Tag Archives: παλιό κίνημα

Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη – Ένας Ανεξέλεγκτος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, Ισπανία 1937

Εισαγωγή:

“Μια συμμαχία μεταξύ δυο διαφορετικών μερών, στρέφεται υπέρ του πιο αντιδραστικού εκ των δυο. Η συμμαχία αναγκαστικά αποδυναμώνει το πιο προοδευτικό μέρος ελαχιστοποιώντας και διαστρέφοντας το πρόγραμμά του” -Μιχαήλ Μπακούνιν.

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από ένα μέλος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, μιας επαναστατικής πολιτοφυλακής που έδρασε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ως απάντηση προς την ακολουθούμενη στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών που επέβαλε η Δημοκρατική Κυβέρνηση. Αυτό σήμαινε την αναδιοργάνωσή τους σύμφωνα με τα πρότυπα τακτικού στρατού, με όλες τις ιεραρχικές βαθμίδες, και τον τρόπο λήψης και ακολούθησης αποφάσεων που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Η στρατιωτικοποίηση ήταν ένα κομβικό στοιχείο όσον αφορά την εδραίωση της εξουσίας των Σταλινικών επί της εργατικής τάξης κι ενάντια στην επανάσταση. Τους κατέστησε ικανούς να το πετύχουν λόγω της επιτυχίας της αντιφασιστικής ιδεολογίας της Δημοκρατίας που έπειθε πολλούς εργάτες να πολεμήσουν για λογαριασμό του Κράτους υπό τη δημοκρατική του μορφή ενάντια στην πιθανότητα ενός “φασιστικού” Κράτους, αφήνοντας κατά μέρους την επαναστατική πάλη. Τα αναρχικά αντικρατικά ιδεώδη δεν ήταν αρκετά για να εμποδίσουν τους ηγέτες της CNT να αναλάβουν κυβερνητικά υπουργικά πόστα. Η σταλινική Ρωσσία ήθελε περισσότερη εξουσία στην Ισπανία προκειμένου να ικανοποιήσει τους στόχους της δικής της μακροπρόθεσμης εξωτερικής πολιτικής. Τελικά ο Στάλιν ήταν πιο πρόθυμος να χαρίσει μια νίκη στον φασισμό παρά να ηττηθεί από την επανάσταση. Κάτι τέτοιο είναι φανερό στις απόπειρες των ισπανών εργατών, ιδιαίτερα στην Καταλωνία, να πάρουν τον έλεγχο και να κολλεκτιβοποιήσουν (να συλλογικοποιήσουν) τη γη και τη βιομηχανία, απόπειρες που η (δημοκρατική) κυβέρνηση κατέστειλε αιματηρά, όπως και στα γεγονότα του Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη, οπότε τα (δημοκρατικά) κυβερνητικά στρατεύματα επιτέθηκαν στις ένοπλες πολιτοφυλακές των εργατών που είχαν πάρει στα χέρια τους μεγάλο μέρος της πόλης. Η ήττα της ισπανικής επανάστασης και η νίκη του Φράνκο έδειξαν, όπως και κάθε κίνημα, εξέγερση κι επανάσταση της εργατικής τάξης έκτοτε, ότι το κράτος, οποιοδήποτε πολιτικό προσωπείο κι αν φέρει, παραμένει εχθρός μας.


Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη

Είμαι ένας δραπέτης των φυλακών του San Miguel de los Reyes, της αισχρής αυτής φυλακής που οικοδόμησε η μοναρχία για να θάβει ζωντανούς αυτούς που, καθώς δεν είναι δειλοί, δε σκύβουν το κεφάλι ποτέ στους διαβόητους νόμους που επιβάλλουν οι ισχυροί εναντίον των καταπιεσμένων. Εκεί με έβαλαν, όπως και τόσους άλλους, για να εξαλείψουν ένα έγκλημα, δηλαδή μια επανάσταση ενάντια στις ταπεινώσεις που υπέφερε ένα ολόκληρο χωριό, με λίγα λόγια, για τον φόνο ενός δυνάστη.

Νέα παιδιά όλοι τους όπως κι εγώ, που μπήκα στη φυλακή εικοσιτριών χρονών, για να βγω στα τριαντατέσσερα, όταν οι αναρχικοί σύντροφοι άνοιξαν τις θύρες. Για ένδεκα χρόνια υποβλήθηκα στο μαρτύριο του να μην είσαι άνθρωπος αλλά απλώς ένα πράγμα, ένας αριθμό!

Πολλοί κρατούμενοι που είχαν υποφέρει όπως κι εγώ την κακομεταχείριση ήδη απ’ τη γέννα, απελευθερώθηκαν μαζί μου. Κάποιοι απ’ αυτούς, ελεύθεροι πια, πήραν ο καθένας τον δρόμο του. Άλλοι, όπως κι εγώ, ενωθήκαμε με τους απελευθερωτές μας, που μας αντιμετώπισαν σαν φίλους και μας αγάπησαν σαν αδερφούς. Μαζί τους σχηματίσαμε βήμα-βήμα τη Σιδηρά Ταξιαρχία, μαζί τους, ολοένα και ταχύτερα, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα κι αφοπλίσαμε τους Εθνοφρουρούς. Και μαζί τους κυνήγσαμε τους φασίστες ως τα όρη που κρύβονται τώρα. Συνηθισμένοι να παίρνουμε ο καθένας οτιδήποτε χρειαζόταν, κατασχέσαμε προμήθειες και όπλα απ’ τους φασίστες καθώς τους απωθούσαμε. Κατά καιρούς τρεφόμασταν χάρις σε προσφορές των χωρικών, και φροντίζοντας οι ίδιοι για τον οπλισμό μας, όχι με όπλα που θα μας έδινε κανείς σα δώρο, αλλά μ’ αυτά που παίρναμε με τα ίδια μας τα χέρια απ’ τους αντιδραστικούς. Το αυτόματο που κρατώ και χαιδεύω, που με συνοδεύει απ’ την μέρα που εγκατέλειψα τη φυλακή, είναι δικό μου, μου ανήκει. Το πήρα σαν άνδρας απ’ τα χέρια του παλιού ιδιοκτήτη του, και με τον ίδιο τρόπο αποκτήθηκε κάθε όπλο που βαστάμε και ανήκει στους συντρόφους μου.

Ούτε ψυχή δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για μας. Η αποχαύνωση της αστικής τάξης όταν βγήκαμε απ’ τη φυλακή, μοιράζεται πλέον απ’ όλους. Αντί να μας προσεγγίσουν, αντί να μας βοηθήσουν και να μας υποστηρίξουν, μας συμπεριφέρθηκαν σαν παράνομους, μας κατηγόρησαν ότι είμαστε “ανεξέλεγκτοι”, επειδή δεν θελήσαμε να υποτάξουμε τους ρυθμούς της ζωής μας, την διαρκή επιθυμία μας να είμαστε ελεύθεροι, στις ηλίθιες ιδιοτροπίες εκείνων που, επειδή κατέχουν μια θέση σ’ ένα υπουργείο ή σε κάποια επιτροπή, θεωρούν αλαζονικά τους εαυτούς τους αφέντες μας. Επίσης επειδή, αφού απαλλοτριώσαμε τους φασίστες, αλλάξαμε τον τρόπο ζωής στα χωριά απ’ όπου περάσαμε: εξοντώνοντας τους βάρβαρους αστυνομικούς διευθυντές που λήστευαν και βασάνιζαν τους χωρικούς και θέτοντας τον πλούτο τους στα χέρια αυτών που ξέρουν πώς να τον παράγουν: στους εργάτες.

Κανείς, το εγγυώμαι αυτό, κανείς δε θα μπορούσε να είχε συμπεριφερθεί πιο σωστά προς αβοήθητους και ενδεείς, προς εκείνους που είχαν ληστευθεί και καταδιωχθεί καθ’ όλην τη ζωή τους, απ’ ό,τι εμείς, οι ανεξέλεγκτοι, οι παράνομοι και δραπέτες κατάδικοι. Κανείς, κανείς -προκαλώ τον οποιονδήποτε να αποδείξει το αντίθετο- δεν ήταν πιο στοργικός και πιο εξυπηρετικός προς τα παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους. Κανείς, απολύτως κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την ταξιαρχία αυτήν -η οποία μόνης της, χωρίς καμμιά βοήθεια, ακόμα και με εμπόδια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή απ’ την αρχή- για έλλειψη αλληλεγγύης, για αυθαιρεσίες, για δειλία ή απειθαρχία στην μάχη, για εχθρότητα απέναντι στους αγρότες, ή για μη επαρκή επαναστατικότητα, επειδή το θάρρος και η γενναιότητα υπήρξαν ο πήχυς μας, η μεγαλοθυμία προς τους ηττημένους ο νόμος μας, η εγκαρδιότητα προς τους αδερφούς και τις αδερφές το σύνθημά μας και η καλοσύνη κι ο σεβασμός το θεμελιώδες πλαίσιο των ζωών μας.

Προς τί η μαύρη φήμη που έχει εξαπλωθεί γύρω μας; Προς τί η αναίσθητη προθυμία να απαξιωθούμε, μια καταδικασμένη απόπειρα, όταν αυτή η απαξίωση θα λειτουργήσει μόνο σε βάρος της επαναστατικής υπόθεσης και του ίδιου του πολέμου;

Υπάρχει -και όσοι από μας ήταν στη φυλακή, έχοντας υποφέρει περισσότερο από κάθε άλλον στη γη, το γνωρίζουμε καλά- μια έντονη διάχυση των αστικών αξιών σε κάθε πλευρά. Το αστικό πρότυπο ατόμου στη ψυχή και στο σώμα, η προσωποποίηση της μετριότητας και της δουλικότητας, τρέμει στην ιδέα μιας απώλειας της ησυχίας και της ασφάλειας, του καφέ και των τσιγάρων, των ταυρομαχιών, των θεαμάτων και των πορνείων. Κι όταν ακούει για την Ταξιαρχία μας, για τη Σιδηρά Ταξιαρχία, πυλώνα της επανάστασης στο Λεβάντε, ή όταν ακούει ότι η Ταξιαρχία έρχεται στη Βαλένθια, κακαρίζει τρέμοντας μπρος στη σκέψη να δει αυτήν τη χαϊδεμένη κι άθλια ζωή του να χάνεται. Και η αστική τάξη -υπάρχουν πολλές ποικιλίες αστών σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους- υφαίνει ασταμάτητα τον ιστό της συκοφαντίας με τον οποίο μας εγκωμιάζει, επειδή αυτοί, και μόνο αυτοί, έχουν θιχτεί και είναι σε θέση να θίγονται απ’ τις δραστηριότητές μας, απ’ την επαναστατικότητά μας, κι απ’ τις άγριες ακαταμάχητες επιθυμίες που φέρουμε στις καρδιές μας να είμαστε ελεύθεροι σαν τους αετούς στις υψηλότερες βουνοκορφές, σαν τα λιοντάρια στη ζούγκλα.

Ακόμα κι αδερφοί μας, που υπέφεραν μαζί μας στα χωράφια και στα εργοστάσια και που τους εκμεταλλεύτηκε άγρια η μπουρζουαζία, αντηχούν τους τρομερούς φόβους αυτής της τελευταίας, κι αρχίζουν μάλιστα να πιστεύουν σ’ αυτούς, επειδή είναι τόσο ενημερωμένοι απ’ τους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν τους ηγέτες, ώστε πιστεύουν ότι οι άνδρες που πολεμούν με τη Σιδηρά Ταξιαρχία είναι ανελέητοι κακοποιοί. Ένα κύμα μίσους, φτάνοντας συχνά σε σημείο βαναυσότητας και ανηλεούς φανατισμού, δημιούργησε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι στη θέση του δρόμου της προέλασής μας ενάντια στον φασισμό.

Μερικές νύχτες, αυτές τις σκοτεινές νύχτες όταν οπλισμένος και σε εγρήγορση προσπαθώ να δω μέσα απ’ τα σκοτάδια των λιβαδιών και το μυστήριο των πραγμάτων, σηκώνομαι μέσα απ’ το στήθος μου σαν σε όνειρο, χωρίς να ξυπνήσω τα μουδιασμένα μου άκρα, που έχουν σφυρηλατηθεί στον πόνο σαν ατσάλι, ώστε να μην πιάσουν το αυτόματο με λύσσα, νιώθοντας μια επιθυμία να πυροβολήσω όχι μόνο στον εχθρό που έχει κατασκηνώσει μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, αλλά και στον άλλον εχθρό που κρύβεται στην πλευρά μου, που με αποκαλεί σύντροφο, την ίδια στιγμή που ξεπουλά τα συμφέροντά μου με τον πιο ύπουλο τρόπο, καθώς κανένα ξεπούλημα δεν είναι πιο δειλό απ’ αυτό που τρέφεται από προδοσία. Και θα ένιωθα μια επιθυμία να γελάσω και να κλάψω, και να τρέξω στα λιβάδια, φωνάζοντας και δακρύζοντας και ξεριζώνοντας λαρύγγια με τα σιδερένια μου δάχτυλα, όπως ακριβώς θα ξέσκιζα τα λαρύγγια όλων των βρωμερών πολιτικών αφεντάδων, και θα έκανα αυτόν τον άθλιο κόσμο θρύψαλα, έναν κόσμο στον οποίο είναι τόσο δύσκολο να βρεις ένα στοργικό χέρι να σου σκουπίσει τον ιδρώτα και να σταματήσει το αίμα που τρέχει απ’ τις πληγές του γυρνώντας απ’ το πεδίο του πολέμου, εξουθενωμένος και πληγωμένος.

Την νύχτα, μεταφέροντας τη θλίψη και τον πόνο μου στους άνδρες, στους αναρχικούς συντρόφους μου πάνω στα σκληρά βουνά, κρυμμένοι σε μικρές ομάδες κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του εχθρού, πόσο συχνά μια φιλική φωνή κι ένα στοργικό χέρι μου αποκαθιστούσε την αγάπη για τη ζωή! Και κάθε φορά που τα βάσανα του παρελθόντος, με όλον τον τρόμο και τα μαρτύρια που τσάκισαν το σώμα μου, θα ρίχνονταν στον άνεμο σαν να ανήκουν σε μιαν άλλη μακρυνή πλέον εποχή, και θ’ άφηνα τον εαυτό μου μετά χαράς στα όνειρα της περιπέτειας, προσμένοντας με αναζωπυρωμένη φαντασία έναν κόσμο που δε γνώριζα στη ζωή μα μονάχα στη φαντασία μου, έναν κόσμο που κανείς δεν έχει γνωρίσει στη ζωή αλλά πολλοί από μας γνωρίζουν στα όνειρά τους. Και στα όνειρα, ο καιρός περνούσε γοργά, και το σώμα μου άντεχε στην κούραση, και διπλασίαζα τον ενθουσιασμό μου και γινόμουν ατρόμητος, και ξανάβγαινα για αναγνώριση την αυγή να εντοπίσω τη θέση του εχθρού, και… Όλα αυτά προκειμένου να αλλάξουμε τη ζωή, να σφραγίσουμε έναν διαφορετικό ρυθμό στις ζωές όλων μας, κι αυτό γιατί οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν σαν αδέρφια κι εγώ ανάμεσά τους. Όλα αυτά επειδή η χαρά που ξεχειλίζει τα στήθη μας πρέπει ν’ αναβλύσει απ’ τη γη, επειδή η Επανάσταση, αυτή η Επανάσταση που ήταν ο φάρος και το σύνθημα της Σιδηράς Ταξιαρχίας, θα μπορούσε σύντομα να γίνει υλική πραγματικότητα.

Τα όνειρά μου όμως θα μαραζώσουν και θα χαθούν όπως τα χαρούμενα σύννεφα φεύγουν ψηλά πάνω απ’ τα όρη, και η απογοήτευσή μου θα επιστρέψει, μόνο για να δώσει χώρο την νύχτα πάλι στη χαρά. Κι έτσι η ζωή μου εναλλάσσεται μεταξύ θλίψης και χαράς, μεταξύ αγωνίας και θλίψης, μια χαρούμενη ζωή στην μέση του κινδύνου συγκρίνεται με τη ζωή στο σκοτάδι και την αθλιότητα της πιο σκοτεινής και πιο άθλιας φυλακής.

Μια μέρα -μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη- η είδηση ότι πρέπει να στρατιωτικοποιηθούμε έπεσε στις πλαγιές των ορέων σαν παγωμένος άνεμος που διαπερνά τη σάρκα. Διαπέρασε το σώμα μου σα στιλέτο, και πόνεσα προκαταβολικά απ’ την αγωνία της συγκεκριμένης στιγμής. Την νύχτα, πίσω στις σκηνές, τα νέα κυκλοφορούσαν: “έρχεται η στρατιωτικοποίηση!”

Στο πλευρό μου, άγρυπνος στη βάρδια του ενώ εγώ κοιμόμουν, ήταν ο εκπρόσωπος της ομάδας μου, αυτός θα γινόταν ο υπολοχαγός. Δυο βήματα πιο πίσω, ξαπλωμένος στο χώμα, με το κεφάλι ν’ ακουμπάει σ’ έναν σωρό από οβίδες, κοιμόταν ο εκπρόσωπος της εκατονταρχίας μου, αυτός θα ήταν ο συνταγματάρχης. Εγώ… θα συνέχιζα να είμαι ο εαυτός μου, ένα παιδί απ’ την επαρχία, ένας εξεγερμένος μέχρι τον θάνατο. Ούτε επιθυμούσα ποτέ ούτε επιθυμώ σταυρούς, παράσημα και διοικητικά πόστα. Είμαι αυτός που είμαι, ένας χωριάτης που έμαθε να διαβάζει στη φυλακή, που έχει δει τον πόνο και τον θάνατο από κοντά, που ήταν ένας αναρχικός χωρίς να το γνωρίζει, και που γνωρίζει ότι κάθε μέρα είναι και πιο αναρχικός από την προηγούμενη, απ’ όταν έπρεπε να σκοτώσω για να ελευθερωθώ.

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την μέρα, εκείνη την μακρυνή μέ΄ρα όταν τα θλιβερά νέα ήρθαν απ’ τις βουνοκορφές, διατρέχοντας τη ψυχή μου σαν παγωμένος άνεμος, όπως δε θα ξεχάσω ποτέ τόσες και τόσες μέρες της ζωής μου που πόνεσα. Εκείνη η μακρυνή μέρα… Μπά!

Έρχεται η στρατιωτικοποίηση!

Η ζωή έχει περισσότερα να διδάξει τους ανθρώπους απ’ ό,τι όλες οι θεωρίες και τα βιβλία μαζί. Εκείνοι που θα θέσουν σ’ εφαρμογή τα όσα έχουν μάθει από άλλους μέσω βιβλίων κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους. Εκείνοι που θα γράψουν σε βιβλία αυτά που έμαθαν στο ανεμοδαρμένο μονοπάτι της ζωής είναι ίσως σε θέση να γράψουν αριστουργήματα. Πραγματικότητα και όνειρα είναι δυο πράγματα διαφορετικά. Είναι καλό και όμορφο να ονειρεύεσαι, γιατί τα όνειρα είναι σχεδόν πάντα ένας υπαινιγμός για το τί πρέπει να γίνει, αλλά αυτό που είναι πραγματικά ονειρικό είναι να κάνουμε τη ζωή τόσο όμορφη, να πάρουμε τη ζωή και να την κάνουμε ένα πραγματικό αριστούργημα ομορφιάς.

Έχω ζήσει τη ζωή στην επιτάχυνση. Ποτέ δε γεύτηκα τα νιάτα, που σύμφωνα με τα όσα έχω διαβάσει, είναι χαρά κι ευγένεια, και μια αίσθηση ευημερίας. Απ’ τη φυλακή πήρα μόνο τη γεύση του πόνου. Ακόμα κι αν είμαι νέος στα χρόνια, έχω γίνει γέρος έχοντας περάσει τόσα, έχοντας κλάψει τόσο, έχοντας υποφέρει τόσο. Γιατί μέσα στη φυλακή, σπάνια κανείς γελά, μέσα στη φυλακή, είτε είναι σε κάποιο κλειστό κελί κανείς είτε κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό, το μόνο που έχει είναι το κλάμα.

Διαβάζοντας ένα βιβλίο μέσα στο κελί, απομονωμένος από κάθε ανθρώπινη επαφή, ονειρεύεσαι. Διαβάζοντας το βιβλίο της ζωής όπως στο ξεφυλλίζουν μπροστά σου οι φρουροί σελίδα-σελίδα, προσβάλλοντάς σε ή φτύνοντάς σε, έρχεσαι σε επαφή με την πραγματικότητα.

Μια μέρα έτυχε να διαβάσει, πού και από ποιόν δεν μπορώ να θυμηθώ πια, ότι δε θα μπορούσε κανείς να πει με σιγουριά ότι η γη είναι στρόγγυλη, εάν δεν έχει ταξιδέψει ολόγυρά της, δεν την έχει μετρήσει, δεν την έχει κατατρέξει από άκρη σ’ άκρη, εν συντομία δεν την έχει ανακαλύψει με τα χέρια του. Μια τέτοια απαίτηση μου φαινόταν γελοία. Ωστόσο αυτή η μικρή πρόταση μου τυπώθηκε τόσο έντονα στο μυαλό που τώρα όπως και τότε πάλι, στους αναγκαστικούς μονολόγους στην μοναξιά του κελιού μου, επιστρέφω σ’ αυτήν. Στο σημείο ότι μια μέρα, σαν να ‘χα κι εγώ ανακαλύψει κάτι τόσο θαυμάσιο και μέχρι τότε κρυφό απ’ τους άλλους ανθρώπους, ένιωσα τη χαρά να έχω ανακαλύψει με τα χέρια μου ότι η γη ειναι στρόγγυλη. Κι εκείνη την μέρα, όπως και ο άγνωστος συγγραφέας, ταξίδεψα ολόγυρά της, την μέτρησα, την ξαναμέτρησα, κι έμπηξα τα χέρια μου στη γη, η φαντασία μου φωτίστηκε με το “όραμα” της γης να περιστρέφεται στο άπειρο διάστημα, μέρος της κοσμικής αρμονίας του σύμπαντος.

Ο πόνος πρέπει να ζυγιαστεί, να μετρηθεί, να αγγιχθεί, να τον γευτεί κανείς για να τον κατανοήσει, να τον ανακαλύψει ώστε το μυαλό να έχει μια καθαρή ιδέα περί τίνος πρόκειται. Έχω σταθεί στο πλευρό ανθρώπων που σαν τα μουλάρια, τραβούσαν ένα κάρο στο οποίο άλλοι άνθρωποι επέβεναν, τραγουδώντας και διασκεδάζοντας. Κανείς δεν υπέφερε. Δεν υπήρχε καν έναα σιωπηλό βουητό διαμαρτυρίας. Το θεωρούσαν δίκαιο και λογικό, οι επιβάτες του κάρου, που ήταν Κύριοι, να τραβούν τα ηνία και να κρατούν το μαστίγιο στα χέρια τους, τους φαινόταν ακόμη δίκαιο και λογικό στους συντρόφους μου όταν ο αφέντης τους χτυπούσε στο πρόσωπο με το μαστίγιό του. Έκαναν τη δουλειά τους σαν τα ζώα, χτυπούσαν τις οπλές τους στο έδαφες και ξεκινούσαν τον καλπασμό. Και ω! τί σαρκασμός! όταν στο τέλος τους έβγαζαν τα χαλινάρια, έτρεχαν σα δουλοπρεπή σκυλιά να γλύψουν το χέρι που τους μαστίγωνε.

Όποιος δεν έχει ταπεινωθεί, δεν έχει κακοποιηθεί. Όποιος δεν έχει νιώσει το πιο κακότυχο ον πάνω στη γη, και την ίδια στιγμή το πιο ευγενικό, το πιο γεμάτο καλοσύνη, το πιο ανθρώπινο, κι όποιος, αυτή τη στιγμή της συνδυασμένης αθλιότητας, της καλοσύνης και της δύναμης, δεν έχεινιώσει ξαφνικά ένα κρύο χέρι να πιάνει τον ώμο ή το πρόσωπό του, το χέρι ενός κτηνώδους δεσμοφύλακα για να τον χτυπήσει ή να τον εξευτελίσει. Όποιος δεν έχει ριχτεί στα κάτεργα για την επαναστατικότητά του, και μέσα απ’ αυτά δεν έχει χτυπηθεί στο πρόσωπο και δεν έχει καταπατηθεί, δεν έχει ακούσει τα κόκκαλά του να σπάνε και το αίμα του να αναβλύζει, μέχρι τελικά να πέσει στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες. Όποιος, βασανισμένος στα χέρια των άλλων ανθρώπων, δεν έχει κυριευτεί από ένα αίσθημα αδυναμίας, και αντέδρασε βρίζοντας και εξαπολύοντας τις μεγαλύτερες ύβρεις, ως πρώτο βήμα για να μαζέψει ξανά τις δυνάμεις του. Όποιος, τιμωρημένος και προσβλητικά κακοποιημένος, δεν έχει συνειδητοποιήσει την αδικία της τιμωρίας και την ατίμωση της κακοποίησης, και έχοντας συνειδητοποιήσει αυτά, δεν έχει προτείνει να ξεμπερδεύουμε με τα προνόμια που δίνουν σε ορισμένους την εξουσία να τιμωρούν και να κακοποιούν τους άλλους… Εν συντομία, όποιον αιχμάλωτος στη φυλακή ή φυλακισμένος στον ίδιο τον κόσμο, δεν έχει αντιληφθεί την τραγωδία του ανθρώπου που είναι καταδικασμένος να περάσει τη ζωή του τυφλά και σιωπηλά υπακούωντας εντολές, δεν μπορεί να γνωρίσει ποτέ τον πόνο και τις τρομακτικές ουλές που αφήνει σ’ αυτούς που πρέπει να πιούν, να αγγίξουν, να γευτούν τον πόνο της σιωπής και της υπακοής. Να θες να μιλήσεις και να βγάζεις τον σκασμό, να θες να τραγουδίσεις και να μένεις αποσβολωμένος, να θες να μπορείς να γελάσεις και να πρέπει να στραγγαλίσεις την παραμικρή ώθηση με τη βία, να θες να αγαπήσεις και να είσαι καταδικασμένος να βυθίζεσαι στη λάσπη του μίσους.

Έχω ζήσει σε στρατώνες, κι εκεί έμαθα να μισώ. Έχω ζήσει στη φυλακή κι ήταν εκεί, παραδόξως, εν μέσω βασάνων και δακρύων, που έμαθα να αγαπώ, να αγαπώ έντονα.

Στον στρατώνα, ήμουν στα πρόθυρα να χάσω την προσωπικότητά μου, τόσο σκληρή ήταν η μεταχείριση και η ανόητη πειθαρχία που προσπάθησαν να μου επιβάλουν. Στη φυλακή, μετά από μεγάλο αγώνα, ξαναβρήκα την προσωπικότητά μου, για κάθε τιμωρία που μου επέβαλλαν, γινόμουν και πιο εξεγερμένος. Εκεί έμαθα να μισώ κάθε είδους ιεραρχία απ’ την κορφή ως τον πάτο, διατηρώντας το -μεγαλωμένο στους στρατώνες- μίσος μου για την ιεραρχία καθαρό κι ακέραιο. Οι φυλακές και οι στρατώνες σημαίνουν το ίδιο: τυραννία και απολυταρχία των πιο κακών ενστίκτων των λίγων, πάνω στα βάσανα όλων των άλλων. Όπως οι φυλακές δε διωρθώνουν τίποτα έτσι και οι στρατώνες δε διδάσκουν τίποτα παραπάνω απ’ όσα είναι επιβλαβή για τη σωματική και πνευματική υγεία.

Το μάθημα αυτής της εμπειρίας -που έχω ειλικρινά πάρει, επειδή έχω βουτήξει τη ζωή μου στον πόνο της- είναι όταν από μακρυά, ακούω μουρμουρητά για τη διαταγή στρατιωτικοποίησης, να νιώθω το σώμα μου να παραλύει, γιατί μπορώ να δω πώς η αντάρτικη αφοβία που έχω αποκομίσει από την Επανάσταση θα χαθεί, ότι η στέρηση όλων των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που γνώρισα στη φυλακή και στον στρατώνα θα αποκατασταθεί στη θέση της, και ότι θα πρέπει να πέσω ξανά στην άβυσσο της υπακοής, στο ζωώδη λήθαργο στον οποίον οδηγεί η πειθαρχία των στρατοπέδων και των φυλακών. Και, στις σκηνές μας, βαστώντας το όπλο μου με λύσσα καθώς κοιτώ προς τον εχθρό και προς τον “φίλο”, εμπροσθοφυλακή κι οπισθοφυλακή, βλαστημάω όπως βλαστημούσα όταν με έσερναν στα κάτεργα για την επαναστατικότητά μου, και μέσα μου χύνω ένα δάκρυ σαν τα δάκρυα που μου ‘φευγαν, απαρατήρητα μέσα στο αίσθημα αδυναμίας μου. Και μου έρχεται ξανά πως οι υποκριτές που θα θέλαν να κάνουν τον κόσμο ένα στρατώνα ή μια φυλακή είναι όλοι οι ίδιοι, οι ίδιοι, οι ίδιοι που χθες μες τη φυλακή σπάγαν τα κόκκαλά μας, τα κόκκαλα των ανθρώπων.

Φυλακές… στρατώνες… τί αξιοκαταφρόνητη και άθλια ζωή. Δεν μας κατάλαβε ποτέ κανείς, κι αυτή η έλλειψη κατανόησης δεν μας ανταμοίφθηκε με αγάπη. Πολεμήσαμε -και δεν υπάρχει λόγος εδώ για ψευδή μετριοφροσύνη που δε λέει τίποτα- πολεμήσαμε, επαναλαμβάνω, όπως λίγοι άλλοι. Η γραμμή πυρός μας ήταν πάντα στο μέτωπο, αν μή τί άλλο, επειδή από την πρώτη κιόλας μέρα ήμαστα οι μόνοι στον τομέα μας.

Δεν υπήρξε ποτέ καμμιά ανακούφιση για μας, κι ακόμα χειρότερα δεν ακούσαμε ποτέ μια ευγενική λέξη. Όλοι, φασίστες κι αντιφασίστες κι ακόμα και μέλη του κινήματός μας -τί ντροπή νιώσαμε!- μας αντιμετώπισαν με αποστροφή.

Δεν μας κατάλαβε ποτέ κανείς. Ή, ακόμα πιο τραγικό, μέσα σ’ αυτήν την τραγωδία που μας κυκλώνει, ίσως δεν μπορέσαμε ποτέ να γίνουμε κατανοητοί, επειδή έχοντας υποστεί από τη γένησή μας κάθε είδους περιφρόνηση και σκληρή κακομεταχείριση από τους δια βίου υποστηρικτές της ιεραρχίας, θελήσαμε, ακόμα και μέσα στη φωτιά του πολέμου, να ζήσουμε μια ζωή βασισμένη στις ελευθεριακές αρχές μας, ενώ άλλοι, προς δυστυχία δική τους και δική μας, μείνανε προσδεδεμένοι στο άρμα του κράτους.

Αυτή η αποτυχία να γίνουμε κατανοητοί, που δημιούργησε τεράστια ταλαιπωρία στις τάξεις μας, έστρωσε τον δρόμο μας με κακοτυχίες, κι έτσι δεν μας θεωρούσαν επικίνδυνους μοναχά οι φασίστες, γιατί τους αντιμετωπίζαμε όπως τους άξιζε, αλλά επίσης αυτοί που ονομάζουν τους εαυτούς τους αντιφασίστες, φωνάζοντας αντιφασιστικά μέχρι να βραχνιάσουν, μας βλέπουν ωστόσο υπό το ίδιο φως. Αυτό το μίσος γύρω μας οδήγησε σε οδυνηρές συγκρούσεις, η πλειονότητα των οποίων -και η θλιβερότητα των οποίων κάνει τα στομάχια μας να αναγουλιάζουν και τα χέρια μας να σφίγγουν τα όπλα- έλαβαν χώρα στην ίδια τη Βαλένθια όπου ορισμένοι κόκκινοι αντιφασίστες άνοιξαν πυρ εναντίον μας. Αχ και αν…μπα! αν και μόνο αν είχαμε βάλει ένα τέλος στην αντεπανάσταση τότε, πριν τα πράγματα εξελιχθούν σε πλήρη ανάπτυξη.

Η Ιστορία, που καταγράφει τα καλά και τα κακά που κάνουν οι άνθρωποι, θα μιλήσει μια μέρα. Και η Ιστορία θα πει ότι η Σιδηρά Ταξιαρχία ήταν ίσως η μόνη ταξιαρχία στην Ισπανία που είχε μια σαφή εικόνα του τί όφειλε να είναι η Επανάστασή μας. Θα πει επίσης ότι απ’ όλες τις ταξιαρχίες, η δική μας προσέφερε την μεγαλύτερη αντίσταση στη στρατιωτικοποίηση, και ότι εξαιτίας αυτής της αντίστασής της, εγκαταλήφθηκε μόνη στην μοίρα της, στο μέτωπο περιμένοντας την μάχη, λες και έξι χιλιάδες άνδρες, σκληραγωγημένοι απ’ τοον πόλεμο και έτοιμοι για την νίκη ή τον θάνατο, θα πρέπει να εγκαταληφθούν έτσι στον εχθρό να τους μακελέψει.

Η Ιστορία θα πει πολλά, πολλά πράγματα, και τόσο πολλές, πολλές προσωπικότητες που θεωρούν εαυτούς ένδοξους θα καταδικαστούν στην ατίμωση!

Η παλαιότερη αντίθεσή μας στη στρατιωτικοποίηση βασίστηκε σε όσα γνωρίζαμε για τους αξιωματικούς μας. Η παρούσα αντίθεσή μας βασίζεται στο τί γνωρίζουμε γι αυτούς τώρα. Οι επαγγελματίες αξιωματικοί αποτελούν, τώρα όπως και πάντα, εδώ όπως και στη Ρωσσία, μια κάστα. Είναι αυτοί που δίνουν εντολές, ενώ οι υπόλοιποι από μας δεν έχουμε παρά την υποχρέωση να υπακούσουμε. Μισούν με όλη τη θέλησή τους οτιδήποτε σχετικό με την πολιτική ζωή, που θεωρούν κατώτερη. Έχω δει -πάντα κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια- έναν αξιωματικό να τρέμει με οργή ή απαίχθια όταν του μιλώ φιλικά, και γνωρίζω περιπτώσεις ταγμάτων που αποκαλούνται προλεταριακά, οι αξιωματικοί των οποίων, να έχουν ξεχάσει την ταπεινή καταγωγή τους, να μην επιτρέπουν στους πολιτοφύλακες με ποινή φοβερές τιμωρίες, να τους μιλούν στον ενικό.

