Tag Archives: κριτική θεωρία

Από τη Σουηδία στην Τουρκία: Η άνιση δυναμική της εποχής των ταραχών – Blaumachen

Αναδημοσίευση από blaumachen, μέσω communisation.

Η έκρηξη της Τουρκίας θέτει επιτακτικά την ανάγκη να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τι συμβαίνει, τι παράγεται, ποια είναι τα νέα όρια που παράγονται στην περίοδο που ονομάσαμε εποχή των ταραχών και πώς θα ξεπεραστούν. Ο συνδυασμός των γεγονότων της Σουηδίας με την Τουρκία, η συνάντηση τους στο χρόνο επικυρώνει την ύπαρξη δύο δυναμικών της ταξικής πάλης που κινούνται με σχετική αυτονομία. Δεν μπορούμε να παραβλέπουμε ότι η αναμενόμενη συνάντηση αυτών των πρακτικών δεν προβλέπεται να είναι ευχάριστη καθώς θα θέσει το ζήτημα των σχέσεων δύο παραγόμενων «υποκειμένων» τα οποία δεν έχουν κοινό ορίζοντα στη δραστηριότητα τους προς το παρόν. Το επίδικο όμως από τη σκοπιά της επανάστασης είναι πώς θα παραχθεί από την αναμενόμενη συνάντηση τους το αναγκαίο ξεπέρασμα τους, η μετατροπή του αγώνα σε λήψη κομμουνιστικών μέτρων ενάντια στο κεφάλαιο, δηλαδή σε αμφισβήτηση όλων των κοινωνικών ρόλων που συγκροτούν την κοινωνία, σε κομμουνιστικοποίηση.

Υπάρχει ακόμη μια τρίτη δυναμική που είναι τα διεκδικητικά κινήματα γύρω από το μισθό που λαμβάνουν χώρα κυρίως στην περιφέρεια που ενσωμάτωσε ο ιστορικός νεοφιλελευθερισμός στη διεθνοποιημένη συσσώρευση, στην Κίνα και τη νοτιοανατολική Ασία, αλλά ακόμη δεν προκύπτει από τις εξελίξεις η συνάντηση αυτής της δυναμικής με τις υπόλοιπες. Υπάρχει και μια τέταρτη δυναμική που αφορά την εξέλιξη των αντιφάσεων στα λατινοαμερικανικά κράτη που κατόρθωσαν να ενσωματώσουν την αντίσταση στο νεοφιλελευθερισμό μέσα στο κράτος (η Χιλή αποτελεί σημαντική εξαίρεση, το κίνημα της κατασκευασμένης κοινωνικής κατηγορίας «νεολαία», εντάσσεται περισσότερο στις δυναμικές των ταραχών). Αυτή η τέταρτη δυναμική είναι ακόμη περισσότερο αυτόνομη προς το παρόν, παρότι μπορεί να μας απασχολήσει ειδικά στην Ελλάδα στο μέλλον. Εδώ θα ασχοληθούμε με τις δύο πρώτες.

Από τη μία πλευρά έχουμε τη σειρά ταραχών «των αποκλεισμένων», και από την άλλη πλευρά εμφανίζεται από το 2011 μια σειρά ταραχών στην οποία το σημαντικό στοιχείο σε ότι αφορά τη σύνθεση είναι ότι εμπλέκονται και τα λεγόμενα «μεσαία στρώματα», και ο «δημοκρατικός» λόγος τους συγκροτεί τα κινήματα που παράγονται. Οι ταραχές των αποκλεισμένων λαμβάνουν χώρα σε κράτη που βρίσκονται ψηλά στην καπιταλιστική ιεραρχία. Αντίθετα οι ταραχές στις οποίες κυριαρχεί ο δημοκρατικός ορίζοντας που συγκροτεί πολιτικά τα μεσαία στρώματα και μορφοποιεί τα κινήματα «των πλατειών», συμβαίνουν κυρίως σε κράτη της δεύτερης ζώνης και στις «αναδυόμενες οικονομίες». Το γεγονός ότι ένα κράτος που δεν ανήκει σ’ αυτές τις ζώνες, η Ισπανία, περιλαμβάνεται σ’ αυτήν την ομαδοποίηση είναι στοιχείο που δείχνει ότι η κρίση επικυρώνει την υπονόμευση αυτής της διαστρωμάτωσης που λάμβανε χώρα ήδη κατά την εξέλιξη αυτού του κύκλου συσσώρευσης (από την κρίση της δεκαετίας του 1970 μέχρι περίπου το 2008). Ο πολύ σκληρός πυρήνας (ΗΠΑ-Γερμανία) δεν έχει ακόμη ενταχθεί στις δυναμικές αυτές. Το κίνημα Occupy Wall Street παρότι έδωσε το όνομα του στη δεύτερη δυναμική που εξετάζουμε, εντάσσεται μόνο περιφερειακά σε αυτή: πρόκειται για κίνημα ακτιβιστών (όπως άλλωστε και το Blockupy στη Γερμανία), όχι για μαζικό κίνημα, όπως της Ισπανίας, της Ελλάδας, το κίνημα της «αραβικής άνοιξης» και το κίνημα της Τουρκίας.

Οι ριζικά αποκλεισμένοι από το επίσημο κύκλωμα παραγωγής υπεραξίας (αυτός είναι ο τρόπος ενσωμάτωσης τους στην καπιταλιστική κοινωνία: ενσωμάτωση δια του αποκλεισμού) δεν αρθρώνουν λόγο, μόνος λόγος τους οι λεηλασίες και η καταστροφή. Δεν διεκδικούν, είναι γι’ αυτούς ήδη δεδομένο ότι δεν έχει νόημα (αλλιώς θα το έκαναν), γνωρίζουν ήδη ότι το κράτος δε θα τους ενσωματώσει, αλλά θα επιδιώξει να τους διαχειριστεί ως πλεονάζοντα πληθυσμό και στο βαθμό που η κρίση/αναδιάρθρωση που λαμβάνει χώρα από το 2008 περικόπτει περαιτέρω τις «κοινωνικές δαπάνες», γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτή η διαχείριση γίνεται ολοένα και περισσότερο κατασταλτική. Στην πραγματικότητα ασφυκτιούν μέσα σε μια «φυλακή χωρίς κάγκελα» (όταν δεν έχεις λεφτά ούτε για να φύγεις από τη γειτονιά σου, και όπου και να περπατάς σε στριμώχνει συνεχώς η αστυνομία, είσαι φυλακή). Μέσα στη «φυλακή» αυτή οι σχέσεις κοινότητας μεταξύ τους δεν μπορούν να τους βγάλουν από τη μιζέρια και σε κάποιο βαθμό εντάσσονται στην παράλληλη ανταλλακτική οικονομία, το μικροέγκλημα δηλαδή σε άτυπους θεσμούς στους οποίους αναπαράγεται μια σκληρή καταπιεστική ιεραρχία (για να μη μιλήσουμε για τη θέση των γυναικών). Έτσι, επιτίθενται στη φυλακή τους, επιτίθενται σε όλους τους κρατικούς θεσμούς που αντιλαμβάνονται ότι τους ορίζουν ως φυλακισμένους για μια ζωή, αμφισβητώντας την ώρα της εξέγερσης και τους κοινωνικούς ρόλους τους μέσα στη «φυλακή» τους.

Τα μεσαία στρώματα εξεγείρονται γιατί είναι μεσαία στρώματα υπό κατάρρευση (Ελλάδα, Ισπανία) ή γιατί δεν αφήνονται να συγκροτηθούν ως τέτοια (αραβική άνοιξη) ή γιατί καταστέλλονται και συμπιέζονται πολύ περισσότερο από όσο τους αντιστοιχούσε πριν την κρίση (Τουρκία), κάτι που δεν περιλαμβάνει μόνο το χαμηλότερο εισόδημα από αυτό που «θα έπρεπε» να έχουν, αλλά και όλες τις άλλες κοινωνικές σχέσεις, την εμπορευματοποίηση και περίφραξη του δημόσιου χώρου, το φύλο, την πολιτική ή την πολιτική/θρησκεία που στις περιπτώσεις των αραβικών χωρών είναι όψεις του ίδιου πράγματος, το φυλετικό ζήτημα κτλ. Το ζήτημα των μεσαίων στρωμάτων είναι θεωρητικά ανοικτό. Ο ίδιος ο ορισμός τους είναι ρευστός: Ο παραδοσιακός ορισμός των μεσαίων στρωμάτων αφορούσε τις κατηγορίες της μικρής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής και τα παραδοσιακά ατομικά επαγγέλματα (γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους κτλ.). Σήμερα όμως πώς μπορούν να οριστούν τα μεσαία στρώματα; Πλέον η διαστρωμάτωση τίθεται σε μεγάλο βαθμό μέσα στους μισθωτούς και τους αυτοαπασχολούμενους με «μπλοκάκια» (δηλαδή τους αυτοασφαλιζόμενους μισθωτούς), και γίνεται με βάση τη θέση στην ιεραρχία στην παραγωγική διαδικασία, το εισόδημα, την πρόσβαση στην πίστη κτλ. Και τότε οι μεγάλες μάζες των εξαθλιωμένων άνεργων, των εκ των πραγμάτων φτωχών νέων και των επισφαλών συμπιέζουν προς τα κάτω τη «στάθμη» του μεσαίου στρώματος, και επακόλουθα μειώνουν την πολιτική τους επιρροή στο κράτος.

Αυτές οι δύο δυναμικές, οι ταραχές των αποκλεισμένων και τα μαζικά κινήματα καταλήψεων δημόσιου χώρου στα οποία πρωταγωνιστούν αυτά τα ρευστά μεσαία στρώματα διασταυρώθηκαν μεταξύ τους το Φεβρουάριο του 2012 στην Ελλάδα (αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση τα μεσαία στρώματα ήταν ήδη υπό κατάρρευση). Αυτή η διασταύρωση ήταν αποτέλεσμα των ιδιαιτεροτήτων της Ελλάδας, στην οποία εξάλλου πέρα από το Σύνταγμα το 2011 είχε συμβεί και ο «Δεκέμβρης του 2008». Οι ταραχές του Δεκέμβρη του 2008 όπως και οι ταραχές των φοιτητών στη Χιλή και στον Καναδά τοποθετούνται μέσα στο φάσμα πρακτικών ανάμεσα στις δύο αυτές δυναμικές. Σ’ αυτές τις ταραχές αναδύεται η «νεολαία» ως κατασκευασμένο κοινωνικό υποκείμενο που αποτελείται από εκείνους και εκείνες που βρίσκουν όλες τις πόρτες κλειστές, που δεν πρόκειται να ανέβουν τη σκάλα της κοινωνικής ανόδου, αλλά που δεν είναι δομικά αποκλεισμένοι όπως οι «ταραχοποιοί» της Στοκχόλμης και της Αγγλίας.

Τα ζητήματα που θέτει η επικαιροποίηση της εποχής των ταραχών που λαμβάνει χώρα στη Σουηδία και στην Τουρκία είναι σημαντικά:

Α) Θα μπορέσει το κράτος να δημιουργήσει τη συναίνεση του προλεταριάτου των χωρών της πρώτης ζώνης σε μια διαχείριση που στρέφεται ενάντια στους αποκλεισμένους; Αυτή η τάση φαίνεται ότι παράγεται ως σχεδόν αναγκαστική απάντηση στην επικαιροποίηση αυτής της δυναμικής από τα γεγονότα στη Σουηδία (η ανάδυση του EDL αλλά και η αύξηση της πολιτικής επιρροής του UKIP στην Αγγλία συνδέεται άμεσα με το θέμα αυτό, ανάδυση που δεν μπόρεσε να συμβεί μετά τις ταραχές του 2011 οι οποίες είχαν περισσότερο λευκό χρώμα). Οι ταραχές στη Σουηδία επικαιροποιούν την κρίση ενσωμάτωσης του προλεταριάτου στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας ως κρίση της μετανάστευσης. Το ζήτημα ενός νέου τύπου φασισμού, με προσανατολισμό τη δημιουργία μιας «ευρωπαικής ταυτότητας», άρα εγγενώς ρατσιστικού περιεχομένου, εγγράφεται στην ατζέντα.

Β) Ποια θα είναι η εσωτερική δυναμική της ενσωμάτωσης των «μεσαίων στρωμάτων» στο προλεταριάτο, όχι μόνο ως κατάσταση αλλά και ως δραστηριότητα; Υπάρχει περίπτωση να συναντηθούν οι πρακτικές «κομμούνας» εκείνων που αμύνονται και προσπαθούν να διασώσουν το ταξικό τους ανήκειν στις πλατείες,  με τις καταστροφικές πρακτικές των αποκλεισμένων; Προς το παρόν τα μόνα δείγματα είναι η συγκρουσιακή συνάντηση στη Γαλλία το Μάρτη του 2006 στο κίνημα ενάντια στο CPE, γεγονός όμως που είναι ήδη απαρχαιωμένο και συνέβη πριν την κρίση, και η 12η Φλεβάρη του 2012 στην Ελλάδα, η οποία όμως ήταν βουτηγμένη στην αντιπαράθεση γύρω από το μνημόνιο και δεν μπορούσε να συνεχιστεί μετά την ήττα της ειδικής διεκδίκησης της. Ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα των «δημοκρατικών κινημάτων», τα οποία, τουλάχιστον ως τώρα, δεν μπορούν να ενσωματωθούν από το κράτος; Τα κινήματα αυτά εμφανίζουν έναν «κοινοτισμό». Η αφετηρία αυτού του κοινοτισμού είναι η υπεράσπιση της κρατικής περιουσίας (τίποτα δεν είναι «κοινό», ότι δεν είναι ιδιωτικό είναι κρατικό) με την χρήση της στη βάση του ορισμού της, δηλαδή ως στοιχείου που υποστηρίζει την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Η πλατεία, το πάρκο, είναι χώροι του «ελεύθερου» χρόνου. Το γεγονός ότι η κρίση/αναδιάρθρωση έχει αυξήσει σημαντικά την ανεργία επιτρέπει σε αρκετούς και αρκετές την συνεχή παρουσία τους σε έναν τέτοιο χώρο κατά τη διάρκεια του κινήματος, χωρίς να θεωρείται παράξενο ότι όποιος δουλεύει έρχεται «μετά τη δουλειά», το απόγευμα και το βράδυ είναι πολύ πιο μαζική η παρουσία του κόσμου. Η ουσία είναι ότι παράγεται η «κοινή ζωή στην κατάληψη». Η «ζωή στην κατάληψη» είναι βέβαια μια εικόνα από το μέλλον που ξεπερνάει τον ορίζοντα του κινήματος, η οποία όμως δεν μπορεί να υποστασιοποιηθεί σε γενικευμένη πράξη αν το κίνημα δεν αμφισβητήσει πραγματικά τη δομή που στηρίζει τη διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, δηλαδή, σε τελική ανάλυση το σύνολο των καπιταλιστικών σχέσεων. Η «κοινότητα του αγώνα», οι «κομμουνιστικές χειρονομίες» δεν πρέπει να υποτιμούνται γιατί αποτελούν το θετικό ορίζοντα στη γενίκευση τους, αλλά στο στάδιο που βρισκόμαστε σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να ψάχνουμε: αφενός τι είναι αυτό που καθηλώνει το κίνημα και δεν το αφήνει να επιχειρήσει να γενικεύσει αυτά τα στοιχεία, αφετέρου ποια στοιχεία του περιεχόμενου του αποτελούν ταυτόχρονα και τις αιτίες του τέλους του. Οι συμμετέχοντες σ’ αυτά τα κινήματα, σε αντίθεση με τις ταραχές των αποκλεισμένων, θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικό να εδαφικοποιήσουν την παρουσία τους (κάτι που δεν είναι άσχετο με τη σημασία της μορφής της γαιοπροσόδου που λαμβάνει η παραγόμενη υπεραξία στο σύγχρονο καπιταλισμό, η εκμετάλλευση μορφοποιεί καθοριστικά την ταξική πάλη). Με την «κατάληψη» διεκδικούν το δικαίωμα της υλικής τους υπόστασης ως υποκειμένου απέναντι στο κράτος, το οποίο θεωρούσαν ότι «τους λογαριάζει». Δεν είναι ήσσονος σημασίας το γεγονός ότι την «περιφρούρηση» της κομμούνας αναλαμβάνει κυρίως ένα κομμάτι νεανικού ανδρικού και φτωχού προλεταριάτου, που έχει εμπειρία συγκρούσεων με την αστυνομία (ο διαχωρισμός αυτού του ρόλου υπήρξε αν και λιγότερο από την Αίγυπτο και στην Τουρκία). Εκ των πραγμάτων αναζητούνται αιτήματα, για να τεθεί κάτι πιο συγκεκριμένο από τη «δημοκρατία» (δες εδώ) στο υποτιθέμενο τραπέζι της διαπραγμάτευσης (το οποίο δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι δεν υπάρχει πλέον και καλούν συνεχώς την κυβέρνηση να παραδεχθεί την ύπαρξη του). Αυτή η διαδικασία, λόγω της άρνησης της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί οτιδήποτε, καταλήγει με φυσικό τρόπο στην αμφισβήτηση της κυβέρνησης. Αναγκαστικά, ένα κίνημα που κύριο ρόλο στη σύνθεση του έχουν τα μεσαία στρώματα ζητά την πτώση της κυβέρνησης, και ένα τέτοιο αίτημα, δεδομένης της απουσίας ενός «κόμματος της εργατικής τάξης» που θα καθοδηγούσε το κίνημα προς την «κατάληψη της εξουσίας», υπονοεί την αντικατάσταση της με μια άλλη κυβέρνηση (που θα μπορέσει να υποστηρίξει την ύπαρξη και αναπαραγωγή της ποιότητας της ζωής που θεωρούν ότι τους αντιστοιχεί). Αυτή η ενδογενής τάση δεν έρχεται σε αντίφαση με τα κοινοτιστικά χαρακτηριστικά των καταλήψεων, τα οποία όμως υποβιβάζονται ως στοιχείο συγκρότησης και μορφοποίησης του κινήματος όταν συγκεκριμενοποιείται ο πολιτικός στόχος. Η Αίγυπτος και η Τυνησία έδειξαν ότι πράγματι η πτώση της κυβέρνησης ολοκληρώνει αυτά τα κινήματα. Στην πραγματικότητα βέβαια, ότι αρχικά φάνταζε ως νίκη γρήγορα αποδείχτηκε ότι είναι ήττα, καθώς νέα αστυνομικά κράτη εγκαθιδρύθηκαν και η αναδιάρθρωση προχωράει κανονικά με περικοπές επιδομάτων, αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων κτλ. Το κίνημα όμως στην Αίγυπτο και την Τυνησία δεν μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια του, καθώς ο αρχικός στόχος που αντιστοιχούσε στην ενότητα του επετεύχθη. Η Τουρκία, το επόμενο ορόσημο αυτής της δυναμικής, που παρά τις διαφορές εντάσσεται σ’αυτό το σχήμα, έχει ένα επιπλέον στοιχείο να αντιμετωπίσει ως κίνημα. Η πολιτική δύναμη της κυβέρνησης είναι πιο ισχυρή από αυτήν της Αιγύπτου και της Τυνησίας. Η ενότητα του κινήματος βασίζεται στην μετατροπή του κράτους σε αστυνομικό κράτος καταστολής τα τελευταία χρόνια. Το ερώτημα είναι: Μπορούν τα μεσαία στρώματα να ενσωματωθούν στο προλεταριάτο, ως δραστηριότητα αμφισβήτησης του κεφαλαίου, αν δεν ολοκληρωθούν πρώτα αυτά τα κινήματα με την πολιτική νίκη (δηλαδή ουσιαστική ήττα) τους; Η ήττα τους, που περνάει μέσα από την πολιτική τους νίκη, φέρνει αναγκαστικά τις διαιρέσεις που υπάρχουν στην επιφάνεια. Ένα κομμάτι του κινήματος προσπαθεί να συνεχίσει την εξέγερση, η οποία όμως παύει να έχει λαϊκή υποστήριξη (δηλαδή διαταξική υποστήριξη, καθώς η τάξη είναι σχέση και όχι κατηγορία). Χωρίς τη μαζική συμμετοχή των αποκλεισμένων και των φτωχών, πώς μπορεί να συνεχιστεί αυτή η εξεγερτική πορεία; Μπορεί;

Το κίνημα στην Τουρκία βρίσκεται σε εξέλιξη καθώς γράφεται αυτό το κείμενο. Η ιδιαιτερότητα του σε συνδυασμό με το ότι αποτελεί γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας μορφοποιεί το σημείο που βρισκόμαστε. Εδώ βρισκόμαστε: σε μια εξέγερση που ξέσπασε σε ένα ακόμη αστυνομικό κράτος. Μια εξέγερση με μικρές πιθανότητες «νίκης» στη βάση του περιεχομένου της και γι’ αυτό τόσο σημαντική.

Οι πρακτικές «κομμούνας» που έχουν αναγκαστικά ορίζοντα την καλύτερη διαχείριση του αστικού κράτους αλλά τελικά αυτός ο ορίζοντας διαψεύδεται, συναντιούνται με τις εξεγέρσεις των αποκλεισμένων στο γεγονός ότι στις τελευταίες δεν υπάρχει καν ο ορίζοντας κάποιας «νίκης»Το αποτέλεσμα της συνάντησης αυτής που θα κριθεί μεταξύ άλλων και από την αλληλεπίδραση των πρακτικών της «κομμούνας» με τις πρακτικές καθημερινότητας της επιβίωσης των δομικά αποκλεισμένων από το επίσημο κύκλωμα παραγωγής υπεραξίας θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την έκβαση της ταξικής πάλης της εποχής των ταραχών.

*

Βλ. σχετικά: Communisation -για Τουρκία

Ο Πόλεμος του Χρόνου: Το κίνημα Occupy, η Κομμουνιστικοποίηση και το στρατιωτικό ζήτημα – Benjamin Noys, 2013

Ο Πόλεμος του Χρόνου: Το κίνημα των καταλήψεων (Occupy), η Κομμουνιστικοποίηση και το στρατιωτικό ζήτημα

kettle-e1322672082952

του Benjamin Noys (2013)

Μπορεί να υπάρξει μια προλεταριακή εξέγερση, υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλοι δεν έχουν βγάλει τα όπλα. Εάν σου ρίξουν δυο μηχανοκίνητες μεραρχίες στην μούρη, τότε η προλεταριακή επανάσταση είναι άνευ νοήματος – André Malraux (Virilio 2006: 115)

Η λέξη Occupy έχει προφανώς μια στρατιωτική συνυποδήλωση. Είναι μια αντι-συζήτηση και μια αντι-πρακτική όχι μόνο στις διάφορες στρατιωτικές καταλήψεις (occupations), στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, αλλά επίσης στην καθημερινή κατάληψη του χώρου και του χρόνου από το κεφάλαιο και το Κράτος. Παρά την παραπομπή αυτή, το στρατιωτικό ζήτημα – το ζήτημα δηλαδή του ρόλου, της ισχύος και της φονικότητας της στρατιωτικής επέμβασης – δεν υπήρξε ιδιαίτερα κεντρικό στις συζητήσεις γύρω απ’ τη στρατηγική των καταλήψεων. Ασφαλώς, το ζήτημα βρέθηκε σε κεντρική θέση στις διαδηλώσεις της “Αραβικής Άνοιξης”, αλλά απ’ την αντίστροφη: ως κριτική στον ρόλο του στρατού στην Αίγυπτο, της στρατιωτικοποίησης της καταστολής στο Μπαχρέιν και τη Συρία, και της αμφιλεγόμενης στρατιωτικής σύγκρουσης της “αντίστασης” στη Λιβύη, με την υποστήριξη του ΟΗΕ.

Στο εσωτερικό των κινημάτων, και ιδιαίτερα των κινημάτων Occupy σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένη Βασίλειο και η Ισπανία (στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν διαφορετικά), το στρατιωτικό ζήτημα έτεινε να εγείρεται μέσω της στρατιωτικοποίησης της αστυνόμευσης. Στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, η χρήση δακρυγόνων και βίας ως απάντηση στις φοιτητικές διαδηλώσεις και στις ταραχές “για πρώτη φορά στην ενδοχώρα”, παραπέμπει στην αποικιοκρατική εμπειρία της Ιρλανδίας και του στρατιωτικού-αστυνομικού-ασφαλίτικου συμπλέγματος που ήδη δοκιμαζόταν σ’ αυτό το εργαστήρι αντι-εξέγερσης. Το ζήτημα της βίας, ιδιαίτερα εκ μέρους των διαδηλωτών, παρέμεινε σε ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο.

Θέλω εδώ να προσεγγίσω το στρατιωτικό ζήτημα σε σχέση με αυτές τις σύγχρονες μορφές αγώνα. Θα το κάνω με έναν μάλλον λοξό τρόπο. Κατ’ αρχήν, θέλω να επανεξετάσω το πρότυπο θεωρητικό έργο του Πωλ Βιριλιό πάνω στον ρόλο του στρατού, ιδιαίτερα τα δυο έργα-κλειδιά του της δεκαετίας του 1970: Το Ταχύτητα και Πολιτική (1997) και Λαϊκή Άμυνα και Οικολογικοί Αγώνες (1978). Ο λόγος γι αυτό δεν είναι απλώς ότι αντηχούν στους όρους των σύγχρονων αγώνων, αλλά επίσης ότι θέτουν κρίσιμα ερωτήματα γύρω απ’ τις δυνατότητες και τα όρια αυτού που ονομάζει ο ίδιος “λαϊκή άμυνα” (Virilio 1990). Στη συνέχεια, θέλω να συγκρίνω την ανάλυση του Βιριλιό πάνω στις μορφές της προλεταριοποίησης και της αντίστασης με κάποια πρόσφατα έργα στη συζήτηση γύρω απ’ την “κομμουνιστικοποίηση”. ιδιαίτερα το έργο της Theorié Communiste (TC) (βλ. Noys, 2011). Ο λόγος γι αυτό δεν είναι ότι η “κομμουνιστικοποίηση”, μέχρι σήμερα, έχει διαδραματίσει κάποιο συγκεκριμένο μείζονα ρόλο σ’ αυτούς τους σύγχρονους αγώνες. Στην πραγματικότητα, ως συζήτηση έχει επιμείνει στην ανίχνευση των ορίων αυτών των νέων μορφών αγώνα, ενώ ταυτόχρονα εκτιμά τί υποδεικνύουν αυτά τα “όρια” για τον μελλοντικό, επαναστατικό κομμουνισμό. Θα προτιμήσω αντίθετα να επιχειρήσω μια σύγκλιση στον προβληματισμό του Βιριλιό και της TC γύρω απ’ την εξάντληση των περασμένων μεθόδων αγώνα, που βασίζονταν στην ύπαρξη μιας εργατικής ταυτότητας. Σ’ αυτήν τη σύγκλιση θέλω να διερευνήσω την εμφάνιση του στρατιωτικού ζητήματος ως ένα πρόβλημα για σκέψη, ανάλυση και πρακτική.

Μια σύντομη σημείωση πριν ξεκινήσω αυτό το έργο: είναι αξιοσημείωτο ότι συχνά σκέψεις πάνω στο στρατιωτικό ζήτημα διολισθαίνουν σ’ έναν “φετιχισμό της τεχνικής” ή σε καχέκτυπα του μηδενισμού του “καθαρού πολέμου” (Virilio 1990: 68). Σε μια πρόσφατη επιθεώρηση του μυθιστορηματικού απολογισμού του Karl Marlantes σχετικά με την εμπειρία του στο Βιετνάμ (Matterhorn, 2010), o Jackson Lears (2010) σημειώνει την έννοια του πολέμου ως “αυθεντική εμπειρία: αυτή είναι η μηδενιστική όψη του σύγχρονου μιλιταρισμού, ανεπηρέαστη από κάθε ηθική προσποίηση”. Αυτή η “μηδενιστική όψη” παίρνει συχνά την μορφή ενός αισθητικού δέους μπρος στην καταστροφική ισχύ της στρατιωτικής δύναμης και των τεχνικών μέσων της. Αμφιβάλω αν θα καταφέρω να αποφύγω εντελώς αυτό το πρόβλημα στη συνέχεια. Θέλω, ωστόσο, να προτείνω την αντιμετώπιση του στρατιωτικού ζητήματος χωρίς, όσο είναι εφικτό, να ενδώσουμε σ’ αυτόν τον φετιχισμό.

Ενδο-Αποικιοποίηση

Στο έργο του κατά τη δεκαετία του 1970, ο Πωλ Βιριλιό παρέχει μια αφετηριακή ανάλυση της εμφάνισης του κράτους και της καπιταλιστικής εξουσίας με όρους στρατιωτικής ισχύος. Χρωστώντας πολλά στον Μαρξ, ή ακριβέστερα στον Έγκελς, που ερεύνησε λεπτομερώς τα στρατιωτικά ζητήματα [2], η ρητορική του Βιριλιό προσφέρει αξιόλογες τροχιές σκέψεις που πηγάζουν από μια πιο οικεία μαρξιστική ανάλυση. Ξεκινώντας από την εργασία του ως πολεοδόμος, ο Βιριλιό ενθουσιάστηκε από τη χωρική διάσταση του πολέμου και τον ρόλο του στην αποκρυστάλλωση των μορφών της σύγχρονης εξουσίας (Virilio 1983: 1-3). Ερμηνεύει εκ νέου την προλεταριακή συνθήκη με στρατιωτικούς όρους. Η ανάλυσή του προτάσσει ότι το προλεταριακό σώμα “παράγεται” μέσα από μια ημι-αποικιοποίηση από την στρατιωτική τάξη, που αρπάζει τα αγαθά και την αξία που παράγονται ώστε να υποστηρίξει τη δική της νωθρή και παρασιτική ύπαρξη (Virilio 1990: 48). Ως απάντηση, το προλεταριάτο μετασχηματίζεται το ίδιο σε μια “πολεμική αντι-μηχανή”, στρατιωτικοποιούμενο μέσα στους συμπαγείς σχηματισμούς της πορείας και της βίας του σαμποτάζ για να πάρει τους δρόμους και να κατακτήσει τα μέσα της βίας. Σ’ αυτό το μοντέλο οι μορφές του παραδοσιακού εργατικού κινήματος -με λίγα λόγια τα κόμματα και τα συνδικάτα- γίνονται εναλλακτικές “στρατιές” ριγμένες στην αντιμετώπιση αυτής της στρατιωτικού τύπου κυριαρχίας.

Για τον Βιριλιό αυτός ο δρόμος οδηγεί σε αποτυχία, και η απόλυτη βία του πυρηνικού πολέμου σηματοδοτεί το “τέλος του προλεταριάτου”: “Με αυτήν την έννοια, ο καθοριστικός ρόλος του προλεταριάτου στην ιστορία παύει να υφίσταται με τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα” (Virilio 1990: 29). Το αποτέλεσμα είναι “ένα είδος απόλυτης αποικιοποίησης” (Virilio 1990: 32), με την οποία η στρατιωτική τάξη τελικά εξουδετερώνει κάθε τοπικότητα ή οικολογία αντίστασης. Αυτό είναι που ονομάζει ενδο-αποικιοποίηση ο Βιριλιό. Είναι εμφανές στο πέρασμα απ’ την απελπισμένη αντίσταση των Βιετναμέζων ενάντια στην οικολογική καταστροφή του εδάφους τους, στην εξαφάνιση (κατά τη δεκαετία του 1970) των Παλαιστινίων από κάθε έδαφος μέχρι τέλους, στον απεδαφικοποιημένο χώρο των μήντια.

Εάν αυτή η ενδο-αποικιοποίηση είναι επιτυχής, τότε οι άνθρωποι περιορίζονται σε εξημερωμένα ζώα, στη συνθήκη του “ανθρώπινου εμπορεύματος” (Virilio 1990: 65). “Ο στόχος της στρατιωτικής κατοχής είναι να μειώσει […] έναν πληθυσμό στην κατάσταση του κινητού σκλάβου, του εμπορεύματος” (Virilio 1990: 54). Στην πραγματικότητα, “Σήμερα αποικιοποιεί κανείς μόνο τον δικό του πληθυσμό. Υποαναπτύσσει τη δική του οικονομία” (Virilio & Lotringer 1983:95). Η τελική απάντηση των Παλαιστινίων σ’ αυτόν τον περιορισμό τους είναι μια λαϊκή επίθεση αυτοκτονιών, καθώς μια λαϊκή άμυνα δεν ήταν πλέον εφικτή.

Ορίζοντας έμμεσα την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, ο Βιριλιό συνδέει τη συνθήκη αυτή με την απόσυρση του Κράτους, που καλύπτεται έπειτα με ένα “δόγμα ασφαλείας” (Virilio 1990: 57) που επιτρέπει την παρέμβαση σε κάθε χώρο. Εν όψει της “τρομοκρατίας” της δεκαετίας του 1970, το Κράτος εξελίσσει ένα νέο πρότυπο εξουσίας εν είδει μιας “παγκόσμιας αστυνομικής καταδίωξης, ενός τρομακτικού μείγματος στρατιωτικής και δικαστικής βίας” (Virilio 1990: 63). Αυτός ο χαρακτηρισμός προφανώς συντονίζεται με την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και της συγκεκριμενοποίησης, τη δεκαετία του 2000, του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Ο Βιριλιό συλλαμβάνει εκ των πρωτέρων τις νέες μορφές ασύμμετρου πολέμου και τη λειτουργία “ομηρίας” που επιτελεί ο στρατιωτικός έλεγχος στις σύγχρονες διαμεσολαβημένες κοινωνίες. Σ’ αυτή τη συνθήκη, παραδοσιακές μορφές λαϊκής αντίστασης καθώς και ό,τι αποκαλεί ο Βιριλιό “οικολογικοί αγώνες”, όπως και “η απλή ελευθερία να πηγαίνεις και να έρχεσαι, και μαζί η ελευθερία να παραμένεις, να κρατάς το έδαφός σου” (Virilio 1990:91) τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Αυτός ο “οικολογικός αγώνας”, το δικαίωμα να διατηρείς τη θέση σου, προφανώς αντανακλάται στη συνθήκη του “occupy”, που αποπειράται να θέσει ένα όριο στην εισβολή εντός των απομειναριών του “δημόσιου χώρου”. Προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει μια νέα μορφή υποκειμενικότητας -το 99%- ώστε να βρει ένα “έδαφος” αντίστασης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμμέσως αν όχι άμεσα, προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την κατάσταση των ανθρώπων απ’ αυτή τη συνθήκη “κινητών εμπορευμάτων” σε ακίνητους διαδηλωτές. Βέβαια, ενώ απευθύνεται σ’ αυτήν τη συνθήκη η δυσκολία παραμένει από την μεριά της στρατιωτικής ισχύος που ο Βιριλιό θεωρεί ως αιτία αυτής της “απεδαφικοποίησης”.

