Category Archives: Feral Faun

Σχετικά με τα ΜΜΕ

Λόγοι για μια εχθρότητα – Σχετικά με τα ΜΜΕ

Η εχθρότητά μας προς τους δημοσιογράφους, τις λέξεις, τις εικόνες τους, χρειάζεται μερικές διευκρινήσεις. Το θέμα, όπως θα εξηγήσουμε στις παρακάτω σημειώσεις, δεν είναι η μεγαλύτερη ή μικρότερη ειλικρίνεια των μεμονωμένων δημοσιογράφων ή φωτογράφων, αλλά μάλλον ο ρόλος του συμπλέγματος των ΜΜΕ ως τέτοιο. Τα ΜΜΕ έχουν την πρόθεση να είναι η συνολική αναπαράσταση της πραγματικότητας, όπως φαίνεται από το απλό γεγονός ότι: για τα ίδια, ο καθένας που αρνείται να μιλήσει με δημοσιογράφους, «δε θέλει να επικοινωνήσει με κανέναν», λες και είναι αδύνατο να επικοινωνήσει με έναν άμεσο τρόπο, χωρίς τον τύπο και τη τηλεόραση. Είναι η ίδια συμπεριφορά που έχουν και οι πολιτικοί: ο καθένας που αρνείται κάθε σχέση μαζί τους, μας λένε, αρνείται να συνδιαλεχτεί με κανέναν, αρνείται τον διάλογο. Κι ακόμα, παρά τα μεγάλα βήματα στην κοινωνική εξημέρωση, ο κόσμος δεν κατοικείται αποκλειστικά από πολιτικούς, μπάτσους και δημοσιογράφους. Στην πραγματικότητα, είναι πέραν και εκτός της εξουσίας τους που ο πραγματικός διάλογος λαμβάνει χώρα.

Τα ΜΜΕ είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο της κυρίαρχης τάξης. Ως τέτοιο, εκβιάζει τη συμμετοχή, την ίδια στιγμή που αποκλείει, αφομοιώνει και καταστέλλει. Εκβιάζουν τη συμμετοχή: Ο καθένας πρέπει να πειστεί ότι η μόνη πραγματικότητα που υφίσταται είναι αυτή που διαμορφώνουν οι εφημερίδες και η τηλεόραση κάθε μέρα, η πραγματικότητα του κράτους και της οικονομίας. Τα ΜΜΕ είναι αδιαχώριστο εργαλείο στον καθορισμό της συναίνεσης. Είναι η σύγχρονη εκδοχή του μύθου δηλ. της αναπαράστασης που ενώνει τους εκμεταλλευόμενους με τους εκμεταλλευτές. Τα ΜΜΕ κοινωνικοποιούν τον πληθυσμο.

Αποκλείουν: Σκέψεις και δράσεις εχθρικές προς αυτήν την κοινωνία δεν πρέπει να εμφανίζονται. Πρέπει να φιμώνονται, να διαστρεβλώνονται ή να γίνονται ακατανόητες. Η φίμωσή τους γίνεται όταν αυτή η ίδια η ύπαρξη τους συνιστά μια επίθεση ενάντια στην κατεστημένη τάξη. Η διαστρέβλωσή τους όταν δεν μπορούν να φιμωθούν, και πρέπει να ανακατασκευαστούν από την αρχή. Και γίνονται ακατανόητες όταν το μέσο αναγκάζεται να αποδώσει μια μερική αλήθεια στην άρνησή τους, ούτως ώστε το συνολικό νόημά τους να περάσει απαρατήρητο. Τα μέσα αποσπούν κάθε μέσο αυτόνομης έκφρασης από τους αδύναμους. Η μονόπλευρη φύση της πληροφορίας είναι το αντίθετο της επικοινωνίας μεταξύ ατόμων.

Αφομοιώνουν: Μας καλούν σε διάλογο με τους θεσμούς, ανακηρύσσουν εκπροσώπους και ηγέτες, ενσωματώνουν κάθε ανατρεπτική ιδέα και πρακτική αφού την καταστήσουν αβλαβή, διαχωρίζοντάς την από το περιεχόμενό της, κάνοντάς μας να τις καταναλώνουμε αντί να τις βιώνουμε, μπουχτίζοντάς τες με την γνωστή βαρεμάρα τους.

Καταστέλλουν: συνεργάζονται με την αστυνομία στη διαστρέβλωση και τη συκοφαντία, προετοιμάζουν το έδαφος για καταστάσεις «εκτάκτου ανάγκης», νομιμοποιούν κοινωνικά αστυνομικές επιχειρήσεις. Μερικές φορές, μπορεί να καταστέλλουν ακόμα και παραδεχόμενα ότι μια πράξη είναι δίκαιη, δηλ. παρουσιάζοντάς την αφαιρώντας κάθε τι ανατρεπτικό έχει, όσο είναι πολύ μακριά, ή έχει μόλις λάβει τέλος.

Το πιο συχνό έργο των ΜΜΕ είναι η διαστρέβλωση και η καταστολή δηλ. η πιο ανοιχτά συκοφαντική και εγκληματική όψη τους. Όμως, η οργή για τα ψέμματα των δημοσιογράφων είναι βραχύβια, καθώς μπορεί να υποσκαπτεί, σε περιόδους μικρότερης συγκρουσιακής έντασης με μια σειρά από επαρκώς ειλικρινή άρθρα. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η ειλικρίνεια των δημοσιογράφων ή η εγκυρότητα της αρθρογραφίας τους, αλλά μάλλον η κοινωνική λειτουργία των ΜΜΕ. Στην μηχανή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, οι πνευματικές ικανότητες και οι ηθικοί κώδικες παραβλέπονται, είτε από τον όγκο των πληροφοριών, είτε από τον «ολοκληρωτισμό του μερικού» που είναι η πραγματική όψη των ειδήσεων. Η κριτική νοημοσύνη συγκροτείται μέσα από την συνάντηση, την αναλογική σκέψη, την μνήμη. Οι ειδήσεις, από την άλλη, είναι προϊόν διαχωρισμού, λεπτομέρειας, ενός αιώνιου παρόντος. Η παθητικότητα των ΜΜΕ είναι μόνο μια αντανάκλαση της παθητικότητας της εργασίας και της αγοράς. Όπως είναι γνωστό, η ζωή που μας κλέβουν, μας επιστρέφεται υπό την μορφή εικόνων. Όσο καλύτερα ενημερωμένος είναι κανείς, τόσο λιγότερα ξέρει, καθώς τόσο λιγότερο ζει.

Σήμερα κανείς δεν μπορεί χωρίς το θέαμα της πολιτικής. Κάποιος που δε θέλει να ξεφύγει από το θέαμα της πολιτικής σε κάθε μορφή της, δε θέλει και να αποφύγει την διαμεσολάβηση των ΜΜΕ. Ίσως ακόμα να βρίζει τους δημοσιογράφους για αρκετό καιρό, αλλά αδυνατώντας να κάνει κάτι άλλο, θα επιστρέψει στο διάλογό τους. Τα μέσα είναι απαραίτητα για τη διαμεσολάβηση με την εξουσία. Είναι η διαμεσολάβηση αυτή, όπως αποδεικνύουν και πρόσφατα γεγονότα, που κάνει αναγκαίο το διάλογο, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό την καταστολή όσων δε συνδιαλέγονται με τους εχθρούς τους.

Στις κουβεντούλες της συναίνεσης, η αστυνομική καταγραφή ξεκινά από αυτούς που παραμένουν σιωπηλοί. Γιατί το να σπας τα δεσμά του τύπου και της τηλεόρασης, με τις εικόνες και τις ταμπέλες που βάζουν στις πλάτες μας, σημαίνει το να σπας τα δεσμά με την πολιτική.

Όμως το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι ο αυτισμός του γκέττο, αλλά μια εξέγερση που παρέχει στον εαυτό της τα ίδια τα εργαλεία μιας αυτόνομης επικοινωνίας.

Πηγή: έκδοση του Venomous Butterfly (http://www.geocities.com/kk_abacus/vbutterfly.html & http://www.omnipresence.mahost.org/vbp.htm)
Αρχικό κείμενο από Guerra Soziale (http://digilander.libero.it/guerrasociale.org/)

Σκέψεις για την πόλη

Σκέψεις για την πόλη

Η πρόοδος ποτέ δεν καταστρέφει τόσο ολοκληρωτικά απ’ όσο όταν χτίζει

Η ανάγκη για χώρο είναι εγγενώς πολιτική. Τα μέρη στα οποία ζούμε καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, και, αντίστροφα, οι σχέσεις και οι δραστηριότητές μας καθορίζουν τους χώρους στους οποίους ζούμε. Είναι ζήτημα καθημερινής εμπειρίας, κι όμως φαινόμαστε ανίκανοι να βγάλουμε το παραμικρό συμπέρασμα. Αρκεί να κάνει κανείς μια βόλτα σε οποιαδήποτε πόλη για να καταλάβει τη φύση και τη φτώχεια του τρόπου ζωής μας. Σχεδόν κάθε αστικός[urban] χώρος ανταποκρίνεται αποκλειστικά σε δυο ανάγκες: το κέρδος και τον κοινωνικό έλεγχο. Τόποι κατανάλωσης οργανωμένοι σύμφωνα με τους ολοένα και πιο σκληρούς κανόνες μιας αγοράς σε διαρκή άνοδο: της αγοράς της ασφάλειας. Το μοντέλο είναι αυτό του εμπορικού κέντρου, ενός συλλογικά ιδιωτικοποιημένου χώρου, εποπτευόμενου από τους ανθρώπους και τα μέσα που παρέχει η σχετική υπηρεσία. Στα εμπορικά κέντρα, μια ολοένα και πιο «εξατομικευμένη» κοινωνικότητα χτίζεται γύρω από τον καταναλωτή και την οικογένειά τους, τώρα, μπορεί κανείς να φάει, να παίξει με τα παιδιά του, να διαβάσει κλπ σε τέτοιους τόπους. Όμως, αν κάποιος μπει χωρίς καθόλου χρήματα, θα ανακαλύψει ότι πρόκειται για μια τρομακτική ψευδαίσθηση ζωής.

Το ίδιο πράγμα συμβαίνει στις μητροπόλεις. Που άραγε μπορεί κανείς να βρεθεί για μια συζήτηση, που μπορεί να καθίσει χωρίς να είναι υποχρεωμένος να καταναλώσει, που μπορεί κάποιος να πιει, να κοιμηθεί, αν δεν έχει χρήματα; Για έναν μετανάστη, για έναν φτωχό, για μια γυναίκα, μια νύχτα στην πόλη μπορεί να είναι πολύ μακριά. Η μεσαία τάξη, βολεμένη στα διαμερίσματά της, αγνοεί πλήρως τον νυχτερινό κόσμο του δρόμου, τη σκοτεινή πλευρά των νέον, όταν η μπάτσοι σε ξυπνάνε στα παγκάκια, όταν τα πάντα μοιάζουν ξένα και εχθρικά για σένα. Όταν οι μεσαία τάξη κλείνεται στα bunkers της, οι πόλεις αποκαλύπτουν το πραγματικό πρόσωπό τους, των απάνθρωπων τεράτων που είναι.

Όλο και περισσότερο, οι ίδιες πόλεις τείνουν να μοιάζουν με οχυρά, και τα σπίτια με κελιά υψίστης ασφαλείας. Ο κοινωνικός πόλεμος, ο πόλεμος ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, τους κυβερνήτες και τους κυβερνώμενους θεσμοθετείται στο αστικό τοπίο. Οι φτωχοί απελαύνονται στις συνοικίες προκειμένου να αφήσουν το κέντρο στα γραφεία και τις τράπεζες (ή στους τουρίστες). Οι είσοδοι των πόλεων και ένα σωρό «ευαίσθητων» περιοχών εποπτεύονται από συμπλέγματα που εξελίσσονται κάθε μέρα και περισσότερο. Η έλλειψη πρόσβασης σε καθορισμένα επίπεδα κατανάλωσης – επίπεδα που προσδιορίζονται και ελέγχονται από ένα σταθερό σύστημα υπολογιστών όπου τα δεδομένα των τραπεζικών καταθέσεων, ασφαλειών, ιατρικών ασφαλίσεων και αστυνομικών καταγραφών επεξεργάζονται μαζί, καθορίζει, αρνητικά, τις νέες επικίνδυνες τάξεις, που περιορίζονται σε μια εξαιρετικά συγκεκριμένη αστική ζώνη. Ο χαρακτήρας της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων αντανακλάται στον μητροπολιτικό έλεγχο. Τα σύνορα μεταξύ χωρών και ηπείρων είναι ανάλογα με τα σύνορα μεταξύ γειτονιών ή με τις μαγνητικές κάρτες εισόδου σε συγκεκριμένα ιδιωτικά κτίρια ή, στις ΗΠΑ, σε συγκεκριμένες ζώνες κατοικιών.

Οι διεθνείς αστυνομικές επιχειρήσεις θυμίζουν τον πόλεμο ενάντια στο έγκλημα ή, πιο πρόσφατα, την πολιτική της «μηδενικής ανοχής» μέσω της οποίας κάθε μορφή αποκλίνουσα συμπεριφορά ποινικοποιήθηκε. Ενώ σε ολόκληρο τον κόσμο οι φτωχοί συλλαμβάνονται κατά εκατομμύρια, οι πόλεις παίρνουν την μορφή τεράστιων φυλακών. Μήπως, οι κίτρινες γραμμές που οι καταναλωτές οφείλουν να ακολουθούν σε συγκεκριμένα εμπορικά κέντρα του Λονδίνου δε σου θυμίζουν αυτές στις οποίες πρέπει να βαδίζουν οι γάλλοι κρατούμενοι; Μήπως η στρατιωτικοποίηση της Γένουας στη διάρκεια της συνόδου των G8 δεν είχε μια ιδέα από τα κέντρα ελέγχου στα παλαιστινιακά εδάφη; Προτάσεις για νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας στους ανηλίκους, έχουν προταθεί όχι μακριά μας (στη Γαλλία για παράδειγμα). Οι φυλακές ανηλίκων πολλαπλασιάζονται, ένα είδος ποινικής τιμωρίας για την νεότητα, ενώ η συνάθροιση στους εσωτερικούς διαδρόμους των λαϊκών πολυκατοικιών (ο μόνος χώρος για συλλογική ζωή σε πολλά πολεοδομικά τετράγωνα προορισμένα για ύπνο) απαγορεύεται. Ήδη, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι άστεγοι απαγορεύεται να εισέλθουν στο κέντρο της πόλης, ενώ οι επαίτες αναγκάζονται σε πρόστιμα, όπως στον μεσαίωνα. Έτσι κανείς προτείνει (όπως είχαν κάνει χθες οι ναζί, ή όπως έκανε σήμερα ο δήμαρχος του Μιλάνου) τη δημιουργία κατάλληλων κέντρων για τους ανέργους και τις οικογένειές τους, με πρότυπο τα κέντρα για τους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Μεταλλικοί φράχτες χτίζονται για να διαχωρίσουν τις πλούσιες (και λευκές) γειτονιές από τις φτωχές (και μη-λευκές). Το κοινωνικό απαρτχάιντ προελαύνει, από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη, από τον νότο στο βορρά του κόσμου. Όταν ένας στους τρεις μαύρους από την ηλικία των 20 ως τα 35 περνάει από τα κάτεργα (όπως στις ΗΠΑ, όπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι φυλακίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια), η πρόταση για αποκλεισμό των μεταναστών από το κέντρο της πόλης εδώ περνάει σχεδόν απαρατήρητη. Και αρκετοί ακόμα θα χειροκροτήσουν το ένδοξο πολεμικό ναυτικό, όταν θα βυθίσει τα πλοιάρια των ξένων χωρίς χαρτιά. Σε μια ανάμειξη ταξικών και φυλετικών διαχωρισμών, η κοινωνία στην οποία ζούμε, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ένα τεράστιο σύμπλεγμα από γκέττο.

