Για το αυτόνομο κίνημα στην Ισπανία

negras tormentas

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε ως εισαγωγή σε μια επανέκδοση των προκηρύξεων των “Αυτόνομων Ομάδων” που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Η δεκαετία του 1970 θα βρει την Ισπανία σε κατάσταση απελπιστικής φτώχειας και διεθνούς απομόνωσης, ως συνέπεια της υποστήριξης του Φράνκο στις δυνάμεις του άξονα –Γερμανία και Ιταλία- κατά τον ΄Β παγκόσμιο πόλεμο, να διέρχεται μια δριμεία πολιτική κρίση, υπό το φως της παγκόσμιας ενεργειακής και οικονομικής ύφεσης του ‘70, αποτέλεσμα της αδυναμίας του καπιταλισμού να διαχειριστεί την γενικευμένη προλεταριακή απειθαρχία. Μπρος στον κίνδυνο της αποσταθεροποίησης και κυρίως μιας αναζωπύρωσης της εργατικής αγωνιστικότητας που έκανε τα πρώτα της θαρραλέα βήματα μετά την ηθική και φυσική εξόντωση του μαχητικού προλεταριάτου κατά τον ισπανικό εμφύλιο, κάθε εξουσία μέσα στο φρανκικό καθεστώς θα πιεστεί να λάβει τα μέτρα της. Η καθολική εκκλησία, αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το φασιστικό κράτος και τους μηχανισμούς του (από την εκπαίδευση μέχρι παραστρατιωτικά σώματα), θα μεσολαβήσει μιας αποκατάστασης των σχέσεων με τη δύση, ενώ ο Φράνκο θα παραχωρήσει στρατιωτικές βάσεις στις ΗΠΑ και θα από-κρατικοποιήσει σταδιακά τη βιομηχανία που μαζί με τον τουρισμό γνωρίζουν ραγδαία ανάπτυξη, χάρη στην εισροή ξένου κεφαλαίου.

Ωστόσο, η αναπτυσσόμενη επιχειρηματική αστική τάξη, θα συγκεντρώσει στις μεγαλουπόλεις εκτός από κεφάλαιο (εις βάρος των παλιών γαιοκτημόνων που αποτελούσαν προπύργιο του φρανκικού καθεστώτος), την άρνησή του: Εργάτες, συνήθως φερμένοι από τη ρημαγμένη απ’ τον εμφύλιο ιβηρική επαρχία (μια μορφή πλεονάσματος εργασιακής δύναμης) για να στελεχώσουν την διογκώμενη βιομηχανία της Μαδρίτης, των Αστουριών, της Βαρκελώνης ή του Μπιλμπάο. Χαμηλόμισθοι, “ευέλικτοι”, παραπηγμένοι σε κακοφτιαγμένα γκέτο κοντά στις βιομηχανικές ζώνες, έρχονται γρήγορα σε επαφή μεταξύ τους ώστε να αντιμετωπίσουν κοινά ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας τους, και σχηματίζουν εργοστασιακές συνελεύσεις.

Αυτές οι πρώτες απόπειρες συλλογικοποίησης θα αποκρυσταλλωθούν στο άτυπο δίκτυο των Εργατικών Επιτροπών (Οι λεγόμενες CC.OO: Comisiones Obreras) που κινούνται έξω από το (μοναδικό) νόμιμο φρανκικό συνδικάτο CNS. Αυτός ο δυϊσμός σήμαινε ότι μια εργατική κινητοποίηση δεν είχε παρά δυο πιθανότητες: είτε να υποταχθεί στους συμβιβασμούς του κρατικού φασιστικού συνδικάτου, είτε να οδηγηθεί προς μια άγρια (εξω-συνδικαλιστική) απεργία και σύγκρουση. Έτσι, στα 1962-65 θα πολλαπλασιαστούν οι εργατικές επιτροπές, ιδιαίτερα μεταξύ των ανθρακωρύχων των Αστουριών, ενώ βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και άγριες απεργίες (ιδιαίτερα στη Βαρκελώνη) αποτελούσαν γεγονότα που ενεδρεύανε καθημερινά.