Ο προλεταριακός στρατός δεν μας καλεί σε μια πειθαρχία που θα σήμαινε να σεβόμαστε τα πολεμικά παραγγέλματα. Μας καλεί σε υποταγή, τυφλή υπακοή, εξάλειψη των προσωπικοτήτων μας. Έχω γνωρίσει την ίδια κατάσταση στους στρατώνες. Την έχω γευτεί ξανά, αργότερα, στη φυλακή. Ζούσαμε χαρούμενοι στα χαρακώματα. Είναι αλήθεια ότι είδαμε συντρόφους μας να πέφτουν νεκροί στο πλευρό μας, συντρόφους που πολεμήσαμε μαζί απ’ το ξεκίνημα, γνωρίζαμε ακόμα πως ανά πάσα στιγμή μια σφαίρα μπορεί να μας ξάπλωνε στην μέση ενός λιβαδιού -η ανταμοιβή που περιμένει κάθε επαναστάτης- αλλά ζούσαμε χαρούμενα. Τρώγαμε όποτε μπορούσαμε, και νηστεύαμε, όταν δεν είχαμε καλό ανεφοδιασμό. Κι όμως όλοι ήμασταν ευτυχισμένοι. Γιατί; Επειδή κανείς από μας δεν ήταν ανώτερος απέναντι στους άλλους, ήμασταν όλοι φίλοι, όλοι σύντροφοι, όλοι αντάρτες της Επανάστασης.

Ο εκπρόσωπος μιας ομάδας ή μιας εκατονταρχίας δεν μας επιβαλόταν, εκλεγόταν από μας. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του λοχία ή λοχαγό, αλλά σύντροφο. Ούτε οι εκπρόσωποι των Επιτροπών ή της Ταξιαρχίας θεωρούνταν συνταγματάρχες ή στρατηγοί, ήταν σύντροφοι. Τρώγαμε, μαλώναμε, γελούσαμε και βρίζαμε μαζί. Για ένα διάστημα δε λαμβάναμε μισθό, όπως δε λάμβαναν ούτε αυτοί. Αργότερα, ο μισθός μας ανήλθε στις δέκα πεσέτες, όπως κι ο δικός τους ο μισθός, ακόμα είναι δέκα πεσέτες.

Το μόνο που αποδεχόμαστε απ’ αυτούς είναι η αποδεδειγμένη ικανότητά τους, που είναι και ο λόγος που τους εκλέγουμε. Είναι επίσης αποδεδειγμένα γενναίοι, γι’ αυτό και είναι εκπρόσωποί μας. Δεν υπάρχει καμμιά ιεραρχία, κανένας επικεφαλής, δεν υπάρχουν εντολές, παρά μόνον συντροφικότητα, καλοσύνη και φιλία μεταξύ συντρόφων, μια χαρούμενη ζωή ανάμεσα στις καταστροφές του πολέμου. Κι έτσι, περικυκλωμένοι από συντρόφους που πιστεύουν ότι ο αγώνας αυτός δίνεται για κάτι, ο πόλεμος μοιάζει ικανοποιητικός, κι ακόμα και ο θάνατος γίνεται αποδεκτός με ευχαρίστηση. Όμως όταν βρίσκεσαι περικυκλωμένος από αξιωματικούς και τα πάντα είναι η ιεραρχία και οι διαταγές; Όταν στα χέρια σου κρατάς έναν μισθό φαντάρου, που μετά βίας μπορεί να συντηρήσει την οικογένειά σου στα μετόπισθεν, ενώ ο αξιωματικός, ο λοχαγός, ο διοικητής και ο στρατηγός παίρνουν όλοι τρεις, τέσσερις, δέκα φορές περισσότερα -χωρίς να συνεισφέρουν ούτε περισσότερο ενθουσιασμό, ούτε γνώση, ούτε θάρρος- τότε η ζωή έχει μια πικρή γεύση, τότε καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν είναι Επανάσταση, αλλά ότι μερικά άτομα επωφελούνται από μια δυσμενή κατάσταση εις βάρος του λαού.

Δεν γνωρίζω πως θα ζήσουμε από δω και πέρα. Δεν γνωρίζω εάν θα μπορέσουμε να εξοικειωθούμε με την καταπίεση των λοχαγών, των υπολοχαγών, των λοχίων. Δεν γνωρίζω εάν, αφού έχουμε νιώσει πώς είναι να είμαστε άνθρωποι με την πλήρη έννοια της λέξης, θα μπορέσουμε να συνηθίσουμε ξανά να είμαστε εξημερωμένα ζώα, γιατί αυτό που σημαίνει η στρατιωτικοποίηση και που οδηγεί η πειθαρχία.

Γνωρίζουμε ότι για μας θα είναι ολοκληρωτικά αδύνατον να υποταχθούμε στην τυραννία και την κακομεταχείριση, επειδή δεν είναι άξιο ενός άνδρα με όπλο στο χέρι να ανέχεται να καταπίνει προσβολές. Καταφτάνουν σε μας ωστόσο, ανησυχητικά νέα για στρατιωτικοποιημένους συντρόφους που αναγκάζονται -σαν να παίρνουν πλάκες μολύβδου- να δέχονται εντολές από ανθρώπους σε πολλές περιπτώσεις ακατάλληλους και σε κάθε περίπτωση εχθρικούς.

Πιστεύαμε ότι πολεμάμε για λύτρωση και σωτηρία, και βλέπουμε τον εαυτό μας να ολισθαίνει πίσω στο ίδιο πράγμα ενάντια στο οποίο πολεμάμε: την τυραννία, τη δύναμη της κάστας, τον πιο βάρβαρο και διάχυτο αυταρχισμό.

Όμως η ώρα είναι κρίσιμη. Έχουμε πιαστεί -δε γνωρίζουμε το γιατί, κι αν το γνωρίζαμε, δε θα λέγαμε τίποτα τώρα- έχουμε πιαστεί, επαναλαμβάνω, σε μια παγίδα, και πρέπει να βγούμε απ’ αυτήν, πρέπει να δραπετεύσουμε όσο καλύτερα μπορούμε, γιατί οι παγίδες μας περικυκλώνουν τώρα.

Οι μιλιταριστές, όλοι οι μιλιταριστές -και υπάρχουν φανατικοί τέτοιοι και στο δικό μας στρατόπεδο- μας περικυκλώνουν. Χθες ήμασταν οι κύριοι των ζωών μας, σήμερα είναι αυτοί. Ο λαϊκός στρατός, που δεν έχει τίποτα λαϊκό εκτός του ότι στρατολογείται απ’ τον λαό, κι αυτό ίσχυε πάντα, δεν ανήκει στον λαό αλλά στην κυβέρνηση και είναι η κυβέρνηση που τον ελέγχει, είναι η κυβέρνηση που δίνει τις εντολές. Ο λαός επιτρέπεται μόνο να υπακούει, όπως αναμένεται απ’ αυτόν να κάνει πάντα.

Πιασμένοι καθώς είμαστε στα δίχτυα των μιλιταριστών, υπάρχουν μόνο δύο πιθανές οδοί διαφυγής. Η πρώτη οδός οδηγεί στο να αποχωριστούμε από συντρόφους με τους οποίους πολεμάμε καιρό μαζί, διαλύοντας τη Σιδηρά Ταξιαρχία, η δεύτερη οδός οδηγεί στη στρατιωτικοποίησή της.

Η Ταξιαρχία, η δικής μας Ταξιαρχία, δεν πρέπει να διαλυθεί. Η ομοιογένεια που έχει επιδείξει σε κάθε περίπτωση ήταν αξιοθαύμαστη -μιλώ για τους εαυτούς μας μόνο, σύντροφοι- το αίσθημα της συντροφικότητας μεταξύ των μελών μας θα θεωρείται ένα λαμπρό παράδειγμα στην ιστορία της Ισπανικής Επανάστασης. Το θάρρος που επιδείξαμε στην πορεία πάνω από εκατό μαχών μπορεί ίσως να βρει αντάξιό του αλλά όχι να ξεπεραστεί. Από την πρώτη κιόλας μέρα ήμασταν φίλοι. Ακόμα περισσότερο, ήμασταν σύντροφοι κι αδέρφια. Να διαλυθούμε, να χαθούμε προς κάθε κατεύθυνση, να μη ξαναδούμε ο ένας τον άλλον, και να χάσουμε την ορμή για μάχη και νίκη, που είχαμε ως τώρα, όλα αυτά είναι αδύνατα.

Η Ταξιαρχία, η Σιδηρά Ταξιαρχία που έκανε την μπουρζουαζία και τους φασίστες απ’ τη Βαλένθια μέχρι το Τερουέλ να τρέμουν δεν πρέπει να διαλυθεί, πρέπει να συνεχίσει ως το τέλος.

Ποιός μπορεί να ισχυριστεί πως στην μάχη, χάρις στη στρατιωτικοποίηση, έγιναν ισχυρότεροι, πιο δυναμικοί και πιο γενναιόδωροι στο πότισμα του πεδίου των μαχών με το αίμα τους; Πολεμήσαμε σαν αδέρφια υπερασπιζόμενοι έναν ευγενή σκοπό. Ονειρευτήκαμε στα χαρακώματα μαζί σαν αδέρφια που μοιράζονται τα ίδια ιδανικά. Προωθηθήκαμε θαρραλέα σαν αδέρφια που μάχονται για έναν καλύτερο κόσμο. Να διαλύσουμε αυτήν την ομοιογενή μονάδα; Σύντροφοι, ποτέ. Όσο μένει έστω μια εκατονταρχία της Σιδηράς Ταξιαρχίας να προελαύνει στην μάχη, όσο μένει έστω κι ένας τελευταίος επιζών, εμπρός για την νίκη.

Το να πρέπει να συμφιλιωθούμε με το να δεχόμαστε εντολές από μη-αιρετούς αξιωματικούς θα είναι ένα κακό, αλλά θα είναι το μη χείρον. Ωστόσο… Το να είμαστε μια ταξιαρχία ή να γίνουμε μια μεραρχία είναι πάνω-κάτω το ίδιο πράγμα. Αυτό που δεν είναι το ίδιο είναι να δούμε ότι δεν έχουμε σεβασμό.

Εάν η ομάδα των ατόμων που αποτελούν σήμερα τον σχηματισμό μας μείνει μαζί, είτε ως Ταξιαρχία είτε ως διμοιρία, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Στην μάχη, κανείς δε θα χρειαστεί να μας εμπνεύσει ενθουσιασμό, και στην ανάπαυση, κανείς δε θα μας πει τί να κάνουμε, γιατί κάτι τέτοιο δε θα γίνει ανεκτό.

Είτε ο δεκανέας, ο υπολοχαγός κι ο λοχαγός θα προέρχονται απ’ το κίνημά μας, εν τοιάυτη περιπτώσει θα είμαστε όλοι σύντροφοι, είτε θα είναι εχθροί μας, οπότε και θα είναι αναγκαίο να τους αντιμετωπίσουμε ως τέτοιους.

Ταξιαρχία ή διμοιρία, είναι το ίδιο πράγμα για μας, εάν αυτό επιθυμούμε. Ήμασταν και θα συνεχίσουμε να είμαστε, χθες, σήμερα κι αύριο, αντάρτες της Επανάστασης.

Το τί θα συμβεί στο μέλλον εξαρτάται από μας και μόνο, απ’ τη συνοχή που υπάρχει μεταξύ μας. Κανείς δεν μπορεί να επιβάλλει έναν διαφορετικό ρυθμό πάνω μας, αντιθέτως, εμείς θα επιβάλουμε τους ρθυμούς μας στους γύρω μας, διατηρώντας την προσωπικότητά μας.

Σύντροφοι, πρέπει να λάβουμε ένα πράγμα υπόψιν: ο αγώνας απαιτεί τους μύς και τον ενθουσιασμό μας να μην αποσυρθούν από τον πόλεμο. Είτε σε δική μας ταξιαρχία ή διμοιρία, είτε σε κάποιο άλλο τάγμα ή διμοιρία, πρέπει να συνεχίσουμε την μάχη.

Εάν επρόκειτο να διαλύσουμε την Ταξιαρχία, να διαλυθούμε κι αργότερα να επανασυνταχθούμε, θα έπρεπε να βαδίσουμε όχι μ’ αυτούς που επιλέγουμε, αλλά μ’ αυτούς που θα μας διατάξουν να βαδίσουμε. Κι απ’ τη στιγμή που δεν πρόκειται και δεν επιθυμούμε να είμαστε απλώς εξημερωμένα ζώα, θα μπορούσε κάλλιστα να έρθουμε σε σύγκρουση με αυτούς που, καλώς ή κακώς, είναι οι σύμμαχοί μας.

Όπως κι αν αποκαλούμαστε, Ταξιαρχία, Διμοιρία, Τμήμα, η Επανάσταση, η αναρχική και προλεταριακή μας Επανάσταση, στην οποία έχουμε συνεισφέρει δοξασμένες σελίδες απ’ την πρώτη κιόλας μέρα, μας καλεί να μην παραδώσουμε τα όπλα και να μην εγκαταλείψουμε το συνεκτικό σώμα που αποτελούμε μέχρι σήμερα.

Από Έναν “Ανεξέλεγκτο” της Σιδηράς Ταξιαρχίας.

~~~

Σημειώσεις:

Το κείμενο στάλθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Nosotros της Βαλένθια, που διαχειρίζονταν από κοινού μέλη της Σιδηράς Ταξιαρχίας με την τοπική CNT-FAI και τη FIJL (ομοσπονδία ιβηρικών ελευθεριακών νεολαίων), τον Μάρτιο του 1937, λίγο πριν τη στρατιωτικοποίηση της ταξιαρχίας. Η Σιδηρά Ταξιαρχία διέθετε ακόμη μια δική της εφημερίδα, τη Línea de Fuego (Γραμμή Πυρός). Η χρήση του αρσενικού (άνδρες) έχει διατηρηθεί από το πρωτότυπο, αν και όπως και σε πολλές άλλες ταξιαρχίες, στη Σιδηρά Ταξιαρχία συμμετείχαν και πολλές γυναίκες.

Η Σιδηρά Ταξιαρχία σχηματίστηκε από την αρχή της επανάστασης από 150 αναρχικούς της Βαλένθια, ενώ έφτασε να αριθμεί μέχρι και 20.000 μέλη στην μάχη του Τερουέν, διέθεταν ωστόσο όπλα μόλις για 3.000. Η ταξιαρχία ήταν οργανωμένη σε “εκατονταρχίες” συνήθως βάσει επαγγελματικού “συναφιού” (υγειονομικοί, μεταλλεργάτες, καθαριστές, εργάτες στις μεταφορές κοκ), και κάθε εκατονταρχία εξέλεγε έναν εκπρόσωπο να μεταφέρει τις αποφάσεις των μελών της στο κεντρικό πολεμικό συμβούλιο.

Τα μέλη της Ταξιαρχίας γρήγορα κατηγορήθηκαν ως “ανεξέλεγκτοι”, αφενός λόγω της σύνθεσής τους, που είχε εμπλουτιστεί με πολλούς -απελευθερωμένους απ’ την ταξιαρχία- πρώην καταδίκους των φυλακών San Miguel de los Reyes, της ανοιχτής κριτικής της στη CNT-FAI για την είσοδο της τελευταίας στη Δημοκρατική Κυβέρνηση (η CNT ως συνέπεια έπαψε τον ανεφοδιασμό της Ταξιαρχίας, που αναγκάστηκε να αρκεστεί στη λεηλασία εχθρικών δυνάμεων και τη βοήθεια τοπικών κολλεκτίβων), καθώς και για τα γεγονότα της Βαλένθια το ’36 (Τον Σεπτέμβριο του 1936, και μετά από περιστατικά άγριας καταστολής εκ μέρους της δημοκρατικής αστυνομίας, η ταξιαρχία γύρισε απ’ το μέτωπο στη Βαλένθια, αφοπλίζοντας και διαλύοντας τα ένοπλα αστυνομικά σώματα και απαιτώντας την αποστολή τους στο μέτωπο όπου βρίσκεται ο εχθρός). Παρόμοια γεγονότα εξελίχθηκαν στη Βαρκελώνη τον Μάιο του 1937, όμως στο μεταξύ οι πολιτοφυλακές είχαν περάσει υπό τη διοίκηση του Υπουργείου Πολέμου της Δημοκρατικής Κυβέρνησης, είτε είχαν αφοπλιστεί και διαλυθεί. Η Σιδηρά Ταξιαρχία, η Tierra y Libertad και η ομάδα των “Φίλων του Ντουρρούτι” ήταν μάλλον οι πιο κριτικές απέναντι στη στρατιωτικοποίηση των επαναστατικών πολιτοφυλακών, που σφράγισε και την ολοκλήρωση της μετατροπής της επανάστασης σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ δυο κρατικών μορφωμάτων, με τις παραγωγικές δυνάμεις, την οικονομία, και τους στρατούς τους, και από την οποία δε θα μπορούσε να έβγαινε νικητής παρά αυτό που θα ήταν περισσότερο “κράτος”, με πιο ανεπτυγμένη παραγωγή, εκμετάλλευση, πειθαρχία κοκ.

Λέμε σε όλους τους εργάτες, σ’ όλους τους επαναστάτες, σ’ όλους τους αναρχικούς: στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν, όπου κι αν βρίσκεστε, πολεμήστε ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας σας κι εξολοθρέψτε τον φασισμό. Όμως επίσης, βεβαιωθείτε ότι οι προσπάθειές σας δε θα φέρουν την εγκαθίδρυση ενός δικτατορικού καθεστώτος που θα αντιπροσωπεύει τη συνέχιση, με όλα τα ελαττώματα και τις συμφορές της, της ίδιας κατάστασης πραγμάτων που προσπαθούμε να εξαλείψουμε. Τώρα με τα όπλα κι αργότερα με τα εργαλεία της δουλειάς, μάθετε να ζείτε χωρίς τυράννους κι αναπτύξτε για τον εαυτό σας τον μόνο δρόμο για την ελευθερία. Αυτά είναι τα συναισθήματα της Σιδηράς Ταξιαρχίας, κι έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.

Σύντροφοι: Θάνατος στον φασισμό! Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Αναρχία!

-Η Σιδηρά Ταξιαρχία, 1 Οκτώβρη 1936

~~~

Περισσότερα σχετικά με την Ισπανική Επανάσταση:

Το γκρέμισμα των οδοφραγμάτων (Ισπανία) – Paul Mattick

2 τραγούδια απ’ την ισπανική επανάσταση

Αδυναμίες και περιορισμοί της ισπανικής επανάστασης – Deirdre Hogan

Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη – Ένας Ανεξέλεγκτος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, Ισπανία 1937

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν – Gilles Dauvè

To MIL και τα εργατικά συμβούλια (Ισπανία) – Telesforo Tajuelo

 

Γράμμα από έναν αστουριανό ανθρακωρύχο, 22/6/2012

Πηγή: kaosenlared

Image

Έχω δουλέψει στα ορυχεία 25 χρόνια. Κατέβηκα για πρώτη φορά στα 18 μου, και θα ήθελα να σας πώ ότι εκπλήσσομαι από πολλά απ’ τα σχόλια που διαβάζω για τους ανθρακωρύχους και την πρόωρη συνταξιοδότηση που ισχύει γι αυτούς όπως και γι άλλες ομάδες εργαζομένων. Θα ήθελα να σας μεταφέρω τη δική μου οπτική, και αν μπορέσω να αποσαφηνίσω ορισμένες αμφιβολίες που βλέπω ότι υπάρχουν για το θέμα αυτό.

Image

1. Ο αγώνας που διεξάγουν αυτή τη στιγμή οι ανθρακωρύχοι, δεν είναι για να διεκδικήσουν χρήματα, αλλά για να γίνει σεβαστή η συμφωνία που υπέγραψε πέρυσι το υπουργείο βιομηχανίας και τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων, που προέβλεπε τη συνέχιση των επιδοτήσεων ως και το 2018.

Τα χρήματα αυτά προέρχονται απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση, κι όχι απ’ την ισπανική κυβέρνηση, μ’ αυτό θέλω να πώ ότι δε ζητάμε από κανέναν ισπανό να “στερηθεί για να μας βοηθήσει” όπως λένε πολλοί απ’ τους επικριτές μας. Όσον αφορά πάλι αυτά τα χρήματα που δικαιούνται οι οικογένειες των ανθρακωρύχων, καθώς προέρχονται από το Εξωρυκτικό Ταμείο που υποτίθεται αποσκοπούσε στη δημιουργία εναλλακτικών στον λιθάνθρακα, ώστε να μπορούμε να εργαστούμε στις περιοχές μας μετά το κλείσιμο των ορυχειών. Ε λοιπόν, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, τα χρήματα αυτά τα διαχειρίστηκαν οι πολιτικοί και τα συνδικάτα, όπως ήθελαν. Με μέρος αυτών, για παράδειγμα, ο κύριος Gabino de Lorenzo (πρώην δήμαρχος του Οβιέδο) πλήρωσε την ασφαλτόστρωση δρόμων της πόλης του, το νέο εκθεσιακό και συνεδριακό μέγαρο που έχτισε και μια σειρά από άλλα έργα. Η δε πρώην δήμαρχος της Χιχόν (η κυρία Felgeroso) επένδυσε ένα άλλο μερίδιο στην ίδρυση ενός τεχνικού εκπαιδευτικού ιδρύματος και σε άλλα έργα.

Στην κοιλάδα του Turón, στα ορυχεία της Cuenca del Caudal, όπου ζω, έχουμε πάνω από 600 νεκρούς εργάτες (μόνο αυτούς για τους οποίους γνωρίζουμε, καθώς στον εμφύλιο πόλεμο πυρπολήθηκαν τα επίσημα αρχεία) στα ορυχεία από το 1889 ως το 2009, όταν και έκλεισαν. Το μόνο που άνοιξε μετά ήταν ένα αθλητικό κέντρο, χωρίς καν εισόδους, όπου για να πάει να τρέξει κανείς πρέπει να περάσει από ένα μονοπάτι. Ολόκληρος ο χώρος είναι γεμάτος σκουπίδια, τα οποία σιγά-σιγά τον κατακλύζουν. Παρά την εκβιομηχάνιση, η οποία υποτίθεται ότι δημιουργεί σταθερές θέσεις εργασίας ώστε να υπάρχει μέλλον στην περιοχή, δεν υπάρχει τίποτα.

Image

2. Εκπλήσσομαι που τόσο πολλοί άνθρωποι μιλούν άσχημα γι αυτήν την επιδότηση, δεν ήθελα να το γράψω αυτό, αλλά επιδοτούνται κι άλλοι τομείς όπως η κτηνοτροφία, η γεωργία, η αλιεία και πολλοί ακόμα που δεν έχω όρεξη να αναφέρω, αλλά εγώ προσωπικά είμαι χαρούμενος γι αυτό, προτιμώ να ενισχύονται οι εργαζόμενοι παρά οι chorizos (στμ: ισπανικό αλλαντικό, μεταφορικά: οι κλέφτες, οι μαφιόζοι) που μας ληστεύουν κάθε μέρα.

Image

3. Με το πέρας του εμφυλίου πολέμου, φαίνεται πως πολλοί δε γνωρίζετε ότι ήταν οι ανθρακωρύχοι που εργάζονταν μια επιπλέον ώρα αμισθί κάθε μέρα για πολύ καιρό, ώστε να αποκαταστήσουν τις καταστροφές του φρανκισμού στη χώρα, όταν στα ίδια μας τα σπίτια δεν είχαμε καλά-καλά να φάμε.

Image

4. Το έτος 1962, οι ανθρακωρύχοι ξεκίνησαν μιαν απεργία που εξαπλώθηκε σ’ όλη την Ισπανία, και στην οποία κατακτήθηκαν πολλά απ’ τα δικαιώματα που όλοι οι ισπανοί έχουμε σήμερα και προσπαθούν να μας τα πάρουν πίσω. Στην απεργία αυτή, είχαμε πολλούς τραυματίες, συλληφθέντες, πεινασμένους και εξορισμένους σε άλλες επαργίες της Ισπανίας, μακριά απ’ τις οικογένειές τους, που άρχισαν να επιστρέφουν μόλις το 1980.

Image

5. Όσον αφορά την πρόωρη συνταξιοδότηση, είναι μύθος πως οι ανθρακωρύχοι βγαίνουν στη σύνταξη στα 40, με εφάπαξ ανάλογο του να πιάναμε τον πρώτο λαχνό στο λαχείο. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, οι άνθρωποι που συνταξιοδοτούνται νωρίς έχουν ήδη προκαταβάλει 50% αυξημένες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ούτως ώστε για κάθε διετία εργασίας, πληρώνουν εισφορές για ένα ακόμη έτος, έτσι για παράδειγμα, εγώ που εργάστηκα 25 χρόνια, έχω πληρώσει κοινωνική ασφάλιση για 37μισυ χρόνια. Πιστεύει κανείς από σας ότι θα ήθελε να πληρώνει όσα εμείς σ’ αυτήν την κοινωνική ασφάλιση;

Image
6. Ο λιθάνθρακας που εισάγεται απ’ το εξωτερικό είναι σύμφωνα μ’ εσάς φθηνότερος απ’ τον εγχώριο, προσωπικά δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος γι αυτό, όμως ας δεχθούμε ότι έχετε δίκιο. Θέλετε λοιπόν να μας βλέπετε να δουλεύουμε σα σκλάβοι όπως στις χώρες αυτές; Εγώ δεν το θέλω αυτό για κανέναν εργάτη στον κόσμο. Αυτά που θα σας γράψω τώρα είναι πραγματικότητα, έχω δουλέψει με συναδέλφους απ’ την Τσεχία και την Πολωνία, όταν ήρθαν μερικοί στις Αστούριες, κι όταν μπήκαν στα καταστήματα να ψωνίσουν τα είχαν παίξει, επειδή μπορούσαν να αγοράσουν κάποια ψιλοπράγματα που στις χώρες τους ήταν όμως αδιανόητα. Τα πρώτα χριστούγεννα που περάσανε μαζί μας, κρατούσαν στο κάθε χέρι κι από ένα μαντολάτο… Τους ρωτήσαμε γιατί αυτό, και μας εξήγησαν πως στις χώρες τους δεν θα άντεχαν με τίποτα οικονομικά να το αγοράσουν, επειδή οι μισθοί τους τους έφταναν ίσα-ίσα για ένα πιάτο φαί, κι αυτό φτωχικό. Θέλω να πω εδώ ότι αν δεν υπερασπιστούμε τα δικαιώματά μας, θα ισχύει σύντομα και για μας το ίδιο.

Image

7. Όσον αφορά τα οδοφράγματα στους αυτοκινητοδρόμους, θα ήθελα να απαντήσω σ’ όλους εκείνους που διαμαρτύρονται επειδή οι ανθρακωρύχοι τους εμποδίζουν να πάνε στη δουλειά ή στη σχολή τους, και λένε πως κι οι ίδιοι αν έχουν προβλήματα στη δουλειά τους, δεν πάνε να “ενοχλούν” άλλους στην εργασία τους. Θα πώ ότι κάθε φορά που κάποιοι συνάδελφοι από άλλους χώρους εργασίας μας ζήτησαν βοήθεια για να υπερασπιστούν τις θέσεις τους, σταματήσαμε τη δουλειά μας για ολόκληρα 24ωρα, στηρίζοντάς τους είτε βρίσκονταν στη χώρα είτε στο εξωτερικό. Όταν απεργούσαν οι Άγγλοι ανθρακωρύχοι, σταματήσαμε την εργασία μας και μαζέψαμε χρήματα για να στείλουμε στις οικογένειές τους για να μην πεινάσουν. Αμφιβάλλει κανείς ότι δε θα ενωθούμε με οποιονδήποτε κλάδο βάλλεται; Αλλά φαίνεται πως σήμερα είναι ξεπερασμένο να ζητάς τη βοήθεια των άλλων. Κι όμως, το να βοηθάμε ο ένας τον άλλον είναι κάτι θεμελιώδες, ενώ το να τρωγόμαστε ο ένας με τον άλλον ως συνήθως, είναι κάτι που οφελεί μόνο αυτούς που βρίσκονται από πάνω μας.

Αν όλοι οι Ισπανοί εργαζόμενοι ήταν τόσο ενωμένοι όσο οι ανθρακωρύχοι, οι κυβερνώντες αυτής της χώρας θα το σκέφτονταν πολύ καλά προτού προχωρήσουν στις περικοπές που τώρα κάνουν χωρίς δεύτερη σκέψη, μπορώ να σας διαβεβαιώσω γι αυτό. Σκεφτείτε λοιπόν ποιός πραγματικά σας εμποδίζει να πάτε στη δουλειά ή στη σχολή σας, ποιός είναι αυτός που απολύει εργαζομένους και πραγματοποιεί περικοπές στην εκπαίδευση, δεν είναι άλλοι απ’ τους πολιτικούς μας.

Θα ήθελα επίσης να πω σ’ αυτύς που λένε ότι πρέπει να πάμε να διαμαρτυρηθούμε στην Μαδρίτη αν θέλουμε, στις πόρτες του υπουργείου και να τους αφήσουμε αυτούς “στην ησυχία τους”, ότι αυτό το έχουμε κάνει προ πολλού, αλλά η λογοκρισία των ΜΜΕ φροντίζει να μην ενημερώνει με διαφάνεια για τίποτα.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ένας εργαζόμενος που υπερασπίζεται τα δικαιώματά του δεν είναι τρομοκράτης, όπως μας αποκαλούν σήμερα επειδή αγωνιζόμαστε για τη ζωή των οικογενειών μας.

Σας καλώ όλους να βγείτε απ’ τα σπίτια σας και να υπερασπιστείτε τις ζωές όλων μας. Όσο μας κρατούν κλεισμένους στο σπίτι, τους επιτρέπουμε να μας ρίξουν λίγο-λίγο, μέτρα μετά από άλλα μέτρα, στην πείνα.

Θέλουν τα παιδιά σας και τα παιδιά μας να μείνουν αμμόρφωτα σαν εμάς, που βλέπαμε τους τοίχους των σχολείων περισσότερο απ’ έξω παρά από μέσα, καθώς ένας αμμόρφωτος άνθρωπος είναι πιο εύκολο να υποταχθεί.

Να ενημερώνεστε, να αμφισβητείτε τα πάντα όσα βλέπετε στην τηλεόραση, τώρα που έχετε το διαδίκτυο, τα κινητά τηλέφωνα, μπορείτε μ’ αυτά να είστε σε συνεχή επαφή, να οργανώνεστε με όποιον τρόπο επιθυμείτε, ειρηνικά, στα οδοφράγματα απευθείας, όπως και να ‘χει οργανωθείτε! Θέστε στόχους και πραγματοποιήστε τους γρήγορα. Η κυβέρνηση κινείται κι αυτή πολύ γρήγορα όταν η κατάσταση είναι προς όφελός της, και το ξέρετε. Αφαιρέστε τη λέξη “φόβος” και τη φράση “και τί θα αλλάξει μ αυτό;” απ’ το μυαλό σας και πάρτε το μέλλον σας στα χέρια σας.

Αν κάποιος δεν καταλαβαίνει οτιδήποτε απ’ όσα έγραψα ή έχει κάποια συγκεκριμένη ερώτηση, ευχαρίστως αν μπορώ να σας απαντήσω.

Image

Πολλές ευχαριστίες σε όλους και όλες που μας στηρίζουν από κάθε επαρχία της χώρας και από άλλες χώρες.

Χαιρετισμούς!

Juan Jose Fernandes.
Asturias

***

Βλ. σχετικά: “Δεν είμαστε αγανακτισμένοι, δεν είμαστε πασιφιστές” – για την απεργία των ανθρακωρύχων στις Αστούριες, Ισπανία 12/6/2012

Mικρή υπενθύμιση για τους όψιμους(;) φίλους της δημοκρατίας,12/5/2012

μικρή υπενθύμιση για τους όψιμους(;) φίλους της δημοκρατίας

Image

Ο αποτροπιασμός των επίσημων εκπροσώπων της δημοκρατίας μπροστά στις πλέον απαρχαιωμένες μορφές του φασισμού (ναζιστικοί χαιρετισμοί, σβάστικες κλπ) δεν είναι αρκετός για να κρύψει την ουσιαστική συμφωνία δημοκρατών και φασιστών ως προς τα μέτρα και το περιεχόμενο που πρέπει να λάβει σήμερα η επίθεση του κεφαλαίου απέναντι στο προλεταριάτο: διαίρεση σε νόμιμους και παράνομους, εκμεταλλεύσιμους και πλεονάζοντες, επιχειρήσεις-σκούπες και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους πλεονάζοντες, στρατιωτική καταστολή των διαδηλώσεων και των αγώνων, φυλακίσεις, προληπτικές προσαγωγές και τρομονόμοι, δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων και υγειονομικών, οικονομικών και στρατιωτικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, “εθνική ενότητα”, ανασφάλεια, εμπορευματοποίηση του φόβου. Μέτρα δηλαδή που λαμβάνουν ήδη οι δημοκράτες σωτήρες του έθνους χωρίς να έχουν ανάγκη τους φασίστες συναδέλφους τους.

Κουνώντας μας το σκιάχτρο του φασισμού, οι δημοκράτες μας, πολιτικοί, δημοσιογράφοι κι αφεντικά, και ιδιαίτερα οι αριστεροί τέτοιοι, θέλουν σ’ αυτή τη φάση να μας πείσουν ότι δεν είναι και ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μας συμβεί, ενώ στο μέλλον είναι έτοιμοι να μας ζητήσουν να συσπειρωθούμε πίσω τους για να σώσουμε τη δημοκρατική μορφή του καπιταλισμού, ως το μη χείρον. Θα ήταν γελοίο αν δεν είχε επαναληφθεί τόσες φορές και με τόσο τραγικές συνέπειες στο παρελθόν. Σε κάθε περίπτωση μάλιστα, ήταν αυτοί οι ίδιοι που έστρωσαν τον δρόμο για τον φασισμό όποτε το καπιταλιστικό σύστημα βρέθηκε σε κρίση:

Στην Γερμανία: οι ναζί ανέρχονται στην εξουσία με τις εκλογές του 1932, μόνο αφότου προηγήθηκε η καταστολή στο αίμα της προλεταριακής εξέγερσης του 1918-19 απ’ τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση και το δημοκρατικό κράτος. τα Freikorps, τα τάγματα θανάτου που επιστράτευσαν οι σοσιαλδημοκράτες υπουργοί εναντίον των εξεγερμένων εργατών, ήταν το φυτώριο των μετέπειτα ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, που διέπρεψαν σε δολοφονίες κομμουνιστών όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λήμπνεχτ, υπό τη σοσιαλιστική κυβέρνηση. Με την εξάλειψη του προλεταριάτου απ’ το ιστορικό προσκήνιο, οι μικροαστοί και οι στρατιωτικοί, απελπισμένοι απ’ την οικονομική κρίση που επιδεινώθηκε απ’ τις εξευτελιστικές συνέπειες της ήττας στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο και το αδιέξοδο της αριστεράς, στρέφονται μαζικά στους ναζί. Ταυτόχρονα, οι ναζί στηρίζονται οικονομικά και πολιτικά από καθώς πρέπει δημοκράτες τραπεζίτες και βιομηχάνους όπως ο Hugo Boss, o Ford, τα αφεντικά της VolksWagen ή της Siemens (που μεταξύ άλλων είχε τη φαεινή ιδέα να λανσάρει το 2003 έναν φούρνο ονόματι Zyklon), ενώ οι δυτικές δημοκρατίες θα ξεπλύνουν στη συνέχεια τους ανανήψαντες ναζί στην εξουσία του μεταπολεμικού, δημοκρατικού κράτους (όπως για παράδειγμα ο μετέπειτα πρόεδρος του γερμανικού συνδέσμου βιομηχάνων Σλέυερ που θα απαχθεί και θα εκτελεστεί από τη RAF).

