Τέχνη του πολέμου: η αρχαιοελληνική φάλαγγα ως μπλοκ

Τέχνη του πολέμου: η αρχαιοελληνική φάλαγγα ως μπλοκ

“Κι ο Σαρπηδών είπε στον Γλαύκο στο δωδέκατο βιβλίο της Ιλιάδας: Φίλε, αν μπορούσαμε εγώ κι εσύ να δραπετεύσουμε απ’ αυτήν την μάχη και να ζήσουμε για πάντα, αιώνιοι κι αθάνατοι, δε θα πολεμούσα ξανά ποτέ…” Όμως χίλιοι θάνατοι μας περικυκλώνουν και κανείς μας δεν μπορεί να τους δραπετεύσει. Ας επιτεθούμε λοιπόν.

-In girum imus nocte et consumimur igni, Γκυ Ντεμπόρ

 

Στον αντίποδα των σύγχρονων στρατιωτικών επιχειρήσεων, ο πόλεμος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο αποτελούσε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής. Ο Θουκυδίδης παρατηρούσε πως ο πόλεμος για την Ελλάδα είναι κάτι το φυσικό, σε αντίθεση με τις βραχύβιες εκεχειρίες μεταξύ των πόλεων-κρατών. Ένας τέτοιος τρόπος ζωής, βρισκόταν σε συμφωνία με την υψηλή αρετή του αγώνα, του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων και των κοινοτήτων τους, που μπορούσαν ακόμα τότε να ενώνονται στο εσωτερικό της πόλης και να διαιρούνται έξω απ’ αυτήν, καθώς, εντός της, ο διαχωρισμός από τα υλικά μέσα και την εξουσία περιοριζόταν ή τουλάχιστον μπορούσε ακόμα να κρύβεται πίσω από εθιμικούς θεσμούς και “θείους” νόμους. Ο ανταγωνισμός αυτός, η “αγαθή έριδα” όπως υπενθύμιζε με τη γνωστή οξυδέρκειά του ο Νίτσε, εκπλήρωνε τον σπουδαίο σκοπό της εξέλιξης, του ξεπεράσματος της κατεστημένης τάξης προς μια νέα ανώτερη ενότητα. Αν υπάρχει κάποιο ανάλογο των επικών κλασσικών μαχών, αυτό δεν έχει φυσικά τίποτα να κάνει με την καταστροφή ανθρώπων και πόρων που φέρουν εις πέρας οι κρατικοί στρατοί, αλλά αφορά την μόνη κοινότητα αγώνα που εμφανίζεται ξανά στα πεδία των μαχών με συνείδηση του κοινού συμφέροντός της που της στερείται. Στην επιθυμία της να ξεπεράσει την κατεστημένη τάξη σε κάθε της όψη, η κοινότητα αυτή είναι αναγκασμένη να μην επαναπαύεται αλλά να αγωνίζεται, καθώς μόνο μέσα στον αγώνα κατορθώνει να γίνεται ορατή με συνοχή. Στην πιθανότητά της και μόνο, κάθε άλλη ψευδής κοινότητα και κάθε αλλότριος αγώνας, χάνουν κάθε αξία. Αυτή τη διαδικασία πρέπει να εντείνουμε, προκειμένου να πραγματώσουμε την πιθανότητα αυτή (που ήδη υπάρχει ανάμεσά μας), ώστε να εξανθρωπίσουμε ξανά την κίνηση της Ιστορίας, προς μια αυθεντική εξέλιξη.

Από τις συρράξεις της αρχαιότητας, μέχρι τις σημερινές οδομαχίες, ο παρακάτω κανόνας διατηρείται αναλλοίωτος: Ανεξάρτητα με τις ατομικές ικανότητες του κάθε πολεμιστή, μια ομάδα που μάχεται ως τέτοια, μπορεί να υπερνικήσει κάθε εχθρική δύναμη που παλεύει -ή αναγκάζεται να παλέψει- ως ξεχωριστά άτομα. Αυτή η ομάδα μάχης, στην αρχαία Ελλάδα, υπήρξε η φάλαγγα.

Η φάλαγγα, ως τακτική παράταξη μάχης που επικράτησε έναντι των επαγγελματικών-μισθοφορικών και των άτακτων-φυλετικών στρατιών, από τον 8ο μέχρι τον 3ο αιώνα πΧ, δεν ήταν παρά το στρατιωτικό όχημα της πόλης-κράτους, που κυριάρχησε ως οργανωμένη κοινωνική μορφή επί της αταξίας που αντιπροσώπευαν οι “βάρβαροι”. Η κοινωνική τάξη που τη στελέχωνε, δεν ήταν πια η αριστοκρατία των παλαιών γαιοκτημόνων και οι δούλοι τους, αλλά οι ανερχόμενοι έμποροι και τεχνίτες, οι ανεξάρτητοι γεωργοί (ιδιοκτήτες επί της γης τους, μια κοινωνική φιγούρα που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Μεσόγειο, με το όπλο στο χέρι, υπό την απειλή των συχνών επιδρομέων). Επαγγελματίες δηλαδή που αφενός είχαν εύλογα συμφέροντα στην υπεράσπιση της πόλης, κι αφετέρου την οικονομική δυνατότητα να συντηρούν οπλισμό (Οπλίτες). Απ’ τη στιγμή όμως που η τάξη αυτή είχε πρόσβαση στους πόρους και τα όπλα, έθεσε και ζήτημα λόγου στα δημόσια πράγματα, ωθώντας έτσι σ’ έναν εκδημοκρατισμό την πόλη-κράτος, που υπό κάθε εξουσία, δημοκρατική ή τυραννική, εμφανίζεται στο εξής αναγκασμένη να λογοδοτεί στον ένοπλο πληθυσμό της. Η πόλη έφτιαξε καθ΄ εικόνα και ομοίωση τη φάλαγγα, αλλά και η φάλαγγα έφτιαξε την πόλη. Αναλόγως, κάθε κοινωνική οργάνωση αντανακλάται στον στρατό της, και κάθε στρατός αντανακλά την κοινωνική οργάνωση που επιβάλλει.

