ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ, ΜΑΗΣ 1937 – GILLES DAUVE

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ, ΜΑΗΣ 1937 – GILLES DAUVE

Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο

Απόσπασμα από το “When Insurrections Die”

Αν τα πράγματα έχουν έτσι ακριβώς, όπως δέχεται στο περίφημο αξίωμά του ο Daniel Guerin, δηλαδή ότι ο φασισμός εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, τότε για το 99% των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή με αυτήν την απολύτως ξεκάθαρη θέση, θα έπρεπε να προστεθεί επίσης ότι, πέρα από οτιδήποτε, ο φασισμός θα μπορούσε να ανακοπεί στα 1922 ή στα 1933 αν τα εργατικά κινήματα ή έστω οι δημοκράτες είχαν ασκήσει αρκετή πίεση ώστε να τον αποδυναμώσουν. Αν ίσως, στα 1921, το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το νέο-ιδρυθέν Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας είχαν συμμαχήσει με τις δημοκρατικές δυνάμεις για να σταματήσουν τον Μουσσολίνι, ή αν στις αρχές του ’30, το Γερμανικό ΚΚ, δεν είχε αποδοθεί σε έναν «αδελφοκτόνο» αγώνα εναντίον των σοσιαλδημοκρατών, η Ευρώπη θα είχε γλιτώσει από μια από τις πιο βάρβαρες δικτατορίες της ιστορίας, από έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μια ναζιστική αυτοκρατορία που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρη την ήπειρο, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το ολοκαύτωμα των Εβραίων. Πέρα και πάνω από αυτές τις πολύ αληθινές παρατηρήσεις σχετικά με τις τάξεις, το κράτος και τους δεσμούς μεταξύ του φασισμού και των μεγάλων συμφερόντων, αυτή η θεώρηση αποτυγχάνει να εντοπίσει την άνοδο του φασισμού μέσα από μια διπλή ήττα: Την ήττα των επαναστατών μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, που τσακίστηκαν τόσο από τη σοσιαλδημοκρατία όσο κι από την κοινοβουλευτική δημοκρατία, κι έπειτα, μέσα στη δεκαετία του 1920, την αποτυχία των δημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών στη διαχείριση του Κεφαλαίου. Χωρίς μια ματιά στην προηγούμενη περίοδο καθώς και στην πρώιμη φάση του ταξικού αγώνα και των ορίων του, η άνοδος στην εξουσία, και ακόμα περισσότερο η φύση του φασισμού παραμένουν ακατανόητες. Για τους υπόλοιπους, δεν είναι από απροσεξία που ο Guerin κρίνει επιπόλαια τόσο το Λαϊκό Μέτωπο, στο οποίο αναγνωρίζει μια «αποτυχημένη επανάσταση», όσο και την πραγματική σημασία του φασισμού.

Ποιος είναι ο πραγματικός κινητήρας του φασισμού, αν όχι η οικονομική και πολιτική ενοποίηση του κεφαλαίου, μια τάση που έχει γενικευτεί από το 1914. Ο φασισμός ήταν ένας συγκεκριμένος τρόπος να επιτευχθεί αυτή η ενότητα στις χώρες – την Ιταλία και τη Γερμανία – όπου, ακόμη κι αν η επανάσταση είχε τσακιστεί, το κράτος φαινόταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, και μέσα σε αυτήν να επιβληθεί ακόμη κι ανάμεσα στην ίδια την αστική τάξη. Ο Μουσσολίνι δεν ήταν άλλωστε ο Θίερσος, με μια γερά δομημένη βάση εξουσίας, για να διατάσσει τις ένοπλες δυνάμεις να σφαγιάσουνε τους κομμουνάρους. Μια ουσιώδης όψη του φασισμού είναι η γέννησή του στους δρόμους, η χρήση της αταξίας προκειμένου να επιβληθεί η τάξη, η κινητοποίηση της παλιάς μεσαίας τάξης, που έχει πλέον μισο-παρανοήσει από την ίδια την παρακμή της, και η αναγέννηση, εκ των ουκ άνευ, ενός κράτους ανίκανου να διαχειριστεί την κρίση του καπιταλισμού. Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να χαλιναγωγήσει βίαια τις ίδιες τις αντιφάσεις της, να στρέψει τις τακτικές της εργατικής τάξης, τις μαζικές διαδηλώσεις, υπέρ της, και να ξεδιπλώσει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, καταρχήν ενάντια σε έναν εσωτερικό εχθρό, και στην συνέχεια εναντίον ενός εχθρού εξωτερικού.