Για μια ακόμη φορά, ο σύνδεσμος μεταξύ των μορφών της ζωής και των χώρων της ζωής είναι στενός. Η αυξανόμενη επισφάλεια ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας προχωρά με το ίδιο βήμα με την απομόνωση των ατόμων, με την εξαφάνιση των χώρων συνάντησης (και συνεπώς των αγώνων) και στο τέλος, με τις παραγκουπόλεις στα οποία οι περισσότεροι από τους φτωχούς θα πεταχτούν. Από αυτήν την κοινωνική συνθήκη, δυο τυπικά ολοκληρωτικά φαινόμενα γεννιούνται: ο πόλεμος μεταξύ των εκμεταλλευομένων, που αναπαράγει άκριτα τον άγριο ανταγωνισμό και τον αγώνα για ανέλιξη στον οποίο χτίζονται οι καπιταλιστικές σχέσεις, και την απαίτηση για τάξη και ασφάλεια, παραγόμενη και χορηγούμενη από μια προπαγάνδα που σφυροκοπάει από παλιά τον πληθυσμό. Με το τέλος του «ψυχρού πολέμου», ο εχθρός μετατοπίστηκε, τόσο πολιτικά, όσο και μιντιακά, στο εσωτερικό του «ελεύθερου κόσμου». Η κατάρρευση του τοίχους του Βερολίνου αναλογεί στην οικοδόμηση του τοίχους μεταξύ ΗΠΑ-Μεξικού ή με την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών συστημάτων εισόδου στις συνοικίες των κυρίαρχων τάξεων. Η εκληματοποίηση του φτωχού περιγράφηκε ανοιχτά ως ένας «πόλεμος χαμηλής έντασης», όπου ο εχθρός, ο «εξωτικός τρομοκράτης», γίνεται εδώ ο παράνομος ξένος, ο τοξικο-εξαρτημένος, η πόρνη. Ο απομονωμένος κάτοικος, πασχίζοντας μεταξύ δουλειάς και κατανάλωσης τρέχοντας από τον έναν ανώνυμο χώρο στον άλλο, κι από μέσο μεταφοράς σε μέσο, καταπίνοντας τρομακτικές εικόνες για απείθαρχους νεολαίους, κλεφτρόνια, μαχαιροβγάλτες, και ένα συγκεχυμένο και ασυνείδητο αίσθημα φόβου που παίρνει τη θέση της ατομικής και συλλογικής ζωής.

Οι φαινομενικά ειρηνικές πόλεις μας, μας δείχνουν ολοένα και περισσότερο τα σημάδια αυτής της πλανητικής τάσης της διακυβέρνησης μέσω του φόβου, αν ξέρουμε βέβαια πώς να κοιτάμε.

Αν πολιτική σημαίνει η τέχνη της κυριαρχίας, μια εξειδικευμένη δραστηριότητα που είναι το μονοπώλιο των γραφειοκρατών και των στελεχών, τότε οι πόλεις στις οποίες ζούμε είναι η πολιτική οργάνωση του χώρου. Αν, από την άλλη, σημαίνει μια κοινή σφαίρα συζήτησης και λήψης αποφάσεων σχετικά με κοινά ζητήματα, τότε μπορεί να πει κανείς ότι η αστική[urban] δομή σχεδιάζεται με βάση την από-πολιτικοποίηση των ατόμων προκειμένου να μένουν απομονωμένα και ταυτόχρονα χαμένα μέσα στην μάζα. Στη δεύτερη περίπτωση λοιπόν, η κατεξοχήν πολιτική δράση είναι η εξέγερση ενάντια στον αστικό σχεδιασμό ως αστυνομική επιστήμη και λειτουργία. Είναι η εξέγερση που δημιουργεί νέους χώρους συνάντησης κι επικοινωνίας. Με κάθε έννοια, το ζήτημα του χώρου είναι ένα εγγενώς πολιτικό ζήτημα.

Μια μεστή ζωή είναι μια ζωή, ικανή να αναμειγνύει περίτεχνα τις απολαύσεις της μοναχικότητας με τις χαρές της συνάντησης. Μια σοφή ανάμειξη χωριών και υπαίθρου, πλατειών και ελεύθερων εκτάσεων που θα μπορούσε να κάνει την τέχνη του χτισίματος και της κατοικίας συναρπαστική. Αν με ένα ουτοπικό άλμα, προβάλλουμε τους εαυτούς μας έξω από το βιομηχανικό πλαίσιο στο οποίο πάνω οικοδομήθηκε η κοινωνία, θα μπορέσουμε να φανταστούμε μικρές κοινότητες, βασισμένες στις προσωπικές σχέσεις που συνδέονται μεταξύ τους χωρίς ιεραρχίες μεταξύ ανθρώπινων όντων, χωρίς κυριαρχία πάνω στη φύση. Το ταξίδι θα έπαυε να είναι μια τυποποιημένη μεταφορά μεταξύ οικειότητας και βαρεμάρας και θα γινόταν μια περιπέτεια απαλλαγμένη από κάθε ρολόι. Κρήνες και καταφύγια θα καλωσόριζαν τους διαβάτες. Η άγρια φύση θα γινόταν ξανά ένας τόπος για ανακαλύψεις και επαγρύπνηση, για ανάμνηση και απόδραση από την ανθρωπότητα. Τα χωριά θα γεννιόντουσαν από τα σπλάχνα των δασών χωρίς βία, για να επιστρέψουν αργότερα στο δάσος και την ύπαιθρο. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε πως τα ζώα και τα φυτά θα άλλαζαν χωρίς την αίσθηση της απειλής από τον άνθρωπο. Μόνο μια αλλοτριωμένη ανθρωπότητα θα μπορούσε να πάρει την συσσώρευση, το κέρδος και την εξουσία ως τη βάση για τη ζωή στη Γη. Ενώ ο κόσμος των εμπορευμάτων ρευστοποιείται, απειλούμενος από την αποσύνθεση κάθε ανθρώπινης επαφής και από την οικολογική καταστροφή, ενώ οι νέοι άνθρωποι αλληλο-σφαγιάζονται και οι μεγαλύτεροι βαλτώνουν στα ψυχο-φάρμακα, το διακύβευμα γίνεται ολοένα και πιο προφανές: η ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων σημαίνει τη δημιουργία νέων χώρων για τη ζωή και αντίστροφα. Με την έννοια αυτή, μια «εκτεταμένη επιχείρηση επείγουσας καταστροφής» μας περιμένει.

Η μαζική βιομηχανική κοινωνία καταστρέφει την ατομικότητα και την ευχαρίστηση της συνεύρεσης την ίδια στιγμή. Όλο και περισσότερο σπρωχνόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, λόγω των αναγκαστικών μετακινήσεων, του τυποποιημένου ωραρίου, των μαζικής-παραγωγής επιθυμιών. Κι όμως, όλο και περισσότερο απομονωνόμαστε, ανίκανοι να επικοινωνήσουμε, σπαραγμένοι από την αγωνία και το φόβο, ανίκανοι πάνω απ’ όλα να αγωνιστούμε μαζί. Κάθε πραγματική επικοινωνία, κάθε πραγματικά ισότιμος διάλογος μπορεί να λάβει χώρα μόνο μέσα από την ρήξη με την κανονικότητα και τη συνήθεια, μόνο στην εξέγερση.

Σε διάφορα μέρη του κόσμου, οι εκμεταλλευόμενοι αρνούνται κάθε ψευδαίσθηση, περί του καλύτερου κόσμου στα πλαίσια του δυνατού, στρέφοντας το αίσθημα της ολοκληρωτικής υποτίμησής τους ενάντια στην εξουσία. Εξεγειρόμενοι ενάντια στους εκμεταλλευτές τους και τα μαντρόσκυλά τους, ενάντια στην ιδιοκτησία και τις αξίες της, οι εκμεταλλευόμενοι ανακαλύπτουν νέους και παλιούς τρόπους για να βρίσκονται μαζί, να συζητούν, να αποφασίζουν και να είναι φτιάχνουν την ευτυχία τους.

Από τα παλαιστινιακά εδάφη στις aarch (συνελεύσεις χωριών) των αλγερινών εξεγερμένων: μια ανταρσία ελεύθερων χώρων για κοινωνική αυτό-οργάνωση. Συχνά, οι επαν-ανακαλυπτόμενες συνελευσιακές μορφές μοιάζουν σαν εφαρμογές της παλιάς παράδοσης της πρόσωπο-με-πρόσωπο σχέσης, της εχθρικής σε κάθε αντιπροσώπευση, που εντοπίζεται ακόμα στην περηφάνια άλλων αγώνων του καιρού μας. Αν μια βίαια ρήξη είναι η βάση της εξέγερσης, η ικανότητά τους να πειραματιστούν με άλλους τρόπους ζωής, ελπίζοντας ότι οι εκμεταλλευόμενοι άλλων περιοχών θα μεταλαμπαδεύσουν τη φλόγα τους, είναι αυτό που τους προσδίδει την αντοχή τους, αφού ακόμα και η πιο γοητευτική ουτοπική πρακτική, απομονωμένη, πεθαίνει.

Οι χώροι της εξουσίας, ακόμα κι αυτοί που δεν είναι άμεσα καταπιεστικοί καταστρέφονται στο διάβα των ταραχών, όχι μόνο εξαιτίας του συμβολικού τους βάρους, αλλά και καθώς στο βασίλειο της εξουσίας, δεν μπορεί να υπάρξει ζωή. Πίσω από το πρόβλημα της κατοικίας και των συλλογικών χώρων, υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία. Είναι γιατί τόσο πολλοί δουλεύουν χρόνια και χρόνια για να μπορέσουν να ξεπληρώσουν ένα δάνειο ώστε να έχουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους, που δεν μπορούν να βρουν ούτε τη θέληση ούτε το χώρο για να μιλήσουμε με τους άλλους για την κενότητα μιας τέτοιας ζωής. Από την άλλη, όσο περισσότεροι οι συλλογικοί χώροι περιορίζονται, ιδιωτικοποιούνται ή περνούν υπό τον έλεγχο του κράτους, τόσο περισσότερο τα σπίτια τα ίδια γίνονται μικρά, γκρίζα ομοιόμορφα και ανθυγιεινά οχυρά. Χωρίς αντίσταση, το κάθε τι υποβαθμίζεται με την ταχύτητα του φωτός. Εκεί που ζούσαν άποροι χωρικοί, και καλλιεργούσαν τη γη για τους πλουσίους πριν πενήντα χρόνια μόλις, τώρα ζουν οι ευκατάστατοι άνθρωποι. Οι σημερινές ζώνες κατοικίας είναι οι πιο ανυπόφορες από τα κοινά σπίτια της προηγούμενης τριακονταετίας. Τα ξενοδοχεία πολυτελείας μοιάζουν με στρατώνες. Η λογική συνέπεια του ολοκληρωτισμού στον αστικό[urban] σχεδιασμό είναι οι τάφοι εκείνοι στους οποίους οι ιάπωνες υπάλληλοι ξαναγεμίζουν τις μπαταρίες τους. Οι τάξεις που εκμεταλλεύονται τους φτωχούς με τη σειρά τους παραμελούνται από το σύστημα που με τόσο ζήλο υπηρετούν. Η άμεση δράση για την εκτροπή των χώρων της ζωής από την εξουσία και το κέρδος, η κατάληψη σπιτιών και ο πειραματισμός ανατρεπτικών σχέσεων είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από μια λίγο-πολύ μοδάτη εναλλακτική εφηβεία. Είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους τους εκμεταλλευόμενους, τους αποκλεισμένους, όσους δεν έχουν φωνή. Είναι ένα ζήτημα συζήτησης και οργάνωσης χωρίς διαμεσολαβητές, τοποθέτησης του αυτό-καθορισμού των σχέσεων και των χώρων μας ενάντια στην κατεστημένη τάξη, επίθεσης στα αστικά[urban] κελιά. Στην πραγματικότητα, δεν νομίζουμε ότι είναι πιθανό να στερηθούμε ούτε έναν χώρο σ αυτήν την κοινωνία που να είναι αυθεντικά αυτό-οργανωμένος, κι όπου μπορούμε να ζήσουμε με τον τρόπο που επιλέγουμε, όπως οι ινδιάνοι στους καταυλισμούς. Οι επιθυμίες μας είναι πολύ ακριβές. Θέλουμε να δημιουργήσουμε ρήγματα, να βρούμε στους δρόμους, να μιλήσουμε στις πλατείες, να ψάξουμε για συντρόφους για να επιτεθούμε μαζί στον παλιό κόσμο. Η ζωή στην κοινωνία πρέπει να επαν-εφευρεθεί. Αυτό είναι το παν.

Πηγή: Venomous Butterfly


Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Γενάρης 2008

Για μια αναρχική αντίληψη των τάξεων

Από τον προλετάριο στο άτομο: προς μια αναρχική αντίληψη των τάξεων

Οι κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις και την εκμετάλλευση δεν είναι κάτι απλοϊκό. Η εργατίστικη αντίληψη, που βασίζεται στην παραδοχή μιας αντικειμενικά επαναστατικής τάξης που ορίζεται βάσει της σχέσης της με τα μέσα παραγωγής, αγνοεί την μάζα που αποτελείται από όλους αυτούς παγκόσμια που οι ζωές τους έχουν κλαπεί από τα χέρια τους για λογαριασμό της τρέχουσας κοινωνικής τάξης αλλά δεν μπορούν να βρουν μια θέση μέσα στον παραγωγικό μηχανισμό της. Έτσι μια τέτοια αντίληψη καταλήγει παρουσιάζοντας μια στενόμυαλη κι απλουστευτική επεξήγηση της εκμετάλλευσης και του επαναστατικού μετασχηματισμού. Προκειμένου να διεξάγουμε έναν επαναστατικό αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση, χρειάζεται να αναπτύξουμε μια κατανόηση των τάξεων όπως υφίστανται στην πραγματικότητα στον κόσμο χωρίς να καταφεύγουμε σε στεγανά.

Το πιο βασικό στοιχείο της ταξικής κοινωνίας είναι ότι υπάρχουν αυτοί που κυριαρχούν, κι αυτοί που κυριαρχούνται, αυτοί που εκμεταλλεύονται κι αυτοί που τους εκμεταλλεύονται. Μια τέτοια κοινωνική τάξη μπορεί να συγκροτηθεί μόνο εφόσον οι άνθρωποι έχουν απολέσει την ικανότητά τους να λαμβάνουν και να διεκπεραιώνουν βασικές αποφάσεις για τη ζωή τους.

Η κυρίαρχη τάξη προσδιορίζεται βάσει της προοπτικής της για συσσώρευση ισχύος και πλούτου. Αν και υπάρχουν σαφώς σημαντικές έριδες στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης με όρους αντικρουόμενων συμφερόντων, και πραγματικός ανταγωνισμός για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και του εδάφους, αυτή η κυρίαρχη προοπτική για τον έλεγχο του κοινωνικού πλούτου και της ισχύος, κι έτσι των ζωών και των σχέσεων κάθε ζωντανού όντος, παρέχει στην τάξη αυτή μια ενιαία θετική προοπτική.

Η εκμεταλλευόμενη τάξη δεν έχει μια ανάλογη θετική προοπτική να την προσδιορίζει. Αντίθετα προσδιορίζεται βάσει του τι υφίσταται, του τι έχει χάσει. Ξεριζωμένη από τον τρόπο ζωής που της ήταν οικείος και είχε δημιουργήσει με τα χέρια της, η μόνη κοινότητα που έχει απομείνει για τους ανθρώπους που απαρτίζουν αυτή την ανομοιογενή τάξη είναι αυτή που τους παρέχει το κεφάλαιο και το κράτος-η κοινότητα της εργασίας και της εμπορευματικής ανταλλαγής, διακοσμημένη με τις εκάστοτε εθνικιστικές, θρησκευτικές, πατριωτικές, φυλετικές, η υποκουλτουριάρικες ιδεολογικές οδηγίες μέσα από τις οποίες η κυρίαρχη τάξη δημιουργεί ταυτότητες ώστε να αφομοιώσει την προσωπικότητα και την άρνηση. Η αντίληψη μιας θετικής προλεταριακής ταυτότητας, μιας μοναδικής, ενιαίας, προλεταριακής προοπτικής, στερείται πραγματικής βάσης μιας και αυτό που ορίζει κάτι ως «προλεταριακό» σημαίνει ακριβώς ότι η ζωή του έχει κλαπεί από τον έλεγχό του, ότι έχει μεταμορφωθεί σε ένα πιόνι στα σχέδια των κυριάρχων.