Στρατηγικά πλεονεκτήματα της φάλαγγας, ήταν η εξασφάλιση μικρών απωλειών (ο αποδεκατισμός-απώλεια ενός 10%, θεωρούταν υπερβολική αιματοχυσία για τον μικρό πληθυσμό της Ελλάδας), η μικρή προετοιμασία που απαιτούσε η στελέχωσή της, ενώ μετά τις σύντομες σώμα-με-σώμα μάχες, οι οπλίτες μπορούσαν να γυρίσουν στις εργασίες τους, χωρίς να επιβαρύνεται η οικονομική ζωή των πόλεων. Ελάχιστο ενδιαφέρον επιφυλασσόταν για τη στρατηγική, κάτι τέτοιο δεν συμβάδιζε με τα πολεμικά ήθη της εποχής, αλλά κυρίως με το ότι οι μάχες περισσότερο επισφράγιζαν την κοινωνική υπεροχή μιας πόλης έναντι μιας άλλης, παρά την ζυγιάζανε εξ αρχής (“Οι νικηφόροι πολεμιστές πρώτα κερδίζουν κι έπειτα πηγαίνουν να πολεμήσουν, οι ηττημένοι πρώτα παν στον πόλεμο κι έπειτα προσπαθούν να κερδίσουν” έγραφε ο Σουν Τσου).

Η κλασσική ελληνική στρατηγική συνίστατο στην πιο “αγνή” (κατά τον Πρώσσο θεωρητικό στρατιωτικό Κλαούζεβιτς) μορφή σύγκρουσης: Δυο δυνάμεις, ευθέως αντιμέτωπες η μια με την άλλη, πολεμούν υπό το φως του ηλίου. Εξ’ ού και το σχετικό ανέκδοτο για τα περσικά βέλη που το πλήθος τους θα έκρυβε τον ήλιο. Ως τους Περσικούς Πολέμους, η φάλαγγα είχε δοκιμαστεί μόνο στις περιορισμένες συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, όμως όσον αφορά μια Αυτοκρατορία, προκειμένου να επιβιώνει πρέπει διαρκώς να επεκτείνεται, κι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να αγνοούν όσοι διαβιούν στα όριά της. Η απειλή αυτή, θα αναγκάσει τους αμυνόμενους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα στην -πιο γνωστή ίσως- υιοθέτηση μιας βασικής ασύμμετρης τακτικής απ’ την μεριά των αμυνομένων: την επιλογή προνομιούχου πεδίου μάχης, συγκεκριμένα στο στένωμα των αρχαίων Θερμοπυλών (αφού τα Τέμπη προηγουμένως κρίθηκαν ακατάλληλα λόγω ύπαρξης παραλλήλων περασμάτων που θα έδιναν στους Πέρσες δυνατότητα περικύκλωσης). Η μάχη σε στενά περάσματα ανατρέπει προσωρινά το αριθμητικό πλεονέκτημα ενός πολλαπλάσιου εχθρού.

Ωστόσο, οι εγγενείς αδυναμίες της φάλαγγας, ανάγκασαν τους αμυνόμενους σε μια κατάβαση προς τα πεδινά, μιας και ένας συμπαγής σχηματισμός δεν μπορεί να κρατηθεί σε ανώμαλο έδαφος, αφού γρήγορα θα δημιουργηθούν κενά στην πρώτη γραμμή του, επιτρέποντας στον εχθρό να την διεμβολίσει. Στην πραγματικότητα, η αποτελεσματικότητα της φάλαγγας ήταν άμεση συνάρτηση της ικανότητάς της να μην “σπάει” στη σύγκρουση. Καθώς αποτελούταν από γραμμές οπλιτών, παρατεταγμένων ο ένας δίπλα στον άλλον (“ώμο με ώμο”, κρατώντας στο δεξί το δόρυ και στο αριστερό την ασπίδα, ο καθένας προστατεύεται έτσι από τον διπλανό του), φορτωμένων βαρύτατο οπλισμό, με τις ατομικές αισθήσεις (ακοή, όραση) απόλυτα περιορισμένες, η κεντρική λειτουργία της ήταν να “σπρώχνει” τον εχθρό προς τα πίσω (η πρώτη σειρά, με τις ασπίδες της), και να κρατά τη θέση της. Η πρώτη παράταξη που θα υφίστατο ρήγμα, θα αναγκαζόταν σε υποχώρηση. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η λιποταξία του πρώτου οπλίτη ήταν καθοριστική, μιας και αλυσιδωτά οδηγούσε σε άτακτη φυγή των συμπολεμιστών του που θα εγκατέλειπαν κάθε κουράγιο μπρος σ’ ένα τέτοιο θέαμα. Εγκαταλείποντας κατά μόνας την μάχη, υπέφεραν τελικά και τις περισσότερες απώλειες, καθώς πλαγιοκωπούνταν απ’ τις επελαύνουσες δυνάμεις του εχθρού, με μικρά ξίφη, είτε -σπανιότερα- ιππείς. Μια οργανωμένη υποχώρηση της φάλαγγας ενδεικνυόταν σε περίπτωση ήττας, περιορίζοντας τις αιχμαλωσίες ή απώλειες συμπολεμιστών. Είναι γεγονός πάντως, πως ο βαρύς οπλισμός καθιστά προβληματική την καταδίωξη υποχωρούντων, κι έτσι ο νικητής συνήθως αναδεικνυόταν χωρίς τον εκμηδενισμό του αντιπάλου.