Τέλος του προγραμματισμού

Μ’ έναν μάλλον ιδιάζοντα τρόπο, η ανάλυση του Βιριλιό βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με αυτή τη ομάδας Theorié Communiste (TC) από την Μασσαλία, και με την εξαγγελία τους του “τέλους του προγραμματισμού”. Σύμφωνα με τη θέση τους αυτή, ο καπιταλισμός και το εργατικό κίνημα παρέμεναν αλληλένδετοι σε μια μονομαχία όπου η καπιταλιστική άρνηση του προλεταριάτου γεννούσε την κατάφαση της εργατικής ταυτότητας. Ο “προγραμματισμός” αναφέρεται στην κατάφαση ως ένα πρόγραμμα που μέλει να πραγματοποιηθεί, ένα πρόγραμμα σφυρηλατημένο από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας (Brown 2011:22). Η TC προσφέρει μια υπόθεση περιοδολόγησης, κατά την οποία το πέρασμα απ’ την τυπική υπαγωγή -την υπαγωγή των εργατών στο κεφάλαιο, κατά την οποία οι εργάτες εξακολουθούν να παράγουν σε μορφές οργάνωσης εξωτερικές του κεφαλαίου, ωστόσο φέρνουν τα προϊόντα της εργασίας τους στην καπιταλιστική αγορά)- στην πραγματική υπαγωγή -όπου οι εργάτες εισάγονται στο κεφάλαιο, όπως στην αλυσίδα παραγωγής (ή την καπιταλιστική γεωργική παραγωγή)- παράγει μια μεταβολή στη σύνθεση του αγώνα. Η περίοδος της τυπικής υπαγωγής φτάνει στο τέλος της γύρω στα 1917, με την εμφάνιση ενός νέου κύκλου αγώνων γύρω απ’ την πραγματική υπαγωγή που περιλαμβάνουν την κατάφαση σε μια εργατική ταυτότητα. Αυτός ο “προγραμματισμός” τίθεται σε κρίση με τη δεύτερη φάση της πραγματικής υπαγωγής, ξεκινώντας στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κι ένας νέος κύκλος αγώνων που προτείνει τα όρια αυτής της ταυτότητα ξεκινάει. Η “εγκατάλειψη” του εργάτη από τοκεφάλαιο, οι εργατικοί αγώνες των “λευκών απεργιών” (absenteism), του σαμποτάζ, της άγριας απεργίας, ανοίγουν νέες “τροχιές πτήσης” που “αδειάζουν” τις παραδοσιακές μορφές του προγραμματισμού (κόμματα, συνδικάτα κλπ).

Στην ανάλυση της TC, αυτός ο κύκλος αγώνων δεν κλείνει απλώς την προλεταριακή συνθήκη (“πλέον είμαστε όλοι μεσαία τάξη”), αλλά την μετασχηματίζει κατά τέτοιον τρόπο που προτείνει την αναγκαιότητα (μάλλον παρά την επιλογή) του προλεταριάτου ως τάξη που καταλύει τον εαυτό της. Υποστηρίζουν ότι: “Η κομμουνιστικοποίηση είναι προσχηματισμένη κάθε φορά που η ύπαρξη του προλεταριάτου παράγεται ως κάτι εξωτερικό απ’ αυτό το ίδιο, ως ένας αντικειμενικός καταναγκασμός που γίνεται εξωτερικός μέσα στην ίδια την ύπαρξη του κεφαλαίου” (R.S. 2011:95). Η “εμφάνιση” της κομμουνιστικοποίησης βρίσκεται στην άκρη ή στα όρια του αγώνα, μέσα στον οποίον η ίδια η (εργατική) τάξη “εμφανίζεται ως ένας εξωτερικός περιορισμός, ως ένα όριο που πρέπει να ξεπεραστεί” (R.S. 2011:95). Σ’ αυτό το ιστορικό πρότυπο, αυτές οι αλλαγές των αγώνων θέτουν τον κομμουνισμό στην ημερήσια διάταξη ως κομμουνιστικοποίηση, απαλλαγμένη από τις παλιότερες “εργατίστικες” αυταπάτες [3].

Ήταν τα εργατικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και του ’70, που ήρθαν πρώτα αντιμέτωπα με αυτήν την κατάφαση. Επίσης, η καπιταλιστική απάντηση της αποσύνδεσης του εργάτη από την εργασία θα ξεμπερδέψει μια και καλή με την κατάφαση σε μια εργατική ταυτότητα ως ουσιαστική “στιγμή” της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Κάτω απ’ την αμφίπλευρη πίεση αυτών των δυο παραγόντων, οι μορφές κατάφασης σε μια εργατική ταυτότητα θα άδειαζαν από τα μέσα τους. Αντί να αντιλαμβάνεται κάτι τέτοιο απλά ως ένδειξη ήττας, η TC υποστηρίζει ότι είναι ενδεικτικό μιας ανασύνθεσης του αγώνα, με το προλεταριάτο ως τον πόλο της άρνησης, δομημένο μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και ενάντια σ’ αυτό, ένα σύστημα το οποίο δεν έχει ανάγκη πλέον την “εργατική τάξη” ως διαμεσολαβητή.

Η σύγκριση μεταξύ Βιριλιό και TC γίνεται πιο σαφής εάν θυμηθούμε την κατάληψη του εργοστασίου ωρολογοποιίας της Lip στην Beçanson και την αυτοδιαχείριση από τους εργάτες του, το 1973. Εκείνη την περίοδο, πολλοί μέσα απ’ τη γαλλική άκρα αριστερά, ιδιαίτερα μαοϊκοί, θεώρησαν αυτήν την πράξη της κατάληψης ως μια ένδειξη ότι οι εργάτες δεν είχαν πια ανάγκη την καθοδήγηση κομμάτων ή ακτιβιστών για να διευθύνουν τον αγώνα τους. Αυτό τέλος πάντων ήταν το συμπέρασμα του Ζακ Ρανσιέρ (Rancière 2011: 90; Brown 2011: 20). Σ’ ένα παρόμοιο πόρισμα είχαν καταλήξει και οι πρώην μαοϊκοί ακτιβιστές Γκυ Λαρντρώ και Κριστιάν Ζαμπέ:

“Τελικά καταλάβαμε σε κάποια φάση ότι οι μάζες είχαν πάρει από μας όλα όσα μπορούσαν, ότι οι διανοούμενοι δεν είχαν πια τίποτε να τους δώσουν. Όλα όσα είχαμε κάνει πέρασαν στις μάζες τις ίδιες. Βλέποντας τα γεγονότα στη Lip, γινόταν ολοένα και πιο σαφές ότι δεν υπήρχε πια καμμία έννοια πολιτικού ακτιβισμού (militancy)”. (Starr 1995:91).

Υπήρχαν ωστόσο και αντίθετες φωνές. Το γαλλικό ακροαριστερό περιοδικό Négation, υποστήριξε τότε ότι οι εργάτες της Lip είχαν αγγίξει ένα όριο -το όριο της αυτοδιαχείρισης (Négation 2007; Brown 2011: 20, ΣτΜ: ελληνική μετάφραση διαθέσιμη). Οι εργάτες της Lip ήταν ανίκανοι να ξεπεράσουν τα όρια του ίδιου τους του εργοστασίου και περιορίζονταν στο να ξαναβάλουν μπρος σε μια καπιταλιστική επιχείριση. Έτσι, ενώ αφενός αναγνώριζαν ότι επρόκειτο για έναν αγώνα, για το Négation ο αγώνας αυτός περιοριζόταν από την αδυναμία του να πάει πέρα από τα όρια της ταυτότητας των εργατών ως εργάτες. Το σημείο αυτό, όπως είδαμε, ξαναπιάνεται με περισσότερες λεπτομέριες από την TC.

Όσον αφορά τον Βιριλιό, η οπτική του είναι παρεμφερής. Με περισσότερο ακόμα συμπάθεια, ο Βιριλιό θεωρεί τον αγώνα αυτόν ως μια απόπειρα να κρατηθούν οι οικολογικές “θερμοπύλες” ενός αγώνα. Όπως παρατηρεί ο ίδιος:

“Τα συνδικάτα ήξεραν καλά τί έκαναν όταν ζητούσαν απ’ τους εργάτες να προσέξουν πολύ καλά τα εργαλεία της παραγωγής. Είναι σαν, μέσα στα μυαλά τους, τα εργαλεία αυτά να αποτελούν την τελευταία αναπαράσταση του αυθεντικού τους περιβάλλοντος, την εγγύηση και τον όρο διαμονής ολόκληρης της νόμιμης ύπαρξής τους. (Virilio 1990:54)

Ενώ φυσικά, με έναν τρόπο κάπως ανάλογο αυτού του Négation, ο Βιριλιό βλέπει τον αγώνα αυτόν να χάνει το βήμα του μπρος στην εξέλιξη της “απεδαφικοποίησης” που επιφέρουν οι δυνάμεις του Κράτους και του κεφαλαίου, αρνείται επίσης απλά να καταδικάσει την απόπειρα αυτή εκ προοιμίου.

Η αντίσταση είναι μάταιη ή και όχι

Εάν θέσουμε αυτές τις παρατηρήσεις σε διάλογο μεταξύ τους, μπορούμε να πούμε ότι το “στρατιωτικό ζήτημα” τώρα τίθεται με τους όρους των νέων μορφών και δυνατοτήτων της “προλεταριακής συνθήκης”. Ο Βιριλιό συμπεραίνει ότι η διασπορά της στρατιωτικής ισχύος στον χώρο και τον χρόνο θέτει ένα τέλμα στο παραδοσιακό δικαίωμα στην αντίσταση – όσο αυτή μένει εδαφικοποιημένη σε ένα συγκεκριμένο έδαφος και στη διατήρηση των μέσων της βίας. Στην πράξη, “στερημένοι από το παραγωγικό τους οπλοστάσιο, (οι προλετάριοι) παύουν να αποτελούν προνομιούχους οικονομικούς συνεταίρους στη συνθήκη της στρατιωτικής ημι-αποικιοποίησης” (Virilio 1990:53). Η κατάρρευση του εδάφους κάτω απ’ τη συνθήκη αυτή μεταξύ στρατιωτικής ισχύος και πολιτών, σημαίνει ότι: “από δω και πέρα, οι στρατιωτικές επιθέσεις δεν περιορίζονται απ’ τον χρόνο και η οργιαστική συμμετοχή δεν είναι παρά η παράλογη υποστήριξη μιας τεχνικο-λογιστικής υπερ-εθνικότητας, το τελικό στάδιο της απεδαφικοποίησης και, ως εκ τούτου, της δουλείας. (Virilio 1990:72) Αυτή η “εξαφάνιση” σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εντοπίσουμε μια στιγμή αντίστασης, και άρα η αντίσταση εμφανίζεται ως διαλυμένη [4].

Το απαισιόδοξο συμπέρασμα του Βιριλιό είναι ότι η επανάσταση είναι ανέφικτη και μένει χώρος μόνο για επαναστατική αντίσταση, όμως κι αυτή όπως βλέπουμε φαίνεται γενικά αναποτελεσματική. Με έναν τυπικά υπερβολικό τρόπο, ο ίδιος καταλήγει:

“Μπορούμε απλά να πεθάνουμε. Σε κάθε περίπτωση, δεν μας έχουν ανάγκη πια: ρομποτ και υπολογιστές θα αναλάβουν την παραγωγή. Ο πόλεμος έχει αυτοματοποιηθεί, και μαζί μ’ αυτόν η ισχύς της λήψης αποφάσεων. Δε χρειάζονται πια τους ανθρώπους, στρατιώτες ή εργάτες, παρά μόνο μέσα απόλυτης εξόντωσης, τόσο στη σφαίρα του εμπορίου όσο κι αλλού. (Virilio & Lotringer 1983:102)

Αν και εδώ καταγράφει την “εγκατάλειψη” της εργασίας από το κεφάλαιο, κάτι που καταγράφει επίσης και η TC, το προεκτείνει σε ένα όραμα εξόντωσης που πέφτει έξω απ’ την ακόμη υπάρχουσα “κινούμενη αντίθεση” της ανάγκης του κεφαλαίου για εργασία.

Αντίθετα, η TC υποστηρίζει ότι οι νέες μορφές “αυτοκτονικού” αγώνα σκιαγραφούν τα όρια αυτής της απεδαφικοποίησης, ενώ εξακολουθούν να την ανταγωνίζονται. Στους αγώνες αυτούς, οι εργάτες δεν προσπαθούν πια να υπερασπιστούν ένα εργατικό κεκτημένο που καταρρέει, αλλά αντίθετα “ωθούνται” σε μια “ρήξη” με την ταυτότητα που παρήγαγε αυτό. Αυτό συνεπάγεται την πυρπόληση των εργοστασίων, τις απαιτήσεις όσο το δυνατόν υψηλότερων αποζημιώσεων, και άλλες “εξόδους” από την εργασία (R.S. 2011:119). Αυτοί οι αγώνες βρίσκονται σε μια διφορούμενη κατάσταση, που αφενός είναι ενδεικτική της τραγωδίας των εργατών που στερούνται την ταυτότητα του εργάτη αλλά αφετέρου προεικονίζουν φευγαλέα και την “απο-ουσιαστικοποίηση” της εργασίας (R.S 2011:120). Αντίθετα στην αίσθηση του Βιριλιό ότι το προλεταριάτο έχει εξουθενωθεί υπό την απειλή της εξόντωσής του, η TC προτείνει ότι η “ρήξη” της αυτοκατάλυσης του προλεταριάτου μπορεί να προεικονίζει τη δυνατότητα εμφάνισης μιας νέας επαναστατικής διαδικασίας ως κομμουνιστικοποίηση.

Ενώ ο Βιριλιό τείνει προς έναν αποκαλυπτικό πεσσιμισμό, η παράκαμψη του στρατιωτικού ζητήματος από την TC παράγει ορισμένες στιγμές αξιοσημείωτης αισιοδοξίας σχετικά με τη διαδικασία της επανάστασης ως κομμουνιστικοποίηση:

“Η αντιπαράθεση με το κράτος θέτει άμεσα το ζήτημα των όπλων, που μπορεί να επιλυθεί μόνο στήνοντας ένα δίκτυο διανομής που να μπορεί να στηρίξει την μάχη σε δυνητικά απεριόριστα πεδία. Οι στρατιωτικές και οι κοινωνικές δραστηριότητες είναι αδιαχώριστες, ταυτόχρονες, και αμοιβαία διεισδύουσες: το στήσιμο ενός μετώπου ή ορισμένων καθορισμένων ζωνών μάχης είναι θάνατος για την επανάσταση” (2011:56)

Αν και θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε εν μέρει μ’ αυτήν την πρόταση, το επίπεδο αφαίρεσης μέσω της οποίας τίθεται, το κάνει εξαιρετικά δύσκολο να δούμε πώς θα πάρει το πάνω χέρι απέναντι στο “στρατιωτικό σώμα” μιας συμπαγούς και δι-εθνικής άρχουσας τάξης. Σε άλλο σημείο, η TC αναφέρει πως ενδέχεται να υπάρξει “η πιθανότητα μιας πολλαπλότητας μικρών, βαρβαρικών πολέμων” (R.S. 2011:138)

Οι ελπίδες της TC βρίσκονται με το μέρος της ίδιας της ταχύτητας της διαδικασίας κομμουνιστικοποίησης, ώστε να ξεπεράσει τις στρατιωτικές και λογιστικές δυνατότητες της καπιταλιστικής τάξης:

Εάν (η επανάσταση) επιτρέψει την κατάλυση ενός αυξανόμενο βαθμού ανταγωνισμών και διαιρέσεων ανάμεσα στους προλεταρίους, καθιστώντας την το περιεχόμενο και την εξέλιξη της ένοπλης αντιπαράθεσής της με αυτούς που η καπιταλιστική τάξη θα είναι ακόμη σε θέση να κινητοποιήσει, να ενσωματώσει και να αναπαράξει εντός των κοινωνικών σχέσεών της (2011:56)

Είναι η ταχύτατη ανάπτυξη της “προλεταριακής συνθήκης”, που δε δεσμεύεται πλέον απ’ τις συνηθισμένες οργανωτικές και μισθολογικές μορφές, που θα επιτρέψει ένα ξεπέρασμα, υποστηρίζουν, του στρατιωτικού τμήματος (και της δυνατότητάς του για καταστροφή) που είναι ακόμα ενσωματωμένο στο κεφάλαιο. Ως εκ τούτου, βασίζουν τη δυνατότητα της κομμουνιστικοποίησης στην επίδραση της επιτάχυνσης:

“Αυτός είναι ο λόγος που όλα τα μέτρα της κομμουνιστικοποίησης θα πρέπει να έχουν μια δυναμική επίδραση στη διάλυση των συνδέσεων που ενώνουν τους εχθρούς μας και την υλική τους υποστήριξη: θα πρέπει να καταστραφούν τάχιστα, χωρίς τη δυνατότητα επιστροφής”. (2011:56)

Μια παρόμοια τροπή εμφανίζεται στο κείμενο του Rocamadur/Blaumachen του 2012 πάνω στις ταραχές του Λονδίνου. Συμπεραίνουν:

“Η δυναμική της ταξικής πάλης σήμερα δεν μπορεί ποτέ να είναι νικηφόρα, επειδή εξακολουθεί να βρίσκει μπροστά της την ίδια την ταξική πάλη ως όριό της, ως το σημείο όπου ο πολλαπλασιασμός των ρήξεων θα γίνει ξεπέρασμα του ταξικού ανήκειν (και κατά συνέπεια της ταξικής αυτοοργάνωσης), σαν μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση, ως μέτρα κομμουνιστικοποίησης, που είτε θα απο-κεφαλαιοποιούν (κομμουνιστικοποιούν) τη ζωή ολοένα και περισσότερο, είτε θα τσακίζονται” (2012)

Φυσικά, το ζήτημα είναι εάν η ταχύτητα για την οποία κάνει λόγο η TC, εάν η ταχύτητα της κομμουνιστικοποίησης στη διαδικασία της επανάστασης, θα “απο-κεφαλαιοποιεί τη ζωή ολοένα και περισσότερο” ή αν “θα τσακιστεί”. Είναι για μένα, η μάλλον αιμοδιψής τάση να μην υπολογίσω σοβαρά τη δεύτερη πιθανότητα, που μοιάζει προβληματική.

Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο Βιριλιό. Σημειώνει την εξαφάνιση του στρατού από την ίδια την πολεμική μηχανή, υποδεικνύοντας ότι ο κυβερνήτης του HMS Sheffield δεν είχε χρόνο να αντιδράσει στην εκτόξευση ενός πυραύλου Exocet από ένα αεροσκάφος Super Etendard, ο πιλότος του οποίου υπάκουε στο δόγμα του “πυροβόλα και ξέχνα”/”Fire and Forget” (Virilio & Lotringer 1983:18). Το πλοίο καταστράφηκε. Η Μπέβερλυ Σίλβερ (2003) έδειξε επίσης ότι απέναντι στους τεράστιους στρατούς κληρωτών, που επέτρεπαν στους εργάτες να διαπραγματευθούν τη θέση τους απέναντι στο Κράτος όταν αυτό τους αμολούσε σ’ έναν πόλεμο, η απάντηση ήταν να επαγγελματοποιήσει, ιδιωτικοποιήσει και ελαχιστοποιήσει τον ρόλο των εργατών στον πόλεμο – σε συνάρτηση με τη γενική τάση του καπιταλισμού να αντικαθιστά το μεταβλητό κεφάλαιο με σταθερό κεφάλαιο. Στην αργκό του αμερικανικού στρατού, η τάση προς τα τηλεχειριζόμενα μη-επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), ορίζεται ως “συμπίεση της αλυσίδας θανάτων”/”compressing the kill chain”: η αφαίρεση ή ελαχιστοποίηση της ανθρώπινης εμπλοκής στην καταστροφή. Ενδεχομένως δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε αυτούς τους καλωδιομένους “ηθικούς drones” να βλέπουν την προλεταριακή επανάσταση ως μια πράξη ανηθικότητας.

Στην πραγματικότητα, αυτή η επένδυση στην ταχύτητα και την κινητικότητα είναι ακριβώς το πεδίο του “πολέμου του χρόνου” που βλέπει ο Βιριλιό ως το μείζον πρόβλημα της στρατιωτικής τάξης. Ο πόλεμος της επιτάχυνσης δημιουργεί νέες τεχνολογίες που σπρώχνουν τους ανθρώπους έξω απ’ το πεδίο της επιλογής και του ελέγχου, προς όφελος μιας αυτόματης και αυτοματικής αναχαίτισης. Αν και δεν αφομοιώνω φυσικά την TC σ’ αυτή τη συζήτηση, μπορούμε να δούμε αυτό που έχουμε εδώ ως ακριβώς έναν “πόλεμο του χρόνου”. Απ’ την μια έχουμε την εκμηδένιση ή ελαχιστοποίηση της εργασίας απ’ τη διαδικασία του πολέμου, την αύξηση της ταχύτητας και της βίας της στρατιωτικής απάντησης. Απ’ την άλλη, βρίσκουμε την φαινομενική αναγκαιότητα της ταχύτατης διασποράς της επανάστασης προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτήν τη δυνατότητα. Έχουμε λοιπόν θαρρώ, δυο συμμετρικές πιθανότητες. Θα μπορούσαμε, κατ’ αρχήν, να υπερεκτιμήσουμε τις στρατιωτικές δυνατότητες της “δι-εθνικής στρατιωτικής τάξης”, κι έτσι να οδηγηθούμε στην απραξία από την μεριά μας, ει δε μη στην πραγμοποίηση και στη φετιχοποίηση της στρατιωτικής ισχύος (έναν κίνδυνο που διατρέχει ο ίδιος ο Βιριλιό). Δεύτερον, απ’ την άλλη, θα μπορούσαμε επίσης να υπεκφύγουμε του στρατιωτικού ζητήματος απλά επαναπαυόμενοι στην “ανώτερη” ταχύτητα της επανάστασης. Μου φαίνεται πως αυτόν τον κίνδυνο διατρέχουν ορισμένες προτάσεις της TC.

Φυσικά, το Occupy είναι, ή ήταν, ένας ετερογενής σχηματισμός, ή σύνολο σχηματισμών, που συνήθως στόχευε να ξεφύγει απ’ αυτού του είδους την αποκρυστάλλωση. Αν μη τί άλλο, η τυπολογία που ανιχνεύσαμε, βρίσκεται εγγύτερα (γενικά) στην εμμονή του Βιριλιό για τη συνέχιση της οικολογικής αντίστασης μετά την εξαφάνιση της επανάστασης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είναι τόσο φανερό το πού διαφεύγει απ’ το στρατιωτικό ζήτημα αλλά το ότι το αρνείται θετικά, ακριβώς για να ξεφύγει απ’ τη συζήτηση του “καθαρού πολέμου” που ο Βιριλιό ισχυρίζεται ότι βρίσκεται στην καρδιά του Δυτικού μηδενισμού (Virilio 1990:68). Κάτι ανάλογο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε για την TC. Η πρότασή μου είναι ταπεινή. Αν και αποτελεί αξιέπαινο στόχο, θα μπορούσε η πολιτική της διασποράς, του συντονισμού και της επιτάχυνσης να κληθούν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την αδράνεια των πρακτικά αδρανών, αλλά επίσης τις στρατιωτικοποιημένες μορφές του καπιταλιστικού Κράτους που μεταχειρίζονται και εμπλέκονται σ’ αυτές ακριβώς τις νέες μορφές για να αναπαράγουν τη δική τους απεδαφικοποίηση και εδαφικοποίηση της εξουσίας.

 

Σημειώσεις:

[1] Ο Jason Adams (2012) χρησιμοποίησε τον Βιριλιό προκειμένου να διερευνήσει τις στρατηγικές δυσκολίες και τάσεις στο κίνημα Occupy, όμως χωρίς να εγείρει άμεσα το στρατιωτικό ζήτημα. Οφείλω πολλά στον Jason Adams για την ενθάρρυνση του να συνεχίσω αυτές τις σκέψεις.

[2] Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ Μαρξ και Έγκελς. Ο Έγκελς ήταν γνώστης της πραγματικότητας του πολέμου, ακόμη κι αν δεν τον έβλεπε με τον τρόπο που τον βλέπουμε εμείς. Υπήρχε επίσης η ιδέα της επανοικειοποίησης του πολέμου από την εργατική τάξη. Η εργατική τάξη, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα του συνδικαλισμού, ήταν μια ομάδα μάχης. Η σχέση του μαρξισμού με τον πόλεμο δεν ήταν ιδιαίτερα σαφής στο ξεκίνημα αυτό (Virilio & Lotringer 1983: 105).

[3] Αυτό έρχεται επίσης σε αντίθεση με τη θεωρία της “κομμουνιστικοποίησης” των Gilles Dauvé και Karl Nesic, που αντιμετωπίζουν την “κομμουνιστικοποίηση” ως μια εγγενή πιθανότητα να πραγματοποιηθεί ανά πάσα στιγμή, και όχι ως μια ιστορικά προσδιορισμένη πιθανότητα (βλ. Endnotes 2008).

[4] Αυτή η διάγνωση φέρει κάποια ομοιότητα με αυτήν του Καρλ Σμιτ στη Θεωρία του Αντάρτη (Carl Schmitt “Theory of the Partisan” 1963)

Βιβλιογραφία:

Adams, Jason (2012), ‘Occupy Time’, Radical Philosophy 171: 15-18.Brown, Nathan (2011), ‘Red years: Althusser’s lesson, Rancière’serror and the real movement of history’, Radical Philosophy 170: 16-24.
Endnotes 1 (2008).
Lears, Jackson (2010), ‘Mad Monkey. Review of Μatterhorn by KarlMarlantes’, London Review of Books [Online] 32.18: 15-17.http://www.lrb.co.uk/v32/n18/jackson-lears/mad-monkey
Négation (2007), ‘Lip and the Self-Managed Counter-Revolution’[1973], trans. Peter Rachleff and Alan Wallach, http://libcom.org/library/lip-and-the-self-managed-counter-revolution-negation(accessed 22 December 2012). (ΣτΜ ελληνικά: https://rioters.espivblogs.net/2009/10/06/to-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-lip-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA/)
Noys, Benjamin (ed.) (2011), Communization and its Discontents ,Brooklyn: Autonomedia / Minor Compositions
Rancière, Jacques (2011), Althusser’s Lesson [1974], trans. EmilianoBattista, London: Continuum.
Rocamadur / Blaumachen, ‘The feral underclass hits the streets: Onthe English riots and other ordeals’, SIC: International Journal for Communization
(2012),http://sic.communisation.net/en/the-feral-underclass-hits-the-streets?DokuWiki=e19764affecb034401ae1fc9df032fbb (Accessed23 December 2012)
R.S. (2011), ‘The Present Moment’, SIC: International Journal for Communization 1 (2011): 95-144.http://riff-raff.se/en/sic1/sic-1-07-the-present-moment.pdf (Accessed23 December 2012) (ΣτΜ: ελληνικά: http://www.blaumachen.gr/2011/11/%CE%B7-%CF%84%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%AE/)
Schmitt, Carl (2007), Theory of the Partisan, trans. G. L. Ulmen, New York: Telos Publishing.Silver, Beverly J. (2003), Forces of Labor, Cambridge: Cambridge UP.
Starr, Peter (1995), Logics of Failed Revolt: French Theory After May ’68, Stanford: Stanford University Press.
Theorié Communiste (2011), ‘Communization in the Present Tense’, in Communization and its Discontents, ed. Benjamin Noys, Brooklyn:Autonomedia / Minor Compositions, pp.41-58
Virilio, Paul (1990), Popular Defense and Ecological Struggles [1978], trans. Mark Polizzotti, New York: Semiotext(e).
Virilio, Paul (2006),Speed and Politics [1977], trans. Marc Polizzotti,New York: Semiotext(e).
Virilio Paul, and Sylvère Lotringer (1983), Pure War, trans. MarkPolizzotti, New York: Semiotext(e)

Πηγή: το μπλογκ Communisation Θεωρία, Ιστορία, Νέα από το μέτωπο

 

Μια εισαγωγική εξήγηση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης

Πηγή: η ιστοσελίδα massline, του αμερικανού μαρξιστή (μαοϊκού) Scott Harrison (αποσπάσματα):

Μια εισαγωγική εξήγηση των καπιταλιστικών οικονομικών κρίσεων

Κεφάλαιο 1: Οι βασικές αντιφάσεις πίσω απ’ την καπιταλιστική οικονομική κρίση

1.1 Διαλεκτικές αντιφάσεις

Ο Μαρξ έγραφε ότι οι οικονομικές κρίσεις υπάρχουν λόγω της ύπαρξης ορισμένων αντιφάσεων που είναι εγγενείς στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Μιλώντας γι’ αυτούς που αρνούνταν την πιθανότητα κρίσεων, έλεγε “Οι απολογητικές προτάσεις που χρησιμοποιούνται για να αρνηθούν την ύπαρξη των κρίσεων είναι σημαντικές στον βαθμό που πάντοτε αποδεικνύουν το αντίθετο απ’ αυτό που θέλουν να αποδείξουν. Προκειμένου να αρνηθούν την ύπαρξη κρίσεων, κάνουν λόγο για ενότητα εκεί όπου υπάρχει αντίθεση και σύγκρουση. Είναι λοιπόν σημαντικές στον βαθμό που μπορούμε να πούμε ότι δε θα υπήρχαν κρίσεις εάν οι αντιφάσεις αυτές που οι άνθρωποι αυτοί διαγράφουν στη φαντασία τους, δεν υπήρχαν και στην πραγματικότητα. Όμως στην πραγματικότητα οι κρίσεις υπάρχουν ακριβώς επειδή αυτές οι αντιφάσεις υπάρχουν. Κάθε λέξη που ψελλίζουν αρνούμενοι τις κρίσεις, είναι μια προσπάθεια να τις εξοστρακίσουν με μια νέα αντίφαση, κι ως εκ τούτου μια πραγματική αντίφαση, που προκαλεί νέες κρίσεις. Η επιθυμία τους να πείσουν τους εαυτούς τους για την ανυπαρξία των αντιφάσεων, είναι την ίδια στιγμή η έκφραση μιας ευλαβικής ευχής αυτές οι αντιφάσεις που είναι στ’ αλήθεια παρούσες, να μην έπρεπε να υπάρχουν. (Καρλ Μαρξ – Θεωρίες για την υπεραξία).

Προκειμένου να κατανοήσουμε τις καπιταλιστικές κρίσεις, πρέπει πρώτα απ’ όλα να κατανοήσουμε τις διαλεκτικές αντιφάσεις που οδηγούν σ’ αυτές. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές τέτοιες αντιφάσεις και οι μεταξύ τους σχέσεις είναι περίπλοκες. (Μια σύντομη αποσαφήνιση για τον όρο “διαλεκτικές αντιφάσεις”: Οι διαλεκτικές αντιφάσεις δεν είναι το ίδιο με αυτό που λέμε αντιφάσεις στην κοινή λογική, δηλαδή την ταυτόχρονη κατάφαση και άρνηση της ίδιας πρότασης. Οι διαλεκτικές αντιφάσεις είναι ένα σύνολο δυο αντιτιθέμενων δυνάμεων, που είναι δεμένες μεταξύ τους μέσα σ’ αυτήν την αμοιβαία αντιπαράθεση. Ένα παράδειγμα απ’ τη γεωφυσική, είναι η κίνηση των τεκτονικών πλακών της γης που δημιουργεί τα βουνά, αντιτιθέμενη στις δυνάμεις του ανέμου, της βροχής και της βαρύτητας που τείνουν να τα χαμηλώνουν. Μια πιο βολική λέξη απ’ τις “αντιφάσεις”, ίσως να ήταν εδώ οι “αντιθέσεις”, ωστόσο κρατάμε τον όρο αντίφαση για ιστορικούς λόγους. Οι δυο αντιτιθέμενες δυνάμεις μιας αντίφασης καλούνται “όροι” ή “πόλοι” της αντίφασης).

1.2 Η θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλισμού

Η πιο βασική διαλεκτική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι αυτή μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αντίφαση αυτή βρίσκεται στην καρδιά της εξήγησης της ύπαρξης των κρίσεων σε μια καπιταλιστική οικονομία. Κρατάμε όμως υπόψιν ότι οι αντιφάσεις μπορούν να εκφράζονται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, σε διαφορετικά αφηρημένα επίπεδα. Ή διαφορετικά, μπορούμε να πούμε ότι οι διαλεκτικές αναλύσεις σε διαφορετικά επίπεδα αφηρημένης μορφής, συνιστούν διαφορετικές αλλά σχετικές μεταξύ τους αντιφάσεις. Το να σκεφτόμαστε σε υψηλότερα ή χαμηλότερα αφηρημένα επίπεδα, έχει τα πλεονεκτήματα, όπως και τα μειονεκτήματά του. Συνήθως χρειάζεται να κάνουμε καί τα δύο, προκειμένου να κατανοήσουμε κάτι εις βάθος. Ο Mitchell Resnick, ένας ερευνητής τεχνητής νοημοσύνης, είχε κάνει την εξής παρατήρηση: Το να κατανοήσουμε κάτι μ’ έναν τρόπο είναι ένα μάλλον επιπόλαιο είδος αντίληψης. Ο Marvin Minsky έλεγε πως χρειάζεται να κατανοήσουμε κάτι με τουλάχιστον δυο διαφορετικούς τρόπους προκειμένου στ’ αλήθεια να το καταλάβουμε. Ο κάθε διαφορετικός τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε για κάτι, ενισχύει και βαθαίνει ταυτόχρονα κάθε άλλον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε. Η πολλαπλή αυτή κατανόηση παράγει και μια συνολική αντίληψη που είναι πλουσιότερη και διαφορετικής φύσης από τον έναν και μοναδικό τρόπο αντίληψης (Mitchell Resnick – Turtles, Termites, and Traffic Jams: Explorations in Massively Parallel Microworlds, MIT Press, 1999, σελ. 103).

Όμως το ερώτημα τώρα γίνεται: “Τί σημαίνει να κατανοήσουμε κάτι με πάνω από έναν τρόπο;” καθώς και “πώς γίνεται αυτό;”. Ένα απ’ τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορεί να σημαίνει αυτό, είναι ότι το κάθε τί μπορεί να περιλαμβάνεται σε παραπάνω από μία διαλεκτική αντίφαση, όπως αυτές των διαφορετικών αφηρημένων επιπέδων. Ο τρόπος να κατανοήσουμε κάτι εις βάθος, απαιτεί τη σκέψη σε πολλά διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης, και τη διερεύνηση για διαφορετικές αντιφάσεις στις οποίες περιλαμβάνεται αυτό. Όταν μιλάμε για την αντίφαση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, μιλάμε προφανώς σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης. Όμως είναι εξαιρετικά χρήσιμο, και αρκετά διαφωτιστικό, να μεταφράσουμε μια τέτοια αφηρημένη αντίφαση σε πιο απτούς όρους. Θα το κάνουμε πολύ σύντομα.

