Categories
Émile Pouget

Για το σαμποτάζ – Emile Pouget

Κάποια συμπεράσματα για το σαμποτάζ – Émile Pouget

Όπως το αντιλαμβανόμαστε, εξετάζοντας τα μέσα του εργατικού σαμποτάζ, κάτω από κάθε μορφή και κάθε στιγμή στην οποία εκδηλώνεται, ο χαρακτήρας του είναι -παντού και πάντα!- να χτυπάει το αφεντικό στο πορτοφόλι.

Ενάντια σ αυτό το σαμποτάζ, που δε χτυπά παρά τα μέσα της εκμετάλλευσης, άψυχα αντικείμενα, η μπουρζουαζία δε μένει στις κατάρες. Αντιθέτως, οι καταστολείς του εργατικού σαμποτάζ δε στερούνται ενός άλλου σαμποτάζ, πραγματικά εγκληματικού, τερατώδους και αποτρόπαιου, που αποτελεί την ίδια την ουσία της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Δεν ντρέπονται γι αυτό το σαμποτάζ που, δεν αρκείται στο να καταστρέφει τα θύματά τους, τους ζημιώνει την υγεία, τους απομυζεί την ίδια τους τη ζωή… Μέχρι τέλους! Υπάρχει σ αυτήν την απάθεια ένας βασικός λόγος: Ότι, στην περίπτωση αυτή, οι σαμποτέρς είναι οι προνομιούχοι.

Σαμποτέρς, οι έμποροι που κερδοσκοπώντας στο γάλα, αφήνουν τα παιδιά να πεινάνε, εξοντώνουν τις μελλοντικές γενιές.

Σαμποτέρς, οι αλευροβιομήχανοι και οι φουρνάρηδες, που προσθέτουν άλευρα από ταλκ ή άλλα βλαβερά προϊόντα, αλλοιώνοντας έτσι το ψωμί, διατρογικό είδος πρώτης ανάγκης.

Σαμποτέρς, οι κατασκευαστές σοκολάτας με λάδι φοίνικα ή καρύδας, με κόκκους καφέ στο άμυλο, με ραδίκια ή με βελανίδια, με πιπέρι στο κέλυφος του αμυγδάλου ή στις ελιές, με κρέμες από γλυκόζη, με γλυκά από βαζελίνη, με μέλη από άμυλο και πολτό κάστανου, ε ξίδι από θειϊκό οξύ, με τυριά με κιμωλία ή άμυλο, με μπύρα από φύλλα ξύλων κλπ κλπ (σ.τ.μ. κερδοσκοπικά “μαγειρέματα” της εποχής).

Σαμποτέρς, οι έμποροι, ώ αυτοί οι πατριώτες! Ακόμα καλύτεροι κι από τον Bazaine, που στα 1870-71, συνεισέφερε στο σαμποτάζ της πατρίδας τους, παραδίδοντας στο στρατό όπλα με κομμάτια χαρτονιού και καρτέλες με σκόνη άνθρακα. Σαμποτέρς, ίσοι μ αυτούς που εισέρχονται περήφανοι στην πατρική επιχείρηση, χτίζουν τα κανόνια των πολεμικών πλοίων, τα υποβρύχια, εξοπλίζουν το στρατό, πουλάνε σάπια κρέατα και φυματιώσεις, σαμποτέρς, όπως οι εργολάβοι ή οι κατασκευαστές των σιδηροδρόμων, οι μηχανικοί των πολυκατοικιών, οι έμποροι χημικών, οι βιομήχανοι κάθε είδους και κάθε κατηγορίας… Ναί, σαμποτέρς! όλοι τους, χωρίς εξαίρεση!.. καθώς όλοι τους, φθείρουν, παραποιούν, καταστρέφουν όσο πιο πολύ μπορούν.

Το σαμποτάζ είναι παντού! παντού! όμως, αυτό το καπιταλιστικό σαμποτάζ που ζωογονεί τη σημερινή κοινωνία, που τη ζωογονεί, όπως εμάς το οξυγόνο του αέρα, αυτό το σαμποτάζ δε θα εξαφανιστεί παρά μόνο μαζί της, αυτό το σαμποτάζ είναι που πρέπει να καταδικάσουμε κι όχι το εργατικό σαμποτάζ.

Αυτό εκεί, πρέπει να επιμείνει! δεν χτυπά παρά το κεφάλαιο, το πορτοφόλι, ενώ το άλλο λυμαίνεται την ανθρώπινη ζωή, καταστρέφει την υγεία, γεμίζει τα νοσοκομεία και τα νεκροταφεία.

Οι ζημιές που γεννά το εργατικό σαμποτάζ δεν είναι παρά οικονομικές, εκείνες που παράγει το καπιταλιστικό σαμποτάζ αντιθέτως κάνουν το αίμα να τρέχει.

Το εργατικό σαμποτάζ εμπνέεται από τις αλτρουιστικές γενναιόδωρες αρχές του: είναι ένα μέσο άμυνας και προστασίας απέναντι στην μανία των αφεντικών. Είναι το όπλο των απόκληρων που μάχονται για την ύπαρξη αυτών και των οικογενειών τους. Στοχεύει να βελτιώσει τις κοινωνικές συνθήκες του εργατικού πληθυσμού και να τον απελευθερώσει από την εκμετάλλευση, και τη συνθλίβει… Είναι μια στάλα ακτινοβόλας και καλύτερης ζωής.

Το καπιταλιστικό σαμποτάζ, δεν είναι παρά ένα εργαλείο έντασης της εκμετάλλευσης. Συμπυκνώνει τις ασυγκράτητες ορέξεις και την εξαφάνιση των ρεπό. Είναι η αντιπαθής έκφραση της αρπακτικότητας, μιας ακόρεστης δίψας για πλούτο που δεν υποχωρεί μπροστά στο έγκλημα που τη θρέφει… Όχι μόνο θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, αλλά και σπέρνει παντού τα ερείπια, τη θλίψη, το θάνατο…


Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Γενάρης 2008


Categories
Holger Meins

Ή ΓΟΥΡΟΥΝΙ Ή ΑΝΘΡΩΠΟΣ – Holger Meins

Ή ΓΟΥΡΟΥΝΙ Ή ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Το απόσπασμα παρακάτω έχει παρθεί από το βιβλίο του Emile Marenssin «ΦΡΑΞΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ – η «συμμορία» Μπάαντερ-Μάινχοφ», έκδοση της Διεθνούς Βιβλιοθήκης σε μετάφραση Γιάννη Πικρού. Δεν έχει διατηρηθεί η ορθογραφία ούτε το πολυτονικό του πρωτότυπου, ενώ το εξωτικό «γκουερίλλα» αντικαταστάθηκε με το «αντάρτης».

Το μόνο που μετράει είναι ο αγώνας, τώρα, σήμερα, αύριο, χορτάτος ή όχι. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι τι βγάζεις εσύ απ’ αυτόν. Ένα βήμα μπροστά. Γίνεσαι καλύτερος. Μαθαίνεις από την πείρα. Αυτό πρέπει να βγάλει κανείς σαν συμπέρασμα. Μαθαίνεις από την πείρα. Αυτό πρέπει να βγάλει κανείς σαν συμπέρασμα. Όλα τα άλλα βρωμάνε. Ο αγώνας συνεχίζεται. Κάθε νέα δράση, κάθε αψιμαχία, φέρνει καινούρια άγνωστη πείρα, και αυτό αποτελεί ανάπτυξη του αγώνα. Μόνο έτσι εξελίσσεται.

Η αντικειμενική πλευρά της επανάστασης και της αντεπανάστασης: το αποφασιστικό είναι το ότι ξέρει κανείς να μαθαίνει.

Μέσω του αγώνα. Για τον αγώνα. Από τις νίκες, αλλά περισσότερο από τα λάθη, από τις αδυναμίες, από της ήττες. Αυτό είναι ένας νόμος του μαρξισμού.

Αγώνας, ήττα, πάλι αγώνας, ξανά ήττα και πάλι αγώνας κτλ. Ως την τελική νίκη, αυτή είναι η λογική του λαού. Λέει ο γέρος. Πάντως «ύλη». Ο άνθρωπος δεν είναι τιποτ’ άλλο από ύλη όπως τα πάντα. Ολόκληρος ο άνθρωπος. Σώμα και Συνείδηση είναι «υλιστική» ύλη και ό,τι ο άνθρωπος είναι, ό,τι αυτός είναι, ή ελευθερία του είναι ό,τι η συνείδηση της φύσης επιτάσσει – αυτός ο ίδιος και η εξωτερική του φύση και πάνω απ’ όλα: το Είναι του. Αυτό είναι μια πλευρά του Ένγκελς: κρυστάλλινη.

Ο αντάρτης υλοποιείται στον αγώνα, στην επαναστατική δράση και μάλιστα: χωρίς τέλος – δηλαδή: Αγώνας ως το θάνατο και φυσικά: συλλογικός.

Αυτό δεν είναι υπόθεση της ύλης αλλά της πολιτικής, της Πράξης. Το τι είσαι – τώρα – εναπόκειται πρωταρχικά σε σένα.

Η απεργία πείνας δεν θα τελειώσει ακόμα.

Και ο αγώνας δεν σταματά,

Αλλά.

Δώσε σημασία σ’ αυτό το σημείο:

Αν ξέρεις, ότι με κάθε γουρουνίσια νίκη η συγκεκριμένη όψη του θανάτου γίνεται πιο συγκεκριμένη, και εσύ δεν συμμετέχεις πλέον, δηλ. ασφαλίζεις τον εαυτό σου, δίνεις στα γουρούνια μια νίκη, δηλ. μας εγκαταλείπεις, είσαι τότε εσύ το γουρούνι, αυτό διαιρεί και απομονώνει, με σκοπό να επιζήσεις ο ίδιος, και μετά σκασμός, τίποτε για την Πράξη. «Ζήτω ο ΡΑΦ. Θάνατος στο γουρουνίσιο σύστημα». Μετά – όταν δηλαδή δεν συμμετέχεις πλέον μαζί μας στην πείνα – ή καλύτερα ειπωμένο (αν εσύ ξέρεις τι είναι Τιμή), τότε όπως είπα: Ζώ, Κάτω ο ΡΑΦ, Ζήτω το γουρουνίσιο σύστημα.

Ή γουρούνι ή άνθρωπος.

Ή θα ζήσεις με οποιοδήποτε τίμημα

Ή αγώνας ως το θάνατο

Ή πρόβλημα ή λύση.

Στη μέση δεν υπάρχει τίποτε.

Νίκη ή θάνατο λένε παντού και αυτή είναι η γλώσσα του αντάρτη, και εδώ ακόμα στην μικροσκοπική διάσταση: Με τη ζωή δηλ. τον αγώνα, ή νικούν ή πεθαίνουν αντί να χάσουν και να πεθάνουν.

Αρκετά λυπηρό, να μην μπορεί ακόμη κάτι να γράψεις. Δεν ξέρεις, φυσικά, πως είναι όταν ένας πεθαίνει ή όταν σκοτώνουν κάποιο. Από πού αυτό; Για μια στιγμή, κάποιο πρωινό, μου είναι η αλήθεια σκοτωμένη μέσα στο κεφάλι: Έτσι είναι λοιπόν (δεν το ήξερα κι εγώ ακόμη) και μετά (πριν από τον πυροβολισμό να σκοπεύει στα μάτια): Ε δεν βαριέσαι, αυτό ήταν. Σε κάθε περίπτωση στη σωστή πλευρά.

Θα έπρεπε κάτι να γνωρίζεις ακόμη. Μα δεν βαριέσαι! Πεθαίνει πάντως κάποιος. Το ζήτημα είναι πώς και πώς εσύ έζησες και η Πράξη είναι πολύ κρυστάλλινη:

Να αγωνίζεσαι εναντίον των γουρουνιών σαν άνθρωπος για την απελευθέρωση των ανθρώπων. Επαναστάτης στον αγώνα – πάνω απ’ όλα αγάπη για τη Ζωή – περιφρονώντας τον θάνατο. Αυτό μετράει για μέσα – Να υπηρετείς τον λαό – ΡΑΦ.

Το παραπάνω γράμμα γράφτηκε στις 31/10/74. Ο Χόλγκερ Μάινς πέθανε στις φυλακές στις 9/11/74 ύστερα από 57 ημέρες απεργίας πείνας, ζυγίζοντας λιγότερο από 42 κιλά (αν και είχε ύψος 1,80). Στις 11/11/74 το «Κίνημα 2 Ιουνίου» εκτελεί για αντίποινα τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Βερολίνου Γκούντερ Φον Ντρέκμαν.

***

ανακατασκευή της μικρού μήκους ταινίας του Μάινς από την Ναόμι Κλάιν:

[youtube=http://www.youtube.com/watch?v=iczvwyzM_EQ&fs=1&hl=el_GR]


Categories
Angry Brigade

Μια προκήρυξη της Οργισμένης Ταξιαρχίας – Angry Brigade

Ο αγώνας συνεχίζεται…

Η κατάσταση σήμερα είναι πολύ διαφορετική από τα τέλη του ’60 ή τις αρχές του ’70. Νέοι σύντροφοι μπαίνουν στον αγώνα, που έχει πάρει την μορφή επιθέσεων σε εγκαταστάσεις του ΝΑΤΟ και σε πυρηνικά εργοστάσια, καθώς επίσης και σε άλλες μορφές του αυξανόμενου μιλιταρισμού στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Δεν υπάρχουν πλέον δομές που να αντιστοιχούν στη παλιά RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός), την Action Directe (’μεση Δράση), τις BR (Ερυθρές Ταξιαρχίες), όπως ήταν κάποτε, ή άλλες δομές κανονικά δομημένων ένοπλων ομάδων. Οι υπογραφές και τα εμβλήματα χρησιμοποιούνται ακόμη, αλλά όλοι οι σύντροφοι που τα χρησιμοποιούν έχουν ελάχιστη σχέση μεταξύ τους. Αυτό που είναι προφανές είναι ότι υπάρχει μια θέληση για δράση ενάντια στις νέες όσο και στις παλιότερες μορφές καταπίεσης, και μέσα από αυτή αναδεικνύεται ταυτόχρονα μια κριτική στάση απέναντι στις παλιές μορφές οργάνωσης. Μέσα από το πρίσμα αυτό θέλουμε να μελετήσουμε τις παρακάτω προκηρύξεις που έχουν εμφανιστεί σε ολόκληρη τη χώρα τα τελευταία τρία χρόνια. Μια νέα ιστορική πρεμιέρα του ένοπλου αγώνα γίνεται ήδη ορατή. Βρίσκει τις ρίζες της στη γενικευμένη παραβατικότητα του σήμερα, και αναζητά το ξεπέρασμά της στη δημιουργία μιας νέας συγκεκριμένης επαναστατικής ένοπλης επίθεσης. Είναι καιρός να διαλέξουμε τη θέση μας σ αυτό τον κόσμο και να περάσουμε στη δράση.

Αγριεύουμε!

(Προκήρυξη που στάλθηκε στο Συντηρητικό Κόμμα το 1983)

ΕΜΕΙΣ τοποθετήσαμε τις μικρές βόμβες στα βόρεια γραφεία σας στο Manchester και το Leeds σαν υπενθύμιση ότι η ενεργή αντίσταση σ αυτή τη χώρα δεν είναι νεκρή.

Αρκετά σας ανεχτήκαμε να ορίζετε τις ζωές μας. Έχετε διαπράξει τα πιο βίαια εγκλήματα στην κοινωνία μας και δε σας καίγεται καρφί. Μας πετάνε από τη δουλειά, μας χτυπά η αστυνομία, μας διώχνουν από τη χώρα και μας εκμεταλλεύονται. Και πάλι δε σας είναι αρκετό. Κάθε μέρα που περνάει, μας καταπιέζεται όλο και περισσότερο. Ο αστυνομικός έλεγχος αυξάνεται, εισάγονται περισσότεροι ρατσιστικοί νόμοι, 20 χρόνια γυναικείων κατακτήσεων εξανεμίστηκαν σε μια τριετία, το οργανωμένο εργατικό κίνημα δέχεται επίθεση, και τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολιτική μεθοδικής εξόντωσής μας.

Νομίζετε ότι μπορείτε να μας τσακίσετε, είστε όμως λάθος. Δε θα μείνουμε σιωπηλοί μπροστά στο επερχόμενο μακελειό, θα αντεπιτεθούμε. Ως τώρα οι δράσεις μας στόχευαν την περιουσία κι όχι τα πρόσωπα, αλλά η υπομονή μας εξαντλείται.

ΣΑΣ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΜΕ.

ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ ΤΑΞΙΑΡΧΙΑ

Categories
Horst Fantazzini

Mια συνέντευξη του αναρχικού HORST FANTAZZINI

Mια συνέντευξη του αναρχικού HORST FANTAZZINI

Τη συνέντευξη πήρε ο δημοσιογράφος Ant. Giamreri στις φυλακές San Michele της Alessandria, στις 8 Μάη 1998

A.G. Μίλησέ μας για τον εαυτό σου…

H.F. Είμαι ο Horst Fantazzini και βρίσκομαι στη φυλακή εδώ και τριάντα περίπου χρόνια. Με συνέλαβαν στη Γαλλία το ’68, εκδόθηκα στην Ιταλία το ’72 και έκτοτε βρίσκομαι στη φυλακή, με εξαίρεση ένα μικρό διάστημα που είχα αποδράσει. Τώρα, ο καθένας θα αναρωτιέται πόσους έχω σκοτώσει και τι είδους εγκλήματα έχω διαπράξει. Λοιπόν, δεν έχω σκοτώσει ποτέ κανέναν, η μεγαλύτερη ποινή μου είναι 12 χρόνια. Μόνο που επειδή αρνήθηκα μια σειρά από καταδίκες που μου φαίνονταν υπερβολικές -δεδομένου ότι είχα διαπράξει μια σειρά από ληστείες με ψεύτικο πιστόλι-, “άρπαξα” ως καταζητούμενος διάφορες καταδίκες, 5-6χρόνων φυλάκισης… Έπειτα με συνέλαβαν και προχώρησαν στην έκδοσή μου. Πέρασα κι άλλες δίκες και καταδικάστηκα σε ακόμα 5 χρόνια, 2 χρόνια, 3 χρόνια και ακολούθως 1 χρόνο. Με αυτή τη σειρά από καταδίκες συσσωρεύτηκαν 22 χρόνια ποινής. Εκείνη την εποχή, μιλάμε για το 1972-73, δεν υπήρχε ο λεγόμενος νόμος GOZZINI. Όποιος είχε ποινή 20 χρόνων έπρεπε να την εκτίσει ολόκληρη, εκτός και αν κατάφερνε προς το τέλος να αποφυλακιστεί υπό όρους ή με χάρη. Εγώ δεν αποδέχτηκα αυτό το δεδομένο, μου φαινόταν άδικο, γι’ αυτό άρχισα να σκέφτομαι την απόδραση. Την πρώτη απόπειρα απόδρασης, αρκετά σοβαρή σαν πράξη, την έκανα στο Fossano παίρνοντας κάποιους δεσμοφύλακες ως ομήρους και τραυματίζοντας άλλους τρεις από αυτούς, για να καταλήξω στο τέλος κι εγώ κόσκινο από τις σφαίρες. Από εκείνη την ώρα άρχισα να είμαι κι εγώ ένας ιδιαίτερα δύσκολος κρατούμενος· αυτό σημαίνει ότι σε κάθε φυλακή που πήγαινα μου συμπεριφέρονταν με ένα συγκεκριμένο τρόπο -εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε η σωφρονιστική μεταρρύθμιση που εφαρμόστηκε το ’75. ’ρχισα να γυρνάω την Ιταλία από φυλακή σε φυλακή και να προσπαθώ να αποδράσω. Τη δεύτερη απόπειρα την έκανα, πάντα ένοπλος, την επόμενη χρονιά στη Sulmona, έχοντας ξανά για όμηρους δύο δεσμοφύλακες. Δραπέτευσα μεν αλλά έσπασα το πόδι μου και με συνέλαβαν σε ένα κοντινό σπίτι. Ακολούθησαν νέες μεταγωγές και άρχισα να μαζεύω νέες καταδίκες: 12 χρόνια συν άλλα 8 για δευτερεύοντα αδικήματα, για το πιστόλι και όλα τα άλλα σε σχέση με το Fossano, 8 χρόνια για τα γεγονότα στη Sulmona. Έτσι άρχισα να ξεπερνώ τα μοιραία 30 χρόνια που είναι η ανώτατη ποινή στην Ιταλία για έναν κρατούμενο που δεν έχει καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Η πρώτη συσσώρευση ποινής, 30 χρόνια, έγινε αυτεπάγγελτα και άρχισε να μετράει από το ’74, χρόνο διάπραξης του δεύτερου αδικήματος. Την επόμενη χρονιά, το 1976, δεν συνέβη κάτι το ιδιαίτερο· αντίθετα, το ’77 υπήρξε μια σειρά από μικροαδικήματα, μια εξύβριση δικαστών, μια συμπλοκή με φασίστες στη φυλακή της Voltera… Καταδικάστηκα σε 2 χρόνια για τη συμπλοκή και 18 μήνες για την εξύβριση, καθώς και σε άλλους 18-20 μήνες για μια άλλη εξύβριση. Έγινε νέα συσσώρευση της ποινής και τα 30 χρόνια άρχισαν να μετράνε αυτή τη φορά από το ’77, δηλαδή η ποινή μου έληγε το 2007. Κατόπιν, το 1977 τους ήρθε η ιδέα να φτιάξουν τις λεγόμενες ειδικές φυλακές (σ. υψίστης ασφαλείας), εγώ εγκαινίασα την Asinara· εκείνη την περίοδο -ήταν Μάης- οι ειδικές φυλακές δεν λειτουργούσαν ακόμα επισήμως, ωστόσο εγώ και μια ομάδα συντρόφων εγκαινιάσαμε την πτέρυγα ασφαλείας (Bunker) της Asinara· μετά από μερικές εβδομάδες ήρθαν και κάμποσοι Ταξιαρχίτες, μέλη των ΝΑΡ (σ. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, με δράση κυρίως στο Νότο και ειδικά στη Νάπολη) και γέμισε τόσο η πτέρυγα ασφαλείας όσο και ένα άλλο ειδικό τμήμα, το Fornelli. Παρόλα αυτά, οι ειδικές φυλακές δεν υπήρχαν ακόμη. Επισήμως ξεκίνησαν να λειτουργούν δύο μήνες μετά, τον Ιούλιο, με μια επιχείρηση που διηύθυνε ο στρατηγός Dalla Chiesa, και όπου μέσα σε μια νύχτα 1.500 περίπου κρατούμενοι μεταφέρθηκαν από τις φυλακές που βρίσκονταν σε 10 ειδικές φυλακές -τότε ήταν 10 οι ειδικές φυλακές. Κι έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία, ο αγώνας ενάντια στο άρθρο 90 -ένα νόμο που τώρα πια δεν ισχύει, μα που μπορεί να παρομοιαστεί με το σημερινό άρθρο 41 bis (σ. αντιτρομοκρατικός νόμος) για τους μαφιόζους και άλλους, μολονότι μου φαίνεται απ’ όσα διαβάζω στις εφημερίδες ότι το δικό τους 41 bis είναι ακόμα πιο βαρύ από το δικό μας άρθρο 90- το οποίο σήμαινε: επισκεπτήριο πίσω από διαχωριστικό τζάμι και χωρίς άμεση επαφή με τους γονείς και τα παιδιά, καθόλου δέματα απ’ έξω, πλην της μπουγάδας, μειωμένο χρόνο προαυλισμού και ένα σωρό άλλους περιορισμούς. Ωστόσο υπήρχε διαφορά από φυλακή σε φυλακή· σε κάποιες σαν την Asinara ή το Nuoro οι συνθήκες ήταν πιο σκληρές, σε άλλες ίσως πιο ελαστικές. Αρχίσαμε τους αγώνες μέσα στις φυλακές και η πρώτη και χειρότερη ήταν η Asinara, εκεί που βρισκόμουν κι εγώ. Ο πρώτος αγώνας ήταν πολύ ήπιος, μια στάση κρατουμένων στο προαύλιο, ενώ οι σύντροφοι που είχαν επισκεπτήριο έσπασαν τα τηλέφωνα ενδοεπικοινωνίας -το διαχωριστικό τζάμι ήταν άθραυστο. Ήρθαν καμιά εκατοστή δεσμοφύλακες με κράνη και ρόπαλα και μας επιτέθηκαν, μας χτύπησαν κι εγώ, ίσως επειδή δεν έφυγα αμέσως, δεν ξέρω, ίσως επειδή αντέδρασα, δέχτηκα ένα σωρό χτυπήματα, το πρόσωπό μου έγινε κατάμαυρο και το βράδυ στο κελί οι σύντροφοί μου πρόσεξαν ότι δεν αντιδρούσα φυσιολογικά, ότι ήμουν σαν χαμένος· και μετά λιποθύμησα. Μεταφέρθηκα στο νοσοκομείο με ελικόπτερο. Εκεί ξύπνησα το επόμενο πρωί με ορούς. Μάλλον δεν ήθελαν να μαθευτεί στην κοινή γνώμη το τι είχε συμβεί, κι έτσι μόλις ήμουν σε θέση να απαντήσω σε ερωτήσεις με ξαναφόρτωσαν στο ελικόπτερο και με γύρισαν στην Αsinara, αυτή τη φορά στην πτέρυγα ασφαλείας -η εξέγερση είχε γίνει στο Fornelli. Ευτυχώς εκείνη την περίοδο στο Sassari και το Porto Torres υπήρχαν διάφορες συντρόφισσές μας, ανάμεσά τους και η τότε συντρόφισσά μου, η Patrizia, που κατάλαβαν ότι κάτι έγινε γιατί δεν τους επέτρεψαν να έρθουν στο επισκεπτήριο. Συνήθως τους το απαγόρευαν όταν υπήρχε θαλασσοταραχή, όμως τότε η θάλασσα ήταν ήρεμη κι έτσι κατάλαβαν ότι κάτι είχε συμβεί. Πήγα λοιπόν στον εισαγγελέα, εκείνος ήρθε να κάνει έλεγχο και τότε είδε πώς ήμουν, μαυρισμένος, πρησμένος, με το ένα μάτι κλειστό, γεμάτος μώλωπες, ενώ στην ίδια πάνω-κάτω κατάσταση ήταν καμιά πενηνταριά ακόμα κρατούμενοι. Εκείνες τις μέρες ξέσπασε θόρυβος στον Τύπο και για ένα διάστημα ο τρόπος μεταχείρισής μας άλλαξε ελαφρώς. Δέκα μέρες μετά, καταστρέψαμε, στην κυριολεξία, την πτέρυγα Fornelli και κανένας φύλακας δεν επενέβη, πιθανώς λόγω της πολεμικής που ξέσπασε στις εφημερίδες τις προηγούμενες ημέρες. Ξεκολλήσαμε τα παράθυρα και μ’ αυτά σπάσαμε τους τοίχους διαλύοντας την πτέρυγα. Μετά μας μετέφεραν σε άλλες ειδικές φυλακές, εμένα με πήγαν στο Trani.Εκεί, η ίδια ιστορία: βρισκόταν σε εξέλιξη ο αγώνας ενάντια στο άρθρο 90, αγώνας άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο σκληρός· σπάζονταν τα φώτα, οι κλειδαριές, τέτοια πράγματα, ώσπου τα γεγονότα οδήγησαν στην περίφημη εξέγερση του Trani και την ένοπλη επέμβαση των ειδικών δυνάμεων (R.O.S.) με τα ελικόπτερα -κανείς δεν ξέρει πώς έγινε και δεν είχαμε νεκρούς. Οι ROS πυροβόλησαν εναντίον μας και εναντίον όλων, γιατί κρατούσαμε και καμιά εικοσαριά φρουρούς ως όμηρους σε διάφορα δωμάτια. Μόλις άρχισε η επέμβαση μας έριξαν από εκείνες τις βόμβες που κάνουν πολύ θόρυβο αλλά καθόλου ζημιά και ύστερα άρχισαν να πυροβολούν σαν τρελοί. Μερικοί φύλακες τραυματίστηκαν αλλά η όλη ιστορία λίγο-πολύ συγκαλύφθηκε. Από εκεί με μετέφεραν στο Palmi, όπου επίσης γίνονταν μια σειρά μικροί αγώνες. Στο μεταξύ δικάστηκα κι άλλες φορές και καταδικάστηκα για εξύβριση δικαστών και άλλα παρόμοια αδικήματα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκα στο Nuorο, ήταν τέλη του ’79, όπου κι εκεί είχε ξεκινήσει ένας ακόμη πολύ σκληρός αγώνας, αυτή τη φορά κατευθείαν με εκρηκτικά -την περίφημη εκρηκτική μόκα, δηλ. μπρίκια του καφέ γεμάτα εκρηκτικά και με πυροκροτητή- κι έτσι καταστρέψαμε ολοσχερώς μια πτέρυγα. Η ιστορία έπαιρνε αρκετά σοβαρές διαστάσεις, γιατί στις ειδικές πτέρυγες ήμασταν ανακατεμένοι οι σύντροφοι μαζί με άλλους κρατούμενους και έτσι υπήρχαν κάποια ξεκαθαρίσματα λογαριασμών καθώς επίσης και δύο νεκροί από μαχαιρώματα. Τις πρώτες μέρες κατηγορηθήκαμε όλοι για ανθρωποκτονία, μετά όμως οι αυτουργοί ανέλαβαν την ευθύνη κι έτσι εμείς, εξήντα περίπου σύντροφοι, κατηγορηθήκαμε μόνο για την εξέγερση και την κατοχή εκρηκτικών. Γι’ αυτή την υπόθεση έφαγα άλλα 9 χρόνια φυλακή. Είμαστε στο 1980, που σημαίνει πως τα προηγούμενα χρόνια της ποινής που είχα εκτίσει δεν μετρούσαν πια κι έτσι η ποινή μου θα έληγε το 2010. Μετά βρίσκομαι ξανά στο Palmi και φτάνουμε στο 1984, οπότε καταργείται το άρθρο 90, καταργείται το τζάμι στο επισκεπτήριο, μας επιτρέπουν να λαμβάνουμε δέματα, εξομοιώνονται οι συνθήκες σε όλες τις φυλακές, γεγονός που σημαίνει ότι εμείς των ειδικών φυλακών αποκτήσαμε ένα μικρό πλεονέκτημα, ενώ οι κρατούμενοι των κανονικών φυλακών ένα μειονέκτημα: εκείνη την εποχή οι κρατούμενοι μπορούσαν να γευματίζουν με τις οικογένειές τους, να περνάνε μαζί τους μια ολόκληρη ημέρα στην αίθουσα του επισκεπτηρίου, δεν υπήρχαν περιορισμοί στα επισκεπτήρια, η οικογένεια μπορούσε να μείνει ακόμα και δυο-τρεις μέρες. Με αυτή την εξομοίωση των κανονισμών που έγινε το 1984, τα επισκεπτήρια μειώθηκαν σε μια ώρα την εβδομάδα για όλους, ημών συμπεριλαμβανομένων· τα δέματα περιορίστηκαν στα τρία κιλά το πολύ, ενώ πριν δεν υπήρχε όριο για τους κοινούς κρατούμενους. Μετά κατάλαβαν ότι για τη μπουγάδα και το φαγητό τα τρία κιλά ήταν πάρα πολύ λίγα και αύξησαν το όριο στα πέντε. Αυτοί οι κανονισμοί ισχύουν μέχρι σήμερα: μια ώρα επισκεπτήριο την εβδομάδα, πέντε κιλά ειδών ρουχισμού και διατροφής κάθε βδομάδα ή τέλος πάντων τέσσερις φορές το μήνα το πολύ και πάει λέγοντας.Ύστερα από ένα χρόνο, και αφού η κατάσταση επανήλθε στην ηρεμία, μεταφέρθηκα στο Busto Arsizio όπου πέρασα έξι μήνες στην απομόνωση και υπό επιτήρηση στο αναρρωτήριο που ήταν στον πρώτο όροφο, και ύστερα μεταφέρθηκα στην κανονική πτέρυγα. Αυτά συνέβησαν το 1985. Το 1989 πήρα την πρώτη μου άδεια εξόδου. Είχα εκτίσει περίπου 21 χρόνια και η ποινή μου έληγε το 2010, δηλαδή σε άλλα 21 χρόνια. Πήρα την πρώτη μου άδεια, ξαναγύρισα, μετά δεύτερη, ξαναγύρισα και τα πράγματα είχαν αρχίσει να κυλούν ομαλά. Είχα κάνει αίτηση για εργασία σε καθεστώς ημιελευθερίας, όμως όταν ξαναβγήκα με άδεια βρήκα συντρόφους που ήμασταν μαζί στη φυλακή την εποχή των αγώνων. Τις ημέρες που ήμουν έξω εκείνοι είχαν καθεστώς ημιελευθερίας, δηλαδή την ημέρα δούλευαν και το βράδυ επέστρεφαν στη φυλακή, και αυτό μου έκανε πολύ θλιβερή εντύπωση. Σκέψου, εμείς που περάσαμε μια ζωή έγκλειστοι καταστρέφοντας φυλακές, τώρα να χτυπάμε το κουδούνι για να γυρίσουμε μέσα. Κάτι με έπιασε, μια κρίση προσωπικότητας, και αποφάσισα να μην ξαναεπιστρέψω· μου φαινόταν αντιφατικό και είπα στο εαυτό μου “ό,τι θέλει ας γίνει, εγώ μια φορά την επιλογή να γίνω δεσμοφύλακας του εαυτού μου δεν μπορώ να την κάνω”, κι έτσι δεν ξαναγύρισα στη φυλακή -αυτό έγινε το Δεκέμβρη του 1989. Έπαιξα λίγο με την περιπέτεια για ένα χρόνο και κάτι μέρες, οπότε με συνέλαβαν ξανά. Στο σπίτι μου βρήκαν ενδείξεις, αντικείμενα, όπλα, πλαστά έγγραφα και χρήματα, επιταγές που προέρχονταν από ληστεία. Μου έγινε πρόταση να συνεργαστώ, μου προσφέρθηκε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό και ατιμωρησία, τα συνηθισμένα που κάνουν πάντα· την προσφορά μου την έκανε ο Luigi Rossi που τότε ήταν διοικητής του Εγκληματολογικού στην αστυνομία του Βορρά. Πρέπει να πω ότι μου συμπεριφέρθηκε με πολύ σεβασμό, ήμασταν σε ένα γραφείο μόνοι, εκείνος κι εγώ, και μου είπε: “Γνωρίζω κύριε Φαντατζίνι ότι βρίσκεστε σε οικονομική δυσχέρεια, η φυλακή είναι σκληρή και δύσκολη, θα μπορούσατε όμως να μου δώσετε ένα χεράκι”. Εκείνη την εποχή, η αστυνομία διερευνούσε μια απαγωγή που είχε γίνει από κάποιους Σαρδηνούς στην ευρύτερη περιοχή όπου είχα καταφύγει όσο ήμουν δραπέτης. Ήταν μια περιοχή αραιοκατοικημένη και εκείνο το μήνα δεν είχε τουρισμό. Μετά συνέχισε: “Εσείς θα μου δώσετε κάποια πληροφορία και θα μου πείτε πού θέλετε να καταθέσουμε τα χρήματα που θα σας δώσουμε για το γιο σας, στην Ελβετία ή όπου εσείς θέλετε. Όσο για την υπόθεσή σας, έχετε ήδη κάτσει πολύ στη φυλακή, θα το τακτοποιήσουμε εμείς…” Και εγώ του απάντησα με αυτές ακριβώς τις λέξεις: “Μου έχετε στερήσει την ελευθερία, αλλά την αξιοπρέπειά μου δεν θα μου την πάρετε”. Και εκείνος είπε: “Αν το ξανασκεφτείτε θα με βρείτε εδώ”. Έτσι κατέληξα στη φυλακή και τα πρώτα αντίποινα για τούτη την αξιοπρεπή στάση μου ήταν ότι, αντί να γίνει μια ενιαία δίκη για όλα τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούμουν, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, τα αδικήματα διαχωρίστηκαν και μου όρισαν 4 χωριστές δίκες, οι οποίες δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί. Έχουν περάσει 7 χρόνια και έχω καταδικαστεί σε πέντε χρόνια για τη ληστεία, πεντέμισι για τα όπλα και δυο για τα πλαστά έγγραφα -η δίκη για τα πλαστά χρήματα όλο αναβαλλόταν. Ωστόσο με αυτές τις πρώτες καταδίκες επήλθε η μοιραία συσσώρευση της τριακονταετίας με αφετηρία το νέο μου αδίκημα που έγινε το 1991 και επομένως η ποινή μου έφτανε μέχρι το 2021. Στο μεταξύ έγινε και η άλλη δίκη, εκείνη για τα πλαστά χρήματα, κι έτσι νομίζω ότι με όλες μαζί τις καταδίκες φτάνω περίπου ως το 2022. Τέθηκε σε εφαρμογή και το συνεχόμενο των αδικημάτων που είναι διαφορετικό από τη συσσώρευση -η συσσώρευση είναι το άθροισμα των ποινών από τα διάφορα αδικήματα για τα οποία έχει καταδικαστεί κάποιος· ο κανόνας λέει ότι αν ξεπεράσεις τα τριάντα χρόνια η ποινή σου μειώνεται στα τριάντα. Για ορισμένους η τριακονταετία μετράει από την ημέρα της αρχικής σύλληψης, ενώ για άλλους από την ημέρα του τελευταίου διαπραχθέντος αδικήματος, αυτό επαφίεται στην κρίση του δικαστή. Αυτό βέβαια έχει τη λογική του… αν μιλούσαμε για τριάντα πραγματικά χρόνια, όπως θα έπρεπε να είναι, θα ήταν πιθανό να το δει κάποιος ως έναν τρόπο ατιμωρησίας, θα μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει αφού η τριακονταετία θα έμενε η ίδια. Γι’ αυτό θεσπίστηκε αυτός ο κανόνας, ώστε να αποτραπεί η παραπέρα διάπραξη αδικημάτων. Όμως μπορεί να εφαρμοστεί και με διαφορετικό πνεύμα, για λόγους τιμωρίας, όπως συμβαίνει. Το ξέρω ότι μοιάζει περίεργη ιστορία, αλλά στις φυλακές υπάρχουν πολλοί σαν κι εμένα που πρέπει να εκτίσουν με τη συσσώρευση μια τριακονταετή ποινή, έχουν ήδη συμπληρώσει 25-28 χρόνια στη φυλακή και πρέπει να κάτσουν άλλα 15-20· όχι μόνο σύντροφοι με συμμετοχή σε αγώνες στη φυλακή που τους συσσώρευσαν μια σειρά καταδίκες για εξεγέρσεις, απόπειρες απόδρασης ή κάτι άλλο, αλλά και συνηθισμένος κόσμος που έχει συσσωρεύσει ποινές από πολλά μικρά αδικήματα, ίσως και εκτός φυλακής, κι ύστερα παρίσταται στη δίκη χωρίς δικηγόρο ή με δικηγόρο διορισμένο από την έδρα, ο οποίος επαφίεται στην επιείκεια του δικαστηρίου. Μετά δεν ακολουθεί έφεση ούτε πάει η υπόθεση στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο και έτσι κάποια στιγμή τελεσιδικούν οριστικά τα αδικήματα και συλλαμβάνεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος στο μεταξύ έχει διαπράξει κι άλλα αδικήματα που συσσωρεύονται με τη σειρά τους και τελικά η ποινή ξεπερνά τα τριάντα χρόνια. (…) Θα αρκούσε ένας δικηγόρος να ζητήσει σε αυτές τις δίκες το συνεχόμενο των αδικημάτων, αλλά δικηγόρος δεν υπάρχει ή είναι διορισμένος από την έδρα ή έχει άγνοια. Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν πράγματι πολλές, γνωρίζουμε καμιά εικοσαριά παρόμοιες με τη δική μου. Μπορεί να έχω ρεκόρ τόσο στο χρόνο εγκλεισμού που έχω πίσω μου όσο και, κυρίως, σ’ αυτόν που μου απομένει, ρεκόρ που δεν θα ‘θελα να έχω, όμως δεν είμαι μοναδική περίπτωση. Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Όταν φτιάχτηκε ο νέος κώδικας ποινικής δικονομίας, τον οποίο συνέταξε ένας αξιοπρεπέστατος άνθρωπος, ο δικηγόρος Giandomenico Pisapia που πέθανε πριν από ένα σχεδόν χρόνο, αυτό το ζήτημα του συνεχόμενου των αδικημάτων και της συσσώρευσης των ποινών ίσως δεν αντιμετωπίστηκε όπως θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Παρέμειναν έτσι οι παλιοί κανονισμοί που ανάγονται στον κώδικα Rocco της φασιστικής περιόδου. Αν δίνω σήμερα αυτή τη συνέντευξη, που νομίζω πως είναι κάτι σαν δώρο που μου δίνεται, το κάνω και για να αναδείξω αυτή την κατάσταση, όχι μόνο για μένα αλλά και για εκείνους που βρίσκονται στην ίδια μοίρα και για όσους άλλους πιθανώς βρεθούν στο μέλλον. Χρειάζεται να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του συνεχόμενου των αδικημάτων και προπαντός της συσσώρευσης των ποινών. Επίσης, το ανώτατο όριο της ποινής, που είναι τριάντα χρόνια, είναι ήδη πολύ υψηλό. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες κανείς δεν εκτίει ποινή τριάντα χρόνων. Εννοώ ότι στην Ευρώπη δεν συμπληρώνει κανείς τριακονταετία χωρίς να έχει προκαλέσει αιματοχυσία, χωρίς να έχει σκοτώσει άνθρωπο. Συνεπώς πιστεύω ότι αυτή η διάταξη και οι γενικότερες συνθήκες θα πρέπει να τεθούν υπό συζήτηση από τους αρμόδιους -τον υπουργό, τον υφυπουργό ή κάποιον δικηγόρο- ώστε να αναθεωρηθούν. (Με ειρωνικό τόνο…) Στην Αμερική ο θανατοποινίτης αποκαλείται Dead Man Walking, δεν ξέρω πώς αποκαλούνται οι άνθρωποι σαν εμάς, φαντάσματα που βαδίζουν; Δεν ξέρω, πάντως θεωρώ ότι πρόκειται για κατάσταση αφύσικη, παράλογη και πάνω απ’ όλα επαίσχυντη. Κι ελπίζω αυτή η συνέντευξη να μπορέσει να προκαλέσει μια αλλαγή. Τώρα γίνεται λόγος για την είσοδο στην Ευρώπη, ε, και λοιπόν; Θα πρέπει να μπούμε πολιτισμένα, εννοώ προσαρμοσμένοι στις ήδη υπάρχουσες διατάξεις της Ευρώπης. Ίσως μοιάζει παράξενο να κάνει τώρα μια τέτοια συζήτηση, ρεφορμιστική, κάποιος που 20 ή 30 χρόνια πριν μπορεί να μιλούσε για την καταστροφή αυτής της κοινωνίας. Όμως αντιλαμβάνομαι ότι το να μιλάς περί καταστροφής είναι εύκολο, το να την πράξεις είναι ίσως εφικτό, αλλά χρειάζεται επίσης και η ανοικοδόμηση και το πέρασμα από τις ιδεολογίες στα συγκεκριμένα γεγονότα. Μπορεί να είναι ρεφορμιστικό, όμως όταν υπάρχουν συνθήκες που μπορούν να μεταβληθούν για το καλό όλων, τότε ορίστε μια διαδρομή που θα μπορούσε καμιά φορά να ακολουθήσει κανείς. (Με διασκεδαστικό τόνο…) Ορισμένοι από τους φίλους μου θα τραβάνε τα μαλλιά τους και θα λένε “πάει, ξεμωράθηκε ο Χορστ”. Όχι! Δεν ξεμωράθηκα, αλλά είναι που αντιλαμβάνομαι ότι το να επιδιώκεις συνεχώς το ακατόρθωτο μπορεί για ορισμένους να σε κάνει ήρωα, ένα παράδειγμα προς μίμηση· όμως η ζωή, η πραγματική ζωή, συνίσταται και στη δυνατότητα να ζεις, να μεταβάλεις τα πράγματα μέσα στην αδυναμία τού να τα καταστρέψεις μονομιάς και να τα ξαναφτιάξεις από το μηδέν. Τώρα ξεφεύγω σε μια συζήτηση που δεν θα ήθελα να την ανοίξω, αλλά τέλος πάντων… μιλούσαμε για διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν και αφού πρέπει να τροποποιηθούν (γελάει), να, πρέπει να το πω! …Αυτές οι διατάξεις χρειάζονται τροποποίηση κι έτσι τούτη εδώ είναι μια συζήτηση ρεφορμιστική, όμως είναι μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξει για όσους, σαν εμένα, βρίσκονται στη φυλακή και τα κλειδιά φαίνεται να έχουν χαθεί… Και τώρα νομίζω ότι αν μου κάνεις μια άλλη ερώτηση θα με βγάλεις από την αμηχανία μου.