Φυσικά, αυτή η πραγματικότητα αντιπροσωπεύεται και σε μια συγκεκριμένη πολεμική ηθική της εποχής, που υμνούσε τον συμπολεμιστή που μες τη φωτιά της μάχης, κερδίζει την εμπιστοσύνη των διπλανών του με το κουράγιο και τη δύναμή του. Ένας λόγος που οι φάλαγγα δεν έσπαγε συχνά, ήταν ότι αποτελούταν από οπλίτες απ’ τον ίδιο δήμο ή κώμη, μέλη φιλικών οικογενειών ή και συγγενών, καθώς πολεμά κανείς καλύτερα για απτές σχέσεις παρά για αφηρημένα ιδανικά ή ανταμοιβές. Μια εξέλιξη αυτής της παραμέτρου μπορεί να εντοπιστεί στον θηβαϊκό Ιερό Λόχο, που βασιζόταν στις ερωτικές σχέσεις μεταξύ ανδρών κι εφήβων αγοριών. Έτσι, η πίεση και η πειθαρχία του οπλίτη δεν είναι πια ενώπιων ενός απλού συμπολίτη του, αλλά του ίδιου του αγαπημένου του. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Ιερός Λόχος, αποτελούμενος από 150 ζευγάρια εραστών οπλιτών, κατόρθωσε σαρωτική νίκη απέναντι σε υπέρτερους Σπαρτιάτες, ενώ παρέμεινε αήττητος για 35 χρόνια έκτοτε. Η νίκη αυτή έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Η σπαρτιατική φάλαγγα, θεωρούταν το αποκορύφωμα της μορφής αυτής, τόσο ως προς την πειθαρχία όσο και την προσωπική εκγύμναση που καταλάμβανε ολόκληρη τη ζωή των Σπαρτιατών, που κυλούσε στη σκιά του φόβου μιας πιθανής εξέγερσης των ειλώτων. Μια παρασιτική τάξη που βασίζεται μόνο στη βία, είναι αναγκασμένη να στρέψει την ίδια βία ενάντια στον εαυτό της προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία. Μια τέτοια τάξη κάνει φανερό το παράλογο που υπάρχει στην κατεστημένη κοινωνική οργάνωση, αλλά και των δυνατοτήτων που θα απελευθερώνονταν με την κατάργησή της.

Μια άλλη τακτική που εφαρμοζόταν, αφορούσε το ψυχολογικό και ηθικό επίπεδο. Σχεδόν τελετουργικά, γι αρκετή ώρα πριν τη σύγκρουση, οι δυο δυνάμεις παρέμεναν αντιμέτωπες, φωνάζοντας ιαχές (συνθήματα) ή τραγουδώντας πολεμικούς παιάνες, προσπαθώντας να παραλύσουν τον αντίπαλο, εκφοβίζοντάς τον με την τρομερή όψη τους (περικεφαλαίες, κεφάλια μεδουσών και τεράτων που κοσμούσαν τις ασπίδες), και να καταβάλλουν το ηθικό του. Περιστατικά ακούσιας αφόδευσης, ούρησης και ναυτίας ήταν συχνά σ’ αυτήν τη ψυχολογική δοκιμασία. Ο Πλούταρχος αναφέρει χαρακτηριστικά την κοροϊδία των εχθρών του Αράτου, που καταβαλλόταν από κράμπες και ζαλάδες, κάθε φορά που άκουγε το εναρκτήριο λάκτισμα της μάχης. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ για τον Άρατο τον Σικυωνέα, ότι έκανε πράξη μια γνωστή παρατήρηση του κινέζου Σουν Τσου στην “Τέχνη του Πολέμου” του, να κερδίζει πολέμους δίχως να χρειαστεί να κατεβεί στην μάχη, να πολεμήσει.

“Ο πόλεμος είναι δίκαιος, όταν είναι αναγκαίος. Στα όπλα καταφεύγει κανείς όταν δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα αλλού”…

“…Ποτέ μην καταφέρεις ένα μόνο τραύμα στον εχθρό”.

-Ν. Μακιαβέλι

Εισβάλλοντας νύχτα στην πατρίδα του πηδώντας πάνω από τα τείχη με κλεμμένες σκάλες, ξεσηκώνει τον κόσμο εναντίον της τυραννίας, ανακηρρύσοντας ίσα δικαιώματα για όλους. Κερδίζει τον δημοκρατικό πληθυσμό της Αχαϊκής Συμπολιτείας που τον αναδεικνύει σε ηγέτη του, και ολόκληρης της Πελοποννήσου, παρότι θα ηττηθεί δυο φορές στη σειρά από τους Σπαρτιάτες υπό τον βασιλιά Κλεομένη. Θα ελευθερώσει την Κόρινθο σκαρφαλώνοντας  νύχτα ξανά, στον Ακροκόρινθο και παίρνοντας με το μέρος του τον πληθυσμό. Αφαιρώντας τα κοινωνικά ερείσματα της ισχυρής μακεδονικής φρουράς, την αναγκάζει σε υποχώρηση, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στη σύγκρουση μαζί της. Λίγα χρόνια αργότερα θα απελευθερώσει απ’ τους Μακεδόνες και την Αθήνα, καταφέρνοντας να  εξαγοράσει τη φρουρά του Πειραιώς. Παρόλες αυτές τις θεαματικές επιτυχίες όμως, η κυριαρχία των Μακεδόνων μόνο φαινομενικά πλήγηκε, αφού ούτως ή άλλως δεν υπήρχε κάποια ανταγωνιστική της στην παρηκμασμένη Ελλάδα. Με την οικονομική και πολιτική τους δομή αλώβητη, εξασφαλίζοντάς τους το πάνω χέρι, ο Φίλιππος ο Έ θα βγάλει εύκολα απ’ την μέση τον ενοχλητικό Άρατο, δολοφονώντας τον στα 213 πχ.