Η εργατίστικη αντίληψη της προλεταριακής προοπτικής έχει τις ρίζες της στις επαναστατικές θεωρίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ (ιδιαίτερα τις μαρξιστικές και συνδικαλιστικές θεωρίες). Προς το τέλος του 19ου αιώνα, τόσο η δυτική Ευρώπη όσο και οι ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες βάδιζαν σθεναρά στο δρόμο της πλήρους εκβιομηχάνισης, και η κυρίαρχη ιδεολογία της προόδου εξίσωνε την τεχνολογική ανάπτυξη με την κοινωνική απελευθέρωση. Αυτή η ιδεολογία εκδηλώθηκε στην επαναστατική θεωρία ως η ιδέα ότι η βιομηχανική εργατική τάξη ήταν αντικειμενικά επαναστατική καθώς βρισκόταν σε θέση που θα μπορούσε να καταλάβει τα μέσα παραγωγής που αναπτύχθηκαν υπό τον καπιταλισμό (τα οποία, ως προϊόντα της προόδου, εξυπακουόταν ότι θα ήταν εξ ορισμού απελευθερωτικά…) και να τα θέσει στην υπηρεσία της ανθρώπινης κοινότητας. Αγνοώντας το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου (καθώς και μια σημαντική μερίδα των εκμεταλλευομένων στις εκβιομηχανισμένες χώρες), η επαναστάτες θεωρητικοί πέτυχαν να επινοήσουν μια θετική προοπτική για το προλεταριάτο, μια αντικειμενική ιστορική αποστολή. Το ότι βασίστηκαν στην αστική ιδεολογία της προόδου έχει αγνοηθεί. Κατά τη γνώμη μου, οι λουδίτες είχαν μια πολύ πιο ξεκάθαρη προοπτική, αναγνωρίζοντας στην εκβιομηχάνιση ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια των αφεντικών για το φτώχεμα των ζωών τους. Όχι παράλογα λοιπόν, επιτέθηκαν στα μηχανήματα της μαζικής παραγωγής.

Η διαδικασία του φτωχέματος, είχε επιτευχθεί από καιρό στη Δύση (αν και φυσικά πρόκειται για μια διαδικασία που συνεχίζεται ακόμα), αλλά είναι κυρίως στον Νότο του κόσμου που βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της στάδια. Αν και η διαδικασία αυτή ξεκίνησε στη Δύση, έχουν σημειωθεί μερικές σημαντικές μεταβολές στη λειτουργία του παραγωγικού συστήματος. Οι θέσεις εξειδικευμένων εργατών έχουν σε μεγάλο βαθμό χαθεί από τα εργοστάσια, κι αυτό που χρειάζεται σε έναν εργάτη είναι η ευελιξία, η ικανότητα να προσαρμόζεται, με άλλα λόγια η ικανότητα να είναι ένα ευμετάβλητο γρανάζι της καπιταλιστικής μηχανής. Επιπροσθέτως, τα εργοστάσια τείνουν να χρειάζονται ολοένα και λιγότερους εργάτες προκειμένου να διεκπεραιώσουν την παραγωγική διαδικασία, τόσο λόγω της ανάπτυξης της τεχνολογίας και των τεχνικών που επιτρέπουν μια πιο αποκεντρωμένη παραγωγική διαδικασία όσο και λόγω του ότι όλο και περισσότερο το είδος της απαιτούμενης εργασίας περιορίζεται στην επόπτευση και τη συντήρηση των μηχανημάτων.

Σε ένα πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι είμαστε όλοι μας, ως υποκείμενα, αναλώσιμοι για την παραγωγική διαδικασία, καθώς κανείς μας δεν είναι αναντικατάστατος, ιδού η αξιοζήλευτη ισότητα στον καπιταλισμό, όπου ο καθένας ισούται με μηδέν. Στον πρώτο κόσμο, κάτι τέτοιο είχε ως αποτέλεσμα την ώθηση αυξανόμενων αριθμών εκμεταλλευομένων σε όλο και πιο επισφαλείς θέσεις: περιστασιακή εργασία, σπαστό ωράριο, παροχή υπηρεσιών, ημι-απασχόληση, η μαύρη αγορά κι άλλες μορφές παρανομίας, άστεγοι, φυλακισμένοι. Η σταθερή εργασία με τα εχέγγυά της, μιας κάπως σταθερής ζωής -ακόμα κι αν δεν την ορίζει κανείς ο ίδιος- δίνει τη θέση της σε μια στέρηση κάθε εγγύησης όπου οι ψευδαισθήσεις που παρείχε ένας μικρο-μεσαίος καταναλωτισμός δεν μπορούν πια να κρύψουν ότι η ζωή στον καπιταλισμό βιώνεται πάντα στο χείλος της καταστροφής.

Στον τρίτο κόσμο, λαοί που στάθηκαν ικανοί να δημιουργούν την ίδια την ύπαρξή τους, αν και συχνά αντιμετωπίζοντας μεγάλες δυσκολίες, βρίσκουν τη γη και τα άλλα μέσα που είχαν για το σκοπό αυτό, να τους τα παίρνουν μέσα από τα χέρια καθώς οι μηχανές του κεφαλαίου κυριολεκτικά εισβάλλουν μέσα στα σπίτια τους, και τους στερούν κάθε πιθανότητα για μια ύπαρξη βασισμένη στα προϊόν της δικής τους δραστηριότητας. Ξεριζωμένοι από τις ζωές και τη γη τους, αναγκάζονται να μετακινηθούν προς τις πόλεις όπου ίσως βρεθεί μια κάποια εργασία γι αυτούς. Παραγκουπόλεις αναπτύσσονται γύρω από τις πόλεις αυτές, συχνά με πληθυσμούς μεγαλύτερους από την ίδια την πόλη. Χωρίς καμιά πιθανότητα σταθερής εργασίας, οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων αυτών πιέζονται να δημιουργήσουν μια οικονομία μαύρης αγοράς προκειμένου να επιβιώσουν, κάτι που εξυπηρετεί επίσης τα συμφέροντα του κεφαλαίου. ’λλοι, στην απόγνωσή τους, επιλέγουν την μετανάστευση, ρισκάροντας μια φυλάκιση σε κέντρα κράτησης μεταναστών χωρίς χαρτιά, ελπίζοντας να βελτιώσουν κάπως τις συνθήκες ζωής τους.

Έτσι, μαζί με τη φτώχια, την επισφάλεια και την ελαστικότητα, αυξάνονται τα κοινά χαρακτηριστικά αυτών που συνιστούν την παγκόσμια εκμεταλλευόμενη τάξη. Αν, από την άλλη, αυτό σημαίνει ότι αυτός ο πολιτισμός του εμπορεύματος δημιουργεί μέσα του μια τάξη βαρβάρων που δεν έχουν πραγματικά τίποτα να χάσουν καταστρέφοντάς τον (όχι όμως με τον τρόπο που φαντάζονταν οι παλιοί εργατιστές ιδεολόγοι), από την άλλη, αυτά τα χαρακτηριστικά από μόνα τους δεν παρέχουν καμία βάση για μια θετική προοπτική μετασχηματισμού της ζωής. Η οργή που φέρνει η εξαθλίωση της ζωής που επιβάλει αυτή η κοινωνία μπορεί εύκολα να χειραγωγηθεί μέσα από προοπτικές που εξυπηρετούν την κυρίαρχη τάξη ή τουλάχιστον τα ειδικά συμφέροντα του ενός ή του άλλου αφεντικού. Τα παραδείγματα παρελθοντικών καταστάσεων κατά τις τελευταίες δεκαετίες, στα οποία η οργή των εκμεταλλευομένων εξαντλήθηκε στα κανάλια του εθνικισμού, των φυλετικών ή θρησκευτικών προοπτικών μόνο και μόνο για να ενισχύσει την κυριαρχία είναι πάρα πολλά. Η πιθανότητα ενός τέλους της τρέχουσας κοινωνικής τάξης είναι μεγαλύτερη από ποτέ, αλλά η πίστη στο αναπόφευκτό της δεν μπορεί πια να υποκρίνεται πως έχει μια αντικειμενική βάση.

Προκειμένου, όμως, να κατανοήσουμε πλήρως την επαναστατική προοπτική και να αρχίσουμε να βρίσκουμε τρόπους διεξαγωγής της (και ανάπτυξης μιας ανάλυσης του πως η κυρίαρχη τάξη καταφέρνει να ενσωματώνει την οργή αυτών που εκμεταλλεύεται στις δικές της προοπτικές), είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι η εκμετάλλευση δεν συμβαίνει απλά και μόνο τη στιγμή της παραγωγής πλούτου, αλλά επίσης κατά την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων. ’σχετα με την ειδική θέση κάθε μεμονωμένου προλεταρίου μέσα στον παραγωγική μηχανισμό, είναι συμφέρον της κυρίαρχης τάξης ο καθένας να έχει έναν ρόλο, μια κοινωνική ταυτότητα, που να εξυπηρετεί στην αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων.

Φυλή, φύλο, εθνικότητα, θρησκεία, ερωτικές προτιμήσεις, υποκουλτούρες-όλα αυτά τα πράγματα αντανακλούν στ αλήθεια πολύ πραγματικές και πολύ σημαντικές διαφορές, όμως αποτελούν κοινωνικές κατασκευές για τη χειραγώγηση των διαφορών αυτών σε ρόλους χρήσιμους για τη διατήρηση της παρούσας κοινωνικής τάξης. Στις πιο ανεπτυγμένες περιοχές της παρούσας κοινωνίας όπου η αγορά προσδιορίζει τις περισσότερες σχέσεις, οι ταυτότητες σε μεγάλο βαθμό προσδιορίζονται από τα εμπορεύματα που τις συμβολίζουν, και η μεταβλητότητα γίνεται το πιάτο ημέρας της κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως ακριβώς ισχύει με την οικονομική παραγωγή. Και είναι ακριβώς επειδή η ταυτότητα είναι μια κοινωνική κατασκευή και όλο και περισσότερο ένα ευπώλητο εμπόρευμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί σοβαρά από τους επαναστάτες, ν αναλυθεί προσεκτικά, στην πολυπλοκότητά του με την ακριβή στόχευση να κινηθούμε πέρα από τις κατηγορίες αυτές, προς το σημείο όπου οι διαφορές (συμπεριλαμβανομένων αυτών που η κοινωνία προσδιορίζει με όρους φυλής, φύλου, εθνικότητας κλπ) να είναι η αντανάκλαση του καθένα μας ως μοναδικό άτομο.

Καθώς δεν υπάρχει κάποια κοινή θετική προοπτική να βρεθεί στην κατάστασή μας ως προλετάριοι -ως εκμεταλλευόμενοι και στερημένοι- η προοπτική μας μπορεί μόνο να είναι η καταστροφή της προλεταριακής κατάστασης, το τέλος της στέρησης. Η ουσία αυτού που έχουμε χάσει δεν είναι ο έλεγχος πάνω στα μέσα παραγωγής ή στον υλικό πλούτο, είναι οι ίδιες οι ζωές μας, η ικανότητά μας να δημιουργούμε την ύπαρξή μας με όρους αναγκών και επιθυμιών μας. Έτσι, ο αγώνας μας βρίσκει παντού γόνιμο έδαφος να απλωθεί, πάντοτε. Σκοπός μας είναι να καταστρέψουμε οτιδήποτε μας στερεί τις ζωές μας: το κεφάλαιο, το κράτος, το βιομηχανικό και μετα-βιομηχανικό τεχνολογικό σύμπλεγμα, την εργασία, τη θυσία, την ιδεολογία, κάθε οργάνωση που προσπαθεί να καρπωθεί τον αγώνα μας, εν συντομία, κάθε μηχανισμό ελέγχου.

Πάνω στη διαδικασία της διεξαγωγής του αγώνα αυτού με τον μόνο τρόπο που έχουμε για να διεξάγουμε έναν τέτοιο αγώνα -έξω και ενάντια σε κάθε επίσημη δομή και θεσμό- ξεκινούμε να αναπτύσσουμε νέες σχέσεις βασισμένες στην αυτό-οργάνωσεις, μια κοινοτοπία βασισμένη στις μοναδικές διαφορές που προσδιορίζουν τον καθένα μας ως υποκείμενο η ελευθερία του οποίου επεκτείνεται με την ελευθερία του άλλου. Είναι στην εξέγερση ενάντια στην προλεταριακή κατάστασή μας που βρίσκουμε ότι η μόνη θετική προοπτική που μοιραζόμαστε είναι διαφορετική για τον καθένα μας: είναι ο συλλογικός αγώνας για την ατομική πραγμάτωση.

Δημοσιεύτηκε στο: http://www.geocities.com/kk_abacus/vbutterfly.html

Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας (Δεκέμβρης 2007)

Βιοτεχνολογία και ψηφιοποίηση της ζωής

Βιοτεχνολογία και ψηφιοποίηση της ζωής

Πηγή: Wilful Disobedience #2

Για χρόνια υποστήριζα ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, ότι φέρει μέσα της την ιδεολογία των επικρατέστερων μορφών κυριαρχίας και εκμετάλλευσης για λογαριασμό των οποίων δημιουργείται. Αν κάτι τέτοιο δεν ήταν προφανές σε προηγούμενα τεχνολογικά επιτεύγματα, η ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας το κάνει σαφές.

Ακολουθώντας την μεθοδολογία της σύγχρονης επιστήμης, η οποία τείνει να κατατέμνει τα πάντα στα μικρότερα στοιχεία τους σε μια υποτιθέμενη προσπάθεια να τα «κατανοήσει», η βιοτεχνολογία υποσκάπτει την ανεξαρτησία του ατόμου και την δυνατότητα ελεύθερης αλληλεπίδρασης, ενδυναμώνοντας παράλληλα μια μηχανική θέαση της ζωής και μια εξάρτηση στους «ειδικούς» προκειμένου να συντηρηθεί αυτός ο μηχανισμός.

Από τις καταβολές της, η σύγχρονη επιστήμη είδε το σύμπαν σαν μια τεράστια μηχανή. Σε μια τέτοια μηχανιστική προοπτική, η μέθοδος για να κατανοήσεις σε έναν βαθμό τη λειτουργία των πραγμάτων είναι να τα σπάσεις σε μικρά κομματάκια και να τα μελετήσεις απομονωμένα. Έτσι, η επιστημονική μέθοδος δεν ήταν ποτέ απλώς μια εμπειρική μέθοδος-η μέθοδος της παρατήρησης. Η εμπειρική παρατήρηση έπρεπε να επιβεβαιωθεί στην απομόνωση του εργαστηρίου μέσα από ελεγχόμενους πειραματισμούς.

Η μηχανιστική θέαση του σύμπαντος συναντά τις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης με μεγάλη επάρκεια. Καθώς προχωρά ο καπιταλισμός και μαζί του αναπτύσσονται τα τεχνολογικά μέσα με τα οποία ελέγχει τις εκμεταλλευόμενες τάξεις και τις πρώτες ύλες, η επιστημονική κατανόηση της συμπαντικής μηχανής μεταλλάσσεται επίσης, παρέχοντας μια ιδεολογική δικαίωση για τις αναπτυσσόμενες μεθόδους εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Ενώ κάποιοι προσπάθησαν να πλασάρουν τις, ηλικίας σχεδόν εκατό ετών πια, «νέες» επιστημονικές προοπτικές της σχετικότητας και της κβαντικής φυσικής ως ένα τέλος στις μηχανιστικές προοπτικές κι ένα πέρασμα στον «μυστικισμό» της επιστήμης, θα ήταν πιο ακριβές να λέγαμε ότι η νευτώνεια μηχανική άνοιξε το δρόμο για την κυβερνητική μηχανική (cybernetic mechanicism), το σύμπαν μεταμορφώθηκε σε μια μαθηματική κατασκευή από bits πληροφοριών, από κβάντα.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα υποατομικά σωματίδια είναι, στην πραγματικότητα, μόνο μαθηματικές εξισώσεις που φαίνεται να λύνουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και να σημαίνουν ένα σημείο στην οθόνη μιας μηχανής που δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο σκοπό παρά την προβολή τέτοιων σημείων σε ένα γιγαντιαίο εργαστήριο. Εδώ η επιστήμη ολοκληρωτικά χάνει κάθε προσανατολισμό πάνω στην εξίσωση των υποτιθέμενων αποτελεσμάτων των «θεωρητικών πειραμάτων» (και πλέον αναπαραστάσεων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές) με τα υλικά πειράματα. Ο συνεκτικός κόσμος του οποίου έχουμε την εμπειρία δεν είναι τίποτα. Ο κόσμος των δεδομένων (data), των bits πληροφοριών, είναι τα πάντα, είναι η πραγματικότητα.

