Tag Archives: εποχή των παγετώνων

Αυτοκτονίες υψηλής ταχύτητας: Edoardo Massari – Soledad Rosas, Ιταλία 28/3/1998

A nosotros nos quieren muertos
porque somos sus enemigos
y no les servimos para nada
porque no somos sus esclavos

Ci vogliono morti
perché siamo i loro nemici
e non sanno che farsene di noi
perché non siamo i loro schiavi

Όσο για μας, μας θέλουν νεκρούς
γιατί είμαστε οι εχθροί τους
και δε ξέρουν τί άλλο να μας κάνουν
γιατί δεν είμαστε οι σκλάβοι τους

Soledad


Στις 5 Μαρτίου του 1998, συνελήφθησαν στο Τορίνο τρεις αναρχικοί που έμεναν στην κατάληψη Collegno. Η κατάληψη εκκενώθηκε απ’ τις αρχές ενώ ταυτόχρονες επιχειρήσεις διεξήχθησαν και σε δυο ακόμα καταλήψεις στέγης: την Asilo που εκκενώθηκε επίσης και στην Alcova που δεν κατάφεραν να την εκκενώσουν.

Οι τρεις συλληφθέντες ήταν ο Edoardo Massari (Baleno), η Maria Soledad Rosas (Sole) και ο Silvano Pelissero. Κατηγορούνται από τον εισαγγελέα Maurizio Laudi ως δράστες ορισμένων επιθέσεων στην Val Susa, ενάντια στην κατασκευή του σιδηροδρόμου υψηλής ταχύτητας TAV.

Οι τρεις συλληφθέντες δεν αποδέχονται τις κατηγορίες. Αμέσως γεννιέται ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης ενάντια στη σκευωρία των δικαστών και της αστυνομίας, που επεκτείνεται σε πολλές πόλεις. Δεκάδες άνθρωποι απ’ αυτούς θα εκφοβιστούν, θα χτυπηθούν, θα διωχθούν δικαστικά και θα καταδικαστούν.

Τηλεοπτικά και έντυπα μέσα, δεξιά κι αριστερά, ως καλά σκυλιά της εξουσίας, θα ξεσαλώσουν καλώντας σε ποινικοποίηση των κοινωνικών κέντρων στο Τορίνο και των καταλήψεων. Οι καταλήψεις ειδικά γίνονται ο νέος εσωτερικός εχθρός που πρέπει να τσακιστεί.

Στις 28 Μαρτίου ο Edoardo Massari θα βρεθεί κρεμασμένος στο κελί του, ενώ στις 11 Ιουλίου η Soledad Rosas θα βρεθεί νεκρή με πανομοιότυπο τρόπο, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση. Τον Ιανουάριο του 1999, ο Silvano, μόνος επιζών της δίωξης Laudi, θα καταδικαστεί σε 6 χρόνια και 10 μήνες απ’ τον δικαστή Franco Giordana. Θα αφεθεί ελεύθερος τον Μάρτιο του 2002 μετά από τέσσερα χρόνια κράτησης, μετά από απόφαση του Εφετείου που αποδέχεται το αδόκιμο των κατηγοριών για “ένωση με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος” (άρθρο 270, ο ιταλικός τρομονόμος) με την οποία κατηγορούνταν οι τρεις σύντροφοι.

(στμ: για να δικαιολογηθεί η εφαρμογή του ιταλικού τρομονόμου που πρωτοχρησιμοποιήθηκε ενάντια στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, επινοήθηκε μάλιστα μια ανύπαρκτη “οικοτρομοκρατική” οργάνωση στην οποία δήθεν όλοι οι συλληφθέντες ανήκαν: οι “γκρίζοι λύκοι”. Ένα σενάριο που θα επαναληφθεί στο μέλλον πολλές φορές με πολλά διαφορετικά ονόματα φανταστικών οργανώσεων, με χαρακτηριστική περίπτωση την ORAI του θεωρήματος Marini. Το όνομα “γκρίζοι λύκοι” θα εμφανιστεί ξανά μετά την προφυλάκιση των συλληφθέντων, στην ανάληψη ευθύνης για την αποστολή παγιδευμένων πακέτων στον εισαγγελέα Laudi, και δυο πολιτικούς της αριστεράς και των οικολόγων, χωρίς να προκαλέσουν κάποια ζημιά πέρα απ’ τη σύγχυση στο ήδη καθηλωμένο απ’ την τρομοϋστερία κίνημα και τη διαίρεσή του σε “καλούς” και “κακούς”. Έτσι, όσο η καταστολή απομονώνει κι εξοντώνει μεθοδικά ανθρώπους και συντροφικές σχέσεις, οδηγώντας σ’ ακόμα δυο αυτοκτονίες, η επίσημη αριστερά με τις ιστορικές εφημερίδες της Il Manifesto, l’Unità, Liberazione, θα επιδοθεί σε ατελείωτες δηλώσεις νομιμοφροσύνης και κατασυκοφάντησης των “προβοκατόρων-ακροδεξιών-παρακρατικών” συλληφθέντων. Απ’ την άλλη ο επίσημος αναρχισμός, μέσω της FAI, της Ιταλικής Ομοσπονδίας Αναρχικών θα προτιμήσει να περιμένει τί θα δείξει η δίκη, αν και τελικά δε θα μπορέσει να συγκρατήσει τη ψυχραιμία του μπρος στις δηλώσεις του κινηματοφίλ ζεύγους Ντάριο Φο-Φράνκα Ράμε περί “όχι αναρχικών συλληφθέντων αλλά αδαών και συγχυσμένων” και μέσω της εφημερίδας του Umanità Nova θα προτρέψει τον δραματουργό να ασχολείται με τη δουλειά του και όχι με το να ορίζει ποιός είναι αναρχικός και ποιός όχι, για το οποίο έργο άλλωστε υπάρχει και η κάθε FAI.)

Σήμερα, που “έχουν προχωρήσει οι διαβουλεύσεις με την τοπική κοινωνία της Val Susa”, το έργο του TAV προχωράει ξανά. Απέναντι στα προγράμματα δισεκατομμυρίων της εξουσίας και τις βλαβερές συνέπειές τους, όταν βρίσκονται μόνο οι παράτολμοι και οι ανατρεπτικοί, καταλήγουν άσχημα. Οι νεκροί στο χώμα, οι δολοφόνοι του κράτους θα ήθελαν να ξεχάσουμε…

Τα παπούτσια της αυτοκτονίας

Πηγή: Fenix! Osservatorio Astronomico Contro la Repressione

Σχετικά: Ένα χρονολόγιο της δίωξης Marini στην Ιταλία

Ενάντια στο νέο τραίνο υψηλής ταχύτητας (TAV), Val di Susa, Ιταλία – 30/07/2011

Edoardo Massari: δολοφονία του Κράτους: αναρχικό δελτίο νο1, Μάης 1998 και

Νεώτερα για τις δίκες των αναρχικών στην Ιταλία: αναρχικό δελτίο νο7, Σεπτέμβρης 2000

Τέλος, ένα ενδιαφέρον άρθρο στα αγγλικά: Giuliani, No Tav, Sole και Baleno.

Νύχτες της Οργής: ταραχές στα γαλλικά προάστεια του 2005 – Filippo Argenti

Ν ύ χ τ ε ς   τ η ς   Ο ρ γ ή ς

για τις ταραχές στα γαλλικά προάστεια του 2005


Πρωτότυπος τίτλος: Le notti della collera: Sulle recenti sommosse di Francia ~ Filippo Argenti

Για την μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική της Barbara Stefanelli: Nights of Rage: On the recent revolts in France (link)

Είναι κάτι που χτυπά και ξαναχτυπά αδημονώντας την πόρτα μας. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει ν’ ανοίξουμε… Πολλοί κρύβονται σιωπηλοί, κι όχι μόνο οι δειλοί, αλλά κι εκείνοι που είναι πολύ ήσυχοι ή πολύ απασχολημένοι. Δεν επιθυμούν μπλεξίματα. Κι όμως εμπλέκονται καθώς η βοή τους συνεπαίρνει όλο και περισσότερο, κι οι ωτασπίδες τους είναι άχρηστες. Ακόμα κι αν ο λόγος αποτυγχάνει παταγωδώς, ο λόγος που κληρονομήθηκε απ’ τον παλιό κόσμο, με τις παλιές θυσίες του, τις παλιές απεικονίσεις και τον εξωραϊσμό μιας εποχής που πέρασε. Τίποτα δεν είναι όπως ήταν πριν. Οι παλιές λέξεις γκρεμίζονται η μια πάνω στην άλλη γιατί δεν έχουν πουθενά να κρατηθούν, προβάλουν ύψη που κανένα αστείο, καμμιά ειρωνία και καμμιά σοφία δεν μπορούν να αγγίξουν. Η εποχή της μπουρζουαζίας φτάνει στο τέλος της και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τί θα ‘ρθει. Πολλοί έχουν ένα σκοτεινό προαίσθημα και περιθωριοποιούνται. Όμως κι οι μάζες έχουν επίσης μια σκοτεινή διαίσθηση αλλλά είναι ανίκανες να εκφραστούν και καταπιέζονται. Το Παλιό και το Νέο, η αδιάλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που ήταν κι αυτού που θα είναι, δεν μονομαχούν μ’ ευγένεια, αλλά ρίχνονται στην μεταξύ τους μάχη οπλισμένα ως τα δόντια. Μια παλίρροια τραντάζει τη γη. Δεν είναι απλά οικονομικά: δεν είναι απλά το θέμα του να βρούμε να φάμε, να πιούμε και να κάνουμε λεφτά. Δεν είναι απλά ένα θέμα του πως θα κατανέμεται ο πλούτος, ποιοί θα εργάζονται και πώς θα τους εκμεταλλεύονται. Όχι, αυτό που παίζεται εδώ είναι κάτι άλλο: είναι τα πάντα. – Kurt Tucholsky, Weltbόhne, March 11 1920.

Πρόλογος του συγγραφέα

Αυτό το βιβλιαράκι είναι μια μικρή συνεισφορά στην κατανόηση των πρόσφατων (2005) ταραχών στη Γαλλία. Περιττό να το πούμε, δεν αποτελεί μια κοινωνιολογική ή, με μια πιο εξειδικευμένη έννοια, θεωρητική ματιά. Οι εξεγέρσεις μπορούν να κατανοηθούν μόνον απ’ αυτούς που μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες με τους εξεγερμένους, δηλαδή μ’ αυτούς που νιώθουν ότι αποτελούν μέρος της εξέγερσης. Μετά από ένα σύντομο χρονολόγιο, στις σελίδες που ακολουθούν τίθεται το ερώτημα του πώς τα γεγονότα του Νοέμβρη στη Γαλλία μας αφορούν όλους, κι επιχειρείται να δωθεί μια πιθανή απάντηση.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ορισμένα σημεία σ’ αυτή τη σύντομη εισαγωγή.

Αν ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες επαναστατικές θεωρίες που κυκλοφορούν στη Γαλλία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι αυτού του είδους οι εξεγέρσεις δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτες ούτε απρόσμενες. Κάποιοι σύντροφοι μίλησαν για εμφύλιο πόλεμο, για εκρήξεις που δύσκολα θα συμπίπτουν με τους χώρους όπου το κεφάλαιο συγκεντρώνει κι ελέγχει τους εκμεταλλευόμενους, για την ολοκληρωτική έκθεσή τους στο εμπόρευμα. Όχι τυχαία, οι θέσεις των τελών του 19ου αιώνα για τους βαρβάρους, την κατάρρευση κάθε κοινού λόγου μεταξύ των εκμεταλλευομένων, την αμφισημία της έννοιας του μηδενισμού κλπ, αναθεωρήθηκαν. Ορισμένες έννοιες εκφράζουν, ακόμα και με εμβρυακό και συγκεχυμένο τρόπο, ανάγκες που ξεπερνούν το άτομο. Μ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ των εξεγέρσεων αυτών και της επαναστατικής θεωρίας. Είναι ένα είδος διαλόγου εξ αποστάσεως. Σύμφωνα με γάλλους συντρόφους, κάθε απόπειρα άμεσης συνάντησης ως τα τώρα έχει αποτύχει, ενώ η κοινή εχθρότητα προς την αστυνομία ή μια πρακτική αλληλεγγύη προς τους συλληφθέντες δεν είναι αρκετή. Προφανώς, αυτές οι ταραχές αποτελούν καθ΄ εαυτόν θεωρητικές προτάσεις, ένα είδος κριτικής στον κόσμο. Όμως, τί μας λένε; Ασφαλώς όχι ότι οι εξεγερμένοι θέλουν να διαχειριστούν αυτόν τον κόσμο, να πάρουν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή και την τεχνολογία, από τα κάτω. Δεν πρόκειται για το συλλογικό εργατικό (και με τις δυο έννοιες) υποκείμενο, ούτε για τους διανοητικούς εργάτες των φιλοζαπατιστικών διαδηλώσεων για μια δημοκρατική Ευρώπη. Οι φλόγες στη Γαλλία έχουν καταστρέψει κάθε δημοκρατική ψευδαίσθηση ενσωμάτωσης των φτωχών στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο Walter Benjamin έθετε το ερώτημα πώς στα 1830 οι εξεγερμένοι του Παρισιού πυροβολούσαν αυθόρμητα στα ρολόγια της πόλης, ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη και χωρίς κάποιον συντονισμό γι’ αυτήν τους τη δράση. Από μεριάς μας, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε γιατί η άγρια νεολαία του σήμερα βάζει φωτιά στ’ αμάξια. Στην πραγματικότητα, τί αντιπροσωπεύει το αυτοκίνητο στη σύγχρονη κοινωνία; Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό.

Καθώς η επιδίωξη παραγωγής μιας σπουδαίας επαναστατικής ανάλυσης που θα εξηγεί τα πάντα και την οποία οι προλετάριοι δε θα μένει παρά να την εφαρμόσουν έχει πια εξαφανιστεί, είναι καιρός η επαναστατική δραστηριότητα η ίδια να ειδωθεί μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αντί να φέρνουμε τα πανώ και τις σημαίες στο σημείο που ξεσπά η πρώτη φωτιά και στήνεται το πρώτο οδόφραγμα, μπορούμε πλέον να στήσουμε οδοφράγματα ή να ξεκινήσουμε φωτιές αλλού, με σκοπό να επεκτείνουμε την εξέγερση, κι όχι να την κατευθύνουμε πολιτικά. Στην πραγματικότητα, ο καημός όσων απ’ την μεριά των εξεγερμένων παραπονιούνται για την έλλειψη κάποιου πολιτικού προγράμματος καταντά αξιοθρήνητος.

Να επεκτείνουμε την εξέγερση ωστόσο, δε σημαίνει να θέτουμε τον εαυτό μας στο επίπεδο των υπαρχουσών πρακτικών ώστε απλά να τις πολλαπλασιάσουμε (καίγονται αμάξια; ας πάμε να κάψουμε κι εμείς περισσότερα τότε!), αλλά στην ανίχνευση του τί πρέπει να χτυπηθεί και πώς, προκειμένου να ξεδιπλωθεί στην ολότητά του ο χαρακτήρας της εξέγερσης.

Την ίδια στιγμή, κάθε σκέψη για ανάδειξη των οργισμένων νεολαίων των προαστείων στο νέο επαναστατικό υποκείμενο θα ήταν εξίσου αξιοκαταφρόνητη. Θα ήταν υπέροχο αν οι φοιτητές στον αγώνα τους ενάντια στην επισφάλεια είχαν πάρει τη σκυτάλη απ’ τους εξεγερμένους του Νοέμβρη. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως. Ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετά συνθήματα για απελευθέρωση των (κυρίως ανήλικων) προφυλακισμένων του Νοέμβρη στις διαδηλώσεις και τις συνελεύσεις του Μάρτη και του Απρίλη, οι πραγματικές συναντήσεις των δυο μερών υπήρξαν ελάχιστες. Κι εκεί εμφανίστηκαν αρκετά προβλήματα. Στη διαδήλωση της 23ης Μαρτίου στο Παρίσι, για παράδειγμα, μερικές εκατοντάδες νέοι απ’ τα προάστεια επιτέθηκαν σε φοιτητές, και τους ψείρισαν τα πορτοφόλια και τα κινητά τους τηλέφωνα, χτυπώντας και βρίζοντάς τους. Επιπλέον, χτύπησαν και κόσμο που έτρεχε να διαφύγει τη σύλληψη απ’ την αστυνομία, εν τω μέσω συγκρούσεων και αστυνομικών επιθέσεων. Αυτά τα γεγονότα δεν μπορούν να αποσιωπούνται. Εδαφικές ταυτότητες, προσκόλληση σε εμπορεύματα, περιφρόνηση για τους “προνομιούχους” φοιτητές κλπ, είναι όψεις των προβλημάτων που οι νέες κοινωνικές συγκρούσεις θα φέρουν εντός τους ως κληρονομιά μιας σάπιας κοινωνίας. Καμμιά εξεγερσιακή ιδεολογία δεν μπορεί να τις σβήσει ως δια μαγείας.

Προκειμένου να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ των ταραχών του Νοέμβρη και του κινήματος που κατέκλυσε τη Γαλλία ενάντια στο CPE (συμβόλαιο πρώτης εργασίας, για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την εντονότερη εκμετάλλευση της φοιτητικής και νεανικής εργασίας), είναι ανάγκη να μελετήσουμε τις μνήμες, τις μαρτυρίες, τα κείμενα. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε δυο ξεχωριστές εκδόσεις. Αν επιθυμούμε ν’ αποφύγουμε τις δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και την αμφίσημη ρητορική, πρέπει να συλλάβουμε το ζωντανό στοιχείο των εμπειριών του αγώνα.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια κοινοτυπία: η έκφραση “νέοι των προαστείων” δεν σημαίνει ένα πράγμα. Πρώτον, γιατό τα Παρισινά προάστεια έχουν μόνα τους πάνω από 9 εκατομμύρια κατοίκους (και την μέρα που θα εξεγερθούν όλοι αυτοί, θα ναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία), κι έπειτα γιατί τα cités (πολύ αδρά: τεράστια οικιστικά συγκροτήματα που προορίζονταν για φθηνές εργατικές κατοικίες, και πλέον σχηματίζουν ολόκληρες πόλεις, με τις πλατείες και τις αυλές τους), που βρίσκονται εντός των ορίων των μεγαλουπόλεων συμμετείχαν επίσης στις ταραχές.

Πολλοί “νέοι των προαστείων” φοιτούν στις πόλεις (είτε στα Lycées, τα γαλλικά γυμνάσια-λύκεια, είτε στα πανεπιστήμια, στα οποία φοιτούν περισσότεροι οι Γάλλοι, απ’ ό,τι οι Ιταλοί). Με την έννοια αυτή, ένας μεγάλος αριθμός νέων και όχι και τόσο νέων, που συμμετέιχαν στις διαδηλώσεις, τα μπλόκα και τις συγκορύσεις τον Μάρτη και τον Απρίλη ήταν οι ίδιοι άνθρωποι μ’ αυτούς που πυρπολούσαν τις γαλλικές νύχτες το προηγούμενο Φθινόπωρο. Σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς, οι εξεγερμένοι του Νοέμβρη έφταναν τους 50.000, ενώ το “κίνημα ενάντια στο CPE” μετρούσε πάνω από ένα εκατομμύριο συμμετέχοντες. Πολλοί “προαστειακοί νεολαίοι” είχαν στην πραγματικότητα μια φιλήσυχη στάση, ενώ αρκετοί “πιο προνομιούχοι” έδρασαν καταλυτικά στο ανέβασμα του πήχη της σύγκρουσης. Οι στατιστικές που εξηγούν τις εξεγέρσεις βάσει του εισοδήματος γίνονται πλέον πιστευτές μόνο από κοινωνιολόγους. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις (την Rennes για παράδειγμα) η συνάντηση μεταξύ φοιτητών και των λεγόμενων casseurs (κυριολεκτικά “σπάστες”) ήταν πολύ αποτελεσματική από στρατηγικής άποψης, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στον Σαρκοζύ και στα επιτελεία του. Στο Παρίσι πάλι, αρκετά λιγότερο. Προφανώς υπάρχουν ακριβείς λόγοι γι΄ αυτό. Για πολλούς “προαστειακούς νέους” είναι καταρχήν δύσκολο να προσεγγίσουν τις διαδηλώσεις στο κέντρο: αν δεν τους σταματήσουν ήδη πριν επιβιβαστούν στα τραίνα, ενώ ακόμα κι αν τα καταφέρουν, τα γαλλικά ΜΑΤ θα τους την πέσουν μόλις βγουν απ’ τον σταθμό. Αν παρολαυτά μπορέσουν να προσεγγίσουν, η περιφρούρηση των συνδικάτων θα τους κρατήσει έξω απ’ το κυρίως σώμα της πορείας, κάτι που μερικοί φοιτητές ακόμα επικροτούν. Είναι λάδι στη φωτιά. Επιπλέον, οι νεότεροι απ’ αυτούς, που δεν είναι τόσο έμπειροι σε ζητήματα άμεσης μάχης με την αστυνομία, εύκολα απομονώνονται απ’ την πορεία μεταξύ λεηλασιών και φωτιών, και κατά συνέπεια συλλαμβάνονται. Φυσικά, αυτό δε δικαιολογεί ένα αδιάκριτο μίσος προς τους άλλους διαδηλωτές, αλλά είναι ενδεικτικό των διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών και τρόπων ζωής. Αυτοί που έχουν γευτεί τους ασφυκτικούς ελέγχους των ειδικών αστυνομικών μονάδων, που συχνά οδηγούν σε άγριους ξυλοδαρμούς στους δρόμους ή στα αστυνομικά τμήματα, το βρίσκουν ακατανόητο να βλέπουν πορείες να προχωρούν με αστυνομική συνοδεία σ’ όλο το μήκος τους.

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς να πέφτουμε σε υπεραπλουστεύσεις και κρατώντας στο μυαλό ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, μπορούμε να πούμε ότι προς το παρόν στη Γαλλία, ορισμένοι άγριοι νεολαίοι είναι στην πράξη ολομόναχοι σ’ έναν πρωτοφανή αγώνα (απ’ τον Νοέμβρη, παράλληλα με τις ταραχές, εκτυλίχθηκαν μια σειρά από βίαιες ληστείες, όπου παρέες νεολαίων επιτίθενται σε φορτηγάκια σεκιουριτάδων με μπαστούνια του μπέιζμπολ κλπ). Για τους επαναστάτες που ανοιχτά στέκονται με την μεριά της εξέγερσης, ενάντια στην μεριά του Κράτους, δεν είναι τόσο εύκολο να συμβαδίζουν πάντοτε με την κατάσταση, ακόμα κι όταν αφορά ένα αγωνιστικό κίνημα που αποδεικνύεται τόσο ριζοσπαστικό.

Ένα παράδειγμα θα το ξεκαθαρίσει αυτό. Στην αρχή, ο αγώνας είχε επικεντρωθεί στο CPE, αλλά σύντομα απέκτησε συνείδηση του ότι η επισφάλεια δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά αντίθετα, αυτό είναι μάλλον το προϊόν ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος, που δεν μπορεί απλά να δεχτεί μερικές μεταρρυθμίσεις. Ακόμα κι αν το κίνημα κέρδιζε ως προς τον συγκεκριμένο στόχο του (όπως ξέρουμε η κυβέρνηση τελικά απέσυρε το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο), γνώριζε ότι ακόμη βρισκόταν καθηλωμένο στην άμυνα. Το να κάνει ένα βήμα παραπέρα δεν ήταν τόσο εύκολο. Το κύριο σύνθημα του κινήματος, που προτάθηκε στην αρχή δειλά, κι έπειτα σχεδόν επίσημα (δηλαδή με ψηφίσματα φοιτητικών συνελεύσεων) ήτανε: να μπλοκάρουμε τα πάντα. Κι αυτό ήταν. Σταθμοί, δρόμοι, πανεπιστήμια, συγκοινωνίες κι αυτοκινητόδρομοι: η κυκλοφορία ανθρώπων κι εμπορευμάτων διακόπηκε σε μγάλο βαθμό, μέσα σε μια ατμόσφαιρα λαϊκής συναίνεσης. Ακόμα κι όσοι δεν ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν με την αστυνομία, βρήκαν έναν οικείο τρόπο δράσης στα οδοφράγματα, χάρη στην ευχάριστη πολυμορφία των δράσεων που χαρακτηρίζει όλα τα πραγματικά κινήματα. Οι πιο άγριοι, ωστόσο, αυτοί των οποίων η καθημερινή ύπαρξη είναι μια ισόβια ποινή μεταξύ αστυνομικών κυνηγιών και κελλιών κρατητηρίων, μεταξύ τσιμεντένιων κτιρίων κι εμπορικού κέντρου, γι’ αυτούς το θέμα δεν ήταν απλώς να τα μπλοκάρουν όλα, αλλά να τα γαμήσουν όλα! (tout niquer). Η επαναστατική ρητορεία, λειψή από θάρρος και οργανωτικές ικανότητες, στην πράξη τους άφησε μόνους τους. Έπρεπε να είχαμε πολύ περισσότερες εμπειρίες, πολύ περισσότερες φωτιές και λεηλασίες. Όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Το βιβλιαράκι αυτό, καθώς και το επόμενο (“Ημέρες της Άρνησης”) είναι μια μικρή συνεισφορά στη διάδοση, τη συζήτηση και την εμπέδωση αυτών των εμπειριών στην Ιταλία. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι ένα είδος αμονιού πάνω στο οποίο θα πρέπει να σφυρηλατήσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές μας, νυχτερινές ή ημερίσιες.