Κάθε πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση. Όταν είμαστε έτοιμοι να επιτεθούμε, πρέπει να δείχνουμε ανίκανοι, όταν εξαπολύουμε τις δυνάμεις μας, πρέπει να μοιάζουμε αδρανείς. Όταν πλησιάζουμε τον στόχο μας, πρέπει να κάνουμε τον εχθρό να πιστεύει ότι είμαστε μακριά. Όταν απέχουμε, να τον εξαπατούμε πως είμαστε δίπλα του.”

-Σουν Τσου

Η τελευταία τακτική, που δοκιμάστηκε στην Μάχη του Μαραθώνα (490 πχ) από τον Μιλτιάδη, αφορά την ίδια την παράταξη της φάλαγγας. Έναντι ενός πολυπληθέστερου στρατεύματος της (περσικής) Αυτοκρατορίας, παρατάσσει μια δύναμη με ενισχυμένα άκρα, τα οποία περικυκλώνουν και πλαγιοκοπούν τον εχθρό, ενώ αυτός εμπλέκεται σε μια κατά μέτωπον επίθεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ η τακτική της μικρότερης δύναμης δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί στην απώθηση του αντιπάλου, στο σπάσιμο του ηθικού του, από την μεριά της Αυτοκρατορίας υπάρχει πάντοτε κάθε θέληση να μετατραπεί η μάχη σε ανθρωποσφαγή. Οι υπήκοοι είναι αναλώσιμοι, ενώ οι εχθροί μετρημένοι.

Μια άλλη καινοτομία σ’ αυτό το πεδίο θα εφαρμοστεί στην Μάχη των Λεύκτρων (371), με τη Λοξή Φάλαγγα των Θηβαίων υπό τον Επαμεινώνδα, εναντίον των Σπαρτιατών. Ενώ το κυρίως σώμα της φάλαγγας είναι εμφανώς αδύναμο, το ενισχυμένο αριστερό άκρο της εμβολίζει τον αντίπαλο. Το υπόλοιπο σώμα απλά κρατάει τη θέση του, εμποδίζοντας τον αντίπαλο να προχωρήσει διαφεύγοντας την επίθεση. Η κατάκτηση των -εξαντλημένων απ’ τον Πελοποννησιακό και Κορινθιακό πόλεμο- πόλεων-κρατών απ “τον μακεδονικό χρυσό” (κατά τον Πλούταρχο), σηματοδοτεί κι ένα ξεπέρασμα της κλασσικής φάλαγγας από την μακεδονική, που χρησιμοποιώντας μακρύτερα δόρια (“σάρισσες”) και μικρότερες ασπίδες, καταφέρνει μια πολύ μεγαλύτερη σύμπτηξη της φάλαγγας που εξασφαλίζει αδιαπέραστη άμυνα απέναντι στον εχθρό. Επίσης, η πιο εκτεταμένη χρήση τοξοτών, ιππικού, και μετά τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου, ελεφάντων, επιστρατεύονται στην πρόκληση σύγχυσης στον αντίπαλο, που κάμπτει τα αντανακλαστικά και τις επιθετικές δυνατότητές του. Η ήττα τελικά των Μακεδόνων (υπό τον Φίλιππο Έ) στις Κυνός Κεφαλές το 197 πχ, αποτελεί για τον ιστορικό Πολύβιο το καλύτερο παράδειγμα της ανωτερώτητας της ρωμαϊκής λεγεώνας επί της φάλαγγας. Είναι γεγονός ότι μια οργανωμένη και συμπαγής παράταξη μάχης, πάντα ηττάται από μια καλύτερα οργανωμένη κι εξοπλισμένη ανάλογή της, πόσο μάλλον όταν αυτή στηρίζεται από μια Αυτοκρατορία.

Αυτοκρατορία που γονάτισε στρατιωτικά μόνο μπρος στις ανορθόδοξες τακτικές των νομαδικών φυλών, και μόνο αφού προηγουμένως είχε αποσυντεθεί σ’ έναν εκτεταμένο εμφύλιο πόλεμο. Από μόνος του ένας πολλαπλασιασμός των Βαρβάρων, αυτών δηλαδή που δεν μετέχουν στην κοινότητα του κράτους, είναι μόνο ενδεικτικός της κρίσης στην οποία τίθεται η κοινότητα αυτή, κι όχι καταλύτης της. Χωρίς την ικανότητα να συγκροτηθούν οι ίδιοι σε κοινότητα, χωρίς τις θεωρίες που θα ρίξουν σαν στρατιωτικές μονάδες στην μάχη την κατάλληλη στιγμή, χωρίς τη δημιουργία μιας ανώτερης κοινωνικής οργάνωσης, οι ίδιες οι εχθροπραξίες ως τακτικές στερημένες από μια στρατηγική, δεν μπορεί παρά να αναπαριστούν έναν κίνδυνο που η Αυτοκρατορία γνωρίζει ότι δεν διατρέχει.

Η δύναμή μας, δεν μπορεί να μετρηθεί με τη δύναμη που εξαπολύουμε προς τον αντίπαλο, αλλά με αυτήν που μας φέρνει απέναντί του. Γνωρίζουμε τί φέρνει αυτόν απέναντί μας. Μένει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.

Michael: Είδαμε κάτι περίεργο στη διαδρομή (στην προεπαναστατική Κούβα). Είχαν πιάσει μερικούς αντάρτες, κι ένας τους, για να μη συλληφθεί, απασφάλισε μια χειροβομβίδα που έκρυβε στο σακάκι του. Πήρε και το λοχαγό της διμοιρίας μαζί του.

Καλεσμένος: Αχ, οι αντάρτες είναι τρελλοί!

Michael: Ίσως, αλλά οι στρατιώτες πολεμούν γιατί πληρώνονται, οι αντάρτες όχι.

Hyman Roth: Τί σου λέει αυτό;

Michael: Μπορούν να νικήσουν.