Η βιοτεχνολογία ταιριάζει τέλεια σε μια τέτοια κυβερνητική θέαση του σύμπαντος. Η επιστήμη της γενετικής έχει κάνει με τη ζωή αυτό που η ατομική και υποατομική φυσική έκανε με το σύμπαν – την έσπασε σε μικρά κομματάκια, σε bits ανταλλασσομένων πληροφοριών. Και όπως ακριβώς στην «νέα» φυσική, το υλικό σύμπαν όπως το εκλαμβάνουμε παύει να έχει σημασία, εκτός ως ένα όχημα για την αλληλεπίδραση των κβάντα, έτσι και για την προοπτική των γενετιστών, η ατομική ύπαρξη, το ον και οι σχέσεις του με το περιβάλλον δεν έχουν καμία σημασία γι αυτούς. Το πολύ που του αναγνωρίζουν είναι ως όχημα της γενετικής πληροφορίας, η οποία θα πρέπει να ιδωθεί ως η ουσία της ζωής, υποσκάπτοντας κάθε έννοια ατομικότητας, ζωτικότητας, ελευθερίας των σχέσεων και ολιστικής συνοχής.

Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει μια τέτοια προοπτική είναι να ψηφιοποιεί τη ζωή. Η ύπαρξή μας δεν νοείται πλέον σαν μια συνοχή του σώματος, του μυαλού, των παθών, των επιθυμιών, των δράσεων κι επιλογών μας, της θέλησης και των σχέσεων σε έναν μοναδικό χορό μέσα στον κόσμο, αλλά μάλλον σαν μια διαδοχή ανταλλαγής βιο-πληροφοριών που δύνανται να προσαρμοστούν μέσα από την χειραγώγηση των ειδικών.

Το κοινωνικό πλαίσιο για μια τέτοια προοπτική είχε αρχίσει να σχηματίζεται ήδη πριν την «ανακάλυψη» του DNA που επέφερε το ακριβές υλικό για τα bits πληροφορίας. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, μετέτρεψε τον πολίτη (ήδη κομμάτι του συμπλέγματος του έθνους-κράτους) σε παραγωγό-καταναλωτή, βασικά αναλώσιμο, που μπορεί να αντικατασταθεί με κάθε άλλον, μετασχηματίζοντας την κοσμοθεώρηση της κοινωνικής τάξης. Η συνοχή του υποκειμένου είχε ήδη υποβαθμιστεί, ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνικής μηχανής. Είναι λοιπόν τότε, τόσο σπουδαίο το πέρασμα στον μετασχηματισμό του υποκειμένου σε κάτι που δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα άθροισμα γενετικών πληροφοριών οι οποίες είναι ανταλλάξιμες με κάθε άλλο «ζωντανό» εργαλείο;

Οι πρώτοι σύγχρονοι επιστήμονες ήταν συνήθως πιστοί χριστιανοί. Έτσι, όταν φαντάζονταν την μηχανή του σύμπαντος, ήταν γι αυτούς μια μηχανή κατασκευασμένη απ’ τον θεό και μ έναν σκοπό που ξεπερνούσε τον εαυτό της. Έκτοτε, οι επιστήμονες έχουν αφήσει πίσω τους τη σύλληψη ενός ανώτερου σκοπού. Το κυβερνητικό σύμπαν δεν εξυπηρετεί άλλον σκοπό παρά τη διατήρηση του εαυτού του, ούτως ώστε να διατηρήσει τη ροή των bits πληροφοριών. Αυτό, σε ένα πρακτικό κοινωνικό επίπεδο σημαίνει ότι κάθε ον υπάρχει μόνο και μόνο για να διατηρεί την κυρίαρχη κοινωνική τάξη. Κάθε υποκείμενο είναι ένα εργαλείο για τον σκοπό αυτό, και τα εργαλεία αυτά μπορούν να προσαρμοστούν όταν είναι ανάγκη, ώστε να διατηρήσουν την ροή πληροφοριών – σαν να λέμε το κέρδος – που επιτρέπει στην κοινωνία να αναπαράγεται.

Ωστόσο, αν και υποβαθμισμένα, τα υποκείμενα συνεχίζουν να υφίστανται. Αυτοί που προωθούν την βιοτεχνολογία πιέζονται να μας πείσουν για τα οφέλη της. Αν η ιδέα της βιοτεχνολογίας ως ένα μέσο για την καταπολέμηση της πείνας στον κόσμο έχει χάσει κάθε πειστικότητα μπροστά στους τρόμους της τεχνολογίας-εξολοθρευτή και του πατενταρισμένου γενετικού υλικού, στον τομέα της ιατρικής, η βιοτεχνολογία έχει κατορθώσει να παρουσιάσει ένα πολύ πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Οι υποθετικές γενετικές καταβολές του καρκίνου, του αλκοολισμού, της σχιζοφρένειας, της εξάρτησης απ’ τα ναρκωτικά και ενός αύξοντος αριθμού άλλων ασθενειών, διαταραχών και συμπεριφορών είναι πλέον αποδεκτές ως κοινοτοπίες παρά τα γεγονός ότι δεν υπάρχουν χειροπιαστές αποδείξεις για κάτι τέτοιο, και βασίζεται κυρίως σε θεωρήματα. Ωστόσο η μιντιακή προπαγάνδα δουλεύει καλά, παράγοντας μια συγκατάβαση σε πολλούς να αποδεχτούν την «θετική» ιατρική χρήση της βιοτεχνολογίας, δηλαδή, τη συγκατάβασή τους να τους διαχειριστούν ως κυβερνητικές μηχανές που μπορούν να λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά μετά από μια εξωτερική χειραγώγηση κάποιων bits πληροφοριών.

Ο μελλούμενος τρόμος της βιοτεχνολογίας – η γενετική επιμόλυνση, η διάχυση γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών στο περιβάλλον, η απολυταρχική χρήση της κλωνοποίησης – τους κάνουν να ζητούν μόνο μια ρύθμιση αυτού του τεχνολογικού συστήματος, ώστε να αποτραπεί μια «κακή» χρήση του. Όμως αν είναι η βασική ιδεολογία που κρύβεται πίσω από την τεχνολογία αυτή, αυτό που αμφισβητούμε, αν είναι η υποβάθμιση της υποκειμενικής ύπαρξης σε έναν προσαρμόσιμο μηχανισμό για τη ροή των πληροφοριών, τότε μια τέτοια ρύθμιση είναι άχρηστη. Αν πρέπει να διασώσουμε την αξιοπρέπεια του ατόμου, την ομορφιά της ζωής, το θαύμα του σύμπαντος, τότε πρέπει να δράσουμε για την καταστροφή της τεχνολογίας αυτής, και του κοινωνικού συστήματος που την παράγει. Και δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι η βιοτεχνολογία είναι απλώς η τελευταία, πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της ίδιας υποβαθμιστικής ιδεολογίας που είναι έμφυτη στο βιομηχανικό τεχνολογικό σύστημα – και στην εξημέρωση την ίδια – από την αρχή του.

Για όσους από μας η ζωή δεν είναι απλώς επιβίωση, για όσους το θαύμα, η ομορφιά, το πάθος και η χαρά είναι η ουσία της ύπαρξης, για όσους η μοναδικότητα κάθε είδους είναι η βάση για έναν κόσμο ελευθερίας των σχέσεων, το καθήκον είναι τεράστιο: η καταστροφή της ψηφιοποιημένης ύπαρξης που μας έχει επιβληθεί και η δημιουργίας μιας νέας κάθε μέρα που περνά, ως μοναδικά και υπέροχα όντα σχετιζόμενα με όσους/ες και όσα αγαπάμε.

[Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Νοέμβρης 2007]

To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Wilful Disobedience

Η μηχανή του ελέγχου: μια κριτική ματιά στην τεχνολογία

Η μηχανή του ελέγχου: μια κριτική ματιά στην τεχνολογία

«Να ασκείς κριτική στην τεχνολογία […] σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη το γενικότερο πλαίσιό της, να την αντιμετωπίζεις όχι ως ένα απλό άθροισμα μηχανημάτων, αλλά σαν μια κοινωνική σχέση, ένα ολοκληρωμένο σύστημα. Σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι ότι ένα τεχνολογικό επίτευγμα αντανακλά την κοινωνία που το παράγει, και ότι η εισαγωγή του αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ των υποκειμένων. Να ασκείς κριτική στην τεχνολογία σημαίνει να αρνείσαι να υποτάξεις την ανθρώπινη δραστηριότητα στο κέρδος». – At Daggers Drawn

Η τεχνολογία δεν αναπτύσσεται από το μηδέν, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές σχέσεις και τις συνθήκες στις οποίες αναπτύσσεται. Είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου πλαισίου, κι έτσι αναπόφευκτα αντανακλά το πλαίσιο αυτό. Έτσι, ο ισχυρισμός ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη δεν έχει καμία βάση. Δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι πιο ουδέτερη από κάθε άλλο σύστημα που αναπτύσσεται ώστε να εγγυηθεί την αναπαραγωγή της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης – της εξουσίας, της ανταλλακτικής αξίας, του γάμου και της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας κλπ. Συνεπώς μια σοβαρή επαναστατική ανάλυση χρειάζεται απαραίτητα να περιλαμβάνει μια κριτική αποτίμηση της τεχνολογίας.

Με τον όρο τεχνολογία, δεν εννοώ απλά τα εργαλεία, τις μηχανές ή ακόμα ένα «σύνολο τεχνικών μέσων» ως εξειδικευμένες οντότητες, αλλά ένα ολοκληρωτικό σύστημα τεχνικών, μηχανημάτων, ανθρώπων και υλικών σχεδιασμένων να αναπαράγουν τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις που επιτείνουν και προωθούν την ύπαρξή του. Για να γίνω ξεκάθαρος, δεν ισχυρίζομαι ότι η τεχνολογία παράγει κοινωνικές σχέσεις, αλλά μάλλον ότι είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να τις αναπαράγει σε συμφωνία με τις ανάγκες του κυρίαρχου συστήματος.

Πριν ο καπιταλισμός επεκτείνει την κυριαρχία του στις κοινωνικές σχέσεις, εργαλεία, τεχνικές κι ακόμα μια σειρά μηχανημάτων είχαν δημιουργηθεί και εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες εργασίες. Υπήρχαν ακόμη κάποιες συστηματικές εφαρμογές των τεχνικών και των μηχανημάτων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τεχνολογικές με την πληρέστερη έννοια του όρου. Είναι ενδιαφέρον να κρατήσουμε κατά νου ότι αυτές οι τελευταίες εφαρμόστηκαν ιδιαίτερα εκεί όπου η εξουσία απαιτούσε τον μέγιστο έλεγχο – σε μοναστήρια, στις αίθουσες βασανιστηρίων της ιεράς εξέτασης, στις γαλέρες, στην κατασκευή μνημείων της εξουσίας, στις γραφειοκρατικές, στρατιωτικές και αστυνομικές δομές πανίσχυρων αυτοκρατοριών όπως η Κίνα των δυναστειών. Όμως παρέμειναν κατά κανόνα στην περιφέρεια της καθημερινής ζωής της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν εργαλεία και τεχνικές που δημιουργούσαν οι ίδιοι ως άτομα, ή μέσα στις μικρές κοινότητες που ανήκαν.

Με την άνοδο του καπιταλισμού, η αναγκαιότητα για μια ευρείας κλίμακας συσσώρευση και ανάπτυξη των αγαθών και των μέσων, οδήγησε στην αιματηρή και βίαιη απαλλοτρίωση όλων αυτών που προηγουμένως μοιράζονταν οι κοινότητες, από την ανερχόμενη καπιταλιστική άρχουσα τάξη (μια διαδικασία που επεκτάθηκε παγκόσμια μέσα από την οικοδόμηση αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών) και την ανάπτυξη ενός ολοένα και πιο ολοκληρωτικού τεχνολογικού συστήματος που επέτρεπε την μέγιστη αποτελεσματικότητα στη χρήση των μέσων περιλαμβανομένης της εργατικής δύναμης. Σκοπός αυτού του συστήματος ήταν η αύξηση της αποτελεσματικότητας στη συσσώρευση και ανάπτυξη των αγαθών και των μέσων, αλλά και ο αυξημένος έλεγχος πάνω στους εκμεταλλευομένους.

Οι αρχικές εφαρμογές των βιομηχανικών τεχνικών συνέβησαν εν πλω: σε εμπορικά και πολεμικά πλοία, αλλά και στη γεωργία. Η τελευταία αποτέλεσε πραγματικά ένα πεδίο δράσης, όπου ένα νέο σύστημα μεγάλης έκτασης καλλιεργειών με σκοπό το κέρδος στάθηκε ικανό να αναπτυχθεί με τον καιρό χάρη στην μεγάλη ανέχεια των χωρικών στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Βρετανία, που εξασφάλιζε ένα πλήθος πιθανών σκλάβων, μαζί με όσους παρανόμους καταδικάζονταν σε καταναγκαστική εργασία αλλά και το αφρικανικό δουλεμπόριο που ξερίζωνε ανθρώπους από τα σπίτια τους αναγκάζοντάς τους στην υποδούλωση. Το βιομηχανικό σύστημα που επιβλήθηκε μέσα στα πλαίσια αυτά δεν είχε μια βάση θεμελιωμένη πάνω σε ένα σύνολο κατασκευασμένων μηχανημάτων παρά στην μέθοδο της διαχείρισης της εργασίας όπου οι εργάτες ήταν τα γρανάζια μιας μηχανής στην οποία αν έστω ένας αποτύγχανε να φέρει εις πέρας το έργο του, εξέθετε σε κίνδυνο ολόκληρη τη δομή της εργασίας.

Όμως εκεί βρίσκονταν συγκεκριμένες όψεις του συστήματος που το έθεταν σε κίνδυνο. Η ανάπτυξη του συστήματος ύδρευσης, φέρνοντας κοντά διάφορες ομάδες φτωχών με διαφορετικές γνώσεις κι εμπειρίες, άνοιγε το δρόμο για αλληλο-επιρροές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για παράνομες ενώσεις και κοινές εξεγέρσεις. Οι ναυτικοί που ταξίδευαν σε συνθήκες δούλων στα πλοία παρείχαν επίσης τα μέσα για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών τόπων δημιουργώντας ένα είδος διεθνισμού των καταπιεσμένων. Οι καταγραφές παράνομων ενώσεων και εξεγέρσεων στα παράλια του βόρειου Ατλαντικού στα 1600 και στα 1700 περιλαμβάνουν κάθε φυλή καταπιεσμένων ενώ παράλληλα έχουν ελάχιστα σημάδια ρατσισμού, όμως ταυτόχρονα πίεσαν τον καπιταλισμό να αναπτύξει περαιτέρω τις τεχνικές του. Ένας συνδυασμός της ρατσιστικής ιδεολογίας και διαχωρισμού της εργασίας επιστρατεύτηκαν προκειμένου να δημιουργηθούν χάσματα μεταξύ των μαύρων σκλάβων και των ευρωπαϊκής καταγωγής δουλοπάροικων. Επιπρόσθετα, ενώ το κεφάλαιο δε θα ήταν ποτέ ικανό να επιβιώσει χωρίς την μεταφορά αγαθών και υλικών, για οικονομικούς καθώς και κοινωνικούς λόγους έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην μετατροπή των αγαθών σε εμπορευματικά είδη σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ ότι πριν.

