Σκέψεις για την πόλη

Σκέψεις για την πόλη

Η πρόοδος ποτέ δεν καταστρέφει τόσο ολοκληρωτικά απ’ όσο όταν χτίζει

Η ανάγκη για χώρο είναι εγγενώς πολιτική. Τα μέρη στα οποία ζούμε καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, και, αντίστροφα, οι σχέσεις και οι δραστηριότητές μας καθορίζουν τους χώρους στους οποίους ζούμε. Είναι ζήτημα καθημερινής εμπειρίας, κι όμως φαινόμαστε ανίκανοι να βγάλουμε το παραμικρό συμπέρασμα. Αρκεί να κάνει κανείς μια βόλτα σε οποιαδήποτε πόλη για να καταλάβει τη φύση και τη φτώχεια του τρόπου ζωής μας. Σχεδόν κάθε αστικός[urban] χώρος ανταποκρίνεται αποκλειστικά σε δυο ανάγκες: το κέρδος και τον κοινωνικό έλεγχο. Τόποι κατανάλωσης οργανωμένοι σύμφωνα με τους ολοένα και πιο σκληρούς κανόνες μιας αγοράς σε διαρκή άνοδο: της αγοράς της ασφάλειας. Το μοντέλο είναι αυτό του εμπορικού κέντρου, ενός συλλογικά ιδιωτικοποιημένου χώρου, εποπτευόμενου από τους ανθρώπους και τα μέσα που παρέχει η σχετική υπηρεσία. Στα εμπορικά κέντρα, μια ολοένα και πιο «εξατομικευμένη» κοινωνικότητα χτίζεται γύρω από τον καταναλωτή και την οικογένειά τους, τώρα, μπορεί κανείς να φάει, να παίξει με τα παιδιά του, να διαβάσει κλπ σε τέτοιους τόπους. Όμως, αν κάποιος μπει χωρίς καθόλου χρήματα, θα ανακαλύψει ότι πρόκειται για μια τρομακτική ψευδαίσθηση ζωής.

Το ίδιο πράγμα συμβαίνει στις μητροπόλεις. Που άραγε μπορεί κανείς να βρεθεί για μια συζήτηση, που μπορεί να καθίσει χωρίς να είναι υποχρεωμένος να καταναλώσει, που μπορεί κάποιος να πιει, να κοιμηθεί, αν δεν έχει χρήματα; Για έναν μετανάστη, για έναν φτωχό, για μια γυναίκα, μια νύχτα στην πόλη μπορεί να είναι πολύ μακριά. Η μεσαία τάξη, βολεμένη στα διαμερίσματά της, αγνοεί πλήρως τον νυχτερινό κόσμο του δρόμου, τη σκοτεινή πλευρά των νέον, όταν η μπάτσοι σε ξυπνάνε στα παγκάκια, όταν τα πάντα μοιάζουν ξένα και εχθρικά για σένα. Όταν οι μεσαία τάξη κλείνεται στα bunkers της, οι πόλεις αποκαλύπτουν το πραγματικό πρόσωπό τους, των απάνθρωπων τεράτων που είναι.

Όλο και περισσότερο, οι ίδιες πόλεις τείνουν να μοιάζουν με οχυρά, και τα σπίτια με κελιά υψίστης ασφαλείας. Ο κοινωνικός πόλεμος, ο πόλεμος ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, τους κυβερνήτες και τους κυβερνώμενους θεσμοθετείται στο αστικό τοπίο. Οι φτωχοί απελαύνονται στις συνοικίες προκειμένου να αφήσουν το κέντρο στα γραφεία και τις τράπεζες (ή στους τουρίστες). Οι είσοδοι των πόλεων και ένα σωρό «ευαίσθητων» περιοχών εποπτεύονται από συμπλέγματα που εξελίσσονται κάθε μέρα και περισσότερο. Η έλλειψη πρόσβασης σε καθορισμένα επίπεδα κατανάλωσης – επίπεδα που προσδιορίζονται και ελέγχονται από ένα σταθερό σύστημα υπολογιστών όπου τα δεδομένα των τραπεζικών καταθέσεων, ασφαλειών, ιατρικών ασφαλίσεων και αστυνομικών καταγραφών επεξεργάζονται μαζί, καθορίζει, αρνητικά, τις νέες επικίνδυνες τάξεις, που περιορίζονται σε μια εξαιρετικά συγκεκριμένη αστική ζώνη. Ο χαρακτήρας της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων αντανακλάται στον μητροπολιτικό έλεγχο. Τα σύνορα μεταξύ χωρών και ηπείρων είναι ανάλογα με τα σύνορα μεταξύ γειτονιών ή με τις μαγνητικές κάρτες εισόδου σε συγκεκριμένα ιδιωτικά κτίρια ή, στις ΗΠΑ, σε συγκεκριμένες ζώνες κατοικιών.