Μάιος 2006


Νύχτες της Οργής

Πρώτη Νύχτα: 27-28 Οκτώβρη: Δυο έφηβοι, ο Ziad, 17 ετών κι ο Bouna, 15, πεθαίνουν από ηλεκτροπληξία προσπαθώντας να κρυφτούν σ’ έναν σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας από την αστυνομία, στο Clichy-sous-Bois του Seine-Saint-Denise. Ένας άλλος νέος, ο Metin, τραυματίζεται σοβαρά. Στην αρχή, η αστυνομία, ο έπαρχος και το υπουργείο εσωτερικών αρνήθηκαν το ενδεχόμενο αστυνομικής καταδίωξης. Μια επόμενη επίσημη ανακοίνωση, δημοσιευμένη λίγο αργότερα αναφέρει πως οι νεαροί έγιναν αντιληπτοί από αστυνομικούς ενώ -πιθανότατα- προσπαθούσαν να κλέψουν κάτι, και τρομαγμένοι τράπηκαν σε φυγή. Η εκδοχή δεν επιβεβαιώνεται απ’ το τρίτο αγόρι που επιβίωσε, το οποίο σύμφωνα με τους ανακριτές “δε θυμάται τίποτα”. Ο τοπικός εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι οι νεαροί “δεν ήταν εγκληματίες”, καθώς τα αστυνομικά μητρώα τους ήταν καθαρά. Αργότερα θα επιβεβαιώσει ότι έτρεχαν να ξεφύγουν από μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων, και κατά συνέπεια δε διέπρατταν κάποια ληστεία. Η φυγή τους, που συμπεριλάμβανε κι άλλα παιδιά, οφειλόταν στο γεγονός ότι κάποιοι απ’ αυτούς δεν είχαν ταυτότητες, περιλαμβανομένου του Metin (ο οποίος περίμενε να αποκτήσει νόμιμα έγγραφα). Καθώς τα νέα διαδίδονταν, “ανεξέλεγκτες συμμορίες δεκάδων νέων” (σύμφωνα με τη διατύπωση των επικεφαλής της πυροσβεστικής υπηρεσίας) βγάλαν στον δρόμο την οργή τους. Κυνήγησαν πυροσβέστες που είχαν έρθει να περισυλλέξουν τα σώματα των παιδιών, με πέτρες. Κατέστρεψαν μερικές στάσεις λεωφορείων, πυρπολήσαν 23 αμάξια (κυρίως αστυνομικά και δημοτικά οχήματα), κάδους, επιτέθηκαν σ’ ένα πολυκατάστημα, σ’ ένα σχολείο, ένα ταχυδρομείο και στο δημαρχείο της πόλης. 300 αστυνομικοί θα προσπαθήσουν να καταστείλουν την οργή των νέων για αρκετές ώρες.

Δεύτερη Νύχτα: 28-29 Οκτώβρη: Γύρω στους 400 νέους επιτίθενται σε αστυνομικούς με μολότωφ και πέτρες στο Chêne Pointu (τη γειτονιά όπου ζούσαν οι Ziad και Bouna). Ρίχνονται μερικές σφαίρες εναντίον κλούβας των CRS (γαλλικά ΜΑΤ). Στη διάρκεια της νύχτας, πάνω από δέκα αστυνομικοί και δημοσιογράφοι τραυματίζονται και γύρω στα τριάντα οχήματα και αρκετοί κάδοι καίγονται.. 19 άνθρωποι προσήχθησαν, 14 απ’ τους οποίους προφυλακίστηκαν. Η ένωση αστυνομικών ζήτησε περισσότερες εξουσίες, με το πρόσχημα των ριπών κατά αστυνομικών.

Ο Σαρκοζύ ανήγγειλε ότι όλα τα αστυνομικά οχήματα θα εξοπλιστούν με κάμερες.

Τρίτη Νύχτα: 29-30 Οκτώβρη: Το Σάββατο 29 Οκτωβρίου 29.500 κάτοικοι του Clichy-sous-Bois οργάνωσαν σιωπηλή πορεία διαμαρτυρίας εις μνήμην των δυο εφήβων, Μερικοί διαδηλωτές φορούν λευκά φανελάκια με γραμμένα τα ονόματα των δυο νεκρών και τις λέξεις “νεκροί για το τίποτα”. Την νύχτα, κάδοι και οχήματα πυρπολούνται αλλά δε σημειώνονται οδομαχίες με την αστυνομία. Προσαγάγονται μια δωδεκάδα νεαροί με σφυριά και μπιτόνια με βενζίνη πάνω τους.

Τέταρτη Νύχτα: 30-31 Οκτώβρη: Επίθεση με πέτρες και μικροαντικείμενα εναντίον αστυνομικών στην περιοχή Forestière. Τα CRS ρίχνουν δακρυγόνο μέσα σε τζαμί ενώ μια ομάδα γυναικών προσεύχονται. Καθώς βγαίνουν απ’ το τζαμί, κακοποιούνται απ’ τους αστυνομικούς: “Πηγαίνετε σπίτια σας πουτάνες να μαζέψετε τα παιδιά σας”. Ένας μουσουλμάνος κάτοικος του Clichy λέει: “αν αυτό είχε συμβεί σε συναγωγή, θα είχε γίνει σκάνδαλο”. Ως αποτέλεσμα των οδομαχιών, 6 αστυνομικοί τραυματίζονται και 11 άνθρωποι προσάγονται.

Πέμπτη Νύχτα: 1-2 Νοέμβρη: Στις 31 Οκτώβρη οι γονείς των δυο νεκρών παιδιών αρνήθηκαν να δουν τον υπουργό εσωτερικών Σαρκοζύ, ο οποίος είχε προηγουμένως χαρακτηρίσει τους νέους των προαστείων “απόβλητα” (racaille). Την ίδια μέρα τρεις νέοι (ένας Γάλλος, ένας Μαροκκινός χωρίς χαρτιά κι ένας πρόσφυγας απ’ την Ακτή Ελεφαντοστού), που είχαν προσαχθεί τις προηγούμενες μέρες στο Clichy-sous-Bois, καταδικάζονται σε 2 μήνες φυλάκισης και 8 αναστολής, με κατηγορίες για αντίσταση κατά της αρχής. Ακόμη 5 νέοι περιμένουν να δικαστούν. “Μας ρίχνετε στα κελλιά χωρίς καν αποδείξεις”, φωνάζουν μόλις ακούν τις ποινές τους. Ομάδες ενηλίκων οργανώνουν συγκεντρώσεις έντονα ισλαμικού χαρακτήρα (σύμφωνα με τη Le Monde) για δημιουργία κοινωνικών ομάδων στήριξης, προκειμένου να “αποφευχθούν μελλοντικά βίαια έκτροπα”. Οι εξεγερμένοι δεν έχουν καμμιά πρόθεση να ακολουθήσουν τις συμβουλές τους, και τους κοροιδεύουν επιτιθέμενοι μέσα απ’ τις γραμμές τους στην αστυνομία με πέτρες και μολότωφ. Πολύ περισσότερα αμάξια και κάδοι πυρπολούνται, ενώ μόλις καταφτάνουν η πυροσβεστική και οι αστυνομικές δυνάμεις, καλωσορίζονται από ενέδρες από τους διπλανούς παράδρομους και κοινόχρηστους χώρους. Οι αστυνομικοί απαντούν με δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες. Το αμαξοστάσιο της μητροπολιτικής αστυνομίας στο Montfermeil, κοντά στο Clichy-sous-Bois, πυρπολείται ενώ φωτιές ανάβουν σε διάφορα σημεία της περιοχής τυλίγοντας πάνω από 100 οχήματα.

Έκτη Νύχτα: 2-3 Νοέμβρη: Η εξέγερση εξαπλώνεται σ’ ολη τη Γαλλία. 228 αμάξια πυρπολούνται σ’ όλη τη χώρα, τα περισσότερα απ’ τα οποία στο Seine-Saint-Denis όπου καίγονται και τα περισσότερα περιπολικά και πυροσβεστικά οχήματα. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, κάτι τέτοιο δεν είναι παρά αποτέλεσμα μιας “τυπικής μέρας μητροπολιτικής βίας”. Σε άλλους νομούς που αγκαλιάζονται απ’ την εξέγερση, οι άμεσες αντιπαραθέσεις με την αστυνομία είναι εξαιρετικά σπάνιες. Η στρατηγική των εξεγερμένων, στην πραγματικότητα, συνίσταται στον σχηματισμό μικρών ομάδων που κινούνται γρήγορα κι ανάβουν φωτιές σε διαφορετικά σημεία, αποφεύγοντας την πρόσωπο με πρόσωπο μάχη με την αστυνομία.

Ο υπουργός εσωτερικών Σαρκοζύ δηλώνει: “Δε θα είμαστε ελαστικοί μ’ αυτούς που δε σέβονται τον νόμο, προκειμένου να στηρίξουμε όλους τους υπόλοιπους” (εφ. Le Parisien)

Έβδομη Νύχτα: 2-3 Νοέμβρη: Σχεδόν 400 οχήματα πυρπολούνται σ’ ολη τη Γαλλία. Στα προάστεια του Παρισιού εκτός απ’ τους εμπρησμούς οχημάτων διαδραματίζονται και συγκρούσεις με την αστυνομία καθώς και επιθέσεις σε ένα αστυνομικό τμήμα, ένα πολυκατάστημα κι ένα εμπορικό κέντρο. Μερικά οχήματα πυρπολούνται έξω απ’ το μέγαρο της περιφέρειας στο Bobigny. Σε άλλους νομούς (Hauts-de-Seine και Aulnay-sous-Bois, και οι δυο στα βόρεια) γίνονται επιθέσεις με μολότωφ σε αστυνομικά τμήματα. Τρεις δημοσιογράφεις του France 2, καναλιού της κρατικής τηλεόρασης, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το φλεγόμενο βανάκι τους μπροστά σε δεκάδες εξεγερμένους: σύντομα μένει μόνο ο αποτεφρωμένος σκελετός του. Μερικοί αστυνομικοί τραυματίζονται, ενώ ένας πυροσβέστης υποφέρει εγκαύματα δευτέρου βαθμού, καθώς τον βρίσκει στο πρόσωπο ένα μπουκάλι μολότωφ. Ένα εκθετήριο της Renault, μερικά σχολεία και μια τράπεζα (στο Sevran) πυρπολούνται επίσης. Πυροβολισμοί εναντίον των CRS και αστυνομικών στην La Courneuve και στο Seine-Saint-Denis. Επιπλέον, στη La Courneuve ρίχνονται μολότωφ εναντίον των γραφείων της Eurocopter, ενώ στο Clichy-sous-Bois γίνεται επίθεση σ’ έναν πυροσβεστικό σταθμό. Μια τοπική σιδηροδρομική γραμμή (Rer) διακόπτεται λόγω των συνεχών επιθέσεων με πέτρες εναντίον των σειρμών.

Ο Σαρκοζύ δηλώνει πως “αυτή η βία δεν είναι καθόλου αυθόρμητη”, αλλά αντίθετα “ειναι τέλεια σχεδιασμένη. Προσπαθούμε να εντοπίσουμε ποιός κρύβεται από πίσω”.

Όγδοη Νύχτα: 4-5 Νοέμβρη: Περίπου 900 οχήματα πυρπολούνται σ’ ολη τη Γαλλία, 519 εκ των οποίων στο Ile-de-France (τον νομό του Παρισιού) και 250 μόνο στο δημοτικό διαμέρισμα του Seine-Saint-Denis. Πέντε αστυνομικοί τραυματίζονται από πέτρες και μικροαντικείμενα. Επτά οχήματα καίγονται στο κέντρο του Παρισιού. Παρολαυτά, άμεσες αντιπαραθέσεις με την αστυνομία απουσιάζουν εξ ολοκλήρου. Η εφ. Nouvel Observateur γράφει ότι εξαιτίας των αστυνομικών επιθέσεων και συλλήψεων των προηγουμένων ημερών, τα “αποβράσματα” επέλεξαν να δράσουν έξω απ’ το παραδοσιακό έδαφός τους. Η ίδια εφημερίδα επιβεβαιώνει πως οι στόχοι αντιπροσωπεύουν κυρίως σύμβολα της εξουσίας, μαζί με ορισμένους ιδιωτικών συμφερόντων. Στην πραγματικότητα πολλά δημόσια κτίρια πλήττονται, ειδικά σχολεία, δημοτικά γραφεία και αστυνομικά τμήματα (σε ορισμένες περιοχές με μολότωφ). Στην Val d’Oise, όπου 105 αμάξια πυρπολούνται, λεηλατείται επίσης ένα σουπερμάρκετ. Στο Seine-Saint-Denis λεηλατείται ένα μεγάλο κατάστημα αθλητικών ρούχων. Μια πυρκαγιά ξεσπά σε αποθήκη χαλιών στο Aulnay-sous-Bois. Αποθήκες εμπορευμάτων πυρπολούνται σε διάφορες περιοχές. Μερικές μολότωφ ρίχνονται στο δικαστήριο του Bobigny. Πυροβολισμοί εναντίον οχημάτων των CRS ρίχνονται στο Neuilly-sur-Marne. Ο κομμουνιστής δήμαρχος του Stains βλέπει το αυτοκίνητό του να πυρπολείται ενώ προσπαθεί να μιλήσει με μια ομάδα νέων. Επίσης, πολλά λεωφορεία καίγονται: στην Trappes (Yvelines) 27 λεωφορεία καταστρέφονται από μια φωτιά στο αμαξοστάσιο. Την ίδια νύχτα γύρω στα 250 άτομα προσάγονται απ’ την αστυνομία σ’ όλη τη χώρα. Στο Sevran μια γυναίκα με αναπηρία θα τραυματιστεί καθώς το λεωφορείο που επέβαινε δέχεται επίθεση.

Ο έπαρχος Cordet δηλώνει: “οι μεγάλες συμμορίες τώρα εξαφανίζονται καθώς η βία γίνεται το παιχνίδι ενός απίστευτου αριθμού μικρών ομάδων που κινούνται ταχύτατα”. Ο υπ. Εσωτερικών Σαρκοζύ δηλώνει ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να υιοθετήσει μια σκληρή στάση. Η Marine Le Pen, κόρη του Jean Marie Le Pen και αντιπρόεδρος του νεοφασιστικού κόμματός του, του Front National (Eθνικό Μέτωπο), ζητά απ’ την κυβέρνηση να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο Philippe De Villiers ζητά απ’ τον πρωθυπουργό να “ενισχύσει την αντίδραση της κυβέρνησης προς ό,τι φαίνεται να συνιστά εθνοτικό εμφύλιο πόλεμο”.

Ένατη Νύχτα: 5-6 Νοέμβρη: 754 οχήματα πυρπολούνται στη διάρκεια της νύχτας και 203 άνθρωποι προσάγονται, σ’ ολη τη Γαλλία. Κατά το απόγευμα, ένας μεγάλος αριθμός οχημάτων πυρπολούνται σε υπόγειο χώρο στάθμευσης στο Bobigny: πολλά απ’ αυτά ανήκουν στο δικαστήριο που βρίσκεται δίπλα. Ένα αμαξοστάσιο λεωφορίων παίρνει φωτιά στην Aisne: δυο οχήματα καταστρέφονται εντελώς και δυο ακόμα υφίστανται εκτεταμένες ζημιές. Διάφορες επιθέσεις εναντίον αντιπροσωπειών της Renault. Μολότωφ εναντίον αστυνομικού τμήματος στο Παρίσι (Place des fêtes, XIXe arrondissement). Λεηλατείται κι έπειτα πυρπολείται ένα δικαστήριο του Ile-de-France, ενώ ζημιές και φωτιές καταγράφονται σε πολλά σχολεία. Πυρκαγιά σε αποθήκη υφαντών στο Aubervilliers. Φωτιά σε αντιπροσωπεία αυτοκινήτων και σε σουπερμάρκετ στο Montreuil. Φωτιά σ’ ένα νηπιαγωγείο στην La Courneuve. Άγνωστοι σταματούν λεωφορείο και το πυρπολούν αφού πρώτα αφήσουν όλους τους επιβάτες να κατεβούν, στο Seine-Maritime. Μερικές εκατοντάδες κάτοικοι οργανώνουν διαδηλώσεις “ενάντια στη βία”.

Στη διάρκεια της νύχτας, η περιοχή του Παρισιού ελέγχεται από ελικόπτερο με κάμερα νυχτερινής λήψης, ενώ 2.300 αστυνομικοί επιπλέον κινητοποιούνται. Ο εισαγγελέας του Παρισιού Ives Bot δηλώνει στο Europe 1 ότι “υπάρχει οργανωμένο σχέδιο βίας”. Ο Romano Prodi ισχυρίζεται ότι παρεμφερείς εκρήξεις βίας θα συμβούν σύντομα και στην Ιταλία.

Δέκατη Νύχτα: 6-7 Νοέμβρη: 1.2995 οχήματα πυρπολούνται, 741 εκ των οποίων στο Ile-de-France, ενώ η αστυνομία πραγματοποιεί 312 προσαγωγές. Αντικείμενα (πέτρες, τροχοί ποδηλάτων, συρτάρια κλπ) πετάγονται προς την αστυνομία από πολυκατοικίες στην Yvelines. Γίνεται μια προσπάθεια να πυρποληθούν οι δημοτικές πετρελαιαποθήκες. Η πρόσοψη ενός McDonalds σπάζεται από αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε ως πολιορκητικός κριός στο Corbeil-Essone, ενώ στη συνέχεια το κατάστημα πυρπολείται. Στο Grigny, νότια του Παρισιού, γύρω στους 200 ταραχοποιούς αντιπαρατίθενται με την αστυνομία ενώ γίνεται χρήση αεροβόλων πιστολιών εναντίον των αστυνομικών, τραυματίζοντας δεκάδες απ’ αυτούς, 2 εκ των οποίων σοβαρά. Στο Evreux της Νορμανδίας, γύρω στα 60 οχήματα πυρπολούνται την νύχτα, καθώς κι ένα εμπορικό, ένα ταχυδρομείο, το δημαρχείο και δυο σχολεία. Αρκετοί αστυνομικοί τραυματίζονται σε ενέδρες. Στο Noisy-le-Grand (Seine-Saint-Denis) ένα σχολικό συγκρότημα και πολλά αυτοκίνητα γίνονται στόχος εμπρηστών. Σαμποτάζ και πυκαγιές καταγράφονται σε μονάδες παραγωγής ενέργειας της EDF στο Grand Vallauris (στην περιφέρεια των Alpes Maritimes). Στο Aubervilliers επίθεση δέχεται ένας Κορεάτης δημοσιογράφος της TV KBS. 13 οχήματα πυρπολούνται στο τρίτο, όγδο, ένατο και εικοστό διαμέρισμα του Παρισιού. 30 άνθρωποι προσάγονται, 11 απ’ τους οποίους πιάνονται “επ’ αυτοφόρω κατά την κατασκευή εμπρηστικών μηχανισμών”. Φωτιές εμφανίζονται και σε περιοχές της Γαλλίας που ως τώρα θεωρούνταν σχετικά ήσυχες (Βρετάνη, Αλσατία, Λορραίνη, Ωβέρνη, Λιμουζίν και Κυανή Ακτή): πρόκειται κυρίως για εμπρησμούς οχημάτος από μολότωφ, με δράστες μικρές παρέες που δρουν την νύχτα παρά την παρουσία πολυάριθμων ελικοπτέρων. Σε διάφορες περιοχές στόχος γίνονται τα αμαξοστάσια των λεωφορείων. Ακόμα κι αν μια άμεση αντιπαράθεση με την αστυνομία αποφεύγεται, αστυνομικές δυνάμεις γίνονται συχνά στόχος ενέδρας καθώς διέρχονται προς τους τόπους των συμβάντων. Στην περιοχή του Λίγηρα, καταγράφονται επίσης επιθέσεις με μολότωφ σε αστυνομικούς και πυροσβέστες. Δυο αστυνομικοί τραυματίζονται μετά από έκρηξη σε κάδο σκουπιδιών μέσα στον οποίο είχαν τοποθετηθεί γκαζάκια, στην Γκρενομπλ. Γύρω στις 150 μολότωφ ανακαλύπτονται σε μια άδεια αποθήκη στο Evry.

Ενδέκατη Νύχτα: 7-8 Νοέμβρη: Η εξέγερση φτάνει στο αποκορύφωμά της: 1.408 οχήματα πυρπολούνται, ενώ 395 άνθρωποι προσάγονται απ’ την αστυνομία (83 συνολικά έχουν συλληφθεί απ’ το ξεκίνημα των ταραχών), κι ένας μεγάλος αριθμός από αστυνομικούς τραυματίζονται. “Πρόκειται για ένα καινοφανές είδος αντάρτικου πόλης, που κινείται ταχύτατα και στο διάβα του πυρπολεί, καταστρέφει, επιτίθεται, αποφεύγει την κατά πρόσωπο αντιπαράθεση με την αστυνομία και επιστρατεύει κάθε σύγχρονο μέσο επικοινωνίας” (εφ. Libération). Οι πρώτες μάχες εκτυλίσσονται στην “καυτή ζώνη” της Τουλούζ, όπου οι ταραχοποιοί έρχονται αντιμέτωποι με την αστυνομία. Μια μολότωφ ρίχνεται στο εκλογικό γραφείο του βουλευτή Pierre Lellouche στο Παρίσι. Μεγάλος αριθμός οχημάτων πυρπολούνται στη Rouen όπου ένα αμάξι σπάζεται και χρησιμοποιείται ως πολιορκητικός κριός απέναντι σ’ ένα αστυνομικό τμήμα. Η ίδια τακτική επαναλαμβάνεται εναντίον αστυνομικού τμήματος του Περπινιάν. Ένα νηπιαγωγείο στο Saint-Etienne τυλίγεται στις φλόγες, ενώ οι δημόσιες συγκοινωνίες διακόπτονται εξ αιτίας των συνεχών επιθέσεων. Καθώς πέφτει η νύχτα, οι φωτιές τυλίγουν κι έναν τηλεοπτικό σταθμό στην Asnièressur-Seine (Haute-de-Seine) αφήνοντας πίσω μόνο στάχτες. Φωτιές και στη Λυόν (όπου πριν την εξέγερση είχαν προηγηθεί τρεις νύχτες ταραχών μετά τον ξυλοδαρμό ενός νεαρού Άραβα απ’ την αστυνομία), στη Λιλ, την Ορλεάνη, την Νίκαια, το Μπορντώ, το Στρασβούργο κ.α. Ένα παιδί 13 μηνών τραυματίζεται στο κεφάλι στην Colombes μετά από μια επίθεση σε λεωφορείο. Στο Rosny-sous-Bois ένα κέντρο νεότητας δέχεται επίθεση. Στo Aubervilliers, επίθεση δέχεται μια αντιπροσωπεία μοτοσυκλετών. Στο Saint-Maurice ένα νηπιαγωγείο, ένα υποθηκοφυλακείο στην Trappes, μια φαρμακαποθήκη στο Sur. Μολότωφ ρίχνονται σε μια εκκλησία στη Sète, χωρίς να προκληθούν σοβαρές ζημιές. Ένας 61χρονος πεθαίνει μετά από χτυπήματα που δέχτηκε στην προσπάθειά του να διασφαλίσει το αυτοκίνητό του.

Η Γαλλική Επιτροπή Ισλαμικών Οργανώσεων εκδίδει “Φετφά” που καταδικάζει όσους δρουν βίαια. Ο δήμαρχος του Raincy (Seine-Saint-Denis) οργανώνει πολιτοφυλακές (…“αγανακτισμένων”) κατοίκων προκειμένου να περιπολούν την πόλη. Ο υπουργός δικαιοσύνης Pascal Clement δηλώνει: “Επρόκειτο για μητροπολιτική βία μέχρι το περασμένο σαββατοκύριακο. Πλέον, έχουμε να κάνουμε με έναν πραγματικό ξεσηκωμό”. Το υπουργείο εσωτερικών ανακοινώνει ότι οι δήμαρχοι σε συνεργασία με τους κατά τόπους εισαγγελείς θα μπορούν να επιβάλλουν απαγόρευση κυκλοφορίας, κι ότι ένας νόμος έκτακτης ανάγκης που είχε εφαρμοστεί στην Αλγερία στις 3 Απρίλη 1955 (όταν η χώρα αυτή ήταν γαλλική αποικία) θα ξανατίθετο σε ισχύ. Ο Σαρκοζύ αναγγέλει τη χρήση μαζικών επιτόπιων ερευνών που θα διεξαχθούν οπουδήποτε υπάρχειι υποψία ότι θα μπορούσαν να βρεθούν όπλα. Ο De Villiers δηλώνει πως θα ‘πρεπε να παρέμβει ο στρατός, κι ότι όλοι οι μετανάστες θα ήταν καλό να συλληφθούν. Εντωμεταξύ, τρεις bloggers συλλαμβάνονται (δυο απ’ το Παρίσι, κι ένας ανήλικος απ’ το Aix-en-Provence), κατηγορούμενοι για προτροπή σε επιθέσεις κατά της αστυνομίας, μέσω του διαδικτύου.