1.3 Η αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης

Υπάρχει ωστόσο, μια ακόμη ουσιαστικά διαφορετική αντίφαση που είναι ευρύτερα ορατή απ’ αυτήν τη θεμελιώδη αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτή είναι η αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, που οδηγεί στην αναγκαστική υποκατανάλωση των μαζών σε όλα τα οικονομικά συστήματα (μέχρι να φτάσουμε στην κομμουνιστική κοινωνία). Ωστόσο, αυτή η σημαντική αντίφαση έχει αλλάξει ριζικά στον καπιταλισμό. Σε όλες τις προηγούμενες μορφές οικονομίας, η κατανάλωση των μαζών περιοριζόταν κυρίως για έναν λόγο: οι παραγωγικές δυνάμεις ήταν ανίκανες να παράξουν αρκετά ώστε να καλύψουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων. (Στις προ-καπιταλιστικές ταξικές κοινωνίες, δηλαδή στις δουλοκτητικές και τις φεουδαρχικές, υπήρχε επίσης ένας δευτερογενής λόγος, που ήταν η οικειοποίηση απ’ την κυρίαρχη τάξη μιας τεράστιας και δυσανάλογης μερίδας των παραγόμενων προϊόντων. Όμως αν και αυτό δυσχέραινε την κατάσταση, η ρίζα του προβλήματος δεν βρισκόταν σ’ αυτό καθ’ αυτό, αλλά στην αδυναμία των παραγωγικών δυνάμεων να ικανοποιήσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων.

Στην καπιταλιστική κοινωνία αυτή η γενική αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης (ή, για να το πούμε πιο αναλυτικά, μεταξύ περιορισμένης παραγωγής και επιθυμούμενης υψηλότερης κατανάλωσης), εξακολουθεί να υφίσταται, όμως η φύση της έχει αλλάξει. Ο νέος κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής, σε συνδυασμό με τη βελτιωμένη τεχνολογία (που επίσης δημιουργεί πολλές απ’ τις αναγκαίες προϋποθέσεις για κοινωνική παραγωγή), έχει ποιοτικά μεταμορφώσει την ικανότητα των ανθρώπων να παράγουν αγαθά. Έχει μεσολαβήσει ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα στις παραγωγικές ικανότητες της κοινωνίας. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μια πρωτόγονη κοινωνική τεχνική που εμποδίζει τις δυνάμεις της παραγωγής απ’ το να επεκταθούν ώστε να ικανοποιήσουν τις λογικές ανάγκες και επιθυμίες των ανθρώπων. Αντιθέτως, το πρόβλημα είναι ότι ο καπιταλισμός έχει ένα εγγενές εσωτερικό ελάττωμα που εμποδίζει την κοινωνία απ’ το να χρησιμοποιήσει τις νέες παραγωγικές ικανότητές της με τον βέλτιστο τρόπο. Αυτό το εγγενές εσωτερικό ελάττωμα είναι το αποτέλεσμα της πρώτης αντίφασης που ανέφερα, της θεμελιώδους αντίφασης της καπιταλιστικής κοινωνίας, της αντίφασης μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Κάθε φορά που η παραγωγή αναπτύσσεται, αυτή η εσωτερική αντίφαση του καπιταλισμού τον ρίχνει σε μια κρίση, και η παραγωγή πρέπει να μειωθεί δραματικά, ακόμη κι αν δεν φτάνει για να καλύψει τις ανάγκες των ανθρώπων. Η αναγκαία κοινωνική μορφή της παραγωγής είναι μπροστά μας (τουλάχιστον σε μια χονδροειδή εικόνα), ωστόσο δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Η τεχνολογία επαρκεί εδώ και καιρό (και εξακολουθεί ακόμη να αναπτύσσεται), ωστόσο δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Είναι η αντίφαση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας, ή με άλλα λόγια, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, που εμποδίζουν την πλέρια χρήση αυτής της κοινωνικής παραγωγής και της τεχνολογίας ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες όλων των ανθρώπων. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο με αυτό πριν την άνοδο του καπιταλισμού: ακόμη κι αν υπάρχει σήμερα η κοινωνική και τεχνική παραγωγική ικανότητα, στην πραγματικότητα δεν παράγονται αρκετά αγαθά που να καταλήγουν στα χέρια όλων αυτών που τα χρειάζονται. (Και πάλι, το πρόβλημα δυσχεραίνει απ’ την υφαρπαγή μιας τεράστιας δυσανάλογης μερίδας όσων παράγονται απ’τους καπιταλιστές, ωστόσο αυτός παραμένει δευτερογενής παράγοντας. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στις αντιφάσεις του ίδιου του οικονομικού συστήματος, κι όχι στο πόσο άπληστοι μπορεί να είναι ή και να μην είναι οι καπιταλιστές στην μια ή την άλλη χώρα, την μιά ή την άλλη χρονική περίοδο).

1.4 Κρίσεις υπερπαραγωγής

Ακόμη κι αν η καπιταλιστική παραγωγή, όπως και κάθε προηγούμενη μορφή παραγωγής, δεν μπορεί στην πράξη να παράξει αρκετά ώστε να καλύψει τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων, περνάει κατά καιρούς φάσεις (κρίσεις), όπου παράγει πολύ περισσότερα απ’ όσα ξέρει τί να τα κάνει στα πλαίσια των κοινωνικών της σχέσεων. Αυτές είναι οι κρίσεις υπερπαραγωγής, η υπερπαραγωγή αυτή όμως ορίζεται ως παραγωγή περισσότερων απ’ όσα μπορούν να πωληθούν με κέρδος, κι όχι ως παραγωγή περισσότερων απ’ όσα χρειάζονται κι επιθυμούν οι άνθρωποι.

Εάν το πρόβλημα είναι ότι ένα σημαντικό μέρος όσων παράγονται δεν μπορεί να πωληθεί, η προφανής ερώτηση που προκύπτει εδώ είναι “γιατί να μην μπορεί να πωληθεί;” και η αφηρημένη απάντηση είναι”επειδή η κοινωνική παραγωγή βρίσκεται σε αντίφαση με την ιδιωτική ιδιοκτησία”, ή πιο χειροπιαστά (και επίσης μαρξιστικά), “λόγω της φτώχειας και των περιορισμών που επιβάλλει στην καταναλωτική δύναμη των μαζών”. Και οι δυο απαντήσεις λένε στην ουσία το ίδιο πράγμα, απλώς σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης. Και σε κάθε περίπτωση, υπάρχει ανάγκη περαιτέρω διευκρίνισης. Πώς ακριβώς, η ιδιωτική ιδιοκτησία οδηγεί σ’ αυτό το αποτέλεσμα; πώς ακριβώς περιορίζεται η καταναλωτική δύναμη των μαζών;

1.5 Η αντίφαση μεταξύ περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών και απεριόριστης επέκτασης της καπιταλιστικής παραγωγής

Προσέξτε ότι πλέον έχουμε αφήσει τη γενική αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης στο φόντο, και εστιάζουμε αντίθετα σε μια σχετική αλλά πολύ πιο συγκεκριμένη αντίφαση, που μας οδηγεί στην ουσία των κρίσεων υπερπαραγωγής που αναπτύσσονται μόνο στον καπιταλισμό. (Χωρίς να αναμείξουμε αυτές τις δυο αντιφάσεις όπως μου φαίνεται ότι κάνουν διάφοροι μαρξιστές συγγραφείς). Η αντίφαση που εντοπίζεται αποκλειστικά στον καπιταλισμό, είναι αυτή μεταξύ της περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών και της τάσης των καπιταλιστών να αυξάνουν την παραγωγή αόριστα. Εδώ κολλάει η περίφημη πρόταση του Μαρξ, που φτάνει στην καρδιά του προβλήματος των οικονομικών κρίσεων: “Ο τελικός λόγος για όλες τις πραγματικές κρίσεις παραμένει η φτώχεια και η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών, σε αντίθεση με την τάση της καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις ωσάν η απόλυτη καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας να αποτελεί το μόνο όριό τους. (Καρλ Μαρξ – Το Κεφάλαιο, τόμος 3, κεφάλαιο 15)

Αυτή η αντίφαση είναι η ίδια μια συνέπεια, ή μια πιο συνεκτική έκφραση, της θεμελιώδους αντίφασης μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Μου φαίνεται περίεργο που μερικοί μαρξιστές δεν καταλαβαίνουν το σημείο αυτό παρόλο που μοιάζει τόσο προφανές. Τί σημαίνει όταν λέμε ότι υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας; Ο ένας όρος αυτής της αντίφασης είναι ότι οι εργάτες μαζεύονται και παράγουν αγαθά συλλογικά με οργανωμένο τρόπο. Ο άλλος όρος της αντίφασης είναι ότι τα προϊόντα που παράχθηκαν ανήκουν έπειτα στους καπιταλιστές, κι όχι στους εργάτες που τα παρήγαγαν. Πράγματι, οι καπιταλιστές πληρώνουν τους εργάτες με ένα ποσό, ισοδύναμο με την αξία ενός μονάχα μέρους της αξίας των εμπορευμάτων που παράχθηκαν. Το ότι υπάρχει εδώ μια αντίφαση, σημαίνει ότι η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μερικά σοβαρά προβλήματα. Τί προβλήματα; Λοιπόν αυτό θέλει λίγη συζήτηση για να αναδειχθεί πλήρως. Όμως σαν μια πρώτη προσέγγιση, είναι φανερό ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα σαφές πρόβλημα εδώ: ότι οι εργάτες δεν μπορούν να αγοράσουν πίσω απ’ τους καπιταλιστές όλα όσα παρήγαγαν γι αυτούς. Η αγορά στην οποία μπορούν να πωληθούν τα εμπορεύματα (δηλαδή οι εργάτες που παρήγαγαν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα) είναι πάντοτε μικρότερη από την αξία των προϊόντων που παράγονται. Η συνολική αγορά συνεπώς, των μαζών ως σύνολο (περιλαμβανομένων όλων των εργατών και των οικογενειών τους, κι όλων των χαμηλότερων τάξεων), θα είναι πάντοτε μικρότερη απ’ το σύνολο των προϊόντων που παράγει η εργατική τάξη. Τότε πώς μπορούν αυτά τα προϊόντα να πωληθούν; Πώς μπορεί και συνεχίζεται η παραγωγή;

Η θεωρία των καπιταλιστικών οικονομικών κρίσεων είναι μια αναλυτική διερεύνηση αυτού του ερωτήματος -πώς μπορεί η παραγωγή να συνεχίζεται, όταν οι καπιταλιστές πληρώνουν τους εργάτες μόνο ένα μέρος της αξίας που παράγουν; Υπάρχουν ασφαλώς τρόποι να γίνει κάτι τέτοιο -αλλά μόνο βραχυπρόθεσμα! Το πρόβλημα είναι ότι όλοι αυτοί οι τρόποι στο τέλος οδηγούν σε άλλα σοβαρότερα προβλήματα, τόσο σοβαρά που στην πραγματικότητα οδηγούν αναπόφευκτα σε ασυνέχειες της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή σε οικονομικές κρίσεις.

[…]

1.7 Οι δυο πόλοι της πιο συμπαγούς αντίφασης

Εξετάζουμε την αντίφαση μεταξύ της περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών και της τάσης των καπιταλιστών να συνεχίσουν να επεκτείνουν την παραγωγή επ’ αόριστον. Προκύπτουν λοιπόν δυο βασικά υποερωτήματα προς διερεύνηση: Πρώτον, πώς και γιατί η κατανάλωση των μαζών μένει σχετικά περιορισμένη (ακόμη κι αν αυξάνεται λίγο σε περιόδους ευφορίας); Ας πούμε αυτήν την ερώτηση “γιατί η κατανάλωση είναι τόσο περιορισμένη”. Δεύτερον, πώς και γιατί προκύπτει η τάση της καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις τόσο απεριόριστα; Γιατί γίνεται τόσο εμμονική; Ας πούμε αυτήν την ερώτηση “γιατί η καπιταλιστική παραγωγή είναι τόσο απεριόριστη”. Προτού διερευνήσουμε καθεμιά απ’ τις ερωτήσεις αυτές, ας επαναλάβουμε το όλο σχήμα: ούτε η μία, ούτε η άλλη, αλλά η βασική αντίφαση μεταξύ τους, είναι η τελική αιτία των κρίσεων. Παρολαυτά, θα ξεκινήσουμε να εξετάζουμε τους δυο αντίθετους πόλους αυτής της αντίφασης ξεχωριστά.

1.8 Γιατί η κατανάλωση είναι τόσο περιορισμένη

Ας δούμε πρώτα το ερώτημα γιατί η κατανάλωση να είναι τόσο περιορισμένη. Η βασική εξήγηση γι αυτό εσωκλείεται στην ίδια την έννοια της υπεραξίας. Σύμφωνα με τον Μαρξ, οι εργάτες πωλούν την εργατική τους δύναμη στους καπιταλιστές για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, και για ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει (κατά μέσο όρο) την αξία της εργατικής τους δύναμης. Όμως η πραγματική εργασία που συντελείται απ’ τους εργάτες για τους καπιταλιστές στη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου παράγει μια αξία σε εμπορεύματα πολύ μεγαλύτερη απ’ την αξία των χρημάτων που πληρώνονται οι εργάτες. Ένα μέρος μόνο αυτής της παραγώμενης αξίας (μόλις τα εμπορεύματα πωληθούν) θα πάει στην πληρωμή των μισθών. Ένα άλλο μέρος της θα πάει στις πρώτες ύλες, στη συντήρηση ή αντικατάσταση των μηχανημάτων που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγική διαδικασία, στην ηλεκτρική ενέργεια, τη θέρμανση κι άλλα τέτοια λειτουργικά έξοδα. Όμως ακόμη και τότε μένει ένα μεγάλο κομμάτι, αυτό που ο Μαρξ ονόμασε υπεραξία. Αυτή είναι η πηγή των κερδών των καπιταλιστών. (παράβλεπε και Καρλ Μαρξ – Μισθός, τιμή, κέρδος).

Αυτό που σημαίνουν όλα αυτά, είναι ότι οι εργάτες παράγουν περισσότερη αξία απ’ αυτήν για την οποία πληρώνονται. Αυτό σημαίνει φυσικά, ότι οι εργάτες και οι οικογένειές τους δεν μπορούν να αγοράσουν πίσω όλα αυτά που παρήγαγαν κατά κανέναν τρόπο. Αυτό δεν είναι αναγκαστικά πρόβλημα για τη συνέχιση της παραγωγής, όσο φυσικά οι καπιταλιστές βρίσκουν κάτι άλλο να κάνουν με όλην αυτήν την παραγώμενη υπεραξία. Υπάρχουν γενικά δύο πράγματα που μπορούν να κάνουν μ’ αυτήν (μόλις φυσικά τα εμπορεύματα στα οποία περιέχεται έχουν πωληθεί, ανταλλαχθεί δηλαδή με χρήμα): 1) να χρησιμοποιήσουν αυτό το χρήμα για προσωπικά καταναλωτικά αγαθά γι αυτούς και τις οικογένειές τους, και 2) να το χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν νέα εργοστάσια και μηχανήματα και υλικά, και να προσλάβουν περισσότερους εργάτες, ώστε να επεκτείνουν την παραγωγή. (Το να καταθέτουν τα χρήματά τους στην τράπεζα τυπικά ισοδυναμεί με έναν έμμεσο τρόπο να κάνουν τη δεύτερη επιλογή, καθώς άλλοι καπιταλιστές μπορούν να δανειστούν το χρήμα αυτό για να επεκτείνουν αυτοί την παραγωγή κοκ. Όμως, εάν η τράπεζα δεν μπορεί να βρει μια αξιόπιστη εταιρία να δανείσει το χρήμα, τότε αυτή η διαδικασία συσσώρευσης θα διαταραχθεί. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά σε μαζική κλίμακα όταν ξεσπά μια κρίση, επιδεινώνοντάς την ακόμη περισσότερο. σημείωση της μετάφρασης: και εξηγεί εν μέρει τη σημασία που έχει η υποστήριξη των τραπεζών από τα καπιταλιστικά κράτη).

Έχουμε ήδη αναφέρει ότι οι εργάτες δεν έχουν καμμία ελπίδα να αγοράσουν όλα τα αγαθά που παράγουν, καθώς οι μισθοί τους αντιστοιχούν σ’ ένα μόνο μέρος της αξίας που η εργασία τους έχει δημιουργήσει. Όμως η καπιταλιστική παραγωγή είναι τόσο ισχυρή, και γίνεται ολοένα και πιο ισχυρή, που σημαίνει ότι οι καπιταλιστές και οι οικογένειές τους επίσης δεν έχουν καμμία ελπίδα να βρίσκουν προσωπικές χρήσεις για να δαπανούν οι ίδιοι τα ολοένα και περισσότερα προϊόντα που μπορούν να παραχθούν και που παράγονται. Είναι αληθές πως οι καπιταλιστές ως τάξη ζουν σε μεγάλη πολυτέλεια, έχουν συχνά πολυτελείς κατοικίες, ακριβά αυτοκίνητα, υπηρετικό προσωπικό, κότερα και ούτω καθεξής. Υπάρχουν όμως όρια στο πόσο μπορούν -ακόμη κι αυτοί- να ξοδεύουν σε τέτοιες πολυτέλειες. Αυτό σημαίνει ότι ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ολοένα και περισσότερης υπεραξίας που παράγεται στην καπιταλιστική παραγωγή πρέπει να διοχετευθεί στην περαιτέρω επέκταση της παραγωγής, αν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί κάπου.

1.9 Γιατί η παραγωγή τείνει να είναι τόσο απεριόριστη

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στον άλλον πόλο της αντίφασης, στο ερώτημα γιατί η καπιταλιστική παραγωγή τείνει να είναι τόσο απεριόριστη (σε σχέση με την πραγματική αγορά), και γιατί και πώς οι καπιταλιστές προσπαθούν να την επεκτείνουν επ’ αόριστον.

Μια απάντηση είναι ότι οι καπιταλιστές έχουν υφαρπάξει τόσο πλούτο, τόσο πολλή υπεραξία, που δε γνωρίζουν τί άλλο να κάνουν μ’ αυτήν εκτός απ’ το να την ρίξουν ξανά στην περαιτέρω επέκταση της παραγωγής. Μια άλλη απάντηση είναι ότι οι καπιταλιστές θέλουν πάντοτε να επεκτείνουν τον πλούτο τους (ακόμη κι αν δε ξέρουν τί να κάνουν με τον πλούτο που ήδη κατέχουν). Ο πλούτος προέρχεται απ’ τη διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου, κι έτσι φυσικά εύχονται να επεκτείνουν αυτήν την αναπαραγωγική διαδικασία όσο το δυνατόν ταχύτερα. Οι καπιταλιστές επιθυμούν τον πλούτο όχι μόνο για την απόκτηση περισσότερων ειδών πολυτελείας, αλλά επίσης, και πιο σημαντικό, για το δέος και την ισχύ που ο πλούτος αυτός σηματοδοτεί στους κύκλους τους. Στην πραγματικότητα αυτό το πάθος αποτελεί συχνά μια τάση πολύ ισχυρότερη από την απόλαυση που μπορεί να προσφέρει η προσωπική πολυτέλεια, όση τέτοια κι αν έχουν συσσωρεύσει. Για τους περισσότερους καπιταλιστές, η συσσώρευση η ίδια γίνεται σκοπός της ζωής τους, και ο κύριος τρόπος να αυξήσουν τον ρυθμό της συσσώρευσης είναι μέσω της συνεχούς επέκτασης της παραγωγής.

Εκεί βρίσκονται επίσης πολλοί ακόμη λόγοι που κάνουν τους καπιταλιστές να επιθυμούν την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επέκταση της παραγωγής. Υπάρχει το ζήτημα του ανταγωνισμού, του φόβου των ανταγωνιστών, του φόβου για μια τυχόν χρεωκοπία. Το μετοχικό κεφάλαιο είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την επιβίωση μιας επιχείρισης. Υψηλότερα επίπεδα παραγωγής συνήθως επιτρέπουν και υψηλότερη οικονομία κλίμακας, ώστε οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις να πλεονεκτούν στον ανταγωνισμό έναντι των μικρότερων και να τις βγάλει απ’ την μέση. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη ισχύ απέναντι στους εργάτες και τα συνδικάτα, όπως κι απέναντι στην κυβέρνηση. (Παρόλο που η κάθε κυβέρνηση ελέγχεται απ’ τους καπιταλιστές ως τάξη, ο κάθε καπιταλιστής ως άτομο διεκδικεί επιπρόσθετα προνόμια κι οφέλη απ’ αυτήν). Κι αν μια επιχείριση μπορεί να επεκτείνει την παραγωγή της (και ταυτόχρονα να απορροφήσει τους ανταγωνιστές της ή να τους οδηγεί να κλείσουν) σε σημείο όπου να γίνει ένα ολοκληρωτικό, ή έστω ένα εκ των πραγμάτων μονοπώλιο σε ορισμένες αγορές, τότε αποκτά τη δυνατότητα να αυξήσει ακόμη περισσότερο τα κέρδη της.

1.10 Η άρνηση των καπιταλιστών να συνεχίσουν να επενδύουν

Φτάνουμε λοιπόν σ’ ένα πολύ περίεργο κι ενδιαφέρον σημείο. Τίποτε απ’ όσα είπα ως τώρα δε δείχνει ότι πρέπει αναγκαστικά να υπάρχουν κρίσεις! Οπότε γιατί συμβαίνουν; Κάντε λίγη υπομονή, η απάντηση μπορεί να φαίνεται μπερδεμένη στην αρχή.

Μόνο επειδή οι καπιταλιστές, ή έστω μια μεγάλη μερίδα τους, τελικά αποφασίζουν ότι δεν έχει νόημα πια να συνεχίσουν να επεκτείνουν την παραγωγή κι έτσι σταματούν να το κάνουν, μόνο τότε έχουμε μια κρίση υπερπαραγωγής. Αυτός είναι ο πραγματικός τρόμος για ολόκληρη την κυρίαρχη τάξη (ή τουλάχιστον για τα λιγοστά μέλη της που έχουν μια στοιχειώδη γνώση της πραγματικότητας): οι καπιταλιστικές κρίσεις είναι το αποτέλεσμα της συνειδητής άρνησης επένδυσης στην περαιτέρω επέκταση της παραγωγής εκ μέρους αυτών που ο μόνος λόγος ύπαρξής τους είναι αυτή η επένδυση! Αρνούνται φυσικά για έναν πολύ καλό λόγο: δε βλέπουν το πώς θα βγάλουν κάποιο κέρδος από μια περαιτέρω επένδυση, καθώς δε βλέπουν να υπάρχει μια αγορά για τα προϊόντα που θα παραχθούν (και που ήδη παράγονται).

Αυτές οι αποφάσεις, να μην επανεπενδύσουν τη συλλογικά παραγώμενη υπεραξία (πέρα απ’ αυτό το μέρος που δαπανούν για την προσωπική τους πολυτελή κατανάλωση), σημαίνει πρακτικά ότι δε θα χτίσουν νέα εργοστάσια, δε θα αγοράσουν περισσότερα μηχανήματα, πρώτες ύλες, ηλεκτρισμό, εργατική δύναμη (προσλαμβάνοντας περισσότερους εργάτες), και ούτω καθεξής. Μ’ άλλα λόγια, δε σκοπεύουν να αγοράσουν όλα εκείνα τα εμπορεύματα που υπό άλλες συνθήκες θα αγόραζαν. Αυτά τα εμπορεύματα παραμένουν απούλητα, και οι παραγωγοί σ’ αυτόν τον τομέα εμπορευμάτων (που προορίζονται για την επέκταση της παραγωγής, κι όχι για την προσωπική κατανάλωση), ας τον πούμε ο Τομέας 1, θα πρέπει λοιπόν να ρίξουν τους ρυθμούς της παραγωγής και οι ίδιοι, να απολύσουν εργάτες, κοκ. Μπορούμε εύκολα να δούμε πώς κάτι τέτοιο μπορεί να παραλύσει ολόκληρη την οικονομία σ’ ένα καθοδικό σπιράλ ύφεσης ή κάτι ακόμα χειρότερο.

Όμως, με δεδομένους όλους τους λόγους που έχουν οι καπιταλιστές για να συνεχίσουν να επεκτείνουν την παραγωγή, γιατί να αποφασίσουν εθελοντικά να σταματήσουν ή να ρίξουν τους ρυθμούς της; Οι λόγοι μπορεί να είναι περίπλοκοι, όμως στο τέλος αυτό που μένει είναι το εξής: δεν έχει νόημα να συνεχίσουν να παράγουν επ’ αόριστον, όταν τα νέα προϊόντα δε θα καταναλωθούν. Ούτε έχει νόημα να συνεχίσουν να επεκτείνουν την παραγωγή επ’ αόριστον, όταν το μόνο πράγμα για το οποίο θα καταναλώνονται τα νέα προϊόντα θα είναι για να χτιστούν περισσότερα εργοστάσια, να αγοραστούν περισσότερα μηχανήματα κοκ, σ’ ένα αφηρημένο, ατέρμονο σπιράλ.

Όλως περιέργως, ένα παρόμοιο σχήμα είχε προταθεί ως “λογική” απόδειξη ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αποφύγει τις οικονομικές κρίσεις. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο αμερικανός αστός οικονομολόγος J.B. Clark επιχειρηματολογούσε ότι δε θα υπήρχε υπερπαραγωγή, εάν οι καπιταλιστές απλώς “έχτιζαν περισσότερους μύλους ώστε να χτίσουν ακόμη περισσότερους μύλους ες αεί”. (John Bates Clark – Overproduction and Crisis 1898). Μια άλλη πρόταση στην ίδια γραμμή είναι αυτή του F.H. Knight, που ισχυριζόταν ότι “δεν υπάρχει κανένας λόγος ολόκληρη η παραγωγική ικανότητα της κοινωνίας να μη χρησιμοποιείται ώστε να παράγονται διαρκώς νέα αγαθά-νέο κεφάλαιο, εάν ο πληθυσμός αποφασίσει να αποταμιεύει ολόκληρο το εισόδημά του!”(Paul Sweezy – The Theory of Capitalist Development, 1942). Στην πραγματικότητα φυσικά, αυτά τα σχήματα δε θα μπορούσαν ποτέ να λειτουργήσουν. Ο Maurice Dobb εξηγούσε, για παράδειγμα, ότι “η εικόνα του J.B. Clark για το χτίσιμο μύλων ώστε να χτιστούν ακόμη περισσότεροι μύλοι για πάντα, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ, καθώς στον πραγματικό κόσμο οι μύλοι είναι πάντοτε προσανατολισμένοι προς ένα συγκεκριμένο ρεύμα ζήτησης που συνδέεται με την κατανάλωση στο άμεσο μέλλον, κι όχι σ’ ένα ρεύμα ζήτησης που επεκτείνεται σ’ ένα αόριστο μέλλον”.

Ενώ το σχήμα της κατασκευής μύλων με μόνο στόχο την κατασκευή περισσότερων μύλων, επ’ αόριστον, δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ, και αναμφίβολα δε θα δοκιμαστεί ποτέ, οι καπιταλιστές έχουν προσπαθήσει (σ’ έναν βαθμό) κάτι πιο κοντινό στις προτάσεις του F.H. Knight, ώστε να συνεχίσουν να αναπτύσσουν την παραγωγικότητα σε κάθε βιομηχανία. Αυτό είναι κι ένα μεγάλο μέρος του λόγου που το ποσοστό παραγωγικής ικανότητας είναι συχνά τόσο χαμηλό, ιδιαίτερα την περίοδο του ιμπεριαλισμού. Επιπλέον, οι πίνακες πραγματικής χρήσης της παραγωγικής ικανότητας που δημοσιεύει ετήσια η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι χονδροειδώς πειραγμένοι προς τα πάνω. Οι σταθερές που χρησιμοποιούνται μεταβάλλονται κατά βούληση, ούτως ώστε τα νούμερα να μη φαίνονται τραγελαφικά μικρά. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβρη του 1976 ο πίνακας των ομοσπονδιακών αποθεματικών λύγισε κάτω απ’ την πίεση του “επιχειρηματικού κόσμου” και άλλων κυβερνητικών υπηρεσιών και αναθεωρήθηκε, με τους ρυθμούς χρήσης της παραγωγικής ικανότητας να εμφανίζονται δραματικά υψηλότεροι, από 73% σε 81%. (Business Week, 2 Αυγούστου 1976, και 13 Δεκέμβρη 1976).

Ο Paul Sweezy και ο Harry Magdoff στην κριτική τους επί της “έλλειψης κεφαλαίου”, παρατήρησαν ότι: Η ιστορία της πολεμικής παραγωγής (κατά τον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο), δείχνει καθαρά ότι, όσον αφορά το πραγματικό κεφάλαιο, η συζήτηση περί έλλειψης κεφαλαίων είναι απλή ανοησία. Όχι μόνον η οικονομία των ΗΠΑ είχε την ικανότητα να γεννά μια τεράστια νέα παραγωγική ικανότητα, αλλά μπορούσε ακόμα περισσότερο να τροποποιήσει την ήδη υπάρχουσα παραγωγική ικανότητά της. Εάν οι σταθερές για αύξηση της παραγωγικότητας που χρησιμοποιούνταν στη διάρκεια του ΄ΒΠΠ εφαρμόζονταν σήμερα (αρχές του 1976), θα βλέπαμε ότι μάλλον ένα 50%, ή ίσως ακόμα λιγότερο, της υπάρχουσας παραγωγικής ικανότητας χρησιμοποιείται πραγματικά, σε αντίθεση με το επίσημο 75% που δίνουν οι τρέχουσες πρακτικές υπολογισμού”. (Paul Sweezy & Harry Magdoff, “Capital Shortage: Fact and Fantasy”, Monthly Review, April 1976. Όταν γράφονταν αυτές οι παρατηρήσεις η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε ακόμη αναθεωρήσει τα νούμερα, κάνοντάς τα ακόμη πιο πλαστά).

Εν συντομία, στη διάρκεια κάθε οικονομικού κύκλου, οι καπιταλιστές αναπτύσσουν την πραγματική αχρησιμοποίηση παραγωγική ικανότητα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Οι σταθερές για χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας αναθεωρούνται κατά καιρούς προκειμένου να κρύψουν την υπεραξία και υπερεπένδυση του κεφαλαίου. Η υπερεπένδυση συντελείται εν μέρει προκειμένου οι επιχειρήσεις να μπορούν να επεκτείνουν άμεσα την παραγωγή (και να μη χάσουν τυχόν ευκαιρίες γρήγορου κέρδους), όμως πάνω απ’ όλα, επειδή οι επιχειρήσεις έχουν όλον αυτό το συσσωρευμένο κεφάλαιο στη διάθεσή τους που δε ξέρουν τί άλλο να το κάνουν.

Όμως ακόμη και οι πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να αναπτύσσουν την αχρησιμοποίητη παραγωγικότητα ατελείωτα. Στο τέλος, οι διευθυντές τους θα πουν “δεν έχει πια νόημα”, και θα σταματήσουν να επενδύουν. Κι όταν αυτό συμβεί σε μεγάλους τομείς της οικονομίας ταυτόχρονα, μια μεγάλη κρίση υπερπαραγωγής ξεσπά.

1.11 Η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα βλάπτει τα κέρδη

Κάτι άλλο που θα πρέπει να συλλογιστούμε εδώ είναι ότι η ανάπτυξη αχρησιμοποίητης παραγωγικής ικανότητας βλάπτει τελικά την κερδοφορία. Αν μια επιχείρηση έχει δύο εργοστάσια για να παράγει προϊόντα όταν μόνον ένα εργοστάσιο της είναι απαραίτητο, τότε τα λειτουργικά της έξοδα αυξάνονται δραματικά, και τα κέρδη που θα μείνουν στο τέλος μειώνονται.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό δεν έχει τόση σημασία, εάν ο ρυθμός της υπεραξίας, κι άρα ο ρυθμός της κερδοφορίας ήταν επαρκώς υψηλός ήδη από το ξεκίνημα, ή αν αναπτυσσόταν με ταχείς ρυθμούς. Ακόμη κι αν κάτι τέτοιο ήταν αληθές, θα εξακολουθούσε να ισχύει και μετά το χτίσιμο ενός τρίτου εργοστασίου, ή ενός τέταρτου; Στο τέλος, ένα ολοένα και αυξανόμενο απόθεμα αχρησιμοποίητων εργοστασίων και μηχανημάτων θα έμενε να μειώνει αισθητά τα κέρδη, πάντα σε σχέση με το ύψος τους χωρίς τα επιπλέον εργοστάσια.

Επιπλέον, εάν μόλις μια επιχείρηση ενός κλάδου αναπτύσσει αχρησιμοποίητα εργοστάσια περισσότερο απ’ ό,τι οι άλλες, ο ρυθμός της κερδοφορίας της θα πέσει σε σχέση με των ανταγωνιστών της. Η τιμή των αποθεμάτων της θα μειωθεί, οι αναλυτές του χρηματιστηρίου θα βγουν απ’ τα ρούχα τους. Η επιχείρηση αυγή θα αναγκαστεί σε περικοπή της αχρησιμοποίητησης παραγωγικής ικανότητας, τουλάχιστον ως τον γενικό μέσο όρο του κλάδου. Με άλλα λόγια, η συσσώρευση αχρησιμοποίητων εργοστασίων μπορεί να συμβεί μόνο σε μια ολιγοπωλιακή ή μονοπωλιακή συνθήκη, και μόνον όσο οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου ακολουθούν λίγο-πολύ την ίδια πολιτική.

Ενώ μπορεί να περιλαμβάνεται στα συμφέροντα του καπιταλιστικού συστήματος ως όλον, να επεκτείνει την αχρησιμοποίητη παραγωγική ικανότητα χωρίς τέλος, δεν είναι στο συμφέρον καμμιάς επιχείρησης να το αναλάβει η ίδια για τον εαυτό της -τουλάχιστον όχι περισσότερο απ’ τον μέσο όρο του κλάδου. Η αναγκαιότητα διατήρησης της κερδοφορίας της κάθε μεμονωμένης επιχείρησης σημαίνει ότι το όλο αυτό σχήμα έχει σαφή όρια. Κι ακόμη κι αν οι λίγες μεγάλες επιχειρήσεις ενός κλάδου σε μια χώρα, όλες ταυτόχρονα προσθέσουν αχρησιμοποίητα εργοστάσια, σ’ αυτήν την εποχή παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, όλο και κάποιος ανταγωνιστής σε μια άλλη χώρα θα είναι σε θέση να βάλει ένα τέλος σ’ αυτήν τη σπατάλη. Αυτό έχει συμβεί στην πραγματικότητα σε πολλούς κλάδους τις περασμένες δεκαετίες. Για παράδειγμα, η υπεραναπτυγμένη αυτοκινητοβιομηχανία του Detroit αναγκάστηκε να “αναδιαρθρωθεί” και να καταφύγει σε μια σειρά περικοπών (μεταξύ των οποίων να κλείσει έναν τεράστιο αριθμό εργοστασίων), προκειμένου να ανταγωνιστεί με την ιαπωνική και την νοτιοκορεατική αυτοκινητοβιομηχανία.