Στην Ιταλία: Ξανά, ο Μουσσολίνι ανέρχεται στην εξουσία μόνο αφότου η κυβέρνηση του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος κατέστειλε αποτελεσματικά το κύμα εργοστασιακών καταλήψεων κι εξεγέρσεων της “κόκκινης διετίας” 1919-20. Η ίδια η κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, συνθηκολόγησε με τους φασίστες του Μουσσολίνι, αφού πρώτα ενθάρρυνε τη βία τους απέναντι στους εξεγερμένους εργάτες, προκειμένου να σπρωχτούν αυτοί στην αγκαλιά της αριστερής κυβέρνησης για να τους προστατεύσει. Έτσι, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ενώ δεν έκανε τίποτα για τη φασιστική βία (η αστυνομία στο μεταξύ φρόντιζε να αφοπλίζει και να συλλαμβάνει τους αγωνιστές που έπεφταν θύματά της), καταδίκαζε κι αποθάρρυνε τα μέλη του απ’ το να συμμετέχουν στις προλεταριακές πολιτοφυλακές των Arditi del Popolo τη στιγμή που αυτές είχαν στριμώξει τους φασίστες, χαρακτηρίζοντάς τες μάλιστα ως “προβοκάτσιες των δρόμων, απ’ τις οποίες θα πρέπει να κρατηθούν αποστάσεις”.

Στην Ισπανία, το αδιαμφισβήτητο φετίχ κάθε οπαδού των αντιφασιστικών μετώπων, η επανάσταση ήταν η τελευταία αναλαμπή αυτού του ευρωπαϊκού κύματος του μεσοπολέμου, καθώς το προλεταριάτο είχε προφυλαχθεί απ’ την ουδετερότητα που κράτησε η χώρα στην ανθρωποσφαγή του Ά Παγκοσμίου Πολέμου. Απέναντι σ’ έναν απαρχαιωμένο κρατικό μηχανισμό που γινόταν ολοένα και πιο δικτατορικός, οι αναρχικοί της CNT/FAI επέλεξαν να υποστηρίξουν σιωπηλά την ανάδειξη μιας αριστερής κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου, αφενός εγκαταλείποντας την αντιεκλογική κι αντικρατική στρατηγική τους, κι αφεταίρου κλείνοντας τους εργάτες στα κατειλημένα εργοστάσια και τις αγροκολλεκτίβες, προκειμένου να διασφαλιστεί η παραγωγή που ήταν πλέον απαραίτητη στην πολεμική οικονομία του αντιφασιστικού μετώπου. Έτσι, ενώ η σοσιαλιστική κυβέρνηση συνέχιζε -όπως ακριβώς παρέλαβε απ’ τη δεξιά προκάτοχό της- τις απολύσεις και την καταστολή των εργατικών αγώνων γιατί “παίζουν το παιχνίδι των αφεντικών” (ενάντια στο αριστερό πλέον κράτος) και τα όργανα της αυτοδιαχείρισης γίνονται όργανα περιφρούρησης της παραγωγικότητας (στο όνομα πάντα του αντιφασισμού), το δημοκρατικό, αντιφασιστικό κράτος αφήνει τους εξεγερμένους της Σεβίλλης, της Αραγόνας, της Μαδρίτης να κατασφαγούν απ’ τους φασίστες. Με την κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου να εμφανίζεται ως διαμεσολαβητής μεταξύ των εργατικών αγώνων και του κεφαλαίου, όπως ακριβώς στην Ιταλία, η αριστερά πετυχαίνει να διαλύσει κάθε στοιχείο προλεταριακής αλληλεγγύης. Τον Οκτώβριο του ’34, το ίδιο το δημοκρατικό κράτος φέρνει απ’ το Μαρόκο τον στρατηγό και μετέπειτα δικτάτορα Φράνκο, με στρατεύματα εκπαιδευμένα σε αποικιοκρατικές σφαγές, να καταστείλει την εξέγερση των Αστουριών που κράτησε 15 μέρες απομονωμένη απ’ όλη την υπόλοιπη εργατική τάξη, που δεν μπόρεσε να κρατήσει ούτε μια γενική απεργία για να μη εκτεθεί το δημοκρατικό κράτος απέναντι στον κίνδυνο ενός φασιστικού πραξικοπήματος, απ’ τους ίδιους τους στρατιωτικούς που διατηρούσε η αριστερή κυβέρνηση στην πρώτη γραμμή ενάντια στους εξεγερμένους.

Τον Μάη του 1937, κι ενώ η αριστερή κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου είχε καταφέρει να επανεντάξει στο δημοκρατικό κράτος μέσω της οικονομίας του πολέμου τις “αυτοδιαχειριζόμενες” παραγωγικές μονάδες, η αστυνομία, υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος επιτέθηκε σ’ ένα απ’ τα τελευταία τηλεφωνικά κέντρα υπό εργατικό έλεγχο, ξεκινώντας ένοπλες αντιπαραθέσεις με τoυς αναρχικούς της CNT/FAI και τους αριστερούς αγωνιστές του POUM, σ’ όλη την πόλη. Ενώ οι φασίστες προέλαυναν, το δημοκρατικό κράτος έστειλε 10.000 στρατιώτες εναντίον των προλεταρίων της Βαρκελώνης, το ΚΚ κινητοποίησε όλες τις δυνάμεις του εναντίον τους, κατηγορώντας (όπως πχ η “Πασσιονάριά” του) τους αναρχικούς για “προβοκάτορες που συνωμοτούν με τον Χίτλερ και τον Φράνκο για να σαμποτάρουν με απεργίες κι αναταραχές τη δημοκρατία”. Οι φασίστες τήρησαν εκεχειρία για όσες μέρες χρειάστηκε στους δημοκράτες συναδέρφους τους να ξεμπερδέψουν με την προλεταριακή απειθαρχία προτού πάρουν οι ίδιοι υπό τον έλεγχό τους την Καταλωνία.

Την ίδια περίοδο, στις χώρες όπου η επανάσταση δεν ηττήθηκε αλλά παρήγαγε ένα “εργατικό κράτος” θα επικρατήσει ο σταλινισμός, επιβάλλοντας τη δική του πειθαρχία στο προλεταριάτο και στήνοντας τα δικά του στρατόπεδα εργασίας. Τα δε δημοκρατικά κράτη λαμβάνουν πάλι αντίστοιχα μέτρα για την υποταγή της εργατικής τάξης: η “κόκκινη απειλή” στις ΗΠΑ και η στρατιωτικοποίηση της εργασίας εν όψει του πολέμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κύπρο όπου έκλειναν οι Βρετανοί τους Εβραίους που αναζητούσαν στην Βρετανική τότε Παλαιστίνη ένα καταφύγιο απ’ τους ναζί, το “ιδιώνυμο” στην Ελλάδα… Η ιστορία του ελληνικού κράτους βρίθει από εναλλαγές όπου εμφανίζεται πότε ως δικτατορικό (Πάγκαλος, Μεταξάς, στρατιωτική χούντα) και πότε ως δημοκρατικό, ενώ δεν τηρεί ούτε τα προσχήματα στην εναλλαγή προσώπων πίσω απ’ τους θεσμούς (ο μόνος ειλικρινής δημοκράτης που πέρασε ποτέ, ανακοινώνοντας ότι σκόπευε να παρουσιάσει με στοιχεία τη συνέχεια των στελεχών της χούντας στο μεταπολιτευτικό καθεστώς, βρέθηκε νεκρός σ’ ένα “περίεργο” τροχαίο*)… Σε κάθε περίπτωση, εάν ο καπιταλισμός αναγκαστεί να πάρει δικτατορικά μέτρα ενάντια στο προλεταριάτο, θα το κάνει, είτε βρίσκονται στη κυβέρνηση φασίστες είτε όχι.

Αυτό που παρουσιάζεται σαν αντίθεση δημοκρατίας και φασισμού, ελευθερίας και ολοκληρωτισμών, καλού και κακού, δεν είναι παρά διαφορετικές μορφές που πήρε το ίδιο το καπιταλιστικό κράτος προκειμένου να διαχειριστεί την μεσοπολεμική κρίση του καπιταλισμού. Στις χώρες που ξέσπασαν επαναστάσεις και καταστάλθηκαν βίαια, ο μόνος τρόπος να ενοποιηθεί ξανά η διερρηγμένη καπιταλιστική κοινωνία ήταν η δικτατορία. Μακροπρόθεσμα όμως η ωμή βία δεν είναι ικανή από μόνη της να ενσωματώνει το προλεταριάτο και το κράτος γίνεται και πάλι δημοκρατικό, ως την επόμενη φορά που θα τεθεί σε κίνδυνο. Η δημοκρατία άλλωστε είναι μέχρι σήμερα η πιο αποτελεσματική μορφή του κράτους απέναντι στο προλεταριάτο, καθώς στο όνομά της καταστάλθηκαν οι προλεταριακές επαναστάσεις, οδηγήθηκαν οι λαοί σε πολέμους και βαρβαρότητες, απ’ τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, μέχρι τις ανθρωπιστικές εκστρατείες στη Σερβία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν. Σήμερα, υπό τον μανδύα της δημοκρατίας, ο καπιταλισμός προσπαθεί να ξαναθέσει υπό τον έλεγχό του το προλεταριάτο των αραβικών χωρών, που εξεγείρεται τόσο ενάντια σε δικτατορικά όσο και σε δημοκρατικά καθεστώτα, για τους ίδιους λόγους που εξεγείρεται το προλεταριάτο στις ΗΠΑ, στη Χιλή, στην Κίνα, στην Ισπανία, κι εδώ στην Ελλάδα… Το διακύβευμα σήμερα, δεν είναι απλά ένα ακόμα Ιράκ (όπου στην καμμένη γη που άφησαν πίσω τους οι εκδημοκρατιστές καλλιεργήθηκε απ’ τους ίδιους ένα ξεσάλωμα του πολέμου όλων εναντίον όλων, και η γενικευμένη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και ανθρώπινων ζωών), αλλά μια ανοιχτή μαύρη τρύπα (ήδη προεικονίζεται απ’ τον διαρκή εμφύλιο πόλεμο στη Συρία) όπου αυτή η καταστροφή θα παίρνει ολοένα και μεγαλύτερη έκταση, καταπίνοντας ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, ώστε ο καπιταλισμός να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση μέσω μιας φυγής προς τα μπρος.

Αν καλούμαστε να πάρουμε σήμερα θέση, δεν είναι μεταξύ δημοκρατίας ή φασισμού, αλλά μεταξύ της -δημοκρατικής ή δικτατορικής- καπιταλιστικής καταστροφής του πλούτου και εξάπλωσης της φτώχειας και του πολέμου όλων εναντίον όλων, και του αγώνα που έχουν ξεκινήσει ήδη τα αδέρφια μας στη Συρία, στο Μπαχρέιν, την Τυνησία, την Αίγυπτο, την Αλγερία και αλλού: μεταξύ καπιταλισμού και παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Στον αγώνα αυτόν θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να περάσουμε πάνω απ’ τα κεφάλια τόσο των φασιστών, όσο και των υπερασπιστών του καπιταλισμού που θα παρουσιάζονται ως δημοκράτες ή ακόμα κι ως αντιφασίστες. Με τα λόγια του Μαλατέστα: αν δεν προχωρήσουμε μέχρι τέλους, θα πληρώσουμε τον φόβο που προκαλέσαμε στην μπουρζουαζία με δάκρυα και αίμα.

