Αφγανιστάν: μια οπιούχα κοινωνική ιστορία

Αφγανιστάν: μια οπιούχα κοινωνική ιστορία

Αν η ιστορία του Αφγανιστάν ήταν ιστορία ενός πράγματος, αυτό θα ήταν η τέχνη του να κάνεις το δύσκολο όταν το κεφάλαιο προσπαθεί να σε ρίξει: Ένας πληθυσμός κατά κύριο λόγο αγροτών και βιοτεχνών μικροϊδιοκτητών που περιγελά τις χαρές της μισθωτής σκλαβιάς. Επιδρομές και βομβαρδισμοί εξωτερικών εχθρών (ενίοτε με την αρωγή της αφγανικής κυβέρνησης) που αποτυγχάνουν να πατάξουν το λαθρεμπόριο που διεξάγεται απ’ τους ανθρώπους των βουνών. Εμφύλιοι πόλεμοι και ο περιορισμένος φυσικός πλούτος της σοδειάς καθιστούν την (μη σχετική με ναρκωτικά) βιομηχανική γεωργεία αδύνατη. Συμμορίες των βουνών που συλλέγουν φόρους από όλες τις πλευρές σε αντάλλαγμα για την προστασία τους, κάνουν τους φοροεισπράκτορες του κράτους να πρασινίζουν από ζήλεια. Λεπτομερείς σχεδιασμοί κοινωνικής μηχανικής για τη διαίρεση της χώρας σε βόρεια (πετρέλαιο, αέριο και ορυκτά) και νότια (φθηνή εργασία) ζώνη επιρροής, πατούν στο έδαφος εθνικών/φυλετικών/θρησκευτικών διαφορών. Παρόμοια με τα κολομβιανά Communeros (κοινά αγροκτήματα), τα Minga (γιορτές της γης όπου οι αγρότες καλλιεργούσαν όλοι τα κτήματα όλων), και τη Ρωσσική Ομπσίνα (αγροτική κοινότητα/κομμούνα), τα αυτόνομα από άποψη επάρκειας τοπικά αφγανικά Τζίργκα (πλέον στερημέν από κάθε συλλογική κοινοτική δομή) αποδεικνύονται ως ένα εξαιρετικό ανάχωμα στην “πρόοδο”. Η δύναμή τους είναι αντιστρόφως ανάλογη της ισχύος της κεντρικής κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, η μικρή υπεραξία που είναι σε θέση να εξασφαλίζει το κράτος κάνει την κατάκτηση της εξουσίας μια πύρρειο νίκη. Το κεφάλαιο σχεδον τα χει παρατήσει με τη δημιουργία σύγχρονων υποδομών κυριαρχίας στο Αφγανιστάν, ενώ αντίθετα προσπαθεί να διεισδύσει στις “κοινοτικές” παραδόσεις.

Αν η ιστορία του Αφγανιστάν ήταν ιστορία ενός πράγματος, αυτό θα ήταν το αντεπαναστατικό ξεπούλημα που έγινε γνωστό ως “Κογκρέσσο των Λαών της Ανατολής” (Σεπτέμβρης 1920, Μπακού). Μέσω του Κογκρέσσου αυτού, η υπαγωγή των συμφερόντων του προλεταριάτου στο μπολσεβικικό-καπιταλιστικό κράτος εξασφαλίστηκε. Στην ουσία, το συνέδριο αυτό σκόπευε να εξασφαλίσει υποστήριξη (διατροφική καθώς και στρατιωτική), μεταξύ του προλεταριάτου της εποχής, για το πατρικό ρωσσικό κράτος. Οι μπολσεβίκοι επέδειξαν αβυσσαλέο οππορτουνισμό στη διάρκεια του Κογκρέσσου, καλώντας σε μια Ιερή Τζιχάντ για τη σωτηρία της ΕΣΣΔ, ενώ αποδέχθηκαν το Κοράνι ως πολιτική πλατφόρμα. Η Σάρια (ο ισλαμικός νόμος) πιστοποιήθηκε ως υποστηρικτικός της κοινοκτημοσύνης της γης και η Ουάκφα (κουλτούρα της φιλανθρωπίας/δωρεάς, στην καλύτερη ένας διαταξικός μηχανισμός αναδιανομής πλούτου μεταξύ της ισλαμικής “εκκλησίας” και του κράτους) χαιρετίστηκε ως μια αυθεντική κατάκτηση για τους φτωχούς. Οι λιγοστοί διαφωνούντες αυτής της πολιτικής ταξικής συνεργασίας πολέμησαν για μια μάχη ήδη χαμένη. Ο Narbutabekov αποχώρησε αποκαλώντας τους Λένιν, Τρότσκυ, Ζηνόβιεβ και Ράντεκ ανόητους, και ο John Reed άσκησε κριτική στην μπολσεβικική δημαγωγία. Όμως η στάση του Μ. Ν. Roy μάλλον ήταν η πιο διαυγής. Είδε το συνέδριο ως αυτό που ήταν και πολύ απλά αρνήθηκε να συμμετάσχει.