Ωστόσο, το κίνημα αυτό, λειτουργώντας βάσει μιας αόριστης ενωτικότητας, θα διαβρωθεί γρήγορα (1965-68) από τα στελέχη του ισπανικού κομμουνιστικού κόμματος και σε δεύτερο πλάνο τους σοσιαλδημοκράτες (μόνο οι σταλινικοί του ισπανικού ΚΚ είχαν έναν δικό τους κομματικό μηχανισμό στα χρόνια του Φράνκο, ολόκληρο το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα, από τους δημοκράτες αστούς μέχρι την αριστερά προήλθε από το κουφάρι του φασιστικού κρατικού μηχανισμού). Αυτό είχε ως συνέπεια την αποξένωση της επίσημης εκπροσώπησης των επιτροπών από την εργατική βάση, και την μετατροπή της σε μια κλίκα ειδικών των διαπραγματεύσεων, για να τραπεί τελικά σε μια νομιμόφρονα αστικοδημοκρατική τροχιά (κοινοβουλευτισμός), και να καταστεί ένα όργανο επίδειξης ισχύος του κομμουνιστικού κόμματος (PCE). Ορισμένοι κύκλοι εργαζομένων θα θελήσουν να βρουν διέξοδο απ’ τον εκφυλισμό αυτόν, δημιουργώντας νέες εργατικές επιτροπές, οι οποίες πλέον δραστηριοποιούνταν ταυτόχρονα πίσω στις γειτονιές και στην καθημερινή ζωή των εργατών: οι Αυτόνομες Εργατικές Ομάδες, που ιδίως στη Βαρκελώνη θα τεθούν ανοιχτά εναντίον των κομματικών και κάθε οργάνωσης που αποξενώνει και διαχωρίζει την εργατική τάξη.

Από την άλλη, καθώς η διεθνής κρίση επιδεινώνεται και η ισπανική πεσέτα υποτιμάται διαρκώς, το καθεστώς επιδιώκει ένα πισωγύρισμα στον κρατικό παρεμβατισμό (προτεξιονισμός) εισάγοντας έναν νέο παράγοντα στη διαμάχη μεταξύ των επιχειρηματικών συμφερόντων και της κρατικής γραφειοκρατίας του Φράνκο, ενώ τα σημάδια της προλεταριακής άρνησης που χαρακτήριζε τις περισσότερες καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες κάνουν την εμφάνισή τους παντού: Σαμποτάζ, κοπάνες και καθυστέρηση της παραγωγής, κλοπές και λεηλασίες σούπερ-μάρκετ, απειθαρχία στην εργασία, στα σχολεία, στο στρατό, γενικευμένη παραβατικότητα και βανδαλισμοί, ξυλοδαρμοί εθνικιστών και απεργοσπαστών, άρνηση του καταναλωτισμού, απαξίωση της ηθικής της εργασίας, καταλήψεις εργοστασίων και εργατικές συνελεύσεις, άγριες απεργίες και συγκρούσεις. Το χάος ανθεί…

Σ’ αυτή την ευφορία θα γεννηθεί το Ιβηρικό Κίνημα Απελευθέρωσης (MIL ή «1000») στα 1972, ως Αυτόνομες Ομάδες Μάχης (Grupos Autonomos de Combate), προκειμένου να υποστηρίξει την «αυτόνομη δράση της εργατικής τάξης», μεταξύ άλλων μέσα από την έκδοση και διανομή θεωρητικών και πρακτικών κειμένων σε χιλιάδες μπροσούρες που αυτό-χρηματοδοτούνταν από ληστείες τραπεζών κλπ. Πρόκειται για μια περίοδο που εκτυλίσσονται εκπληκτικοί προλεταριακοί αγώνες σε ολόκληρη την Ισπανία. Από τις εργατικές συνελεύσεις εκδιώκονται στελέχη κομμάτων και οργανώσεων, ενώ βίαιες οδομαχίες και ένα πνεύμα άρνησης της εργασίας δίνουν τον τόνο. Οι αγωνιστές του MIL διαμορφώνονται κάτω από την επίδραση του γαλλικού Μάη του ’68 τα συνθήματα του οποίου διαδίδονται ταχύτατα σ’ αυτό το κλίμα χλευασμού των ρεφορμιστικών μικρο-γραφειοκρατιών που φιλοδοξούν να εντάξουν το κίνημα στα προγράμματά τους. Στοχεύουν στην όξυνση των προλεταριακών αγώνων, «με το λόγο και τη δράση».

Μετά το πρώτο κύμα καταστολής, τις συλλήψεις μελών του MIL και τη δολοφονία του αγωνιστή Salvador Puig Antich (2 Μάρτη 1974) από το επίσημο κράτος, μια νέα γενιά αγωνιστών θα περάσει στην ένοπλη δράση, πραγματοποιώντας ληστείες τραπεζών, εμπρηστικές επιθέσεις (συχνά σε αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους αγωνιστές του MIL) σε τράπεζες και κυβερνητικά κτίρια κλπ, σχηματίζοντας έναν άτυπο συντονισμό που θα ιδρυθεί επίσημα στα 1979 στις φυλακές της Σεγκόβια: πρόκειται για τις Αυτόνομες Ομάδες. Στην ανάπτυξη της ένοπλης σύγκρουσης, το φασιστικό κράτος απαντά ιδρύοντας την “6η περιφερειακή ταξιαρχία ερευνών” με δεδηλωμένο στόχο την «καταστολή των ελευθεριακών», και με δεκάδες συλλήψεις αναρχικών της FAI, της FIJL και της Ομάδας για την Ένοπλη Πάλη (OLLA). Στις 13 Μάη 1974 συλλαμβάνονται 3 επαναστάτες κατηγορούμενοι για συμμετοχή στις Αυτόνομες Ομάδες.

