρα από τον αναγκαστικό οπλισμό των εργατών στην οργάνωση της παραγωγής. Στις εκβιομηχανισμένες περιοχές της Καταλωνίας, παραδοσιακό θύλακα των αναρχικών, το προλεταριάτο φάνηκε ικανό να διευθύνει και να εξελίξει μια σύγχρονη αστική οικονομία, αυξάνοντας την παραγωγικότητα ενώ διατήρησε τις απαραίτητες υπηρεσίες για τον πληθυσμό – η επαναστατική Βαρκελώνη είναι μάρτυρας της επιτυχίας της αυτοδιεύθυνσης στην Ισπανία. Παρόμοια αποτελέσματα επετεύχθηκαν στις αγροτικές περιοχές της Αραγώνας και της Βαλένθια, όπου σύγχρονες τεχνικές αγρο-καλλιέργειας εισήγχθηκαν κατά τη διαδικασία της κολλεκτιβοποίησης. Οι ριζοσπαστικές όψεις αυτής της κίνησης, ωστόσο, δεν ήταν ο απλός εξ-ορθολογισμός της ισπανικής οικονομίας αλλά η απόπειρα που έγινε ώστε να πραγματωθεί έμπρακτα μια κριτική της πολιτικής οικονομίας. Από το ξεκίνημα των καταλήψεων, το ισπανικό προλεταριάτο προέταξε έναν ελευθεριακό κομμουνισμό στον οποίο το χρήμα και η εμπορευματοποιημένη εργασία καταργήθηκαν. Παρά τις ομολογουμένως πρωτόγονες οικονομικές συνθήκες, τα ισπανικά συμβούλια και οι κολλεκτίβες στάθηκαν ικανές να διαχειριστούν ένα σύστημα διανομών και συναλλαγών που αναπαριστούσε μια ποιοτική υπέρβαση των σχέσεων της καπιταλιστικής παραγωγής. Το δίλλημα των “οικονομικών” ή “ηθικών” κινήτρων, ένα πρόβλημα για τις γραφειοκρατικές τάξεις των ψευδο-σοσιαλιστικών χωρών δεν εμφανίστηκε στην επαναστατική Ισπανία. Η ριζοσπαστική μετάφραση του ρητού “από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του” σε πραγματικότητα ήταν αρκετό κίνητρο για το προλεταριάτο, για να ανταπεξέλθει και να ξεπεράσει στην πραγματικότητα τις ανάγκες που του επέβαλε ο πόλεμος.

Η αυθόρμητη ικανότητα οργάνωσης που επέδειξε το ισπανικό προλεταριάτο στη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου, κατέρριψε, μια για πάντα, τα λενινιστικά ψεύδη για μια υποτιθέμενη ανάγκη της “σωστής ηγεσίας”. Η εξάσκηση άμεσης εξουσίας επί των μέσων παραγωγής συνοδεύτηκε από την εγκαθίδρυση μιας άμεσης δημοκρατίας του προλεταριάτου στην οποία τα βασικά όργανα εξουσίας ήταν τα συμβούλια -“επαναστατικές επιτροπές που σχηματίζουν οι άνθρωποι για να διεξάγουν την επανάσταση” – CNT, 20 Δεκέμβρη 1936… Παρά τις διαφορές στα κατά περίπτωση χαρακτηριστικά τους, τα συμβούλια και οι κολλεκτίβες, λειτουργούσαν ουσιαστικά στην ίδια βάση: εκλογή εκπροσώπων ώστε να εφαρμόσουν συγκεκριμένα καθήκοντα και να συντονίσουν την παραγωγή – αυτοί οι εκπρόσωποι είχαν περιορισμένες εξουσίες και ήταν άμεσα ανακλητοί από τις γενικές συνελεύσεις των εργατών και αγροτών, στις οποίες λαμβάνονταν όλες οι σημαντικές αποφάσεις. Πέρα από την εγκαθίδρυση μιας εσωτερικής δημοκρατίας, τα συμβούλια στόχευαν να επεκτείνουν την εξουσία τους συντονίζοντας τις δράσεις τους μεταξύ τους. Ανάμεσα στα εργοστασιακά συμβούλια και τις αγροτικές κολλεκτίβες δημιουργούνταν ενότητα, όχι μόνο στις πολιτοφυλακές όπου εργάτες κι αγρότες πολεμούσαν ο ένας στο πλευρό του άλλου, αλλά στην πραγματική ομοσπονδία των κινημάτων και την εκλογή εκπροσώπων. Ενώ οι αστοί κοινωνιολόγοι και ιστορικοί αποπειράθηκαν να σκιαγραφήσουν την επαναστατική δραστηριότητα των αναρχικών χωρικών ως ένα “πρωτόγονα θρησκευτικό κίνημα”, πρέπει κανείς να εξετάσει το Πρόγραμμα της Ομοσπονδίας των Αραγονέζικων Κολλεκτίβων προκειμένου να αντιληφθεί την προχωρημένη συνείδηση του αγροτικού προλεταριάτου: “Προτείνουμε την κατάργηση των τοπικών συνόρων των ιδιοκτησιών που καλλιεργούμε… οι μη-απασχολημένες ομάδες εργασίας θα χρησιμοποιούνται για να ενισχυθούν οι κολλεκτίβες που έχουν έλλειψη εργατικής δύναμης”. Το ισπανικό κίνημα για αυτοδιεύθυνση δεν ήταν ένα απλό αίτημα τοπικής αυτονομίας – η συμβουλιακή ομοσπονδία σχεδιάστηκε έτσι ώστε να υπονομεύσει την παραδοσιακή εξουσία στην ολότητά της.

Η μορφή με την οποία εμφανίστηκαν τα συμβούλια ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την οργάνωση των εργατικών πολιτοφυλακών όπου οι αρχές της άμεσης δημοκρατίας αναπτύχθηκαν πρώτα. Τον Ιούλη, οι ένοπλες ταξιαρχίες του ισπανικού προλεταριάτου ήταν, εκ των πραγμάτων, η Επανάσταση. Η λειτουργία τους ήταν τόσο κοινωνική όσο και στρατιωτική. Η ρευστοποίηση των αστικών στοιχείων από τις πολιτοφυλακές δεν έγινε “προς υπεράσπιση της δημοκρατίας” αλλά ως ένα πρώτο βήμα για να αποτελέσουν μέρος ενός συμβατικού στρατού. Καθεαυτή, η δομή της πολιτοφυλακής αναπαριστά μια ριζική ρήξη με τις συμβατικές πολεμικές τακτικές, απλά διότι οργανώνεται μέσα στις επαναστατικές δημοκρατικές γραμμές. Όπως οι εξεγερμένες στρατιές της Ρωσικής και της Γερμανικής Επανάστασης, οι ισπανικές πολιτοφυλακές αναπαριστούν τον ένοπλο βραχίονα της συμβουλιακής εξουσίας. Τα στρατιωτικά συμβούλια, όπως ακριβώς οι εργοστασιακές συνελεύσεις και οι κολλεκτίβες, εκλέγουν τους άμεσα ανακλητούς εκπροσώπους τους. Ο μη-ιεραρχικός χαρακτήρας αυτών των πολιτοφυλακών είναι φανερός όπως προκύπτει από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί ή διαφορές στους μισθούς. Η ιστορία των ισπανικών πολιτοφυλακών παραμένει ένα υπόδειγμα ένοπλης προλεταριακής εξουσίας: Οι επαναστατικές ταξιαρχίες αντιστάθηκαν σε κάθε προσπάθεια “στρατιωτικοποίησης”, σχεδιασμένης να τις μετατρέψει σε μονάδες συμβατικού, τακτικού στρατού, μέχρι το τέλος. Αναλόγως, το σύνθημά τους ήταν: “Πολιτοφύλακες, ναι! Στρατιώτες, ποτέ!”.

ΙΙΙ

“Πρέπει να διεξάγουμε μια ολική επανάσταση. Η απαλλοτρίωση πρέπει να είναι επίσης ολική. Δεν ήρθε η ώρα να κοιμηθούμε, αλλά να χτίσουμε… Αν ο ισπανός εργάτης δεν φτιάξει την ελευθερία του, το κράτος θα διατηρήσει και θα ξαναχτίσει την εξουσία της κυβέρνησης, καταστέφοντας κομμάτι-κομμάτι τις κατακτήσεις που έγιναν με κόστος χιλιάδες πράξεις ηρωισμού” – Solidaridad Obrera (Εργατική Αλληλεγγύη) 26 Αυγούστου 1936.

Παρά την ταχύτατη ανάπτυξη των εργατικών πολιτοφυλακών στη δημοκρατική ισπανία, η κοινωνική επανάσταση που ξεκίνησε τον Ιούλη απέτυχε να εγκαθιδρύσει την απόλυτη εξουσία των συμβουλίων. Όταν η δημοκρατική κυβέρνηση είχε αποδυναμωθεί αρκετά, δεν απέβη τελικά υπέρ του προλεταριάτου. Μετά τον Ιούλη, στην “αντιφασιστική” Ισπανία υπήρξε ένας δυισμός εξουσίας ανάμεσα στις δυνάμεις μιας νέας επαναστατικής τάξης και τα υπολείματα της αστική δημοκρατίας. Τα συμβούλια του Ιούλη είχαν εμφανώς αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση και είχαν έμπρακτα ξεπεράσει τη συνδικαλιστική δομή της CNT-FAI. Ηττήθηκαν στο βαθμό που απέτυχαν να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα σταθεροποίησης της εξουσίας τους – μια σταθεροποίηση που θα σήμαινε αναπόφευκτα την εγκατάλειψη κάθε παραδοσιακής οργάνωσης. Παρότι το αστουριανό σύνθημα UHP (ενωθείτε αδέρφια προλετάριοι!) επανεμφανίστηκε τον Ιούλη ενώνοντας διάφορους τομείς του προλεταριάτου γύρω από ένα κοινό πρόγραμμα επαναστατικής δράσης, οι ιδεολογικές διαμάχες γρήγορα εκδηλώθηκαν ξανά παρεμποδίζοντας κάθε ενότητα διαρκείας. Το προλεταριάτο μοιράστηκε ανάμεσα στις κομματικές γραμμές, και οι αναρχικές δομές και το POUM (ένα μικρό μαρξιστικό κόμμα) ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να υποστηρίξουν την Επανάσταση. Παρόλα αυτά, το επαναστατικό προλεταριάτο ήταν πλειοψηφικό, δυστυχώς όμως, δεν επωφελήθηκε από τη θέση του αυτή. Μια λάνθασμένη εναπόθεση της εμπιστοσύνης του στην ηγεσία της CNT-FAI οδήγησε σε μια κατάσταση όπου οι αναρχικές μάζες συναινούσαν στη σταδιακή απώλεια της δύναμής τους. Επικαλούμενη τα σταλινικά καλέσματα για “ενότητα” και “πειθαρχία” η CNT-FAI τάχθηκε στο να πείσει το προλεταριάτο ότι ο εκμηδενισμός των συμβουλίων και των πολιτοφυλακών ήταν μια αναγκαιότητα επιβεβλημένη από τις απαιτήσεις του εμφυλίου πολέμου.

Ενώ το αναρχικό προλεταριάτο ανέλαβε την ανοικοδόμηση της κοινωνίας πάνω στις αρχές της αυτοδιεύθυνσης, η επίσημη CNT-FAI προετοίμαζε το έδαφος για τον συμβιβασμό. Η πολιτική συνεργασιών των αναρχο-γραφειοκρατών έγινε σαφής όταν άφησαν κατά μέρους την αντικρατική ιδεολογία τους και πραγματικά μπήκαν στην κυβέρνηση. Παίζοντας το παιχνίδι των σταλινικών, που οργάνωναν ταχύτατα την δημοκρατική μικρο-αστική τάξη σε ένα αντεπαναστατικό κίνημα, οι υπουργοί της CNT συναίνεσαν στις κυβερνητικές ενέργειες ενάντια στα συμβούλια. Σε μια προσπάθεια να αντικατασταθούν τα συμβούλια του προλεταριάτου, δημιουργήθηκαν δημοτικά συμβούλια, εμπνευσμένα από την κυβέρνηση, στα οποία συμμετείχαν με τεράστια ποσοστά εκπρόσωποι της UGT και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Επιπροσθέτως, η ηγεσία της CNT βοήθησε να περάσει το Διάταγμα Κολλεκτιβοποίησης στις 24 Οκτώβρη του 1986, που περιόριζε την εξουσία των συμβουλίων. Στη θέση της αυτοδιεύθυνσης πρότειναν την εγκαθίδρυση μιας μορφής “εργατικού ελέγχου” στην οποία οι εργατικές επιτροπές έπαιζαν έναν αποκλειστικά συμβουλευτικό ρόλο.

Η αποτυχία της Ισπανικής Επανάστασης έγκειται στην ανικανότητά της να επεκταθεί σε σημείο ώστε τα συμβούλια και οι πολιτοφυλακές να πάρουν τον πλήρη έλεγχο στο επαναστατικό κίνημα και, κατά συνέπεια, σε όλη την δημοκρατική Ισπανία. Αν και υπήρξαν απολύτως επιτυχημένα στην οργάνωση στρατιωτικών και οικονομικών ζητημάτων, τα ισπανικά συμβούλια απέτυχαν στο να δώσουν μια θετική πρακτική και θεωρητική έκφραση στην ίδια την ύπαρξή τους. Ανίκανα να αυτο-προσδιοριστούν σε σχέση με την CNT-FAI, παραγκωνίστηκαν παντού. Κάθε προσπάθεια στη δράση ενάντια στους εχθρούς της Επανάστασης στο δημοκρατικό στρατόπεδο αποθαρρύνθηκε. Οι σταλινικοί και φιλελεύθεροι στάθηκαν ικανοί να αναστήσουν τους μηχανισμούς της κυβέρνησης που φάνηκε να έχουν αποδυναμωθεί. Οι επιτυχημένοι δημοκρατικοί υπουργοί σαμποτάραν τις προσπάθειες για αυτοδιεύθυνση, αρνούμενοι πίστωση στα εργοστάσια κλπ., χωρις κάποιο σοβαρό αντίλογο – οι αναρχικές πολιτοφυλακές στις οποίες δεν παρέχονταν όπλα, δεν αφόπλισαν αυτούς που προετοίμαζαν την καθυπόταξή τους. Η καταστροφή της Ισπανικής Επανάστασης δεν προχώρησε φυσικά, χωρίς αντίσταση, αλλά η αναγνώριση από το προλεταριάτο της προδοσίας του δεν ήρθε παρά πολύ μετά τα πρώτα βήματα ενάντια στα συμβούλια και τις πολιτοφυλακές. Ο Berneri ήταν από τους πρώτους που έθεσαν ανοιχτά το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με την επανάσταση σε ένα ανοιχτό γράμα προς την αναρχική πολιτικό Montseny έγραφε: “Το δίλημμα, πόλεμος ή επανάσταση, δεν έχει πλέον νόημα. Το μόνο δίλημμα είναι αυτό: Είτε νίκη επί του Franco μέσα από έναν επαναστατικό πόλεμο ή ήττα. Το πρόβλημα για σένα και τους άλλους συντρόφους είναι να διαλέξουν ανάμεσα στις Βερσαλλίες του Θιέρσου και το Παρίσι της Κομμούνας, πριν ο Θίερσος και ο Βίσμαρκ συνάψουν την ιερή συμμαχία τους”. Δυστυχώς, οι δυνάμεις του ισπανού Θιέρσου είχαν ήδη δράσει. Η αριστερόστροφη τάση των αναρχικών μαζών που συνεργάζονταν με τους αγωνιστές του POUM δεν προέβαλλαν ιδιαίτερη αντίσταση μέχρι τις αρχές του 1937. Η αριστερόστροφη αναρχική ομάδα “Οι Φίλοι του Durruti” πρωταγωνίστησε σε μια διευρυμένη αγκιτάτσια ανάμεσα στις εργατικές πολιτοφυλακές για μια υπεράσπιση της Επανάστασης, όμως μέχρι τότε η πρωτοβουλία είχε περάσει από τα χέρια του προλεταριάτου στις δυνάμεις των εχθρών του.

Η εκστρατία των αστικών δημοκρατικών δυνάμεων (κυβέρνηση, Κομμουνιστικά και Σοσιαλιστικά κόμματα) ενάντια στα εργατικά συμβούλια έγινε πρακτικά βίαια τον Μάη του 1937 όταν οι σταλινικοί και καταλανοί εθνικιστές επιτέθηκαν στο αυτοδιευθυνόμενο τηλεφωνικό κέντρο της Βαρκελώνης. Αυτό που ακολούθησε την ενέργεια αυτή, ήταν μια αυθόρμητη εξέγερση της εργατικής τάξης της πόλης προς υπεράσπιση της Επανάστασης. Υψώθηκαν ξανά οδοφράγματα, αφοπλίστηκε η αστυνομία και ένοπλοι εργάτες πήραν τον έλεγχο της πόλης. Στο σημείο αυτό, η αντεπανάσταση θα μπορούσε να είχε αντιστραφεί, τουλάχιστον στην Καταλωνία. Οι αναρχικές πολιτοφυλακές από το μέτωπο της Αραγώνας ήταν έτοιμες να προελάσουν στην Βαρκελώνη – και η νίκη δε θα ήταν καθόλου σίγουρη για τη κυβέρνηση και τους σταλινικούς. Οι εργάτες της Βαρκελώνης, ωστόσο, παρέμειναν σε μια αυστηρά αμυντική θέση και δίστασαν να κινηθούν πέρα από τις περιοχές τους. Αυτό το αδιέξοδο δούλεψε προς όφελος όσων ήθελαν να καθυσηχάσουν την κατάσταση και, όπως πριν, η κεντρική ηγεσία της CNT-FAI θα προσέφερε τις υπηρεσίες της στη “συμφιλίωση” – από την αρχή της εξέγερσης, αυτοί οι επαναφομοιωτές πίεζαν τους εργάτες να διαλύσουν τα οδοφράγματα και να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Η CNT βρήκε απέναντί της, στο πρόγραμμα ειρήνευσης που προωθούσε, τους Φίλους του Durruti και άλλους που καλούσαν για μια υπεράσπιση των συμβουλίων και μια νικηφόρα κατάληξη της σύγκρουσης. Παρά την αντίσταση, η CNT συνέχισε τις προσπάθειές της να “επικρατήσει η μετριοπάθεια” στη σύγκρουση και εμπόδιζε τις αναρχικές πολιτοφυλακές να εισέλθουν στην πόλη. Έτσι, απομονωμένοι από κάθε εξωτερική υποστήριξη, οι εξεγερμένοι της Βαρκελώνης περικυκλώθηκαν εύκολα. Ενώ η CNT καλούσε για μια “επιστροφή στην ομαλότητα”, οι σταλινικοί πράκτορες έθεσαν σε εφαρμογή τις μέχρι σήμερα τυπικές μεθόδους καταστολής τους, δολοφονώντας επιλεγμένες ομάδες από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία και αφοπλίζοντας τους εργάτες, εγκαθιδρύοντας έτσι τη δική τους “ενότητα”. Στους μήνες μετά τον Μάη, αυτές οι μέθοδοι επιστρατεύτηκαν σε όλη τη δημοκρατική Ισπανία: Τα στρατεύματα του Lister τσάκισαν τις αγροτικές κολλεκτίβες, οι πολιτοφυλακές διαλύθηκαν, το POUM κυνηγήθηκε και η CNT, πλέον άχρηστη, διώχθηκε από την κυβέρνηση. Τα συμβούλια ηττήθηκαν μέσα σε έναν χρόνο από την εμφάνισή τους. Οι “χιλιάδες πράξεις ηρωισμού” του ισπανικού προλεταριάτου δεν ήταν αρκετές για να εμποδίσουν την νίκη της αντεπανάστασης.

IV

Αυτό που ήταν τόσο δύσκολο να επιτευχθεί στην Ισπανία το 1936, σήμερα γίνεται το ελάχιστο απόλυτο για κάθε προλεταριακή επανάσταση. Η εμπειρία των ισπανών εργατικών συμβουλίων παρέχει ένα παράδειγμα μόνο της εκκίνησης μιας προλεταριακής εξουσίας. Τα τεχνικά εφόδια της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας θα επιτρέψουν στο σύγχρονο προλεταριάτο να κατορθώσει μέσα σε λίγες μέρες αυτό που οι ισπανοί επαναστάτες δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν ποτέ – την αυτοδιεύθυνση των μέσων παραγωγής. Οι πιθανότητες για τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας είναι πολύ μεγαλύτερες τώρα εξ αιτίας του οικονομικού ζητήματος και πρέπει να γίνουν κοινός τόπος. Ενώ στην ισπανία η “πλήρης απασχόληση” ήταν ένας επαναστατικός στόχος, η επιτυχία κάθε μελλοντικού συμβουλίου θα μετριέται με τις έμπρακτες προσπάθειές του να εξαλείψει την εργασία το δυνατόν περισσότερο. Λόγω των ακραίων και έκτακτων συνθηκών στις οποίες έλαβε χώρα, η Ισπανική Επανάσταση δεν ήταν ποτέ μια γιορτή, ούτε καν στο σημείο που ήταν μια γιορτή η Κομμούνα. Η ευχαρίστηση που αρνήθηκε τον εαυτό της στο ισπανικό προλεταριάτο περιμένει τους επαναστάτες του σήμερα.

Πέρα από την οικονομική και τεχνική ανάπτυξη που διαχωρίζει το σύγχρονο προλεταριάτο από την παράδοση των ισπανικών συμβουλίων, παραμένει ακόμα ένας ουσιώδης σύνδεσμος: πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίστηκαν το 1936 θα συνεχίσουν να μπαίνουν στο δρόμο κάθε επαναστατικού κινήματος. Στην ήττα του, το ισπανικό προλεταριάτο καταδεικνύει τον ρόλο που έπαιξαν οι εχθροί μέσα από τις γραμμές του προλεταριάτου, επαναφομοιωτές που δεν είναι τόσο εύκολα αναγνωρίσιμοι όσο οι παλιάτσοι των διαφόρων λενινιστικών κομμάτων. Όπως δείχνει η Ισπανία, η συμβουλιακή εξουσία δεν έχει πάντοτε απέναντί της έναν εξωτερικό “κακό” που παίζουν βολικά οι διάφοροι Noske και οι Trotsky αυτού του κόσμου. Τα συμβούλια μπορούν να αυτοκαταστραφούν αν αποτύχουν να γίνουν επιθετικά και να εγκαθιδρύσουν την εξουσία τους παντού. Το σύγχρονο προλεταριάτο θα αποφύγει την μοίρα της επαναστατικής Κροστάνδης ή της Βαρκελώνης μόνο μέσα από μια αντίληψη της σπουδαιότητας των καθηκόντων που το περιμένουν. Οι παραδειγματικές ενέργειες των ισπανικών συμβουλίων και πολιτοφυλακών δεν αντισταθμίζουν την αποτυχία του ισπανικού προλεταριάτου να συλλάβει τα εμπόδια που ακόμα ορθώνονται στο δρόμο του. Η ριζοσπαστική ιστορία του μέλλοντος θα είναι συνειδητή ή δε θα είναι τίποτα.

PointBlank!


(http://www.geocities.com/Athens/Acropolis/8195/blasts/pointblank/pointblank2.htm)

Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Δεκέμβρης 2007


Εργατικά συμβούλια και προλεταριακή αυτονομία

Εργατικά συμβούλια, αυτό-διαχείριση και ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας

Τι έχει να μας πει η θεωρία των εργατικών συμβουλίων σήμερα; Οδηγεί σε ένα πιθανό ρήγμα προς την προλεταριακή αυτονομία;

Οι σύντροφοι που θεωρητικοποίησαν αυτή την μορφή προλεταριακής οργάνωσης δεν έχουν παρά μια στατική και έμμονη οπτική, όμως αυτό που βλέπουν πέρα από το κάθε τι στα συμβούλια είναι μια μορφή οργάνωσης βασισμένη στην εργατική αυτό-διαχείριση. Τα συμβούλια αναπαριστούν έτσι ένα εργατικό κράτος, μια δικτατορία του προλεταριάτου, ένα εργαλείο με το οποίο το προλεταριάτο μπορεί να εξασκήσει την ταξική εξουσία του οργανωμένο καθ αυτόν τον τρόπο στους χώρους εργασίας (και στο έδαφος συνολικά θα προσθέταμε). Ποια είναι η κεντρική ιδέα στην οποία βασίζονται; Ότι οι εργαζόμενοι/ες παίρνουν στην κατοχή τους τις παραγωγικές δομές και την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, ώστε να αναπτύξουν ένα νέο μοντέλο παραγωγής. Στην πραγματικότητα, στην αντίληψή τους περί κομμουνιστικής οικονομίας, τα συμβούλια δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα όρια μέσα στα οποία γεννήθηκαν και τα οποία δικαιολογούν την ύπαρξή τους, δηλαδή, το εργοστάσιο και η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, και δεδομένης της μη-αλλαγής της μορφής της παραγωγής, επιτυγχάνουν μόνο στο σχηματισμό ενός διαφορετικού κριτηρίου για την κατανάλωση.

Ακόμα και η σοσιαλιστική κοινωνία που οραματίζονται οι συμβουλιακοί κομμουνιστές έχει μια μεγάλη ομοιότητα με τον καπιταλισμό, και ο υπολογισμός της κατανάλωσης κάθε εργαζομένου/ης βάσει των ωρών εργασίας δεν έχει την αξία της ρήξης με την μισθωτή εργασία που υποτίθεται, μιας και στην πραγματικότητα η εργασία παραμένει ένα εμπόρευμα που δεν ανταλλάσσεται πλέον με χρήμα, αλλά με ένα άλλο εμπόρευμα.

Τα συμβούλια, κατά την περίοδο που αναπτύχθηκαν σε όλη την Ευρώπη, δημιούργησαν μια κατάσταση αναταραχής η οποία από την μία στόχευε στην αντιπαράθεση με την αστική τάξη στα εργοστάσια, και από την άλλη άφηνε τις συνθήκες της ύπαρξής τους αναλλοίωτες, με λίγα λόγια συνέχιζε την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας.

Η ουτοπία των συμβουλίων είναι λοιπόν ο έλεγχος του Κράτους και της αστικής τάξης από το προλεταριάτο, ενός Κράτους και μιας αστικής τάξης που δεν έχει τη δύναμη να εξολοθρεύσει. Έτσι αναγκάζεται να σταματά στο εργοστάσιο, ανταγωνιζόμενο με την αστική τάξη για την εξουσία μέσα στα όρια που το ίδιο θέτει στον εαυτό του.

Με αυτούς τους όρους, τα συμβούλια είναι μόνο μια μορφή αντι-εξουσίας, οργανωμένης εργατικής εξουσίας αντιτιθέμενης στην αστική εξουσία. Οι μαρξιστές-λενινιστές δε δυσκολεύονται να κριτικάρουν τη θεωρία και την πρακτική της αντι-εξουσίας, να καταγγείλουν τον ρεφορμισμό της, λέγοντας πως δεν είναι θέμα αντιπαράθεσης της μιας εξουσίας με μια άλλη, αλλά του να πάρουμε από της αστική τάξη τα μέσα και να εγκαθιδρύσουμε μια δικτατορία του προλεταριάτου μέσω του κόμματος, η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα υποβοηθηθεί από τις οργανωτικές μορφές των εργατικών συμβουλίων. Με τον τρόπο αυτό βρίσκουμε τους εαυτούς μας πάλι πίσω στο πρώτο βήμα, πίσω στις θεωρίες των μπολσεβίκων των οποίων η απόλυτη σύγχυση αποδείχτηκε περίτρανα μέσα από άλλα έργα υποστηρικτών των εργατικών συμβουλίων.

Όμως υπάρχει κάτι σταθερό: ότι τα συμβούλια, ως μια μορφή αντι-εξουσίας, δεν μπορούν να παν παραπέρα από τον ρεφορμισμό, εμπλεκόμενα σε έναν πόλεμο φθοράς με την αστική τάξη χωρίς στην πραγματικότητα να αμφισβητούν την ύπαρξή τους. Τα συμβούλια είτε θα καταλήξουν εξαντλημένα, είτε θα ανοίξουν το έδαφος για την καταστολή, όπως συνέβη στη Γερμανία και στη Ρωσία. Οι περιορισμοί τους έγιναν αισθητοί από τον Λένιν, ο οποίος ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να μην τους επιτεθεί. Στην πραγματικότητα τα ανακήρυξε ως υπέρτατα όργανα εξουσίας, αγωνιώντας να επεκτείνει μέσω αυτών την Κρατική εξουσία καθώς κι αυτήν της κυρίαρχης τάξης, της γραφειοκρατίας, όπως προσωποποιούνταν στο μπολσεβικικό κόμμα. Η αιματηρή καταστολή στη Γερμανία και η γραφειοκρατική αντεπανάσταση στη Ρωσία απέδειξαν τους περιορισμούς του συμβουλιακού κομμουνιστικού κινήματος που παίρνει την μορφή της ακραίας συνέπειας της συνδικαλιστικής λογικής. Το συμβουλιακό κομμουνιστικό κίνημα αναμφισβήτητα αντιπροσώπευσε ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα σε σύγκριση με την συνδικαλιστικού τύπου οργάνωση, αλλά, όπως και τα συνδικάτα, πήρε ως δεδομένη την ύπαρξη ενός εργοδότη με τον οποίο θα μπορούσε να διαπραγματεύεται. Τα συμβούλια λοιπόν έμελλε να επιβεβαιώσουν την αδυναμία του περάσματος πέρα από την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, και για τον ίδιο λόγο πέρα από την ύπαρξη μιας αστικής τάξης.