Επρόκειτο πράγματι για μια κρίση του κράτους, κατά την πλήρη υπαγωγή της κοινωνίας στην κυριαρχία του κεφαλαίου. Αρχικά, υπήρχαν οι εργατικές οργανώσεις που ήταν υποχρεωμένες να έρχονται αντιμέτωπες με την προλεταριακή ανταρσία. Έπειτα, ο φασισμός ανέλαβε να πατάξει μια για πάντα τη συνεχιζόμενη αταξία. Αυτή η αταξία, δεν ήταν φυσικά επαναστατική κατ’ ανάγκη, προκαλούσε ωστόσο παράλυση, και κινητοποιούσε εναντίον της λύσεις που τελικά δεν μπορούσε παρά να είναι βίαιες. Η κρίση ξεπεράστηκε προς στιγμή αλλά μονάχα επιφανειακά: το φασιστικό κράτος έμοιαζε αποτελεσματικό χωρίς πραγματικά να είναι, κι αυτό καθώς ενσωμάτωνε βίαια την μισθωμένη εργατική δύναμη, θάβοντας τεχνητά τις συγκρούσεις μέσα από την διαμεσολάβησή τους από τη δίαυλο του μιλιταρισμού. Όμως το κράτος υπερέβη τελικά την κρίση, σχετικά πάντοτε, μέσα από την πολυσυλλεκτική δημοκρατία που εγκαθιδρύθηκε στα 1945, και η οποία ήταν σε θέση να οικειοποιηθεί όλες τις μεθόδους του φασισμού, αλλά και να προσθέσει μερικές νέες δικές της, μιας και κατορθώνει να εξουδετερώνει τις οργανώσεις των εργαζομένων χωρίς να τις καταστρέφει. Τα κοινοβούλια έχασαν τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Με κράτος πρόνοιας ή χωρίς, με σύγχρονες τεχνικές επιτήρησης κι ελέγχου ή με κρατικά επιδόματα που μοιράζονται σε εκατομμύρια άτομα, εν συντομία με ένα σύστημα που καθιστά τον καθένα ολοένα και πιο εξαρτημένο, η κοινωνική ενοποίηση πάει παραπέρα από κάθε προσπάθεια που κατέβαλε ο φασισμός μέσω του τρόμου, όμως ο ίδιος ο φασισμός σαν συγκεκριμένο κίνημα έχει πια εξαφανιστεί. Ανταποκρινόταν στην πειθαρχημένη πορεία – με βήμα χήνας – της αστικής τάξης, κάτω από την πίεση του κράτους, το οποίο είχε, κάτω από το συγκεκριμένο πλαίσιο, μόλις δημιουργηθεί και όφειλε να σπεύσει να θεσμοθετηθεί ως έθνος.

Η αστική τάξη πήρε ακόμα και τη λέξη «φασισμός» από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης στην Ιταλία, οι οποίες συχνά αποκαλούνταν «φάσι». Έχει σημασία ότι ο φασισμός ξεκίνησε ως ένα είδος οργάνωσης κι όχι ως ένα πρόγραμμα. Το μόνο πρόγραμμά του είναι να οργανώσει τον καθένα, να καταστήσει με τη βία τα συνθετικά στοιχεία της κοινωνίας συμπαγή. Η δικτατορία δεν είναι ένα ακόμα όπλο του κεφαλαίου, λες και το κεφάλαιο θα μπορούσε να το αντικαταστήσει και με άλλα, λιγότερο βίαια, είναι μια από τις τάσεις του, μια τάση που πραγματοποιείται όποτε κάτι τέτοιο κρίνεται απαραίτητο. Μια «επιστροφή» στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως συνέβη (για παράδειγμα) στη Γερμανία μετά το 1945, καταδεικνύει ότι η δικτατορία είναι ανίκανη να ενσωματώσει τις μάζες στο κράτος (τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά που θα κληθεί να δοκιμαστεί). Το πρόβλημα δεν είναι πλέον το γεγονός ότι η δημοκρατία εξασφαλίζει μια πιο τέλεια κυριαρχία απ’ ότι η δικτατορία. Ο καθένας θα προτιμούσε να τον εκμεταλλεύονται με τον τρόπο της Σουηδίας παρά να απαχθεί από τους παρακρατικούς του Πινοσέτ. Όμως μπορεί πράγματι να επιλέξει; Ακόμα και οι ευγενικές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μεταμορφωθούν σε δικτατορίες αν οι συνθήκες το απαιτήσουν. Το κράτος μπορεί να έχει μόνο μια λειτουργία, την οποία επιτελεί είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι η παλιότερη ήταν πιο σκληρή δε σημαίνει κι ότι μπορούμε να επανα-προσανατολίσουμε το κράτος ώστε αμβλύνει την νεότερη. Οι μορφές που παίρνει ο Καπιταλισμός δεν εξαρτώνται πια από τα γούστα των μισθωτών εργαζομένων παρά από τις προθέσεις των αστών. Η δημοκρατία της Βαϊμάρης υποδέχθηκε τον Χίτλερ με ανοιχτές αγκάλες. Το Λαϊκό Μέτωπο του Leon Blum δεν «απέφυγε τον φασισμό», πολύ απλά γιατί στα 1936 η Γαλλία δεν είχε ανάγκη ούτε μια εξουσιαστική ενοποίηση του κεφαλαίου, αλλά ούτε μια σμίκρυνση των μεσαίων στρωμάτων της.