Το γεγονός όμως ήταν ότι η ανάκαμψη του ταξικού πολέμου είχε κλονίσει ανεπανόρθωτα το καθεστώς. Ο φασισμός, που είχε αναδειχτεί στην ένοπλη ταξική σύγκρουση του 1934-36 ως ο πλέον κατάλληλος να διαχειριστεί την προλεταριακή άρνηση, πλέον φαινόταν ασύμφορο να συντηρείται. Κύκλοι της αστικής τάξης ήδη επεξεργάζονταν μια μετάβαση στη δημοκρατία ως εχέγγυο της συνέχισης της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ο θάνατος του δικτάτορα Φρανσίσκο Φράνκο στις 20 Νοέμβρη 1975 θα γίνει δεκτός, με μια γενική αμηχανία από το εργατικό κίνημα μπροστά στην επερχόμενη νομιμοποίησή του, αλλά και μια «coctelada» εναντίον τραπεζών από τις Αυτόνομες Ομάδες, επισημαίνοντας πως γι’ αυτούς τουλάχιστον, η έχθρα δεν εξαντλούνταν σε μια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης. Με τον θάνατο του Φράνκο, το νέο (και δημοκρατικό πλέον) κράτος, θα νομιμοποιήσει πλήρως τις εργατικές επιτροπές, αφομοιώνοντας έτσι το συνελευσιακό κίνημα, αφού υπονόμευσε κάθε ανεξαρτησία του και μετάτρεψε ορισμένα από τα παλιά στελέχη του σε ανθρώπους του κράτους (κάτι ανάλογο με τον «αγώνα» που «δικαιώθηκε» επί πασοκ στην Ελλάδα). Ταυτόχρονα, κάνουν την εμφάνισή τους μια σειρά συνδικάτων, τα οποία προϋπήρχαν σε εμβρυακές μορφές εντός του φασιστικού CNS, ενώ οι άνθρωποι του φρανκικού καθεστώτος με τη συναίνεση της αντιπολίτευσης οχυρώνουν το νέο δημοκρατικό καθεστώς.

Στο μαχητικό απεργιακό κίνημα του 1976-77, καταρρίπτεται η παλιά αντίθεση φασιστών-αντιφασιστών, αφού ολόκληρος ο «πολιτικός κόσμος» ενωμένος συνασπίζεται απέναντι στις εργατικές κινητοποιήσεις, που σαμποτάρονται αποτελεσματικότερα από τα μέσα, από τους σταλινικούς. Η χρονιά ξεκινά με τη διαδήλωση 70.000 ανθρώπων στη Βαρκελώνη για “Ελευθερία, Γενική Αμνηστία και Καθεστώς Αυτονομίας”. Στις 3 Μάρτη, εργαζόμενοι της πόλης Γκαστέιζ καλούν σε Γενική Απεργία ως απάντηση στο θάνατο 5 εργατών από μπάτσους, μετά από μήνες απεργιών κι έρχονται αντιμέτωποι με την εκκλησία και την αστυνομική καταστολή. Τα οδοφράγματα που υψώθηκαν στις κεντρικές λεωφόρους παρέλυσαν όλη την πόλη. Την ίδια στιγμή, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις κινητοποιήσεις των εκεί εργαζομένων, το νέο καθεστώς στρατιωτικοποιεί τους σιδηροδρόμους και το μετρό. Τον Απρίλη πραγματοποιείται η μεγάλη απόδραση από τις φυλακές της Σεγκόβια μαχητών της ΕΤΑ (που την επόμενη διετία θα φτάσει στην ακμή της δράσης της), και του Oriol Sugranyes του MIL. Μπάτσοι της Guardia Civil θα δολοφονήσουν τον Oriol στα βουνά της Ναβάρρας, πριν κατορθώσει να διαφύγει προς τη Γαλλία. Λίγο αργότερα θα δημιουργηθεί το COPEL (συντονιστικό αγωνιστών κρατουμένων) από αυτόνομους επαναστάτες και “ποινικούς” των ισπανικών φυλακών. Την επόμενη διετία ανθίζουν οι οδομαχίες και οι εμπρηστικές επιθέσεις αυτόνομων νεολαίων στην “ουρά” πορειών των συνδικάτων, εναντίον τραπεζών, κρατικών κτιρίων ή πολυτελών καταστημάτων. Ταυτόχρονα στα εργοστάσια κυριαρχούν οι συνελεύσεις, μαζικές συναντήσεις χιλιάδων εργατών, για να συζητήσουν ζητήματα της εργασίας τους και να εκλέξουν άμεσα ανακλητές επιτροπές που θα αναλάβουν τη σύνδεση με άλλους χώρους εργασίας στον αγώνα, και τη δημιουργία απεργιακών επιτροπών. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι συμμετέχουν στο αυτόνομο αυτό κίνημα που επεκτείνεται πέρα από τους χώρους εργασίας, συνδεόμενο επίσης με τις συνελεύσεις γειτονιάς, κυρίως στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, ή με λαϊκούς συλλόγους και ανατρεπτικές ομάδες, όπως στη χώρα των Βάσκων.