Η απαλλοτρίωση και αυτό-διεύθυνση των μέσων παραγωγής από το προλεταριάτο είναι μια παραίσθηση: τα μέσα παραγωγής ως τέτοια (μηχανές, φυτά, κλπ) είναι στην πραγματικότητα εφήμερα και φθαρτά. Υπόκεινται σε συνεχείς αναβαθμίσεις μέσα στην καπιταλιστική οργάνωση, κι αυτό συμπεριλαμβάνει την αντικατάσταση των φυτών, την αναδιάρθρωση, τις μηχανικές τροποποιήσεις, την ανοικοδόμηση.

Αυτό που θα κληρονομούσαν οι εργαζόμενοι/ες στην περίπτωση μιας «απαλλοτρίωσης» των μέσων παραγωγής δεν είναι τίποτα άλλο από την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας και τη λογική της, της ιεραρχίας και της εκμετάλλευσης. Για να αυτό-διευθυνθεί μια τέτοια πραγματικότητα δε θα επιτρεπόταν καμία βελτίωση για τον/την εργαζόμενο/η, που θα έπρεπε να δουλεύει λίγο ή πολύ με τον ίδιο τρόπο που δούλευε πριν, ακόμα κι αν πλέον επρόκειτο για την ανοικοδόμηση της «σοσιαλιστικής κοινωνίας», κάτι τέτοιο θα ήταν μικρή παρηγοριά.

Δεν είναι τυχαίο που η «αυτό-διαχείριση» έχει τεθεί στη συζήτηση σε διάφορα αστικά κράτη (Ελβετία, Γαλλία) ή ψευδο-σοσιαλιστικά (πρώην Γιουγκοσλαβία, Αλγερία) προτείνοντας στο προλεταριάτο την αυτό-εκμετάλλευσή του. Επίσης, όπως θα δούμε παρακάτω, οι δομικές βάσεις για μια πραγματική συζήτηση για την αυτό-διεύθυνση με τον τρόπο που θα μπορούσε να τεθεί στις αρχές του αιώνα λείπουν. Σε κάθε περίπτωση θα είναι πλέον ένα ζήτημα πάντοτε ψευδών μορφών αυτό-διαχείρισης. Εκτός από απομονωμένες περιπτώσεις μικρών εργοστασιακών ή αγροτικών συμπλεγμάτων.

Η μόνη έγκυρη αυτό-διαχειριζόμενη δραστηριότητα για τους/τις εργαζόμενους/ες είναι λοιπόν αυτή της αυτό-διαχείρισης του αγώνα, δηλαδή, η άμεση δράση. Είναι δηλαδή ένα ζήτημα όχι επιβολής κάποιου επί των καπιταλιστικών δομών ούτως ώστε να τις χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς του σοσιαλισμού, αλλά οικοδόμησης νέων σχέσεων μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης.

Δεν εννοούμε απλά έναν «εξαγνισμό μέσω της φωτιάς» του παρελθόντος, καθώς αν οι παρούσες δομές καταστραφούν χωρίς να δημιουργηθεί κάτι νέο, τότε το πιο πιθανό είναι ένα πισωγύρισμα στα παλιά μοντέλα, ακόμα κι αν τους δοθούν διαφορετικά ονόματα. Η συζήτηση πλέον μας οδηγεί στο πρόβλημα των μέσων και των σκοπών: Αν κάποιος δρα με όρους διαπραγμάτευσης και αγώνα για την εξουσία (συνδικαλισμός, εργατικά συμβούλια, αντι-εξουσία), το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι μια επιστροφή στο σημείο εκκίνησης. Είναι λοιπόν απαραίτητο να συνθέσουμε τα μέσα με τους επιθυμητούς σκοπούς, και να οικοδομήσουμε το νέο κοινωνικό μοντέλο τώρα, στους αγώνες του προλεταριάτου μέσα στην παρούσα κοινωνία.

Οι συμβουλιακοί κομμουνιστές δεν μπορούν να θεωρητικοποιήσουν καμία μορφή προλεταριακού αγώνα πέρα από την άγρια απεργία, που ίσως να μην είναι συνδικαλιστική στην μορφή της, αλλά στο περιεχόμενο παραμένει τέτοια λόγω της σημασίας της διαπραγμάτευσης και του παζαριού που είναι εγγενές στην ίδια την απεργία ως μορφή αγώνα. Ακόμα και μια εξέγερση (με την έννοια του ένοπλου αγώνα) δεν λύνει πάντοτε το πρόβλημα καθώς, από μόνη της δεν είναι παρά ένας τρόπος για ένα κόμμα, θεωρητικά εκπροσωπώντας το προλεταριάτο, να φτάσει στην εξουσία. Η προλεταριακή αυτονομία (εννοούμενη ως ένα πραγματικό μαζικό κίνημα και όχι ως ταμπέλα ιδεολογικής ομαδοποίησης) κατάφερε πρόσφατα να επιβάλει κάποιες δραστηριότητες ικανές να ξεπεράσουν την διαπραγμάτευση και τον συνδικαλισμό σε όλες τις μορφές τους.

Έχουμε ακούσει για τον αγώνα ενάντια στην παραγωγή (αυτό-μείωση στον χώρο εργασίας κλπ) δηλαδή δραστηριότητες που αναπαριστούν την ικανοποίηση των συμφερόντων του εργαζομένου (υγιεινή στο εργοστάσιο, το μπλοκάρισμα της αναδιάρθρωσης και κατά συνέπεια των απολύσεων κλπ) χωρίς να καταφεύγουν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα στην διαμεσολάβηση των συνδικάτων.

Με τον τρόπο αυτό, η σύνθεση μέσα-σκοποί επιτυγχάνεται: οι αγώνες δεν τελειώνουν με τις διεκδικήσεις ή τις διαπραγματεύσεις, αλλά επιτυγχάνουν άμεσα το τέλος τους, και επικυρώνονται ως τέτοιοι. Αυτοί οι αγώνες είναι επαναστατικοί και κομμουνιστικοί, ακόμη κι αν αναπαριστούν την υπεράσπιση μικρο-συμφερόντων. Τείνουν προς την κατεύθυνση της άρνησης, μέσα από την άμεση δράση και τη συλλογική επαγρύπνηση του προλεταριάτου αναφορικά με καθημερινά προβλήματα, της καπιταλιστικής οργάνωσης, και την άρνηση του πιο ουσιώδους συστατικού της, της μισθωτής εργασίας.

Στην πρόοδο της αυτονομίας του, το προλεταριάτο δεν επιβεβαιώνεται ως τάξη, αλλά αρνείται και αυτό-ακυρώνεται ως τέτοια. Πραγματοποιείται όμως πλήρως ως ανθρωπότητα, τραβώντας κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το μόνο στήριγμά της, την υποτελή τάξη που εργάζεται, παράγει, καταναλώνει. Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι αδύνατη γιατί τα συμφέροντα του προλεταριάτου είναι να αυτό-αναιρεθεί ως τάξη. Να γίνει ανθρωπότητα με την πιο πλήρη έννοια της λέξης. Μια τελική επίδοξη δικτατορία του προλεταριάτου (ακόμη κι αν αναπαριστόταν ως «αντι-κρατική» ή ως «από-τα-κάτω»), δε θα μπορούσε να εξασκηθεί παρά μόνο από τους εκπροσώπους του προλεταριάτου, τους υποτιθέμενους κατόχους της πραγματικής ουσίας και της θέλησής του. Το προλεταριάτο λοιπόν, αγωνίζεται για τα δικά του συμφέροντα, αυτό-αναιρούμενο ως τάξη, και αρνούμενο την ίδια στιγμή ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα. Στην ολική άρνηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας μέσω της άμεσης δράσης, οι προλετάριοι/ες αναπτύσσουν σοσιαλιστικές κομμουνιστικές σχέσεις, ένα εναλλακτικό κοινωνικό μοντέλο. Με άλλα λόγια, η άμεση δράση είναι ήδη κομμουνισμός: η αυτό-οικοδόμηση από το προλεταριάτο της συνείδησης και της κομμουνιστικής οργάνωσης, των νέων κοινωνικών σχέσεων σαν μια εναλλακτική έναντι στον καπιταλισμό.

Η απόκτηση της ικανότητας αυτής από το προλεταριάτο, είναι το αποτέλεσμα της ιστορικής προόδου που έχει καταφερθεί μέσα από πολυάριθμες εμπειρίες, λάθη και θεωρητικές αναζητήσεις τις οποίες έχει επηρεάσει επίσης η ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων. Οι σχέσεις παραγωγής που υπήρχαν στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα, όπου η δουλειά στο εργοστάσιο καταμεριζόταν ανά κομμάτι, επέτρεπαν στον/ην εργάτη/τρια ένα δικό του γνωστικό πεδίο, έστω συρρικνωμένο. Είχε μια αυτό-συνείδηση που τον έκανε να νιώθει δεμένος με την οργάνωση της εργασίας με έναν τέτοιο τρόπο που τον απέτρεπε από το να θέσει ρεαλιστικά το ζήτημα της καταστροφής της, αλλά μάλλον το να τη θέσει υπό την κατοχή του. Αυτή η εργατική φιγούρα βρήκε αρχικά έκφραση μέσα στα συνδικάτα, κι έπειτα στα συμβούλια, κανένα εκ των οποίων όπως είδαμε, δεν κατάφερε να διαρρήξει τα μοντέλα του καπιταλισμού. Καθώς οι λενινιστικές και κομματικές εμπειρίες δεν είχαν καμία σχέση με τους/τις εργάτες/τριες και συνιστούν κυρίως μια παρέμβαση της μεσαίας τάξης, ο συνδικαλισμός και τα εργατικά συμβούλια ήταν αντίθετα εμπειρίες προλεταριακής αυτονομίας, μιας και αποτέλεσαν την πρώτη βάση για μια διάκριση των ταξικών συμφερόντων. Δεν τίθεται ζήτημα άρνησής τους, αλλά ξεπεράσματός τους, ως πρώιμες προλεταριακές εμπειρίες.

Οι παρούσες παραγωγικές σχέσεις έχουν καταστρέψει ολόκληρο αυτόν τον προλεταριακό γνωστικό χώρο, και συνεχίζουν να το κάνουν με ένα τρόπο που, προκειμένου ο/η εργάτης/τρια να διασφαλίσει την ανθρωπιά του, είναι αναγκασμένος/η να επιστρατεύσει την ατομική και συλλογική διάνοια ενάντια στην παραγωγή και την καπιταλιστική οργάνωση της κατανάλωσης στο έδαφος, το οποίο παίρνει μια ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στον σημερινό εκμεταλλευτικό σύστημα.

Αγωνιζόμενο ενάντια στην οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, το προλεταριάτο δημιουργεί νέους γνωστικούς χώρους, νέες κοινωνικές σχέσεις με μορφές ασυμβίβαστες με τον καπιταλισμό. Αυτές οι έννοιες οδήγησαν αρκετούς να δηλώσουν ότι η αυτονομία είναι μια πρακτική για χρήση και κατανάλωση από τον λεγόμενο μαζικό (ανειδίκευτο) εργάτη, και ότι, δεδομένου ότι αυτή η φιγούρα είναι προορισμένη να εξαφανιστεί προς όφελος μιας επιστροφής στον/ην ειδικευμένο/η εργαζόμενο/η λόγω της αναδιάρθρωσης, είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα νέο κόμμα ή μια οργάνωση ικανή να γίνει η «μνήμη» των περασμένων εμπειριών του αγώνα, έτσι ώστε να τις επαν-επεξεργαστεί και να δώσει στο προλεταριάτο νέες ενδείξεις προσαρμοσμένες στις συνθήκες που έχουν αλλάξει. Μια τέτοια θέση δεν φέρει υπόψη της ορισμένα στοιχεία:

1) Τα τελευταία χρόνια, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση κατάφερε ήδη σημαντικές αλλαγές τόσο στην οργάνωση της παραγωγής όσο και στη λειτουργία της εργασιακής διαδικασίας. Όμως αυτές οι αλλαγές πάντοτε έτειναν προς μια κινητικότητα, απευθυνόμενες σε ένα σώμα γενικά θεωρούμενων ως τεχνικών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο κύριος στόχος αυτής της αναδιάρθρωσης είναι η ικανότητα να διαθέτει ένα ευρύ σώμα «ευέλικτων» ανειδίκευτων εργατών/τριων που θα χρησιμοποιούνται για σύντομες περιόδους με ιδιαίτερα έντονη εργατική απόδοση. Αυτό επιτρέπει στους καπιταλιστές να απολύουν εργαζόμενους/ες από την παραγωγική πρόοδο όχι μόνο μέσω απολύσεων, αλλά επίσης μέσα από την υπερ-εκμετάλλευση που ωθεί τους εργαζόμενους/ες να παραιτηθούν οι ίδιοι. Η παρουσία ενός διευρυμένου σώματος ανέργων που προκύπτει, αυξάνει την υπο-απασχόληση και την κακοπληρωμένη εργασία στις ανταγωνιστικές παραγωγικές δραστηριότητες (π.χ. οικιακοί βοηθοί). Θα έπρεπε να έχουμε υπόψη μας επίσης, ότι η συνεχής αναπροσαρμογή της παραγωγής εκ μέρους των καπιταλιστών σήμερα, απαιτεί ένα προλεταριάτο που να μην είναι δεμένο με την παραγωγή με κανέναν τρόπο, αλλά το οποίο θα είναι ικανό να προσαρμόζεται στα διάφορα συστήματα που τίθενται σε κίνηση (όχι πάντα με το να ανανεώνει τις τεχνικές του γνώσεις, αλλά σίγουρα με το να προσαρμόζεται σε μια αυξανόμενη καταπίεση). Στο πλαίσιο αυτό, οι ικανότητες και τα πτυχία είναι μόνο ένα μέσο για τη διαίρεση των εργαζομένων και την όξυνση του ανταγωνισμού. Ωστόσο, η παρούσα αναδιάρθρωση μοιάζει να αντιτίθεται στο κριτήριο της εξειδικευμένης εργασίας, προς μια επέκταση της κινητικότητας, της μήτρας κάθε εμπορίου, ακόμα και στους τομείς που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν εξειδικευμένοι. Ένα ελαστικό σύστημα παραγωγής δεν μπορεί να βασιστεί στην εξειδικευμένη εργασία, λόγω της στατικής φύσης της.

2) Η ίδια η πραγματικότητα καθιστά τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις και διαπραγματεύσεις, με τις ανάλογές τους μορφές αγώνα (απεργίες, καταλήψεις εργοστασίων κλπ) άχρηστες. Είναι όργανα που δεν μπορούν να παν παραπέρα από τον μερικό έλεγχο ή την αντι-εξουσία, μπροστά σε έναν καπιταλισμό ικανό για έναν ολοκληρωτικό έλεγχο της διεύθυνσης της παραγωγής. Η διαρκής αναδιάρθρωση, με την ελαχιστοποίηση του εργοστασιακού περιβάλλοντος, και την εργασιακή κινητικότητα, θέτει τον/την εργάτη/τρια σε μια ασταθή θέση και του στερεί κάθε διαπραγματευτική ισχύ. Για το λόγο αυτόν, η προλεταριακή αυτονομία έχει εκφραστεί μέσα στους αγώνες που τίθενται άμεσα ενάντια στην παραγωγή: την αυτό-μείωση στον χώρο εργασίας, την άμεση και έμμεση άρνηση της κινητικότητας και του εργατικού μόχθου, το μποϋκοτάζ και το σαμποτάζ της παραγωγής και της αναδιάρθρωσης κλπ… Αυτοί οι αγώνες, που ξεκίνησαν οργανικά στα 1967/68 και αρχικά αναπτύχθηκαν παράλληλα με τον «κοινωνικό διάλογο» και τη λήξη των συμβολαίων, αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο από το προλεταριάτο ως το μόνο έγκυρο εργαλείο άμυνάς του, όχι ως ένα συμπλήρωμα, αλλά ως μια εναλλακτική στον συνδικαλισμό. Οι αγώνες ενάντια στην παραγωγή δε στοχεύουν μόνο στο να κερδίσουν μια καλύτερη διαπραγματευτική αξία, αλλά στην αντιπαράθεση, με τον καιρό, στα σχέδια των εργοδοτών για την αύξηση της εκμετάλλευσης και την απαξίωση της εργασίας. Δεν είναι τυχαίο που η δράση των συνδικάτων σήμερα έγκειται στην καταστολή αυτών των αγώνων, τόσο ανακοινώνοντας παραπλανητικά προγράμματα και εξαγγελίες, όσο και μέσα από τη φυσική αντιπαράθεση.

3) Οι προλεταριακές εμπειρίες, ακόμα κι αν με τον καιρό ξεφτίζουν, δεν εξαλείφονται απόλυτα αλλά κυκλοφορούν και μεταλλάσσονται από τον έναν τομέα στον άλλον, μπορούμε λοιπόν να δούμε πως μια κριτική του αγώνα στα εργοστάσια μπορεί να γενικευτεί στο κοινωνικό πεδίο με τις ανάλογες μορφές αγώνα: Καταλήψεις, αυτό-μείωση ενοικίων, λογαριασμών, τιμών τροφίμων κλπ, που ισχύουν τόσο για τους/τις άνεργους/ες όσο και για τους/τις ημι-απασχολήσιμους/ες. Ο αγώνας ενάντια στην παραγωγή λοιπόν επεκτείνεται στο κοινωνικό πεδίο δίνοντας στους/τις άνεργους/ες και στους/τις ημι-απασχολήσιμους/ες τη δυνατότητα να αγωνιστούν. Όχι για μια θέση εργασίας, αλλά για μια πραγματική υπεράσπιση των συνθηκών της ζωής. Οι θέσεις για τον αγώνα ενάντια στην παραγωγή προφανώς δεν εφαρμόζουν στις υπηρεσίες (μεταφορές, νοσοκομεία κλπ) όπου η αστική τάξη έχει συμφέρον να τις κρατά σε ανεπαρκείς συνθήκες. Πρόκειται για μη παραγωγικούς τομείς που ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί ως δεξαμενές για κερδοσκοπία.

4) Ακόμα και μια ριζική αναδιάρθρωση του καπιταλισμού δε θα μπορούσε να απαλείψει την κυκλοφορία και τις εμπειρίες των αυτόνομων αγώνων. Για παράδειγμα, η εξολόθρευση του συνελευσιακού χαρακτήρα προς όφελος της συν-διαχείρισης ή της ψευδούς αυτό-διαχείρισης της παραγωγής θα μπορούσε ίσως να εκμηδενίσει τον συγκεκριμένο αγώνα από την αυτό-μείωση στους χώρους εργασίας, αλλά όχι και κάποιες ενέργειες άμεσης δράσης τον σπόρο για τις οποίες θα άφησε η μείωση της έντασης της εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι το προλεταριάτο διαθέτει μια δική του «μνήμη», και ως τέτοιο δεν εξαρτάται από τις δομικές προσαρμογές του καπιταλισμού για την ανάπτυξη της ταξικής αυτονομίας, όσο στις εμπειρίες αυτονομίας που έχει συσσωρεύσει. Μορφές «αυτό-διαχείρισης» και συν-διαχείρισης υπάρχουν ήδη σε ορισμένες καταστάσεις, όμως αδυνατούν να πάρουν έναν πιο γενικό χαρακτήρα.

5) Τα διάφορα κόμματα και οι οργανώσεις που θεωρούν τον εαυτό τους ως «μνήμη» της εργατικής τάξης πάντοτε τείνουν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα μέσα από την πολωτική οπτική των ομάδων εξουσίας, κι έχουν κατά συνέπεια ένα αρνητικό αποτέλεσμα στο προλεταριάτο. Από την κατηγορία αυτή προφανώς εξαιρείται ο ρόλος της ενεργούς μειονότητα (ή εξειδικευμένων οργανισμών), όμως τους απευθύνεται μάλλον ο ρόλος ενδεικτικών πράξεων, κυκλοφορίας των πληροφοριών και γενίκευσης των εμπειριών της άμεσης δράσης. Εκτός φυσικά από τους λίγους εκείνους που θεωρούν ότι είναι άχρηστο να χάνει κανείς τον καιρό του με αυτόνομους αγώνες, θεωρώντας ότι είναι απαραίτητο να οικοδομηθεί το κόμμα και δε θα ‘πρεπε να τους αποσπούν από αυτό τα κινήματα και οι αναταραχές. Οι έμμεσοι αγώνες ενάντια στην παραγωγή γίνονται αποδεκτοί σχεδόν ομόφωνα από τον λεγόμενο «χώρο της αυτονομίας». Αυτοί οι έμμεσοι αγώνες, αν και αποδεκτοί, σχεδόν πάντοτε μεταφράζονται ως υποστηρικτικοί ή συμπορευόμενοι με τις «πολιτικές» διεκδικήσεις των οργανώσεων: το 35ωρο, τον ένοπλο αγώνα, το κόμμα, τις εργοστασιακές επιτροπές και τις επιτροπές στέγασης, αντιμετωπίζονται όλα μαζί ως όργανα μιας αντι-εξουσίας.

Ο στόχος του 35ωρου ανά εβδομάδα, παρουσιάζεται σαν ένα αδιαμφισβήτητο όραμα των σύγχρονων αγώνων ενάντια στην παραγωγή, αντιπροσωπεύει την τυπική συμπεριφορά αυτών που, θέλοντας να ντύσουν τις προτάσεις τους με μια αίσθηση ρεαλισμού, καταλήγουν να κατρακυλούν στο αφηρημένο και ακατανόητο.

Η αυτό-μείωση στις ώρες εργασίας θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετικά έγκυρη μορφή αγώνα, όπως οι έμμεσοι αγώνες που έχουμε ήδη αναφέρει, αλλά γι αυτόν ακριβώς το λόγο δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε έναν στόχο: γιατί 35 ώρες, κι όχι, για παράδειγμα 30; Ποιος είναι που αποφασίζει; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Η δυναμική του ταξικού αγώνα στην συγκεκριμένη κατάσταση, οπότε θεωρητικές κι εκ των προτέρων αποφάσεις σε τέτοια ζητήματα δεν έχουν κανένα νόημα.

Η γραμμή του ένοπλου αγώνα (με την μορφή του στρατιωτικού κόμματος) ξεκινά ακριβώς από μια έλλειψη πίστης στο περιεχόμενο των αγώνων αυτών και η μόνη εγκυρότητα που τους αποδίδει είναι αυτή της πιθανότητας για ένοπλη σύγκρουση. Φυσικά, η εργατική αυτονομία θέτει το ζήτημα της βίας, και μπορεί κανείς να πει ότι όλες οι μορφές αυτόνομης δράσης τίθενται μέσα στη λογική της βίας και της παρανομίας. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι εκτός συζήτησης, αλλά οι ομάδες που προτείνουν μια τέτοια γραμμή οικοδομούν, με δική τους πρωτοβουλία, μια πρακτική βίας την οποία θέλουν να επιβάλλουν ως τον υπέρτατο στόχο στη διαδικασία της προλεταριακής αυτονομίας, αυτό-ανακηρυσσόμενες ως ειδικοί και ελεγκτές. Είναι το ζήτημα του κόμματος και πάλι, που αντί να κινείται με κάθε πιθανό δρόμο, βασίζεται αυτή τη φορά στον πιο στρατιωτικό και εξεγερσιακό.

Αυτοί που επιθυμούν ένα κόμμα είναι αυτοί που έχουν την ελάχιστη εμπιστοσύνη σε μια πιθανή γενίκευση της άμεσης δράσης και του έμμεσου αγώνα ενάντια στην παραγωγή, ονομάζοντάς τα παροδικά κινήματα μικρής σημασίας: ένα προλεταριάτο που έχει εξοικειωθεί με την αντιμετώπιση έμμεσων προβλημάτων άμεσα και χωρίς τη διαμεσολάβηση ειδικών είναι όντως ένας πολύ κακός αποδέκτης εντολών, και πολύ δύσκολα θα υποταχτεί στη θέληση ενός κόμματος.

Πιο κοινές ωστόσο, είναι οι θέσεις αυτών που επιθυμούν να οργανώσουν την προλεταριακή αυτονομία σε εργοστασιακές επιτροπές και σε οργανώσεις από διάφορους τομείς. Σ αυτή την κατηγορία συμπεριλαμβάνονται αυτοί που θεωρούν ότι οι μαζικές οργανώσεις είναι θεμελιώδεις ως ένα σημείο εκκίνησης για τους αυτόνομους αγώνες, κι αυτοί που μετρούν την εγκυρότητα ενός αγώνα με τη δυναμική των οργανώσεων που αφήνει πίσω του. Οι πρώτοι δίνουν την εργολαβία στις δράσεις συντονισμού της «πρωτοπορίας» που οικοδομεί τις οργανώσεις, οι δεύτεροι στις οργανώσεις που οικοδομούνται στη διάρκεια του αγώνα. Συχνά πάλι, οι δυο θέσεις αναμειγνύονται με διάφορες αναλογίες.

Το αποτέλεσμα της πρώτης είναι μια σειρά από ψευδο-μαζικές οργανώσεις (αυτόνομες συλλογικότητες, εργατικές επιτροπές και διάφορες οργανώσεις συχνά ονομαζόμενες προλεταριακές, αυτόνομες, οργανωμένες) και οι οποίες στην πραγματικότητα είναι μειοψηφίες (ειδικές οργανώσεις) ή πολύ απλά πολιτικές ομάδες. Η μη-συνειδητοποίηση του ρόλου τους τις καθιστά αυτόματα άχρηστες κι επίσης επικίνδυνες. Από την άλλη, το αποτέλεσμα των δεύτερων είναι συνήθως ψευδαισθήσεις, καθώς οι μαζικές οργανώσεις, όταν είναι αυθεντική έκφραση της άμεσης δράσης του μαζικού κινήματος, γεννιούνται και πεθαίνουν ή αναπτύσσονται στους αγώνες και για τους αγώνες, συχνά χωρίς την πρακτική δυνατότητα να χαρακτηρίσουν έτσι τους εαυτούς τους ή να χαρακτηριστούν ως τέτοιες, και στη συνέχεια να μπουν στη φορμόλη μιας συγκεκριμένης δομής.

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι μια οργανωσιακή αντίληψη της προλεταριακής αυτονομίας είναι αντι-παραγωγικής και έμμεσα κατασταλτική, καταλήγοντας στη θέσμιση των λεγόμενων οργανώσεων εργατικής εξουσίας και αντι-εξουσίας, οι οποίες δεν μπορούν παρά να δράσουν ως μικρά εναλλακτικά συνδικάτα, και κατ’ επέκταση να αγωνιστούν σε ένα παιχνίδι εξισορρόπησης των διεκδικήσεων και των συμβολαίων με τα επίσημα συνδικάτα.