Δωδέκατη Νύχτα: 8-9 Νοέμβρη: 1.173 αμάξια πυρπολούνται, 12 αστυνομικοί τραυματίες και 330 προσαγωγές, σε 226 γαλλικές πόλεις που αγκαλιάζει η αναταραχή. Και πάλι είναι τα δημόσια κτίρια, τα σχολεία και τα λεωφορεία οι πρώτοι στόχοι της φωτιάς. Δυο ιταλοί δημοσιογράφοι δέχονται επίθεση στο Clichy-sous-Bois. Ταραξίες σταματούν ένα λεωφορείο στην Τουλούζη, αφήνουν όλους τους επιβάτες να κατεβούν και το πυρπολούν. Από δημοσίευμα εφημερίδας διαδίδεται ότι ένα αγόρι έχει τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι προσπαθώντας να πετάξει πίσω ένα δακρυγόνο. Οι ταραχές ελαχιστοποιήθηκαν στο Παρίσι, αν και συνεχίστηκαν στην επαρχία. Ισλαμικές οργανώσεις διακηρύσσουν ξανά την απέχθειά τους για τη βία. Σε ορισμένες περιοχές απαγορεύεται η πώληση πετρελαίου και γκαζακιών σε ανήλικους. Ένα λεωφορείο εκρήγνυεται στο Μπορντώ μετά από επίθεση με μολότωφ. Στη Λυόν, οι νυχτερινές συγκοινωνίες διακόπτονται μετά από επανειλημμένες επιθέσεις με μολότωφ, ενώ εννέα λεωφορία καταστρέφονται ενώ ήταν σταθμευμένα. Ένας 53χρονος τραυματίζεται από αντικείμενο που του ρίχνουν από κτίριο. Ο Michel Gaudin, γενικός διευθυντής της εθνικής αστυνομίας δηλώνει πως “οι ταραχοποιοί εμφορούνται από μια πραγματική λύσσα ενάντια σε κάθε θεσμό”.

Μικρά επεισόδια αντάρτικου πόλεως συμβαίνουν στις Βρυξέλλες (όπου πυρπολούνται αρκετά οχήματα) και στο Λουξεμβούργο. Την ίδια νύχτα τρία οχήματα πυρπολούνται και μια αντιπροσωπεία καταστρέφεται στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας (Ιταλία), όπου μερικά αυτοκίνητα είχαν ήδη πυρποληθεί τις προηγούμενες μέρες.

Δέκατη τρίτη Νύχτα: 9-10 Νοέμβρη: Απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση, ο Σαρκοζύ ζητά απ’ όλους τους εισαγγελείς της χώρας “κάθε ξένος, αδιάφορο αν είναι νόμιμα ή παράνομα στη χώρα, που καταδικάστηκε για τις ταραχές να απελαθεί, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν νόμιμη άδεια παραμονής. Όταν κάποιος απολαμβάνει την τιμή μιας άδειας παραμονής, το ελάχιστο που μπορεί να κάνει είναι να μη συλληφθεί για πρόκληση μητροπολιτικής βίας”. Την ίδια μέρα ανακοινώνεται ένα νομοσχέδιο που επιβάλει κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία απ’ τις 9 Νοέμβρη 2005, σύμφωνα με το οποίο:

  1. Απαγορεύεται η κυκλοφορία ανθρώπων κι οχημάτων σε συγκεκριμένους χώρους και ώρες.
  2. Ορίζονται ζώνες ασφαλείας εντός των οποίων επιβάλλονται συγκεκριμένοι κανόνες.
  3. Απαγορεύεται η διαμονή σε συγκεκριμένα κτίρια
  4. Κατ’ οίκον περιορισμός για συγκεκριμένα άτομα
  5. Εξουσιοδότηση των αρχών για έρευνες μέρα ή νύχτα.
  6. Έλεγχος του τύπου, των ραδιοσταθμών, θεατρικών/κινηματογραφικών έργων κλπ.
  7. Παράδοση στα αστ. τμήματα κάθε είδους οπλισμού

Το ίδιο απόγευμα, ο υπ. εσωτερικών Σαρκοζύ στέλνει ένα τηλεγράφημα στους εισαγγελείς ζητώντας τους την απέλαση κάθε ξένου υπηκόου που έχει συλληφθεί στη διάρκεια των επεισοδίων, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν άδειες διαμονής. 120 νέοι υπάγονται στο μέτρο αυτό, σχεδόν όλοι τους με νόμιμα χαρτιά. Ορισμένες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Κομμουνιστικό Κόμμα και οι Πράσινοι, καταδικάζουν ομόφωνα αυτό το είδος διπλής καταδίκης (απέλασης των ξένων υπηκόων εξ αιτίας άσχετων ποινών). Το υπουργείο εσωτερικών απαντά ότι δεν πρόκειται για διπλή καταδίκη, αλλά για απλή απέλαση, που δεν περιλαμβάνει την καταδίκη των συλληφθέντων σε όποια ποινή (!). Το 1994 που είχε τεθεί για πρώτη φορά το θέμα, το ανώτατο δικαστήριο, κι έπειτα το κυβερνητικό συμβούλιο αρνήθηκαν τη λήψη του μέτρου αυτού, που είχε προτείνει ο προηγούμενος υπουργός εσωτερικών Pasqua εναντίον δυο Αλγερινών που συμμετείχαν σε ταραχές στη Λυόν. Παράλληλα, το υπ. Εσωτερικών κινητοποιεί 11.500 αστυνομικούς (1.000 περισσότερους απ’ την προηγούμενη νύχτα).

Ως αποτέλεσμα, οι επιθέσεις μειώνονται σημαντικά: μόνο 617 αμάξια πυρπολούνται και 280 άνθρωποι προσάγονται (1,830 έχουν συνολικά συλληφθεί απ’ το ξεκίνημα των ταραχών, ενώ περίπου 100 έχουν δικαστεί με συνοπτικές διαδικασίες). Φωτιές σε σχολεία στη La Courneuve και στη Villeneuve-d’Ascq (στα βόρεια). Δυο μαγαζιά λεηλατούνται κι έπειτα πυρπολούνται στην Arras, όπου φωτιά μπαίνει επίσης σ’ ένα εμπορικό κέντρο κι ένα κέντρο αναψυχής. Στην Grasse, επίθεση δέχονται τα γραφεία της τοπικής εφημερίδας, ενώ στη Λυόν ομάδα Ρώσσων δημοσιογράφων θα προπηλακιστούν, ενώ η νυχτερινές συγκοινωνίες είναι ακόμα σταματημένες, εξ αιτίας μιας εμπρηστικής επίθεσης το περασμένο βράδυ. Το ίδιο ισχύει και γι αρκετές άλλες πόλεις, όπως η Γκρενόμπλ. Στα προάστεια της Τουλούζης, γίνεται επίθεση σε αστυνομική περίπολο με μολότωφ και πέτρες. Στη Λιλ, το δημαρχείο δέχεται επίθεση. Στην Μασσαλία, μια απόπειρα λεηλασίας εμπορικού κέντρου αποτυγχάνει.

Ο Ράππερ Magyd Cherfi κατακρίνει τους εξεγερμένους ως “απελπισμένους νέους που δεν πιστεύουν σε τίποτα”

17 αμάξια πυρπολούνται σε διάφορες πόλεις του Βελγίου. 11 ακόμη στη Γερμανία, κυρίως στο Βερολίνο και την Κολονία, ενώ μολότωφ ρίχνονται σ’ ένα σχολείο στο Altenbourg. Εμπρησμοί οχημάτων και στη Λισσαβώνα.

Στο Μόντρεαλ του Καναδά, δεκάδες αναρχικών διαδηλώνουν έξω απ’ το γαλλικό προξενείο σε αλληλεγγύη με τους Γάλλους εμπρηστές.

Δέκατη τέταρτη Νύχτα: 10-11 Νοέμβρη: εισαγγελική έρευνα για “απόπειρα φόνου” για το περιστατικό με τις ριπές από αεροβόλα κατά αστυνομικών στο Grigny. Αρχίζουν οι μαζικές δικαστικές διαδικασίες για τους συλληφθέντες. 9.482 αμάξια έχουν πυρποληθεί σε 152 διαφορετικές πόλεις, ενώ με τους 203 της τελευταίας βραδιάς, οι συλληφθέντες ανάγονται σε 2.033, απ’ το ξεκίνημα των ταραχών. Στη Sens, ένας αστυνομικός κι ένας πυροσβέστης τραυματίζονται μετά από ενέδρα με πέτρες. Ένα αστυνομικό τμήμα, τρία σχολεία κι ένα δημοτικό κτίριο γίνονται στόχος εμπρηστικών επιθέσεων. Μόλις 6 περιφέρειες εφαρμόζουν στην πράξη την απαγόρευση κυκλοφορίας. Λιγοστά συμβάντα στο Παρίσι. Η διακοπή των νυχτερινών συγκοινωνιών ανανεώνεται στη Λυόν μέχρι την Κυριακή. Η εισαγγελεία απαγορεύει την πώληση και την μεταφορά δοχείων με βενζίνη στο Μπορντώ. Ανάλογα μέτρα λαμβάνονται στο Loiret (Ορλεάνη) και στην Μασσαλία. Η Μασσαλία μαζί με την Τουλούζη, τη Λιλ και το Στρασβούργο πρωταγωνιστούν σε συμβάντα. Η γαλλική εθνική αστυνομία απαγορεύει κάθε δημόσια συνάθροιση στο Παρίσι απ’ τις 10:00 του Σαββάτου 10 Νοέμβρη, μέχρι τις 22:00 της Κυριακής, από φόβο για πρόκληση επεισοδίων στο κέντρο της πόλης, το σαββατοκύριακο.

Ταραχές ξεσπούν στα προάστεια των Βρυξελλών και άλλων βελγικών πόλεων, όπου επαναλαμβάνεται η τακτική της αποφυγής άμεσης αντιπαράθεσης με την αστυνομία.

Περίπου 400 αναρχικοί διαδηλώνουν προς το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας (Ελλάδα) σε αλληλεγγύη με τους εξεγερμένους των γαλλικών προαστείων: τα τζάμια του κτιρίου σπάζονται και γράφονται συνθήματα στο εξωτερικό του κτιρίου, όπως «σπέρνεις στρατούς, θερίζεις εμφυλίους». Το ίδιο σκηνικό και στη Θεσσαλονίκη, όπου μοιράστηκαν φυλλάδια που υπερασπίζονταν ότι “το δίκαιο το έχουν οι εξεγερμένοι”.

Δέκατη πέμπτη Νύχτα: 12-13 Νοέμβρη:

Ποσοτική μείωση των επεισοδίων, με 463 πυρπολυμένα οχήματα (111 εκ των οποίων στο Ile-de-France) και 201 προσαγωγές απ’ την αστυνομία. Εμπρησμοί αστυνομικών οχημάτων σταθμευμένων στα δικαστήρια του Μπορντώ. Σύλληψη ενός αστυνομικού κι έρευνα εναντίον τεσσάρων άλλων για κατάχρηση εξουσίας και ξυλοδαρμό εναντίον ενός κατοίκου της La Courneuve. 8 αστυνομικοί συνολικά ερευνώνται μετά από βίντεο του καναλιού France 2. Εντωμεταξύ, στις 10 Νοέμβρη ένας ακόμη άνθρωπος (ο τέταρτος) συλλαμβάνεται για “πρόκληση σε βία” μέσω διαδικτύου: αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης από ένα ως επτά έτη. Απαγορεύεται η μεταφορά ή πώληση βενζίνης σε δοχεία και στο Παρίσι.

Την Πέμπτη, ο Jean-Marie Le Pen, πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου, ευχαριστεί ειρωνικά τον πρωθυπουργό Villepin και τον υπουργό εσωτερικών Σαρκοζύ για την υιοθέτηση των ίδιων προταγμάτων και μέτρων που πρότεινε ο ίδιος. Σε συνέντευξή του σε μια τηλεοπτική εκπομπή του καναλιού France 2, ο Σαρκοζύ δηλώνει ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των δεινοπαθούντων νέων των προαστείων και των “αποβρασμάτων” που ευθύνονται για τα επεισόδια. Επίσης, δήλωσε πως “τα παιδιά των Αφρικανών μεταναστών προκαλούν πολύ περισσότερα προβλήματα απ’ ότι αυτά των Σουηδών, Δανών ή Ούγγρων μεταναστών, επειδή η κουλτούρα, οι κοινωνικές καταβολές και η πολυγαμία δημιουργούν περισσότερες δυσκολίες”.

6 οχήματα πυρπολούνται στο Βέλγιο, μαζί με απόπειρες πυρπόλησεις σχολείων κι άλλες πράξεις που πέρασαν ως “απομονωμένα περιστατικά”.

Δέκατη έκτη Νύχτα: 12-13 Νοέμβρη: 502 εμπρησμοί οχημάτων (86 εκ των οποίων στο Ile-de-France) και 206 προσαγωγές (2.440 συνολικά, απ’ το ξεκίνημα των ταραχών). Ο αριθμός των εμπρηστικών επιθέσεων μειώνεται ραγδαία καθώς όλο και λιγότερες πόλεις φιλοξενούν πια περισσότερα από πέντε ή έξι χτυπήματα. Οι τελευταίες αναζωπυρώσεις είναι στη Λιλ, τη Λυόν, το Στρασβούργο και την Τουλούζη. Στο Saint-Quentin (Aisne) ένας αστυνομικός τραυματίζεται σοβαρά (εγκαύματα δευτέρου βαθμού) μετά από την έκρηξη εμπρηστικού μηχανισμού που είχε τοποθετηθεί στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του. Το αυτοκίνητο θα καταστραφεί. Έξι μολότωφ ρίχνονται στο αστυνομικό τμήμα του Maison-Alfort (Val-de-Marne). Δυο εμπρηστικά κοκτέιλ ρίχνονται σ’ ένα τζαμί στο Carpentras (Vaucluse). Δυο μαγαζιά πυρπολούνται στην Yvelines κι ένα νηπιαγωγείο στο Seine-et-Marne. Μια απόπειρα εμπρησμού ενός σχολείου στο Servan αποτυγχάνει την τελευταία στιγμή από ελικόπτερο της αστυνομίας, κι εννέα άνθρωποι συλλαμβάνονται. Στην Amiens (Somme), όπου έχει επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας, ορισμένοι σταθμοί ηλ. ενέργειας της EDF σαμποτάρονται και τελικά περιορισμένες οδομαχίες με την αστυνομία λαμβάνουν χώρα. Η πυροσβεστική γίνεται δεκτή με εκατοντάδες πέτρες στην Αλσατία, όπου οι νεαροί ταραξίες εξαφανίζονται μέχρι να καταφτάσει η αστυνομία. Το απόγευμα δεκάδες νέων συγκρούονται με την αστυνομία στο κέντρο της Λυόν (Πλατεία Bellecour): σπάζονται μερικά καταστήματα, ενώ συλλαμβάνονται 11 άνθρωποι. Στο Ousse-des-Bois (Pau) ένα πολυτελές εστιατόρειο γίνεται στόχος επίθεσης, λεηλατείται και πυρπολείται. Τυπικά, μόλις πλησιάζει η πυροσβεστική καλωσορίζεται με πλήθος πετρών. Στην Angoulême τρεις άνθρωποι αποπειρώνται να βάλουν φωτιά στον σταθμό της EDF. Οι αστυνομικοί που τους καταδιώκουν δέχονται πέτρες από ταράτσες γειτονικών κτιρίων. Στη Λυόν, ένα μηχανάκι ανατινάσσεται δίπλα σε ΑΤΜ προκαλώντας ζημιές στο μηχάνημα.

Έκτη νύχτα ταραχών στο Βέλγιο: 15 οχήματα πυρπολούνται, 8 απ’ τα οποία στις Βρυξέλλες, ενώ στο σύνολο φτάνουν τα 60 απ’ το ξεκίνημα των ταραχών. Η αστυνομία επαναλαμβάνει ότι πρόκειται για μεμονωμένα γεγονότα. Το απόγευμα και στη διάρκεια της νύχτας, δεκαριά κάδοι καίγονται στην Μπολόνια (Ιταλία) ενώ συνθήματα γράφονται στους τοίχους όπως “Μετά το Παρίσι, η Μπολόνια” και “Η εξέγερση είναι αναγκαιότητα, αλληλεγγύη στους σπάστες του Παρισιού”. Δράσεις αλληλεγγύης στους γάλλους εξεγερμένους συμβαίνουν επίσης στην Κωνταντινούπολη όπου μια διαδήλωση υποστήριξης του “νόμιμου αγώνα” των κατοίκων των γαλλικών προαστείων οργανώνεται απ’ την Ομοσπονδία για τα βασικά δικαιώματα έξω απ’ το γαλλικό προξενείο. Έξω απ’ το γαλλικό προξενείο της Βαρκελώνης, 5 άνθρωποι θα συλληφθούν μετά την πορεία προς αυτό, χωρίς να έχει συμβεί κάποιο επεισόδιο. Κατηγορούνται για “διατάραξη της κοινής ησυχίας” και “αντίσταση κατά της αρχής”. Σύμφωνα με σχόλιο ενός απ’ τους διαδηλωτές στο Indymedia: “όλα αυτά επειδή εκφράσαμε την αλληλεγγύη μας με ειρηνικό τρόπο. Φαίνεται πως η κατάσταση έκτακτης ανάγκης ισχύει και για το πεζοδρόμιο έξω απ’ το γαλλικό προξενείο”.

Δέκατη έβδομη Νύχτα: 13-14 Νοέμβρη: Η “ομαλότητα” αποκαθίσταται αργά αλλά σταθερά: μόλις 374 οχήματα καμμένα (76 στο Ile-de-France) και 212 προσαγωγές. Το απόγευμα ο Σαρκοζύ, που επιβεβαίωσε ότι για όλους τους ξένους (με νόμιμα χαρτιά ή άνευ) που συμμετέχουν στις ταραχές υπάρχει η απέλαση, κατευθύνεται προς τα Ηλύσια Πεδία: γίνεται δεκτός από διαδηλώσεις διαμαρτυρίας. Θα καυχηθεί: “υπήρχαν μεταξύ τους πολλοί που χειροκροτούσαν”. 12.000 αστυνομικοί αναπτύσσονται την νύχτα σ’ ολη τη Γαλλία. Στη La Courneuve ένας αστυνομικός τραυματίζεται από πιάτο που του έριξαν μπαλκόνι κτιρίου. Ένα σχολείο πυρπολείται κι ένα αμάξι χρησιμοποιείται ως πολιορκητικός κριός εναντίον ενός κέντρου αναψυχής για ηλικιωμένους στο Carpentras (Vaucluse). Πολλαπλές φωτιές στα προάστεια της Τουλούζης, καθώς και μια λεηλασία μαγαζιού με ηλεκτρονικά και της αποθήκης του. Απαγόρευση συναθροίσεων και στη Λυόν. Ένα τζαμί γίνεται στόχος επίθεσης με μολότωφ, που όμως δεν εκρήγνυται. Περιορισμένες αλλά βίαιες συγκρούσεις στην Τουλούζη και στο Στρασβούργο. Κανένα επεισόδιο στο Παρίσι, όπου έχουν αναπτυχθεί 3.000 αστυνομικοί. Απαγόρευση συνάθροισης σε τριάντα ακόμη πόλεις.

Έβδομη νύχτα ταραχών στο Βέλγιο: δεκάδες αυτοκίνητα πυρπολούνται. Στις Βρυξέλλες, αρκετοί δρόμοι γύρω από το κέντρο έχουν αποκλειστεί μετά το ξέσπασμα συγκρούσεων με την αστυνομία, ενώ σχηματίζονται πρόχειρα οδοφράγματα με φλεγόμενους κάδους και σκουπίδια. Δεκάδες άνθρωποι προσάγονται, ενώ σπάζονται ορισμένα περιπολικά. 90 οχήματα είχαν συνολικά πυρποληθεί στο Βέλγιο τις προηγούμενες επτά μέρες. Οι βελγικές αρχές εξακολουθούν να δηλώνουν ότι πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Μερικά αυτοκίνητα πυρπολούνται στο Ρόττερνταμ (Ολλανδία). Γύρω στους 100 αναρχικούς διαδηλώνουν έξω απ’ τη γαλλική πρεσβεία στην Αθήνα, σε αλληλεγγύη με τους γάλλους ταραχοποιούς, ενώ στόχος γίνονται αντιπροσωπείες οχημάτων (Mercedes και Citroen) το ίδιο βράδυ.

Δέκατη όγδοη Νύχτα: 14-15 Νοέμβρη: ο αριθμός των επιθέσεων συνεχίζει να μειώνεται: 271 πυρπολυμένα οχήματα, 62 απ’ τα οποία στο Ile-de-France, και 112 προσαγωγές. 5 αστυνομικοί τραυματίες, δυο απ’ τους οποίους χάρη στην ίδια, διαδεδομένη πρακτική: ρίψη μολότωφ σε κάδους, -καθώς προελαύνει η αστυνομία- μέσα στους οποίους έχουν νωρίτερα αφεθεί γκαζάκια, τα οποία εκρήγνυνται. Ένα φλεγόμενο όχημα οδηγήθηκε προς νηπιαγωγείο στην Τουλούζη, προκαλώντας ζημιές σε μέρος του κτιρίου. Στη Λυόν, γύρω στα 15 αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν, καθώς κι ένα σχολείο, ενώ ένα άλλο δέχθηκε επίθεση από αυτοκίνητο, χρησιμοποιημένο ως πολιορκητικό κριό. Ανάλογα περιστατικά συνέβησαν και στο Στρασβούργο.

Η Γαλλική κυβέρνηση αποφασίζει να παρατείνει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης γι ακόμα τρεις μήνες. Στις 12:39 στα δελτία ειδήσεων ανακοινώνονται 8 ταυτόχρονες αστυνομικές επιχειρήσεις σε διάφορα προάστεια, με σκοπό να βρεθούν και να δικαστούν “οι πρωταίτιοι της βίας”. Ως αποτέλεσμα 503 άνθρωποι συλλαμβάνονται (107 ανήλικοι και 486 ενήλικες). Απ’ το ξεκίνημα των ταραχών, 2.652 άνθρωποι έχουν συλληφθεί, 375 έχουν δικαστεί με συνοπτικές διαδικασίες και 213 κρατούνται προφυλακισμένοι περιμένοντας να δικαστούν. 622 ακόμα άνθρωποι καλούνται την ίδια μέρα στα δικαστήρια, 112 απ’ τους οποίους κρατούνται. 120 ξένοι υπήκοοι, κάποιοι με νόμιμα χαρτιά, άλλοι χωρίς, κινδυνεύουν να απελαθούν. Ξεκινούν νέες εισαγγελικές έρευνες που οδηγούν σε ακόμα περισσότερες συλλήψεις. Σε μερικές περιπτώσεις, ιμάμηδες συνεισφέρουν στην ταυτοποίηση ατόμων που θεωρούνται υπεύθυνοι για τα βίαια επεισόδια.

Ακολουθούν ορισμένα μόνο παραδείγματα πεινών που επεβλήθηκαν: Στην Τουλούζη: 5 μήνες φυλάκισης για πυρπόληση κάδου, 3 μήνες για επίδειξη των οπισθίων στην αστυνομία, 2 μήνες για “προσβολή της τιμής κρατικού λειτουργού” επεβλήθηκε στον άνθρωπο που συνελήφθη μαζί μ’ αυτόν που επέδειξε τα οπίσθιά του προς τις αστυνομικές δυνάμεις. Στη Λυόν: 2 μήνες σε άνθρωπο που καθόταν στο μπαρ όπου κρύφτηκαν δυο ανήλικα ψάχνοντας καταφύγιο μετά από συγκρούσεις με την αστυνομία, 2 μήνες σε έναν νέο που καθόταν σ’ ένα παγκάκι ενώ κοντά υπήρχαν συγκρούσεις με την αστυνομία, 3 μήνες για φωτιά σ’ έναν κάδο σκουπιδιών, 2 μήνες για ρίψη πέτρας, 4 μήνες για τηλεφώνημα-φάρσα για βόμβα στο αεροδρόμιο.