Στις 12 Ιούλη του 1977 ομάδες “ανεξέλεγκτων” παίρνουν υπό τον έλεγχό τους για ώρες το κέντρο της Βαρκελώνης στήνοντας γιορτές λεηλασιών και εμπρησμών, ενώ οι “Ελευθεριακές Ημερίδες” της 22-25 Ιούλη που συνδιοργανώνουν διάφορες αναρχικές ομάδες, υποδέχονται πάνω από 600.000 επισκέπτες. Τη σκυτάλη παίρνουν οι αγωνιστές του COPEL με συντονισμένες δράσεις εκατοντάδων κρατουμένων. Οι “απ’ έξω” απαντούν με νυχτερινές επιθέσεις εναντίον κομματικών γραφείων και εταιριών που κερδοσκοπούν από τις φυλακές. Νέο κύμα καταστολής: συλλήψεις 13 νεολαίων για συγκρούσεις σε πορείες, φασίστες χτυπάνε με βόμβα τα γραφεία μιας ελευθεριακής εφημερίδας σκοτώνοντας έναν άνθρωπο, δεσμοφύλακες δολοφονούν τον αγωνιστή του COPEL Agustin Rueda στις φυλακές του Carabanchel. Στις 18 Μαρτίου το χωριό του Agustin, Sallent, θα κυρρήξει ως απάντηση Γενική Απεργία με συμμετοχή πάνω από 3.000 εργατών από τα γειτονικά ορυχεία. Συνεχίζονται οι συλλήψεις δεκάδων αναρχικών σε Βαγιαδολίδ, Παμπλόνα και Αλμερία, ένας απ’ τους οποίος, ο Agustin Valiente εκπαραθυρώνεται και χάνει τη ζωή του. Και παράλληλα η σφαγή της Atocha θα έρθει να μπερδέψει τα πράγματα, όταν ομάδα παρακρατικών δολοφονούν 5 σταλινικούς του ΚΚ αποκαθιστώντας κατά κάποιο τρόπο τη στιγματισμένη εικόνα του κόμματος αυτού, ενώ τέλος ξεσπά η απεργία των οδηγών βυτιοφόρων, 35 απ’ τους οποίους συλλαμβάνονται, για να αφεθούν ελεύθεροι μόνο αφότου οι εργάτες της SEAT θα παρατήσουν για μια μέρα τη δουλειά τους για να διαδηλώσουν σε αλληλεγγύη με τους οδηγούς. Το 1977 θα σημειωθεί μια αναζωπύρωση των μαχητικών διαδηλώσεων στην Τενερίφη και τη χώρα των Βάσκων, πανεθνικές απεργίες στους ταχυδρομικούς, στα μεταλλουργία του Σαβαδέλ, στις κατασκευαστικές της Λυόν… Στη Βισκάια μετά από τεράστιες συνελεύσεις σχηματίζεται ένα συντονιστικό ανακλητών εκπροσώπων εργοστασιακών συνελεύσεων που αντιπροσώπευε 120.000 εργάτες και εργάτριες.

Μπρος στα γεγονότα αυτά, τα συνδικάτα ενώνονται γύρω από μια καταδίκη της βίας των εργατικών κινητοποιήσεων, προδίδοντας τον ουσιαστικό ρόλο που θα παίξουν στο νέο καθεστώς. Το συνδικάτο, αμυντικός μηχανισμούς του παλιού εργατικού κινήματος, όντας άλλωστε ανεπαρκές απέναντι στις επιθέσεις του κράτους ήδη από τα 1920, δε θα μπορούσε πλέον να υποστηρίξει την οργάνωση ενός προλεταριάτου ολοκληρωτικά διαφορετικού από αυτό των αρχών του αιώνα, και μάλιστα σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αντιμέτωποι λοιπόν με τους κομματικούς και συνδικαλιστικούς μηχανισμούς αλλά και δυο νέους παράγοντες, την επίδραση των (πλέον μη ελεγχόμενων άμεσα από το καθεστώς, άρα «αντικειμενικών») μέσων μαζικής ενημέρωσης και της νέας ιδεολογίας που νομιμοποιούσε την κοινωνική αναρρίχηση και τον πλουτισμό (ως απότοκο της σύνδεσης της χώρας με την κοινή ευρωπαϊκή αγορά και της τουριστικής ανάπτυξης, αυτής της «βιομηχανίας χωρίς εργοστάσια»), οι αυτόνομοι αγώνες σπρώχνονταν στο περιθώριο.