Τέλος, η οπτική τους, της αντι-εξουσίας δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε μια ανάμειξη στα εργατικά συμβούλια και στην αυτό-διαχείριση. Ένας πιθανός συμβουλιακός κομμουνιστικός και αυτό-διαχειριζόμενος νέο-συνδικαλιστικός δρόμος ήδη έχει ηττηθεί και ξεπεραστεί από τις εμπειρίες του προλεταριάτου, και σήμερα είναι αδύνατον να βρεθεί η παραμικρή δομική βάση για να ξαναπιαστεί, και μπορεί να φτάσει εκεί μόνο μέσα από μια θέσμιση με την έννοια μιας ψευδούς θεσμικής αυτό-διαχείρισης.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η άμεση δράση γεννιέται και αναπτύσσεται σε δυνατότητες και επίπεδα του αγώνα, επιβεβαιώνοντας τον από καιρό σε καιρό. Μπορεί να εκφραστεί μινιμαλιστικά, όπως μπορεί και να φτάσει σε υψηλά επίπεδα ταξικής αντιπαράθεσης, αλλά καμιά από τις εμπειρίες αυτές δεν μπορεί να εγκλωβιστεί μέσα σε δομές ή πρότυπα, σε οργανωτικά προγράμματα ή στόχους. Αντιθέτως, αυτό που αφήνουν πίσω τους είναι η σπορά για νέες και συχνά απρόβλεπτες υψηλότερα ανεπτυγμένες και αυτόνομες οργανωμένες συνειδήσεις, κομμουνιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Τα αδιέξοδα του συμβουλιακού κομμουνισμού, η ανικανότητά του να δει παραπέρα από τον ανταγωνισμό για την εξουσία με την αστική τάξη μέσα στο εργοστάσιο, χωρίς να καταφέρει να θέσει την ύπαρξη της τελευταίας σε κρίση, έγιναν επίσης κατανοητά από ένα ρωσικό αναρχικό ρεύμα (Dielo Truda) που το 1926 χάραξε μια οργανωτική πλατφόρμα η οποία έγινε γνωστή λανθασμένα ως η πλατφόρμα του Αρσίνωφ. Στη συνέχεια προτάθηκε η ίδρυση μιας ειδικής αναρχικής κομμουνιστικής πολιτικής οργάνωσης, η οποία παράλληλα με την απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής από το προλεταριάτο, οργανωμένο σε εργατικά συμβούλια, θα αναλάμβανε το καθήκον της αντιπαράθεσης με την πολιτική υπερ-δομή, το Κράτος, σε άμεση σύγκρουση όπου θα το κατέστρεφε. Η σύλληψη της οργάνωσης (σε δυο επίπεδα, ένα ειδικό, πολιτικό, κι ένα μαζικό) δεν φτάνει στη ρίζα του αδιεξόδου του συμβουλιακού κομμουνισμού, και περιορίζεται στην προσπάθεια να αποφύγει ορισμένα προβλήματα στη δράση. Επίσης εισάγει μια σειρά από ενδιαφέροντα στοιχεία στη συζήτηση που μεταξύ άλλων είναι αρκετά έγκυρα και αξιοσημείωτα. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να εμβαθύνουμε στα προβλήματα σχετικά με τη Dielo Truda και το ζήτημα της οργάνωσης εν γένει, αλλά θα ήταν κατάλληλο να τονίσουμε μερικά σημεία πάνω στο ζήτημα.

Η πολυπλοκότητα της αστικής εξουσίας δεν τελειώνει στην οργανωμένη βία του Κράτους. Όχι μόνο δεν είναι αρκετό για το προλεταριάτο να απαλλοτριώσει τα μέσα παραγωγής για να εκμηδενίσει την αστική εξουσία, αλλά ακόμα και η άμεση ρευστοποίηση του Κράτους δεν θα έλυνε το πρόβλημα. Όπως είδαμε ήδη, το κύριο στήριγμα της αστικής εξουσίας στην οικονομική και κρατική της μορφή, είναι η αποδοχή από το προλεταριάτου του ρόλου του ως τέτοιο. Για το λόγο αυτό, προκειμένου να αρνηθεί και να αναιρέσει την αστική εξουσία, το προλεταριάτο πρέπει σε πρώτο επίπεδο να αυτό-αναιρεθεί ως τάξη, να πραγματωθεί πλήρως ως ανθρωπότητα μέσα από την οικοδόμηση της άμεσης δράσης και των κομμουνιστικών σχέσεων. Αυτό το ζήτημα θίγεται αρκετές φορές στην πλατφόρμα, αλλά ποτέ δεν ωθείται στο έπακρο λογικό του συμπέρασμα. Ο λόγος μπορεί να βρεθεί στο πιο αδύνατο σημείο της πλατφόρμας, την ασυνείδητη αποδοχή ορισμένων λενινιστικών αρχών. Δεν είναι ζήτημα εξουσιο-μανίας (όπως θεωρούν ορισμένοι αναρχικοί), αλλά αναφοράς σε μια θεωρία που βρίσκεται εκτός του προλεταριάτου, δηλαδή, σε μια ιδεολογία. Σε κάτι που έγινε για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Λένιν, με τις θέσεις του για το κόμμα σαν μια συνείδηση από τα έξω της τάξης.

Είναι ακριβώς η μετακίνηση της πλατφόρμας σε ένα ιδεολογικό επίπεδο που ώθησε κάποιους που έβλεπαν κριτικά την πλατφόρμα προς το συμβουλιακό κομμουνιστικό κίνημα, ώστε να την ξεπεράσουν, κι όχι προς την κατεύθυνση της μαζική δυνατότητας της άμεσης δράσης, ή προς την πολιτική δράση αναρχικών κομμουνιστικών αγωνιστών με μια ισχυρή ελευθεριακή ιδεολογία, που όμως οι όροι της οποίας γίνονται αφηρημένοι και ασαφείς.

THE COMRADES OF KRONSTADT EDITIONS


Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας (Νοέμβρης 2007)

3 τραγούδια του Μάη 1968

Το τραγούδι του Συμβουλίου για τη διατήρηση των καταλήψεων

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

(Ρεφρέν):
Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόλια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Πες μου τι διάολο παιχνίδι παίζεις
ή έστω προσπαθείς να παίξεις
Ω! τώρα άλλαξες τους κανόνες
Τι παιχνίδι! Τι σπουδαίο παιχνίδι!

-Επανάσταση, γλυκιά μου
Αυτό είναι το σπουδαίο παιχνίδι που λες.
Το παίζουμε στα στενάκια
Με κοτρόνες από το ξηλωμένο πεζοδρόμιο

Ο παλιός κόσμος και τα συντρίμμια του,
Θα τα σαρώσουμε όλα.
Πρέπει να είμαστε αδίστακτοι
Θάνατος στα γουρούνια και στους παπάδες.

Μας κατακλύζουν με μια κόλαση
από χειροβομβίδες και δακρυγόνα
Και το μόνο που έχουμε είναι τα φτυάρια
και μαχαίρια για να οπλιστούμε.

Φτωχή μου αγάπη, είπε
Πανέμορφοι χτίστες οδοφραγμάτων
Η καρδιά μου, η καρδιά μου με προδίδει.
Δεν έχω τίποτα να σας χαρίσω.

Αλλά έχω πίστη στον αγώνα
Δε με φοβίζουν οι μπασκίνες.
Ας γίνει ο αγώνας μας, αγώνας
Των εργατών συντρόφων μας.

Ο πατριωτισμός είναι ένα μπουρδέλο,
κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει πια.
Ρίχτε τους γραφειοκράτες στα σκουπίδια
Αν δεν ήταν αυτοί, θα είχαμε κερδίσει!

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόλια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Σ.τ.μ: το συμβούλιο για τη διατήρηση των καταλήψεων (CMDO), ήταν μια προσωρινή ένωση Καταστασιακών, Λυσσασμένων* και ριζοσπαστών που έδρασε στη διάρκεια της εξέγερσης του 1968 στη Γαλλία, στοχεύοντας στην υπεράσπιση και τη διεύρυνση της αυτοδιάθεσης ενάντια στις γραφειοκρατικές και επαν-αφομοιωτικές τάσεις, και τη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος. Στα οδοφράγματα της οδού Guy-Lussac οι φοιτητές πέτυχαν μια ιστορική νίκη απέναντι στην αστυνομία, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν τόσο στη συμμετοχή εργατών και «blouson-noir»** στις οδομαχίες, όσο και στην απουσία των κομματικών γραφειοκρατών, λόγω της σύλληψης κάποιων από αυτούς τις προηγούμενες μέρες.

*Οι λυσσασμένοι, πήραν το όνομά τους από μια ομάδα εξτρεμιστών της επανάστασης του 1789, αντιπάλων των ιακωβίνων που θεωρούσαν ότι μια απλή κατοχύρωση συνταγματικών δικαιωμάτων σημαίνει στην πράξη πολύ λιγότερα από την ελευθερία. Οι Λυσσασμένοι του 1968 ήταν μια ομάδα φοιτητών της Nanterre, που μοιράζονταν τις ιδέες των καταστασιακών και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο ξέσπασμα τις εξέγερσης στο πανεπιστήμιο της Nanterre, στην κατάληψη της Σορβόννης και την εξάπλωση της εξέγερσης.

**Οι blouson-noir, ήταν για τους καταστασιακούς οι αυθεντικοί απόγονοι του Dada, ριζοσπαστικό κομμάτι της μητροπολιτικής νεολαίας, με συχνά παραβατική συμπεριφορά. Κάτι ανάλογο με την «άγρια νεολαία» ή τους χούλιγκανς των μετέπειτα χρόνων.

[μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Φλεβάρης 2007]

Το πολυβόλο – Τραγούδι του Μάη 1968

Η μαμά έμεινε στο σπίτι της,
Φωνάζοντας “ζήσε τα πάθη σου”
Απ’ το παράθυρο.

Έτσι φωνάζω όλους τους φίλους μας,
Και τις μικρές κόρες των γειτόνων,
Πάρτε στα χέρια σας, παιδιά,
Το πολυβόλο.

Ήταν ενός ξαδέρφου γέρου
Που είχε πλύνει τα χέρια του
Με το αίμα πολλών σταλινικών
Στην μεγάλη γιορτή της Ισπανίας.

Να παν να γαμηθούν τα συνδικάτα
Μας κυνήγησαν στα δρομάκια
Ήθελαν τα κεφάλια μας.

Ήμασταν ήδη επαναστάτες
Και είχαμε γεμίσει τον σκουπιδοντενεκέ
Με ιδέες, παλιές και νέες,
Χωρίς πολυβόλα.

Παπάδες, ειδικοί, αφεντικά
Οι μέρες της καλής ζωής σας είναι μετρημένες
Η γιορτή ξεκινά

Κι εμείς θα παίξουμε το πιο σκληρό παιχνίδι
Θα βαλσαμώσουμε τον “αστυνομικό-πρότυπο”
Για να θυμόμαστε κατόπιν
Πόσο γελοίος μας φαινόταν.

Θα παίξουμε με την καρδιά μας
Τα κορίτσια με τις μολότωφ είναι αδερφές μας
Τι σπουδαία καταιγίδα που έρχεται.

Ο Μάχνο, ο Βίλλα κι ο Ντουρρούτι
Ήξεραν πως να χειρίζονται αυτό το εργαλείο
Που δίνει στην ποίηση ζωή,
Το πολυβόλο.

Θα ξαναφέρουμε ακόμα τον Μπονό
Και θα δώσουμε ένα και σ΄αυτόν
Ώστε να έρθει με το αυτοκίνητό του
Να πάρει μερικά κεφάλια.

Μέχρι να δούμε αυτή την κοινωνία του θεάματος
Να ψυχορραγεί τελικά, δολοφονημένη
Απ’ τα συμβούλια, σε όλο τον κόσμο
Με τις ριπές του πολυβόλου.

[μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007]


Πέντε το πρωί, το Παρίσι ξυπνά (τραγούδι του 1968)

Τους γυρίσαμε τα 16ιντσα όπλα στην μούρη
Η άγρια απεργία μας είναι πια γενική
Οι Πόρσε τους καίγονται σαν προσανάμματα
Η άγρια νεολαία έκανε την αρχή
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Ο πύργος του ’ιφελ νιώθει την αγωνία
Αναποδογυρίσαμε την αψίδα του θριάμβου
Εκεί που ήταν η Βαντόμ πλέον δεν έχει παρά στάχτες
Ενώ το πάνθεον έγινε σκόνη
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Οι μαχητές της υπόγειας αντίστασης είναι στο σταθμό των τραίνων
Στην Νοτρ-Νταμ κόπηκε το λαρδί
Το Παρίσι βρήκε ξανά τους εκδικητές του
τους κομμουνάρους και τους εμπρηστές του
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Περιμένουν εκείνοι με τις μαύρες σημαίες
ρίχνοντας πέτρες στους μπάτσους με τα δακρυγόνα
που ψοφάνε στις γωνίες των δρόμων
Τα κορίτσια μας γίνονται βασίλισσες
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Εισβάλαμε στις φυλακές
και εξολοθρεύσαμε τους γραφειοκράτες
Κρεμάσαμε δίχως οίκτο τα γουρούνια
με τα έντερα των παπάδων
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Ο παλιός κόσμος θα εξαφανιστεί
μετά το Παρίσι, είναι η σειρά του
Οι εργάτες, χωρίς θεό ούτε αφέντη
διευθύνουν την πόλη για τους ίδιους.

Είναι πέντε το πρωί
Ο νέος κόσμος ξυπνά
Είναι πέντε το πρωί
και κανείς δεν νιώθει κουρασμένος πια.

[μετάφραση στα αγγλικά: JML (Live free or buy trying)]
[μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007]



Από τη φοιτητική εξέγερση στη Γενική Απεργία – Fredy Perlman

Από τη φοιτητική εξέγερση στη Γενική Απεργία: Μια αγχωμένη επανάσταση

Η έκρηξη που παρέλυσε τη Γαλλία τον Μάη του 1968 ήταν μια αγχωμένη επανάσταση και μια ξεκάθαρη προειδοποίηση. Αποτελεί μια αγχωμένη επανάσταση για τους φοιτητές και τους εργάτες που έσπευσαν σχεδόν τυφλωμένοι από χαρά κι ενθουσιασμό, προς μια νέα κοινωνία. Αλλά η εξέγερση και η απεργία είναι και μια προειδοποίηση προς όλες τις κυρίαρχες τάξεις, μια προειδοποίηση τους καπιταλιστές και τους γραφειοκράτες, στις κυβερνήσεις και τα συνδικάτα. Οι αγχωμένοι επαναστάτες ξεκινούν να καταγράφουν τις νίκες τους και να προϊδεάζουν για τις επόμενες. Ωστόσο οι επαναστάτες δεν είναι οι μόνοι που καταγράφουν. Οι δυνάμεις της αντίδρασης επίσης κάνουν τη δική τους ανάλυση. Επίσης καταγράφουν τις ήττες τους, ή καλύτερα τους κινδύνους που σήμανε γι αυτούς ο Μάης του 1968. Και οι επαναστάτες δεν θα είναι οι μόνοι που θα ετοιμάζονται για την επόμενη κρίση. Η κυρίαρχη τάξη ετοιμάζεται επίσης, κι όχι μόνο στη Γαλλία. Πολιτικοί, γραφειοκράτες και καπιταλιστές θα αναλύσουν τις μορφές της επανάστασης του Μάη, ούτως ώστε να προλάβουν την επανεμφάνισή της. Θα μελετήσουν τις συνέπειες των γεγονότων, ώστε να προλάβουν μια αναζωπύρωση του Μάη του 1968. Για να παραμείνουν ένα βήμα μπροστά από τις δυνάμεις της αντίδρασης, οι επαναστάτες του Μάη πρέπει να κρατήσουν πολύ περισσότερα από μερικά ενθύμια. Πρέπει να δουν τα γενικά μοντέλα πίσω από την ειδική σειρά των γεγονότων, να αναλύσουν το περιεχόμενο μέσα στις μορφές.

Η συνέχεια των γεγονότων που οδήγησε σε μια αιφνίδια αντιπαράθεση ανάμεσα στο γαλλικό κράτος-κεφάλαιο και ένα αποφασισμένο επαναστατικό κίνημα έπιασε και τις δυο πλευρές εξ’ απροόπτου. Καμιά τους δεν ήταν έτοιμη. Αλλά η στιγμή του δισταγμού ήταν μοιραία μόνο για τους επαναστάτες. Η κυρίαρχη τάξη πήρε το πλεονέκτημα μιας μικρής παύσης ώστε να σβήσει την φωτιά που έκαιγε. Το γεγονός ότι μόνο η μια πλευρά κέρδισε από την παύση είναι κατανοητό. Οι επαναστάτες όφειλαν να διατρέξουν το άγνωστο, το ανεξερεύνητο ενώ οι «δυνάμεις της τάξης» δε χρειαζόταν παρά να ανατρέξουν στο γνωστό έργο, στην παλιά καλή καταστολή… Το επαναστατικό κίνημα έτρεξε προς τα μπρος με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, έφτασε σε ένα συγκεκριμένο σημείο κι έπειτα, ξαφνικά αποπροσανατολίστηκε, μπερδεύτηκε, ίσως φοβήθηκε το άγνωστο, σταμάτησε όσο χρειαζόταν για να επιτρέψει στις τεράστιες γαλλικές αστυνομικές δυνάμεις να το ρίξουν πίσω, να το διασπάσουν και να το καταστρέψουν. Τώρα και οι δυο πλευρές παραδίδονται στη σκέψη. Οι επαναστάτες αρχίζουν να προσδιορίζουν το σημείο που έφτασαν, και είναι αποφασισμένοι την επόμενη φορά να το ξεπεράσουν. Είχαν φτάσει τόσο κοντά, κι όμως τους απώθησαν πίσω πάλι. Για πολλούς ήταν ξεκάθαρο ότι τα βήματα προς το άγνωστο που πήραν ήταν αρκετά, ότι το σημείο είχε φτάσει, το νερό είχε κυλήσει στο αυλάκι. Για πολλούς άλλους εν ήταν περίεργο να υποθέσουν ότι το φράγμα θα έπρεπε να ενισχυθεί κι άλλο, ότι έπρεπε να γίνουν προσπάθειες να συγκρατηθεί η παλίρροια. Αυτό που δεν περίμεναν, αυτό που μόνο σιωπηλά και οδυνηρά δέχθηκαν ήταν ότι η θάλασσα η ίδια θα αποτραβιόταν πίσω. Δέχτηκαν την ήττα με πόνο γιατί ήξεραν, καθώς έβλεπαν τα κύματα να υποχωρούν, ότι όσο ψηλότερα φτάνει η πλημμυρίδα, τόσο περισσότερο υποχωρεί η άμπωτη, τόσο μεγαλύτερη προσπάθεια θα έπρεπε να καταβληθεί, για να φτάσει πάλι η θάλασσα ίσα με το φράγμα. Η κυρίαρχη τάξη προειδοποιήθηκε. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα αναλάβει τα απαραίτητα μέτρα. Και οι δύο πλευρές θα επιδοθούν σε μια ανάλυση των ρωγμών του φράγματος που επέτρεψε στην πλημμυρίδα να υπερχειλίσει. Ανάλυση που θα είναι μια καταγραφή μιας πραγματικής ιστορίας: μιας επανάστασης που απέτυχε. Στη βάση αυτής της καταγραφής, οι κυρίαρχες τάξεις θα προετοιμαστούν για την επανεμφάνιση του ίδιου γεγονότος. Αυτός είναι ο λόγος που οι επαναστάτες δεν μπορούν να βασίσουν την προετοιμασία του μέλλοντος στην καταγραφή αυτή: Οι ίδιες ρωγμές δεν μπορούν να βρεθούν ξανά στο ίδιο φράγμα. Θα έχουν επιδιορθωθεί, κι ολόκληρο το φράγμα θα έχει ξαναχτιστεί. Μια μελλοντική παλίρροια θα βρει νέες ρωγμές στο φράγμα, ρωγμές που θα είναι πριν αόρατες, τόσο στους πολέμιους όσο και στους υπερασπιστές της παλιάς τάξης. Αυτός είναι και ο λόγος που οι συνωμοτικές οργανώσεις που σχεδιάζουν τη διάρρηξη ενός συγκεκριμένου σημείου του φράγματος είναι καταδικασμένες στην αποτυχία: Όσο ευφυείς και να είναι οι «κεντρικές επιτροπές» τους, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι οι «καθοδηγητές» ή «ηγέτες» της συνωμοτικής ομάδας, είναι σε θέση να εντοπίσουν μια ρωγμή του φράγματος πριν από τους διευθυντές της κατεστημένης τάξης. Περαιτέρω, η καταστημένη τάξη είναι πολύ καλύτερα οπλισμένη με εργαλεία ανίχνευσης απ’ όσο κάθε συνωμοτική ομάδα.

Οι ιστορικοί θα περιγράψουν μέσα από ποια ρήγματα εισέβαλε η παλίρροια τον Μάη του 1968. Το καθήκον της επαναστατικής θεωρίας είναι να αναλύσει τη θάλασσα καθεαυτή. Το καθήκον της επαναστατικής δράσης είναι να δημιουργήσει την νέα παλίρροια. Αν η θάλασσα αντιπροσωπεύει ολόκληρο τον εργαζόμενοι πληθυσμό, κι αν η παλίρροια αντιπροσωπεύει μια αποφασιστικότητα να επαν-οικειοποιηθούμε όλες τις μορφές της κοινωνικής ισχύος από τις οποίες έχουμε αποξενωθεί, κι έχουν περιέλθει στους καπιταλιστές και τους γραφειοκράτες, σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, τότε νέα ρήγματα θα βρεθούν, και αν το φράγμα διαρρηχθεί αποτελεσματικά, τότε θα σαρωθεί ολοκληρωτικά.

Τουλάχιστον ένα μάθημα, έχουμε πάρει: Αυτό που μας έλειπε δεν ήταν κάποιο εναλλακτικό κόμμα που θα καθοδηγούσε τις μάζες. Αυτό που μας έλειπε ήταν η συνείδηση και η αυτοπεποίθηση ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού, ότι θα μπορούσαμε οι ίδιοι να διευθύνουμε ολόκληρη την κοινωνική δραστηριότητά μας. Αν οι εργάτες κατείχαν αυτή τη συνείδηση την ημέρα που καταλάμβαναν τα εργοστάσιά τους, θα είχαν κάνει το επόμενο βήμα, να απαλλοτριώσουν τους εκμεταλλευτές τους. Απουσία αυτής της συνείδησης, κανένα κόμμα δε θα οδηγούσε της εργάτες στο να πάρουν τα εργοστάσια στα χέρια τους. Αυτό που έλειπε στις μάζες του εργαζόμενου πληθυσμού ήταν η ταξική συνείδηση, όχι η πειθαρχία σε μια μικρή κομματική ομάδα. Και η ταξική συνείδηση δεν μπορεί να δημιουργηθεί μέσα από μια κλειστή, μυστική ομάδα, παρά από ένα ευρύ, ανοιχτό κίνημα που αναπτύσσει μορφές δράσης που στοχεύουν ανοιχτά στην ανατροπή της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης εκμηδενίζοντας τη ψυχολογία της υποταγής από ολόκληρο τον εργαζόμενο πληθυσμό.

Fredy Perlman, 13 Ιούνη 1968

[Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας (Φλεβάρης 2007)]

Η αυτό-οργάνωση στις γενικές συνελεύσεις (Μάης ’68) – Fredy Perlman

Η αυτό-οργάνωση στις γενικές συνελεύσεις (Μάης ’68) – Fredy Perlman

Στη Σορβόννη, για παράδειγμα, οι παρεμβάσεις του Κινήματος 22 Μάρτη ήταν καθοριστικές. Οι αγωνιστές της 22 Μ. ανακοίνωσαν τα σχέδιά τους, και ο κόσμος μαζεύτηκε στη γενική συνέλευση για να προγραμματίσει τις δικές του δράσεις, γνωρίζοντας πλέον τα σχέδια της 22 Μ. που θα πραγματοποιούνταν σε μια καθορισμένη χρονική στιγμή. Οι αγωνιστές του κινήματος 22 Μάρτη, μακράν του να μετατραπούν (ή να εκλεγούν) σε γραφειοκράτες ή εκπροσώπους των γενικών συνελεύσεων, συνεχίζοντας τον αγώνα για την απελευθέρωσή τους, αρνούνταν να αναγνωρίσουν σε κανέναν το δικαίωμα να ορίζει ή να περιορίζει τις πρακτικές της απελευθέρωσής τους, είτε αυτός προερχόταν από μια κρατική γραφειοκρατία είτε από μια «επαναστατική» γραφειοκρατία, αποτελούμενη από εκλεγμένους «αντιπροσώπους» των γενικών συνελεύσεων. Όποτε οι αγωνιστές εγκατέλειπαν αυτήν την ελευθερία, όποτε οι αγωνιστές του κινήματος 22 Μάρτη επέτρεπαν στους αυτό-διορισμένους προέδρους μιας γενικής συνέλευσης, όπως συνέβη στη σχεδίαση των διαδηλώσεων της 24ης Μάης, το αποτέλεσμα δεν ευνοούσε την ελευθερία κανενός, παρά μόνο τον περιορισμό ολόκληρου του κινήματος.

Το δικαίωμα να παρεμβαίνεις, που ήταν παραχωρημένο σε όλους, γινόταν συχνά αντικείμενο κατάχρησης. Κάθε είδος και μορφή μικρής δράσης περιγραφόταν αναλυτικά στις γενικές συνελεύσεις, κι όχι μόνο δράσεις που ήταν πρωτεύουσες και ενδεχομένως να επηρέαζαν την ανατροπή των συσχετισμών και την κοινωνική ισχύ των ανθρώπων που ΄ήταν έτοιμοι για δράση.

Η επιτροπή δράσης της Citroën ήταν μια από τις ομάδες που έπαψαν να παρουσιάζουν κάποια δράση στη γενική συνέλευση του Censier. Αυτή η επιτροπή, όπως και οι άλλες, δεν ήταν ικανή να εμπλακεί σε κάποια δράση που να είναι απελευθερωτική για τους ανθρώπους που μαζεύονταν στις συνελεύσεις. Η επιτροπή περιέγραψε «επαφές» της με ξένους εργάτες, απόπειρες δημιουργίας χώρους για ελεύθερη συζήτηση μέσα στα εργοστάσια, απόπειρες να ενθαρρύνει τους εργάτες να χρησιμοποιήσουν τα φορτηγά της επιχείρησης για να μαζέψουν τα τρόφιμα που τους προσέφεραν κάποιοι αγρότες. Ωστόσο η επιτροπή της Citroën πότε δεν πήγαν οι ίδιοι στο εργοστάσιο λέγοντας «ξέρουμε που υπάρχουν φαγώσιμα, χρειαζόμαστε κάποια από τα φορτηγά που έχει εδώ» και ποτέ δεν πρότειναν στη γενική συνέλευση «θα πάμε στο εργοστάσιο να πάρουμε τα φορτηγά και χρειαζόμαστε 50 ανθρώπους στο πλευρό μας».

Ένας από τους λόγους που πήγαμε στα εργοστάσια ήταν ότι θεωρούσαμε τη φυσική παρουσία μας εκεί μια υποστηρικτική δύναμη που θα βοηθούσε τους εργάτες να καταλάβουν τα εργοστάσια. Ωστόσο, οι πρωτοβουλίες τότε αφήνονταν «για τους εργάτες», κι μιας και οι εργάτες δεν είχαν απελευθερωθεί από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, η πρωτοβουλίες αφήνονταν στα χέρια των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών.

Κατά συνέπεια, σαν «φυσική παρουσία» η επιτροπή δράσης βρέθηκε στις πύλες του εργοστασίου ως δεκανίκι της CGT (γενική συνομοσπονδία εργασίας, το ανάλογο της ΓΣΕΕ). Τα πρώτα φυλλάδια της επιτροπής της Citroën πράγματι επιβεβαίωναν το γεγονός αυτό: «Εργάτες, στηρίζουμε τα πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματά σας, τις διεκδικήσεις σαw… Ζήτω οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες!». Οι δηλώσεις αυτές, μιας και υπήρχε μόνο ένα ισχυρό συνδικάτο, δεν μπορούσαν παρά να σημαίνουν: ζήτω η CGT, όποιες κι αν ήταν οι ψευδαισθήσεις των ανθρώπων που έγραψαν το φυλλάδιο αυτό. Η λογική πίσω από τις προτάσεις αυτές είναι πάνω-κάτω η ακόλουθη: «Δεν είναι ανάγκη να μπερδέψουμε τους εργάτες, επιτεθόμενοι στα συνδικάτα τους, τα οποία οι ίδιοι αποδέχονται». Ωστόσο, η ίδια λογική επεκτεινόμενη θα σήμαινε επίσης: «Δεν είναι ανάγκη να μπερδέψουμε τους εργάτες επιτεθόμενοι στην καπιταλιστική κοινωνία, την οποία επίσης αποδέχονται».

