Βιοτεχνολογία και ψηφιοποίηση της ζωής

Βιοτεχνολογία και ψηφιοποίηση της ζωής

Πηγή: Wilful Disobedience #2

Για χρόνια υποστήριζα ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, ότι φέρει μέσα της την ιδεολογία των επικρατέστερων μορφών κυριαρχίας και εκμετάλλευσης για λογαριασμό των οποίων δημιουργείται. Αν κάτι τέτοιο δεν ήταν προφανές σε προηγούμενα τεχνολογικά επιτεύγματα, η ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας το κάνει σαφές.

Ακολουθώντας την μεθοδολογία της σύγχρονης επιστήμης, η οποία τείνει να κατατέμνει τα πάντα στα μικρότερα στοιχεία τους σε μια υποτιθέμενη προσπάθεια να τα «κατανοήσει», η βιοτεχνολογία υποσκάπτει την ανεξαρτησία του ατόμου και την δυνατότητα ελεύθερης αλληλεπίδρασης, ενδυναμώνοντας παράλληλα μια μηχανική θέαση της ζωής και μια εξάρτηση στους «ειδικούς» προκειμένου να συντηρηθεί αυτός ο μηχανισμός.

Από τις καταβολές της, η σύγχρονη επιστήμη είδε το σύμπαν σαν μια τεράστια μηχανή. Σε μια τέτοια μηχανιστική προοπτική, η μέθοδος για να κατανοήσεις σε έναν βαθμό τη λειτουργία των πραγμάτων είναι να τα σπάσεις σε μικρά κομματάκια και να τα μελετήσεις απομονωμένα. Έτσι, η επιστημονική μέθοδος δεν ήταν ποτέ απλώς μια εμπειρική μέθοδος-η μέθοδος της παρατήρησης. Η εμπειρική παρατήρηση έπρεπε να επιβεβαιωθεί στην απομόνωση του εργαστηρίου μέσα από ελεγχόμενους πειραματισμούς.

Η μηχανιστική θέαση του σύμπαντος συναντά τις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης με μεγάλη επάρκεια. Καθώς προχωρά ο καπιταλισμός και μαζί του αναπτύσσονται τα τεχνολογικά μέσα με τα οποία ελέγχει τις εκμεταλλευόμενες τάξεις και τις πρώτες ύλες, η επιστημονική κατανόηση της συμπαντικής μηχανής μεταλλάσσεται επίσης, παρέχοντας μια ιδεολογική δικαίωση για τις αναπτυσσόμενες μεθόδους εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Ενώ κάποιοι προσπάθησαν να πλασάρουν τις, ηλικίας σχεδόν εκατό ετών πια, «νέες» επιστημονικές προοπτικές της σχετικότητας και της κβαντικής φυσικής ως ένα τέλος στις μηχανιστικές προοπτικές κι ένα πέρασμα στον «μυστικισμό» της επιστήμης, θα ήταν πιο ακριβές να λέγαμε ότι η νευτώνεια μηχανική άνοιξε το δρόμο για την κυβερνητική μηχανική (cybernetic mechanicism), το σύμπαν μεταμορφώθηκε σε μια μαθηματική κατασκευή από bits πληροφοριών, από κβάντα.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα υποατομικά σωματίδια είναι, στην πραγματικότητα, μόνο μαθηματικές εξισώσεις που φαίνεται να λύνουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και να σημαίνουν ένα σημείο στην οθόνη μιας μηχανής που δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο σκοπό παρά την προβολή τέτοιων σημείων σε ένα γιγαντιαίο εργαστήριο. Εδώ η επιστήμη ολοκληρωτικά χάνει κάθε προσανατολισμό πάνω στην εξίσωση των υποτιθέμενων αποτελεσμάτων των «θεωρητικών πειραμάτων» (και πλέον αναπαραστάσεων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές) με τα υλικά πειράματα. Ο συνεκτικός κόσμος του οποίου έχουμε την εμπειρία δεν είναι τίποτα. Ο κόσμος των δεδομένων (data), των bits πληροφοριών, είναι τα πάντα, είναι η πραγματικότητα.