Αν και αρκετοί αυτόνομοι αγωνιστές αντλούσαν τις θεωρητικές αναφορές τους από τον κομμουνισμό των συμβουλίων, τη γερμανική και ολλανδική αριστερά και τον νεαρό Μαρξ, ορισμένοι απ’ αυτούς αποφάσισαν –υπό την πίεση της περιθωριοποίησης αυτής- να συμβαδίσουν με τις αναρχο-συνδικαλιστικές δοξασίες της ανασυσταθείσας CNT, την οποία πρόχειρα ανακήρυξαν ως τον κατάλληλο συντονισμό που είχε ανάγκη η τάξη, προσχωρώντας στο συνδικάτο αποβλέποντας σε μια αντιεξουσιαστική ενότητα, για να διαψευστούν αργότερα. Οι ίδιοι στο μεταξύ συκοφάντησαν και συνέτειναν στην περιθωριοποίηση κάθε άλλης συλλογικής απόπειρας συντονισμού, εκτός της CNT… Μια άλλη τάση «Για την αυτονομία της τάξης», κινήθηκε προς «αυτόνομες» συνεργασίες με κομματικούς, συνυποψηφιότητες και συνδιαχειριστικές λογικές, για να αποδείξει γρήγορα ξανά ότι ο χειρότερος εχθρός για τη χειραφέτηση της τάξης είναι αυτός που κινείται μέσα στις συνελεύσεις της, σαμποτάροντάς τις πιο αποτελεσματικά. Κάποιοι άλλοι, αρκέστηκαν στο να αντιγράψουν τους μιλανέζους λενινιστές της Potere Operaio, δημιουργώντας μια βραχύβια Autonomia Obrera και αναπαράγοντας τους διανοουμενίστικους αυνανισμούς της. Αρκετοί ακόμα, φοβισμένοι ή κουρασμένοι από τις «προδοσίες» των ηγεσιών που οι ίδιοι αναδείκνυαν, γύρισαν απλώς στους καναπέδες τους. Ορισμένοι ενδεχομένως δεν έφυγαν ποτέ από εκεί. Τέλος, κάποιοι (μεταξύ των οποίων οι αγωνιστές των Αυτόνομων Ομάδων) αφήνοντας πίσω τους αυτή τη διαδικασία ήττας, συνέχισαν την περιπέτεια της ένοπλης δράσης, «την μόνη που άξιζε πλέον να ζεις», σίγουρα όμως πιο μόνοι από πριν.

Εκτός από την ήττα του εργατικού κινήματος όμως, το ισπανικό προλεταριάτο θα αλεστεί εκ νέου σε μια νέα μέγγενη που έχει να κάνει αυτή τη φορά με την ίδια την εργασία του. Με τη σταθεροποίηση του δημοκρατικού καθεστώτος, η εργασία αναδιαρθρώνεται και ελαστικοποιείται, θέτοντας τους μέχρι τότε εργατικούς αγώνες στο περιθώριο. Η αποβιομηχάνιση της χώρας στερεί το κίνημα από τους ως τότε δεδομένους βασικούς χώρους συνεύρεσης και δράσης αλλά και τους φυσικούς φορείς του, καθώς μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης παίρνει το δρόμο για κάποια φάμπρικα της Γαλλίας, της Γερμανίας ή του Βελγίου, την ίδια στιγμή που ένα αντίστροφο ρεύμα τουριστών αναδιαμορφώνει την οικονομία και τις σχέσεις εκμετάλλευσης και κοινωνικής αναρρίχησης, παρέχοντας την υλική βάση μιας νεοπλουτίστικης ιδεολογίας, αναπτύσσοντας παράλληλα έναν τομέα λιγότερο τρωτό από τις ως τότε εργατικές αντιστάσεις: τις ιδιωτικές υπηρεσίες. Στην αποσύνθεσή του κινήματος, ο κοινωνικός πλούτος που δημιούργησε στην άνοδό του θα αφομοιωθεί, με την μορφή μερικών διεκδικήσεων και συμπεριφορών, αποστραγγισμένων βέβαια από κάθε ανατρεπτικό περιεχόμενο. Έτσι, στη σφαίρα της κουλτούρας η καλλιτεχνική κίνηση της «movida» θα αποτυπώσει μια περιθωριακή –και ως τέτοια στερημένη από κάθε γενικευτικό συνειρμό- σεξουαλική ελευθεριότητα και άρνηση των παραδοσιακών σχέσεων ιεραρχίας, αλλά και την ευρεία χρήση ναρκωτικών που ακολούθησε τις καλές μέρες του κινήματος, καθώς και τη διάδοση της αργκό cheli των μαδριλένικων εργατογειτονιών, «φτιάχνοντας» διάφορους αστέρες όπως ο γνωστός Almodovar. Ακόμα, η γενικευμένη άρνηση της πατριαρχικής οικογένειας (μια υπόνοια αυτής της άρνησης προδίδει και η μείωση των γάμων κατά ¼ μέσα στα πρώτα χρόνια της δημοκρατικής μετάβασης) θα κωδικοποιηθεί νομικά σε ορισμένες κατακτήσεις για τις γυναίκες και τους ομοφυλόφιλους, όπως η μερική νομιμοποίηση των εκτρώσεων, η μη δίωξη της ομοφυλοφιλίας κλπ. Στην Ισπανία, ο καπιταλισμός φαινόταν αποφασισμένος να παραχωρήσει τα πάντα στους εργάτες ούτως ώστε να μην πάρουν τίποτα.