Αυτή ήταν μια ρεφορμιστική στρατηγική χωρίς κάποιο πραγματικό στοιχείο πέρα από τον ρεφορμισμό. Στρατηγική που δεν ήταν παρά μια ένθερμη υποστήριξη της άγριας απεργίας στην αρχή, και στη συνέχεια καθώς τα συνδικάτα επαναφομοίωναν την απεργία, οι αγωνιστές της επιτροπής υποστήριζαν μοιρολατρικά την παραδοσιακή, γραφειοκρατική απεργία των συνδικάτων…

Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας (Φλεβάρης 2007)

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ

[Αναγκαια διευκρίνιση: το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια κάπως ελεύθερη μετάφραση μιας κουτσουρεμένης εκδοχής ενός κείμενου εμπνευσμένου από την καταστασιακή θεωρία, προσαρμοσμένο κατά τα γούστα του αρχικού αναρχοσυνδικαλιστή εκδότη, που σημειώνει ότι “το απάλλαξε από τα δυσνόητα και πομπώδη αρχικά στολίδια του”. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε το αρχικό κείμενο μέχρι σήμερα…]

1. Όσοι, συχνά ασυνείδητα, υποθέτουν ότι είναι αδύνατο να πραγματώσουν τις επιθυμίες της ζωής τους-και συνεπώς ότι είναι μάταιο να παλέψουν για τον εαυτό τους- συνήθως καταλήγουν να παλεύουν για ένα ιδανικό ή έναν σκοπό. Μπορεί να νομίζουν ότι απασχολούνται με τις «δικές τους» υποθέσεις, αλλά στην πραγματικότητα έχουν αποδεχτεί τον διαχωρισμό των επιθυμιών του από την καθημερινή ζωή τους. Κάθε υποταγή των προσωπικών επιθυμιών στις προσταγές ενός ιδανικού ή μιας υπόθεσης είναι αντιδραστική όσο «επαναστατική» κι αν φαίνεται η δραστηριότητα που αυτή παράγει.

Κι όμως, ένα απ τα μεγάλα μυστικά της θλιβερής, αλλά εν δυνάμει εκπληκτικής εποχής μας είναι ότι η σκέψη μπορεί να είναι απολαυστική. Παρά την ασφυκτική δυσωδία των κυρίαρχων θρησκευτικών και πολιτικών ιδεολογιών, όλο και περισσότερα άτομα σκέφτονται οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Έτσι-σκεφτόμενοι ενεργητικά και κριτικά αντί να χωνεύουν παθητικά προκατασκευασμένες αντιλήψεις-επαναδιεκδικούν το πνεύμα τους για δικό τους.

Στα χέρια σου κρατάς ένα εγχειρίδιο για όποιον επιθυμεί να σκέφτεται για τον εαυτό του, ένα εγχειρίδιο για την δημιουργία ενός προσωπικά, αντί για ιδεολογικά, κατασκευασμένου συνόλου κριτικής σκέψης για ιδία χρήση, ένα σύνολο σκέψης που θα σε βοηθήσει να καταλάβεις γιατί η ζωή σου και ο κόσμος είναι όπως είναι. Κυρίως, κατασκευάζοντας την δική σου θεωρία θα αναπτύξεις μια πρακτική: μια μέθοδο για να αποκτήσεις ό,τι θέλεις για τη ζωή σου. Επομένως, η θεωρία θα είναι ή πρακτική ή τίποτα, ένα ενυδρείο ιδεών, μια ιδεολογική ερμηνεία του κόσμου. Οι ιδέες διαχωρισμένες απ την πράξη είναι σαν μια αιώνια αίθουσα αναμονής για την πραγματοποίηση των επιθυμιών. Η κατασκευή της δικής σου «αυτοθεωρίας» είναι αλληλένδετη με την πραγματοποίηση των επιθυμιών σου. Γι αυτό, η κατασκευή της «αυτοθεωρίας» σου δεν μπορεί παρά να είναι μια επαναστατική απόλαυση.

Είναι μια καταστροφική και δημιουργική απόλαυση, γιατί δημιουργείς μια πρακτική θεωρία-δράση για την καταστροφή και επαναδημιουργία αυτής της κοινωνίας. Είναι μια θεωρία περιπέτειας, γιατί βασίζεται σ αυτό που ζητάς από τη ζωή και στην επινόηση των αναγκαίων μέσων για την επίτευξή του. Είναι ερωτική και πνευματώδης σαν μια αυθεντική επανάσταση.

2. Κάθε σύστημα ιδεών που έχει για κεντρική ιδέα μια αφαίρεση-μια αφαίρεση που σου αναθέτει έναν ρόλο ή καθήκοντα-είναι μια ιδεολογία. Μια ιδεολογία εφοδιάζει αυτούς που την δέχονται με μια ψευδή συνείδηση, αναγκαίο συστατικό της οποίας είναι ο ετεροπροσδιορισμός. Αυτό οδηγεί τους αποδέκτες της ιδεολογίας να συμπεριφέρονται ως αντικείμενα παρά ως υποκείμενα, να αφήνονται να χρησιμοποιούνται παρά να ενεργούν για να εκπληρώσουν τις δικές τους επιθυμίες. Οι διάφορες ιδεολογίες είναι όλες δομημένες γύρω από διάφορες αφαιρέσεις, ωστόσο όλες εξυπηρετούν τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης ή επίδοξης κυρίαρχης τάξης, με το να δίνουν στα άτομα (ή ακριβέστερα «μέλη του κοπαδιού») την αίσθηση ότι προορίζονται για θυσίες, βάσανα και υποταγή.

Η θρησκευτική ιδεολογία είναι το παλαιότερο παράδειγμα: η φανταστική προβολή που ονομάζεται «θεός» είναι το υπέρτατο υποκείμενο στο σύμπαν, αντιμετωπίζοντας κάθε ανθρώπινο ον σαν αντικείμενό του. Στις «επιστημονικές» και «δημοκρατικές» ιδεολογίες της «ελεύθερης αγοράς» η επένδυση κεφαλαίου είναι το «παραγωγικό» υποκείμενο που κατευθύνει την παγκόσμια ιστορία-το «αόρατο χέρι» που οδηγεί την ανθρώπινη εξέλιξη. Προκειμένου να ευημερήσουν οι πρώτοι καπιταλιστές, έπρεπε να επιτεθούν και να αποδυναμώσουν την εξουσία που κατείχε η τότε θρησκευτική ιδεολογία. Ξεγύμνωσαν την μυθοποίηση του θρησκευτικού κόσμου και την αντικατέστησαν με την μυθοποίηση της τεχνολογικής προόδου και του εμπορευματικού καπιταλισμού, όπου το Κέρδος καθίσταται το υπέρτατο υποκείμενο του κόσμου.

Οι 57 παραλλαγές του λενινισμού είναι οι «επαναστατικές» ιδεολογίες όπου το Κόμμα είναι το υπέρτατο υποκείμενο που δικαιωματικά κατευθύνει την παγκόσμια ιστορία με το να καθοδηγεί τα αντικείμενα του, εσένα τον προλετάριο-στην γη της επαγγελίας μέσω της αντικατάστασης του μηχανισμού του καπιταλισμού των εταιρειών με τον λενινιστικό μηχανισμό ενός κρατικού καπιταλισμού.

Καθημερινά συναντάμε παραλλαγές των κυρίαρχων ιδεολογιών. Οι νέες μορφές του θρησκευτικού μυστικισμού βοηθούν στην διατήρηση της κατεστημένης τάξης μ έναν κυκλικό τρόπο. Προσφέρουν έναν φθηνό και νοικοκυρεμένο τρόπο απόκρυψης του κενού της καθημερινής ζωής, και όπως και τα ναρκωτικά, κάνουν ευκολότερη την επιβίωση μ αυτό το κενό-εμποδίζοντας μας έτσι ν αναγνωρίσουμε τον πραγματικό μας ρόλο στην λειτουργία του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος.

Όλες οι ιδεολογίες που βασίζονται σε μια αφαίρεση(θεός, οικονομία, δικτατορία του προλεταριάτου, πατρίδα κλπ) προτείνουν θυσίες και καθήκοντα για τον σκοπό τους. Και η χρήση κάθε ιδεολογίας είναι να προστατεύει την κυρίαρχη κοινωνική τάξη. Η ιδεολογία είναι η αντιστροφή της αυτοθεωρίας. Δεν μας προσφέρει παρά μια θέση ηδονοβλεψία της ζωής μας. Η άρνηση της ζωής που συνεπάγεται σερβίρεται με την μορφή απαιτήσεων για το «κοινό καλό», το «εθνικό συμφέρον», την «επανάσταση»�

3. Ξεφορτωνόμαστε τις παρωπίδες της ιδεολογίας εύκολα με το να ρωτάμε τον εαυτό μας συνεχώς: Μ αρέσει η ζωή μου; παίρνω ότι θέλω; Αν όχι, γιατί; Αυτό σημαίνει να αποκτάς συνείδηση της κοινοτοπίας, επίγνωση της καθημερινής σου ρουτίνας. Το ότι η πραγματική ζωή υπάρχει-ζωή όπου είσαι ένα ενεργό υποκείμενο που δρα για να πραγματώσει τις επιθυμίες του-είναι ένα κοινό μυστικό που αποκαλύπτεται κάθε μέρα καθώς γίνεται ολοένα και πιο εμφανής η διάλυση μιας καθημερινής ζωής δομημένης σε ιδεολογίες.

4. Η δημιουργία της αυτοθεωρίας σου βασίζεται στην προσωπική σκέψη, στην πλήρη συνείδηση των επιθυμιών σου και της ριζικότητάς τους. Η αυθεντική «ανύψωση συνειδήσεων» μπορεί να σημαίνει μόνο την «ανύψωση» της ανθρώπινης σκέψης στο επίπεδο της θετικής (χωρίς ενοχές) αυτογνωσίας, απαλλαγμένης από οποιαδήποτε μορφή επιβαλλόμενης ηθικής. Αυτή η μορφή συνείδησης μπορεί να ονομαστεί «ριζοσπαστική υποκειμενικότητα».

Αντίστροφα, αυτό που πολλοί αριστεριστές, θεραπευτές εκπαιδευτές ενάντια στο ρατσισμό (racicm awareness trainers) και sisterizers αποκαλούν «ανύψωση της συνείδησης» αφορά την πρακτική της βίαιης κατεύθυνσης των ανθρώπων στην απάθεια με ενοχοποιητικά ιδεολογικά κλομπ.

Το μονοπάτι από την αυτοάρνηση στην αυτοαποδοχή περνάει από το σημείο μηδέν, την πρωτεύουσα του μηδενισμού. Αυτό είναι ο χωροχρονικός ανεμοδείκτης, το κοινωνικό αέναο στο οποίο κάποιος αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει καμία πραγματική ζωή στην καθημερινή του ύπαρξη. Ένας μηδενιστής γνωρίζει την διαφορά ανάμεσα στο να επιβιώνεις και στο να ζεις.

Οι μηδενιστές αντιστρέφουν την οπτική για τη ζωή τους και τον κόσμο. Τίποτα δεν είναι αληθινό γι’ αυτούς εκτός από τις επιθυμίες τους, τη θέληση τους να ζήσουν. Απορρίπτουν κάθε ιδεολογία, μέσα στο μίσος τους για τις άθλιες κοινωνικές σχέσεις στην σύγχρονη κοινωνία. Απ’ αυτή την αντεστραμμένη οπτική βλέπουν καθαρά τον αναποδογυρισμένο κόσμο του εμπορευματικού καπιταλισμού, στον οποίο αντικείμενο και υποκείμενο αντιστρέφονται, ενώ άνθρωποι και αφηρημένες έννοιες μετατρέπονται σε «εμπορεύματα», προϊόντα προς πώληση. Βλέπουν την καθημερινή ζωή σαν μια βιτρίνα στο οποίο «ο καθένας έχει την τιμή του», ο θεός (μέσω της εκκλησιαστικής επιχείρησης) και η ευτυχία (χάπια έκσταση) γίνονται προϊόντα, οι ραδιοσταθμοί λένε ότι σε αγαπούν, και τα καθαριστικά νοιάζονται για τα χέρια σου.

Καθημερινές συζητήσεις προσφέρουν ηρεμιστικά όπως «δεν μπορείς πάντα να έχεις αυτό που θέλεις», «η ζωή έχει τις χαρές και τις λύπες της», και άλλα κλισέ της δογματικής (σεκταριστικής) θρησκείας της επιβίωσης. Η «κοινή λογική» είναι απλώς ο παραλογισμός της κοινής αποξένωσης. Οι καθημερινοί άνθρωποι στερούνται (αλλά και αρνούνται στους εαυτούς τους) μια αυθεντική ζωή και αγοράζουν την αναπαράσταση μιας τέτοιας ζωής.

Οι μηδενιστές συνεχώς νοιώθουν την ανάγκη να καταστρέψουν το σύστημα που τους καταστρέφει. Δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι όπως είναι. Σύντομα, οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να επινοήσουν ένα συμπαγές σύνολο τακτικών προκειμένου να μετασχηματίσουν τον κόσμο.Αν όμως ένας μηδενιστής δεν αναγνωρίσει την πιθανότητα μεταμόρφωσης του κόσμου, η υποκειμενική οργή του θα απολιθωθεί σ’ ένα ρόλο: του αυτόχειρα, του μοναχικού δολοφόνου, του βάνδαλου των δρόμων, του νεοντανταϊστή, του επαγγελματία ψυχασθενούς… σε όλους αυτούς αναζητώντας παρηγοριά για μια ζωή νεκρού χρόνου. Το λάθος των μηδενιστών είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν άλλοι μηδενιστές με τους οποίους μπορούν να συνεργαστούν. Συνεπώς υποθέτουν ότι η συμμετοχή σε μια συλλογική προσπάθεια αυτογνωσίας είναι αδύνατη. 5. Αυτή η προσπάθεια συλλογικής αυτογνωσίας, η αλλαγή της ίδιας της ζωής μέσα από τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων μπορεί ορθά να ονομαστεί «πολιτική». Ο όρος βέβαια σημαίνει επίσης μία μυθοποιημένη ξεχωριστή κατηγορία της ανθρώπινης δραστηριότητας, μια απομονωμένη ενασχόληση με τους δικούς της ειδικούς (πολιτικοί, πολιτικοί σύμβουλοι κτλ). Είναι πιθανόν (ή όχι) να ενδιαφέρεται κανείς γι’ αυτό το είδος πολιτικής όπως είναι πιθανό να ενδιαφέρεται (ή όχι) για το ποδόσφαιρο, τη συλλογή γραμματοσήμων, τη μουσική ή τη μόδα. Αυτό που οι άνθρωποι αναγνωρίζουν σήμερα ως πολιτική είναι η κοινωνική παραποίηση της προσπάθειας για μια συλλογική αυτοπραγμάτωση. αυτό που έχει απομείνει είναι ένα θέαμα, μια παρωδία. Και αυτό εξυπηρετεί απόλυτα τους έχοντες την εξουσία. Η αυθεντική συλλογική αυτοπραγμάτωση είναι το επαναστατικό σχέδιο. Είναι ο συλλογικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων και του φυσικού κόσμου σύμφωνα με τις επιθυμίες όλων όσων συμμετέχουν.Κατά τον ίδιο τρόπο ο όρος «θεραπεία» σήμερα συνήθως αναφέρεται σε απόπειρες «βοήθειας» στα άτομα ώστε να «προσαρμοστούν» στους περιοριστικούς κοινωνικούς τους ρόλους και στην κοινοτυπία της καθημερινής ζωής. Η αυθεντική θεραπεία περιλαμβάνει το ν’ αλλάζεις τη ζωή σου αλλάζοντας τη φύση της κοινωνικής ζωής. Η θεραπεία πρέπει να είναι κοινωνική αν θέλει να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Η κοινωνική θεραπεία (η θεραπεία της κοινωνίας) και η προσωπική θεραπεία (η θεραπεία του ατόμου) είναι άρρηκτα συνδεδεμένες: η μία απαιτεί την άλλη, η καθεμία είναι απαραίτητο κομμάτι της άλλης.

Για παράδειγμα η σημερινή κοινωνία περιμένει από εμάς να καταπιέσουμε τα πραγματικά συναισθήματα και να παίξουμε ένα ρόλο. Αυτό ονομάζεται «κοινωνικός ρόλος» (πόσο αποκαλυπτικός χαρακτηρισμός). Τα άτομα ντύνονται την «θωράκιση του χαρακτήρα» -κάτι σαν μεταλλικό κουστούμι που αποτελείται από την εκτέλεση του ρόλου, την προσποίηση και την απόκρυψη των προσωπικών επιθυμιών ως άμυνα προς τα άλλα άτομα. Ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων και το ξεπέρασμα του παιχνιδιού των ρόλων απαιτεί την συνειδητή απόφαση των περισσοτέρων, αν όχι όλων, των ατόμων να αποτινάξουν αυτούς τους ρόλους και αληθινά να επικοινωνήσουν. γι’ αυτό η απαλλαγή από τους προσωπικούς ρόλους συνδέεται άμεσα με το τέλος του κοινωνικού ρόλου.

6. Η ενεργητική κριτική σκέψη σημαίνει να τοποθετήσεις την ζωή σου – όπως είναι τώρα και όπως θα ήθελες να είναι-στο κέντρο της σκέψης σου. Αυτός ο θετικός εγωκεντρισμός επιτυγχάνεται με μία συνεχή αποτίναξη εξωτερικών εμμονών σε πλαστά θέματα που επιβάλλονται στην κοινωνική ζωή:(«ποιοι επιβουλεύονται το έθνος μας»), πλαστές συγκρούσεις («οι ξένοι μας παίρνουν τις γκόμενες!»), πλαστές ταυτότητες («έλληνας», «πατριώτης», «χριστιανός ορθόδοξος»), πλαστές διχοτομήσεις («οικονομική πρόοδος» εναντίον «ενός καθαρού περιβάλλοντος»). Τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης (μαζί με καταναλωτικές έρευνες, σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, γκάλοπ κλπ)σαν σωστά ιερατεία φροντίζουν να παρεμποδίζουν την ανάλυση της ολότητας της καθημερινής ζωής, επιμένοντας πεισματικά σε θεαματικές ασημαντότητες, ψεύτικες διαμάχες και γελοία σκάνδαλα. Είστε υπέρ ή κατά των ομοφυλόφιλων, του Μπιν Λάντεν, των νέων ταυτοτήτων; Ποιά η γνώμη σας για τα μαλακά ναρκωτικά, τις πλαστικές εγχειρήσεις, τα UFO, τον κρατικό προϋπολογισμό, το τελευταίο σουξέ της βανδή ή την τελευταία μαλακία του θοδωράκη�

Πρόκειται για αντιπερισπασμούς, πλαστά θέματα. Το μόνο ζήτημα για μας είναι το πως ζούμε. Ένα παλιό εβραϊκό γνωμικό λέει: «αν έχεις μόνο δύο επιλογές, διάλεξε την τρίτη». Παρακινεί τους ανθρώπους να ψάξουν για νέες προοπτικές. Μπορούμε να διακρίνουμε την κατασκευή πλαστών διλημμάτων ψάχνοντας γι’ αυτή την τρίτη επιλογή.

Η συναίσθηση της τρίτης επιλογής επιτρέπει την άρνηση της επιλογής ανάμεσα σε δύο υποτιθέμενα αντίθετες αλλά όμοια αποκρουστικές πιθανότητες οι οποίες παρουσιάζονται σε μας ως οι μόνες πιθανές επιλογές. Στην απλούστερη μορφή της η συνείδηση της «τρίτης επιλογής» εκφράζεται από την γυναίκα που δικάζεται για ένοπλη ληστεία και ερωτάται: «δηλώνεις ένοχη ή αθώα;»και απαντά «Είμαι πεινασμένη και άνεργη». Μια πιο θεωρητική, αλλά το ίδιο κλασσική απεικόνιση αυτής της συνείδησης είναι η άρνηση να επιλέξεις ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη των δυτικών πολυεθνικών και στην κρατική καπιταλιστική άρχουσα τάξη αυτού που απέμεινε από το ανατολικό μπλοκ. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε τις βασικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη από την μια, και από την άλλη την Κίνα, τη Β. Κορέα, την Κούβα, ώστε να διακρίνουμε πως ουσιαστικά είναι ίδιες: εκεί, όπως και εδώ, η μεγάλη πλειοψηφία δουλεύει για ένα μεροκάματο ή ένα μισθό, με αντάλλαγμα την παραίτηση από τον έλεγχο πάνω στην εργασία τους, έλεγχο στο τι παράγουν και πως το παράγουν. Βέβαια, αυτό που οι άνθρωποι παράγουν τόσο σε ανατολή όσο και σε δύση ξαναπωλείται σε αυτούς με τη μορφή εμπορεύματος. Στη δύση η υπεραξία ή η αξία που παράγεται πέρα και πάνω από την αξία των εργατικών μισθών, είναι ιδιοκτησία της διοίκησης της επιχείρησης και των μετόχων, οι οποίοι συντηρούν το θέαμα του εσωτερικού ανταγωνισμού. Στην ανατολή η υπεραξία αποτελεί ιδιοκτησία της κρατικής γραφειοκρατίας, η οποία δεν επιτρέπει τον εσωτερικό ανταγωνισμό. Μεγάλη διαφορά. Οι πλαστές ταυτότητες είναι ίσως η πιο δραστική μορφή μυθοποίησης. Καθώς απουσιάζει η πραγματική κοινότητα, οι άνθρωποι προσκολλώνται σε κάθε είδους ψεύτικες κοινωνικές ταυτότητες για τις οποίες παίζουν ή χαζεύουν μία τεράστια γκάμα ρόλων που παρουσιάζονται σ’ αυτούς στο σχολείο, την εκκλησία και ιδιαίτερα στα ψυχαγωγικά Μ.Μ.Ε.. Αυτές οι κοινωνικές ταυτότητες μπορεί να είναι εθνικές (αμερικανός, έλληνας), τοπικιστικές (σαλονικιός), εθνικιστικές (πατριώτης), σεξουαλικές (γκέι), πολιτισμικές (ΠΑΟΚτζής, ροκάς), και ούτω καθ’ εξής, αλλά όλες προέρχονται από μια κοινή επιθυμία για σύνδεση, για την αίσθηση του ανήκειν.

Φανερά το να αισθάνεσαι «μαύρος» είναι μια πιο πραγματική ταυτότητα από το να είσαι «βάζελος» αλλά πέρα από ένα σημείο μια τέτοια ταυτότητα εξυπηρετεί την απόκρυψη της πραγματικής θέσης κάποιου μέσα στην κοινωνία. Για ν΄ αναγνωρίσεις την πραγματική θέση πρέπει να αρνηθείς τις πλαστές ταυτότητες, πλαστές συγκρούσεις και πλαστές εναλλακτικές και ν’ αρχίσεις τοποθετώντας τον εαυτό σου στο κέντρο. Από εκεί μπορείς να εξετάσεις την υλική βάση της ζωής σου, ξεγυμνωμένη από κάθε μυθοποίηση.

Ένα παράδειγμα: έστω ότι θέλεις ένα ποτήρι καφέ από το μηχάνημα όταν είσαι στη δουλειά. Πρώτα υπάρχει ένα ποτήρι καφές. αυτό εμπλέκει τους εργάτες στην φυτεία καφέ, αυτούς στη φυτεία ζάχαρης και στη διύλιση, αυτούς στο χαρτεργοστάσιο κ.ο.κ. Μετά είναι οι εργάτες που κατασκεύασαν τα ξεχωριστά κομμάτια της μηχανής και αυτοί που τα συναρμολόγησαν. Μετά αυτοί που εξόρυξαν το σίδερο και το βωξίτη, σμίλεψαν το ατσάλι και δούλεψαν για την ηλεκτρική παροχή που θέτει σε λειτουργία το μηχάνημα. Μετά όλους τους εργάτες που μετέφεραν τον καφέ, τα κύπελλα και την μηχανή. Μετά τους υπαλλήλους, τους γραμματείς και τους εργαζόμενους στην επικοινωνία που συντόνισαν την παραγωγή και την μεταφορά. Τέλος έχεις όλους τους εργάτες που παρήγαγαν κάθε άλλο είδος απαραίτητο για να επιβιώσουν οι άλλοι. Αυτοί οι συνειρμοί σου δίνουν την άμεση υλική σχέση σου με εκατομμύρια ανθρώπων, στην πραγματικότητα με την αχανή πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτοί παράγουν την ζωή σου και εσύ βοηθάς ώστε να παραχθεί η δική τους. Σ’ αυτή την οπτική όλες οι κατασκευασμένες συλλογικές ταυτότητες και τα συμφέροντα των ομάδων φαντάζουν ασήμαντα. Φαντάσου τον πιθανό εμπλουτισμό της ζωής τους η οποία προς το παρόν είναι κλειδωμένη στην διαταραγμένη δημιουργικότητα εκατομμυρίων μισθωτών σκλάβων, συγκρατημένη από τις απαρχαιωμένες και εξαντλητικές μεθόδους παραγωγής, καταπνιγμένη από την απουσία ελέγχου πάνω στην ίδια τους την παραγωγικότητα, δεμένη στον παράλογο ορθολογισμό της συσσώρευσης κεφαλαίου που στρέφει τον ένα ενάντια στον άλλο και καθιστά την ζωή ένα τρελό αγώνα για οικονομική επιβίωση. Εδώ αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε μια πραγματική κοινωνική ταυτότητα – στους ανθρώπους που αγωνίζονται για να επανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους, εκεί βρίσκουμε τον εαυτό μας.

Αυτοί που έχουν συμφέρον, νομιμοποιημένο από το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο συνεχώς μας παρουσιάζουν πλαστές επιλογές, επιλογές δηλαδή μέσα από τις οποίες μπορούν να διατηρήσουν την εξουσία τους (ψήφισε αριστερούς, ψήφισε δεξιούς – πάντως ψήφισε). Συνεχώς μας ζητούν να επιλέξουμε μια πλευρά σε ψεύτικες συγκρούσεις. Κυβερνήσεις, εταιρείες, πολιτικά κόμματα και προπαγανδιστές κάθε είδους μας βομβαρδίζουν με επιλογές που δεν είναι αληθινές επιλογές. Μας δίνεται η ψευδαίσθηση της επιλογής, όσο όμως οι έχοντες την εξουσία ελέγχουν ποιες θα είναι αυτές οι επιλογές («επιλογές» τις οποίες αντιλαμβανόμαστε-μας προσφέρουν-ως τις μόνες εναλλακτικές), θα ελέγχουν επίσης και το αποτέλεσμα των «αποφάσεων» μας.

Οι νεοηθικιστές αρέσκονται να λένε σε όσους από εμάς ζούμε στη δύση το πως πρέπει να «κάνουμε θυσίες», πως «εκμεταλλευόμαστε» τα πεινασμένα παιδιά του τρίτου κόσμου. Η επιλογή που μας προβάλουν είναι ανάμεσα σε μια αλτρουιστική αυτοθυσία ή σ’ ένα στενό ατομισμό (οι φιλανθρωπικοί οργανισμοί εξαργυρώνουν την ενοχή που προέρχεται απ’ αυτούς τους συλλογισμούς). Ναι, ζώντας στην πλούσια, σπάταλη δύση πράγματι εκμεταλλευόμαστε τους φτωχούς του τρίτου κόσμου – αλλά όχι προσωπικά, όχι συνειδητά. Μπορούμε να κάνουμε κάποιες αλλαγές στη ζωή μας, μποϋκοτάζ, θυσίες, αλλά το αποτέλεσμα είναι οριακό. Κατανοούμε την πλαστή σύγκρουση που μας παρουσιάζεται όταν διαπιστώσουμε ότι κάτω από το παγκόσμιο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα εμείς ως άτομα βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στο ρόλο του «εκμεταλλευτή» ακριβώς όπως οι άλλοι είναι φραγμένοι στο ρόλο του «εκμεταλλευόμενου». Έχουμε ένα ρόλο και πολύ μικρή δύναμη να τον αλλάξουμε, τουλάχιστον ατομικά. Γι’ αυτό το λόγο απορρίπτουμε την πλαστή επιλογή ανάμεσα στο «θυσία ή εγωισμός», με το να ζητούμε την καταστροφή του παγκόσμιου κοινωνικού συστήματος η ύπαρξη του οποίου μας επιβάλλει αυτή την επιλογή. Ψευτοδιορθώνοντας το σύστημα στις λεπτομέρειες, ή προσφέροντας συμβολικές θυσίες, ή ζητώντας «λιγότερο εγωισμό» απλά δεν κάνουμε τίποτα. Οι διάφορες φιλανθρωπίες που το ίδιο το σύστημα «ανέχεται» ή πριμοδοτεί ανοιχτά δεν πηγαίνουν ποτέ πέρα από τις πλαστές επιλογές (τύπου «θυσία ή εγωισμός») – αλλά αν είναι να επέλθει μια αληθινή κοινωνική αλλαγή πρέπει όλοι εμείς να πάμε πέρα απ’ αυτές.

Αυτοί που έχουν την εξουσία συνεχώς χρησιμοποιούν τέτοιες παραποιήσεις για να μας αποπροσανατολίσουν και να μας αποδυναμώσουν. Διαδίδοντας μύθους όπως «αν όλοι μοιράσουμε τα πάντα δεν θα υπάρχουν αρκετά για όλους» προσπαθούν να αρνηθούν την ύπαρξη κάθε αληθινής επιλογής και να κρύψουν από εμάς το γεγονός ότι οι υλικές προϋποθέσεις για την κοινωνική επανάσταση ήδη υπάρχουν. 7. Κάθε διαδρομή προς την απομυθοποίηση του εαυτού μας πρέπει να αποφύγει το δίδυμο τέλμα της απολυταρχίας και του κυνισμού.