Οι διεθνείς αστυνομικές επιχειρήσεις θυμίζουν τον πόλεμο ενάντια στο έγκλημα ή, πιο πρόσφατα, την πολιτική της «μηδενικής ανοχής» μέσω της οποίας κάθε μορφή αποκλίνουσα συμπεριφορά ποινικοποιήθηκε. Ενώ σε ολόκληρο τον κόσμο οι φτωχοί συλλαμβάνονται κατά εκατομμύρια, οι πόλεις παίρνουν την μορφή τεράστιων φυλακών. Μήπως, οι κίτρινες γραμμές που οι καταναλωτές οφείλουν να ακολουθούν σε συγκεκριμένα εμπορικά κέντρα του Λονδίνου δε σου θυμίζουν αυτές στις οποίες πρέπει να βαδίζουν οι γάλλοι κρατούμενοι; Μήπως η στρατιωτικοποίηση της Γένουας στη διάρκεια της συνόδου των G8 δεν είχε μια ιδέα από τα κέντρα ελέγχου στα παλαιστινιακά εδάφη; Προτάσεις για νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας στους ανηλίκους, έχουν προταθεί όχι μακριά μας (στη Γαλλία για παράδειγμα). Οι φυλακές ανηλίκων πολλαπλασιάζονται, ένα είδος ποινικής τιμωρίας για την νεότητα, ενώ η συνάθροιση στους εσωτερικούς διαδρόμους των λαϊκών πολυκατοικιών (ο μόνος χώρος για συλλογική ζωή σε πολλά πολεοδομικά τετράγωνα προορισμένα για ύπνο) απαγορεύεται. Ήδη, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι άστεγοι απαγορεύεται να εισέλθουν στο κέντρο της πόλης, ενώ οι επαίτες αναγκάζονται σε πρόστιμα, όπως στον μεσαίωνα. Έτσι κανείς προτείνει (όπως είχαν κάνει χθες οι ναζί, ή όπως έκανε σήμερα ο δήμαρχος του Μιλάνου) τη δημιουργία κατάλληλων κέντρων για τους ανέργους και τις οικογένειές τους, με πρότυπο τα κέντρα για τους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Μεταλλικοί φράχτες χτίζονται για να διαχωρίσουν τις πλούσιες (και λευκές) γειτονιές από τις φτωχές (και μη-λευκές). Το κοινωνικό απαρτχάιντ προελαύνει, από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη, από τον νότο στο βορρά του κόσμου. Όταν ένας στους τρεις μαύρους από την ηλικία των 20 ως τα 35 περνάει από τα κάτεργα (όπως στις ΗΠΑ, όπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι φυλακίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια), η πρόταση για αποκλεισμό των μεταναστών από το κέντρο της πόλης εδώ περνάει σχεδόν απαρατήρητη. Και αρκετοί ακόμα θα χειροκροτήσουν το ένδοξο πολεμικό ναυτικό, όταν θα βυθίσει τα πλοιάρια των ξένων χωρίς χαρτιά. Σε μια ανάμειξη ταξικών και φυλετικών διαχωρισμών, η κοινωνία στην οποία ζούμε, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ένα τεράστιο σύμπλεγμα από γκέττο.