Αν η ιστορία του Αφγανιστάν ήταν ιστορία ενός πράγματος, θα ήταν η ιστορία της διάκρισης του Ιμπν-Χαλντούν μεταξύ της Ασαμπίγια (η παραδοσιακή αλληλεγγύη των φυλών) και της Ούμμα (η πλαστή ισλαμική ιδεατή κοινότητα). Σταδιακά, ένα κύμα μουσουλμάνων αγροτών ενσωματωνόταν στα αστικά κέντρα της εξουσίας, που είχε στο μεταξύ γίνει “αδύναμη” λόγω διαφθοράς, στατικότητας και της απώλειας του παλιού πολεμικού πνεύματος. Καθώς ο κρατικός πλούτος χωρίστηκε μεταξύ των νικητών, οι αφέντες των πόλεων μπήκαν σ έναν νέο κύκλο παρακμής μέχρι που με τη σειρά τους ανατράπηκαν από το επόμενο κύμα πουριτανών “αδιάφθορων”. Μέχρι να φανεί στον ορίζοντα μια νίκη επί ενός κοινού εχθρού (της ΕΣΣΔ είτε της αριστοκρατίας της Καμπούλ), όλες οι φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές επιπλοκές αναδύονται στην επιφάνεια. Επικρατεί ένας κατακερματισμός και επανεγκαθιδρύεται η ισορροπία. Οι ταλιμπάν είναι σήμερα (2001) ακριβώς σ’ αυτή τη φάση αποσύνθεσης.

Αν η ιστορία του Αφγανιστάν ήταν η ιστορία ενός πράγματος, αυτό θα ήταν το όνειρο του Σουλτάν Γκαλίεβ, ενός μουσουλμάνου Τάταρου που ενώθηκε με τους μπολσεβίκους τον Νοέμβρη του 1917, και δούλεψε στην “Λαϊκή Επιτροπή για τις Εθνικότητες” του Στάλιν. Για τον Γκαλίεβ, οι “μουσουλμανικές κοινωνίες” ήταν συλλογικά καταπιεσμένες (με την εξαίρεση ελάχιστων μεγαλοϊδιοκτητών και κάποιων αστικών στοιχείων). Κατά συνέπεια, οραματίστηκε μια μικροαστική ηγεσία για το νέο Μουσουλμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα του. Πίστευε ότι η έμφαση της Κομιντέρν στη Δύση ως ατμομηχανή της παγκόσμιας επανάστασης ήταν λανθασμένη. Αργότερα προωθούσε μια Αποικιακή Κομμουνιστική Διεθνή για τις μη-βιομηχανοποιημένες χώρες σε αντιπαράθεση τόσο με τη “Δύση” όσο και με το ρωσσικό σωβινισμό. Πολλοί από τους σημερινούς Μοτζαχεντίν δεν είναι παρά πιο αντιδραστικές εκδοχές του Σουλτάν Γκαλίεβ. Από τη στιγμή που οι μπολσεβίκοι έπαψαν να τον χρησιμοποιούν ενάντια στον Κόλτζακ, οι ανορθόδοξες απόψεις του έγιναν ενοχλητικές. Δολοφονήθηκε στα 1940 πιθανότατα με εντολή του Στάλιν.