Δεν τίθεται θέμα πολιτικής «επιλογής» την οποία οι προλετάριοι θα μπορούσαν να κάνουν ή να θέσουν με αξιώσεις. Η δημοκρατία δεν είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζεται και η ίδια γι αυτήν. Η ουσία του αντιφασισμού έγκειται στην αντίσταση στο φασισμό μέσα από την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Δεν έχουμε να κάνουμε πλέον με έναν αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό αλλά με μια προσπάθεια να ασκηθεί πίεση στον καπιταλισμό ώστε να αποκηρύξει την ολοκληρωτική του επιλογή. Από τη στιγμή που ο σοσιαλισμός ταυτίστηκε με την πλήρη δημοκρατία, και ο καπιταλισμός με μια καλπάζουσα τάση προς τον φασισμό, οι ανταγωνισμοί μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, κομμουνισμού και μισθωτής εργασίας, προλεταριάτου και κράτους, απορρίπτονται για χάρη μιας αντιπρότασης δημοκρατίας ή φασισμού που παρουσιάζεται σαν η πεμπτουσία της επαναστατικής προοπτικής. Η επίσημη αριστερά και άκρα-αριστερά, μας λεν πως μια πραγματική αλλαγή θα ταυτιζόταν τουλάχιστον με τα ιδανικά του 1789, τα οποία προδίδει ασταμάτητα η μπουρζουαζία. Μια νέα κοινωνία; Μα αυτή υποτίθεται είναι ήδη εδώ, σε εμβρυακή μορφή φυσικά, μέσα από τα δημοκρατικά δικαιώματα τα οποία πρέπει να διαφυλάξουμε και να ωθήσουμε ακόμα παραπέρα προς μια ολοένα και τελειοποιούμενη κοινωνία, με ακόμα μεγαλύτερες δόσεις δημοκρατίας, μέχρι την επίτευξη της τέλειας δημοκρατίας, ή αν προτιμάτε, του σοσιαλισμού.

Έτσι, περιορισμένη σε μια αντιφασιστική αντίσταση, η κοινωνική κριτική περιορίζεται σε διθυράμβους προς όλα όσα κάποτε αποκήρυσσε και παρατά κάθε τι που θυμίζει την επανάσταση, για χάρη μιας πολιτικής σταδίων, μιας παραλλαγής της «ειρηνικής μετάβασης στο σοσιαλισμό» που κάποτε προέτασσαν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, και χλευαζόταν μέχρι το 1968, από τον καθένα που ήθελε σοβαρά να αλλάξει τον κόσμο. Η παλινδρόμηση είναι προφανής.