Για μια ακόμη φορά, ο σύνδεσμος μεταξύ των μορφών της ζωής και των χώρων της ζωής είναι στενός. Η αυξανόμενη επισφάλεια ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας προχωρά με το ίδιο βήμα με την απομόνωση των ατόμων, με την εξαφάνιση των χώρων συνάντησης (και συνεπώς των αγώνων) και στο τέλος, με τις παραγκουπόλεις στα οποία οι περισσότεροι από τους φτωχούς θα πεταχτούν. Από αυτήν την κοινωνική συνθήκη, δυο τυπικά ολοκληρωτικά φαινόμενα γεννιούνται: ο πόλεμος μεταξύ των εκμεταλλευομένων, που αναπαράγει άκριτα τον άγριο ανταγωνισμό και τον αγώνα για ανέλιξη στον οποίο χτίζονται οι καπιταλιστικές σχέσεις, και την απαίτηση για τάξη και ασφάλεια, παραγόμενη και χορηγούμενη από μια προπαγάνδα που σφυροκοπάει από παλιά τον πληθυσμό. Με το τέλος του «ψυχρού πολέμου», ο εχθρός μετατοπίστηκε, τόσο πολιτικά, όσο και μιντιακά, στο εσωτερικό του «ελεύθερου κόσμου». Η κατάρρευση του τοίχους του Βερολίνου αναλογεί στην οικοδόμηση του τοίχους μεταξύ ΗΠΑ-Μεξικού ή με την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών συστημάτων εισόδου στις συνοικίες των κυρίαρχων τάξεων. Η εκληματοποίηση του φτωχού περιγράφηκε ανοιχτά ως ένας «πόλεμος χαμηλής έντασης», όπου ο εχθρός, ο «εξωτικός τρομοκράτης», γίνεται εδώ ο παράνομος ξένος, ο τοξικο-εξαρτημένος, η πόρνη. Ο απομονωμένος κάτοικος, πασχίζοντας μεταξύ δουλειάς και κατανάλωσης τρέχοντας από τον έναν ανώνυμο χώρο στον άλλο, κι από μέσο μεταφοράς σε μέσο, καταπίνοντας τρομακτικές εικόνες για απείθαρχους νεολαίους, κλεφτρόνια, μαχαιροβγάλτες, και ένα συγκεχυμένο και ασυνείδητο αίσθημα φόβου που παίρνει τη θέση της ατομικής και συλλογικής ζωής.

Οι φαινομενικά ειρηνικές πόλεις μας, μας δείχνουν ολοένα και περισσότερο τα σημάδια αυτής της πλανητικής τάσης της διακυβέρνησης μέσω του φόβου, αν ξέρουμε βέβαια πώς να κοιτάμε.

Αν πολιτική σημαίνει η τέχνη της κυριαρχίας, μια εξειδικευμένη δραστηριότητα που είναι το μονοπώλιο των γραφειοκρατών και των στελεχών, τότε οι πόλεις στις οποίες ζούμε είναι η πολιτική οργάνωση του χώρου. Αν, από την άλλη, σημαίνει μια κοινή σφαίρα συζήτησης και λήψης αποφάσεων σχετικά με κοινά ζητήματα, τότε μπορεί να πει κανείς ότι η αστική[urban] δομή σχεδιάζεται με βάση την από-πολιτικοποίηση των ατόμων προκειμένου να μένουν απομονωμένα και ταυτόχρονα χαμένα μέσα στην μάζα. Στη δεύτερη περίπτωση λοιπόν, η κατεξοχήν πολιτική δράση είναι η εξέγερση ενάντια στον αστικό σχεδιασμό ως αστυνομική επιστήμη και λειτουργία. Είναι η εξέγερση που δημιουργεί νέους χώρους συνάντησης κι επικοινωνίας. Με κάθε έννοια, το ζήτημα του χώρου είναι ένα εγγενώς πολιτικό ζήτημα.