Εναλλακτικά, μπορούμε να ετοιμαστούμε να αλληλοεξοντωθούμε με τους “ξένους” γιατί προβλέπεται να μας “παίρνουν τη θέση” στις ουρές για το συσσίτιο.

~~~

* Πρόκειται βέβαια για τον Αλ. Παναγούλη

Συνέντευξη του Paul Mattick στη Lotta Continua (οικ. κρίση & επαναστατική βία), 1977

Συνέντευξη του Paul Mattick στη Lotta Continua, 1977

 

Ερώτηση: Φαίνεται πως μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο δριμείας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Ποιά είναι τα νέα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου, σε σύγκριση με εκείνην του 1930′;

Απάντηση: Η βασική αιτία της τρέχουσας κρίσης [1977] είναι η ίδια με κάθε προηγούμενη καπιταλιστική κρίση. Ωστόσο, κάθε κρίση έχει δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όσον αφορά το ξεκίνημά της, τις αντιδράσεις που προκαλεί, και το αποτέλεσμά τους. Η μεταβαλλόμενη διάρθρωση του κεφαλαίου είναι ο λόγος αυτών των ιδιαιτεροτήτων. Σε γενικές γραμμές, μια κρίση ακολουθεί μια περίοδο επιτυχούς συσσώρευσης κεφαλαίου, όπου τα κέρδη που παράγονται και πραγματοποιούνται είναι εφικτά να διατηρήσουν έναν δεδομένο ρυθμό επέκτασης. Αυτή η κατάσταση καπιταλιστικής ευφορίας απαιτεί μια ολοένα αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, αρκετά μεγάλη ώστε να αντισταθμίσει τη σχετική μείωση της κερδοφορίας που προέκυψε απ’ την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου. Το ανταγωνιστικό κι ως εκ τούτου τυφλό κυνήγι του κέρδους εκ μέρους κάθε μεμονωμένου κεφαλαίου δεν μπορεί παρά να αγνοήσει την μεταβαλλόμενη σύνθεση κεφαλαίου/εργασίας, τη σύνθεση του κοινωνικού κεφαλαίου. Η κρίση ξεσπά, όταν μια ραγδαία δυσαναλογία μεταξύ του απαιτούμενου ρυθμού κερδοφορίας του κοινωνικού κεφαλαίου και του αναγκαίου ρυθμού συσσώρευσης απαγορεύει την περαιτέρω επέκτασή του. Αυτή η υποβόσκουσα μα αψηλάφητη εμπειρικά απόκλιση έρχεται στο προσκήνιο με όρους αγορών, ως έλλειψη πραγματικής ζήτησης, κάτι που είναι μια άλλη έκφραση για την έλλειψη συσσώρευσης πάνω στην οποία συσσώρευση βασίζεται η πραγματική ζήτηση.

Οι πριν το 1930 περίοδοι ύφεσης, αντιμετωπίστηκαν με αποπληθωριστικές πολιτικές, δηλαδή, αφήνοντας τους “νόμους της αγοράς” να κάνουν τον κύκλο τους με την προσδοκία ότι αργά ή γρήγορα η φθίνουσα οικονομική δραστηριότητα θα αποκαθιστούσε την παλιά ισορροπία προσφοράς και ζήτησης κι έτσι να αναζωογονήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Η κρίση του 1930 ωστόσο, ήταν τόσο βαθυά κι εκτεταμένη που απέτρεπε μια αντιμετώπισή της μ’ αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο. Η απάντηση ήταν αυτήν τη φορά πληθωριστικές πολιτικές -δηλαδή, κυβερνητικές παρεμβάσεις στους μηχανισμούς της αγοράς, μέχρι το σημείο ενός παγκοσμίου πολέμου, ώστε να αναδιαρθρωθεί η παγκόσμια οικονομία μέσω μιας βίαιας συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, εις βάρος των πιο αδύναμων εθνικών κεφαλαίων, και μέσω της άπλετης καταστροφής κεφαλαίου τόσο σε νομισματική όσο και σε φυσική μορφή. Χρηματοδοτημένα μέσω των δημοσιονομικών ελλειμάτων, δηλαδή με πληθωριστικές μεθόδους, τα αποτελέσματα ήταν και πάλι αποπληθωριστικά, όμως σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ αυτήν που είχε επιτευχθεί ως τότε με την παθητική προσκόλληση στους “νόμους της αγοράς”. Η μακρά περίοδος ύφεσης και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, και η συνεπαγόμενη τεράστια καταστροφή κεφαλαίου, δημιούργησε τις συνθήκες για μια εξαιρετικά μακροχρόνια περίοδο καπιταλιστικής επέκτασης στις πιο προηγμένες δυτικές χώρες.

Τόσο ο αποπληθωρισμός όσο και ο πληθωρισμός οδηγούσαν μετέπειτα στο ίδιο αποτέλεσμα, σε μια νέα άνοδο του κεφαλαίου, και συνεπώς χρησιμοποιήθηκαν εναλλάξ στις προσπάθειες διασφάλισης της καινούριας οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας. Αναμφίβολα, είναι εφικτό μέσω χρηματοδότησης του ελείμματος, δηλαδή μέσω πίστωσης, να ζωογονηθεί μια στάσιμη οικονομία. Αλλά δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί ο ρυθμός κερδοφορίας του κεφαλαίου καθ’ αυτόν τον τρόπο και κατά συνέπεια να διαιωνιστούν οι συνθήκες της ευημερίας. Ήταν λοιπόν απλά θέμα χρόνου μέχρι ο μηχανισμών των κρίσεων της καπιταλιστικής παραγωγής να επιβεβαιωθεί ξανά. Είναι προφανές ότι η απλή διαθεσιμότητα πίστωσης ώστε να επεκταθεί η παραγωγή δεν αποτελεί λύση για την κρίση, αλλά μια εφήμερη αντανακλαστική πολιτική με μόνο προσωρινά “θετικά” αποτελέσματα. Αν δεν ακολουθηθεί από μια αυθεντική ανάκαμψη του κεφαλαίου, με βάση μεγαλύτερη κερδοφορία, είναι αναγκασμένη να καταρρεύσει από μόνη της. Το “Κεϋνσιανό αντίδοτο” έχει οδηγήσει απλώς σε μια νέα κατάσταση κρίσης με αυξανόμενη ανεργία και αύξοντα πληθωρισμό -και τα δυο εξίσου επιζήμια για το καπιταλιστικό σύστημα.

Η παρούσα κρίση δεν έχει φτάσει ακόμα το επίπεδο των αναταραχών που, στη δεκαετία του 1930, οδήγησαν απ’ την ύφεση στον πόλεμο. Παρά το ότι δεν μπορούν να ξεπεράσουν την τρέχουσα κρίση, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ύφεσης ανακουφίζουν σε κάποιον βαθμό την κοινωνική αθλιότητα που προκαλείται απ’ την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας. Όμως, σε μια στάσιμη καπιταλιστική οικονομία, αυτά τα μέτρα γίνονται τα ίδια παράγοντες περαιτέρω επιδείνωσης. Καθιστούν πιο δύσκολη την ανάκτηση ενός οριακού σημείου για μια νέα άνοδο. Επίσης, ο βαθμός της διεθνούς “ενσωμάτωσης” της καπιταλιστικής οικονομίας, μέσω των φιλελεύθερων εμπορικών πολιτικών και των νομισματικών συμφωνιών, υπονομεύεται σταθερά από το βάθεμα της ύφεσης. Τάσεις προστατευτισμού διαταράσσουν την παγκόσμια αγορά ακόμη περισσότερο. Καθώς η ύφεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί, παρά μόνον εις βάρος του εργαζόμενου πληθυσμού, η αστική τάξη θα πρέπει να δοκιμάσει όλα τα διαθέσιμα μέσα, οικονομικά όσο και πολιτικά, προκειμένου να υποβαθμίσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η άυξηση της ανεργίας, αν και βοηθά, δεν είναι ικανή να περικόψει αποτελεσματικά τους μισθούς και να αυξήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Τα εισοδήματα όλων των στρωμάτων της κοινωνίας πλην των καπιταλιστικών θα πρέπει να μειωθούν, η λεγόμενη κοινωνική πρόνοια να συρρικνωθεί, σε μια προσπάθεια να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου πάνω από ένα νέο όριο που θα επιτρέπει την περαιτέρω επέκταση. Αν και ένα γρήγορο ανέβασμα του πληθωρισμού έχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, είναι περιορισμένο λόγω της αύξουσας αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής και της κοινωνίας εν γένει. Ως μόνιμη πολιτική θα μπορούσε να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του συστήματος.

Ερώτηση: Σ’ αυτά τα πλαίσια, πώς βλέπετε τον ρόλο της Αριστεράς, και ιδιαίτερα του Κομμουνιστικού Κόμματος; Ποιά η έννοια του ευρωκομμουνισμού;

Απάντηση: Πρέπει να διακρίνει κανείς μεταξύ μιας “αντικειμενικά αριστεράς” στην κοινωνία, που είναι το προλεταριάτο ως τέτοιο, και της οργανωμένης αριστεράς που δεν είναι απαραίτητα προλεταριακής φύσης. Μέσα στην οργανωμένη αριστερά, σε κάθε περίπτωση στην Ιταλία, το ΚΚ κρατά την κυρίαρχη θέση. Σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή, πιθανότατα καθορίζει τις “αριστερές πολιτικές” παρά την αντίθεση άλλων οργανώσεων στα αριστερά ή τα δεξιά του. Αλλά το ΚΚ δεν είναι μια κομμουνιστική οργάνωση με την παραδοσιακή έννοια. Εδώ και καιρό έχει μετατραπεί σε έναν σοσιαλδημοκρατικό σχηματισμό, ένα ρεφορμιστικό κόμμα, που βρίσκεται σαν στο σπίτι του εντός του καπιταλιστικού συστήματος κι ως εκ τούτου προσφέρει τον εαυτό του ως μηχανισμό στήριξης. Πρακτικά, υπάρχει για να εξυπηρετεί τις αστικές φιλοδοξίες της ηγεσίας του και τις ανάγκες της γραφειοκρατίας του, μεσολαβώντας μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου προκειμένου να διασφαλίσει την τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων. Το γεγονός της μεγάλης εργατικής βάσης του είναι ενδεικτικό της ανετοιμότητας ή της απροθυμίας των εργαζομένων να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα, και του πόθου τους, αντ’ αυτού, να βολευτούν μέσα σ’ αυτό. Η ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, ενισχύει τις καιροσκοπικές πολιτικές του ΚΚ. Επειδή μια παρατεταμένη ύφεση, θα απειλούσε να τινάξει στον αέρα το καπιταλιστικό σύστημα, είναι ουσιώδες για το ΚΚ, όπως και για κάθε άλλη ρεφορμιστική οργάνωση, να βοηθήσει την αστική τάξη να ξεπεράσει τις συνθήκες της κρίσης. Κατά συνέπεια, είναι αναγκασμένοι να εμποδίζουν τις δράσεις της εργατικής τάξης που θα μπορούσαν να καθυστερήσουν, ή να εμποδίσουν μια καπιταλιστική ανάκαμψη. Οι ρεφορμιστικές και καιροσκοπικές πολιτικές τους αποκτούν έναν ανοιχτά αντεπαναστατικό χαρακτήρα μόλις το σύστημα τίθεται σε κίνδυνο από τις δραστηριότητες της εργατικής τάξης που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν εντός του καπιταλιστικού συστήματος σε συνθήκες κρίσης.

Ο “Ευρωκομμουνισμός” που πλασάρει το ΚΚ είναι άνευ νοήματος, καθώς ο κομμουνισμός δεν είναι γεωγραφική αλλά κοινωνική κατηγορία. Αυτός ο κενός όρος σηματοδοτεί  μια προσπάθεια εκ μέρους των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων να διαφοροποιήσουν τις σημερινές πολιτικές τους απ’ αυτές του παρελθόντος. Αποτελεί μια δήλωση ότι ο παλιός και ξεχασμένος στόχος του κρατικού καπιταλισμού, έχει εγκαταληφθεί προς όφελος μιας μεικτής οικονομίας του σημερινού καπιταλισμού. Ο “Ευρωκομμουνισμός” είναι ένα αίτημα για επίσημη αναγνώριση και πλήρη ενσωμάτωση στο καπιταλιστικό σύστημα, που συνεπάγεται φυσικά, μια ενσωμάτωση στα διάφορα έθνη-κράτη που απαρτίζουν την ευρωπαϊκή ζώνη. Είναι ένα αίτημα για περισσότερες “αρμοδιότητες” εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού συστήματος και των κυβερνήσεών του, και μια δέσμευση να μη διαταράξουν έναν ελάχιστο βαθμό συνεργασίας μεταξύ των καπιταλιστικών εθνών στα ευρωπαϊκά πλαίσια, καθώς και να απέχουν από κάθε είδους δραστηριότητα που μπορεί να διαταράξει τη φαινομενική συναίνεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Δε συνεπάγεται μια ριζική ρήξη με τις κρατικοκαπιταλιστικές χώρες του κόσμου, αλλά απλώς τη διαπίστωση ότι κι αυτές οι χώρες επίσης, δεν ενδιαφέρονται για την επέκταση του κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος με επαναστατικά μέσα, αλλά μάλλον για μια πλήρη ενσωμάτωση στην καπιταλιστική παγκόσμια αγορά, παρά τις υπόλοιπες κοινωνικο-οικονομικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων του ιδιωτικού και του κρατικού καπιταλισμού.

Ερώτηση: Τί δυνατότητες υπάρχουν για επαναστατική δράση, ή για δράση προετοιμασίας για μια μελλοντική επανάσταση; Ποιές δυνατότητες βλέπετε στους εργάτες, τους ανέργους, τους φοιτητές, τις ακροαριστερές ομάδες;

Απάντηση: Οι επαναστατικές δράσεις στρέφονται κατά του συστήματος ως σύνολο – για την ανατροπή του. Αυτό προϋποθέτει μια γενική αποδιοργάνωση της κοινωνίας, η οποία ξεφεύγει από κάθε πολιτικό έλεγχο. Μέχρι στιγμής, τέτοιες επαναστατικές δράσεις έχουν συμβεί μόνο σε σχέση με κοινωνικές καταστροφές, όπως αυτές που εξαπέλυσαν χαμένοι πόλεμοι και οι σχετικές οικονομικές καταρρεύσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες καταστάσεις αποτελούν και απόλυτες προϋποθέσεις για την επανάσταση, αλλά είναι ενδεικτικό του βαθμού της κοινωνικής αποσύνθεσης που προηγείται των επαναστατικών ξεσηκωμών. Η επανάσταση πρέπει να περιλαμβάνει την πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού. Δεν είναι κάποια ιδεολογία αλλά η αναγκαιότητα που θέτει τις μάζες σε επαναστατική κίνηση. Οι δραστηριότητες που προκύπτουν παράγουν τη δική τους επαναστατική ιδεολογία, δηλαδή μια αντίληψη του τί πρέπει να γίνει για να νικήσει ο αγώνας ενάντια στους υπερασπιστές του συστήματος. Προς το παρόν, οι πιθανότητες για επαναστατική δράση είναι εξαιρετικά χαμηλές, καθώς οι πιθανότητες επιτυχίας είναι πρακτικά μηδαμινές. Χαρις στις προηγούμενες εμπειρίες, οι άρχουσες τάξεις περιμένουν μια επαναστατική δραστηριότητα και έχουν εξοπλιστεί καταλλήλως. Η στρατιωτική ισχύς τους δεν απειλείται ακόμα από εσωτερική λιποταξία. Πολιτικά έχουν ακόμα την υποστήριξη των μεγάλων εργατικών οργανώσεων και της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Δεν έχουν εξαντλήσει ακόμα τους μηχανισμούς χειραγώγησης της οικονομίας, και παρά τον αύξοντα διεθνή ανταγωνισμό για τα συρρικνούμενα κέρδη της οικονομίας της εργασίας, είναι ενωμένοι παγκόσμια ενάντια στις προλεταριακές εξεγέρσεις οπουδήποτε κι αν συμβούν. Σ’ αυτό το κοινό μέτωπο βρίσκονται επίσης τα λεγόμενα σοσιαλιστικά καθεστώτα, προκειμένου να υπερασπιστούν τις δικές τους ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης.

Ενώ μια σοσιαλιστική επανάσταση σ’ αυτό το στάδιο ανάπτυξης φαίνεται κάτι παραπάνω από αμφίβολη, το σύνολο των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει η εργατική τάξη για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της διαθέτουν έναν εν δυνάμει επαναστατικό χαρακτήρα καθώς ο καπιταλισμός περνάει σε μια κατάσταση παρακμής που ενδέχεται να διαρκέσει για αρκετό καιρό. Κανείς δεν είναι ικανός να προβλέψει τις διαστάσεις της ύφεσης λόγω έλλειψης των σχετικών δεδομένων. Όμως ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική κρίση και αναγκάζεται ν’ αντιδράσει σ’ αυτήν, η αστική τάξη το κάνει με τον τρόπο της, η εργατική τάξη με αντίθετους τρόπους. Σε περιόδους σχετικής οικονομικής σταθερότητας ο αγώνας των εργαζομένων επιταχύνει τη συσσώρευση του κεφαλαίου, αναγκάζοντας την αστική τάξη να υιοθετήσει πιο αποτελεσματικούς τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, προκειμένου να διατηρήσει το απαραίτητο ποσοστό κέρδους. Οι μισθοί μπορεί να αυξάνονται μαζί με τα κέρδη, χωρίς κάτι τέτοιο να διαταράσσει την επέκταση του κεφαλαίου. Μια ύφεση όμως, φέρνει αυτήν την ταυτόχρονη (αν και δυσανάλογη) αύξηση μισθών και κερδών σ’ ένα τέλμα. Η κερδοφορία του κεφαλαίου πρέπει να αποκατασταθεί προτού η συσσωρευτική διαδικασία μπορέσει να συνεχιστεί. Η πάλη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου τώρα αγκαλιάζει την ίδια την ύπαρξη του συστήματος, προσδεδεμένο καθώς είναι στη διαρκή επέκταση. Αντικειμενικά, η κανονική οικονομική πάλη παίρνει επαναστατικές προεκτάσεις κι έτσι, πολιτικές μορφές, καθώς μια τάξη μπορεί να πετύχει κάτι μόνο εις βάρος της άλλης. Η εργατική τάξη δε χρειάζεται να αντιλαμβάνεται τον αγώνα της ως τον δρόμο προς την επανάσταση, εντός μιας κατάστασης επίμονης καπιταλιστικής παρακμής ο αγώνας της παίρνει επαναστατική χροιά, άσχετα από κάθε συνειδητοποίηση.

Φυσικά, οι εργαζόμενοι μπορεί να είναι έτοιμοι ν’ αποδεχθούν, εντός κάποιων ορίων, ένα ολοένα και μικρότερο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος, έστω και μόνο για να αποφύγουν τα δεινά μιας ανοιχτής σύγκρουσης με την αστική τάξη και το κράτος της. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να φέρει μια νέα οικονομική ανάκαμψη κι ως εκ τούτου δεν είναι αρκετό για να κάμψει την διογκούμενη ανεργία. Αυτό το χάσμα μεταξύ εργαζομένων και ανέργων, αν και αποτελεί αναγκαιότητα για το κεφάλαιο, αποβαίνει πραγματικό δίλημμα για τον καπιταλισμό, φέροντας μια σταθερά αυξανόμενη ανεργία σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας και παρακμής. Αν κάποιος επιθυμεί να προτείνει στους εργαζόμενους πώς να αντιδράσουν στο βάθεμα της κρίσης, το μόνο που θα αρκούσε να πεί θα ήταν να οργανωθούν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι άνεργοι σε οργανώσεις υπό τον δικό τους άμεσο έλεγχο, και να αγωνιστούν για τις άμεσες ανάγκες τους, ασχέτως της κατάστασης της οικονομίας και της ταξικής συνεργασίας του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια, να αγωνιστούν στην πάλη των τάξεων όπως αγωνίζεται η αστική τάξη. Το πλεονέκτημα είναι με την πλευρά της αστικής τάξης, καθώς ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από μια ισχυρότερη δύναμη, που, αρχικά τουλάχιστον, μπορεί να είναι η διαρκής διαταραχή της παραγωγικής διαδικασίας, που αποτελεί τη βάση κάθε καπιταλιστικής εξουσίας, και οι ακατάβλητες δραστηριότητες των ανέργων να πάρουν απ’ την αστική τάξη τα μέσα της επιβίωσής τους. Όσον αφορά τους ριζοσπάστες φοιτητές και τις επαναστατικές ομάδες, προκειμένου να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να διαχέονται στα κινήματα των εργαζομένων και των ανέργων. Όχι για να προπαγανδίσουν κάποιο ιδιαίτερο δικό τους πρόγραμμα, αλλά για να εκφράζουν σε κάθε περίπτωση το νόημα της επικείμενης ταξικής πάλης και τις κατευθύνσεις που πρέπει να πάρει λόγω των εγγενών νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής.

Ερώτηση: Ποιό ρόλο αποδίδετε στη βία, και συγκεκριμένα στον ένοπλο αγώνα, στη ριζοσπαστική δραστηριότητα;

Απάντηση: Δεν πρόκειται για ένα ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί αποδίδοντας στη βία έναν θετικό ή έναν αρνητικό ρόλο. Η βία είναι εγγενής στο σύστημα κι ως εκ τούτου αναγκαία τόσο για το κεφάλαιο όσο και για την εργασία. Έτσι, η αστική τάξη μπορεί να υπάρξει μόνο χάρη στην έλεγχο επί των μέσων παραγωγής, είναι λοιπόν υποχρεωμένη να υπερασπιστεί αυτόν τον έλεγχό της με μέσα όχι αποκλειστικά οικονομικά, μέσω του μονοπωλίου της επί των μέσων καταστολής επίσης. Ήδη μια άρνηση της εργασίας καθιστά την κατοχή των μέσων παραγωγής άνευ νοήματος, καθώς δεν είναι παρά η διαδικασία της εργασίας που παράγει καπιταλιστικό κέρδος. Ένας “καθαρά οικονομικός” αγώνας μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου είναι λοιπόν εκτός της συζήτησης. Η αστική τάξη θα συμπληρώνει πάντα με βία αυτόν τον αγώνα όποτε νιώθει πως η ύπαρξή του απειλεί σοβαρά την κερδοφορία του κεφαλαίου. Δεν επιτρέπει η ίδια στους εργάτες να επιλέξουν μεταξύ μή βίαιων και βίαιων μεθόδων ταξικού αγώνα. Είναι η αστική τάξη, έχοντας στα χέρια της τον κρατικό μηχανισμό, που αποφασίζει τί απ’ τα δύο θα ισχύσει σε κάθε περίπτωση. Η βία μπορεί να απαντηθεί μόνο με βία, ακόμα κι αν τα όπλα που επιστρατεύονται είναι εξαιρετικά άνισα. Δεν τίθεται θέμα αρχών εδώ, είναι απλά η πραγματικότητα της κοινωνικής ταξικής δομής.

Ωστόσο, το ζήτημα που μπαίνει εδώ είναι εάν τα ριζοσπαστικά στοιχεία στους αντικαπιταλιστικούς αγώνες θα πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία στη χρήση βίας, αντί να αφήσουν την απόφαση στην αστική τάξη και τους μισθοφόρους της. Μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις, φυσικά, που η αστική τάξη θα πιαστεί απροετοίμαστη κι όπου μια βίαιη σύγκρουση με τις ένοπλες δυνάμεις της μπορεί να οφελήσει τους επαναστάτες. Όμως ολόκληρη η ιστορία των ριζοσπαστικών κινημάτων δείχνει καθαρά πως τέτοια τυχαία συμβάντα δεν έχουν σταθερό αποτέλεσμα. Με στρατιωτικούς όρους, η αστική τάξη θα έχει πάντοτε το πάνω χέρι, εκτός εάν το επαναστατικό κίνημα πάρει τέτοιες διαστάσεις που να επηρεάζει τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, διχάζοντας ή διαλύοντας τις ένοπλες δυνάμεις του. Είναι μόνο σε συνδυασμό με τα μεγάλα μαζικά κινήματα, που διαταράσσουν ολοκληρωτικά τον κοινωνικό ιστό, που γίνεται εφικτό να αποσπάσει τα μέσα καταστολής και μαζί τους τα μέσα παραγωγής από τις άρχουσες τάξεις.

Η ματαιότητα της άνισης στρατιωτικής αντιπαράθεσης δε στάθηκε ποτέ ικανή από μόνη της να αποτρέψει τη διεξαγωγή τους. Εγείρονται ωστόσο καταστάσεις, όπου τέτοιες αντιπαραθέσεις δίνουν το έναυσμα για σπουδαιότερα πράγματα και μπορεί να οδηγήσουν σε μαζικά κινήματα, όπως είναι γενικά οι προϋποθέσεις για την επαναστατική βία. Είναι γι αυτόν τον λόγο που είναι τόσο επικίνδυνο να επιμένει κανείς πάνω στην μη-βία και να καθιστά τη βία αποκλειστικό προνόμιο της άρχουσας τάξης. Όμως εδώ μιλούμε για κρίσιμες καταστάσεις, όχι σαν αυτές που υφίστανται σήμερα [1977] στις καπιταλιστικές χώρες, κι επίσης για ευρείες και ικανώς εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις ικανές να διεξάγουν τον αγώνα τους για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Απουσία τέτοιων κρίσιμων καταστάσεων, οι δράσεις αυτές δεν είναι τίποτα παραπάνω από συλλογικές αυτοκτονίες, καθόλου ανεπιθύμητες για την αστική τάξη. Μπορεί μάλιστα να τις εκτιμήσει σε ηθικό ή αισθητικό επίπεδο, παρολαυτά δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς της προλεταριακής επανάστασης, παρά μόνο την αναζήτηση μιας θέσης στο επαναστατικό φολκόρ.

Για τους επαναστάτες είναι ψυχολογικά αρκετά δύσκολο, αν όχι απίθανο, να υψώσουν τις φωνές τους ενάντια στην μάταιη εφαρμογή της “επαναστατική δικαιοσύνης” από τερροριστικές ομάδες και άτομα. Ακόμα και ο Μαρξ, που απεχθανόταν κάθε μορφή μηδενιστικής δράσης, δεν μπορούσε να αποφύγει να συνεπαρθεί από τα τερροριστικά χτυπήματα της ρωσσικής “Λαϊκής Θέλησης”. Πράγματι, η αντι-τρομοκρατία των επαναστατικών ομάδων δεν μπορεί να αποφευχθεί απλά και μόνο αναγνωρίζοντας την ματαιότητά της. Οι δράστες της δεν κινητοποιούνται απ’ την πεποίθηση ότι οι δράσεις τους θα οδηγήσουν άμεσα στην κοινωνική αλλαγή, αλλά απ’ την ανικανότητά τους να αποδεχθούν το αδιαμφισβήτητο της διαρκούς τρομοκρατίας της αστικής τάξης. Κι απ’ τη στιγμή που θα εμπλακούν στην παράνομη τρομοκρατία, η νόμιμες τρομοκρατικές δυνάμεις θα τους αναγκάσουν να συνεχίσουν τις δράσεις τους μέχρι το πικρό τέλος. Αυτός ο τύπος ανθρώπων είναι ο ίδιος προϊόν της ταξικά διαχωρισμένης κοινωνίας και μια απάντηση στην αύξουσα αποκτήνωσή της. Δεν υπάρχει νόημα στη διαμόρφωση μιας συναίνεσης με την αστική τάξη, και την καταδίκη των δράσεών τους από προλεταριακή προοπτική. Είναι αρκετό να αναγνωρίσουμε την ματαιότητά τους και να αναζητήσουμε πιο αποτελεσματικούς τρόπους ξεπεράσματος του πανταχού παρόντα καπιταλιστικού τρόμου, μέσα από τις ταξικές δραστηριότητες του προλεταριάτου.

Ο ανταρτοπόλεμος στην Ισπανία, 1854 – Καρλ Μαρξ

Ο ανταρτοπόλεμος στην Ισπανία – Καρλ Μαρξ

Πηγή: http://marxists.org/archive/marx/works/1854/revolutionary-spain/ch05.htm

Η κεντρική κυβέρνηση απέτυχε στην υπεράσπιση της χώρας της, ακριβώς επειδή απέτυχε στην επαναστατική αποστολή της. Έχοντας επίγνωση της αδυναμίας της, του ρευστού περιεχομένου της εξουσίας της, και της ακραίας έλλειψης δημοφιλίας της, πώς θα μπορούσε να επιχειρήσει να ανταποκριθεί στις έριδες, τις αντιζηλίες και τις δεσποτικές αξιώσεις των στρατηγών της, συνηθισμένες για κάθε επαναστατική εποχή, παρά μέσω ελεεινών τεχνασμάτων και δολοπλοκιών; Παραμένοντας, ως είχε, κάτω από έναν διαρκή φόβο και καχυποψία προς την ίδια τη στρατιωτική ηγεσία της, δεν μπορούμε παρά να πάρουμε τοις μετρητοίς τα λόγια του Ουέλλινγκτον που έγραφε στον αδερφό του, τον Μαρκήσιο του Wellesley, την 1η Σεπτέμβρη 1809:

“Φοβάμαι πολύ, απ’ όσα έχω δει από τα πρακτικά της κεντρικής κυβέρνησης, ότι στην κατανομή των δυνάμεών της, δεν υπολογίζει τη στρατιωτική άμυνα και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τόσο όσο την πολιτική δολοπλοκία και την επίτευξη ασήμαντων πολιτικών σκοπιμοτήτων”.

Σε επαναστατικούς καιρούς, όταν όλοι οι δεσμοί της υποταγής χαλαρώνουν, η στρατιωτική πειθαρχία μπορεί να αποκατασταθεί μόνο μέσω μιας πολιτικής πειθαρχίας που επωμίζονται οι στρατηγοί. Καθώς η κεντρική κυβέρνηση, χάρις στην ασύμμετρη διαπλοκή της, ποτέ δεν κατόρθωσε να ελέγξει πραγματικά τους στρατηγούς, αυτοί ποτέ δεν κατάφεραν να ελέγξουν τους στρατιώτες, και προς το τέλος του πολέμου ο ισπανικός στρατός δεν πέτυχε ποτέ να φτάσει σ’ ένα μέσο επίπεδο πειθαρχίας και υποταγής. Αυτή η απειθαρχία συντηρήθηκε απ’ την έλλειψη τροφίμων, ενδυμάτων, κι όλων των υλικών απαιτουμένων ενός στρατού – καθώς το ηθικό ενός στρατού, όπως το έθεσε ο Ναπολέων, εξαρτάται απόλυτα απ’ τις υλικές συνθήκες του. Η κεντρική κυβέρνηση ήταν ανίκανη να ανεφοδιάζει τακτικά τον στρατό, καθώς τα μανιφέστα του καημένου ποιητή Quintana (στμ: Μαδριλένος ποιητής της εποχής, γνωστός για μια σειρά εύπεπτα ποιήματα που υμνούν τον πατριωτισμό, την μοναρχία κλπ) δεν επαρκούσαν γι αυτό, και για να αποδώσει κάποια συνοχή στα διατάγματά της θα ήταν αναγκασμένη να καταφύγει στα ίδια επαναστατικά μέτρα που καταδίκαζε στην επαρχία. Ακόμη και η γενική επιστράτευση ανεξαρτήτως προνομίων και εξαιρέσεων, και οι διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν σ’ όλους τους Ισπανούς προκειμένου να αποκτήσουν κάθε πιθανό βαθμό στον στρατό, ήταν έργο των επαρχιακών διοικήσεων, κι όχι της κεντρικής κυβέρνησης. Άν οι ήττες των ισπανικών στρατευμάτων λοιπόν παρήχθησαν από τις αντεπαναστατικές ανικανότητες της κεντρικής κυβέρνησης, αυτές οι πανωλεθρίες με τη σειρά τους συνέθλιψαν ακόμη περισσότερο την ίδια την κυβέρνηση, και καθιστώντας την το αντικείμενο της λαϊκής περιφρόνησης και καχυποψίας, αύξησαν την εξάρτησή της από αλαζονικούς αλλά ανίκανους στρατιωτικούς αρχηγούς.

Ο ισπανικός τακτικός στρατός, αν και ηττήθηκε παντού, παρολαυτά ήταν παρών σ’ όλα τα σημεία. Περισσότερες από είκοσι φορές διαλύθηκε, κι ήταν πάντοτε ικανός να ξανασυγκεντρωθεί απέναντι στον εχθρό, και συχνά μάλιστα επανεμφανιζόταν με αυξημένο δυναμισμό μετά από μια ήττα. Δεν είχε νόημα πλέον να τους κερδίζει, καθώς, τόσο γρήγορα διασκορπίζονταν, που η απώλειά τους σε άνδρες ήταν γενικά ελάχιστη, ενώ η απώλειές τους επί του εδάφους, τους ήταν παντελώς αδιάφορες. Αποσυρόμενοι άτακτα στις οροσειρές, ήταν βέβαιοι πως θα ξανασυγκεντρωθούν και θα εμφανιστούν και πάλι όταν δε θα τους περιμένανε, αναζωογονημένοι με νέες ενισχύσεις, και ικανοί, αν όχι να αντισταθούν στον γαλλικό στρατό, τουλάχιστον να τον κρατήσουν σε μια διαρκή κινητικότητα, και να τον υποχρεώσουν να διασκορπίσει τις δυνάμεις του εδώ κι εκεί. Πιο τυχεροί από τους Ρώσσους, δε χρειάστηκε καν να πεθάνουν προτού αναστηθούν.

Η καταστροφική μάχη της Ocaña, στις 19 Νοέμβρη του 1809, ήταν η τελευταία άνιση μάχη που έδωσαν οι Ισπανοί. Από κει και πέρα, περιορίστηκαν στον ανταρτοπόλεμο. Το γεγονός και μόνο της εγκατάλειψης του τακτικού πολέμου δείχνει την εξαφάνιση του εθνικού μπρος στα τοπικά κέντρα της διοίκησης. Όταν οι καταστροφές του τακτικού στρατού έγιναν ο κανόνας, η εμφάνιση των ανταρτών γενικεύθηκε, και το σώμα του λαού, ανακαλώντας με οδύνη τις εθνικές ήττες, ευφράνθηκε απ’ τις τοπικές επιτυχίες των ηρώων του. Στο σημείο αυτό τουλάχιστον, η κεντρική κυβέρνηση μοιράστηκε το λαϊκό συναίσθημα. Πληρέστερες εκτιμήσεις δίνονται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως σχετικά με τους αντάρτες, παρά για την μάχη της Ocaña.

Όπως ο Δον Κιχώτης αντιστεκόταν με τη λόγχη του ενάντια στην πυρίτιδα, έτσι και οι αντάρτες αντιστέκονταν στον Ναπολέοντα, αλλά με διαφορετική επιτυχία.

“Αυτοί οι αντάρτες”, λέει η Αυστριακή Στρατωτική Εφημερίδα (Τόμος 1, 1821), “μεταφέρουν τη βάση τους οπουδήποτε βρίσκονται, στον εαυτό τους, και κάθε επιχείρηση εναντίον αυτής έληγε με την εξαφάνιση του αντικειμένου της”.

Υπάρχουν τρεις περίοδοι στις οποίες μπορεί να διακριθεί η ιστορική εξέλιξη του ανταρτοπολέμου. Στην πρώτη περίοδο ο πληθυσμός ολόκληρων περιοχών παίρνει τα όπλα και σχηματίζει παρτιζάνικες στρατιές, όπως στη Γαλικία και στις Αστούριες. Στη δεύτερη περίοδο, ομάδες ανταρτών σχηματίζονται απ’ τα απομεινάρια του ισπανικού στρατού, από Ισπανούς λιποτάκτες απ’ τον γαλλικό στρατό, από λαθρεμπόρους κλπ. που διεξάγουν τον πόλεμο σαν δικό τους, ανεξάρτητα από κάθε εξωτερική παρέμβαση και σύμφωνα με τα άμεσα συμφέροντά τους. Ευνοικά γεγονότα και περιστάσεις, συχνά φέρνουν ολόκληρες περιοχές στο πλευρό τους. Όσο οι αντάρτες συγκροτούνται, δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη εμφάνιση σαν σώμα, είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνοι για τους Γάλλους. Σχηματίζουν τη βάση ενός πραγματικού εξοπλισμού του λαού. Μόλις παρουσιαστεί μια ευκαιρία, ή μια ανοιχτή επιχείρηση διεξαχθεί, οι πιο ενεργοί και τολμηροί μεταξύ του λαού θα βγουν και θα ενωθούν με τους αντάρτες. Τρέχουν με την πιο ξέφρενη ταχύτητα προς τον εχθρό, ή παίρνουν θέση μάχης, σύμφωνα με το αντικείμενο της επιχείρησης που αναλαμβάνουν. Δεν ήταν ασυνήθιστο να τους δει κανείς να στέκονται έξω μια ολόκληρη μέρα παραμονεύοντας για την εμφάνιση ενός εχθρού, προκειμένου να συλλάβουν έναν αγγελιαφόρο ή να κατάσχουν τις προμήθειές του. Ήταν έτσι που ο νεώτερος Mina συνέλαβε τον αντιβασιλέα της Ναβάρρας, διορισμένο απ’ τον Ιωσήφ Βοναπάρτη, και που ο Julian πήρε κρατούμενο τον διοικητή της πόλης Rodrigo. Μόλις η επιχείρηση ολοκληρώθηκε, ο καθένας πήρε τον δρόμο του, κι ένοπλοι άνδρες φαίνονταν ν’ αποχωρούν προς πάσα κατεύθυνση. Όμως οι σύμμαχοί τους χωρικοί επέστρεψαν ήρεμα στις συνήθεις ασχολίες τους “σαν να μην απουσίασαν ποτέ απ’ αυτές”. Έτσι ήταν που έκλεισε η κυκλοφορία σ’ όλους τους δρόμους και χιλιάδες εχθροί βρέθηκαν επί τόπου, αν και κανείς απ’ αυτούς δεν μπορούσε να αναγνωριστεί. Έτσι κανένας αγγελιαφόρος δεν μπορούσε να μετακινηθεί χωρίς να συλληφθεί. Προμήθειες δεν μπορούσαν να σταλλούν χωρίς να κλαπούν. Εν συντομία, καμμία κίνηση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς να παρακολουθείται από εκατό μάτια. Την ίδια στιγμή, δεν υπήρχαν τα μέσα για ένα συνδυαστικό χτύπημα στη ρίζα αυτού του πράγματος. Οι Γάλλοι ήταν υποχρεωμένοι να είναι διαρκώς οπλισμένοι εναντίον ενός εχθρού που, συνεχώς αποχωρώντας και πάντοτε επανεμφανιζόμενος, κατάφερνε να βρίσκεται παντού χωρίς να γίνεται ορατός, με τα βουνά να παίζουν τον ρόλο άπειρων πέπλων μυστηρίου.