Στο περίφημο βιβλίο του “Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος” ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς θρηνούσε ειλικρινά που ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν είναι τόσο σπάταλος όσο υπέθετε ότι ήταν οι αρχαίες κοινωνίες: Η αρχαία Αίγυπτος ήταν διπλά τυχερή, κι αναμφίβολα χρωστούσε σ’ αυτό τον απέραντο πλούτο της, στο ότι διέθετε δυο δραστηριότητες, την κατασκευή πυραμιδών καθώς και την αναζήτηση πολύτιμων μετάλλων, οι καρποί των οποίων, καθώς δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των ανθρώπων μέσω της κατανάλωσης, δεν σάπιζαν στις αποθήκες. Στον Μεσαίωνα έχτιζαν καθεδρικούς ναούς και τραγουδούσαν μοιρολόγια. Δυο πυραμίδες, δυο σωροί μάζας για τους νεκρούς, είναι δύο φορές καλύτερες από μια πυραμίδα. Όμως δυο σιδηρόδρομοι απ’ το Λονδίνο στο Γιορκ, όχι. Είμαστε λοιπόν τόσο λογικοί, έχουμε εκπαιδευτεί τόσο πιστά προς τους συνετούς χρηματιστές μας, σκεφτόμαστε τόσο προσεχτικά πριν επιβαρυνθούμε με τα οικονομικά βάρη του μέλλοντος πριν χτίσουμε κατοικίες για να ζήσουμε, που δε διαθέτουμε καμμιά τέτοια εύκολη διέξοδο απ’ τα δεινά της ανεργίας. (John Maynard Keynes, The General Theory of Employment, Interest, and Money,1935).

Ω ναι, τί κρίμα που οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν μαζεύουν τις μάζες να χτίσουν πυραμίδες την μια μετά την άλλη, ή έστω άχρηστους σιδηροδρόμους ή αχρησιμοποίητα εργοστάσια! Μιας και κάτι τέτοιο δε θα τους προσέφερε μόνο μια πολυπόθητη δουλειά, αλλά θα έδινε και στους καπιταλιστές κάτι να κάνουν με τον ολοένα και αυξανόμενο σωρό της υπεραξίας που υφαρπάζουν. Ακόμη κι αυτό όμως, στην πράξη δε θα δούλευε. Όχι τόσο γιατί οι καπιταλιστές σήμερα είναι πολύ “συνετοί” για να αποτολμήσουν κάτι τέτοιο, όσο επειδή κάθε τέτοιο σχέδιο παραγωγής σκουπιδιών θα κατακρήμνιζε άμεσα το κέρδος.

Κεφάλαιο 2: Η επιφάνεια των αντιφάσεων

2.1 Τεχνητά μέσα επέκτασης των αγορών

Όμως δε βρισκόμαστε κατά κανένα τρόπο στο τέλος της ιστορίας! Τα πράγματα είναι στην πραγματικότητα λίγο πιο περίπλοκα απ’ ό,τι είδαμε ως τώρα. Ως εδώ δεν αναλύσαμε παρά την υποβόσκουσα αιτία της κατάστασης, όμως υπάρχουν πολλές επιπλοκές κι αντιφάσεις που αναπτύσσονται προς την επιφάνεια.

Στην πραγματικότητα, οι καπιταλιστές δεν προσπαθούν να συνεχίσουν την παραγωγή απλά συνεχίζοντας να επενδύουν τον σωρό της υπεραξίας που διαθέτουν στον “Τομέα 1”, στα μέσα παραγωγής. Προσπαθούν επίσης να βρουν τεχνητά μέσα να αυξήσουν την κατανάλωση καταναλωτικών αγαθών (που παράγονται απ’ τα αντίστοιχα εργοστάσια στον, ας τον πούμε “Τομέα 2” της οικονομίας). Ένα τέτοιο μέσο είναι το να πουλάνε καταναλωτικά αγαθά σε άλλες χώρες. Όμως το πρόβλημα έγκειται στο ότι και η κάθε άλλη χώρα θα επιθυμεί επίσης να πουλάει αγαθά στην πρώτη χώρα, κι έτσι αφού κλέψει ο καθένας όση απ’ την αγορά του άλλου μπορέσει, φτάνουμε ξανά στην ίδια ισορροπία. Ακόμη κι αν μια χώρα μπορέσει να φέρει τα πράγματα υπέρ της (κάτι που αποτελεί φυσικά χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, είτε με την αποικιακή, είτε με την νεοαποικιακή μορφή του), το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα θεωρούμενο ως σύνολο, θα παρέμενε σε μια γενική ισορροπία σ’ αυτό το θέμα.

Όταν υπήρχαν μεγάλα κομμάτια του κόσμου που παρέμεναν ουσιαστικά εκτός του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, τότε τα αγαθά που πωλούνταν σ’ αυτές τις χώρες (όπου τα εγχώρια αγαθά παράγονταν ας πούμε κάτω από φεουδαρχικές ή δουλοκτητικές συνθήκες) μπορούσαν να ανακουφίζουν σε κάποιο βαθμό το πρόβλημα της υπερπαραγωγής στις καπιταλιστικές χώρες. Ωστόσο, τί μπορούσαν να κάνουν οι καπιταλιστές με τα αγαθά που λάμβαναν κατά τις συναλλαγές τους με τις μη καπιταλιστικές χώρες; Αυτό ισοδυναμεί με την ανταλλαγή μιας ομάδας εμπορευμάτων για προϊόντα που πρέπει μετά να μετατραπούν τα ίδια σε εμπορεύματα στην εγχώρια αγορά, εάν πρόκειται να προκύψει κέρδος από την πώληση των αρχικών εμπορευμάτων. Όμως εάν δεν υπήρχε αγορά για τα αρχικά εμπορεύματα μεταξύ των μαζών (λόγω της φτώχειας τους) τότε δε θα μπορούσε να υπάρχει και αγορά για τα εξωτικά προϊόντα μεταξύ των ίδιων μαζών (για τον ίδιο λόγο). Φαίνεται ότι αυτά τα εξωτικά προϊόντα μη καπιταλιστικής προέλευσης μπορούσαν να ανακουφίσουν το πρόβλημα της υπερπαραγωγής στις καπιταλιστικές χώρες μόνο στον βαθμό που οι καπιταλιστές οι ίδιοι έβρισκαν την ανταλλαγή με τα εξωτικά προϊόντα ως μια χρήση για να καταναλώνουν οι ίδιοι την υπερπαραγωγή εγχώριων εμπορευμάτων.

Έτσι, η σημασία των μη καπιταλιστικών αγορών στη συνεχόμενη οικονομική ευρωστία του καπιταλισμού έχει τονιστεί ίσως υπερβολικά από ορισμένους μαρξιστές οικονομολόγους, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Επιπλέον, η διείσδυση των καπιταλιστικών αγορών (και του ξένου κεφαλαίου) σε αρχικά μη καπιταλιστικές οικονομίες, τις μετέτρεψε αρκετά γρήγορα σε καπιταλιστικές οικονομίες σε πλήρη άνθηση, όπως έδειξε η Λούξεμπουργκ. Καθώς πλέον ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος είναι κατ’ ουσίαν καπιταλιστικός, αυτή η βαλβίδα αποσυμπίεσης της οικονομικής διείσδυσης σε μη καπιταλιστικές χώρες -που ήταν πάντα μικρότερης σημασίας απ’ ότι πίστευαν αρκετοί άνθρωποι- έχει πλέον εξαφανιστεί.

2.2 Η εξαγωγή του κεφαλαίου

Αναλόγως, οι καπιταλιστές δεν προσπαθούν απλώς να κρατήσουν τα πράγματα ως έχουν, επενδύοντας το κεφάλαιό τους στη χώρα τους. Αντιθέτως, την εποχή του ιμπεριαλισμού, ψάχνουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο για επενδυτικές ευκαιρίες. Η εξαγωγή του κεφαλαίου γίνεται εξίσου σημαντική για το σύστημα με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Όμως ξανά, οι ιμπεριαλιστές σύντομα έρχονται αντιμέτωποι με σαφείς περιορισμούς. Η επένδυση του ενός στη χώρα του άλλου, αν και ασφαλέστερη απ’ ό,τι στον “Τρίτο Κόσμο” -που είναι γενικά πιο ασταθής και πιο επιρρεπής σε επαναστάσεις- δεν αποδίδει στην πράξη παραπάνω απ’ όσο εάν επένδυε η κάθε κυρίαρχη τάξη μόνο στη δική της χώρα. Επίσης, η επένδυση στις μαστιζόμενες από τη φτώχεια χώρες του Τρίτου Κόσμου έχει κι άλλες αρνητικές όψεις. Έστω ότι χτίζονται τα εργοστάσια εκεί, σε ποιόν θα πουλήσουν όλα αυτά τα προϊόντα που θα παράξουν; Ασφαλώς, μπορούν να τα στείλουν πίσω στη χώρα τους, όμως τότε θα πρέπει να ρίξουν την εγχώρια παραγωγή. Φυσικά, η μεταφορά της παραγωγής σε χώρες με εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς μπορεί αρχικά να φαίνεται στους ιμπεριαλιστές ότι θα τους αποφέρει υπερκέρδη, όμως όσο ολοένα και περισσότερη παραγωγή μετατοπίζεται στις χώρες αυτές κι από τους ανταγωνιστές τους (από την ίδια χώρα ή κι από άλλες), ο ρυθμός του κέρδους θα ξαναπέσει. Κι αυτό που θα μείνει πίσω θα είναι ολοένα και περισσότεροι εξαθλιωμένοι εργάτες παντού, συμπεριλαμβανομένων και των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Καθώς η παραγωγή στις χώρες τους περικόπτεται, οι εργάτες που απολύονται δεν είναι πια σε θέση να αγοράζουν τα περισσότερα απ’ τα προϊόντα που αγόραζαν πριν. Μ’ άλλα λόγια, η εγχώρια αγορά συρρικνώνεται. Φυσικά, καθώς νέοι εργάτες προσλαμβάνονται στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, η αγορά εκεί θα επεκταθεί. Όμως, καθώς οι μισθοί των εργατών στις μονάδες παραγωγής του Τρίτου Κόσμου είναι πολύ χαμηλότεροι απ’ ότι ήταν στις πρώτες χώρες, ο μέσος μισθός σε παγκόσμιο επίπεδο θα μειωθεί, κι ως εκ τούτου και η καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας παγκόσμια θα μειωθεί. Έτσι, η μετατόπιση της παραγωγής σε χώρες του Τρίτου Κόσμου με φθηνά εργατικά χέρια επιδεινώνει ακόμη περισσότερο το βασικό πρόβλημα της υπερπαραγωγής.

2.3 Καταναλωτική πίστωση

Μακράν το πιο σημαντικό, το πιο αποτελεσματικό (βραχυπρόθεσμα πάντα!) μέσο τεχνητής αύξησης της κατανάλωσης των μαζών είναι απλά η επέκταση της πίστωσης. Εάν οι καπιταλιστές δεν πληρώνουν τους εργάτες αρκετά ώστε να αγοράσουν πίσω τα αγαθά που παράγουν, μπορούν απλά να τους δανείσουν τα χρήματα (με τόκο φυσικά!) ώστε να τα αγοράσουν.

Ένα πρόβλημα βέβαια εδώ, είναι ότι το επίπεδο του χρέους των καταναλωτών (σε υποθήκες σπιτιών, δάνεια αυτοκινήτων, πιστωτικές κάρτες και όλα τα συναφή), πρέπει διαρκώς να αυξάνεται, προκειμένου να καλυφθεί η ολοένα και επεκτεινόμενη εκμετάλλευση, η συνέχιση και η διαρκής αύξησης της παραγώμενης υπεραξίας. Για να λειτουργήσει αυτό το σχήμα, πρέπει οι καπιταλιστές της πίστωσης, αυτοί δηλαδή που χορηγούν τα δάνεια στις μάζες, να πιστεύουν πραγματικά ότι θα τους τα ξεπληρώσουν. Επιπλέον, για να λειτουργεί αυτό το σχήμα επ’ αόριστον, πρέπει να συνεχίσουν να πιστεύουν ότι θα τους τα ξεπληρώσουν ακόμη κι όταν θα αυξάνουν το χρέος των μαζών σε τεράστια και προφανώς γελοία επίπεδα.

Αναπόφευκτα, αυτή η πιστωτική φούσκα διογκώνεται σε τέτοιο βαθμό που γίνεται προφανές ακόμα και στον πιο ενθουσιώδη υποστηρικτή της πίστωσης ότι πολλά απ’ αυτά τα δάνεια δεν πρόκειται να ξεπληρωθούν ποτέ. (Κάτι τέτοιο συνήθως γίνεται συνειδητό στη διάρκεια μιας πιστωτικής κρίσης, κάτι που θα συζητήσουμε αργότερα). Όταν έρθουν αντιμέτωποι μ’ αυτή τη διαπίστωση, οι ίδιοι άνθρωποι που πίεζαν για τη διαρκή επέκταση της πίστωσης αρχίζουν να αρνούνται κάθε περαιτέρω πίστωση σε ολοένα και περισσότερους καταναλωτές. Αντί για την αυξανόμενη επέκταση της πίστωσης, ξεκινά τότε μια αιφνίδια επιβράδυνση της επέκτασης, κι έπειτα μια πραγματική συρρίκνωση του συνολικού όγκου της πίστωσης. Σ’ αυτό το σημείο, αντί η αύξηση της πίστωσης να προάγει την ανάπτυξη της οικονομίας, η συρρίκνωση της πίστωσης γίνεται ένα επιπλέον βαρίδιο στην οικονομία. Και ο σώζων εαυτόν σωθείτο.

Σε τελική ανάλυση, το να δανείζει κακνείς στους ανθρώπους χρήμα ώστε να αγοράσουν αυτά που οι καπιταλιστές δεν τους πληρώνουν επαρκώς ώστε να τα αγοράσουν, θα οδηγήσει πάντα τα πράγματα απ’ το κακό στο χειρότερο. Είναι ένας τρόπος να κάνουν το όλο σχήμα να δουλέψει για λίγο τώρα, με το να επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο τη λειτουργία του στο μέλλον. Η μαζική επέκταση της πίστωσης μπορεί και δημιουργεί μεγάλες περιόδους “ευμάρειας”, όμως μόνο με τίμημα την τελική συντριβή και την οικονομική ύφεση που αναβάλλει για το μέλλον, ενώ η σφοδρότητά της αυξάνεται.

2.4 Κεϋνσιανή “ελλειματική δαπάνη”

Ένας άλλος αξιοσημείωτος μηχανισμός τεχνητής αύξησης της κατανάλωσης είναι η κεϋνσιανή ελλειματική δαπάνη. Ο Κέυνς (καθώς και άλλοι πριν απ’ αυτόν, για παράδειγμα ένας αριθμός Γερμανών οικονομολόγων και ο Gunnar Myrdal στη Σουηδία), πρότειναν το εξής: εάν οι μάζες δεν μπορούν να αγοράσουν όλα τα εμπορεύματα που παράγονται, τότε η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσλάβει τους ανέργους σε διάφορα δημόσια έργα, και να τους πληρώνει αρκετά χρήματα ώστε να αγοράζουν τα εμπορεύματα που θα έμεναν απούλητα. Ο Κέυνς σημείωνε ότι, όσον αφορά την τόνωση της οικονομίας, δεν έχει την παραμικρή σημασία το τί έργα θα ήταν αυτά που στα οποία θα τους προσλάμβανε η κυβέρνηση, όπως έλεγε ακόμα και το να προσλάβει κάποιους για να ανοίγουν άχρηστες τρύπες κι αργότερα άλλους για να τις κλείνουν, θα δούλευε μια χαρά. (Τζών Κέυνς – Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος). (Επίσης, θα ήταν το ίδιο απλά να δώσουν στους ανθρώπους τα χρήματα χωρίς να απαιτήσουν κάποια εργασία απ’ αυτούς, αλλά φυσικά και μόνο η σκέψη αυτή αρκεί για να σκανδαλίσει το μυαλό των αστών!).

Ωστόσο, πολλοί πολιτική της άρχουσας τάξης αντιτίθενται ιδεολογικά σε κάθε εγχείρημα δημοσίων έργων, ακόμα κι αν αυτά συμπεριλαμβάνουν σκληρή δουλειά (καθώς το βλέπουν ηλιθιωδώς ως “σοσιαλιστικό”, και ως ανταγωνισμό του κράτους έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων για τις οποίες τα έργα αυτά θα μπορούσαν να είναι επενδυτικές ευκαιρίες). Έτσι, μια πιο συνηθισμένη μορφή κεϋνσιανισμού σήμερα είναι η κυβέρνηση να αγοράζει όσα προϊόντα έμειναν απούλητα άμεσα. Η κεντρική ιδέα εδώ είναι ότι άν οι μάζες δεν μπόρεσαν να καταναλώσουν όλα αυτά που παράχθηκαν, τότε η κυβέρνηση θα μπορούσε να αγοράσει για λογαριασμό τους ένα σκασμό απ’ αυτά τα απούλητα εμπορεύματα. Φυσικά, η παραγωγή τότε στρέφεται προς το είδος των εμπορευμάτων που η κάθε αστική κυβέρνηση θα ενδιαφερόταν περισσότερο να αγοράσει, κι αυτά δεν είναι άλλα από όπλα και πολεμικούς εξοπλισμούς.

Το να αγοράζουν απλώς εμπορεύματα οι κυβερνήσεις, δεν είναι απαραίτητο ότι θα αναπτύξει παραπάνω την οικονομία. Εξαρτάται πάντα από πού παίρνει τα λεφτά η κυβέρνηση για να αγοράσει τα εμπορεύματα αυτά. Το κύριο έσοδο της κάθε κυβέρνησης έρχεται με την μορφή της φορολόγησης επί της εργατικής τάξης. Όμως κάθε δολλάριο από τους φόρους ενός εργάτη που θα δαπανήσει η κυβέρνηση, είναι ένα δολλάριο λιγότερο στη διάθεση του εργάτη να ξοδέψει. Έτσι, δεν υπάρχει κάποια πραγματική τόνωση της οικονομίας. Τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά εάν η κυβέρνηση δαπανά χρήματα που εισπράττει από τη φορολόγηση μεγάλων επιχειρήσεων ή επί των ανώτερων τάξεων, που -σε αντίθεση με την εργατική τάξη- δε ξοδεύουν πάντοτε ολόκληρο το εισόδημά τους άμεσα. (Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι οι πλουσιότεροι αμερικανοί αποταμιεύουν κατά μέσο όρο 22% του εισοδήματός τους, πηγή: U.S. Trust Corporation of 150 respondents with annual income over $300,000 or net worth over $3.75 million, June 2002. Business Week, 12 Αυγούστου 2002, σελ. 10. Όταν όμως αναπτύσσεται μια σοβαρή οικονομική κρίση, οι πλούσιοι μειώνουν κατά πολύ τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις τους, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των “δαπανών” τους). Κατά κύριο λόγο, οι κυβερνητικές δαπάνες μπορούν να δώσουν μια αξιοσημείωτη ώθηση στην οικονομία μόνον όταν τα χρήματα δεν προέρχονται από φόρους, αλλά είτε από δανεισμό, είτε απλά τυπώνοντας περισσότερο χρήμα. Κάθε τέτοια πρακτική, είτε καί οι δύο σε συνδυασμό, είναι έμφυτες σε κάθε είδους ελλειματικής δαπάνης.

Η ελλειματική δαπάνη μπορεί να ρυθμιστεί με δυο τρόπους: 1) αυξάνοντας τις δαπάνες σε βαθμό μεγαλύτερο από τα έσοδα που εισπράττει η κυβέρνηση μέσω φόρων, και 2) περικόπτοντας τους φόρους σε τέτοιο βαθμό ώστε οι δαπάνες να ξεπερνούν τα φορολογικά έσοδα. Κάθε μια προσέγγιση μπορεί να μοιάζει θεωρητικά αποτελεσματική -με δεδομένο ότι θα φέρει τα χρήματα στα χέρια αυτών που πράγματι θα τα ξοδέψουν. Ωστόσο, στις ΗΠΑ για παράδειγμα, οι Ρεπουμπλικάνοι τείνουν να ευνοούν την μείωση των φόρων προκειμένου να δώσουν στην οικονομία μια πιστωτική ώθηση, ενώ οι Δημοκράτες -τουλάχιστον κατά το παρελθόν- έτειναν να ευνοούν την αύξηση των δαπανών για κοινωνικά προγράμματα. (Κάθε άρχουσα τάξη ευνοεί εννοείται τις γιγαντιαίες στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες, στον βαθμό που δημιουργούν ελλειματικές δαπάνες θα μπορούσαν να θεωρηθούν “στρατιωτικός κεϋνσιανισμός”). Όμως, οι φοροαπαλλαγές συνήθως αφορούν τους πλουσίους, οι οποίοι είναι πολύ πιο πιθανόν να αποταμιεύσουν τα χρήματα αυτά, ιδίως σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών. Ακόμα και η λεγόμενη “μεσαία τάξη”, τείνει να “αποταμιεύει”, παρά να “ξοδεύει” όταν η οικονομία έχει προβλήματα. (Τον χειμώνα του 2008, κι ενώ η άρχουσα τάξη στις ΗΠΑ είχε σχεδόν καταβληθεί απ’ τον πανικό ενόψει της αναπτυσσόμενης οικονομικής κρίσης, το Κογκρέσσο πέρασε έναν νόμο επιστροφής φόρων περί τα 600 δολλάρια κατ’ άτομο. Άραγε όμως ο κόσμος θα ξόδευε αυτά τα χρήματα μόλις τα λάμβανε ή θα τα αποταμίευε, ή μήπως απλά θα προσπαθούσε να ξεχρεώσει παλιότερα χρέη; Το περιοδικό Business Week (25 Φεβρουαρίου 2008, σελ. 9) σχολίαζε: “Σε μια έρευνα που έκανε η American Century Investments, μόνο το 27% απάντησε ότι θα ξόδευε άμεσα τα χρήματα, ενώ οι υπόλοιποι θα αποταμίευαν το ποσό, θα το επένδυαν, ή θα κάλυπταν παλαιότερα χρέη). Επιπλέον, η αύξηση της ελλειματικής δαπάνης μέσω πρόσληψης ανέργων για δημόσια έργα, θα αποδεικνυόταν πολύ πιο αποτελεσματική μορφή κεϋνσιανής ελλειματικής δαπάνης, εάν η άρχουσα τάξη είχε τη λογική να την εφαρμόσει.

Όμως η κεϋνσιανή ελλειματική δαπάνη, όποια μορφή κι αν έχει, τελικά δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Εάν η κυβέρνηση απλά τυπώσει νέο χρήμα, αυτό θα προκαλέσει πληθωρισμό (αν και υπάρχουν παράγοντες τους οποίους δε θα αναλύσω εδώ, που μπορούν να καθυστερήσουν κάπως αυτήν τη συνέπεια). Όσο περισσότερο χρήμα τυπώνει, τόσο μεγαλύτερος ο πληθωρισμός. (Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση πρέπει να αυξάνει το χρήμα που κυκλοφορεί κατ’ ένα μικρό ποσό κάθε χρόνο, προκειμένου να αποφύγει τον αποπληθωρισμό -καθώς η οικονομία επεκτείνεται και η παροχή χρήματος πρέπει να επεκταθεί αναλόγως). Αυτό για το οποίο κάνουμε λόγο εδώ, είναι για μια αύξηση της παροχής χρήματος με πολύ ταχύτερους ρυθμούς απ’ ότι η “κανονική” εκτύπωση χρημάτων. Επίσης, αφήνουμε κατά μέρους τις συνέπειες διεθνώς. Έτσι, εάν τα αμερικάνικα δολλάρια ξοδεύονται στο εξωτερικό, και μένουν εκεί (ως αποθεματικά νομίσματα ξένων χωρών για παράδειγμα), δεν είναι σε θέση να προκαλέσουν πληθωρισμό εντός των ΗΠΑ. Απ’ την άλλη, εάν οι ξένες χώρες αρχίσουν να χρησιμοποιούν άλλα νομίσματα, όπως το ευρώ ως αποθεματικά, τότε θα σημειωθεί μια απότομη άνοδος του πληθωρισμού του δολλαρίου, ακόμη κι αν δεν υπάρχει κάποια αύξηση των ελλειματικών χρημάτων που τυπώνονται. Επί του παρόντος (Μάρτιος 2008), η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιταχύνει την εκτύπωση νέου χρήματος με τον ίδιο ρυθμό που οι ξένες χώρες εγκαταλείπουν το δολλάριο ως αποθεματικό νόμισμα, κάτι που οδηγεί στη συρρίκνωση του δολλαρίου -πληθωρισμός δηλαδή- με ταχύτατους κι επικίνδυνους ρυθμούς. Τελικά, σε ακραίες καταστάσεις, το χρήμα καταντά άνευ αξίας. Ακόμη και πριν απ’ αυτό όμως, υψηλά επίπεδα πληθωρισμού μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρές διαταραχές σε μια οικονομία.

Κι αν η κυβέρνηση χρηματοδοτεί την ελλειματική δαπάνη της απλά δανειζόμενη χρήμα, τότε το κυβερνητικό χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται δίχως τελειωμό, και με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς. Μετά από ένα διάστημα, οι δανειστές θα αρχίσουν να αμφισβητούν την ικανότητα της κυβέρνησης να τους ξεπληρώσει ολόκληρο το χρέος που θα έχει συσσωρευτεί και θα αρχίσουν να ζητούν ολοένα και υψηλότερους τόκους, ώστε να αντισταθμίσουν το αυξανόμενο ρίσκο να χάσουν τα λεφτά τους.

Το επίπεδο του κυβερνητικού χρέους δεν καθορίζει το επίπεδο των επιτοκίων που καλείται να καταβάλλει η κυβέρνηση τις περισσότερες φορές. Έτσι, κατά την περίοδο 1980-2002, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αύξησε το χρέος της από σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο δολλάρια σε πάνω από 13 τρισεκατομμύρια, ενώ τα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων της ανεβοκατέβαιναν από 10-15% για να πέσουν τελικά κάτω από το 4%. Κι όμως, ελάχιστοι ανησυχούν μέχρι τώρα για την ικανότητα της κυβέρνησης των ΗΠΑ να ξεπληρώσει το χρέος της. Όταν αυτές οι ανησυχίες αυξηθούν σημαντικά, τότε τα επιτόκια θα αρχίσουν να εκτινάσσονται πολύ υψηλότερα απ’ τις τρέχουσες τιμές της αγοράς. Μια τέτοια κατάσταση μπορούμε να δούμε στην Ιαπωνία, όπου το 2002 η πιστοληπτική ικανότητα της ιαπωνικής κυβέρνησης ήταν χαμηλότερη ακόμη κι από απελπιστικά φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου όπως η Μποτσουάνα. Το 2002 το κυβερνητικό χρέος της Ιαπωνίας άγγιξε το 140% του ΑΕΠ, και προς το τέλος του 2003 το 150%, τον Ιούνιο του 2005 ήταν σχεδόν 160%, και το 2007 υπολογιζόταν σε 194% του ΑΕΠ. (194,4% σύμφωνα με το World Factbook της CIA). Πρόκειται για έναν ταχύτατο ρυθμό αύξησης που δεν είναι εφικτό να συνεχιστεί επ’ αόριστον! Τελικά, εάν το χρέος μιας κυβέρνησης αυξηθεί υπερβολικά, οι επενδυτές θα αρνηθούν να συνεχίσουν να δανείζουν στην κυβέρνηση αυτή χρήματα, οποιοδήποτε κι αν είναι το επιτόκιο.

Έτσι, η κεϋνσιανή ελλειματική δαπάνη έχει σαφή όρια. Όπως το καταναλωτικό χρέος, έτσι και το αυξανόμενο κυβερνητικό χρέος μπορεί να παρατείνει για λίγο τη λειτουργία μιας καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά πάντα για λίγο. Κι όπως ακριβώς το καταναλωτικό χρέος, στο τέλος οδηγεί σε σοβαρότερα προβλήματα. Είναι ένας ακόμη τρόπος να γίνουν τα πράγματα λίγο καλύτερα βραχυπρόθεσμα, υπονομεύοντας το μέλλον τους μακροπρόθεσμα.

2.3 Χρηματοπιστωτικά μαγειρέματα

Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι επίσης, να προσπαθήσει μια κυβέρνηση να κρατήσει την οικονομία στα πόδια της. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς υπάγονται στην κατηγορία της “μόχλευσης”. Δηλαδή, μέθοδοι αντιμετώπισης επιφανειακών προβλημάτων, κι όχι των βασικών αντιφάσεων της υπερπαραγωγής. Ωστόσο, πολλές φορές το ψείρισμα ενός επιφανειακού προβλήματος μπορεί να είναι η αφετηρία για την προοδευτική αποκάλυψη βαθύτερων αντιφάσεων που βγαίνουν στην επιφάνεια. (Τελικά, θα έρθουν στο φως αναπόφευκτα, λόγω της πίεσης που ασκούν υπόγεια ενώ συσσωρεύονται).

Πολλές απ’ αυτές τις “ρυθμιστικές” μεθόδους περιλαμβάνουν νομισματικά μαγειρέματα από τις κεντρικές τράπεζες των διαφόρων χωρών. Εδώ κολλάει και η τακτική μόχλευση των επιτοκίων για τις εμπορικές τράπεζες απ’ την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (κι ως εκ τούτου έμμεσα και για τους πελάτες των τραπεζών αυτών). Εάν τα επιτόκια είναι υψηλά, οι επιχειρήσεις θα αποφύγουν να δανειστούν χρήματα ώστε να χτίσουν νέες παραγωγικές μονάδες ή να αναβαθμίσουν τα μηχανήματά τους, και οι καταναλωτές θα διστάσουν να δανειστούν χρήματα για να αγοράσουν αυτοκίνητα και σπίτια. Απ’ την άλλη, εάν τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλά στη διάρκεια οικονομικής ευφορίας, μπορεί να υπάρξει μια ταχεία επέκταση των επενδύσεων και της παραγωγής ώστε να αναπτυχθούν ελλείματα από διάφορα είδη εμπορευμάτων -περιλαμβανομένου του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, νέων αυτοκινήτων και σπιτιών- που μπορούν να οδηγήσουν σε έναν προσωρινό πληθωρισμό και σε άλλες ακόμη πιο αρνητικές συνέπειες (όπως για παράδειγμα σε μια τεράστια αύξηση σε αμφίβολα δάνεια κι επενδύσεις).

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα προσπαθεί να κρατήσει την οικονομία σε μια λίγο-πολύ ισορροπία, χαμηλώνοντας τα επιτόκια όποτε υπάρχουν σημάδια αδυναμίας στην οικονομία, όπως όταν ο όγκος των αποθεματικών των επιχειρήσεων είναι σχετικά χαμηλός, και αυξάνοντας τα επιτόκια όποτε η οικονομία “υπερθερμαίνεται”- όταν δηλαδή ο πληθωρισμός ξεφεύγει απ’ τον έλεγχο, ή όταν υπάρχει πάρα πολλή “παράλογη ευμάρεια”, όπως για παράδειγμα το άγριο κερδοσκοπικό πάρτυ των χρηματιστηρίων όπως αυτό των τελών της δεκαετίας του ’90 στις ΗΠΑ (Κατά τρόπο ειρωνικό βέβαια, αυτό το συγκεκριμένο πάρτυ είχε ενορχηστρωθεί σ’ έναν βαθμό απ’ την ίδια την Ομοσπονδιακή Τράπεζα εσκεμμένα, προκειμένου να συγκρατήσει μια παγκοσμιοποίηση της ασιατικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του 1997-98).

Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε ότι ακόμα και τα πολύ χαμηλά επιτόκια δεν οδηγούν πάντοτε τους καπιταλιστές να δανειστούν χρήμα για νέες επενδύσεις. Ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση εκτιμά να βγάλει ένα “λογικό” κέρδος όταν δανείζεται με επιτόκιο 6%. Όταν τα μόνα διαθέσιμα δάνεια ξεκινούν από 8% και άνω, τότε ούτε θα δανειστεί, ούτε θα επενδύσει. Όμως ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ήδη ένα πλεόνασμα εμπορευμάτων κι επενδύσεων, οπότε δεν υπάρχει προοπτική να πωληθούν τα προϊόντα μιας μελλοντικής παραγωγικής μονάδας ώστε να βγει ένα κάποιο κέρδος. Τότε παύει να έχει νόημα ο δανεισμός χρήματος ακόμα κι αν το επιτόκιο τείνει στο μηδέν! Και το βλέπουμε στην πράξη αυτό στην Ιαπωνία σήμερα, όπου οι τράπεζες δεν μπορούν να εντοπίσουν αξιόπιστες επιχειρήσεις να τους δανείσουν χρήματα (και που επιθυμούν οι ίδιες να δανειστούν χρήματα), ακόμη κι αν έχουν ρίξει τα επιτόκια στο 1% ή κι ακόμη χαμηλότερα! (Ο κεϋνσιανός όρος γι’ αυτήν την κατάσταση είναι “παγίδα ρευστότητας”, αν και αυτή η ορολογία μάλλον συσκοτίζει την πραγματικότητα).

Οι κεντρικές τράπεζες κάνουν όμως και κάτι άλλο: προσαρμόζουν τον ρυθμό της κοπής νέου χρήματος (ή, στην πραγματικότητα, τους διάφορους τύπους παροχής χρήματος, που μπορεί να περιλαμβάνουν τόσο τραπεζικά αποθεματικά, ομόλογα και άλλες ρευστοποιήσιμες επενδύσεις, καθώς και το πραγματικό χρήμα). Οι κυβερνήσεις (μέσω των κεντρικών τραπεζών ή του υπουργείου οικονομικών) μπορούν επίσης να επηρεάσουν την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος προς άλλα νομίσματα. Αυτό, ωστόσο, μπορεί να πάει πέρα από μια απλή μόχλευση. Είναι πράγματι μια μέθοδος να φορτώσει μια χώρα μέρος των οικονομικών προβλημάτων της σε μια άλλη. Κι αυτό επίσης έχει τα όριά του, ενώ δε βοηθά την καπιταλιστική οικονομία στο σύνολό της.