Η εξάρτηση από τους μικρό-τεχνίτες για την παρασκευή αγαθών ήταν επικίνδυνη για το κεφάλαιο με αρκετούς τρόπους. Οικονομικά, ήταν αργοκίνητο κι αναποτελεσματικό και δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια για παραγωγή υπεραξίας προς όφελος της άρχουσας τάξης. Αλλά το πιο σημαντικό, ήταν η σχετική ανεξαρτησία των τεχνιτών που τους καθιστούσε έναν δύσκολα ελεγχόμενο πληθυσμό. Καθόριζαν οι ίδιοι τα νοικοκυριά τους, τις εργασίες τους κ.ο.κ.. Έτσι το βιομηχανικό σύστημα που είχε ήδη αποδειχτεί αρκετά αποτελεσματικό στην ναυτιλία και στη γεωργία θα μπορούσε να επεκταθεί και στην παραγωγή αγαθών.

Βλέπουμε ότι το βιομηχανικό σύστημα δεν ήταν απλά (ή δεν ήταν πρωταρχικά) αναπτυγμένο γιατί συνιστούσε έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο να παράγονται αγαθά. Οι καπιταλιστές δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την παραγωγή αγαθών ως τέτοια. Μάλλον η παραγωγή αγαθών είναι ένα αναγκαίο κομμάτι της διαδικασίας ανάπτυξης του κεφαλαίου, της δημιουργίας υπεραξίας και διατήρησης του ελέγχου του πλούτου και της εξουσίας. Έτσι το βιομηχανικό σύστημα – το σύνολο των τεχνικών, των μηχανημάτων, των εργαλείων, των ανθρώπων και των αγαθών που είναι η τεχνολογία όπως τη γνωρίζουμε – αναπτύχθηκε σαν ένα μέσο ελέγχου του πιο ασταθούς παράγοντα της παραγωγικής διαδικασίας: του ανθρώπου-εργάτη. Το ίδιο το εργοστάσιο είναι στην πραγματικότητα χτισμένο σαν μια τεράστια μηχανή όπου το κάθε μέρος – περιλαμβανομένου του ανθρώπινου – είναι σε πλήρη συνάρτηση με κάθε άλλο μέρος. Παρόλο που η τελειοποίηση αυτής της διαδικασίας έλαβε χώρα στον χρόνο καθώς η ταξική πάλη έδειχνε τις αδυναμίες του συστήματος, αυτή η κεντρική στόχευση ήταν έμφυτη στη βιομηχανική τεχνολογία από τις απαρχές της, μιας και συμπεριλαμβανόταν στη λόγο ύπαρξής της. Η αναγνώριση του ζητήματος αυτού από τους λουδδίτες το μετέτρεψε στην κύρια πηγή του αγώνα τους.

Αν αναγνωρίσουμε ότι η τεχνολογία που αναπτύχθηκε από τον καπιταλισμό, αναπτύχθηκε ακριβώς για να διατηρήσει και να αυξήσει τον έλεγχο της καπιταλιστικής άρχουσας τάξης πάνω στις ζωές μας, δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σχετικά με το γεγονός ότι το κομμάτι αυτής της τεχνικής προόδου που δεν ήρθε ως άμεση απάντηση στους ταξικούς αγώνες, στο πεδίο της εργασίας, ήταν σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένο σε ζητήματα αστυνομικών και στρατιωτικών τεχνικών. Η κυβερνητική (cybernetics) και η πληροφορική παρέχουν τα μέσα συσσώρευσης και αποθήκευσης πληροφοριών σε πρωτόγνωρα επίπεδα, επιτρέποντας την ανάπτυξη εκτενέστερης επίβλεψης ενός πληθυσμού που ωθείται όλο και περισσότερο σε έναν κόσμο φτώχειας, και ενδεχομένως εξέγερσης. Επιτρέπουν την αποκέντρωση της εξουσίας χωρίς κάποια απώλεια του ελέγχου από τους κυριάρχους. Ο έλεγχος βασίζεται σαφώς στο τεχνολογικό σύστημα που αναπτύσσεται. Φυσικά, αυτή η επέκταση του ιστού του ελέγχου πάνω από ολόκληρη την κοινωνική σφαίρα σημαίνει επίσης ότι καθίσταται και εξαιρετικά εύθραυστος. Αδύναμοι σύνδεσμοι βρίσκονται παντού, και οι δημιουργικοί εξεγερμένοι τους ανακαλύπτουν. Όμως η αναγκαιότητα ελέγχου που είναι όσο πιο ολική γίνεται, παρακινεί τους κυριάρχους αυτού του κόσμου στο να δεχτούν τα ρίσκα, ελπίζοντας ότι θα είναι σε θέση να αποκαταστήσουν τους ελαττωματικούς συνδέσμους όσο πιο γρήγορα.

Η τεχνολογία, λοιπόν, όπως τη ξέρουμε, αυτό το βιομηχανικό σύστημα ολοκληρωμένων τεχνικών, μηχανημάτων, ανθρώπων και υλικών, δεν είναι ουδέτερο. Είναι ένα συγκεκριμένο εργαλείο, που δημιουργείται κατά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, που ποτέ δε σκόπευε να υπηρετήσει ή να συμβιβαστεί με τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, αλλά μάλλον να προφυλάξει και να επεκτείνει τον έλεγχο της κυρίαρχης τάξης. Οι περισσότεροι αναρχικοί αναγνωρίζουν ότι το Κράτος, η ιδιωτική ιδιοκτησία, το εμπορευματικό σύστημα, η πατριαρχική οικογένεια και η οργανωμένη θρησκεία είναι οπωσδήποτε εξουσιαστικοί θεσμοί που πρέπει να καταστραφούν προκειμένου να δημιουργήσουμε ένα κόσμο στον οποίο θα είμαστε όλοι ελεύθεροι να ορίσουμε τις ζωές μας όπως θεωρούμε οι ίδιοι.

Έτσι, φαίνεται περίεργο που η ίδια αντίληψη δεν εφαρμόζεται όταν έχουμε να κάνουμε με το βιομηχανικό τεχνολογικό σύστημα. Ακόμα και στην εποχή μας που το βιομηχανικό σύμπλεγμα δεν αφήνει περιθώριο για κάθε είδους ατομική εναλλακτική, που η επικοινωνία κυριαρχείται από ανεξέλεγκτα συστήματα και δίκτυα προσβάσιμα από κάθε αστυνομική υπηρεσία, και που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα τα χρησιμοποιήσει ο καθένας, όταν το τεχνολογικό σύστημα σαν ολότητα απαιτεί από τους ανθρώπους πολλά παραπάνω από «την εργατική τους δύναμη», εργάτες για τη συντήρησή του, και επιστάτες για την ποιότητά του, υπάρχουν ακόμα αναρχικοί που προτάσσουν «να πάρουμε τα μέσα παραγωγής στα χέρια μας». Όμως το τεχνολογικό σύστημα που έχουμε απέναντί μας είναι το ίδιο μέρος της δομής της κυριαρχίας. Δημιουργήθηκε για περισσότερο αποτελεσματικό έλεγχο των εκμεταλλευομένων από το κεφάλαιο.

Όπως το Κράτος, όπως ακριβώς το κεφάλαιο, το τεχνολογικό σύστημα αυτό είναι ανάγκη να καταστραφεί προκειμένου να πάρουμε πίσω τις ζωές μας. Το τι ακριβώς συνεπάγεται αυτό, όσον αφορά το κάθε συγκεκριμένο εργαλείο ή τεχνική, είναι κάτι που θα προσδιοριστεί στην πορεία του αγώνα ενάντια στον κόσμο της κυριαρχίας. Όμως ακριβώς για να ανοίξουμε το δρόμο σε κάθε πιθανότητα ώστε να δημιουργήσουμε ό,τι επιθυμούμε ελεύθερα, η μηχανή του ελέγχου πρέπει να καταστραφεί!

Το κείμενο προέρχεται από το δελτίο Willful Disobedience Τόμος 3, Τεύχος 2:(http://www.geocities.com/kk_abacus/vbutterfly.html)

Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Ιούνης 2007

Το Internet και η αυτό-οργάνωση – Wilful Disobedience

Το Internet και η αυτό-οργάνωση – Wilful Disobedience

Η τρέχουσα αναδιάρθρωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων χρωστάει τη γέννησή στην άνοδο της «εποχής της πληροφορίας», κυρίως χάρη στην ανάπτυξη της κυβερνητικής και των σχετικών με αυτήν τεχνολογιών, οπότε δε θα �πρεπε να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η αντίσταση στον καπιταλισμό κάνει χρήση των ίδιων αυτών εργαλείων για τους δικούς της σκοπούς. Αυτό που αποτελεί ενδεχομένως έκπληξη, ή τουλάχιστον ενόχληση, είναι ότι τα εργαλεία αυτά έχουν αγκαλιαστεί χωρίς καμία κριτική ανάλυση των διαδικασιών που παράγουν και αυτών υπό τις οποίες λειτουργούν, ούτε καν της φύσης αυτής της μορφής επικοινωνίας και οργάνωσης που επιτρέπουν. Στην πραγματικότητα, δεν είναι σπάνιο, ακόμα και ανάμεσα στους αναρχικούς, να συναντήσει κανείς εγκώμια του internet που δίνουν την εντύπωση ότι είναι ακριβώς αυτή η τεχνολογία που έκανε την οργάνωση των σημερινών αγώνων εφικτή, που επέτρεψε στο σύγχρονο «αντι-καπιταλιστικό κίνημα» να αναπτυχθεί. Κατά καιρούς, αυτός το λιβάνισμα, φτάνει σ� ένα επίπεδο που μοιάζει να μεταμορφώνει το internet σε εικόνισμα, ένα σύμβολο του επαναστατικού αγώνα. Τι κρίμα όμως για τους τεχνο-φετιχιστές ριζοσπάστες, η εικόνα του υπολογιστή δε θα αποκτήσει ποτέ το γόητρο του αυτόματου όπλου των �70es.

Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια εξειδικευμένη εμμονή με ένα συγκεκριμένο εργαλείο είναι τουλάχιστον προβληματική, ιδιαίτερα όταν αυτό αποτελεί ένα απολύτως εναρμονισμένο στοιχείο της παρούσας κοινωνικής τάξης. Το internet δεν έχει καθεαυτό καμία σχέση με την αυτό-οργάνωση, τις σχέσεις αυτονομίας, και από μια αναρχική προοπτική, τις σχέσεις που είναι θεμελιώσεις σε έναν αγώνα ενάντια σε αυτόν τον κόσμο. Το internet είναι κυρίως ένα σύστημα που έχει αναπτυχθεί για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες ανάγκες του κεφαλαίου και του κράτους, είναι λοιπόν παρανοϊκό να του αποδίδουμε ιδιότητες ελεύθερης συμμετοχής και διασύνδεσης. Η μορφή του συνηγορεί στην υποβάθμιση της γνώσης σε (πολύ πιο εύπεπτα) bits πληροφοριών, της σκέψης σε δεκαδικά στοιχεία, των σχέσεων σε εικονική επικοινωνία-όπως ακριβώς το αυτόματο συνηγορεί στον φόνο.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν και ότι στο υπάρχον κοινωνικό πλαίσιο το internet δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως ένα πολύτιμο εργαλείο για τους αναρχικούς. Εκεί μπορούμε να βρούμε πληροφορίες για κοινωνικούς αγώνες, για δράσεις, για την κρατική καταστολή ανά τον πλανήτη. Μπορούμε να έρθουμε σε γρήγορη συνεννόηση συχνά δίχως κόστος, για να πάρουμε διάφορες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Αλλά, όλο αυτό είναι απολύτως ασήμαντο όταν αφαιρεθεί το ίδιο το περιεχόμενο του πραγματικού αγώνα ενάντια στο υπάρχον, στο ολοκληρωτικό σύμπλεγμα των θεσμών που κυριαρχούν στις ζωές μας. Όπως το βλέπω εγώ, κάτι τέτοιο σημαίνει έναν αγώνα ενάντια στις κοινωνικές σχέσεις που παράγει το internet και το τεχνολογικό σύστημα στο οποίο βασίζεται.

Όμως όσοι μέσα στον αντικαπιταλιστικό χώρο ύμνησαν τόσο το internet, είναι γιατί το βλέπουν σαν κάτι παραπάνω από ένα εργαλείο. Γι αυτούς, είναι η βάση για έναν παγκόσμιο αγώνα, μη-ιεραρχικό, που μπορεί να οδηγήσει σε έναν «πραγματικά δημοκρατικό» κόσμο. Αγνοούν βέβαια τον συστηματικό έλεγχο των σχέσεων που είναι έμφυτος στην τεχνολογία αυτή, και την κάνει εξ ορισμού ιεραρχική. Αγνοούν και την ιεραρχία που περιέχει εξ ορισμού η δημοκρατία. Όμως πάνω απ� όλα αγνοούν την ιστορία των αγώνων των εκμεταλλευομένων ενάντια στην πραγματικότητα αυτήν. Το internet είναι μια πολύ πρόσφατη τεχνολογική καινοτομία, όχι περισσότερο από μια γενιά παλιά, και υπήρξαν εξεγέρσεις και ανταρσίες ενάντια στην εξημέρωση και την εκμετάλλευση ενάντια στην τάξη του πολιτισμού. Στην καρδιά των αγώνων αυτών, οι άνθρωποι βρίσκονταν πάντοτε σε θέση να ανοίγουν δρόμους επικοινωνίας με τους άλλους αγωνιστές, δρόμοι που, αν και τεχνολογικά ήταν κατώτεροι του internet, ήταν πολύ αμεσότεροι και πολύ πιο αυτόνομοι. Ήταν η αυτό-οργανωμένη επικοινωνία, συχνά πρόσωπο-με-πρόσωπο.

Σαν ενσωματωμένο στοιχείο του κυβερνητικού τεχνολογικού ελέγχου, το internet δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μια έκφραση της αυτό-οργάνωσης. Είναι ολότελα διαφορετικό από μια αυτόνομη συνέλευση, μια ομάδα συγγενείας, ή μια ομάδα δρόμου εξεγερμένων προλεταρίων που βρίσκονται με άλλους για να οργανώσουν τον αγώνα τους. Η διαφορά είναι απλή. Αν καταστήσουμε το internet τη βάση για τον συντονισμό του αγώνα μας, για την επικοινωνία των σχεδιασμών μας, των δράσεων και των ονείρων μας, τότε οι αγώνες, οι σχεδιασμοί και όλα όσα τους εμπνέουν θα προσαρμοστούν έτσι ώστε να επικοινωνούνται μέσα από το internet. Δηλαδή, σχέδια, δράσεις και όνειρα που μπορούν να κατακερματιστούν σε αμέτρητα bits πληροφοριών που οι άνθρωποι, τα πάθη τους, οι επιθυμίες τους, μοιραία αποκτούν μικρότερη σημασία, από την αναγκαιότητα για πιο εμπορικά bytes. Αυτό συμβαίνει γιατί η οργάνωση και η επικοινωνία στο internet έχουν ξεκινήσει πριν καν αρχίσουμε να το χρησιμοποιούμε, και φυσικά όχι προς όφελός μας, αλλά μάλλον προς όφελος της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Η εξάρτηση από ένα μέσο που έχει στηθεί από τον εχθρό έχει δυο σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον αγώνα μας: Υποσκάπτει τη δική μας δημιουργική φαντασία και πρακτική νοημοσύνη, την ικανότητα για αυτό-οργάνωση, και καθιστώντας μας εξαρτημένους από τον αντίπαλο για την ίδια την οργάνωση του αγώνα μας, υποβαθμίζει την ικανότητά μας να χτυπήσουμε πρώτοι και αποτελεσματικά τον εχθρό.