Μια μεστή ζωή είναι μια ζωή, ικανή να αναμειγνύει περίτεχνα τις απολαύσεις της μοναχικότητας με τις χαρές της συνάντησης. Μια σοφή ανάμειξη χωριών και υπαίθρου, πλατειών και ελεύθερων εκτάσεων που θα μπορούσε να κάνει την τέχνη του χτισίματος και της κατοικίας συναρπαστική. Αν με ένα ουτοπικό άλμα, προβάλλουμε τους εαυτούς μας έξω από το βιομηχανικό πλαίσιο στο οποίο πάνω οικοδομήθηκε η κοινωνία, θα μπορέσουμε να φανταστούμε μικρές κοινότητες, βασισμένες στις προσωπικές σχέσεις που συνδέονται μεταξύ τους χωρίς ιεραρχίες μεταξύ ανθρώπινων όντων, χωρίς κυριαρχία πάνω στη φύση. Το ταξίδι θα έπαυε να είναι μια τυποποιημένη μεταφορά μεταξύ οικειότητας και βαρεμάρας και θα γινόταν μια περιπέτεια απαλλαγμένη από κάθε ρολόι. Κρήνες και καταφύγια θα καλωσόριζαν τους διαβάτες. Η άγρια φύση θα γινόταν ξανά ένας τόπος για ανακαλύψεις και επαγρύπνηση, για ανάμνηση και απόδραση από την ανθρωπότητα. Τα χωριά θα γεννιόντουσαν από τα σπλάχνα των δασών χωρίς βία, για να επιστρέψουν αργότερα στο δάσος και την ύπαιθρο. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε πως τα ζώα και τα φυτά θα άλλαζαν χωρίς την αίσθηση της απειλής από τον άνθρωπο. Μόνο μια αλλοτριωμένη ανθρωπότητα θα μπορούσε να πάρει την συσσώρευση, το κέρδος και την εξουσία ως τη βάση για τη ζωή στη Γη. Ενώ ο κόσμος των εμπορευμάτων ρευστοποιείται, απειλούμενος από την αποσύνθεση κάθε ανθρώπινης επαφής και από την οικολογική καταστροφή, ενώ οι νέοι άνθρωποι αλληλο-σφαγιάζονται και οι μεγαλύτεροι βαλτώνουν στα ψυχο-φάρμακα, το διακύβευμα γίνεται ολοένα και πιο προφανές: η ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων σημαίνει τη δημιουργία νέων χώρων για τη ζωή και αντίστροφα. Με την έννοια αυτή, μια «εκτεταμένη επιχείρηση επείγουσας καταστροφής» μας περιμένει.

Η μαζική βιομηχανική κοινωνία καταστρέφει την ατομικότητα και την ευχαρίστηση της συνεύρεσης την ίδια στιγμή. Όλο και περισσότερο σπρωχνόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, λόγω των αναγκαστικών μετακινήσεων, του τυποποιημένου ωραρίου, των μαζικής-παραγωγής επιθυμιών. Κι όμως, όλο και περισσότερο απομονωνόμαστε, ανίκανοι να επικοινωνήσουμε, σπαραγμένοι από την αγωνία και το φόβο, ανίκανοι πάνω απ’ όλα να αγωνιστούμε μαζί. Κάθε πραγματική επικοινωνία, κάθε πραγματικά ισότιμος διάλογος μπορεί να λάβει χώρα μόνο μέσα από την ρήξη με την κανονικότητα και τη συνήθεια, μόνο στην εξέγερση.

Σε διάφορα μέρη του κόσμου, οι εκμεταλλευόμενοι αρνούνται κάθε ψευδαίσθηση, περί του καλύτερου κόσμου στα πλαίσια του δυνατού, στρέφοντας το αίσθημα της ολοκληρωτικής υποτίμησής τους ενάντια στην εξουσία. Εξεγειρόμενοι ενάντια στους εκμεταλλευτές τους και τα μαντρόσκυλά τους, ενάντια στην ιδιοκτησία και τις αξίες της, οι εκμεταλλευόμενοι ανακαλύπτουν νέους και παλιούς τρόπους για να βρίσκονται μαζί, να συζητούν, να αποφασίζουν και να είναι φτιάχνουν την ευτυχία τους.

Από τα παλαιστινιακά εδάφη στις aarch (συνελεύσεις χωριών) των αλγερινών εξεγερμένων: μια ανταρσία ελεύθερων χώρων για κοινωνική αυτό-οργάνωση. Συχνά, οι επαν-ανακαλυπτόμενες συνελευσιακές μορφές μοιάζουν σαν εφαρμογές της παλιάς παράδοσης της πρόσωπο-με-πρόσωπο σχέσης, της εχθρικής σε κάθε αντιπροσώπευση, που εντοπίζεται ακόμα στην περηφάνια άλλων αγώνων του καιρού μας. Αν μια βίαια ρήξη είναι η βάση της εξέγερσης, η ικανότητά τους να πειραματιστούν με άλλους τρόπους ζωής, ελπίζοντας ότι οι εκμεταλλευόμενοι άλλων περιοχών θα μεταλαμπαδεύσουν τη φλόγα τους, είναι αυτό που τους προσδίδει την αντοχή τους, αφού ακόμα και η πιο γοητευτική ουτοπική πρακτική, απομονωμένη, πεθαίνει.