2.6 Η οικονομία των υπηρεσιών

(Αυτό το θέμα συνδέεται με την κατηγορία της “μη παραγωγικής εργασίας” του Μαρξ, βλ τη σχετική συζήτηση στις Θεωρίες της Υπεραξίας, τόμος 1. Ο Μαρξ ορίζει την εργασία σιτς υπηρεσίες στον τόμο 1 του Κεφαλαίου ως “μια έκφραση για τη συγκεκριμένη αξία χρήσης της εργασίας εκεί όπου αυτή χρησιμεύει όχι ως αντικείμενο αλλά ως δραστηριότητα”). Ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών -ιδιαίτερα των ΗΠΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών- είναι αφιερωμένο στην παροχή υπηρεσιών, κι όχι στην παραγωγή προϊόντων για πώληση (υλικά εμπορεύματα). Αυτό εν μέρει οφείλεται στην πραγματική επέκταση της βιομηχανίας των υπηρεσιών, όμως επίσης οφείλεται στην ολοένα αυξανόμενη παραγωγικότητα στις κατασκευαστικές, και την μετατόπιση ολοένα και περισσότερων κατασκευαστικών στην Κίνα και τις άλλες “τριτοκοσμικές” χώρες. Από το 2007 ήδη, οι υπηρεσίες αποτελούν το 60% της οικονομίας των ΗΠΑ, από 55% την προηγούμενη δεκαετία και 52% δυο δεκαετίες πριν. (Πηγή: James C. Cooper, “Services: A Heavyweight in a Hard Fight”, Business Week, 19 Μαΐου 2008, σελ. 9. Παραδόξως, για αστός οικονομολόγος, ο Cooper ορθά δηλώνει: “Ωστόσο, παρά την αύξουσα σημασία τους (των υπηρεσιών), οι πιο σημαντικοί κινητήρες του επιχειρηματικού κύκλου ήταν πάντοτε η παραγωγή αγαθών και οι κατασκευαστικές…”)

Ορισμένες υπηρεσίες αποτελούν βοηθητικό σκέλος της διαδικασίας παραγωγής και διαφήμισης εμπορευμάτων. Οι έμποροι που πωλούν εμπορεύματα στη λιανική, παρέχουν στην ουσία μια υπηρεσία -την υπηρεσία της συγκέντρωσης εμπορευμάτων από έναν μεγάλο αριθμό παραγωγών, και τη βολική τους διάθεση στο κοινό. Όμως οι περισσότερες υπηρεσίες δεν είναι ακριβώς έτσι. Οι περισσότερες περιλαμβάνουν τυπικά την πρόσληψη ορισμένων ατόμων για μια εργασία που από μόνη της ούτε παράγει εμπορεύματα, ούτε αφορά τη διαφήμιση ή τη διανομή εμπορευμάτων. Σ’ αυτού του είδους τις υπηρεσίες περιλαμβάνονται απ’ το να πάρουμε ένα γειτονόπουλο για βοήθεια στο χωράφι, μέχρι την πρόσληψη ενός επενδυτικού γραφείου από μια γιγαντιαία πολυεθνική για να κανονίσει την επιτυχή προσάρτηση μιας άλλης γιγαντιαίας επιχείρησης.

Απ’ τη στιγμή που ο τομέας των υπηρεσιών αυξάνεται σε σχέση με τον τομέα της κατασκευής, θα μπορούσε να βρεθεί εκεί μια λύση στην εγγενή τάση του καπιταλισμού προς την υπερπαραγωγή; Η βασική ιδέα εδώ είναι ότι τα αγαθά δεν μπορούν να πωληθούν στους εργάτες του κατασκευαστικού τομέα (καθώς οι μισθοί τους ισοδυναμούν μόνο σ’ ένα μέρος της αξίας των αγαθών που παράγουν), οπότε θα μπορούσαν να πωληθούν στους εργάτες των υπηρεσιών.

Μέρος του σφάλματος σ’ αυτή τη σκέψη γίνεται φανερό μόλις αναζητήσουμε το πού θα βρουν οι εργάτες των υπηρεσιών το εισόδημά τους. Άν ένας βιομηχανικός εργάτης πληρώσει έναν μηχανικό αυτοκινήτων 300 δολλάρια για να του διορθώσει το αμάξι, ο μηχανικός θα έχει στη διάθεσή του 300 δολλάρια παραπάνω να ξοδέψει, όμως ο εργάτης της βιομηχανίας θα έχει 300 δολλάρια λιγότερα. (Αφήνουμε στην άκρη το μικρό ποσοστό των χρημάτων που θα διατεθεί για την αγορά εμπορευμάτων όπως μπουζιά κλπ). Ισχύει ότι ο εργάτης της βιομηχανίας θα “αγοράσει” κάτι χρήσιμο με τα λεφτά του αυτά, όμως ο συνολικός όγκος των χρημάτων που είναι διαθέσιμα για την αγορά των εμπορευμάτων που παράγονται απ’ το σύνολο των καπιταλιστικών επιχειρήσεων παραμένει ο ίδιος.

Όμως, τί γίνεται την ίδια στιγμή με τους πραγματικούς κατόχους του χρήματος, με τους ίδιους τους καπιταλιστές; Δε ξοδεύουν άραγε αυτοί, κατ’ άτομο, πολύ περισσότερα για διαφόρων ειδών υπηρεσίες απ’ ότι οι εργάτες; Δε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ολόκληρη η υπεραξία -την οποία διαφορετικά δε θα ήξεραν τί να την κάνουν- μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, ώστε να αποφευχθούν έτσι οι κρίσεις υπερπαραγωγής;

Μπορούμε να το υποθέσουμε φυσικά, με την ίδια λογική που μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι καπιταλιστές μπορεί να συνεχίσουν να χτίζουν μύλους ή εργοστάσια επ’ αόριστον, κι έτσι να αποφευχθεί μια κρίση υπερπαραγωγής. Μ’ άλλα λόγια, αν και είναι μια λογική πιθανότητα, οι καπιταλιστές να ξοδεύουν ολόκληρη την υπεραξία που συσσωρεύουν σε μια ατελείωτη αγορά ολοένα και περισσότερων πολυτελών υπηρεσιών, κάτι τέτοιο δε θα συμβεί ποτέ. Ακόμη κι αν ένας πλούσιος καπιταλιστής προσλάβει δεκαπέντε υπηρέτριες, δυο ή τρεις μάγειρες, άλλους τόσους οδηγούς, μερικούς μπάτλερ, μια χούφτα κηπουρούς, κι ακόμη μια στρατιά υπηρετών απλά για να του βρίσκονται, στο τέλος δε θα έχει την παραμικρή δουλειά για έναν παραπάνω. Ακόμα και πλούσιοι όπως ο Ροκφέλλερ ή ο Μπιλ Γκέιτς, ενώ μπορούν να προσλάβουν χιλιάδες εργάτες υπηρεσιών, ολόκληρες στρατιές, δεν έχουν κανέναν λογικό λόγο να το κάνουν (στμ: πόσο μάλλον όταν στο μεταξύ οι ανταγωνιστές τους μπορούν να επενδύσουν τη δική τους υπεραξία στην παραγωγή).

Ένα βαθύτερο μέρος της εξήγησης του γιατί οι εργάτες που προσλαμβάνονται απ’ τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις για υπηρεσίες δεν μπορούν να ανακουφίσουν το πρόβλημα της υπερπαραγωγής, είναι ότι η ίδια η μορφή της εργασίας στις υπηρεσίες στην πραγματικότητα αυξάνει και η ίδια την υπερπαραγωγή! Για παράδειγμα, οι μέτοχοι και ιδιοκτήτες μιας τράπεζας ή μιας χρηματοπιστωτικής εταιρίας, πουλάν πολύ ακριβότερα στους πελάτες τους -βγάζοντας πολλή περισσότερη υπεραξία- τις υπηρεσίες που παρέχουν οι υπάλληλοί τους, ώστε οι υπάλληλοι αυτοί τελικά πληρώνονται στην πράξη για να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές. Με άλλα λόγια, οι καπιταλιστές βγάζουν υπεραξία από τους συγκεκριμένους υπαλλήλους, του τομέα των υπηρεσιών, με τον ίδιο τρόπο που βγάζουν οι καπιταλιστές της παραγωγής, κι αυτή η υπεραξία συμβάλλει κατά τον ίδιο τρόπο στη διόγκωση της υπεραξίας που οι καπιταλιστές ως σύνολο, δεν έχουν την παραμικρή ιδέα πως θα χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά (δηλαδή με κέρδος).

Έτσι, ακόμα και μια τεράστια επέκταση του τομέα των υπηρεσιών μπορεί να ιδωθεί, σ’ έναν σημαντικό βαθμό, ως μια “τεχνητή κατασκευή”, πλασμένη πάνω στα θεμέλια της καπιταλιστικής παραγωγής των υλικών εμπορευμάτων. Ως τέτοια, μπορεί να εξυπηρετήσει σαν μια μερική και προσωρινή βαλβίδα αποσυμπίεσης για ένα μικρό μέρος της πίεσης της υπεραξίας που οι καπιταλιστές συσσωρεύουν σε βάθος χρόνου. είναι πραγματικά σε θέση να ξοδέψουν τεράστια χρηματικά ποσά για να πάρουν στη δούλεψή τους υπηρεσίες όπως τραπεζικοί σύμβουλοι, διαφημιστικές εταιρίες, επενδυτικά γραφεία, κι άλλες διάφορες “επιχειρηματικές υπηρεσίες”. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά “πεταμένα λεφτά”, κάτι το οποίο επιδρά αρνητικά στα κέρδη τους. Ο ανταγωνισμός από εταιρίες που δεν ξοδεύουν τόσα χρήματα, ιδιαίτερα από -στα πλαίσια της “παγκοσμιοποίησης”- ασιατικές επιχειρήσεις χαμηλού κόστους, περιορίζει σοβαρά το πόσο χρήμα μπορούν οι δυτικοί καπιταλιστές να πετάξουν από δω κι από κει.

Όταν μια κρίση υπερπαραγωγής γίνει πραγματικά έντονη, υπάρχει πάντοτε μια ξαφνική και σοβαρή περιστολή των προηγουμένων εξόδων. Την επόμενη φορά που θα συμβεί κάτι τέτοιο θα περιλαμβάνει ένα δραματικό κραχ της οικονομίας των υπηρεσιών, ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερο απ’ το κραχ που ήδη λαμβάνει χώρα στον κατασκευαστικό τομέα. Το γεγονός ότι ο τομέας των υπηρεσιών (και ιδιαίτερα ο χρηματοπιστωτικός τομέας) είναι σήμερα το ισχυρότερο σημείο της αμερικανικής οικονομίας θα πρέπει να ληφθεί σαν μια σοβαρή προειδοποίηση του πόσο άσχημη θα γίνει η κατάσταση.

2.7 “Καζινοκαπιταλισμός”: Οικονομία του καζίνο

Υπάρχει κάτι ακόμη που μπορούν να κάνουν οι ίδιοι οι καπιταλιστές προκειμένου να συνεχίσουν το παιχνίδι για λίγο ακόμη, και η λέξη παιχνίδι δεν είναι τυχαία. Μπορούν να επινοούν ολοένα και διαφορετικά “ασφάλιστρα” και “παράγωγα”, ώστε να διογκώνουν τεχνητά την κερδοσκοπία των επενδύσεών τους σε ολοένα και μεγαλύτερα και τελικά παντελώς αφηρημένα ύψη.

Το χρηματιστήριο δεν είναι στην ουσία παρά ένα καζίνο, και μάλιστα στημένο. Ένας κάτοχος μετοχών συνήθως λαμβάνει μια περιοδική πληρωμή του μεριδίου που του αναλογεί απ’ τις δηλωμένες μετοχές της επιχείρησης (η οποία πληρωμή φυσικά προέρχεται απ’ την ακόμη μεγαλύτερη υπεραξία που βγαίνει απ’ τους εργάτες της επιχείρησης). Τα μερίσματα αυτά ήταν πιο κοινά στο παρελθόν: το 1978, το 66% των επιχειρήσεων που είχαν εγγραφεί στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ έδιναν μερίσματα, ενώ το 1999 μόλις το 20,8% -πηγή: έρευνα του Eugene F. Fama του Πανεπιστημίου του Σικάγο και του Kenneth French του MIT, από το άρθρο του Robert Kuttner, “The Case of the Disappearing Dividend”, Business Week, 9 Σεπτεμβρίου 2002, σελ. 28). Με μερίσματα ή χωρίς, η τιμή των μετοχών ανεβοκατεβαίνει, κι αυτές οι διακυμάνσεις μετατρέπονται σε διακύβευμα εντονότερου τζόγου. Ο στόχος είναι προφανώς να αγοράζει κανείς χαμηλά, κι έπειτα να πουλάει υψηλά, κι αυτός γίνεται τελικά ο λόγος που οι περισσότεροι επενδυτές αγοράζουν μετοχές, κι όχι τα μερίσματα, ακόμη κι όταν υπάρχουν αυτά.

Ακόμη χειρότερα, στις περιόδους ευφορίας, επικρατεί μια ατμόσφαιρα που θυμίζει σχήματα-πυραμίδας ή Πόνζι όπως λέγονται (στμ: πρόκειται για σχήματα όπου ο κάθε μέτοχος μοιάζει να κερδίζει περισσότερο όσο περισσότερους νέους μετόχους καταφέρει να εντάξει στο σχήμα, καθώς τα κέρδη του προέρχονται από μέρος των χρημάτων που θα συνεισφέρουν οι νέοι μέτοχοι κι όχι απ’ το όποιο προϊόν -εάν υπάρχει καν αυτό. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι γνωστή από τις αλβανικές τράπεζες των μεσών της δεκαετίας του ’90, αλλά και το ελληνικό χρηματιστήριο των τελών της δεκαετίας αυτής): “Ανατιμητικές αγορές” όπου αγοράζει κανείς μετοχές μόνο και μόνο επειδή η τιμή τους εμφανίζεται διαρκώς να αυξάνει. Ο κόσμος αγοράζει μετοχές βασικά και κύρια για την “υπόσχεση” ότι θα μπορέσει αργότερα να τις πουλήσει με ένα μεγάλο κέρδος. Τελικά, όλες αυτές οι χρηματιστηριακές φούσκες σκάνε, και η μεγάλη μάζα όσων πιαστήκαν κορόιδα, μένει παγιδευμένη με “τίτλους επενδύσεων” στα χέρια, οι οποίοι αξίζουν πολύ λιγότερα απ’ όσα πλήρωσαν για να τους αποκτήσουν. (Ακόμη κι ένας αστός οικονομολόγος πριν από μας, ο Robert J. Shiller του πανεπιστημίου του Yale, στο βιβλίο του Irrational Exuberance, 2000, είχε παρατηρήσει την αναλογία χρηματιστηρίου και σχημάτων Πόνζι, κάνοντας λόγο για “διαδικασία αυθόρμητης εμφάνισης σχημάτων Πόνζι”. Ωστόσο, ο Ένγκελς είχε σχεδόν προλάβει τον Shiller κατά έναν αιώνα, όταν έγραφε στον Bebel το 1893 ότι “Το χρηματιστήριο είναι ένας θεσμός όπου οι αστοί εκμεταλλεύονται όχι του εργάτες αλλά ο ένας τον άλλον”, αν και βέβαια στο σύγχρονο χρηματιστήριο δεν τζογάρουν μόνο οι καπιταλιστές, αλλά επίσης η “μεσαία τάξη”, κι ακόμα και πολλοί εργάτες, αλλά κυρίως αυτοί που διαχειρίζονται τις συντάξεις και τις καταθέσεις των εργατών…)

Όμως, στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, και ιδιαίτερα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του, η τζογαδόρικη όψη της επένδυσης ξέφυγε πολύ, πολύ μακρύτερα απ’ τον βασικό τζόγο με τις τιμές των μετοχών -τόσο πολύ μάλιστα, που ακόμα και πολλοί αστοί σχολιαστές αποκάλεσαν την αμερικανική οικονομία “καζινοκαπιταλισμό”. Φυσικά, υπάρχει η αγορά μετοχών με πίστωση (“margin”), δηλαδή ο δανεισμός χρήματος για αγορά μετοχών. Υπάρχουν οι μετοχές με δικαίωμα προαίρεσης (“options”), με το δικαίωμα αγοράς μιας συγκεκριμένης αξίας μέχρι μια καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Υπάρχουν οι μετοχές με δικαίωμα αγοράς (“puts”) και πώλησης (“calls”), με την υποχρέωση αγοράς ή πώλησης μιας συγκεκριμένης αξίας μετοχών σε κάποια στιγμή στο μέλλον. Υπάρχουν επίσης τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (“futures”) για την αγορά ή πώληση αξιών στο μέλλον, σε μια δεδομένη τιμή, είτε ο “πωλητής” έχει στην ιδιοκτησία του τα εμπορεύματα αυτή τη στιγμή είτε όχι. Τέτοιου είδους παράγωγα, όπως τα futures, δικαιολογούνται απ’ τον επιχειρηματικό κόσμο ως ένας τρόπος να ελαχιστοποιούν το ρίσκο. Ισχύει ότι μια -σύμφωνα με τον ορισμό- χρήση αυτών των συμβολαίων από έναν κεφαλαιούχο μπορεί όντως να μειώσει το ρίσκο του. Όμως το κατορθώνει αυτό απλώς μεταφέροντας το ρίσκο σ’ έναν άλλον κερδοσκόπο.

Πέρα απ’ τις ίδιες τις μετοχές, υπάρχουν διάφορα χρηματοπιστωτικά “παράγωγα”, περιλαμβανομένων των αγορών μελλοντικής εκπλήρωσης για διεθνή νομίσματα, ομόλογα, ακόμα και για προϊόντα συνδεδεμένα με τους ίδιους τους γενικούς δείκτες του χρηματιστηρίου ή των αγορών ομολόγων. Έτσι, μπορεί κανείς τη σήμερον ημέρα να τζογάρει άμεσα για το άν μια μετοχή θα ανέβει ή θα πέσει μέσα στους επόμενους μήνες. Η “πιο συναλλασόμενη μετοχή του κόσμου” αυτή τη στιγμή, δεν είναι καν μια μετοχή κάποιας επιχείρησης, αλλά ο ίδιος ο δείκτης του χρηματιστηρίου Nasdaq, που καθημερινά αλλάζουν χέρια κάπου 100 εκατομμύρια μετοχές, διπλάσιες από αυτές της Intel ή της Microsoft (πηγή: “ETF Strategies for Long-Term Investors”, ειδικό διαφημιστικό ένθετο στο Business Week, 8 Νοεμβρίου 2004, σελ. 29).

Όλα αυτά τα εξωτικά πραγματάκια -options, futures, swaps, warrants, κλπ- λέγονται αλλιώς “παράγωγα” (επειδή παράγονται από τα πραγματικά μερίσματα ιδιοκτησίας), και είναι ενδεικτικά της ατελείωτης επινοητικότητας των καπιταλιστών της πίστωσης, στο να δημιουργούν και να προωθούν τέτοια κόλπα. Το τελευταίο (προς το παρόν!) απ’ αυτά τα κόλπα μόχλευσης του τζόγου υψηλών αποδόσεων και ελαχιστοποίησης του ρίσκου, είναι τα λεγόμενα “hedge funds”, τα “αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου”. Αυτά εμφανίστηκαν στις ΗΠΑ ήδη εδώ και δυο δεκαετίες. Στη διάρκεια της Ασιατικής Κρίσης του 1997-98, η κατάρρευση σχεδόν μιας απ’ αυτές τις τεράστιες κερδοσκοπικές εταιρίες, της Long-Term Capital Management, ήταν τόσο απειλητική για τις ΗΠΑ και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, που η Ομοσπονδιακή Τράπεζα αναγκάστηκε να παρέμβει και να ξεχρεώσει την εταιρία ξοδεύοντας αρκετά δισεκατομμύρια δολλάρια.

Κι έπειτα ήρθε η Enron, που κατέρρευσε στα τέλη του 2001. Αν και αρχικά μια εταιρία παραγωγής σωληνών, η Enron εξελίχθηκε γρήγορα σ’ ένα hedge fund γενικού εμπορεύματος -μια εκλεπτυσμένη κερδοσκοπική επιχείρηση που κατάφερε για ένα διάστημα να κρύψει το ολοένα και μεγαλύτερο ρίσκο της μέσω “δημιουργικής λογιστικής”. Η Enron εμφάνιζε μια κεφαλαιοποίηση του ύψους των 80 δισ. δολλαρίων. Υπήρχε άραγε ένα τόσο τεράστιο κεφάλαιο το οποίο ξαφνικά εξαϋλώθηκε; Όχι, δεν ήταν παρά αυτό που έλεγε ο Μαρξ “πλασματικό” κεφάλαιο (βλ. Καρλ Μαρξ – Το Κεφάλαιο, τόμος ΙΙΙ), φανταστικό κεφάλαιο. (Το πλασματικό κεφάλαιο είναι η κεφαλαιοποίηση των μελλοντικών τόκων ή των υποτιθέμενων “εσόδων”). Όμως το πλασματικό αυτό κεφάλαιο είναι τόσο διαδεδομένο και τόσο σημαντικό στον σύγχρονο καπιταλισμό που περιπτώσεις ξαφνικής εξαφάνισής του μπορούν να προκαλέσουν ή να εντείνουν ήδη υπάρχουσες κρίσεις.

Ακόμη κι αν η κατάρρευση της Enron ή της WorldCom (το 2002) ήταν οι δυο μεγαλύτερες χρεωκοπίες στην ιστορία των ΗΠΑ (μέχρι στιγμής!), δε σημαίνει ότι σήμαναν και το τέλος αυτής της κερδοσκοπικής οικονομίας του καζίνο που έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη σ’ αυτήν τη χώρα. Ολόκληρη η αμερικανική οικονομία, ίσως δεν είναι “μια μεγάλη Enron”, όμως ένα ολοένα και μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος της είναι.

2.8 Νέες βιομηχανίες

Εκτός από τα τεχνητά μέσα που διαθέτουν οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις ώστε να κρατούν την οικονομία σε λειτουργία, υπάρχει κι ένα λιγότερο “αυτοματοποιημένο” μέσο που τους βοηθά σ’ έναν περιορισμένο βαθμό: οι επιστημονικές ανακαλύψεις και οι νέες τεχνολογίες, που κατά καιρούς οδηγούν στη γέννηση ολόκληρων νέων βιομηχανιών. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, αυτές οι νέες βιομηχανίες περιλάμβαναν τον σιδηρόδρομο, την ατμομηχανή, τα ατμόπλοια, κι έπειτα στο τέλος του αιώνα, το ηλεκτρικό φως και τον ηλεκτροκινητήρα. Στις αρχές του 20ου τα αυτοκίνητα, το ραδιόφωνο και τα αεροπλάνα. Αργότερα κατά τον 20ό αιώνα τα διαστημόπλοια και τους υπολογιστές, και στο τέλος του αιώνα το διαδίκτυο.

Η επέκταση των νέων βιομηχανιών, σημαίνει ότι ολόκληρες νέες περιοχές όπου προηγουμένως θα ήταν “πλεονάζον” κεφάλαιο μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Νέες περιοχές όπου μπορούν να γίνουν κερδοφόρες επενδύσεις ανοίγονται. Όμως αυτό έχει δευτερευόντως ορισμένα αρνητικά. Μερικές παλαιότερες βιομηχανίες συνήθως καταρρέουν (τουλάχιστον εν μέρει), καθώς οι νέες βιομηχανίες τις αντικαθιστούν. Γενικά, ωστόσο, υπάρχει ένα θετικό ισοζύγιο στο κέρδος του κεφαλαίου σε ευκαιρίες επένδυσης. Αν και αυτές εμφανίζονται άπαξ για κάθε νέα βιομηχανία.

Ένας άλλος αρνητικός παράγοντας προκύπτει καθώς οι νέες τεχνολογίες συνήθως επιτρέπουν μια αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας. Στον βαθμό που η αυξημένη παραγωγικότητα οδηγεί σε αυξημένους μισθούς, η αγορά στο σύνολό της μπορεί να επεκταθεί (στμ: περισσότερα εμπορεύματα παράγονται, περισσότερα μπορούν να αγοραστούν, άρα να πωληθούν). Όμως η άνοδος της παραγωγικότητας σημαίνει επίσης, εξ ορισμού, ότι λιγότεροι άνθρωποι είναι αναγκαίοι προκειμένου να κάνουν τη δουλειά που προηγουμένως απαιτούσε περισσότερους -με άλλα λόγια, οδηγεί σε μεγαλύτερη ανεργία- κάτι που μειώνει τη συνολική αγορά.

Επιπλέον, κάτω από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, οι καπιταλιστές τείνουν να κρατούν ένα δυσανάλογο μερίδιο της αυξημένης αξίας που παράχθηκε χάρις στις βελτιώσεις της παραγωγικότητας. Κάτι τέτοιο αυξάνει το μερίδιο της υπεραξίας τους, κι έτσι (προσωρινά τουλάχιστον) τα κέρδη τους. Όμως την ίδια στιγμή, τείνει επίσης να επιβαρύνει τη βασική αντίφαση της καπιταλιστικής παραγωγής, αυξάνοντας το διαθέσιμο πλεονάζον κεφάλαιο. Ειδικά καθώς οι νέες βιομηχανίες εδραιώνονται και περνάει ο πυρετός των νέων επενδύσεων, φαίνεται στο τέλος πως δεν έχουν γλυτώσει απ’ το πρόβλημα του “πλεονάζοντος κεφαλαίου”, αλλά αντίθετα μόλις ξεκινά να σοβαρεύει.

Απ’ την άποψη της ορθολογικής κατανομής των πόρων, ένα ακόμη πρόβλημα με τις νέες βιομηχανίες είανι η τάση προς έναν επενδυτικό “πυρετό του χρυσού”, καθώς μια πραγματική μανία υπερβολικής και εξαιρετικά σπάταλης επένδυσης λαμβάνει χώρα. Καθώς μια νέα βιομηχανία αναπτύσσεται, τεράστια ποσά κεφαλαίου ξοδεύονται και χάνονται στη διαδικασία αυτή. Οι παράλογες δαπάνες της φούσκας των εταιριών του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του ’90, επιβεβαιώνουν απλώς την αλήθεια αυτής της γενικής παρατήρησης. Ωστόσο, απ’ την άποψη της υγείας του καπιταλισμού, αυτή η σπατάλη -όπως κάθε σπατάλη, βλ. το 2.13 παρακάτω- είναι ουσιαστικά ευεργετική! Μ’ άλλα λόγια, οι νέες βιομηχανίες πρακτικά ανοίγουν τον δρόμο για περισσότερες επενδυτικές ευκαιρίες απ’ όσες λογικά υπάρχουν, κάτι που τείνει να μετριάσει (σε περιορισμένο βαθμό) το θεμελιώδες πρόβλημα του πλεονάζοντος κεφαλαίου.

Εν ολίγοις, η νέα τεχνολογία και οι νέες βιομηχανίες δεν μπορούν να επιλύσουν την αντίφαση μεταξύ των επιβεβλημένων περιορισμών στην καταναλωτική δύναμη των μαζών και στην τάση των καπιταλιστών να επεκτείνουν απεριόριστα την παραγωγή. Αρχικά οι νέες βιομηχανίες μπορεί να βοηθήσουν λίγο -ίσως περισσότερο λόγω της σπατάλης του πυρετού των νέων επενδύσεων παρά κάθε λογικής ανάγκης για νέες επενδύσεις- όμως στη συνέχεια δεν μπορεί παρά να χειροτερέψουν κι άλλο τη θεμελιώδη αντίφαση. Καθώς η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος συνεχίζεται, αυτή η αρνητική τελική κατάσταση ολοένα και περισσότερων βιομηχανιών τείνει να κυριαρχήσει επί των αρχικών θετικών αποτελεσμάτων της κάθε μίας. Εν συντομία, η ικανότητα της νέας τεχνολογίας να απαλύνει το πρόβλημα του καπιταλισμού χάνει γρήγορα την αποτελεσματικότητά της.

2.9 Πιστωτικές φούσκες

Υπάρχουν λοιπόν αρκετά πράγματα που οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις μπορούν να κάνουν για να τονώσουν την κατανάλωση, να χρησιμοποιήσουν το πλεονασματικό κεφάλαιο, και τελικά να συνεχίσουν την παραγωγή. Διαφέρουν ως προς την αποτελεσματικότητά τους, κι ως προς τον βαθμό που αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα -το γεγονός δηλαδή ότι η καταναλωτική δύναμη της καπιταλιστικής κοινωνίας αυξάνεται πολύ πιο αργά απ’ ό,τι η παραγωγική δύναμη της κοινωνίας αυτής (λόγω της αντίφασης μεταξύ της περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών, και της τάσης των καπιταλιστών να επεκτείνουν απεριόριστα την παραγωγή). Οι μέθοδοι που αντιμετωπίζουν το βασικό αυτό πρόβλημα, και που πραγματικά φαίνεται να το λύνουν για λίγο καιρό -όπως μια ολοένα και αυξανόμενη πίστωση με την μορφή καταναλωτικών δανείων και μια ολοένα και αυξανόμενη κεϋνσιανή ελλειματική δαπάνη εκ μέρους της κυβέρνησης- όλες καταρρέουν τελικά, οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή.

Όταν οι πιστωτικές φούσκες αρχίζουν να σκαν (είτε είναι φούσκες καταναλωτικών δανείων, είτε μετοχών, είτε κυβερνητικού δανεισμού, είτε χρηματιστηριακές ή φούσκες της αγοράς ακινήτων) τελικά προκαλούν, ή συμβάλλουν σε μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση. Κι όταν μια τέτοια κρίση ξεσπά, συνήθως επεκτείνεται και σε άλλες σφαίρες. Με δεδομένη την αβεβαιότητα που κυριαρχεί τότε, οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις γίνονται καχύποπτες και συχνά κόβουν περικόπτουν κάθε επενδυτικό πλάνο. Οι επιχειρήσεις που επιλέγουν να εφαρμόσουν παρολαυτά τον επενδυτικό σχεδιασμό τους, βρίσκουν συνήθως τους τραπεζίτες πιο επιφυλακτικούς απέναντι στις αιτήσεις δανείων τους. Οι καταναλωτές βρίσκουν επίσης αυξανόμενη δυσκολία να λάβουν δάνεια, κι όλα αυτά τα γεγονότα ενισχύουν το ένα το άλλο, οδηγώντας σαν αλυσιδωτή αντίδραση σε μια επερχόμενη αντίφαση. Ο κόσμος σταματά να αγοράζει πράγματα που άλλοτε θα αγόραζε. Η λιανική αγορά πέφτει και τα εμπορεύματα που μένουν απούλητα στις αποθήκες συσσωρεύονται. Υπάρχει μια ξαφνική αντίληψη πως η αγορά έχει συρρικνωθεί για πολλά εμπορεύματα, και οι περισσότερες επενδύσεις αναβάλλονται. Οι επιχειρήσεις αρχίζουν να απολύουν εργάτες, οι οποίοι τότε αγοράζουν ακόμα λιγότερα, λόγω της μείωσης του εισοδήματός τους (στην πράξη αυτό μπορεί απλώς να αναβληθεί για λίγο όπου υπάρχουν αποζημιώσεις για τις απολύσεις, ισχυρά ταμεία ανεργίας κλπ). Οι απολυμένοι εργάτες δεν μπορούν πια να πάρουν δάνεια όσο εύκολα μπορούσαν πριν απολυθούν. Και ούτω καθεξής, σ’ έναν δυνητικά καταστροφικό φαύλο κύκλο.

Όταν εξαπολύονται τέτοιες τεράστιες δυναμικές, η οικονομία κινδυνεύει να βρεθεί σε μια καθοδική δίνη προς μια ολοένα και βαθύτερη κρίση υπερπαραγωγής. Μερικές φορές η παρέμβαση των κυβερνήσεων μπορεί να συγκαλύψει το εύρος της κρίσης, και να αναβάλλει την ολοκληρωτική καταστροφή μέχρι την επόμενη μέρα. Μερικές φορές δεν μπορεί. Με άλλα λόγια, είναι συνήθως οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις που αποτελούν τον πυροκροτητή των κρίσεων υπερπαραγωγής.

2.10 Η πίστωση υπάρχει για να διευκολύνει την υπερπαραγωγή

Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά στη φύση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Κατ’ αρχήν, τί είναι η πίστωση; Πώς προέκυψε και γιατί υπάρχει στην οικονομία; Ο Μαρξ σημειώνει ότι “το χρηματοπιστωτικό σύστημα το ίδιο, προκύπτει από τις δυσκολίες που συναντά το κεφάλαιο να δραστηριοποιηθεί “παραγωγικά”, δηλαδή με “κερδοφόρα”. Και κατόπιν γράφει: “Η υπερπαραγωγή, το πιστωτικό σύστημα κλπ, είναι μέσα με τα οποία η καπιταλιστική παραγωγή προσπαθεί να ξεπεράσει τα ίδια τα όριά της, και να παράξει πέρα και πάνω απ’ τα όριά της. Η καπιταλιστική παραγωγή, διαθέτει απ’ την μια πλευρά αυτήν την κινητήρια δύναμη, κι απ’ την άλλη, μπορεί να αντέξει μόνο την παραγωγή που μπορεί να χωρέσει εντός της κερδοφόρας επένδυσης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Έτσι προκύπτουν οι κρίσεις… (Καρλ Μαρξ – Θεωρίες της Υπεραξίας, τόμος 3).

Πράγματι, η πίστωση υφίσταται προκειμένου να διευκολύνει την υπερπαραγωγή, δηλαδή, την παραγωγή πέρα από τα όρια εντός των οποίων μπορεί το κεφάλαιο να επενδυθεί με κέρδος (φυσικά, η αστική τάξη δεν βλέπει καθόλου έτσι τα πράγματα).

Οι χρηματοπιστωτικές φούσκες κάθε είδους (καταναλωτικά, επιχειρηματικά και κυβερνητικά χρέη), δεν είναι κάτι που μπορεί να αποφευχθεί μέσα στον καπιταλισμό, αλλά αντίθετα είναι πράγματα που είναι απαραίτητα για να λειτουργεί ο καπιταλισμός. Όσο περισσότερο αναπτύσσονται οι μηχανισμοί που ευνοούν τη δημιουργία τέτοιων φουσκών, τόσο πιο επιτυχημένη είναι η καπιταλιστική κοινωνία (μέχρι να σκάσει η φούσκα!). Όταν η φούσκα σκάσει και ξεσπάσει η κρίση, πάντα φαίνεται εκ των υστέρων σαν να υπήρξε ένας τεράστιος παραλογισμός από μεριάς των τραπεζών, των βιομηχάνων, των καταναλωτών και της κυβέρνησης, που τόσο καιρό επέτρεπε τη διόγκωση αυτής της φούσκας. Όμως αν δεν “επιτρεπόταν” (και δεν ενθαρρυνόταν με κάθε τρόπο) η ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής φούσκας, τότε η κρίση απλά θα ξεσπούσε πολύ νωρίτερα. Στην πράξη, αν δεν υπήρχαν χρηματοπιστωτικές φούσκες, δε θα υπήρχε καθόλου καπιταλιστική ανάπτυξη.