A.G. Λοιπόν, θα ήθελα τώρα να μου διηγηθείς όσα θυμάσαι από την πρώτη σου ληστεία.

H.F. Ναι, τώρα περνάμε στο φολκλόρ! (Γελάει.) Καλά. Λοιπόν, για να μιλήσω για την πρώτη μου ληστεία χρειάζεται να πάω λίγο πιο πίσω στο χρόνο. Εγώ στη ζωή μου ως τότε είχα δουλέψει πρώτα σε εργοστάσιο, μετά ως υπάλληλος, μπάρμαν, πιτσαδόρος… Δεν κατάφερνα να μείνω αρκετά σε μια δουλειά γιατί δεν ήμουν πολύ υπάκουος σαν χαρακτήρας και μάλωνα συχνά με τους εργοδότες μου, άλλαζα δουλειές, όμως ως τότε πάντοτε δούλευα. Μια δεδομένη στιγμή σκέφτηκα ότι δεν ήταν δίκαιο κάποιοι να πρέπει διαρκώς και μόνο να δουλεύουν και κάποιοι άλλοι πάντα να πλουτίζουν. Είχα διαβάσει και μερικά βιβλία. Προέρχομαι από οικογένεια επαναστατών· ο πατέρας μου ήταν από τους πρώτους αντιφασίστες, έμεινε σχεδόν 22 χρόνια φυγόδικος στο εξωτερικό την περίοδο του φασισμού, επέστρεψε το ’45 για την Απελευθέρωση και μέσα στο σπίτι έπνεε ένας αέρας όχι παραίτησης, αλλά μια ατμόσφαιρα επαναστατική, παρόλο που εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν επαναστάσεις. Κι εγώ, πιθανώς, διερμήνευσα αυτή την πλευρά της οικογένειάς μου κατά έναν τρόπο ασύμβατο με τη συμπεριφορά του πατέρα μου. Σίγουρα κάποια στιγμή επηρεάστηκα διαβάζοντας συγκεκριμένα βιβλία, όπως “Η συμμορία Bonnot” που με ενθουσίασε: η συμμορία Bonnot ήταν μια ομάδα αναρχικών συντρόφων που λήστευαν τράπεζες τόσο για τη χρηματοδότηση του κινήματος, όσο και για τη διαβίωσή τους. Ύστερα υπάρχει και μια φράση του Μπρεχτ που λέει ότι η ίδρυση μιας τράπεζας είναι πράξη πιο εγκληματική από τη διάρρηξή της. Αυτά τα πράγματα με επηρέασαν βαθιά, αλλά μπορεί και να τα χρησιμοποίησα ασυνείδητα σαν κοινωνικό άλλοθι για την απόφαση που ζυμωνόταν μέσα μου και που μια μέρα την πήρα, επειδή επιπλέον μου φαινόταν σαν κάτι αρκετά περιπετειώδες: η ΤΡΑΠΕΖΑ ήταν το σύμβολο της εξουσίας…Πώς λήστεψα την πρώτη μου τράπεζα; Εγώ δεν είχα ποτέ μου σχέσεις με τον υπόκοσμο -ούτε τότε είχα κι ούτε απέκτησα μετά- κι ενώ δεν είχα καθόλου εμπειρία σε αυτά τα πράγματα, ωστόσο έκλεψα το πρώτο μου αμάξι, εξέτασα την τράπεζα, που δεν ήταν τράπεζα αλλά ταχυδρομικό ταμιευτήριο, μελέτησα τους δρόμους, ώσπου αγόρασα ένα ψεύτικο πιστόλι που έμοιαζε αρκετά αληθινό και μια μέρα μπήκα σε εκείνη την τράπεζα, σ’ εκείνο το ταχυδρομικό ταμιευτήριο, το πρώτο και τελευταίο μου ταχυδρομικό ταμιευτήριο -από τότε και μετά λήστευα διαρκώς και μόνο τράπεζες. Μέσα βρίσκονταν τρεις υπάλληλοι, μια γυναίκα και δύο άντρες, και όταν μπήκα μέσα, σίγουρα, ακόμα κι αν δεν φαινόταν, ήμουν ταραγμένος και φοβισμένος. Επίσης είχε κόσμο και περίμενα να αδειάσει κάνοντας ότι συμπληρώνω κάποιο έντυπο. Όταν έμεινα μόνος, πήγα στο ταμείο κρατώντας μια τσάντα, έβγαλα έξω το πλαστικό πιστόλι, το έστρεψα προς τους ταμίες και τους είπα: “Δώστε μου όλα τα λεφτά που έχετε εδώ”. Εκείνοι τότε τρόμαξαν, έμειναν και λίγο σαν χαζοί γιατί δεν φαινόμουν και πολύ άγριος -τώρα έχω γεράσει αλλά τότε είχα φάτσα καλού παιδιού. Μετά κατάλαβαν ότι σοβαρολογούσα και τότε δεν ξεχώριζες ποιος ήταν πιο φοβισμένος, εγώ ή αυτοί. Πάντως τα λεφτά μου τα έδωσαν και μάλιστα η κοπέλα, η οποία μετά σχεδόν λιποθύμησε… Εγώ πήρα όλο το χρήμα, βγήκα έξω, μπήκα στο αμάξι, απομακρύνθηκα ένα-δυο χιλιόμετρα, έκρυψα το όχημα, μπήκα σε ένα πούλμαν και γύρισα στη Μπολόνια. Κι αυτή ήταν η πρώτη μου ληστεία… Αφού πήγε καλά αυτή η ληστεία, βρέθηκα με μερικά λεφτά παραπάνω από όσα είχα συνήθως όταν δούλευα. Εκείνη την περίοδο ήμουν παντρεμένος και είχα ήδη ένα γιο, η γυναίκα μου δούλευε και έτσι με αυτά τα επιπλέον χρήματα άρχισα να κάνω κάποιες αγορές: μια φτηνή σόμπα και ένα ψυγείο -είμαστε στις αρχές του ’60. Της γυναίκας μου της φάνηκε πολύ περίεργο γιατί συνήθως τα λεφτά δεν μας έφταναν να βγάλουμε το μήνα· έτσι επινόησα μια ιστορία: ότι μου συνέβη ένα ατύχημα και η ασφαλιστική εταιρεία μου κάλυψε τα έξοδα κι έτσι άρχισα να επιπλώνω κάπως το σπίτι… Μετά ήρθε δυστυχώς η πρώτη σύλληψη, μετά η απόδραση κι ύστερα η σύλληψη στη Γαλλία…

A.G. Ήξερες καθόλου γαλλικά για να κάνεις ληστεία;

H.F. Μια συγκεκριμένη στιγμή, μετά την πρώτη μου απόδραση το ’67, συνέχισα τις ληστείες τραπεζών στην Ιταλία… Θυμάμαι μια φορά που ήμουνα στο Bergamo για να ξαναληστέψω μια τράπεζα που είχα ήδη ληστέψει κι έψαχνα εκεί να βρω κανένα αμάξι, όταν κάποια στιγμή κοιτάω μια εφημερίδα τοίχου, κολλημένη σε όλους τους δρόμους, και βλέπω τη φωτογραφία μου. Λέω μέσα μου: “Διάολε, τι τρέχει;” Ήδη ανησυχούσα γιατί ο κόσμος μπορεί να με αναγνώριζε. Πάω σε ένα περίπτερο, αγοράζω την εφημερίδα και τη διαβάζω: μιλούσαν ακόμα για τη ληστεία που είχα κάνει εκεί 20 μέρες πριν. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να φύγω από το Bergamo και μετά έκανα τη ληστεία στη Brescia. Ωστόσο κατάλαβα ότι είχε έρθει η ώρα να φύγω από την Ιταλία και τότε πήγα στο εξωτερικό, πρώτα στη Γερμανία όπου κι εκεί έκανα κάποια ληστεία κι ύστερα πήγαινα κάθε τόσο από τη Γερμανία στη Γαλλία, πάντα για ληστεία, όμως δεν ήξερα καλά γαλλικά. Θυμάμαι, όταν έκανα την πρώτη μου ληστεία στη Γαλλία είχα αποστηθίσει, όπως τα σχολιαρόπαιδα, κάποιες βασικές, χρήσιμες φράσεις, όπως “tout le monde a terre” (σ. όλοι κάτω), “tout l’ argent ici” (σ. όλα τα λεφτά εδώ), μη βαρέσεις συναγερμό, μην κουνηθείτε κλπ· τρεις-τέσσερις φράσεις που χρησιμοποιούνται στις ληστείες, αν και το πιο σημαντικό είναι οι χειρονομίες, η συμπεριφορά, δεν έχουν τόση σημασία τα λόγια, κι έτσι έγινε. Η δεύτερη ληστεία στη Γαλλία έγινε στο Saint Tropez και με συνέλαβαν.

A.G. Η ψυχική σου κατάσταση, τα όνειρά σου; Μετά από 30 χρόνια τι απομένει από την προσωπικότητα ενός ανθρώπου;

H.F. Απομένει ο άνθρωπος, αν αυτός καταφέρνει να στηριχτεί και να διασώσει ορισμένα πράγματα που τα έχει ήδη μέσα του.Εγώ πιστεύω ότι δεν έχω αλλάξει σχεδόν καθόλου σε αυτά τα 30 χρόνια. Βέβαια σωματικά έχω γεράσει, αλλά λίγο-πολύ οι επιθυμίες μου έμειναν ανεκπλήρωτες την ημέρα που με συνέλαβαν κι εγώ τις κράτησα ζωντανές, συνέχισα να τις κρατάω ζωντανές όλα αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα τα όνειρα είναι κάτι σημαντικό κι εγώ τα σκέφτομαι πολύ όταν μπορώ να τα θυμηθώ. Όλα αυτά τα 30 χρόνια ονειρεύομαι διαρκώς ότι βγαίνω από τη φυλακή. Φυσικά στα όνειρά μου η φυλακή είναι διαφορετική, δεν μοιάζει ποτέ με τούτες εδώ, είναι φυλακή παράξενη και μέσα είναι κανονικός κόσμος, οικογενειάρχες, τα επισκεπτήρια είναι διαφορετικά. Όμως στα όνειρά μου δραπετεύω πάντα από τη φυλακή, αλλά ό,τι κι αν κάνω, ακόμα κι αν πετάω, πάντα με κυνηγούν, ό,τι και να κάνω, να διασχίζω δάση, σοκάκια, παράδρομους, να τρέχω από ‘δω, να τρέχω από ‘κει, πάντα βρίσκονται στο κατόπι μου και ξυπνάω πάντα με μια αίσθηση ματαιότητας, αδυναμίας και κάθε βράδυ βλέπω πάντα τα ίδια όνειρα. Κάτι σημαντικό που διαπίστωσα τον τελευταίο καιρό που ήμουν έξω, δραπέτης, είναι ότι αυτά τα όνειρα είχαν εξαφανιστεί, δεν ονειρευόμουν πια να το σκάω από τη φυλακή. Αντιθέτως, μια νύχτα ονειρεύτηκα ότι με είχαν συλλάβει και όταν ξύπνησα ένιωσα μια από τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου. Το να βρίσκομαι ακόμα στο κρεβάτι μου, με μια κοπέλα δίπλα μου, ήταν μια τρελή, μια τρομερή χαρά. Και τώρα έχω ξαναρχίσει να ονειρεύομαι ότι πηδάω τοίχους, όσο κι αν δεν είμαι πλέον σε θέση κι ούτε καν το σκέφτομαι να δραπετεύσω -είμαι 60 χρονών, καταντάει κάπως θλιβερό. Μα κάπου μέσα βαθιά στο μυαλό μου έχει παραμείνει αυτό το όνειρο που δεν λέει να σβήσει. Αυτό είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα όνειρά μου, το άλλο είναι το σεξ. Ονειρεύομαι πάρα πολύ συχνά ότι κάνω έρωτα και πάντα ξυπνάω πάνω στο καλύτερο.

A.G. Σωφρονίζεται ένας άνθρωπος σε 30 χρόνια;

H.F. Θέλεις να μιλήσουμε γι’ αυτό; Λένε πως η φυλακή, σύμφωνα με τα λόγια των δεσμοφυλάκων, είναι “επιτηρούμενος σωφρονισμός” ή “επιτήρηση και σωφρονισμός” ή κάτι τέτοιο. Και στην πραγματικότητα η φυλακή ορίζεται από αυτό, όλη η φιλοσοφία της φυλακής στους γραπτούς κανόνες, στους κανονισμούς, στους κώδικες, βασίζεται σε αυτό. Θέλετε να μάθετε αν, κατά τη γνώμη μου, η φυλακή μπορεί να σωφρονίσει; Εγώ στ’ αλήθεια, για να μιλήσουμε ειλικρινά, στη διάρκεια της ζωής μου στη φυλακή έχω γνωρίσει πολλά παιδιά και ανθρώπους όλων των ειδών, αλλά σωφρονισμένο, με την έννοια της επανένταξης στην κοινωνία, δεν έχω συναντήσει κανέναν. Αν κάποιος αφού βγει από τη φυλακή δεν διαπράττει πια τα ίδια αδικήματα όπως πριν, είναι γιατί φοβάται ότι έτσι θα ξαναμπεί μέσα και όχι επειδή πιστεύει πως δεν είναι σωστό. Εγώ πιστεύω ότι όταν κανείς διαπράττει ένα αδίκημα, ακόμα κι αν δεν το κάνει συνειδητά, αυτό είναι μια μορφή εξέγερσης απέναντι στη δικαιοσύνη, αυτό ακριβώς που βίωνα κι εγώ μικρός, όταν δούλευα για πέντε φράγκα που ποτέ δεν μου ‘φταναν για να βγάλω το μήνα. Αυτό ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους. ’λλοι είναι αδαείς, γιατί παρακινούμενοι από τα πρότυπα της κοινωνίας που ζούνε, γενικά, τη διαφήμιση, το ωραίο αμάξι, την όμορφη γυναίκα, το ακριβό άρωμα, το ωραίο ρούχο, καταλήγουν φουκαράδες, ανήμποροι να απολαύσουν κάτι απ’ όλα αυτά, και τότε ή προσαρμόζεσαι ή εξεγείρεσαι για να τα αποκτήσεις. Πάντως, πιστεύω πως πρόκειται για έναν λάθος τρόπο εξέγερσης, όμως οι περισσότεροι το κάνουν για να δείξουν ότι μπορούν κι εκείνοι να έχουν αυτά τα πράγματα που η κοινωνία τούς παρακινεί να αποκτήσουν. Και πολλοί είναι στη φυλακή γι’ αυτό, για να κυκλοφορούν με ρούχα φίρμας, να φοράνε τζην Valentino, για να έχουν γενικά τέτοιου είδους πράγματα… παιδιά, νεαροί κλπ. Αυτός όμως είναι ένας μερικός τρόπος για να εξηγήσουμε τη φυλακή, γιατί η πλειονότητα των κρατούμενων σήμερα… (σταματά…) Θέλω να πω για ένα πρόβλημα που όταν εγώ συνελήφθηκα για πρώτη φορά δεν υπήρχε. Θα κάνω μια σύντομη παρένθεση· στις πρώτες μου συλλήψεις, στη φυλακή υπήρχε κόσμος λίγο πολύ σαν κι εμένα, ληστές, κλέφτες, απατεώνες, υπήρχαν και τότε οι βιαστές αλλά ήταν παραμερισμένοι, όμως το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν υπήρχε με τίποτα -μιλάω για το ’60 και τις αρχές του ’70. Μετά έζησα εκείνη τη μακρά παρένθεση των ειδικών φυλακών, από το ’77 ως το ’85, όπου ήμασταν όλοι σύντροφοι ή τέλος πάντων κρατούμενοι ενός συγκεκριμένου τύπου, κι εκεί επίσης το πρόβλημα των ναρκωτικών ήταν ανύπαρκτο, δεν εμφανίστηκε ποτέ. Και ύστερα βρέθηκα στο Busto Arsizio κι εκεί άρχισα να βλέπω μια πραγματικότητα που δεν την γνώριζα, η φυλακή είχε αλλάξει τελείως: νεαροί ναρκομανείς που έκαναν χρήση μέσα στη φυλακή -γιατί ό,τι κι αν λέγεται, τα ναρκωτικά στη φυλακή μπαίνουν, δεν είμαι εγώ που θα πω το πώς και με ποιον τρόπο, όμως όλοι το ξέρουν… Θέλω να πω ότι τώρα στη φυλακή ζούνε δίπλα-δίπλα τα θύματα και οι δήμιοι, δηλαδή ο νεαρός ναρκομανής που κάνει καμιά κλοπή για να εξασφαλίσει τη δόση του και τρώει κανένα χρόνο φυλακή, και ο μεσαίος εκμεταλλευτής -γιατί οι μεγάλοι δεν μπαίνουν ποτέ στη φυλακή- το μεσαίο βαποράκι, εκείνος που έξω σου προμηθεύει τη δόση σου και που καμιά φορά κάνει και φυλακή… Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος βρίσκονται μαζί και μέσα στη φυλακή ανασυντίθενται οι ίδιες σχέσεις ισχύος που υπήρχαν και έξω. Το βαποράκι συνεχίζει να προμηθεύει και ο ναρκομανής να κάνει χρήση. Έλεγα λοιπόν ότι η φυλακή άλλαξε πολύ κι έτσι δεν ισχύει αυτό που έλεγα πριν, ότι υπάρχουν πολλοί που επιθυμούν έντονα μια καλύτερη ζωή. Τώρα υπάρχουν ένα σωρό φουκαράδες, πιτσιρίκια που για να πάρουν τη δόση τους κάνουν καμιά μπούκα, καμιά κλοπή κλπ. Δεν υπάρχει καμιά ακριβής στατιστική, αλλά νομίζω ότι το 60% των κρατούμενων στις φυλακές αποτελείται από ναρκομανείς και μικροβαποράκια.