Η βιοτεχνολογία ταιριάζει τέλεια σε μια τέτοια κυβερνητική θέαση του σύμπαντος. Η επιστήμη της γενετικής έχει κάνει με τη ζωή αυτό που η ατομική και υποατομική φυσική έκανε με το σύμπαν – την έσπασε σε μικρά κομματάκια, σε bits ανταλλασσομένων πληροφοριών. Και όπως ακριβώς στην «νέα» φυσική, το υλικό σύμπαν όπως το εκλαμβάνουμε παύει να έχει σημασία, εκτός ως ένα όχημα για την αλληλεπίδραση των κβάντα, έτσι και για την προοπτική των γενετιστών, η ατομική ύπαρξη, το ον και οι σχέσεις του με το περιβάλλον δεν έχουν καμία σημασία γι αυτούς. Το πολύ που του αναγνωρίζουν είναι ως όχημα της γενετικής πληροφορίας, η οποία θα πρέπει να ιδωθεί ως η ουσία της ζωής, υποσκάπτοντας κάθε έννοια ατομικότητας, ζωτικότητας, ελευθερίας των σχέσεων και ολιστικής συνοχής.

Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει μια τέτοια προοπτική είναι να ψηφιοποιεί τη ζωή. Η ύπαρξή μας δεν νοείται πλέον σαν μια συνοχή του σώματος, του μυαλού, των παθών, των επιθυμιών, των δράσεων κι επιλογών μας, της θέλησης και των σχέσεων σε έναν μοναδικό χορό μέσα στον κόσμο, αλλά μάλλον σαν μια διαδοχή ανταλλαγής βιο-πληροφοριών που δύνανται να προσαρμοστούν μέσα από την χειραγώγηση των ειδικών.

Το κοινωνικό πλαίσιο για μια τέτοια προοπτική είχε αρχίσει να σχηματίζεται ήδη πριν την «ανακάλυψη» του DNA που επέφερε το ακριβές υλικό για τα bits πληροφορίας. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, μετέτρεψε τον πολίτη (ήδη κομμάτι του συμπλέγματος του έθνους-κράτους) σε παραγωγό-καταναλωτή, βασικά αναλώσιμο, που μπορεί να αντικατασταθεί με κάθε άλλον, μετασχηματίζοντας την κοσμοθεώρηση της κοινωνικής τάξης. Η συνοχή του υποκειμένου είχε ήδη υποβαθμιστεί, ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνικής μηχανής. Είναι λοιπόν τότε, τόσο σπουδαίο το πέρασμα στον μετασχηματισμό του υποκειμένου σε κάτι που δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα άθροισμα γενετικών πληροφοριών οι οποίες είναι ανταλλάξιμες με κάθε άλλο «ζωντανό» εργαλείο;

Οι πρώτοι σύγχρονοι επιστήμονες ήταν συνήθως πιστοί χριστιανοί. Έτσι, όταν φαντάζονταν την μηχανή του σύμπαντος, ήταν γι αυτούς μια μηχανή κατασκευασμένη απ’ τον θεό και μ έναν σκοπό που ξεπερνούσε τον εαυτό της. Έκτοτε, οι επιστήμονες έχουν αφήσει πίσω τους τη σύλληψη ενός ανώτερου σκοπού. Το κυβερνητικό σύμπαν δεν εξυπηρετεί άλλον σκοπό παρά τη διατήρηση του εαυτού του, ούτως ώστε να διατηρήσει τη ροή των bits πληροφοριών. Αυτό, σε ένα πρακτικό κοινωνικό επίπεδο σημαίνει ότι κάθε ον υπάρχει μόνο και μόνο για να διατηρεί την κυρίαρχη κοινωνική τάξη. Κάθε υποκείμενο είναι ένα εργαλείο για τον σκοπό αυτό, και τα εργαλεία αυτά μπορούν να προσαρμοστούν όταν είναι ανάγκη, ώστε να διατηρήσουν την ροή πληροφοριών – σαν να λέμε το κέρδος – που επιτρέπει στην κοινωνία να αναπαράγεται.