Σκηνή από τον “Νονό ΙΙ”


[English version/Στα αγγλικά]

Πρακτορείο Rioters: γνώση και κουλτούρα για βανδαλιστική χρήση

“Κι ο Σαρπηδών είπε στον Γλαύκο στο εικοστό βιβλίο της Ιλιάδας: Φίλε, αν μπορούσαμε εγώ κι εσύ να δραπετεύσουμε απ’ αυτήν την μάχη και να ζήσουμε για πάντα,αιώνιοι κι αθάνατοι, δε θα πολεμούσα ξανά ποτέ…” Όμως χίλιοι θάνατοι μας περικυκλώνουν και κανείς μας δεν μπορεί να τους δραπετεύσει. Ας επιτεθούμε λοιπόν.
-Απ’ το In girum imus nocte et consumimur igni, του Γκυ Ντεμπόρ

Στον αντίποδα των σύγχρονων στρατιωτικών επιχειρήσεων, ο πόλεμος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο αποτελούσε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής. Ο

Θουκυδίδης παρατηρούσε πως ο πόλεμος για την Ελλάδα είναι κάτι το φυσικό, σε αντίθεση με τις βραχύβιες εκεχειρίες μεταξύ των πόλεων-κρατών. Ένας τέτοιος

τρόπος ζωής, βρισκόταν σε συμφωνία με την υψηλή αρετή του αγώνα, του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων και των κοινοτήτων τους, που μπορούσαν ακόμα τότε να

ενώνονται στο εσωτερικό της πόλης και να διαιρούνται έξω απ’ αυτήν, καθώς ο διαχωρισμός από τα υλικά μέσα και την εξουσία περιοριζόταν ή τουλάχιστον μπορούσε

ακόμα να κρύβεται πίσω από εθιμικούς θεσμούς και “θείους” νόμους. Ο ανταγωνισμός αυτός, η “αγαθή έριδα” όπως υπενθύμιζε με τη γνωστή οξυδέρκειά του ο Νίτσε,

εκπλήρωνε τον σπουδαίο σκοπό της εξέλιξης, του ξεπεράσματος της κατεστημένης τάξης προς μια νέα ανώτερη ενότητα. Αν υπάρχει κάποιο ανάλογο των επικών

κλασσικών μαχών, αυτό δεν έχει φυσικά τίποτα να κάνει με την καταστροφή ανθρώπων και πόρων που φέρουν εις πέρας οι κρατικοί στρατοί, αλλά αφορά την μόνη

κοινότητα αγώνα που εμφανίζεται ξανά στα πεδία των μαχών με συνείδηση του κοινού συμφέροντός της που της στερείται. Στην επιθυμία της να ξεπεράσει την

κατεστημένη τάξη σε κάθετης όψη, η κοινότητα αυτή είναι αναγκασμένη να μην επαναπαύεται αλλά να αγωνίζεται, καθώς μόνο μέσα στον αγώνα κατορθώνει να γίνεται

ορατή με συνοχή. Στην πιθανότητά της και μόνο, κάθε άλλη ψευδής κοινότητα και κάθε αλλότριος αγώνας, χάνουν κάθε αξία. Αυτή τη διαδικασία πρέπει να

εντείνουμε, προκειμένου να πραγματώσουμε την πιθανότητα αυτή (που ήδη υπάρχει ανάμεσά μας), ώστε να εξανθρωπίσουμε ξανά την κίνηση της Ιστορίας, προς μια

αυθεντική εξέλιξη.

Από τις συρράξεις της αρχαιότητας, μέχρι τις σημερινές οδομαχίες, ο παρακάτω κανόνας διατηρείται αναλλοίωτος: Ανεξάρτητα με τις ατομικές ικανότητες του κάθε

πολεμιστή, μια  ομάδα που μάχεται ως τέτοια, μπορεί να υπερνικήσει κάθε εχθρική δύναμη που παλεύει -ή αναγκάζεται να παλέψει- ως ξεχωριστά άτομα. Αυτή η

ομάδα μάχης, στην αρχαία Ελλάδα, υπήρξε η φάλαγγα.

Η φάλαγγα, ως τακτική παράταξη μάχης που επικράτησε έναντι των επαγγελματικών-μισθοφορικών και των άτακτων-φυλετικών στρατιών, από τον 8ο μέχρι τον 3ο αιώνα

πΧ, δεν ήταν παρά το στρατιωτικό όχημα της πόλης-κράτους, που κυριάρχησε ως οργανωμένη κοινωνική μορφή επί της αταξίας που αντιπροσώπευαν οι “βάρβαροι”. Η

κοινωνική τάξη που τη στελέχωνε, δεν ήταν πια η αριστοκρατία των παλαιών γαιοκτημόνων και οι δούλοι τους, αλλά οι ανερχόμενοι έμποροι και τεχνίτες, οι

ανεξάρτητοι γεωργοί (ιδιοκτήτες επί της γης τους, μια κοινωνική φιγούρα που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Μεσόγειο, με το όπλο στο χέρι, υπό την απειλή των

συχνών επιδρομέων). Επαγγελματίες δηλαδή που αφενός είχαν εύλογα συμφέροντα στην υπεράσπιση της πόλης, κι αφετέρου την οικονομική δυνατότητα να συντηρούν

οπλισμό (Οπλίτες). Απ’ τη στιγμή όμως που η τάξη αυτή είχε πρόσβαση στους πόρους και τα όπλα, έθεσε και ζήτημα λόγου στα δημόσια πράγματα, ωθώντας έτσι σ’

έναν εκδημοκρατισμό την πόλη-κράτος, που υπό κάθε εξουσία, δημοκρατική ή τυραννική, εμφανίζεται στο εξής αναγκασμένη να λογοδοτεί στον ένοπλο πληθυσμό της. Η

πόλη έφτιαξε καθ΄ εικόνα και ομοίωση τη φάλαγγα, αλλά και η φάλαγγα έφτιαξε την πόλη. Αναλόγως, κάθε κοινωνική οργάνωση αντανακλάται στον στρατό της, και

κάθε στρατός αντανακλά την κοινωνική οργάνωση που επιβάλλει.