Δέκατη ένατη Νύχτα: 15-16 Νοέμβρη: 215 πυρπολημένα οχήματα (60 στο Ile-de-France) και 42 προσαγωγές. Ένας αστυνομικός τραυματίας. 3 μολότωφ ρίχνονται σε τζαμί του Saint-Chamond (Λίγηρας). Κέντρο αναψυχής στο Bruges, και λίγα αμάξια στο Παρίσι παραδίδονται στις φλόγες.

Εικοστή Νύχτα: 16-17 Νοέμβρη: 163 οχήματα πυρπολούνται (27 στο Ile-de-France) ενώ 50 άνθρωποι προσάγονται απ’ την αστυνομία. Μια “σχεδόν ομαλή κατάσταση” σύμφωνα με τον Σαρκοζύ. Ένας αστυνομικός τραυματίζεται προσπαθώντας να σταματήσει μια παρέα νεών που έριξαν μπουκάλια με οξύ στο δημαρχείο του Pont-Évêque (Isère). Στην Γκρενόμπλ, πυρπολείται ένα σχολείο, και στο Chalons-en-Champagne (Marne) ένα εκπαιδευτικό κέντρο. Στην Drome ένα αυτοκίνητο χρησιμοποιείται ως πολιορκητικός κριός εναντίον αστυνομικού τμήματος και μερικές μολότωφ ρίχνονται σε μια εκκλησία. Εκθέσεις αυτοκινήτων πυρπολούνται στις περιοχές του Μάρνη και του Ροδανού. Στο Point-a-Pitre (νησί της υπερατλαντικής αποικίας της Reunion) στήνεται μια ενέδρα στην αστυνομία: αφού πυρπολούνται μερικά αυτοκίνητα, πίσω απ’ τα οποία έχει στηθεί ένα οδόφραγμα, άγνωστοι ρίχνουν πυροβολισμούς προς τους αστυνομικούς, οι οποίοι απαντούν επίσης με πυροβολισμούς (δεν υπάρχουν αναφορές για τραυματίες). Συνολικά, 126 αστυνομικοί έχουν τραυματιστεί και 2.888 άνθρωποι έχουν προσαχθεί απ’ την αστυνομία, 593 απ’ τιις προσαγωγές μετατράπηκαν σε συλλήψεις (107 ανήλικοι), ενώ αρκετοί απ’ αυτούς που προσάχθηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι έλαβαν αργότερα κλήσεις να παρουσιαστούν στο δικαστήριο. 8.973 οχήματα έχουν πυρποληθεί.

Εικοστή πρώτη Νύχτα: 17-18 Νοέμβρη: 98 πυρπολήσεις οχημάτων και 33 προσαγωγές από την άλλη μεριά, κυρίως με αφορμή παράβαση της απαγόρευσης συνάθροισης, κάποιοι απ’ τους οποίους κουβαλούσαν πάνω τους μπουκάλια. Λιγότερες από 100 επιθέσεις θεωρούνται κανονικές για τα δεδομένα της Γαλλίας (κατά μέσο όρο 90 αυτοκίνητα καίγονται κάθε βράδυ). Ο πρωθυπουργός Villepin ισχυρίζεται ότι “υπάρχει μια υπαρκτή τρομοκρατική απειλή εναντίον της Γαλλίας” και κατά συνέπεια “ο έλεγχος πρέπει να είναι μόνιμος”. Κι αυτό δεν ήταν παραμύθι.

Το ακόλουθο χρονολόγιο δε στοχεύει στο να δώσει μια αντικειμενική περιγραφή των γεγονότων που συνέβησαν στη Γαλλία στην εξέγερση των “αποβρασμάτων”, μεταξύ του τέλους του Οκτώβρη και των πρώτων εβδομάδων του Νοέμβρη 2005. Όχι μόνον επειδή οι πηγές του διαδικτύου που χρησιμοποιήθηκαν (εφημερίδες, πρακτορεία τύπου, αστυνομικές αναφορές, ιστοσελίδες και προσωπικά blogs τα οποία μερικές φορές είναι πραγματικά ανθολόγια συλλογικής μνήμης), αλλά κυρίως επειδή η έννοια ενός χρονολογίου δεν έχει να κάνει τόσο με την παρουσίαση των περασμένων γεγονότων όσο με την ανίχνευση των γραμμών που συνδέουν τα γεγονότα αυτά στο παρόν.

Ορισμένες παρόμοιες εκρήξεις οργής στα 90es:

Από τότε που καταργήθηκε η θανατική ποινή στη Γαλλία, το 1981, υπήρξαν μέχρι το 2001, 175 περιπτώσεις θανάτων άμεσα ή έμμεσα επιβεβλημένων απ’ την κρατική αστυνομία. Για μερικές απ’ αυτές τις περιπτώσεις, μια τέτοια ωμή δολοφονία πυροδότησε εκρήξεις οργής ενάντια στην καθημερινή αστυνομική κακοποίηση. Οι εκρήξεις αυτές απαγγέλονται σαν κατηγορίες ενάντια σ’ ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα.

6-9 Οκτώβρη 1990: Ο Thomas Claudio πεθαίνει όταν περιπολικό που τον καταδιώκει χτυπάει την μηχανή του. Η αστυνομία παρουσιάζει το έγκλημα ως “ατύχημα”. Βίαιες συγκρούσεις ξεσπούν εναντίον των αστυνομικών δυνάμεων, καταστήματα λεηλατούνται και πυρπολούνται.

31 Αυγούστου-3 Σεπτέμβρη 1995: Συγκρούσεις νεολαίων με αστυνομικούς ξεσπούν στην Nanterre, μετά τον θάνατο ενός 25χρονου βορειοαφρικανού, όταν χτυπήθηκε καταλάθος από οικοδομικό μηχάνημα ενώ έτρεχε προς το σημείο όπου αστυνομικοί συνελάμβαναν τον αδερφό του.

25-26 Μάη 1996: Δεκάδες νέων λεηλατούν καταστήματα και πυρπολούν οχήματα στη Saint-Jean του Château-Rouge, μετά τον θάνατο ενός νέου σε τροχαίο στη διάρκεια αστυνομικής καταδίωξης.

Νοέμβρης 1996: Στη Rabaterie (St Pierre des Corps, Tours), ένας 23χρονος, ο Mohamed Boucetta πεθαίνει με μια σφαίρα στο κεφάλι (23 Οκτώβρη). Μετά από παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, ο δολοφόνος του αφήνεται ελεύθερος χάρη στην προσωπική παρέμβαση του Le Pen. Ξεσπάει εξέγερση που θα διαρκέσει 15 μέρες, με συγκρούσεις και πυρπολήσεις αυτοκινήτων, μαγαζιών και δημοσίων κτιρίων.

12-21 Δεκέμβρη 1997: Συγκρούσεις μεταξύ αστυνομικών και νεολαίας στη Dammarie-les-Lys (προάστειο του Melun, Seine-et-Marne) όπου ένα δεκαεξάχρονο αγόρι βορειοαφρικανικής καταγωγής σκοτώνεται από αστυνομικούς σε μπλόκο. Κανένας αστυνομικός δε συλλαμβάνεται μετά τον φόνο, ούτε απαγγέλονται κατηγορίες.

13-16 Δεκέμβρη 1998: Μετά τον φόνο του 17χρονου Habib από έναν μπάτσο καθώς προσπαθούσε να κλέψει ένα αμάξι, βίαιες συγκρούσεις ξεσπούν μεταξύ νεολαίων και αστυνομικών στην περιοχή Mirail της Τουλούζης. Περισσότερα από εκατό οχήματα πυρπολούνται. Τρία χρόνια αργότερα, ο δολοφόνος μπάτσος, που ως τότε κυκλοφορούσε ελεύθερος, θα καταδικαστεί σε 3 χρόνια φυλάκισης, με αναστολή.

12-22 Σεπτέμβρη 2000: Συγκρούσεις ξεσπούν ταυτόχρονα σε δυο περιοχές της Essone, στο Grande Borne του Grigny και στο Tarterets του Corbeil-Essones εναντίον της αστυνομίας, μετά τον θάνατο ενός 19χρονου αγοριού προσπαθώντας να περάσει μέσα από αστυνομικό μπλόκο, οδηγώντας κλεμμένη μοτοσυκλέτα.

4-6 Ιούλη 2001: Διάφορα επεισόδια στο Borny του Metz, μετά τον θάνατο δυο νεαρών σε τροχαίο.

13-14 Οκτώβρη 2001: Ξέσπασμα της βίας στο Thonon-les-Baines (Haute Savoie) μετά τον θάνατο από “ατύχημα” τεσσάρων ανδρών που προσπαθούσαν να αποφύγουν μια εξακρίβωση στοιχείων.

26-31 Δεκέμβρη 2001: Συγκρούσεις με την αστυνομία στο Vitry-de-Seine (Val-de-Marne) μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό ενός νέου που αποπειράθηκε να ληστέψει μια τράπεζα στο Neuilly-sur-Marne (Seine-Saint-Denis).

3-7 Γενάρη 2002: Δεκάδες αμάξια πυρπολούνται στο Mureaux (Yvelines), μετά τον θάνατο του 17χρονου Moussa, που πυροβολήθηκε στο κεφάλι από αστυνομικούς, όταν προσπάθησε να αποφύγει ένα αστυνομικό μπλόκο στον δρόμο.

25-26 Φλεβάρη 2002: Μετά τον θάνατο από overdose ενός κρατούμενου στο αστυνομικό τμήμα του Evreux, ομάδες κουκουλοφόρων επιτίθενται στο αστυνομικό τμήμα, πυρπολούν οχήματα και κατεβάζουν βιτρίνες καταστημάτων.

18-19 Οκτώβρη 2001: Μετά τον θάνατο από πνιγμό ενός 17χρονου αγοριού σε ποτάμι όπου βούτηξε οδηγώντας στην προσπάθειά του να διαφύγει τους αστυνομικούς που του την είχαν στημένη σε μια απόπειρα ληστείας, δεκάδες νέων με μπαστούνια του μπέιζμπολ επιτίθενται σε αστυνομικούς στο Hautepierre (Στρασβούργο) και πυρπολούν αμάξια. 25 οχήματα μετατρέπονται σε στάχτες, 3 πυροσβέστες τραυματίζονται, ένα σχολείο υφίσταται ζημιές από εκρηκτικό μηχανισμό, και εκτεταμένες ζημιές από πυρκαγιά σημειώθηκαν σε γραφεία του δήμου.

3 Μάρτη 2003: Διασκορπισμένες ταραχές μετά τον θάνατο ενός κλέφτη σε αστυνομική καταδίωξη.

12-14 Γενάρη 2004: Ένα 17χρονο αγόρι πεθαίνει πέφτοντας απ’ το μηχανάκι που είχε μόλις κλέψει, ενώ τον καταδίωκε η αστυνομία. Ξεσπούν συγκρούσεις μεταξύ νεολαίων και αστυνομίας, δεκάδες οχήματα πυρπολούνται. Ενώ ένα οδηγείται σαν πολιορκητικός κριός με ταχύτητα στην είσοδο του αστυνομικού τμήματος.

Στοιχεία για τις ταραχές του 2005

  1. 9.190 οχήματα καμμένα (αριθμός του γαλλικού υπ. εσωτερικών).
  2. Δεκάδες δημοσίων κτιρίων και μαγαζιών λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν. Άγνωστος αριθμών αστυνομικών τμημάτων δέχθηκαν επίθεση, επίσης μια εκκλησία, ένα τζαμί και μια συναγωγή.
  3. Πάνω από 300 πόλεις συμμετέχουν στην αναταραχή.
  4. Απαγόρευση κυκλοφορίας-συνάθροισης σε 25 νομούς.
  5. 3 νεκροί, οι Ziad και Bouna στις 27 Οκτώβρη, κι ένας 61χρονος από επίθεση κάτω απ’ το σπίτι του στις 7 Νοέμβρη.
  6. Άγνωστος αριθμός τραυματιών πολιτών.
  7. Γύρω στους 12.000 αστυνομικοί κινητοποιήθηκαν, 126 απ’ τους οποίους τραυματίστηκαν. 8 κατηγορούνται για “αποτρόπαια” κι αδικαιολόγητη βία στη διάρκεια των ταραχών.
  8. Οι ζημιές υπολογίζονται από ασφαλιστικές εταιρίες στα 200 εκατομμύρια ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προσφέρει 50 εκ. ευρώ για ανακούφιση.
  9. 2.921 άνθρωποι προσήχθησαν απ’ την αστυνομία (το ένα τρίτο περίπου αυτών ανήλικοι, με τον νεαρότερο να είναι 10 ετών). 375 απ’ αυτούς καταδικάζονται χωρίς αναστολή. Οι αυτόφωρες συλλήψεις είναι εξαιρετικά σπάνιες, καθώς οι περισσότερες συλλήψεις έγιναν σε αστυνομικές “σκούπες”.
  10. Εξίσου σπάνιες είναι οι αθωώσεις όσων τελικά βαρύνονται με κατηγορίες, καθώς οι δικηγόροι υπεράσπισης ορίζονται απ’ το δικαστήριο.
  11. Άλλοι 1.540 ύποπτοι προσάγονται, ανακρίνονται και πολλοί συλλαμβάνονται τις μέρες αμέσως μετά το τέλος των ταραχών: συνολικά, περίπου 4.500 άνθρωποι εμπλέκονται στις έρευνες, περισσότεροι από το ένα τέταρτο αυτών, μετά την κατάπαυση των ταραχών.
  12. Ως τον Δεκέμβρη, 786 άνθρωποι βρίσκονται ακόμα προφυλακισμένοι, 83 απ’ τους οποίους ξένοι. Στις 4 Δεκέμβρη, ο Σαρκοζύ ανακοινώνει την απέλαση των πρώτων επτά ξένων.

Τα αποβράσματα

Δεν είναι όλες οι εξεγέρσεις απρόβλεπτες. Φυσικά δεν υπάρχει κάποια μέθοδος για να προβλέψουμε σαν Νοστράδαμοι την ακριβή στιγμή κάθε έκρηξης, αλλά το γεγονός ότι μια εξέγερση συμβαίνει δεν εκπλήσει παρά μόνο όσους έχουν ελάχιστη ιδέα για τον αφόρητο κόσμο στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε. Κι όμως, μόνο έκπληξη δεν είναι, καθώς γνωρίζουμε πως τέτοιες εξεγέρσεις συμβαίνουν συχνά στη Γαλλία, ξαναπιάνοντας κάθε φορά τις ίδιες πρακτικές και τελετουργίες -εκατοντάδες αμάξια καίγονται κάθε χρόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.

[σημείωση του συγγραφέα: Ακολουθώντας ένα διαδεδομένο παιχνίδι, μοναδικό στην Ευρώπη, την πρωτοχρονιά του 2005, 425 οχήματα πυρπολήθηκαν στη Γαλλία, το 2004 330, το 2003 324, το 2002 379. Το Clichy-sous-Bois, το Aulnay και η La Courneuve είναι οι πόλεις που συμμετέχουν πιο πολύ σ’ αυτό το φαινόμενο. Επίσης, την πρωτοχρονιά του 2004, το μπλακ-άουτ στο Sevran επέτρεψε στους ταραχοποιούς να στήσουν μια ενέδρα στην αστυνομία, που έφαγε αμέτρητες πέτρες από ταράτσες κτιρίων. Μπορούμε να πούμε ότι η πρωτοχρονιά έχει έναν πραγματικά εορταστικό χαρακτήρα στη Γαλλία…]

Οι εξεγέρσεις είναι ένα αναπόφευκτο προϊόν του παρόντος κοινωνικού συστήματος. Κι όταν μια εξέγερση ξεσπά, δεν έχει νόημα ν’ αναρωτιέται κανείς “γιατί γίνεται αυτό”, αλλά “γιατί δε γίνεται παντού, πάντοτε;”. Όμως, κάθε φορά που ξεσπά μια εξέγερση, ο πρώτος μηχανισμός που κινητοποιείται είναι μια προσπάθεια να εγκλειστεί σε μια κατηγορία. Ποιοί είναι οι εξεγερμένοι, από που έρχονται, τί θέλουν; Ξεκινά η έρευνα για ονόματα, ταυτότητες, για τις κατάλληλες κατηγορίες: ξένοι, μετανάστες… όχι, γάλλοι, ναι γάλλοι, αλλά γάλλοι δεύτερης γενιάς, δεύτερης κατηγορίας, γιοί ή εγγονοί μεταναστών, αποκλεισμένων, απόβλητων… Απογοήτευση, μάλλον η θεωρία του ισλαμικού φονταμενταλισμού δε δουλεύει: προφανώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από κείνους που πάνε στο τζαμί -στην πράξη τόσο οι εκκλήσεις όσο και οι κατάρες των ιμάμηδων αποδείχθηκαν άχρηστες. Οι δεξιές εφημερίδες (πχ η Le Figaro) επιχειρούν να στιγματίσουν τους εξεγερμένους ως “μέλη μιας παλαιστηνιακού τύπου Ιντιφάντα”, “ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία”, “τρομοκράτες” κλπ. Αυτές οι διαστρεβλώσεις, ωστόσο, δε φαίνεται να εμπεδώνονται, καθώς ο αγώνας καταφέρνει να επιδείξει τη δική του ασίγαστη ιδιαιτερότητα.

Οι κοινωνιολογικές κατηγορίες χρησιμοποιούνται για να οριστεί, να ταυτοποιηθεί και να εγκλειστεί η εξέγερση, με λίγα λόγια, εντός σαφών εννοιολογικών ορίων. Απ’ τη στιγμή που μια ταυτότητα έχει αποδωθεί στους εξεγερμένους -με πιο συχνή τέτοια, στην περίπτωσή μας, αυτή των κοινωνικών αποβλήτων, μια νέα λέξη για το “περιθώριο” (underclass). Το φάσμα των θεωριών για την διαχείρισή της κυμαίνεται κλασσικά από την αστυνομική καταστολή και τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, στην κοινωνική πρόνοια και την παρέμβαση της πολιτείας, να προτάξει, με άλλα λόγια, χείρα τιμωρίας ή οίκτου, η καταστολή και η ενσωμάτωση, το μαστίγιο και το καρότο. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα το γεγονός ότι άν η αναταραχή κι η εξέγερση είναι άμεσες συνέπειες του συστήματος της κυριαρχίας, το μόνο τέλος που μπορεί να έχουν είναι το τέλος της κυριαρχίας, η ανατροπή της.

Ωστόσο, το να ταυτοποιηθούν τα “αποβράσματα”, να τους δωθεί ενδεχομένως ένα πιο πολιτικά ορθός ορισμός, ενέχει ορισμένες προϋποθέσεις. Για να κατηγοριοποιηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο με σχετική συνοχή, πρέπει πρώτα απ’ όλα να οριστεί, και για να οριστεί πρέπει να απομονωθεί. Απ’ την μια, τα όρια της εξέγερσης ορθώνονται για να αναπαραστήσουν τη δράση και τις αιτίες της σαν τυχαία έκτροπα, που παρήγαγε ένα σύστημα το οποίο (παρόλη τη φτώχεια, τον πόλεμο, την μόλυνση, την ολοκληρωτική υπαγωγή στο εμπόρευμα και την καταστροφή ολόκληρου του -έμβιου και μη- κόσμου, και των ζωών όλων) πρέπει να διατηρηθεί, ίσως ακόμα και με ορισμένες κοινωνικές παροχές ταυτόχρονα με την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Όμως, όπως είναι γενικά γνωστό, αυτό που ήταν εξαίρεση γίνεται ο κανόνας, κατάσταση που συμπεριλαμβάνει τον αποκλεισμό, τη φτώχεια, την κοινωνική αποξένωση, τη γενικότερη υποτίμηση της ζωής.

Δεν πρόκειται ποτέ για μεμονωμένο φαινόμενο, είτε τοπικά ή παγκόσμια. Η φτώχεια, η ανασφάλεια της ζωής στη δυτική κοινωνία, η αστική πολεοδομία στις μητροπόλεις ολόκληρου του κόσμου (απ’ το Λος Άντζελες στην Μπογκοτά, κι απ’ το Αλγέρι στο Παρίσι), η περίφραξη των συνόρων της Ευρώπης-φρούριο, είναι μόνο ορισμένες εκδηλώσεις αυτής της δομικής περίφραξης. Το κόλπο του καρότου και του μαστιγίου, ο συνδυασμός αστυνομικής και δικονομικής καταστολής με την εξαγγελία κοινωνικών παροχών στα προάστεια, μπορεί να ξεγελάσουν μερικούς, αλλά σίγουρα όχι τους -όχι λίγους- που γεύονται την κοινωνική περιθωριοποίηση στο πετσί τους, που νιώθουν ότι νέες και μεγαλύτερες εκρήξεις συναρμολογούνται σε κάθε γωνία, και κυρίως, νιώθουν μια ακατάπαυστη θέληση για εξέγερση να πάλλεται μέσα τους. Και είναι ακριβώς αυτή η ελκυστική γοητεία της εξέγερσης που αποτελεί τον κύριο στόχο της διαδικασίας της κατηγοριοποίησής της.

Στην πραγματικότητα, η διαδικασία της κατηγοριοποίησης, πέραν του να αναπαριστά τη φαινομενικότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης σαν να ήταν ουδέτερη, στοχεύει στον διαχωρισμό και την απομόνωση των “αποβλήτων” από όλους τους υπόλοιπους -διαχωρίζοντας ταυτόχρονα όλους αυτούς απ’ τον ίδιο τον εαυτό τους, απ’ την επιθετική δυναμική τους. Μ’ άλλα λόγια, τα απόβλητα έχουν κάποιου είδους κληρονομικού δικαιώματος στην οργή, καθώς η απόγνωση και η αίσθηση της αδικίας είναι αποκλειστικά δικά τους προβλήματα. Όμως εμείς, οι προνομιούχοι αυτής της κοινωνίας, τί θέλουμε; Εντάξει στα γκέττο των σύγχρονων πόλεων, στα banlieues (προάστεια) του Παρισιού, η ζωή είναι διαλυμένη, κενή, κυνηγημένη από κάθε μπάντα της κοινωνικής, υλικής και υπαρξιακής αλλοτρίωσης, πνιγμένη στην απόγνωση και την μεταφυσική ανία. Αλλά η δική μας ζωή; είναι πλουσιοπάροχη και γεμάτη διασκεδάσεις, προοπτικές, πάθος… Η δική μας ζωή; Με συγχωρείτε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς.

Εκ των πραγμάτων, το επίπεδο της καταπίεσης, και ταυτόχρονα τα ρήγματα που προκαλεί η εξέγερση, αφορούν τους πάντες. Η δυιστική λογική της συμπονετικής αντιπολίτευσης, μεταφράζει την πραγματικότητα με τόσο χονδροειδή τρόπο που αδυνατεί να αντιληφθεί τη δυναμική της εξέγερσης κι αυτών που θα ΄ρθουν. Η διάκριση των νέων απ’ τα προάστεια απ’ τους υπόλοιπους, έπειτα ο διαχωρισμός των βίαιων κι αδιόρθωτων που είναι αδύνατον να πειθαρχηθούν απ’ αυτούς που πρέπει να προστατευθούν απ’ την μόλυνσή τους, δεν είναι παρά μια προσπάθεια να ξεριζωθεί η δυνατότητα εξέγερσης από τα μέσα και το περιβάλλον που χρειάζεται για να εκραγεί. Αυτή είναι η κοινή λογική πίσω από κάθε έκτακτη διαχείριση. Επιπλέον, η εμπέδωση μιας τέτοιας ιδεολογικής διαίρεσης συνθλίβει κάθε πρακτική δυνατότητα. Όπως κάθε εξέγερση, ομοίως και της Γαλλίας απευθύνεται στον καθέναν. Το ξεδίπλωμά της αναπόφευκτα επιρρεάζει τις κινήσεις μας. Τελικά, το ποιο σημαντικό δεν είναι ποιοί είναι αυτοί, αλλά μάλλον ποιοί είμαστε εμείς, και τί θέλουμε να κάνουμε. Καθώς μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης υφίσταται είτε διακυρήσσεται επίσημα είτε όχι, το πρώτο πρακτικό μάθημα αφορά την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής κατάστασης εξαίρεσης απέναντι στην έκρηξη καταστροφικών πράξεων, τη γρήγορη διάδοσή τους και την άρνηση κάθε εκπροσώπησης.