A.G. Αισθάνεσαι ότι κατά κάποιο τρόπο έχεις καμφθεί;

H.F. Όχι, με τίποτα δεν αισθάνομαι ότι έχω καμφθεί. Πιστεύω όμως ότι ερμηνεύω την ύπαρξή μου ή τον εγκλεισμό μου με τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι στο παρελθόν, λόγω ηλικίας ή κούρασης ή ορθολογισμού. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν νιώθω ότι έχω καμφθεί. Τις αδικίες που έβλεπα στο παρελθόν τις βλέπω και σήμερα και όσο έχω φωνή θα τις καταγγέλλω. Δεν έχω καμφθεί, όχι, αλλά, πώς να το πω, έχω φθαρεί; Ναι, έχω φθαρεί.

A.G. Πώς ζει κανείς ξέροντας ότι θα βγει μετά από είκοσι και πλέον χρόνια;

H.F. Ζει πολύ άσχημα. Αλλά είναι από τις πρώτες μέρες του εγκλεισμού μου που τα πράγματα πηγαίνουν έτσι. Ζω, ή ζούσα στο παρελθόν, με τη σκέψη ότι κάτι θα αλλάξει, σκάβοντας τρύπες στους τοίχους -πόσες τρύπες άνοιξα πριν με τσακώσουν ύστερα… Σήμερα είναι κάπως εκτός μόδας η σκέψη να ανοίγεις τρύπες ή να καβαλάς τοίχους και καθένας σκέφτεται πως τα πράγματα θα αλλάξουν… Δεν μπορεί να ζήσει κανείς με τη σκέψη ότι θα βγει στ’ αλήθεια μετά από είκοσι χρόνια, είναι κάτι τόσο παράλογο, τόσο απάνθρωπο, που είναι πράγματι αδιανόητο.

A.G. Τι είναι αυτό που σου δίνει περισσότερη δύναμη, περισσότερη ελπίδα;

H.F. Αυτό που μου δίνει περισσότερη δύναμη κι ελπίδα είναι η σχέση μου με τον έξω κόσμο, με τη οικογένειά μου, το γιο μου, τα παιδιά μου, με τις συντρόφισσες που κατά καιρούς με ακολούθησαν σε αυτή τη μακρά ιστορία, τους συντρόφους, τους φίλους… Ο καθένας δημιουργεί έναν άλλο κόσμο από τη φυλακή. Γενικά, στην αλληλογραφία, στα επισκεπτήρια, συζητιόνται άλλα πράγματα. Εγώ στα γράμματά μου δεν μιλάω ποτέ για τη φυλακή, μιλάω για πράγματα ξένα, γι’ αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, ελπίδες, επιθυμίες, για τη στιγμή που επιτέλους θα πρωτοκάνουμε έρωτα και άλλα τέτοια πράγματα. Ωστόσο, αυτό που σου δίνει πραγματικά δύναμη, με την προϋπόθεση ότι έχεις από μόνος σου λίγη για να μπορείς να συμμετάσχεις σε αυτό τον αγώνα, είναι οι σχέσεις με τους άλλους, με κάποιον που σε αγαπά, που σε ενθαρρύνει, που σου στέκεται αλληλέγγυος. Εγώ συμμετέχω στο αναρχικό κίνημα, σε ένα κίνημα που από τον προηγούμενο αιώνα έδωσε αγώνες, που είχε τους δικούς του εξόριστους, τις δικές του ιστορίες, που κράτησε αυτή την παράδοση ισχυρής αλληλεγγύης μεταξύ συντρόφων, κι αυτό μου δίνει τη δύναμη να προχωρήσω μπροστά.

A.G. Για κάποιον που δεν έχει αυτή τη δύναμη, είναι σχετικά εύκολο να χάσει τα λογικά του;

H.F. Κοίτα, πολλοί πιστεύουν ότι κάποιος που είναι στη φυλακή για πολύ καιρό έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, ότι ζει σε ένα δικό του φανταστικό κόσμο, ότι, αν θέλετε, αυτό είναι μια μορφή τρέλας. Έτσι το σκέφτεται και η συντρόφισσά μου ακόμα καμιά φορά, με την έννοια ότι δεν αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα και τα προβλήματα που υπάρχουν έξω. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Θέλω να πω ότι εμείς ζούμε έχοντας επαφή με τη ζωή, όπως μας παρουσιάζεται: ας πάρουμε, για παράδειγμα, κάποιον που ζει σε ένα ορεινό χωριουδάκι κι όλη του τη ζωή την περνά εκεί. Δεν διαφέρει και πολύ από ένα φυλακισμένο, το παράθυρό του στον έξω κόσμο είναι η τηλεόραση, η εφημερίδα, οι ειδήσεις που φτάνουν απ’ έξω· έξω από τη φυλακή του που είναι αυτό το χαμένο μέσα στα βουνά χωριό, όπου πιθανώς κατοικούν άνθρωποι που δεν μετακινούνται από ‘κει για είκοσι χρόνια… Κι αυτό συμβαίνει και στις μεγάλες πόλεις, στις πολυκατοικίες-υπνωτήρια, όπου ο κόσμος πάει το πρωί για δουλειά, περνάει όλη του τη μέρα στα εργοστάσια και στα γραφεία, μετά φεύγει για το σπίτι, αράζει μπροστά στην τηλεόραση, διαβάζει την εφημερίδα, κάθεται με την οικογένεια… Θέλω να πω, την κανονική ζωή δεν τη ζει κανείς ποτέ πραγματικά, την ζει μέσα από την αντανάκλαση του τρόπου με τον οποίο του παρουσιάζεται. Και δεν διαφέρει πολύ το να βρίσκεσαι στη φυλακή διαβάζοντας εφημερίδα και βλέποντας τηλεόραση από το να βρίσκεσαι έξω βλέποντας τηλεόραση και διαβάζοντας εφημερίδα. (…) Έπειτα υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που ζουν αληθινά. Εγώ πιστεύω ότι σήμερα αυτοί που ζουν πραγματικά -και χαίρομαι πολύ που το λέω τώρα αυτό- είναι εκείνα τα παιδιά για τα οποία τον τελευταίο καιρό είναι πολύ της μόδας να γίνεται λόγος: οι squatters, οι καταληψίες στέγης, σωστά; Αυτά τα παιδιά, σήμερα, με την πτώση των τειχών, των ιδεολογιών, έχουν κάνει μια επιλογή ριζοσπαστική, είναι οι πιο συνεπείς απ’ όλους, αρνούνται αυτό τον κόσμο ολοκληρωτικά και αναζητούν, με τις δικές τους δυνάμεις, με τα δικά τους μέσα, όπως μπορούν, να δημιουργήσουν έναν κόσμο, μια ζωή ξεχωριστή, έξω, στο περιθώριο· δεν θεωρούν τον εαυτό τους περιθωριακό, τον θεωρούν ΕΚΤΟΣ, μακριά από αυτό τον τρόπο ζωής… Έτσι, εγώ πιστεύω ότι αυτοί που πραγματικά ζουν είναι τούτοι εδώ, επειδή ζουν μια ζωή δική τους και όχι εκείνη που τους πλασάρουν άλλοι από την τηλεόραση ή το εμπόριο. Ζούνε μια ζωή πραγματικά δική τους, καλή ή κακή, αφού τους αρέσει είναι μια ωραία ζωή και είναι δική τους. Όμως οι άλλοι, οι ενσωματωμένοι… άλλοι ζούνε καλά και άλλοι άσχημα, όμως ζούνε πάντα ακολουθώντας κάποια μοντέλα ήπιας επιβολής. Σίγουρα διαφέρει αυτός που πάει στα Κανάρια νησιά ή όπου αλλού θέλει από τον εργάτη που τα Κανάρια δεν μπορεί ούτε να τα διανοηθεί και πάει στο Ρίμινι, όμως αυτό είναι μόνο μιας διαφορετικής κλίμακας ευημερία, δεν είναι πραγματική ζωή, είναι μια ζωή που για να τη ζήσουμε προσαρμοζόμαστε σε μοντέλα… Αυτά τα παιδιά, οι squatters, που εγώ αγαπάω πάρα πολύ -κι αν ήταν δυνατόν θα ήθελα να χαιρετήσω τον EDO (σ. τον σύντροφο Edoardo Massari “Baleno”*)- είναι σήμερα οι πιο συνεπείς και πιστεύω ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να το ισχυριστεί αυτό. (Απευθυνόμενος στο δημοσιογράφο: Εσάς σας βλέπω αμήχανο…) Κανείς από εμάς δεν ζει τη δική του ζωή, ζει εκείνη που του επιτρέπουν να ζει, αποδεχόμενος συγκεκριμένους κανόνες· και όποιος εξεγείρεται ενάντια σε αυτούς τους κανόνες… όποιος κάνει μια ληστεία πάει φυλακή, όποιος υποστηρίζει συγκεκριμένα πράγματα απολύεται, (με πολύ ειρωνικό τόνο) όποιος δεν υπακούει τον προϊστάμενο απολύεται και πάει λέγοντας. Αυτές είναι λοιπόν οι εκατοντάδες φυλακές της καθημερινότητάς μας και τούτα τα παιδιά είναι οι αληθινοί δραπέτες, ζουν στ’ αλήθεια τη δική τους ζωή.

A.G. Έχεις να δώσεις κάποιο μήνυμα προς τα έξω;

H.F. Κοίτα, εγώ γράφω, δεν είναι ότι υπάρχει λογοκρισία, τουλάχιστον όχι ορατή… από εδώ δεν μπορώ να βγάλω έξω κάποια εικόνα, κάτι που δεν επιτρέπεται…

A.G. (Ακούγονται θόρυβοι που καλύπτουν τη φωνή)… οι συναισθηματικές σας σχέσεις;

H.F. Όπως είπα πριν, το πιο σημαντικό, αυτό που βοηθάει κάποιον σαν κι εμένα να αντέχει αυτού του είδους τη ζωή -δηλαδή την ανυπαρξία ζωής-, αυτό που με βοηθάει στην επιθυμία μου να καταφέρω να ζήσω μια μέρα, είναι η σχέση μου με τους ανθρώπους έξω -καμιά φορά και με συγκρατούμενους, ακόμα και στη φυλακή μπορούν να δημιουργηθούν καλές σχέσεις με συντρόφους ή με κάποιο άτομο καθαρό. Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα είναι οι σχέσεις με τους φίλους, τους συντρόφους, μα προπαντός είναι οι έρωτες που, παρά τούτα τα εμπόδια, αυτούς τους τοίχους, ετούτη την άρνηση της ζωής, καταφέρνουμε παρόλα αυτά να βιώνουμε. Εγώ, μέσα στην κακοτυχία, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, με την έννοια ότι σ’ όλη αυτή τη μακρότατη περίοδο είχα πάντα έναν άνθρωπο που μοιραζόμασταν τον έρωτα, συντρόφισσες που για χάρη της δικής μου ελευθερίας υπέστησαν ως και ξυλοδαρμούς. Και θα ‘θελα από εδώ να χαιρετήσω μία τους, λέω το όνομα, Βαλέρια, η οποία για τη βοήθεια που μου πρόσφερε σε μια απόδρασή μου καταδικάστηκε σε 7 χρόνια φυλάκιση… Εγώ την αγάπησα πολύ και ακόμα την αγαπώ, είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, θα ‘θελα να τη χαιρετήσω και να της πω ότι της είμαι ακόμα ευγνώμων και νιώθω ότι της είμαι ακόμα υπόχρεος όπως τότε… Έπειτα είναι κι άλλες συντρόφισσες. Αυτή την περίοδο, (φανερά συγκινημένος) είμαι ερωτευμένος με μια μάγισσα, την Πραλίνα, που μια φορά το μήνα παίρνει το σακίδιο στην πλάτη και έρχεται μέχρι εδώ για ένα τετράωρο επισκεπτήριο, για ν’ ανταλλάξουμε κανένα χάδι, κανένα φιλί, καμιά υπόσχεση, την επιθυμία να μπορέσουμε να συνεχίσουμε τούτη την ιστορία μας έξω, σύντομα… Και αυτά λοιπόν είναι τα πράγματα που κρατάνε ζωντανό έναν άνθρωπο, η θέλησή του να ζήσει κάποια μέρα… Τα γράμματα, τα γράμματα των φίλων, των συντρόφων, αλλά κυρίως τα ερωτικά γράμματα, τα ραβασάκια και οι μικρές φιλοφρονήσεις, τα αποξηραμένα άνθη μέσα σε ένα φάκελο, τα σχεδιάκια και τόσα άλλα τέτοια πράγματα· και η Πραλίνα -και όλες βέβαια οι συντρόφισσες που με έχουν βοηθήσει σε αυτή την κατάσταση, αλλά προπαντός η Πραλίνα σήμερα- είναι μια τρομερή βοήθεια για μένα. Πιθανώς, αν δεν είχα την Πραλίνα, ή αν δεν είχα κάποιον στο παρελθόν, τότε ναι, θα είχα χάσει τα λογικά μου, γιατί για να ζήσεις δεν φτάνει μόνο η επιθυμία της ζωής, μιας ελεύθερης ζωής έξω, δεν φτάνει μόνο ο εγωισμός της απόκτησης πραγμάτων, χρειάζεται και να ζεις τη ζωή σου με έναν άνθρωπο που τα βρίσκετε μαζί και αγαπιέστε. Και η σκέψη, η επιθυμία, ο σχεδιασμός αυτού του μέλλοντος, είναι που μου δίνουν τη δύναμη να προχωρήσω μπροστά…

Μετάφραση: Θ.Δ. Επιμέλεια: Κ.Σ.

(Βρέθηκε στο διαδίκτυο και αναπαράχθηκε εδώ…)

1

Categories
Ravachol

La Ravachole – παλιό Γαλλικό λαϊκό τραγούδι

Sτην σπουδαία πόλη του Παρισιού-

Με τους καλοζωισμένους μπουρζουάδες-

και τους φτωχούς με τα άδεια στομάχια-

Ζήτω ο ήχος, Ζήτω ο ήχος-

Κάποιοι είναι τόσο άπληστοi-

Ζήτω ο ήχος, Ζήτω ο ήχος-

Της Έκρηξης!-

Ας χορέψουμε την Ραβασόλ-

Ζήτω ο ήχος, Ζήτω ο ήχος-

Ας χορέψουμε την Ραβασόλ-

Της Έκρηξης!

Λα λα λα-

Όλοι οι μπουρζουάδες θα γευτούν τον ήχο της βόμβας-

Λα λα λα-

Θα τινάξουμε στον αέρα ολόκληρη τη μπουρζουαζία-

Θα τους τινάξουμε στον αέρα!

Τους πουλημένους δικηγόρους τους,

Τους κοιλαράδες τραπεζίτες-

Τους μπάτσους-

Έχει δυναμίτη για όλους τους-

Ζήτω ο ήχος-

Της Έκρηξης!

Για τους ανόητους πολιτικούς-

Τους διεφθαρμένους γραφειοκράτες-

Τους στρατηγούς-

Δολοφόνους και σφαγείς-

Χασάπηδες με κρατικές στολές-

Ζήτω ο ήχος, ζήτω ο ήχος-

Της Έκρηξης!

Π’ ανάθεμά τους, είναι ώρα να τελειώνουμε με δαύτους-

Θρηνήσαμε και υποφέραμε πολύ καιρό-

Όχι άλλες μισές δουλειές-

Αρκετά με τον αξιοθρήνητο οίκτο-

Θάνατος στην μπουρζουαζία!

Ζήτω ο ήχος, ζήτω ο ήχος-

Θάνατος στην μπουρζουαζία!

Ζήτω ο ήχος της Έκρηξης!

(Λαϊκό τραγούδι του Παρισιού αναφερόμενο στον αναρχικό κομμουνιστή Ραβασόλ, που μαζί με τους Ωγκύστ Βαγιάν και Εμίλ Ανρί αποτελεί, αρχετυπική μορφή του “Αναρχικού Βομβιστή” εκδικούμενος την μπουρζουαζία μέσα από μια ενέργειες “προπαγάνδας με τη δράση”…), η μετάφραση/απόδοση των στίχων δική μας… H Ravachole τραγουδιέται στους ρυθμούς του τραγουδιού La Carmagnole της γαλλικής επανάστασης, ενώ ακόμα και σήμερα το ρήμα ravacholiser σημαίνει στα γαλλικά “καταστρέφω με έκρηξη”.

To πρωινό της 11ης Ιούλη 1892, ο Ραβασόλ εκτελέστηκε. Καταγόταν από πάμπτωχη οικογένεια και αναγκάστηκε να δουλεύει από τα 8 του για να επιβιώσει γυρίζοντας όλη τη Γαλλία για να βρίσκει μεροκάματο (μεταξύ άλλων κι ως μουσικός), θα ζήσει στο πετσί του τα δεινά του καπιταλισμού, και θα εξελιχθεί σ’ έναν φανατικό άθεο κι αναρχικό κομμουνιστή. Σε μια περίοδο τεράστιων ταξικών διαφορών, άμπωτης του εργατικού κινήματος κι ανελέητης λεηλασίας του προλεταριάτου, θα καταφύγει στην τυμβωρυχία για να τα βγάλει πέρα. Σ’ ένα τέτοιο επεισόδιο ληστείας θα έρθει αντιμέτωπος μ’ έναν ερημίτη που θα σκοτώσει.  Καταφέρνοντας να δραπετεύσει, θα επιδοθεί σε μια εκστρατεία βομβιστικών επιθέσεων, κυρίως ως απάντηση στην καταστολή αναρχικών, από τις οποίες δε θα τραυματιστεί κανείς, αν και προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές σε περιουσίες δικαστών, κυβερνητικών κλπ. Θα συλληφθεί και θα δικαστεί σε ισόβια καταναγκαστικά έργα χωρίς να τον αφήσουν να εκφωνήσει την “απολογία” του, ενώ το μόνο που θα απαντήσει είναι “ζήτω η αναρχία”. Τελικά η ποινή του μεταβάλλεται σε απαγχωνισμό. Ακολουθεί η επίσημη ανακοίνωση:


“Αποδόθηκε δικαιοσύνη την 4:05 πρωινή χωρίς να υπάρξει περιστατικό διαδήλωσης κανενός είδους. Τον ξύπνησαν στις 3:40. Ο κατάδικος αρνήθηκε την παρέμβαση ιερωμένου και δήλωσε πως δεν είχε τίποτα να εξομολογήσει. Αρχικά χλωμός και τρέμοντας, γρήγορα επέδειξε έναν επιθετικό κυνισμό και μια ένταση στο ικκρίωμα τις στιγμές πριν την εκτέλεση. Με βραχνή φωνή τραγούδησε μερικούς βλάσφημους και παράλογους εξεγερτικούς στίχους. Δεν πρόφερε τη λέξη αναρχία, και καθώς το κεφάλι του τοποθετήθηκε στη θέση, έβγαλε μια τελευταία κραυγή “Ζήτω η Επανα…” Απόλυτη ησυχία βασίλεψε στην πόλη.”



Categories
Octave Mirbeau Ravachol

Ravachol – Octave Mirbeau

“R a v a c h o l” του O c t a v e   M i r b e a u


Μετάφραση από τα γαλλικά στα αγγλικά και εισαγωγή: Robert Helms

Μετάφραση στα ελληνικά: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Δεκέμβρης 2006

[Ο Francois-Claudius Koeningstein (14/10/1859 – 11/7/1892), μετέπειτα γνωστός ως Ravachol, γεννήθηκε από ολλανδούς και γάλλους γεννήτορες στο Saint-Chamond, στα περίχωρα του St. Etienne της ανατολικής Γαλλίας. Στιγματίστηκε από δυο ενέργειες της γαλλικής κυβέρνησης κατά την πρωτομαγιά του 1891. Η πρώτη έλαβε χώρα στο Fourmies, Όπου το πρωτοεμφανιζόμενο οπλοπολυβόλο Lebels επιστρατεύτηκε σε μια ειρηνική διαδήλωση για την πρωτομαγιά, ενάντια σε άοπλες γυναίκες και παιδιά που κρατούσαν λουλούδια, με αποτέλεσμα 14 νεκρούς και άλλους 40 βαριά τραυματισμένους. Το άλλο περιστατικό έλαβε χώρα στο Clichy, όπου η αστυνομία επιτέθηκε σε 6 αναρχικούς που οργάνωναν μια εργατική διαδήλωση. Οι εργάτες τότε αμύνθηκαν ανταποδίδοντας τους πυροβολισμούς, αλλά τελικά συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε πολυετή καταναγκαστικά έργα.

Ο Ravachol πήρε εκδίκηση για τους εργάτες του Clichy βάζοντας βόμβες στα σπίτια του αρχιδικαστή (11/3/1892) και του εισαγγελέα (11/3/1892). Μέσα στον ίδιο μήνα, έβαλε τη βόμβα στο στρατόπεδο του Lobau στο Παρίσι, ως απάντηση στη σφαγή των άοπλων του Fourmies από τον στρατό. Οι τρεις αυτές επιθέσεις προκάλεσαν εκτεταμένες υλικές ζημιές, ωστόσο κανέναν θάνατό. Ένας σερβιτόρος εστιατορίου υπέδειξε τον Ravachol στην αστυνομία, ο οποίος μια μέρα πριν συλληφθεί πρόλαβε να βάλει μια βόμβα στο εστιατόριο, από την έκρηξη της οποίας σκοτώθηκε ο ιδιοκτήτης του. Η δίκη του στις 25 Απρίλη σηματοδότησε την όξυνση της σύγκρουσης των αναρχικών με το κράτος, και έληξε με την καταδίκη του Ravachol σε ισόβια καταναγκαστικά έργα. Το άρθρο του Octave Mirbeau δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση L’Endehors, τεύχος 52 (πρωτομαγιά 1892), σκιαγραφεί τη δράση του Ravachol από μια μετριοπαθή αναρχική προοπτική. Δυο μήνες μετά, ο Ravachol εξορίστηκε στο Montbrison, στον τόπο καταγωγής του όπου καταδικάστηκε σε θάνατο, για τον φόνο ενός γέρου ερημίτη και μιας γαιοκτήμονος που είχε γνωρίσει παλιότερα. Ο Ravachol αρνήθηκε την ενοχή του για κάποιον από τους θανάτους αυτούς, αν και δήλωσε ότι έχει κάνει διαρρήξεις και τυμβωρυχίες. Αποκεφαλίστηκε στο Montbrison όπου θάφτηκε και το σώμα του.]

Το κεφάλι του ξέφυγε από τη γκιλοτίνα!

Οι δικαστές που τόλμησαν να πάρουν αυτήν την απόφαση, που έκλεισαν τα αυτιά τους στα ουρλιαχτά του θανάτου, φοβήθηκαν; Έτρεμαν άραγε πριν δολοφονήσουν έναν άνθρωπο που η μυστηριώδης εκδίκησή του δεν θα πεθάνει ολότελα μαζί του; Ή μήπως, πριν την ίδια την πράξη, που το τρομακτικό της δέος ακόμα τους κατατρέχει, άκουσαν την φωνή της ιδέας εκείνης που ατενίζει το μέλλον, της κυρίαρχης ιδέας που χαρίζει στην πράξη τον ειδικό χαρακτήρα της και την εξευγενίζει; Δεν το ξέρω. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι συμβαίνει μες το μυαλό ενός δικαστή, ή ποιο υπέρτατο συμφέρον εξυπηρετεί όταν αποφασίζει για τη ζωή και τον θάνατο.

Το τρέμουλο των δικαστών δε συγκρίνεται με των δημοσιογράφων που τους κλείνουν το μάτι, τους απειλούν, τους καταριούνται. Ο Τύπος ήθελε αίμα. Όπως ακριβώς η χυδαία μεσαία τάξη, τα τυφλά ένστικτα της οποίας αντανακλούν, και τα απειλούμενα προνόμια της υπερασπίζονται, έτσι οι δημοσιογράφοι έτρεμαν. Όμως ο φόβος είναι κάτι άγριο. Και για να κερδίσει κάποιος λίγο κουράγιο, αρέσκεται να βάφει με χρώμα τη χλωμάδα του. Έτσι, πιστεύεται πως ο αχλός της νόμιμης σφαγής, ο ήχος της ακρωτηριασμένης σάρκας που πάλλεται στη γκιλοτίνα, μπορούν να αποσοβήσουν το αγωνιώδες τρίξιμο των δοντιών, τον καλπασμό των σφιγμών, και τις κραυγές που γιγαντώνονται και θεριεύουν μέρα με την μέρα, που ξεβράζει η κόλαση που απλώνεται στο υπογάστριο αυτής της κοινωνίας. Οι δημοσιογράφοι κάνουν λάθος. Υπάρχουν νεκροί που περπατούν ξανά, και ορισμένες κραυγές που δε σωπαίνουν. Και το κενό καλύπτεται με απεγνωσμένες αμφιβολίες.

Με τρομοκρατούν οι ανθρωποσφαγές, τα ερείπια, ο θάνατος. Αγαπώ τη ζωή, κι ότι ανήκει σ’ αυτήν είναι ιερό για μένα. Γι αυτό θα μιλήσω για το αναρχικό ιδεώδες που καμιά μορφή κυβέρνησης δεν μπορεί να δημιουργήσει. Η αγάπη, η ομορφιά, η ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων. Ο Ravachol δεν με τρομοκρατεί καθόλου. Είναι το αστροπελέκι πριν τον γαλήνιο ουρανό και τον ένδοξο ήλιο. Πίσω από το ταπεινό έργο των χεριών του χαμογελάει το όραμα του τόσο σεβαστού Κροπότκιν για την παγκόσμια αρμονία.

Τουλάχιστον η κοινωνία μας, δεν έχει δικαίωμα να παραπονιέται, μιας και από τα σπλάχνα της γεννήθηκε ο Ravachol, διαρρηγνύοντας την μιζέρια και εκμαιεύοντας την επανάσταση.

Αυτό είναι όλο. Και γεννά ένα ερώτημα…

Ποιος είναι που, καθ’ όλη την ατέρμονη πρόοδο των βασανιστηρίων και των σφαγών, που αποτέλεσε η ιστορία του ανθρώπινου γένους, αυτός που μοιράζει τον θάνατο, μεθοδικά, ανελέητα, ασταμάτητα; Οι κυβερνήσεις, οι θρησκείες, οι βιομηχανίες, τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, είναι όλα τους πνιγμένα στο αίμα. Οι φονιάδες είναι ντυμένοι τους νόμους τους, τις προσευχές τους, την πρόοδό τους. Μόλις πρόσφατα πάλι, ήταν οι αποκτηνωμένοι φονιάδες που μετέτρεψαν το Παρίσι σε σφαγείο για να καταπνίξουν την Κομμούνα. Ή οι απερίσκεπτες σφαγές, όπως στο Fourmies όπου τα σώματα αθώων γυναικών και μικρών παιδιών έγιναν οι στόχοι που πρωτοδοκιμάστηκαν οι βαλλιστικές επιδόσεις του οπλοπολυβόλου Lebels. Ή πάλι τα ορυχεία, όπου 50, 100 ή 500 φτωχοδιάβολοι εξοντώνονται, θάβονται ζωντανοί σε μια καταστροφική στιγμή, καταδικασμένοι να μην αντικρίσουν ξανά τις ηλιαχτίδες της μέρας. Και υπάρχουν επίσης οι τρομερές κατακτήσεις μακρινών χωρών, όπου ευτυχισμένα και ειρηνικά, άγνωστά μας φύλα, σπαράζουν κάτω από τη μπότα του ληστή που λεηλατεί τις ηπείρους, βιάζοντας τους ανθρώπους και τη γη τους, ο ίδιος δυτικός δουλέμπορος. Κάθε βήμα στην ιστορική πρόοδο, που γεννά προνόμια, είναι βουτηγμένο στο αίμα. Κάθε στροφή των γραναζιών της κρατικής μηχανής, τσακίζει το σώμα των φτωχών. Και τα δάκρυα πλεονάζουν σ’ αυτή την αδιάρρηκτη νύχτα του πόνου. Μπρος στην ατελείωτη διαδοχή των φόνων και των σφαγών, ποια είναι η στάση της κοινωνίας; Οι τοίχοι της τρέμουν, οι σκάλες της καταρρέουν.

Ζούμε σε άσκημους καιρούς. Η μιζέρια είναι μεγαλύτερη από ποτέ, μιας κι έχει γίνει πιο φανερή από πάντοτε, καθώς ποτέ δε βρέθηκε τόσο κοντά στη θεαματική σπατάλη του πλούτου και τη γη της επαγγελίας στην οποία της απαγορεύεται η είσοδος. Ποτέ πριν ο νόμος, που υπάρχει για να προστατεύει τις τράπεζες, δεν πίεζε τόσο σκληρά τους ώμους των φτωχών. Ο καπιταλισμός είναι ανίερος, και το οικονομικό σύστημα συντηρεί τις συνθήκες της αρχαίας σκλαβιάς. Στα μαγαζιά στοιβάζονται τόνοι ρούχων, ενώ υπάρχουν άνθρωποι που κυκλοφορούν ολόγυμνοι. Οι πλούσιοι συσσωρεύουν αδιάφορα φαγητό, ενώ άλλοι πεθαίνουν της πείνας έξω από τις πόρτες τους. Τα δάκρυα δεν εισακούγονται: οποτεδήποτε έστω μια, διαμαρτυρία ξεπερνά το κλαψιάρικο μουρμουρητό, τα πολυβόλα είναι γεμάτα και οι στρατοί σε ετοιμότητα.

Κι αυτό δεν είναι όλο.

Οι άνθρωποι δεν έχουν να μεριμνήσουν μόνο για την κοιλιά τους. Έχουν ολόκληρη ζωή να σκεφτούν. Οι πνευματική ευτυχία είναι εξίσου απαραίτητη με τη σωματική ικανοποίηση. Καθένας έχει δικαίωμα στην ομορφιά όσο και στο ψωμί. Στην πράξη όσους θα μπορούσαν να δώσουν τις υψηλότερες χαρές, τη ζωτική ομορφιά, τους ονομάζουν δημόσιους κίνδυνους, τους κυνηγούν σαν εγκληματίες, του καταδιώκουν επειδή είναι αναρχικοί, τους επιτίθενται σαν ζητιάνους. Είναι καταδικασμένοι σε μια μοναχική ζωή. Ένα απέραντο παραπέτασμα τους χωρίζει από τον κόσμο, από τον οποίο αντιμετωπίζονται σαν ένα απωθητικό θέαμα, από τον κόσμο που απλώνει γύρω του τη θριαμβευτική σημαία της ακατανίκητης ηλιθιότητας. Είμαστε μάρτυρες μιας απίστευτης ιστορικής στιγμής: Στην εποχή μας, όπου πλεονάζουν οι μεγάλοι στοχαστές, το κοινό αίσθημα δεν υπήρξε ποτέ πιο υποβαθμισμένο, ούτε η άγνοια απολάμβανε ανάλογη ισχύ. Σίγουρα, αν η στιγμή που περνάμε είναι αισχρή, είναι ταυτόχρονα και σπουδαία: είναι η ώρα της λαϊκής εξέγερσης. Και η ώρα αυτή είναι γεμάτη αβεβαιότητα. Η υπομονή των αδικημένων και των καταπιεσμένων κράτησε αρκετά. Θέλουν να ζήσουν, θέλουν να ευχαριστηθούν, θέλουν το μερίδιό της ευτυχίας και της γαλήνης που τους αναλογεί. Ότι κι αν κάνουν οι άρχοντες, αντιδρώντας στους χειρότερους φόβους τους, δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν την αναπόφευκτη τροπή των γεγονότων. Πλησιάζουμε σε μια αποφασιστική στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Ο παλιός κόσμος καταρρέει υπό το βάρος των εγκλημάτων του, κι ανάβει μόνος του το φυτίλι της βόμβας που θα τον ανατινάξει. Μιας βόμβας που ο τρόμος που εμπνέει δεν οφείλεται ούτε στον δυναμίτη ούτε στην πυρίτιδα που ούτως ή άλλως δεν είναι τα συστατικά της. Δεν αποτελείται παρά από τη συμπάθεια και το ιδανικό. Δυο δυνάμεις εναντίον των οποίων δεν μπορούν να κάνουν τίποτα.