Ένας από τους λόγους για την μαζική, και διαρκώς επιδεινούμενη στασιμότητα που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της σοβιετικής μορφής κρατικού καπιταλισμού κατά την περίοδο του “ρεβιζιονισμού” (1956-1991) ήταν ότι το σύστημα εκείνο διέθετε εντελώς υποανάπτυκτους μηχανισμούς για τη δημιουργία χρηματοπιστωτικών φουσκών. Η μεγαλύτερη φούσκα που δημιούργησε ήταν υπό την μορφή του κρατικού χρέους σε τρίτες χώρες, ενώ υπήρχαν ελάχιστες πιστωτικές κάρτες, και φαινομενικά μηδενικές υποθήκες. Γι αυτόν τον λόγο και η κρίση υπερπαραγωγής στη ρεβιζιονιστική Σοβιετική Ένωση δεν πήρε την μορφή που γνωρίζουμε στη Δύση, ξεκινώντας δηλαδή από το σκάσιμο μιας νομισματικής φούσκας και το ξέσπασμα μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

2.11 Όταν σκάνε οι φούσκες

Οι οικονομικές κρίσεις στον σύγχρονο καπιταλισμό (εκτός απ’ τον μονοπωλιακό καπιταλισμό σοβιετικού τύπου) συνήθως ξεκινούν με -και πάντοτε περιλαμβάνουν κατά κύριο λόγο- χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Αυτό εν μέρει εξηγείται επειδή, όπως αναφέραμε νωρίτερα, η πίστωση έχει καταστεί ένα μείζον μέσο προσωρινής υπέρβασης του βασικού προβλήματος της καπιταλιστικής παραγωγής: του γεγονότος δηλαδή ότι οι καπιταλιστές δεν πληρώνουν (και ούτε μπορούν να πληρώσουν) τους εργάτες για ολόκληρη την αξία που παράγουν (κι ως εκ τούτου οι εργάτες, ως η κινητήρια δύναμη της κατανάλωσης, δεν μπορούν να αγοράσουν πίσω τα προϊόντα που παράγουν, εκτός αν τους δίνεται μια διαρκώς επεκτεινόμενη πίστωση).

Όλες οι μείζονες μορφές χρέους δημιουργούνται κανονικά -έμμεσα ή άμεσα- για τον σκοπό της προσωρινής υπεκφυγής αυτής της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, που περιλαμβάνει όχι μόνον το καταναλωτικό χρέος, αλλά επίσης το κυβερνητικό χρέος και αρκετό επιχειρηματικό χρέος. Επιπροσθέτως, υπάρχουν κερδοσκοπικές φούσκες (το αποτέλεσμα της “οικονομίας του καζίνο”), και διάφορες παρεμφερείς φούσκες (όπως της κερδοσκοπίας του real estate).

Υπάρχουν αρκετά σημεία που πρέπει να γίνουν κατανοητά όσον αφορά το σκάσιμο αυτών των φουσκών:

Το σκάσιμο μιας απ’ αυτές τις φούσκες, δε σημαίνει αυτόματα και το σκάσιμο όλων τους. Αν καταρρεύσει για παράδειγμα το καταναλωτικό χρέος, αυτό δε σημαίνει ότι και η φούσκα του κυβερνητικού χρέους θα σκάσει (ή ότι αν το κάνει, θα γίνει την ίδια στιγμή).

Παρόλο που αυτές το σκάσιμο αυτών των φουσκών τείνει να είναι ξαφνικό και καταλυτικό, οι φούσκες δεν καταρρέουν πλήρως. (Η φούσκα του χρηματιστηρίου των ΗΠΑ υπέστη μια μείζονα κατάρρευση το 2000-2001, για παράδειγμα, όμως η κατάρρευση δεν ήταν ολοκληρωτική. Ακόμη και μετά την ελεύθερη πτώση, η χρηματαγορά παρέμεινε αρκετά υπερτιμημένη με ιστορικούς όρους -βάσει της αναλογίας τιμής/απόδοσης κλπ. Τα σχετικά στοιχεία παρέχονται από τον Robert Kuttner στο Business Week 15 Απριλίου 2002, σελ. 26).

Ακόμη όμως κι όταν καταρρέουν ολοκληρωτικά, η πλήρης κατάρρευση μιας φούσκας δε συμβαίνει αναγκαστικά με την μία. (Μπορεί δηλαδή να υπάρξει μια διαδοχή από καταρρεύσεις, πιθανώς διανθισμένες με μερική και προσωρινή εκ νέου επέκταση της φούσκας).

Τα σημεία αυτά είναι εν ισχύι ιδιαίτερα απ’ την εποχή της (πρώτης) Μεγάλης Ύφεσης, όταν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην οικονομία γίναν για πρώτη φορά τόσο εκτεταμένες και σημαντικές. Αν τα γεγονότα αφεθούν μόνα τους, τότε το σκάσιμο μιας φούσκας απειλεί να οδηγήσει σε μια αλυσιδωτή αντίδραση στην οικονομία, όπου η μια φούσκα θα σκάει μετά την άλλη. Όμως άν η κυβέρνηση παρέμβει σθεναρά προτού κάτι τέτοιο συμβεί, η αλυσιδωτή αντίδραση μπορεί πολλές φορές να διακοπεί (με την προϋπόθεση ότι οι υφέρπουσες αντιφάσεις δε θα έχουν συσσωρευτεί σε ακραία επίπεδα!).

Ένα παράδειγμα είναι αυτό που συνέβη το 2001-2002. Εξ αιτίας της ύφεσης και της (μερικής) κατάρρευσης του χρηματιστηρίου των ΗΠΑ, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα χαμήλωσε δραστικά τα επιτόκια το 2001. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πολύς κόσμος να μπορέσει να αγοράσει κατοικίες, κι όσοι είχαν ήδη αγοράσει ένα σπίτι με δάνειο να μειώσουν τα επιτόκιά τους ή/και να λάβουν νέα σημαντικά ενυπόθηκα δάνεια. Όλα αυτά οδήγησαν σε μια ταχεία ανάπτυξη των τιμών των κατοικιών, στη δημιουργία δηλαδή της στεγαστικής φούσκας, καθώς και σε μια τεχνητή ευφορία που προέκυπτε απ’ την ρευστότητα της φούσκας αυτής, κι όλα αυτά την ίδια στιγμή που η φούσκα του χρηματιστηρίου ξεφούσκωνε (μειώνοντας την επίδραση της ρευστότητας). Όπως έγραφε πρόσφατα το Economist: “Για να το θέσουμε ωμά: μια φούσκα σκάει, καθώς μια άλλη αρχίζει να φουσκώνει” (The Economist, 30 Μαρτίου 2002, σελ. 11).

Ένα ακόμη σημείο σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές φούσκες και τις κερδοσκοπικές φούσκες: Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν πολλοί άνθρωποι, οι φούσκες αυτές δεν είναι στην πραγματικότητα “η αιτία” της ύφεσης ή της κρίσης. Όπως είδαμε νωρίτερα, οι πιστωτικές φούσκες είναι πάντοτε τρόποι να αναβάλλεται η ύφεση και η στασιμότητα. Απ’ την άλλη, το σκάσιμό τους (ή η μερική κατάρρευσή τους) συχνά πυροδοτεί ή συμπίπτει με το ξεκίνημα της οικονομικής ύφεσης (είτε πρωταγωνιστικά είτε στο παρασκήνιο αυτής). Αντίθετα με τις αντιλήψεις πολλών αστών οικονομολόγων, το θεμελιώδες πρόβλημα δεν έγκειται στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, αλλά στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού ως σύστημα εκμετάλλευσης, δηλαδή απόσπασης υπεραξίας από την εργασία άλλων. Οι κρίσεις συχνά ξεσπούν ωστόσο, στην χρηματιστηριακή ή στην πιστωτική σφαίρα που δημιουργήθηκαν ως μέσο για να ξεπεραστεί η θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλισμού.

2.12 Η ψυχολογία του κόσμου

Μια απ’ τις αντιφάσεις που ανακύπτουν στην επιφάνεια των οικονομικών κρίσεων εδρεύει στην μεταβλητή ψυχολογία του κόσμου. Όσο οι δανειστές πιστεύουν ότι στο τέλος θα πληρωθούν, συνεχίζουν να δανείζουν χρήματα. Όσο οι καταναλωτές πιστεύουν ότι στο τέλος θα καταφέρουν να αποπληρώσουν τα επεκτεινόμενα χρέη τους, συνεχίζουν να δανείζονται. Όσο οι καπιταλιστές πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να πουλήσουν με κέρδος τα όσα παράγουν τα εργοστάσιά τους, συνεχίζουν να επεκτείνουν την παραγωγή. Όσο οι κυβερνήσεις πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να τη γλυτώσουν, συνεχίζουν να επεκτείνουν το δημόσιο χρέος προκειμένου να κρατήσουν την οικονομία σε λειτουργία. Εν συντομία, η οικονομία δεν είναι κάτι ανεξάρτητο απ’ το τί πιστεύουν και κάνουν οι άνθρωποι, είτε υπάρχει κάποια λογική βάση σ’ αυτό που πιστεύουν είτε όχι.

Αυτό όμως εγείρει το ζήτημα του γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν ό,τι πιστεύουν. Φυσικά, υπάρχει πάντα ένα είδος ευσεβούς πόθου στους ανθρώπους. Μια βασική αρχή του μαρξιστικού ιστορικού υλισμού είναι ότι οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν αυτό που είναι συμφέρον τους να πιστέψουν. Αυτό είναι απόρροια ενός πιο γενικού, ψυχολογικού αξιώματος που λέει ότι οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν αυτό που θέλουν να πιστεύουν. Οι καπιταλιστές αναζητούν ευκαιρίες για κερδοφόρες επενδύσεις, κι έτσι φυσικά τείνουν να πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλές τέτοιες ευκαιρίες, ακόμη κι όταν πραγματικά δεν υπάρχουν. Οι δανειστές έχουν χρήματα να δανείσουν, και πρέπει να πιστεύουν ότι αυτοί στους οποίους θα τα δανείσουν θα μπορέσουν να τους τα επιστρέψουν με τόκο. Κι ακόμη, τέλος, η εργατική τάξη και οι φτωχοί, πολλοί απ’ τους οποίους με το ζόρι τα βγάζουν πέρα, πρέπει να πείσουν τους εαυτούς τους ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν, κι ότι θα μπορέσουν να ξεπληρώσουν όλα τα χρέη που φορτώνονται.

Ως έναν βαθμό, όλοι αυτοί οι ευσεβείς πόθοι τείνουν να λειτουργούν ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες -αλλά μόνο για λίγο. Ένα παράδειγμα είναι τα σχήματα Πόνζι ή πυραμίδες, ή ακόμα και το χρηματιστήριο από την άποψη αυτήν, στη φάση της ανάπτυξής τους. Όσο περισσότερο οι επενδυτές πιστεύουν ότι το χρηματιστήριο θα ανέβει, τόσο πιο πρόθυμοι είναι να επενδύσουν χρήματα, και όσο περισσότερο επενδύουν τα χρήματά τους τόσο περισσότερο το χρηματιστήριο όντως θα ανεβαίνει. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η καπιταλιστική οικονομία της ανάπτυξης (κι όχι μόνο το χρηματιστήριο) μοιάζει πολύ μ’ ένα σχήμα Πόνζι. Οι καπιταλιστές πείθουν τους εαυτούς τους τις περιόδους ανάπτυξης ότι δε θα υπάρξει τέλος στις ευκαιρίες επένδυσεις, κι έτσι βυθίζονται στις νέες επενδύσεις με μια αναζωπυρωμένη μανία. Οι μισθοί τείνουν να αυξάνονται σχετικά στις φάσεις ανάπτυξεις, κι έτσι οι εργάτες φαντάζονται ότι θα αυξηθούν αρκετά στο μέλλον ώστε να τους επιτρέψουν να ξεπληρώσουν όλο το χρέος στο οποίο ετοιμάζονται να βυθίσουν τους εαυτούς τους. Καθώς οι επιχειρήσεις καταγράφουν υψηλά κέρδη, οι τράπεζες είναι πρόθυμες να τους δανείσουν χρήματα για νέες παραγωγικές μονάδες και όλα τα σχετικά. και καθώς όλη αυτή η διαδικασία εξελίσσεται, η οικονομία πράγματι φαίνεται να αναπτύσσεται για λίγο.

Όμως αν η “δύναμη της θετικής σκέψης” μπορεί να βοηθήσει στη διαδικασία της ανάπτυξης για λίγο, τότε γιατί όχι και για πάντα; Το πρόβλημα εδώ είναι ότι δεν υπάρχει αντικειμενική βάση γι’ αυτή τη δύναμη (για τους λόγους που αναπτύξαμε νωρίτερα), και οι άνθρωποι μπορούν να ξεγελαστούν πιστεύοντας πως όλα θα πάνε καλά, όμως όχι για πάντα. Μόλις οι φόβοι για την κατάσταση της οικονομίας αρχίσουν να εγείρονται, καταγράφονται και οι πρώτες αντιρρήσεις, τόσο μεταξύ των συνηθισμένων ανθρώπων, όσο και μεταξύ επαγγελματιών αστών ιδεολόγων. Ιδού και ο θρήνος ενός εξ αυτών.

Τα τελευταία χρόνια παρατήρησα ότι το μέσο για να φέρει κανείς μια ύφεση είναι να αρχίσει να μιλάει για το πόσο άσχημοι γίνονται οι καιροί. Αυτό δημιουργεί στους ανθρώπους ένα συναίσθημα ότι θα ‘ταν καλύτερα να συγκρατήσουν τα έξοδά τους. Αυτό ξέρετε, γίνεται αμέσως αντιληπτό από άλλους ανθρώπους, που σταματούν να κυκλοφορούν το χρήμα τους. Φτάνοντας τελικά στο σημείο όπου κανείς δε θέλει να αγοράσει τίποτα εκτός απ’ τα απολύτως απαραίτητα, και μπαμ, ολόκληρο το σύστημα καταρρέει. Εντάξει λοιπόν, ζωγραφίστε με μελανά χρώματα την εικόνα μιας αδύναμης οικονομίας και φέρτε την ύφεση αν αυτό επιθυμείτε. Προσωπικά είμαι εναντίον του. Δεν είμαι οικονομολόγος, παρά μόνο ένας 80χρονος γεράκος που έχει δεί το σκηνικό αυτό ξανά. (Πηγή: γράμμα του James E. Huffman στην έκδοση του περιοδικού U.S. News & World Report, 19 Φεβρουαρίου 2001).

Οι άνθρωποι σαν το συγγραφέα του γράμματος αυτού, μοιάζει σαν να φαντάζονται ότι η ψυχολογία των ανθρώπων είναι το παν στην οικονομία, κι ότι αν μπορούμε να φορέσουμε ένα χαμογελαστό προσωπείο, όλα θα πάνε καλά. Πράγματι, αυτό είναι κάτι που ο κόσμος θέλει, όμως η οδυνηρή πραγματικότητα τελικά παρεμβαίνει κάνοντάς το αδύνατον γι αυτούς να συνεχίσουν έτσι. Σ’ αυτό το σημείο, η χαζοχαρούμενη αισιοδοξία μπορεί μέσα σε μια μέρα να γυρίσει σε απαισιόδοξη κατάθλιψη. Η κατάθλιψη τότε βοηθά να διευρυνθεί η ύφεση όπως ακριβώς η παράλογη αισιοδοξία βοηθούσε να διευρυνθεί η ανάπτυξη.

Δεν μπορούμε να πούμε ότι η μεταβλητή ψυχολογία του κόσμου είναι το ριζικό αίτιο τόσο της ανάπτυξης όσο και της ύφεσης. Όμως μπορούμε να πούμε ότι η γενική ψυχολογική ατμόσφαιρα διευρύνει τρομερά τις ήδη επικρατούσες τάσεις που έχουν αναπτυχθεί για πιο αντικειμενικούς λόγους. Καθώς η ψυχολογία είναι τόσο σημαντική στα οικονομικά, υπάρχουν πολυάριθμες έρευνες που προσπαθούν να προσδιορίσουν την “εμπιστοσύνη των καταναλωτών”, την “επιχειρηματική εμπιστοσύνη” και τα συναφή. Αυτές είναι αξιοπρόσεχτες, αν και χρησιμεύουν κυρίως στο να επιβεβαιώσουν τρέχουσες οικονομικές τάσεις παρά να προβλέψουν μελλοντικές.

Και καθώς η ψυχολογία του κόσμου είναι τόσο σημαντική, σε καιρούς οικονομικής αδυναμίας οι αστοί οικονομολόγοι, τα ΜΜΕ, και οι πολιτικοί, προσπαθούν να δράσουν ως έμποροι ελπίδας, προσπαθώντας να πείσουν τον κόσμο ότι όλα θα πάνε καλά. Τί κρίμα βέβαια που με ευχές και υποσχέσεις δεν αλλάζει η πραγματικότητα.

Ένα τελευταίο σημείο που πρέπει να αναφέρουμε εδώ: Επειδή οι αντιλήψεις του κόσμου για την οικονομία είναι πολύ σημαντικές, η δημοσίευση αξιόπιστων οικονομικών στατιστικών στοιχείων είναι κάτι που αποφεύγεται μετά βδελυγμίας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που κάθε σύγχρονη καπιταλιστική χώρα ψεύδεται τόσο αναίσχυντα για το πραγματικό επίπεδο της ανεργίας, της χρησιμοποίησης των παραγωγικών μέσων κοκ.

[…]

2.14 Συνοψίζοντας τη σχέση μεταξύ επιφανειακών και εσωτερικών αντιφάσεων

Έχουμε λοιπόν ένα πλήθος “επιφανειακών αντιφάσεων”, κάτω απ’ τις οποίες υποβόσκουν εσωτερικές αντιφάσεις, σε κάθε καπιταλιστική οικονομική κρίση. Προκειμένου να κατανοήσουμε πραγματικά αυτές τις κρίσεις πρέπει πρώτα να είμαστε σαφείς ότι υπάρχουν όλες αυτές οι αντιφάσεις εν κινήσει, και πρέπει επίσης να είμαστε σαφείς ώς προς το ποιές απ’ αυτές είναι οι πιο βασικές. Όμως πέρα απ’ αυτό, πρέπει να έχουμε τουλάχιστον μια γενική κατανόηση του πώς όλες αυτές οι αντιφάσεις -σε διαφορετικά επίπεδα- μπορούν να αλληλοσυνδεθούν και να αλληλεπηρεαστούν. Αυτό είναι ένα απ’ τα δυσκολότερα νοήματα σχετικά με τη θεωρία της κρίσης, καθώς υπάρχουν τόσο πολλές αλληλεπιδρώσες αντιφάσεις που συνθέτουν ένα πολυσύνθετο πλέγμα.

Επιπλέον, τα πράγματα δεν εξελίσσονται μ’ έναν γραμμικό τρόπο, όπου η αντίφαση νούμερο ένα κορυφώνεται, και πυροδοτεί έτσι την αντίφαση νούμερο δύο, και ούτω καθεξής, σαν μια σειρά από ντόμινο που πέφτουν το ένα πάνω στ’ άλλο. Αντιθέτως, υπάρχει ένα σύνθετο πλέγμα αντιφάσεων -μεγάλες και μικρές, θεμελιώδεις και πιο επιφανειακές- που όλες αναπτύσσονται ταυτόχρονα, και που όλες αλληλεπηρεάζονται με πολυποίκιλους τρόπους. Ορισμένες αντιφάσεις, ιδιαίτερα οι πιο επιφανειακές, μπορεί να εμφανίζονται ως ιδιαίτερα δριμύες, όμως μπορεί κάλλιστα και να καταπραΰνονται για λίγο.

Ως ένα σύντομο παράδειγμα αυτού του είδους των αλληλεπιδράσεων, μπορούμε να θεωρήσουμε ορισμένα απ’ τα γεγονότα της πρώτης δεκαετίας αυτού του νέου αιώνα. Μετά την μερική κατάρρευση της χρηματιστηριακής φούσκας της “Νέας Οικονομίας” του 2001, η οικονομία των ΗΠΑ μπήκε στην κατάψυξη, οι επενδύσεις κόπηκαν ψαλίδι, και τα εμπορεύματα άρχισαν να συσσωρεύονται επικίνδυνα. Σε απάντηση σ’ αυτό, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα μείωσε δραστικά τα επιτόκια, κάτι που αρχικά δεν είχε ιδιαίτερο αποτέλεσμα (αν και βοήθησε να οδηγηθεί η κρίση στην ανάπτυξη της στεγαστικής φούσκας). Ωστόσο, η κυβέρνηση Μπους, τόσο για λόγους ιδεολογικούς (εξαιτίας της αφηρημένης πίστης της σε οικονομικά γιατροσόφια τύπου supply side economics, στμ: προσπάθεια αύξησης της προσφοράς εμπορευμάτων μέσω μείωσης των φόρων και ελαστικοποίησης της εργασίας, ώστε να πέσουν οι τιμές λόγω υπερπροσφοράς και να αυτορυθμιστούν οι αγορές σε μια πιο αποδοτική ισορροπία) αλλά και λόγους άμεσης απάντησης σε μια αδύναμη οικονομία, έφερε μαζικές περικοπές στους ομοσπονδιακούς φόρους. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε σε τεράστια επίπεδα ελλειματικής δαπάνης. Αυτό το θετικό κεϋνσιανό ερέθισμα γρήγορα αποδείχθηκε εξαιρετικά αδύναμο, σε σχέση με τον δυσθεώρητο όγκο του ελλείματος, όμως στις αρχές του 2004 οδήγησε σε μια περιορισμένη αποκατάσταση της οικονομίας. Τα αποθέματα μειώθηκαν, και αργότερα την ίδια χρονιά η Ομοσπονδιακή Τράπεζα άρχισε σταδιακά να ανεβάζει πάλι τα επιτόκια. Έτσι ένα μέτρο που επηρέασε μια βαθύτερη αντίφαση (για παράδειγμα το κυβερνητικό έλλειμα που προσωρινά μπορεί να επιδράσει θετικά στην αντίφαση της εργατικής τάξης που δεν πληρώνεται αρκετά ώστε να αγοράσει όλα όσα παράγει) είχε ως αποτέλεσμα να μετριάσει μια πιο επιφανειακή αντίφαση (αυτή των επιπέδων συσσώρευσης και των επιτοκίων).

Στα τέλη του 2007 ωστόσο, τα θετικά αποτελέσματα της τελευταίας ώθησης της κεϋνσιανής ελλειματικής δαπάνης άρχισαν να υποχωρούν (παρά τις συνεχείς ελλειματικές δαπάνες σε μια ολοένα και πιο μετριοπαθή κλίμακα). Παρολαυτά, η στεγαστική φούσκα -το φούσκωμα της οποίας υποτίθεται ότι “έσωσε τον κόσμο” σύμφωνα με το Economist, άρχισε να σκάει και η ίδια, και η κατάρρευσή της άρχισε να εξαπλώνεται στις χρηματοπιστωτικές αγορές γενικότερα. Αυτό οδήγησε σε μια αναταραχή στο χρηματιστήριο, φέρνοντας μια πτώση της λιανικής και τη φαινομενική βεβαιότητα ότι μια νέα ύφεση είναι προ των πυλών, αν δεν έχει ήδη αναπτυχθεί. Βλέπουμε ότι οι πιο επιφανειακές αντιφάσεις, που μόνο προσωρινά “λύθηκαν” χάρις σε μαζικές κεϋνσιανές πρακτικές που ανακούφισαν τη βαθύτερη αντίφαση για λίγο, επανεμφανίστηκαν. Οι καταναλωτές όμως τώρα έχουν φορτωθεί πολύ περισσότερο χρέος, ιδίως λόγω της κατάρρευσης της στεγαστικής φούσκας, και της επέκτασης του προβλήματος στις πιστωτικές κάρτες και σε άλλες μορφές πίστωσης. Φαίνεται λοιπόν να υπάρχει μόνο μία λύση επί του παρόντος για να αντιμετωπιστεί το εξελισσόμενο οικονομικό χάος: κι άλλος ένας γύρος μαζικής κεϋνσιανής δαπάνης. Αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο θα λάβει χώρα, τότε ξανά μετά από λίγο τα όποια θετικά αποτελέσματα θα εξατμιστούν, ενώ θα ξεπροβάλουν ακόμα δριμύτερες οι επιφανειακές αντιφάσεις, κάνοντας αναγκαίο ακόμη ένα ξεχείλωμα του ελλείματος. Τελικά, στο όχι και τόσο απώτερο μέλλον, η κεϋνσιανή δαπάνη θα αγγίξει τα μέγιστα όριά της, και δε θα υπάρχει τίποτα να συγκρατεί πλέον όλες τις επιφανειακές αντιφάσεις απ’ το να έρθουν σ’ ένα στάδιο οξείας και παρατεταμένης κρίσης όπου τίποτε δε θα μπορεί να γίνει για να ξεπεραστεί.

Επειδή αυτός ο γόρδιος δεσμός των αντιφάσεων αναπτύσσεται με μιας, και περιλαμβάνει διάφορες αλληλεπιδράσεις, κάθε μείζων εικονομική κρίση αναπτύσσεται με το δικό της ιδιαίτερο μοτίβο. Για παράδειγμα, για μια πληθώρα λόγων, περιλαμβανομένων των προβλημάτων με τα οποία η κυβέρνηση θα επιλέξει να εστιάσει την προσοχή της, οι διάφορες φούσκες μπορούν να σκάσουν σε ολότελα διαφορετικη σειρά. Ακόμα και τότε, μια φούσκα μπορεί να σκάσει απότομα σε μια ιστορική κρίση, και μια άλλη απλά να ξεφουσκώσει εν μέρει, να ξαναφουσκεί ως έναν βαθμό, και να σκάσει αργότερα. Μπορεί ακόμα μια κυβέρνηση που είναι περισσότερο αφοσιωμένη στην ανάπτυξη του εμπορίου να ακολουθήσει διαφορετικές πολιτικές από μια κυβέρνηση που θα εστιάσει για παράδειγμα στα επιτόκια, κλπ.

Έτσι, είναι λάθος να πιστεύουμε ότι επειδή η Μεγάλυ Ύφεση της δεκαετίας του 1930 εξελίχθηκε μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο, όλες οι μείζονες οικονομικές κρίσεις πρέπει να εξελιχθούν με τον ίδιο ή με έναν στενά συνδεδεμένο τρόπο. Ένας απ’ τους πολλούς λόγους που δεν ισχύει κάτι τέτοιο, είναι ότι η προηγούμενη εμπειρία πριν την Μεγάλη Ύφεση, οδήγησε τους καπιταλιστές και τις κυβερνήσεις τους να δημιουργήσουν ισχυρότερους θεσμούς κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Η αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα για παράδειγμα, δε δρα σήμερα με τον ίδιο τρόπο που δρούσε το 1930, εν μέρει λόγω αυτής της προηγούμενης εμπειρίας της. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μείζονες οικονομικές κρίσεις (περιλαμβανομένων των μεγάλων υφέσεων όπως αυτή του ’30) δεν συμβαίνουν πια! Σημαίνει απλώς ότι η εξέλιξη μιας νέας μείζονος κρίσης θα είναι ουσιωδώς διαφορετική από πολλές όψεις (και ιδιαίτερα όσον αφορά τον όγκο της κεϋνσιανής παρέμβασης).

Η υποβόσκουσες, θεμελιώδεις αντιφάσεις σε κάθε καπιταλιστική κρίση υπερπαραγωγής είναι οι ίδιες, όμως αυτές οι βαθιές αντιφάσεις βρίσκουν τον δρόμο τους προς την επιφάνεια μέσω πολλών πιο επιφανειακών αντιφάσεων. Και ο τρόπος που αυτές οι επιφανειακές αντιφάσεις σχετίζονται και επηρεάζουν η μια την άλλη είναι τόσο πολυποίκιλος όσο και οι διάφοροι “αστάθμητοι” παράγοντες -περιλαμβανομένων μικροπραγμάτων όπως οι ιδιαίτερες οικονομικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις του κάθε κυβερνητικού ηγέτη. Έτσι, κάθε μείζων οικονομική κρίση έχει το δικό της μοτίβο που αναπτύσσεται.

Κεφάλαιο 3: Πώς ξεπερνιούνται οι οικονομικές κρίσεις στον καπιταλισμό;

3.1 Ποιά υπερπαραγωγή;

Τί σημαίνει όταν λέμε ότι οι καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις είναι “κρίσεις υπερπαραγωγής”; Υπερπαραγωγή τίνος πράγματος; Κατ’ αρχήν εμπορευμάτων, φυσικά. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό όταν μιλάμε για κρίσεις υπερπαραγωγής. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο πέρα απ’ τα αγαθά προς πώληση που υπερπαράγεται, κάτι πολύ πιο σημαντικό, και πολύ πιο ουσιαστικό στις κρίσεις υπερπαραγωγής. Κι αυτό που υπερπαράγεται είναι οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις, ή με άλλα λόγια υπάρχει υπερπαραγωγή κεφαλαίου.

Τα εργοστάσια -οι παραγωγικές μονάδες- και ολόκληρες επιχειρήσεις μετατρέπονται πολές φορές τα ίδια σε εμπορεύματα, όταν πωλούνται σε μια άλλη επιχείρηση. Όμως θεωρητικά υπάρχει μια ακόμη μείζων διαφορά μεταξύ των παραγωγικών μονάδων και των προϊόντων αυτών των μονάδων. Τα δύο τείνουν να μπερδεύονται, και υπάρχουν πολλά εργοστάσια για παράδειγμα που τα προϊόντα τους (εμπορεύματα) περιλαμβάνουν τμήματα που προορίζονται για την κατασκευή άλλων εργοστασίων. Παρολαυτά, για τους σκοπούς της κατανόησής μας θα τραβήξουμε μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ εμπορευμάτων και κεφαλαίου.

Μια κρίση υπερπαραγωγής εξελίσσεται σε μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων που δεν μπορούν να πωληθούν, ή έστω δεν μπορούν να πωληθούν με κέρδος. Όμως θυμήσου ότι σ’ όλη τη φάση της ανάπτυξης οι καπιταλιστές συγκέντρωναν τεράστια ποσά υπεραξίας στα χέρια τους για πολλά χρόνια στη σειρά, και καθ’ όλην αυτήν την περίοδο χρησιμοποιούσαν το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας για να χτίσουν νέες παραγωγικές μονάδες, να ανανεώσουν τον εξοπλισμό τους κλπ. Όταν λοιπόν η κρίση ξεσπάσει, εμφανίζονται όρια στο πλεόνασμα των εμπορευμάτων που μπορούν να συσσωρεύουν καθώς η παραγωγή γρήγορα μειώνεται όταν οι πωλήσεις πέφτουν και αρχίζουν να μένουν προϊόντα απούλητα, η υπερπαραγωγή αρχίζει να γίνεται ορατή. Όμως αν η μείωση της παραγωγής είναι αρκετά σοβαρή, τότε αρχίζουν να εκτίθενται όλα τα πλεονάζοντα εργοστάσια, κι όλα τα πλεονάζοντα μηχανήματα των εργοστασίων αυτών. Αυτό το “κρέμασμα” της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας είναι ένα πολύ, πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από κάθε βραχυπρόθεσμο στοκάρισμα πλεοναζόντων εμπορευμάτων προς πώληση.

3.2 Η καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου

Άν το βασικό πρόβλημα στις καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις είναι ότι υπάρχει υπερπαραγωγή ή υπερπληθώρα κεφαλαίου, τότε η βασική λύση σε τέτοιες κρύσεις -όσο παραμένουμε μέσα στον καπιταλισμό- είναι να ξεφορτωθεί αυτός κάπως, να εκμηδενίσει, ή να καταστρέψει αυτό το πλεονάζον κεφάλαιο. Μόνο η καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου μπορεί να καθαρίσει το πεδίο ώστε να ξεκινήσει μια δυναμική νέα ανάπτυξη. Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, οι Μαρξ και Έγκελς περιγράφουν τις καπιταλιστικές κρίσεις καθ’ αυτόν τον τρόπο:

“Στις κρίσεις αυτές ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα ‘λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δεν χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι’ αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές. Και κάθε φορά που οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν το εμπόδιο αυτό, φέρνουν σε αναταραχή ολόκληρη την αστική κοινωνία, απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν απ’ αυτές. Και πώς μπορεί η αστική τάξη να ξεπεράσει αυτές τις κρίσεις; Απ’ την μια με την βεβιασμένη καταστροφή ενός μέρους των παραγωγικών δυνάμεων, απ’ την άλλη με την κατάκτηση νέων αγορών, και με την πιο βαθιά εκμετάλλευση των παλιών. Με άλλα λόγια, στρώνοντας τον δρόμο για ακόμα πιο εκτεταμένες και πιο καταστροφικές κρίσεις, και εκμηδενίζοντας τα μέσα με τα οποία μπορούν να αποφευχθούν οι κρίσεις.” (Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Έγκελς – Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, 1848).

Είναι σαφές σ’ αυτό το σημείο ότι η κεντρική μέθοδος με την οποία ξεπερνιούνται οι κρίσεις υπερπαραγωγής στον καπιταλισμό, είναι μέσω της καταστροφής του πλεονάζοντος κεφαλαίου που έχει συσσωρευθεί. (Θα δούμε για την επέκταση των αγορών αργότερα σε συνάρτηση με τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό). Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόπο για την καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου, μέθοδοι που ποικίλουν απ’ το προσωρινό κλείσιμο των εργοστασίων, μέχρι την ολική και φυσική καταστροφή τους.

3.3 Φυσική καταστροφή εναντίον απλής υποτίμησης

Πρέπει να δούμε λοιπόν σε ποιόν βαθμό και σε ποιά πλαίσια, μπορεί το κεφάλαιο να “καταστραφεί” μέσω απλών λογιστικών μαγειρεμάτων, π.χ. μέσω της απαξίωσης ή υποτίμησής (όπως καλείται συνήθως στον επιχειρηματικό κόσμο) του. Προφανώς, το κεφάλαιο που υφίσταται μια φυσική διάλυση ή καταστροφή, υποτιμάται δραστικά (αν και τα απομεινάρια του μπορεί να έχουν μια κάποια αξία, ακόμα και ως παλιομέταλλα). Όμως θα μπορούσε το κεφάλαιο να υποτιμηθεί απλώς μέσω μιας υποτίμησης χωρίς να αναγκαστεί να διαλυθεί ή να καταστραφεί; Η ερώτηση αυτή είναι λίγο περίεργη.