Στρατηγικά πλεονεκτήματα της φάλαγγας, ήταν η εξασφάλιση μικρών απωλειών (ο αποδεκατισμός-απώλεια ενός 10%, θεωρούταν υπερβολική αιματοχυσία για τον μικρό

πληθυσμό της Ελλάδας), η μικρή προετοιμασία που απαιτούσε η στελέχωσή της, ενώ μετά τιςσ σύντομες σώμα-με-σώμα μάχες, οι οπλίτες μπορούσαν να γυρίσουν στις

εργασίες τους, χωρίς να επιβαρύνεται η οικονομική ζωή των πόλεων. Ελάχιστο ενδιαφέρον επιφυλασσόταν για τη στρατηγική, κάτι τέτοιο δεν συμβάδιζε με τα

πολεμικά ήθη της εποχής, αλλά κυρίως με το ότι οι μάχες περισσότερο επισφράγιζαν την κοινωνική υπεροχή μιας πόλης έναντι μιας άλλης, παρά την ζυγιάζανε εξ

αρχής (“Οι νικηφόροι πολεμιστές πρώτα κερδίζουν κι έπειτα πηγαίνουν να πολεμήσουν, οι ηττημένοι πρώτα παν στον πόλεμο κι έπειτα προσπαθούν να κερδίσουν”

έγραφε ο Σουν Τσου).

Η κλασσική ελληνική στρατηγική συνίστατο στην πιο “αγνή” (κατά τον Πρώσσο θεωρητικό στρατιωτικό Κλαούζεβιτς) μορφή σύγκρουσης: Δυο δυνάμεις, ευθέως

αντιμέτωπες η μια με την άλλη, πολεμούν υπό το φως του ηλίου. Εξ’ ού και το σχετικό ανέκδοτο για τα περσικά βέλη που το πλήθος τους θα έκρυβε τον ήλιο. Ως

τότε η φάλαγγα είχε δοκιμαστεί μόνο στις περιορισμένες συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, όμως όσον αφορά μια Αυτοκρατορία, προκειμένου να επιβιώνει

πρέπει διαρκώς να επεκτείνεται, κι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να αγνοούν όσοι διαβιούν στα όριά της. Η απειλή αυτή, θα αναγκάσει τους αμυνόμενους

Σπαρτιάτες του Λεωνίδα στην -πιο γνωστή ίσως- υιοθέτηση μιας βασικής ασύμμετρης τακτικής απ’ την μεριά των αμυνομένων: την επιλογή προνομιούχου πεδίου μάχης,

συγκεκριμένα στο στένωμα των αρχαίων Θερμοπυλών (αφού τα Τέμπη προηγουμένως αποδείχθηκαν ακατάλληλα λόγω ύπαρξης παραλλήλων περασμάτων που θα έδιναν στους

Πέρσες δυνατότητα περικύκλωσης). Η μάχη σε στενά περάσματα ανατρέπει προσωρινά το αριθμητικό πλεονέκτημα ενός πολλαπλάσιου εχθρού.

Ωστόσο, οι εγγενείς αδυναμίες της φάλαγγας, ανάγκασαν τους αμυνόμενους σε μια κατάβαση προς τα πεδινά, μιας και ένας συμπαγής σχηματισμός δεν μπορεί να

κρατηθεί σε ανώμαλο έδαφος, αφού γρήγορα θα δημιουργηθούν κενά στην πρώτη γραμμή του, επιτρέποντας στον εχθρό να την διεμβολίσει. Στην πραγματικότητα, η

αποτελεσματικότητα της φάλαγγας ήταν άμεση συνάρτηση της ικανότητάς της να μην “σπάει” στη σύγκρουση. Καθώς αποτελούταν από γραμμές οπλιτών, παρατεταγμένων ο

ένας δίπλα στον άλλον (“ώμο με ώμο”, κρατώντας στο δεξί το δόρυ και στο αριστερό την ασπίδα, ο καθένας προστατεύεται έτσι από τον διπλανό του), φορτωμένων

βαρύτατο οπλισμό, με τις ατομικές αισθήσεις (ακοή, όραση) απόλυτα περιορισμένες, η κεντρική λειτουργία της ήταν να “σπρώχνει” τον εχθρό προς τα πίσω (η πρώτη

σειρά, με τις ασπίδες της), και να κρατά τη θέση της. Η πρώτη παράταξη που θα υφίστατο ρήγμα, θα αναγκαζόταν σε υποχώρηση. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η

λιποταξία του πρώτου οπλίτη ήταν καθοριστική, μιας και αλυσιδωτά οδηγούσε σε άτακτη φυγή των συμπολεμιστών του που θα εγκατέλειπαν κάθε κουράγιο μπρος σ’ ένα

τέτοιο θέαμα. Εγκαταλείποντας κατά μόνας την μάχη, υπέφεραν τελικά και τις περισσότερες απώλειες, καθώς πλαγιοκωπούνταν απ’ τις επελαύνουσες δυνάμεις του

εχθρού, με μικρά ξίφη, είτε -σπανιότερα- ιππείς. Μια οργανωμένη υποχώρηση της φάλαγγας ενδεικνυόταν σε περίπτωση ήττας, περιορίζοντας τις αιχμαλωσίες ή

απώλειες συμπολεμιστών. Είναι γεγονός πάντως, πως ο βαρύς οπλισμός καθιστά προβληματική την καταδίωξη υποχωρούντων, κι έτσι ο νικητής συνήθως αναδεικνυόταν

χωρίς τον εκμηδενισμό του αντιπάλου.