Όσοι από μας αποζητούμε έναν κόσμο απελευθερωμένο από την κυριαρχία και την εκμετάλλευση, και ως συνέπεια την καταστροφή του κράτους, του κεφαλαίου και ολόκληρου του συμπλέγματος των θεσμών που μας καταπιέζουν, πρέπει να οργανώσουμε τους αγώνες μας αυτόνομα. Αυτό σημαίνει να δημιουργήσουμε οι ίδιοι τα εργαλεία για την επικοινωνία και τον συντονισμό των αγώνων. Είναι απαραίτητο να αναπτύξουμε τις σχέσεις μας βασισμένοι στην αληθινή γνώση του άλλου, των σχεδίων και των ιδεών του, των ικανοτήτων, των ονείρων και των επιθυμιών. Αυτές οι σχέσεις παρέχουν τη βάση για την ανάπτυξη σχεδίων και ενεργειών, και σε μια ευρύτερη κλίμακα, για άτυπα δίκτυα αλληλεγγύης. Ποικίλες συζητήσεις, συγκεντρώσεις, έντυπα κλπ αυτόνομες δράσεις, μπορούν να εκφράσουν την ανάλυσή μας και να μας βοηθήσουν να επεξεργαστούμε τις μεθόδους του αγώνα μας και να συντονίσουμε τις δράσεις μας. Ωστόσο, οι επιμέρους λεπτομέρειες δεν είναι τόσο σημαντικές όσο η αναγκαιότητα της αυτό-οργάνωσης του αγώνα μας. Μόνο με αυτή τη βάση, μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πώς θα μεταχειριστούμε τα εργαλεία και πως θα τα στρέψουμε προς το σκοπό μας, αυτόν της καταστροφή της παρούσας κοινωνίας και της ελεύθερης δημιουργίας των ζωών μας.

Στα πλαίσια ενός τέτοιου αυτό-οργανωμένου αγώνα, το internet μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά τίποτα παραπάνω, και μόνο ένα ανάμεσα στα πολλά, ένα που θα έλεγα ότι είναι καταδικασμένο να γκρεμιστεί μαζί με την κοινωνία που το γέννησε. Και εν μέσω μιας αληθινής εξέγερσης, όταν η άμεση επικοινωνία θα είναι θεμελιώδης, τι θα προτιμούσατε; Να κάθεστε σ� ένα γραφείο, μπροστά σε μια οθόνη; Ή εκεί έξω, στο πεδίο που διεξάγεται ο πραγματικός αγώνας;

Η επανάσταση δεν είναι μια υπόθεση νίκης επί του εχθρού αλλά καταστροφής του. � Los Incontrolados

Σ.τ.μ. Το παραπάνω κείμενο βρέθηκε στο περιοδικό Wilful Disobedience vol.2 – #9, των εκδόσεων Venomous Butterfly. Επιλέξαμε να το μεταφράσουμε καθώς μοιραζόμαστε τον προβληματισμό του συγγραφέα, αν και όχι απαραίτητα τις απόψεις του, στο σύνολό τους. Ας σημειωθεί πάντως ότι αναφέρεται πρωταρχικά στον αγγλοσαξονικό «χώρο», όπου ένας διαδικτυακός φετιχισμός είναι πολύ πιο ανεπτυγμένος και απωθητικός απ� ότι αλλού (π.χ. ομάδες χτίζονται βάσει μιας ιστοσελίδας, και επικοινωνούν-συζητούν κλπ μέσω internet�). Θεωρούμε πάντως ότι δεν είναι εντελώς άκαιρο -ή άκυρο- να δημοσιεύσουμε την μετάφραση, έστω σαν μια μικρή προειδοποίηση.

�για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Γενάρης 2007

1

ΟΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΟΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ – FERAL FAUN

ΟΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΟΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ – FERAL FAUN

“Είμαστε υπέρ της ανάπτυξης ενός εργατικού κινήματος βασισμένου στην άμεση δημοκρατία, όχι απλά επειδή αυτό θα είναι πιο αποτελεσματικό στον σημερινό αγώνα ενάντια στην τάξη των εργοδοτών, αλλά κι επειδή προεικονίζει και θέτει τη βάση για μια κοινωνία ελευθερίας και ισότητας, χωρίς εξουσιαστές ή εκμετάλλευση”. – Από φυλλάδιο της Workers Solidarity Alliance, αναρχοσυνδικαλιστικής οργάνωσης.

Κατά τον δέκατο τέταρτο με δέκατο πέμπτο αιώνα έλαβε χώρα ένας κοινωνικός μετασχηματισμός που έφτασε στην κορύφωσή του κατά τον αμερικανικό πόλεμο της ανεξαρτησίας και τη γαλλική επανάσταση. Η περίοδος αυτή σηματοδότησε την εξέγερση της αστικής τάξης ενάντια στο παλιό φεουδαρχικό σύστημα και την καθολική εκκλησία. Στη θέση της φεουδαρχίας, εγέρθηκε στον οικονομικό τομέα το καπιταλιστικό σύστημα και στον πολιτικό το δημοκρατικό. Οι φιλελεύθεροι δημοκράτες, αντί να επιτρέπουν σε μια μη αιρετή αριστοκρατία ή σε έναν βασιλιά να κυβερνά, απαίτησαν να αποδοθεί το έργο της διακυβέρνησης «στο λαό» μέσα φυσικά από τους επίσημους αντιπροσώπους του και τη ψήφο του. Όπως και οι παραπάνω αναρχοσυνδικαλιστές, κι οι αστοί επίσης ήθελαν μια «κοινωνία ελευθερίας και ισότητας, χωρίς εξουσιαστές ή εκμετάλλευση». Αν αφήσουμε κατά μέρος τις αναφορές σε λέξεις όπως «εργάτες» ή «τάξη των εργοδοτών» το παραπάνω απόσπασμα θα μπορούσε να το έχει γράψει ακόμα κι ο Thomas Paine.

Φυσικά, οι αναρχοσυνδικαλιστές θα μας εξηγούσαν ότι δε δίνουν στις λέξεις το ίδιο νόημα που τους έδιναν οι αστοί επαναστάτες. Και ίσως γίνονταν πιστευτοί αν δεν αντανακλούσε ο αναρχοσυνδικαλισμός την αστική ιδεολογία σε πολύ σημαντικότερα ζητήματα εκτός από αυτό της φρασεολογίας. Οι αξίες που υποστηρίζουν οι αναρχοσυνδικαλιστές δε διαφέρουν από αυτές των πιο ριζοσπαστών από τους φιλελεύθερους αστούς θεωρητικούς, και το ιδανικό τους, αν το εξετάσουμε προσεκτικά, δεν αποτελεί παρά μια προέκταση του φιλελεύθερου ιδανικού.

Όπως ήδη προείπα, το οικονομικό σύστημα που κυριάρχησε με την άνοδο της αστικής τάξης ήταν ο καπιταλισμός. Δε θα μπω σε μια μακροσκελή περιγραφή του καπιταλιστικού συστήματος, αρκεί να αναφέρω ότι το διακριτικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού σε σχέση με άλλα οικονομικά συστήματα, δεν είναι η ύπαρξη των καπιταλιστών αλλά η παραγωγή πλεονάζοντος κεφαλαίου που επιτρέπει τη συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης. Ο καπιταλιστικός είναι ένα αρκετά ηθικό σύστημα, εννοώντας ότι απαιτεί κάποιες ηθικές αξίες παραπάνω από προσωπικές ανάγκες, επιθυμίες ή απληστία ούτως ώστε να αναπτύσσεται απρόσκοπτα. Οι αξίες αυτές που αποτελούν ζωτικό στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι η παραγωγικότητα και η πρόοδος. Κάθε τεχνολογική καινοτομία λοιπόν, πρέπει να εναγκαλιστεί εκτός αν αποδειχτεί ότι θέτει σε κίνδυνο την περαιτέρω ανάπτυξη του κεφαλαίου. Ουσιαστικό μέρος της παραγωγής και της προόδου αποτελεί η εργασία κι έτσι οι αστοί αποδίδουν ιδιαίτερη αξία στην εργασία, κι αντίθετα με τα όσα πιστεύουν κάποιοι «ριζοσπάστες» εργατιστές, δεν είναι σπάνιο ένας καπιταλιστής να εργάζεται πολύ περισσότερες ώρες από έναν βιομηχανικό εργάτη, πρόκειται ωστόσο για εργασία οργανωτική παρά παραγωγική. Αυτοί που καταφέρνουν να αποφεύγουν την εργασία, στιγματίζονται ως το ηθικό κατακάθι της καπιταλιστικής κοινωνίας, τα παράσιτα που ζουν εις βάρος του εργαζόμενου λαού…

Οι αναρχοσυνδικαλιστές εσωτερικεύουν κάθε μια από αυτές τις καπιταλιστικές αξίες. Το ιδανικό τους είναι «μια πραγματική διαχείριση της παραγωγής από τους ίδιους τους ανθρώπους». Παρά τις πολυάριθμες ανθρωπολογικές αποδείξεις περί του αντιθέτου, θεωρούν ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αγωνιζόμενος να επιβιώσει κι ότι το χρωστάμε στη τεχνολογία και την πρόοδό της, το ότι μπορούμε σήμερα να ζούμε τις υπέροχες ζωές που μας προσφέρει και να απολαμβάνουμε όλα τα τελευταίας μόδας καταναλωτικά προϊόντα, αν μου επιτρέψετε έναν σαρκασμό! Οι συνδικαλιστές θεωρούν ότι πρόκειται για κάποιες συγκεκριμένες συνέπειες της τεχνολογίας που είναι αρνητικές για την επιβίωση, αλλά ότι η τεχνολογία σαν σύνολο καθώς και η πρόοδος είναι γενικά θετικές. Υπό το φως αυτών των πεποιθήσεων, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που υμνούν την εργασία, μιας και χωρίς την εργασία δε θα υπήρχε ούτε παραγωγή ούτε πρόοδος. Όπως ακριβώς οι αστοί, βλέπουν αυτούς που αποφεύγουν την εργασία σαν «παράσιτα» (Δες για παράδειγμα το Listen Anarchist, Chaz Bufe). Το μόνο πραγματικό πρόβλημα που έχουν με το καπιταλιστικό σύστημα είναι το ποιος έχει την ευθύνη. Αυτό που θα προτιμούσαν θα ήταν η ύπαρξη ενός και μόνου Μεγα-καπιταλιστή: της διεθνούς ένωσης των εργαζομένων, παρά να έχει τον έλεγχο μια ποικιλία από άτομα, εταιρείες και κράτη. Όμως η βασική δομή του κόσμου θα παρέμενε η ίδια. Όπως οι αστοί, και ίσως λίγο χειρότερα, οι αναρχοσυνδικαλιστές εσωτερικεύουν κάθε βασική αξία του καπιταλισμού.

Αν η παραγωγή και η πρόοδος είναι θετικές αξίες, κι η παραγωγική εργασία εξίσου σημαντική, τότε ο κοινωνικός συμβιβασμός είναι ζωτικής σημασίας. Έχω ήδη αναφέρει πως η αποφυγή της εργασίας αντιμετωπίζεται σαν παρασιτισμός. Κάθε ευχαρίστηση που δεν μπορεί να εμπορευματοποιηθεί και να τεθεί έτσι κάτω από τον έλεγχο της παραγωγής θεωρείται ως ανήθικη. Ο παράνομος, η πόρνη, ο ζητιάνος, το κλεφτρόνι, κάθε άτομο που δεν συνεισφέρει θετικά σ’ αυτή την κοινωνία είναι καταδικασμένο σαν μια αποτυχία ή σαν εγκληματίας. Ακόμα ο μποέμ, ο ασυμβίβαστος καλλιτέχνης, μουσικός, ποιητής, φαίνεται ύποπτος στα μάτια του αστού, τουλάχιστον μέχρι να βρει έναν τρόπο να επαναφομοιώσει τις δημιουργικές ορμές του που έχουν αποστατήσει.

Την ίδια αντιμετώπιση απολαμβάνουν όλοι όσοι δε χωρούν στην κοινωνία αυτή κι από τους αναρχοσυνδικαλιστές. Η χαρακτηριστική απαξίωση των «περιθωριακών» στο βιβλίο «Listen Anarchist!» καθιστά κάτι τέτοιο αρκετά σαφές. Ο τρόπος που η αναρχοσυνδικαλιστική CNT επαναλαμβανόμενα «πούλησε» τον παράνομο αναρχικό Sabate, ενώ συνέχισε να δέχεται και να κάνει χρήση των χρημάτων από τις ληστείες του που της εμπιστευόταν, είναι πραγματικά χυδαίος. Καθ όλη την ιστορία του, ο αναρχοσυνδικαλισμός προσπάθησε να κατασβήσει τη φλόγα των ανεξέλεγκτων εξεγερμένων, κάποιες φορές μέσα από την πειθώ, κάποιες άλλες μέσα από την προσβολή, έτσι ώστε να τους παρακινήσει να συμβιβαστούν και να αποδεχτούν την κυρίαρχη κοινωνία. Οπουδήποτε αναρχικές εξεγέρσεις ξεπερνούσαν τα όρια που έθεταν οι αναρχοσυνδικαλιστές, αυτοί οι υποτιθέμενοι μη νομιμόφρονες, ήταν πάντα οι πρώτοι που θα φώναζαν: «Εγκληματίες», «Τρομοκράτες»!. Όπως ακριβώς οι αστοί, θέλουν την απρόσκοπτη ανάπτυξη της προόδου, κι αυτό απαιτεί κοινωνικό συμβιβασμό.

Χέρι χέρι με τον κομφορμισμό, αναπτύσσεται και η λατρεία της κοινωνικής ειρήνης. Είναι αλήθεια ότι οι αστοί εκμεταλλεύτηκαν τους εθνικούς πολέμους για να επεκτείνουν το κεφάλαιο, αλλά κάτι τέτοιο είναι σχετικά επισφαλές, μιας και κάθε βία μπορεί να αναταράξει την απρόσκοπτη ροή του κεφαλαίου. Μόνο η βία που αναπτύσσουν οι επίσημες αρχές με μια ορθολογική και ηθική βάση έχει θέση στην αστική κοινωνία. Κάθε προσωπική διένεξη όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει τη βία αλλά και να είναι τυπικά, συγκαταβατική, να αντιμετωπίζεται μέσα από το διάλογο, τη διαπραγμάτευση, τη διαλλακτικότητα. Τα πάθη δεν πρέπει να ανάβουν. Η κοινωνική ειρήνη δεν πρέπει να διαρρηγνύεται παρά στις πιο ακραίες περιπτώσεις.

Οι αναρχοσυνδικαλιστές εκτιμούν επίσης την κοινωνική ειρήνη. Από τις «αστικές επιδράσεις στον αναρχισμό» του Luigi Fabri ως το Listen Anarchist! του Bufe, προσπαθούν να αποτρέψουν τους αναρχικούς από κάθε λεκτική ακόμα έκφραση βίας, κατά ειρωνικό τρόπο προσπαθούν να αποδείξουν ότι κάτι τέτοιο οφείλεται σε παρανοήσεις του αναρχισμού που οφείλονται στον αστικό τύπο. Τώρα, γιατί θεωρούν ότι οι άνθρωποι με το θάρρος και την νοημοσύνη να εξεγερθούν ενάντια στον εξουσιαστικό κόσμο θα χειραγωγούνταν από τον αστικό τύπο, δεν έχω ιδέα! Όπως ακριβώς και οι αστοί, οι αναρχοσυνδικαλιστές μας προτρέπουν να διαχειριστούμε τις διαφορές μας ορθολογικά, χωρίς πάθη, με ειρηνικό τρόπο. Κάθε ενεργή, βίαια έκφραση ατομικής εξέγερσης θεωρείται ανευθυνότητα, αντεπαναστατική κι ανήθικη πράξη από τους αναρχοσυνδικαλιστές. Κάθε ένας που σπάει τον νόμο, ονομάζεται στην καλύτερη περίπτωση, ανεγκέφαλος και πιο συχνά εγκληματίας ή τρομοκράτης. Στην πραγματικότητα, εκτός από μια «επαναστατική κατάσταση», οι αναρχοσυνδικαλιστές απορρίπτουν κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα σαν μη-παραγωγική, μη-προοδευτική (λες κι αυτό είναι αναγκαστικά κάτι κακό). Μόνο η επανάσταση της εργατικής τάξης (η «απόλυτη εξουσία» για την αναρχοσυνδικαλιστική θεωρία) μπορεί να δικαιολογήσει τη βία, και η βία αυτή ακόμα πρέπει να είναι ορθολογική και ηθική ούτως ώστε να αφήσει τους παραγωγικούς θεσμούς ακέραιους, και να κάνει την μετάβαση στην αναρχοσυνδικαλιστική παραγωγή όσο το δυνατόν πιο ομαλή.