***

Σημείωση της μετάφρασης: βλ. επίσης το “Η ραβασόλ: γαλλικό λαϊκό τραγούδι

Categories
High Priest Wombat

“Μηδενισμός και Γυναίκες” – High Priest Wombat

“Μηδενισμός και Γυναίκες” – High Priest Wombat, KSC

Η πρακτική του μηδενισμού είναι η επίθεση στην ολότητα δίχως την ελπίδα ότι μπορεί να προκύψει κάποια πρόοδος. Δεν προχωράμε προς μια καλύτερη κοινωνία, παρά τις ρητορικές τις αριστεράς. Ποιές είναι οι επιλογές μας; Να κάτσουμε στ’ αυγά μας και να αποδεχτούμε τις συνθήκες που μας έχει επιβάλλει η μια ή η άλλη ιδεολογία; Να υποκρινόμαστε ότι οι μεταρρυθμίσεις ή το κοινωνικό κράτος αξίζουν μια δεκάρα καθώς η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αφομοιώνει τους αγώνες μας; Να μπούμε στο πετσί του ρόλου του θύματος ή του μάρτυρα και να θέσουμε τους εαυτούς μας στην υπηρεσία της μιζέριας και του οίκτου;

Η υπάρχουσα τάξη είναι μια αποτυχία όμως δεν μπορούμε ούτε να αποδράσουμε από την ολότητα της, ούτε έχουμε πουθενά να κρυφτούμε. Δεν τρέφουμε καμία αυταπάτη πως θα αλλάξουμε την κοινωνία όπως είναι, αν δεν την καταστρέψουμε εκ θεμελίων. Πρέπει να απεγκλωβιστούμε από τα θέλγητρά της, αυτό είναι το συμφέρον μας. Κάθε άλλη δράση, κριτική ή όχι, οδηγεί στην αποδοχή της. Δεν πρέπει να περιοριστούμε σε έναν αγώνα αλλά οι δράσεις μας να επεκταθούν σε κάθε όψη της ζωής.

Μηδενισμός, Φεμινισμός και Αριστερά

Η ιστορία του μηδενισμού στη Ρωσσία ξεκίνησε ως ένα φοιτητικό κίνημα, μια αντι-κουλτούρα που γρήγορα γιγαντώθηκε σε μια ικανή δύναμη απελευθερώνοντας τις “νέες γυναίκες” της Ρωσσίας. Οι δράσεις των μηδενιστών ήταν τέτοιες που οι μηδενίστριες μπόρεσαν να γίνουν ένα αναπόσπαστο κομμάτι κάθε μεγάλης αναταραχής. Όμως τί σχέση είχε αυτό με τον φεμινισμό; Ο φεμινισμός, καταρχήν, φαίνεται σε πολλούς σαν το μονοπώλειο της γυναικείας χειραφέτησης και η καρδιά των γυναικείων συμφερόντων. Σαν ολότητα, ο φεμινισμός όχι μόνο έκανε το γυναικείο ζήτημα μια προτεραιότητα για την αριστερά, αλλά βοήθησε στην αλλαγή του ρόλου των γυναικών σε όλο τον κόσμο. Βοήθησε στην απόκτηση από τις γυναίκες του δικαιώματος να ψηφίζουν, τις έβγαλε από την κουζίνα και τις έβαλε στη δουλειά δίπλα στους άνδρες, καθώς επίσης βοήθησε στην αποδοχή της αντισύλληψης ώστε τελικά μια γυναίκα να μπορεί να αποφασίζει για το είδος της οικογένειας, της σχέσης και της ζωής που επιθυμεί.

Ωστόσο, αυτό το σχέδιο είναι αποτυχημένο καθώς υποτάσσεται σε όλες τις συμβάσεις της αριστεράς. Η ψηφοφορία νομιμοποιεί το κράτος σαν τον φορέα της προόδου και της αλλαγής, κι αυτό είναι το μακρύτερο που μπορεί να φτάσει η αριστερά, ακόμα κι εκεί όπου κυριαρχεί. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις γυναίκες, η ψηφοφορία δημιουργεί μια ψευδή σιγουριά ότι κάτι θα αλλάξει επιτέλους και θέτει τη γυναικεία ζωή στη διάθεση της πολιτικής ηθικής να την κρίνει. Ζητήματα όπως η νομιμοποίηση των εκτρώσεων διαμορφώνουν το πολιτικό τοπίο, ενώ οι ίδιες οι γυναίκες σπάνια κατανοούν ότι είναι οι κοινωνικές αλλαγές που επηρρεάζουν τους νόμους, κι όχι τόσο οι αλλαγές των νόμων που επηρρεάζουν την κοινωνία.

Η διαμάχη των ιδεολογιών διαπερνά τα εθνικά και παγκόσμια πολιτικά τοπία, και εμφανίζεται τόσο εντός όσο κι εκτός των κοινοβουλίων. Τα πιο συντηρητικά και τα πιο φιλελεύθερα κράτη θα χαρίσουν τελικά στους υπηκόους τους κάποιες μεταρρυθμίσεις ή κοινωνικές παροχές, είτε για να αποθαρρύνουν μια ιδεολογία μη-ανεκτή από το τρέχον καθεστώς, είτε για να συγκρατήσουν τις μάζες από μια πιθανή ανταρσία. Βλέπουμε τους σοσιαλιστές και τους φιλελεύθερους να αντιμάχονται για τις κοινωνικές παροχές παρά την αντίθετη ρητορική τους. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήταν αντίστοιχα οι συντηριτικοί και οι φασίστες που προσπαθούσαν να αναπτύξουν προγράμματα πρόνοιας και ελεγχόμενων κοινωνικών παροχών. Πολιτική άλλωστε σημαίνει διαχείρηση του κράτους.

Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός και ο αναρχο-φεμινισμός είναι δυο τοποθετήσεις που είτε αδιαφορούν για τη ψηφοφορία είναι την απορρίπτουν εξ αρχής. Αμφισβητούν τα κοινωνικά μοντέλα της πατριαρχίας, με τον αναρχο-φεμινισμό να συνδέει τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία με τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος. Αυτοί οι συχνά μαχητικοί αριστεριστές αποτυγχάνουν καθώς πιέζουν τη γυναίκα να αποδεχτεί ένα ρόλο θύματος, κάνοντας συχνά φεμινιστικές συζητήσεις σε ομάδες “θεραπείας”, συσκοτίζοντας το μίσος για την κυριαρχία, κι επιτιθέμενες στο “ρόλο των ανδρών” αντιπαραβάλλοντάς τον σε έναν “ρόλο των γυναικών”, χωρίς να ξεφεύγουν από αυτή την λανθασμένη διχοτόμηση, ώστε να δουν τους ίδιους τους ρόλους που πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση.

Δε στράφηκαν όλες οι γυναίκες ιστορικά στο φεμινισμό. Οι μηδενίστριες της Ρωσσίας έχουν ένα αξιόλογο ιστορικό δράσης για την απελευθέρωση της γυναίκας, χωρίς να διαχωρίζουν αυτόν τον αγώνα από τους άλλους αγώνες των μηδενιστών. Όπως θα δούμε οι ρωσσίδες μηδενίστριες προχώρησαν την μηδενιστική στρατηγική σε ολόκληρη την προσωπική ζωή τους και απέκτησαν έναν συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο στο καταστροφικό έργο για το οποίο έγιναν γνωστοί οι ρώσσοι μηδενιστές.

Η ιδρυτική περίοδος

Αναφορικά με το “γυναικείο ζήτημα” οι μηδενιστές αντιμετώπιζαν στη Ρωσσία εντελώς διαφορετικές συνθήκες απ’ ότι οι σοσιαλιστές της Δυτικής Ευρώπης ή ακόμα οι φεμινίστριες της νέας αριστεράς. Κατ’ αρχήν, η ψηφοφορία ήταν ολωσδιόλου εκτός συζήτησης, καθώς ούτε οι άνδρες ψήφιζαν, εκτός από κάποιες ασήμαντες τοπικές εκλογές. Αδιαφορούσαν επίσης για την κατοχύρωση δικαιωμάτων, δεν υπήρχε κάποιο σύνταγμα στο οποίο θα μπορούσαν να αναφέρονται, ο τσαρικός αυταρχισμός ήταν απόλυτος. Επίσης δεν τους ενδιέφεραν τα δικαιώματα στην ιδιοκτησία, κάτι που ζητούσε σχεδόν κάθε φιλελεύθερη φεμινίστρια στην Ευρώπη. Αυτό που ήθελαν οι γυναίκες ήταν να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην καριέρα, και να απολαμβάνουν μια υψηλού επιπέδου, δεδομένων των συνθηκών, σεξουαλική ελευθερία.

Στα τέλη του 1850, η τσαρική Ρωσσία έβαλε μπροστά κάποιες παραχωρήσεις στις γυναίκες, όπως το να τους επιτρέπεται η είσοδος στα πανεπιστήμια που είχαν ανοιχτόμυαλους καθηγητές, σε κλειστούς κύκλους μαθημάτων. Βέβαια, αυτό σήμαινε νέα προβλήματα, όπως η έλλειψη υποδομών, περιορισμένοι χώροι, τα οποία ποικίλλαν ανά τόπους, και ανά εποχή. Ταυτόχρονα, η υψηλόβαθμη εκπαίδευση ήταν για τις γυναίκες το πρώτο βήμα προς την πολιτική αντίδραση, κάτι που έθετε σε κίνδυνο την πανεπιστημιακή τους φοίτηση.

Αυτό συνδέεται κάπως και με το γεγονός ότι στη Ρωσσία οι άνδρες κρατούσαν τα διαβατήρια των γυναικών. Τα διαβατήρια ήταν πολύ σημαντικά στη Ρωσσία, καθώς ήταν απαραίτητα για την μετακίνηση ακόμα και στην κοντινότερη πόλη, πόσο μάλλον σε διαφορετική χώρα. Έτσι, ο πατέρας ή ο σύζυγος μπορούσε να αρνηθεί να δόσει στην κόρη ή τη σύζυγό του το διαβατήριό της, εμποδίζοντάς την να μετακινηθεί νόμιμα. Αυτό μπορούσε να την εμποδίσει απ’ το να πάει σε ένα πανεπιστήμιο πχ της Αγίας Πετρούπολης. Μιας και οι πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις ήταν περιορισμένες, το αίτημα για τα διαβατήρια έγινε ουσιώδες συμπλήρωμα της διεκδίκησης για εκπαίδευση, αν και ακόμα κι αν μια γυναίκα είχε διαβατήριο εξακολουθούσε να δυσκολεύεται να βρεί κάπου να μείνει μόνη.

Ένας τρόπος με τον οποίο ανταποκρίθηκαν αρκετές γυναίκες στο πρόβλημα αυτό των διαβατηρίων ήταν μέσω του γάμου. Αυτό φυσικά φαίνεται κάπως αντιφατικό αν θεωρήσουμε την παραδοσιακή φεμινιστική τοποθέτηση που αντιμετωπίζει συχνά το γάμο σαν υποδούλωση. Όμως δεδομένης της κατάστασης ήταν ο μόνος τρόπος. Αυτό που έκαναν οι ρωσσίδες γυναίκες ήταν να βρουν κάποιον ανοιχτόμυαλο άνδρα ώστε να κάνουν έναν “λευκό γάμο”. Ο γάμος, ως τελετή, δεν ήταν ψεύτικος καθώς κάθε γάμος σύμφωνα με το ρωσσικό νόμο έπρεπε να τελείται στην εκκλησία. Ωστόσο, μετά το γάμο, η νύφη συνήθως ευχαριστούσε εν συντομία τον γαμπρό και έφευγε για κάποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού για να σπουδάσει χημεία, μαθηματικά, ιατρική ή άλλες επιστήμες.

Αυτοί οι “λευκοί γάμοι” συνοδεύονταν από την πρακτική της πολυγαμίας. Στην πράξη, η γυναίκα μπορεί να είχε έναν κανονικό γάμο στο ιστορικό της, αλλά μετά από λίγο καιρό άλλαζε διαδοχικά εραστές. Μέσα από την πρακτική αυτή φαίνεται πως προάγεται ένας ηδονιστικός τρόπος ζωής, ωστόσο οι γυναίκες συχνά ήταν πολύ πιο συγκρατημένες. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της πολυγαμίας ήταν ότι οι γυναίκες είχαν έναν δικό τους χώρο. Έτσι μπορούσαν να απολαμβάνουν μεγαλύτερη διακριτικότητα, αλλά και μεγαλύτερη σεξουαλική ελευθερία.

Αυτή η πρακτική οδηγούσε προφανώς και στο σχηματισμό οικογενειών εκτός γάμου. Αυτές οι “νέες οικογένειες” (κατά το “νέοι άνθρωποι” όπως αποκαλούνταν οι μηδενιστές στη Ρωσσία) αρχικά έμοιαζαν σαν οικογένειες βασισμένες σε γάμο που κατέληξε σε διαζύγιο, και συγκροτούνταν περισσότερο βάσει των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων που είχαν οι νέεοι άνθρωποι που τις δημιουργούσαν. Αυτές οι νέες οικογένειες ήταν παράνομες και μπορούσαν κάλλιστα να χωριστούν ξανά, αν τις ανακάλυπταν οι αρχές, αν και κάτι τέτοιο δε συνέβαινε συχνά, και το αν μια γυναίκα ήταν νόμιμη ή όχι σύζυγος κάποιου έγινε γρήγορα δυσδιάκριτο αν όχι τελείως άνευ ουσίας.

Ο ορθολογικός εγωισμός του Chernyshevsky

Η πρακτική της πολυγαμίας καταγράφηκε από την επαναστατική λογοτεχνία της εποχής. Το έργο του Chernyshevsky: “Τί πρέπει να γίνει” ήταν η μεγαλύτερη επιρροή, όχι μόνο στις μηδενίστριες, αλλά συχνά συγκαταλέγεται ανάμεσα στις βασικότερες επιρροές κάθε ρώσσου επαναστάτη. Το “Τί πρέπει να γίνει” ή αλλιώς το “Κρίσιμο Ερώτημα” είχε εμπνευστεί από μια φίλη του Chernyshevsky, μεγάλο μέρος της ζωής της οποίας περιγράφεται στο βιβλίο αυτό.

Η προσέγγιση του Chernyshevsky στο γυναικείο ζήτημα ήταν στα γνώριμα μονοπάτια των υπόλοιπων μηδενιστών και διέφερε συνολικά από τον φεμινισμό. Δεν υπήρχαν στο σκηνικό του οι αίθουσες των πανεπιστημίων, οι αγωνίστριες φοιτήτριες που μαζεύουν υπογραφές κλπ. Αντίθετα ο Chernyshevsky προβάλλει τις ατομικές απόπειρες. Ανάγνωση βιβλίων, μαθήματα από φίλους, σχηματισμός κύκλων συζήτησης και αλληλο-μόρφωσης.

Το “Τί πρέπει να γίνει” δεν αμφισβητεί απλά το ρόλο της μονογαμίας, αμφισβητεί τη γυναικεία οικονομική ανεξαρτησία. Αντλώντας αναφορές από τον Proudhon και άλλους σοσιαλιστές πριν τον Marx καθώς κι από την πρακτική των ρώσσων καλλιτεχνών, ο Chernyshevsky σκηνοθετεί μια φανταστική κολλεκτίβα ρούχων όπου η Vera γίνεται συνάδελφος με τις υπαλλήλους της, μοιράζεται τα κέρδη μαζί τους, τις μυεί στη διεύθυνση της επιχείρησης και τις διδάσκει πως να γίνουν ανεξάρτητες μέσα από την “προοδευτική” λογοτεχνία.

Για τον Chernyshevsky, οι άνδρες έπρεπε να υποτάσσονται στις συζύγους τους καθώς τα πράγματα ήδη είχαν φτάσει σε οριακό σημείο υπέρ του άνδρα. Οι άνδρες έπρεπε να είναι απόλυτα πιστοί ενώ οι γυναίκες θα ήταν ελεύθερες να κάνουν ότι επιθυμήσουν. Αυτό θεωρήθηκε μέρος του “ορθολογικού εγωισμού” που υπερασπιζόταν ο Chernyshevsky. Ο πόνος που θα σήμαινε για το μεμονωμένο αρσενικό θα ήταν απειροελάχιστος μπρος στη θέση στην οποία είχαν υποβληθεί οι γυναίκες.

Ο ορθολογικός εγωισμός του Chernyshevsky φτάνει στα όριά του όταν διαλαλεί πως είναι το άτομο που οφείλει να σταθεί απέναντι στην κυριαρχία. Κάτι τέτοιο διακρίνεται καλύτερα όταν η Vera λέει στο σύζυγό της “αν ένα πρόσωπο πιστεύει για τον εαυτό του ότι δεν μπορεί, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί. Οι γυναίκες έχουν πιστεί ότι είναι αδύναμες, κι έτσι νιώθουν αδύναμες και τελικά καταλήγουν να είναι αδύναμες”.

Μια αδυναμία στη σκέψη του Chernyshevsky είναι στη σχέση ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες. Η πρακτική της πολυγαμίας εξιδανικεύεται και οι γυναίκες ανεβαίνουν σε ένα βάραθρο, όπου βρίσκονται ψηλότερα από κάθε επιθυμία του άνδρα. Το σεξ ως σαρκική ηδονή απορρίπτεται ως μη-ικανοποιητικό, και εδώ ο Chernyshevsky φαίνεται να αντανακλά κατά κάποιο τρόπο το πουριτανικό πνεύμα της εποχής του. Ωστόσο, παρά το ρομαντισμό που καλύπτει τις σκέψεις του πάνω στο σεξ, το βιβλίο του δέχτηκε σκληρή κριτική για τους χαρακτήρες του που διαπράττουν μεταξύ άλλων, εκτρώσεις, διγαμίες, πορνεία, μαστροπεία κλπ. Αυτή η κριτική έμελλε να συνοδεύει τους μηδενιστές για δεκαετίες.

Ο Chernyshevsky επίσης φετιχοποιεί την εργασία με τον Lopukhov, έναν από τους χαρακτήρες του, λέγοντας πως “αν δεν προηγηθεί η εργασία, η διασκέδαση, η ξεκούραση, η πλάκα ή η γιορτή δεν σημαίνουν τίποτα”. Αυτές οι απόψεις δείχνουν μια επιρροή από τους γάλλους σοσιαλιστές όπου οι κοπερατίβες θεωρούνταν ως η μόνη διέξοδος από τη βαρβαρότητα της ανόδου της βιομηχανικής κοινωνίας, και αρκετοί θεωρούσαν τις κοπερατίβες σαν έναν τρόπο να λειτουργήσει η κοινωνία χωρίς τον κρατικό έλεγχο.

Η άποψη αυτή, ότι είναι η σκληρή δουλειά που δίνει την ευχαρίστηση στον ελεύθερο χρόνο, ωθείται ακόμα παραπέρα από το τέταρτο όνειρο της Vera. Το τέταρτο όνειρό της είναι γεμάτο από φουτουριστικά οράματα χρυσών αγρών, γόνιμων κοιλάδων, εργατών που τραγουδάνε στον ήλιο επιστρέφοντας στα γυάλινα και κρυστάλινα κοινόβιά τους όπου γέροι και παιδιά τους σερβίρουν πλούσια γεύματα. Μια ουτοπία όχι και τόσο σοβαρό, και παρά τις αμφιλεγόμενες σοσιαλιστικές ιδέες του Chernyshevsky, ο μηδενισμός του αναζωογόνησε τα πράγματα του καιρού του.

Το τέλος της ιδρυτικής περιόδου και το ξεκίνημα της επαναστατικής περιόδου

Ο παλιός μηδενισμός, όπως είναι γνωστό, δεν περιοριζόταν σε μια πρόταση για το γυναικείο ή άλλα ζητήματα, όπως η φτώχεια των απελευθερωμένων δουλοπάροικων που τράβηξαν την προσοχή των μηδενιστών. Προσπάθειες προπαγάνδας και αγκιτάτσιας σε αυτό το πεδίο κατέληξαν μόνο σε περισσότερες συλλήψεις, περισσότερους εξόριστους στη Σιβηρία και περισσότερους δολοφονημένους σε αποτυχημένες εξεγέρσεις. Αυτό το κλίμα μπόρεσε να ξεπεραστεί μόνο με την ώθησε των παλιών μηδενιστών στο τέλος της ιδρυτικής περιόδου τους με την απόπειρα δολοφονίας του Τσάρου στα 1866, που ακολουθήθηκε από την “λευκή τρομοκρατία” του κράτους. Τα μηδενιστικά έντυπα καταργήθηκαν, οι μεταρρυθμίσεις αφέθηκαν στην άκρη, και το εκπαιδευτικό σύστημα αναδομήθηκε ώστε να μην αφήνει περιθώρεια για μια όξυνση του εξεγερτικού πνεύματος που εξέθρεφε.

Τότε εμφανίζεται ο Nechayev, που οι φανταστικές μυστικές ενώσεις του καταλήγουν σε μια δολοφονία ενός από τους συντρόφους μιας πραγματικής μυστικής ένωσής του. Κυρίως όμως, ο διαβόητος Nechayev τράβηξε την προσοχή στην “Κατήχηση του Επαναστάτη” και βοήθησε να διαδοθεί η φλόγα μιας επαναστατικής ανάκαμψης του μηδενισμού.

Η επαναστατική περίοδος άνοιξε με την μηδενίστρια Vera Zasulich. Οι δυσαρεστημένοι εργάτες είχαν αποφασίσει να δείξουν στους φοιτητές και στους διανοούμενους ότι μπορούσαν να διαδηλώσουν οι ίδιοι και κατέκλυσαν την πλατεία της παναγίας στο Kazan στα 1876. Φυσικά, η αστυνομία διέλυσε τη συγκέντρωση και πραγματοποίησε συλλήψεις. Ένας από τους συλληφθέντες, με το όνομα Bogolyubov, αν και μόλις έφτανε στη συγκέντρωση όταν η αστυνομία την είχε διαλύσει, καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης. Ενώ ο Bogoluybov κρατούνταν στις φυλακές της Αγ. Πετρούπολης, ο στρατηγός Trepov και γενικός διοικητής της πόλης, τις επισκέφτηκε προκειμένου να διαπιστώσει την έλλειψη πειθαρχίας των κρατουμένων. Προφανώς, η φυλακή είχε πολλούς ακόμη μηδενιστές που περίμεναν να δικαστούν με τους “193” που συμμετείχαν σε εξεγερτικές δραστηριότητες αγκιτάτσιας ανάμεσα στους δουλοπαροίκους.

Ο Trepov ήταν βρέθηκε μπροστά σε μια κατάσταση χωρίς προηγούμενο. Ενώ επιτηρούσε την πτέρυγα του Bogolyubov, έτρεξε προς το μέρος του, βλέποντάς τον να φοράει το καπέλο του παρόλο που βρισκόταν μπροστά σε κάποιον “επίσημο”. Ο Trepov έσκισε το καπέλο του και του επιτέθηκε με τις γροθιές του, ενώ έπειτα διέταξε να τον μαστιγώσουν. Και τον μαστίγωσαν μέχρι να βυθιστεί στην παράνοια μπροστά στους άλλους φυλακισμένους ώστε να χρησιμεύσει σαν παράδειγμα.

Το περιστατικό αυτό οδήγησε σε μια εξέγερση στις φυλακές και τελικά η Vera Zasulich στάθηκε αυτή που πήρε μια πρωτοβουλία που σκέφτονταν πολλοί, πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Στρατηγό Trepov. Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση ήταν ξεκάθαρη, η Zasulich παραδέχθηκε ότι ήταν αυτή που πυροβόλησε, υπήρχαν πολλοί μάρτυρες και αποδείξεις, το δικαστήριο φάνηκε να κάνει μια κίνηση καλής θέλησης, απελευθερώνοντας τη Zasulich, ενώ έξω από την αίθουσα ένα μαινόμενο πλήθος διαδήλωνε. Η Zasulich αποχώρησε βιαστικά προκειμένου να μη ξανασυλληφθεί.

Η συνομωσία κυραρχούσε στον επαναστατικό χώρο και οι “λευκοί γάμοι” πήραν ένα επαναστατικό περιεχόμενο μέσα από αυτή. Παριστάνοντας τα παντρεμένα ζευγάρια και χρησιμοποιώντας πλαστά διαβατήρια, παράνομοι άνδρες και γυναίκες νοίκιαζαν διαμερίσματα σε στρατηγικά σημεία. Από τη στιγμή που οι “οικοδεσπότες” εγκαθίσταντο, κατέφταναν κι άλλοι παράνομοι, που πήγαιναν κι έρχονταν ακατάπαυστα χωρίς να χρειάζεται να νοικιάζουν στο όνομά τους διαμερίσματα. ’λλες φορές αυτά ήταν απλά καταφύγια κοινοβιακής ζωής, κι άλλες πλήρως εξοπλισμένες γιάφκες.

Αυτές οι συνομωσίες οδήγησαν κατά τα φαινόμενα και στο ιστορικό σημείο-καμπή για τους μηδενιστές, την δολοφονία του Τσάρου Αλέξανδρου ‘Β. Πολλές γυναίκες παίξαν έναν σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες αυτές. Η Vera Figner συμμετείχε σε μια συνομωσία προκειμένου να τοποθετηθεί μια νάρκη κάτω από τις σιδηροδρομικές ράγες που θα περνούσε το τραίνο του Τσάρου, ωστόσο κάτι τέτοιο εγκαταλείφθηκε λόγω των καιρικών συνθηκών. Η Sophia Perovsky, που είχε αποδράσει από την εξορία έκανε μια δεύτερη απόπειρα με νάρκη, αυτή τη φορά όμως κάτω από έναν δρόμο, όμως ο Τσάρος και πάλι άλλαξε τα σχέδια του ταξιδιού του, κι αυτό το σχέδιο απέτυχε. Μετά τη σύλληψη του εραστή της Perovsky, του Alexander Zhelyabov, αυτή αποφάσισε να ηγηθεί της τελικής προσπάθειας ενάντια στον Τσάρο, ξανά με μια νάρκη στο δρόμο, αλλά αυτή τη φορά προβλέπονταν και τέσσερεις ακόμη βομβιστές ακροβολισμένοι στις γωνίες, ώστε να σιγουρευτούν ότι όλα θα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Κι ευτυχώς, μιας και ο Τσάρος άλλαξε ανά δρομολόγιο, αλλά αυτή που περίμενε κάτι τέτοιο, με ένα φύσηγμα της μύτης της έδωσε το σήμα στους βομβιστές να αλλάξουν θέσεις. Το τί ακολούθησε είναι πια ιστορία, ένας από τους βομβιστές έριξε τη βόμβα του κάτω από τον άξονα του οχήματος του τσάρου. Αυτός, ανέπαφος από την έκρηξη αυτή, πήρε την μοιραία απόφαση να κατεβεί να επιθεωρήσει τη σκηνή του εγκλήματος. Αυτό που τον περίμενε ήταν μια δεύτερη βόμβα που τον τραυμάτισε τελικά θανάσιμα. Παρά την επιτυχία της επιχείρησης, η Sophia Perovsky τελικά συνελήφθη και ήταν η πρώτη γυναίκα που θανατώθηκε για μια πολιτική πράξη.


Επίλογος

Στο χώρο του σήμερα, η αριστερά είναι σε πλήρη παρακμή, τα σχέδια και οι ιδεολογίες της έχουν ξεφτιλιστεί ως λειτουργικά εργαλεία της ολότητας του παρόντος συστήματος. Οι απαντήσεις που δίνει ο φεμινισμός απλά μιλούν για εξέγερση ενώ αποτυγχάνουν να ανιχνεύσουν πραγματικές θεραπείες για τα προβλήματα των σημερινών γυναικών. Αν και σήμερα κανείς δεν αμφισβητεί τα “δικαιώματα των γυναικών”, η έκτρωση και τα αντισυλληπτικά παραμένουν ζητήματα πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ η ενδο-οικογενειακή βία δεν μπορεί να ξεπεραστεί όσες θεραπευτικές συνεδρίες κι αν γίνουν, όσες ομάδες υποστήριξης και να δημιουργηθούν. Παρά το χρόνο που δαπανάται σε συνελεύσεις για τη γυναικεία απελευθέρωση, αυτές σπάνια φτάνουν πέρα από μια αμφισβήτηση της πατριαρχίας. Η γυναικεία σεξουαλικότητα έχει γίνει ένα ακριβό εμπόρευμα, διαφθείροντας ιδέες όπως ο ελεύθερος έρωτας αφαιρώντας κάθε αληθινή συναισθηματική επαφή στο σεξ, κάνοντας τον σεξουαλικό τσαμπουκά και την ποσοτικά αυξημένη διαδοχή ερωτικών συντρόφων αυτοσκοπό,κρατώντας τους εραστές απομονωμένους ακόμα κι όταν είναι σωματικά μαζί. Απ’ την άλλη μεριά, ο γάμος έχει χάσει έδαφος, ενώ το διαζύγιο είναι μάλλον ένα θέμα εύρεσης δικηγόρων και χρημάτων για τα δικαστήρια παρά οτιδήποτε άλλο. Αυτό δεν έχει θέσει τέλος στην παραδοσιακή οικογενειακή εικόνα με την οποία μας βομβαρδίζουν τα μίντια και οι παραδοσιακές οικογενειακές αξίες που κηρρύτει η εκκλησία. Νέα ερωτήματα έχουν κάνει την εμφάνισή τους, διαμορφώνοντας το γυναικείο ζήτημα του 21ου αιώνα, μέσα από την ανάδειξη του ζητήματος του ρόλου που παίζει το φύλο, μπρος στην εμφάνιση ανθρώπων που αλλάζουν φύλο, καθώς και των ειδών της σεξουαλικότητας που μπορούμε να επιλέξουμε. Ο φεμινισμός πρέπει να καταρριφθεί ως ένα αποτυχημένο πια σχέδιο αν θέλουμε να απαντήσουμε κατάλληλα στα ερωτήματα αυτά. Δεν μπορούμε να απαιτούμε για αλλαγές καθώς αυτό απλά δημιουργεί τη διαμεσολάβηση. Πρέπει να καταστρέψουμε.

Πηγές:

Nihilists του Ronald Hingley
The Women’s Liberation Movement in Russia του Richard Stites
What Is To Be Done? του Nicolas Chernyshevsky
Anarchy, Nihilism and the 21st Century του Aragorn!
Underground Russia του Stepniak
Against the Logic of Submission and other essays του Wolfi Landstreicher
At Daggers Drawn του Anon
Ideals and Ideologies των Terence Ball και Richard Dagger

[μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Σεπτέμβρης 2007]

Categories
Benjamin Peret

Σουρρεαλισμός και Αναρχισμός – Breton, Péret κ.α.