Επιπλέον, και καθώς το -αναποτελεσματικό πλέον- κίνημα συρρικνώνεται υπό την επίδραση των νέων εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων και τα απομονωμένα άτομα έρχονται αντιμέτωπα με την ίδια τους την απομόνωση, η καταναλωτική ιδεολογία σαρώνει τα πάντα. Η καταστολή προελαύνει ανενόχλητη. Η δολοφονία του 17χρονου Emilio Gustavo, στη διάρκεια συγκρούσεων διαδηλωτών με μπάτσους θα περάσει γενικά απαρατήρητη. Το ίδιο και οι αστραπιαίες συλλήψεις στη Βαρκελώνη 11 ελευθεριακών, 2 εκ των οποίων είχαν αποδράσει από το Carabanchel ένα χρόνο πριν. Την επόμενη χρονιά, 3 επαναστάτες συλλαμβάνονται στη Βαρκελώνη για επιθέσεις σε τράπεζες, και καταδικάζονται σε 30 χρόνια φυλάκισης, για να βγουν τελικά στα 1987. 4 ακόμα αναρχικοί (δύο γυναίκες) θα συλληφθούν για να κακοποιηθούν βάναυσα από την αστυνομία, καθώς και δεκάδες μέλη της CNT. Στις 21 Νοέμβρη, 2 μέλη των Αυτόνομων Ομάδων που θα προσπαθήσουν να απελευθερώσουν σύντροφό τους από το νοσοκομείο όπου είχε μεταφερθεί, έρχονται αντιμέτωποι με μπλόκο της αστυνομίας, και στην ανταλλαγή πυροβολισμών ο ένας θα πέσει νεκρός. Λίγες μέρες μετά, στις 7 Δεκέμβρη, ένα εγγεγραμμένο μέλος της CNT θα συλληφθεί στο τρένο Βαλένθια-Κόρντομπα, κατηγορούμενος για συμμετοχή στις Αυτόνομες Ομάδες και απόπειρα απελευθέρωσης κρατουμένων…

