Για τα μπάχαλα στη Λισαβώνα 29/5/2010 – Sisyphus

Δημοσιεύουμε παρακάτω μια μετάφραση από το ιστολόγιο angry news from around the world, στα πλαίσια της διαρκούς προσπάθειας αυτομόρφωσης, ανίχνευσης κι εξέλιξης των τακτικών μας στο δρόμο, που αποτελεί κεντρικό άξονα του site. Θεωρούμε ότι ανεξάρτητα απ’ τις προθέσεις και τη θέρμη των συντρόφων, καταδεικνύουν πρακτικά τα όρια της πολιτικής του αυθόρμητου (ή της οργής αν προτιμάτε) και της στρατηγικής της εκτροπής, κι αξίζει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν.

Λυσσαβώνα: το ποσοτικό και το ποιοτικό

“Σάββατο, 29 Μαΐου 2010, η CGPT (η γενική συνδικαλιστική συνομοσπονδία) κάλεσε σε διαδήλωση ενάντια στην κυβέρνηση και τα μέτρα λιτότητας που υιοθέτησε. Υπήρξε μια μαζική προσέλευση (300.000 άνθρωποι), αν και προφανώς τα νούμερα δεν μιλούν από μόνα τους. Δεν φαινόταν να υπάρχουν ματ πουθενά, κι αυτό καθώς αφεντός η CGPT διαθέτει τις δικές της “υπηρεσίες περιφρούρησης” (στην ουσία σεκιουριτάδες μπράβους), κι αφετέρου χάρις στην αυτοσυγκράτηση του κόσμου, που έχει χτισθεί μέσα από δεκαετίες πλύσης εγκεφάλου και χειραγώγησης ακόμα και της μικρότερης χειρονομίας δυσαρέσκειας, από τα συνδικάτα.

Με την πεποίθηση ότι οι δρόμοι και η οργή δεν αποτελούν μονοπώλιο των συνδικάτων, προέκυψε ένα κάλεσμα για μια αντικαπιταλιστική συγκέντρωση, στο οποίο ανταποκρίθηκαν περίπου 50 αναρχικοί κι αντιεξουσιαστές. Η αρχική ομάδα, σήκωσε ένα πανώ που έγραφε “Ο καπιταλισμός δεν μεταρρυθμίζεται, καταστρέφεται” και τελικά μαζί με τους υπόλοιπους αποφάσισε να κάνει τη δική της πορεία, ξεχωριστά απ’ την κεντρική πορεία, φωνάζοντας συνθήματα (πολλά απ’ τα οποία είχαν γραφτεί στους τοίχους της Λισαβώνας το προηγούμενο βράδυ) όπως “όχι συνδικαλισμός, πόλεμος κοινωνικός”, “ενάντια στη συνδικαλιστική μαφία, σαμποτάζ κι άγρια απεργία”, “ενάντια κράτος και το κεφάλαιο, πόλεμος κοινωνικός”, “η ελευθερία είναι μες τις καρδιές μας, κάτω τα τείχη και οι φυλακές” και “για την ελευθερία μας, θα καταστρέψουμε όλη την κοινωνία σας”. Αρχίσαμε να ακούμε και ανθρώπους μέσα απ’ την επίσημη πορεία να φωνάζουν τα συνθήματά μας. Μετά από κάποιο σημείο λοιπόν, η ομάδα μας αποφάσισε να μπει στην κεντρική πορεία, και αμέσως οι μπράβοι των “υπηρεσιών περιφρούρησης” των συνδικάτων (που μας ακολουθούσαν για ώρα), άρχισαν να μας σπρώχνουν πίσω μαζί με ασφαλίτες, φωνάζοντας ότι δεν θα περάσουμε. Σ’ αυτό το σημείο, κάποιοι άνθρωποι ακόμα άρχισαν να φωνάζουν σ’ αυτούς τους περιφρουρητές. Μετά από μερικά σπρωξίδια και απειλές, η ομάδα μας κατάφερε να χωθεί στην πορεία. Μετά από λίγο, και καθώς οι περισσότεροι από μας δεν είχαν καμιά πρόθεση να συμμετάσχουν σ’ αυτό το πολιτικό τσίρκο, αλλά να αρνηθούν να τους λένε άλλοι τί να κάνουν και τί όχι, αποφασίσαμε να αποσχιστούμε πάλι απ’ την πορεία.