Η απολυταρχία εκφράζει την ολοκληρωτική αποδοχή ή άρνηση του συνόλου των συστατικών συγκεκριμένων ιδεολογιών, ή τελικά κάθε συνόλου ιδεών ή εννοιών. Ένας οπαδός της απολυταρχίας δεν μπορεί να διακρίνει καμιά άλλη επιλογή εκτός από την πλήρη αποδοχή ή άρνηση. Βλέπει τα πράγματα μονολιθικά σαν σωστό ή λάθος. Περιπλανιέται ανάμεσα στα ράφια του ιδεολογικού σούπερμάρκετ ψάχνοντας για το ιδανικό εμπόρευμα, και το αγοράζει έτοιμο, κονσέρβα. Αλλά το ιδεολογικό σουπερμάρκετ – όπως κάθε σουπερμάρκετ – είναι χρήσιμο μόνο για πλιάτσικο. Είναι πιο πρακτικό για μας να κινούμαστε ανάμεσα στα ράφια, να σκίζουμε τα πακέτα, να παίρνουμε ότι δείχνει αυθεντικό και χρήσιμο και να πετάμε τα υπόλοιπα.

Ο κυνισμός αποτελεί αντίδραση σ’ ένα κόσμο που κυριαρχείται από την ιδεολογία και την «ηθικότητα». Αντιμέτωπος με αλληλοσυγκρουόμενες ιδεολογίες, ο κυνικός λέει «χολέρα και στα δυό σας τα σπίτια να πέσει». Ο κυνικός είναι τόσο καταναλωτής όσο και ο απολυταρχικός, ωστόσο έχει εγκαταλείψει την σκέψη ότι υπάρχει ελπίδα να βρεθεί το ιδανικό εμπόρευμα.

8. Η διαδικασία της συνθετικής σκέψης είναι μια διαρκούς εμπλουτισμού και τροποποίησης του τρέχοντος σώματος της αυτοθεωρίας καθώς και της επίλυσης των αντιθέσεων ανάμεσα στις νέες σκέψεις και τις αντιλήψεις των προηγούμενων πεποιθήσεων. Η τελική σύνθεση είναι κάτι περισσότερο από το σύνολο των μερών της.

Η συνθετική αυτή μέθοδος κατασκευής μιας θεωρίας είναι αντίθετη της εκλεκτικής μεθόδου στην οποία κάποιος συλλέγει σε μια κουρελιασμένη τσάντα τα αγαπημένα του κομματάκια από τις αγαπημένες του ιδεολογίες χωρίς ποτέ ν’ αντιμετωπίζει τις επακόλουθες αντιφάσεις. Σύγχρονα παραδείγματα περιλαμβάνουν τον «αναρχό-καπιταλισμό», «χριστιανό-μαρξισμό», και τον φιλελευθερισμό γενικώς. Εάν έχουμε διαρκώς συνείδηση του πως θέλουμε να ζούμε, μπορούμε κριτικά να οικειοποιηθούμε στοιχεία από οτιδήποτε: ιδεολογίες, πολιτισμικές κριτικές, τεχνοκράτες, κοινωνιολογικές μελέτες, ακόμα και μυστικισμό (αν και τα ενδιαφέροντα στοιχεία πιθανώς να είναι λίγα). Όλα τα σκουπίδια του παλιού κόσμου μπορούν να ελεγχθούν για χρήσιμα υλικά από αυτούς που επιθυμούν να τον ξαναφτιάξουν.

9. Η φύση της σύγχρονης κοινωνίας παγκοσμιοποιημένης μέσω του καπιταλιστικού συστήματος της, καθιστά αναγκαία μια προσωπική θεωρία η οποία να ασκεί κριτική σε κάθε υπαρκτή μορφή κοινωνικο-οικονομικής κυριαρχίας (τόσο στον εταιρικό καπιταλισμό του «ελεύθερου» κόσμου όσο και στον κρατικό καπιταλισμό του «κομμουνιστικού» κόσμου) όπως και σε κάθε μορφή αποξένωσης (σεξουαλική μιζέρια, καταναγκαστική συμμετοχή στην άλογη κούρσα για επιβίωση-καριέρα κλπ). Μ’ άλλα λόγια χρειαζόμαστε μια κριτική στο σύνολο της καθημερινής ύπαρξης από την οπτική της ολότητας των επιθυμιών μας.

Αντίθετοι σ’ αυτό το σχέδιο είναι όλοι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες, παπάδες και γκουρού, πολεοδόμοι και μπάτσοι, ρεφορμιστές και λενινιστές, κεντρικές επιτροπές και λογοκριτές, μάνατζερ εταιρειών και καραγκιόζηδες των συνδικάτων, άρρενες υπερ-αρσενικοί και κομπλεξικές φεμινίστριες, ιδιοκτήτες γης και οικο-καπιταλιστές, οι οποίοι εργάζονται για να υποτάξουν τις ατομικές μας επιθυμίες σ’ αυτή την χυδαία αφαίρεση: «το κοινό καλό» του οποίου αυτοί είναι οι υποτιθέμενοι φύλακες.

Όλοι αυτοί είναι οι δυνάμεις του παλιού κόσμου – αφεντικά, παπάδες και άλλοι αλήτες που έχουν να χάσουν κάτι αν οι άνθρωποι επεκτείνουν το παιχνίδι της επανοικειοποίησης του πνεύματος τους στην διεκδίκηση της ύπαρξης τους. Κάθε συνειδητός κάτοχος της επαναστατικής θεωρίας είναι εχθρός κάθε αφαιρετικής βάσης ιδεολογίας και το ξέρει.

10. Θα πρέπει να έχει γίνει ξεκάθαρο ως τώρα ότι η αυτο-απομυθοποίηση και η δημιουργία της προσωπικής μας επαναστατικής θεωρίας δεν ξεριζώνει την αποξένωση μας: ο «κόσμος» με τις καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις να διεισδύουν σε κάθε πτυχή της ζωής συνεχίζεται και αναπαράγεται καθημερινά με την συναίνεση δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Αν και αυτό το κείμενο επικεντρώνεται στην δημιουργία μιας αυτοθεωρίας, αυτό δεν σημαίνει ότι υπονοούμε πως η επαναστατική θεωρία μπορεί να υπάρχει ξέχωρα από την επαναστατική πρακτική. Προκειμένου να είναι συνεπής, προκειμένου να ανοικοδομήσει αποτελεσματικά τον κόσμο, η πρακτική πρέπει να στηρίζεται στη θεωρία και η θεωρία να εφαρμόζεται στην πράξη.

Το επαναστατικό σχέδιο της κατάργησης της αποξένωσης και του μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων απαιτεί την ύπαρξη της θεωρίας, ως θεωρία πράξης η οποία πραγματοποιείται σ’ αυτό που κάνουμε και στο πως ζούμε. Διαφορετικά η θεωρία θα εκφυλιστεί σε μια ασήμαντη ενατένιση του κόσμου και τελικά σ’ ένα μηχανισμό επιβίωσης -μια διανοουμενίστικη θωράκιση, μια προστατευτική γυάλα ανάμεσα στο καθημερινό κόσμο και τον εαυτό. Και αν η επαναστατική πρακτική δεν είναι η πρακτική της επαναστατικής θεωρίας, εκφυλίζεται στην καλύτερη περίπτωση σ’ ένα αλτρουϊστικό μιλιταρισμό – «επαναστατική» δραστηριότητα σαν κοινωνικό καθήκον ή ρόλος. Στην χειρότερη εκφυλίζεται σε οπαδισμό.

Δεν στοχεύουμε σε μια συνεπή θεωρία ως αυτοσκοπό. Για μας η αξία της συνέπειας είναι το ότι διευκολύνει στην κριτική και αποτελεσματική σκέψη. Για παράδειγμα, είναι πιο εύκολη η κατανόηση των μελλοντικών εξελίξεων του κοινωνικού ελέγχου εάν υπάρχει μια συνεπής κατανόηση των σημερινών ιδεολογικών και κοινωνικών τεχνικών ελέγχου. Το να έχεις μια συνεπή θεωρία κάνει πιο εύκολη την εφαρμογή της στρατηγικής σου για την πραγμάτωση των επιθυμιών σου.  11. Στη διαδικασία κατασκευής μιας αυτοθεωρίας, οι τελευταίες θεωρίες που θα πρέπει να διαπραγματευτούμε (διστάζει κανείς να τις πει ιδεολογίες καθώς δεν βασίζονται σε αφαιρέσεις με τα επακόλουθα «πρέπει» και «καθήκοντα») είναι αυτές που έχουν την μεγαλύτερη ομοιότητα με την επαναστατική θεωρία. Πρόκειται για την καταστασιακή θεωρία και τον επαναστατικό συνδικαλισμό.

Η καταστασιακή διεθνής (1958-1971) ήταν μια οργάνωση θεωρητικών αντιεξουσιαστών ευρωπαίων και κυρίως γάλλων μαρξιστών. Πολλοί όπως και η παρούσα έκδοση, εκτιμούν ότι οι καταστασιακοί «συνέβαλαν καταλυτικά στην δημιουργία της επαναστατικής θεωρίας». Η εκτίμηση αυτή όμως φαίνεται υπερβολικά γενναιόδωρη. Σχεδόν όλες οι σκέψεις-κλειδιά που αποδίδονται σε καταστασιακούς συγγραφείς μπορούν να βρεθούν στις εργασίες προηγούμενων αναρχικών, σοσιαλιστών και φιλοσόφων, όπως ο Alexander Berkman, η Emma Goldman, ο Oscar Wilde, ο George Bernard Shaw, ο Wilhelm Reich και ο Frederich Nietzche (αν και τα επίμαχα σημεία ήταν σκόρπια, και ανεπτυγμένα χωρίς την ορμή την οποία βρίσκεις στα πιο δυνατά καταστασιακά κείμενα. Ο κύριος λόγος που αυτό το γεγονός δεν αναγνωρίζεται ευρέως είναι το ότι οι περισσότεροι από τους πρώτους καταστασιακούς, όπως και αυτοί που τους ακολούθησαν είχαν μαρξιστικό παρελθόν και απλά δεν ήταν εξοικειωμένοι με το αχανές σώμα μη μαρξιστικών προοδευτικών γραπτών το οποίο είχε παραχθεί στις προηγούμενες δεκαετίες. Οι νεότεροι οπαδοί των καταστασιακών είχαν συχνά πολύ μικρή πολιτική εμπειρία και είναι ανεξοικείωτοι με πρώιμα κείμενα όσο και οι μαρξιστές πρόγονοι τους.

Ένας δευτερεύων λόγος υπερεκτίμησης της σημασίας των καταστασιακών είναι ότι αυτός εκφράζει μια γαλλική ιδεολογία η οποία χρησιμοποιεί μια αργκό μαρξιστικών κλισέ: («αθλιότητα του…», «κοινωνία θεάματος», «υποστασιοποίηση», «διαλεκτικός» κλπ.). επίσης σχεδόν όλα τα καταστασιακά κείμενα είναι γραμμένα σε δυσνόητο ύφος, κορακίστικο και θολό, γεγονός που καθιστά την ανάγνωση δυσπρόσιτη για τους περισσότερους. Έτσι ο καταστασιασμός είχε μια σνόμπ απήχηση σε αυτούς που ήδη είχαν διανοουμενίστικες προδιαθέσεις. Μόλις εξοικειωθείς με την «διάλεκτο» και διαβάσεις (ή ισχυριστείς ότι διαβάζεις) τα «ιερά» κείμενα μπορείς άνετα να παραστήσεις τον διανοούμενο. Οπότε δεν εκπλήσσει που οι «φιλοκαταστασιακοί», κολλημένοι στους «καταστασιακούς» ρόλους του ειδικού, σε πολιτικές αντιπαραθέσεις καταφεύγουν επίτηδες σε ανωμαλίες, κατασκευές και κατά πρόσωπο επιθέσεις εναντίον αυτών που έχουν την υπομονή ν’ ασκήσουν κριτική στις ιδέες τους στρεβλώνοντας το σλόγκαν «το προσωπικό είναι πολιτικό».Τα καταστροφικά και εσχάτως αυτοκαταστροφικά αποτελέσματα αυτών των αφελών τακτικών είναι τόσο φανερά ώστε δεν χρειάζονται περαιτέρω σχολιασμό.

Στην καλύτερη της η καταστασιακή θεωρία προσέφερε μια κριτική της «θεαματικής» κοινωνίας, της κοινωνίας δηλαδή όπου οι άνθρωποι υποβιβάζονται σε παθητικούς παρατηρητές και καταναλωτές αντί για ενεργούς συμμέτοχους. Έκανε μια εκτεταμένη κριτική στο πως η ιδεολογία και η εμπορευματοποίηση μετατρέπουν τους ανθρώπους σε αποξενωμένους παρατηρητές της ίδιας τους της ζωής. Λοιπόν, η καταστασιακή θεωρία είναι ένα κομμάτι κριτικής σκέψης το οποίο μπορεί να ενσωματωθεί στην προσωπική θεωρία του καθενός, αλλά τίποτα παραπάνω. Οτιδήποτε πιο πέρα – η άκριτη αποδοχή των καταστασιακών θεωριών και η ταυτοποίηση κάποιου με αυτές τις θεωρίες- αποτελεί την ιδεολογική κατάχρηση γνωστή ως φιλοκαταστασιασμός. Ο φιλοκαταστασιασμός μπορεί να γίνει η πιο πλήρης ίσως ιδεολογία επιβίωσης. Και μέσα στην ιδεολογία περιλαμβάνεται και ο θεαματικός ρόλος του να είσαι καταστασιακός, δηλαδή ένας παθιασμένος και μυστικοπαθής «σπάστης»

Το άλλο σώμα ιδεών που έχει μεγάλη ομοιότητα με την επαναστατική προσωπική θεωρία είναι ο συνδικαλισμός. Οι παραλλαγές περιλαμβάνουν τον αναρχοσυνδικαλισμό, τον επαναστατικό συνδικαλισμό και τον συμβουλιακό κομμουνισμό, με τον αναρχοσυνδικαλισμό να είναι ο πιο σημαντικός απ’ τους τρεις.

Αληθινή αυτοδιαχείριση είναι η άμεση διαχείριση (χωρίς κάποια ξεχωριστή ηγεσία ή ειδικούς) της κοινωνικής παραγωγής, διανομής και επικοινωνίας από τους εργαζομένους και τις κοινότητες τους. Το κίνημα για αυτοδιαχείριση έχει επανέλθει ξανά και ξανά κατά διάρκεια της κοινωνικής επανάστασης: Ρωσία το 1905 και 1916-17, Ισπανία 1936-39, Ουγγαρία το 1956, Αλγερία το 1960, Χιλή το 1972 και Πορτογαλία το 1975. Η μορφή οργάνωσης που συχνότερα δημιουργείται στην πρακτική της αυτοδιαχείρισης είναι τα εργατικά συμβούλια: αυτόνομες συνελεύσεις παραγωγών και γειτόνων που εκλέγουν αντιπροσώπους για να συντονίσουν τις δραστηριότητες τους. Οι αντιπρόσωποι μπορεί να ανακαλούνται οποτεδήποτε, εάν η γενική συνέλευση αισθανθεί ότι οι αποφάσεις δεν εκτελούνται αυστηρά, και δεν εκπροσωπούν υπό καμία έννοια τη συνέλευση. Υπέρμαχοι όλων των μορφών συνδικαλισμού που αναφέρθηκαν παραπάνω συνηγορούν σε τέτοιες πρακτικές. Οι μεγάλες αρετές του συνδικαλισμού είναι πρώτον, το ότι προσπαθεί να καταστρέψει κάθε καταπιεστική εξουσία, καθώς και την εμπορευματική (καπιταλιστική οικονομία). Δεύτερον, ότι πραγματικά παρέχει ένα πρακτικό μέσο για «να πας από εδώ εκεί». Και, τρίτον, αναγνωρίζει ότι η ουσιαστική λειτουργία της κοινωνικής οργάνωσης είναι να παράγει την οικονομική βάση -παραγωγή και διανομή αγαθών και υπηρεσιών – και σε αυτή επάνω στηρίζονται όλα τ’ άλλα. Ο συνδικαλισμός γνωρίζει ότι αυτή είναι μια περιοχή όπου χρειάζεται εκτεταμένη οργάνωση (της προαναφερθείσας ελευθεριακής μορφής) και ότι είναι καλύτερο να αφήνεις τις άλλες πλευρές της ζωής όσο το δυνατό πιο απαλλαγμένα από οργανωτικές επιρροές. Σχεδόν όλοι οι επικριτές του συνδικαλισμού, μαζί και οι αρχικοί συγγραφείς αυτής της μπροσούρας, χάνουν αυτό το σημαντικό σημείο. (Είναι αληθινό βέβαια ότι μια ενδελεχής κριτική όλων των τύπων κυριαρχίας και μυθοποίησης είναι απαραίτητη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, δεν έχει όμως κανείς παρά να ρίξει μια ματιά στις καλύτερες συνδικαλιστικές εκδόσεις για να αντιληφθεί ότι τουλάχιστον μερικοί συνδικαλιστές κάνουν αυτή την κριτική). Με δεδομένα την καταστροφή κάθε καταπιεστικής εξουσίας (ένας απ’ τους κεντρικούς στόχους του συνδικαλισμού) και μια επαρκή προετοιμασία (δηλ. απομυθοποίηση), θα ήταν παράλογο να μην περιμένουμε μια έκρηξη δημιουργικότητας σε όλους τους τομείς της ζωής -τέχνη, μουσική, λογοτεχνία, αρχιτεκτονική, οικογενειακές σχέσεις, σεξουαλικές σχέσεις, δομή της κοινότητας κλπ, κλπ.

Υπάρχουν παρ’ όλα αυτά δύο μεγάλοι κίνδυνοι στον συνδικαλισμό. Ο πρώτος είναι ότι πολλοί συνδικαλιστές αναπτύσσουν μια μυωπική οπτική: παθιάζονται τόσο πολύ με τους εργασιακούς αγώνες και τα οικονομικά σχέδια αυτοδιεύθυνσης που όχι μόνο αποτυγχάνουν να αναλύσουν μορφές κυριαρχίας και μυθοποίησης που δεν σχετίζονται με τον χώρο εργασίας ή αναπαράγοντάς τες, επιπλέον δρουν σαν αυτά τα προβλήματα να μην υπάρχουν. Έτσι, εάν αυτή η συνδικαλιστική τάση πετύχαινε τους σκοπούς της, θα μπορούσε κάλλιστα να παράγει μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία στην οποία μη οικονομικές μορφές κυριαρχίας και μυθοποίησης να ασκούν ακόμα τις οδυνηρές συνέπειες τους, π.χ. είναι εύκολο να οραματιστείς ένα οικονομικό σύστημα υπό εργατικό έλεγχο να συνυπάρχει με την θρησκευτική μυθοποίηση, την ομοφυλοφοβία και τον σεξισμό. Αυτό θα ήταν αντίθετο στις αναρχικές ιδέες, όμως πολλοί συνδικαλιστές είναι συνδικαλιστές πρώτα και μετά αναρχικοί (ή «αντιεξουσιαστές»), κάτι που μοιάζει πολύ με τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.

Ο δεύτερος κίνδυνος έχει σχέση με τον πρώτο: οι συνδικαλιστές μερικές φορές ξεχνούν ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι απλά ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού. Μερικές φορές λοιπόν αναπτύσσουν ένα οργανωτικό φετιχισμό. αυτό μπορεί να ονομαστεί «οργανωσίτιδα» – μια διανοητική αυταπάτη στην οποία μέσα και σκοπός αντιστρέφονται, στην οποία η συνδικαλιστική οργάνωση γίνεται αντιληπτή σαν ένας σκοπός από μόνη της, σαν σημαντικότερη απ’ τον ίδιο της τον στόχο (την ελεύθερη κοινωνία). Δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις ο στόχος ξεχνιέται τελείως. Και, ακόμα χειρότερα, η «οργανωσίτιδα» μερικές φορές, όχι όμως αναπόφευκτα, οδηγεί σε μια χειρότερη ασθένεια, την «γραφειοκρατικοποίηση».

Αυτά τα λόγια όμως δεν αποτελούν αφορισμούς της συνδικαλιστικής θεωρίας. απλά δείχνουν ότι ακόμα και η καλύτερη θεωρία από μόνη της δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι οι ακόλουθοι της θα ενεργούν πάντοτε με βάση τις αρχές της ή ότι θα αποκτήσουν ιδέες πέραν αυτών που περιέχονται στην θεωρία. Αυτό δεν μας εκπλήσσει και πολύ. Όλοι ζούμε στον κόσμο του εμπορευματικού καπιταλισμού και θα ήταν τρομακτικό ο χαρακτήρας μας να μην έχει φορτωθεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με τα χαρακτηριστικά που μια τέτοια ζωή γεννά. και θα ήταν επίσης τρελό αυτά τα χαρακτηριστικά να μην δημιουργούν προβλήματα στις συνδικαλιστικές οργανώσεις – σε κάθε μορφής οργάνωση μάλιστα, ακόμα και την πιο άτυπη.

Πάλι όμως η κατάσταση δεν είναι εντελώς απελπιστική. Ένας υψηλός βαθμός προσωπικής συνειδητοποίησης των συμμετεχόντων μπορεί να μειώσει τους κινδύνους της «οργανωσίτιδας» και της «γραφειοκρατικοποίησης». Υπάρχουν επίσης πολλοί μηχανισμοί αποτελεσματικοί στην μείωση αυτών των κινδύνων, όπως η αποκέντρωση, η υποχρεωτική εναλλαγή στα αξιώματα, περιορισμοί επανεκλογής, αυστηρό προσδιορισμό των ευθυνών, η άμεση ανάκληση. Με τέτοιους φύλακες η συμμετοχή σε συλλογικά σχέδια προσωπικής απελευθέρωσης είναι όχι μόνο εφικτή, αλλά και επιθυμητή.

Η αυθόρμητη εξέγερση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Χωρίς μια εκ των προτέρων επαρκή προετοιμασία ο παλιός κόσμος απλώς θα επανεμφανιστεί μετά από οποιαδήποτε ανταρσία εγκιβωτισμένος, καθώς είναι εγκιβωτισμένος στην ψυχή των φανταστικών ανθρώπων

[μεταφράστηκε στα ελληνικά, το φθινόπωρο του 2005 στη Σαλονίκη]

2 τραγούδια της ισπανικής επανάστασης

A las barricadas / Στα οδοφράγματα

Ισπανικά:

Negras tormentas agitan los aires
nubes oscuras nos impiden ver.
Aunque nos espere el dolor y la muerte
contra el enemigo nos llama el deber.

El bien mas preciado
es la libertad
hay que defenderla
con fe y con valor.

Alza la bandera revolucionaria
que llevara al pueblo a la emancipacion
En pie obrero a la batalla
hay que derrocar a la reaccion

A las Barricadas!
A las Barricadas!
por el triunfo
de la Confederacion.

Απόδοση στα ελληνικά:

Μαύροι κεραυνοί τραντάζουν τον ουρανό
Σκούρα σύννεφα μας τυφλώνουν
Κι ας μας περιμένει ο θάνατος κι ο πόνος
Πρέπει να βαδίσουμε κόντρα στον εχθρό

Το πιο πολύτιμο αγαθό
Είναι η ελευθερία
Πρέπει να την υπερασπίζεσαι
Με πίστη και με αξία

Ψηλά η σημαία της επανάστασης
Που οδηγεί το λαό στη χειραφέτηση
Του εργαζόμενους στην μάχη
Πρέπει να τσακίσουμε την αντίδραση

Στα οδοφράγματα!
Στα οδοφράγματα!
Για το θρίαμβο
της Συνομοσπονδίας



Ο ύμνος των Mujeres Libres – Ελευθέρων Γυναικών

Ισπανικά:

Puno en alto mujeres de Iberia
hacia horizontes prenados de luz
por rutas ardientes,
los pies en la tierra
la frente en lo azul.

Afirmando promesas de vida
desafiamos la tradiciΫn
modelemos la arcilla caliente
de un mundo que nace del dolor.

°Que el pasado se hunda en la nada!
°Que nos importa del ayer!
Queremos escribir de nuevo
la palabra MUJER.

Puno en alto mujeres del mundo
hacia horizontes prenados de luz
por rutas ardientes
adelante, adelante
de cara a la luz.

Απόδοση στα ελληνικά:

Ψηλά τις γροθιές, γυναίκες της Ιβηρίας
Προς τους ορίζοντες που φεγγοβολούν
Στους φλεγόμενους δρόμους,
Τα πόδια στη Γη
Το πρόσωπο στον γαλανό ουρανό.

Φέρνουμε την υπόσχεση της ζωής
Αρνούμαστε την παράδοση
Πλάθουμε το ζεστό πηλό
Ενός κόσμου που γεννιέται στον πόνο.

Το παρελθόν ας χαθεί στο μηδέν!
Τι μας νοιάζει πια για το χθες!
Θέλουμε να χαράξουμε εκ νέου
Τη λέξη ΓΥΝΑΙΚΑ.

Ψηλά τις γροθιές, γυναίκες της Ιβηρίας
Προς τους ορίζοντες που φεγγοβολούν
Στους φλεγόμενους δρόμους
Ψηλά, πιο ψηλά
Το πρόσωπο στο φώς.



ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ, ΜΑΗΣ 1937 – GILLES DAUVE

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ, ΜΑΗΣ 1937 – GILLES DAUVE

Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο

Απόσπασμα από το “When Insurrections Die”

Αν τα πράγματα έχουν έτσι ακριβώς, όπως δέχεται στο περίφημο αξίωμά του ο Daniel Guerin, δηλαδή ότι ο φασισμός εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, τότε για το 99% των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή με αυτήν την απολύτως ξεκάθαρη θέση, θα έπρεπε να προστεθεί επίσης ότι, πέρα από οτιδήποτε, ο φασισμός θα μπορούσε να ανακοπεί στα 1922 ή στα 1933 αν τα εργατικά κινήματα ή έστω οι δημοκράτες είχαν ασκήσει αρκετή πίεση ώστε να τον αποδυναμώσουν. Αν ίσως, στα 1921, το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το νέο-ιδρυθέν Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας είχαν συμμαχήσει με τις δημοκρατικές δυνάμεις για να σταματήσουν τον Μουσσολίνι, ή αν στις αρχές του ’30, το Γερμανικό ΚΚ, δεν είχε αποδοθεί σε έναν «αδελφοκτόνο» αγώνα εναντίον των σοσιαλδημοκρατών, η Ευρώπη θα είχε γλιτώσει από μια από τις πιο βάρβαρες δικτατορίες της ιστορίας, από έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μια ναζιστική αυτοκρατορία που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρη την ήπειρο, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το ολοκαύτωμα των Εβραίων. Πέρα και πάνω από αυτές τις πολύ αληθινές παρατηρήσεις σχετικά με τις τάξεις, το κράτος και τους δεσμούς μεταξύ του φασισμού και των μεγάλων συμφερόντων, αυτή η θεώρηση αποτυγχάνει να εντοπίσει την άνοδο του φασισμού μέσα από μια διπλή ήττα: Την ήττα των επαναστατών μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, που τσακίστηκαν τόσο από τη σοσιαλδημοκρατία όσο κι από την κοινοβουλευτική δημοκρατία, κι έπειτα, μέσα στη δεκαετία του 1920, την αποτυχία των δημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών στη διαχείριση του Κεφαλαίου. Χωρίς μια ματιά στην προηγούμενη περίοδο καθώς και στην πρώιμη φάση του ταξικού αγώνα και των ορίων του, η άνοδος στην εξουσία, και ακόμα περισσότερο η φύση του φασισμού παραμένουν ακατανόητες. Για τους υπόλοιπους, δεν είναι από απροσεξία που ο Guerin κρίνει επιπόλαια τόσο το Λαϊκό Μέτωπο, στο οποίο αναγνωρίζει μια «αποτυχημένη επανάσταση», όσο και την πραγματική σημασία του φασισμού.