Φυσικά, αυτή η πραγματικότητα αντιπροσωπεύεται και σε μια συγκεκριμένη πολεμική ηθική της εποχής, που υμνούσε τον συμπολεμιστή που μες τη φωτιά της μάχης,

κερδίζει την εμπιστοσύνη των διπλανών του με το κουράγιο και τη δύναμή του. Ένας λόγος που οι φάλαγγα δεν έσπαγε συχνά, ήταν ότι αποτελούταν από οπλίτες απ’

τον ίδιο δήμο ή κώμη, μέλη φιλικών οικογενειών ή και συγγενών, καθώς πολεμά κανείς καλύτερα για απτές σχέσεις παρά για αφηρημένα ιδανικά ή ανταμοιβές. Μια

εξέλιξη αυτής της παραμέτρου μπορεί να εντοπιστεί στον θηβαϊκό Ιερό Λόχο, που βασιζόταν στις ερωτικές σχέσεις μεταξύ ανδρών κι εφήβων αγοριών. Έτσι, η πίεση

και η πειθαρχία του οπλίτη δεν είναι πια ενώπιων ενός απλού συμπολίτη του, αλλά του ίδιου του αγαπημένου του. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Ιερός Λόχος,

αποτελούμενος από 150 ζευγάρια εραστών οπλιτών, κατόρθωσε σαρωτική νίκη απέναντι σε υπέρτερους Σπαρτιάτες, ενώ παρέμεινε αήττητος για 35 χρόνια έκτοτε. Η

νίκη αυτή έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Η σπαρτιατική φάλαγγα, θεωρούταν το αποκορύφωμα της μορφής αυτής, τόσο ως προς την πειθαρχία όσο και την προσωπική

εκγύμναση που καταλάμβανε ολόκληρη τη ζωή των Σπαρτιατών, που κυλούσε στη σκιά του φόβου μιας πιθανής εξέγερσης των ειλώτων. Μια παρασιτική τάξη που

βασίζεται μόνο στη βία, είναι αναγκασμένη να στρέψει την ίδια βία ενάντια στον εαυτό της προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία. Μια τέτοια τάξη κάνει φανερό

το παράλογο που υπάρχει στην κατεστημένη κοινωνική οργάνωση, αλλά και των δυνατοτήτων που θα απελευθερώνονταν με την κατάργησή της.

Μια άλλη τακτική που εφαρμοζόταν, αφορούσε το ψυχολογικό και ηθικό επίπεδο. Σχεδόν τελετουργικά, γι αρκετή ώρα πριν τη σύγκρουση, οι δυο δυνάμεις παρέμεναν

αντιμέτωπες, φωνάζοντας ιαχές (συνθήματα) ή τραγουδώντας πολεμικούς παιάνες, προσπαθώντας να παραλύσουν τον αντίπαλο, εκφοβίζοντάς τον με την τρομερή όψη

τους (περικεφαλαίες, κεφάλια μεδουσών και τεράτων που κοσμούσαν τις ασπίδες), και να καταβάλλουν το ηθικό του. Περιστατικά ακούσιας αφόδευσης, ούρησης και

ναυτίας ήταν συχνά σ’ αυτήν τη ψυχολογική δοκιμασία. Ο Πλούταρχος αναφέρει χαρακτηριστικά την κοροϊδία των εχθρών του Αράτου, που καταβαλλόταν από κράμπες

και ζαλάδες, κάθε φορά που άκουγε το εναρκτήριο λάκτισμα της μάχης. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ για τον Άρατο τον Σικυωνέα, ότι έκανε πράξη μια γνωστή

παρατήρηση του κινέζου Σουν Τσου στην “Τέχνη του Πολέμου” του, να κερδίζει πολέμους δίχως να χρειαστεί να κατεβεί στην μάχη, να πολεμήσει.

“Ο πόλεμος είναι δίκαιος, όταν είναι αναγκαίος. Στα όπλα καταφεύγει κανείς όταν δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα αλλού”…
“…Ποτέ μην καταφέρεις ένα μόνο τραύμα στον εχθρό”.
-Ν. Μακιαβέλι

Εισβάλλοντας νύχτα στην πατρίδα του πηδώντας πάνω από τα τείχη με κλεμμένες σκάλες, ξεσηκώνει τον κόσμο εναντίον της τυραννίας, ανακηρρύσοντας ίσα δικαιώματα

για όλους. Κερδίζει τον δημοκρατικό πληθυσμό της Αχαϊκής Συμπολιτείας που τον αναδεικνύει σε ηγέτη του, και ολόκληρης της Πελοποννήσου, παρότι θα ηττηθεί δυο

φορές στη σειρά από τους Σπαρτιάτες υπό τον βασιλιά Κλεομένη. Θα ελευθερώσει την Κόρινθο σκαρφαλώνοντας νύχα ξανά, στον Ακροκόρινθο και παίρνοντας με το

μέρος του τον πληθυσμό. Αφαιρώντας τα κοινωνικά ερείσματα της ισχυρής μακεδονικής φρουράς, την αναγκάζει σε υποχώρηση, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στη

σύγκρουση μαζί της. Λίγα χρόνια αργότερα θα απελευθερώσει απ’ τους Μακεδόνες και την Αθήνα, καταφέρνοντας να εξαγοράσει τη φρουρά του Πειραιώς. Παρόλες αυτές

τις θεαματικές επιτυχίες όμως, η οικονομική και πολιτική δομή των Μακεδόνων παρέμενε αλώβητη, εξασφαλίζοντάς τους το πάνω χέρι, κι έτσι ο Φίλιππος ο Έ θα

βγάλει εύκολα απ’ την μέση τον ενοχλητικό Άρατο, δολοφονώντας τον στα 213 πχ.