Σουρρεαλισμός και Αναρχισμός – Breton, Péret κ.α.

Το παρακάτω κείμενο βρέθηκε στο διαδικτυακό αρχείο της γαλλικής εφημερίδας Le Libertaire, στο τεύχος της 12ης Οκτώβρη 1951.

Εισαγωγική Δήλωση

Σουρρεαλιστές, δεν έχουμε σταματήσει να βλέπουμε στην αγία τριάδα: Κράτος-Εργασία-Θρησκεία ένα έκτρωμα εναντίον του οποίου ήρθαμε συχνά να συναντηθούμε μαζί με τους συντρόφους της Αναρχικής Ομοσπονδίας.

Αυτή η προσέγγιση μας οδήγησε και σήμερα να εκφραστούμε μέσα από την Le Libertaire (σ.τ.μ: «Ο Ελευθεριακός» – εφημερίδα της γαλλικής «αναρχικής ομοσπονδίας»).

Δεχόμαστε συγχαρητήρια κυρίως γιατί αυτή η συνεργασία θα μας επιτρέψει, νομίζουμε, να αποδεσμεύσουμε μερικές από τις μεγάλες γραμμές της κοινής δύναμής μας προς όλα τα επαναστατικά πνεύματα. Εκτιμούμε ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη για ένα ευρύ όραμα όλων των προτεινόμενων θεραπειών. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό εκτός αν οι επαναστάτες εξετάσουν από κοινού τα προβλήματα του σοσιαλισμού ως στόχου, όχι για να εντοπίσουν εκεί μια επιβεβαίωση των δικών τους ιδεών, αλλά για εκμαιεύσουν μια ευέλικτη θεωρία που θα δώσει μια νέα ώθηση στην κοινωνική Επανάσταση. Η απελευθέρωση του Ανθρώπου δε θα πρέπει, ούτως ώστε να μην αυτοαναιρείται ρητά, να περιοριστεί σε ένα οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά να διευρυνθεί στο ηθικό πεδίο (αποφασιστική ανανέωση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων). Είναι εξαρτημένη άμεσα από το βαθμό συνειδητοποίησης από τις μάζες των επαναστατικών δυνατοτήτων τους και δεν πρέπει με κανένα τίμημα να γίνει επιβληθεί η αντίληψή της ως μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι, κατά το παράδειγμα της Ρωσσίας, θα γίνουν ίσοι στη σκλαβιά.

Ασυμφιλίωτοι με το καπιταλιστικό καταπιεστικό σύστημα, είτε εκφράζεται μέσα από την ύπουλη μορφή της αστικής «δημοκρατίας» και της αποικιοκρατικής μπόχας της, είτε παίρνει την όψη ενός απολυταρχικού ναζιστικού ή σταλινικού καθεστώτος, δεν μπορούμε παρά να επιβεβαιώσουμε για μια ακόμα φορά την απόλυτη εχθρότητά μας και με τα δυο αυτά μπλοκ. Όπως σε κάθε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αυτοί που προετοιμάζουν την επίλυση των μεταξύ τους συγκρούσεών και την εξόντωση της επαναστατικής βούλησης δεν είναι με το μέρος μας. Το μόνο που μπορούν να μας προσφέρουν είναι η περαιτέρω επιδείνωση της μιζέριας, της άγνοιας και της καταπίεσης. Δεν ελπίζουμε σε τίποτα άλλο από την αυτόνομη δράση των εργαζομένων της για την αντιπολίτευση που μπορεί να τους εμποδίσει και να οδηγήσει στην ανατροπή, με την έννοια ενός απόλυτου μετασχηματισμού του σημερινού κόσμου. Αυτή την ανατροπή, ο σουρρεαλισμός υπήρξε ο πρώτος και ο μόνος που την μετέφρασε στο πεδίο των αισθήσεων το οποίο κατέχει. Η ανάπτυξή του, η διείσδυση του μέσα στα πνεύματα έχει κάνει πρόδηλη την φτώχια κάθε άλλης παραδοσιακής εκφραστικής μορφής, και έχει δείξει την ασυνάφειά τους με τις εκδηλώσεις της συνειδητής εξέγερσης ενός καλλιτέχνη ενάντια στις υλικές συνθήκες και την επιβεβλημένη από τον άνθρωπο ηθική. Ο αγώνας για την αντικατάσταση των κοινωνικών δομών και η δραστηριότητα στην οποία επιδόθηκε ο σουρρεαλισμός για την μεταμόρφωση των πνευματικών δομών, μακράν από το να αποκλείουν το ένα το άλλο, είναι συμπληρωματικά. Η σύνδεσή τους πρέπει να δράσει καταλυτικά στην έλευση μιας εποχής απελευθερωμένης από κάθε ιεραρχία και κάθε περιορισμό.

Οι: Jean-Louis Bédouin, Robert Benayoun, André Breton, Roland Brudieux, Adrien Dax, Guy Doumayrou, Jacqueline Duprey-Senard, Jean-Pierre Duprey, Jean Ferry, Georges Goldfayn, Alain Lebreton, Gérard Legrand, Jehan Mayoux, Benjamin Péret, Bernard Roger, Jean Schuster, Anne Seghers et Clovis Trouille και οι αλλοδαποί σύντροφοί τους που διαμένουν στο Παρίσι.

Μετάφραση: �για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007

Categories
Uncategorized

“Βιογραφία” του βούλγαρου αναρχικού A. M. Nakov

Μικρό βιογραφικό του βούλγαρου αναρχικού Alexander Metodiev Nakov από τα απόρρητα αρχεία της κρατικής ασφάλειας

Το ντοκουμέντο που ακολουθεί έχει υποκλαπεί από τα αρχεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης του Pernik της Βουλγαρίας σχετικά με τον αναρχικό αγωνιστή Alexander Metodiev Nakov. Η δημοσίευση έγινε από την εξόριστη Βουλγαρική Ελευθεριακή Ένωση (ULB) στην οποία ανήκει ο σχολιασμός.

Απόρρητα Αρχεία Κρατικής Ασφάλειας

Αναφορά για τον Alexander Metodiev Nakov

Ο Alexander Metodiev Nakov γεννήθηκε στην 1 Αυγούστου του 1919 στο χωριό της Kosatcha, της περιφέρειας του Pernik, βουλγαρικής υπηκοότητας, κάτοικος του Pernik στην οδό Machala Teva αριθμός 86, της περιοχής Petko Napetov. Εργάζεται στα ορυχεία της Republic. Παρακολούθησε το σχολείο ως την 7η τάξη. Προέρχεται από φτωχή οικογένεια. Παντρεμένος, έχει 2 παιδιά.

Η σύζυγός του, Kirilka Alexeyeva Metodieva, γεννήθηκε στις 28 September 1922, στο χωριό του Viskar, της περιφέρειας του Pernik, ζεί στην οδό Machala Teva αριθμός 86 κι εργάζεται στο εργοστάσιο Machinostroitel στο Pernik σαν εργάτρια. Καθώς και στο παρελθόν, δεν ανήκει σε κανένα κόμμα (απολίτικη). Βρίσκεται κάτω από την επιρροή του συζύγου της, ενώ η θέση της απέναντι στην Λαϊκή Εξουσία είναι εχθρική.

Η κόρη του Jordanka Alexeyeva Nakov, γεννημένη την 8η Σεπτέμβρη 1945, στο Pernik, είναι φοιτήτρια, μέλος του DUCJ.

Ο γιός του, Marin Alexandrov Nakov, γεννημένος τον Μάρτιο του 1948, στο Pernik, είναι φοιτητής, μέλος του DUCJ.

Ο πατέρας του, Metodi Nakov, έχει πεθάνει εδώ και χρόνια.

Η μητέρα του Jordanka Christova Nakova, γεννηθείσα την 2α Ιουλίου 1897, στην Kosatcha του Pernik όπου και κατοικεί, είναι μια απολίτικη νοικοκυρά.

Ο εν λόγω έχει δυο αδελφούς και δυο αδελφές(…)

Ο Alexander Metodiev Nakov, μετά το δημοτικό σχολείο, εργάστηκε προσωρινά σαν εργάτης γης. Μετά την έλευσή του στο Pernik, έπιασε δουλειά στα ορυχεία, όπου και εργάζεται ακόμη. Σαν εργάτης είναι αρκετά ικανός και συνεπής στις υποχρεώσεις του.

Στα 1937 ήδη, εντάχθηκε στις γραμμές του αναρχικού κινήματος και ανέλαβε ένοπλη δράση. Συμμετείχε στη δημιουργία μιας αναρχικής ομάδας ανάμεσα στους εργάτες του εργοστασίου Machinostroite.

Στα 1941, ο εν λόγω και πέντε άλλοι αναρχικοί συνελήφθησαν από την αστυνομία και καταδικάστηκαν σε 6-8 κάθειρξης. Πέρασε 3 χρόνια στην φυλακή. Αφού αποφυλακίστηκε, έμεινε στο χωριό της καταγωγής του συνεχίζοντας την αναρχική δραστηριότητά του μαζί με τους Miltcho Slavov, Asparoukh Grouzhov, Jordan Borisov, και Gueorgui Kirilov, όλοι τους από το χωριό Kosatcha. Στο τέλος του 1944 ήρθε στο Pernik να δουλέψει, και συνδέθηκε με τους Dimitri Vassiliev, Bojan Alexev, Laserman Asenov Minev, Maria Duganova, Kotze Zacharinov και άλλους. Ίδρυσαν μια αναρχική οργάνωση ονόματι Elisee Reclus. Ο συγκεκριμένος ήταν ο οργανωτής της αναρχικής οργάνωσης νοτιοδυτικής βουλγαρίας για την πόλη του Stanke Dimitrov. Αφού το αναρχικό κίνημα κυρήχθηκε παράνομο, ο συγκεκριμένος συνέχισε την δραστηριότητά του ως αντάρτης, παίρνοντας μέρος σε ένα παράνομο αναρχικό συνέδριο, μοιράζοντας κουπόνια αλληλοβοήθειας και μαζεύοντας χρήματα για διωκώμενους αναρχικούς. Σαν αποτέλεσμα αυτής του της δραστηριότητας, στάλθηκε στο στρατόπεδο εργασίας και αναμόρφωσης του Belene στα 1948, όπου ήταν ιδιαίτερα απείθαρχος με αποτέλεσμα να τιμωρείται συχνά. Απελευθερώθηκε στις 10 Αυγούστου 1953.

Μετά την αποφυλάκισή του από το στρατόπεδο, εξακολούθησε την αναρχική του δραστηριότητα και σύχναζε σε αναρχικούς κύκλους. Οι κοντινότεροί του σύνδεσμοι ήταν οι Dimitri Vassiliev Stojanov, με τον οποίο συγκατοίκησε για ένα διάστημα, Bojan Alexev Stefanov, Michail Stojanov Mindov, σήμερα ζει στον αριθμό 2, οδός Batak στη Rousse, Vladimir Andonov και llya Gueorguiev Minev. Σήμερα, ο εν λόγω συναντά συχνά τους κατονομαζόμενους παραπάνω. Συζητούν για διάφορα γεγονότα, μοιράζονται λογοτεχνικά βιβλία και αλληλοβοηθιούνται.

Στο στρατόπεδο εργασίας και αναμόρφωσης, ο συγκεκριμένος συνάντησε πολλούς αναρχικούς από όλες τις γωνιές της χώρας, με τους οποίους διατηρεί επαφή. Τον Αύγουστο του 1961, χρησιμοποιώντας ένα κουπόνι του για δωρεάν εθνικές μετακινήσεις με το τρένο, ταξίδεψε στη Varna, όπου συνάντησε τους Bojan Todorov Mangov, Atanase Mangov και Todor Baramov, ιδιαίτερα δραστήριους αναρχικούς, στο Kolarovgrad βρήκε τον Trouftcho Nikolov Trouftchev, στην Knegea, τον Trifon Todorov Tersijski, στο Debeletz, τον Letcho Todorov Natchev, και στο Sandanski, τον Petko lvanov Stojanov, με τους οποίους συζήτησε για τις διασυνδέσεις και τις διαθέσεις τους.

Η συμπεριφορά του εν λόγω ατόμου προς την Λαϊκή Εξουσία είναι εχθρική: με τον αρνητικό σχολιασμό του, ζημιώνει την εικόνα των λαϊκών αρχών.

Αναφορικά με την νομισματική αλλαγή, και παρουσία του πράκτορα “Nikolov”, σχολίασε πως με την αλλαγή η τιμή των αγαθών θα ανέβαινε και οι μισθοί των εργατών θα μειώνονταν. Με την ευκαιρία των εκλογών της 25ης Φεβρουαρίου 1962, δήλωσε πως οι εκλογές δεν είναι ελευθερία, αλλά μάλλον μια συνέπεια της επιβολής των Κομμουνιστών. Παρουσία του πράκτορα “Bogdanov”, δήλωσε: Βλέποντας τα πράγματα μέσα από το πρίσμα ενός ελεύθερου στοχαστή που δεν μπορεί να καταπιεί τα δόγματα των σημερινών Κομμουνιστών αντιλαμβάνεσαι προς τα που οδεύει ο κόσμος. Οι Κομμουνιστές έχουν αφαιρέσει από τους ανθρώπους κάθε εξουσία και οι ίδιοι προκαλούν την αντίσταση στην Ανατολική Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Πολωνία, την Ουγγαρία και την Ανατολική Γερμανία. Εκεί πέρα, οι αρχές καταφέρνουν να κρατηθούν μόνο χάρη στα ρωσσικά όπλα. Τα γεγονότα της Ουγγαρίας είναι ένα όμορφο παράδειγμα και μια επιβεβαίωση όλων αυτών. Ως χαρακτήρας, ο εν λόγω είναι ταπεινός, παραγωγικός, μη-καπνιστής και εξαίρετος εργάτης. Κατέχει άρτια την πολιτική θεωρία, είναι πολυδιαβασμένος, γνωρίζει Εσπεράντο και είναι μέλος της κοινότητας εσπεραντιστών νέο μονοπάτι, του Pernik. Είναι ένας φανατικός αναρχικός που δηλώνει δημόσια ότι τίποτα στη Γη δεν μπορεί να τον κάνει να απαρνηθεί τις ιδέες του και τις σχέσεις του με τους αναρχικούς.

Για το εν λόγω άτομο υπάρχει καταχώρηση με αριθμό 1218 από το 1954 ως τον Φεβρουάριο του 1962.

Σχόλια:

Το παραπάνω κείμενο είναι ένα ακριβές αντίγραφο, μετεφρασμένο από τα βουλγαρικά, με διατήρηση των συντακτικών και της γλώσσας. Φωτοτυπήθηκε και πιστοποιήθηκε από την εξόριστη Βουλγαρική Ελευθεριακή Ένωση, από το πρωτότυπο που βρέθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση του Pernik. Παραπάνω σχολιασμοί είναι αχρείαστοι. Υπάρχουν όμως κάποια σημεία που πρέπει αναγκαστικά να φωτίσουμε:

1. Το έγγραφο αυτό, είναι ένα ιστορικό κείμενο που προέρχεται από το καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας, δηλαδή του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που ως πρωτοπορεία της εργατικής τάξης, που εγκαθίδρυσε στο όνομα της τάξης αυτής, τη δικτατορία του προλεταριάτου έθεσε απέναντί της, όχι κάποιον εχθρό της τάξης αλλά έναν από τα τυπικότερα δείγματα του εργατόκοσμου της εποχής.

2. Το ντοκουμέντο αυτό δείχνει πόσο επίμονη είναι η ενασχόληση της αστυνομίας με την καταγραφή του εχθρού των αληθινών εκπροσώπων της εργατικής τάξης, καθώς δε συλλέγονται πληροφορίες απλά για τον ίδιο αλλά και για τη γυναίκα, τα παιδιά, τα αδέρφια, ακόμα και για την μητέρα και τον νεκρό πατέρα του…

3. Ο εν λόγω, που δεν είναι ένας άνθρωπος αλλά απλά μια καταγραφή με αριθμό 1218 σε μια αστυνομική αναφορά, τυχαίνει να είναι ένας αναρχικός, μέλος του αναρχικού κινήματος από τα 18 του, έχοντας φυλακιστεί για τα πιστεύω και τους αγώνες του ενάντια στο παλιό καθεστώς, διώκεται ξανά από το επόμενο καθεστώς για χρόνια μετά την αρχειοθέτηση της πρώτης δίωξης, στα 1978 τώρα, για κουπόνια αλληλοβοήθειας και για τη βοήθειά του σε συντρόφους που διώκοντας, σύμφωνα πάντα με το έγγραφο, και που δεν ήταν λίγοι, όπως και σε όλη τη χώρα.

4. Αυτή η καταγραφή του αναρχικού είναι μια μνημειώδης βιογραφία που συγγραφέας της είναι η ίδια η αστυνομία, που πρέπει να κάνει περήφανους όχι μόνο τους αναρχικούς παγκοσμίως αλλά πάνω από όλους την ίδια την εργατική τάξη, της οποίας ήταν ένας ξεχωριστός εκπρόσωπος.

5. Ο αναρχικός αυτός, αν και εχθρός του καθεστώτος, ήταν παιδί μιας φτωχής οικογένειας κι όχι της μπουρζουαζίας, ένας εργάτης παραγωγικός, ικανός και συνεπείς στις υποχρεώσεις του, ταπεινός, μη-καπνιστής κι εργατικός, δεν έκανε σαμποτάζ, δεν ήταν τεμπέλης ή χούλιγκαν, ούτε κανας ονειροπαρμένος κουλτουριάρης… Ο Nakov θα έπρεπε να είναι ευγνώμων για την κατάθεση αυτή των υπηρεσιών ασφαλείας και των πρακτόρων τους, τα ονόματα των οποίων βρίσκονται σε εισαγωγικά. Δεν είναι τόσο μια καθαρά αναρχική φιγούρα που περιγράφεται όσο μια αυθεντική εικόνα ενός ολόκληρου λαού και της δυνητικής του αντίστασης.

Σημείωμα του εκπροσώπου της εξόριστης βουλγαρικής αναρχοκομμουνιστικής ομοσπονδίας: εκτός από την οικογένεια του Nakov έχει τύχει να συνεργαστούμε με όλους τους συντρόφους που αναφέρονται στο έγγραφο παραπάνω.

Πηγή: Kate Sharpley Library

Categories
Emile Armand

Αναρχικός Ατομικισμός – Emile Armand

Αναρχικός Ατομικισμός – Emile Armand

Ζήσε τη δική σου ζωή

-Γιατί παρατάς τις ανοιχτές λεωφόρους γι αυτό το στενό και κακοφτιαγμένο δρομάκι; Ξέρεις στ αλήθεια, κοριτσάκι, που πηγαίνεις; Μπορείς κάλλιστα να βρεθείς σε μια απρόσμενη άβυσσο. Κανείς, ούτε καν οι εγκληματίες, δεν τολμούν να κατεβούν σ’ αυτή. Μείνε στον φαρδύ, άνετο δρόμο που παίρνει όλος ο κόσμος, γιατί όχι; Μείνε στο γνωστό και χιλιοπερπατημένο μονοπάτι με τις πινακίδες του και τα σήματά του. Είναι τόσο βολικό κι ευχάριστο να πηγαίνεις πάνω κάτω σ αυτό!

-Είναι που έχω βαρεθεί την αποπνιχτική σκόνη, την χιλιοπατημένη διαδρομή που ακολουθούν οι άλλοι. Σιχάθηκα τους δυσκίνητους οδηγούς του και τους βιαστικούς διαβάτες. Την μονοτονία των περαστικών, τις κόρνες των αυτοκινήτων κι αυτά τα δένδρα που παρατάσσονται δεξιά κι αριστερά σαν στρατιώτες. Θέλω να αναπνεύσω ελεύθερα, όπως μου αρέσει, να ζήσω τη δική μου ζωή.

-Δε θα τα καταφέρεις ποτέ να ζήσεις έτσι, καημένο κορίτσι. Είναι μια χίμαιρα. Τα χρόνια που φεύγουν θα σε γιατρέψουν αργά ή γρήγορα απ’ την επιθυμία αυτή. Πάντοτε ζούμε σ’ ένα βαθμό τουλάχιστον, για τους άλλους, κι αυτοί, ως αντάλλαγμα ζούνε σ’ ενα βαθμό για μάς. Αυτός που σπέρνει το σιτάρι δεν είναι ο ίδιος μ εκείνον που φτιάχνει το ψωμί. Κι ο ανθρακωρύχος δεν είναι ο ίδιος που οδηγεί το τραίνο. Η ζωή στην κοινωνία είναι ένα σύμπλεγμα από περίπλοκους ανθρώπινους μηχανισμούς, η λειτουργία των οποίων απαιτεί τεράστια επαγρύπνηση και χρειάζεται μεγάλη δέσμευση και ατέλειωτη προσοχή. Σκέψου μόνο το χάος που θα επικρατούσε αν ο καθένας ζούσε όπως ήθελε! Θα ήταν μια κόλαση αν ο καθένας κατέβαινε σ’ έναν δρόμο που δεν περνούσαν οι διαβάτες, που μόνο κακοί σπόροι φύτρωναν στραβά, και που κανείς δε θα ‘ξερε που οδηγεί.

-Α, γέρο! Είναι αυτή η πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής που με τρομάζει. Ασφυκτιώ στην υποχρέωση να εξαρτώμαι από τον διπλανό μου, μια υποχρέωση που κάθε μέρα που περνά με βαραίνει, πάνω στη θέλησή μου να ζήσω όπως επιθυμώ. Και με μισή καρδιά αντικρίζω την προοπτική να ζήσω όπως οι άλλοι, να ζήσω για τους άλλους. Θέλω να μπορώ να γεμίζω άπληστα το στόμα μου χωρίς να θεωρούμαι κάποιο κακομαθημένο παλιόπαιδο. Να μπορώ να βουτάω και να ξαπλώνω στο γρασίδι χωρίς το φόβο κάποιου φύλακα ή της αστυνομίας. Αγαπώ τις ρίζες, τα δένδρα, τα πλάσματα του δάσους, τα μούρα και τους θάμνους σ’ αυτό το μονοπάτι χωρίς έξοδο. Τι να το κάνω το παντεσπάνι και τα παλάτια, στη συντροφιά των οποίων νιώθω μονάχα αηδία; Γιατί να νοιαστώ πού πηγαίνω; Ζω για το σήμερα, αδιαφορώ για το αύριο.

-Ω, μικρό κορίτσι! Κι άλλοι πριν από σένα μίλησαν με τα ίδια λόγια, και όπως εσύ, ξεκίνησαν για το άγνωστο. Δεν γύρισαν ποτέ από αυτό το ταξείδι. Πολύ καιρό αργότερα, στα ίδια μονοπάτια, που έχουν τώρα σιγά-σιγά σβηστεί, και στα ίδια ξέφωτα, τώρα χορταριασμένα, μικρά βουνά από κόκκαλα έχουν βρεθεί, εδώ κι εκεί. Αυτό έμεινε από κείνους. Χωρίς αμφιβολία, έζησαν τις ζωές τους, αλλά με τί κόστος; Και για πόσο καιρό; Ρίξε μια ματιά σ’ αυτούς τους πανύψηλους πύργους, τους πυκνούς καπνούς που βγαίνουν από μέσα τους. Είναι οι καμινάδες των σπουδαίων εργοστασίων που έστησε η ανθρωπότητα. Μέσα τους, εκατομμύρια ανθρώπων εργάζονται, σ’ αυτά τα φρεσκοπλυμμένα, ευάερα και εξαεριζόμενα δωμάτιά τους, με τις θαυματουργές μηχανές που προσφέρουν σ’ εμάς τους ανθρώπους τις πιο υψηλές τιμές. Κι όταν η νύχτα πέσει, αυτοί οι απλοί άνθρωποι, γεμάτοι ικανοποίηση από την σκληρή δουλειά της μέρας, κι ευγνωμοσύνη για το τίμιο ψωμί που κέρδισαν με τον ιδρώτα των μετώπων τους, γυρίζουν τραγουδώντας στα ταπεινά σπιτάκια τους, όπου τους περιμένουν οι αγαπημένοι τους. Ρίξε μια ματιά σ εκείνο το ορθογώνιο κτίριο, με τις μακρόστενες αίθουσες και τα φαρδιά παράθυρα: Αυτό είναι το σχολείο, όπου ανιδιοτελείς καθηγητές προετοιμάζουν μικρά παιδιά σαν εσένα να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τις ζωής. Μικρά πλασματάκια που προοδεύουν μόνο μέσα στο σχολείο. Δεν ακούς τις χαριτωμένες φωνούλες τους που επαναλαμβάνουν το μάθημα της προηγούμενης μέρας που έχουν αποστηθίσει;
Ο ήχος αυτών των κουδουνιών-σαν του πραγματικού στρατού-κι αυτοί οι μετρημένοι βηματισμοί, που σύντομα θα επαναλαμβάνονται στις στροφές του δρόμου λίγο πιο πέρα, σε περιμένει, να φέρεις στον κόσμο μια μικρή στρατιά από αγόρια και κορίτσια που περπατούν με τη σημαία περήφανη μπροστά τους, παιδιά που θα μείνουν εκεί μέχρι να μάθουν επαρκώς πως να πεθαίνουν για την πατρίδα, το έθνος τους, και όποια νέα απειλή τους βάλουν στο μυαλουδάκι τους. Δεν καταλαβαίνεις μήπως πως έτσι προχωρά η ανθρωπότητα προς την Πρόοδο, όταν ο καθένας τους εργάζεται στη δική του εξειδικευμένη θέση, σύμφωνα με τις ικανότητές του; Υπάρχουν, αναμφισβήτητα, δικαστήρια και φυλακές, αλλά αυτά προορίζονται για τους δύστροπους, για τους ελάχιστους απείθαρχους που τα κάθιστούν αναγκαία. Ανεξάρτητα από τις συνέπειές της, η εφαρμογή μιας τέτοιας κατάστασης πραγμάτων πήρε αιώνες ολόκληρους. Είναι ο πολιτισμός μας αυτός, ατελής ίσως αλλά τελειοποιήσιμος, από την επιρροή του οποίου δε θα μπορέσεις να διαφύγεις, εκτός αν βουτήξεις σε τόσο ανεξερεύνητα βάθη.

-Μέσα στα αμέτρητα εργοστάσια και τα εργαστήρια που λες, δεν βλέπω παρά στρατιές από σκλάβους, να εκτελούν μονότονα, σαν να ήταν κάποιο θρησκευτικό καθήκον τους, τις ίδιες κινήσεις μπροστά από τις ίδιες μηχανές, σκλάβοι που έχουν χάσει κάθε πρωτοβουλία και που η δική τους ενέργεια χάνεται όλο και περισσότερο, μέρα με την ημέρα, καθώς μέρα με τη μέρα μου φαίνεται όλο και λιγότερο πιστευτό ότι αυτά τα καθήκοντα είναι απαραίτητες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Από πάνω μέχρι κάτω, από τις διευθυντικές ιεραρχίες ακόμα το μόνο που ακούγεται είναι ένα επιφώνημα πνιγμού, της ατομικής πρωτοβουλίας. Και βέβαια, σαν πέσει η νύχτα μπορώ να ακούσω τους εργάτες να τραγουδούν, αλλά με πικρά λόγια, και μόνο αφού σταματήσουν σε μια από τις αμέτρητες ταβέρνες που υπάρχουν γύρω απ’ τα εργοστάσια. Οι φωνές που βγαίνουν από τα σχολεία είναι η ταλαίπωρη βοή θλιμμένων, κουρασμένων παιδιών που μετά βίας συγκρατούν την επιθυμία τους να τρέξουν, να πηδήξουν φράχτες και τοίχους, να σκαρφαλώσουν στα δένδρα. Κάτω από τις στολές των στρατιωτών σας βλέπω μόνο κάποια όντα που έχουν εκμηδενίσει κάθε αίσθησης προσωπικής αξιοπρέπειας μέσα τους, ώστε να πειθαρχήσουν στην επιθυμία, να εξοντώσουν την ενέργεια, να περιορίσουν την επιθυμία: αυτές είναι οι προσταγές της κοινωνίας σας, αυτές είναι οι αρρώστιες από τις οποίες υποφέρουν οι άνθρωποι προκειμένου να επιβιώσει η κοινωνία αυτή. Και είναι ο φόβος σας, για όσους δε δέχονται να προσαρμοστούν, τόσο μεγάλος που τους καταδικάζεται στην θλιβερή σκιά των φυλακών.
Ανάμεσα στον “πολιτισμένο άνθρωπο” του εικοστού αιώνα, του οποίου η μέγιστη έγνοια είναι να αποφύγει την αναγκαία προσπάθεια για να διεκδικήσει την ύπαρξή του, και του ανθρώπου “των σπηλαίων”, ποιός κερδίζει; Ο τελευταίος αυτός, δεν είχε φόβο για τον κίνδυνο. Δεν γνώριζε το εργοστάσιο ή τα στρατόπεδα, τις ταβέρνες ή τα μπορδέλα, τις φυλακές ή τα σχολεία. Έχετε διατηρήσει, ίσως τροποποιώντας τις λίγο, επιφανειακά, τις προκαταλήψεις και τις προλήψεις των ανθρώπων αυτών που αποκαλείτε “άγριους”. Υστερείτε όμως στην ενέργεια, την αξία και την ειλικρίνειά τους.

-Κοίταξε, θα συμφωνήσω μαζί σου ότι συνολικά στην κοινωνία μας υπάρχουν μερικά σκούρα σημεία. Όμως υπήρξαν φιλότιμοι άνθρωποι που προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμα, για ακόμα μεγαλύτερη ισότητα και δικαιοσύνη στην λειτουργία της. Επιρρεάζουν άλλους αγωνιστές, και ίσως μια μέρα θα είναι η αδιαμφισβήτητη πλειοψηφεία. Δεν χρειάζεται να μπερδεύεσαι σε διαδρομές εκτός τόπου και χρόνου. Απεναντίας, κράτα τις αξίες σου, μπες στην μέθοδο. Πίστεψέ με είμαι ένας έμπειρος γέρος. Η επιτυχία δεν πηγαίνει παρά σ αυτούς που την επιδιώκουν συστηματικά. Η επιστήμη μας διδάσκει ότι είναι απαραίτητο να ρυθμίζεται η ζωή. Υγειινολόγοι, βιολόγοι και γιατροί θα σου παρέχουν στ όνομά της τις θεραπείες που χρειάζεσαι για να την επιτείνεις, καθώς και την ευτυχία σου. Να μην έχουν εξουσία, πειθαρχία, κι έναν σκοπό είναι ότι χειρότερο.