Δε θα παίξουμε με τα όρια της γελοιότητας εγκαλώντας την αριστερά και την άκρα-αριστερά για το ότι αγκάλιασαν μια κομμουνιστική προοπτική την οποίαν γνώριζαν στην πραγματικότητα μόνο τότε που τις αντιτίθονταν. Είναι ολοφάνερο ότι ο αντιφασισμός αποτελεί άρνηση της επανάστασης. Αλλά ο αντιφασισμός αποτυγχάνει εκεί ακριβώς που ισχυρίζεται ότι είναι αποτελεσματικός: Στο να εμποδίσει μια πιθανή απολυταρχική μετάλλαξη της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία είναι μια φάση στην καπιταλιστική οικοδόμηση της εξουσίας, και η επέκτασή της στον εικοστό αιώνα ολοκληρώνει την κυριαρχία του κεφαλαίου, εντατικοποιώντας την απομόνωση των ατόμων. Αυτοσυστήνεται σαν μια θεραπεία για το διαχωρισμό του ατόμου από την κοινότητα, της ανθρώπινης δραστηριότητας από την κοινωνία, και των τάξεων μεταξύ τους, η δημοκρατία δε θα είναι ποτέ σε θέση να λύσει το πρόβλημα της πιο διαχωρισμένης κοινωνίας στην ιστορία. Σαν μια μορφή για πάντα ανίκανη να τροποποιήσει το περιεχόμενό της, η δημοκρατία είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος το οποίο ισχυρίζεται ότι μπορεί να επιλύσει. Κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι ενδυναμώνει την κοινωνική ενότητα, η δημοκρατία συμβάλλει στη διάλυσή της. Κάθε φορά που καλύπτει πρόχειρα τις αντιφάσεις του εμπορεύματος, το κάνει τεντώνοντας τον ιστό προστασίας που έχει υφάνει το κράτος γύρω από τις κοινωνικές σχέσεις. Ακόμα και με τους δικούς τους όρους απελπισμένης παραίτησης, οι αντιφασίστες, προκειμένου να γίνουν πιστευτοί, οφείλουν να μας εξηγήσουν πως γίνεται και η τοπική δημοκρατία είναι συμβατή με την αποικιοποίηση του χώρου από το εμπόρευμα που ολοένα εκκενώνει τους δημόσιους χώρους για να γεμίζει τα πολυκαταστήματα. Πρέπει να εξηγήσουν πως θα γίνει κι αυτό το πανταχού παρών κράτος, στο οποίο οι άνθρωποι οφείλουν να προστρέχουν για να βρουν προστασία και υποστήριξη, αυτή η πραγματική μηχανή παραγωγή κοινωνικών «αγαθών», δε θα «αμαρτήσει» προκειμένου να αποκαταστήσει την τάξη όταν εκκρηκτικές συνθήκες κάνουν κάτι τέτοιο επιτακτικό. Ο φασισμός είναι η εφηβεία του κρατικού τερατουργήματος, ενώ ο αντιφασισμός είναι η πιο δειλή απολογία του. Ο αγώνας για ένα δημοκρατικό κράτος είναι αναπόφευκτα ένας αγώνας σταθεροποίησης του κράτους και απέχει από τη συντριβή του ολοκληρωτισμού, μιας και ένας τέτοιος αγώνας ενισχύει την επικράτηση του ολοκληρωτισμού στην κοινωνία.

Βαρκελώνη, Μάης 1937

Απόσπασμα από το “When Insurrections Die”

Η αστυνομία προσπάθησε να καταλάβει το τηλεφωνικό κέντρο που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο αναρχικών (και σοσιαλιστών) εργατών. Στην καταλανική μητρόπολη, καρδιά και σύμβολο της επανάστασης, οι νόμιμες αρχές δε σταματούσαν πουθενά προκειμένου να αφοπλίσουν κάθε τι που παρέμενε ζωντανό, ανεξέλεγκτο και αντι-αστικό. Η τοπική αστυνομία, επιπλέον, ήταν στα χέρια του PSUC (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικο Κόμμα Καταλωνίας – αδελφό κόμμα του ισπανικού ΚΚ). Αντιμέτωποι με μια ανοιχτά εχθρική εξουσία, οι προλετάριοι τελικά κατάλαβαν ότι η εξουσία αυτή δεν ήταν δική τους, ότι της είχαν παραχωρήσει το δώρο της εξέγερσής τους δέκα μήνες νωρίτερα, και ότι πια η εξέγερσή τους είχε στραφεί εναντίον τους. Ως αντίδραση στην αρπαγή αυτής της εξουσίας από το Κράτος, μια γενική απεργία παρέλυσε τη Βαρκελώνη. Ήταν πια αργά. Οι εργάτες είχαν ακόμη την ικανότητα να εξεγείρονται ενάντια στο Κράτος (που είχε πάρει αυτή τη φορά τη δημοκρατική του μορφή), αλλά δεν μπορούσαν πλέον να ωθήσουν τους αγώνες τους προς ένα σημείο ανοιχτής ρήξης.