Ορισμένοι γκρινιάζουν για την υποτιθέμενη έλλειψη σαφών ταξικών στόχων κι επαναστατικής συνείδησης, απενοχοποιώντας έτσι την αποστασιοποίησή τους, αδυνατώντας να βρουν κάποια πολιτική προοπτική ή αποτέλεσμα. Ακόμα, μιλούν για φαινόμενα “βαρβάρων” χωρίς κανένα σχέδιο, ως αποτέλεσμα της “παθητικής διάλυσης της παλιάς εργατικής τάξης”. Κάποιοι άλλοι ποζάρουν ως συνειδητοποιημένοι οργανωτές της εξέγερσης (της επερχόμενης, φυσικά). Ωστόσο, αντί να ασχολούμαστε με το να δείξουμε στους ταραχοποιούς της Γαλλίας τί να κάνουν, θα ήταν προτιμότερο να δούμε τί μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτούς. Υπάρχει μια πρακτική εγρήγορση στις τακτικές της εξέγερσης των “αποβρασμάτων” που λείπει επαίσχυντα ακόμα κι απ’ τους πιο εκλεπτυσμένους “συνειδητοποιημένους” των επαναστατικών χώρων, συχνά τόσο συνειδητοποιημένων που αδυνατούν να πράξουν. Εάν οι Γάλλοι ταραχοποιοί δεν κατάφεραν να “κάνουν ένα ακόμη βήμα για να γίνουν επαναστάτες” (πιθανόν, όμως ποιοί είναι τελικά επαναστάτες σήμερα;), τουλάχιστον με τον τρόπο τους εξέθεσαν τις ενεργητικές δυνατότητές τους στην πιο σκληρή δοκιμασία. Χωρίς να περιμένουν από κανέναν να τους διδάξει “τί να κάνουμε”, κατέθεσαν έμπρακτα τη δική τους εκδοχή για το πώς να το κάνουμε. Πραγματοποίησαν την εκρηκτική οργή τους ως μια εντυπωσιακή σειρά εμπρησμών, χωρίς να τους ενεχειρίζουν σε κανέναν εκπρόσωπο. Η ζωτική δύναμη που απελευθερώθηκε μετά από μακροχρόνια καταπίεση ήταν ταυτόχρονα μια άγρια πυρομανία που αγνοούσε κάθε μορφή αντιπροσώπευσης και απολογίας.

Φαινομενολογία του οργισμένου μηδενισμού

Η οργή είναι η έκφραση της δύναμης που έχει καταπιεστεί για πολύ καιρό, δέσμια και υποδουλωμένη, οργή που εμφανίζεται ως διαπίστωση πως “είμαστε πολύ νέοι για να πεθάνουμε”. Η πρώτη εκδήλωσή της ανοίγεται στον ορίζοντα που χαρακτηρίζεται από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Η τυφλή οργή της αιχμαλωσίας δε διακρίνει γύρω της τί θα χτυπήσει, αν θα χτυπήσει στον τοίχο ή θα σπάσει τα χέρια της, το σώμα της μετασχηματίζεται σε πολιορκητικός κριός. Τα πάντα μπορεί να καταστραφούν! Η οργή, εκδηλώνεται στον ορίζοντα του μηδενισμού. Καθώς δε δικαιούνται να επιθυμούν τίποτα για δικό τους, αυτοί οι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας επιθυμούν αυτό το τίποτα να γίνει πραγματικά τίποτα, να εκμηδενιστεί.

Όμως ο μηδενισμός, αυτός ο ενοχλητικός καλεσμένος, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές. Οι λιγότερο προφανείς είναι και οι πιο διαδεδομένες, κι επίσης οι πιο δημοφιλείς: είναι ο αυτονόητος μηδενισμός της εξουσιαστικής διαχείρισης της ύπαρξης, που διαβρώνει τα πάντα. Εκμηδενίζει τη ζωή και την αποξενώνει απ’ την ίδια τη δυναμική της, προκειμένου να την αναπαράγει εντός των κατεστημένων θεσμών της τάξης και της πειθαρχίας, της παραγωγής και κατανάλωσης, της παραίτησης και της κυνικής αδιαφορίας.

Το παρόν κοινωνικό σύστημα είναι τόσο μηδενιστικό όσο και οι υπήκοοί του που υποτάσσονται σ’ αυτό, αποδεχόμενοι τις διάφορες μορφές σκλαβιάς, σέρνοντας με απάθεια τα πόδια τους μέρα με την μέρα. Καθώς έχουν ενσωματώσει τα αυτονόητα της οικονομίας και τη φαντασιακή αξία των εμπορευμάτων, η ζωή τους βασίζεται στους υπολογισμούς μεταξύ κόστους και οφέλους, στον διαχωρισμό μεταξύ σκοπού και μέσων, στην εγκατάλειψη στην αθλιότητα του σήμερα και την παθητική προσμονή ενός καλύτερου αύριο. Η μηδενιστική παραγωγή της κυριαρχίας συνίσταται σε δυο συμπληρωματικές κινήσεις: απ’ την μια αποξενώνει, λεηλατεί και ξεγυμνώνει, απ’ την άλλη θαμπώνει, ξαναντύνει, και μασκαρεύει. Όμως η κενότητα στην οποία βασίζεται αυτή η διττή κίνηση και την οποία μετουσιώνει, γίνεται προφανής όταν το δεύτερο σκέλος της (η ψευδής ικανοποίηση των αυταπατών) υπολειτουργεί: όταν το σχολείο, η εργασία κι όλοι οι θεσμοί της πολιτισμένης κοινωνίας του θεάματος απαξιώνονται ως διαμορφωτές-διαχειριστές της ύπαρξης, που κατά συνέπεια, εξωθείται στην παρατεταμένη μετάσταση της αλλοτρίωσής της.

Όταν μια τέτοια μετάσταση εκδηλώνεται τυφλά, όταν έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν απάνθρωπο θάνατο, μπορεί να εκραγεί ως οργισμένος μηδενισμός: καθώς υποβάλλονται βίαια σε μια διάγνωση της κενότητας που περιβάλλει και διαβρώνει τις ζωές τους, αποφασίζουν ανώνυμα, σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, να παραδόσουν την κενότητα αυτή στο τίποτα. Ο οργισμένος μηδενισμός δε ζητά τίποτα, και διαθέτει μια διαυγή αντίληψη του ότι το μόνο που μπορεί να κάνει με όσα τον περιβάλλουν είναι να καταβροχθισθούν απ’ την κενότητά του. Η έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού, απελευθερωτική για τα πιο άγρια πάθη, μπορεί να είναι επίσης μια άδολη χαρά γεννημένη από μια αφόρητη ναυτία για το σύνολο του υπάρχοντος κόσμου. Κι όμως είναι έτσι ακριβώς που εξελίσσεται σε μια αυθεντική καταστροφική ευφορία.

Μετά την εποχή της κυνικής αδιαφορίας, του καιροσκοπισμού και του φόβου, στην παρούσα φάση γενικευμένης προλεταριοποίησης της ζωής, τί είδους αγώνας θα μπορούσε να γίνει; Λυπούμαστε που θα απογοητεύσουμε τους ακούραστους θεματοφύλακες της προόδου, αλλά οι τρέχοντες αγώνες περιλαμβάνουν επίσης μια ολοκληρωτικά καταστροφική πλευρά. Είχε γραφτεί κάποτε: “Μηδενιστές… ακόμα ένα βήμα αν θέλετε να είστε επαναστάτες”. Το να θέλεις τα πάντα, είναι μόλις ένα βήμα απ’ το να μη θες τίποτα. Μπορούμε όμως ακόμα να πούμε: “Επαναστάτες… ακόμα ένα βήμα για να γίνεται μηδενιστές”: απαιτεί μεγάλο θάρρος να συμβαδίζει κανείς με την οργή του. Και πού θα μας πάει; Μα δεν ξέρετε; Δε θα μας πάει πουθενά, αλλά… πού νομίζετε ότι πηγαίνετε όλοι σας;

‘S’ io fossi foco arderei lo mondo’

(“Αν ήμουν φωτιά, θα έκαιγα τον κόσμο”, από σονέττο του Cecco Angiolieri, σύγχρονου του Δάντη)

Η καταστροφική ευφορία του οργισμένου μηδενισμού βρίσκει την κύρια μορφή έκφρασής της στο στοιχείο που αναπαριστά περισσότερο την οργή: τη φωτιά. Οι μολότωφ και οι εκρηκτικοί μηχανισμοί είναι σαν βέλη, με τα οποία σύμβολα και δομές της εξουσίας και του συστήματος στοχοποιούνται: αστυνομικά τμήματα, δημαρχεία, δικαστήρια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα και καταστήματα, σχολεία και αυτοκίνητα.

Ορισμένοι απ’ τους στόχους αυτούς πληγώνουν την κοινωνική συνείδηση πολλών ανθρώπων. Γιατί να καίνε τα σχολεία, όταν αυτά θα φέρουν στους κοινωνικά αποκλεισμένους την μόρφωση και την ένταξη στην κοινωνία; Μήπως δεν ήταν η δημόσια εκπαίδευση μια σημαντική κατάκτηση για την ανθρωπότητα και την πρόοδο; Ίσως, αλλά την ίδια στιγμή, ποιός μπορεί να αρνηθεί πως τα σχολεία μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με φυλακές, όντας και τα δύο στοιχεία μιας γενικότερης κοινωνίας-φυλακής, ποιός δεν μπορεί παρά να σιωπήσει μπρος στη φαινομενική ομορφιά ενός σχολείου που καίγεται; Το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται σε μια αφαίρεση του νοήματος. Με άλλα λόγια, τα σχολεία, όντως μέσα για εισαγωγή στη ζωή, ή μάλλον στην εργασία, που παρέχει τα μέσα για τη ζωή, δεν έχουν άλλο νόημα καθ’ εαυτόν, παρά το νόημα αυτού για το οποίο προετοιμάζουν. Μ’ αυτήν την έννοια, καθώς κάθε μελλοντική προοπτική καταργείται, και το μέλλον συνίσταται σ’ έναν μακρόσυρτο σκοπό μεταξύ ανίας και απόγνωσης, τα σχολεία αδειάζουν απ’ το όποιο παιδαγωγικό τους περιεχόμενο. Όταν ένα μέσο χάνει τη χρησιμότητά του, η διατήρησή του σημαίνει τη φετιχοποίησή του, και τα φετίχ παραδίδονται στην πυρά, πιθανώς, όπως στην περίπτωσή, μας από παιδιά που φωνάζουν “αυτή η νύχτα είναι δική μας”.

Οι συνειδητοποιημένοι απορούν για τα καμμένα αυτοκίνητα: “γιατί να κάψεις το αυτοκίνητο του γείτονα”, λες και ο “γείτονας” αυτόματα αντιμετωπίζει την ίδια κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τους ταραξίες. Πρώτον, τα περισσότερα απ’ τα πυρπολημένα αυτοκίνητα ανήκαν άμεσα ή έμμεσα σε θεσμούς. Δεύτερον, τα “αποβράσματα” δεν έρχονται απ’ το πουθενά, αλλά ζουν σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο, το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει μια ομοιογενή ανθρώπινη πραγματικότητα. Απ’ την μία, οι ταραχοποιοί απ’ τα προάστεια ήξεραν ότι μπορούν να βασίζονται στην υποστήριξη και την πρακτική αλληλεγγύη πολλών κατοίκων των γειτονιών τους (χωρίς την οποία δε θα ήταν εφικτό να κρατήσουν είκοσι νύχτες οι ταραχές), απ’ την άλλη φαίνεται να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τίνος το αμάξι πυρπολούν, και σίγουρα δεν ανήκουν σε άμεσους ή έμμεσους συνεργούς των εξεγερμένων. Στα προάστεια, όπως κι οπουδήποτε αλλού, υπάρχουν ζηλωτές της τάξης και του διαλόγου, ρουφιάνοι και κερδοσκόποι, συνεργάτες της αστυνομίας και κάθε είδους καθήκι, όπως επίσης κι αυτοί που δε συμμερίζονται στην πράξη την αταλάντευτη και σαφή στάση των ταραχοποιών. Οι νέοι των προαστείων δεν ανέχονται κανενός είδους ουδετερότητας, διαλόγους ή συμβιβασμού με τους θεσμούς -κάτι το οποίο εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο στο κίνημα ενάντια στο CPE τον Μάρτη και τον Απρίλη του 2006, ειδικά στο Παρίσι.

Οι γείτονες δηλαδή, δεν είναι πάντοτε φίλοι ή “συνένοχοι”. Επίσης, οι εξεγέρσεις δε διεξάγονται σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, αλλά στο πραγματικό πεδίο της μάχης. Έτσι, οχήματα παραδίδονται στις φλόγες όχι μόνο επειδή είναι προφανώς μια ευχαρίστηση να βλέπει κανείς τις φωτιές να τα καταπίνουν, αλλά κυρίως ακολουθώντας μια στρατηγική αντίληψη επί του εδάφους, δηλαδή λόγω της θέσης τους στο πεδίο που εκτυλίσσεται ο αγώνας. Είναι μόνο σε μια τέτοια προοπτική πραγματική σύγκρουσης (κι όχι στην κοινωνιολογική μετάφραση ή την πολιτική αναπαράστασή της) που η αξία αυτής της πρακτικής μπορεί να εκτιμηθεί. Η πυρπόληση αυτοκινήτων μπορεί να γίνει ένα ιδιαίτερα παοτελεσματικό μέσο ταχύτατης δημιουργίας οδοφραγμάτων, και ταυτόχρονα είναι ένας εύχρηστος τρόπος να τραβηχθεί η αστυνομία σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου στη συνέχεια συνήθως δέχεται επίθεση με πέτρες ή μολότωφ, ενώ οι ταραχοποιοί μπορούν να σπάσουν και να διαφύγουν εύκολα για να ξαναβρεθούν σε κάποιο προσυνεννοημένο μέρος και να ξαναπιάσουν το παιχνίδι απ’ την αρχή. Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε και στο σαμποτάζ σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας με το οποίο ξεκίνησαν μερικές απ’ τις νύχτες της οργής.

Το γεγονός ότι αυτές οι απλές παρατηρήσεις έχουν περάσει απαρατήρητες από τόσο πολλούς “ειδικούς” είναι εντυπωσιακό. Το πιο σημαντικό σημείο πάντως, είναι η σημασία που παίρνει το μητροπολιτικό πεδίο ως πεδίο μάχης για τους τρέχοντες αγώνες κι αυτούς που θα ‘ρθουν. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην κυκλοφορία του χρήματος, της πληροφορίας, των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, ο έλεγχος επί του εδάφους είναι μια απ’ τις σημαντικότερες λειτουργίες της εξουσίας. Για παράδειγμα, στις αστικές συγκοινωνίες που μας δολοφονούν αργά, καθημερινά, με το δηλητήριό τους στις μητροπολιτικές ζώνες, οι ελεύθεροι χώροι περιορίζονται στους αποξενωτικούς χώρους μεταβίβασης και εξυπηρέτησης. Πρόκειται για μια ασύμμετρη, απάνθρωπη και δολοφονική πραγματικότητα που εξορίσει τη ζωή, όπου το έδαφος γίνεται ολοένα και πιο άγονο και απαράβατο γι’ αυτούς που, είτε από συστηματικό αποκλεισμό, είτε από προσωπικές τους επιλογές, αδυνατούν να αναπαραχθούν ως εμπορεύματα, και κατ’ επέκταση περιθωριοποιούνται, φυλακίζονται, απελαύνονται.

Την ίδια στιγμή, το έδαφος και η μετακίνηση σ’ αυτό γίνονται στρατηγικοί παράγοντες των αγώνων, με τηην εξάπλωση πρακτικών όπως τα μπλόκα και το σαμποτάζ, η εύρεση νέων τρόπων ζωής και χρήσης του χώρου, και η καταστροφή του κάθε τί που δεν μπορεί να οικειοποιηθεί. Δε γνωρίζουμε ασφαλώς αν αυτό είχαν στο μυαλό τους οι εμπρηστές αυτοκινήτων. Δε γνωρίζουμε αν υπερεκτιμούμε την οργή τους. Αυτό που είναι βέβαιο όμως είναι ότι πίσω απ’ την αρνητική, καταστροφική τους στάση ορθώνεται μια θετική στάση, που αφορά τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο σύναψης ανθρώπινων σχέσεων, που πέρα απ’ την συνεχή εφευρετικότητα λέξεων και χειρονομιών, οικοδομεί μια συνενοχή κι αλληλεγγύη στις ταραχές.

Μια θετική στάση που δε χωράει στην αναπαράσταση που προβάλλουν οι δυνάμεις του εχθρού, για τις οποίες δεν πρόκειται παρά για βάνδαλους, ανόητους και παράλογους μανιακούς. Δεν μας ενδιαφέρει να πλέξουμε ένα νεο-ρεαλιστικό εγκώμιο του περιθωρίου. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναρωτηθούμε ξανά, αν είναι εφικτό να ζήσουμε σε χώρους μ’ έναν διαφορετικό τρόπο ούτως ώστε να συναντήσουμε νέους “συνενόχους” και νέες πιθανότητες αγώνα που θα ξεσπά ριζοσπαστικά, χαρμόσυνα κι εφευρετικά.

Μάρτης 2006

Υποθέσεις προς διερεύνηση

Ο Philippe de Villiers ζήτησε απ’ τον πρωθυπουργό Dominique de Villepin να αυξήσει τον πήχη της αντίδρασης του κράτους προς αυτό που φαίνεται να αποτελεί έναν εθνοτικό εμφύλιο πόλεμο” -Reuter, October 29 2005

Ένας δηλωμένος κι ανοιχτός εμφύλιος πόλεμος είναι καλύτερος από μια σάπια ειρήνη -M. Bakunin

Εμφύλιος Πόλεμος

Σύμφωνα με τα σύγχρονα σενάρια γενικευμένου πολέμου, τα όρια μεταξύ εσωτερικού κι εξωτερικού έχουν αρθεί, έχοντας -κατά κάποιον τρόπο- φέρει τον πόλεμο σπίτι, ένας εμφύλιος πόλεμος διεξάγεται στην πράξη.

Ο εμφύλιος πόλεμος, δεν είναι λοιπόν ούτε ένας αξιολογικός χαρακτηρισμός, ούτε ένας παλιός μύθος για να δίνει κουράγιο. Αντιθέτως, είναι ένα πασιφανές γεγονός, ένα σημείο αφετηρίας. Είναι κάτι που συνήθως αποσιωπάται, στο όνομα μιας ψεύτικης ενότητας κοινών στόχων, ένα σύνθημα που χρησιμεύει σαν τονωτικό για τη δημόσια τάξη, ή, όταν εκρήγνυεται, μυστικοποιείται σαν ένα εθνικό-φυλετικό ζήτημα (“σύγκρουση πολιτισμών” όπως ονομάστηκε πρόσφατα). Όμως αυτός ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι απλά μια εσωτερική διαμάχη εντός ενός ομογενούς κοινωνικού συνόλου, ούτε μια διαμάχη μεταξύ απλά διαφορετικών ταυτοτήτων, αντίθετα, είναι η πραγματική απόδειξη του φαντασιακού χαρακτήρα κάθε ενότητας: μια μυθοπλασία πίσω απ’ την οποία η διαρκής και μονόπλευρη επίθεση του κεφαλαίου εναντίον των εκμεταλλευομένων, αποξενωμένων κι αποκλεισμένων, των κολασμένων της Γης, προσπαθεί να κρυφθεί. Το ξέσπασμα της εξέγερσης και της αναταραχής, μας γεμίζει με τη χαρά του ξεπεράσματος όχι μόνο κάθε επίπλαστης ενότητας, αλλά κι επίσης της ενότητας της επίθεσης.

Αυτοί τους οποίους η εξουσία χτυπά και κακοποιεί κάθε μέρα, και οι οποίοι μπορούν να αντιστρέψουν τους συσχετισμούς ισχύος ανά πάσα στιγμή και με κάθε μέσο, δεν μπορούν να ενταχθούν σε κάποια εθνική κατηγορία. Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ορισμένοι άνθρωποι υφίστανται αγριότερη καταπίεση, αποκλείονται από το παραμύθι του δυτικού Κράτους Πρόνοιας και εγκλείονται σε κάποιο απ’ τα αναρίθμητα γκέττο του πλανήτη. Όμως, μέχρι τώρα, καθώς η κυριαρχία επιρρεάζει τους πάντες, κάτι τέτοιο ήταν κυρίως μια διαφορά στην ένταση της γενικευμένης καταπίεσης. Τα του καίσαρος, τω καίσαρι. Η βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης και η ανασφάλεια της ζωής δεν είναι μεμονωμένα φαινόμενα που επιρρεάζουν μόνον όσους έχουν αποκλειστεί απ’ τον οικονομικό κύκλο και την πολιτική εκπροσώπηση. Είναι αντίθετα μια οικουμενική συνθήκη που επιρρεάζει τους πάντες: η υποταγή στην οικονομική και πολιτική δικτατορία: Κατά συνέπεια, κάθε εξέγερση απελευθερώνει μια οικουμενική δυνατότητα εξέγερσης που μόνο μέσω της κολλητικής αλληλεπίδρασης μπορεί να πραγματοποιηθεί, ούτως ώστε αυτός ο εμφύλιος πόλεμος να μεταμορφωθεί σε κοινωνικό πόλεμο ενάντια στο Κεφάλαιο.

Η ουδετερότητα είναι αδύνατη μέσα στα πλαίσια του εμφυλίου πολέμου. Ο ισχυρισμός της ουδετερότητας δεν είναι παρά η συστοίχιση με την κατεστημένη μεριά, η συνεργασία μ’ αυτήν υπό το πρόσχημα της ανυπαρξίας άλλων επιλογών. Η ουδετερότητα δεν είναι παρά η πιο κοινότυπη δικαιολογία των “ενδιάμεσων” και η μητέρα κάθε εθελοδουλείας. Στα πλαίσια του εμφυλίου πολέμου κάθε ουδετερότητα είναι δυνητικά εχθρική προς τους εξεγερμένους.

~

Μια μηδενιστική φωτιά δε χαρίζεται στους εμπρηστές της. Είναι οι γειτονιές τους που καίγονται, τα αυτοκίνητα των γειτόνων και των γονιών τους, τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία των αδερφιών του που λεηλατούν. Κάνουν στάχτη οτιδήποτε θα μπορούσε να κάνει τη ζωή τους καλύτερη κι ευκολότερη, οτιδήποτε θα τους επέτρεπε να διασκεδάσουν λίγο, να επικοινωνήσουν, να βρουν δουλειά. –A. Glucksman, φιλόσοφος, στη Le Monde, 21 Νοέμβρη 2005

Οι πολεοδόμοι πάντα το ‘χαν λάθος: θεωρούν τα αυτοκίνητα (και τα υποπροϊόντα τους, όπως τα παπάκια) ουσιαστικά σαν μέσα μεταφοράς. Είναι η υλοποίηση μιας άποψης για την ευτυχία, αυτή που ο ανεπτυγμένος καπιταλισμός προσπαθεί να επεκτείνει στο σύνολο της κοινωνίας. Τα αυτοκίνητα είναι το αποκορύφωμα της ευτυχίας της αλλοτριωμένης ύπαρξης, και ως ουσιώδη προϊόντα της καπιταλιστικής αγοράς, βρίσκονται στο επίκεντρο της ίδιας παγκόσμιας διαφήμισης. –G. Debord.

Διάχυτη εξουσία, διάχυτη επίθεση

Η εξουσία δε διαμένει σε κάποια Χειμερινά Ανάκτορα που μπορούν να καταληφθούν απ’ τους επαναστάτες, ούτε βασίζεται στα διάφορα κέντρα παραγωγής που μπορούν να καταλάβουν οι εργάτες. Δε συμπεριλαμβάνει απλώς τις πολιτικές, αστυνομικές και νομικές λειτουργίες, αλλά διαθέτει ένα τριχοειδές σύστημα σχέσεων που, μιας και επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, διαμορφώνοντας τις ατομικές και συλλογικές πράξεις. Η εξουσία παράγει και ευνοεί την αναπαραγωγή μορφών ζωής που η διατροφή, η επικοινωνία, η κίνηση, η σκέψη κλπ προσαρμόζονται ευκολότερα στις απαιτήσεις της. Η εξουσία μοιάζει να έχει κυριαρχήσει παντού, μα για τον ίδιο είναι επίσης εκτεθειμένη παντού -προφανώς σε διαφορετικό βάθος στρατηγικής επίθεσης. Όλο αυτό δεν είναι παρά κοινοτοπίες που θα διδάσκονταν ακόμα και σε κάποιο γαλλικό κολλέγιο, όμως αν είναι έτσι, τότε δε θα ‘πρεπε να παραπονιέται κανείς στα σοβαρά για τη ζημιά που προκαλούν οι ταραχοποιοί προς “άσχετους ανθρώπους”. Είτε πρόκειται για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων που πυρπολήθηκαν απ’ τους γάλλους αυτοκινητομάχους, είτε για τους απογοητευμένους πελάτες κάποιας κατεστραμμένης τράπεζας, ή για τους αργοπορημένους οδηγούς λόγω ενός οδοφράγματς, κάθε ισχυρισμός ότι αποτελούν έναν τρίτο, άσχετο μ’ όλο αυτό, ισοδυναμεί μ’ έναν ισχυρισμό ουδετερότητας: μια υπόθεση προς κατάρριψη.