“Δεν ήταν”, λέει ο Αββάς de Pradt “ούτε οι συγκρούσεις ούτε οι αντιπαραθέσεις που εξάντλησαν τα γαλλικά στρατεύματα, αλλά οι αδιάκοπες παρενοχλήσεις ενός αόρατου εχθρού, τον οποίον, εάν καταδίωκαν, αυτός χανόταν μέσα στον λαό, απ’ τον οποίο αμέσως μετά ξεπηδούσε με ανανεωμένες δυνάμεις”. Το λιοντάρι του μύθου που βασανίζεται μέχρι θανάτου από ένα κουνούπι, δίνει μια πραγματική εικόνα της κατάστασης του γαλλικού στρατού”.

Στην τρίτη περίοδο, οι αντάρτες έτειναν προς την κανονικότητα ενός τακτικού στρατού, διόγκωσαν τα σώματά τους σε αριθμούς από 3.000 εώς 6.000 άνδρες, έπαψαν να είναι το ζήτημα ολόκληρων περιοχών, κι έπεσαν στα χέρια μερικών ηγετών, οι οποίοι τους χρησιμοποίησαν κατά πώς συνέφερε τους σκοπούς τους. Αυτή η αλλαγή στο σύστημα των ανταρτών, έδωσε στους Γάλλους, στην αντιπαράθεση μαζί τους, σημαντικά πλεονεκτήματα. Όντας πλέον ανίκανοι, χάρις στον μεγάλο αριθμό τους, να κρυφτούν και να εξαφανιστούν ξαφνικά χωρίς να υποχρεωθούν σε μάχη, όπως έκαναν προηγουμένως, οι αντάρτες πλέον συχνά αιφνιδιάζονταν, ηττούνταν, διασκορπίζονταν, καθίσταντο ανίκανοι να καταφέρουν περαιτέρω παρενοχλήσεις για αρκετό καιρό.

Συγκρίνοντας τις τρεις περιόδους του ανταρτοπολέμου με την πολιτική ιστορία της Ισπανίας, διαπιστώνει κανείς ότι αντιπροσωπεύουν τους σχετικούς βαθμούς στους οποίους το αντεπαναστατικό πνεύμα της κυβέρνησης πετύχαινε να διαβρώνει το πνεύμα του λαού. Αρχίζοντας με την εξέγερση ολόκληρων πληθυσμών, ο παρτιζάνικος πόλεμος στη συνέχεια διεξήχθη από αντάρτικες ομάδες, των οποίων ολόκληρες περιοχές απαρτίζαν τις εφεδρείες τους και και κατέληξαν σε παραστρατιωτικά σώματα ισορροπώντας μεταξύ κλεφτουριάς και καθίζησης σε επίπεδο τακτικού στρατού.

Αποξένωση απ’ την ανώτατη Κυβέρνηση, χαλαρή πειθαρχία, συνεχείς καταστροφές, διαρκής σχηματισμός, αποσύνθεση, κι ανασύνθεση στη διάρκεια των έξι χρόνων του cadrez θα πρέπει να σφράγισαν ανεξίτηλα το σώμα του ισπανικού στρατού με τον χαρακτήρα του πραιτοριανισμού, κάνοντάς τον επίσης έτοιμο να αναλάβει χρέη υποτακτικού ή μπάτσου των αρχηγών του. Οι ίδιοι οι στρατηγοί είχαν αναγκαστικά συμμετάσχει, λογομαχώντας ή μη, ή συνομωτήσει ενάντια στην κεντρική κυβέρνηση, και πάντοτε μετατόπιζαν με το βάρος του ξίφους τους την πολιτική ισορροπία. Ετσι ο Cuesta, που αργότερα φάνηκε να κερδίζει την εμπιστοσύνη της κεντρικής κυβέρνησης με τον ίδιο βαθμό που έχανε τις μάχες της χώρας, είχε ανελιχθεί συνομωτώντας με τον Consejo Real και συλλαμβάνοντας τους βουλευτές της Λεόν στην κεντρική κυβέρνηση. Ο στρατηγός Morla ο ίδιος, μέλος της κεντρικής κυβέρνησης, πέρασε με το στρατόπεδο του Βοναπάρτη, αφού παρέδωσε την Μαδρίτη στους Γάλλους. Ο τραγελαφικός Μαρκήσιος de las Romerias, επίσης μέλος της κυβέρνησης, συνομωτούσε με τον ματαιόδοξο Francisco Palafox, τον ελεεινό Montijo και την ταραχώδη κυβέρνηση της Σεβίλλης εναντίον της κεντρικής κυβέρνησης. Οι στρατηγοί Castaños, Blake, La Bisbal (και O’Donnell) διαπλέκονταν σε διαδοχικές ίντριγκες την εποχή των Cortes ως αντιβασιλείς, και ο Γενικός Διοικητής της Βαλένσια Don Javier Elío, παρέδωσε τελικά την Ισπανία στο έλεος του Φερδινάνδου του Ζ’. Ο πραιτοριανός χαρακτήρας ήταν σίγουρα πιο ανεπτυγμένος μεταξύ των στρατηγών απ’ ότι μεταξύ των στρατιωτών τους.

Απ’ την άλλη, ο στρατός και οι αντάρτες – οι οποίοι δέχθηκαν στη διάρκεια του πολέμου μέρος των αξιωματικών τους, όπως τους Porlier, Lacy, Eroles και Villacampa, από τις τάξεις των διακεκριμένων αξιωματικών του μετώπου, ενώ το μέτωπο μετέπειτα δέχθηκε αντάρτες αρχηγούς όπως οι Mina, Empecinado κ.α. – ήταν η πιο επαναστατικοποιημένη μερίδα της ισπανικής κοινωνίας, στρατολογημένη καθώς ήταν από κάθε στρώμα, συμπεριλαμβανομένης και της περήφανης, φιλόδοξης και πατριωτικής νεολαίας, που ήταν απρόσιτη για την υπνωτική επίδραση της κεντρικής κυβέρνησης, χειραφετημένη απ’ τα δεσμά του απαρχαιωμένου καθεστώτος, εν μέρει, όπως ο Riego, έχοντας επιστρέψει μετά από μερικά χρόνια αιχμαλωσίας στη Γαλλία. Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει η επιρροή που εξασκεί ο ισπανικός στρατός στις επερχόμενες ταραχές, ούτε όταν αναλαμβάνει την επαναστατική πρωτοβουλία, ούτε όταν διαβρώνει την επανάσταση με τον πραιτοριανισμό.

Ως προς τους αντάρτες, είναι προφανές ότι, έχοντας περάσει κάποια χρόνια στο θέατρο αιματηρών συγκρούσεων, σε ένα εύρος μεταβλητών συνηθειών, ενδίδοντας ελεύθερα σ’ όλα τα πάθη και το μίσος τους, την εκδίκηση, την αγάπη της λεηλασίας, είναι αναγκασμένοι, σε καιρούς ειρήνεις, να σχηματίσουν το πιο επικίνδυνο πλήθος, πάντα έτοιμο για ένα νεύμα, στο όνομα του κάθε κόμματος και ιδανικού, να βάλει πλάτη γι αυτόν που θα σταθεί ικανός να τους προσφέρει ικανές ανταμοιβές ή ένα πρόσχημα για λεηλασίες.

Εγχειρίδιο για μια ένοπλη εξέγερση, 1866 – Louis Auguste Blanqui

Πηγή: marxists.org (αγγλική μετάφραση του Andy Blunden, 2003)
Tίτλος πρωτοτύπου: Auguste Blanqui. Instruction pour une prise d’armes, 1866

Ο Λουδοβίκος-Αύγουστος Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, 1805-1881) ήτανε γιός ενός υποέπαρχου της περιοχής της Νίκαιας, στα σύνορα της Γαλλίας με την Ιταλία. Από την εφηβεία του ήδη συμμετείχε σε οδομαχίες στο πλευρό των Καρμπονάρων και ενάντια στην μοναρχία, τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στα μπάχαλα της οδού Saint-Denis το 1827. Στη συνέχεια συμμετείχε στην έκδοση εφημερίδων και στις περισσότερες αντιμοναρχικές “συνωμοσίες” της εποχής. Το 1830 συμμετείχε στην Ιουλιανή Επανάσταση που αποκαθήλωσε τον Κάρολο τον Ί. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Φίλων του Λαού (Amis du Peuple) και την Λίγκας των Δικαίων, που πυροδότησε την εξέγερση του Μάη 1839 στο Παρίσι. Στη συνέχεια ακολουθεί μια μακρά πορεία φυλακίσεων και μια σύντομη απελευθέρωση με την επανάσταση του 1848, που του επέτρεψε και να συνεχίσει τη δράση του πρωτοστατώντας σε ακόμα δυο αποτυχημένες εξεγέρσεις το 1870. Με την ανακήρυξη της Κομμούνας το 1871, οι Κομμουνάροι τον εκλέγουν τιμητικά σε πρόεδρο, ο ίδιος όμως δε θα κατορθώσει να παίξει πραγματικό ρόλο στα γεγονότα, καθώς είχε συλληφθεί λίγες μέρες πριν από τον Θιέρσο. Οι εξεγερμένοι προτείνουν την απελευθέρωση όλων των εθνοφρουρών που κρατούν ομήρους σε αντάλλαγμα για τον Μπλανκί, ωστόσο ο Θιέρσος αρνείται. Ο Μπλανκί θα αποφυλακιστεί τελικά το 1872 βαρυά άρρωστος, για να πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα, χωρίς να σταματήσει στιγμή την επαναστατική προπαγάνδα. Ο Μαρξ θα γράψει πως ο Μπλανκί ήταν ο ηγέτης που έλειπε από την Κομμούνα. Ωστόσο ο Μπλανκί δεν είναι μαρξιστής. Σε αντίθεση με τον Μαρξ, δεν αποδίδει έναν επαναστατικό ρόλο στο προλεταριάτο, καθώς πιστεύει ότι για την επανάσταση αρκεί η κινητοποίηση μιας μειοψηφίας που θα εγκαταστήσει μια προσωρινή δικτατορία με τη βία, ώστε εξολοθρεύοντας όλα τα στοιχεία του παλιού κόσμου, να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός, για τον οποίον, σε αντίθεση με τους Ουτοπιστές Σοσιαλιστές της εποχής, θεωρούσε ότι θα παραχθεί σχεδόν αυτόματα την “επόμενη μέρα”.

Ένας στρατός καθ’ εικόνα και ομοίωση του καπιταλιστικού, για έναν σοσιαλισμό καθ’ εικόνα και ομοίωση του καπιταλισμού.

Αναπόσπαστο μέρος της οπτικής του, οι προτροπές του Μπλανκί για “οργάνωση”, με την έννοια μιας συγκεντρωτικής ιεραρχίας, είναι για τις σημερινές ταραχές εξίσου ξένες όσο και αδιανόητες. Προέρχονται άλλωστε από μια εποχή στην οποία ο αναπτυσσόμενος καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει παράγει κοινωνικά δυο αρκετά σαφή στρατόπεδα: αυτό του κόσμου της εργασίας, των παραγωγών αυτού του κόσμου (και μαζί αρκετών φτωχοδιαβόλων, μικροαπατεώνων κλπ αλλά με μια έστω και περιοδική σχέση με τη χειρωνακτική εργασία και σχεδόν πάντα μια “εργατική ταυτότητα” που αναπτύσσεται σε μια “δική της” οριοθετημένη χωροταξία και κουλτούρα, στις εργατικές γειτονιές, στις μπυραρίες, στα λαϊκά τραγούδια, στη γλώσσα, στην ενδυμασία κλπ), κι απ’ την άλλη τα “παράσιτα”: Μονάρχες, ευγενείς, πλουσίους που διακρίνονται απ’ τους φτωχούς απ’ το γεγονός ότι κατέχουν τα μέσα παραγωγής, κι άρα απομυζούν ένα μέρος της εργασία τους. Για ένα μεγάλο μέρος του επαναστατικού κινήματος της εποχής, η προλεταριακή δικτατορία δεν μπορεί να στόχευε λοιπόν παρά στην -με τα όπλα των αφεντικών, την εργασιακή πειθαρχία και τα τεχνολογικά θαύματα- αφαίρεση αυτής της παρασιτικής κάστας, που συχνά (όπως καλή ώρα στη Γαλλία) ήταν εμφανώς ανίκανη να διαχειριστεί την ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων, και την ακόλουθη αυτοδιαχείριση αυτού του κόσμου από τους ίδιους τους εργάτες (που άλλωστε ήταν κι αυτοί που τον παρήγαγαν). Κόσμος υλικός, συναισθηματικός κλπ που ακόμα δεν είχε αποικιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό απ’ το κεφάλαιο, με αποτέλεσμα ο εργάτης, φεύγοντας για παράδειγμα απ’ την εργασία του, να έχει ακόμα μέρη και τρόπους μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο όπου μπορούσε να νιώσει “ο εαυτός του”, ανθρώπινος. Πρόκειται για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο του παλιού επαναστατικού κινήματος που αντιμετωπίζει την επανάσταση ως στρατιωτική επικράτηση ενός (προλεταριακού) στρατού επί ενός άλλου (αστικού) για τον έλεγχο της παραγωγής, που σε περίπτωση νίκης, περνάει ως έχει στον νικητή (κι άρα δε χρειάζεται να “σπάσει ούτε τζάμι”). Η τελευταία μαζική αναλαμπή του παλιού κινήματος και της ιδέας που είχε για την επανάσταση αντοπίζεται στην Ισπανία του 1934-36. Έκτοτε, η καθολική υπαγωγή στο Κεφάλαιο και η συνακόλουθη γενίκευση της αλλοτρίωσης, αλλά και η εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων και του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας, έχουν καταστήσει κάθε τέτοια οπτική έναν αρχαϊσμό γραφικών κομμάτων κι αποκομμάτων σε κρίση ταυτότητας. Σε αντίθεση με την εποχή του Μπλανκί, σήμερα δεν υπάρχει τίποτα που να θέλουμε να διαχειριστούμε, τίποτα που να θέλουμε να διατηρήσουμε.

Εγχειρίδιο για μια ένοπλη εξέγερση – Auguste Blanqui

Ι. Προετοιμασία

Το πρόγραμμα αυτό είναι καθαρά στρατιωτικό και αφήνει κατά μέρους το πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, για το οποίο δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος: πέραν αυτού, περιττό να πούμε ότι η επανάσταση οφείλει (να εργαστεί αποτελεσματικά ενάντια στην τυραννία του κεφαλαίου και) να ανασυγκροτήσει την κοινωνία στη βάση της δικαιοσύνης.

Μια εξέγερση στο Παρίσι που θα επαναλάβει τα ίδια παλιά λάθη δεν έχει σήμερα ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας. Το 1830, η θέρμη του λαού και μόνον, ήταν ικανή να γονατίσει μια εξουσία αιφνιδιασμένη και τρομοκρατημένη από μια ένοπλη εξέγερση, ένα γεγονός εξαιρετικό, που συνέβαινε μία φορά στο εκατομμύριο.

Αυτό από μόνο του αρκούσε για τότε. Το μάθημα το πήρε η κυβέρνηση, που παρέμεινε μοναρχική κι αντεπαναστατική, παρόλο που ήρθε ως αποτέλεσμα της επανάστασης. Άρχισε να μελετά τις οδομαχίες, και η φυσική ανωτερότητα της τεχνικής και της πειθαρχίας επί της απειρίας και της σύγχυσης σύντομα αποκαταστάθηκε ξανά.

Ωστόσο, θα ειπωθεί ότι το 1848 ο λαός θριάμβευσε επιστρατεύοντας τις μεθόδους του 1830. Ας είναι. Αλλά ας μην τρέφουμε αυταπάτες! Η νίκη του Φεβρουαρίου [1848] δεν ήταν παρά μια εύνοια της τύχης. Αν ο Λουδοβίκος-Φίλιππος είχε υπερασπιστεί στα σοβαρά τον εαυτό του, η υπεροχή θα είχε παραμείνει στην μεριά των ενστόλων.

Απόδειξη: οι μέρες του Ιουνίου. Εκεί είναι που μπορεί να δει κανείς πόσο καταστροφικές ήταν οι τακτικές, ή μάλλον η απουσία κάθε τακτικής απ’ την εξέγερση. Ποτέ δεν είχαμε τόσο ευνοϊκή θέση, οι πιθανότητες μας ήταν δέκα εναντίον μιας. Απ’ την μια πλευρά, η Κυβέρνηση σε πλήρη διάλυση, το ηθικό του στρατεύματος παραλυμένο. Απ’ την άλλη, όλοι οι εργάτες ήταν αποφασισμένοι και σχεδόν βέβαιοι για την επιτυχία. Γιατί υπέκυψαν; Λόγω της έλλειψης οργάνωσης. Για να κατανοήσουμε την ήττα τους, αρκεί να αναλύσουμε τη στρατηγική τους.

Ο ξεσηκωμός ξεσπά. Άμεσα, στις εργατικές γειτονιές, τα οδοφράγματα στήνονται εδώ κι εκεί, στην τύχη, σ’ ένα σωρό σημεία. Πέντε, δέκα, είκοσι, τριάντα, πενήντα άνδρες, που βρέθηκαν μαζί τυχαία, οι περισσότεροι άοπλοι, ξεκινούν να αναποδογυρίζουν άμαξες, να ξηλώνουν πλάκες και να τις σωριάζουν μπλοκάροντας τους δρόμους, μερικές φορές στην μέση ενός δρόμους, πιο συχνά στις διασταυρώσεις. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα φράγματα δε θα αποτελέσουν σοβαρό εμπόδιο για το ιππικό.

Μερικές φορές, μετά το αμήχανο ξεκίνημα της προετοιμασίας της άμυνάς τους, οι χτίστες των οδοφραγμάτων αποχωρούν προς αναζήτηση τουφεκιών και πυρομαχικών. Τον Ιούνιο, μπορούσε να μετρήσει κανείς περισσότερα από εξήντα οδοφράγματα. Περίπου τριάντα απ’ αυτά μόνα τους σήκωναν τον φόρτο της μάχης. Απ’ τα υπόλοιπα, δεκαεννιά ή είκοσι δεν έριξαν ούτε έναν πυροβολισμό. Απο κει, ένδοξες εφημερίδες κάναν μπόλικο θόρυβο για τη διάλυση πενήντα οδοφραγμάτων, όταν πια δεν είχε μείνει ούτε ψυχή σ’ αυτά.

Ενώ μερικοί ξήλωναν τις πλάκες απ’ τους δρόμους, άλλες μικρές παρέες αφόπλιζαν τα σώματα της φρουράς ή απαλλοτρίωναν μπαρούτι και όπλα απ’ τα οπλοστάσια. Όλα αυτά γίνονταν χωρίς κανέναν συντονισμό ή οδηγία, στο έλεος της ατομικής φαντασίας. Λίγο-λίγο όμως, ένας αριθμός οδοφραγμάτων, τα ισχυρότερα, τα ψηλότερα, τα καλύτερα χτισμένα, διαλέχτηκαν απ’ τους υπερασπιστές τους που συγκεντρώθηκαν σ’  αυτά. Δεν ήταν προϊόν υπολογισμών αλλά της τύχης που διάλεξε την τοποθεσία αυτών των βασικών οχυρώσεων. Μόνο λίγα απ’ αυτά, χάρις σ’ ένα είδος στρατιωτικής  έμπνευσης παρά αρχικού σχεδιασμού, καταλαμβάνουν τις μεγάλες διασταυρώσεις.

Στη διάρκεια αυτής της πρώτης περιόδου της εξέγερσης, τα στρατεύματα, απ’ την πλευρά τους συγκεντρώθηκαν. Οι στρατηγοί πήραν και μελέτησαν τις αστυνομικές αναφορές. Πρόσεξαν ιδιαίτερα να μην αφήσουν τα αποσπάσματά τους να περιπλανώνται έξω χωρίς αδιαμφισβήτητα στοιχεία, φοβούμενοι την παραμικρή αποτυχία που θα έριχνε το ηθικό των στρατιωτών. Μόλις κατάφεραν να προσδιορίσουν τις θέσεις των εξεγερμένων, παρέταξαν τις διμοιρίες τους σε διάφορα σημεία που θα συνιστούσαν στο εξής τη βάση των επιχειρήσεών τους.

Και οι δυο στρατιές έχουν λάβει θέση. Ας ρίξουμε μια ματιά στους χειρισμούς τους. Εδώ θα φανεί απογυμνωμένη η ανικανότητα των λαϊκών τακτικών, η αδιαμφισβήτητη αιτία της καταστροφής. Δεν υπήρχε καμμία κατεύθυνση ούτε γενικός έλεγχος, ούτε καν ένας συντονισμός μεταξύ των μαχητών. Κάθε οδόφραγμα είχε μια συγκεκριμένη ομάδα, περισσότερο ή λιγότερο μεγάλη, αλλά πάντοτε απομονωμένη. Είτε επρόκειτο για δέκα ή εκατό άνδρες, δεν είχε καμμία επικοινωνία με τις άλλες θέσεις. Συχνά δεν υπήρχε καν ένας ηγέτης να κατευθύνει την άμυνα, κι αν υπήρχε, η επιρροή του ήταν μηδαμινή. Οι μαχητές κάνουν ό,τι τους κατεβεί στο μυαλό. Μένουν, φεύγουν, επιστρέφουν, ανάλογα με τα κέφια τους. Το βράδυ, πηγαίνουν για ύπνο.

Συνέπεια αυτών των συνεχών πηγαινέλα, ο αριθμός των πολιτών που παραμένουν στα οδοφράγματα μπορεί να πέφτει ταχύτατα κατά ένα τρίτο, το ήμισυ ή και τα τρία τέταρτα των αρχικών. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίζει σε κανέναν. Απ’ αυτό μεγαλώνει η δυσπιστία απέναντι στην ίδια την ικανότητά τους να κερδίσουν, κι έτσι αποθαρρύνονται.

Δεν μαθαίνεται τί γίνεται αλλού και κανείς δεν κάνει τον κόπο να ψάξει να μάθει. Μόνο φήμες κυκλοφορούν, μερικές μελανές, άλλες ρόδινες. Ακούν χαλαρά τα κανόνια και την πυρίτιδα, ενώ πίνουν στα κρασοπουλειά. Όσο για την αποστολή βοήθειας σε θέσεις που δέχονται επίθεση, δεν υπάρχει καν σαν σκέψη. “Ας υπερασπιστεί ο καθένας το πόστο του, κι όλα θα πάνε καλά”, λένε οι ισχυρότεροι. Αυτή η μοναδική συλλογιστική προκύπτει επειδή η πλειοψηφία των εξεγερμένων πολεμάνε στις γειτονιές τους, ένα πρωτεύον σφάλμα με καταστροφικές συνέπειες, επιφέροντας ιδιαίτερα την αποκήρυξη απ’ τους γείτονές τους, μετά την ήττα.

Μ’ ένα τέτοιο σύστημα, η ήττα είναι βέβαια. Έρχεται στο τέλος, στο πρόσωπο των δυο ή τριών διμοιριών που θα την πέσουν στο οδόφραγμα συντρίβοντας τους λίγους εναπομείναντες υπερασπιστές του. Ολόκληρη η μάχη γίνεται η μονότονη επανάληψη αυτής της αμετάβλητης σκηνής. Ενώ οι εξεγερμένοι καπνίζουν τις πίπες τους πίσω από σωρούς λίθων, ο εχθρός επιτυχώς συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις του εναντίον ενός σημείου, κι έπειτα ενός δεύτερου, ενός τρίτου, τέταρτου, εξολοθρεύοντας σταδιακά την εξέγερση κομμάτι-κομμάτι.

Οι μαχητές του λαού δεν φρόντισαν να ανταπεξέλθουν σ’ αυτό το εύκολο καθήκον. Κάθε ομάδα περιμένει τη σειρά της με ματαιότητα, και δεν αποτολμά να τρέξει προς βοήθεια μιας γειτονικής που κινδυνεύει άμεσα. Όχι! “ο καθένας υπερασπίζεται το πόστο του, δεν μπορούμε να εγκαταλείπουμε τα πόστα μας”. Έτσι χάνει κανείς μέσω της αφέλειας!

Όταν, χάρις σε τέτοια σοβαρά λάθη, η μεγάλη Παρισινή εξέγερση του 1848 τσακίστηκε σαν από γυαλί, απ’ την πιο αξιολύπητη των κυβερνήσεων, πόσο μεγάλη καταστροφή διακινδυνεύουμε ξεκινώντας ξανά με την ίδια ανοησία, εν όψει ενός βάρβαρου μιλιταρισμού που πλέον έχει στην υπηρεσία του τα πρόσφατα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας: σιδηροδρόμους, ηλεκτρικό τηλέγραφο, μυδραλιοβόλα, τουφέκια;

Για παράδειγμα, κάτι που δε θα έπρεπε να υπολογίζουμε τόσο στις νέες προόδους του εχθρού είναι οι στρατηγικοί οδικοί άξονες που πλέον προεκτείνουν την πόλη προς κάθε κατεύθυνση. Εμπνέουν φόβο, αλλά άδικα. Δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούμε απ’ αυτούς. Μακράν του να αποτελούν έναν κίνδυνο για την εξέγερση, όπως νομίζουν οι άνθρωποι, αντιθέτως προσφέρουν ένα μείγμα πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων καί για τις δυο πλευρές. Εάν τα στρατεύματα κυκλοφορούν σ’ αυτούς με μεγαλύτερη ευκολία, απ’ την άλλη είναι πολύ πιο ανοιχτά εκτεθειμένοι. Τέτοιοι δρόμοι είναι άχρηστοι όταν πέφτει πυρ. Επιπλέον, τα μπαλκόνια αποτελούν μίνι-πολεμίστρες, παρέχοντας μια γραμμή πυρός απ’ τους εξώστες τους, που τα συνηθισμένα παράθυρα δεν προσφέρουν. Τέλος, αυτές οι μακρές ευθείες λεωφόροι αξίζουν πλήρως το όνομα βουλεβάρδα που τους έχει δωθεί [στμ. απ’ το φλαμανδικό bolwerk=οχυρό]. Πρόκειται όντως για πραγματικά οχυρά, τα οποία συνιστούν φυσικό σύνορο μιας τεράστιας ισχύος.

Το κατ’ εξοχήν όπλο στις οδομαχίες είναι το αυτόματο. Τα κανόνια κάνουν πιο πολύ φασαρία παρά φέρνουν αποτέλεσμα. Το πυροβολικό μπορεί να επιφέρει σοβαρές ζημιές μόνο με τη χρήση εμπρηστικών πυρών. Όμως μια τέτοια ακρότητα, αν εφαρμοστεί συστηματικά σε μεγάλη κλίμακα, θα στραφεί γρήγορα εναντίον των φορέων της και θα συμβάλει στην ήττα τους.

Η χειροβομβίδα, την οποία η άνθρωποι έχουν την κακή συνήθεια να αποκαλούν βόμβα, είναι γενικά δευτερεύουσας σημασίας, και υπόκειται σε ένα σωρό μειονεκτήματα. Απαιτεί μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας επιφέροντας τελικά περιορισμένο αποτέλεσμα, είναι αρκετά δύσκολη στον χειρισμό, δεν έχει εμβέλεια, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο από παράθυρα. Οι πέτρες απ’ το λιθόστρωτο κάνουν σχεδόν την ίδια ζημιά, χωρίς να είναι τόσο δαπανηρές. Οι εργάτες δεν έχουνε χρήμα για πέταμα.

Για το εσωτερικό των σπιτιών, το περίστροφο και η ξιφολόγχη, το σπαθί, το ξίφος και ο σουγιάς. Για τις επαύλεις, ένα κοντάρι ή ένας πέλεκυς 8 πόδων θα θριαμβεύσει επί της ξιφολόγχης. Ο στρατός δεν έχει παρά δύο σπουδαία πλεονεκτήματα επί του λαού. Γρήγορα επαναγεμιζόμενα τουφέκια και οργάνωση. Αυτό το τελευταίο ειδικά είναι τεράστιο, ακαταμάχητο. Ευτυχώς, είναι εφικτό να στερηθεί αυτό το πλεονέκτημά του, και σ’ αυτήν την περίπτωση η τύχη περνά με το μέρος της εξέγερσης.
Στις αστικές ταραχές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι στρατιώτες προελαύνουν με μόνα όπλα το μίσος, την ισχύ και το μπράντυ. Θα προτιμούσαν να βρίσκονται κάπου αλλού, και συχνά κοιτούν περισσότερο πίσω παρά μπροστά. Όμως ένα σιδερένιο χέρι τους κρατά σα σκλάβους και θύματα μιας ανελέητης πειθαρχίας. Χωρίς καμμιά συμπάθεια για την εξουσία, υπακούν μόνο από φόβο και στερούνται κάθε πρωτοβουλίας. Ένα απόσπασμα που απομονώνεται είναι ένα απόσπασμα χαμένο. Οι διοικητές τους το γνωρίζουν, και ανησυχούν πάνω απ’ όλα για το πώς θα κρατήσουν την επικοινωνία μεταξύ όλων των δυνάμεών τους. Αυτή τους η ανάγκη και μόνο ακυρώνει πρακτικά ένα μέρος της δυναμικής τους.

Στις γραμμές του λαού, δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Εκεί κανείς μάχεται για μια ιδέα. Εκεί μόνο εθελοντές μπορούν να βρεθούν, κι αυτό που τους καθοδηγεί είναι ο ενθουσιασμός, όχι ο φόβος. Ανώτεροι του αντιπάλου στην αφοσίωση, και πολύ περισσότερο δε στην νοημοσύνη. Έχουν το πάνω χέρι ηθικά και ακόμα και σωματικά, στην προσήλωση, στη δύναμη, τη χρήση των εφοδίων, την ετοιμότητα των σωμάτων και του πνεύματος, έχουν ταυτόχρονα το μυαλό και την καρδιά. Κανένας στρατός στον κόσμο δεν μπορεί να σταθεί απέναντι σ’ αυτούς τους εξαιρετικούς ανθρώπους.

Οπότε, τί είναι αυτό που τους λείπει προκειμένου να θριαμβεύσουν. Τους λείπει η ενότητα και η συνοχή που, καθώς όλοι τους συνεισφέρουν στον ίδιο στόχο, αναδεικνύει όλα εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που η απομόνωση καθιστά αδύναμα. Τους λείπει η οργάνωση. Χωρίς αυτήν, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Η οργάνωση είναι νίκη, το ξεχαρβάλωμα είναι θάνατος.

Ο Ιούνιος του 1848 κατέστησε αυτήν την αλήθεια πέραν κάθε αμφισβήτησης. Πώς έχουν τα πράγματα σήμερα; Με τις παλιές μεθόδους, ολόκληρος ο λαός θα υποταχθεί εάν ο στρατός αποφασίσει να κρατήσει, και θα το κάνει, όσο βλέπει εναντίον του μόνον άτακτες δυνάμεις, χωρίς διεύθυνση. Απ’ την άλλη, και μόνον η θέα μιας Παρισινής στρατιάς σε οργανωμένη διάταξη που να επιχειρεί με τάξη, θα παρέλυε τους στρατιώτες και θα τους έκανε να εγκαταλείψουν κάθε αντίσταση.

Μια στρατιωτική οργάνωση, ειδικά όταν πρέπει να στηθεί επί τόπου στο πεδίο της μάχης, δεν είναι μικρή υπόθεση για το κόμμα μας. Προϋποθέτει έναν στρατιωτικό διοικητή και, μέχρις ένός βαθμού, τη συνήθη σειρά αξιωματικών κάθε βαθμίδας. Πού μπορεί να βρεθεί αυτό το προσωπικό; Οι επαναστάτες και σοσιαλιστές της μεσαίας τάξης είναι σπάνιοι και οι λίγοι που υπάρχουν πολεμούν μόνο στον πόλεμο του κονδυλοφόρου. Αυτοί οι κύριοι φαντάζονται ότι μπορούν να φέρουν τα πάνω κάτω με τα βιβλία τους και τις εφημερίδες τους, και για εξήντα χρόνια τώρα λερώνουν χαρτιά ως εκεί που φτάνει το μάτι, χωρίς να κουράζονται ποτέ απ’ τις δυσκολίες τους. Με μια υπομονή γαϊδουριού υφίστανται τα χαστούκια, τις σπιρουνιές, τις καμτσικιές, χωρίς ποτέ να κλωτσήσουν πίσω! Ανάθεμά τους! Να επιστρέψουν τα χτυπήματα; αυτά είναι για τους ανεγκέφαλους.

Αυτοί οι ήρωες του μελανοδοχείου έχουν κάνει επάγγελμα την ίδια περιφρόνηση για το σπαθί με αυτήν των αξιωματικών για το ψωμί και το βούτυρο. Δεν φαίνεται να υποπτεύονται ότι η ισχύς είναι η μόνη εγγύηση της ελευθερίας. Ότι οι άνθρωποι είναι σκλάβοι οπουδήποτε οι πολίτες δεν κατέχουν την τέχνη του πολέμου και παρατούν το προνόμιο αυτό σε μια κάστα ή σε ένα κυβερνητικό σώμα.

Στις δημοκρατίες της αρχαιότητας, μεταξύ των Ελλήνων και των Ρωμάιων, όλοι γνώριζαν και εφάρμοζαν την τέχνη του πολέμου. Ο επαγγελματίας στρατιώτης ήταν ένα άγνωστο είδος. Ο Κικέρων ήταν στρατηγός, ο Καίσαρ δικηγόρος. Βγάζοντας την τόγκα και φορώντας τη στολή, ξεκίνησαν ως ταξίαρχοι ή λοχαγοί και διέπρεψαν. Όσο δεν μαθαίνουμε απ’ αυτούς στη Γαλλία, θα παραμείνουμε πολίτες στο έλεος της κάστας των αξιωματικών.

Εκατοντάδες μορφωμένων νέων, της εργατικής τάξης ή αστοί δεινοπαθούν κάτω από έναν μισητό ζυγό. Για ν’ απαλλαγούν απ’ αυτόν, σκέφτονται άραγε να πάρουν το σπαθί; Όχι! τον κονδυλοφόρο, πάντοτε τον κονδυλοφόρο, μόνο τον κονδυλοφόρο. Γιατί το ένα και όχι το άλλο, όπως απαιτεί το καθήκον ενός δημοκράτη; Σε καιρούς τυραννίας, το να γράφεις είναι καλό, το να πολεμάς είναι όμως καλύτερο, όταν ο σκλαβωμένος κονδυλοφόρος παραμένει ανίσχυρος. Μα και βέβαια όχι! Θα δημοσιεύσουν ένα φυλλάδιο, έπειτα θα μπουν φυλακή, όμως δε θα σκεφτούν ποτέ να ανοίξουν ένα εγχειρίδιο στρατιωτικών τακτικών, να μάθουν σ’ ένα εικοσιτετράωρο την τέχνη που αποτελεί όλη τη δύναμη των καταπιεστών μας, και που στα χέρια μας θα φέρει την εκδίκηση και την τιμωρία τους.

Όμως πού οφελούν αυτές οι διαμαρτυρίες; είναι η ανόητη πρακτική των καιρών μας να κλαψουρίζουμε για κάτι αντί να κάνουμε κάτι δραστικό γι’ αυτό. Οι Ιερεμιάδες είναι της μόδας [στμ: θρηνητικές προφητείες του προφ. Ιερεμία για την άλωση της Ιερουσαλήμ και τα δεινά της Ιουδαίας]. Οι Ιερεμίες παίρνουν κάθε πιθανή πόζα, κλαίνε, γκρινιάζουν, δογματίζουν, προστάζουν, κεραυνοβολούν, είναι η υπέρτατη πανούκλα. Ας αφήσουμε αυτούς τους συκοφάντες, τους νεκροθάφτες της ελευθερίας! Το καθήκον ενός επαναστάτη είναι να πολεμά, να πολεμά όπου βρεθεί, να πολεμά μέχρι θανάτου.

Λείπουν λοιπόν τα στελέχη για τον σχηματισμό ενός στρατού; Eh bien! Θα πρέπει να αυτοσχεδιάσουμε επί τόπου τότε, πάνω στη δράση. Ο λαός του Παρισιού θα μας δώσει όλα τα στοιχεία, πρώην στρατιώτες, απόστρατους εθνοφρουρούς. Η σπάνη τους θα μας αναγκάσει να μειώσουμε στο ελάχιστο τον αριθμό των αξιωματικών. Δεν έχει σημασία όμως. Ο ζήλος, η θέρμη, η ευφυία των εθελοντών, θα υπερκαλύψουν αυτό το κενό.

Το βασικό μας μέλημα είναι η οργάνωση. Αρκετά μ’ αυτά τα άτακτα ξεσπάσματα, με δέκα χιλιάδες μεμονωμένα κεφάλια, να δρουν στην τύχη, σε πλήρη αταξία, χωρίς κανέναν συνολικό σχηματισμό, ο καθένας στην περιοχή του και σύμφωνα με τα καπρίτσια του! Αρκετά μ’ αυτά τα απερίσκεπτα και κακοφτιαγμένα οδοφράγματα, που σπαταλούν τον χρόνο, επιβαρύνουν την κίνηση και μπλοκάρουν την κυκλοφορία, που δεν είναι λιγότερο απαραίτητη στην μια πλευρά απ’ ότι στην άλλη. Όσο και ο στρατός, οι Δημοκράτες χρειάζονται επίσης την ελευθερία κινήσεων.

Αρκετά με τα άχρηστα πηγαινέλα, γύρω-γύρω, βαριεστημένα! Κάθε λεπτό και κάθε βήμα είναι εξίσου πολύτιμο. Πάνω απ’ όλα, να μην αποκλειστούμε στην περιοχή μας όπως προς μεγάλη ζημία τους πάντα κατάφερναν να κάνουν οι εξεγέρσεις. Αυτή η εμμονή, αφού προκαλέσει την ήττα, διευκολύνει τον εντοπισμό και τις συλλήψεις.

Πρέπει να γιατρευτούμε απ’ αυτό διαφορετικά δεν υπάρχει παρά η καταστροφή.

Ζήτω η επανάσταση του 1834 – Λέσχη ‘Νδρεδικής Λογοτεχνίας

Ζήτω η επανάσταση του 1834

Από τις 30 Απρίλη του 1834 και για περίπου έναν μήνα τράβηξε η δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και άλλων ταραχοποιών στοιχείων της εποχής, για “συνωμοσία επί σκοπώ του να ταράξουν την κοινήν ησυχίαν, και καταφέρουν τους υπηκόους της Α.Μ. εις την ληστείαν και τον εμφύλιον πόλεμον, και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα, και υπογραψάντων εις Τριπολιτσάν περί τα τέλη Ιουλίου του αυτού έτους αναφοράν προς ξένην δύναμιν και παρακινησάντων και άλλους υπηκόους της Α.Μ. να υπογράψουν επί σκοπώ καταργήσεως της Υψηλής Αντιβασιλείας, ήγουν του καθεστώτος πολιτεύματος“. Η κατηγορία μοιάζει περίεργη καθώς αφορά τον “αρχιστράτηγο” της επανάστασης του 1821, καταξιωμένο μέσω μιας σειράς στρατιωτικών νικών που ωστόσο δε στάθηκαν ικανές να εξασφαλίσουν μια επιτυχία της επανάστασης, που πολύ γρήγορα απώλεσε κάθε κοινωνικό ανατρεπτικό περιεχόμενο (“Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν, και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν… Ο κόσμος να γλυτώση, απ’ αύτην την πληγή, κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη“) για να καταλήξει στην εδραίωση μιας νέας εξουσίας μέσω ασκήσεων εθνοκάθαρσης, με αποκορύφωμα την άλωση της Τριπολιτσάς, στο πλιάτσικο της οποίας ο Κολοκοτρώνης επίσης διέπρεψε. Συνέπεια αυτής της συρρίκνωσης της επαναστατικής διαδικασίας και προκειμένου να “εξασφαλιστεί” η έκβαση της “επανάστασης”, χωρίς επανάσταση, μέσω μιας πολεμικής ανάμειξης των “Μεγάλων Δυνάμεων” (όχι πολύ διαφορετικής απ’ τη σημερινή στη Λιβύη) ήταν και η βαυαροκρατία ως επιβεβλημένη κρατική ρύθμιση των ανταγωνισμών μεταξύ των διαφόρων φατριών που εποφθαλμιούσαν την εξουσία (και είχαν οδηγήσει ήδη σ’ έναν εμφύλιο στα 1825) και των προστατιδών “Μεγάλων Δυνάμεων” με τις οποίες η καθεμιά ταύτιζε τα συμφέροντά της. Το σύρσιμο ενός παλιού αγωνιστή ευρείας αποδοχής όπως ο Κολοκοτρώνης στα δικαστήρια, δεν ήταν απλά μια ευνοϊκή κίνηση προς τα αγγλικά συμφέροντα εις βάρος των ρωσσικών που μάλλον εξέφραζε, αλλά και μια σαφής προειδοποίηση προς κάθε οπλαρχηγό -και όχι μόνο- που ενδεχομένως ν’ αμφισβητούσε το ποιός έχει πλέον το κουμάντο.