“Κάθε πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση. Όταν είμαστε έτοιμοι να επιτεθούμε, πρέπει να δείχνουμε ανίκανοι, όταν εξαπολύουμε τις δυνάμεις μας, πρέπει να

μοιάζουμε αδρανείς. Όταν πλησιάζουμε τον στόχο μας, πρέπει να κάνουμε τον εχθρό να πιστεύει ότι είμαστε μακριά. Όταν απέχουμε, να τον εξαπατούμε πως είμαστε

δίπλα του.”
-Σουν Τσου

Η τελευταία τακτική, που δοκιμάστηκε στην Μάχη του Μαραθώνα (490 πχ) από τον Μιλτιάδη, αφορά την ίδια την παράταξη της φάλαγγας. Έναντι ενός πολυπληθέστερου

στρατεύματος της (περσικής) Αυτοκρατορίας, παρατάσσει μια δύναμη με ενισχυμένα άκρα, τα οποία περικυκλώνουν και πλαγιοκοπούν τον εχθρό, ενώ αυτός εμπλέκεται

σε μια κατά μέτωπον επίθεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ η τακτική της μικρότερης δύναμης δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί στην απώθηση του αντιπάλου, στο

σπάσιμο του ηθικού του, από την μεριά της Αυτοκρατορίας υπάρχει πάντοτε κάθε θέληση να μετατραπεί η μάχη σε ανθρωποσφαγή. Οι υπήκοοι είναι αναλώσιμοι, ενώ οι

εχθροί μετρημένοι. Μια άλλη καινοτομία σ’ αυτό το πεδίο θα εφαρμοστεί στην Μάχη των Λεύκτρων (371), με τη Λοξή Φάλαγγα των Θηβαίων υπό τον Επαμεινώνδα,

εναντίον των  Σπαρτιατών. Ενώ το κυρίως σώμα της φάλαγγας είναι εμφανώς αδύναμο, το ενισχυμένο αριστερό άκρο της εμβολίζει τον αντίπαλο. Το υπόλοιπο σώμα

απλά κρατάει τη θέση του, εμποδίζοντας τον αντίπαλο να προχωρήσει διαφεύγοντας την επίθεση. Η κατάκτηση των -εξαντλημένων απ’ τον Πελοποννησιακό και

Κορινθιακό πόλεμο- πόλεων-κρατών απ “τον μακεδονικό χρυσό” (κατά τον Πλούταρχο), σηματοδοτεί κι ένα ξεπέρασμα της κλασσικής φάλαγγας από την μακεδονική, που

χρησιμοποιώντας μακρύτερα δόρια (“σάρισσες”) και μικρότερες ασπίδες, καταφέρνει μια πολύ μεγαλύτερη σύμπτηξη της φάλαγγας που εξασφαλίζει αδιαπέραστη άμυνα

απέναντι στον εχθρό. Επίσης, η πιο εκτεταμένη χρήση τοξοτών, ιππικού, και μετά τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου, ελεφάντων, επιστρατεύονται στην πρόκληση

σύγχυσης στον αντίπαλο, που κάμπτει τα αντανακλαστικά και τις επιθετικές δυνατότητές του. Η ήττα των Μακεδόνων (υπό τον Φίλιππο Έ) στις Κυνός Κεφαλές το 197

πχ, αποτελεί για τον ιστορικό Πολύβιο το καλύτερο παράδειγμα της ανωτερώτητας της ρωμαϊκής λεγεώνας επί της φάλαγγας. Είναι γεγονός ότι μια οργανωμένη και

συμπαγής παράταξη μάχης, πάντα ηττάται από μια καλύτερα οργανωμένη κι εξοπλισμένη ανάλογή της, πόσο μάλλον όταν αυτή στηρίζεται από μια Αυτοκρατορία.

Αυτοκρατορία που γονάτισε στρατιωτικά μόνο μπρος στις ανορθόδοξες τακτικές των νομαδικών φυλών, και μόνο αφού προηγουμένως είχε αποσυντεθεί σ’ έναν

εκτεταμένο εμφύλιο πόλεμο. Από μόνος του ένας πολλαπλασιασμός των Βαρβάρων, αυτών δηλαδή που δεν μετέχουν στην κοινότητα του κράτους, είναι μόνο ενδεικτικός

της κρίσης στην οποία τίθεται η κοινότητα αυτή, κι όχι καταλύτης της. Χωρίς την ικανότητα να συγκροτηθούν οι ίδιοι σε κοινότητα, χωρίς τις θεωρίες που θα

ρίξουν σαν στρατιωτικές μονάδες στην μάχη την κατάλληλη στιγμή, χωρίς τη δημιουργία μιας ανώτερης κοινωνικής οργάνωσης, οι ίδιες οι εχθροπραξίες ως τακτικές

στερημένες από μια στρατηγική, δεν μπορεί παρά να αναπαριστούν έναν κίνδυνο που η Αυτοκρατορία γνωρίζει ότι δεν διατρέχει.

Η δύναμή μας, δεν μπορεί να μετρηθεί με τη δύναμη που εξαπολύουμε προς τον αντίπαλο, αλλά με αυτήν που μας φέρνει απέναντί του. Γνωρίζουμε τί φέρνει αυτόν

απέναντί μας. Μένει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.

Michael: Είδαμε κάτι περίεργο στη διαδρομή (στην προεπαναστατική Κούβα). Είχαν πιάσει μερικούς αντάρτες, κι ένας τους, για να μη συλληφθεί, απασφάλισε μια

χειροβομβίδα που έκρυβε στο σακάκι του. Πήρε και το λοχαγό της διμοιρίας μαζί του.
Καλεσμένος: Αχ, οι αντάρτες είναι τρελλοί!
Michael: Ίσως, αλλά οι στρατιώτες πολεμούν γιατί πληρώνονται, οι αντάρτες όχι.
Hyman Roth: Τί σου λέει αυτό;
Michael: Μπορούν να νικήσουν.

Σκηνή από τον “Νονό ΙΙ”