Οι αναρχοσυνδικαλιστές πιστεύουν επίσης ότι θα δημιουργήσουν μια ορθολογική, ηθική κοινωνία. Μας καλούν να «αντισταθούμε στον ανορθολογισμό… οπουδήποτε κι αν υψώνεται». Το πρόβλημα που αναγνωρίζουν στην σημερινή κοινωνία είναι ότι δεν τη θεωρούν αρκετά ορθολογική, αρκετά ηθική. Μιας και η ηθική συμπεριφορά πηγάζει από την ορθολογικότητα (σύμφωνα με τη γνώμη τους), πρέπει να κυριαρχήσει σε κάθε σφαίρα της ζωής. Όχι τα πάθη ή οι επιθυμίες μας, αλλά το «ορθολογικό μας συμφέρον» θα έπρεπε να μας οδηγούν, λεν οι συνδικαλιστές, κι ακούγεται η ηχώ των αυταρχικών δικτατόρων. Είναι λοιπόν πιο ορθολογικό και πιο ηθικό όταν ο παραγωγός ελέγχει τα μέσα της παραγωγής, λένε, αγνοώντας επιδεικτικά το ερώτημα του κατά πόσο και πώς είναι εύκολο να ελέγχει ο καθένας τα παραγωγικά μέσα στη βιομηχανική κοινωνία.

Τόσο οι φιλελεύθεροι αστοί θεωρητικοί, όσο και οι αναρχοσυνδικαλιστές επιζητούν μια ορθολογική, ηθική κοινωνία βασισμένη στην ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, που να εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και οι δύο απαιτούν μια άψογα ρυθμισμένη οικονομία με υψηλούς δείκτες παραγωγικότητας που να εγγυώνται την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο. Και οι δύο απαιτούν την κοινωνική ειρήνη και τον κομφορμισμό προκειμένου να πραγματοποιήσουν τους σχεδιασμούς τους. Είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι πρόκειται για δυο διαφορετικούς σχεδιασμούς. Οι αστοί βλέπουν την οικονομία σαν μια ουδέτερη πολιτικά δύναμη που μπορεί να αναπτύσσεται επαρκώς και ηθικά με την μορφή της ιδιωτικής επιχείρησης. Οι αναρχοσυνδικαλιστές αναγνωρίζουν την οικονομία σαν μια πολιτική δύναμη, η οποία όμως πρέπει να διαχειριστεί δημοκρατικά. Οι φιλελεύθεροι αστοί πιστεύουν ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μπορεί να πραγματοποιήσει το ιδανικό τους. Οι αναρχοσυνδικαλιστές πιστεύουν ότι η δημοκρατία πρέπει να είναι άμεση, αν και δεν μας ρωτάν κατά πόσο θέλουμε να περνάμε την ώρα μας ψηφίζοντας αμεσοδημοκρατικά για κάθε κοινωνικό ζήτημα που προκύπτει. Το ιδανικό του αναρχοσυνδικαλισμού είναι πραγματικά μια επέκταση του φιλελεύθερου αστικού ιδανικού – μια απόπειρα να σπρωχτεί πέρα από τη λογική του κατάληξη.

Εδώ οδηγούμαι στον τελευταίο παραλληλισμό μεταξύ του αστικού φιλελευθερισμού και του αναρχοσυνδικαλισμού, ενός παραλληλισμού όχι σε επίπεδο ιδεών, αλλά άγνοιας. Κανείς τους δε φαίνεται ικανός να αναγνωρίζει τις πραγματικότητες του κοινωνικού συστήματος κάτω από το οποίο ζούμε. «Η καθημερινή δραστηριότητα των σκλάβων παράγει τη σκλαβιά» (Fredy Perlman). Ενώ μιλάμε για την ελευθερία και τη δημοκρατία, ο φιλελεύθερος αστός κι ο αναρχοσυνδικαλιστής βλέπουν μόνο τις ανθρώπινες εξουσίες που τις ελέγχουν. Κλείνουν τα μάτια μπροστά στις κοινωνικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχουν κι αποτελούν την πραγματική πηγή αυτής της σκλαβιάς. Έτσι, οι φιλελεύθεροι αστοί θα χαροποιούνταν αν ξεφορτώνονταν τους παπάδες, τους βασιλείς, όπως και οι αναρχοσυνδικαλιστές αν έδιωχναν τα αφεντικά και τους κυβερνήτες. Όμως τα εργοστάσια θα έμεναν ανέπαφα, τα μαγαζιά το ίδιο (αν και οι συνδικαλιστές ίσως τα μετονόμαζαν σε «κέντρα διανομής» ή κάτι τέτοιο), οι οικογένειες θα παρέμεναν ως είχαν, ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα θα παρέμενε ανέπαφο. Αν η καθημερινή μας δραστηριότητα δεν άλλαζε ριζικά – και οι αναρχοσυνδικαλιστές δεν δίνουν κάποια ένδειξη ότι επιθυμούν να αλλάξουν οτιδήποτε εκτός από το να προσθέτουν το βάρος της διαχείρισης των εργοστασίων σε αυτούς που ήδη σηκώνουν το βάρος της εργασίας σε αυτά. Οπότε τι διαφορά κάνει το να μην υπάρχουν αφεντικά; Είμαστε ακόμα σκλάβοι! Αλλάζοντας το όνομα κάποιου πράγματος δεν το κάνει να εξαφανιστεί. Υπάρχει όμως ένας λόγος που ούτε οι φιλελεύθεροι αστοί ούτε οι αναρχοσυνδικαλιστές δεν μπορούν να διακρίνουν την σκλαβιά που βρίσκεται στην καρδιά του κοινωνικού συστήματος.

Δεν βλέπουν την ελευθερία σαν την ικανότητα μιας μοναδικής ύπαρξης να δημιουργεί τη δική του/της ζωή όπως επιλέγει. Βλέπουν την ελευθερία σαν την ικανότητα ενός ατόμου να προσαρμοστεί πλήρως και ενεργά στην ορθολογική κοινωνία της προόδου. Το «Η σκλαβιά είναι ελευθερία» δεν είναι μια απόκλιση της σταλινικής ή της φασιστικής σκέψης, είναι έμφυτο σε κάθε προοπτική για την οποία η ελευθερία αναφέρεται στην κοινωνία κι όχι στο άτομο. Ο μόνος τρόπος να εγγυηθεί κανείς την «ελευθερία» τέτοιων κοινωνιών είναι να καταστείλει την αδιαλλαξία και την εξέγερση οπουδήποτε εγείρονται. Οι αναρχοσυνδικαλιστές ίσως μιλούν για κατάργηση του κράτους, αλλά θα χρειαστεί να αναπαράγουν κάθε μια από τις λειτουργίες του ώστε να εγγυηθούν την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας τους. Ο αναρχοσυνδικαλισμός δεν σηματοδοτεί ένα ρήγμα με τη σημερινή κοινωνία. Απλά ζητάει την επέκταση των αξιών της κοινωνίας αυτής έτσι ώστε να κυριαρχούν πιο απόλυτα την καθημερινή ζωή μας. Κάθε πραγματικός εξεγερμένος, κάθε αποστάτης, κάθε παράνομο και άγριο ελεύθερο πνεύμα δε θα μπορούσε να αποδεχτεί μια αναρχοσυνδικαλιστική κοινωνία περισσότερο από όσο ανέχεται τη σημερινή. Θα έπρεπε να συνεχίσουμε να φέρνουμε το χάος, να δημιουργούμε δημιουργικά ρήγματα με την κοινωνία, γιατί αυτό που θέλουμε δεν είναι περισσότερος έλεγχος πάνω στη σκλαβιά μας, κι αυτό είναι το μόνο που οι αναρχοσυνδικαλιστές μας προσφέρουν, αυτό που θέλουμε είναι να σπάσουμε τις αλυσίδες της σκλαβιάς και να ζήσουμε τις ζωές μας στην ολότητά τους.

[Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Ιούλης 2007]


H Kατάργηση της κοινωνίας – Feral Faun

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ -FERAL FAUN-

«Κοινωνία::1. μια ομάδα ατόμων που έχουν τα ίδια έθιμα, πιστεύω κλπ ή ζουν κάτω από μια κοινή κυβέρνηση και που θεωρούνται ότι σχηματίζουν μια κοινότητα3. όλοι οι άνθρωποι, όταν θεωρούνται ότι σχηματίζουν μια κοινότητα στην οποία το κάθε άτομο είναι εν μέρει εξαρτώμενο από όλα τα υπόλοιπα» Λεξικό Webster’s

Τίποτε απ  ό,τι ξέρουμε δε μπορεί να θεωρηθεί αληθινό  καμμιά από τις θεωρήσεις μας για τον κόσμο δεν είναι ιερή και καλά θα κάναμε να τις αμφισβητήσουμε όλες. Πολλοί αναρχικοί μιλούν για τη δημιουργία μιας «καινούριας» ή «ελεύθερης» κοινωνίας. Αλλά πολλοί λίγοι αμφισβητούν την ίδια την έννοια της κοινωνίας. Η θεώρηση για την κοινωνία είναι άμορφη – και πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί απ ότι συγκεκριμένες όψεις της όπως η κυβέρνηση, η θρησκεία, ο καπιταλισμός, η τεχνολογία. Είμαστε τόσο βαθιά εμποτισμένοι μ αυτή που το να την αμφισβητήσουμε είναι σαν να αμφισβητούμε την ίδια μας τη φύση  κάτι κάνει την αμφισβήτησή της ακόμα πιο επιτακτική. Η απελευθέρωση του εαυτού μας από την θωράκιση του χαρακτήρα που καταπιέζει τα πάθη και τις επιθυμίες μας έχει κάθε δικαίωμα να απαιτήσει όχι απλά την αλλαγή της κοινωνίας, αλλά την κατάργησή της. Οι παραπάνω ορισμοί του λεξικού δείχνουν την κοινωνία ως μια μοναδική οντότητα αποτελούμενη από άτομα που υπάρχουν σε μια συνθήκη (δυνητικής τουλάχιστον) αλληλεξάρτησης μεταξύ τους  που με άλλα λόγια δεν είναι ολοκληρωμένα από μόνα τους. Αντιλαμβάνομαι την κοινωνία ως ένα σύστημα από σχέσεις ανάμεσα σε όντα που δρουν ( ή που αντιμετωπίζονται) ως κοινωνικοί ρόλοι με σκοπό την αναπαραγωγή του συστήματος και των εαυτών τους ως κοινωνικά άτομα.

Η εξάρτηση των κοινωνικών ατόμων δεν είναι ίδια με την βιολογική εξάρτηση των βρεφών. Η βιολογική εξάρτηση τερματίζεται όταν το παιδί αποκτήσει επαρκή κινητικότητα και συντονισμό χεριού και ματιού (περίπου σε ηλικία 5 χρόνων). Αλλά σε αυτά τα 5 χρόνια, οι κοινωνικές σχέσεις της οικογένειας καταπιέζουν τις επιθυμίες του παιδιού, ενσταλάζουν τον φόβο του κόσμου μέσα τους κι έτσι καλύπτουν τη δυνατότητα για μια ολοκληρωμένη, ελεύθερη, δημιουργική ατομικότητα πέρα από τη ψυχική εξάρτηση που μας κάνει να κολλάμε απελπισμένα ο ένας στον άλλον ενώ αλληλοπεριφρονούμαστε. Όλες οι κοινωνικές σχέσεις έχουν ως βάση την ατέλεια που παράγεται από την καταπίεση των επιθυμιών μας και του πάθους μας. Η βάση τους είναι η ανάγκη μας για τους άλλους κι όχι η επιθυμία μας γι αυτούς. Χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλον. Έτσι η κάθε κοινωνική σχέση είναι μια σχέση εργοδότη/υπαλλήλου, κάτι που εξηγεί το γιατί δείχνουν πάντα, τουλάχιστον μέχρι ενός σημείυ, να γίνονται εχθρικές  είτε μέσω υποτιμητικών αστείων ή λογομαχιών και καυγάδων. Πώς μπορούμε να μην περιφρονούμε αυτούς που χρησιμοποιούμε και να μη μισούμε αυτούς που μας χρησιμοποιούν; Η κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει ξέχωρα απ τους κοινωνικούς ρόλους γι αυτό και η οικογένεια και η εκπαίδευση κάποιας μορφής είναι απαραίτητα κομμάτια της κοινωνίας.

Το κοινωνικό άτομο δεν παίζει μόνο έναν κοινωνικό ρόλο  αλλά συγχωνεύει πολλούς ρόλους οι οποίοι δημιουργούν τη θωράκιση του χαρακτήρα που περνιέται για «προσωπικότητα». Οι κοινωνικοί ρόλοι είναι τρόποι με τους οποίους τα άτομα καθορίζονται από το όλο σύστημα των σχέσεων που αποτελεί την κοινωνία με σκοπό την αναπαραγωγή της υφιστάμενης κοινωνίας. Κάνουν τα άτομα χρήσιμα για την κοινωνία κάνοντας τα προβλέψιμα, καθορίζοντας τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας. Οι κοινωνικοί ρόλοι είναι εργασία  με την ευρεία έννοια της δραστηριότητας που αναπαράγει τον κύκλο παραγωγής/κατανάλωσης. Η κοινωνία είναι συνεπώς η εξημέρωση των ανθρώπινων όντων που μπορούν να σχετιστούν ελεύθερα σύμφωνα με τις επιθυμίες τους σε παραμορφωμένα όντα που χρησιμοποιούν το ένα το άλλο προσπαθώντας να ικανοποιήσουν απελπισμένες ανάγκες, αλλά το μόνο που επιτυγχάνουν είναι η αναπαραγωγή της ανάγκης και του συστήματος των σχέσεων που στηρίζεται πάνω της.

«Κατάρα σε κάθε αιχμαλωσία, ακόμα κι αν είναι για το γενικό καλό, ακόμα και στον κήπο με τους πολύτιμους λίθους του Μοντεζούμα». Τα άτομα με ελεύθερο πνεύμα δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για τη δημιουργία σοβαρών σχέσεων ως κοινωνικοί ρόλοι. Οι προβλέψιμες, προκαθορισμένες σχέσεις μας κάνουν να βαριόμαστε και δεν έχουμε καμμιά επιθυμία να συνεχίσουμε να τις αναπαράγουμε. Είναι αλήθεια ότι προσφέρουν κάποια ασφάλεια, σταθερότητα και (χλιαρή) ζεστασιά αλλά με τι τίμημα! Αντίθετα, θέλουμε ελευθερία για να δημιουργήσουμε σχέσεις σύμφωνα με τις αδάμαστες επιθυμίες μας, την άνθιση κάθε δυνατότητας, την οργισμένη φλόγα των απελευθερωμένων μας ενστίκτων. Και μια τέτοια ζωή βρίσκεται έξω από οποιοδήποτε σύστημα προβλέψιμων, προκαθορισμένων σχέσεων. Η κοινωνία ίσως προσφέρει ασφάλεια, αλλά μόνο αφού εξαλείψει το ρίσκο που είναι ουσιώδες και το ελεύθερο παιχνίδι και την περιπέτεια. Μας προσφέρει επιβίωση με αντάλλαγμα τις ζωές μας. Επειδή η επιβίωση που μας προσφέρει είναι επιβίωση ως κοινωνικά άτομα  ως όντα που συντίθενται από κοινωνικούς ρόλους, αποξενωμένα από τις επιθυμίες και τα πάθη τους – με κοινωνικές σχέσεις στις οποίες είμαστε εθισμένοι αλλά που ποτέ δεν μας ικανοποιούν.