Η καταδίκη εις θάνατον του Κολοκοτρώνη (μετατράπηκε στη συνέχεια σε ισόβια κάθειρξη), ήταν ταυτόχρονα και μια ταπείνωση όλων των παλιών αγωνιστών της επανάστασης που τέθηκαν μετεπαναστατικά στο περιθώριο και πολλοί μάλιστα ξανά στην παρανομία, αυτή τη φορά απέναντι στη ελληνική χωροφυλακή και μετέπειτα την αστυνομία, σε μια γραμμή παράλληλη προς τους κοινωνικούς αγώνες, που περνάει απ’ τον Νταβέλη και φτάνει μέχρι τις μέρες μας με τους Παλαιοκωσταίους. Εκτός απ’ την οργή των περιφρονημένων οπλαρχηγών όμως (υπό το πρίσμα και της δημιουργίας μισθοφορικού στρατού από Γερμανούς και τον αποκλεισμό έτσι απ’ το στρατιωτικό εισόδημα των παραδοσιακά μωραϊτικων οικογενειών) υπήρχαν και μιά σειρά κοινωνικών συνθηκών. Η βαυαρική συγκεντρωτική νομοθεσία που καταργούσε τις παραδοσιακές μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης και αστικοποιούσε το κοινωνικό υλικό εξαθλιώνοντας τους αγρότες και υποτάσσοντας την ύπαιθρο στην πόλη, η ληστρική φορολογία (25-35% αντί της οθωμανικής δεκάτης=10%), τα επαχθή δάνεια του 1824-5 και 1832 και η ακρίβεια, ενέτειναν τον αναβρασμό.

Οι παλιοί αγωνιστές φίλοι και συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δεμένοι μεταξύ τους με σχέσεις συμπολεμιστή, ήταν και που αποτέλεσαν τη σπίθα της επανάστασης του 1834, που ξέσπασε τέλη Ιουλίου στην Μεσσηνία. Τοποθεσία καθόλου τυχαία, μιας και τα αρβανίτικα Σουλιμοχώρια της, αποτελούσαν τα “Εξάρχεια” της εποχής, με τους στρατιωτικο-κοινωνικά αυτοδιοικούμενους΄Νδρέδες να βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τις οθωμανικές αρχές κρατώντας μακριά τους εντεταλμένους τους, κάτι που εξασφάλιζε παραδοσιακά ένα είδος “άσυλου” στα χωριά τους για τους κάθε φυλής και θρησκείας καταδιωγμένους απ’ τον νόμο.

Απεφασίσαμε, να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνάμεως, του μόνου και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιεζομένου λαού

Ο Γιαννάκης Γκρίζαλης κι ο πεθερός του Μητρο-Πέτροβας, ο Μήτρος κι ο Κόλιας Πλαπούτας, ο Νικήτας Ζερμπίνης (ανηψιός του Κολοκοτρώνη) κι ο Αναστάσης Τζαμαλής μαζεύοντας μικρές δυνάμεις παλιών αγωνιστών κηρύσσουν την επανάσταση στα Σουλιμοχώρια, με μια προκήρυξη στην οποία πρωτοεμφανίζονται με επιθετικό τρόπο κοινωνικές διεκδικήσεις στο ελληνικό κράτος, ενάντια στην καταπίεση, τη ληστρική φορολογία, την απουσία Συντάγματος, τις καταχρήσεις της εξουσίας και την εξαθλίωση του λαού, αλλά και θρησκευτικές, που αντανακλούσαν σ’ έναν βαθμό τη λαϊκή καχυποψία απέναντι στους Βαυαρούς. Η εξέγερση ξεκινά απ’ τον παλιό οπλαρχηγό της επανάστασης Ασημάκη Σεργιόπουλο, ενώ οι δυνάμεις των εξεγερμένων περνούν από χωριό σε χωριό, καταλύοντας τις τοπικές αρχές και παίρνοντας με το μέρος τους οπλισμένους χωρικούς. Οι εξεγερμένοι μπαίνουν την νύχτα στα χωριά και κρύβονται σε σπίτια συμπαθούντων, ενώ την άλλη μέρα ενώνονται με τις δυνάμεις των οπλαρχηγών που καταλαμβάνουν τα χωριά και καταλύουν τις κρατικές αρχές, με την ίδια τακτική που θα επιστρατεύσουν στα 1877 στο Gallo και στα χωριά του Benevento στην Ιταλία οι αναρχικοί της “προπαγάνδας της πράξης” (Cafiero, Malatesta και λίγες δεκάδες ακόμα), πριν η φράση αυτή ταυτιστεί με τις απελπισμένες ατομικές πράξεις αντίδρασης που ακολούθησαν την καταστολή αυτού του κινήματος.

Την Κυριακή 29 Ιούλη, οι δυνάμεις του Γκρίζαλη μπαίνουν στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία), διοικητικό κέντρο της εποχής και απαγάγουν τον Νομάρχη, τον στρατιωτικό διοικητή και τον έφορο παίρνοντάς τους μαζί τους πίσω στα Σουλιμοχώρια. Στην Κυπαρισσία καταργούνται όλα τα κρατικά όργανα και αντικαθίστανται από μια αιρετή κι άμεσα ανακλητή επιτροπή. Το ίδιο σκηνικό αναφέρεται απ’ τον έπαρχο Ολυμπίας Λ. Κρεστενίτη για όλα τα χωριά της περιοχής.

Ο 83χρονος Μητρο-Πέτροβας καταλαμβάνουν με τον Τζαμαλή την Μεσσήνη που εγκαταλείπουν άρον-άρον οι κυβερνητικοί. Οι Πλαπουταίοι με τον Ζερμπίνη αφού ταπείνωσαν δυνάμεις της χωροφυλακής στον Αλφειό, μπαίνουν στην Ανδρίτσαινα και συλλαμβάνουν τον μοίραρχο, ενώ μετά από εξέγερση των γύρω χωριών, περνάει στα χέρια των επαναστατών και η Μεγαλόπολη. Η Ανδρούσα πέφτει χωρίς αντίσταση, και λεηλατείται η έπαυλη του τοπικού δικαστή. Στον Ασλαναγά, οι κάτοικοι διώχνουν τα κυβερνητικά στρατεύματα και υποδέχονται τους εξεγερμένους. Στο Δερβούνι, στρατιώτες που είχαν σταλεί να πολιορκήσουν το χωριό, στρέφονται ενάντια στους αξιωματικούς τους και περνούν με το μέρος των εξεγερμένων που καταφθάνουν από παντού.

Στις 4 Αυγούστου, οι κάτοικοι της Δημητσάνας παρακούν τις στρατιωτικές εντολές οχύρωσης της πόλης τους εναντίον των εξεγερμένων “που θα έρθουν και θα σας λεηλατήσουν το βιός” (τα μαγαζιά τότε δεν ήταν τόσο πολλά όσο εν έτει 2008) και κυνηγούν τους τοπικούς άρχοντες μέχρι την Τρίπολη.

Η Κυβέρνηση της αντιβασιλείας υπό την προεδρία του Κωλέττη κινήθηκε όμως αποτελεσματικά. Εξασφάλισε τα νώτα της, παραχωρώντας αμνηστεία στους Μανιάτες αντάρτες και προαγωγές στους Ρουμελιώτες, και απέλυσε τον Υπουργό Παιδείας Σχινά, που συγκέντρωνε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και είχε “στοχοποιηθεί” απ’ την προκήρυξη των επαναστατών. Ταυτόχρονα, πέρασε στην επίθεση, κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο στην Μεσσηνία και σε περιοχές της χώρας όπου εκδηλωνόταν συμπάθεια προς την εξέγερση, και οχύρωσε την Τρίπολη. Οι οπλαρχηγοί της εξέγερσης επικηρύχθηκαν με το εντυπωσιακό για την εποχή ποσό των 30.000 δραχμών (μιας και το γενικά καταχρεωμένο ελλ. κράτος αποδεικνύεται διαχρονικά γενναιόδωρο ως προς τις επικηρύξεις του), και οι 2.000 κυρίως Γερμανοί μισθοφόροι του σ/χη Σμαλτς που συμμετείχαν στην καταστολή των Μανιατών μαζί με κυβερνητικούς (παρακρατικούς θα λέγαμε σήμερα) Μανιάτες και πρώην επαναστατημένους που αυτομόλησαν τσάκισαν τις δυνάμεις των Μητροπέτροβα και Τζαμαλή στην μάχη του Ασλάναγά που πυρπολήθηκε απ’ τους Γερμανούς, και των υπολοίπων οπλαρχηγών έξω απ’ την Μεγαλόπολη, ενώ τις επόμενες μέρες ακολούθησε ένα κύμα συλλήψεων και αντιποίνων.

Οι Γκρίζαλης, Τζαμαλής και Μητρο-Πέτροβας καταδικάσθηκαν εις θάνατον σε έκτακτο στρατοδικείο στην Πύλο. Οι δυο πρώτοι εκτελέσθηκαν επί τόπου, ενώ η ποινή του τρίτου μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, λόγω γήρατος. Οι υπόλοιποι καταδικάσθηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Η κυβέρνηση απαγορεύει την ταφή του σώματος του Γκρίζαλη, προς αποφυγίν επεισοδίων. Αργότερα, ο Όθωνας θα στείλει μια καμπάνια για την εκκλησία του χωριού του για να εξευμενίσει τους κατοίκους.

Φαίνεται όμως πως η κοινωνική επανάσταση του 1834 άφησε τα ίχνη της στους αγώνες της περιοχής, ξεγυμνώνοντας για πάντα την εθνική μυθολογία που θέλει τη δημιουργία εθνικού κράτους, ευτυχή δικαίωση της επανάστασης του 1821. Την επόμενη χρονιά, οι κάτοικοι των χωριών της Μεγαλόπολης αρνήθηκαν να καταβάλουν φόρους κι έδιωξαν τους εφοριακούς. Στην Μεθώνη, βοσκοί επιτέθηκαν σε κυβερνητικούς και κατάφεραν να πιάσουν μάλιστα ομήρους και δυο στρατιώτες από απόσπασμα που στάλθηκε να τους συλλάβει. Άρνηση καταβολής φόρων κι επιθέσεις-απαλλοτριώσεις εφοριακών και συγκρούσεις με κυβερνητικά στρατεύματα είχαμε και την επόμενη χρονιά σε χωριά της περιοχής. Οι δυνάμεις του κράτους θα επιβληθούν ολοκληρωτικά, χρησιμοποιώντας την αποτυχημένη ανταρσία των οπλισμένων κατοίκων της περιοχής ως ακόμη ένα μέσο για την κοινωνική και οικονομική υποτίμησή τους, οδηγώντας ιστορικά πολλούς απ’ αυτούς στη φτώχεια και την μετανάστευση, στην μαύρη οικονομία κι άλλους, ακόμα χειρότερα, στο στρατό και τα σώματα ασφαλείας.

*

Τα περισσότερα στοιχεία μπορούν να βρεθούν και στις σελίδες των σχολείων Δωρίου(λινκ) και Ψαρίου (λινκ).

Για τις απόπειρες των Ιταλών αναρχικών, προτείνεται η ταινία των αδερφών Taviani: San Michele aveva un gallo

φωτο: πρακτορείο rioters

Λέσχη ‘Νδρεδικής Λογοτεχνίας

ndred(παπάκι)mail.com

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν – Gilles Dauvé

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν

Τίτλος πρωτοτύπου: Gilles Dauvé, Quand Meurent les Insurrections. ADEL, Paris, 1998 [link]. Για την ελληνική μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική τoυ Loren Goldner, επιθεωρημένη απ’ τον ίδιο τον συγγραφέα, εκδ. Antagonism Press, 1999. Καθώς η έντυπη έκδοση του κειμένου έχει ήδη εξαντληθεί [σημεία διάθεσης], παρουσιάζουμε το πλήρες κείμενο και διαδικτυακά.

“… κι εάν η Ρωσσική Επανάσταση δώσει το σινιάλο για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, ούτως ώστε η μια να συμπληρώσει την άλλην, η σημερινή κοινοκτημοσύνη της γης στη Ρωσσία, μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο μιας κομμουνιστικής ανάπτυξης” [1]

Η προοπτική αυτή δεν υλοποιήθηκε. Το Ευρωπαϊκό προλεταριάτο έχασε το ιστορικό του ραντεβού με μια αναδημιουργία της ρωσσικής αγροτικής κομμούνας [2].

Μπρεστ-Λιτόφσκ, 1917 και 1939

Μπρεστ-Λιτόφσκ, Πολωνία, Δεκέμβρης 1917: Σε μια Γερμανία που σχεδιάζει να ανοίξει ένα χαράκωμα μέσα στην αυλή της παλιάς Τσαρικής αυτοκρατορίας, από τη Φιλανδία μέχρι τον Καύκασο, οι Μπολσεβίκοι προτείνουν ειρήνη χωρίς αμοιβαίες προσαρτήσεις εδαφών. Κι όμως τον Φλεβάρη του 1918, οι Γερμανοί στρατιώτες, αν και “προλετάριοι με στολή”, υπάκουσαν τελικά τους αξιωματικούς τους και εξαπέλυσαν μιαν ακόμα επίθεση εναντίον της σοβιετικής πλέον Ρωσσίας, σαν να είχαν ακόμα απέναντί τους τον ίδιο τσαρικό στρατό. Καμία συναδέλφωση δεν έλαβε χώρα, και ο επαναστατικός πόλεμος που προπαγάνδιζε η Μπολσεβικική Αριστερά αποδείχθηκε αδύνατος. Τον Μάρτη, ο Τρότσκυ αναγκάστηκε να υπογράψει εκεχειρία με τους όρους των στρατηγών του Κάιζερ. “Ανταλλάσσοντας χώρο με χρόνο”, όπως το έθεσε ο Λένιν, και πράγματι, τον επόμενο Νοέμβρη, η γερμανική ήττα μετέτρεψε στην πράξη την εκεχειρία σε ένα παλιόχαρτο άνευ αξίας. Παρόλ’ αυτά, μια έμπρακτη απόδειξη μιας κάποιας διεθνούς σύνδεσης μεταξύ των εκμεταλλευομένων απέτυχε να υλοποιηθεί. Μερικούς μήνες αργότερα, επιστρέφοντας στην ζωή τους ως πολίτες, με το τέλος του πολέμου, οι ίδιοι αυτοί προλετάριοι ήρθαν αντιμέτωποι με την συμμαχία του επίσημου εργατικού κινήματος και των Freikorps. Η μία ήττα ακολούθησε την άλλη: στο Βερολίνο, την Βαυαρία και την Ουγγαρία το 1919. Έπειτα, ο Κόκκινος Στρατός του Ρουρ το 1920. Η Δράση του Μάρτη το 1921…

(Σημείωση της μετάφρασης: αναφορά στις εξεγέρσεις που οδήγησαν σε εργατικά συμβούλια και βραχύβιες σοβιετικές δημοκρατίες στην μεσοπολεμική Ευρώπη: Η Γερμανία, μετά την ήττα της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θα μπει σε μια τροχιά κοινωνικής αναταραχής κι εξεγέρσεων, όπου το 1918 θα ξεσπάσει επανάσταση αποκαθηλώνοντας τον Κάιζερ και οδηγώντας τον Αύγουστο στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το κυβερνόν Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD φοβούμενο το ξέσπασμα εμφυλίου και πιθανώς μια επικράτηση του κομμουνιστικού KPD που είχε προέλθει απ’ τις τάξεις των Σπαρτακιστών, αρνήθηκε να συνεργαστεί με “υποστηρικτές των Μπολσεβίκων” και προτίμησε μια συμμαχία με παλιά αυτοκρατορικά κι αντιδραστικά στρώματα. Η συντηρητικοποίηση του SPD, ήδη προφανής απ’ τη συστράτευσή του με τον εθνικό σκοπό στον πόλεμο, θα οδηγήσει τον Γενάρη του 1919 σε μια δεύτερη επανάσταση, που θα γεννήσει πολλές συμβουλιακές δημοκρατίες, όπως του Μονάχου (Βαυαρία) και του Ρουρ, εναντίον των οποίων η σοσιαλδημοκρατία θα αμολύσει τα “τάγματα θανάτου”-freikorps, παραστρατιωτικά σώματα απόστρατων, συντηρούμενα απ’ το κράτος, που επιδόθηκαν στο κυνήγι κομμουνιστών κι εξεγερμένων εργατών -μεταξύ των οποίων και οι ηγέτες του σπαρτακιστικού κινήματος Καρλ Λίμπνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στα freikorps του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Έμπερτ και του υπουργού δημοσίας τάξης Νόσκε, θα διέπρεπαν πολλά μελλοντικά στελέχη του ναζισμού. Ενώ η εξέγερση καταπνιγόταν στο αίμα κατά το 1920, στην έντονα βιομηχανική περιοχή του Ρουρ, πάνω από 50.000 εργάτες θα σχηματίσουν τον Κόκκινο Στρατό του Ρουρ που τον Μάρτη θ’ αναμετρηθεί με τα freikorps τρέποντάς τα σε φυγή κι αιχμαλωτίζοντας 600 παρακρατικούς, υπερασπίζοντας τη Γενική Απεργία που καλέστηκε ενάντια στο φιλομοναρχικό πραξικόπημα που είχε εκδηλωθεί στο μεταξύ. Στην Ουγγαρία, μια βραχύβια συμβουλιακή δημοκρατία θα καταπνιγεί από την εισβολή ρουμανικών στρατευμάτων που θα αποκαταστήσουν την μοναρχία.)

Σεπτέμβρης του 1939: Ο Χίτλερ κι ο Στάλιν μόλις τεμάχισαν την Πολωνία. Στη συνοριακή γέφυρα του Μπρεστ-Λιτόφσκ, αρκετές εκατοντάδες μέλη του KPD, πρόσφυγες στην ΕΣΣΔ κι εν συνεχεία συλληφθέντες εκεί ως “αντεπαναστάτες” ή ακόμα και φασίστες, συγκεντρώνονται απ’ τις διάφορες Σταλινικές φυλακές και παραδίδονται στην Γκεστάπο. Χρόνια αργότερα, μία απ’ αυτούς, θα μιλήσει για τις πληγές στην πλάτη της – “αυτά είναι της GPU” – και για τα βγαλμένα νύχια της – “κι αυτά της Γκεστάπο”. Ένας ακριβοδίκαιος απολογισμός του πρώτου μισού του αιώνα.

1917-37: Είκοσι χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο. Η τρομακτική άνοδος του φασισμού, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και οι εξεγέρσεις που ακολούθησαν, ήταν το αποτέλεσμα μιας γιγαντιαίας κοινωνικής κρίσης που άνοιξε με τις λιποταξίες του 1917 και ξανάκλεισε με τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Όχι “ή Δημοκρατία ή Φασισμός” αλλά και Δημοκρατία Και Φασισμός

Μοιάζει με κοινοτοπία, ότι ο φασισμός δεν είναι παρά ωμή κρατική βία κι απροκάλυπτη κατασταλτική βαρβαρότητα στις υπηρεσίες των κυρίαρχων τάξεων, σύμφωνα και με τη γνωστή ανάλυση του Daniel Guérin στο Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο. Κατά συνέπεια ο μόνος δρόμος για να ξεμπερδεύουμε με τον φασισμό είναι να ξεφορτωθούμε τον καπιταλισμό μία και καλή.

Ως εδώ, κανένα πρόβλημα. Δυστυχώς όμως, η ανάλυση αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις αυτομολεί απ’ τη λογική της: απ’ τη στιγμή που ο φασισμός είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στη χειρότερη εκδοχή του, οφείλουμε λέει να τον αποτρέψουμε απ’ το να πάρει τη χειρότερη μορφή του, δηλαδή, οφείλουμε προάγουμε έναν “κανονικό”, μη-φασιστικό καπιταλισμό, ή ακόμα και να στηρίζουμε τους μη-φασίστες καπιταλιστές.

Επιπλέον, καθώς ο φασισμός είναι ο καπιταλισμός στην πιο αντιδραστική του μορφή, μια τέτοια οπτική συνεπάγεται και το να προσπαθούμε να προάγουμε τον καπιταλισμό στην πιο μοντέρνα, μη-φεουδαρχική, μη-μιλιταριστική, μη-ρατσιστική, μη-καταπιεστική, μη-αντιδραστική μορφή του, με άλλα λόγια, έναν πιο φιλελεύθερο καπιταλισμό, ή αν προτιμάτε έναν …πιο καπιταλιστικό καπιταλισμό.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος πώς ο φασισμός εξυπηρετεί το “μεγάλο κεφάλαιο” [3], ο αντιφασισμός θεωρεί πως ο φασισμός θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί το 1922 ή το 1933, χωρίς να καταστραφούν οι μεγάλες εταιρίες, εάν το εργατικό κίνημα και/ή οι δημοκράτες είχαν εξασκήσει αρκετή πίεση ώστε να σταματήσουν τον Μουσσολίνι ή τον Χίτλερ απ’ το να ανέλθουν στην εξουσία. Αν στα 1921 το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το νεοϊδρυθέν Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχαν συμμαχήσει με τις Δημοκρατικές δυνάμεις ώστε να σταματήσουν τον Μουσσολίνι… Αν, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, το KPD δεν είχε εξαπολύσει έναν αδελφοκτόνο αγώνα ενάντια στο SPD, η Ευρώπη τότε θα είχε γλυτώσει από μια απ’ τις πιο απάνθρωπες δικτατορίες της ιστορίας, έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μια σχεδόν διηπειρωτική ναζιστική αυτοκρατορία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την εξολόθρευση των Εβραίων…

Πέρα απ’ τις καθ’ όλα αληθείς παρατηρήσεις του για τις τάξεις, το κράτος, τις σχέσεις του φασισμού με το μεγάλο κεφάλαιο, η οπτική του αποτυγχάνει να δει την ανάπτυξη του φασισμού μέσα από μια διπλή ήττα: την αποτυχία των επαναστατών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τσακισμένων απ’ την σοσιαλδημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, κι έπειτα, κατά τη δεκαετία του 1920, την αποτυχία των “κερδισμένων” σοσιαλδημοκρατών και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να διαχειριστούν το κεφάλαιο. Ιδωμένος έξω απ’ τα πλαίσια της προηγούμενης περιόδου, των προγενέστερων φάσεων της ταξικής πάλης και των περιορισμών της, ο ερχομός στην εξουσία, κι ακόμα περισσότερο η ίδια η φύση του φασισμού, παραμένουν ακατανόητα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ματιά του Guérin δε βλέπει παρά μια “χαμένη επανάσταση” στις περιπέτειες του Λαϊκού Μετώπου, χάνοντας τη βαθύτερη ουσία του φασισμού.

Ποιά είναι λοιπόν η πραγματική ορμή του φασισμού, αν όχι η τάση οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης του κεφαλαίου, μια τάση που γενικεύτηκε μετά το 1914; Ο φασισμός ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να επιβληθεί αυτή η ενότητα σε χώρες – όπως η Ιταλία και η Γερμανία – όπου, ακόμα κι αν η επανάσταση είχε ξεριζωθεί, το κράτος ήταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης.

Ο Μουσσολίνι δεν ήταν κανένας Θιέρσος, καθισμένος αναπαυτικά στην εξουσία του, να διατάζει τον τακτικό στρατό να σφαγιάσει του Κομμουνάρους. Μια ουσιώδης όψη του φασισμού είναι η γέννησή του στους δρόμους, η χρήση του στοιχείου της αταξίας προκειμένου να επιβληθεί η τάξη, η κινητοποίηση της παλιάς μεσαίας τάξης που παρανοούσε υπό το βάρος της ίδιας της αποσύνθεσής της, και η αναγέννηση ενός κράτους ανίκανου να αντιμετωπίσει την κρίση του καπιταλισμού.

Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί μεθόδους κινητοποίησης της εργατικής τάξης προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού.

Επρόκειτο στ’ αλήθεια για μια κρίση του κράτους, στην μετάβαση προς μια ολοκληρωτική υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο. Στην αρχή, οι εργατικές οργανώσεις ήταν απαραίτητες προκειμένου να διαχειριστούνε την προλεταριακή απειθαρχία. Έπειτα, ο φασισμός υποχρεώθηκε να θέσει ένα οριστικό τέλος στην γενική αναταραχή. Αναταραχή που φυσικά, δεν ήταν από μόνη της επαναστατική, αλλά παρέλυε το κράτος, μπλοκάροντας τις κινήσεις του που – κατά συνέπεια – δεν μπορούσαν πλέον παρά να είναι ολοένα και πιο βίαιες. Η κρίση αυτή μπόρεσε να ξεπεραστεί επιφανειακά και μόνο προς στιγμήν: Το φασιστικό κράτος έμοιαζε αποτελεσματικό μόνον εξ όψεος, καθώς ενσωμάτωνε με τη βία την εργατική δύναμη, και ενταφίαζε τεχνητά τις συγκρούσεις προβάλλοντάς τες στον μιλιταριστικό παλικαρισμό. Ωστόσο, η κρίση ξεπεράστηκε, σχετικά πάντα, με το πολυπλόκαμο δημοκρατικό κράτος που επικράτησε στα 1945, το οποίο μπορούσε δυνητικά να μεταχειρίζεται κάθε μέθοδο του φασισμού, αλλά και νέες δικές του, καταφέρνοντας με τη σειρά του να εξουδετερώνει τις οργανώσεις των μισθωτών εργατών χωρίς να τις τσακίζει ανοιχτά. Το κοινοβούλιο έχασε σταδιακά τον έλεγχο προς όφελος της εκτελεστικής εξουσίας. Με σύγχρονες τεχνικές επιτήρησης ή με “κοινωνική πρόνοια”, κρατική υποστήριξη σε εκατομμύρια άτομα, δημιουργώντας ένα σύστημα που κάνει τον καθένα ολοένα και πιο εξαρτημένο, η κοινωνική ενοποίηση προχώρησε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να ονειρευτεί ο φασιστικός τρόμος, αλλά ο ίδιος ο φασισμός, ως συγκεκριμένο κίνημα οδηγήθηκε προς την εξαφάνιση. Ανταποκρινόταν στην -με τη βία- πειθάρχηση της μπουρζουαζίας, υπό την πίεση του κράτους, μέσα στο τότε συγκεκριμένο πλαίσιο νεοδημιουργηθέντων κρατών που αγωνίζονταν να εγκαθιδρυθούν ως έθνη.

Η μπουρζουαζία δανείστηκε ακόμα και τη λέξη “φασισμός” από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης της Ιταλίας, οι οποίες ονομάζονταν fasci (Στμ: στα λατινικά, δέσμες ξύλων σφιχτοδεμένες ώστε να μη σπάνε). Η λέξη αναφερόταν στο σύμβολο κρατικής εξουσίας στην αρχαία Ρώμη, και κυρίως στην απόπειρα συνένωσης των ανθρώπων σε ομάδες. Το μόνο πρόγραμμα του φασισμού είναι η οργάνωση, η με τη βία σύγκλιση των διαφόρων στοιχείων της κοινωνίας.

Η δικτατορία δεν είναι απλά ένα όπλο του κεφαλαίου (που το κεφάλαιο θα μπορούσε να αντικαταστήσει με άλλα, λιγότερο βάρβαρα): η δικτατορία είναι μια απ’ τις τάσεις του, μια τάση που πραγματοποιείται οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο. Μια “επιστροφή” στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως συνέβη στη Γερμανία μετά το 1945, υποδεικνύει ότι η δικτατορία είναι ανίκανη να ενσωματώσει τις μάζες στο κράτος (τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά…). Το ζήτημα τίθεται λοιπόν όχι ως ζήτημα της διασφάλισης απ’ τη δημοκρατία μιας πιο βιώσιμης εκμετάλλευσης απ’ ότι στη δικτατορία: ο καθένας θα προτιμούσε να την υφίσταται στο σουηδικό μοντέλο παρά να τον απαγάγουν οι εκτελεστές του δικτάτορα Πινοτσέτ. Όμως, είναι στο χέρι του να διαλέξει; Ακόμα και οι γλυκερές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μετατραπούν σε δικτατορίες, εάν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Το κράτος έχει μία και μόνη λειτουργία, την οποίο διεκπεραιώνει είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός απ’ τον άλλον, δε σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να αποφύγει τον άλλον όταν του χρειαστεί. Η Βαϊμάρη υποδέχθηκε τον Χίτλερ με ανοιχτές αγκάλες. Το Λαϊκό Μέτωπο του Léon Blum δεν “απέφυγε τον φασισμό” στ’ αλήθεια, καθώς στα 1936 η Γαλλία δεν είχε πραγματικά ανάγκη μιαν απολυταρχική ενοποίηση του κεφαλαίου ούτε μια συρρίκνωση της μεσαίας τάξης της.

Δεν υπάρχει πολιτική “επιλογή” την οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι προλετάριοι ή να επιβάλλουν με τη βία. Η δημοκρατία μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζει τον ίδιο τον εαυτό της γι’ αυτήν.

Η ουσία του αντιφασισμού έγκειται στην αποφυγή του φασισμού μέσω μιας υπεράσπισης της δημοκρατίας: δεν αγωνίζεται έτσι ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά προσπαθεί να πιέσει τον καπιταλισμό να αποφύγει την απολυταρχική επιλογή του. Καθώς ο σοσιαλισμός ταυτίζεται με την πλήρη δημοκρατία, και ο καπιταλισμός με μια καλπάζουσα πορεία προς τον φασισμό, ο ανταγωνισμός μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, κομμουνισμού και μισθωτής εργασίας, προλεταριάτου και κράτους, θυσιάζονται στο βωμό μιας αντιπαράθεσης δημοκρατίας και φασισμού που αναπαρίσταται ως η πεμπτουσία της επαναστατικής προοπτικής. Η επίσημη αριστερά και άκρα αριστερά, μας λέει ότι μια αυθεντική αλλαγή θα ήταν η πραγματοποίηση, τουλάχιστον, των ιδανικών του 1789, που διαρκώς προδίδονται απ’ την μπουρζουαζία. Η νέα κοινωνία; Ε, αυτή βρίσκεται ήδη εδώ, σ’ ένα βαθμό, εμβρυακό προς το παρόν, σε σπόρους που πρέπει να καλλιεργήσουμε: τα ήδη υπάρχοντα δημοκρατικά δικαιώματα που πρέπει να επεκτείνουμε ολοένα και πιο πέρα, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς βελτιώνεται, με ολοένα και μεγαλύτερες ημερήσιες δόσεις δημοκρατίας, μέχρι την επίτευξη της απόλυτης δημοκρατίας: του σοσιαλισμού.

Περιορισμένη έτσι, σε ένα είδος αντιφασιστικής αντίστασης, η κοινωνική κριτική ξέπεσε σε διθυράμβους προς κάθε τί που κάποτε χτυπούσε, κι εγκατέλειψε την παλιομοδίτικη ιδέα της επανάστασης, για χάρη μιας πολιτικής βαθμιαίων αλλαγών, μια παραλλαγή της “ειρηνικής μετάβασης προς τον σοσιαλισμό”, που άλλοτε διακήρρυταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, κερδίζοντας τον χλευασμό όσων ήθελαν πραγματικά ν’ αλλάξουν τον κόσμο, πριν το ’68. Η παλινδρόμηση είναι προφανής.

Δεν θα προσεγγίσουμε τη γελοιότητα, κατηγορώντας την αριστερά και την άκρα αριστερά για εγκατάλειψη μιας κομμουνιστικής προοπτικής για την οποία άλλωστε δε γνώριζαν παρά το πώς να της αντιτίθενται. Είναι ήδη προφανές ότι ο αντιφασισμός αποτελεί άρνηση κάθε επανάστασης. Αλλά ο αντιφασισμός αποτυγχάνει εκεί ακριβώς όπου ο ρεαλισμός του ισχυρίζεται ότι είναι αποτελεσματικός: στο να αποτρέπει μια δικτατορική μετάλλαξη της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία είναι μια φάση στην κατάκτηση της εξουσίας απ’ το κεφάλαιο, και η επέκτασή της στον 20ό αιώνα ολοκληρώνει την κυριαρχία του κεφαλαίου εντείνοντας την απομόνωση των ατόμων. Προτεινόμενη ως γιατρικό για την αποξένωση μεταξύ ατόμου και κοινότητας, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας, και μεταξύ των τάξεων, η δημοκρατία δεν κατάφερε ποτέ να λύσει τα προβλήματα της πιο διαχωρισμένης κοινωνίας στην ιστορία. Ως μορφή παντοτινά ανίκανη να διαμορφώσει το περιεχόμενό της, η δημοκρατία είναι απλά ένα μέρος του προβλήματος, του οποίου ισχυρίζεται ότι αποτελεί τη λύση. Κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι ενισχύει τους “κοινωνικούς δεσμούς”, η δημοκρατία συμβάλει στη διάλυσή τους. Κάθε φορά που σουλουπώνει τις αντιθέσεις του εμπορεύματος, το κάνει συσφίγγοντας τον κλοιό του κρατικού ελέγχου πάνω σε κάθε κοινωνική σχέση.

Ακόμα και με τους ίδιους τους δικούς τους, ηττοπαθείς όρους, οι αντιφασίστες, για να γίνουν πιστευτοί, θα πρέπει να εξηγήσουν πώς η δημοκρατία σε τοπική κλίμακα είναι συμβατή με την αποικιοποίηση του δημόσιου χώρου και το άδειασμα κάθε περιεχομένου του, από το εμπόρευμα που τον γεμίζει με τα malls του. Οφείλουν να εξηγήσουν πώς ένα πανταχού παρόν και παντοδύναμο κράτος, στο οποίο οι άνθρωποι θα απευθύνονται για ασφάλεια και στήριξη, μια τέτοια πραγματική μηχανική παραγωγής κοινωνικού “καλού”, δε θα στραφεί στο “κακό” όταν εκρηκτικές αντιθέσεις θα κάνουν απαραίτητη τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της τάξης. Ο φασισμός είναι η κολακεία του κρατικού Λεβιάθαν, του οποίου ο αντιφασισμός παρέχει τους πιο τολμηρούς απολογητές. Ο αγώνας για ένα δημοκρατικό κράτος είναι αναπόφευκτα αγώνας για την εδραίωση και σταθεροποίηση του κράτους, και μακράν του να σαμποτάρει τον ολοκληρωτισμό, ένας τέτοιος αγώνας αυξάνει τον στραγκαλιστικό εναγκαλισμό της κοινωνίας με τον κρατικό ολοκληρωτισμό.

Ρώμη: 1919-1922

Ο φασισμός θριάμβευσε σε χώρες όπου η επαναστατική έφοδος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξελίχθηκε σε μια σειρά ενόπλων εξεγέρσεων. Στην Ιταλία, ένα αξιοσημείωτο κομμάτι του προλεταριάτου, με τις δικές του μεθόδους και τους δικούς του στόχους, αντιμετώπισε ευθέως τον φασισμό. Δεν υπήρχε κάτι το συγκεκριμένα αντιφασιστικό στον αγώνα αυτόν: Ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο οδήγησε μερικούς εργάτες αλλά και το νεοϊδρυθέν ΚΚΙ (γεννημένο στο Λιβόρνο, τον Γενάρη του 1921, και καθοδηγούμενο λοιπόν απ’ τον Μπορντίγκα) να πολεμήσει τους Μελανοχίτωνες όσο και τους μπάτσους της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας [4].

Ο φασισμός είναι μοναδικός στο να παρέχει στην αντεπανάσταση μια μαζική βάση και στο να μιμείται την επανάσταση. Ο φασισμός γυρνάει το κάλεσμα στην “μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ταξικό, εμφύλιο πόλεμο” σε πραγματικό πόλεμο, ενάντια στο εργατικό κίνημα, ενώ εμφανίστηκε σαν μια αντίδραση βετεράνων του πολέμου που επέστρεφαν στην ζωή τους ως πολίτες, όπου πια δεν μετράν μία, το μόνο που τους ενώνει είναι η συλλογική βία, και η εμμονή για τσάκισμα οτιδήποτε φαντάζονται ότι αποτελεί αιτία για την μιζέρια τους: οι ανατρεπτικοί, οι εχθροί του έθνους, κλπ. Τον Ιούλιο του 1918, η φυλλάδα του Μουσσολίνι, “Il Popolo d’ Italia”, πρόσθεσε στον υπότιτλό της “η καθημερινή εφημερίδα των βετεράνων και των παραγωγών”.

Κάπως έτσι, ήδη απ’ τις απαρχές του ο φασισμός έγινε ο σύμμαχος της αστυνομίας στις αγροτικές περιοχές, κρατώντας με σφαίρες το αγροτικό προλεταριάτο καθηλωμένο, ενώ την ίδια στιγμή ανέπτυσσε την πιο φρενήρη αντικαπιταλιστική δημαγωγία. Το 1919, δεν αντιπροσώπευε τίποτα: στο Μιλάνο, στις γενικές εκλογές του Νοέμβρη, πήρε λιγότερες από 5.000 ψήφους, ενώ οι σοσιαλιστές πήραν 170.000. Ωστόσο, απαιτούσε στους λόγους του την κατάργηση της μοναρχίας, της συγκλήτου και κάθε τίτλου ευγενείας, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, τη δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, και την απαλλοτρίωση των μεγάλων γαιοκτημόνων και βιομηχάνων. Πολεμώντας ενάντια στους εργάτες, στο όνομα των “παραγωγών”, ο Μουσσολίνι τόνιζε πάντα την μνήμη της Κόκκινης Βδομάδας του 1914 (που σημαδεύτηκε από ταραχές σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα στην Αγκώνα και την Νάπολι), και εξήρε τον ρόλο των συνδικάτων στο να συνδέεουν τον εργάτη με το έθνος. Ο στόχος του φασισμού ήταν μια απολυταρχική επανίδρυση του κράτους, προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα κρατική δομή, ικανή (σε αντίθεση με τη δημοκρατία, όπως έλεγε ο Μουσσολίνι) να περιορίσει το μεγάλο κεφάλαιο και να τιθασεύσει την εμπορευματική λογική που κατακρήμνιζε τις αξίες, τους κοινωνικούς δεσμούς και την εργασία.

Παραδοσιακά, η μπουρζουαζία αρνούταν την ύπαρξη κοινωνικών αντιθέσεων. Ο φασισμός αντίθετα, τις διεκήρρυτε ανοιχτά με τη βία, αρνούμενος όμως την ύπαρξή τους μεταξύ των τάξεων και μεταθέτοντάς τες στον ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών, κλαψουρίζοντας για την μοίρα της Ιταλίας ως χώρα φτωχή, “προλεταριακό έθνος”. Ο Μουσσολίνι ήταν ταυτόχρονα ένας απαρχαιομένος θιασώτης παραδοσιακών αξιών που είχαν ήδη καταστραφεί απ’ το κεφάλαιο, και μοντερνιστής υποστηρικτής των κοινωνικών δικαιωμάτων των ανθρώπων.