Όπως πάντα, το «κοινωνικό» ζήτημα κυριάρχησε εκ των προτέρων επί του στρατιωτικού. Η νόμιμες αρχές δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τις οδομαχίες. Μέσα σε λίγες ώρες, στη θέση ενός πεδίου ανταρτοπολέμου, ενός πολέμου θέσεων, στήθηκε μια κούρσα καταλήψεων κτιρίων έναντι κτιρίων. Κυριάρχησε μια αμυντική εκεχειρία στην οποία κανείς δεν μπορούσε να νικήσει μιας και κανείς δεν επιτιθόταν. Με την ίδια την επιθετική της δυνατότητα μειωμένη, η αστυνομία δε ριψοκινδύνευε να εμπλακεί σε επιθέσεις κτιρίων που είχαν καταλάβει οι αναρχικοί. Γενικά μιλώντας η τοπική αστυνομία και το κράτος κατείχαν το κέντρο της πόλης, ενώ η CNT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας – υπό τον έλεγχο των αναρχοσυνδικαλιστών) και το POUM (μαρξιστές) κατείχαν τις εργατικές συνοικείες. Το στάτους κβο τελικά κρίθηκε με πολιτικά μέσα. Οι μάζες κατέθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις δυο οργανώσεις που δέχονταν επίθεση, ενώ οι τελευταίες, φοβισμένες πως θα έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με το κράτος, έπεισαν τους ανθρώπους να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους (αν και όχι χωρίς κάποια δυσκολία) κι έτσι υπέσκαψαν την μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τους σώσει τόσο πολιτικά όσο και «φυσικά». Αμέσως μόλις τελείωσε η απεργία, γνωρίζοντας ότι πλέον έχει το πάνω χέρι της κατάστασης, η κυβέρνηση έφερε 6.000 φρουρούς των Ταγμάτων Επίθεσης, επίλεκτο τμήμα της αστυνομίας. Από τη στιγμή που αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση των «αντιπροσωπευτικών οργανώσεων» και των μεσολαβητικών συμβουλίων του POUM και της CNT, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που είχαν νικήσει τον φασιστικό στρατό τον Ιούλη του 1936 παραδόθηκαν αμαχητί στην Δημοκρατική Αστυνομία τον Μάη του 1937.

Στο σημείο εκείνο, η καταστολή μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της. Μόνο μερικές εβδομάδες ήταν αρκετές ώστε να τεθεί εκτός νόμου το POUM, να συλληφθούν οι ηγέτες του, και να θανατωθούν είτε νόμιμα είτε όχι, και να εξαφανιστεί ο Νιν (πρόεδρος του POUM). Ένας παράλληλος αστυνομικός μηχανισμός στήθηκε κρυφά σε τοπικό επίπεδο, οργανωμένος από το NKVD (Σ.τ.μ: Narodnii Komissariat Vnoutrennikh Diél – υπηρεσία πληροφοριών της ΕΣΣΔ) και τον μυστικό σχηματισμό της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), που έδινε λογαριασμό απευθείας στην Μόσχα και μόνο. Από το σημείο εκείνο, καθένας που έδειχνε την παραμικρή αντίθεση στο Δημοκρατικό Κράτος και τον βασικό σύμμαχό του, την ΕΣΣΔ, αποκηρυσσόταν και καταδιωκόταν ως «φασίστας», καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο ένας στρατός από καλοπροαίρετες, ευγενικές ψυχές ήταν πρόθυμος να επαναλάβει την ανθρωποσφαγή, κάποιοι από άγνοια, άλλοι από προσωπικό συμφέρον, αλλά όλοι τους πεπεισμένοι πως καμιά τέτοια αποκήρυξη δεν ήταν περιττή, τη στιγμή που ο φασισμός προέλαυνε. Η λύσσα που απελευθερώθηκε απέναντι στο POUM δεν ήταν απροσδόκητη. Αντιτιθέμενο στις δίκες της Μόσχας, το POUM είχε καταδικαστεί στο να καταστραφεί από έναν Σταλινισμό που επιδόθηκε σε έναν ανελέητο παγκόσμιο αγώνα ενάντια στους αντιπάλους του, για τον έλεγχο των μαζών. Τη στιγμή εκείνη, τα περισσότερα κόμματα, σχολιαστές κι ακόμα και η Λίγκα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δε δίσταζαν να συνηγορήσουν στην ενοχή των κατηγορουμένων. Εξήντα χρόνια αργότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία καταδικάζει αυτές τις δίκες και τις βλέπει σαν ένα σημάδι του παρανοϊκού κυνηγιού της εξουσίας του Κρεμλίνου. Λες και τα σταλινικά εγκλήματα δεν είχαν καμιά σχέση με τον αντιφασισμό! Η αντιφασιστική λογική πάντοτε θα ευθυγραμμίζεται με τις πιο συμβατικές δυνάμεις και πάντοτε θα πολεμάει τις πιο ριζοσπαστικές.