Στις Θεωρίες για την Υπεραξία, ο Μαρξ γράφει:

“Όταν μιλάμε για την καταστροφή του κεφαλαίου μέσω των κρίσεων, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ δυο παραγόντων. Στον βαθμό που η διαδικασία αναπαραγωγής (του κεφαλαίου) και η διαδικασία της εργασίας περιορίζονται ή υπό ορισμένες συνθήκες παύουν πλήρως, καταστρέφεται πραγματικό κεφάλαιο. Τα μηχανήματα που δε χρησιμοποιούνται δεν είναι κεφάλαιο. Η εργασία που δεν εκμεταλλεύεται ισοδυναμεί με χαμένη παραγωγή. Οι πρώτες ύλες που μένουν αχρησιμοποίητες δεν είναι κεφάλαιο. Τα κτίρια (ακόμη και τα ολοκαίνουρια μηχανήματα) που δε χρησιμοποιούνται είτε μένουν κλειστά, τα εμπορεύματα που σαπίζουν στις αποθήκες -όλα αυτά είναι καταστροφή κεφαλαίου. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η διαδικασία της αναπαραγωγής βρίσκεται σε κρίση και ότι τα υπάρχοντα μέσα παραγωγή δε χρησιμοποιούνται πραγματικά ως μέσα παραγωγής, τίθενται σε αχρηστία. Έτσι, η αξία χρήσης τους και η ανταλλακτική αξία τους πηγαίνουν κατά διαόλου. (Καρλ Μαρξ – Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος ΙΙ).

Πριν συνεχίσουμε από κει που σταματά το απόσπασμα του Μαρξ, είναι αναγκαίο να κάνουμε κάποια σχόλια. Ο Μαρξ θέλει εδώ να δώσει έμφαση στο ότι το κεφάλαιο που δε χρησιμοποιείται πραγματικά στην παραγωγική διαδικασία, δεν λειτουργεί ως κεφάλαιο. Είναι σαν να μην υπήρχε καν, από την άποψη της πραγματικής παραγωγικής διαδικασίας που λαμβάνει χώρα. Ωστόσο, ακόμη κι αν δε χρησιμοποιούνται ως κεφάλαιο επί του παρόντος, τα σταματημένα μηχανήματα και τα άδεια εργοστάσια μπορούν αργότερα να χρησιμοποιηθούν (μόλις ξεκινήσει μια νέα φάση ανάπτυξης ενδεχομένως), κι έτσι τότε θα χρησιμεύσουν ως κεφάλαιο. Έτσι, απ’ αυτήν την άποψη είναι τουλάχιστον παρεξηγήσιμο να πούμε ότι “πραγματικό κεφάλαιο καταστρέφεται” απλώς και μόνο επειδή δε χρησιμοποιείται στην τρέχουσα παραγωγή. Ίσως ο Μαρξ να έπρεπε να είχε μιλήσει για “αποθεματικό κεφάλαιο” εδώ, ή κάτι τέτοιο. (Αλλού, ο Μαρξ μιλάει όντως για πρώτες ύλες που κρατιούνται σε ετοιμότητα για την παραγωγική διαδικασία ως “εν υπνώσει” ή “δυνητικό” κεφάλαιο. Πηγή: Καρλ Μαρξ – Το Κεφάλαιο, τόμος ΙΙ, τμήμα 1, κεφάλαιο 5). Στην πράξη, οι σύγχρονες καπιταλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν όντως τεράστια ποσά αποθεματικού κεφαλαίου -δηλαδή εργοστασίων και μηχανημάτων που δε χρησιμοποιούνται επί του παρόντος ως κεφάλαιο, όμως που η επιχείρηση συντηρεί για πιθανή εκμετάλλευσή τους στο μέλλον. Το 2003, τα επίσημα ποσοστά χρησιμοποίησης του κεφαλαίου στη βιομηχανία των ΗΠΑ ήταν λίγο κάτω από 75%, δηλαδή το ένα τέταρτο του αμερικανικού κεφαλαίου δεν χρησιμοποιούταν ως κεφάλαιο. Όμως καθώς η πραγματική χρήση του κεφαλαίου υπολείπεται κατά πολύ των επίσημων στατιστικών, θα ήταν μάλλον πιο ακριβές να πούμε ότι λιγότερο από το μισό υπάρχον κεφάλαιο είναι σήμερα “πραγματικό κεφάλαιο” (κεφάλαιο δηλαδή που πράγματι χρησιμοποιείται ως κεφάλαιο στην παραγωγική διαδικασία).

Απ’ την άλλη, όταν τίθενται σε αχρηστία ένα σωρό εργοστάσια και μηχανήματα, συχνά δεν είναι παρά το πρώτο βήμα προς την τελική διάλυση και πραγματική καταστροφή τους. Κάτι τέτοιο επαληθεύεται ιδίως σε μακρές και σοβαρές φάσεις ύφεσης, κατά τη διάρκεια μιας μείζονος κρίσης υπερπαραγωγής. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, αυτό που φαίνεται για ένα διάστημα να είναι απλά αποθεματικό ή αχρησιμοποίητο κεφάλαιο, μπορεί στην πραγματικότητα να είναι κάτι πιο κοντά σε νεκρό ή κατεστραμμένο κεφάλαιο που απλώς περιμένει το πιστοποιητικό θανάτου του. Επιπλέον, όπως συνεχίζει ο Μαρξ στο κείμενό του, το κεφάλαιο που μένει αχρησιμοποίητο λόγω κρίσης, τυπικά πρέπει να υποτιμηθεί σημαντικά, κι αυτή η υποτίμηση ήδη τυποποιεί την μερική καταστροφή του κεφαλαίου αυτού:

“Δεύτερον, ωστόσο, η καταστροφή του κεφαλαίου στις κρίσεις σημαίνει και την υποτίμηση των αξιών αυτών που τις εμποδίζει απ’ το να ανανεώσουν έπειτα την αναπαραγωγική διαδικασία ως νέα κεφάλαια, στην ίδια κλίμακα. Αυτό είναι το καταστροφικό αποτέλεσμα της πτώσης των τιμών των εμπορευμάτων. Δεν προκαλεί την καταστροφή καμμίας αξίας χρήσης. Αυτό που χάνεται εδώ, κερδίζεται αλλού. Οι αξίες που χρησιμεύουν ως κεφάλαιο εμποδίζονται από το να ξαναχρησιμοποιηθούν ως κεφάλαιο στα χέρια του ίδιου ατόμου. Έτσι, οι παλιοί καπιταλιστές χρεωκοπούν… Ένα μεγάλο μέρος του ονομαστικού κεφαλαίου της κοινωνίας, δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας του υπάρχοντος κεφαλαίου, καταστρέφεται μια για πάντα, παρόλο που αυτή η ίδια η καταστροφή του, καθώς δεν επηρεάζει την αξία χρήσης, μπορεί κάλλιστα να επισπεύσει την νέα του αναπαραγωγή” (Καρλ Μαρξ – Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος ΙΙ).

Ωστόσο, η ακριβής διαδικασία που ο Μαρξ περιγράφει εδώ φαίνεται να ήταν πιο τυπική της προ-μονοπωλιακής εποχής, για την οποία έγραφε. Σήμερα, σ’ αυτό που συνήθως λέμε μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, είναι συνήθως σε θέση να αποφεύγουν τις αρκετά συνηθισμένες ήπιες υφέσεις, και να ρίχνουν την παραγωγή ή να κλείνουν μερικά εργοστάσια για λίγο, χωρίς να είναι αναγκασμένες να ξεγράψουν το κεφάλαιο αυτό ή να το πουλήσουν με ζημία σε κάποια άλλη επιχείρηση. Και όπως αναφέραμε παραπάνω, ακόμα και σε περιόδους σταθερής οικονομικής ανάπτυξης, αυτού του είδους οι επιχειρήσεις κρατούν τυπικά ένα σημαντικό πλεόνασμα αποθεματικής παραγωγικής ικανότητας να υπάρχει -δηλαδή, κεφάλαιο υπό την μορφή αχρησιμοποίητων μηχανημάτων κι εργοστασίων, το οποίο δεν λειτουργεί ως κεφάλαιο, αλλά είναι διαθέσιμο να τεθεί σε λειτουργία (Στμ: βλέπε κατ’ αναλογία τις στρατιές των “ευέλικτων”, “δια βίου εκπαιδευόμενων” ανέργων, που μένουν σε ετοιμότητα να “απασχοληθούν” όποτε η χρήση της παραγωγικής ικανότητας προβλέπεται κερδοφόρα)

Η φυσική καταστροφή του κεφαλαίου πάντοτε ακολουθεί μια υποτίμηση των αξιών, όμως το αντίθετο δεν είναι αναγκαστικά αληθές. Κάθε επιβεβλημένη υποτίμηση των αξιών σε μια οικονομική κρίση -ακόμη κι όταν συμβαίνει- δεν καταλήγει πάντοτε στη φυσική καταστροφή του κεφαλαίου.

Ακόμη κι αν το αποθεματικό κεφάλαιο υποτιμάται και πωλείται σ’ ένα ξεπούλημα σε μια άλλη εταιρία, η αξία χρήσης του παραμένει ακέραια. Διότι μπορεί σχετικά άμεσα να ξανατεθεί σε λειτουργία, κι ως εκ τούτου η ύπαρξή του παραμένει εμπόδιο για τη δημιουργία νέων εργοστασίων, νέων μηχανημάτων. Απ’ αυτήν την άποψη, η απλή υποτίμηση κεφαλαίου δεν ισοδυναμεί με την πραγματική καταστροφή του. Μόνο η πραγματική καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου μπορεί αυθεντικά να καθαρίσει το έδαφος για μια μείζονα νέα επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων. Η υποτίμηση χωρίς την πραγματική καταστροφή δεν είναι αρκετεί για να ξεπεραστεί το πρόβλημα της αποθεματικής παραγωγικής ικανότητας.

Μπορούμε λοιπόν τώρα να δούμε καθαρά γιατί οι μεγάλες φυσικές καταστροφές είναι στην πράξη κάτι θετικό για τον καπιταλισμό ως σύστημα. Περιλαμβάνουν την καταστροφή του κεφαλαίου καθώς και την καταστροφή πολλών καταναλωτικών αγαθών (σπιτιών, οχημάτων, επίπλων κλπ) που πρέπει μετά να αντικατασταθούν. Οι καταναλωτές μπορεί να έχουν ή να μπορούν να δανειστούν τα χρήματα για να αγοράσουν τα νέα αγαθά, ή μπορεί και όχι. Όμως οι καπιταλιστές, ως τάξη, έχουν ένα τεράστιο πλεόνασμα υπεραξίας το οποίο πρέπει να επενδύσουν, και η καταστροφή τυχόν εργοστασίων ή μηχανημάτων από κάποια φυσική καταστροφή ανοίγει τέτοιες ευκαιρίες επένδυσης.

Όσο πιο εκτεταμένη είναι η καταστροφή του κεφαλαίου -για τον οποιονδήποτε λόγο, από τρομερές φυσικές καταστροφές μέχρι πολέμους- τόσο το καλύτερο για την οικονομική υγεία του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό είναι κι ένα μέρος του λόγου που ο καπιταλισμός -ιδιαίτερα στη σύγχρονη ιμπεριαλιστική μορφή του- οδηγεί σε τόσο τρομερούς πολέμους και μαζικές καταστροφές.

Mικρή υπενθύμιση για τους όψιμους(;) φίλους της δημοκρατίας,12/5/2012

μικρή υπενθύμιση για τους όψιμους(;) φίλους της δημοκρατίας

Image

Ο αποτροπιασμός των επίσημων εκπροσώπων της δημοκρατίας μπροστά στις πλέον απαρχαιωμένες μορφές του φασισμού (ναζιστικοί χαιρετισμοί, σβάστικες κλπ) δεν είναι αρκετός για να κρύψει την ουσιαστική συμφωνία δημοκρατών και φασιστών ως προς τα μέτρα και το περιεχόμενο που πρέπει να λάβει σήμερα η επίθεση του κεφαλαίου απέναντι στο προλεταριάτο: διαίρεση σε νόμιμους και παράνομους, εκμεταλλεύσιμους και πλεονάζοντες, επιχειρήσεις-σκούπες και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους πλεονάζοντες, στρατιωτική καταστολή των διαδηλώσεων και των αγώνων, φυλακίσεις, προληπτικές προσαγωγές και τρομονόμοι, δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων και υγειονομικών, οικονομικών και στρατιωτικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, “εθνική ενότητα”, ανασφάλεια, εμπορευματοποίηση του φόβου. Μέτρα δηλαδή που λαμβάνουν ήδη οι δημοκράτες σωτήρες του έθνους χωρίς να έχουν ανάγκη τους φασίστες συναδέλφους τους.

Κουνώντας μας το σκιάχτρο του φασισμού, οι δημοκράτες μας, πολιτικοί, δημοσιογράφοι κι αφεντικά, και ιδιαίτερα οι αριστεροί τέτοιοι, θέλουν σ’ αυτή τη φάση να μας πείσουν ότι δεν είναι και ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μας συμβεί, ενώ στο μέλλον είναι έτοιμοι να μας ζητήσουν να συσπειρωθούμε πίσω τους για να σώσουμε τη δημοκρατική μορφή του καπιταλισμού, ως το μη χείρον. Θα ήταν γελοίο αν δεν είχε επαναληφθεί τόσες φορές και με τόσο τραγικές συνέπειες στο παρελθόν. Σε κάθε περίπτωση μάλιστα, ήταν αυτοί οι ίδιοι που έστρωσαν τον δρόμο για τον φασισμό όποτε το καπιταλιστικό σύστημα βρέθηκε σε κρίση:

Στην Γερμανία: οι ναζί ανέρχονται στην εξουσία με τις εκλογές του 1932, μόνο αφότου προηγήθηκε η καταστολή στο αίμα της προλεταριακής εξέγερσης του 1918-19 απ’ τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση και το δημοκρατικό κράτος. τα Freikorps, τα τάγματα θανάτου που επιστράτευσαν οι σοσιαλδημοκράτες υπουργοί εναντίον των εξεγερμένων εργατών, ήταν το φυτώριο των μετέπειτα ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, που διέπρεψαν σε δολοφονίες κομμουνιστών όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λήμπνεχτ, υπό τη σοσιαλιστική κυβέρνηση. Με την εξάλειψη του προλεταριάτου απ’ το ιστορικό προσκήνιο, οι μικροαστοί και οι στρατιωτικοί, απελπισμένοι απ’ την οικονομική κρίση που επιδεινώθηκε απ’ τις εξευτελιστικές συνέπειες της ήττας στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο και το αδιέξοδο της αριστεράς, στρέφονται μαζικά στους ναζί. Ταυτόχρονα, οι ναζί στηρίζονται οικονομικά και πολιτικά από καθώς πρέπει δημοκράτες τραπεζίτες και βιομηχάνους όπως ο Hugo Boss, o Ford, τα αφεντικά της VolksWagen ή της Siemens (που μεταξύ άλλων είχε τη φαεινή ιδέα να λανσάρει το 2003 έναν φούρνο ονόματι Zyklon), ενώ οι δυτικές δημοκρατίες θα ξεπλύνουν στη συνέχεια τους ανανήψαντες ναζί στην εξουσία του μεταπολεμικού, δημοκρατικού κράτους (όπως για παράδειγμα ο μετέπειτα πρόεδρος του γερμανικού συνδέσμου βιομηχάνων Σλέυερ που θα απαχθεί και θα εκτελεστεί από τη RAF).

Στην Ιταλία: Ξανά, ο Μουσσολίνι ανέρχεται στην εξουσία μόνο αφότου η κυβέρνηση του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος κατέστειλε αποτελεσματικά το κύμα εργοστασιακών καταλήψεων κι εξεγέρσεων της “κόκκινης διετίας” 1919-20. Η ίδια η κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, συνθηκολόγησε με τους φασίστες του Μουσσολίνι, αφού πρώτα ενθάρρυνε τη βία τους απέναντι στους εξεγερμένους εργάτες, προκειμένου να σπρωχτούν αυτοί στην αγκαλιά της αριστερής κυβέρνησης για να τους προστατεύσει. Έτσι, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ενώ δεν έκανε τίποτα για τη φασιστική βία (η αστυνομία στο μεταξύ φρόντιζε να αφοπλίζει και να συλλαμβάνει τους αγωνιστές που έπεφταν θύματά της), καταδίκαζε κι αποθάρρυνε τα μέλη του απ’ το να συμμετέχουν στις προλεταριακές πολιτοφυλακές των Arditi del Popolo τη στιγμή που αυτές είχαν στριμώξει τους φασίστες, χαρακτηρίζοντάς τες μάλιστα ως “προβοκάτσιες των δρόμων, απ’ τις οποίες θα πρέπει να κρατηθούν αποστάσεις”.

Στην Ισπανία, το αδιαμφισβήτητο φετίχ κάθε οπαδού των αντιφασιστικών μετώπων, η επανάσταση ήταν η τελευταία αναλαμπή αυτού του ευρωπαϊκού κύματος του μεσοπολέμου, καθώς το προλεταριάτο είχε προφυλαχθεί απ’ την ουδετερότητα που κράτησε η χώρα στην ανθρωποσφαγή του Ά Παγκοσμίου Πολέμου. Απέναντι σ’ έναν απαρχαιωμένο κρατικό μηχανισμό που γινόταν ολοένα και πιο δικτατορικός, οι αναρχικοί της CNT/FAI επέλεξαν να υποστηρίξουν σιωπηλά την ανάδειξη μιας αριστερής κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου, αφενός εγκαταλείποντας την αντιεκλογική κι αντικρατική στρατηγική τους, κι αφεταίρου κλείνοντας τους εργάτες στα κατειλημένα εργοστάσια και τις αγροκολλεκτίβες, προκειμένου να διασφαλιστεί η παραγωγή που ήταν πλέον απαραίτητη στην πολεμική οικονομία του αντιφασιστικού μετώπου. Έτσι, ενώ η σοσιαλιστική κυβέρνηση συνέχιζε -όπως ακριβώς παρέλαβε απ’ τη δεξιά προκάτοχό της- τις απολύσεις και την καταστολή των εργατικών αγώνων γιατί “παίζουν το παιχνίδι των αφεντικών” (ενάντια στο αριστερό πλέον κράτος) και τα όργανα της αυτοδιαχείρισης γίνονται όργανα περιφρούρησης της παραγωγικότητας (στο όνομα πάντα του αντιφασισμού), το δημοκρατικό, αντιφασιστικό κράτος αφήνει τους εξεγερμένους της Σεβίλλης, της Αραγόνας, της Μαδρίτης να κατασφαγούν απ’ τους φασίστες. Με την κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου να εμφανίζεται ως διαμεσολαβητής μεταξύ των εργατικών αγώνων και του κεφαλαίου, όπως ακριβώς στην Ιταλία, η αριστερά πετυχαίνει να διαλύσει κάθε στοιχείο προλεταριακής αλληλεγγύης. Τον Οκτώβριο του ’34, το ίδιο το δημοκρατικό κράτος φέρνει απ’ το Μαρόκο τον στρατηγό και μετέπειτα δικτάτορα Φράνκο, με στρατεύματα εκπαιδευμένα σε αποικιοκρατικές σφαγές, να καταστείλει την εξέγερση των Αστουριών που κράτησε 15 μέρες απομονωμένη απ’ όλη την υπόλοιπη εργατική τάξη, που δεν μπόρεσε να κρατήσει ούτε μια γενική απεργία για να μη εκτεθεί το δημοκρατικό κράτος απέναντι στον κίνδυνο ενός φασιστικού πραξικοπήματος, απ’ τους ίδιους τους στρατιωτικούς που διατηρούσε η αριστερή κυβέρνηση στην πρώτη γραμμή ενάντια στους εξεγερμένους.

Τον Μάη του 1937, κι ενώ η αριστερή κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου είχε καταφέρει να επανεντάξει στο δημοκρατικό κράτος μέσω της οικονομίας του πολέμου τις “αυτοδιαχειριζόμενες” παραγωγικές μονάδες, η αστυνομία, υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος επιτέθηκε σ’ ένα απ’ τα τελευταία τηλεφωνικά κέντρα υπό εργατικό έλεγχο, ξεκινώντας ένοπλες αντιπαραθέσεις με τoυς αναρχικούς της CNT/FAI και τους αριστερούς αγωνιστές του POUM, σ’ όλη την πόλη. Ενώ οι φασίστες προέλαυναν, το δημοκρατικό κράτος έστειλε 10.000 στρατιώτες εναντίον των προλεταρίων της Βαρκελώνης, το ΚΚ κινητοποίησε όλες τις δυνάμεις του εναντίον τους, κατηγορώντας (όπως πχ η “Πασσιονάριά” του) τους αναρχικούς για “προβοκάτορες που συνωμοτούν με τον Χίτλερ και τον Φράνκο για να σαμποτάρουν με απεργίες κι αναταραχές τη δημοκρατία”. Οι φασίστες τήρησαν εκεχειρία για όσες μέρες χρειάστηκε στους δημοκράτες συναδέρφους τους να ξεμπερδέψουν με την προλεταριακή απειθαρχία προτού πάρουν οι ίδιοι υπό τον έλεγχό τους την Καταλωνία.

Την ίδια περίοδο, στις χώρες όπου η επανάσταση δεν ηττήθηκε αλλά παρήγαγε ένα “εργατικό κράτος” θα επικρατήσει ο σταλινισμός, επιβάλλοντας τη δική του πειθαρχία στο προλεταριάτο και στήνοντας τα δικά του στρατόπεδα εργασίας. Τα δε δημοκρατικά κράτη λαμβάνουν πάλι αντίστοιχα μέτρα για την υποταγή της εργατικής τάξης: η “κόκκινη απειλή” στις ΗΠΑ και η στρατιωτικοποίηση της εργασίας εν όψει του πολέμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κύπρο όπου έκλειναν οι Βρετανοί τους Εβραίους που αναζητούσαν στην Βρετανική τότε Παλαιστίνη ένα καταφύγιο απ’ τους ναζί, το “ιδιώνυμο” στην Ελλάδα… Η ιστορία του ελληνικού κράτους βρίθει από εναλλαγές όπου εμφανίζεται πότε ως δικτατορικό (Πάγκαλος, Μεταξάς, στρατιωτική χούντα) και πότε ως δημοκρατικό, ενώ δεν τηρεί ούτε τα προσχήματα στην εναλλαγή προσώπων πίσω απ’ τους θεσμούς (ο μόνος ειλικρινής δημοκράτης που πέρασε ποτέ, ανακοινώνοντας ότι σκόπευε να παρουσιάσει με στοιχεία τη συνέχεια των στελεχών της χούντας στο μεταπολιτευτικό καθεστώς, βρέθηκε νεκρός σ’ ένα “περίεργο” τροχαίο*)… Σε κάθε περίπτωση, εάν ο καπιταλισμός αναγκαστεί να πάρει δικτατορικά μέτρα ενάντια στο προλεταριάτο, θα το κάνει, είτε βρίσκονται στη κυβέρνηση φασίστες είτε όχι.

Αυτό που παρουσιάζεται σαν αντίθεση δημοκρατίας και φασισμού, ελευθερίας και ολοκληρωτισμών, καλού και κακού, δεν είναι παρά διαφορετικές μορφές που πήρε το ίδιο το καπιταλιστικό κράτος προκειμένου να διαχειριστεί την μεσοπολεμική κρίση του καπιταλισμού. Στις χώρες που ξέσπασαν επαναστάσεις και καταστάλθηκαν βίαια, ο μόνος τρόπος να ενοποιηθεί ξανά η διερρηγμένη καπιταλιστική κοινωνία ήταν η δικτατορία. Μακροπρόθεσμα όμως η ωμή βία δεν είναι ικανή από μόνη της να ενσωματώνει το προλεταριάτο και το κράτος γίνεται και πάλι δημοκρατικό, ως την επόμενη φορά που θα τεθεί σε κίνδυνο. Η δημοκρατία άλλωστε είναι μέχρι σήμερα η πιο αποτελεσματική μορφή του κράτους απέναντι στο προλεταριάτο, καθώς στο όνομά της καταστάλθηκαν οι προλεταριακές επαναστάσεις, οδηγήθηκαν οι λαοί σε πολέμους και βαρβαρότητες, απ’ τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, μέχρι τις ανθρωπιστικές εκστρατείες στη Σερβία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν. Σήμερα, υπό τον μανδύα της δημοκρατίας, ο καπιταλισμός προσπαθεί να ξαναθέσει υπό τον έλεγχό του το προλεταριάτο των αραβικών χωρών, που εξεγείρεται τόσο ενάντια σε δικτατορικά όσο και σε δημοκρατικά καθεστώτα, για τους ίδιους λόγους που εξεγείρεται το προλεταριάτο στις ΗΠΑ, στη Χιλή, στην Κίνα, στην Ισπανία, κι εδώ στην Ελλάδα… Το διακύβευμα σήμερα, δεν είναι απλά ένα ακόμα Ιράκ (όπου στην καμμένη γη που άφησαν πίσω τους οι εκδημοκρατιστές καλλιεργήθηκε απ’ τους ίδιους ένα ξεσάλωμα του πολέμου όλων εναντίον όλων, και η γενικευμένη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και ανθρώπινων ζωών), αλλά μια ανοιχτή μαύρη τρύπα (ήδη προεικονίζεται απ’ τον διαρκή εμφύλιο πόλεμο στη Συρία) όπου αυτή η καταστροφή θα παίρνει ολοένα και μεγαλύτερη έκταση, καταπίνοντας ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, ώστε ο καπιταλισμός να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση μέσω μιας φυγής προς τα μπρος.

Αν καλούμαστε να πάρουμε σήμερα θέση, δεν είναι μεταξύ δημοκρατίας ή φασισμού, αλλά μεταξύ της -δημοκρατικής ή δικτατορικής- καπιταλιστικής καταστροφής του πλούτου και εξάπλωσης της φτώχειας και του πολέμου όλων εναντίον όλων, και του αγώνα που έχουν ξεκινήσει ήδη τα αδέρφια μας στη Συρία, στο Μπαχρέιν, την Τυνησία, την Αίγυπτο, την Αλγερία και αλλού: μεταξύ καπιταλισμού και παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Στον αγώνα αυτόν θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να περάσουμε πάνω απ’ τα κεφάλια τόσο των φασιστών, όσο και των υπερασπιστών του καπιταλισμού που θα παρουσιάζονται ως δημοκράτες ή ακόμα κι ως αντιφασίστες. Με τα λόγια του Μαλατέστα: αν δεν προχωρήσουμε μέχρι τέλους, θα πληρώσουμε τον φόβο που προκαλέσαμε στην μπουρζουαζία με δάκρυα και αίμα.