Τα επόμενα χρόνια, το ισπανικό κράτος αναδιοργανώνεται με ενισχυμένες πλέον τις σχέσεις εκμετάλλευσης και συσσώρευσης πλούτου. Καθώς σταδιακά οι νέες παραγωγικές και εργασιακές σχέσεις τείνουν να κυριαρχήσουν παντού, η οικονομία από-βιομηχανοποιείται, ενώ γιγαντώνεται ο τουρισμός, το εμπόριο και οι υπηρεσίες. Οι παλιές, λιγότερο «ευέλικτες» εργασιακές συνθήκες καταρρέουν, πυροδοτώντας κάποιες σποραδικές δυναμικές απεργίες, όπως π.χ. στα ναυπηγεία του Καδίζ ή του Χιχόν όπου εμφανίζεται ξανά η ταξικη βία των φλεγόμενων οδοφραγμάτων ενάντια σε περικοπές, ιδιωτικοποιήσεις και χρεοκοπίες, που μέλλει να συγκινήσει αρκετούς συνδικαλιστές (αναρχο- ή μη), δεν έχουν πάντως καμιά ελπίδα να αναστρέψουν αυτή τη διαδικασία, πολύ απλά γιατί καμία κινητοποίηση δεν μπορεί να αναγκάσει το Κεφάλαιο να συντηρεί έναν χώρο εργασίας τον οποίον έχει απαξιώσει. Έτσι, η ανεργία γνωρίζει δραματική αύξηση, πράγμα που σημαίνει –μεταξύ άλλων- νέες δουλειές, με όρους καλύτερους (για την εργοδοσία) ή χειρότερους (για τους εργαζομένους). Εκτός της πίεσης που σημαίνει ένας μεγάλος πληθυσμός ανέργων για την εργατική τάξη, εντείνοντας την αγωνία του εργαζόμενου κομματιού της να μη χάσει την εργασία του (μπρος στην οποία 7 στους 10 ισπανούς εργαζομένους θα δεχτούν να δουλέψουν σε κακοπληρωμένες προσωρινές ή θέσεις ημι-εργασίας), περνώντας στην μεριά της ανεργίας, ζωογονεί μια ολόκληρη επιχειρηματικότητα που σχετίζεται με την επινοικίαση ανέργων, μέσω των κέντρων προσωρινής εργασίας. Αυτά τα τελευταία θα γνωρίζουν μια πραγματική άνθιση, ανοίγοντας παραρτήματα σε κάθε εργατογειτονιά. Ωστόσο, σε ορισμένες δε θα γίνουν τόσο αποδεκτά. Αν και το παλιό αυτόνομο κίνημα είχε ηττηθεί και οι εξτρεμιστές του βρίσκονταν στη φυλακή, νέοι αγωνιστές συνεχίζουν την «περιπέτεια». Τα κέντρα προσωρινής εργασίας θα βρεθούν στο επίκεντρο της κριτικής τους, καθώς δεκάδες απ’ αυτά γίνονται στόχος εμπρηστικών επιθέσεων και βανδαλισμών. Ταυτόχρονα, νέοι εργατικοί και οικολογικοί αγώνες έρχονται σε ρήξη με το καθεστώς, ενώ αυτόνομες ομάδες δημιουργούνται σε διάφορες πόλεις, κοινωνικές βιβλιοθήκες και έντυπα, στέκια και καταλήψεις, αυτοδιαχειριζόμενοι ραδιοσταθμοί και μεμονωμένοι ακτιβιστές δημιουργούν ένα άτυπο δίκτυο βασισμένο στην αυτοοργάνωση και την αλληλεγγύη, κρατώντας αναμμένη τη σπίθα του ταξικού πολέμου.

Σε μια γνωριμία μας με κάποιους από τους νέους αυτόνομους της Μαδρίτης, θα μας παραχωρήσουν και το υλικό που κυκλοφορήσαμε το 2006 στη Σαλονίκη, μέσα από το –τότε- Γραφείο Λυσσασμένων Ταραχοποιών. Η συμπάθειά μας για τους μαχητές των Αυτόνομων Ομάδων έχει να κάνει με τη θεωρία τους, που φτύνει κάθε ιδεολογία ως όργανο διαχωρισμού της τάξης, μαζί και την ιδεολογία της αυτονομίας (οι ίδιοι έγραφαν πως σε περιόδους άνθισης του κινήματος, οι εχθροί της αυτονομίας θα ανακηρύσσονται ως θεματοφύλακες της αυτονομίας) αλλά και της «ελευθεριακής» που τους κόλλησε η αστυνομία σχετίζοντάς τους με τη CNT, αυτή την «επαναφομοιωτική συνδικαλιστική γραφειοκρατία που στηρίζει ουσιαστικά την ύπαρξη της μισθωτής εργασίας» αλλά και τη ψευτο-διαμάχη μεταξύ μαρξισμού-αναρχισμού, κι έχει να κάνει με την πρακτική τους, που παρά τους περιορισμούς που επιβάλλει η παρανομία, εφάρμοσαν την ένοπλη δράση όχι για να «δείξουν το δρόμο στις μάζες» ή να ξεχωρίσουν απ’ αυτές, αλλά για να στηρίξουν έμπρακτα τα συμφέροντα της τάξης, δηλαδή την άγρια γενική απεργία, στο βαθμό που αυτή ταυτιζόταν με τα δικά τους συμφέροντα, την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της οικονομίας, στην αυτονομία τους που ήταν «απλώς μια κοινή πρακτική βασισμένη σε ένα μίνιμουμ συμφωνιών για τη δράση, και ταυτόχρονα μια θεωρία αυτόνομη που να αντεπεξέρχεται στον τρόπο της ζωής μας, του αγώνα και των βασικών αναγκών μας».