Ωστόσο, αν και υποβαθμισμένα, τα υποκείμενα συνεχίζουν να υφίστανται. Αυτοί που προωθούν την βιοτεχνολογία πιέζονται να μας πείσουν για τα οφέλη της. Αν η ιδέα της βιοτεχνολογίας ως ένα μέσο για την καταπολέμηση της πείνας στον κόσμο έχει χάσει κάθε πειστικότητα μπροστά στους τρόμους της τεχνολογίας-εξολοθρευτή και του πατενταρισμένου γενετικού υλικού, στον τομέα της ιατρικής, η βιοτεχνολογία έχει κατορθώσει να παρουσιάσει ένα πολύ πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Οι υποθετικές γενετικές καταβολές του καρκίνου, του αλκοολισμού, της σχιζοφρένειας, της εξάρτησης απ’ τα ναρκωτικά και ενός αύξοντος αριθμού άλλων ασθενειών, διαταραχών και συμπεριφορών είναι πλέον αποδεκτές ως κοινοτοπίες παρά τα γεγονός ότι δεν υπάρχουν χειροπιαστές αποδείξεις για κάτι τέτοιο, και βασίζεται κυρίως σε θεωρήματα. Ωστόσο η μιντιακή προπαγάνδα δουλεύει καλά, παράγοντας μια συγκατάβαση σε πολλούς να αποδεχτούν την «θετική» ιατρική χρήση της βιοτεχνολογίας, δηλαδή, τη συγκατάβασή τους να τους διαχειριστούν ως κυβερνητικές μηχανές που μπορούν να λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά μετά από μια εξωτερική χειραγώγηση κάποιων bits πληροφοριών.

Ο μελλούμενος τρόμος της βιοτεχνολογίας – η γενετική επιμόλυνση, η διάχυση γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών στο περιβάλλον, η απολυταρχική χρήση της κλωνοποίησης – τους κάνουν να ζητούν μόνο μια ρύθμιση αυτού του τεχνολογικού συστήματος, ώστε να αποτραπεί μια «κακή» χρήση του. Όμως αν είναι η βασική ιδεολογία που κρύβεται πίσω από την τεχνολογία αυτή, αυτό που αμφισβητούμε, αν είναι η υποβάθμιση της υποκειμενικής ύπαρξης σε έναν προσαρμόσιμο μηχανισμό για τη ροή των πληροφοριών, τότε μια τέτοια ρύθμιση είναι άχρηστη. Αν πρέπει να διασώσουμε την αξιοπρέπεια του ατόμου, την ομορφιά της ζωής, το θαύμα του σύμπαντος, τότε πρέπει να δράσουμε για την καταστροφή της τεχνολογίας αυτής, και του κοινωνικού συστήματος που την παράγει. Και δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι η βιοτεχνολογία είναι απλώς η τελευταία, πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της ίδιας υποβαθμιστικής ιδεολογίας που είναι έμφυτη στο βιομηχανικό τεχνολογικό σύστημα – και στην εξημέρωση την ίδια – από την αρχή του.

Για όσους από μας η ζωή δεν είναι απλώς επιβίωση, για όσους το θαύμα, η ομορφιά, το πάθος και η χαρά είναι η ουσία της ύπαρξης, για όσους η μοναδικότητα κάθε είδους είναι η βάση για έναν κόσμο ελευθερίας των σχέσεων, το καθήκον είναι τεράστιο: η καταστροφή της ψηφιοποιημένης ύπαρξης που μας έχει επιβληθεί και η δημιουργίας μιας νέας κάθε μέρα που περνά, ως μοναδικά και υπέροχα όντα σχετιζόμενα με όσους/ες και όσα αγαπάμε.

[Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Νοέμβρης 2007]

To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Wilful Disobedience