-Δεν έχω ανάγκη, ούτε και θέλω την πειθαρχία σου. Με όλο το σεβασμό στην εμπειρία μου, θέλω να την κρατήσω για τον εαυτό μου. Από αυτήν, κι όχι από σένα προέρχονται όλοι οι κανόνες της ζωής μου. Θέλω να ζησω τη δική μου ζωή. Οι σκλάβοι και οι υποτακτικοί με τρομοκρατούν. Μισώ αυτούς που εξουσιάζουν, όσο σιχαίνομαι κι αυτούς που αφήνουν να τους εξουσιάζουν. Αυτός που σκύβει μπροστά στο μαστίγιο, δεν αξίζει παραπάνω από αυτόν που το κρατάει. Αγαπώ τον κίνδυνο, το άγνωστο, η αβεβαιότητα με γοητεύει. Είμαι κυριευμένη από μια αγάπη για την περιπέτεια, δεν δίνω δεκάρα για την επιτυχία. Μισώ την κοινωνία σας, των γραφειοκρατών και των υπαλλήλων, των εκατομμυριούχων και των ζητιάνων. Δε θέλω να προσαρμοστώ στα υποκριτικά σας έθιμα ή στις ψευτο-ευγενικούς σας τρόπους. Θέλω να βιώσω τον ενθουσιασμό μου στο πιο αμόλυντο, δροσερό αεράκι της ελευθερίας. Οι δρόμοι σας, τραβηγμένοι σύμφωνα με το σχέδιο, βασανίζουν την όρασή μου, και τα πανομοιότυπα κτίριά σας κάνουν το αίμα στις φλέβες μου να βράζει από ανυπομονησία. Κι αυτό μόνο είναι αρκετό για μένα.
Θα ακολουθήσω το δικό μου μονοπάτι, σύμφωνα με τα δικά μου πάθη, αλλάζοντας αδιάκοπα τον εαυτό μου, δε θέλω αύριο να είμαι όπως τώρα. Ξεφεύγω και δεν αφήνω τα φτερά μου έρμαιο στα ψαλίδια κανενός. Είμαι ο έρωτας. Προχωρώ, αιώνια παθιασμένη, αναφλέγομαι απ’ τη θέληση να δωθώ στον κόσμο, στον πρώτο αληθινό άνθρωπο που θα με πλησιάσει, στον κουρελιασμένο ταξιδιώτη, αλλά ποτέ στον σοβαρό και φρόνιμο άνδρα που θα κανονίσει το εύρος της πορείας μου. Ούτε στον επιστήμονα που θέλει να αλυσσοδέσει το μυαλό μου με τύπους και κανόνες. Δεν είμαι διανοούμενη, είμαι ένα ανθρώπινο ον, μια γυναίκα που πάλλεται ολόκληρη μπρος στις ορμές της φύσης και στα λόγια του έρωτα. Μισώ κάθε δεσμό, κάθε περιορισμό, μ αρέσει να περπατώ μόνη μου, γυμνή, αφήνοντας τις ακτίνες του φλεγόμενου ήλιου να χαιδεύουν τη σάρκα μου. Και, ω γέροντα, θα στεναχωρηθώ τόσο λίγο όταν η κοινωνία σας σπάσει σε χίλια κομμάτια, και μπορέσω πια να ζήσω πλήρως τη δική μου ζωή.

-Ποιά είσαι, κορίτσι, πώς σε λένε, και προβάλεις σαν μυστηριώδες και άγριο ένστικτο;

-Με λένε Αναρχία.


[Η αγγλική μετάφραση έγινε από το βιβλίο: Emile Armand – Realism and Idealism Mixed. Πρώτη δημοσίευση: International Library, Paris, 1926]

[Μετάφραση στα αγγλικά: JML – Live Free Or Die Trying!]

[Μετάφραση στα ελληνικά: Δ., Αύγουστος 2007] //

Categories
Renzo Novatore

Αποσπάσματα – Renzo Novatore

ΚΡΑΥΓΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

Όμως, εφόσον ο Σωκράτης κι ο Χριστός με τους παράλογους θανάτους τους έπρεπε να υπομείνουν φριχτά βασανιστήρια, δεν θα ‘ταν επόμενο όλες οι επαναστάσεις που έγιναν στ’ όνομά τους να είναι εξ’ ίσου αιμοσταγείς και παράλογες; Η νίκη του χριστιανισμού επί του αξιοζήλευτου παγανισμού, η εγκατάσταση των δημοκρατιών, οι κατακτήσεις των αυτοκρατοριών, οι φιλελεύθερες, συνταγματικές, ή απόλυτες μοναρχίες και δημοκρατίες – δεν ήταν όλα συνέπειες των χειμάρρων αίματος του πολέμου και της επανάστασης;- Ο βίαιος παλμός όλων των επαναστάσεων που ξέσπασαν στο όνομα αρχαίων φαντασμάτων για να εγκαθιδρύσουν νέα φαντάσματα…

Τι αξία θα μπορούσαν να έχουν αυτά τα φαντάσματα για μένα, έναν εικονοκλάστη, έναν εικονομάχο, καταστροφέα των ειδώλων παλαιών και νέων; Και τι όφελος θα μπορούσε ο θρίαμβος του χριστιανισμού να έχει για μένα που είμαι ο κατ’ εξοχήν αντί-χριστός; Ή μήπως θα ‘πρεπε να με νοιάζουν οι δημοκρατίες, μοναρχίες και όλων των ειδών κοινωνίες που με αποδέχονται μόνο σαν έναν «χριστιανό», έναν «υπήκοο», έναν «πολίτη», ένα «μέλος» τους, κ.λ.π. κ.λ.π. …;

Όλες οι μορφές κοινωνίας έχουν συστήματα για έναν και μόνο σκοπό: την ισοπέδωση! Και κάθε μορφή κοινωνίας θεωρεί τον εαυτό της την τέλεια. Και είναι αυτό το νομοτελειακό δόγμα που εμποδίζει τους πιο ανήσυχους να εξεγερθούν και ν αρνηθούν να γονατίσουν μπροστά στον νέο θεό- κι εγώ είμαι επαναστατημένος τόσο, ώστε μετά βίας το αναγνωρίζω στον εαυτό μου. Και ξέρετε γιατί; Διότι με οδηγεί μονάχα η απέραντη και ακατάπαυστη ορμή της ΔΙΚΗΣ ΜΟΥ επιθυμίας να εκτείνω την δύναμη της δικής μου θέλησης. Δεν με οδηγούν φαντάσματα, περιπλανιέμαι μονάχος: δεν είναι η ψευδαίσθηση μιας τέλειας κοινωνίας ή η ιστορική λύτρωση της ανθρωπότητας, αλλά η απόλυτη ανάγκη να καταφάσκω στις δυνατότητές μου ενάντια σε οποιαδήποτε άλλη δύναμη.

ΕΙΚΟΝΟΚΛΑΣΤΕΣ, ΕΜΠΡΟΣ

Ιστορία, υλισμός, μονισμός, θετικισμός και όλοι οι -ισμοί αυτού του κόσμου είναι παλιά και σκουριασμένα εργαλεία που δεν μου χρειάζονται ούτε μ’ ενδιαφέρουν πια. Μόνη αρχή μου παραμένει η ζωή και τέλος μου ο θάνατος. Επιθυμώ να ζήσω την ζωή μου σε όλη της την έκταση και ν’ αγκαλιάσω τραγικά κι αδελφικά τον θάνατό μου.

Περιμένετε μια επανάσταση; Ας είναι, η δικιά μου ξεκίνησε εδώ και πολύ καιρό! Όταν θα είστε έτοιμοι (τι ατέλειωτη αναμονή!) δεν με πειράζει να προχωρήσω για λίγο μαζί σας. Όταν όμως σταματήσετε, εγώ θα συνεχίσω τον τρελλό και θριαμβευτικό μου δρόμο προς την σπουδαία και ύψιστη κατάκτηση του τίποτα! Κάθε κοινωνία που θα οικοδομήσετε θα έχει τα όριά της. Και έξω από τα όρια κάθε κοινωνίας, ανυπότακτοι και ηρωικοί αλήτες θα περιφέρονται με τις άγριες και βέβηλες σκέψεις τους – σχεδιάζοντας ακόμα νέα και φριχτά ξεσπάσματα εξέγερσης! Θα είμαι ανάμεσά τους.

Και μετά από μένα, όπως και πριν, θα υπάρχουν αυτοί που θα λεν στους φίλους τους: «υποκλιθείτε στον εαυτό σας παρά στους θεούς και τα είδωλα. Βρείτε τι κρύβετε μέσα σας και φέρτε το στο φως, φανερωθείτε».

Γιατί ο καθένας που εξερευνώντας την εσωτερικότητά του, αποσπά ότι είχε μυστηριωδώς θαφτεί μέσα του, καταγίνεται μια σκιά που θα επισκιάσει κάθε μορφή κοινωνίας που μπορεί να υπάρξει κάτω από τον ήλιο!

Όλες οι κοινωνίες τρέμουν όταν η περιφρονημένη αριστοκρατία των αλητών, των αποκλεισμένων, των μοναδικών, κυριάρχων του ιδανικού και κατακτητών του τίποτα, προχωρά αποφασιστικά στο βέβηλο και λυτρωτικό της έργο. Λοιπόν, εικονοκλάστες, εμπρός!

«ήδη ο απειλητικός ουρανός απλώνεται σιωπηλά και σκοτεινά»

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΜΟΥ

ΘΕΟΣ: το γέννημα μιας αρρωστημένης φαντασίας. Κάτοικος ξεμωραμένων και ανίκανων μυαλών. Σύντροφος και παρηγορητής εκφυλισμένων πνευμάτων γεννημένων στη σκλαβιά και προορισμένων γι αυτήν. Ένα χάπι για δυσκοίλια μυαλά. Ο μαρξισμός των λιγόθυμων καρδιών.

ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ: μια αφηρημένη έννοια με αρνητική χροιά, μεγάλη σε ισχύ, μικρή σε αλήθεια. Μια χαμογελαστή μάσκα ζωγραφισμένη στο αγροίκο πρόσωπο του πονηρού νεόπλουτου με σκοπό την κυριαρχία του στο κοπάδι των ευαίσθητων ηλιθίων και των συναισθηματικών κρετίνων.

ΠΑΤΡΙΔΑ: ένα δίλημμα υποταγής ή ποινικών κυρώσεων για τους ημι-νοήμονες, ένα συνονθύλευμα βλακείας. Ένα τσίρκο που μεταμορφώνει τους οπαδούς του σε μαντρόσκυλα και γουρούνια. Μια πόρνη για τα αφεντικά, ένας νταβατζής για τους ξένους. Τρώει τα παιδιά της, καταβροχθίζει τους γονείς τους, χλευάζει τους ήρωες.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: η ταυτόχρονη άρνηση της αγάπης, της ζωής και της ελευθερίας.

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: πειθαρχία, πειθαρχία, υπακοή, υπακοή, σκλαβιά και άγνοια, εγκυμονεί την εξουσία. Ένα μπουρζουάδικο σώμα παραταϊσμένο με χυδαίες χριστιανικές χοντροκοπιές. Ένα μείγμα φετιχισμού, σεχταρισμού και δειλίας.

ΚΟΜΜΑΤΑ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ: εκκλησίες για τους αδύναμους.

Ενεχυροδανειστήρια για τους φιλάργυρους και φτωχούς. Πολλοί συμμετέχουν για να ζουν παρασιτικά από τα κουτορνίθια-με-κάρτα-μέλους συναδέλφους τους. Κάποιοι ως χαφιέδες. ’λλοι, οι πιο ειλικρινείς, εγγράφονται για να καταλήξουν στην φυλακή απ’ όπου μπορούν να επιβεβαιώσουν την διανοητική μετριότητα των υπολοίπων.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: ο μακάβριος βωμός που χρησιμοποιούν ικανοί παλιάτσοι κάθε είδους για να επιδείξουν το παπαδίστικο ταλέντο τους να βγάζουν λόγους. Όσοι τελικά ωφεληθούν πληρώνουν όχι λιγότερα από 100% εξευτελισμό.

ΦΙΛΙΑ: τυχεροί είναι αυτοί που έχουν κοινωνήσει από το δισκοπότηρό της χωρίς να μολύνουν ή να δηλητηριάσουν τις ψυχές τους. Αν υπάρχει ένας τέτοιος, τον προκαλώ να μου στείλει την φωτογραφία του. Είμαι βέβαιος πως θα αντικρύσω την φάτσα ενός ανόητου.

ΑΓΑΠΗ: απάτη της σάρκας και βλάβη του πνεύματος. Ασθένεια της ψυχής, ατροφία του μυαλού, αδυναμία της καρδιάς, διαστροφή των αισθήσεων, ψέμμα των ποιητών από το οποίο κανείς μεθά ξέφρενα δυο ή τρείς φορές την ημέρα ώστε να χωνέψει αυτήν την πολύτιμη μα και ανούσια ζωή συντομότερα. Και πάλι, θα προτιμούσα να πέθαινα από αγάπη. Είναι ο μόνος προδότης, μετά τον Ιούδα, που μπορεί να σκοτώσει με ένα φιλί.

ΑΝΔΡΑΣ: ένα βρωμερό μείγμα δουλικότητας, τυραννίας, φετιχισμού, φόβου, ματαιοδοξίας και άγνοιας. Η μεγαλύτερη προσβολή που θα μπορούσε να καταφέρει κανείς σ’ ένα ζώο θα ‘ταν να το αποκαλέσει «άνδρα».

ΓΥΝΑΙΚΑ: το πιο βάναυσο από τα σκλαβωμένα είδη. Το μεγαλύτερο θύμα που σέρνει τα πόδια του στην γη. Και, μετά τον άνδρα, το πλέον υπεύθυνο για τα προβλήματά του… Είμαι πολύ περίεργος τι σκέφτεται ενώ την φιλάω.

ΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ

Η Αναρχία, είναι για μένα το μέσο για να φτάσουμε στην ατομικότητα, και όχι το άτομο ένα μέσο για να φτάσουμε στην Αναρχία. Μια τέτοια αναρχία δεν θα ‘ταν παρά μια ακόμα πλάνη. Εάν οι αδύναμοι φαντασιώνονται την Αναρχία σαν έναν κοινωνικό σκοπό, οι δυνατοί πραγματώνουν την Αναρχία σαν το μέσο ανίχνευσης του απείρου της ατομικότητας. Μήπως οι αδύναμοι δεν είναι που δίνουν ζωή – τη ζωή τους – σ αυτήν την κοινωνία που με τη σειρά της γεννά την ιδέα του νόμου; Μα όποιος κάνει την Αναρχία πράξη εχθρεύεται τον νόμο και ζει σε πόλεμο με την κοινωνία. Κι ο πόλεμος αυτός είναι ατέρμονος καθώς με την πτώση του Τσάρου ενθρονίζεται ο Λένιν, με την διάλυση της αυτοκρατορικής φρουράς έρχεται η κόκκινη φρουρά… Ο αναρχισμός σαν μια κληρονομιά ηθική και πνευματική, θα ‘ναι πάντοτε υπόθεση μιας ευγενικής ολιγάριθμης φάλαγγας, και όχι των μαζών ή του λαού. Ο αναρχισμός είναι θησαυρός και ιδιοκτησία μοναδική αυτών των λίγων που αισθάνονται σ’ όλο της το βάθος, να αντηχεί μέσα τους η κραυγή μιας αδιαπραγμάτευτης και απόλυτης άρνησης!

Εγώ ανήκω στην πιο εξτρεμιστική μειοψηφία των αλητών της συνείδησης: Σε μια μειοψηφία «καταραμένη» να μην αφομοιώνεται μα να αδημονεί. Να μην αγαπά τίποτα απ’ όσα είναι ως τα τώρα γνωστά, ν αγνοεί ακόμα και τους φίλους. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά της αγάπης για να λυτρωθώ από το μίσος και την περιφρόνηση…

Εμένα δεν με οδηγεί η θέληση των μαζών. Ούτε θρηνώ τους καημούς του λαού. Ούτε πιστεύω στην ευτυχία μιας κοινωνικής αρμονίας. Αφήνω να με παρασέρνει η δική μου ψυχή, πονώ για την δική μου θλίψη, πιστεύω μονάχα στον εαυτό μου, στον δικό μου βαθύτατο πόνο. Έναν πόνο που όμοιό του δεν νιώθει κανείς παρά εγώ που τον αγαπώ. Τον αγαπώ πέρα από το μίσος και την περιφρόνηση των ψεμμάτων της ανθρωπότητας. Έτσι αγαπώ ακόμα και τον πόνο μου. Όπως κάθε τι αληθινά δικό μου. Όπως τις ιδανικές μου ερωμένες, όπως τους άγνωστούς μου αδερφούς, όπως τα αγέννητα μου παιδιά.

Ε λοιπόν, ακόμα ονειρεύομαι! Ακόμα… Ονειρεύομαι μια μεγαλειώδη εξέγερση όλων των χρωμάτων που ξεθωριάζουν στην μακροχρόνια προσμονή. Ονειρεύομαι το δαιμόνιο ξύπνημα όλων όσων ζουν ναρκωμένοι… πρέπει να σταθούμε ικανοί ν’ ανάψουμε τους λύχνους μες την νύχτα!…κοιτάξτε τους κενταύρους του θανάτου που καλπάζουν μεταφέροντας τους τραγικούς ήρωες που χλώμιασαν στην μακρά προσμονή τους: κοιτάξτε τα πνεύματα της Εξέγερσης και της ’Aρνησης που τώρα χορεύουν κυριεύοντας τον κόσμο!- Και τώρα;

Τώρα δεν μένει παρά να ουρλιάξουμε το τραγικό ΌΧΙ! της δικής μας εξέγερσης. Για την πραγμάτωση της δικής μας, πλέριας ατομικότητας. Για την κατάκτηση της ελευθερίας μας. Για την απόλυτη κυριαρχία της δικής μας μοναδικής ζωής. Γιατί εμείς – οι αλήτες της συνείδησης -…

Είμαστε οι αξεχώριστοι αδερφοί της Εξέγερσης και της ’Aρνησης!

*Σ.τ.μ.: με τον τίτλο άσματα της μεσημβρίας αποδόθηκε η παράγραφος Χ από το έργο του R.N. με τίτλο I Canti Del Meriggio το οποίο στα ιταλικά σημαίνει ταυτόχρονα άσματα της μεσημβρίας, του μεσημεριού αλλά και άσματα στην μειοψηφία, δημοσιευμένα στην αναρχική εφημερίδα «il Proletario» φύλλο 3, 15 Αυγούστου 1922.

απόσπασμα από τις “ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΕΣ”

«Νιώθουμε απόλυτα, πως έχουμε υπερβεί κάθε -ισμό και κάθε θεωρία. Θα καταποντίσουμε το έργο όλων των ηλιθίων και αφελών που, συμβαδίζοντας με τις πρωτοποριακές σχολές, προσπαθούν να επιβάλλουν την μετριότητά τους πάνω σε πνεύματα αυτόφωτα. Θα αρνηθούμε απόλυτα όλα τα έργα καθαρά τεχνικής αρτιότητας εκτός αν υπηρετούν την έκφραση μιας αισθητικής εξέγερσης. Σκοτεινές, αγνές δυνάμεις, γελαστοί λεηλατείς του αδύνατου, παράτολμοι εξερευνητές των υψηλότερων κορυφών και των αβύσσων, ας εξαπολύσουμε τους ποιητικούς κεραυνούς μας για να τσακίσουμε τα σκουληκιασμένα σμήνη των αθλίων απνευμάτων.» Δεν αναγγέλλω ούτε υπόσχομαι τίποτα. Υπάρχει πληθώρα ψευτο-προφητών που διακηρύσσουν την πιθανότητα μιας νέας ζωής. Κι ακόμα περισσότεροι που υπόσχονται στους ανθρώπους νέους χριστούς εξαργυρώνοντας από τώρα το αίμα τους… Ποιοι είναι αυτοί; Δεν ξέρω! Δεν καταλαβαίνω! Αυτό που ξέρω είναι πως εγώ είμαι ένα μείγμα, ταπεινότητας και περηφάνιας, σοφίας και άγνοιας, αρετής, δειλίας και ηρωισμού, φωτός και σκότους, λογικής και παραλογισμού. Αιωρούμαι πάνω από μια άβυσσο ανεξερεύνητου βάθους με το μάτι μου καρφωμένο σε μια μακρυνή κορυφή που μπορεί να είναι απλά μια ψευδαίσθηση. Ξέρω πως μέσα μου υπάρχουν ηλιοφώτιστες και ανθισμένες κορυφές όμορφες σαν θαυμάσιοι καλοκαιρινοί κήποι. Ξέρω επίσης πως μέσα μου έχω σκοτεινές σπηλιές που δε θ’ αντικρύσουν ποτέ το φως της μέρας.

Έχω βρει κάποιους συντρόφους που κάπου μου μοιάζουν και κάπου τους μοιάζω κι εγώ, και μαζί έχουμε χτίσει ένα κρυστάλλινο σπίτι στους βράχους μιας κορυφής. Όμως δεν είναι γι’ αυτό που καμωνόμαστε για θεοί. Και υπάρχουν αετοί και φίδια ακόμα, που καθώς οι θεοί, αγαπούν τις παρθένες βουνοκορφές- Και είμαστε επίσης κομμάτι δικό τους κι εμείς. Είμαστε όλοι γεννήματα, αλλά γεννήματα των βουνοκορφών, μαζεμένοι όλοι ανάμεσα στους συμβολικούς θάμνους μιας αληθινά ελεύθερης καλλιτεχνικής μορφής. Θα βλαστήσουμε δηλητηριώδη άνθη άπλετης ομορφιάς αντίθετα με τους ελαφρόμυαλους πιθήκους που γυροφέρνουν στα χαμηλότερα λιβάδια της κοινωνίας και θα εξαπολύσουν τις ανίσχυρες κατάρες τους προς τις σπηλιές μας, των βίαιων ερημιτών.

Κλείνω την δήλωσή μου, χωρίς ωστόσο να καταλήγω κάπου. Ξέρω πως ο καθένας, ακόμα και ο πιο αξιοθρήνητος μες τους θνητούς, έχει το δικαίωμα να κάνει μια δήλωση αυτού του είδους. Όμως επίσης πιστεύω πως πέρα απ’ το να έχει το δικαίωμα, η αληθινή μεγαλοφυία θα ‘πρεπε να το βλέπει σαν απόλυτο καθήκον της.

Tα παραπάνω αποσπάσματα από το έργο του ιταλού “αναρχοατομικιστή” Renzo Novatore, μεταφράστηκαν από τις “εκδόσεις για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας” στα πλαίσια μιας έρευνας για τους ιταλούς αναρχικούς του 1910 και τη σφοδρή σύγκρουσή τους με τους αναρχοκομμουνιστές – “οργανωσιακούς” της εποχής (πολεμική Novatore – Berneri…). Βλ. σχετικά και “Ποιός ήταν ο Bruno Filippi

Categories
Bruno Filippi

Ποιός ήταν ο Bruno Filippi

Ποιος ήταν ο Bruno Filippi;

Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του Bruno Filippi. Γεννήθηκε το 1900 στο Λιβόρνο και μετακόμισε μικρός με την οικογένειά του στο Μιλάνο. Το 1915 ήταν ήδη γνωστός στις αστυνομικές αρχές σαν «επικίνδυνο και ταραχοποιό στοιχείο» και συνελήφθη σε μια, από τις συχνές τότε, αντιμιλιταριστική διαδήλωση αναρχικών, ενώ χάρις σ ένα θερμό όπλο – δίχως σφαίρες – που βρέθηκε στην κατοχή του φυλακίστηκε για 4 χρόνια. Το 1919 κι ενώ στα πλαίσια της “Κόκκινης διετίας” (biennio rosso) κοινωνικές εξεγέρσεις ξέσπαγαν σ όλη τη χώρα, στο Μιλάνο οι βίαιες συμπλοκές με την πάνοπλη αστυνομία ήταν καθημερινή πραγματικότητα των εξεγερμένων. Ο Filippi ήταν ανάμεσά τους. Το ίδιο καλοκαίρι μαζί μ άλλους αναρχικούς πέρασαν στην αντεπίθεση. Μια βόμβα τους εξερράγη στο δικαστικό μέγαρο της πόλης, μια άλλη στο σπίτι του πανίσχυρου καπιταλιστή Giovanni Breda, στον οποίο προηγουμένως είχαν επιτεθεί κατά πρόσωπο με θειικό οξύ. Οι βομβιστικές επιθέσεις συνεχίστηκαν σε σύμβολα και υπηρέτες της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου (σπίτια κρατικών αξιωματούχων, λέσχες επιχειρηματιών, αστυνομία…). Στις 7 Σεπτέμβρη του 1919 ο 19χρονος Bruno διαρρηγνύει την «Λέσχη των Ευγενών», στρατηγείο των πλουσιότερων ιταλών καπιταλιστών, κουβαλώντας μια βόμβα. Δυστυχώς, η βόμβα εξερράγη νωρίτερα σκοτώνοντας τον νεαρό αναρχικό. Έγραφε σκοτεινά και κυνικά ποιήματα ή πεζά, τακτικά στο περιοδικό Iconoclasta, όπως και ο Renzo Novatore, απ όπου και προέρχονται τα παρόντα αποσπάσματα.

«Επαναστάτες, σας επιστρέφω την ερώτηση: να ζει κανείς ή να μη ζει; Μέχρι σήμερα ονειρευόσασταν τον αλτρουισμό, τη θυσία για τον ανθρωπότητα, για την πρόοδο, το μέλλον- η «αναρχική» ηθική της θυσίας σας δεν είναι παρά η χριστιανική αυταπάρνηση και η πατριωτική δουλικότητα μεταλλαγμένες καθώς βολεύει τον τόσο εξεγερμένο λήθαργό σας…»

«Καθηγητάδες, επιστήμονες, ποιητές, καλλιτέχνες, η ικανότητά σας δεν αξίζει μία μπροστά μου. Δεν είστε παρά μια αντανάκλαση της ζωής, είμαι η ουσία της. Και βέβαια νιώθετε πόνο. Και οι δικές σας καρδιές σπαράζουν πλέον, αντικρύζοντας τα περισπούδαστα θεωρητικά οικοδομήματα που υψώσατε γύρω σας να καταρρέουν. Κι ακόμα πασχίζετε να τα υπερασπιστείτε από μίσος για κάθε τι νέο. Για κάθε νιότη. Και καλά κάνετε. Στο κάτω-κάτω είστε γεννημένοι να σέρνεστε. Εγώ προτιμώ να πετώ. Χάρισμά σας οι βάλτοι, προτιμώ τις κορυφές. Δική σας η ισότητα στη σκλαβιά, για μένα η αδούλωτη ύπαρξη. Και να στε σίγουροι, πως αν η ζωή είναι θέμα επικράτησης του ισχυρότερου, θα μαι εγώ αυτός. Και την δική μου ζωή θα την πάρω με την βία, όπως με την βία θα κλέψω την ευημερία και την ευτυχία μου.

«Σήμερα ήταν που περισσότερο από κάθε άλλη φορά οι σκιές με κυκλώσαν… Να που βρήκα λοιπόν κι εγώ έναν θεό όπως όλοι οι άλλοι. Μόνο που αυτός ο θεός δεν είναι παρά ο εαυτός μου! (λογοπαίγνιο με τις ιταλικές λέξεις: Dio=θεός και Ιο=εγώ)»

«Ο πόλεμος πια τέλειωσε. Όμως είμαι ακόμα φυλακισμένος. Κι ας περιπλανιέμαι πάνω κάτω στις ηλιόλουστες λεωφόρους μ ένα γαμημένο όπλο στα χέρια. Οι διαταγές των ανωτέρων αντηχούν ακόμα στο κεφάλι μου κι είμαι έτοιμος, αποκτηνωμένος, να υπακούσω. -και την μητέρα; -και τα παιδιά; -και τί σε νοιάζει; Δικά σου είναι;- Μα όχι, τώρα είμαι κάτι άλλο. Τώρα είμαι ο «ένδοξος στρατιώτης». Ώ, μάνα Γη, αυτό το παιδί σου δεν θα φυτέψει άλλους τάφους στο σώμα σου τραγουδώντας κάτω απ τον ήλιο. Κι όταν έρθω κοντά σου, κάνε να φυτρώσει μια ταπεινή βιολέτα στο κεφάλι μου…»

«Δεν θέλουμε καμμία σχέση μ αυτούς που από τις αναπαυτικές πολυθρόνες τους θα αποκηρύξουν την βίαια αντεπίθεση στους καπιταλιστές που προστατεύονται από τα δολοφονικά όπλα της αστυνομίας ενώ οι μεταλλωρύχοι απεργοί πεθαίνουν της πείνας. Μήπως δεν είναι για τους καπιταλιστές που πεθαίναμε για 4 χρόνια στον πόλεμο; Μήπως δεν ευθύνονται αυτοί για τους 507.193 νεκρούς του πολέμου; Μήπως δεν σκότωσε ακόμα 54 ανθρώπους η αστυνομία τους τον τελευταίο μήνα; Μήπως δεν είναι αυτοί που μας στερούν το φαΐ εκβιάζοντας μας με εκμετάλλευση ή πείνα; Ακούω κάποιους να ωρύονται: μα είναι απαραίτητο να παράγουμε! Ένας εργάτης αυτοκτόνησε αυτές τις μέρες εξαιτίας ενός ελλείμματος στην παραγωγή. Το μόνο που παράγουμε είναι οι αλυσίδες μας. Οι μόνοι εγκληματίες είναι τα αφεντικά μας!»

«…Γράμματα, τέχνες, επιστήμη, η μόλυνση του θανάτου, αυτής της τερατώδους εισβολής αναγεννά τα πάντα. Ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι παρά μια γόνιμη σήψη που ανατέλλει, μολύνει τα πάντα πριν τα καταπιεί ολοκληρωτικά. Η ανθρωπότητα αρέσκεται να θαυμάζει τον εαυτό της. Μιλά για ιδανικά, για πρόοδο κι αγνοεί την ίδια την μόλυνσή της. η άβυσσος έχει ανοίξει πια για τα καλά και βουτάμε μέσα τραγουδώντας, ουρλιάζοντας, σκοτώνοντας, για τους θεούς, τις πατρίδες, τον θανατηφόρο πολιτισμό και τον πολιτισμένο θάνατό της.

«Τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται. Μουχλιασμένες ιδεολογίες, σάπια ηθική, φιλοσοφίες της παραίτησης, ληγμένες ρητορείες πασχίζουν να καλλωπίσουν την κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει και τίποτα δεν την αγγίζει πια. Στα αγαπημένα θεμέλια του παλιού κόσμου φώλιασαν τα μικρόβια της μόλυνσης. Τα πάντα είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν, να συντριβούν στον πάτο ενός σωρού σκουπιδιών του παλιού κόσμου. Η Ιστορία κλείνει αυτήν την σελίδα με ανακούφιση, την σελίδα του αδιάλειπτου θεάματος της αδράνειας ενός πλήθους αφιερωμένου σ έναν συρφετό ανυπόστατων φαντασμάτων, κατασκευάζοντας ό,τι επίκειται να καταστρέψει, ένα σώμα ασθενικό, που ταλανίζεται από τις εξεγέρσεις των λίγων, ενώ τα πάντα συνηγορούν σ ένα σύμπλεγμα δειλίας και υποταγής, που ενίοτε ονομάζεται και ηρωισμός, τα πάντα αντανακλούν μια δυστυχισμένη έμπνευση. Κι έτσι τελείωσε αυτή η εποχή. Στα τσακίδια! Μπροστά σε τέτοια μακάβρια ερείπια τραγουδώ για την καταστροφή, σαν τον Νέρωνα. Στα ερείπια αυτά θα ανθίσει ο κόσμος, ο κόσμος μου. Συνεπώς, τραγουδώ…»

il me faut vivre ma vie ( Jules Bonnot ) «Δεν πιστεύω στο δίκαιο. Η ζωή, μια συνισταμένη ανεξέλεγκτων δυνάμεων, άγνωστων κι απερίγραπτων, απορρίπτει την ανθρώπινη επινόηση της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη γεννήθηκε τη στιγμή που χάσαμε τον έλεγχο πάνω στη ζωή μας. Πράγματι, η ανθρωπότητα αρχικά δεν είχε ανάγκη το δίκαιο. Ζούσε ελεύθερη κι αυτό ήταν όλο. Σήμερα, αντίθετα, υπάρχουν χιλιάδες δίκαια: χάνεται έτσι και η παραμικρή υπόσταση δικαίου. Ξέρω ότι ζω κι ότι επιθυμώ να ζήσω. Είναι δύσκολο να πραγματώσω αυτήν την επιθυμία μου, σ έναν κόσμο που ο καθένας θέλει ότι κι εγώ. Η απομονωμένη κατάφασή μου είναι το πιο σοβαρό έγκλημα. Οι νόμοι και η ηθική, συναγωνιζόμενοι με υποτιμούν και με καθυποτάσσουν. Ο καλός Χριστούλης θριαμβεύει. Είμαστε ελεύθεροι να προσευχόμαστε, να παρακαλάμε, να καταριόμαστε αλλά όχι να τολμάμε. Η δειλία, που καλλιέργησε ο χριστιανισμός και η ακόλουθη ηθική έχουν πάντα μια καλή δικαιολογία για την χαμέρπεια, την φτώχεια και την αυταπάρνηση. Αλλά η θέληση για ζωή επιθυμεί μονάχα την ελεύθερη ανάπτυξή της. Ο χριστιανός κοιτάζει καλά γύρω του, και κρυμμένος απ τα αδιάκριτα βλέμματα, τρέμοντας, διαπράττει μια αμαρτία. Επιθυμία: αμαρτία! Αγάπη: αμαρτία! Αυτή είναι η διαστροφή του. Η τόσο περιφρονημένη πόρνη, εξιλέωση της ένοχης ντροπής του κόσμου, είναι τόσο ειλικρινής: προσφέρεται σ όποιον πληρώνει χωρίς ψευδαισθήσεις. Η ευυπόληπτη και ταπεινή κοινωνία απ την άλλη, γαγγραινιασμένη σ όλο της το κορμί δεν χορταίνει να με περιορίζει, να μ εξευτελίζει για το καλό μου. Με σκοτώνει αργά – αργά. Δεν δέχομαι το δίκιο της. Δίκαιο είναι ότι μου στερεί. Πόσο ζηλεύω τον ωραίο Bonnot: il me faut vivre ma vie (πρέπει να ζήσω τη ζωή μου: από τη γνωστή «απολογία» του γάλλου ιλλεγκαλιστή Ζιλ Μπονό).

H μετάφρασή έγινε για λογαριασμό των “εκδόσεων για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας” το 2005, anti-copyright.

Categories
Alexandre Marius Jacob

Γιατί έκλεψα – Alexandre Marius JACOB, Μάρτιος 1905

Γιατί έκλεψα – Alexandre Marius JACOB, Μάρτιος 1905

Από τις 8 ως τις 22 Μαρτίου του 1905, διεξήχθη η δίκη των «Εργατών της Νύχτας», που βρίσκονταν φυλακισμένοι από το 1903, στην Amiens της Γαλλίας. Η προφυλάκισή τους ήταν και το τέλος 3 ετών δράσης με πάνω από 150 διαρρήξεις πολυτελών κατοικιών, ξενοδοχείων, πύργων και εκκλησιών. Οι Εργάτες της Νύχτας αποτελούνταν από τον Alexander Jacob και τη σύντροφό Rose Roux, την μητέρα του Marie Berthou, και λίγες δεκάδες άλλους συντρόφους. Κίνητρό τους ήταν ένα σαφές μίσος για τα «κοινωνικά παράσιτα» και ολόκληρο τον παλιό κόσμο, όπως αποκρυσταλλώθηκε και σε μια διάρρηξη στον καθεδρικό ναό της Τουρ, μετά την οποία έγραψαν στον τοίχο: «Ω παντοδύναμε Θεέ, βρες αν μπορείς τους κλέφτες σου!»

Η απολογία του Jacob

“Αφέντες”:

Τώρα ξέρετε ποιος είμαι: ένας εξεγερμένος, που ζει από τους καρπούς των ληστειών του. Επιπλέον: έχω πυρπολήσει ξενοδοχεία κι έχω υπερασπιστεί την ελευθερία μου απέναντι στους πράκτορες της Εξουσίας. Θέτω ενώπιον της εξέτασής σας ολόκληρη την ύπαρξή μου στον αγώνα. Την θέτω στην νοημοσύνη σας, σαν ένα πρόβλημα μαθηματικών. Δεν αναγνωρίζω σε κανέναν το δικαίωμα να με κρίνει, και δε ζητώ συγχώρεση ούτε συμπάθεια. Δε ζητώ τίποτα από αυτούς που σιχαίνομαι και μισώ. Είστε οι νικητές, οι κυρίαρχοι! Κάντε ότι νομίζετε με εμένα, στείλτε με στη φυλακή, στα κάτεργα, δεν μου καίγεται καρφί! Αλλά πριν αποχωριστούμε, επιτρέψτε μου να σας πω λίγα τελευταία λόγια.

Με φυλακίσατε, κατ αρχήν, γιατί είμαι κλέφτης, δε θα ήταν λοιπόν άχρηστο να προσδιορίσουμε τι ακριβώς είναι ένας κλέφτης.

Κατά την άποψή μου, η κλοπή είναι η αναγκαιότητα να παίρνει ο κάθε άνθρωπος αυτό που χρειάζεται. Αναγκαιότητα που εκδηλώνεται στο κάθε τι και στα πάντα: από τα αστέρια που γεννιούνται και πεθαίνουν, όπως και οι άνθρωποι, στα έντομα που κινούνται στον αέρα, τόσο μικρά, τόσο ελάχιστα που τα μάτια μας με δυσκολία τα διακρίνουν. Η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από μια διαδοχή ληστειών και σφαγών. Τα φυτά, τα ζώα, όλα κατασπαράσσουν το ένα το άλλο για να επιβιώσουν. Το καθένα γεννιέται μόνο και μόνο για να θρέψει το άλλο. Σε αντίθεση με το «υψηλό επίπεδο του πολιτισμού μας», παρά την τελειότητά μας, οι άνθρωποι δεν αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα αυτό, τουλάχιστον μέχρι να πεθάνουν. Σκοτώνουν τα φυτά και τα ζώα για να τραφούν εις βάρος τους. Είναι οι αδιαφιλονίκητοι άρχοντες του ζωικού βασιλείου.

Εκτός από τα απαραίτητα για τη διατροφή τους, οι άνθρωποι χρειάζεται να τραφούν και με αέρα, νερό, φως. Τώρα, έχει δει ποτέ κανείς δυο ανθρώπους να λογομαχούν, και να σφάζονται για τα αγαθά αυτά; Όχι απ� όσο ξέρω (Σ.τ.μ: οι πόλεμοι για το νερό είναι μεταγενέστερο σύμπτωμα του πολιτισμού μας�). Κι όμως αυτά είναι τα πολυτιμότερα αγαθά, χωρίς τα οποία η ανθρωπότητα δεν μπορεί να επιβιώσει. Μπορούμε να αντέξουμε μερικές μέρες χωρίς να καταναλώσουμε τα αγαθά για τα οποία γινόμαστε σκλάβοι. Ισχύει όμως το ίδιο και για τον αέρα; Ούτε για 15 λεπτά. Το νερό είναι τα ¾ του ανθρώπινου οργανισμού, και είναι απαραίτητο για μας, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ελαστικότητα των ιστών μας. Χωρίς θερμότητα, χωρίς το φως του ηλίου, η ζωή θα ήταν αδύνατη.

Λοιπόν, ο καθένας και όλοι, παίρνουν, κλέβουν αυτά τα αγαθά. Λέγεται μήπως αυτό έγκλημα; Είναι ποινικά κολάσιμο; Σίγουρα όχι! Τότε γιατί επιφυλάσσουμε αυτή τη λέξη στα υπόλοιπα; Γιατί γι αυτά είναι απαραίτητο να δαπανήσουμε ενέργεια, μια σαφή ποσότητα εργασίας. Όμως η εργασία είναι αυτό που επιτελεί μια κοινωνία, δηλαδή η συμμετοχή όλων των ατόμων στη δημιουργία, με τον λιγότερο θεμιτό μόχθο, της περισσότερης δυνατής ευτυχίας. Ταιριάζει αυτή η περιγραφή στη σημερινή κατάσταση; Βασίζονται οι θεσμοί σας στη λογική; Η αλήθεια είναι το ακριβώς αντίθετο. Όσο περισσότερο δουλεύει ένας άνθρωπος, τόσο λιγότερα κερδίζει, όσο λιγότερα παράγει, τόσο περισσότερο επωφελείται. Οπότε η αρετή δεν είναι το ζητούμενο. Αυτό που μετράει είναι η εξουσία που αποκτούν οι πιο αδίστακτοι κι έπειτα πασχίζουν να νομιμοποιήσουν την κλοπή τους. Από την κορυφή ως τον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας δεν υπάρχει τίποτα παρά πονηριά στην μια μεριά και ηλιθιότητα στην άλλη. Οπότε, πως τολμάτε να ζητάτε από έναν που γνωρίζει τις αλήθειες αυτές να σεβαστεί μια τέτοια τάξη πραγμάτων; Ένας οινοπώλης ή ένας νταβατζής πλουτίζουν ενώσω ένας ιδιοφυής άνθρωπος πεθαίνει εξαθλιωμένος σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι. Ο φούρναρης που ζυμώνει ψωμί όλη μέρα, μετά βίας μπορεί να αγοράσει ένα καρβέλι. Ο υποδηματοποιός που φτιάχνει χιλιάδες παπούτσια περπατάει ξυπόλητος. Η μοδίστρα που ράβει τόνους από ρούχα, δεν έχει να φορέσει, να κρύψει τη γύμνια της. Ο χτίστης που χτίζει πύργους και παλάτια δεν μπορεί να αναπνεύσει λίγο καθαρό αέρα στην τρύπα που ζει. Αυτοί που παράγουν τα πάντα δεν έχουν τίποτα, κι αυτοί που δεν παράγουν τίποτα έχουν τα πάντα.

Μια τέτοια τάξη πραγμάτων δεν μπορεί παρά να παράγει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις εργαζόμενες τάξεις και τις ιδιοκτήτριες τάξεις, δηλαδή τις αδρανείς τάξεις. Εκεί είναι που γεννιέται ο αγώνας. Εκεί είναι που οι καρδιές των ανθρώπων γεμίζουν με μίσος.

Εσείς, ορίζετε έναν άνθρωπο «κλέφτη και κακοποιό», τον υποβάλλεται στις συνέπειες του νόμου, χωρίς να αναρωτιέστε ποτέ αν θα μπορούσε να γίνει κάτι άλλο. Όμως εγώ, που δεν είμαι ούτε ενοικιαστής ούτε ιδιοκτήτης, που δεν είναι παρά ένας άνδρας που έχει στη διάθεσή του μόνο τα χέρια και το μυαλό του για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, έπρεπε να πράξω αλλιώς. Η κοινωνία μου άφησε τρεις μονάχα τρόπους πιθανής επιβίωσης: τη δουλειά, την επαιτεία και την κλοπή. Η δουλειά, μακράν από το να μου είναι αντιπαθής, μου είναι αρκετά ευχάριστη. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εργασία-οι μύες και το μυαλό του έχουν ένα κάποιο ποσό ενέργειας που πρέπει να βρει τη χρήση του. Αυτό που με αηδίαζε ήταν ότι έπρεπε να χύνω τον ιδρώτα και το αίμα μου για μερικά ελεεινά ψίχουλα μισθού, και να δημιουργώ μεγαλύτερα κέρδη που θα μου τα αρνούνταν. Με λίγα λόγια, με αηδιάζει να δίνω τον εαυτό μου στην εκπόρνευση της εργασίας. Η επαιτεία είναι υποτιμητική, είναι η άρνηση κάθε αξιοπρέπειας. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να χαρεί τη ζωή του.

Δεν ικετεύεις για το δικαίωμα στη ζωή, το παίρνεις.

Η κλοπή είναι η αποκατάσταση, η απ-αλλοτρίωση της ιδιοκτησίας. Αντί να κλειστώ σ� ένα εργοστάσιο που να μοιάζει με φυλακή, αντί να παρακαλάω γι αυτό που δικαιούμαι, προτιμώ να σταθώ όρθιος και να αντιμετωπίσω τους εχθρούς μου πρόσωπο με πρόσωπο, να κάνω πόλεμο στους πλούσιους, να επιτεθώ στα καλούδια τους. Καταλαβαίνω βέβαια ότι θα προτιμούσατε να είχα θέσει τον εαυτό μου κάτω από τους νόμους σας. Να παρήγαγα, σαν καλός και υπάκουος εργάτης, πλούτο σε αντάλλαγμα με έναν ασήμαντο, γελοίο μισθό, και όταν το κορμί μου θα είχε χρησιμοποιηθεί και το μυαλό μου αχρηστευτεί, να με είχατε πετάξει σε κάποια βρώμικη γωνία του δρόμου. Τότε δεν θα με αποκαλούσατε «κυνικό κακοποιό» αλλά μάλλον «τίμιο εργαζόμενο». Με πόσο κολακευτική ευγνωμοσύνη θα μου κρεμούσατε το μικρό μετάλλιο της εργατικότητας στο λαιμό. Οι παπάδες υπόσχονται τον παράδεισο στα πρόβατά τους. Εσείς είστε πολύ πιο συγκεκριμένοι: υπόσχεστε απλά μικρά κομματάκια χαρτί.

Σας ευχαριστώ γι αυτή σας τη καλοσύνη, την ευγνωμοσύνη, ω αφέντες. Προτιμώ να είμαι κυνικός, με συνείδηση των δικαιωμάτων μου παρά ένα ρομπότ, μια καρυάτιδα. Από τότε που έχω συνείδηση του εαυτού μου, έχω αφιερώσει τη ζωή μου στην κλοπή, χωρίς κανένα δισταγμό. Δε χάνω τον καιρό μου με τους υποκριτικούς μικρούς κώδικες ηθικής σας, που θεωρούν το σεβασμό στην ιδιοκτησία σαν κάποιου είδους αρετή, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει χειρότερος κλέφτης από έναν ιδιοκτήτη.

Μπορείτε να μείνετε ευχαριστημένοι. Η προκατάληψη αυτή έχει στεριώσει τόσο καλά στα μυαλά του κόσμου που γίνονται οι καλύτεροί σας μπάτσοι. Γνωρίζοντας την αθλιότητα του νόμου και της εξουσίας, έχετε μετατρέψει τον κόσμο στον πιο σίγουρο προστάτη σας. Το νου σας, όμως, γιατί όλα τα πράγματα έχουν κι ένα τέλος. Όλα όσα χτίζεται με την πονηριά και τη δύναμή σας μπορεί κάλλιστα να γκρεμιστούν με πονηριά και με δύναμη.

Οι άνθρωποι εξελίσσονται κάθε μέρα. Τους βλέπετε, να πεθαίνουν από την πείνα, βλέπετε τον αξιοθρήνητο φτωχό, με μια λέξη, τα θύματά σας, να εκπαιδεύονται πάνω σ αυτές τις αλήθειες, να συνειδητοποιούν τις αλήθειες αυτές, να οπλίζονται. Προσέξτε, γιατί μπορεί να επιτεθούν στα σπίτια σας και να πάρουν πίσω τα πλούτη που δημιούργησαν και τα οποία τους κλέψατε. Θεωρείτε ότι θα ήταν αγνώμονες; Εγώ πάλι το αντίθετο. Αν το καλοσκεφτούν, θα καταλάβουν ότι είναι καλύτερα να το ρισκάρουν, παρά να συνεχίσουν να σας παχαίνουν ενώ αυτοί μένουν στη μιζέρια. Ρίξτε τους στις φυλακές, κλείστε τους σε μπουντρούμια, στείλτε τους στα κάτεργα, ότι προτιμάτε! Αλλά, αν τα συγκρίνετε με την βάρβαρη, εξαθλιωμένη ζωή, πόνου που περνούν� Ο ανθρακωρύχος που κερδίζει το ψωμί του στα έγκατα της γης, χωρίς να αντικρίζει το φως της μέρας, μπορεί ανά πάσα στιγμή να πεθάνει, να συνθλιβεί σε μια υπόγεια έκρηξη. Ο μάστορας που χτίζει τη στέγη του σπιτιού σας, μπορεί ανά πάσα στιγμή να πέσει και να γίνει χίλια κομμάτια. Ο ναυτικός γνωρίζει πότε σάλπαρε, αλλά όχι κατά πόσο θα επιστρέψει σώος. Πάρα πολλοί εργάτες αρρωσταίνουν και πεθαίνουν ενώ δουλεύουν στις δουλειές τους. Εξαντλούνται μέχρι θανάτου και χάνουν τη ζωή τους για να παράγουν πλούτο για σας. Κι ακόμα και οι στρατιώτες και οι μπάτσοι βρίσκουν το θάνατο ενάντια στους εχθρούς σας για το αξιολύπητο κόκαλο που τους ρίχνετε.

Ξεροκέφαλοι στον τυφλό εγωισμό σας, θα μείνετε σκεπτικοί μπρος στις εικόνες αυτές-ή όχι; Μου φαίνεται σαν να υποστηρίζετε ότι ο κόσμος φοβάται. Τους κυβερνάτε με το φόβο της καταστολής. Αν διαμαρτυρηθούν, θα τους ρίξετε στη φυλακή. Αν κάνουν μια κίνηση, θα τους κλείσετε στο κελί. Αν συνεχίσουν παρ όλα αυτά, θα τους πάρετε το κεφάλι. Λάθος κίνηση, αφέντες, ακούστε τι σας λέω. Οι τιμωρίες που θα θέλατε να εμπνεύσετε δεν πρόκειται να σταματήσουν τον κόσμο από το να εξεγείρεται. Η καταστολή σας, μακράν του να είναι μια θεραπεία, ένα αντίδοτο, θα αποδειχτεί ότι δεν είναι παρά μια επιδείνωση της αρρώστιας. Τα διορθωτικά μέσα που παίρνετε δεν μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω από το να σπείρουν τους σπόρους του μίσους και της εκδίκησης. Είναι ένας μοιραίος κύκλος. Από τη στιγμή που αρχίσατε να κόβετε κεφάλια, να γεμίζετε τις φυλακές και τα κελιά σας, δεν έχετε καταφέρει να σταματήσετε τα ξεσπάσματα του μίσους εναντίον σας. Απαντήστε μου! Τα γεγονότα αποδεικνύουν την ανικανότητά σας. Όσον αφορά εμένα, γνωρίζω ότι η απολογία μου θα με οδηγήσει είτε στη φυλακή είτε στο θάνατο. Κι όπως βλέπετε, αυτό δεν με εμπόδισε από το να ακολουθήσω τη δράση μου. Αν επέδειξα μια τάση στην κλοπή, δεν ήταν ζήτημα τα κέρδη που μου απέφερε, αλλά ήταν ζήτημα αρχών, δικαίου. Προτίμησα να διατηρήσω την ελευθερία μου, την ανεξαρτησία μου, την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μου, παρά να γίνω ένας υπηρέτης στην καλοπέραση ενός αφεντικού. Και μιλώντας χωρίς κανέναν ευφημισμό, προτίμησα να ληστέψω παρά να με ληστεύουνε.

Καταδικάζω επίσης το γεγονός, οι καρποί της εργασίας των ανθρώπων να λεηλατούνται βίαια από άλλους ανθρώπους. Αλλά είναι γι αυτόν ακριβώς το λόγο που κήρυξα πόλεμο στους πλούσιους, τους κλέφτες των αγαθών των φτωχών. Θα ήθελα επίσης να ζήσω σε μια κοινωνία όπου η ληστεία θα είχε εξαλειφθεί. Δεν εγκρίνω και δεν έκανα ποτέ χρήση της ληστείας, εκτός από ως μέσο εξέγερσης για να πολεμήσω την πιο απεχθή από όλες τις ληστείες: την ιδιωτική ιδιοκτησία. Για να καταστρέψεις ένα σύμπτωμα, πρέπει να ξεριζώσεις την αιτία του. Αν υπάρχει η ληστεία, είναι γιατί υπάρχει πλεόνασμα αγαθών από την μία και φτώχια από την άλλη. Είναι γιατί τα πάντα ανήκουν σε λίγους. Ο αγώνας δεν θα τελειώσει ποτέ και μέχρι την μέρα που όλοι θα μοιράζονται την ευτυχία και τη λύπη τους, τον κόπο και τον πλούτο τους, από κοινού. Μέχρι την μέρα που όλα θα ανήκουν σε όλους.

Είμαι ένας επαναστάτης αναρχικός, κι έκανα την επανάστασή μου.

Ας έρθει η αναρχία

JACOB

[Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Φλεβάρης 2007]

Categories
Sergei Nechayev

ΣΕΡΓΚΕΙ Γ. ΝΕΤΣΑΓΙΕΦ – Η ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ

ΣΕΡΓΚΕΙ Γ. ΝΕΤΣΑΓΙΕΦ – Η ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

1. η δομή της οργάνωσης βασίζεται στην ατομική εμπιστοσύνη.
2. ο οργανωτής (μέλος και ο ίδιος) επιλέγει 5 ή 6 άτομα από τις γνωριμίες του και αφού συζητήσει με τον καθένα ξεχωριστά και διασφαλίσει την συναίνεσή του, τους συνενώνει θεμελιώνοντας έναν κλειστό πυρήνα.
3. ο μηχανισμός της οργάνωσης, κρυμμένος απ τα μάτια των αργόσχολων, κρατά το εύρος των επαφών και δραστηριοτήτων του μυστικό στον καθένα, εκτός από τα μέλη του και τον κεντρικό πυρήνα, προς τον οποίον, ο οργανωτής υποβάλλει πλήρεις αναφορές σε καθορισμένες ημερομηνίες.
4. τα μέλη αναλαμβάνουν ειδικά καθήκοντα στη βάση ενός καθορισμένου σχεδίου, βασισμένου στη γνώση του τοπικού ταξικού και κοινωνικού περιβάλλοντος όπου διεξάγεται η προπαρασκευαστική εργασία.
5. κάθε μέλος της οργάνωσης ιδρύει με τη σειρά του έναν πυρήνα δευτέρου βαθμού, γύρω από τον εαυτό του, με κεντρικό πυρήνα τον προηγούμενο, στον οποίο, ο νέος οργανωτής παρέχει το σύνολο των πληροφοριών που συλλέγει ο πυρήνας του κοκ.
6. η αρχή της μη-χρήσης άμεσων μεθόδων προς άτομα που έμμεσες μέθοδοι, μέσω δηλαδή τρίτων ατόμων, εγγυώνται ίση επιτυχία, πρέπει να τηρηθεί με την πιο ακραία λεπτολογία.
7. γενική αρχή της οργάνωσης δεν είναι η προσπάθεια να πείσει και να καλλιεργήσει αλλά να ενοποιήσει τις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις και να εξαλείψει την άσχετη με τον σκοπό της φλυαρία.
8. τα μέλη δεν κάνουν στον οργανωτή ερωτήσεις με σκοπό διαφορετικό απ αυτόν της λειτουργίας των κατώτερων πυρήνων.
9. η απόλυτη ειλικρίνεια ανάμεσα στα μέλη και τον οργανωτή είναι η βάση για την επιτυχή πρόοδο της υπόθεσης.
10. με τη δημιουργία δευτερογενών πυρήνων, οι προηγούμενοι γίνονται κεντρικοί σε σχέση μ αυτούς, και τους παρέχουν τους κανονισμούς και το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων στην περιοχή όπου εδρεύουν.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΤΩΝ ΤΟΜΕΩΝ

11. ο σκοπός των τομέων είναι να πετύχουν την ανεξαρτησία και αυτονομία του έργου της οργάνωσης και να χρησιμεύσουν ως επιπλέον εγγύηση της ασφάλειας της κοινής υπόθεσης.
12. οι τομείς αυτοί, αποτελούνται αρχικά από 2 ή 3 άτομα εξουσιοδοτημένα από το δίκτυο και με την έγκριση της επιτροπής. Στη βάση των γενικών αρχών της οργάνωσης, επιλέγουν μια ομάδα μόνον από τους πυρήνες που κατά τη γνώμη της επιτροπής εκπληρώνουν τις απαιτήσεις τους. Η επαφή με το δίκτυο διατηρείται μέσω των οργανωτών.
13. τα άτομα που επιλέγονται από τους πυρήνες για να στελεχώσουν έναν τομέα στην επόμενη συγκέντρωση δεσμεύονται: α) να δρουν αρμονικά, συλλογικά, σε πλήρη συναίνεση με τη φωνή της πλειοψηφίας, και να εγκαταλείψουν τον τομέα μόνο με σκοπό την είσοδο σε ακόμα πιο στενούς κύκλους, σύμφωνα με τις οδηγίες της επιτροπής. β) σε όλες τις σχέσεις τους με τον αμύητο κόσμο, να χουν στο μυαλό μόνο το καλό της οργάνωσης.
14. άτομα επιλέγονται να γίνουν μέλη ενός τομέα, ένας κάθε φορά. Όταν φτάσουν τα 6, ο τομέας διαιρείται σε 2 ομάδες, κατά τις οδηγίες της επιτροπής. 15. ένα άτομο επιλέγεται από κοινού να κάνει δουλειά γραφέα, τη σύνταξη αναφορών, την υποδοχή και την αποστολή μελών της επιτροπής και άλλων πρακτόρων σχετικών με τον τομέα συνολικά. Το ίδιο άτομο φροντίζει το αρχείο και την ιδιοκτησία του τομέα, και κρατά τις διευθύνσεις.
16. τα υπόλοιπα μέλη αναλαμβάνουν προπαρασκευαστική εργασία σε μια συγκεκριμένη τάξη ή περιβάλλον, και επιλέγουν για βοηθούς τους άτομα της οργάνωσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές.
17. όλα τα άτομα, οργανωμένα σύμφωνα με τις γενικές αρχές, θεωρούνται και χρησιμοποιούνται σαν μέσα κι εργαλεία για την πραγμάτωση των αποστολών και την επίτευξη του σκοπού της οργάνωσης. Επομένως, για κάθε επιχείρηση του τομέα, το συνολικό σχέδιο πρέπει να είναι φανερό μόνο για τον τομέα: τα άτομα που το πραγματοποιούν δεν πρέπει επ’ ουδενί να γνωρίζουν την αληθινή φύση του παρά μόνον τις λεπτομέρειες, τα μερίδια της εργασίας που αναλαμβάνουν να πραγματοποιήσουν. Είναι ζωτικής σημασίας να αναπαριστούμε τη φύση της εργασίας υπό ένα στρεβλό φως, ώστε να διεγείρουμε τον ενθουσιασμό τους.
18. τα μέλη ενημερώνουν την επιτροπή του σχεδίου για μια αποστολή που ετοίμασαν, και μόνο κατόπιν συναίνεσης της επιτροπής ξεκινούν την πραγματοποίησή της.
19. σχέδιο που προτείνει η επιτροπή πραγματοποιείται άμεσα. Για να αποτραπούν υπερβολικές απαιτήσεις τις επιτροπής σχετικά με τη δυναμική του τομέα, διατηρείται αρχείο όσο πιο ακριβές, για την κατάσταση του τομέα, μέσω των διαύλων επικοινωνίας με την επιτροπή.
20. ένας τομέας μπορεί να στέλνει τα μέλη του να επιθεωρούν δευτερογενείς πυρήνες και να τα αποστέλλει σε νέα μέρη για να ιδρύσουν καινούριες οργανώσεις.
21. το ζήτημα των οικονομικών πόρων είναι πρωταρχικής σημασίας: α) μια άμεση εισφορά των μελών και συμπαθούντων, σημειωμένη ολογράφως σε έγγραφο της επιτροπής. β) μια έμμεση εισφορά, με εύλογα προσχήματα, ατόμων όλων των τάξεων, ακόμη και μη-συμπαθούντων. γ) διοργάνωση συναυλιών, εκδηλώσεων για υποτιθέμενους διαφορετικούς σκοπούς. δ) διάφορες προσωπικές επιχειρήσεις. Ο τομέας απαγορεύεται να χρησιμοποιεί πιο φιλόδοξες μεθόδους, υπέρτερες των δυνατοτήτων του, και μόνον έπειτα από υποδείξεις της επιτροπής μπορεί να προάγει την διεξαγωγή ενός τέτοιου σχεδίου. στ) το 1/3 των εισπράξεων πάει στην επιτροπή.
22. μεταξύ των αναγκαίων συνθηκών για να θέσει σε κίνηση τη δράση του ένας τομέας είναι: α) να βρει κρησφύγετα. β) να διεισδύσουν τα έξυπνα και ικανά του μέλη στους κύκλους των πλανόδιων πωλητών, φουρνάρηδων κλπ. γ) γνώση των τοπικών κουτσομπόληδων, πόρνων, κι άλλων μέσων συγκέντρωσης και διασποράς φημών. δ) γνώση της αστυνομίας και των παλιών κρατικών λειτουργών. στ) θεμελίωση σχέσεων με τα αποκαλούμενα εγκληματικά στοιχεία. ε) επιρροή σε υψηλόβαθμα πρόσωπα μέσω των γυναικών τους. ζ) συνεχής προπαγάνδα με όλα τα μέσα.

Αυτό το αντίτυπο δεν πρέπει να κυκλοφορεί αλλά προορίζεται για το εσωτερικό του τομέα.

ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΟΥΝ ΤΟΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

1. ο επαναστάτης είναι ένας αφοσιωμένος άνθρωπος. Δεν έχει δικά του ενδιαφέροντα, δουλειές, αισθήματα, δεσμούς, περιουσία, ούτε καν όνομα. Κάθε τι μέσα του έχει απορροφηθεί από ένα αποκλειστικό ενδιαφέρον, μια σκέψη, ένα πάθος – την επανάσταση.
2. στα έσχατα βάθη της ύπαρξής του, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη, έχει διαρρήξει κάθε δεσμό με την κυρίαρχη τάξη και ολόκληρο τον καλλιεργημένο κόσμο, με τους νόμους τους, τις κοινωνικές συμβάσεις και την ηθική τάξη. Είναι αμείλικτος εχθρός αυτού του κόσμου, κι αν συνεχίζει να ζει μέσα του, το κάνει με σκοπό να τον καταστρέψει πιο αποτελεσματικά.
3. ο επαναστάτης περιφρονεί κάθε θεωρητικολογία κι έχει απορρίψει τις επιστημονικές αναζητήσεις, αφήνοντάς τις στις μέλλουσες γενιές. Ξέρει μόνο μια επιστήμη, την επιστήμη της καταστροφής. Γι αυτόν τον σκοπό και μόνο, θα μελετήσει μηχανική, φυσική, χημεία κι ίσως ιατρική. Γι αυτόν τον σκοπό θα μελετήσει μέρα και νύχτα τη ζώσα επιστήμη: τους ανθρώπους, τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις και κάθε έκφραση της παρούσας κοινωνικές τάξης σε κάθε πιθανό επίπεδο. Ο μόνος και διηνεκής σκοπός του είναι η άμεση καταστροφή αυτής της καταραμένης τάξης.
4. περιφρονεί την κοινή γνώμη. Απεχθάνεται την κυρίαρχη ηθική σε όλες τις εκφάνσεις τις. Γι αυτόν κάθε τι είναι ηθικό όταν βοηθά τον θρίαμβο της επανάστασης. Ανήθικο κι εγκληματικό είναι ότι μπαίνει εμπόδιο στον δρόμο της.
5. ο επαναστάτης είναι ένας αφοσιωμένος άνθρωπος, ανελέητος απέναντι στο κράτος κι ολόκληρη την μορφωμένη και προνομιούχο τάξη: δεν πρέπει να περιμένει κανένα έλεος απ αυτές επίσης. Ανάμεσά τους μαίνεται, φανερά ή κρυφά, ένας ακατάπαυστος κι αδιάλλακτος πόλεμος ζωής ή θανάτου. Πρέπει να επιβάλλεται στον εαυτό του για να αντέχει τα βασανιστήρια.
6. σκληρός απέναντι στον εαυτό του, πρέπει να ναι αυστηρός και προς τους άλλους. Όλα τα τρυφερά αισθήματα συγγένειας, φιλίας, αγάπης, ευγνωμοσύνης και τιμής ακόμα, πρέπει να σβήσει μέσα του ένα και μόνο, ψυχρό πάθος για τον επαναστατικό σκοπό. Γι αυτόν υπάρχει μόνο μια απόλαυση, παρηγοριά, αμοιβή κι ικανοποίηση – η επιτυχία της επανάστασης. Νύχτα και μέρα δεν μπορεί να χει παρά μια σκέψη, έναν σκοπό – την ανελέητη καταστροφή. Ψύχραιμος κι ακούραστος κυνηγός αυτού του σκοπού, πρέπει να είναι έτοιμος εξίσου να πεθάνει ο ίδιος και να καταστρέψει με τα ίδια του τα χέρια ότι στέκει εμπόδιο στον δρόμο του.
7. η φύση του αληθινού επαναστάτη δε χωρά ρομαντισμούς, κάθε είδους συναισθηματισμό, αγαλλίαση ή ενθουσιασμό. Δεν έχει μέρος επίσης για προσωπικό μίσος ή εκδίκηση. Το επαναστατικό πάθος, που φωλιάζει μέσα του σαν μόνιμη κατάσταση, πρέπει ανά πάσα στιγμή να συνδυάζεται με ψυχρό υπολογισμό. Παντού και πάντα πρέπει να είναι όχι υπό την επήρεια των προσωπικών του παρορμήσεων, αλλά των γενικών συμφερόντων που υπαγορεύει η επανάσταση.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΟΥ

8. ο επαναστάτης θεωρεί φίλους του και εκτιμά μόνον όσους έχουν δείξει στην πράξη ότι είναι εξίσου επαναστάτες με τον ίδιο. Το μέγεθος της φιλίας αυτής, αφοσίωσης και άλλων υποχρεώσεων προς τον σύντροφό του καθορίζονται μόνο από τον βαθμό χρησιμότητάς του στην πρακτική εργασία της ολοκληρωτικής επαναστατικής καταστροφής.
9. η ανάγκη αλληλεγγύης ανάμεσα στους επαναστάτες είναι αυτονόητη. Σ αυτήν θεμελιώνεται η όλη δύναμη του επαναστατικού έργου. Οι επαναστάτες σύντροφοι που έχουν τον ίδιο βαθμό κατανόησης και επαναστατικού πάθους θα ήταν καλό να συζητούν μαζί όλα τα σημαντικά ζητήματα και να καταλήγουν σε ομόφωνες αποφάσεις, στο μέτρο του δυνατού. Όσο εκτυλίσσεται όμως ένα σχέδιο που εκπονήθηκε έτσι, ο καθένας θα πρεπε όσο το δυνατόν περισσότερο να βασίζεται στον εαυτό του. Εκτελώντας μια σειρά καταστροφικών πράξεων ο καθένας πρέπει να δρα για τον εαυτό του και να καταφεύγει στις συμβουλές και τη βοήθεια των συντρόφων του μόνο όταν είναι απαραίτητο για την επιτυχία του σχεδίου.
10. κάθε σύντροφος πρέπει να διαθέτει αρκετούς επαναστάτες 2ου ή 3ου βαθμού, δηλαδή όχι εντελώς μυημένους. Θα πρεπε να τους θεωρεί μερίδια ενός κοινού ταμείου επαναστατικού κεφαλαίου, τοποθετημένα στη διάθεσή του. Θα πρεπε να ξοδεύει το μερίδιό του συνετά, πάντα προσπαθώντας να βγάλει το μέγιστο δυνατό όφελος. Πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του κεφάλαιο στη διάθεση του θριάμβου της επανάστασης, που ωστόσο δεν μπορεί να ξοδέψει δίχως την συναίνεση του συνόλου των πλήρως μυημένων συντρόφων.
11. όταν ένας σύντροφος συλληφθεί, ο επαναστάτης, για να αποφασίσει αν πρέπει να σωθεί ή όχι, πρέπει να σκεφτεί με όρους όχι προσωπικών συναισθημάτων αλλά μόνο βάσει του καλού του επαναστατικού σκοπού. Πρέπει πλέον να ζυγίσει, στο ένα χέρι, τη χρησιμότητα του συντρόφου, και στο άλλο, το ποσό της επαναστατικής ενέργειας που θα ταν απαραίτητη για τη διάσωσή του, και να συνταχθεί με ότι βαραίνει περισσότερο.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

12. η είσοδος ενός νέου μέλους που απέδειξε ότι είναι ικανό με πράξεις κι όχι με λόγια, μπορεί να αποφασιστεί μόνο κατόπιν ομόφωνης απόφασης.
13. ο επαναστάτης διεισδύει στον κόσμο του κράτους, της κυρίαρχης τάξης και της αυτοαποκαλούμενης κουλτούρας, και ζει μέσα του μόνο γιατί πιστεύει στην γρήγορη και ολική τους καταστροφή. Δεν είναι επαναστάτης αν νιώθει έλεος για οτιδήποτε σ αυτόν τον κόσμο. Εάν είναι ικανός, πρέπει ν αντιμετωπίσει την καταστροφή μιας κατάστασης, μιας σχέσης ή κάθε προσώπου που αποτελεί μέρος του κόσμου αυτού – καθένας και κάθε τι πρέπει να του είναι εξ ίσου απεχθή. Τόσο το χειρότερο γι αυτόν εάν έχει οικογένεια, φίλους κι αγαπημένους μέσα στον κόσμο αυτό: δεν είναι επαναστάτης εάν μπορούν να σταματήσουν το χέρι του.
14. με σκοπό την ανελέητη καταστροφή ο επαναστάτης μπορεί και καμιά φορά πρέπει να ζει στην κοινωνία παριστάνοντας πως είναι κάποιος άλλος. Ο επαναστάτης πρέπει να διεισδύσει παντού, ανάμεσα στις κατώτερες και τις μεσαίες τάξεις, στους εμπορικούς οίκους, την εκκλησία, τις επαύλεις των πλουσίων, τον κόσμο της γραφειοκρατίας, των στρατιωτικών και των λογοτεχνών, της μυστικής αστυνομίας και των θερινών ανακτόρων.
15. ολόκληρη αυτή η χυδαία κοινωνία μπορεί να χωριστεί σε κατηγορίες: η 1η κατηγορία περιλαμβάνει αυτούς που θα καταδικάσουμε άμεσα σε θάνατο. Η οργάνωση θα πρέπει να συντάξει μια λίστα με τη σειρά καταστροφής των ατόμων αυτών σε σχέση με το πόσο μπορούν να βλάψουν την επιτυχή εκτύλιξη της επαναστατικής υπόθεσης.
16. συντάσσοντας τις παραπάνω λίστες, η καθοδηγητική αρχή δεν πρέπει να ναι οι ατομικές πράξεις καταπίεσης που διέπραξαν αυτοί οι άνθρωποι. Αυτή η καταπίεση και το μίσος, ωστόσο, μπορούν ως έναν βαθμό να ναι χρήσιμο καθώς υποδαυλίζουν τη λαϊκή εξέγερση. Η καθοδηγητική αρχή πρέπει να είναι το μέγεθος της υπηρεσίας που παρέχει ο θάνατος του προσώπου αυτού στην επαναστατική υπόθεση. Έτσι στην 1η κατηγορία περιλαμβάνονται όλοι αυτοί που πρέπει να εξοντωθούν γιατί είναι ιδιαίτερα βλαβεροί στην επαναστατική οργάνωση, και των οποίων ο ξαφνικός και βίαιος θάνατος θα ενέπνεε τον μέγιστο φόβο στην κυβέρνηση και, στερώντας την τα εξυπνότερα και πιο δραστήρια στελέχη της, θα κλόνιζε την ισχύ της.
17. η 2η κατηγορία πρέπει ν αποτελείται απ όσους χαρίζεται προσωρινά η ζωή ώστε η κτηνώδης συμπεριφορά τους θα οδηγήσει τον λαό σε μια αναπόφευκτη εξέγερση.
18. στην 3η κατηγορία ανήκει ένα κοπάδι από υψηλόβαθμα κτήνη, ή πρόσωπα που δε διακρίνονται ούτε για κάποια ιδιαίτερη ευφυΐα ούτε ενεργητικότητα, αλλά που λόγω της θέσης τους, απολαμβάνουν πλούτο, γνωριμίες, επιρροή κι εξουσία. Πρέπει να τους εκμεταλλευτούμε με κάθε δυνατό μέσο και τρόπο, να τους μπερδέψουμε και να τους ενοχοποιήσουμε, και μόλις μάθουμε όσο περισσότερα μπορούμε από τα βρωμερά μυστικά τους πρέπει να τους κάνουμε σκλάβους μας. Η εξουσία, οι γνωριμίες, τα πλούτη και η ενέργεια τους θα γίνουν για μας ανεξάντλητοι θησαυροί και μια αποτελεσματική βοήθεια στα διάφορα εγχειρήματά μας.
19. η 4η κατηγορία αποτελείται από φιλόδοξους πολιτικούς και διαφόρων αποχρώσεων φιλελεύθερους. Μ αυτούς μπορούμε να συνωμοτήσουμε σύμφωνα με τα προγράμματά τους, υποκρινόμενοι πως τους ακολουθούμε τυφλά, ενώ στην πραγματικότητα τους ελέγχουμε, μαθαίνουμε τα μυστικά τους και τους εκθέτουμε πλήρως, έτσι ώστε να εμπλακούν ανεπιστρεπτί και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την δημιουργία αναταραχών στο κράτος.
20. η 5η κατηγορία αποτελείται από θεωρητικούς, συνωμότες, επαναστάτες, πεσμένους με τα μούτρα σε μια τεμπέλικη φλυαρία, είτε μπροστά σε ακροατές είτε στο χαρτί. Πρέπει συνεχώς να παρασέρνονται σε βίαιες δηλώσεις πρακτικού σκοπού, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να εξαφανιστούν από τον ορίζοντα της επαναστατικής υπόθεσης ενώ λιγοστοί θ αποφέρουν σ αυτόν ένα αληθινό κέρδος.
21. η 6η και πιο σημαντική κατηγορία είναι οι γυναίκες. Πρέπει να τις διαιρέσουμε σε 3 κύριους τύπους: πρώτα, εκείνες οι επιπόλαιες, ανόητες και απαθείς γυναίκες που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όπως την 3η και 4η κατηγορία ανδρών. Δεύτερον, γυναίκες που είναι φλογερές, προικισμένες κι αφοσιωμένες, αλλά δεν ανήκουν σε μας γιατί δεν έχουν ακόμα φτάσει σε μια αληθινή, ψυχρή, και πρακτική επαναστατική αντίληψη: αυτές πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε όπως τους άνδρες της 5ης κατηγορίας. Τέλος, οι γυναίκες που είναι μαζί μας πλήρως, δηλαδή οι ολότελα μυημένες που έχουν δεχτεί στο σύνολό του το πρόγραμμά μας. Πρέπει να θεωρούμε αυτές τις γυναίκες τον πολυτιμότερο θησαυρό μας, χωρίς τη βοήθειά τους είμαστε ανίκανοι.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ

22. η οργάνωσή μας έχει μόνον έναν σκοπό – την ολική χειραφέτηση και ευτυχία του λαού, δηλαδή των κοινών εργαζομένων. Ωστόσο, πεπεισμένη καθώς είναι, ότι η χειραφέτηση και η ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας ολοκληρωτικά καταστροφικής λαϊκής επανάστασης, η οργάνωσή μας θα υποστηρίξει με όλες τις δυνάμεις και τα εφόδιά της την όξυνση των συμφορών και των βασάνων που μέλλει να εξαντλήσουν επιτέλους την υπομονή του λαού και να τον οδηγήσουν σε μια γενική εξέγερση.
23. λέγοντας «λαϊκή επανάσταση» η οργάνωσή μας δεν εννοεί ένα θεσμοθετημένο κίνημα στο κλασσικό δυτικό πρότυπο – ένα κίνημα που οριοθετούσε πάντοτε η έννοια της ιδιοκτησίας, το κοινωνικό καθεστώς του αποκαλούμενου πολιτισμού μας και η πατροπαράδοτη ηθική, που μέχρι σήμερα περιοριζόταν παντού, στην ανατροπή μιας πολιτικής δομής με σκοπό την αντικατάστασή της από μια άλλη πασχίζοντας έτσι για την δημιουργία του αυτοαποκαλούμενου επαναστατικού κράτους. Η μόνη, σωτήρια για τον λαό, επανάσταση είναι αυτή που ξεριζώνει ολόκληρο το κρατικό σύστημα κι εξολοθρεύει όλες τις κρατικές παραδόσεις του καθεστώτος και των κυρίαρχων τάξεων της Ρωσσίας.
24. επομένως, η οργάνωσή μας δεν σκοπεύει να επιβάλει στον λαό κάποια οργάνωση από τα πάνω. Κάθε μέλλουσα οργάνωση θα βρει αναμφίβολα τον σχηματισμό της στο κίνημά μας και τη ζωή της στη ζωή του λαού μας, αλλά αυτό το καθήκον ανήκει στις μέλλουσες γενιές. Δικό μας καθήκον είναι η φοβερή, ολοκληρωτική, ριζική κι αμείλικτη καταστροφή.
25. επομένως, πλησιάζοντας τον λαό, πρέπει να συμμαχήσουμε μ όλα εκείνα τα στοιχεία της λαϊκής ζωής, που από την ίδρυση ακόμα του μοσχοβίτικης κρατικής εξουσίας, δεν έχουν πάψει ν αντιστέκονται, όχι μόνο στα λόγια μα με πράξεις, ενάντια σ οτιδήποτε άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένο με το κράτος: ενάντια στην αριστοκρατία, ενάντια στη γραφειοκρατία, ενάντια στους παπάδες, ενάντια στους εμπορικούς οίκους, κι ενάντια στους παρασιτικούς γαιοκτήμονες. Όμως πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας με τον παράτολμο κόσμο των ληστών, τους μόνους αληθινούς επαναστάτες στη Ρωσσία.
26. να ενοποιήσουμε αυτόν τον κόσμο σε μια μόνη ακατανίκητη κι ολοκληρωτικά καταστροφική δύναμη – αυτός είναι ο σκοπός της όλης οργάνωσής μας, η συνωμοσία και το καθήκον μας.

***

Ο Σεργκέι Γενάντιεβιτς Νετσάγιεφ γεννήθηκε στις 20 Σεπτέμβρη 1847 στο Ιβάνοβο, κοντά στην Μόσχα. Σε αντίθεση με τους μετανοιωμένους αριστοκράτες Χέρτσεν, Μπακούνιν, Κροπότκιν, ο Νετσάγιεφ ήταν προλετάριος, απόγονος δουλοπάροικων, «ένας πραγματικός επαναστάτης, ένας χωρικός που φύλαξε όλο το μίσος των σκλάβων εναντίον των αφεντάδων τους». Το 1868 χωρίς να γίνει φοιτητής πήγε στο πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης για να συνδεθεί με τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία του φοιτητικού κινήματος στην οργάνωση μιας επικείμενης εξέγερσης. Μετά την κατάπνιξή της από την τσαρική αστυνομία καταφεύγει στην Ελβετία (1869) όπου γνωρίζει τον Μιχαήλ Μπακούνιν, που καταγοητεύεται από την «άγρια τίγρη» κι εξιδανικεύει στο πρόσωπό του την ελπιδοφόρο ρωσσική νεολαία. Εκείνη την περίοδο ο Νετσάγιεφ συντάσσει την «κατήχηση του επαναστάτη» μαζί με μια σειρά από εφημερίδες και επαναστατικά μανιφέστα. Τον Αύγουστο επιστρέφει στη Ρωσσία και ιδρύει την «Λαϊκή Θέληση» (Ναρόντναγια Ραψπράβα) με τον γιακωβίνο επαναστάτη Τκάτσεβ προετοιμάζοντας μια εξέγερση για τις 19-2-1870 (9η επέτειος της απελευθέρωσης των δουλοπάροικων). Τον Σεπτέμβρη ιδρύει στην Μόσχα τη «Λαϊκή Δικαιοσύνη» (Ναρόντναγια Βόλυα) γνωστή ως Εταιρία του Τσεκουριού, από το έμβλημά της, πάνω στις αρχές της «κατήχησης». Στις 21-11-1869 δολοφονεί τον φερόμενο ως τσαρικό πράκτορα Ιβάν Ιβάνοβιτς Ιβάνωφ, που διαμαρτυρήθηκε για τις μεθόδους του κι αμφέβαλε την ύπαρξη της κεντρικής επιτροπής, μπροστά σε άλλα μέλη της οργάνωσης πετυχαίνοντας την συνενοχή τους. Τον Δεκέμβρη φεύγει από τη Ρωσσία με πλαστό διαβατήριο και στις 12-1-1870 φτάνει στη Γενεύη όπου και συνδέεται με την κόρη του Χέρτσεν. Με χρήματα που της απέσπασε εκδίδει την εφημερίδα «Λαϊκή Δικαιοσύνη», κι έξι τεύχη της εφ. «Καμπάνα» (Κολοκόλ) του Χέρτσεν. Το ίδιο διάστημα η «Λαϊκή Δικαιοσύνη» ξεκινά στη Ρωσσία την εκπαίδευση στα όπλα. Το καλοκαίρι εκδίδει στο Λονδίνο την εφ. «Κομμούνα» (Ομπσίνα) γνωρίζει τον Μαρξ και συνεχίζει το έργο του στο Παρίσι όπου συμμετέχει στην προετοιμασία της εξέγερσης που θα οδηγήσει στην Κομμούνα του 1871. Στη συνέχεια μεταβαίνει στην Ελβετία όπου βιοπορίζεται ως ζωγράφος, κερδίζοντας έτσι κάποια χρήματα για να καλύψει τις δαπάνες του επαναστατικού έργου. Εκεί μεταφράζει το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Μαρξ-Ένγκελς κι άλλα επαναστατικά κείμενα. Ζει σε μεγάλη φτώχεια κι αυταπάρνηση ενώ όλα τα χρήματα που περιήλθαν στη διάθεσή του τα χρησιμοποιεί για την επαναστατική υπόθεση. Είναι ήδη επικηρυγμένος απ’ όλες τις ευρωπαϊκές αστυνομίες και ο υπ αριθμόν 1 καταζητούμενος της τσαρικής αστυνομίας, που της στοίχισε τα περισσότερα χρήματα και δυνάμεις σ όλον τον 19ο αιώνα. Προδομένος από έναν πολωνό χαφιέ, συλλαμβάνεται στις 14-8-1872 για να δικαστεί στην Μόσχα σαν κοινός δολοφόνος, τον Γενάρη του 1873. Στο δικαστήριο δεν απαντά σε καμιά ερώτηση, ενώ κραυγάζει πως δεν αναγνωρίζει κανέναν τσάρο ούτε νόμους, και φωνάζει κάτω ο δεσποτισμός ενώ τον σέρνουν έξω οι φρουροί, καταδικασμένο σε 20 χρόνια καταδικαστικής εργασίας. Τελικά φυλακίζεται σε ισόβια απομόνωση στα μπουντρούμια του φρουρίου του Πετροπαυλόφσκ μετά από διαταγή του τσάρου. Αλυσοδεμένος κι άρρωστος, επιτίθεται στους αστυνομικούς που πλησίασαν αρκετά το αυτί τους για να τους καταδώσει κάποιον σύντροφό του, ροκανίζοντάς το. Όταν ο στρατηγός Ποτάπωφ τον επισκέπτεται και του ζητά να γίνει κατάσκοπος και να κερδίσει την εύνοιά του, τον χτυπά με τόση δύναμη στο πρόσωπο, ώστε να αιμορραγήσει. Ταυτόχρονα, κερδίζει τη συμπάθεια των φρουρών του και τους παίρνει με το μέρος του, συνωμοτεί μαζί τους και τους διδάσκει κρυπτογραφία για να επικοινωνεί με τους άλλους φυλακισμένους και τους έξω συντρόφους του. Αυτοί, οργανώνουν την απελευθέρωσή του αλλά ο Νετσάγιεφ που το κορμί του αρχίζει να αποσυντίθεται στις αλυσίδες, τους αποτρέπει. Σειρά έχει πρώτα ο τσάρος, που τελικά εκτελείται. Τον επόμενο Δεκέμβρη μετά από προδοσία, φυλακίζονται περίπου 80 φρουροί κι ο Νετσάγιεφ μπαίνει σε νέο, πιο φριχτό μπουντρούμι. Στις 21-11-1882 ο Νετσάγιεφ θα πεθάνει από σκορβούτο και φυματίωση. «Ο μαύρος άγγελος θα φτερουγίσει ελεύθερος πια και για πάντα στους κόκκινους ουρανούς της διαρκούς εξέγερσης και στις καρδιές των προλεταρίων».

Η «Κατήχηση του Επαναστάτη» έχει φτάσει ως τις μέρες μας κι έχει επηρεάσει κάποιες από τις πιο ριζοσπαστικές επαναστατικές οργανώσεις, από τους Μαύρους Πάνθηρες (εκδόθηκε σε επιμέλεια-πρόλογο του Έλντριτζ Κλήβερ), Μαύρο Σεπτέμβρη, Γουέδερμεν, Φράξια Κόκκινος Στρατός, Κόκκινος Στρατός Ιαπωνίας, Συμβιωνικός Απελευθερωτικός Στρατός, έως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την ’μεση Δράση στη Γαλλία. Η μετάφραση αυτή έγινε από συντρόφους και συντρόφισσες στη Θεσσαλονίκη, το 2004, σε αντιπαράθεση με προηγούμενες μεταφράσεις ενώ στοιχεία τους ενσωματώθηκαν στο σημείωμα της έκδοσης, και κυκλοφόρησε σε περιορισμένα αντίτυπα στις 17 Νοέμβρη εκείνης της χρονιάς.

Categories
Albert Libertad

Μισώ τους υποταγμένους – Albert Libertad

μισω τους υποταγμενους!

μισω τους υποταγμενους , οπως μισω τους βρωμιαρηδες , οπως μισω τους αργοσχολους.μισω την υποταγη!μισω την σκλαβια , μισω την βρωμια , μισω την αδρανεια.λυπαμαι τον αρρωστο που ταλαιπωρειται απο υψηλο πυρετο. μισω τον κατα φαντασια ασθενη , που μονο με λιγη καλη θεληση θα ξαναπαταγε στα ποδια του.λυπαμαι τον αλυσοδεμενο , φρουρουμενο απο φυλακες , τσακισμενο απο το βαρος των αλυσιδων και του νουμερου που φερει.μισω το στρατιωτη που εχει λυγισει κατω απο το βαρος ενος γαλονιου η’ τριων αστεριων , τους τσακισμενους απο το κεφαλαιο εργαζομενους.αγαπω τον ανθρωπο που εκφραζει την σκεψη του οπου κι αν βρισκεται , μισω τον εκλεγμενο που εχει ταχθει στην συνεχη αναζητηση της πλειοψηφιας.αγαπω τον σοφο που εχει λυγισει απο τις συνεχεις επιστημονικες του αναζητησεις .μισω το ατομο που γονατιζει κατω απο το βαρος μιας αγνωστης δυναμης ενος τυχαιου χ , ενος θεου.μισω ολους εκεινους που υποκυπτουν απο φοβο , απο παραιτηση και που ενα μερος της ανθρωπινης ισχυς τους , ο τρομος τους και η ηλιθια αδρανεια που τους χαρακτηριζει δεν τσακιζει μονο τους ιδιους αλλα μαζι κι εμενα και τους ανθρωπους που αγαπω.τους μισω , ναι τους μισω , γιατι το αισθανομαι , εγω δεν γονατιζω μπροστα στα γαλονια του αξιωματικου , μπροστα στη λουριδα του δημαρχου , μπροστα στο χρυσαφι του κ ε φ α λ α ι ο υ , μπροστα ς’ ολες τις ηθικες και τις θρησκειες. εδω και πολυ καιρο ξερω οτι ολα αυτα δεν ειναι παρα μια αβεβαιοτητα που θρυμματιζεται σαν το γυαλι . εγω λυγιζω απο το βαρος της υποταγης των αλλων. μισω την υποταγη!αγαπω την ζωη.θελω να ζησω , οχι ομως μες την αθλιοτητα οπως εκεινοι που περιοριζονται στο να ικανοποιουν ενα μερος των μυωνων τους , των νευρων τους , αλλα να αξιοποιω περα για περα τοσο τους μυς του προσωπου , οπως και αυτους των ποδιων , θελω να βλεπω τους λαγονες μου και τον εγκεφαλο μου να λειτουργουν αρμονικα.δεν θελω να ανταλλαξω ενα μερος του σημερα μ’ ενα απατηλο μερος του αυριο , δεν θελω να πεταξω τιποτα απο το σημερα για χαρη του μελλοντος.δεν θελω να υποτασσομαι κατω απο τις λεξεις πατριδα- θεος- τιμη.γνωριζω πολυ καλα το κενο που φερνουν οι λεξεις αυτες:θρησκευτικα και λαικα φαντασματα.γελαω οταν ακουω για συνταξεις και για παραδεισους , που κατω απο την προσμονη τους οι θρησκειες και το κεφαλαιο ωθουν στην υποταγη.γελαω με αυτους που συσσωρευουν για τα γηρατεια και στερουνται την νιοτη τους. μ’ εκεινους που για να φανε στα εξηντα νηστευουν στα εικοσι , εγω θελω να τρωω οσο εχω γερα δοντια για να μπορω να μασαω και να χαιρομαι μεγαλα κομματια απο κρεας καθως και φρουτα γεματα χυμους και θελω να το κανω οσο τα υγρα του στομαχιου μου ειναι σε θεση να το κανουν χωρις προβλημα. θελω να ικανοποιω την διψα μου με δροσιστικα και τονωτικα ποτα. θελω να αγαπαω τις γυναικες η την γυναικα με τον τροπο που θα καθοριζεται βασει των κοινων μας ενδιαφεροντων και να μην αποδεχομαι την οικογενεια , τον νομο , τον κωδικα , κανεις τους δεν εχει δικαιωμα στο κορμι μου.εσυ θελεις , εγω θελω. η οικογενεια , ο νομος , αυτη η αρχαια μορφη υποταγης μας κανουν και γελαμε.αλλα δεν τελειωνω εδω. εγω θελω μιας και εχω ματια και αυτια περα του να τρωω , να πινω και να κανω ερωτα , να δοκιμαζω και αλλες χαρες. θελω να δω γλυπτα , πινακες ζωγραφικης , να θαυμασω τον ροντεν η’ τον μανε. θελω να ακουσω τα καλυτερα εργα του μπετοβεν η’ του βαγκνερ. θελω να γνωρισω τους κλασικους της κωμωδιας να μαθω τον καλλιτεχνικο και λογοτεχνικο πλουτο που βοηθησε στο παντρεμα του παρελθοντος με το παρον η’ να γνωρισω καλυτερα την εξελιξη της ανθρωποτητας.θελω χαρα για μενα , για την συντροφο που εχω επιλεξει , για τα μωρα μας , για τους φιλους μας. θελω ενα σπιτι οπου θα μπορω να ξεκουραζομαι με την ησυχια μου.επειτα θελω την χαρα της εργασιας , αυτην την υγιη χαρα , αυτην την δυνατη χαρα.θελω τα μπρατσα μου να δουλευουν το σφυρι , την πλανη , την αξινα η’ το δρεπανι.θελω να ειμαι χρησιμος , θελω να ειμαστε ολοι χρησιμοι. θελω να ειμαι χρησιμος στον διπλανο μου και θελω ο διπλανος μου να μου ειναι χρησιμος . επιθυμω να κανουμε πολλα γιατι οι αναγκες μου ειναι ακορεστες. και ειναι που επιζητω τις χαρες και δεν εχω υποταχθει. ναι , ναι θελω να παραγω , αλλα θελω και να απολαμβανω , θελω να ζυμωνω το αλευρι αλλα να τρωω και το καλυτερο ψωμι , να βοηθαω στον τρυγο , αλλα να πινω και το καλυτερο κρασι , να κατασκευαζω σπιτια αλλα να μενω και στα καλυτερα διαμερισματα , να φτιαχνω επιπλα αλλα να κατεχω και αυτα που μου χρειαζονται. , να βλεπω το ωραιο , θελω να φτιαξω θεατρα τοσο μεγαλα που να χωρανε μεσα τους συντροφους μου κι εμενα.θελω να παιρνω μερος στην παραγωγη , αλλα θελω να παρω μερος και στην καταναλωση.ειναι καποιοι που ονειρευονται να παραγουν για να τα χαιρονται αλλοι , εγω θελω , ενωμενος ελευθερα με τους αλλους , να παραγω και να καταναλωνω.υποταγμενοι κοιτατε , φτυνω τα ειδωλα σας , φτυνω τον θεο σας , φτυνω την πατριδα σας , φτυνω τον χριστο σας , φτυνω τις σημαιες σας , φτυνω το κεφαλαιο και το χρυσομαλλο δερας , φτυνω τους νομους σας και τους κωδικες , τα συμβολα και τις θρησκειες:ολα βλακειες , με κανουν και γελαω, τα κοροϊδευω…αυτα δεν ειναι τιποτα ουτε για μενα ουτε και για εσας , εγκαταλειψτε τα και θα καταληξουν ψιχουλα.ειστε λοιπον μια δυναμη , ω υποταγμενοι , απο εκεινες τις δυναμεις που αγνοουν την ιδια τους την υπαρξη ωστοσο εξακολουθειτε να εισθε μια δυναμη και εγω δεν μπορω να σας φτυσω , μπορω μονο να σας μισησω , η’ να σας αγαπησω…η πιο μεγαλη απο τις επιθυμιες μου ειναι να σας δω να αποτιναξετε την υποταγη μεσα σε μια τρομερη αφυπνιση ζωης.δεν υπαρχει μελλοντικος παραδεισος , δεν υπαρχει μελλον , παρα μονο παρονας ζησουμε!ας ζησουμε! η υποταγη ειναι θανατος.η εξεγερση ειναι η ζωη! 13 απριλιου 1905

albert libertad

το κειμενο αυτο δημοσιευτηκε στο πρωτο φυλλο του εβδομαδιαιου εντυπου “αναρχια” που κυκλοφορησε στη γαλλια στις 13 απριλιου 1905 με τιραζ 4000 φυλλα και συνεχισε να εκδιδεται καθε πεμπτη μεχρι το 1914.την εκδοση του ξεκινησαν ο λιμπερταντ , οι αδερφες αννα και αμαντιν μαε και ο παραφ-ζαβαλ.ο albert libertad (1875-1908) που το πραγματικο του ονομα ηταν αλμπερτ ζοζεφ ανηκε στην αναρχοατομικιστικη ταση της εποχης εκεινης.