Ποιος είναι ο πραγματικός κινητήρας του φασισμού, αν όχι η οικονομική και πολιτική ενοποίηση του κεφαλαίου, μια τάση που έχει γενικευτεί από το 1914. Ο φασισμός ήταν ένας συγκεκριμένος τρόπος να επιτευχθεί αυτή η ενότητα στις χώρες – την Ιταλία και τη Γερμανία – όπου, ακόμη κι αν η επανάσταση είχε τσακιστεί, το κράτος φαινόταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, και μέσα σε αυτήν να επιβληθεί ακόμη κι ανάμεσα στην ίδια την αστική τάξη. Ο Μουσσολίνι δεν ήταν άλλωστε ο Θίερσος, με μια γερά δομημένη βάση εξουσίας, για να διατάσσει τις ένοπλες δυνάμεις να σφαγιάσουνε τους κομμουνάρους. Μια ουσιώδης όψη του φασισμού είναι η γέννησή του στους δρόμους, η χρήση της αταξίας προκειμένου να επιβληθεί η τάξη, η κινητοποίηση της παλιάς μεσαίας τάξης, που έχει πλέον μισο-παρανοήσει από την ίδια την παρακμή της, και η αναγέννηση, εκ των ουκ άνευ, ενός κράτους ανίκανου να διαχειριστεί την κρίση του καπιταλισμού. Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να χαλιναγωγήσει βίαια τις ίδιες τις αντιφάσεις της, να στρέψει τις τακτικές της εργατικής τάξης, τις μαζικές διαδηλώσεις, υπέρ της, και να ξεδιπλώσει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, καταρχήν ενάντια σε έναν εσωτερικό εχθρό, και στην συνέχεια εναντίον ενός εχθρού εξωτερικού.

Επρόκειτο πράγματι για μια κρίση του κράτους, κατά την πλήρη υπαγωγή της κοινωνίας στην κυριαρχία του κεφαλαίου. Αρχικά, υπήρχαν οι εργατικές οργανώσεις που ήταν υποχρεωμένες να έρχονται αντιμέτωπες με την προλεταριακή ανταρσία. Έπειτα, ο φασισμός ανέλαβε να πατάξει μια για πάντα τη συνεχιζόμενη αταξία. Αυτή η αταξία, δεν ήταν φυσικά επαναστατική κατ’ ανάγκη, προκαλούσε ωστόσο παράλυση, και κινητοποιούσε εναντίον της λύσεις που τελικά δεν μπορούσε παρά να είναι βίαιες. Η κρίση ξεπεράστηκε προς στιγμή αλλά μονάχα επιφανειακά: το φασιστικό κράτος έμοιαζε αποτελεσματικό χωρίς πραγματικά να είναι, κι αυτό καθώς ενσωμάτωνε βίαια την μισθωμένη εργατική δύναμη, θάβοντας τεχνητά τις συγκρούσεις μέσα από την διαμεσολάβησή τους από τη δίαυλο του μιλιταρισμού. Όμως το κράτος υπερέβη τελικά την κρίση, σχετικά πάντοτε, μέσα από την πολυσυλλεκτική δημοκρατία που εγκαθιδρύθηκε στα 1945, και η οποία ήταν σε θέση να οικειοποιηθεί όλες τις μεθόδους του φασισμού, αλλά και να προσθέσει μερικές νέες δικές της, μιας και κατορθώνει να εξουδετερώνει τις οργανώσεις των εργαζομένων χωρίς να τις καταστρέφει. Τα κοινοβούλια έχασαν τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Με κράτος πρόνοιας ή χωρίς, με σύγχρονες τεχνικές επιτήρησης κι ελέγχου ή με κρατικά επιδόματα που μοιράζονται σε εκατομμύρια άτομα, εν συντομία με ένα σύστημα που καθιστά τον καθένα ολοένα και πιο εξαρτημένο, η κοινωνική ενοποίηση πάει παραπέρα από κάθε προσπάθεια που κατέβαλε ο φασισμός μέσω του τρόμου, όμως ο ίδιος ο φασισμός σαν συγκεκριμένο κίνημα έχει πια εξαφανιστεί. Ανταποκρινόταν στην πειθαρχημένη πορεία – με βήμα χήνας – της αστικής τάξης, κάτω από την πίεση του κράτους, το οποίο είχε, κάτω από το συγκεκριμένο πλαίσιο, μόλις δημιουργηθεί και όφειλε να σπεύσει να θεσμοθετηθεί ως έθνος.

Η αστική τάξη πήρε ακόμα και τη λέξη «φασισμός» από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης στην Ιταλία, οι οποίες συχνά αποκαλούνταν «φάσι». Έχει σημασία ότι ο φασισμός ξεκίνησε ως ένα είδος οργάνωσης κι όχι ως ένα πρόγραμμα. Το μόνο πρόγραμμά του είναι να οργανώσει τον καθένα, να καταστήσει με τη βία τα συνθετικά στοιχεία της κοινωνίας συμπαγή. Η δικτατορία δεν είναι ένα ακόμα όπλο του κεφαλαίου, λες και το κεφάλαιο θα μπορούσε να το αντικαταστήσει και με άλλα, λιγότερο βίαια, είναι μια από τις τάσεις του, μια τάση που πραγματοποιείται όποτε κάτι τέτοιο κρίνεται απαραίτητο. Μια «επιστροφή» στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως συνέβη (για παράδειγμα) στη Γερμανία μετά το 1945, καταδεικνύει ότι η δικτατορία είναι ανίκανη να ενσωματώσει τις μάζες στο κράτος (τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά που θα κληθεί να δοκιμαστεί). Το πρόβλημα δεν είναι πλέον το γεγονός ότι η δημοκρατία εξασφαλίζει μια πιο τέλεια κυριαρχία απ’ ότι η δικτατορία. Ο καθένας θα προτιμούσε να τον εκμεταλλεύονται με τον τρόπο της Σουηδίας παρά να απαχθεί από τους παρακρατικούς του Πινοσέτ. Όμως μπορεί πράγματι να επιλέξει; Ακόμα και οι ευγενικές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μεταμορφωθούν σε δικτατορίες αν οι συνθήκες το απαιτήσουν. Το κράτος μπορεί να έχει μόνο μια λειτουργία, την οποία επιτελεί είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι η παλιότερη ήταν πιο σκληρή δε σημαίνει κι ότι μπορούμε να επανα-προσανατολίσουμε το κράτος ώστε αμβλύνει την νεότερη. Οι μορφές που παίρνει ο Καπιταλισμός δεν εξαρτώνται πια από τα γούστα των μισθωτών εργαζομένων παρά από τις προθέσεις των αστών. Η δημοκρατία της Βαϊμάρης υποδέχθηκε τον Χίτλερ με ανοιχτές αγκάλες. Το Λαϊκό Μέτωπο του Leon Blum δεν «απέφυγε τον φασισμό», πολύ απλά γιατί στα 1936 η Γαλλία δεν είχε ανάγκη ούτε μια εξουσιαστική ενοποίηση του κεφαλαίου, αλλά ούτε μια σμίκρυνση των μεσαίων στρωμάτων της.

Δεν τίθεται θέμα πολιτικής «επιλογής» την οποία οι προλετάριοι θα μπορούσαν να κάνουν ή να θέσουν με αξιώσεις. Η δημοκρατία δεν είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζεται και η ίδια γι αυτήν. Η ουσία του αντιφασισμού έγκειται στην αντίσταση στο φασισμό μέσα από την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Δεν έχουμε να κάνουμε πλέον με έναν αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό αλλά με μια προσπάθεια να ασκηθεί πίεση στον καπιταλισμό ώστε να αποκηρύξει την ολοκληρωτική του επιλογή. Από τη στιγμή που ο σοσιαλισμός ταυτίστηκε με την πλήρη δημοκρατία, και ο καπιταλισμός με μια καλπάζουσα τάση προς τον φασισμό, οι ανταγωνισμοί μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, κομμουνισμού και μισθωτής εργασίας, προλεταριάτου και κράτους, απορρίπτονται για χάρη μιας αντιπρότασης δημοκρατίας ή φασισμού που παρουσιάζεται σαν η πεμπτουσία της επαναστατικής προοπτικής. Η επίσημη αριστερά και άκρα-αριστερά, μας λεν πως μια πραγματική αλλαγή θα ταυτιζόταν τουλάχιστον με τα ιδανικά του 1789, τα οποία προδίδει ασταμάτητα η μπουρζουαζία. Μια νέα κοινωνία; Μα αυτή υποτίθεται είναι ήδη εδώ, σε εμβρυακή μορφή φυσικά, μέσα από τα δημοκρατικά δικαιώματα τα οποία πρέπει να διαφυλάξουμε και να ωθήσουμε ακόμα παραπέρα προς μια ολοένα και τελειοποιούμενη κοινωνία, με ακόμα μεγαλύτερες δόσεις δημοκρατίας, μέχρι την επίτευξη της τέλειας δημοκρατίας, ή αν προτιμάτε, του σοσιαλισμού.

Έτσι, περιορισμένη σε μια αντιφασιστική αντίσταση, η κοινωνική κριτική περιορίζεται σε διθυράμβους προς όλα όσα κάποτε αποκήρυσσε και παρατά κάθε τι που θυμίζει την επανάσταση, για χάρη μιας πολιτικής σταδίων, μιας παραλλαγής της «ειρηνικής μετάβασης στο σοσιαλισμό» που κάποτε προέτασσαν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, και χλευαζόταν μέχρι το 1968, από τον καθένα που ήθελε σοβαρά να αλλάξει τον κόσμο. Η παλινδρόμηση είναι προφανής.

Δε θα παίξουμε με τα όρια της γελοιότητας εγκαλώντας την αριστερά και την άκρα-αριστερά για το ότι αγκάλιασαν μια κομμουνιστική προοπτική την οποίαν γνώριζαν στην πραγματικότητα μόνο τότε που τις αντιτίθονταν. Είναι ολοφάνερο ότι ο αντιφασισμός αποτελεί άρνηση της επανάστασης. Αλλά ο αντιφασισμός αποτυγχάνει εκεί ακριβώς που ισχυρίζεται ότι είναι αποτελεσματικός: Στο να εμποδίσει μια πιθανή απολυταρχική μετάλλαξη της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία είναι μια φάση στην καπιταλιστική οικοδόμηση της εξουσίας, και η επέκτασή της στον εικοστό αιώνα ολοκληρώνει την κυριαρχία του κεφαλαίου, εντατικοποιώντας την απομόνωση των ατόμων. Αυτοσυστήνεται σαν μια θεραπεία για το διαχωρισμό του ατόμου από την κοινότητα, της ανθρώπινης δραστηριότητας από την κοινωνία, και των τάξεων μεταξύ τους, η δημοκρατία δε θα είναι ποτέ σε θέση να λύσει το πρόβλημα της πιο διαχωρισμένης κοινωνίας στην ιστορία. Σαν μια μορφή για πάντα ανίκανη να τροποποιήσει το περιεχόμενό της, η δημοκρατία είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος το οποίο ισχυρίζεται ότι μπορεί να επιλύσει. Κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι ενδυναμώνει την κοινωνική ενότητα, η δημοκρατία συμβάλλει στη διάλυσή της. Κάθε φορά που καλύπτει πρόχειρα τις αντιφάσεις του εμπορεύματος, το κάνει τεντώνοντας τον ιστό προστασίας που έχει υφάνει το κράτος γύρω από τις κοινωνικές σχέσεις. Ακόμα και με τους δικούς τους όρους απελπισμένης παραίτησης, οι αντιφασίστες, προκειμένου να γίνουν πιστευτοί, οφείλουν να μας εξηγήσουν πως γίνεται και η τοπική δημοκρατία είναι συμβατή με την αποικιοποίηση του χώρου από το εμπόρευμα που ολοένα εκκενώνει τους δημόσιους χώρους για να γεμίζει τα πολυκαταστήματα. Πρέπει να εξηγήσουν πως θα γίνει κι αυτό το πανταχού παρών κράτος, στο οποίο οι άνθρωποι οφείλουν να προστρέχουν για να βρουν προστασία και υποστήριξη, αυτή η πραγματική μηχανή παραγωγή κοινωνικών «αγαθών», δε θα «αμαρτήσει» προκειμένου να αποκαταστήσει την τάξη όταν εκκρηκτικές συνθήκες κάνουν κάτι τέτοιο επιτακτικό. Ο φασισμός είναι η εφηβεία του κρατικού τερατουργήματος, ενώ ο αντιφασισμός είναι η πιο δειλή απολογία του. Ο αγώνας για ένα δημοκρατικό κράτος είναι αναπόφευκτα ένας αγώνας σταθεροποίησης του κράτους και απέχει από τη συντριβή του ολοκληρωτισμού, μιας και ένας τέτοιος αγώνας ενισχύει την επικράτηση του ολοκληρωτισμού στην κοινωνία.

Βαρκελώνη, Μάης 1937

Απόσπασμα από το “When Insurrections Die”

Η αστυνομία προσπάθησε να καταλάβει το τηλεφωνικό κέντρο που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο αναρχικών (και σοσιαλιστών) εργατών. Στην καταλανική μητρόπολη, καρδιά και σύμβολο της επανάστασης, οι νόμιμες αρχές δε σταματούσαν πουθενά προκειμένου να αφοπλίσουν κάθε τι που παρέμενε ζωντανό, ανεξέλεγκτο και αντι-αστικό. Η τοπική αστυνομία, επιπλέον, ήταν στα χέρια του PSUC (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικο Κόμμα Καταλωνίας – αδελφό κόμμα του ισπανικού ΚΚ). Αντιμέτωποι με μια ανοιχτά εχθρική εξουσία, οι προλετάριοι τελικά κατάλαβαν ότι η εξουσία αυτή δεν ήταν δική τους, ότι της είχαν παραχωρήσει το δώρο της εξέγερσής τους δέκα μήνες νωρίτερα, και ότι πια η εξέγερσή τους είχε στραφεί εναντίον τους. Ως αντίδραση στην αρπαγή αυτής της εξουσίας από το Κράτος, μια γενική απεργία παρέλυσε τη Βαρκελώνη. Ήταν πια αργά. Οι εργάτες είχαν ακόμη την ικανότητα να εξεγείρονται ενάντια στο Κράτος (που είχε πάρει αυτή τη φορά τη δημοκρατική του μορφή), αλλά δεν μπορούσαν πλέον να ωθήσουν τους αγώνες τους προς ένα σημείο ανοιχτής ρήξης.

Όπως πάντα, το «κοινωνικό» ζήτημα κυριάρχησε εκ των προτέρων επί του στρατιωτικού. Η νόμιμες αρχές δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τις οδομαχίες. Μέσα σε λίγες ώρες, στη θέση ενός πεδίου ανταρτοπολέμου, ενός πολέμου θέσεων, στήθηκε μια κούρσα καταλήψεων κτιρίων έναντι κτιρίων. Κυριάρχησε μια αμυντική εκεχειρία στην οποία κανείς δεν μπορούσε να νικήσει μιας και κανείς δεν επιτιθόταν. Με την ίδια την επιθετική της δυνατότητα μειωμένη, η αστυνομία δε ριψοκινδύνευε να εμπλακεί σε επιθέσεις κτιρίων που είχαν καταλάβει οι αναρχικοί. Γενικά μιλώντας η τοπική αστυνομία και το κράτος κατείχαν το κέντρο της πόλης, ενώ η CNT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας – υπό τον έλεγχο των αναρχοσυνδικαλιστών) και το POUM (μαρξιστές) κατείχαν τις εργατικές συνοικείες. Το στάτους κβο τελικά κρίθηκε με πολιτικά μέσα. Οι μάζες κατέθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις δυο οργανώσεις που δέχονταν επίθεση, ενώ οι τελευταίες, φοβισμένες πως θα έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με το κράτος, έπεισαν τους ανθρώπους να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους (αν και όχι χωρίς κάποια δυσκολία) κι έτσι υπέσκαψαν την μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τους σώσει τόσο πολιτικά όσο και «φυσικά». Αμέσως μόλις τελείωσε η απεργία, γνωρίζοντας ότι πλέον έχει το πάνω χέρι της κατάστασης, η κυβέρνηση έφερε 6.000 φρουρούς των Ταγμάτων Επίθεσης, επίλεκτο τμήμα της αστυνομίας. Από τη στιγμή που αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση των «αντιπροσωπευτικών οργανώσεων» και των μεσολαβητικών συμβουλίων του POUM και της CNT, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που είχαν νικήσει τον φασιστικό στρατό τον Ιούλη του 1936 παραδόθηκαν αμαχητί στην Δημοκρατική Αστυνομία τον Μάη του 1937.

Στο σημείο εκείνο, η καταστολή μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της. Μόνο μερικές εβδομάδες ήταν αρκετές ώστε να τεθεί εκτός νόμου το POUM, να συλληφθούν οι ηγέτες του, και να θανατωθούν είτε νόμιμα είτε όχι, και να εξαφανιστεί ο Νιν (πρόεδρος του POUM). Ένας παράλληλος αστυνομικός μηχανισμός στήθηκε κρυφά σε τοπικό επίπεδο, οργανωμένος από το NKVD (Σ.τ.μ: Narodnii Komissariat Vnoutrennikh Diél – υπηρεσία πληροφοριών της ΕΣΣΔ) και τον μυστικό σχηματισμό της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), που έδινε λογαριασμό απευθείας στην Μόσχα και μόνο. Από το σημείο εκείνο, καθένας που έδειχνε την παραμικρή αντίθεση στο Δημοκρατικό Κράτος και τον βασικό σύμμαχό του, την ΕΣΣΔ, αποκηρυσσόταν και καταδιωκόταν ως «φασίστας», καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο ένας στρατός από καλοπροαίρετες, ευγενικές ψυχές ήταν πρόθυμος να επαναλάβει την ανθρωποσφαγή, κάποιοι από άγνοια, άλλοι από προσωπικό συμφέρον, αλλά όλοι τους πεπεισμένοι πως καμιά τέτοια αποκήρυξη δεν ήταν περιττή, τη στιγμή που ο φασισμός προέλαυνε. Η λύσσα που απελευθερώθηκε απέναντι στο POUM δεν ήταν απροσδόκητη. Αντιτιθέμενο στις δίκες της Μόσχας, το POUM είχε καταδικαστεί στο να καταστραφεί από έναν Σταλινισμό που επιδόθηκε σε έναν ανελέητο παγκόσμιο αγώνα ενάντια στους αντιπάλους του, για τον έλεγχο των μαζών. Τη στιγμή εκείνη, τα περισσότερα κόμματα, σχολιαστές κι ακόμα και η Λίγκα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δε δίσταζαν να συνηγορήσουν στην ενοχή των κατηγορουμένων. Εξήντα χρόνια αργότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία καταδικάζει αυτές τις δίκες και τις βλέπει σαν ένα σημάδι του παρανοϊκού κυνηγιού της εξουσίας του Κρεμλίνου. Λες και τα σταλινικά εγκλήματα δεν είχαν καμιά σχέση με τον αντιφασισμό! Η αντιφασιστική λογική πάντοτε θα ευθυγραμμίζεται με τις πιο συμβατικές δυνάμεις και πάντοτε θα πολεμάει τις πιο ριζοσπαστικές.

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, τον Μάη του 1937, δόθηκε ένα στίγμα, αυτού που λίγους μόνο μήνες νωρίτερα, θα ήταν αδιανόητο: Ένας σοσιαλιστής πολύ δεξιότερος ακόμα κι από τον Caballero, ο Negrin, θα ηγείτο μιας κυβέρνησης η οποία θα γινόταν συνώνυμη του «νόμου και της τάξης», περιλαμβάνοντας φυσικά την καταστολή ενάντια στους εργαζομένους. Ο Orwell, ο οποίος κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του στα γεγονότα αυτά, αντιλήφθηκε ότι ο πόλεμος «για τη δημοκρατία» είχε προφανώς τελειώσει. Αυτό που έμενε ήταν ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε δυο φασισμούς, με τη διαφορά ότι ο ένας ήταν λιγότερο απάνθρωπος από τον άλλον. Ωστόσο, ο Orwell υπέκυψε στην αναγκαιότητα να αποφευχθεί ο «πιο απογυμνωμένος και ανεπτυγμένος φασισμός του Φράνκο και του Χίτλερ». Από το σημείο αυτό κι έπειτα, το μόνο ζήτημα ήταν ο αγώνας για έναν φασισμό λιγότερο άσχημο από τον αντίπαλό του…

[Σημειώσεις της μετάφρασης: Στις 3 Μάη 1937, ο σταλινικός διευθυντής της Αστυνομίας της Βαρκελώνης (Rodriguez Salas) με 200 άνδρες του προσπάθησαν να επιτάξουν το τηλεφωνικό κέντρο της πόλης, το οποίο από την αρχή της επανάστασης είχε κυρηχτεί αυτοδιαχειριζόμενο από τους εργαζομένους του, οι περισσότεροι των οποίων ανήκαν στην αναρχοσυνδικαλιστική CNT. Οι τελευταίοι αρνήθηκαν να το παραδώσουν, και έστησαν οδοφράγματα γύρω του με τη βοήθεια άλλων εργατών, αναρχικών αλλά και μαρξιστών του POUM (εργατικό κόμμα σοσιαλιστικής ενοποίησης) το οποίο συνεργαζόταν με την CNT. Για τρεις μέρες ξέσπασαν συγκρούσεις σε ολόκληρη την πόλη ανάμεσα στους αναρχικούς, μαρξιστές και άλλους εργάτες από την μία, και τους σταλινικούς και την αστυνομία από την άλλη, ώσπου οι ηγέτες της CNT που είχαν στο μεταξύ υπουργοποιηθεί στην δημοκρατική κυβέρνηση, καθώς και του POUM, φοβούμενοι μια ρήξη με τη δημοκρατική κυβέρνηση, κήρυξαν ανακωχή και κάλεσαν τους εργάτες να καταθέσουν τα όπλα, κάτι που τελικά έγινε. Αυτό φυσικά ήταν και η αρχή του τέλους τους, μιας και μετά τις 6 Μάη, οι σταλινικοί και το δημοκρατικό πλέον κράτος είχαν λυμένα τα χέρια τους προκειμένου να εξοντώσουν κάθε αντιπολίτευση, κηρρύσοντας αρχικά παράνομο το POUM με πρόφαση τα γεγονότα αυτά. Οι μέρες του Μάη, αποτελούν δείγμα της αποξένωσης των εργαζομένων από τη δύναμή τους, συνέπεια της “εμπιστοσύνης” που οι ίδιοι νωρίτερα παρέδωσαν στις οργανώσεις (CNT, POUM) που ανέλαβαν να δώσουν τον “καλό αγώνα” για λογαριασμό τους.

[Μετάφραση: …για τη διάδοση της Μεταδοτικής λύσσας, Ιούλης 2007]

Δείτε ακόμα: 3 ερωτο/απαντήσεις για τον αντι-φασισμό – Gilles Dauve

Πηγή: Η μπροσούρα “Quand meurent les Insurrections” του Gilles Dauvé, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις του Πρακτορείου Rioters [http://rioter.info/ekdoseis]

ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΤΩΝ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΩΝ – PAUL MATTICK

ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΤΩΝ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΩΝ – PAUL MATTICK

H Μόσχα και o Φασισμός στην Ισπανία

Πηγή: International Communist Correspondence (Διεθνής Κομμουνιστική Αλληλογραφία), Chicago, n° 7-8, Αύγουστος 1937

Στις 7 Μάη του 1937, η CNT-FAI της Βαρκελώνης μετέδωσε την ακόλουθη οδηγία: «Τα οδοφράγματα πρέπει να γκρεμιστούν! Η ώρα της κρίσης πέρασε. Πρέπει να επικρατήσει η ηρεμία. Κυκλοφορούν όμως φήμες σε όλη την πόλη, ενάντια σε μια επιστροφή στην ομαλότητα την οποία επιζητούμε. Τα οδοφράγματα είναι ένας παράγοντας που υποδαυλίζει αυτή τη σύγχυση. Δε χρειαζόμαστε τα οδοφράγματα τώρα που η μάχη σταμάτησε, τα οδοφράγματα δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό τώρα, και η συνέχεια της ύπαρξής τους μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι έχουμε επιστρέψει σε προηγούμενες καταστάσεις πραγμάτων – κι αυτό δεν είναι αληθές. Σύντροφοι, ας συνεργαστούμε για την επανίδρυση μιας απόλυτα ομαλής πολιτισμένης ζωής. Οτιδήποτε σκιάζει μια τέτοια προοπτική πρέπει να εξαφανιστεί».

Κι έτσι ξεκίνησε η επιστροφή στην ομαλότητα, δηλαδή, η τρομοκρατία των φασιστών και της Μόσχας. Η εξόντωση και οι φυλακίσεις επαναστατών εργατών. Ο αφοπλισμός των επαναστατικών δυνάμεων, το κλείσιμο των εντύπων τους, των ραδιοσταθμών τους, η εκμηδένιση κάθε προηγούμενης κατάκτησής τους. Η αντεπαναστατικές δυνάμεις του Λαϊκού Μετώπου καλωσορίστηκαν από τους αναρχικούς ηγέτες. Τα θύματα βάλθηκαν να καλοδεχτούν τους σφαγείς τους. «Όταν έγινε μια προσπάθεια να βρεθεί μια λύση και να αποκατασταθεί η τάξη στην Βαρκελώνη», διαβάζουμε σε ένα δελτίο της CNT, «η CNT και η FAI ήταν οι πρώτες που προθυμοποιήθηκαν να προσφέρουν τη συνεργασία τους. Ήταν οι πρώτες που έθεσαν το ζήτημα της κατάπαυσης του πυρός και προσπάθησαν να καθησυχάσουν τη Βαρκελώνη. Όταν η Κεντρική Κυβέρνηση αποκατέστησε τη δημόσια τάξη, η CNT ήταν ανάμεσα στους πρώτους που έθεσαν εαυτόν στη διάθεση των αντιπροσώπων της δημόσιας τάξης με όλες τις δυνάμεις που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Όταν η Κεντρική Κυβέρνηση αποφάσισε να στείλει ένοπλες δυνάμεις στην Βαρκελώνη, ώστε να ελέγξει τις πολιτικές δυνάμεις που δε θα πειθαρχούσαν στις κρατικές αρχές, η CNT ήταν αυτή που έδωσε εντολή σε όλους τους τομείς της να διευκολύνουν το πέρασμα αυτών των δυνάμεων, οι οποίες θα έφταναν στη Βαρκελώνη για να αποκαταστήσουν την τάξη».

Ναι, η CNT είχε κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να βοηθήσει στην μεταφορά της Αντεπανάστασης από τη Βαλένθια στη Βαρκελώνη. Οι φυλακισμένοι εργάτες μπορούν να ευχαριστούν τους αναρχικούς ηγέτες για την αφοσίωσή τους, η οποία τελείωσε πριν τους πρώτους πυροβολισμούς φασιστών-Μόσχας. Οι νεκροί εργάτες απομακρύνονται μαζί με τα οδοφράγματά τους, αποσιωπούνται ώστε οι ηγέτες τους να μπορούν να συνεχίσουν να μιλάνε. Τι ενθουσιασμός για τους νέο-μπολσεβίκους: «Η Μόσχα δολοφόνησε επαναστάτες εργάτες», ωρύονται. Για πρώτη φορά στην ιστορία, η Τρίτη Διεθνής βρίσκεται να πυροβολεί από την άλλη μεριά των οδοφραγμάτων. Πριν από αυτή τη στιγμή απλώς πρόδιδε τον σκοπό, αλλά τώρα μάχεται ανοιχτά εναντίον του κομμουνισμού». Και τι περίμεναν αυτοί οι διαμαρτυρόμενοι φωνακλάδες από την κρατικο-καπιταλιστική Ρωσσία και την Λεγεώνα των Ξένων της (Σ.τ.μ: Αναφέρεται στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, που στις μάχες του Μάη πολέμησαν μαζί με την αστυνομία εναντίον των αναρχικών και των διεθνιστών του POUM. Η λεγεώνα των ξένων είναι μισθοφορικό παρακρατικό σώμα του γαλλικού κράτους); Να βοηθήσουν του ισπανούς εργάτες; Ο Καπιταλισμός σε κάθε μορφή του έχει μόνο μια απάντηση για τους εργάτες που αντιτίθενται στην εκμετάλλευσή τους: το θάνατο. Ένα ενιαίο μέτωπο με τους σοσιαλιστές ή με τους «κομμουνιστές» του ΚΚ, είναι ένα ενιαίο μέτωπο με τον καπιταλισμό, μπορεί να είναι μοναχά ένα ενιαίο μέτωπο για τον καπιταλισμό. Όπως δεν έχει νόημα να κατηγορείς την Μόσχα, έτσι δεν έχει και νόημα να κριτικάρεις του σοσιαλιστές: και τους δυο πρέπει να τους πολεμήσεις μέχρι τέλους. Αλλά τώρα, οι επαναστάτες εργάτες πρέπει να αναγνωρίσουν επίσης ότι οι αναρχικοί ηγέτες, ακόμα και οι «ανακλητοί» τέτοιοι της CNT και της FAI αντιτίθενται στα συμφέροντα των εργατών, ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Ενωμένοι με τον καπιταλισμό, είναι καταδικασμένοι να υπηρετούν τον καπιταλισμό. Κι εκεί που τα λόγια είναι ανίσχυρα, η προδοσία τέθηκε στην ημερήσια διάταξη. Αύριο, αυτοί οι ίδιοι μπορεί να καταδικάζουν τους εξεγερμένους εργάτες όπως ακριβώς οι «κομμουνιστές» σφαγείς του «Στρατοπέδου Καρλ Μαρξ» κάνουν σήμερα. Η αντεπανάσταση πάει όλο το δρόμο από τον Φράνκο ως τον Santillan.