Ποιός τσάκισε τους προλετάριους; Η φασιστική καταστολή ξετυλίχθηκε μετά από μια προλεταριακή ήττα που κατάφερε κατά κύριο λόγο η δημοκρατία, και τα βασικά αναχώματά της: τα κόμματα και τα συνδικάτα, που από μόνα τους μπορούν να τσακίσουν τους εργάτες με άμεσες ή έμμεσες μεθόδους. Η άνοδος του φασισμού στην εξουσία δεν ήταν αποτέλεσμα μαχών στο δρόμο. Οι ιταλοί και οι γερμανοί προλετάριοι είχαν νικηθεί πολύ νωρίτερα, τόσο με σφαίρες όσο και με ψηφοδέλτια.

Το 1919, συνασπίζοντας προϋπάρχοντα στοιχεία με κοντινούς του ανθρώπους, ο Μουσσολίνι ιδρύει τα φάσσι του. Απέναντι στα ρόπαλα και τα ρεβόλβερ, ενώ η Ιταλία εκρήγνυτο όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, η δημοκρατία έκανε έκκληση για …ψήφους, κι απ’ τις εκλογές προέκυψε τελικά μια μετριοπαθής σοσιαλιστική πλειοψηφία. Σαράντα χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά, ο Μπορντίγκα σχολίαζε:

“Η ενθουσιώδης προσέλευση στην εκλογική φιέστα του 1919 ήταν τέτοια που αφαίρεσε κάθε εμπόδιο απ’ τον δρόμο του φασισμού, ο οποίος προέλαυνε ενώ οι μάζες αποκοιμίζονταν περιμένοντας την μεγάλη εκλογική αναμέτρηση… Η νίκη, η εκλογή των 150 σοσιαλιστών βουλευτών, κατακτήθηκε με κόστος την άμπωτη του εξεγερτικού κινήματος και της γενικής πολιτικής απεργίας, και την οπισθοδρόμηση από κεκτημένα παλιότερων μαχών.”

Την εποχή των εργοστασιακών καταλήψεων του 1920, το κράτος, υπομονετικό πριν εξαπολύσει μιαν ολομέτωπη επίθεση, άφησε το προλεταριάτο να εξουθενωθεί, με τη στήριξη του CGL (του βασικού σοσιαλιστικού συνδικάτου), που οδήγησε μία μία τις απεργίες στην εξάντληση, όταν δεν τις έσπαγε ανοιχτά.

Αφεντικά και συνδικάτα εργάστηκαν μαζί για να θεσμοθετήσουν έναν “εργατικό έλεγχο” υπό την επίβλεψη του Κράτους.

Από την εμφάνιση των fasci κι έπειτα, η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια μπροστά στις λεηλασίες των φασιστών στα εργατικά κέντρα, συχνά επενέβαινε έπειτα κατάσχοντας τα όπλα που κρατούσαν για την άμυνά τους οι εργάτες, ενώ η δικαστική εξουσία επιδείκνυε την πιο γενναιόδωρη επιείκια, και ο στρατός τουλάχιστον ανεχόταν αν δε συμμετείχε κι ανοιχτά στις φασιστικές επιθέσεις.

Αυτή η ανοιχτή αν και ανεπίσημη υποστήριξη απ’ το κράτος, έγινε ημιεπίσημη με την “εγκύκλιο Bonomi”. Μετά την αποπομπή του απ’ το σοσιαλιστικό κόμμα το 1912, από τον τότε σοσιαλιστή Μουσσολίνι, για την υποστήριξη του στον ιταλικό επεκτατικό πόλεμο ενάντια στη Λιβύη, ο Ivanoe Bonomi, πέρασε από διάφορα υπουργικά πόστα, και έφτασε μέχρι επικεφαλής της κυβέρνησης του 1921-22. Η εγκύκλιός του της 20 Οκτώβρη 1921, επέτρεψε σε 60.000 απόστρατους αξιωματικούς να περάσουν στα τάγματα εφόδου του Μουσσολίνι, εξασφαλίζοντάς του τον έλεγχο της κατάστασης.

Στο μεταξύ, τί έκαναν τα κόμματα; Οι φιλελεύθεροι που συμμάχησαν με τη δεξιά, δε δίστασαν να σχηματίσουν ένα “εθνικό μπλοκ”, με τη συμμετοχή των φασιστών, για τις εκλογές του 1921. Τον Ιούνη-Ιούλη της ίδιας χρονιάς, απέναντι σ’ έναν αντίπαλο που δεν επεδείκνυε τον παραμικρό δισταγμό, το PSI (σοσιαλδημοκράτες) σύνηψε ένα μάταιο “σύμφωνο ειρήνευσης” του οποίου το μόνο συμπαγές αποτέλεσμα ήταν να αποπροσανατολίσει περαιτέρω τους εργάτες.

Αντιμέτωπη με μια προφανή πολιτική αντίδραση, η CGL διάλεξε μια α-πολιτική. Νιώθοντας ότι ο Μουσσολίνι μπορούσε να φτάσει εύκολα στην εξουσία, οι συνδικαλιστές ηγέτες ονειρεύονταν ένα σιωπηλό συμβόλαιο αμοιβαίας ανοχής με τους φασίστες, και κάλεσαν το προλεταριάτο να απέχει απ’ την αντιπαράθεση μεταξύ CP (το ιταλικό ΚΚ) και Εθνικού Φασιστικού Κόμματος.

Μέχρι τον Αύγουστο το 1922, ο φασισμός σπάνια αποκτούσε υπόσταση μακριά απ’ τις αγροτικές περιοχές, κυρίως του βορρά, όπου είχε καταφέρει να ξεριζώσει κάθε ίχνος αυτόνομου αγροτο-εργατικού συνδικαλισμού. Το 1919, οι φασίστες όντως έκαιγαν τα γραφεία της σοσιαλιστικής ημερήσιας εφημερίδας, αλλά απείχαν απ’ τον ρόλο του απεργοσπάστη που θα έπαιρναν στα 1920, ενώ ακόμα υποστήριζαν και -στα λόγια τουλάχιστον- τις εργατικές διεκδικήσεις: ο Μουσσολίνι έκανε τεράστιο κόπο να μείνει πίσω απ’ τους απεργούς και φυσικά να μην ταυτιστεί με ταραχοποιά στοιχεία, δηλαδή κομμουνιστές. Στις αστικές περιοχές, τα φάσσι σπάνια κυριαρχούσαν. Η “Πορεία προς τη Ραβέννα” του Σεπτέμβρη του 1921 δρομολογήθηκε εύκολα. Στη Ρώμη τον Νοέμβρη του 1921, μια γενική απεργία αποθάρρυνε το προγραμματισμένο φασιστικό συνέδριο που τελικά δε διεξήχθη. Τον Μάη του 1922 οι φασίστες προσπάθησαν ξανά, και σταματήθηκαν ξανά.

Το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε χωρίς πολλές αλλαγές. Μια τοπική φασιστική έφοδος, απαντιέται με μια αντεπίθεση της εργατικής τάξης, η οποία αργότερα κάμπτεται, ακολουθώντας τις εκκλήσεις για μετριοπάθεια από τις ρεφορμιστικές εργατικές οργανώσεις, καθώς η αντιδραστική πίεση μειώνεται σταδιακά: οι προλετάριοι εμπιστεύονταν στους δημοκράτες να διαλύσουν τις ένοπλες ομάδες. Η φασιστική απειλή δεν υποχωρούσε, ανασυντασσόταν και μεταφερόταν αλλού, ενώ με το πέρασμα του χρόνου καθιέρωνε τον εαυτό της απέναντι στο κράτος αυτό απ’ το οποίο οι μάζες περίμεναν να δώσει λύση. Οι προλετάριοι αναγνώρισαν πολύ πιο γρήγορα τον εχθρό στο μελανό πουκάμισο του τραμπούκου του δρόμου, παρά στην “κανονική” στολή ενός μπάτσου ή στρατιωτικού, τυλιγμένη σε μια νομιμότητα καθαγιασμένη απ’ τη συνήθεια, τον νόμο και το δικαίωμα της ψήφου. Οι εργάτες ήταν μαχητικοί, πήραν στα χέρια τους τα όπλα, και οχύρωσαν πολλές Casa di Popolo κι εργατικά κέντρα σε φρούρια, παραμένοντας ωστόσο πάντα στην άμυνα, διεξάγοντας έναν πόλεμο χαρακωμάτων, απέναντι σ’ έναν αεικίνητο αντίπαλο.

Τις αρχές του Ιούλη του 1922, η CGL, με πλειοψηφία δυο τρίτων (ενάντια σε μια μειοψηφία ενός τρίτου, των κομμουνιστών), δήλωσε την υποστήριξή της “σε κάθε κυβέρνηση που θα εγγυηθείι την αποκατάσταση των βασικών ελευθεριών”. Τον ίδιο μήνα, οι φασίστες κλιμάκωσαν πραγματικά τις απόπειρές τους να διεισδύσουν στις πόλεις του βορρά…

Την 1η Αυγούστου, η Συμμαχία της Εργασίας, που συμπεριλάμβανε το συνδικάτο των σιδηροδρομικών, τη CGL και την αναρχική USI, κάλεσε σε γενική απεργία. Παρά την ευρεία επιτυχία, η συμμαχία επίσημα ανέστειλε την απεργία στις 3 του μηνός. Σε πολλές πόλεις ωστόσο, συνεχίστηκε παίρνοντας μια εξεγερσιακή μορφή, η οποία τελικά περιορίστηκε μόνο μετά από μια συνδυασμένη απόπειρα της αστυνομίας και του στρατού, με την υποστήριξη ναυτικών κανονιών, και φυσικά, των φασιστών.

Ποιός τσάκισε την προλεταριακή ενεργητικότητα; Η γενική απεργία τσακίστηκε από το κράτος και τα φάσσι, αλλά επίσης στραγγαλίστηκε απ’ τη δημοκρατία, και η ήττα του αυτή άνοιξε τον δρόμο για μια φασιστική διέξοδο απ’ την κρίση.

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν τόσο ένα πραξικόπημα όσο μια μεταβίβαση της εξουσίας, υποστηρισσόμενη από ένα φάσμα δυνάμεων. Η “Πορεία προς τη Ρώμη” του Duce (ο ίδιος στην πραγματικότητα αρκέστηκε να πάει με το τραίνο) ήταν λιγότερο μια επίδειξη δύναμης όσο μια πράξη θεατρική: οι φασίστες υποκρίνονταν ότι επιτίθενται στο κράτος, το κράτος υποκρίθηκε ότι αμύνεται, και ο Μουσσολίνι βρέθηκε στην εξουσία. Ο κολοφώνας του, στις 24 Οκτώβρη (“Θέλουμε να γίνουμε το Κράτος!”) δεν ήταν μια απειλή εμφυλίου πολέμου, αλλά ένα σινιάλο στην άρχουσα τάξη ότι το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα αντιπροσώπευε την μόνη δύναμη που ήταν ικανή να αποκαταστήσει την κρατική εξουσία, και να διασφαλίσει την εθνική ενότητα. Ο στρατός ήταν ακόμα σε θέση να περιορίσει τις φασιστικές ομάδες που μαζεύτηκαν στη Ρώμη, οι οποίες ήταν πενιχρά εξοπλισμένες και διαβόητα κατώτερες σε στρατιωτικό επίπεδο. Το κράτος θα μπορούσε έτσι να εκτονώσει την πίεση των στασιαστών. Το παιχνίδι όμως, δεν παιζόταν σε στρατιωτικό επίπεδο. Κάτω απ’ την επιρροή του Badoglio συγκεκριμένα (του αρχιστράτηγου κατά το 1919-21), η επίσημη αρχή αυτοκαταργήθηκε. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να κυρήξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, και στις 30 ζήτησε τελικά απ’ τον Duce να σχηματίσει νέα κυβέρνηση.

Οι φιλελεύθεροι, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που ο αντιφασισμός λογαριάζει για να σταματήσουν τον φασισμό, συμμετείχαν στην νέα κυβέρνηση. Με την εξαίρεση των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών, όλα τα κόμματα προσέτρεξαν για μια επαναπροσέγγιση με τον PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα) και υπερψήφισαν τον Μουσσολίνι: το κοινοβούλιο, με μόλις 35 φασίστες βουλευτές, υποστήριξε την τελετή απονομής του Μουσσολίνι με 306 υπέρέναντι 116 κατά. Ο Giolitti ο ίδιος, αυτό το φιλελεύθερο πρότυπο της εποχής, ένας εξουσιαστικός μεταρρυθμιστής που πήρε τα ηνία του κράτους πολλές φορές πριν τον πόλεμο, κι έπειτα ξανά στα 1920-21, τον οποίο η τρέχουσα διανόηση ακόμα λιμπίζεται ως τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε ν’ αντισταθεί στον Μουσσολίνι, τον υποστήριξε ανοιχτά το 1924. Η δημοκρατία όχι μόνο παρέδοσε τα όπλα της στον δικτάτορα, αλλά και τα λείανε προτού το  κάνει με κάθε επισημότητα.

Πρόσωπο με πρόσωπο με τη θύελλα (μετά από την απόλυση 17.000 σιδηροδρομικών, την απαγόρευση και κλείσιμο των κομμουνιστικών εφημερίδων, αμέτρητες συλλήψεις, το PC πρότεινε μια γενική απεργία για τις 26 Οκτώβρη, για να λάβει την απάντηση της CGL:

“Σε μια στιγμή που τα πολιτικά πάθη έχουν ανάψει, κι όπου δυο δυνάμεις ξένες προς τον συνδικαλισμό μάχονται για την κατάκτηση της εξουσίας, η CGL αισθάνεται ότι το καθήκον της είναι να κρατήσει τους εργαζομένους σε επαγρύπνηση ενάντια στις μεθοδεύσεις των πολιτικών κομμάτων ή ομάδων που επιθυμούν να εμπλέξουν το προλεταριάτο σ’ έναν αγώνα στον οποίο θα έπρεπε να παραμείνει αδιάφορο αν θέλει να διατηρήσει την ανεξαρτησία του”.

Μπρος σε μια ολοφάνερα πολιτική αντιδραστική εξουσία, η CGL αυτοανακηρύσσεται α-πολιτική, κι ελπίζει στην ανοχή της. Σύντομα θα ταρακουνηθεί απ’ την ονειροπόλησή της. Στους μήνες που θ’ ακολουθήσουν, συνδικαλιστές, όπως των σιδηροδρομικών και των ναυτικών, θ’ αναγκαστούν να δηλώσουν την πίστη τους στο έθνος, την πατρίδα και κατά συνέπεια στο καθεστώς: η καταστολή δε θα τους χαριστεί.

Τορίνο: 1943

Αν η ιταλική δημοκρατία παρέδωσε στον φασισμό χωρίς ούτε μια μάχη, ο φασισμός κυοφόρησε εκ νέου τη δημοκρατία όταν ο ίδιος βρέθηκε ασύμβατος με τις νέες ισορροπίες κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Το κεντρικό ερώτημα μετά το 1943, όπως και στα 1919, ήταν το πώς θα τεθεί υπό έλεγχο η εργατική τάξη. Στην Ιταλία, περισσότερο απ’ ότι αλλού, το τέλος του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου επιδείκνυε την ταξική διάσταση μιας διεθνούς σύγκρουσης, η οποία δεν μπορεί ποτέ να ερμηνευτεί από μια στρατιωτική όψη και μόνο. Μια γενική απεργία που ξέσπασε στη FIAT τον Οκτώβρη του 1942. Τον Μάρτη του 1943, ένα κύμα απεργιών που τάραξε το Τορίνο και το Μιλάνο, περιλαμβάνοντας και απόπειρες δημιουργίας εργατικών συμβουλίων. Στα 1943-45, εργατικές ομάδες προέκυψαν, μερικές φορές ανεξάρτητες από το CP, και κάποιες φορές αυτοαποκαλούμενες “Μπορντιγκιστικές”, συχνά ταυτόχρονα αντιφασιστικές, κόκκινες, κι ένοπλες. Το καθεστώς δεν μπορούσε πια να διατηρήσει την κοινωνική ισορροπία, όπως ακριβώς η γερμανική συμμαχία κατέρρευσε υπό την πίεση των Αγγλο-Αμερικάνων, οι οποίοι φαίνονταν σε κάθε γωνιά ως οι αυριανοί αφέντες της Δυτικής Ευρώπης. Η αλλαγή πλευράς, σήμαινε τη συμμαχία με τον εκάστοτε διαφαινόμενο νικητή, αλλά επίσης σήμαινε τον επαναπροσανατολισμό της εργατικής ανυποταξίας και των παρτιζάνικων ομάδων σε έναν πατριωτικό στόχο με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Στις 10 Ιούλη 1943, οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία. Στις 24, ευρισκόμενος σε μειοψηφία 17 έναντι 19 στο Υψηλό Φασιστικό Συμβούλιο, ο Μουσσολίνι παραιτήθηκε. Σπάνια ένας δικτάτορας αναγκάστηκε να παραιτηθεί για μια ψήφο πλειοψηφίας.

Ο αστυνόμος Badoglio, που υπήρξε ευνοούμενος του καθεστώτος ήδη από τότε που εκδήλωσε την υποστήριξή του στην Πορεία προς τη Ρώμη, και που ήθελε να αποτρέψει, αυτό που περιέγραφε ο ίδιος ως “μια κατάρρευση του καθεστώτος εξαιτίας μιας υπερβολικής απόκλισης προς τα αριστερά”, σχημάτισε μια κυβέρνηση η οποία ήταν ακόμα φασιστική αλλά στο εξής δε συμπεριλάμβανε τον Duce, κάνοντας ανοίγματα προς τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Οι δημοκράτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, θέτοντας ως προϋπόθεση την αποχώρηση του βασιλιά. Μετά και μια δεύτερη μεταβατική κυβέρνηση, ο Badoglio σχηματίσε μια τρίτη, τον Απρίλη του 1944, που συμπεριλάμβανε τον ηγέτη του CP, Togliatti. Υπό την πίεση των Συμμάχων και του CP, οι δημοκράτες συμφώνησαν ν’ αποδεχθούν τον βασιλιά (η Δημοκρατία θα κυρρηχθεί αργότερα με δημοψήφισμα, στα 1946). Ωστόσο το όνομα του Badoglio σημαδεύθηκε από πολλές άσχημες αναμνήσεις. Τον Ιούνη, ο Bonomi, που 23 χρόνια νωρίτερα είχε δόσει εντολή στους αξιωματικούς να ενωθούν με τα φάσσι, σχημάτισε τώρα το πρώτο υπουργείο που στην πραγματικότητα απέκλεισε τους φασίστες. Έτσι ακριβώς ο Bonomi, πρώην σοσιαλιστής, πρώην πολεμοκάπηλος, πρώην υπουργός, πρώην βουλευτής του φασιστικού “εθνικού μπλοκ”, πρώην επικεφαλής της κυβέρνησης Ιούλη 1921-Φλεβάρη 1922, πρώην οτιδήποτε, έφτασε σε άλλο ένα αξίωμα, πλέον ως αντιφασίστας. Αργότερα, η κατάσταση επαναπροσανατολίσθηκε γύρω απ’ την τριμερή συμμαχία Σταλινικών, Σοσιαλιστών και Χριστιανοδημοκρατών, οι οποίοι κι έμελλε να κυβερνήσουν τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία, τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο.

Αυτό το παιχνίδι των καρεκλών, όπου σε κάθε παύση της μουσικής οι εμπλεκόμενοι τρέχουν να πιάσουν μια θέση, συνήθως ενορχηστρομένο από την ίδια ακριβώς πολιτική τάξη, υπήρξε το θεατρικό πίσω απ’ το οποίο η δημοκρατία μεταμορφωνόταν σε δικτατορία κι αντίστροφα. Οι φάσεις ισορροπίας κι ανισορροπίας μεταξύ ταξικών αναμετρήσεων επέφεραν και μια διαδοχή πολιτικών μορφών που στόχευαν στη διατήρηση της ίδιας κατάστασης, διαφορετικές μορφές με το ίδιο περιεχόμενο. Κανείς δεν ήταν πιο κατάλληλος να μιλήσει γι’ αυτό, απ’ το ισπανικό KK, όταν δήλωνε -από κυνισμό ή αφέλεια- κατά την μετάβαση από τον Φρανκισμό στη δημοκρατική μοναρχία στα μέσα του ’70:

“Η ισπανική κοινωνία θέλει να μετασχηματιστούν τα πάντα, έτσι ώστε να εξασφαλισθούν οι βασικές λειτουργίες του κράτους, χωρίς περιστροφές ή κοινωνικές αναταραχές. Η συνέχιση του κράτους απαιτεί την μη-συνέχιση του τρέχοντος καθεστώτος”.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen

Η αντεπανάσταση θριαμβεύει αναπόφευκτα στο πεδίο της επανάστασης. Μέσα απ’ την “κοινότητα του έθνους” ο Εθνικοσοσιαλισμός θα διεκύρρητε ότι έχει εξουδετερώσει τον κοινοβουλευτισμό και την αστική δημοκρατία, εναντίον των οποίων εξεγέρθηκε μετά τα 1917 το προλεταριάτο. Όμως η συντηρητική επανάσταση πήρε επίσης αρχαϊκές αντικαπιταλιστικές τάσεις (η επιστροφή στη φύση, η φυγή από τις πόλεις…) που τα εργατικά κόμματα, ακόμα και τα πιο εξτρεμιστικά, είχαν υποτιμήσει αρνούμενα να ενσωματώσουν την α-ταξική και κοινοτιστική διάσταση του προλεταριάτου, και ανίκανα να αντιληφθούν τη φύση ως οτιδήποτε άλλο από ένα εξάρτημα της βαριάς βιομηχανίας. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αυτά τα θέματα βρίσκονταν στο επίκεντρο της σκέψης του σοσιαλιστικού κινήματος, προτού ο Μαρξισμόος τα εγκαταλείψει στο όνομα της προόδου και της επιστήμης, κι έτσι επιβίωσαν μόνο στον αναρχισμό και σε μικρότερες φράξιες.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen, η εθνική κοινότητα εναντίον της ανθρώπινης κοινότητας… Το 1933 δεν ήταν η ήττα, αλλά η κατανάλωση της ήττας. Ο Ναζισμός διογκώθηκε και θριάμβευσε στο να αφοπλίσει, να καταλύσει και να κλείσει μια κοινωνική κρίση τόσο βαθυά, που ακόμα δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το μέγεθός της. Η Γερμανία, λίκνο της ευρυτερης σοσιαλδημοκρατίας στον κόσμο, ήταν ο τόπος όπου άνθισε επίσης το ισχυρότερο αντικοινοβουλευτικό, αντισυνδικαλιστικό κίνημα, ένα κίνημα που πίστευε σ’ έναν “εργατικό” κόσμο, αλλά επίσης ικανό να εγκολπώνει πολλές άλλες πράξεις εξέγερσης ενάντια στον αστισμό και τον καπιταλισμό. Η παρουσία πρωτοποριακών καλλιτεχνών στις τάξεις της “Γερμανικής Αριστεράς” δεν είναι τυχαία. Ήταν συμπτωματική μιας επίθεσης στο κεφάλαιο ως ολόκληρο “πολιτισμό” με τον τρόπο της κριτικής του Fourier. Η απώλεια της κοινότητας, η εξατομίκευση και το αγελαίο πνεύμα, η σεξουαλική φτώχεια, η οικογένεια τόσο ως στόχος της κριτικής όσο κι ως καταφύγιο, η αποξένωση απ’ τη φύση, η βιομηχανικοποιημένη διατροφή, η διόγκωση της τεχνολογικής πλαστότητας, η εργαλειοποίηση του ανθρώπου, η υπαγωγή στην πειθαρχία του χρόνου, η ολοένα και μεγαλύτερη διαμεσολάβηση κάθε κοινωνικής σχέσης απ’ το χρήμα και την τεχνολογία: όλες αυτές οι όψεις της αλλοτρίωσης πέρασαν από τα πυρά μιας διάχυτης και πολύμορφης κριτικής. Μόνο μια επιπόλαια κι εκ των υστέρων ματιά μπορεί να αναγνώσει ολόκληρην αυτήν την ζύμωση με διαύγεια, μέσα από το πρίσμα της αναπόφευκτης επαναφομοίωσης.

Η αντεπανάσταση θριάμβευσε στα 1920 μόνο θέτοντας τα θεμέλια, στη Γερμανία και στις ΗΠΑ, μιας καταναλωτικής κοινωνίας και του Φορντισμού, και τραβώντας εκατομμύρια Γερμανών, και των εργατών μαζί, στον βιομηχανικό, εμπορικοποιημένο εκσυγχρονισμό. Δέκα χρόνια εύθραυστης κυριαρχίας, όπως δείχνει κι ο παρανοϊκός υπερπληθωρισμός του 1923. Που διαδέχθηκε μια έκρηξη στην οποία όχι μόνο το προλεταριάτο αλλά κι ολόκληρη η καπιταλιστική πρακτική αναγκάστηκε να κρατήσει αποστάσεις απ’ την ιδεολογία της προόδου κι ενός ιδεώδους ολοένα αυξανόμενης κατανάλωσης αντικειμένων και σημασιών.

Ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός τέθηκε υπό αμφισβήτηση δυο φορές μέσα σε δέκα χρόνια. Μια πρώτη απ’ τους προλεταρίους, κι έπειτα απ’ το κεφάλαιο. Ο εξτρεμισμός των Ναζί, όπως και η βία τους, ήταν ανάλογα του βάθους του επαναστατικού κινήματος επί του οποίου κυριάρχησε ο Εθνικοσοσιαλισμός και την άρνηση του οποίου αποτελούσε. Όπως οι ριζοσπάστες του 1919-21, ο Ναζισμός πρότεινε κι αυτός με τη σειρά του μια κοινότητα μισθωτών εργατών, αλλά αυτή τη φορά απολυταρχική, κλειστή, εθνική, και φυλετική, και για δώδεκα χρόνια πέτυχε να μεταμορφώσει τους προλεταρίους αρχικά σε μισθωτούς εργάτες και στη συνέχεια σε στρατιώτες.

Ο Φασισμός γεννήθηκε μέσα απ’ το κεφάλαιο, αλλά από ένα κεφάλαιο που κατέστρεφε τις παλιές σχέσεις χωρίς να παράγει νέες σταθερές σχέσεις κατά το πέρασμά του στον καταναλωτισμό. Τα εμπορεύματα ήταν ανίκανα από μόνα τους να γεννήσουν μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Βερολίνο: 1919-33

Η δικτατορία έρχεται πάντα μετά την ήττα κοινωνικών κινημάτων, όταν έχουν παραλύσει και σφαγιασθεί απ’ τη δημοκρατία, τα αριστερά κόμματα και τα συνδικάτα. Στην Ιταλία, αρκετούς μήνες μετά τις τελευταίες προλεταριακές αποτυχίες από τον διορισμό του Μουσσολίνι ως επικεφαλής του κράτους. Στη Γερμανία, η συσκότιση μιας ντουζίνας ετών που προηγήθηκαν έσπασε τη συνέχεια κι έκανε την 30ή Γενάρη 1933 να μοιάζει ως ένα κατά κύριο λόγο πολιτικό ή ιδεολογικό φαινόμενο, κι όχι ως το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης κοινωνικής έκρηξης. Η λαϊκή βάση του Εθνικοσοσιαλισμού και η θανατηφόρος ενέργεια που κινητοποίησε παραμένουν μυστηριώσεις, αν αγνοεί κανείς το ζήτημα της υποταγής, της εξέγερσης, και του ελέγχου της εργασίας.

Η γερμανική ήττα του 1918 και η πτώση της αυτοκρατορίας έθεσαν σε κίνηση μια προλεταριακή επίθεση, αρκετά ικανή να ταρακουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας, αλλά όχι επαρκώς ικανή να την επαναστατικοποιήσει, φέρνοντας έτσι τη σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα στην κεντρική σκηνή, ως υπεύθυνους για την πολιτική ισορροπία. Οι ηγέτες τους αναδείχθηκαν σε ανθρώπους της τάξης, και δεν είχαν ενδοιασμούς να καλούν τα Freikorps, πλήρως φασιστικές ομάδες με πολλούς μελλοντικούς ναζί στις τάξεις τους, για να καταπιέσουν μια ριζοσπαστική εργατική μειοψηφία στο όνομα των συμφερόντων μιας ρεφορμιστικής πλειοψηφίας. Ηττημένοι αρχικά από την αστική δημοκρατία, οι κομμουνιστές ηττήθηκαν εύκολα από την εργατική δημοκρατία: τα “εργατικά συμβούλια” εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις παραδοσιακές οργανώσεις, οχι στους επαναστάτες που εύκολα στιγματίστηκαν ως αντιδημοκρατικοί.

Σ’ αυτήν την ιστορική τομή, η δημοκρατία και οι σοσιαλδημοκράτες ήταν απαραίτητοι στον γερμανικό καπιταλισμό προκειμένου να εξουδετερώσει το πνεύμα της εξέγερσης στις εκλογικές κάλπες, παραχωρώντας εκ μέρους των αφεντικών μια σειρά μεταρρυθμίσεων, και απομονώνοντας τους επαναστάτες. [5]

Μετά το 1929, απ’ την άλλη, ο καπιταλισμός είχε ανάγκη να καταστρέψει μέρος της μεσαίας τάξης, και να πειθαρχήσει τους προλεταρίους, ακόμα και την μπουρζουαζία. Το εργατικό κίνημα, υπερασπιζόμενο όπως συνήθιζε, τον πολιτικό πλουραλισμό και τα άμεσα εργατικά συμφέροντα, είχε γίνει πια εμπόδιο. Ως διαμεσολαβητές μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, οι οργανώσεις της εργατικής τάξης αναγνωρίζονταν ως τέτοιοι κι απ’ τα δυο αυτά μέρη, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσαν να μένουν ανεξάρτητες κι απ’ τους δυο αλλά κι απ’ το κράτος. Η σοσιαλδημοκρατία έχει νόημα μόνο ως μια δύναμη που αντιπαρατίθεται στην εργοδοσία και το κράτος, κι όχι ως ένα όργανό τους ενσωματωμένο. Απέβλεπε στη διαχείρηση ενός τεράστιου πολιτικού, δημοτικού, αλληλοβοηθητικού και πολιτιστικού δικτύου. Το KPD, επιπλέον, είχε στήσει ταχύτατα τη δικιά του αυτοκρατορία, μικρότερη ίσως αλλά όχι επίσης αχαννή. Όμως, καθώς το κεφάλαιο γίνεται ολοένα και πιο οργανωμένο, τείνει να συνενώνει όλες τις διαφορετικές τάσεις του, φέρνοντας ένα κρατικιστικό στοιχείο στις επιχειρήσεις, ένα αστικό στοιχείο στις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, κι ένα κοινωνικό στοιχείο στη δημόσια διοίκηση. Το βάρος του ρεφορμισμού της εργατικής τάξης, το οποίο τελικά διαπότισε το κράτος και η ύπαρξή του ως μια “αντι-κοινωνία” τον κατέστησαν ένα στοιχείο κοινωνικής συντήρησης το οποίο το κεφάλαιο έπρεπε να καταστρέψει προκειμένου να αναπτυχθεί. Υπερασπιζόμενοι την μισθωτή εργασία ως στοιχείο του κεφαλαίου, το SPD και τα συνδικάτα, έπαιξαν έναν απαραίτητο στο κεφάλαιο αντικομμουνιστικό ρόλο στα 1918-21, αλλά αυτή η ίδια τους λειτουργία αργότερα, τα οδήγησε στο να βάλουν το συμφέρον της μισθωτής εργασίας πάνω από οτιδήποτε άλλο, εις βάρος δηλαδή της προτεραιότητας που έθετε το κεφάλαιο για την ολική αναδιοργάνωσή του.

Ένα ισχυρό αστικό κράτος θα είχε προσπαθήσει ίσως να επιλύσει αυτό το πρόβλημα με αντισυνδικαλιστικές νομοθεσίες, με επανακατάληψη των “εργατικών οχυρών”, και στρέφοντας την μεσαία τάξη, στο όνομα του εκσυγχρονισμού, ενάντια στην καθυστέρηση των προλεταρίων, όπως έκανε πολύ αργότερα η Αγγλία της Θάτσερ. Μια τέτοια επίθεση προϋποθέτει όμως ότι το κεφάλαιο είναι σχετικά ενοποιημένο υπό τον έλεγχο λίγων κυρίαρχων φραξιών. Μα η γερμανική μπουρζουαζία του 1930 ήταν βαθιά διαχωρισμένη, η μεσαία τάξη είχε καταρρεύσει και το έθνος-κράτος ήταν συντετριμμένο.

Με διαπραγματεύσεις ή με τη βία, η σύγχρονη δημοκρατία αντιπροσωπεύει και συμφιλιώνει ανταγωνιστικά συμφέροντα, στο βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Ατελείωτες κοινοβουλευτικές κρίσεις και πραγματικές ή φανταστικές πραξικοπηματικές συνομωσίες (των οποίων σκηνή ήταν η Γερμανία ήδη από την πτώση του τελευταίου σοσιαλιστή καγγελάριου το 1930), σε μια δημοκρατία είναι το χαρακτηριστικό σημάδι μακροχρόνιας διαμάχης μεταξύ των κύκλων της άρχουσας τάξης. Με το ξεκίνημα της δεκαετίας του 1930, η κρίση κατέτμησε την μπουρζουαζία σε ασυμφιλίωτα κοινωνικά και γεωπολιτικά στρατόπεδα: είτε υπέρ μιας αύξουσας ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος, είτε με τον πλήρη αφανισμό του. Διεθνές εμπόριο και φιλειρηνισμός, είτε ένα αυταρχικό καθεστώς που θα θέσει τα θεμέλια μιας στρατιωτικής επέκτασης. Η λύση δε συμπεριλάμβανε αναγκαστικά έναν Χίτλερ, αλλά προϋπέθετε μια συγκέντρωση της εξουσίας και της βίας στα χέρια μιας ισχυρής κυβέρνησης. Απ’ τη στιγμή που η συμβίωση κεντρώων-ρεφορμιστών είχε δώσει ό,τι είχε να δώσει, η μόνη επιλογή που έμενε ήταν αυτή του κρατικισμού, του προτεξιονισμού και της ανοιχτής καταστολής.

Ένα πρόγραμμα αυτού του είδους θα απαιτούσε τη βίαια διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία μέσα απ’ την εξημέρωση των εργατών που η ίδια προωθούσε άλλωστε, είχε φτάσει να εξασκεί εκτεταμένη επιρροή, αν και ήταν ακόμα ανίκανη να ενοποιήσει όλη τη Γερμανία πίσω απ’ το πρόγραμμά της. Αυτή ακριβώς η ενοποίηση ήταν το κεντρικό καθήκον του ναζισμού, που στάθηκε ικανός στο να επεκτείνει την απεύθυνσή του σ’ όλες τις τάξεις, απ’ τους ανέργους μέχρι τους μεγιστάνες της βιομηχανίας, με μια δημαγωγία που ξεπερνούσε αυτή των παραδοσιακών αστών πολιτικών, κι έναν αντισημιτισμό που χρησίμευε στο να οικοδομεί τη συνοχή μέσ’ απ’ τον αποκλεισμό.

Πώς θα μπορούσαν τα κόμματα της εργατικής τάξης να σταθούν εμπόδιο σε μια τέτοια ξενοφοβική και ρατσιστική παράνοια, μετά από τόσο καιρό που υπήρξαν οι συνοδοιπόροι του εθνικισμού; Για το SPD, κάτι τέτοιο ήταν σαφές ήδη απ’ την αρχή του αιώνα, έγινε φανερό το 1914, και γράφτηκε με αίμα στη συνθήκη του 1919 με τα Freikorps, που είχαν πλαστεί στο ίδιο πολεμικό καλούπι με τα fasci.

Πέραν αυτών, οι σοσιαλιστές δεν υπήρξαν τόσο απρόσβλητοι απ’ τον αντισημιτισμό. Το βιβλίο του Abraham Berlau “Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 1914-1921 (Columbia 1949) περιγράφει πόσο πολλοί ηγέτες του SPD ή των συνδικάτων που ήλεγχε, κι ακόμα και η σοβαρή Neue Zeit, επιτίθονταν ανοιχτά εναντίον των “ξένων” (δηλαδή Πολωνών και Ρώσσων) Εβραίων. Τον Μάρτη του 1920 η αστυνομία του Βερολίνου (υπό σοσιαλιστική διοίκηση) επέδραμε στην εβραϊκή συνοικεία και έστειλε περίπου 1000 κατοίκους της σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι τελικά, αλλά το εργατικό κίνημα συμμετείχε σ’ αυτήν την εξάπλωση του αντισημιτισμού.

Το KPD, στο μέτρο που το αφορά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί απ’ το να συμμαχήσει με τους εθνικιστές ενάντια στη Γαλλική κατοχή του Ρουρ το 1923. Κανείς θεωρητικός της Κομιντέρν δε βρέθηκε να αντιταθεί στον Radek όταν δήλωνε ότι “μόνο η εργατική τάξη μπορεί να σώσει το έθνος”. Ο ηγέτης του KPD Thalheimer έκανε σαφές ότι το κόμμα θα ‘πρεπε να πολεμήσει στο πλευρό της γερμανικής μπουρζουαζίας, η οποία έπαιζε έναν “αντικειμενικά επαναστατικό ρόλο μέσω της εξωτερικής πολιτικής της”. Αργότερα, γύρω στο 1930, το KPD ζητούσε πια “Εθνική και κοινωνική απελευθέρωση” και κατηγορούσε τους φασίστες ως “προδότες του έθνους”. Οι συζητήσεις για “εθνική επανάσταση” ήταν τόσο συχνές μεταξύ των γερμανών σταλινικών, που ενέπνευσαν τον Τρότσκυ να γράψει το 1931 μια μπροσούρα ενάντια στον εθνικο-κομμουνισμό.

Τον Γενάρη του 1933, ο κύβος ερρίφθη. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η δημοκρατία της Βαϊμάρης παραδόθηκε συνειδητά στον Χίτλερ. Τόσο η δεξιά, όσο και το κέντρο έφθασαν να τον βλέπουν ως μια βιώσιμη λύση για να βγάλει τη χώρα απ’ το αδιέξοδο, ως ένα προσωρινό “μικρότερο κακό”. Το “μεγάλο κεφάλαιο”, επιφυλακτικό απέναντι σε τυχόν απρόβλεπτες αναταραχές, δεν υπήρξε ως τότε, περισσότερο γενναιόδωρο απέναντι στο NSDAP του Χίτλερ, απ’ ότι στα άλλα εθνικιστικά και δεξιά κόμματα. Μόνο μετά τον Νοέμβρη του 1932, ο Schacht, ένας έμπιστος σύμβουλος της αστικής τάξης, έπεισε τους επιχειρηματικούς κύκλους να υποστηρίξουν τον Χίτλερ (ο οποίος προς το παρόν έβλεπε την εκλογική υποστήριξή του να μειώνεται ελαφρώς), καθώς διείδε στον Χίτλερ μια δύναμη ικανή να ενοποιήσει το κράτος και την κοινωνία. Το γεγονός ότι οι μεγιστάνες της βιομηχανίας δεν κατάφεραν να προβλέψουν που θα κατέληγαν όλ’ αυτά, στον πόλεμο και την ήττα σ’ αυτόν, είναι ένα άλλο ζήτημα, όπως και να ‘χει πάντως, κάτι τέτοιο δεν τους ώθησε φυσικά στις αντιστασιακές ομάδες κατά τον πόλεμο.

Στις 30 Γενάρη 1933, ο Χίτλερ διορίσθηκε καγγελάριος με κάθε νομιμότητα από τον Hindenburg, ο οποίος είχε εκλεγεί συνταγματικά πρόεδρος ένα χρόνο νωρίτερα με την υποστήριξη των σοσιαλιστών, που είδαν σ’ αυτόν ένα αντίπαλο δέος απέναντι στον… Χίτλερ. Οι ναζί δεν ήταν παρά μια μειοψηφία στην πρώτη κυβέρνηση του ηγέτη του NSDAP.

Τις επόμενες εβδομάδες, οι μάσκες έπεσαν: Αγωνιστές της εργατικής τάξης κυνηγήθηκαν, τα γραφεία τους καταστράφηκαν, κι ένα κλίμα τρόμου επικράτησε. Στις εκλογές του Μάρτη 1933, που προκυρήχθηκαν ενάντια στην κλιμάκωση της βίας από τα τάγματα εφόδου και την αστυνομία, 288 βουλευτές του NSDAP εξελέγησαν στο Ράιχσταγκ (το KPD διατήρησε 80 και το SPD 120).