Αν η ιστορία του Αφγανιστάν ήταν η ιστορία ενός πράγματος, θα ήταν το γεγονός ότι στα 1980 οι αφγανοί μουλλάδες μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να έρθουν σε μια συνθηκολόγηση με την άρχουσα τάξη της ΕΣΣΔ (στην πραγματικότητα πολλοί απ’ αυτούς το έκαναν!). Όσο κι αν αρκετοί πίστευαν στον “αντι-αποικιακό” αγώνα, η πλοκή του έφερε τρία άμεσα αποτελέσματα: Καταρχήν, ο πόλεμος κατέστρεψε τους τεχνίτες, τους υφαντουργούς, τους βοσκούς και τους αγρότες. Η παραδοσιακή βάση της ισχύος των μουλλάδων συρρικνωνόταν και πεταγόταν στο περιθώριο. Νέες κοινωνικές συμμαχίες έπρεπε να σχηματιστούν για να εξασφαλίσουν τα ταξικά προνόμια των μουλλάδων. Επίσης, το αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα παρείχε την τέλεια κάλυψη για την ρευστοποίηση των ανταγωνιστών. Το ιερατείο των σούφι (γερουσία) με την μασωνική ιεραρχία του, καθοδήγησης και μέσα από “χάρες” μεταξύ πιστών, γαιοκτημόνων, προεστών χωριών, και κυβερνητικών στελεχών αποτέλεσαν τα σιωπηλά θύματα διαφόρων κυμάτων ισλαμικής ενσωμάτωσης. Η αριστοκρατία Παστούν, άρχισε να χάνει την ηγεμονία τους προς την νέα ελίτ “πνευματικών ισλαμιστών, μουλλάδων, και μικρο-πολέμαρχων του Αφγανιστάν”, και στα 1990 αυτή η ομάδα με τη σειρά της περιθωρειοποιήθηκε από τους (κυρίως Παστούν) νεο-φονταμενταλιστές διανοούμενους μεταξύ των μεταναστών στο Πακιστάν. Το κίνημα των Ταλιμπάν, σηματοδοτούσε την νίκη του άξονα ΗΠΑ-Πακιστάν -μέσω των μεταναστών-, επί του άξονα ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας -εκφρασμένου μέσω των αστών ισλαμιστών διανοουμένων. Η πρόσφατη δολοφονία του Αχμάντ Σαχ Μασούντ συμπληρώνει αυτή την φάση. Τέλος, η αντι-αποικιακή τζιχάντ κατάφερε να αποφύγει το ρίσκο μιας αγροτικής μεταρρύθμισης και να αποπροσανατολίσει την προλεταριακή δυσαρέσκεια προς πιο ασφαλείς εναλλακτικές. Το ιερατείο βγήκε από την νίκη επί της ΕΣΣΔ ενισχυμένο και πιο ικανό να επιβάλει τη σύγχυση επί των προλεταριακών/αγροτικών διεκδικήσεων.

Αν η ιστορία του Αφγανιστάν είναι η ιστορία ενός πράγματος, αυτό είναι η προτίμηση του κεφαλαίου στα ναρκοπέδια για τη περίφραξη παρά στο πιο παραδοσιακό συρματόπλεγμα (20/25 αφγανοί σκοτώνονται/τραυματίζονται καθημερινά περνώντας από ναρκοπέδια). Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Μέσης Ανατολής χρησιμοποίησαν τον τεράστιο πλούτο τους για μια ταχύτατη αστικοποίηση. Σύντομα μηχανεύτηκαν δυο τρόπους καπιταλιστικής κυριαρχίας: μια τυπική κυριαρχία στις αγροτικές περιοχές και μια πραγματική κυριαρχία στις πόλεις. Στερημένο από εύκολα “πετρο-δολλάρια” και αντιμέτωπο με μια πιο σκληρή αντίσταση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, το αφγανικό κράτος μπόρεσε να διαχειριστεί μια επισφαλή τυπική κυριαρχία σε ορισμένες αστικές ζώνες, ενώ οι μη προσβάσιμες αγροτικές περιοχές συντηρούν “προ-καπιταλιστικές” κοινωνικές σχέσεις. Ο πόλεμος ενάντια στην ΕΣΣΔ οδήγησε σε μια νέα επιχειρηματική ελιτ στην επαρχία, που κατά ειρωνικό τρόπο είναι πιο “προχωρημένη” απ’ την ανταγωνιστική της των πόλεων (Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν είναι ένα τέτοιο παράδειγμα). Αυτή η “Γερουσία των βουνών” είναι χωμένη μέσα στο διεθνές κύκλωμα του κεφαλαίου που σχετίζεται με τη διανομή των όπλων, των εφοδίων, της ανθρωπιστικής βοήθειας και των ναρκωτικών. Επιπλέον, σε περιόδους ειρήνης, η προσοχή τους είναι στραμένη στην κερδοσκοπία του real estate (παρόμοιες δραστηριότητες με των πολέμαρχων κατά την ανοικοδόμηση της Βηρυττού).