Οι χώροι της εξουσίας, ακόμα κι αυτοί που δεν είναι άμεσα καταπιεστικοί καταστρέφονται στο διάβα των ταραχών, όχι μόνο εξαιτίας του συμβολικού τους βάρους, αλλά και καθώς στο βασίλειο της εξουσίας, δεν μπορεί να υπάρξει ζωή. Πίσω από το πρόβλημα της κατοικίας και των συλλογικών χώρων, υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία. Είναι γιατί τόσο πολλοί δουλεύουν χρόνια και χρόνια για να μπορέσουν να ξεπληρώσουν ένα δάνειο ώστε να έχουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους, που δεν μπορούν να βρουν ούτε τη θέληση ούτε το χώρο για να μιλήσουμε με τους άλλους για την κενότητα μιας τέτοιας ζωής. Από την άλλη, όσο περισσότεροι οι συλλογικοί χώροι περιορίζονται, ιδιωτικοποιούνται ή περνούν υπό τον έλεγχο του κράτους, τόσο περισσότερο τα σπίτια τα ίδια γίνονται μικρά, γκρίζα ομοιόμορφα και ανθυγιεινά οχυρά. Χωρίς αντίσταση, το κάθε τι υποβαθμίζεται με την ταχύτητα του φωτός. Εκεί που ζούσαν άποροι χωρικοί, και καλλιεργούσαν τη γη για τους πλουσίους πριν πενήντα χρόνια μόλις, τώρα ζουν οι ευκατάστατοι άνθρωποι. Οι σημερινές ζώνες κατοικίας είναι οι πιο ανυπόφορες από τα κοινά σπίτια της προηγούμενης τριακονταετίας. Τα ξενοδοχεία πολυτελείας μοιάζουν με στρατώνες. Η λογική συνέπεια του ολοκληρωτισμού στον αστικό[urban] σχεδιασμό είναι οι τάφοι εκείνοι στους οποίους οι ιάπωνες υπάλληλοι ξαναγεμίζουν τις μπαταρίες τους. Οι τάξεις που εκμεταλλεύονται τους φτωχούς με τη σειρά τους παραμελούνται από το σύστημα που με τόσο ζήλο υπηρετούν. Η άμεση δράση για την εκτροπή των χώρων της ζωής από την εξουσία και το κέρδος, η κατάληψη σπιτιών και ο πειραματισμός ανατρεπτικών σχέσεων είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από μια λίγο-πολύ μοδάτη εναλλακτική εφηβεία. Είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους τους εκμεταλλευόμενους, τους αποκλεισμένους, όσους δεν έχουν φωνή. Είναι ένα ζήτημα συζήτησης και οργάνωσης χωρίς διαμεσολαβητές, τοποθέτησης του αυτό-καθορισμού των σχέσεων και των χώρων μας ενάντια στην κατεστημένη τάξη, επίθεσης στα αστικά[urban] κελιά. Στην πραγματικότητα, δεν νομίζουμε ότι είναι πιθανό να στερηθούμε ούτε έναν χώρο σ αυτήν την κοινωνία που να είναι αυθεντικά αυτό-οργανωμένος, κι όπου μπορούμε να ζήσουμε με τον τρόπο που επιλέγουμε, όπως οι ινδιάνοι στους καταυλισμούς. Οι επιθυμίες μας είναι πολύ ακριβές. Θέλουμε να δημιουργήσουμε ρήγματα, να βρούμε στους δρόμους, να μιλήσουμε στις πλατείες, να ψάξουμε για συντρόφους για να επιτεθούμε μαζί στον παλιό κόσμο. Η ζωή στην κοινωνία πρέπει να επαν-εφευρεθεί. Αυτό είναι το παν.

Πηγή: Venomous Butterfly


Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Γενάρης 2008