Για μια φορά ακόμη, όπως και τόσο συχνά πριν, οι απογοητευμένοι επαναστάτες εργάτες αποκήρυξαν την άτολμη ηγεσία τους, κι έπειτα έψαξαν για νέους και καλύτερους ηγέτες, για τελειότερες οργανώσεις. Οι «Φίλοι του Ντουρούτι» διαχωρίστηκαν από τους διεφθαρμένους ηγέτες της CNT και της FAI ούτως ώστε να αποκαταστήσουν τον αυθεντικό αναρχισμό, να περισώσουν το ιδανικό, να διατηρήσουν την επαναστατική παράδοση. Έμαθαν κάποια πράγματα, αλλά όχι αρκετά. Οι εργάτες του POUM είναι πια βαθιά απογοητευμένοι από τους Gorkin, Nin και Company. Αυτοί οι λενινιστές δεν ήταν αρκετά λενινιστές, κι έτσι τα μέλη του κόμματος ψάχνουν για καλύτερους Λένιν. Έμαθαν, αλλά τόσο λίγα. Η παράδοση του παρελθόντος βαραίνει σαν πέτρα δεμένη στον λαιμό τους. Μια αλλαγή προσώπων και μια αναζωογόνηση της οργάνωσης δεν αρκούν. Μια κομμουνιστική επανάσταση δε γίνεται με ηγέτες και οργανώσεις. Γίνεται από τους εργάτες, από την Τάξη. Για μια ακόμη φορά οι εργάτες ελπίζουν για αλλαγές στο «Λαϊκό Μέτωπο», που ίσως προκαλέσουν μια επαναστατική στροφή. Ο Caballero, αποκηρυγμένος από την Μόσχα, ίσως επιστρέψει στους ώμους των μελών του UGT, που ανένηψαν και είδαν το φως το αληθινό. Η Μόσχα, απογοητευμένη που δε βρίσκει την κατάλληλη υποστήριξη από τα δημοκρατικά έθνη, ίσως γίνει ξανά ριζοσπαστική… Όλα αυτά είναι ηλιθιότητες! Οι δυνάμεις του «Λαϊκού Μετώπου», ο Caballero και η Μόσχα, είναι ανίκανοι, ακόμη κι αν ήθελαν κάτι τέτοιο, να νικήσουν τον καπιταλισμό στην Ισπανία. Οι καπιταλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να δεχτούν μια σοσιαλιστική πολιτική διαχείριση. Το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι το «μη χείρον» για τους εργάτες. Είναι απλώς μια διαφορετική μορφή της καπιταλιστικής δικτατορίας από τον Φασισμό. Ο αγώνας πρέπει να διεξάγεται ενάντια στον Καπιταλισμό.

Η παρούσα τακτική της CNT δεν είναι νέα. Λίγους μήνες πριν ο καταλανός πρόεδρος Companys είπε ότι η CNT «δεν διανοείται να καταλύσει το δημοκρατικό καθεστώς στην Ισπανία, αλλά υπερασπίζεται την νομιμότητα και την τάξη». Όπως κάθε άλλη αντιφασιστική οργάνωση στην Ισπανία, η CNT, παρά την όποια ριζοσπαστική φρασεολογία της, περιόρισε τον αγώνα της στον πόλεμο ενάντια στον Φράνκο. Το πρόγραμμα της κολλεκτιβοποίησης, μερικώς ολοκληρωμένο σαν αναγκαιότητα πολέμου, δεν αμφισβήτησε τις καπιταλιστικές αξίες ή τον καπιταλισμό ως τέτοιο. Ως τώρα όποτε η CNT αναφερόταν σε έναν τελικό στόχο, πρότεινε πάντα κάποια τροποποιημένη εκδοχή του κρατικού καπιταλισμού, στην οποία η συνδικαλιστική γραφειοκρατία και οι φιλοσοφημένοι αναρχικοί φίλοι της θα είχαν την εξουσία. Όμως ακόμα κι αυτός ο στόχος ετίθετο στο μακρινό μέλλον. Ούτε ένα πραγματικό βήμα δεν έγινε προς αυτήν την κατεύθυνση, μιας και ένα πραγματικό βήμα προς ένα κρατικο-καπιταλιστικό σύστημα θα σήμαινε το τέλος του «Λαϊκού Μετώπου», θα σήμαινε οδοφράγματα στην Βαρκελώνη, θα σήμαινε έναν εμφύλιο πόλεμο στο εσωτερικό του εμφυλίου πολέμου. Η αντίφαση μεταξύ της «θεωρίας» και της «πρακτικής» τους εξηγείται από τους αναρχικούς αυτούς με τον τρόπο όλων των ψευτών, ότι «η θεωρία και η πρακτική είναι δυο διαφορετικά πράγματα, και στη δεύτερη δεν είναι τόσο εύκολα όσο στην πρώτη». Η CNT αντιλήφθηκε ότι δεν είχε κανένα πραγματικό σχέδιο για την ανοικοδόμηση της κοινωνίας. Κατάλαβε στη συνέχεια ότι δεν είχε πίσω της τις μάζες της Ισπανίας, αλλά μόνο ένα μέρος των εργατών μιας περιοχής της χώρας, κατάλαβε τις αδυναμίες της, εθνικές όπως και διεθνείς, και οι ριζοσπαστικές ατάκες της σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να αποκρύπτουν την ανομολόγητη αδυναμία του κινήματος στις συνθήκες που δημιούργησε ο εμφύλιος πόλεμος.

Υπάρχουν πολλές πιθανές εξηγήσεις για τη θέση που πήραν οι αναρχικοί, αλλά καμία για το πρόγραμμα της παραποίησης η οποία σκοτείνιασε ολόκληρο το εργατικό κίνημα και προλείανε το έδαφος για την άνοδο των Φασιστών και της Μόσχας. Προσπαθώντας να κάνουν πιστευτό ότι ο σοσιαλισμός προχωρούσε στην Καταλωνία και ότι αυτό είχε γίνει δυνατό χωρίς μια ρήξη με την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου σήμαινε την ενίσχυση των δυνάμεων του Λαϊκού Μετώπου μέχρις ότου γίναν κι αυτές ικανές να διατάσσουν τους ισπανούς αναρχικούς εργάτες. Ο αναρχισμός στην Ισπανία έκανε αποδεκτή μια μορφή φασισμού, μασκαρευμένη ως δημοκρατικό κίνημα ώστε να βοηθηθεί να συντρίψει τον Φασισμό του Φράνκο. Δεν είναι αλήθεια, όπως προσπαθούν να πείσουν πολλοί αναρχικοί σήμερα τους ακολούθους τους, ότι κάτι τέτοιο έγινε επειδή δεν υπήρχε εναλλακτική, κι ότι έτσι κάθε κριτική προς την CNT είναι αδικαιολόγητη. Οι αναρχικοί θα μπορούσαν να προσπαθήσουν, μετά τις 19 Ιούλη του 1936, να εγκαθιδρύσουν την εργατική εξουσία στην Καταλωνία, θα μπορούσαν επίσης να τσακίσουν τις κυβερνητικές δυνάμεις στην Βαρκελώνη τον Μάη του 1937. Θα μπορούσαν να πορευτούν ενάντια στους φασίστες του Φράνκο και στους Φασίστες της Μόσχας. Το πιο πιθανό θα ήταν να είχαν ηττηθεί. Πιθανότατα ο Φράνκο θα είχε κερδίσει και πάλι. Θα είχε διαλύσει τους αναρχικούς καθώς και τους ανταγωνιστές του, του «Λαϊκού Μετώπου». Μπορεί να προκαλούνταν μια ανοιχτή καπιταλιστική παρέμβαση με μιας. Όμως τότε θα υπήρχε μια ακόμα πιθανότητα, ωστόσο πολύ λιγότερο πιθανή. Οι γάλλοι εργάτες να είχαν πάει παραπέρα από μια καθιστική απεργία. Μια ανοιχτή παρέμβαση ίσως οδηγούσε σε έναν πόλεμο στον οποίο θα αναμειγνύονταν όλες οι δυνάμεις. Ο αγώνας θα γύριζε άμεσα σε καθαρά ζητήματα, ανάμεσα στον Καπιταλισμό και τον Κομμουνισμό. Οτιδήποτε και να συνέβαινε, ένα είναι το σίγουρο: η χαοτική κατάσταση του παγκόσμιου καπιταλισμού θα γινόταν ακόμη περισσότερο χαοτική. Χωρίς καταστροφές καμιά κοινωνική αλλαγή δεν είναι εφικτή. Κάθε πραγματική επίθεση στο καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να ανοίγει το δρόμο της αντίδρασης, αλλά η αντίδραση θα κινητοποιηθεί έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν καθυστερήσει προσωρινά. Αυτή η καθυστέρηση θα κοστίσει περισσότερες ζωές εργατών απ’ ότι κάθε πρώιμη απόπειρα καταστροφής του συστήματος της εκμετάλλευσης. Όμως μια πραγματική επίθεση στο καπιταλιστικό σύστημα ίσως δημιουργήσει μια κατάσταση περισσότερο ευνοϊκή για τη διεθνή δράση υπέρ της εργατικής τάξης, ή ίσως επιφέρει μια κατάσταση που θα λειάνει κάθε καπιταλιστική αντίθεση κι έτσι θα επιταχύνει την ιστορική πρόοδο προς την κατάρρευση του καπιταλισμού. Στο ξεκίνημα τίθεται το χρέος. Όμως η CNT, μας λένε, ένιωθε τέτοια υπευθυνότητα για τις ζωές των εργατών, που ήθελε να αποφύγει κάθε αναίτιο ματοκύλισμα. Τι κυνισμός! Περισσότερο από ένα εκατομμύριο άνθρωποι, είχαν ήδη σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο. Αν είναι να πεθάνει κάποιος, ας πεθάνει τουλάχιστον για κάτι που αξίζει.

Ο αγώνας ενάντια στην ολότητα του καπιταλισμού – ο αγώνας που η CNT ήθελε να αποφύγει – δεν μπορεί να αποφευχθεί. Η εργατική επανάσταση πρέπει να είναι ριζοσπαστική από την πρώτη της όψη, αλλιώς θα χαθεί. Τέθηκε το ζήτημα της απόλυτης απαλλοτρίωσης των κυρίαρχων τάξεων, της εξολόθρευσης κάθε εξουσίας πέραν αυτής των οπλισμένων εργατών, κι ο αγώνας ενάντια σε κάθε στοιχείο που αντιτίθεται στον σκοπό αυτό. Με το να μην κάνουν κάτι τέτοιο, τα γεγονότα του Μάη στην Βαρκελώνη, και η εξολόθρευση του επαναστατικού στοιχείου στην Ισπανία ήταν αναπόφευκτα. Η CNT δεν προσέγγισε ποτέ το ζήτημα της επανάστασης από την οπτική της εργατικής τάξης, αλλά πάντοτε μεριμνούσε πριν απ’ όλα για την οργάνωση. Δρούσε για τους εργάτες για με τη βοήθεια των εργατών, αλλά δεν ενδιαφερόταν για την δική τους πρωτοβουλία και δράση ανεξάρτητα από τα συμφέροντα της οργάνωσης. Αυτό που μετρούσε δεν ήταν η επανάσταση αλλά η ίδια η CNT. Κι απ αυτή την οπτική των συμφερόντων της CNT οι αναρχικοί έπρεπε να διαλέξουν μεταξύ Φασισμού και Καπιταλισμού, μεταξύ πολέμου και Ειρήνης. Από την οπτική αυτή ωθούνταν να συμμετάσχουν στην καπιταλιστική-εθνικιστική πολιτική και να παροτρύνουν τους εργάτες να συνεργαστούν με τον έναν εχθρό προκειμένου να πολεμήσουν τον άλλον, ώστε αργότερα να υποταχθούν στον πρώτο. Η ριζοσπαστική ρητορική των αναρχικών δε χρειαζόταν να ακολουθηθεί. Αρκούσε που χρησίμευαν σαν ένα μέσο ελέγχου των εργατών από το σύμπλεγμα της CNT, «χωρίς τη CNT», έγραφαν γεμάτη περηφάνια, «η αντιφασιστική Ισπανία δε θα μπορούσε να κυβερνηθεί». Ήθελαν να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση πάνω στους εργάτες, διατάσσοντάς τους τι να κάνουν. Το μόνο που ζητούσαν ήταν ένα γενναίο μερίδιο της πίτας, μιας και αναγνώριζαν ότι δε θα μπορούσαν να την κρατήσουν κι ολόκληρη για τον εαυτό τους. Όπως ακριβώς και οι «Μπολσεβίκοι», ταύτιζαν τις δικές τους οργανωτικές ανάγκες με τις ανάγκες και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Αυτό που αποφάσιζαν ήταν το σωστό, δεν υπήρχε ανάγκη για τους εργάτες να σκέφτονται και να αποφασίζουν για τον εαυτό τους, καθώς αυτό θα υπέσκαπτε τον αγώνα και θα δημιουργούσε σύγχυση. Οι εργάτες έπρεπε απλά να ακολουθούν τους σωτήρες τους. Ούτε μια μόνη προσπάθεια να οργανώσουν και να σταθεροποιήσουν πραγματική ταξική εξουσία. Η CNT μιλούσε ένα αναρχικό λεξιλόγιο για να φέρει εις πέρας μια δράση μπολσεβίκικη, δηλαδή καπιταλιστική. Έτσι ώστε να κυριαρχήσει ή να συμμετάσχει στην κυριαρχία, έπρεπε να αντιτεθεί σε κάθε αυτόνομη πρωτοβουλία εκ μέρους των εργατών κι έτσι έπρεπε να ταχθεί υπέρ της τάξης και της νομιμότητας.

Όμως υπήρχαν πολλές ακόμη οργανώσεις στο πεδίο της μάχης, και καμιά δεν ταύτιζε τα συμφέροντά της με κάποια άλλη. Κάθε μια μαχόταν εναντίον όλων των υπολοίπων για την επικράτησή της, για τον απόλυτο έλεγχο όλων των εργατών. Το μοίρασμα της εξουσίας σε έναν αριθμό οργανώσεων δεν αποσοβεί τον πόλεμο μεταξύ τους. Έρχονται καιροί που κάθε οργάνωση πιέζεται να συνεργαστεί, αλλά αυτό μόνο αναβάλλει το τελικό ξεκαθάρισμα. Ο έλεγχος πρέπει να περιπέσει σε μια ομάδα. Την ίδια στιγμή που οι αναρχικοί προχωρούσαν «απ την μια επιτυχία στην άλλη», η θέση τους συνεχώς υποσκαπτόταν και αποδυνάμωνε. Οι δεσμεύσεις της CNT ότι δεν θα επιβαλλόταν στις άλλες οργανώσεις, ή δε θα απεργαζόταν την αποδυνάμωσή τους, ήταν στην πραγματικότητα μονάχα μια έκκληση να μη της επιτεθούν οι άλλοι – μια αναγνώριση της ίδιας της αδυναμίας της. Όντας δεσμευμένη στην καπιταλιστική πολιτική με τους συμμάχους της του Λαϊκού Μετώπου, άφησε τις μάζες με την πιθανότητα να επιλέξουν τον αγαπημένο τους από τους διάφορους αστικούς σχηματισμούς. Αυτός που θα προσέφερε τα περισσότερα θα είχε και την καλύτερη τύχη. Ο Μοσχοβίτικος Φασισμός έγινε της μόδας ακόμη και στην Καταλωνία. Γιατί εκεί που οι μάζες είδαν στην υποστήριξη της Μόσχας την αναγκαία δύναμη για να ξεφορτωθούν τον Φράνκο και τον πόλεμο, η Μόσχα και η Κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου εννοούσαν μια διεθνή καπιταλιστική υποστήριξη. Η Μόσχα κέρδισε σε συμπάθεια, μιας και οι μάζες της Ισπανίας ήταν ακόμη υπέρ μιας συνέχισης της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Και σπρώχνονταν ακόμα πιο δυνατά στη στάση τους αυτή από το γεγονός ότι οι αναρχικοί δεν έκαναν κάτι για να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση, δηλαδή, να καταδείξουν ότι η βοήθεια από την Μόσχα δε σήμαινε τίποτα περισσότερο από έναν αγώνα για έναν καπιταλισμό που ευχαριστεί μερικές από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ακόμα κι αν δυσαρεστεί τις άλλες.

Οι αναρχικοί έγιναν προπαγανδιστές του Μοσχοβίτικου Φασισμού, υπηρέτες εκείνων των καπιταλιστικών συμφερόντων τα οποία αντιτίθονταν στα τρέχοντα σχέδια του Φράνκο στην Ισπανία. Η επανάσταση έγινε η παιδική χαρά των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Οι μάζες ωθήθηκαν να πεθάνουν χωρίς να ξέρουν καν για τι και για ποιον. Ολόκληρη η υπόθεση έπαψε να είναι υπόθεση των εργατών. Και πλέον έπαψε να είναι καν υπόθεση της CNT. Ο πόλεμος ίσως να τελείωνε ανά πάσα στιγμή μέσω ενός συμβιβασμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ίσως να τελείωνε με μια ήττα ή με μια επιτυχία του Φράνκο. Ο Φράνκο ίσως και να παρατούσε την Ιταλία και τη Γερμανία και να στρεφόταν στην Αγγλία και τη Γαλλία. Ή οι προηγούμενες χώρες ακόμη να έπαυαν να ασχολούνται με τον Φράνκο. Η κατάσταση στην Ισπανία μπορεί να άλλαζε ολοκληρωτικά με την κήρυξη του πολέμου στην ’πω Ανατολή. Υπάρχει ακόμα ένα πλήθος από πιθανότητες εκτός από τις πιο πιθανές, δηλαδή, μια νίκη για τον Φράνκο και το Φασισμό. Όμως οτιδήποτε και να συμβεί, εκτός αν οι εργάτες στήσουν νέα οδοφράγματα ενάντια στους Νομιμόφρονες επίσης, εκτός αν οι εργάτες επιτεθούν πραγματικά στον καπιταλισμό, τότε οποιαδήποτε κι αν είναι η έκβαση του αγώνα στην Ισπανία καμιά σημασία δε θα έχει για την εργατική τάξη, η οποία θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται και να καταπιέζεται. Μια αλλαγή στους στρατιωτικούς συσχετισμούς στην Ισπανία ίσως αναγκάσει τους Φασίστες της Μόσχας να πάρουν ένα πιο επαναστατικό προφίλ. Όμως από την οπτική των συμφερόντων των ισπανών εργατών, καθώς και των εργατών όλου του κόσμου, δεν έχει καμιά διαφορά ο Φασισμός του Φράνκο με τον Φασισμό της Μόσχας, όσες διαφορές κι αν έχει ο Φράνκο με την Μόσχα. Τα οδοφράγματα, αν ξανασηκωθούν, δε θα πρέπει να γκρεμιστούν. Το επαναστατικό σύνθημα για την Ισπανία είναι: Κάτω οι Φασίστες – Κάτω οι Νομιμόφρονες. Όσο μάταιο κι αν φαίνεται εν όψει της σημερινής παγκόσμιας κατάστασης να πολεμάς για τον κομμουνισμό, είναι τουλάχιστον ο καλύτερος σκοπός για να πολεμήσεις. «Καλύτερα η αίσθηση της ματαιότητας παρά η χαμένη ενέργεια που χάνεται σε λάθος δρόμους. Θα διατηρήσουμε την αίσθηση της αλήθειας, της λογικής με κάθε κόστος, ακόμα και με κόστος την ματαιότητα».


Σημειώσεις της μετάφρασης: CNT – η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας, υπό των έλεγχο των αναρχοσυνδικαλιστών, FAI – η ιβηρική αναρχική ομοσπονδία. Οι «Φίλοι του Ντουρούτι» ήταν πρώην μέλη της FAI που διαφώνησαν με τη ρεφορμιστική τροχιά της και διαχωρίστηκαν απ’ αυτήν, με αποτέλεσμα να αποκηρυχθούν από την ηγεσία της CNT-FAI (νομιμόφρονες), ως «ανεξέλεγκτοι», όπως και οι αγωνιστές της Σιδηράς Ταξιαρχίας (Columna d’ Hierro). Ο Santillan (Diego Abad de Santillan) τέλος, ήταν επιφανές στέλεχος της FAI που πρωταγωνίστησε στη συμμαχία CNT-UGT και στη δημιουργία του αντιφασιστικού μετώπου.

Καταλήψεις και συμβούλια στην Ιταλία του 1920 – Daniel Guerin

Για τις εργοστασιακές καταλήψεις στην Ιταλία του 1920

Biennio Rosso – Η κόκκινη διετία των εργοστασιακών καταλήψεων στην Ιταλία του 1920

Όταν μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι διηύθυναν τους χώρους εργασίας τους για λογαριασμό τους. [Πηγή: άρθρο από τον διαδικτυακό τόπος LibCom]

Τα ρεφορμιστικά συνδικάτα έπειτα διαπραγματεύτηκαν μια λήξη των συγκρούσεων, ανοίγοντας το δρόμο για τη φασιστική αντίδραση, την μαύρη διετία (Biennio Nero) του 1921-1922.

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η εργατική τάξη της Ευρώπης πέρασε σε μια ευρεία διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης. Τα μέλη των συνδικάτων πολλαπλασιάστηκαν ταυτόχρονα με τις απεργίες, τις διαδηλώσεις και τις εξεγέρσεις που εκδηλώθηκαν. Η Ιταλία δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Οι εργάτες της ήταν οργισμένοι με τις κακουχίες του πολέμου και γίνονταν ολοένα και πιο μαχητικοί. Ένα τέλειο παράδειγμα αυτής της μαχητικότητάς τους μπορεί να εντοπιστεί στις εργοστασιακές καταλήψεις του 1920.

Η ανάπτυξη του ριζοσπαστικού συνδικαλισμού στην Ιταλία ξεκίνησε αμέσως μετά τον πόλεμο. Στο Τορίνο και σε όλη την έκταση της Ιταλίας, ένα κίνημα εργαζομένων στην αλυσίδα παραγωγής αναπτυσσόταν γύρω από τις «εσωτερικές επιτροπές». Αυτές βασίζονταν σε μια ομάδα ανθρώπων σε ένα εργαστήριο με έναν εξουσιοδοτημένο και ανακλητό αντιπρόσωπο για κάθε 15-20 εργάτες. Οι αντιπρόσωποι αυτοί σε κάθε εργοστάσιο θα εξέλεγαν στη συνέχεια την «εσωτερική επιτροπή» η οποία ήταν άμεσα ανακλητή από τους ίδιους. Αυτό πάνω κάτω ήταν το «εργοστασιακό συμβούλιο».

Τον Νοέμβρη του 1918, αυτές οι επιτροπές είχαν γίνει κεντρικό εθνικό ζήτημα στα πλαίσια του συνδικαλιστικού κινήματος, και τον Φλεβάρη του 1919, η Ιταλική Ομοσπονδία Εργατών Μετάλλου (FIOM) κέρδισε μια σύμβαση που αναγνώριζε την ύπαρξη των επιτροπών στους χώρους εργασίας. Έκτοτε προσπάθησαν να μεταμορφώσουν τις επιτροπές αυτές σε συμβούλια με μια διαχειριστική λειτουργία. Τον Μάη του 1919, έγιναν «η κυρίαρχη δύναμη στο εσωτερικό της μεταλλουργίας διακυβεύοντας την ίδια την ύπαρξη των συνδικάτων που έτειναν να γίνουν περιθωριακά όργανα της διοίκησης» (βλ. Carl Levy: ο Gramsci και οι αναρχικοί). Αν και αυτές οι διαδικασίες αναπτύσσονταν εκτεταμένα στο Τορίνο, αυτή η μαχητικότητα δεν έλειψε κι από την υπόλοιπη Ιταλία όπου αγρότες μια παύση των μισθολογικών διαπραγματεύσεων, οι εργάτες των μεταλλουργικών και οι λιμενεργάτες κατέλαβαν και διαχειρίστηκαν τα εργοστάσια για τέσσερις μέρες.

Καθ’ όλη την περίοδο αυτή, η Ιταλική Συνδικαλιστική Ένωση (USI) αύξησε τα μέλη της σε 800.000 και η επιρροή της Ιταλικής Αναρχική Ένωσης (20.000 μέλη συν την Umanita Nova, την καθημερινή εφημερίδα της) αυξανόταν ανάλογα. Ο ουαλός μαρξιστής Gwyn Williams γράφει ξεκάθαρα στο βιβλίο του «Προλεταριακή Τάξη» ότι οι «αναρχικοί και επαναστάτες συνδικαλιστές ήταν οι πιο σταθερές επαναστατικές ομάδες της αριστεράς. Οι συνδικαλιστές περισσότερο από κάθε άλλο συνέλαβαν την πιο μαχητική συνείδηση της εργατικής τάξης, που το σοσιαλιστικό κίνημα απέτυχε περίτρανα να συλλάβει. Οι αναρχικοί ήταν οι πρώτοι που πρότειναν την κατάληψη των χώρων εργασίας. Ο διάσημος αναρχικός Errico Malatesta έγραψε στην Umanita Nova τον Μάρτη του 1920: «Οι γενικές απεργίες διαμαρτυρίας δεν μπορούν πλέον να αναστατώσουν κανέναν… Βάζουμε μπροστά μια ιδέα: Να καταλάβουμε τα εργοστάσια: η μέθοδος έχει σίγουρα ένα μέλλον, μιας και ανταποκρίνεται στις τελευταίες ανάγκες του εργατικού κινήματος». Τον ίδιο μήνα, στη διάρκεια μιας συνδικαλιστικής εκστρατείας για την εγκαθίδρυση συμβουλίων στο Μιλάνο, η γραμματεία της USI καλούσε επίσης για μαζικές καταλήψεις εργοστασίων και γρήγορα ακολουθήθηκε από τους Κομισάριους των Εργοστασιακών Συμβουλίων.

Προφανώς, αυτή η μαχητικότητα θα προκαλούσε μια κάποια αντίδραση από τα αφεντικά. Οι οργανώσεις των αφεντικών αποκήρυξαν τα εργοστασιακά συμβούλια για ενθάρρυνση της «απειθαρχίας» ανάμεσα στους εργάτες και ζήτησαν από την κυβέρνηση να παρέμβει. Το κράτος φυσικά υποστήριξε τα αφεντικά (εξεπλάγη κανείς;) που ξεκίνησαν να ενισχύουν τις υπάρχουσες εργοστασιακές συνθήκες. Οι συμβάσεις που κέρδισε η FIOM στα 1919 σήμαιναν ότι οι εσωτερικές επιτροπές απαγορεύονταν στο εσωτερικό των καταστημάτων και περιορίζονταν εκτός των ωρών εργασίας. Έτσι, η διακοπή της εργασίας προκειμένου να εξελιχθούν οι εκλογές των αντιπροσώπων (μεταξύ άλλων πραγμάτων) αποτελούσε παραβίαση της σύμβασης. Το κίνημα ανέπνεε μόνο μέσα στην μαζική απειθαρχία και τα αφεντικά επιστράτευαν ολοένα και σκληρότερο εργοστασιακό έλεγχο προκειμένου να το καταπολεμήσουν.