Μετά το τέλος της πορείας, που κατέληξε σε έναν “γραφικότατο” λιθόστρωτο δρόμο γεμάτο με μπαρ κι εστιατόρια για τους τουρίστες (Rua das Portas de Santo Antao), ένα περιπολικό έκλεισε το δρόμο και πέρασε χειροπαίδες σ’ εναν μεσήλικα άνδρα, συλλαμβάνοντάς τον. Κάποιοι ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι κύκλωσαν το αμάξι αλλά και σύντροφοι προσέτρεξαν και μαζί με τους υπόλοιπους συγκεντρωμένους, προσπάθησαν να εμποδίσουν τους μπάτσους να πάρουν τον άνθρωπο μαζί τους. Μετά από μερικά σφυρίγματα, ακόμα 20-30 σύντροφοι έφτασαν στο σκηνικό, τρέχοντας απ’ την κεντρική πλατεία όπου είχαν φτάσει. Κι άλλοι άνθρωποι μαζεύτηκαν απ’ τη γειτονιά, οπότε ήμασταν περίπου 50-60 άτομα που φωνάζαμε στους μπάτσους να αφήσουν τον άνθρωπο να φύγει, τους λέγαμε φασίστες.

Ακόμη ένα περιπολικό κατέφτασε (το ΑΤ βρίσκεται μόλις ένα τετράγωνο μακριά) και ο συλληφθέντας σπρώχθηκε μέσα στο αμάξι, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, κάτι που εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο το συγκεντρωμένο πλήθος. Δεν μπορούσαμε να εμποδίσουμε τους μπάτσους να τραβήξουν το θήραμά τους μαζί τους. Μια διμοιρία ματατζήδων έφτασε απ’ την κοντινή λεωφόρο όπου μόλις είχε τελειώσει η μαζική πορεία, και αφέθηκαν επιτέλους να εκφραστούν ελεύθεροι: εκμεταλλεύτηκαν την αφορμή να ξεσπάσουν πάνω σ’ όλους μας. Ένας απ’ αυτούς είχε ένα όπλο με λαστιχένιες σφαίρες, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είχαν ξεσαλώσει χτυπώντας με τα γκλόμπ τους τους πάντες.

Για καλή μας τύχη, βρέθηκαν μερικές καρέκλες στο πεζοδρόμιο τις οποίες ρίχναμε προς το μέρος τους, καθώς και μερικά μπουκάλια. Στην μέση όλου αυτού του πανικού, μια ηλικιωμένη γυναίκα φώναζε “Αυτό είναι το μέλλον”. Ο κόσμος κινήθηκε προς την κοντινότερη πλατεία, που αποτελούσε κάτι σαν στέκι πολλών μεταναστών που άραζαν εκεί, καθώς ολοένα και περισσότεροι ματατζήδες κατέφταναν και σχημάτιζαν σειρές μπροστά απ’ τους προηγούμενους.

Μέχρι στιγμής, είχαμε μαζευτεί περίπου 200 άνθρωποι, που φωνάζαμε ενάντια στους μπάτσους, και κάποια στιγμή αρχίσαμε να τους κοροιδεύουμε όλοι μαζί τραγουδιστά “κανείς δε σας γουστάρει”. Οι μπάτσοι υποχώρησαν έναν δρόμο πίσω, προς το ΑΤ τους, περπατώντας προς τα πίσω εν μέσω βρισιών. Απ’ την άλλη, μια σχεδόν στρατιωτική πομπή εκατοντάδων χιλιάδων πειθαρχημένων μελών συνδικάτων περνούσε, με το καθένα να κουβαλά τη σημαιούλα του. Μια νεκρώσιμη ακολουθία, θα ‘λεγε κανείς.

Και στην μέση, μια απλή κοινωνική στιγμή τσατισμένων πελατών των τοπικών μπαρ και λιγοστών ανθρώπων με τη φρόνηση της αλληλοπροστασίας από τον εχθρό. Μια στιγμή που ήταν πιθανώς μόνο μια ανάσα μακριά από μια φουρτουνιασμένη ταραχή, που ίσως επεκτεινόταν και σε πολλούς απ’ τους μετανάστες, συντρόφους και φτωχούς ανθρώπους που αράζουν στην περιοχή. Ολόκληρη αυτήν την ανθρώπινη μάζα που είναι αποκλεισμένη από κάθε αντιπροσώπευση, και τη λογική του ρεφορμισμού. Το μέλλον είναι ακόμα άγραφο. Οι στιγμές εξέγερσης αλληλοτροφοδοτούνται όπως και τα συναισθήματα ανταρσίας και χαράς. Ο έλεγχος θα επιβάλλεται με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία, και τα όπλα τους θα μας τρομάζουν ολοένα και λιγότερο. Μη φιλάτε το χέρι που σας τσακίζει, δαγκώστε το!”

Κάποιοι αναρχικοί