Εναλλακτικά, μπορούμε να ετοιμαστούμε να αλληλοεξοντωθούμε με τους “ξένους” γιατί προβλέπεται να μας “παίρνουν τη θέση” στις ουρές για το συσσίτιο.

~~~

* Πρόκειται βέβαια για τον Αλ. Παναγούλη

Η ανάδυση του (μη-)υποκειμένου – Βlaumachen και φίλοι, 12/2/2012

«Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ την Ευρώπη: το φάντασμα του “κουκουλοφορισμού”. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα: Ο βρετανός πρωθυπουργός David Cameron και η Γ.Γ. Αλέκα Παπαρήγα, ο ιταλός υπ.εσ. Roberto Maroni, o Άδωνις και ο Τάκης Φωτόπουλος, ιταλοί COBAS και γερμανοί αστυνομικοί».

Από το rioter.info

Η Κυριακή 12 Φλεβάρη ήταν μία από εκείνες τις ιστορικές στιγμές που οι αντιφάσεις μιας  καπιταλιστικής κοινωνίας συναντιούνται στο χρόνο και στο χώρο, ξεσπούν εκρηκτικά και παράγεται μια νέα πραγματικότητα.  Η ταξική πάλη ανανεώνει δηλαδή τη δυναμική της και η νέα δυναμική αποτελεί επίσης το νέο εγγενές όριο που πρέπει να ξεπεράσει. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αυτό καθ’ αυτό το γεγονός (κανένα γεγονός μόνο του δεν έχει καθοριστική σημασία από τη σκοπιά της επανάστασης), αλλά η ένταξη του μέσα στην ιστορική διαδικασία ανάδυσης του (μη-) υποκειμένου που παράγεται στην τρέχουσα συγκυρία.

Η Κυριακή αυτή ήταν αναμενόμενη από όλους, αντίθετα από το Δεκέμβρη του 2008. Τους τελευταίους μήνες σε όλη την Ευρώπη περίμεναν πλέον την έκρηξη που αντιστοιχούσε στην Ελλάδα. Την αντιμετώπιζαν όλοι σαν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου και μετά από πολλές πολιτικές μανούβρες, την ανακοίνωσαν τα ΜΜΕ για Κυριακή 12 Φλεβάρη (η ειρωνεία της ιστορίας λειτούργησε στην εντέλεια) και της έδωσαν τον τίτλο «ψήφιση μνημονίου 2». Κανείς δεν έκανε κάτι για να σταματήσει την άφιξη της, κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι, όσο κι αν κάποιοι θα το ήθελαν όπως δείχνει το κείμενο ενός νέου «άσπονδου φίλου» των «Γαβριάδων» [1]. Η έκρηξη αυτή είχε τα χαρακτηριστικά της μεταβατικής εποχής που βρισκόμαστε, της «εποχής των ταραχών», και το περιεχόμενο της ήταν αποτέλεσμα του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκεται η διάρθρωση του κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο σήμερα και ταυτόχρονα ενέτεινε το αδιέξοδο αυτό (συμπυκνωμένη έκφραση της οξύτητας του αδιεξόδου αποτελεί η Ελλάδα).

Κάθε σημαντικό γεγονός της ταξικής πάλης είναι εμβαπτισμένο μέσα στο σύνολο των ιστορικά καθορισμένων αντιφάσεων του παρόντος μιας καπιταλιστικής κοινωνίας και εμφανίζεται πάντοτε με μια ειδική μορφή, φετιχοποιημένο, πολλαπλά διαμεσολαβημένο [2]. Στην παρούσα στιγμή, στην Ελλάδα, σε μεγάλο βαθμό λόγω της πολύ σημαντικής πρόσφατης πολιτικής ιστορίας της, η σύγκρουση εμφανίζεται σε όλα τα επίπεδα ως πολιτική σύγκρουση (σε πλήρη αντίθεση για παράδειγμα με τον Αύγουστο του 2011 στο Λονδίνο, καθώς η εποχή των ταραχών δεν μπορεί παρά να εξειδικεύεται στις τοπικές -ιστορικές- ιδιαιτερότητες κάθε κοινωνικού σχηματισμού). Η ανακοίνωση της επερχόμενης έκρηξης (ή της πρώτης από μια «αλυσίδα» εκρήξεων)  από το Κράτος ήταν μια πολιτική ανακοίνωση και κατ’ αυτήν την έννοια αποτελούσε ταυτόχρονα την ενσωμάτωση της, ως αναγκαίας έκρηξης, στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πρόκειται για μια ενσωμάτωση πειθάρχησης, κατασταλτική, μια ενσωμάτωση που γίνεται μέσα στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για μια ενσωμάτωση «διά του αποκλεισμού». Το Κράτος, στη συνέχεια, μετά το τέλος των γεγονότων και την επιστροφή στην κανονικότητα, μετά τη νίκη του, υποχρεώνεται να παραστήσει ότι ορισμένες  πρακτικές των «κουκουλοφόρων» είναι εγκληματικές, ώστε να μπορέσει προσωρινά να διαχειριστεί τον αναπόφευκτο αντίκτυπο των γεγονότων. Ο λόγος του Κράτους είναι ολοκληρωτικός, απαγορεύει κάθε άλλη άποψη: Κανείς δεν μπορεί να (πει ότι) είναι με τους «κουκουλοφόρους», πόσο μάλλον ότι είναι μία ή ένας από αυτούς και να διεκδικήσει την άρθρωση λόγου στη δημόσια σφαίρα σχετικά με τις πράξεις της Κυριακής.

Δε θα μπορούσε να λείπει από την «αντίσταση ενάντια στο μνημόνιο», όπως χαϊδευτικά ονομάστηκε η όλη κατάσταση, και η εμφάνιση του σημερινού ορίου του συνδικαλισμού. Η 48ωρη γενική απεργία ήταν πράγματι μεγαλειώδης καθώς ανέδειξε σε όλο του το μεγαλείο τον οριστικό θάνατο του εργατικού κινήματος: Κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί της, ούτε αυτοί που νέμονται μερίδιο υπεραξίας (αληθινής υπεραξίας, καπιταλιστικού κέρδους), μέσα από τη μπίζνα τους που έχει ως πάρεργο (επίσημα αναγνωρισμένο μέχρι στιγμής) την κήρυξη πού και πού γενικών απεργιών. Παρότι οι συνδικαλιστές των τριτοβάθμιων σωματείων είναι ακόμα οι μόνοι κοινωνικά νομιμοποιημένοι να προκηρύσσουν γενικές απεργίες, είναι άφαντοι, ανύπαρκτοι, καθώς έχουν ενημερωθεί έγκαιρα ότι ο συνδικαλισμός αποτελεί παρελθόν και ψάχνουν για άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα (ίσως μια καλή, αν και υψηλού ρίσκου, ευκαιρία επένδυσης να είναι η ασφάλιση των διαδηλώσεων, τώρα που οι διοργανωτές θα πρέπει να πληρώνουν το κόστος των καταστροφών που θα προκαλούνται).  Το γεγονός ότι το εργατικό κίνημα δεν μπορεί πλέον να συμπεριληφθεί στις μορφές και τις πρακτικές μιας σύγκρουσης στην οποία διακυβευόταν η ίδια η ύπαρξη βασικού μισθού, αποτελεί ένδειξη για το σε ποιο βαθμό έχει πλέον τεθεί εκτός αναπαραγωγής του κεφαλαίου η μισθολογική διεκδίκηση. Ταυτόχρονα αυτή η μη επισήμως εργατική μορφή του προλεταριακού κινήματος αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την συνάντηση του αδιεξόδου της διεκδίκησης με την επερχόμενη διαδικασία κατάργησης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πρόκειται για συνάντηση ρήξης, για ιστορική παραγωγική διαδικασία.

Η Κυριακή ήταν πολύ μαζική και η σύνθεση των «κουκουλοφόρων», όπως και ολόκληρου του διαμαρτυρόμενου πλήθους, διαταξική. Το γεγονός αυτό εκφράστηκε στη μαζικότατη συμμετοχή στις συγκρούσεις με την αστυνομία και στην σχεδόν πάνδημη αποδοχή τους. Κανείς μα κανείς (ούτε το συνδικαλιστικό τους όργανο) δεν βρέθηκε εκείνο το απόγευμα στην πλατεία να υπερασπιστεί τους αστυνομικούς για το ρόλο τους. Δεν βρέθηκαν αυτή τη φορά «ειρηνοποιοί» του κινήματος, όπως το προηγούμενο καλοκαίρι, ο μόνος που τους υποστήριξε ήταν ο εκπρόσωπος του κόμματος της Τάξης, ο επίδοξος πρωθυπουργός. Η αστυνομία στη γενική της έκφραση είναι πάντα η καπιταλιστική τάξη σε θέση μάχης απέναντι στο προλεταριάτο. Ειδικά στην παρούσα συγκυρία όμως, αποτελεί την υλική έκφραση μιας συγκεκριμένης στρατηγικής του κεφαλαίου μέσα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό: Για να επιβληθεί η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης πρέπει το ελληνικό κράτος να χάσει την αυτονομία του, να ενσωματωθεί οργανικά πλέον σε έναν ευρύτερο συνασπισμό και να αναγνωριστεί επίσημα η χαμηλή του θέση στην εσωτερική ιεραρχία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς και τη μοίρα των μικροαστικών στρωμάτων. Η επίθεση στην αστυνομία αποτελεί φυσικά αναγκαίο βήμα ρήξης για το ξεπέρασμα των ορίων των πρακτικών «διαλόγου» με το Κράτος για τη διαπραγμάτευση της τιμής της εργασιακής δύναμης ή για οποιοδήποτε άλλο «δικαίωμα». Μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία όμως μπορεί να εκφράζει μεταξύ όλων των άλλων και την εσωτερική σύγκρουση μικροαστικών στρωμάτων με το Κράτος που τους ισοπεδώνει. Όπως ξεκάθαρα μας έδειξε η Αίγυπτος του 2011, η επίθεση στις κατασταλτικές δυνάμεις του κράτους δε σημαίνει απευθείας και αμφισβήτηση της πιο σημαντικής καπιταλιστικής κοινότητας, του έθνους [3], ούτε βέβαια και του αληθινού θεού, του χρήματος, και της ιδιοκτησίας. Γι’ αυτό πολλοί πρώην ή νεότευκτοι «αγανακτισμένοι» συμμετείχαν στις συγκρούσεις και σε πολλές περιπτώσεις η πρακτική της σύγκρουσης συνοδευόταν από το σεβασμό «στις περιουσίες των ανθρώπων» και από βρισιές στους «προδότες γερμανοτσολιάδες ή τούρκους» αστυνομικούς, οι οποίοι «θα έπρεπε να είναι μαζί μας και όχι εναντίον μας». Η Κυριακή αυτή, ακόμη και στα θέατρα των συγκρούσεων, και ειδικά λόγω της πρωτοφανούς μαζικότητας τους, δε θα μπορούσε παρά να έχει το έντονο «εθνικό» και «λαϊκό» στοιχείο που έχει αναγκαστικά παραχθεί σε όλη αυτήν την περίοδο του «αντιμνημονιακού αγώνα».

Πέρα όμως από τη διαταξική συμμετοχή που ήταν απαραίτητη για τη μαζική σύγκρουση με την αστυνομία και τη στήριξη αυτής της σύγκρουσης, σημαντικό στοιχείο της Κυριακής με το οποίο το Κράτος και όλοι οι υπερασπιστές του Πολιτισμού λύσσαξαν, ήταν η λεηλασία και στη συνέχεια η πυρπόληση των καταστημάτων και των άλλων κτιρίων. Η πρακτική αυτή που εμφανίστηκε σε μαζική κλίμακα το Δεκέμβρη του 2008 επανήλθε μετά την οπισθοχώρηση που επέβαλε το συμβάν Μαρφίν το Μάιο του 2010, καθώς η ταξική πάλη είναι μια αλυσιδωτή αντίδραση, η ίδια αποτελεί δυναμική του εαυτού της. Οι πυρπολήσεις των κτιρίων ήταν επίσης αποτέλεσμα της ειδικής πολιτικής μορφής που δεσπόζει στην ταξική πάλη στην Ελλάδα.  Από τη μία πλευρά η αστυνομία έπρεπε να διαφυλάξει επιθετικά το κοινοβούλιο και να ωθήσει τον κόσμο στους γύρω δρόμους, και από την άλλη το βάρος της πολιτικής ιστορίας δεν επιτρέπει στο ελληνικό κράτος να ανεβάσει ακόμη περισσότερο το επίπεδο της καταστολής και να πάρει απροκάλυπτα δικτατορική μορφή (banks or tanks) ακόμα και τώρα, που η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι τόσο σοβαρή. Σε ολόκληρη την περίοδο του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού (στην Ελλάδα ξεκινάει περίπου το 1996) η μετατροπή της αστυνομίας σε στρατό κατοχής στο αστικό περιβάλλον είναι το στοιχείο που έχει επιτρέψει στο αστικό κράτος να παραμένει δημοκρατικό ενώ καταστέλλει σκληρά τα δρώντα κομμάτια του προλεταριάτου. Μέσα στη δεκαετία του 2000 τα παραδοσιακά μπάχαλα άρχισαν να μην είναι πλέον εφικτά, στο βαθμό που η αστυνομία στρατιωτικά δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τις δυναμικές μειοψηφίες που χρησιμοποιούσαν τα μέσα του δρόμου. Έτσι στο φοιτητικό κίνημα του 2006-07, η οργή του νεανικού επισφαλούς προλεταριάτου που απωθούνταν απο την αστυνομία εκφράστηκε ενάντια σε κτίρια της Αθήνας, και το 2008 κάθε ιδιοκτήτης επιχείρησης συνειδητοποίησε ότι πρέπει να αυξήσει τα έξοδα για την ασφάλεια της περιουσίας του από τις επιδρομές των επικίνδυνων τάξεων. Στην αρχή της περιόδου των μνημονίων, η συνάντηση των πρακτικών αυτών με μια από τις τελευταίες εκλάμψεις μιας μορφής συνδικαλιστικού κινήματος είχε ως αποτέλεσμα τη Μαρφίν. Η κοινωνική βία περιθωριοποιήθηκε και καταστάλθηκε από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς για διάστημα περίπου ενός έτους. Στο διαταξικό κίνημα των πλατειών όμως, τέθηκε εκ νέου το ζήτημα της βίας ως κεντρική εσωτερική αντίφαση του κινήματος, καθώς ο νέος γύρος των μέτρων ήταν ακόμη σκληρότερος και οι «πρακτικές των ταραχών» περικύκλωναν τις πλατείες, με αποκορύφωμα τις 28-29 Ιουνίου 2011. Γινόταν από τότε ορατό ότι ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού έτειναν να εμπλακούν στις συγκρούσεις με την αστυνομία.

Το κομμάτι του προλεταριάτου που πυρπολεί και λεηλατεί αποτελεί παραγωγή της περιόδου του νεοφιλελευθερισμού, ειδικά του τελευταίου διαστήματος που οδήγησε στην κρίση. Όλοι αυτοί που το Νοέμβρη του 2005 μιλούσαν για γεγονότα που αφορούν το κοινωνικό περιθώριο στη Γαλλία, το Μάρτη του 2006 για «αλήτες που επιτίθενται στις φοιτητικές πορείες», το Δεκέμβρη του 2008 για «μητροπολιτική εξέγερση από αυτές που συμβαίνουν κάθε τόσο αλλά σβήνουν σαν πυροτεχνήματα και σημασία έχει τί κάνει το εργατικό κίνημα», όλοι αυτοί άρχισαν να ζορίζονται όταν τον Αύγουστο του 2011 εξερράγη το Λονδίνο. Το κομμάτι αυτό του προλεταριάτου δεν μπορεί να σταματήσει εκ των έσω την παραγωγική διαδικασία (τουλάχιστον όχι ακόμη), συνεπώς δρα στο επίπεδο της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών. Το αναδυόμενο (μη-)υποκείμενο είναι ταυτόχρονα υποκείμενο και μη-υποκείμενο, λόγω της ιστορικά καθορισμένης σχέσης ανάμεσα στην ενσωμάτωση και τον αποκλεισμό από την διαδικασία παραγωγής αξίας. Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι αν παράγεται με ποσοτικούς όρους  αύξηση του λούμπεν προλεταριάτου, αλλά το ότι παράγεται αύξηση της λουμπενοποίησης του προλεταριάτου – μιας λουμπενοποίησης που όμως δεν εμφανίζεται σαν εξωτερικότητα σε σχέση με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας αλλά σαν καθοριστικό στοιχείο του ορισμού του. Η επισφάλεια, το «μέσα-έξω», παράγουν ένα (μη-)υποκείμενο (μη) αποκλεισμένων, αφού η ενσωμάτωση τείνει ολοένα περισσότερο να γίνεται διά του αποκλεισμού, ιδίως για τους νέους. Πρόκειται για μια δυναμική, μια κίνηση που ανανεώνεται συνεχώς. Δεν αναφερόμαστε μόνο στο ριζικό αποκλεισμό από τη μισθωτή σχέση, κυρίως αναφερόμαστε στον αποκλεισμό από ό,τι θεωρείται «κανονική» εργασία, «κανονικός» μισθός, «κανονική» επιβίωση. Σε ένα περιβάλλον παραγωγής πλεονάζοντος πληθυσμού και βίαιης επίθεσης στην ιστορικά προσδιορισμένη αξία της εργασιακής δύναμης, το πολυαναμενόμενο «υποκείμενο» χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του. Δεν υπάρχει «υποκείμενο» χωρίς να έχει δοθεί διαχωρισμένα η «αντικειμενικότητα» που του επιτρέπει να διάγει βίο υποκειμένου. Μέσα στην κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού χάνεται το έδαφος (η αγκύρωση στη μισθωτή σχέση) και ταυτόχρονα το οξυγόνο (η δυνατότητα διεκδίκησης βελτίωσης των όρων ζωής). Αυτοί που έχουν ήδη εγκλωβιστεί στο συνεχές επισφάλεια / αποκλεισμός διεμβολίζουν το κίνημα το οποίο τείνει ακόμα να επικαλείται μια «κανονική» εργασία και έναν «κανονικό» μισθό, και το κίνημα αυτό διεμβολίζεται αποτελεσματικά από το (μη-)υποκείμενο επειδή έχει ήδη διεμβολιστεί και διεμβολίζεται από τον συνεχή βομβαρδισμό της «κανονικής» εργασίας και του «κανονικού» μισθού από το κεφάλαιο. Όλη αυτή η κατάσταση παράγει τις καταστροφικές πρακτικές ως απόκλιση στο εσωτερικό της κίνησης του προλεταριάτου και  πιέζει το κεφάλαιο να εντείνει την κατασταλτική διάσταση της αναπαραγωγής του ως σχέσης και να προσπαθεί να αυξήσει ακόμη περισσότερο και πιο βίαια το ποσοστό εκμετάλλευσης.

Με τις πρακτικές της Κυριακής (τις πρακτικές των ταραχών) τα συγκεκριμένα κομμάτια του προλεταριάτου γίνονται, εντός της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας, παράγοντας επιδείνωσης της κρίσης. Ο ρόλος του (μη-)υποκειμένου αντανακλά την επανάσταση που παράγεται σ’ αυτόν τον κύκλο αγώνων, η οποία είναι η κατάργηση όλων των διαμεσολαβήσεων της αξίας, δηλαδή όλων των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, και όχι η ανάληψη της εξουσίας από τους εργαζόμενους. Ο ορίζοντας της επανάστασης (αυτής της περιόδου) δεν είναι το επαναστατικό πρόγραμμα που περιμένει την προσέλευση εκείνου του «υποκειμένου» που θα πρέπει αναπόφευκτα να υποδυθεί τον κεντρικό ρόλο. Οι παραγωγικοί εργαζόμενοι, παρά τον ειδικό τους ρόλο, δεν παράγονται σ’ αυτόν τον κύκλο αγώνων ως ένα διαχωρισμένο από τα υπόλοιπα κομμάτια υποκείμενο της επανάστασης που θα καθοδηγήσει τη διαδικασία μετατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας σε «κοινωνία εργασίας», η επανάσταση δεν θα έχει ως επίδικο τον «έλεγχο της παραγωγής». Στο μέλλον, οι καταστροφικές πρακτικές που αναδύονται σήμερα θα βρουν το όριο τους στην ίδια την αναπαραγωγή τους και δε θα μπορούν να αφορούν μόνο την καταστροφή σταθερού κεφαλαίου ως «ζημιά» ή ως προσωρινό σαμποτάζ. Για τη συνέχιση της ζωής μέσα στον αγώνα οι πρακτικές θα μετασχηματιστούν και θα αναγκαστούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξη των μέσων παραγωγής ως μέσων παραγωγής αξίας. Η αμφισβήτηση αυτή δε θα είναι μια μονολιθική  διαδικασία προς κάποια «νίκη», αλλά θα φέρει μέσα της όλες εκείνες τις συγκρούσεις που θα παράγουν, ως ρήξεις, την κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα στην παραγωγή και την αναπαραγωγή, δηλαδή την κατάργηση της αξίας και μαζί την κατάργηση όλων των κοινωνικών σχέσεων του κεφαλαίου. Προς το παρόν, μέσα στην κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, το (μη-)υποκείμενο γίνεται πλέον δρώσα δύναμη, εμφανίζεται συνεχώς και οι πρακτικές του τείνουν να συνυπάρχουν «ανταγωνιστικά» με τις πρακτικές διεκδίκησης, αλλά και οι πρακτικές διεκδίκησης τείνουν να «μιμούνται» τις πρακτικές των ταραχών, που αναγκαστικά τις μαγνητίζουν καθώς έχει καταργηθεί ο «κοινωνικός διάλογος».

Τον Σεπτέμβριο του 2011 γράφαμε σχετικά με την τότε συγκυρία: «Το σημαντικό στις μελλοντικές εξελίξεις, ως κρίση και ένταση της ταξικής πάλης,  είναι η εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στις πρακτικές τύπου Αγγλίας [Αυγούστου 2011] και στις πρακτικές των «αγανακτισμένων». Η σχέση αυτή αποκτά βαρύνουσα σημασία λόγω της ρευστότητας ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο δομούμενα υποκείμενα (η ανεργία έχει μπει στο κέντρο της  μισθωτής σχέσης). Η σχηματοποίηση του νέου ορίου (η αστυνομία, το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός) οδηγεί σε μια νέα μορφοποίηση που επιχειρούμε να προσεγγίσουμε με τον όρο «ταραχές». Οι «ταραχές» περικυκλώνουν τα κινήματα των «αγανακτισμένων», τα διεμβολίζουν και τελικά διεισδύουν σ’ αυτά και παράγουν αποκλίσεις ανάμεσα σε πρακτικές των κινημάτων αυτών (μια πρώτη έκφανση αυτού του γεγονότος αποτελεί το διήμερο 28-29 Ιουνίου στην Ελλάδα). Η διαλεκτική της απόκλισης δουλεύει πυρετωδώς…». Η Κυριακή συνιστά υπέρβαση κατά το ότι πλέον οι πρακτικές έχουν συναντηθεί, έχουν έρθει αντιμέτωπες εν δράσει. Η συνάντηση των πρακτικών είναι αποτέλεσμα της δυναμικής που παράγει την αμοιβαία διείσδυση ανάμεσα στους «αγανακτισμένους», τους «προλεταριοποιούμενους μικροαστούς», τους δημόσιους υπαλλήλους, τους νέους, τους επισφαλείς/ανέργους. Η διαλεκτική κίνηση των πρακτικών ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Όμως αυτή η διαλεκτική δε θα εξελιχθεί μέσα σε κενό αέρος, είναι εμβαπτισμένη και αυτή στη συνολική δυναμική της ταξικής πάλης: «Τα τετρακόσια ευρώ αμοιβή δεν έχουν καμιά σχέση ούτε με τις περικοπές στο κέρδος των φαρμακείων, ούτε με τις περικοπές των επιδομάτων των ΔΕΚΟ ή των τραπεζών, ούτε με τις περικοπές των επικουρικών, ούτε με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, ούτε με τίποτα από όλα εκείνα που οδηγούν συνδικαλιστές και εργαζόμενους σε καταλήψεις, διαδηλώσεις και απεργίες διαρκείας. Όταν οι παραπάνω λοιπόν φτάνουν σε τέτοια όρια όπως ισχυρίζονται, τότε τι ακριβώς θα κάνουν αυτοί που αποδεδειγμένα δεν έχουν καμιά ελπίδα επιβίωσης; Τα παιδιά των υποβαθμισμένων γειτονιών που τριγυρνούν στους αθλητικούς συνδέσμους των αφορολόγητων εφοπλιστών μισούν το κέντρο της Αθήνας και τα όμορφα φώτα του. Οι νέοι άνεργοι της πρωτεύουσας είναι απελπισμένοι και έτοιμοι να μην ανεχτούν πάνω τους τη λέπρα του κοινωνικού περιθωρίου. Τους μιλάμε για αλληλεγγύη. Τρίχες. Κανείς δεν θυσιάζει ούτε το ελάχιστο […] για να πάρουν μερικά ευρώ παραπάνω οι εικοσάρηδες της Ελλάδας». [4]Οι πρακτικές ανήκουν σε δομούμενα από την ίδια την ταξική πάλη σήμερα, ρευστά και διαρκώς αναδιαμορφωνόμενα υποκείμενα. Μέσα στη συγκυρία κάθε κρίσης όπου το πραγματοποιούμενο κέρδος δεν αρκεί για να εμφυσήσει πνοή ζωής σε όλη την τεράστια μάζα της αποκρυσταλλωμένης εργασίας του παρελθόντος, το προλεταριάτο, μέσα στη διαδικασία συμπίεσης του, κατακερματίζεται ακόμη περισσότερο. Μέσα όμως στην τρέχουσα συγκυρία στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται η αποβολή της διεκδίκησης από την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, δυναμική  που αποτελούσε συστατικό στοιχείο όλης της προηγούμενης περιόδου, η δυναμική της κρίσης μετατρέπεται πλέον σε δυναμική κρίσης της ίδιας της μισθωτής σχέσης. Καθώς εφαρμόζεται η δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσης και η μαύρη εργασία γίνεται τάση που καθοδηγεί την τυφλή δύναμη του κεφαλαίου, δεν φαίνεται καθόλου εύκολο για το κεφάλαιο να διαχειριστεί τον αναγκαίο για την αναπαραγωγή του ποιοτικό διαχωρισμό ανάμεσα στα «ενσωματώσιμα» στρώματα του προλεταριάτου και τον πλεονάζοντα πληθυσμό.  Ο διαχωρισμός αυτός, η κατανομή της εργασιακής δύναμης, είναι μεν δομικό στοιχείο κάθε περιόδου του κεφαλαίου, τα κρίσιμα όμως στοιχεία τώρα είναι αφενός το ότι το αποβαλλόμενο κομμάτι τείνει να μεγεθύνεται και προεικονίζεται μια κατάσταση στην οποία θα αποτελεί σημαντικό μέρος του πληθυσμού, και αφετέρου το ότι η διάκριση μεταξύ ενσωμάτωσης και μη είναι πια απολύτως ενδεχομενική.

Κάθε πρόβλεψη είναι επικίνδυνη καθώς η συμπύκνωση του ιστορικού χρόνου εμπεριέχει το στοιχείο του απρόβλεπτου και της δημιουργίας πολλαπλών ρήξεων. Η ιστορικής σημασίας μεταβολή στο «εθνικό ζήτημα» που τίθεται επί τάπητος ως αναγκαία για την αναπαραγωγή της τρέχουσας διάρθρωσης του κεφαλαίου εγγράφει στη συγκυρία την πιθανότητα μιας «εθνικής» αριστερής ή φασιστοειδούς αντεπανάστασης, η οποία βέβαια δεν μπορεί να έχει τη σταθερότητα (εθνικοσοσιαλιστική ενσωμάτωση στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου εντός των ορίων ενός εθνικού κοινωνικού σχηματισμού) των φασισμών του παρελθόντος. Αυτή θα παραχθεί ως αναγκαία την όποια ώρα αποβεί ύστατη από την σκοπιά του κεφαλαίου, το οποίο αναγκάζεται να λειτουργεί με όρους «πολιτικής οικονομίας κινδύνου». Η οικειοποίηση πρακτικών σύγκρουσης και η συνεχώς αναπαραγόμενη κατάσταση πολέμου μέσα στην οποία είναι απαραίτητο πλέον να διεκδικεί οτιδήποτε το προλεταριάτο, μαζί με την συνολική συμπίεση του εργαζόμενου/άνεργου πληθυσμού, θα παίξουν κι αυτά το ρόλο τους, προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης πρακτικών του (μη-)υποκειμένου των (μη-)αποκλεισμένων. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο σταθμός της Κυριακής θα είναι μόνο ένας από μια σειρά που προοιωνίζεται πυκνή και τις νύχτες φωτεινή.

][]][[]]][[[]]]][[[[]]][[[]][[][

[1] Α. Αλαβάνος: «Η βία του συστήματος γεννά Γαβριάδες», http://konserbokoyti.blogspot.com/2012/02/blog-post_2450.html

[2] Δες και το κείμενο «Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά…», http://classwar.espiv.net/?p=1933, στο οποίο εξετάζεται η πολιτική μορφή με την οποία αναγκαστικά εμφανίζεται η σύγκρουση πρακτικών διαφορετικών κομματιών του προλεταριάτου στην Ελλάδα.

[3] Το έθνος ως έννοια αποτυπώνει την αντιφατική ενότητα των τάξεων μιας καπιταλιστικής κοινωνίας. Μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του, το κράτος μετασχηματίζει, δηλαδή καθιστά κοινωνικά έγκυρα, τα ταξικά συμφέροντα του κεφαλαίου, εμφανίζοντάς τα, και θέτοντάς τα σε λειτουργία, ως εθνικά συμφέροντα. Κράτος, έθνος και κεφάλαιο αποτελούν όψεις μιας και της αυτής ταξικής εξουσίας: του καπιταλισμού.

[4] Σινεμά: Η Κόλαση, της Αγγέλικας Ψαρρά, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=4858

][][

Πηγή: http://www.blaumachen.gr

Η βία και η καταστροφή του Κράτους – Gilles Dauvé & Karl Nesic

Η βία και η καταστροφή του Κράτους

Ως μια μικρή υπενθύμιση ας πάμε λίγο πίσω στον χρόνο.

Για λόγους που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ, οι κομμουνάροι του 1871 δεν άλλαξαν πολλά απ’ τον κοινωνικό ιστό: αυτό, συν το ότι η εξέγερση ήταν απομονωμένη σε μία μόνο πόλη, απέτρεψε τους κομμουνάρους απ’ το ν’ απευθυνθούν στ’ αλήθεια στον υπόλοιπο κόσμο, παρά τη γενική λαϊκή υποστήριξη που είχαν στο Παρίσι. Η ανωτερότητα του στρατού των Βερσαλλιών δεν οφειλόταν μόνο στο περισσότερο στράτευμα ή τον καλύτερο οπλισμό: ήταν ο νόμος και η τάξη, η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας και το αντιεργατικό της πρόγραμμα που κατάφερε να γίνει πιο συνεκτικά κατανοητό, να τεθεί σε κίνηση και να έχει την υπεράσπιση των αστών πολιτικών, παρά ο κοινοτισμός και η κοινωνική δημοκρατία από του κομμουνάρους ηγέτες.

Στη Ρωσσία, το 1917, σε αντίθεση με τους κομμουνάρους, οι Μπολσεβίκοι ήξεραν πολύ καλά τί ήθελαν -την κατάληψη της εξουσίας- και το κενό εξουσίας που είχε δημιουργηθεί τους επέτρεψε να το καταφέρουν. Οι εξεγερμένοι ξεφορτώθηκαν έναν κρατικό μηχανισμό που ήταν ήδη διαλυμένος, αλλά δεν προσπάθησαν ή δεν κατάφεραν να αλλάξουν την κοινωνική δομή, κέρδισαν στον εμφύλιο πόλεμο, αλλά τελικά δημιούργησαν μια νέα κρατική εξουσία.

Στην Ισπανία, τον Ιούλη του 1936, η εργατική εξέγερση παρέλυσε τον κρατικό μηχανισμό, όμως μέσα σε λίγες βδομάδες παρέδωσε την πολιτική εξουσία στις ρεφορμιστικές και συντηρητικές δυνάμεις. Από κει και πέρα, κάθε κοινωνική αλλαγή περιοριζόταν από την πίεση ενός επαναθεμελιωμένου κρατικού μηχανισμού, που μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο έστρεψε ανοιχτά την αστυνομία του εναντίον των εργατών.

Στα 1960, το ριζοσπαστικό κύμα ήρθε αντιμέτωπο με τους πειθαρχικούς μηχανισμούς, αλλά ποτέ δεν ξεμπέρδεψε μ’ αυτούς. Η γαλλική γενική απεργία κατέστησε ανίσχυρα τα όργανα της κεντρικής πολιτικής εξουσίας, μέχρις ότου η παθητική στάση των περισσότερων εργατών επέτρεψε στο Κράτος να επανακτήσει τον ρόλο του. Το κενό εξουσίας δεν μπορούσε να διαρκέσει πάνω από μερικές εβδομάδες, κι έπρεπε να καλυφθεί ξανά.

Αυτή η σύντομη αναδρομή μας θυμίζει ότι ακόμα κι αν στην αφηρημένη συζήτηση είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την κοινωνική από την πολιτική σφαίρα, στην πραγματική ζωή αυτός ο διαχωρισμός δεν υφίσταται. Οι περασμένες αποτυχίες μας δεν ήταν ούτε κοινωνικές ούτε πολιτικές: ήταν και τα δυο. Η μπολσεβικική κυριαρχία δε θα είχε καταφέρει να εδραιωθεί ως εξουσία πάνω στους προλεταρίους, εάν αυτοί είχαν καταφέρει να αλλάξουν τις κοινωνικές σχέσεις, και οι κοινωνικοποιήσεις μετά το 1936 στην Ισπανία δε θα τελείωναν με καταστροφικό τρόπο, εάν οι εργάτες είχαν κρατήσει την εξουσία που κατέκτησαν στους δρόμους τον Ιούλη του ’36.

Κομμουνιστικοποίηση σημαίνει ότι η επανάσταση δε θα είναι μια διαδοχή φάσεων: πρώτα η διάλυση και καταστροφή της κρατικής εξουσίας, μετά η κοινωνική αλλαγή.

Αν και είναι έτοιμοι να αποδεχθούν κατ’ αρχήν κάτι τέτοιο, αρκετοί σύντροφοι, “αναρχικοί” όσο και “μαρξιστές”, είναι διστακτικοί απέναντι στην ιδέα μιας κομμουνιστικοποίησης που φοβούνται ότι θα δοκίμαζε να αλλάξει τον κοινωνικό ιστό χωρίς να μπει στον κόπο να τσακίσει την κρατική εξουσία. Οι σύντροφοι αυτοί χάνουν το νόημα. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι αμιγώς ή κυρίως κοινωνική και κατ’ επέκτασιν μη-πολιτική, ή απλώς περιθωριακά πολιτική. Συνεπάγεται την καταπολέμηση των οργάνων καταστολής, τόσο της εξουσίας όσο και ιδιωτικών. Η επανάσταση είναι βίαια. (Με την ευκαιρία, ποιά δημοκρατική επανάσταση επικράτησε ποτέ με ειρηνικά μέσα;)

Ουσιαστικά, η κομμουνιστικοποίηση υπερνικά τις αντεπαναστατικές δυνάμεις αφαιρώντας τους την υποστήριξή τους. Η δύναμη προώθησης των φορέων της δεν προέρχεται απ’ τις εκτελέσεις καπιταλιστών, αλλά απ’ την αφαίρεση των λειτουργιών και της εξουσίας τους. Οι φορείς της κομμουνιστικοποίησης δε σημαδεύουν εχθρούς αλλά υποσκάπτουν και μεταβάλλουν τις κοινωνικές σχέσεις. Η ανάπτυξη μη χρηματικών και μη κερδοσκοπικών σχέσεων αναδύεται μέσα από ολόκληρη την κοινωνία, και θα δράσει ως κύρια ώθηση που θα διευρύνει το ρήγμα μεταξύ του Κράτους και ολοένα και μεγαλύτερων κομματιών του πληθυσμού. Η επιτυχία μας τελικά θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της ανθρώπινης κοινότητάς μας να επεκτείνεται κοινωνικά. Αυτή είναι η ουσία.

Οι κοινωνικές σχέσεις ωστόσο, είναι ενσαρκωμένες σε κτίρια, σε αντικείμενα και σε όντα με σάρκα και οστά, και η κοινωνική αλλαγή δεν είναι ποτέ ούτε στιγμιαία ούτε αυτόματη. Ορισμένα εμπόδια θα πρέπει να σαρωθούν: ότι απλά να εκτεθούν, αλλά να τελειώνουν. Θα χρειαστούμε κάτι παραπάνω από μια πολιτική ανυπακοή: η παθητική αντίσταση δεν είναι αρκετή. Οι άνθρωποι θα πρέπει να πάρουν θέση, ορισμένοι θα τοποθετηθούν απέναντι στην κομμουνιστικοποίηση και μια επαναστατική μάχη δε δίνεται μόνο με λόγια. Τα κράτη (δικτατορικά ή δημοκρατικά) είναι τεράστιες συσσωρεύσεις ένοπλης βίας. Όταν αυτή η ένοπλη βία αμοληθεί εναντίον μας, όσο μεγαλύτερη είναι η μαχητικότητα των εξεγερμένων, τόσο περισσότερο η ισορροπία δυνάμεων θα χάνεται για την κρατική εξουσία, και τόσο λιγότερη αιματοχυσία θα υπάρξει.

Μια εξεγερτική διαδικασία δε συνίσταται απλώς στην κατάληψη κτιρίων, το στήσιμο οδοφραγμάτων και τους πυροβολισμούς για μια μέρα, που μπορούμε κάλλιστα να ξεχάσουμε την επόμενη. Είναι κάτι περισσότερο από τον απλό αυθορμητισμό και μια επί τόπου εφήμερη συνεύρεση. Αν δεν υπάρχει μια συνέχεια, το κίνημά μας θα φουσκώσει σήμερα και θα ξεθυμάνει αύριο. Ένας αριθμός εξεγερμένων θα πρέπει να παραμείνουν οργανωμένοι και διαθέσιμοι ως ένοπλες ομάδες. (Ούτως ή άλλως, κανείς δεν έχει ταλέντα ή επιθυμίες για τα πάντα). Όμως, αν αυτές οι ομάδες λειτουργήσουν ως σώματα ειδικών στον ένοπλο αγώνα, θα αναπτυχθεί ένα μονοπώλιο της κοινωνικά νόμιμης βίας, και σύντομα θα έχουμε μια “προλεταριακή” αστυνομία, και μαζί της μια “προλεταριακή κυβέρνηση”, έναν “λαϊκό” στρατό κλπ. Η επανάσταση θα λήξει άδοξα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα με πολύ συγκεκριμένους όρους, όπως π.χ. τί να κάνουμε με τα αστυνομικά αρχεία που τυχόν θα βρούμε. Αν και η επανάσταση μπορεί κατ’ εξαίρεσι να κάνει χρήση των αστυνομικών αρχείων και δεδομένων των υπηρεσιών ασφαλείας για λογαριασμό της, βασικά αυτό που θα κάνει είναι να καταστρέψει, όπως και κάθε είδος ποινικών μητρώων.

Η επανάσταση δεν είναι α-πολιτική. Είναι αντι-πολιτική.

Η κομμουνιστικοποίηση περιλαμβάνει την καταστροφή του Κράτους, και τη δημιουργία νέων διαδικασιών διεύθυνσης, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρουν. Κάθε διάσταση αλληλεπιδρά με την άλλη. Καμμία δεν μπορεί να πετύχει χωρίς την επιτυχία της άλλης. Είτε οι δυο αυτές δραστηριότητες θα συνδυαστούν, είτε θα αποτύχουν αμφότερες. Εάν οι προλετάριοι δεν ξεφορτωθούν τα πολιτικά κόμματα, το κοινοβούλιο, τα αστυνομικά σώματα, τον στρατό, κλπ, όλες οι κοινωνικοποιήσεις που θα έχουν πετύχει, όσο προχωρημένες κι αν είναι, αργά ή γρήγορα θα τσακιστούν, ή θα χάσουν τη δυναμική τους, όπως συνέβη στην Ισπανία μετά το 1936. Απ’ την άλλη, εάν ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στο κράτος και την αστυνομία περιοριστεί απλά σε μια στρατιωτική αναμέτρηση, το ένα στρατόπεδο ενάντια στο άλλο, και αν οι εξεγερμένοι δεν καταλάβουν τις κοινωνικές βάσεις του Κράτους, το μόνο που θα πετύχουν θα είναι η δημιουργία ενός αντι-στρατού, που μοιραία θα ηττηθεί στο πεδίο των μαχών όπως συνέβη στην Ισπανία μετά το 1936, καθώς μόνο ένα εν δυνάμει Κράτος μπορεί να έχει υπεροπλία εναντίον του Κράτους.

Η κομμουνιστική επανάσταση δε διαχωρίζει τα μέσα απ’ τους σκοπούς. Κατά συνέπεια, δε θα κατακτήσει (ή διαλύσει) πρώτα την πολιτική εξουσία, ώστε μετά να αλλάξει την κοινωνία. Και τα δύο θα προχωρήσουν με το ίδιο βήμα και θα ενισχύει το ένα το άλλο, διαφορετικά είναι εξίσου καταδικασμένα.

Η κομμουνιστικοποίηση μπορεί να συμβεί μόνο σε μια κοινωνία που σπαράσσεται από μαζικές απεργίες, τεράστιες διαδηλώσεις, διάχυτες καταλήψεις δημόσιων κτιρίων και χώρων εργασίας, ταραχές, εξεγερτικές απόπειρες, απώλεια του ελέγχου από το Κράτος επί ολοένα και περισσότερων κοινωνικών ομάδων και περιοχών, με άλλα λόγια μια αναταραχή αρκετά δυνατή ώστε η κοινωνική αλλαγή να πάει βαθύτερα από μια απλή προσθήκη αποσπασματικών μεταρρυθμίσεων. Η αντίσταση στα αντεπαναστατικά ένοπλα σώματα περιλαμβάνει την ικανότητά μας να σπάμε το ηθικό τους και να τα εξουδετερώνουμε, καθώς και να αντεπιτιθόμαστε όταν μας επιτίθενται. Καθώς η δυναμική της κομμουνιστικοποίησης αυξάνεται, κερδίζει το πλεονέκτημα, αυξάνει το διακύβευμα και καταφεύγει ολοένα και λιγότερο στη βία, ωστόσο μόνο μέσα σε μια παραμυθένια σαπουνόφουσκα μπορεί κανείς να πιστεύει σε μια ολότελα αναίμακτη σπουδαία κοινωνική αλλαγή.

Στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Καράκας το 2006, ο John Holloway δήλωσε: “το πρόβλημα δεν είναι να καταστρέψουμε τον καπιταλισμό, αλλά να σταματήσουμε να τον δημιουργούμε!”. Αυτή είναι πράγματι μια όψη της κομμουνιστικοποίησης, εξίσου εκφρασμένη από έναν απ’ τους χαρακτήρες