Ένας κόσμος ελεύθερων σχέσεων ανάμεσα σε μη-καταπιεσμένα άτομα θα ήταν ένας κόσμος απελευθερωμένος από την κοινωνία. Όλες οι αλληλεπιδράσεις θα καθορίζονταν άμεσα. Όλες από τα άτομα που θα αναμιγνύονταν σ αυτές, σύμφωνα με τις επιθυμίες τους  και όχι με τις ανάγκες ενός κοινωνικού συστήματος. Θα τείναμε να καταπλήσσουμε, να γοητεύουμε, να οργίζουμε, να εγείρουμε αληθινά πάθη και όχι απλά βαρεμάρα, αηδία, αδιαφορία ή ασφάλεια. Η κάθε συνάντηση θα είχε μια δυναμική για μια απίθανη περιπέτεια η οποία αδυνατεί να υπάρξει όταν συναναστρεφόμαστε με τη μορφή των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι αντί να παραμένουμε αιχμάλωτοι σ΄ αυτόν τον «κήπο με τους πολύτιμους λίθους» που ονομάζεται κοινωνία, επιλέγω τον αγώνα για την κατάργηση της κοινωνίας  κι αυτό έχει να κάνει με το πώς αντιλαμβάνομαι την «επανάσταση» (ελλείψει καλύτερου όρου). Ο αγώνας για την μεταρρύθμιση της κοινωνίας είναι πάντα αγώνας για δύναμη, επειδή ο στόχος του είναι η απόκτηση ελέγχου πάνω στο σύστημα των σχέσεων που είναι η κοινωνία (στόχος που βρίσκω ανέφικτο αφού αυτό το σύστημα είναι πλέον πέραν κάθε ελέγχου). Ως τέτοιος δεν μπορεί να είναι ατομικός αγώνας. Απαιτεί τη σύνταξη σε μια μαζική η ταξική δραστηριότητα. Τα άτομα πρέπει να ορίσουν τους εαυτούς τους ως κοινωνικά όντα σ αυτόν τον αγώνα, καταπιέζοντας τις όποιες ατομικές τους επιθυμίες που δεν ταιριάζουν με τον υπέρτατο στόχο της κοινωνικής μεταρρύθμισης.

Ο αγώνας για την κατάργηση της κοινωνίας είναι ένας αγώνας για την κατάργηση της εξουσίας. Είναι ουσιαστικά ο αγώνας των ατόμων για να ζήσουν ελεύθερα από κοινωνικούς ρόλους και κανόνες, να ζήσουν τις επιθυμίες τους με πάθος, να ζήσουν τα πιο θαυμαστά πράγματα που μπορούν να φανταστούν. Οι αγώνες και τα εγχειρήματα ομάδων αποτελούν κι αυτά τμήμα του ίδιου αγώνα, όταν έχουν ως βάση τους τρόπους με τους οποίους οι επιθυμίες του καθενός θα βελτιώσουν η μία την άλλη και θα διαλυθούν όταν θα αρχίσουν να καταπιέζουν τα άτομα. Η διαδρομή αυτού του αγώνα δεν μπορεί να χαρτογραφηθεί επειδή η βάση του είναι η σύγκρουση ανάμεσα στις επιθυμίες των ατόμων με ελεύθερο πνεύμα και στις απαιτήσεις της κοινωνίας. Αλλά είναι πιθανές οι αναλύσεις των τρόπων με τους οποίους μας βάζει σε καλούπια η κοινωνία, καθώς και των αποτυχιών και επιτυχιών παλιότερων εξεγέρσεων. Οι τακτικές που χρησιμοποιούνται ενάντια στην κοινωνία είναι τόσο πολλές όσα και τα άτομα που συμμετέχουν σ αυτόν τον αγώνα, αλλά όλες μοιράζονται τον στόχο της υπονόμευσης του κοινωνικού ελέγχου και της θέσπισης όρων, και της απελευθέρωσης των επιθυμιών και των παθών του ατόμου.

Η μη-προβλεψιμότητα του χιούμορ και της παιγνιώδους πρακτικής είναι ουσιώδης, προκαλώντας ένα διονυσιακό χάος. Το παιχνίδι με τους κοινωνικούς ρόλους με τρόπους που υπονομεύουν τη χρησιμότητά τους στην κοινωνία, που τους αντιστρέφουν, μετατρέποντάς τους σε παιχνίδι είναι μια πρακτική αξιόλογη. Αλλά το πιο σημαντικό είναι να συγκρουστούμε με την κοινωνία με τους εαυτούς μας, με τις μοναδικές επιθυμίες μας και πάθη, με την ανυποχώρητη στάση μας που θα διατηρηθεί με γνώμονα τους δικούς μας όρους. Η κοινωνία δεν είναι μια ουδέτερη δύναμη, οι κοινωνικές σχέσεις υπάρχουν μόνο με την καταπίεση των πραγματικών επιθυμιών των ατόμων, από την καταπίεση όλων αυτών που καθιστούν δυνατή την ελεύθερη δημιουργία σχέσεων. Η κοινωνία είναι εξημέρωση, η μεταμόρφωση των ατόμων σε αξίες χρήσεις και του ελεύθερου παιχνιδιού σε δουλειά. Η ελεύθερη δημιουργία σχέσεων ανάμεσα σε άτομα που αρνούνται και αντιστέκονται στην εξημέρωσή τους υπονομεύει την κοινωνία στο σύνολό της και ανοίγει όλες τις δυνατότητες. Και για όσους πιστεύουν ότι μπορούν να φτάσουν στην ελευθερία μέσω μιας απλά κοινωνικής επανάστασης, τελειώνω μ αυτές τις γραμμές του Renzo Novatore:

«Περιμένεις για την επανάσταση; Ας είναι! Η δικιά μου άρχισε εδώ και πολύ καιρό! Όταν θα σαι έτοιμος δεν θα με πειράξει να προχωρήσω για λίγο μαζί σου. Αλλά όταν σταματήσεις θα συνεχίσω στην παράφρονα πορεία μου προς τη μεγάλη και θαυμαστή κατάκτηση του τίποτα!»

παραχωρήθηκε από το αρχείο των εκδόσεων για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας

1

Ενάντια στην ελεημοσύνη – FERAL FAUN

Ενάντια στην ελεημοσύνη – FERAL FAUN

[Σε μερικές πόλεις των Η.Π.Α., κάποιοι αναρχικοί σκέφτηκαν να διοργανώσουν τις “Food Not Bombs” (σημ: Τρόφιμα Όχι Βόμβες: καμπάνια εθελοντικών διανομών τροφίμων, διοργάνωση ανοιχτών κουζινών κλπ). Οι διοργανωτές αυτής της καμπάνιας θα μας εξηγούσαν πρόθυμα ότι το φαγητό θα έπρεπε να είναι δωρεάν κι ότι κανείς δεν θα ‘πρεπε ποτέ να πεινάει. Ένα ασφαλώς ευγενικό συναίσθημα- Κι ένα συναίσθημα εν πολλοίς κοινό σε αναρχικούς, χριστιανούς, χίππηδες κι αριστερούς φιλελεύθερους – που βασίζεται στην ελεημοσύνη. Θα μας αντέκρουαν βέβαια, λέγοντας πως οι “Food Not Bombs” είναι κάτι το διαφορετικό: Πως οι αποφάσεις λαμβάνονται αντι-ιεραρχικά, πως δεν δέχονται επιχορηγήσεις από την κυβέρνηση ή από εταιρίες, ενώ συχνά διακινδυνεύουν μια σύλληψη ενώ σερβίρουν φαγητό, σαν μια πράξη πολιτικής ανυπακοής. Προφανώς οι “Food Not Bombs” δεν είναι μια μεγάλου διαμετρήματος ανθρωπιστική γραφειοκρατία – συχνά μάλιστα είναι προσωπικές ανιδιοτελείς απόπειρες χαμηλού κόστους. Όμως δεν παύει να είναι ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ. Κι αυτό είναι κάτι που δεν αμφισβητούν ποτέ οι “αναρχικοί” διοργανωτές τους. Ο μηχανισμός της ελεημοσύνης είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα κάθε οικονομικού συστήματος. Η οικονομική τρομοκρατία που ασκεί η κυριαρχία, δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους μέσα από τους παραδεκτούς τρόπους. Ακόμα και στα πιο ανεπτυγμένα συστήματα των λεγόμενων “κρατών πρόνοιας”, υπάρχουν αυτοί που γκρεμίζονται από τις ρωγμές της οικονομίας.

Η ελεημοσύνη έρχεται για να μπαλώσει το κενό που αφήνει το κράτος. Ομάδες όπως οι “Food Not Bombs” γίνονται λοιπόν μια εθελοντική εργατική δύναμη συντήρησης της κοινωνικής τάξης, ενισχύοντας την εξάρτηση των φτωχών από προγράμματα που διευθύνουν άλλοι. Αδιάφορο κατά πόσο είναι αντι-ιεραρχικές οι δομές τους οι σχέσεις (εξάρτησης) που δημιουργούν είναι πάντοτε εξουσιαστικές. Οι δέκτες της ελεημοσύνης είναι στο έλεος των διοργανωτών του προγράμματος κι έτσι δεν είναι ελεύθεροι να δράσουν με τους όρους τους μέσα σ αυτήν την σχέση εξουσίας. Αυτό γίνεται εύκολα ορατό στον εξευτελιστικό τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν την ελεημοσύνη. Οι κουζίνες ελεημοσύνης όπως οι “Food Not Bombs” απαιτούν την άφιξη σε έναν ορισμένο χρόνο, προκαθορισμένο από άλλους, οπότε θα στηθείς σε μια ουρά για να σου σερβίρουν φαγητό επιλογής όχι δικής σου (και συνήθως χαμηλής ποιότητας) σε ποσότητες καθορισμένες από κάποιους εθελοντές που θα προσπαθήσουν να μοιράσουν στον καθένα ίσες μερίδες. Δεν αντιλέγουμε ότι είναι κάπως καλύτερο απ’ το να πεινάς, αλλά η εξαθλίωση είναι τουλάχιστον ίση με αυτήν του να περιμένεις στην ουρά του μπακάλικου για να πληρώσεις για το φαγητό που τελικά εσύ επιλέγεις και θες. Η απάθεια που αναπτύσσουμε μπροστά στην εξαθλίωση αυτή, απάθεια που γίνεται αντιληπτή από την άνεση με την οποία κάποιοι αναρχικοί θα προτιμήσουν να τρων στις “κουζίνες ελεημοσύνης” κάθε μέρα ούτως ώστε να αποφύγουν να πληρώσουν για φαγητό, σαν να μην υπήρχαν άλλες επιλογές – αποδεικνύεται έτσι το σημείο στο οποίο η κυρίαρχη κοινωνία μας διαχέει τις αξίες της μέσω εξευτελιστικών διεργασιών. Ακόμα, κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι έτσι οι αναρχικοί αρνούνται αυτές τις διεργασίες στον βαθμό που τους επιτρέπουν οι δυνάμεις τους, και αναζητούν να δημιουργήσουν διεργασίες ενός διαφορετικού είδους ώστε να καταστρέψουν την εξαθλίωση που επιβάλλει αυτή η κοινωνία. Αντίθετα, μ αυτόν τον τρόπο δημιουργούν προγράμματα που ενισχύουν την εξαθλίωση αυτή. Και τι είδους αλληλεγγύη μπορεί να νιώσει κάποιος για έναν φτωχό, ποια επιθυμία να μοιραστεί φαγητό μαζί του, όταν έχει προσωπικά μερίδιο της ευθύνης για την εξαθλίωσή του κάνοντας το μ αυτόν τον τρόπο. Καμπάνιες όπως οι “Food Not Bombs” δεν έχουν να κάνουν με αλληλεγγύη, αλλά με οίκτο. Το να σερβίρεις φαγητό δεν είναι μοίρασμα. Είναι μια α-προσωπική, ιεραρχική σχέση μεταξύ κοινωνικών ρόλων “ευεργέτη” και “ευεργετούμενου”. Η έλλειψη φαντασίας έχει οδηγήσει διάφορους αναρχικούς να αντιμετωπίζουν το ζήτημα της πείνας (που συχνά γι αυτούς είναι ένα θεωρητικό ζήτημα) με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο που το αντιμετωπίζουν οι χριστιανοί και οι φιλελεύθεροι, δημιουργώντας θεσμούς παράλληλους με τους ήδη υπάρχοντες. Και όπως θα ήταν αναμενόμενο όταν αναρχικοί αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας ένα εγγενώς εξουσιαστικό έργο, κάνουν μισές δουλειές… Γιατί να μην αφήσουμε το φιλανθρωπικό έργο γι αυτούς που δεν τρέφουν αυταπάτες για τις φιλανθρωπίες τους; Οι αναρχικοί θα μπορούσαν καλύτερα να βρουν τρόπους να μοιράζονται σαν άτομα, μιας και είναι τόσο ευαισθητοποιημένοι, τρόπους που να ενθαρρύνουν τον αυτό-καθορισμό παρά την εξάρτηση από άλλους, και τη συντροφικότητα παρά τον οίκτο. Δεν υπάρχει τίποτα το αναρχικό σχετικά με τις “Food Not Bombs”. Ακόμα και στο όνομα είναι ένα αίτημα προς τις αρχές!

Αυτός είναι κι ο λόγος που οι διοργανωτές βολεύονται τόσο καλά με την ιδεολογία της πολιτικής ανυπακοής. Είναι μια απόπειρα να ευαισθητοποιήσουν τους ανθρώπους της εξουσίας, μήπως τυχόν και λυπηθούν τους φτωχούς και τους ταΐσουν. Δεν υπάρχει τίποτα στην καμπάνια αυτή σχετικό με τον αυτό-καθορισμό. Δεν υπάρχει τίποτα που θα ενθάρρυνε τους καταπιεσμένους να αρνηθούν τον ρόλο τους και να πάρουν ό,τι χρειάζονται και θέλουν χωρίς να ακολουθούν θεσμούς και κανόνες. Η “Food Not Bombs”, όπως κάθε άλλη ελεημοσύνη, ωθεί τους καταπιεσμένους να παραμείνουν παθητικοί δέκτες παρά να δραστηριοποιηθούν παίρνοντας τις ζωές τους στα χέρια τους. Η ελεημοσύνη πρέπει να γίνεται κατανοητή γι αυτό που είναι: Ακόμα μια όψη της θεσμοθετημένης αθλιότητας που είναι σύμφυτη με την οικονομικοποιημένη ύπαρξή μας και οφείλει να καταστραφεί για να μπορέσουμε να ζήσουμε αληθινά.]

[Παρά την φαινομενική ασυνάφεια με τα ελλαδικά δεδομένα (ανάλογες καμπάνιες δεν έχουν σταθεροποιηθεί) κρίνουμε πως το παρόν κείμενο συμβάλει σε μια γόνιμη κριτική εκδηλώσεων που πλασάρονται ως επαναστατικές, προς αυτό και η μετάφραση και δημοσίευσή του. Ευλογημένη ας είναι η στιγμή, που οι καρνάβαλοι του αριστερίστικου μετα-χιπισμού, και όλες οι συναφείς εναλλακτικές σέχτες θα χαθούν σαν χιλιοπατημένα τρυκάκια στο πρωϊνό αεράκι της προλεταριακής επανάστασης. Και τόσο το χειρότερο για τους φυτοφάγους ή όχι, θιασώτες της φυτοποίησης της νεολαίας σε κάτι σαν Γκάντι-των-μητροπόλεων. Ας τους κατασπαράξουμε πριν μας καταπιούν. Σ.Ε.Κ.Δ.]

Το παραπάνω κείμενο κυκλοφόρησε στη σαλονίκη με την υπογραφή «Συμβούλιο Επικρατείας της Κανιβαλικής Διεθνούς» το 2005.

1

css.php