Ωστόσο, το μεγάλο φινάλε, έλαβε χώρα τον Απρίλη. Όταν αρκετοί αντιπρόσωποι ήταν συγκεντρωμένοι στην Fiat, οι εργαζόμενοι κήρυξαν μια καθιστική απεργία. Τα αφεντικά απάντησαν με λοκ-άουτ το οποίο η κυβέρνηση υποστήριξε με την αποστολή στρατευμάτων και την τοποθέτηση οπλοπολυβόλων έξω από τα εργοστάσια. Μετά από δυο βδομάδες απεργίας, οι εργάτες άρχισαν να παραδίδονται. Οι εργοδότες τότε απάντησαν με το αίτημα οι συμβάσεις της FIOM και ο διαχειριστικός έλεγχος να επανα-διαπραγματευτούν σύμφωνα με τις διεκδικήσεις τους. Τα αιτήματά τους αυτά είχαν ως σκοπό την καταστροφή των εργοστασιακών συμβουλίων και οι εργάτες του Τορίνο απάντησαν με γενική απεργία υπερασπίζοντάς τα. Η απεργία σταθεροποιήθηκε στο Τορίνο, και διαδόθηκε ακόμη στο Πεδεμόντιο (γύρω από το Τορίνο), περιλαμβάνοντας 500.000 εργαζόμενους-ες. Οι εργάτες του Τορίνο ζήτησαν την υποστήριξη του συνδικάτου της CGL και του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSI), ώστε η απεργία να διαδοθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Τόσο η CGL όσο και το PSI απέρριψαν την έκκλησή τους. Τα συνδικάτα υπό την επιρροή των αναρχο-συνδικαλιστών ήταν «τα μόνα που κινητοποιήθηκαν» (Williams, Προλεταριακή Τάξη), οι σιδηροδρομικοί εργάτες της Πίζας και της Φλωρεντίας αρνήθηκαν να στείλουν ενισχύσεις στο Τορίνο. Οι λιμενεργάτες, και άλλοι βιομηχανικοί εργάτες στους οποίους είχε επιρροή η USI, κήρυξαν απεργία στην περιοχή της Γένοβας. Ο Williams τονίζει ότι παρόλο που «εγκαταλείφθηκαν από ολόκληρο το σοσιαλιστικό κίνημα», οι απεργοί του Τορίνο «είχαν ακόμη λαϊκή υποστήριξη» με «ενέργειες που είτε άμεσα είτε έμμεσα διεξάγονταν από τους αναρχο-συνδικαλιστές». Και στο Τορίνο, οι αναρχο-συνδικαλιστές απειλούσαν να αποκόψουν την επιρροή του Γκράμσι και των σοσιαλιστών από το συμβουλιακό κίνημα.

Τελικά η ηγεσία της CGL αποκατέστησε την κρίση με τους όρους των εργοδοτών. Για παράδειγμα περιόρισε τα συμβούλια των ιδιωτικών υπαλλήλων στις μη-εργάσιμες ώρες. Οι αναρχικοί «άσκησαν κριτική σε αυτό που θεωρούσαν μια λανθασμένη αντίληψη πειθαρχίας που είχε κάνει τους σοσιαλιστές να υποκύψουν στην δική τους άτολμη ηγεσία. Αντιπαρέβαλλαν στην πειθαρχία που τοποθετούσε κάθε κίνημα κάτω από τους υπολογισμούς, τους φόβους, τα λάθη και τις πιθανές προδοσίες των ηγετών στην άλλη πειθαρχία των εργαζομένων του Sestri Ponente που κινήθηκαν αλληλέγγυα με το Τορίνο, την πειθαρχία των σιδηροδρομικών εργατών που αρνήθηκαν να μεταφέρουν τις δυνάμεις ασφαλείας στο Τορίνο και τους αναρχικούς και τα μέλη της USI που αγνόησαν τις γραμμές των κομμάτων και των σεχτών, θέτοντας εαυτούς στη διάθεση των τορινέζων (Carl Levy: Ο Gramsci και οι αναρχικοί).

Σαν απάντηση στις περικοπές και τα λοκ-άουτ, το Σεπτέμβρη έγιναν μαζικές καθιστικές απεργίες. Στα μέσα του Αυγούστου η USI ζήτησε την υποστήριξη της CGL ώστε να καταλάβουν τα εργοστάσια πριν κηρυχτούν τα λοκ-άουτ. Η USI είδε αυτές τις καταλήψεις σαν κρίσιμες για τον εργατικό αγώνα ο οποίος έπρεπε να υπερασπιστεί με κάθε μέσο και ζήτησε την υποστήριξη κι άλλων επαγγελματιών. Οι απεργίες γρήγορα διαδόθηκαν στις κατασκευαστικές βιομηχανίες, στους σιδηροδρόμους και στις κατασκευές δρόμων ενώ οι αγρότες ξανα-διεκδικούσαν τη γη. Παράλληλα με τις καταλήψεις, οι απεργοί τα έθεταν κάτω από εργατικό έλεγχο και σύντομα μισό εκατομμύριο απεργών εξέτρεψαν την παραγωγή για λογαριασμό τους. Τα αυτόδιαχειριζόμενα εργοστάσια συνέχισαν να πληρώνουν κανονικά μισθούς στους εργάτες και οργανώθηκαν ομάδες περιφρούρησης ώστε να προστατευτούν από κάθε επίθεση. Τα αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια ανέδειξαν μια στενή αλληλεγγύη ενώ η παραγωγή μοιραζόταν ανάμεσα στους εργάτες. Η Ιταλία «παρέλυσε, καθώς μισό εκατομμύριο εργαζομένων κατέλαβαν τα εργοστάσιά τους υψώνοντας κόκκινες και μαύρες σημαίες πάνω τους». Το κίνημα απλώθηκε σε όλη την έκταση της χώρας με τους μαχητές της USI στην πρώτη γραμμή. Οι σιδηροδρομικοί εργάτες αρνήθηκαν ξανά να μεταφέρουν στρατεύματα, οι αγρότες καταλάμβαναν τα αγροκτήματα και οι εργάτες απεργούσαν κόντρα στις οδηγίες των ρεφορμιστικών συνδικάτων.

Όμως έναν μήνα αργότερα, οι εργάτες προδόθηκαν ακόμα μια φορά από το PSI και τη CGL. Ήρθαν αντιμέτωποι με το κίνημα και δεσμεύτηκαν απέναντι στο κράτος για μια επιστροφή στην «ομαλότητα» σε αντάλλαγμα για μια νομιμοποίηση του εργατικού ελέγχου σε μια μορφή συνδιαχείρισης με τα αφεντικά. Φυσικά, ο εργατικός έλεγχος δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Καθώς οι εργάτες ακόμη περίμεναν από τους γραφειοκράτες της CGL την πληροφόρηση για το τι συμβαίνει σε άλλες πόλεις, δεν ήταν ποτέ ικανοί να δράσουν με πλήρη ανεξαρτησία. Έτσι, το συνδικάτο χρησιμοποιούσε τη δύναμή του για να απομονώσει το ένα εργοστάσιο από το άλλο. Αν και οι αναρχικοί αντιτίθονταν σε κάθε ενδεχόμενη επιστροφή στην εργασία, παρέμεναν πάντα μια μειονότητα (μια εκτεταμένη μειονότητα είναι αλήθεια, αλλά πάντα μειονότητα) και χωρίς την υποστήριξη της CGL, ήταν ανίκανοι να επεκτείνουν την απεργία.

Μετά την αποχώρηση των εργατών από τα εργοστάσια, η κυβέρνηση συνέλαβε μάχιμα μέλη της USI και της UAI (αναρχικοί). Οι σοσιαλιστές αγνόησαν αυτήν την δίωξη ελευθεριακών ακτιβιστών και συνέχισαν να την αποκρύπτουν μέχρι την απεργία πείνας των αναρχικών, συμπεριλαμβανομένου και του Malatesta, από την φυλακή, στα 1921.

Καθώς η εργατική μαχητικότητα υπέκυπτε, οι μεγάλες επιχειρήσεις ευνόησαν το φασιστικό κίνημα ώστε να τσακίσει ολοκληρωτικά την δυναμική εργατική τάξη, κάτι που κατάφεραν, αλλά όχι χωρίς να αντιμετωπίσουν μια σκληρή αντίσταση.



Οι αναρχικοί στα ιταλικά εργοστασιακά συμβούλια – Daniel Guerin

Οι ιταλοί αναρχικοί ακολουθώντας το παράδειγμα των γεγονότων της Ρωσίας, συμβάδισαν με τους παρτιζάνους της σοβιετικής εξουσίας, κατά την περίοδο αμέσως μετά τον Μεγάλο Πόλεμο (σ.τ.μ: έτσι λεγόταν ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος μέχρι τον δεύτερο). Η Ρωσική Επανάσταση είχε γίνει δεκτή με μεγάλη συμπάθεια από τους ιταλούς εργάτες, ιδιαίτερα από την πρωτοπορία τους, τους μεταλλωρύχους του βορρά. Στις 20 Φλεβάρη του 1919, η ιταλική ομοσπονδία εργατών μετάλλου (FIOM) κέρδισε μια σύμβαση που της επέτρεπε την εκλογή «εσωτερικών επιτροπών στα εργοστάσια. Στη συνέχεια, προσπάθησαν να μετασχηματίσουν αυτά τα όργανα εργατικής αντιπροσώπευσης σε εργοστασιακά συμβούλια με μια διαχειριστική λειτουργία, διεξάγοντας μια σειρά απεργιών και καταλήψεων των εργοστασίων.

Η τελευταία τέτοια, στα τέλη του Αυγούστου του 1920, έγινε μετά από ένα λοκ-άουτ της εργοδοσίας. Οι εργάτες μετάλλου αποφάσισαν συλλογικά τη συνέχιση της παραγωγής για λογαριασμό τους. Προσπάθησαν διαδοχικά με τη πειθώ ή τις απειλές, αλλά απέτυχαν να κερδίσουν τη συνεργασία των μηχανικών και του ανώτερου προσωπικού. Η διαχείριση των εργοστασίων, έπρεπε λοιπόν να διεξαχθεί από επιτροπές τεχνικών και εργατοϋπαλλήλων. Η αυτό-διαχείριση ήταν ακόμα αρκετά μακριά: στην πρώτη περίοδο ενισχύονταν μέσω των τραπεζών, αλλά όταν υποχώρησε αυτό, το αυτό-διαχειριστικό σύστημα τύπωσε δικό του χρήμα, με το οποίο κατέβαλλε τους μισθούς των εργατών. Απαιτήθηκε πολύ σκληρή πειθαρχία, απαγορεύτηκε η χρήση αλκοόλ, ενώ οργανώθηκαν ένοπλες ομάδες περιφρούρησης για λόγους αυτοάμυνας. Αναπτύχθηκε μια πολύ στενή αλληλεγγύη ανάμεσα στα αυτό-διαχειριζόμενα εργοστάσια. Τα φορτία χρυσού ή κάρβουνου συσσωρεύονταν σε μια κοινή δεξαμενή απ’ όπου μοιράζονταν ίσα σε όλους.

Η ρεφορμιστική πτέρυγα των συνδικάτων έσπευσε για έναν συμβιβασμό με την εργοδοσία. Μετά από μερικές εβδομάδες διαχειριστικών καταλήψεων, οι εργάτες κλήθηκαν να εγκαταλείψουν τα εργοστάσια με αντάλλαγμα μια υπόσχεση για επέκταση του εργατικού ελέγχου, υπόσχεση που ούτως ή άλλως δεν κρατήθηκε. Η αριστερή επαναστατική πτέρυγα, αποτελούμενη από αναρχικούς κι αριστερούς σοσιαλιστές, κατήγγειλε την προδοσία, αλλά μάταια.

Η αριστερή πτέρυγα είχε μια θεωρία, ένα γραφείο τύπου, μια έκδοση. Η εβδομαδιαία L’ Ordine Nuovo («Η Νέα Τάξη») πρωτοεμφανίστηκε στο Τορίνο την πρωτομαγιά του 1919. Εκδιδόταν από έναν αριστερό σοσιαλιστή, τον Αντόνιο Γκράμσι, με τη βοήθεια ενός καθηγητή φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Τορίνο, εμφορούμενο από αναρχικές ιδέες, που έγραφε με το ψευδώνυμο Carlo Petri, κι επίσης έναν ολόκληρο πυρήνα από τορινέζους ελευθεριακούς. Στα εργοστάσια, η Ordine Nuovo υποστηριζόταν από έναν αριθμό ανθρώπων, ιδιαίτερα τους αναρχο-συνδικαλιστές μαχητές της μεταλλουργίας, Pietro Ferrero και Maurizio Garino. Το μανιφέστο της Ordine Nuovo υπογράφηκε από σοσιαλιστές και ελευθεριακούς από κοινού, συμφωνώντας στην υπεράσπιση των εργοστασιακών συμβουλίων ως «όργανα κατάλληλα για την μελλοντική κομμουνιστική διαχείριση τόσο των βιομηχανιών όσο και ολόκληρης της κοινωνίας».

Για την Ordine Nuovo τα συνδικάτα έπρεπε να αντικατασταθούν από τις δομές των εργοστασιακών συμβουλίων. Δεν ήταν απόλυτα εχθρικοί προς τα συνδικάτα, τα οποία θεωρούσαν ως τη «σκληρή ραχοκοκαλιά του προλεταριακού σώματος». Ωστόσο, με τον τρόπο του Μαλατέστα του 1907, έβλεπαν κριτικά την παρακμή του γραφειοκρατικού και ρεφορμιστικού συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο είχε αφομοιωθεί πλήρως από την καπιταλιστική κοινωνία. Κατήγγειλαν την ανικανότητα των συνδικάτων ως όργανα για μια προλεταριακή επανάσταση.

Από την άλλη, η Ordine Nuovo συνεισέφερε ποικιλοτρόπως στα εργοστασιακά συμβούλια. Τα θεωρούσε σαν το μέσο για την ενοποίηση της εργατικής τάξης, το μόνο όργανο που θα μπορούσε να υψώσει τους εργάτες πάνω από τα ειδικά συμφέροντα του κάθε επαγγέλματος και να συνδέσει τους «οργανωμένους» από τους «ανοργάνωτους». Εκτιμούσαν τα συμβούλια θεωρώντας πως κινητοποιούν μια ψυχολογία παραγωγού, προετοιμάζοντας τους εργάτες για την αυτό-διαχείριση. Χάρη σ’ αυτούς, η κατάκτηση του εργοστασίου έγινε μια συνεκτική προοπτική που μπορούσε να φτάσει κι ο τελευταίος εργάτης. Τα συμβούλια θεωρήθηκαν σαν μια προεικόνιση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Οι ιταλοί αναρχικοί ήταν κάπως πιο ρεαλιστές και λιγότερο βερμπαλιστές απ’ ότι ο Γκράμσι, και μερικές φορές σχολίαζαν ειρωνικά τις «θαυματουργές» υπερβολές των κυρηγμάτων υπέρ των εργοστασιακών συμβουλίων. Φυσικά λάμβαναν υπόψη τις αρετές τους, αλλά χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές. Ο Γκράμσι κατήγγειλε κι αυτός τον ρεφορμισμό των συνδικάτων, κι όχι άδικα, αλλά οι αναρχο-συνδικαλιστές έδειξαν ότι σε μια μη-επαναστατική περίοδο και τα εργοστασιακά συμβούλια μπορούσαν επίσης να υποβαθμιστούν σε όργανα ταξικής συνεργασίας. Κάποιοι που εμπλέκονταν με την Ordine Nuovo το θεωρούσαν επίσης άδικο μαζί με τον ρεφορμιστικό συνδικαλισμό να καταδικάζεται κι ο επαναστατικός συνδικαλισμός της Ιταλικής Συνδικαλιστικής Ένωσης (USI).

Εν τέλει, και πιο σημαντικά, οι αναρχικοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι το αμφιλεγόμενο και αντιφατικό τρόπο με τον οποίο η Ordine Nuovo έθετε ως πρότυπο των εργοστασιακών συμβουλίων, τα Σοβιέτ. Σίγουρα, ο Γκράμσι συχνά χρησιμοποιούσε τον όρο «ελευθεριακός» στα γραπτά του, και είχε λογομαχήσει με τον εξουσιαστικό Angelo Tasca, που προωθούσε ένα μη-δημοκρατικό σχέδιο «δικτατορίας του προλεταριάτου» το οποίο ήθελε να καταστήσει τα εργοστασιακά συμβούλια απλά όργανα του Κομμουνιστικού Κόμματος, κι επιτέθηκε στα γραπτά του Γκράμσι, θεωρώντας τα επηρεασμένα απ’ τον Προυντον. Ο Γκράμσι δεν ήξερε αρκετά για τα γεγονότα στη Ρωσία ώστε να κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στα ελεύθερα Σοβιέτ των πρώτων μηνών της επανάστασης και τα ψευτο-σοβιέτ του Μπολσεβικικού Κράτους. Αυτό τον οδήγησε να κάνει χρήση αμφιλεγόμενων συσχετισμών. Έβλεπε τα εργοστασιακά συμβούλια ως «πρότυπο προλεταριακό κράτος», το οποίο ήθελε να ενσωματωθεί με ένα παγκόσμιο σύστημα: την Κομμουνιστική Διεθνή. Θεωρούσε πως θα μπορούσε να συμφιλιωθεί ο Μπολσεβικισμός με τον μαρασμό του Κράτους και μια δημοκρατική εκδοχή της «δικτατορίας του προλεταριάτου».

Οι ιταλοί αναρχικοί αρχικά υποδέχτηκαν τα ρωσσικά σοβιέτ με άκριτο ενθουσιασμό. Στην 1 Ιούνη 1919, ο Camillo Berneri, ένας από αυτούς (Σ.τ.μ: αναρχο-κομμουνιστής θεωρητικός, κάποια πράγματα για τη σύγκρουσή του με τον αναρχο-ατομικιστή Renzo Novatore μπορούν να βρεθούν στα μεταφρασμένα κείμενα του R.N.), είχε δημοσιεύσει ακόμα ένα άρθρο με τίτλο «Αυτό-Δημοκρατία» χαιρετίζοντας το Μπολσεβικικό καθεστώς ως «το πιο πρακτικό πείραμα εσωτερικής δημοκρατίας στη μέγιστη κλίμακα, που έχει επιχειρηθεί ποτέ» και ως «την αντίθεση του συγκεντρωτικού κρατικού σοσιαλισμού».

Ωστόσο, ένα χρόνο αργότερα, στο συνέδριο της Ιταλικής Αναρχικής Ένωσης, ο Maurizio Garino μίλησε τελείως διαφορετικά: Τα σοβιέτ που είχαν στηθεί στη Ρωσία από τους Μπολσεβίκους διέφεραν υλικά από την εργατική αυτό-διαχείριση όπως την αντιλαμβάνονταν οι αναρχικοί. Αποτελούσαν τη «βάση για ένα νέο Κράτος, αναπόφευκτα συγκεντρωτικό και εξουσιαστικό».

Οι ιταλοί αναρχικοί και η συντροφιά του Γκράμσι ήταν επόμενο να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους. Οι τελευταίοι αρχικά επέμειναν ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα, όπως και τα συνδικάτα, ήταν ένας οργανισμός αφομοιωμένος από το αστικό σύστημα και επομένως, ούτε απαραίτητος ούτε επιθυμητός ως προς την υποστήριξή του. Έπειτα έκαναν μια «εξαίρεση» για τις κομμουνιστικές ομάδες στο εσωτερικό του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Μετά το σχίσμα στο Λιβόρνο, στις 21 Γενάρη 1921, αυτές οι ομάδες σχημάτισαν το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που συνδέθηκε με την Κομμουνιστική Διεθνή.

Οι ιταλοί ελευθεριακοί, ξεκίνησαν από την άλλη, να εγκαταλείπουν μερικές από τις παραισθήσεις τους και να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή σε ένα προφητικό γράμμα που τους απεύθυνε ο Μαλατέστα ήδη από το καλοκαίρι του 1919. Αυτό τους παρότρυνε εναντίον μιας «νέας διακυβέρνησης που στήθηκε στη Ρωσία πάνω στην Επανάσταση ώστε να την δεσμεύσει και να την θέσει στους σκοπούς ενός κόμματος- ή καλύτερα των ηγετών του κόμματος». Ο γέρος επαναστάτης επέμεινε προφητικά ότι επρόκειτο για μια δικτατορία, με τις βαθμίδες της, τους ποινικούς θεσμούς της, τα εκτελεστικά όργανά της, και πάνω απ’ όλα, τις ένοπλες δυνάμεις που βοήθησαν στην υπεράσπιση της Επανάστασης εναντίον των εξωτερικών εχθρών της, αλλά την επομένη θα βοηθήσουν στην επιβολή της θέλησης των δικτατόρων στους εργάτες, στον έλεγχο της πορείας της Επανάστασης, στη σταθεροποίηση νέων συμφερόντων, και να υπερασπιστούν μια νέα προνομιούχο τάξη ενάντια στις μάζες. Ο Λένιν, ο Τρότσκυ και οι σύντροφοί τους θεωρούνται φυσικά ειλικρινείς επαναστάτες, αλλά προετοιμάζουν τις κυβερνητικές θέσεις που θα επιτρέψουν στους διαδόχους τους να εκμεταλλευτούν την επανάσταση και να την εξοντώσουν. Αυτοί, θα είναι τα πρώτα θύματα των ίδιων των μεθόδων τους…

Δυο χρόνια αργότερα, η Ιταλική Αναρχική Ένωση συνεδρίασε στην Ανκόνα, στις 2 με 4 Νοέμβρη του 1921, και αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ρωσική κυβέρνηση ως αντιπρόσωπο της Επανάστασης, αντίθετα την κατήγγειλε ως «τον βασικό εχθρό της Επανάστασης, τον καταπιεστή κι εκμεταλλευτή του προλεταριάτου στο όνομα του οποίου υποτίθεται ότι ασκεί εξουσία». Κι ο ελευθεριακός συγγραφέας Luigi Fabbri το ίδιο έτος συμπέρανε πως: «μια κριτική μελέτη της ρωσικής επανάστασης είναι επείγουσας σημασίας- καθώς οι δυτικές επαναστάσεις μπορούν να κατευθύνουν τις πράξεις τους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφευχθούν τα λάθη που ήρθαν στο φως με την ρωσική εμπειρία».

Σημείωμα της μετάφρασης:

Μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε εδώ αυτά τα σύντομα κείμενα, για να δώσουμε μια ιδέα για την συσκοτισμένη «παραλίγο» επανάσταση που συντελέστηκε στην Ιταλία, την «κόκκινη διετία» 1919-1920. Η τραγική κατάληξη των γεγονότων («μαύρη διετία» της φασιστικής αντίδρασης και τσάκισμα του κινήματος, 1920-1921) θα ‘πρεπε να ληφθεί υπ’ όψη για δυο τουλάχιστον παραμέτρους της. Πρώτον, κατά πόσο ήταν, κι αν ήταν τότε, κατά πόσο είναι ακόμη επαναστατικό το «να πάρουμε τα μέσα», και δεύτερον, η επιβεβαίωση για μια ακόμα φορά της γνωστής ρήσης του Ροβεσπιέρου (όσοι κάνουν μισές επαναστάσεις, απλώς σκάβουν τον τάφο τους).

«Οι εργάτες πίστεψαν ότι είχε έρθει η στιγμή να πάρουν μια για πάντα στα χέρια τους τα μέσα της παραγωγής. Οπλίστηκαν για την αυτοάμυνα και ξεκίνησαν την οργάνωση της παραγωγής για λογαριασμό τους. Ήταν η έμπρακτη κατάργηση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Ήταν ένα νέο καθεστώς, μια νέα μορφή κοινωνικής ζωής που γεννήθηκε. Και η κυβέρνηση αναγκάστηκε απλώς να παραμερίσει νιώθοντας εξαιρετικά αδύναμη για να αντιταχθεί». – Errico Malatesta

Η επιτυχία της Ρωσικής Επανάστασης ήταν ακόμη νωπή, και τα σημάδια της παρακμής της δεν είχαν αποκαλυφθεί, τουλάχιστον όχι στην εξεγερμένη Ιταλία, όπου ο ίδιος ο Μαλατέστα, αποκαλούμενος από τους εργάτες του Τορίνο «ο ιταλός Λένιν», μάταια προσπάθησε να εξηγήσει ότι ούτε οι προθέσεις του ήταν αυτές, αλλά ούτε και χρειαζόταν πραγματικά έναν Λένιν το ιταλικό προλεταριάτο. Οι εργάτες φάνηκε να είναι πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα, απ’ το να εμποδίσουν την μεταφορά των στρατευμάτων που θα κατέστειλαν τους απεργούς του Τορίνο, μέχρι να πάρουν τα όπλα για να περιφρουρήσουν τα κατειλημμένα εργοστάσια, αλλά και ν’ ανεχτούν τα πάντα, όπως φάνηκε από την επιβολή της εργασιακής πειθαρχίας που πλέον περνούσε χωρίς συνειδητή αντίσταση, αποτυπωμένη ακόμα και στην απαγόρευση του αλκοόλ, προκειμένου να υπερασπιστούν την «προλεταριακή δικτατορία» των εργοστασιακών συμβουλίων. Να ανεχτούν ακόμα και τους εχθρούς της, όπως οι συνδικαλιστές ηγέτες ή το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Έτσι, στο βωμό της διεξαγωγής του έργου της «αυτό-διαχείρισης» (και της συνακόλουθης προτεραιότητας στο ποσοτικό) που αυτόματα τέθηκε ως στόχος του καταληψιακού κινήματος, δεδομένου ότι δεν μπόρεσε να εξαπλωθεί πέρα από τα όρια του βιομηχανικού βορρά, θυσιάστηκε η μαχητικότητά του (πλέον δεν επιτίθονταν στον κοινωνικό πλούτο, αλλά τον υπερασπιζόταν με αντάλλαγμα τη συν-διαχείρισή του), και τελικά η ίδια η αυτό-διαχείριση. Οι ίδιοι εργάτες που είχαν οπλιστεί για να υπερασπιστούν τις καταλήψεις ήταν αυτοί που σύρθηκαν πίσω από το, παραγκωνισμένο ως τότε από την ίδια την πορεία των γεγονότων, Σοσιαλιστικό Κόμμα, όταν πρότεινε την δική του «επαναφορά στην ομαλότητα». Πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο δεν έγινε από άγνοια, ή από «προδοσία» ή «ξεπούλημα» όπως αρέσκονται να λένε οι υποκριτές, αλλά από μια γενική συνείδηση της αποτυχίας του αυτό-διαχειριστικού εγχειρήματος, αλλά και αδυναμία ξεπεράσματός του προς μια ανατρεπτική προοπτική.

Ο όρος αποτυχία ταιριάζει άλλωστε καλύτερα από την ήττα, μιας και το κίνημα δεν τσακίστηκε τόσο «από τα έξω» από μια πανίσχυρη κυβέρνηση (που δεν υπήρχε) ή από μια αντίρροπη ανάπτυξη του φασισμού. Ο φασισμός δεν ήρθε στα πράγματα παρά μετά τον μαρασμό του κινήματος.

Το να δεχτούμε πάλι, ότι ο φασισμός ήταν απλά ένα τέχνασμα των αφεντικών για να τσακίσουν το επαναστατικό κίνημα είναι σαν να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στην μισή αλήθεια. Ο φασισμός γεννήθηκε επίσης στο δρόμο, σαν ένα ακόμη κίνημα που προέκυψε από τις λαϊκές εξεγέρσεις, αλλά, για την ακρίβεια από την ήττα τους, από τον μαρασμό της εξέγερσης. Ιδιαίτερα στο ιταλικό παράδειγμα, μπορούμε να δούμε πως, ίσως όχι οι περισσότεροι αλλά σίγουρα πολλοί, από τους συνδικαλιστές και τους θεωρητικούς του κινήματος του 1919, μεταστράφηκαν σε οπαδούς του φασισμού, ο οποίος επίσης, διόλου τυχαία βασίζεται στη δική του εκδοχή της δια-ταξικής συν-διαχείρισης, και στο συνεπακόλουθό της, την επιβολή -με κάθε μέσο- της εργασιακής πειθαρχίας.

Ωστόσο, η προλεταριακή συνείδηση δεν εξαλείφθηκε ολότελα, κι έτσι ο αγώνας ενάντια στο φασισμό δεν μετατράπηκε σε αγώνα για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Ηρωικές ομάδες εργατικής αντίστασης όπως οι Arditi del Popolo, τάχθηκαν υπέρ μιας ενιαίας οργάνωσης του προλεταριάτου ενάντια στο φασισμό ή τη δημοκρατία, απομακρύνοντας έτσι τους σοσιαλιστές, που υπέγραψαν «συμφωνία εκεχειρίας» με τους φασίστες τον Αύγουστο του 1921. Οι κομμουνιστές πάλι, συνέστησαν στα μέλη τους να αποσυρθούν από τις αντιφασιστικές ομάδες παρά να συνεργάζονται με αναρχικούς. Μπορούμε να πούμε λοιπόν, ότι η αριστερά, εκτός από ένα μαχητικό κομμάτι των συνδικαλιστών της USI, προτίμησε ρητά την επικράτηση του φασισμού, από την ανοχή της επιρροής των αναρχικών. Καμιά αμφιβολία δε θα ‘πρεπε όμως να υπάρχει για αυτούς.

Το ερώτημα τίθεται λοιπόν ξανά στο ζήτημα της παραγωγής. Κατάληψη των παραγωγικών μέσων και συνέχεια της παραγωγής ως έχει (και ανα-παραγωγής αυτής της κοινωνίας) για λογαριασμό μας; Ευχαριστούμε, αλλά δεν θα πάρουμε.

[Εκδόσεις για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007]