Οι αφελείς άνθρωποι μπορεί να εκπλήσσονται με την ευκολία με την οποία το κατασταλτικό σύμπλεγμα περνάει στα χέρια της δικτατορίας, όμως η κρατική μηχανή υπακούει πάντα πλήρως την αρχή που τη διευθύνει. Μήπως δεν απολάμβανε η νέα ηγεσία πλήρους νομιμοποίησης; Μήπως οι εξέχοντες νομικοί δεν έβγαζαν τα βουλεύματά τους σε συμφωνία με τις ανώτερες αρχές του κράτους; Σ’ ένα δημοκρατικό κράτος -και η Βαϊμάρη ήταν ένα τέτοιο- αν προκύψει μια σύγκρουση μεταξύ των δυο στοιχείων της αντινομίας, δεν είναι η δημοκρατία που θα βγεί κερδισμένη. Σ’ ένα κράτος “βασισμένο στην νομιμότητα”, και η Βαϊμάρη ήταν επίσης ένα τέτοιο κράτος, είναι η νομιμότητα που πρέπει να προσαρμοσθεί στο να εξυπηρετεί το κράτος, και ποτέ το αντίθετο.

Τί έκαναν αυτές τις μέρες οι δημοκράτες άραγε; Οι προσκείμενοι στη δεξιά αποδέχθηκαν πλήρως την νέα κατάσταση. Το Zentrum, το Καθολικό κόμμα του κέντρου, που είχε δει την επιρροή του να αυξάνεται στις εκλογές του Μάρτη 1933, ψήφισε υπέρ της έκτακτης απόδοσης για πέντε χρόνια κάθε εξουσίας στον Χίτλερ, απόφαση που έγινε η νομική βάση της ναζιστικής δικτατορίας.

Οι σοσιαλιστές, απ’ την μεριά τους, προσπάθησαν να αποφύγουν την μοίρα του KPD, που κυρρήχθηκε παράνομο στις 28 Φλεβάρη, μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Στις 30 Μάρτη 1933, αποχώρησαν από τη Δεύτερη Διεθνή, προκειμένου να αποδείξουν την προσήλωσή τους στο γερμανικό έθνος. Στις 17 Μάη, η κοινοβουλευτική ομάδα τους ψήφισε υπέρ της εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ.

Στις 22 Ιούνη, το SPD τελικά διαλύθηκε ως “εχθρός του λαού και του κράτους”. Λίγες βδομάδες αργότερα, το Zentrum αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί.

Τα συνδικάτα ακολούθησαν, στα χνάρια του ιταλικού CGL, ελπίζοντας να σώσουν ό,τι μπορούσαν, επιμένοντας πως είναι α-πολιτικά. Το 1932, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες διακήρρυξαν ότι είναι ανεξάρτητες από κάθε πολιτικό κόμμα και αδιάφορες για την εκάστοτε μορφή του κράτους. Αυτό φυσικά, δεν τις εμπόδισε απ’ το να φτάσουν σε μια συμφωνία με τον Schleicher, που ήταν καγγελάριος απ’ τον Νοέμβρη του 1932 μέχρι τον Γενάρη του 1933, κι ο οποίος έψαχνε για κάποια κοινωνικά ερείσματα να κάνουν πιο πιστευτή την φιλεργατική δημαγωγία του. Απ’ τη στιγμή που οι ναζί σχημάτισαν κυβέρνηση, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες πείσθηκαν ότι αν αναγνώριζαν τον εθνικοσοσιαλισμό, το καθεστώς θα τους άφηνε λίγο χώρο να υπάρξουν. Αυτή η στρατηγική εξελίχθηκε σε φάρσα, με τους συνδικαλιστές να παρελαύνουν κάτω από τη σβάστικα την πρωτομαγιά του 1933, που μετονομάστηκε σε “Φεστιβάλ της Γερμανικής Εργατιάς”. Χαμένος κόπος. Τις επόμενες μέρες, οι ναζί διέλυσαν τα συνδικάτα και συνέλαβαν τους πιο μαχητικούς συνδικαλιστές.

Όντας μαθημένη να σαλαγά τις μάζες και να μιλά στο όνομά τους, ή όταν αποτύγχανε αυτό, να τις καταστέλλει, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είχε ακόμα πολεμήσει για το έθνος στον τελευταίο πόλεμο. Οι συνδικαλιστές δεν λοιδωρούνταν για έλλειψη πατριωτισμού. Αυτό που ενοχλούσε την μπουρζουαζία δεν ήταν τόσο το αναμάσημα του παλιού προ-1914 διεθνισμού, αλλά κυρίως η ίδια η ύπαρξη των συνδικάτων, που όσο δουλικά κι αν ήταν, διατηρούσαν έναν βαθμό ανεξαρτησίας, σε μια εποχή που ακόμα κι ένα τέτοιο εργαλείο ταξικής συνεργασίας είχε καταστεί υπερβολικό έξοδο για ένα κράτος που δε θα το ήλεγχε πλήρως.

Βαρκελώνη: 1936

Στην Ιταλία και τη Γερμανία, ο φασισμός πήρε στα χέρια του το κράτος με κάθε νομιμότητα. Η δημοκρατία κεφαλαιοποιήθηκε σε δικτατορία, ή, ακόμα χειρότερα, υποδέχθηκε τη δικτατορία μ’ ανοιχτές αγκάλες. Τί έγινε όμως στην Ισπανία; Μακράν του να αποτελεί την εξαιρετική περίπτωση μιας αποφασιστικής δράσης η οποία δυστυχώς, ηττήθηκε, η Ισπανία ήταν η ακρογωνιαία περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού στην οποία η φύση του αγώνα παρέμεινε η ίδια σύγκρουση δυο μορφών καπιταλιστικής ανάπτυξης, δυο πολιτικών μορφών του καπιταλιστικού κράτους, δυο κρατικές δομές που πολέμησαν για την νομιμοποίησή τους στην ίδια χώρα.

Ένσταση! -“Οπότε, λοιπόν, ο Φράνκο και η πολιτοφυλακές της εργατικής τάξης ήταν το ίδιο πράγμα; Οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι πάμπτωχοι αγρότες που κολλεκτιβοποιούσαν τη γη ήταν ένα και τ’ αυτό;”

Πρώτ’ απ’ όλα, η αντιπαράθεση συνέβη μόνο επειδή οι εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στον φασισμό. Όλες οι αντιφάσεις του κινήματος ήταν πρόδηλες ήδη απ’ τις πρώτες βδομάδες: ένας αναντίρρητος ταξικός πόλεμος μετασχηματιζόταν σ’ έναν καπιταλιστικό εμφύλιο πόλεμο (ασφαλώς χωρίς σαφή απόδοση των ρόλων με τους οποίους οι δυο αντιμαχόμενες μπουρζουάδικες φράξιες θα ενορχήστρωναν κάθε πράξη: η ιστορία δεν είναι θεατρικό έργο) [6].

Η δυναμική μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας πλάθεται τελικά από την ανάγκη της να ενοποιήσει αυτές τις τάξεις. Όταν, όπως συνέβη στην Ισπανία, μια λαϊκή έκρηξη συνδυάζεται με την αποσύνθεση της άρχουσας τάξης, μια κοινωνική κρίση γίνεται αμέσως κρίση του κράτους. Ο Μουσσολίνι κι ο Χίτλερ θριάμβευσαν σε χώρες με ασθενικά, πρόσφατα ενοποιημένα έθνη-κράτη, με πανίσχυρες τοπικιστικές αποσχιστικές τάσεις. Στην Ισπανία, από την Αναγέννηση μέχρι τη σύγχρονη εποχή, το κράτος ήταν πάντοτε η αποικιακή ένοπλη βούληση μιας εμπορικής κοινωνίας που τελικά καταβυθίσθηκε, αποστερημένη από μια βασική προϋπόθεση της βιομηχανικής ανάπτυξης: μια αγροτική μεταρρύθμιση. Στην πραγματικότητα, η ισπανική βιομηχανοποίηση έπρεπε να σκάψει το δρόμο της μέσα από μονοπώλια, διασπάθιση κρατικού χρήματος, παρασιτισμό.

Δεν είναι εδώ ο χώρος για να επεκταθούμε στην αλλόκοτη συρραφή αμέτρητων μεταρρυθμίσεων και φιλελεύθερων αδιεξόδων, εξουσιαστικών φιλονικιών, των Καρλικών Πολέμων, της κωμικοτραγικής διαδοχής καθεστώτων και κομμάτων μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και του κύκλου εξεγέρσεων και καταστολής που ακολούθησε την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στα 1931. Πίσω απ’ όλη αυτή τη βαβούρα έδραζε η αδυναμία της ανατέλλουσας αστικής τάξης, εγκλωβισμένης καθώς ήταν μεταξύ της έχθρας της προς την ολιγαρχία των γαιοκτημόνων και της απόλυτης ανάγκης περιορισμού των αγροτικών κι εργατικών εξεγέρσεων. Το 1936, το ζήτημα της γης δεν είχε ακόμα επιλυθεί: αντίθετα με τη Γαλλία μετά το 1789, στην Ισπανία η απαλλοτρίωση και μεταπώληση της γης της Εκκλησίας στα μέσα του 19ου αιώνα, ανέδειξε ευνοημένη μια άρχουσα τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Η αναταραχή του 1936-39 δε θα έφτανε ποτέ σε τέτοια πολιτικά άκρα, περιλαμβανομένης της σχάσης του κράτους σε δυο φράξιες που θα αντιπαρατεθούν ένοπλα σ’ έναν τριετή εμφύλιο πόλεμο, χωρίς τις σεισμικές δονήσεις ενός εγκελάδου που βρισκόταν καταχωνιασμένος εδώ κι έναν τουλάχιστον αιώνα.

Η Ισπανία δεν είχε κάποιο μεγάλο κεντροαριστερό αστικό κόμμα σαν το Parti Radical που υπήρξε το κέντρο βάρους της γαλλικής πολιτικής σκηνής για πάνω από 60 χρόνια. Πριν τον Ιούλη του 1936, η ισπανική σοσιαλδημοκρατία κράτησε ένα πολύ λιγότερο μαχητικό προφίλ, σε μια χώρα όπου δεν ήταν σπάνιο η γη να καταλαμβάνεται απ’ τους εργάτες, όπου οι απεργίες ήταν άγριες κι ένοπλες, όπου οι εργαζόμενοι στα τραμ της Μαδρίτης αποπειρώνταν να διαχειριστούν αυτόνομα την επιχείρηση, κι όπου τεράστια πλήθη εφορμούσαν στις φυλακές για να ελευθερώσουν όσους μπορούσαν απ’ τους 30.000 πολιτικούς κρατουμένους. Όπως το έθεσε ένας σοσιαλιστής ηγέτης: “Οι πιθανότητες σταθεροποίησης ενός δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα μας λιγοστεύουν κάθε μέρα. Οι εκλογές δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση του εμφυλίου πολέμου” (ή μια εφησυχαστική καρικατούρα του θα μπορούσε να προσθέσει κανείς).

Το καλοκαίρι του 1936, ήταν πια κοινό μυστικό ότι ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν στον ορίζοντα. Αφού έδωσε στους στασιαστές κάθε ευκαιρία να προετοιμασθούν, το Λαϊκό Μέτωπο, εκλεγμένο τον Φλεβάρη, ήταν πρόθυμο να διαπραγματευθεί κι ίσως ακόμα να παραδοθεί. Οι πολιτικοί θα έκαναν τις δικές τους συνθηκολογήσεις με τους στασιαστές, όπως έκαναν με τη δικτατορία του Primo de Riveira (1923-31), που απολάμβανε τη στήριξη των σοσιαλιστών (ο Caballero είχε υπηρετήσει στην κυβέρνηση ως τεχνικός σύμβουλος, πριν να γίνει Υπουργός Εργασίας το 1931, κι έπειτα επικεφαλής της δημοκρατικής κυβέρνησης απ’ τον Σεπτέμβρη 1936 ως τον Μάη 1937). Μετά απ’ αυτό, ο στρατηός που υπάκουε δημοκρατικές εντολές δυο χρόνια νωρίτερα όταν συνέθλιβε την εξέγερση των Αστουριών -ο Φράνκο- πόσο κακός θα μπορούσε να είναι;

Όμως το προλεταριάτο στάθηκε όρθιο, εμπόδισε το πραξικόπημα στην μισή χώρα, και παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας. Στη δράση τους αυτή, οι εργάτες προφανώς πολεμούσαν τον φασισμό, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δρουσαν ως ααντιφασίστες, καθώς οι δράσεις τους σημάδευαν εξίσου ενάντια στον Φράνκο όσο κι ενάντια σ’ ένα δημοκρατικό κράτος που ανησυχούσε πιο πολύ για την πρωτοβουλία των μαζών παρά απ’ τη στάση των στρατιωτικών. Τρεις πρωθυπουργοί πέρασαν μέσα σ’ ένα 24ωρο πριν γίνει δεκτή η ήδη αποφασισμένη απ’ το λαό εξόπλισή του.

Γι’ ακόμα μια φορά, το ξετύλιγμα της εξέγερσης έδειξε ότι το πρόβλημα της βίας δεν είναι πρωταρχικά ένα τεχνικό πρόβλημα. Η νίκη δεν ανήκει στην πλευρά με το προβάδισμα όπλων, ή αριθμών, αλλά μάλλον σ’ αυτήν που τολμά να πάρει την πρωτοβουλία. Εκεί όπου οι εργάτες εμπιστεύθηκαν τις τύχες τους στο κράτος, το κράτος παρέμεινε παθητικό ή απλά υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα, όπως έγινε στη Σαραγόσα. Όμως όταν οι αγώνες τους ήταν συνεκτικοί και οξείς, όπως στην Μάλαγα, οι εργάτες κέρδιζαν. Όπου υστερούσαν σε σθένος, το πλήρωναν σε αίμα -20.000 νεκροί στη Σεβίλλη.

Έτσι, ο ισπανικός εμφύλιος ξεκίνησε με μια αυθεντική εξέγερση, αλλά ένας τέτοιος χαρακτηρισμός συλλήβδην είναι ατελής. Αληθεύει μόνο όσον αφορά την εναρκτήρια πράξη: μια ουσιαστική προλεταριακή ανταρσία. Αφού τσάκισαν τις δυνάμεις τις αντίδρασεις σε μια σειρά από πόλεις, οι εργάτες είχαν την εξουσία. Όμως, τί σκόπευαν να την κάνουν; Θα πρεπε άραγε να την αποδώσουν πίσω στο δημοκρατικό κράτος, ή θα πρεπε να περάσουν ίσως σε μια κομμουνιστική δικτατορία;

Δημιουργημένη αμέσως μετά την εξέγερση, η Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών συμπεριλάμβανε αντιπροσώπους από την CNT, τη FAI, την UGT (σοσιαλιστικό συνδικάτο), το POUM, το PSUC (προϊόν της πρόσφατης συνένωσης μεταξύ του ΚΚ και των Σοσιαλιστών της Καταλωνίας), και τεσσάρων αντιπροσώπων της Generalitat, της καταλανικής τοπικής κυβέρνησης. Ως μια ευθυτενής γέφυρα μεταξύ του εργατικού κινήματος και του κράτους, κι επιπλέον, προσδεδεμένη αν όχι ενσωματωμένη στο Υπουργείο Άμυνας της Generalitat, από την παρουσία μέσα της του συμβούλου του υπουργείου άμυνας, του κομμισσάριου δημοσίας τάξης κλπ. Η Κεντρική Επιτροπή των Πολιτοφυλακών σύντομα άρχισε να διαλύεται.

Ασφαλώς, καθώς απεμπολούσαν την αυτονομία τους, οι περισσότεροι προλετάριοι πίστευαν ότι, παρά τα φαινόμενα, προσδένονταν περισσότερο στην πραγματική εξουσία, ενώ απέδιδαν στους πολιτικούς και μόνο το προσωπείο της εξουσίας, το οποίο βεβαίως δεν εμπιστεύονταν και το οποίο θεωρούσαν ότι μπορούν να ελέγξουν και να προσανατολίσουν προς μια ευνοϊκή διεύθυνση. Άλλωστε, τί τα είχαν τα όπλα;

Αυτό ήταν ένα μοιραίο λάθος. Το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν ποιός έχει τα όπλα, αλλά μάλλον: τί κάνουμε με τα όπλα; 10.000 ή 100.000 προλετάριοι οπλισμένοι ως τα δόντια δεν είναι τίποτα εάν εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους σε οτιδήποτε πέραν της ίδιας της δύναμής τους ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα ή τον επόμενο χρόνο, η δύναμη της οποίας την εξουσία αναγνωρίζουν θα τους πάρει μέσ’ απ’ τα χέρια τα όπλα που απέτυχαν να στρέψουν εναντίον της.

“Στην πραγματικότητα, η μάχη στην Ισπανία μεταξύ μιας “νόμιμης” κυβέρνησης και “στασιαστικών δυνάμεων” δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια μάχη για διαφορετικά ιδανικά, όσο ένας αγώνας μεταξύ αποφασισμένων καπιταλιστικών ομάδων ενσωματωμένων στην αστική δημοκρατία κι άλλων καπιταλιστικών ομάδων… Το ισπανικό υπουργικό συμβούλιο δεν έχει καμιά διαφορά ως προς τις αρχές του από το αιμοσταγές καθεστώς Leroux που σφάγιασε χιλιάδες ισπανούς προλεταρίους το 1934… Οι ισπανοί εργάτες συνεχίζουν να καταπιέζονται με τα όπλα στα χέρια τους!” [7]

Οι εξεγερμένοι δεν επιτέθηκαν στην νόμιμη κυβέρνηση, μ’ άλλα λόγια στο κράτος ως είχε τότε, και κάθε δράση τους που ακολούθησε, έλαβε χώρα κάτω απ’ την ομπρέλα του. “Μια επανάσταση ξεκίνησε χωρίς να ξετυλιχθεί ποτέ” όπως έγραψε ο Orwell. Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο που καθόρισε την έκβαση ενός ολοένα χειροτερεύοντος ένοπλου αγώνα ενάντια στον Φράνκο, όπως επίσης και η εξάντληση και καταστροφή κι απ’ τα δυο στρατόπεδα των κολλεκτίβων και των συνεταιρισμών. Μετά το καλοκαίρι του 1936, η πραγματική εξουσία στην Ισπανία εξασκούταν από το κράτος, κι όχι από οργανώσεις, συνδικάτα, κολλεκτίβες, επιτροπές κλπ. Ακόμα κι αν ο Νιν, ο επικεφαλής του POUM, ήταν σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, “Το POUM δεν κατάφερε πουθενά να έχει την όποια επιρροή επί της αστυνομίας”, όπως παραδέχθηκε ένας υπερασπιστής του κόμματος αυτού [8]. Ενώ οι εργατικές πολιτοφυλακές ήταν πράγματι ο ανθός του δημοκρατικού στρατού και πλήρωναν βαρύ το τίμημα στα πεδία των μαχών, δεν τους έπεφτε κανένας λόγος στις αποφάσεις της ηγεσίας, που σταθερά τις ενσωμάτωνε σε τακτικές μονάδες (μια διαδικασία που είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του 1937), προτιμώντας να τις οδηγήσει στην εξόντωση παρά να ανεχθεί την αυτονομία τους. Όσον αφορά την πανίσχυρη CNT, έχασε βαθμιαία έδαφος προς όφελος ενός ΚΚ που ήταν εντελώς αδύναμο πριν τον Ιούλη 1936 (έχοντας μόλις 14 βουλευτές στην κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου, απέναντι σε 85 σοσιαλιστές), όμως το οποίο κατάφερνε να πλασάρεται ολοένα και περισσότερο ως αναπόσπαστο στοιχείο του κρατικού συμπλέγματος και να επωφελείται από το κράτος απέναντι στους ριζοσπάστες, και ιδιαίτερα απέναντι στους μαχητές της CNT. Το ερώτημα ήταν: ποιός διευθύνει την κατάσταση; και η απάντηση ήταν: το κράτος όποτε το βρίσκει απαραίτητο εξασκεί την εξουσία του, είτε ύπουλα είτε βάναυσα.

Αν η δημοκρατική αστική τάξη και οι σταλινικοί έχασαν πολύτιμο χρόνο διαλύοντας τις αγροτικές κολλεκτίβες, αφοπλίζοντας τις πολιτοφυλακές του POUM, και κυνηγώντας τροτσκιστές “σαμποτέρς” και άλλους “πράκτορες του Χίτλερ” ακόμα και τη στιγμή που ο αντιφασισμός θα ΄πρεπε να τα ρίχνει όλα στον αγώνα ενάντια στον Φράνκο, αυτό δεν ήταν τόσο από ένα αυτοκτονικό ένστικτο. Για το κράτος και το ΚΚ (το οποίο καθίστατο γοργά η ραχοκοκκαλιά του κράτους μέσα απ’ τον στρατό και την αστυνομία), αυτές οι επιχειρήσεις δεν ήταν χάσιμο χρόνου. Ο επικεφαλής του PSUC λέγεται ότι είπε: “Πριν τη Σαραγόσα, πρέπει να πάρουμε τη Βαρκελώνη”. Ο κύριος στόχος τους δεν ήταν ποτέ να τσακισθεί ο Φράνκο, αλλά να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις μάζες, γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν άλλωστε τα κράτη, και μ’ αυτόν τον τρόπο ο σταλινισμός χτίζει τη δύναμή του. Η Βαρκελώνη έπεσε από τα χέρια των προλεταρίων. Η Σαραγόσα παρέμεινε στα χέρια των φασιστών.

Βαρκελώνη: Μάης 1937

Η αστυνομία προσπάθησε να καταλάβει το τηλεφωνικό κέντρο που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο αναρχικών (και σοσιαλιστών) εργατών. Στην καταλανική μητρόπολη, καρδιά και σύμβολο της επανάστασης, οι νόμιμες αρχές δε σταματούσαν πουθενά προκειμένου να αφοπλίσουν κάθε τι που παρέμενε ζωντανό, ανεξέλεγκτο και αντι-αστικό. Η τοπική αστυνομία, επιπλέον, ήταν στα χέρια του PSUC (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικο Κόμμα Καταλωνίας – αδελφό κόμμα του ισπανικού ΚΚ). Αντιμέτωποι με μια ανοιχτά εχθρική εξουσία, οι προλετάριοι τελικά κατάλαβαν ότι η εξουσία αυτή δεν ήταν δική τους, ότι της είχαν παραχωρήσει το δώρο της εξέγερσής τους δέκα μήνες νωρίτερα, και ότι πια η εξέγερσή τους είχε στραφεί εναντίον τους. Ως αντίδραση στην αρπαγή αυτής της εξουσίας από το Κράτος, μια γενική απεργία παρέλυσε τη Βαρκελώνη. Ήταν πια αργά. Οι εργάτες είχαν ακόμη την ικανότητα να εξεγείρονται ενάντια στο Κράτος (που είχε πάρει αυτή τη φορά τη δημοκρατική του μορφή), αλλά δεν μπορούσαν πλέον να ωθήσουν τους αγώνες τους προς ένα σημείο ανοιχτής ρήξης.

Όπως πάντα, το «κοινωνικό» ζήτημα κυριάρχησε εκ των προτέρων επί του στρατιωτικού. Η νόμιμες αρχές δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τις οδομαχίες. Μέσα σε λίγες ώρες, στη θέση ενός πεδίου ανταρτοπολέμου, ενός πολέμου θέσεων, στήθηκε μια κούρσα καταλήψεων κτιρίων έναντι κτιρίων. Κυριάρχησε μια αμυντική εκεχειρία στην οποία κανείς δεν μπορούσε να νικήσει μιας και κανείς δεν επιτιθόταν. Με την ίδια την επιθετική της δυνατότητα μειωμένη, η αστυνομία δε ριψοκινδύνευε να εμπλακεί σε επιθέσεις κτιρίων που είχαν καταλάβει οι αναρχικοί. Γενικά μιλώντας η τοπική αστυνομία και το κράτος κατείχαν το κέντρο της πόλης, ενώ η CNT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας – υπό τον έλεγχο των αναρχοσυνδικαλιστών) και το POUM (μαρξιστές) κατείχαν τις εργατικές συνοικείες. Το στάτους κβο τελικά κρίθηκε με πολιτικά μέσα. Οι μάζες κατέθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις δυο οργανώσεις που δέχονταν επίθεση, ενώ οι τελευταίες, φοβισμένες πως θα έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με το κράτος, έπεισαν τους ανθρώπους να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους (αν και όχι χωρίς κάποια δυσκολία) κι έτσι υπέσκαψαν την μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τους σώσει τόσο πολιτικά όσο και «φυσικά». Αμέσως μόλις τελείωσε η απεργία, γνωρίζοντας ότι πλέον έχει το πάνω χέρι της κατάστασης, η κυβέρνηση έφερε 6.000 φρουρούς των Ταγμάτων Επίθεσης, επίλεκτο τμήμα της αστυνομίας. Από τη στιγμή που αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση των «αντιπροσωπευτικών οργανώσεων» και των μεσολαβητικών συμβουλίων του POUM και της CNT, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που είχαν νικήσει τον φασιστικό στρατό τον Ιούλη του 1936 παραδόθηκαν αμαχητί στην Δημοκρατική Αστυνομία τον Μάη του 1937.

Στο σημείο εκείνο, η καταστολή μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της. Μόνο μερικές εβδομάδες ήταν αρκετές ώστε να τεθεί εκτός νόμου το POUM, να συλληφθούν οι ηγέτες του, και να θανατωθούν είτε νόμιμα είτε όχι, και να εξαφανιστεί ο Νιν (πρόεδρος του POUM). Ένας παράλληλος αστυνομικός μηχανισμός στήθηκε κρυφά σε τοπικό επίπεδο, οργανωμένος από το NKVD (Σ.τ.μ: Narodnii Komissariat Vnoutrennikh Diél – υπηρεσία πληροφοριών της ΕΣΣΔ) και τον μυστικό σχηματισμό της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), που έδινε λογαριασμό απευθείας στην Μόσχα και μόνο. Από το σημείο εκείνο, καθένας που έδειχνε την παραμικρή αντίθεση στο Δημοκρατικό Κράτος και τον βασικό σύμμαχό του, την ΕΣΣΔ, αποκηρυσσόταν και καταδιωκόταν ως «φασίστας», καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο ένας στρατός από καλοπροαίρετες, ευγενικές ψυχές ήταν πρόθυμος να επαναλάβει την ανθρωποσφαγή, κάποιοι από άγνοια, άλλοι από προσωπικό συμφέρον, αλλά όλοι τους πεπεισμένοι πως καμιά τέτοια αποκήρυξη δεν ήταν περιττή, τη στιγμή που ο φασισμός προέλαυνε. Η λύσσα που απελευθερώθηκε απέναντι στο POUM δεν ήταν απροσδόκητη. Αντιτιθέμενο στις δίκες της Μόσχας, το POUM είχε καταδικαστεί στο να καταστραφεί από έναν Σταλινισμό που επιδόθηκε σε έναν ανελέητο παγκόσμιο αγώνα ενάντια στους αντιπάλους του, για τον έλεγχο των μαζών. Τη στιγμή εκείνη, τα περισσότερα κόμματα, σχολιαστές κι ακόμα και η Λίγκα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δε δίσταζαν να συνηγορήσουν στην ενοχή των κατηγορουμένων. Εξήντα χρόνια αργότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία καταδικάζει αυτές τις δίκες και τις βλέπει σαν ένα σημάδι του παρανοϊκού κυνηγιού της εξουσίας του Κρεμλίνου. Λες και τα σταλινικά εγκλήματα δεν είχαν καμιά σχέση με τον αντιφασισμό! Η αντιφασιστική λογική πάντοτε θα ευθυγραμμίζεται με τις πιο συμβατικές δυνάμεις και πάντοτε θα πολεμάει τις πιο ριζοσπαστικές.

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, τον Μάη του 1937, δόθηκε ένα στίγμα, αυτού που λίγους μόνο μήνες νωρίτερα, θα ήταν αδιανόητο: Ένας σοσιαλιστής πολύ δεξιότερος ακόμα κι από τον Caballero, ο Negrin, θα ηγείτο μιας κυβέρνησης η οποία θα γινόταν συνώνυμη του «νόμου και της τάξης», περιλαμβάνοντας φυσικά την καταστολή ενάντια στους εργαζομένους. Ο Orwell, ο οποίος κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του στα γεγονότα αυτά, αντιλήφθηκε ότι ο πόλεμος «για τη δημοκρατία» είχε προφανώς τελειώσει. Αυτό που έμενε ήταν ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε δυο φασισμούς, με τη διαφορά ότι ο ένας ήταν λιγότερο απάνθρωπος από τον άλλον. Ωστόσο, ο Orwell υπέκυψε στην αναγκαιότητα να αποφευχθεί ο «πιο απογυμνωμένος και ανεπτυγμένος φασισμός του Φράνκο και του Χίτλερ». Από το σημείο αυτό κι έπειτα, το μόνο ζήτημα ήταν ο αγώνας για έναν φασισμό λιγότερο άσχημο από τον αντίπαλό του…

Ο πόλεμος κατατρώει την επανάσταση

Η εξουσία δεν βρίσκεται πια στις κάννες των όπλων, όπως δε βρίσκεται ούτε στα εκλογικά παραβάν. Καμιά επανάσταση δεν είναι ειρηνική, αλλά και ποτέ η “στρατιωτική” της διάσταση δεν είναι η κεντρική. Το ζήτημα δεν είναι εάν οι προλετάριοι θα πραγματοποιήσουν τελικά το πέσιμο στα οπλοστάσια, αλλά εάν θα πραγματοποιήσουν αυτό που είναι: όντα εμπορευματοποιημένα που πια δεν μπορούν ούτε και θέλουν να υπάρχουν ως εμπορεύματα, και των οποίων η εξέγερση ξεπερνά την καπιταλιστική λογική. Τα οδοφράγματα και τα αυτόματα προκύπτουν όλα απ’ αυτό το “όπλο”. Όσο μεγαλύτερη η αλλαγή στην κοινωνική ζωή, τόσο λιγότερα όπλα θα χρειαστούν, και τόσο λιγότερες απώλειες θα υπάρξουν. Μια αυθεντικά κομμουνιστική επανάσταση δε θα μοιάζει ποτέ με ανθρωποσφαγή: όχι από υποτιθέμενα μη-βίαια ιδεώδη, αλλά επειδή η επανάσταση περισσότερο ανατρέπει (συμπεριλαμβανομένου του στρατού) παρά καταστρέφει.

Το να φανταζόμαστε ένα προλεταριακό μέτωπο απέναντι σ’ ένα αστικό μέτωπο σημαίνει ν’ αντιλαμβανόμαστε το προλεταριάτο με αστικούς όρους, στα πρότυπα μιας πολιτικής επανάστασης ή ενός πολέμου (που παίρνει την εξουσία κάποιου, καταλαμβάνει τα εδάφη του). Καθ’ αυτόν τον τρόπο, επαναφέρει κανείς στο παιχνίδι όσα το εξεγερτικό κίνημα είχε ξεπεράσει: την ιεραρχία, τον σεβασμό για τους ειδικούς, για την ειδική γνώση, για τις τεχνικές που επιλύουν τα προβλήματα, κατά κάποιο τρόπο για κάθε τι, που θα ξαλάφρωνε τον ρόλο του κοινού ανθρώπου. Στην Ισπανία, απ’ το φθινόπωρο του 1936 κι έπειτα, η επανάσταση εξελίχθηκε σε έναν πολεμικό ανταγωνισμό, και σ’ ένα είδος αναμέτρησης τυπικό των κρατών: ένας πόλεμος μετώπων. Σύντομα η “πολιτοφυλακή” της εργατικής τάξης θα εξελισσόταν σ’ έναν τυπικό “στρατό”.

Χωρισμένοι σε “ταξιαρχίες”, οι εργάτες αποχωρούσαν απ’ τη Βαρκελώνη για να νικήσουν τους φασίστες και στις άλλες πόλεις, ξεκινώντας απ’ τη Σαραγόσα. Η επέκταση της επανάστασης και σε περιοχές πέραν του δημοκρατικού ελέγχου ωστόσο, θα σήμαινε κι ότι η επανάσταση εντός των δημοκρατικών περιοχών έχει ολοκληρωθεί. Όμως ακόμα κι ο Ντουρρούτι δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι το κράτος παρέμενε παντού ανέπαφο. Καθώς η ταξιαρχία του (ένα 70% της οποίας αποτελούταν από αναρχικούς) προχωρούσε, επέκτεινε τις κολλεκτιβοποιήσεις: οι πολιτοφύλακες βοηθούσαν τους χωρικούς και έσπειραν τις επαναστατικές ιδέες. Ωστόσο, όσο κι αν δήλωνε ο Ντουρρούτι ότι “αυτές οι πολιτοφυλακές δε θα υπερασπιστούν ποτέ την μπουρζουαζία”, η αλήθεια είναι ότι δεν της επιτίθονταν κιόλας. Δυο βδομάδες πριν το θάνατό του, μίλησε στο ραδιόφωνο, στις 4 Νοέμβρη 1936, λέγοντας:

“Στο μέτωπο και στα χαρακώματα, μια ιδέα μόνο υπάρχει κι ένας σκοπός -η καταστροφή του φασισμού”.

“Καλούμε τον λαό της Καταλωνίας να σταματήσει κάθε εσωτερική διαμάχη και φιλονικία, να ξεχάσει κάθε ζήλια και κάθε πολιτική διαφορά, και να σκεφτεί τον πόλεμο και μόνον. Οι πολιτικοί δεν κάνουν άλλο απ’ τα γνωστά τους κόλπα για να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους μια άνετη ζωή. Αυτή η αμφίβολη τέχνη πρέπει ν’ αντικατασταθεί απ’ την τέχνη της εργασίας. Ο λαός της Καταλωνίας πρέπει να φανεί αντάξιος των αδελφών του που μάχονται στο μέτωπο. Αν οι εργάτες της Καταλωνίας ανέλαβαν το ύψιστο καθήκον να πολεμήσουν στα διάφορα μέτωπα, αυτοί που ζουν στις πόλεις και τα χωριά θα πρέπει επίσης να κινητοποιηθούν για να πράξουν το μερίδιό τους. Η ηρωική πολιτοφυλακή μας, έτοιμη να χάσει τη ζωή της στα πεδία των μαχών, πρέπει να είναι σίγουρη για το ποιόν έχει πίσω της. Νιώθουν ότι κανείς δε θα πρεπε να απέχει απ’ τα καθήκοντά του εξαιτίας μη καταβολής αυξήσεων στον μισθό του ή μη ελάτωσης των ωρών εργασίας. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι του μόχθου κι ιδιαίτερα αυτοί της CNT, πρέπει να είναι έτοιμοι για την μέγιστη θυσία. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα θριαμβεύσουμε κατά του φασισμου”.

“Απευθύνομαι σ’ όλες τις οργανώσεις, ζητώντας τους να θάψουνε τις συγκρούσεις και τους καυγάδες τους…”

“Η στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών επικυρώθηκε. Εάν αυτό έγινε για να μας τρομοκρατήσει, να μας επιβάλει μια σιδηρά πειθαρχία, τότε ήταν μια λανθασμένη πολιτική. Προκαλούμε αυτούς που επικύρωσαν αυτό το διάταγμα να έρθουν στο μέτωπο και να δουν με τα μάτια τους το ηθικό και την πειθαρχία μας και να τα συγκρίνουν με το ηθικό και την πειθαρχία στα μετόπισθεν. Δεν έχουμε καμμιά πρόθεση να δεχθούμε μια πειθαρχία που μας επιβάλεται ετσιθελικά. Κάνουμε το καθήκον μας. Ελάτε στο μέτωπο να δείτε την οργάνωσή μας! Αργότερα μπορούμε να έρθουμε στη Βαρκελώνη να εξετάσουμε με τη σειρά μας τη δική σας οργάνωση, την πειθαρχία και τον έλεγχό σας!”

“Δεν υπάρχει κανένα χάος στο μέτωπο, καμμιά έλλειψη πειθαρχίας. Έχουμε όλοι μας ψηλά το αίσθημα της υπευθυνότητας. Γνωρίζουμε τί μας έχετε εμπιστευθεί. Μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι. αλλά να θυμάστε ότι δεν έχουμε εγκαταλείψει τη Βαρκελώνη στα χέρια σας. Απαιτούμε υπευθυνότητα και πειθαρχία κι από την μεριά σας. Αφήστε μας να αποδείξουμε την ικανότητά μας να αποφύγουμε τη δημιουργία νέων διαφορών μετά τον πόλεμό μας ενάντια στον φασισμό. Αυτοί που επιθυμούν την ανάδειξή της δικής τους οργάνωσης ώς ισχυρότερη, δουλεύουν στη λάθος κατεύθυνση. Ενάντια στην τυραννία υπάρχει μόνο ένα μέτωπο, μια οργάνωση και μια πειθαρχία” [10]

Οι ακροατές θα πίστευαν ότι μια επανάσταση πραγματικά λαμβάνει χώρα, πολιτικά και οικονομικά, και η οποία απλώς χρειάζεται τη στρατιωτική ολοκλήρωσή της: το τσάκισμα των φασιστών. Ο Ντουρρούτι και οι σύντροφοί του ενσωμάτωναν μια ενέργεια η οποία δεν περίμενε το 1936 για την έφοδό της στο υπάρχον σκηνικό. Κι όμως, ολόκληρη η μαχητική βούληση του κόσμου αυτού δεν είναι αρκετή, όταν οι εργάτες στοχεύουν μ’ όλη τους την ενέργεια ενάντια σε μια συγκεκριμένη μορφή του κράτους, κι όχι ενάντια στο κράτος καθεαυτό. Στα μέσα του 1936, αποδεχόμενοι να διεξάγουν έναν πόλεμο χαρακωμάτων σήμαινε να παρατήσουν τα κοινωνικά και πολιτικά όπλα στα χέρια της μπουρζουαζίας που έμενε στα μετόπισθεν, κι επίσης σήμαινε να στερήσουν τη στρατιωτική δράση από την πρωταρχική ώθηση που αντλεί από ένα άλλο πεδίο, το μόνο στο οποίο το προλεταριάτο έχει το πάνω χέρι. Όπως έγραφε η “Ολλανδική Αριστερά”:

“Αν οι εργάτες πραγματικά επιθυμούν να οικοδομήσουν ένα αμυντικό μέτωπο ενάντια στους λευκούς, ο μόνος τρόπος να το κάνουν είναι να πάρουν την πολιτική εξουσία οι ίδιοι, αντί να την αφήσουν στα χέρια μιας κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου. Μ’ άλλα λόγια, η υπεράσπιση της επανάστασης είναι εφικτή μόνο μέσ’ από τη δικτατορία του προλεταριάτου, κι όχι από μια συνεργιασία όλων των αντιφασιστικών κομμάτων… Η προλεταριακή επανάσταση περιστρέφεται γύρω απ’ την καταστροφή του παλιού κρατικού μηχανισμού, και την ανάληψη των κεντρικών λειτουργιών της εξουσίας από τους ίδιους τους εργάτες”. [11]

Το καλοκαίρι του 1936, μακράν του να απολαμβάνουν μια αποφασιστική στρατιωτική υπεροχή, οι εθνικιστές δεν κατείχαν ακόμη καμιά μεγάλη πόλη. Η δύναμή τους έδραζε στην Λεγεώνα των Ξένων και στους “Μαυριτανούς” του Μαρόκκου. Το 1912, το Μαρόκκο είχε διαμοιραστεί απ’ τη Γαλλία και την Ισπανία σε δύο προτεκτοράτα, αλλά είχε από καιρό εξεγερθεί ενάντια στις αποικιακές φιλοδοξίες καί των δυο χωρών. Ο ισπανικός βασιλικός στρατός είχε ηττηθεί βαριά εκεί το 1921, κυρίως λόγω της λιποταξίας των μαροκκινής καταγωγής στρατιωτών του. Παρά τη Γαλλο-Ισπανική συνεργασία, ο Πόλεμος του Ριφ στον οποίον διακρίθηκε ένας στρατηγός ονόματι Φράνκο) τελείωσε μόνο μετά την παράδοση του Abd el-Krim, το 1926. Δέκα χρόνια &alpha