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, τον Μάη του 1937, δόθηκε ένα στίγμα, αυτού που λίγους μόνο μήνες νωρίτερα, θα ήταν αδιανόητο: Ένας σοσιαλιστής πολύ δεξιότερος ακόμα κι από τον Caballero, ο Negrin, θα ηγείτο μιας κυβέρνησης η οποία θα γινόταν συνώνυμη του «νόμου και της τάξης», περιλαμβάνοντας φυσικά την καταστολή ενάντια στους εργαζομένους. Ο Orwell, ο οποίος κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του στα γεγονότα αυτά, αντιλήφθηκε ότι ο πόλεμος «για τη δημοκρατία» είχε προφανώς τελειώσει. Αυτό που έμενε ήταν ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε δυο φασισμούς, με τη διαφορά ότι ο ένας ήταν λιγότερο απάνθρωπος από τον άλλον. Ωστόσο, ο Orwell υπέκυψε στην αναγκαιότητα να αποφευχθεί ο «πιο απογυμνωμένος και ανεπτυγμένος φασισμός του Φράνκο και του Χίτλερ». Από το σημείο αυτό κι έπειτα, το μόνο ζήτημα ήταν ο αγώνας για έναν φασισμό λιγότερο άσχημο από τον αντίπαλό του…

[Σημειώσεις της μετάφρασης: Στις 3 Μάη 1937, ο σταλινικός διευθυντής της Αστυνομίας της Βαρκελώνης (Rodriguez Salas) με 200 άνδρες του προσπάθησαν να επιτάξουν το τηλεφωνικό κέντρο της πόλης, το οποίο από την αρχή της επανάστασης είχε κυρηχτεί αυτοδιαχειριζόμενο από τους εργαζομένους του, οι περισσότεροι των οποίων ανήκαν στην αναρχοσυνδικαλιστική CNT. Οι τελευταίοι αρνήθηκαν να το παραδώσουν, και έστησαν οδοφράγματα γύρω του με τη βοήθεια άλλων εργατών, αναρχικών αλλά και μαρξιστών του POUM (εργατικό κόμμα σοσιαλιστικής ενοποίησης) το οποίο συνεργαζόταν με την CNT. Για τρεις μέρες ξέσπασαν συγκρούσεις σε ολόκληρη την πόλη ανάμεσα στους αναρχικούς, μαρξιστές και άλλους εργάτες από την μία, και τους σταλινικούς και την αστυνομία από την άλλη, ώσπου οι ηγέτες της CNT που είχαν στο μεταξύ υπουργοποιηθεί στην δημοκρατική κυβέρνηση, καθώς και του POUM, φοβούμενοι μια ρήξη με τη δημοκρατική κυβέρνηση, κήρυξαν ανακωχή και κάλεσαν τους εργάτες να καταθέσουν τα όπλα, κάτι που τελικά έγινε. Αυτό φυσικά ήταν και η αρχή του τέλους τους, μιας και μετά τις 6 Μάη, οι σταλινικοί και το δημοκρατικό πλέον κράτος είχαν λυμένα τα χέρια τους προκειμένου να εξοντώσουν κάθε αντιπολίτευση, κηρρύσοντας αρχικά παράνομο το POUM με πρόφαση τα γεγονότα αυτά. Οι μέρες του Μάη, αποτελούν δείγμα της αποξένωσης των εργαζομένων από τη δύναμή τους, συνέπεια της “εμπιστοσύνης” που οι ίδιοι νωρίτερα παρέδωσαν στις οργανώσεις (CNT, POUM) που ανέλαβαν να δώσουν τον “καλό αγώνα” για λογαριασμό τους.

[Μετάφραση: …για τη διάδοση της Μεταδοτικής λύσσας, Ιούλης 2007]

Δείτε ακόμα: 3 ερωτο/απαντήσεις για τον αντι-φασισμό – Gilles Dauve

Πηγή: Η μπροσούρα “Quand meurent les Insurrections” του Gilles Dauvé, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις του Πρακτορείου Rioters [http://rioter.info/ekdoseis]