Ασφαλώς, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η καταστροφή μιας τράπεζας, μιας φυλακής ή ενός δικαστηρίου είναι κάτι διαφορετικό ποιοτικά απ’ την πυρπόληση ενός αυτοκινήτου στα προάστεια, κάτι που ισχύει αλλά μέχρι ενός σημείου. Για να το αντιληφθούμε καλύτερα, θα μπορούσε κάποιος να διεξάγει το ακόλουθο υποθετικό πείραμα. Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι κριτήριο για την ευκρίνεια μιας πρακτικής στην εξέγερση είναι η πιθανότητα γενίκευσής της, οπότε ας υποθέσουμε ότι μια πρακτική θα ακολουθούταν παντού: για παράδειγμα, αν όλες οι τράπεζες καταστρέφονταν, σίγουρα, θα προκαλούνταν ένα χάος αλλά βέβαια θα απείχε ακόμα απ’ το να επιφέρει μια επανάσταση. Ας επαναλάβουμε το πείραμα, με όλα τα αυτοκίνητα αυτή τη φορά να καταστρέφονται. Δε θα ήταν οι συνέπειες το ίδιο, αν όχι και περισσότερο επαναστατικές; Δε θα επέφερε μια ριζική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνικής ζωής; Μια υπόθεση που δεν μπορούμε να αρνηθούμε.

~

Θέλω να πω σ’ όλα τα παιδιά που ζουν σε δύσκολες περιοχές ότι δεν έχει σημασία από που κατάγονται, όλα είναι παιδιά της (Γαλλικής) Δημοκρατίας” -J. Chirac, 14 Νοέμβρη 2005.

“Δημοκρατία είναι μια μορφή διακυβέρνησης που τίθεται πάνω απ’ το λαό, τον χειραγωγεί, τον εκπαιδεύει και τον κάνει ό,τι θέλει. Με τον στρατό της υποχρεώνει τους πιο απείθαρχους να υποταχθούν στους νόμους της. Κι όπως κάθε άλλη διακυβέρνηση, τα μόνα εμπόδια που βρίσκει είναι η αντίσταση των υπηκόων της κι ο φόβος για μια πιθανή εξέγερση” -E. Malatesta

Η ιδεολογία του νομοταγούς πολίτη

Παιδιά της Δημοκρατίας”: έτσι απευθύνθηκε ο Chirac στους κατοίκους των προαστείων προκειμένου να τους εξευμενίσει -σε μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι υβριστικές προσβολές του Σαρκοζύ. Όσοι απ’ αυτούς γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, σαν χρυσοποίκιλτες πόρνες, έχουν αρκετούς λόγους να θίγονται: όπως το Κράτος ονομάζεται Πατρίδα όταν είναι έτοιμο να σκοτώσει, αποκαλεί τους υπηκόους του “πολίτες” όταν επιθυμεί τη συνενοχή τους στο νόμιμο έγκλημα.

Η ιδεολογία του πολίτη, βέβαια, έχει δεχθεί κριτική εδώ και πολύ καιρό ως ιδεολογική αντανάκλαση μιας ψευδούς ισότητας που συγκαλύπτει την κοινωνική ιεραρχία, έχει ειπωθεί ότι ο πολίτης δεν είναι παρά η αστική εκδοχή της κοινωνικής ιεραρχίας. Στην υποχώρησή της, η κατάσταση του πολίτη έχει αποκαλύψει τη γυμνή ζωή που ισχυριζόταν ότι έκρυβε. Αυτή ήταν η φρικτή διαπίστωση των δυο παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα: πίσω απ’ τους πολίτες δεν υπήρχε παρά η αστική αντίληψη κοινωνικής ζωής, όμως βαθύτερα, κρυβόταν η γυμνή ζωή που μόλις απαλλάχθηκε απ’ το περιτύλιγμά της, έχασε κάθε αξία, κάθε δικαίωμα, κάθε σεβασμό.

Σήμερα δεν είναι καλύτερα, καθώς οικουμενικά οι πολίτες δεν είναι παρά οι καθημερινοί εκείνοι άνθρωποι που οι συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους έχουν ενσωματώσει κάθε κυρίαρχο πρότυπο. Ένας άχρωμος, θλιβερός συμβιβασμός, βασισμένος στην αναισθησία, συγκολλημένος απ’ τον φόβο. Τα τρία συστατικά του σύγχρονου πολίτη είναι η ανικανότητα άρνησης, η αδυναμία αποτελεσματικής δράσης και η ενσωμάτωση της αδυναμίας, ενισχυμένα απ’ την ιλιγγιώδη μείξη τεχνολογικής ανάπτυξης και θεάματος που παράγουν σε πληθώρα κάθε υποκατάστατο ώστε να αποφεύγεται το πανταχού παρόν ενδεχόμενο ψυχολογικής κατάρρευσης, παραίτησης κι απόσυρσης απ’ τον κόσμο. Προκειμένου να εξακολουθεί να ισχυρίζεται κανείς ότι διάγει μια ζωή ήσυχη και “κανονική” στις παρούσες συνθήκες, οφείλει πρώτα να απολέσει την όραση και την ακοή του, κι έπειτα, καθώς τα ανησυχητικά γεγονότα εμφανίζονται παντού και δεν μπορούν πια να αγνοούνται, να εγκαταλείψει τη δυνατότητά του να αντιδρά: εξ ου και η γενικευμένη παραίτηση που αν δεν μετατρέπεται ανοιχτά σε γενική κατάθλιψη είναι γιατί υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη χρήση του φόβου, όχι μόνο των άλλων αλλά και του φόβου για το παρόν και το μέλλον του καθενός, και απ’ τις αμέτρητες τεχνοκρατικές μεθόδους του “να ξεφεύγεις”.

Πέρα απ’ την κατάσταση του πολίτη ωστόσο, αναπτύσσονται και διαδίδονται διαφορετικές μορφές ζωής. Όσοι απ’ αυτούς διατηρούν την αίσθηση του ανικανοποίητου απ’ αυτόν τον κόσμο, και επιστρατεύουν τη δύναμη και τη φαντασία τους για να επινοήσουν μορφές αντίδρασης κι επίθεσης ενάντια στην απάνθρωπη κοινοτοπία του, αλλά και το αναγκαίο θάρρος για να τις κάνουν πράξη, τίθενται εκ των πραγμάτων εκτός της ιδιότητας του πολίτη. Διατηρούν τη ζωή τους, τη ζωτικότητα που δεν μπορεί να περιοριστεί απλά στην μια ή την άλλη μορφή επιβίωσης. Απ’ την μια, ανεπιθύμητα προϊόντα αυτής της κοινωνίας, κατακάθια, που διαρκώς επιστρέφουν για να ταράξουν τον ήσυχο ύπνο της, και την ίδια στιγμή λογικά και παθιασμένα όντα της εξέγερσης, παράνομες και βαρβαρικές μορφές ζωής που ακατάπαυστα εμποδίζουν, επιτίθενται και πυρπολούν μέχρι κάθε ίχνος της αδικίας να εκλείψει. Όχι κύριε πρόεδρε, οι εξεγερμένοι της Γαλλίας δεν είναι παιδιά της αιματοβαμμένης δημοκρατίας σας, είναι παιδιά της ίδιας λύσσας που σας περιμένει σε κάθε γωνιά του δρόμου να σας αποδώσει τον λογαριασμό.

~

Είναι ένα μέτρο ασφάλειας που πάρθηκε για να αποδώσει στην αστυνομία όποια δυνατότητα χρειαστεί προκειμένου να αποκαταστήσει οριστικά την ειρήνη” -J. Chirac

Ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός μπορεί να περιγραφεί ως η διαδικασία ενός νόμιμου εμφυλίου πολέμου μέσω καταστάσεων εξαίρεσης. Αυτό επιτρέπει όχι μόνο τη φυσική εξόντωση πολιτικών αντιπάλων αλλά κι ολόκληρων κατηγοριών πολιτών, οι οποίες για τον οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούν να ενσωματωθούν στο πολιτικό σύστημα. Η συνειδητή δημιουργία μόνιμων καταστάσεων εξαίρεσης (ακόμα κι αν δε γίνεται δεδηλωμένα) έχει γίνει μια ουσιώδης πολιτική πρακτική που υιοθετούν όλα τα σύγχρονα Κράτη, ακόμη κι όσα αυτοαποκαλούνται δημοκρατικά. -G. Agamben

Κατάσταση εξαίρεσης

Η κατάσταση εξαίρεσης είναι ο κανόνας: είναι δύσκολο να βρούμε μια πιο κοινή έκφραση στη σύγχρονη θεωρητική-κριτική παραγωγή λόγου. Είναι εξίσου δύσκολο να βρούμε μια κριτική και πρακτική ανάλυση που να μπορεί να στηρίξει μια τέτοια δήλωση. Η ίδια η έννοια είναι εξαρχής αμφίσημη, καθώς φαίνεται να υπονοεί ότι, ιστορικά ή λόγικά, πίσω απ’ την κατάσταση εξαίρεσης υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει κάποιου είδους αγνής εξουσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς καταπίεση, βία κι αδικία. Είναι βέβαια γεγονός ότι είναι η εξουσία καθ’ εαυτόν που είναι καταπιεστική, βίαια κι άδικη. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτό, είναι η δύναμη των γεγονότων που μας τραβά να αναζητήσουμε τί υπάρχει πίσω απ’ την κήρυξη έκτακτης ανάγκης.

Επισήμως, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η συρρίκνωση της νομιμότητας (κι επομένως όλων των δικαιωμάτων κι ελευθεριών που υποτίθεται ότι εγγυάται) προκειμένου να υπερασπιστεί η ίδια η νομιμότητα. Αυτή η διαδικασία, που είναι φαινομενικά παράδοξη, δικαιολογείται τυπικά βάσει μιας οποιασδήποτε απειλής. Το γέγονος ότι γίνεται ο κανόνας, σημαίνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης εφαρμόζεται τόσο συχνά, ανεξάρτητα απ’ τις επίσημες διακηρύξεις: απ’ την διαχείριση της μετανάστευσης (που όχι απλά εμπεριέχει εξοντωτικούς περιορισμούς στο “δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης”, αλλά βασίζεται στην ίδια την αρχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τα “κέντρα κράτησης”), στην επετειακή ανακήρυξη κόκκινων ζωνών (όπου οι όποιες πολιτικές ελευθερίες πρακτικά καταργούνται), στην διόγκωση του κατασταλτικού μηχανισμού (που πλέον εισβάλει σε κάθε όψη της προσωπικής ζωής των ατόμων, παρά τις δημοκρατικές διακηρύξεις για την “προστασία της ιδιωτικής ζωής”), στην καθημερινότητα της αστυνομικής βίας (η “κακοποίηση” τείνει να είναι ευφημισμός για ό,τι συμβαίνει στους δρόμους ή σε τμήματα), και η λίστα των κανονικών καταστάσεων εξαίρεσης θα μπορούσε να συνεχίζεται για ολόκληρες σελίδες. Είναι προφανές ότι οι νεολαίοι των προαστείων γνωρίζουν πολύ καλά ότι όλα αυτά αποτελούν την “ομαλότητα” καθώς όχι μόνο ζουν οι ίδιοι σε μια χωροταξική κατάσταση εξαίρεσης αλλά και δέχονται την αστυνομική καταστολή σε καθημερινή βάση, σ’ όλο το φάσμα των εξευτελισμών, της κακοποίησης και της ανοιχτής βίας που συνοδεύει μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων ή έναν έλεγχο.

Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία δε θα ήταν τόσο σκανδαλώδης στην πραγματικότητα, αν δε στιγματιζόταν από έναν συμβολικό χαρακτήρα: η επαναφορά ενός νόμου του 1955 που εισήχθηκε στη διάρκεια της πολεμικής επέμβασης στην Αλγερία, αποκαλύπτει την οσμή της αποικιακής διαχείρισης στην εσωτερική πολιτική: με άλλα λόγια, ήταν μια επιβεβαίωση απ’ την μεριά της κυβέρνησης ότι στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος.

Η ομαλότητα της κατάστασης εξαίρεσης, λοιπόν, αναπόφευκτα αποκαλύπτει τη βία που το Κράτος και η νομιμότητά του βασίζονται: βία που σκοπεύει στην πάσει θυσία διασφάλιση του Κράτους (κυρίως με την μορφή του κρατικού μονοπωλίου της βίας: αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές), και βία που σκοπεύει στην εξάπλωση του Κράτους (πόλεμοι, εμπάργκο, φυλακές υψίστης ασφαλείας κλπ). Όμως αυτή η ομαλότητα δείχνει επίσης το πώς η εξουσία είναι διαρκώς σε επιφυλακή για κάποια άμεση απειλή, για τη διάδοση μιας εξεγερτικής δυναμικής που θα ήταν δύσκολο να διαχειριστεί και να καταστείλει, εάν εξαπλωνόταν αποτελεσματικά. Εξ ου και η λήψη αναρίθμητων αποτρεπτικών μέτρων, όπως η ασταμάτητη προπαγάνδα περί τρομοκρατίας, μια διαρκώς επανερχόμενη κρίση και η διάδοση της ανασφάλειας, που μεταμορφώνει τους φόβους μιας σαθρής εξουσίας σε κοινές φοβίες των υπηκόων της.

Η κατάσταση εξαίρεσης, ωστόσο, έχει μια άλλη δυναμική που σπάνια τονίζεται από τη θεωρητική κριτική. Ο Benjamin μίλησε για μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς: ένα επαναστατικό ξέσπασμα συμπίπτει με τη διάρρηξη της ομαλότητας, και -με μια διαπίστωση ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί έτσι- θέτει σε κίνηση την καταστροφική του ικανότητα. Οπότε, δεν έχει νόημα να αναζητάμε το πολιτικό πρόγραμμα, τις προοπτικές ή τους στόχους της εξέγερσης. Κάτι τέτοιο δε θα ήταν παρά μια αξιοθρήνητη οπισθοδρόμηση στο γνωστό “Τί να κάνουμε;”, ένα ζήτημα που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα χαθεί τελικά στους σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας. Μπορούμε απλούστερα να αναρωτηθούμε τί μπορεί ο καθένας μας να κάνει γι αυτό, κάθε τί άλλο δε θα ήταν παρά ένα placebo.

~

Θέλω να ‘μαι αποδεκτή γι’ αυτό που είμαι”-μια 26χρονη αλγερινής καταγωγής

Εργάτες προσέξτε! Μη στιγματίζετε τους αδερφούς σας, αυτούς που αποκαλούνε κλέφτες, δολοφόνους, πόρνες, επαναστάτες, φυλακισμένους, με το στίγμα της υποτίμησης. Μην τους βρίζετε, μην τους συκοφαντείτε, προστατεύστε τους από ένα τελειωτικό χτύπημα. Δε βλέπετε πώς σας αποδέχονται οι στρατιωτικοί, πώς σας καλούν για μάρτυρες οι δικαστές, πώς σας χαμογελούν οι τοκογλύφοι, πώς σας νουθετούν οι παπάδες και πως σας απειλούν οι μπάτσοι; –E. Coerderoy

Περί Ενσωμάτωσης

Δεν είναι εύκολο να παραμελεί κανείς την αιτία των ταραχών των γαλλικών banlieues: το γεγονός ότι ολόκληρη η ύπαρξή τους εξαρτάται απ’ την κοινωνική αλλοτρίωση είναι τόσο εκκωφαντικό που δεν μπορεί να λησμονηθεί. Όμως ελάχιστοι δείχνουν να κατανοούν τους λόγους αυτής της κατάστασης. Εξ ου και το αίτημα για κοινωνική ενσωμάτωση, για επαναφομοίωση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αιτιολογική διαύγεια διαδέχεται το πολιτικό ψέμμα. Όλοι όσοι ζητούν κοινωνική ενσωμάτωση καλή τη πίστει, είναι απλά έρμαια της ψευδαίσθησης ότι η κοινωνία μπορεί να υποστεί μερικές αλλαγές, προκειμένου να μη χρειαστεί ν’ αλλάξουμε κοινωνία. Τουλάχιστον όσοι δεν είναι και τόσο καλόπιστοι, είναι συνήθως πιο ειλικρινείς: έχουν συνείδηση της κοινωνικής πειθάρχησης που υπονοείται σε τέτοια αιτήματα πρόνοιας.

Ενσωμάτωση σημαίνει πρώτα απ’ όλα ένταξη στην εργασία. Όμως η εργασία, στοιχείο του Κεφαλαίου και κατά συνέπεια συνώνυμη της υποταγής και της εκμετάλλευσης, διακρίνεται ολοένα και περισσότερο σε υπερειδικευμένη τεχνοκρατική εργασία και ολοένα και πιο απαξιωμένο μηχανικό-χειρωνακτικό έργο. Αυτά είναι τα δυο πρόσωπα της σύγχρονης επισφαλούς εργασίας: ο αγχώδης μάνατζερ κι ο εξαντλημένος προλετάριος. Περιττό να πούμε ποιό ποιό από τα δύο προορίζεται για τους νέους των προαστείων, άλλωστε αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι η ελάχιστη ηλικία για να πάει κάποιος βοηθός σε τεχνικές εργασίες είναι σύμφωνα με έναν νέο νόμο του πρωθυπουργού De Villepin τα 14 έτη, όταν η υποχρεωτική εκπαίδευση απ’ το 1959 κρατάει ως τα 16. Την ίδια στιγμή, το σύμφωνο πρώτης εργασίας (CPE), νομιμοποιεί την άμισθη εργασία για τα δυο πρώτα χρόνια απ’ την πρόσληψη.

Τελικά, λίγοι αντιλαμβάνονται ότι είναι το Κεφάλαιο (κι άρα η εργασία η ίδια) που έχει δημιουργήσει την κατάσταση απ’ την οποία τώρα πρέπει να ξεφύγει: κατά την ιμπεριαλιστική επέκτασή του πρωτοεφάρμοσε τις σκληρές συνθήκες που ανάγκασαν εκατομμύρια ανθρώπων να μεταναστεύσουν, καθώς τότε ήταν σε θέση να διαχειριστεί την εισαγωγή και την εκμετάλλευση της υποτιμημένης εργασίας τους στις βιομηχανικές ζώνες (μεταξύ άλλων -την ίδια περίοδο- δημιουργώντας, μέσω των τοπικών δημοτικών συμβουλίων, τις τεράστιες εργατουπόλεις στη θέση των παλιών γειτονιών που υπήρξαν δίκτυα εργατικής αλληλεγγύης). Μετά το δεύτερο μισό των ’70es, οπότε κι έλαβε χώρα η λεγόμενη βιομηχανική αναδιάρθρωση, δηλαδή η μετανάστευση των επενδύσεων προς μέρη του πλανήτη όπου η εργασία ήταν ακόμα φθηνότερη, ο πλεονασματικός πληθυσμός των προαστείων εγκαταλήφθηκε στις συνθήκες ζωής που υφίστανται και σήμερα, δημιουργώντας τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν μια έκρηξη του οργισμένου μηδενισμού. Θα δώσει το Κεφάλαιο τη δική του λύση στο πρόβλημα που έχει δημιουργήσει το ίδιο; Θα γίνουμε ξανά μάρτυρες της πιο ανισόρροπης διαλεκτικής μεταξύ Κεφαλαίου κι εργασίας;

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τη συμπληρωματική μορφή της ενσωμάτωσης, τα σημαντικά έχουν ειπωθεί ήδη: καθήκον της δεν είναι παρά η προετοιμασία για την εργασία. Αφαιρουμένης -εκ των πραγμάτων- αυτής της λειτουργίας, δεν είναι παρά μια άχρηστη εξάσκηση -στην καλύτερη- και ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου -στη χειρότερη, κάτι που έγινε φανερό απ’ την θεσμοθέτηση των ZEP (Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας) το 1981, που σήμερα περιλαμβάνουν 20% των μαθητών όλης της χώρας. Εν συντομία, κάθε αίτημα για ενσωμάτωση δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη απόπειρα αναβίωσης του κοινωνικού πτώματος με περισσότερη φορμόλη.

Οι αντιφάσεις που περιέχει η λογική της ενσωμάτωσης αφορούν επίσης τους ταραχοποιούς, τουλάχιστον ένα μέρος τους, αυτούς που διεκδικούν το να μιλούν οι ίδιοι για λογαριασμό τους. Απ’ τη στιγμή που η εξέγερση έχει γίνει δεκτή με μεγάλη χαρά, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αν το ξέσπασμά της αντιπροσωπεύει μια θέληση καταστροφής του συστήματος (όπως, σύμφωνα με την ανάλυση των καταστασιακών, συνέβη στην εξέγερση του Watts), ή απλά των ανισοτήτων του, των οποίων ο δομικός χαρακτήρας δεν γίνεται αντιληπτός. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, πάντως, καθιστά την πρώτη υπόθεση εξαιρετικά πιθανή: το γεγονός ότι η νεολαία των banlieues θα μπορούσε κάλλιστα να επιβιώνει με άλλα μέσα, π.χ. μέσω του εμπορίου ναρκωτικών και της παράνομης οικονομίας. Ένα απ’ τα καθήκοντα της θεωρητικής κριτικής, ωστόσο, είναι ακριβώς να δείξει ότι μια γενική “ενσωμάτωση” είναι αδύνατη, κι ως εκ τούτου κάθε αίτημα πολιτικών προοπτικών που προέκυψε απ’ το ρήγμα που άνοιξε η εξέγερση, είναι μη-ρεαλιστικό. Με δυο λέξεις, να αρνηθεί τον μονόδρομο της κοινωνικής ενσωμάτωσης ως πανάκεια για την αναπόφευκτη αποσύνθεση του κοινωνικού συστήματος. Όπως είναι αρκετά γνωστό, η δημιουργία του νέου, μπορεί να έρθει μόνο απ’ τον θάνατο του παλιού.

Απρίλης 2006


~

Σχετικές δημοσιεύσεις:

Κοινωνικός πόλεμος στη Γαλλία, 2005-6 – Ναδίρ

Από ένα δείπνο στάχτης στη χόβολη του σατέν – Les amis de Nemesis

Μετά τις ταραχές στα παρισινά προάστεια – Mouvement Communiste

Μια κριτική στα μπάχαλα των γαλλικών προαστείων, 2005 – Troploin

“Mise en point: Η Ελλάδα, η Γαλλία και ο Κομμουνισμός” – Comité invisible

Villiers-le-Bel: Η δίκη μιας εξέγερσης 21/6/2010 – Alessi Dell’ Umbria

Στις εξεγέρσεις των γαλλικών προαστίων θα επιστρέψουμε ξανά στο μέλλον.

Αρχειακό υλικό του Γραφείου Λυσσασμένων Ταραχοποιών

Εκ των υστέρων, η βραχύβια εμφάνιση του Γραφείου Λ.Τ. στους δρόμους και τους τοίχους της Σαλονίκης, μπορεί να αποτιμηθεί ως μια συνεισφορά στη θεωρητική και πρακτική διερεύνηση της προλεταριακής βίας και του ζητήματος της οργάνωσής της, και πιο συγκεκριμένα των μειοψηφικών-πρωτοβουλιακών, άτυπων (σε επίπεδο παρέας) και χαμηλής έντασης μορφών της. Ας μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για το προδεκεμβριανό 2005-6, όπου ΔΕΘ (μετά από υποτονικές χρονιές θα πολιορκηθεί στα ίσα για ώρες χάρη στη συνάντηση κυρίως γηπεδικών και πολιτικοποιημένων αγωνιστών), πολυτεχνεία, συναυλίες και καγκελάκια (αργότερα προστέθηκαν δειλά και οι εβδομαδιαίες φοιτητικές πορείες της Πέμπτης) ήταν μια πολύ όμορφη και προσιτή μορφή διασκέδασης, κοινωνικοποίησης και συλλογικής αυτοπεποίθησης για τη συγκρουσιακή νεολαία της πόλης.