Αν η ιστορία του Αφγανιστάν είναι ένα και μόνο πράγμα, αυτό είναι συνδυαζόμενα μοντέλα πολεμικών επιχειρήσεων: φυλετικός πόλεμος, Τζιχάντ και μοντέρνος πόλεμος (και τώρα πια μετα-μοντέρνος πόλεμος;). Ο φυλετικός πόλεμος σηματοδοτείται από μια ενότητα (εκ των πραγμάτων ιεραρχική συνήθως), που κατευθύνεται ενάντια στον κρατικό σχηματισμό (την πολιτική κοινωνία). Οι στρατιώτες παρουσιάζονται και παρελαύνουν, αναμετρήσεις και υποχωρήσεις διεξάγονται μέσα σε κάποια όρια, τις περισσότερες φορές η μάχη αποφεύγεται εξ ολοκλήρου, ενώ αν δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, τότε διεξάγεται σ ένα συγκεκριμένο χρόνο και με τις ελάχιστες απώλειες. Η Τζιχάντ από την άλλη, είναι η έκφραση μιας αστικής κοινωνίας (καλυμένης πίσω από μια κίβδηλη θρησκευτική ενότητα) σε αναζήτηση πολιτικής εξουσίας. Η Ασαμπίγια (η φυλετική αλληλεγύη) σπάει για το συμφέρον της Ούμμα (Ιδεατή ψευτο-κοινότητα όλου του Ισλάμ). Οι φυλετικές εμμονές με τη συμμετρία και την ισορροπία δυνάμεων δεν ισχύουν πια. Η Σάρια και η πειθαρχία επιβάλλονται μέσω της Τζιχάντ. Στον μοντέρνο πόλεμο, η αστική κοινωνία καταπιέζεται προσωινά (πχ η AFL-CIO αποφάσισε να αναβάλει τις διαδηλώσεις της στις ΗΠΑ, ενώ ο Bush επιτέθηκε στις ΜΚΟ χαρακτηρίζοντάς τες μέτωπα τρομοκρατών), για χάρη μιας ολοκληρωτικής κινητοποίησης της πολιτικής κοινωνίας. Ο ολικός πόλεμος δεν αναγνωρίζει σύνορα, είτε στον χώρο, είτε στο χρόνο, είτε μεταξύ ομάδων του πληθυσμού. Το Αφγανιστάν έχει αποδειχτεί να είναι καταβόθρα τέτοιων επαγγελματικών, πειθαρχημένων στρατών, όπως θα μπορούσαν να διαβεβαιώσουν το ρωσσικό και το βρετανικό κράτος. Οι στρατηγοί του πενταγώνουν το γνωρίζουν αυτό, κι αυτός είναι ο λόγος που πιέζουν προς ένα νέο μοντέλο πολέμου: το μετα-μοντέρνο, συνδυάζοντας μεθόδους αστυνόμευσης και επιδρομές κομάντο με υψηλής τεχνολογίας συστήματα πληροφοριών και δημόσιες σχέσεις. Το σύγχρονο πρόσωπο του αμερικανικού στρατού βρήκε την αιχμή του ενάντια στους ταλιμπάν, ενώ οι οπιούχεχς παρενέργειές του κατευθύνονταν εναντίον όλων μας σε έναν κυβερνο-πόλεμο που περιλάμβανε τα πιο σύγχρονα εργαλεία προπαγάνδας.

(Afghan Series, Number 1)

20.9.2001

Μελαγχολικοί Τρωγλοδύτες

πηγή: Revolt Against An Age Of Plenty

***

Βλ. ακόμα:

Πακιστάν: Μουμιοποίηση του ταξικού αγώνα; – Melancholic Troglodytes

Η Κρίση του Αφγανιστάν και ο μετασχηματισμός του αστικού δικαίου – Melancholic Troglodytes