Οι Αυτόνομες Ομάδες δεν ήταν κάποια διαχωρισμένη οργάνωση, καθώς κάθε ομάδα τους βρισκόταν στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου στόχου και αυτοδιαλυόταν μόλις αυτός επιτευχθεί. Όσο για το ζήτημα της «κριτική των όπλων», προφανώς δεν έχουμε καμία σχέση με αυτούς που υποκριτικά τονίζουν τον μειοψηφικό χαρακτήρα των ομάδων αυτών, αγνοώντας ότι το προλεταριάτο γενικά δεν οπλίζεται παρά μόνο όταν είναι ανάγκη: Δηλαδή, όταν θέλει να καταστρέψει το κράτος. Έτσι μια ένοπλη ομάδα που δρα ανεξάρτητα από το κίνημα, όταν αυτό πραγματώνει την επαναστατική βία του, μπορεί να είναι άχρηστη ή ακόμα και επικίνδυνη (π.χ. σε περίπτωση διάβρωσης από χαφιέδες), ή απλά να γίνει μια ακόμη «εξουσία». Ωστόσο, πρέπει να τίθεται το θέμα του κατά πόσο ένα κίνημα που ανέχεται στο εσωτερικό του τους ρεφορμιστές των συνδικάτων και των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων αποτελεί εργαλείο αυτο-χειραφέτησης καθώς δε βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχό του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο παύει να εκφράζεται μέσω του, και απλά αποσύρεται. Ο έλεγχος χάνεται τη στιγμή που παραιτούμαστε από τις υπευθυνότητές μας, όπως υπενθυμίζουν με φρόνηση οι κρατούμενοι των Αυτόνομων Ομάδων. Οι μαχητές των Αυτόνομων Ομάδων, εξτρεμιστές του αυτόνομου κινήματος πολέμησαν αυτόν το διαχωρισμό, χωρίς να αφομοιωθούν ως μια ακραία τάση που να τραβάει προς τα «αριστερά» τους ρεφορμιστές, ή ως μια τρομοκρατική απειλή για το αμέτοχο πλήθος.

Στην πραγματικότητα, υπήρξε μια ευρεία συμπάθεια προς τα πρόσωπά τους, καθώς και πριν τις συλλήψεις τους οι ίδιοι διατηρούσαν πολιτικούς και φιλικούς δεσμούς με πλήθος νέων εργατών, αλλά και μετά τις συλλήψεις, χάρη στην ηρωική στάση τους. Σε κάθε περίπτωση, η αμείλικτη Ιστορία δεν αρκείται στην ευγένεια των προσώπων και τις καλές προθέσεις. Το ενδεχόμενο μιας επανάστασης στην Ισπανία αποσοβήθηκε, και χρέος όσων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται στην τελευταία αξιόλογη περιπέτεια του καιρού μας, είναι να εξετάσουν τι έκαναν οι σύντροφοί μας τότε, τι εμπόδια βρήκαν, τι καλύτερο θα μπορούσαν να κάνουν…

Προς το παρόν, σ’ αυτή την πρώτη εκδοτική απόπειρα για λογαριασμό του Πρακτορείου Rioters (υστερόγραφη σημείωση: τελικά για διάφορους πρακτικούς λόγους η έντυπη έκδοση δεν πραγματοποιήθηκε), ξανασκύβουμε πάνω από τα γραπτά των Αυτόνομων Ομάδων… Προχωρώντας σε μια τέτοια έκδοση, έχουμε πρώτιστα στο μυαλό μας ανθρώπους που μοιάζει να νιώθουν την προσωπική «ευθύνη ενάντια στον καπιταλισμό» όχι λιγότερο, ούτε περισσότερο από τη συλλογική χαρά της «τελευταίας περιπέτειας που αξίζει τον κόπο να ζεις»: ανθρώπους σαν τον Γιάννη Δημητράκη, τον Γιώργο Βούτση-Βογιατζή, τους ηρωικά φυγόδικους συντρόφους τους και τόσους ακόμα που μακάρι να μη χρειαστεί να μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους, αλλά και τους συντρόφους που κατηγορούνται για την απαγωγή του προέδρου του ΣΒΒΕ («πρέπει οι εργαζόμενοι να σφίξουν κι άλλο το ζωνάρι») Βαγγέλη Χ., Βασίλη Παλαιοκώστα και τον Πόλυ Γεωργιάδη, που εργαζόταν σε μια βελτιωμένη επανέκδοση του υλικού αυτού πριν η σύλληψή τους διακόψει άκομψα το έργο του αυτό. Σ αυτούς την αφιερώνουμε.

Κείμενα που χρησιμοποιήσαμε (ενδεικτικά):

Comunicados de los Grupos Autónomos encarcelados en la prisión de Segovia (1978-1980), Madrid 1980

CO.P.E.L, butrones y otras aportaciones de Grupos Autónomos – DESORDEN distro, Valencia 2004

Telesforo Tajuelo : El MIL, Puig Antich y los GARI – ed. Ruedo Ibérico, 1977

Aux Libertaires: Guy Ernest Debord («Les Amis de l’ Internationale » – ed. Champ Libre, μετέπειτα Gerard Lebovici)

Για την εισαγωγή, χρησιμοποιήθηκαν βασικά κείμενα και προσωπικές αφηγήσεις ισπανών αυτόνομων, καθώς και το κείμενο «αυτόνομοι προλεταριακοί αγώνες νότια των πυρηναίων» από το περιοδικό Do Or Die.