Σ’ αυτά τα πλαίσια κυκλοφόρησαν και ορισμένες αφίσσες, προκηρύξεις και μικροεκδόσεις, όπως για τις Αυτόνομες Ομάδες στην Ισπανία, ή για το Μέτωπο Απελευθέρωσης Ζώων, οι οποίεςδε θα βρεθουν σε κανενα μαγαζι (συμπεριλαμβανομενων των εναλλακτικων, αυτοδιαχειριζομενων…)” αλλά αντίθετα μοιράζονται “χερι με χερι, χωρις αντιτιμο, αμφισβητωντας στοιχειωδως το εμπορευμα και τους ρολους που επιτασσει αυτο (παραγωγος, μεσαζοντας, καταναλωτης-αναγνωστης). Καθε ενδιαφερομενος λοιπον μπορει (και παροτρυνεται) να αναπαραγει τα κειμενα που βρισκονται εδω με οποιον τροπο θελει. Καθε εμπορευματικη – επαναφομοιωτικη χρηση τους δε θα μας βρει εναντιους αλλα θ αναγκαστει να αντιμετωπισει την “υπογεια” τζαμπατζιδικη διαδοση τους που ειναι σαφως ισχυροτερη. Το νερο εχει μπει στ αυλακι…“(από το site). Τα περισσότερα απ’ τα έντυπα αυτά αφέθηκαν σε κάποιο καρτοτηλέφωνο, σε παγκάκια, λεωφορεία, μέσα σε κουτιά free-press κλπ, πρακτική που αντιστοιχούσε και στην αμοιβαία καχυποψία με τους πολιτικούς χώρους. Όπως σημειώνεται στην εισαγωγή της έκδοσης για τις Αυτόνομες Ομάδες:

Αν η Επανάσταση είναι η διαλεκτική κατάρα της Εξουσίας, είναι η ίδια η διαλεκτική που διαιρεί το στρατόπεδο της Άρνησης στα δυο. Ο ρεφορμισμός, πράκτορας της αφομοίωσης για λογαριασμό της Εξουσίας, δεν θα εξαφανιστεί πριν την καταστροφή του παλιού κόσμου, ο καλλωπισμός του οποίου είναι μόνο μια από τις δυο βασικές λειτουργίες του. Η διαστρέβλωση, η συκοφαντία, και η υποκατάσταση στην κοινωνική μνήμη των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών είναι η άλλη. Η αστυνομία θα αναλάβει τα υπόλοιπα… Από κεί και πέρα οι κόλποι της Άρνησης παραδίδονται στην Έριδα, σε μια διαμάχη, για την αποκατάσταση της χαμένης ολότητας, άλλοτε συγκαλυμμένη κι υπόγεια κι άλλοτε  εκρηκτικών διαστάσεων, στην οποία αναπόφευκτα ο ρεφορμισμός (με όλη την αποδοχή που χαίρει στον παλιό κόσμο ως θεσμοθετημένη αντιπολίτευση) έχει το πάνω χέρι: οι λιγοστοί «τρελοί», «ανεξέλεγκτοι», «θερμόαιμοι», εκτεθειμένοι άμεσα στην καταστολή, λόγω του -αδιάρρηκτα δεμένου με την παρανομία- περιεχομένου της δράσης τους, δύσκολα θα μιλήσουν ανοιχτά για την εμπειρία, την ευγένεια και την αγωνία (μέλι με ξυράφια στα σωθικά…) της «μόνης αυθεντικής περιπέτειας που μπορεί να μας προσφέρει η εποχή μας»: του αναρχικού, ακηδεμόνευτου, λυσσασμένου Αγώνα που διαρρηγνύει την υποταγμένη στο Κεφάλαιο ύπαρξη ανεβάζοντας την στην πρωτόγονή της δυαδικότητα: του Ανθρώπου-σοφού και του Ανθρώπου-πολεμιστή. Προκύπτει, τελικά, η αναγκαιότητα, να «πούμε δυο λόγια» για τους συντρόφους του δικού μας «στρατοπέδου», ή καλύτερα να τους αφήσουμε να μιλήσουν για τους εαυτούς τους. Κι όχι για να εξιδανικεύσουμε ή να αναπαράγουμε τις ήττες και τα αδιέξοδά τους, αλλά να τα αποφύγουμε. Οι αναλογίες με την ελληνική πραγματικότητα, βασικός συντελεστής και της χρηστικότητας των κειμένων είναι, νομίζουμε, προφανείς. (Γ.Λ.Τ.)

Τη σχετική δυσκολία δεν κατάφερε να ξεπεράσει το Γραφείο, που μεσούσης της φοιτητικής κινητοποίησης του 2006-7 θα πάψει να υφίσταται ως υπογραφή. Φιλοξενούμε λοιπόν για αρχειακούς λόγους -μιας και το σχετικό site έχει κατεβεί όπως όλα τα geocities- ορισμένα απ’ τα δείγματα γραφής που άφησε (αν υπάρχει άλλο υλικό γι’ αυτήν ή γι άλλες απόπειρες μπορεί να σταλεί στο μέηλ).

Προκηρύξεις:

ΤΑ ΚΛΟΥΒΙΑ ΨΑΧΝΟΥΝ ΓΙΑ ΠΟΥΛΙΑ για την απελευθερωση του αναρχικου Γιαννη Δημητρακη
Σαλονικη Οκτωβρης 2006


“ΟΙΚΟΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ” το κυνηγι αναρχικων μαγισσων στις ΗΠΑ και η ποινικοποιηση της αντιστασης
Σαλονικη, Νοεμβρης 2006

ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ! λευτερια στους 3 της 6 Μαη και σε ολους τους ομηρους του Κρατους
Σαλονικη, Γεναρης 2007

Αφίσσες:

αφήστε χίλια αγκάθια ν’ ανθίσουν, θέρος 2006

αφιέρωμα στους δημοσιογράφους, μάρτης 2007

Συλλογική, κάλεσμα στη δίκη του Γ. Δημητράκη, ιούνης 2007

Για την εξέγερση των φυλακισμένων, απρίλης 2007

Διάφορα:

περισσότερα: περιήγηση στη Σαλονίκη

Από την απολογία του Βαγγέλη Χ. (υπόθεση Παλαιοκώστα)

Απόσπασμα απ’ την απολογία του Βαγγέλη Χρυσοχοΐδη για την υπόθεση Παλαιοκώστα. Μαζί με τον Πόλυ Γεωργιάδη, βρίσκονται κατάδικοι για υπόθαλψη του δραπέτη Βασίλη Παλαιοκώστα, και συμμετοχή στην απαγωγή του βιομηχάνου και πρώην προέδρου του σββε Γ. Μυλωνά.

Καταρχήν, αρνούμαι όλες τις κατηγορίες που με προσάπτετε. Δεν έχω καμία σχέση με : αρπαγή, εκβίαση, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απόπειρα ανθρωποκτονίας, ληστείες. Θα αναφερθώ στη γνωριμία μου με τον Βασίλη Παλαιοκώστα, αφού με αφήσετε να πω κάποια πράγματα.

Λοιπόν επιτέλους ήρθε η ώρα για να πω ποιος πραγματικά είμαι και τι έχω κάνει. Σίγουρα ο καθένας είναι επηρεασμένος από τους δημοσιοκάφρους των ΜΜΕ για τον διασυρμό της προσωπικότητάς μου και την προσβολή τόσο τη δική μου όσο και της οικογένειάς μου. Με παρουσίαζαν ως σεσημασμένο ληστή κι ως είλωτα του χρήματος και οικονομικά άνετου να μπαινοβγαίνω σε καζίνα και μπουζούκια ενώ δεν έχω πατήσει ποτέ σε τέτοιους χώρους. Ό,τι έχει ακουστεί για μένα δεν σημαίνει ότι έχει λεχθεί και πραχτεί από μένα. Φημολογίες που όσο δεν αρμόζουν στην πραγματικότητα, άλλο τόσο δεν αρμόζουν και στο ήθος μου.

Κανείς δεν μίλησε για τα αληθινά και δύσκολα χρόνια της εργασίας μου (όντας στο εργοστάσιο επίπλων από 14 χρονών με 2500 ένσημα), για την σκληρή καθημερινότητα της επιβίωσης, το ότι δεν δούλευα από χόμπι αλλά επειδή δεν είχα άλλο τρόπο για να βγάλω χρήματα και να αγοράσω τα πιο αναγκαία ώστε να γίνω «κοινωνικά αποδεκτός». Κανείς δεν δουλεύει από χόμπι, ακόμα και εσείς φαντάζομαι δεν έρχεστε εδώ κάθε πρωί για να βγάζετε και να βάζετε κόσμο στην φυλακή… Αλλά για να βγάλετε χρήματα! Απλά στην εργασία υπάρχει το ζήτημα αν είσαι αφεντικό, εργάτης, δημόσιος υπάλληλος κτλ, ώστε να έχεις μία πιο άνετη ζωή και ξεκούραστη καθημερινότητα. Εγώ ας πούμε, που είμαι εργάτης, πουλάω την ενέργειά μου στα αφεντικά για να αγοράσω τα πιο βιώσιμα αγαθά, άντε και καμιά μπίρα, αρκετά ώστε την άλλη μέρα να ξανά πάω στην δουλεία…να ξαναπουλήσω και να ξαναγοράσω, από την παραγωγή στην κατανάλωση και πάει λέγοντας… Όλη η καθημερινότητά μας ή καλύτερα όλη η ζωή μας κινείτε γύρω από την εργασία: Από μικρός που θα πάω στο σχολείο πρέπει να γίνω καλός μαθητής για να κάνω αργότερα μια δουλειά που θα βγάζω αρκετά χρήματα (άσχετα αν έχω φάει τα νιάτα μου σε σχολείο-διάβασμα-σπίτι-φροντιστήριο), μέχρι που θα βγω στην σύνταξη εξασφαλισμένος από ένα μισθό και απλά θα περιμένω να πεθάνω χορτάτος. Από τις 6 το πρωί που θα ξυπνήσω για να πάω στην δουλεία, το απόγευμα που θα σχολάσω και θα σχολιάσω με τους φίλους μου πως πέρασε το 8ώρο, μέχρι που θα γυρίσω νωρίς το βράδυ σπίτι για να κοιμηθώ ώστε να ξυπνήσω πάλι νωρίς για την δουλεία…

Σχολιάζοντας λοιπόν με φίλους, αυτό που διακρίνω είναι ότι όλοι οι εργαζόμενοι δεν ενδιαφέρονται για μια πιο αξιοπρεπή καθημερινότητα, και ίσως να μην αφιερώνουν χρόνο να ασχοληθούν επ’ αυτού αναπαυόμενοι σε μια ρομποτική ζωή: σχολνώντας απ’ την δουλειά, να δούνε τους βαθμούς των παιδιών τους, να πλένουν το αυτοκίνητο, να δούνε καμία ταινία και πάλι απ’ την αρχή… Καλουπωμένοι και εξαντλημένοι απ’ την εργασία, δεν υπάρχουν περιθώρια σκέψεις γι’ αυτούς. Εγώ ας πούμε, με πήρε 8 χρόνια για να αλλάξω δουλειά, αφού είχα ήδη αντιληφθεί την επικινδυνότητα – έχοντας κόψει το ένα άκρο του δαχτύλου, έχοντας πάθει διπλή δισκοκήλη στην μέση σε σημείο που να μην μπορώ να σκύψω για 6μήνες (για τους οποίους με κατηγορείτε για διάφορα ενώ έκανα θεραπείες) – και αφού είδα τον συνάδελφό μου Σπύρο με τα μυαλά χυμένα στο πάτωμα! Εκεί γονάτισα, δεν άντεξα άλλο… Τους περισσότερους εργαζόμενους δεν τους ενδιαφέρει αν παίρνουν μικρότερο μισθό από τον βασικό και δεν έχουν το θάρρος να τον διεκδικήσουν. Δεν λένε όχι στις υπερωρίες αλλά λένε όχι στην ανεργία, αφού έχουν ήδη καλύψει τις εργάσιμες ώρες κάποιου άνεργου και ταυτόχρονα ζούνε κάτω από την απειλή της απόλυσης. Δεν ζητάνε άδειες, ασφάλιση ούτε και μέτρα ασφάλειας!

Αυτά όλα τα έχω δει, τα έχω ζήσει και έχω αγωνιστεί ατομικά – δυστυχώς – , κατόπιν της αγνόησης των συναδέλφων μου. Όταν ας πούμε, τους έλεγα να μην δουλέψουμε υπερωρίες μέχρι το αφεντικό να μας κάνει αύξηση, το θεωρούσαν παράλογο, μη παραγωγικό, που στρέφεται εναντίον μας. Όταν όμως έπαιρνα εγώ την αύξηση διεκδικώντάς την με αυτόν τον τρόπο, αυτοί αντί να πράξουν το ίδιο, με αντιμετώπιζαν αρνητικά γιατί δεν ζήτησα και για αυτούς! Κλασική μικροαστική λογική… ας το κάνουν άλλοι για μένα, εγώ έχω και παιδιά να μεγαλώσω… Στην μοναδική στιγμή που δέχτηκα συγχαρητήρια, ήταν όταν μίλησα για τα μέτρα ασφαλείας μετά τον θάνατο του συνάδελφο μου! Και πάλι όμως, εργατοπατεράδες, πρώην πρόεδροι του συνδικάτου ξυλείας, πήραν το μέρος του αφεντικού λέγοντας πως ήταν μοιραίο!!! Μοιραίο να πεθαίνεις την στιγμή που δουλεύεις!!! Που δουλεύεις για να ζήσεις… Τα τελευταία χρόνια γνωρίζαμε ότι οι συνδικαλιστές θεωρούν απαραίτητο να πουλάμε τον χρόνο της ζωής μας με αντάλλαγμα την επιβίωση και κατόπιν αυτοί να μεσολαβούν επί της τιμής. Γνωρίζαμε ότι οι συνδικαλιστές χρησιμοποιούν τα συνδικάτα ως μέσα για να μπουν στην πολιτική και ταυτόχρονα να κομματικοποιούν τους εργαζόμενους. Γνωρίζαμε ότι οι συνδικαλιστές δεν εναντιώνονται στα αφεντικά και στο κεφάλαιο για να μην αναπαυθεί (;) η «εργατική τάξη», οπότε και δεν θα υπήρχε πλέον λόγος της ύπαρξής τους και του βιοπορισμού τους! Αλλά αυτό που δεν γνωρίζαμε είναι ότι θεωρούν μοιραίο κάποιος να σκοτωθεί, να πεθάνει στη δουλειά! 14-25 χιλιάδες νεκροί το χρόνο, 2 εκατομμύρια ανάπηροι και 20-25 εκατομμύρια τραυματίες, είτε από πτώσεις είτε από εκρήξεις στους καπιταλιστικούς ναούς που κατασκευάζουν είτε σαπίζοντας από αρρώστιες που οφείλονται στην πολύχρονη έκθεσή τους σε βλαβερές ουσίες…Χωρίς να υπολογίσουμε αυτούς που καταλήγουν στον αλκοολισμό ή στην αυτοκτονία μετά από οικονομική κατάρρευση… Κι όλα αυτά, απλά μοιραία, όπως λένε οι συνδικαλιστές…

Εδώ φαίνεται ότι η εργασία δεν έχει καμιά σχέση με το κοινωνικό όφελος αλλά έχει ως στόχο καθαρά το χρήμα. Η μόνη σχέση που έχει ο εργάτης με τη δουλειά του είναι ο μισθός ενώ η μόνη σχέση που έχει το κάθε αφεντικό με τη δουλειά του είναι το κέρδος της επιχείρησης. Για μένα απλότητα ζωής είναι το χρήμα, για άλλους η απελευθέρωση της εργασίας και για άλλους η τεμπελιά. Το θέμα είναι ότι όλα τα αφεντικά βάζουν το χρήμα πάνω από τον άνθρωπο, δίνουν βάση στην παραγωγή και αφήνουν παραπέρα τα εργατικά δικαιώματα. Αν κάποιες ενδεχόμενες ανθρώπινες ευαισθησίες τούς καλούσαν να κρατήσουν τα προσχήματα, θα έδιναν βασικό μισθό 1200 ευρώ όπως στην Ευρώπη… Με μια λογική του να ρίξουν την ανεργία στο 0%, θα προσλαμβάνονταν όλοι, με τις εργατοώρες να ήταν 4ώρα ή 5ωρα, αλλά με τον σημερινό βασικό μισθό τουλάχιστον να μην έπεφτε… Όταν όμως το δυναμικό τους δουλεύει 10-12 ώρες, αυτοί δεν προσλαμβάνουν προσωπικό, γιατί δεν τους συμφέρει οικονομικά, δεν τους ενδιαφέρει για το αν αντέχεις ή εξαντλείσαι σωματικά. Δίνουν το βασικό μισθό 650 ευρώ το μήνα και δεν τους ενδιαφέρει το πώς θα την βγάλεις, αν έχεις για το νοίκι, για το φαγητό, ή αν θες να πας κάποιο ταξίδι να χαλαρώσεις. Από τη στιγμή που το χρήμα είναι καταμερισμένο άνισα, τότε σημαίνει κυριαρχία, εξουσία! Όσο υπάρχει χρήμα, ποτέ δεν θα είναι αρκετό για όλους! Και για να μαζέψουν κάποιοι τόσο αρκετό ώστε να είναι ικανοποιημένοι, εκμεταλλεύονται μέχρι και το τελευταίο λεπτό της αντοχής μας. Με κουδούνι αρχίζουμε, με κουδούνι σταματάμε για διάλειμμα, με κουδούνι ξαναρχίζουμε, με κουδούνι σχολάμε. Ο χρόνος είναι χρήμα ∙ αν αργήσουμε … κόκκινη κάρτα! Αντικατέστησαν κάθε εργατικό χέρι με μια μηχανή επειδή είναι καλύτερες, φθηνότερες μα πάνω απ’ όλα γρηγορότερες. Μεταφέρονται εργοστάσια σε χώρες με φτηνά εργατικά χέρια και η ανεργία βαράει κόκκινο. Δεν στεναχωριέμαι που είμαι άνεργος (αφού έχω όλο τον χρόνο για να διασκεδάσω την ημέρα μου), αλλά επειδή είμαι άφραγκος. Δουλεύω – έχω λεφτά – δεν έχω χρόνο να το απολαύσω. Δεν δουλεύω – έχω χρόνο – αλλά δεν έχω λεφτά. Έτσι είναι το καπιταλιστικό σύστημα: σε βάζει σε καλούπια, σε εξαντλεί, σε σκοτώνει, ενώ οι πλούσιοι πλουτίζουν και οι φτωχοί φτωχαίνουν! 8-10 ώρες την ήμερα, 40 ώρες την εβδομάδα, 300 μέρες το χρόνο, 10.500 ένσημα, 65 χρονών όριο ηλικίας, 650 ευρώ το μήνα…με μαθηματική ακρίβεια σημαίνει τρομοκρατία!

Έτσι λοιπόν αντιλαμβανόμενος όλα τα παραπάνω, ως ένας εργάτης με συνείδηση και θέλοντας να ζήσω πριν από το θάνατο, άφησα πίσω μου την σκληρή εργασία, παραμέλησα τον μισθό μου και τους αγώνες που είχα δώσει γι’ αυτόν, που ήταν μεγαλύτερος απ’ την δεύτερη δουλειά που έπιασα ως γραφίστας. Για να μην έχω τον κίνδυνο της σωματικής φθοράς ή κάποιου εργατικού δυστυχήματος, για να ‘μαι πλέον ξεκούραστος σωματικά, χωρίς να χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο και να εκνευρίζομαι ανά 10 μέτρα, με μεγαλύτερες αντοχές σεξουαλικά, με τα χέρια μου να μην είναι σκασμένα απ’ τα τριψίματα και το κρύο, με καθαρά ρούχα, και στην τελική, για να μην ξυπνάω βάρβαρα από τις 6 το πρωί, καθώς το πιο σημαντικό για μένα είναι ο χρόνος για την ανάρρωση και τις φυσιοθεραπείες για τη μέση μου. Και όλ’ αυτά θυσιάζοντας το μεγαλύτερο μισθό που έπαιρνα απ’ τη δουλειά στο εργοστάσιο. Είπαμε άλλωστε…ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη… Εννοείται βέβαια, πως και σ’ αυτή τη δουλειά, όπως και σε όλες, υπάρχει κι αρνητική πλευρά: αύξηση μυωπίας εξ’ αιτίας του υπολογιστή, κτλ. Δουλειά και χαρά δεν υπάρχει! Αν υπήρχε χαρά στη δουλειά, τότε δεν θα περιμέναμε πότε θα σχολάσουμε! Αν υπήρχε χαρά στη δουλειά, τότε τα αφεντικά θα την κρατούσανε για τον εαυτό τους!

Γενικά θα ‘ταν ωραία να μην υπήρχε δουλειά, μισθωτή σκλαβιά, αφού όσο υπάρχει δουλειά, θα υπάρχουν και σκλάβοι (βλ. Αρχαία Ελλάδα). Απ’ τη μια βέβαια, το να μιλήσουμε για την κατάργηση της εργασίας μέχρι το να γίνει πράξη είναι κάτι το αφάνταστο, απ’ την άλλη όμως, το να μιλάμε για την άρνησή της και το να μείνω αλληλέγγυος σε ανθρώπους που το επιδιώκουν, μου είναι κάτι σαν χρέος μου! Αφού ήδη έχω κατανοήσει την καθημερινότητα της εργασίας, μου είναι αδιανόητο να μην την αρνηθώ ή να μην αγωνιστώ για να την αλλάξω! Ο Βασίλης Παλαιοκώστας έχει αρνηθεί την εργασία αφού την έχει δοκιμάσει και επιβιώνει ληστεύοντας τράπεζες, ενάντια πάντα σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης, με αξιοπρέπεια στη ζωή και σεβασμό προς τον άνθρωπο, με το πάθος του για την ελευθερία. (Δε χρειάζεται να μπούμε στο ζήτημα για το τι ρόλο παίζουν οι τράπεζες – περί νόμιμης τοκογλυφίας κτλ – για να αποδείξουμε το ποιος χρησιμοποιεί περισσότερη βία … αυτός που τη ληστεύει ή αυτός που ιδρύει μια τράπεζα;) Δεν θεοποιώ βέβαια την παρανομία του Βασίλη Παλαιοκώστα, αφού για μένα πρόκειται άλλωστε για μία κάπως περιορισμένη ελευθερία, το γεγονός όμως ότι συντάσσεται θετικά για το άτομό του μεγάλο ποσοστό της κοινής γνώμης έχει κάτι να πει από μόνο του. Εδώ άλλωστε ο οποιοσδήποτε αστυνομικός τον προτιμάει από τον κάθε ληστή περιπτέρου που σκοτώνει για 200 ευρώ, από τον κάθε τσαντάκια, από τον κάθε νταβατζή, από το κάθε βαποράκι της πρέζας, από τον κάθε απατεώνα… Κι αυτό που με είπαν στα κρατητήρια είναι ότι παρακαλούσαν να είναι ο Βασίλης Παλαιοκώστας πίσω από την απαγωγή του κ. Μυλωνά, γιατί έγιναν κάποιες γκάφες απ’ τη μεριά τους κι υπήρχε περίπτωση να χάσουν τον κ. Μυλωνά, με τη σκέψη ότι ο Βασίλης Παλαιοκώστας είναι ο άνθρωπος που ξέρει τι θέλει και πως να το πάρει χωρίς να υπάρχουν απώλειες. Αυτό ακριβώς με είπαν! Παρ’ όλ’ αυτά όμως χρησιμοποιούν την εγκληματοποίηση ως μέσο για να απομονώσουν άτομα τα οποία θεωρούν επικίνδυνα. Μια απομόνωση βέβαια που κυριαρχεί ούτως ή άλλως σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας. Κι ο αγώνας ενάντια στην απομόνωση κι υπέρ της αλληλεγγύης είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά μου! (Έχουμε ανάγκη από όπλα κι η αλληλεγγύη είναι μεγάλο όπλο!) Συν τοις άλλοις, είμαι πολύ συναισθηματικός άνθρωπος για να μην σταθώ αλληλέγγυος σε κάποιον που έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά ώστε να ζει ελεύθερος! Η συνείδησή μου με έλεγε πως αν δεν στεκόμουν δίπλα του θα ακύρωνα τόσο τον εαυτό μου κοινωνικά, όσο και ατομικά! Δεν θα ήμουν αληθινός!

Ακόμα και τώρα έγκλειστος για την επιλογή μου, κατανοώ πως αν δεν έπραξα «σωστά», τουλάχιστον έπραξα ανθρώπινα. Γιατί το να ζει κόσμος στη φυλακή, μόνο ανθρώπινο δεν είναι! Η απειλή, ο εξευτελισμός κι οι βασανισμοί από την υπηρεσία, οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης (η χρήση της τουαλέτας, μπάνιο με κρύο νερό, ύπνος στο πάτωμα – αφού 2 τ.μ. αντιστοιχεί στον καθένα – , έλλειψη θέρμανσης, το φαγητό που δεν το τρώνε ούτε οι γάτες…), όλ’ αυτά ονομάζονται σωφρονισμός! Κατά τ’ άλλα, η τιμωρία μας είναι μόνο η στέρηση της ελευθερίας… Άλλωστε, ούτε τον σωφρονιστικό κώδικα δεν είναι ικανοί να εφαρμόσουν… Το εμπόριο της πρέζας που εισάγεται από την ίδια την υπηρεσία (αφού η τιμή κόστους είναι δεκαπλάσια από την τιμή της Ομόνοιας), η έλλειψη προγραμμάτων Κ.ΕΘ.Ε.Α., η ανυπαρξία γιατρών κι ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, όλ’ αυτά είναι κάποιες από τις αιτίες για τους 377 νεκρούς κρατούμενους της τελευταίας δεκαετίας. Κι η μη συνεύρεση με τη σύντροφό μας – μια βιολογική ανάγκη – είναι το τελευταίο χτύπημα της απομόνωσης μετά τη διάλυση της οικογένειας. Ήμουν η χαρά μα τώρα η λύπη, ήμουν η λογική μα τώρα η τρέλα, ήμουν ένας άνθρωπος μα τώρα κτήνος… η μεταμόρφωση αυτή είναι το ύστατο αποτέλεσμα της απομόνωσης! Οι 4 στους 5 αποφυλακισθέντες να γυρίζουν πίσω, με πιο βαριές κατηγορίες, πριν ακόμη λήξει η αναστολή τους. Γιατί; Γιατί τα κάγκελα έχουν κλείσει τα μυαλά μας και τη σκέψη μας, τις καρδιές και τα αισθήματα μας! Έτσι πάνε αυτά… απ’ το βασίλειο της θλίψης στο χάδι του θανάτου!

Και προσπαθώντας να επιβιώσω στα σύγχρονα κολαστήρια με τη γυμναστική, το διάβασμα, την αλληλογραφία και τα μεροκάματα, αυτό που δεν θέλω να χάσω είναι ο αυθορμητισμός μου – το χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που δεν πέρασε απαρατήρητο κατά τη σύλληψή μου, κάτι που δεν άρμοζε στα χαρακτηριστικά που έδιναν οι εχθροί της αλήθειας των ΜΜΕ περί σκληρών και αμετανόητων εγκληματιών… κι όταν δεν τους έκατσε, το γύρισαν στην ρητορεία περί αναισθησίας, λες και είμαστε ζώα και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται… Αλλά τι να κάνουμε; Ένα κουράγιο δώσαμε σε φίλους και γονείς, ένα χαμόγελο μωρέ που δεν κοστίζει τίποτα, ένα χαμόγελο που πλουτίζει αυτούς που το παίρνουν χωρίς να φτωχαίνουν αυτοί που το δίνουν. Μια στιγμή κρατάει και η ανάμνησή του αιώνια. Δεν το αγοράζεις ή πουλάς, δεν το ζητάς ή το κλέβεις, μόνο στο χαρίζουν. Κι αν κάποιος είναι κουρασμένος που δεν μπορεί να μου το χαρίσει, τότε του δίνω το δικό μου…

Και κάτι τελευταίο, θα διαβάσω ένα ποίημα:

«Δεν αγάπησα τον κόσμο, ούτε αυτός με θέλησε.
Δεν λάτρεψα τις ιεραρχίες του, ούτε λύγισα το γόνατο μπροστά στα είδωλά του.
Δεν χαμογέλασα ψεύτικα, ούτε κραύγασα μια ηχώ για να λατρέψω.
Ανάμεσα στα πλήθη δεν ήμουν άλλος ένας αριθμός, ήμουν μαζί τους μα δεν ήμουνα δικός τους.
Ήμουν και θα ‘μαι μόνος, ζωντανός στη μνήμη τους ή ξεχασμένος.»

 

Βλ. επίσης: έντυπο υλικό αλληλεγγύης στον Βαγγέλη Χ.

This text translated in english

Εισαγωγή στη φαινομενολογία του τέρατος

ΠΡΟΣΟΧΗ:

Αυτό το μυθιστόρημα έχει κατασκευαστεί αποκλειστικά ως cut-up αποσπασμάτων από άλλα βιβλία και από λίγα τραγούδια. Οι μοναδικές επεμβάσεις που έγιναν ήταν η επιλογή και ο συνδυασμός των αποσπασμάτων, κάποιες μικρές αλλαγές σε ονόματα, στη στίξη, στην ορθογραφία και, σπανίως, στη γραμματική και τη σύνταξη και ορισμένες διορθώσεις μεταφραστικών σφαλμάτων. Στο τέλος του βιβλίου αναφέρονται οι πηγές δίχως συγκεκριμένες παραπομπές, ώστε να δυσκολευτεί περισσότερο ο αναγνώστης. Όλα αυτά έγιναν με παιγνιώδη διάθεση.

ΓΡΑΦΕΙΟΝ  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΩΝ ΙΝΔΙΑΝΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Εισαγωγή στη φαινομενολογία του τέρατος

Ένα εξολοκλήρου φανταστικό, αντιφατικό και καθόλου διδακτικό παραμύθι

Πρόλογος

Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται  στους ατελείς, καταδικασμένους μα ανίκητους και ακτινοβόλους ήρωες που επεχείρησαν το αδύνατο, κατέλαβαν τις ακροπόλεις τ’ ουρανού, άρπαξαν την τελευταία ευκαιρία στο τελευταίο και μεγαλύτερο ανθρώπινο όνειρο, στο ζαλισμένο απ’ τις γροθιές πυγμάχο που σηκώνεται από το καναβάτσο για να νικήσει μ’ ένα νοκάουτ, στο άλογο που από τελευταίο βγαίνει πρώτο, στους δολοφόνους του Χασάν ι Σαμπάχ, του Αφέντη των Ασασίνων, στους πράκτορες του Χαμγουάουα, Κυρίου των Βδελυγμάτων, Κυρίου της Φθοράς, Κυρίου του Μέλλοντος, του Πάνα, Θεού του Πανικού, της Μαύρης Τρύπας όπου δεν ισχύουν οι φυσικοί νόμοι, πράκτορες μιας ιδιαιτερότητας· στους τρελούς, εκείνους που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να τα χαρούν όλα μέσα σε μια και μόνη στιγμή, εκείνους που ποτέ δεν χασμουριούνται ή λένε ένα κοινότοπο πράγμα αλλά καίγονται, καίγονται, όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών, εκπυρσοκροτώντας σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στ’ άστρα και, στη μέση, βλέπουμε το μπλε φως του πυρήνα τους να σκάει· σε εκείνους που είναι έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους ολόκληρη την ανθρώπινη κωμωδία και να περπατήσουν στο άγνωστο χωρίς δεσμεύσεις· όσοι από τη στιγμή που γεννιούνται δεν τη μυρίστηκαν μια τέτοια θράκα, τί γυρεύουν ανάμεσά μας; Μόνο αυτοί που είναι έτοιμοι ν’ αφήσουν πίσω τους τα πάντα και όλους όσους ποτέ γνώρισαν μπορούν να κάνουν αίτηση. Δεν θ’ απορριφθεί κανείς απ’ όσους θα κάνουν αίτηση. Κανείς δεν μπορεί να κάνει αίτηση αν δεν είναι έτοιμος. Πάνω από τους λόφους και πέρα μακριά στις Δυτικές Χώρες. Σκότωσε όποιον μπει στο δρόμο σου. Θα χρειαστεί να σκοτώσεις καθώς θα βγαίνεις, γιατί ο πλανήτης αυτός είναι αποικία εξορίας καταδίκων και δεν επιτρέπεται να τον εγκαταλείψει κανείς. Σκότωσε τους φρουρούς και προχώρα.

Διάφορες παραστάσεις δίνονται  την ίδια στιγμή, μέσα σε πολλά δωμάτια, πάνω σε πολλά επίπεδα. Οι θεατές περιφέρονται από τη μια σκηνή στην άλλη, βάζοντας κοστούμια και μακιγιάζ για να πάρουν μέρος σε κάποια παράσταση, και όλοι οι ηθοποιοί περνούν από τη μια σκηνή στην άλλη. Υπάρχουν κινητές σκηνές και άρματα, πλατφόρμες που κατεβαίνουν με τροχαλίες από το ταβάνι, πόρτες που ανοίγουν ξαφνικά και χωρίσματα που γλιστρούν προς τα πίσω.

Παρεμπιπτόντως, έχω μερικά εξαιρετικά  έργα σε πολύ λογικές τιμές.  Εδώ θα βρείτε τα πάντα, ακόμα  και μυθιστορήματα: ο μύθος  είναι ένας Ναυτίλος που εξερευνά τις αβύσσους της πραγματικότητας, ο μύθος είναι το μοναδικό φως που μπορεί να φωτίσει ορισμένες ιδιαίτερα επικίνδυνες περιοχές του αόρατου κόσμου.

(-Παραμορφωτικό φως!

-Έστω, όμως ορισμένα πράγματα  μπορούμε να τα απεικονίσουμε μόνο παραμορφώνοντάς τα… Ωστόσο, μην περιμένετε να βρείτε εδώ ρεαλιστικά η ψυχολογικά μυθιστορήματα. Το σύμπαν δεν είναι ρεαλιστικό, εντάσσεται στη φανταστική λογοτεχνία.)

Ευρίσκεσθε ενώπιον ενός φρικτού  υποδείγματος ελευθέρας σκέψεως.

Συνέχισε. Τόλμησε. Για να υπάρξει ζωή…

Ι

Το ’φερε η περίσταση να πάω στην εκκλησία του αγίου Πέτρου να βρω τον Πατέρα Καλαμπρές, παπά με τρίπατο σκουφί σαν καθίκι, χοντρό ζωνάρι χαλαρά δεμένο στη μέση, τσαλακωμένα ακρομάνικα, κομποσκοίνι στο χέρι και μαστίγιο περασμένο στη μέση. (Άμα θέλετε να ξέρετε, ούτε που μπορώ να τους ανεχτώ τους παπάδες. Όσους γνώρισα σ’ όλα τα σχολεία που πήγαινα, βάζανε μια φωνή Όσιου Ονούφριου κάθε που μας κάνανε κήρυγμα. Θεούλη μου, πώς το σιχαίνομαι. Δεν μπορώ να καταλάβω τί διάολο τους πιάνει και δεν μιλάνε με την κανονική τους φωνή. Φαίνονται τόσο κάλπηδες άμα μιλάνε.) Τον βρήκα στο παρεκκλήσι μ’ έναν άνδρα που του ’χε δεμένα τα χέρια με το πολυσταύριο και στραβοφορεμένο το πετραχήλι. Ο άνδρας φώναζε και χτυπιόταν φρενιασμένα.

«Τί συμβαίνει;» ρώτησα έντρομος.

Μου απάντησε: «Ένας δαιμονισμένος άνθρωπος.»

Αλλά την ίδια στιγμή, το πνεύμα που βρισκόταν μέσα του και ροκάνιζε την ψυχή του, είπε: «Όχι άνθρωπος, χωροφύλακας. Να προσέχετε τα λόγια σας, γιατί απ’ αυτά που σας άκουσα να λέτε κατάλαβα πως δεν είστε καλά ενημερωμένοι. Μάθετε, λοιπόν, πως εμείς οι διάβολοι με το ζόρι βρισκόμαστε μέσα στους χωροφύλακες και δεν μας κάνει καθόλου ευχαρίστηση. Γι’ αυτό σωστότερο είναι ν’ αποκαλείτε εμένα χωροφυλακισμένο δαίμονα παρά τούτον εδώ δαιμονισμένο χωροφύλακα. Κι εσείς οι άνθρωποι, κακά τα ψέματα, τα πάτε καλύτερα μ’ εμάς παρά μ’ αυτούς. Εμείς τουλάχιστον το βάζουμε στα πόδια μπροστά στο σταυρό, ενώ αυτοί τον χρησιμοποιούν για να βλάψουν. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι δαίμονες και χωροφύλακες κάνουμε την ίδια δουλειά; Άμα το καλοεξετάσεις, εμείς προσπαθούμε να καταδικάσουμε τον κόσμο, το ίδιο κάνουν και οι χωροφύλακες. Εμείς επιδιώκουμε να υπάρχουν διαστροφές και αμαρτίες πάνω στη γη, αλλά και οι χωροφύλακες το εύχονται και το επιδιώκουν με μεγαλύτερο ζήλο, γιατί απ’ αυτό ζουν, ενώ εμείς το κάνουμε απλά για να έχουμε παρέα.

«Άλλωστε θα ’πρεπε να κατακρίνετε περισσότερο τους χωροφύλακες γι’ αυτή τη δουλειά παρά εμάς, γιατί αυτοί κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους, ενώ εμείς είμαστε άγγελοι – ξεπεσμένοι βέβαια. Εκτός αυτού, εμείς γίναμε δαίμονες επειδή θέλαμε να είμαστε ανώτεροι και από το Θεό, ενώ οι χωροφύλακες είναι αυτό που είναι επειδή ήθελαν να είναι κατώτεροι όλων. Άδικα λοιπόν κουράζεσαι, πάτερ μου, να βάζεις πετραχήλια κι εγκόλπια πάνω του, γιατί δεν υπάρχει κάτι που να ’πεσε στα χέρια του και να μην το καταχράστηκε. Κατάλαβέ το πώς αυτοί και η αφεντιά μας ανήκουμε στο ίδιο τάγμα, μόνο που οι χωροφύλακες ανήκουν στους παπουτσωμένους, ενώ εμείς στους ξυπόλητους, και περνάμε μαύρη ζωή στην Κόλαση.»

«Υπάρχουν βασιλιάδες στην Κόλαση;»  ρώτησα εγώ, κι αμέσως μου  έλυσε την απορία:

«Όλη η Κόλαση είναι σκέτη  φιγούρα, και υπάρχουν πάμπολοι, διότι η εξουσία, η ελευθερία  και η δύναμη καταδιώκουν τις  αρετές και εισάγουν τις διαστροφές. Βλέπουν το θαυμασμό και τη λατρεία του κόσμου, που τους θεωρεί σχεδόν θεούς, και θέλουν να γίνουν στ’ αλήθεια θεοί. Και είναι πολλοί οι δρόμοι που οδηγούν στην καταδίκη τους και άλλοι τόσοι που τους διευκολύνουν στην κατρακύλα.

«Με τους εμπόρους τί δουλειά έχεις τώρα;» έκανε ο Καλαμπρές.

«Α, τούτοι δω είναι φαΐ που  το ’χουμε σιχαθεί. Τόσο το  μπουχτίσαμε, που έχουμε αρχίσει  να το ξερνάμε. Καταφθάνουν μιλιούνια και καταδικάζονται και με τα λόγια και με τις πράξεις τους. Διότι δεν υπάρχει μερτικό που να μην απλώσουν το χέρι τους, και εξαφανίζεται ό,τι πέσει ανάμεσα στο λεπίδι του κοντυλοφόρου και στο μελάνι των τεφτεριών τους: μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Άσε το βρώμικο όνομα που έχουν, κι έτσι, όταν μιλούν για επενδύσεις, δεν ξέρουμε αν μιλούν για δουλειές ή για κάτι άλλο που ντρέπομαι να κατονομάσω. Ένας απ’ αυτούς που ήρθε στην Κόλαση και είδε πόσα ξύλα και φωτιά ξοδεύουμε, θέλησε να πάρει το μονοπώλιο, και ένας άλλος σκέφτηκε να καπαρώσει τους κεραυνούς πιστεύοντας πως θα ’βγαζε πολλά λεφτά αν τους νοίκιαζε. Τους έχουμε μαζί με τους δικαστικούς, γιατί εδώ πέρα τα κάνουν πλακάκια μαζί τους.»

«Δηλαδή υπάρχουν και δικαστές  στην Κόλαση;»

«Άκου λέει!» έκανε ο Σατανάς. «Οι δικαστές είναι σαν τους φασιανούς, το εκλεκτό μας πιάτο. Είναι ο σπόρος που δίνει τους περισσότερους καρπούς στους διαβόλους. Αναλογίσου: για κάθε δικαστή που σπέρνουμε, θερίζουμε έξι εισαγγελείς, δυο εφέτες, τέσσερις γραμματικούς, πέντε δικηγόρους και πέντε χιλιάδες εμπόρους, κι αυτό μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει. Από τον κάθε γραμματικό κερδίζουμε είκοσι γραφιάδες, από τον κάθε γραφιά τριάντα χωροφύλακες και από τον κάθε χωροφύλακα δέκα χαφιέδες. Και αν η χρονιά είναι γόνιμη σε απάτες, ξεχειλίζουν οι αποθήκες της Κόλασης και δεν χωρούν τη συγκομιδή ενός και μόνο διεφθαρμένου δικαστή.»

«Βρε, κοίτα θράσος!» έκανε νευριασμένος ο Καλαμπρές. «Αν τον αφήσεις το γλωσσοκοπάνα, θα σούρει ένα σωρό βλακείες στη δικαιοσύνη και θα κάνει κακό μεγάλο, γιατί με την καπατσοσύνη του ξέρει να κουμαντάρει τον κόσμο και να παίρνει με το μέρος του τις ψυχές.»

«Δεν το κάνω γι’ αυτό,» είπε ο Σατανάς, «αλλά γιατί ο εχθρός σου είναι αυτός, ο συνάνθρωπός σου. Λυπήσου με και βγάλε με από το κορμί του χωροφύλακα, γιατί εγώ είμαι διάβολος καθώς πρέπει και θα βγάλω άσχημο όνομα στην Κόλαση με τις κακές παρέες εδώ κάτω.»

«Η ιστορία,» είπα, «είναι ένας  εφιάλτης απ’ όπου προσπαθώ  να ξυπνήσω.»

Τα παιδιά από το γήπεδο  βγάλανε μια κραυγή. Ένα διαπεραστικό  σφύριγμα· γκολ. Τί θα γινόταν αν αυτός ο εφιάλτης σου έδινε μια κλωτσιά στα πισινά;

«Ανεξερεύνηται αι βουλαί του  Κυρίου,» είπε ο Καλαμπρές.  «Όλη η ιστορία οδεύει προς  ένα μεγάλο τέλος, την αποκάλυψη  του Θεού.»

Έδειξα το παράθυρο με τον  αντίχειρα λέγοντας: «Αυτό είναι  Θεός.»

Ζήτωωωω! Έ! Ζήτωωωωω!

«Τί;» ρώτησε ο Καλαμπρές.

«Μια κραυγή στο δρόμο,» απάντησα  σηκώνοντας τους ώμους.

Ο Σατανάς συνέχισε το μοχθηρό  του γέλιο κι έπειτα είπε: «Είναι  αξιοθαύμαστη εξέλιξη. Σε πέντε  ή έξι χιλιάδες χρόνια γεννήθηκαν  πέντε ή έξι αξιόλογοι πολιτισμοί, άνθισαν, τράβηξαν το θαυμασμό του κόσμου, έπειτα έσβησαν κι εξαφανίστηκαν. Και κανένας απ’ αυτούς, εκτός από τον πιο πρόσφατο, δεν σκάρωσε ποτέ ολοκληρωτικό και ικανοποιητικό τρόπο για να σκοτώνει τους ανθρώπους. Όλοι έκαναν ό,τι μπορούσαν –γιατί ο φόνος είναι η κυριότερη φιλοδοξία της ανθρώπινης φυλής και το πρώτο επεισόδιο στην ιστορία της- αλλά μόνο ο χριστιανικός πολιτισμός πέτυχε ένα θρίαμβο που γι’ αυτόν μπορεί να ’ναι περήφανος. Δυο-τρεις αιώνες από σήμερα, όλοι θ’ αναγνωρίζουν πώς κάθε επιδέξιος φονιάς είναι χριστιανός.

«Και ποιο είναι το αποτέλεσμα;» είπε ο Σατανάς, με το μοχθηρό του χάχανο. «Τίποτα απολύτως. Δεν κερδίζετε τίποτα. Πάντα καταλήγετε εκεί που είχατε αρχίσει. Ένα εκατομμύριο χρόνια η φυλή σας συνεχίζει τη μονότονη αναπαραγωγή της και την εξίσου μονότονη επανάληψη αυτών των βαρετών ανοησιών – για ποιο σκοπό; Κανένας σοφός δεν μπορεί να μαντέψει! Ποιός ωφελείται; Κανένας, παρά μια χούφτα σφετεριστές μονάρχες κι ευγενείς που σας περιφρονούν. Που θα ένιωθαν μαγαρισμένοι αν τους αγγίζατε. Που θα σας έκλειναν την πόρτα στα μούτρα αν θέλατε να τους επισκεφτείτε. Που γι’ αυτούς δουλεύετε σα σκλάβοι, γι’ αυτούς πολεμάτε, γι’ αυτούς σκοτώνεστε, και δεν ντρέπεστε γι’ αυτό αλλά καμαρώνετε. Που η ύπαρξή τους είναι συνεχής προσβολή για σας και φοβάστε να οργιστείτε. Που είναι ζητιάνοι που ζουν από την ελεημοσύνη σας, κι ωστόσο παριστάνουν τους ευεργέτες σας. Που σας μιλάνε σαν αφέντης στο δούλο του, και που τους απαντάτε σαν δούλος στον αφέντη. Που τους λατρεύετε με το στόμα, ενώ μέσα στην καρδιά σας –αν έχετε- περιφρονείτε τον εαυτό σας γι’ αυτό. Ο πρώτος άνθρωπος ήταν υποκριτής και δειλός, ιδιότητες που δεν εξαλείφτηκαν ακόμα από τους απογόνους του. Και πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια χτίστηκαν όλοι οι πολιτισμοί. Πιείτε στη συνέχιση! Πιείτε στην αύξηση! Πιείτε στο-»

«Σατανά!»

«Ω, είναι αλήθεια. Γνωρίζω τη  φυλή σας. Αποτελείται από πρόβατα.  Την κυβερνάνε οι μειοψηφίες, σπάνια ή ποτέ οι πλειοψηφίες.  Καταπιέζει τα αισθήματα και τις πεποιθήσεις της και ακολουθεί τη χούφτα που κάνει τον περισσότερο θόρυβο. Καμιά φορά η θορυβώδικη χούφτα έχει δίκιο, καμιά φορά άδικο. Αλλά δεν έχει σημασία, το πλήθος την ακολουθεί. Η πλατιά μειοψηφία της φυλής, είτε ανάμεσα στους αγρίους είτε ανάμεσα στους πολιτισμένους, είναι κρυφά καλόκαρδη, δεν θέλει να προκαλεί πόνο, αλλά μπροστά στην επιθετική κι αδυσώπητη μειοψηφία δεν τολμάει να επιβάλει τη θέλησή της. Σκέψου το! Το ένα καλόκαρδο πλάσμα κατασκοπεύει ένα άλλο, και φροντίζει να βοηθάει πιστά σε αδικίες που κάνουν και τους δύο να επαναστατούν.»

Έπειτα είδε από την έκφρασή  μας πόσο πολύ είχαμε πληγωθεί και σταμάτησε απότομα να μιλάει και να γελάει, κι ο τρόπος του άλλαξε. Είπε μαλακά: «Όχι, θα πιούμε ο ένας στην υγειά του άλλου και θ’ αφήσουμε ήσυχο τον πολιτισμό. Θα κάνουμε αυτή την πρόποση με κρασί που δεν έχει ξανάρθει σε τούτο τον κόσμο».

«Δώσε μας τα ποτήρια,» είπα  εγώ. «Στον καθένα το δικό  του.»

«Αυτό μου ανήκει,» είπε ο Τομ, «όπως είπε ο διάβολος στην ψυχή του αστυνομικού.»

«Περιμένοντας την κάθε στιγμή  ότι μπορεί να είναι η επόμενη,»  είπε ο Κιμ.

Η πρόποση:

Πάμε, παιδιά, στον ποταμό, εκεί που πνέουν οι αύρες,

Να  πιούμε και να πνίξουμε τις λύπες μας  τις μαύρες.

Έξω, μέσα στην αιμοσταγή  βροχή να θρέψουμε τη γη μας,

Ανάμεσα στου τραγουδιού του  νίτρου το μαινόμενο  βρυχηθμό

Και του θειαφιού το φοβερό άσμα.

Κέρνα στους ανεξάρτητους το θείο κρασί να πίνουν,

Σ’  εκείνους που δεν  νιώθουνε από Τζαμιά και Χάβρες!

(Εν τω μεταξύ, αναγκάζουν τώρα  τον ιερέα να χύσει αίμα  σ’ ένα δισκοπότηρο και να  ευλογήσει το ίδιο του το  αίμα, όχι στο όνομα του Θεού  αλλά του Σατανά. Επίσης κόβουν το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του και τον βάζουν να το κρατά σαν να ήταν όστια και να λέει «Αυτό είναι το σώμα μου,» ενώ ο δαιμόνιος Τομ Σόγερ παρατηρεί ότι είναι η πρώτη φορά που του λένε την αλήθεια ύστερα από τόσα χρόνια συστηματικού ψεύδους. Γενικά, μια κατεξοχήν αντικληρική σκηνή, ίσως με στόχο τον εμπαιγμό των Πουριτανών της εποχής εκείνης – μια άσκοπη χειρονομία αφού κανείς απ’ αυτούς δεν πήγαινε στο θέατρο, θεωρώντας το για κάποιο λόγο ανήθικο.

Ο Πατήρ Καλαμπρές, με μακρύ μεσοφόρι, με άμφια φορεμένα ανάποδα και με τα τακούνια των δύο αριστερών ποδιών του μπροστά, τελεί μια στρατιωτική λειτουργία. Ο Αιδεσιμώτατος Μπροκ Βοντ, διδάκτωρ Γραμμάτων και Τεχνών, με απλό ράσο και πανεπιστημιακό πίλο, με το κεφάλι του και το κολάρο του ανάποδα, κρατά πάνω από το κεφάλι του ιερουργούντος μια ανοιχτή ομπρέλα:

ΠΑΤΗΡ ΚΑΛΑΜΠΡΕΣ: Introibo ad altare diaboli.

ΑΙΔΕΣΙΜΩΤΑΤΟΣ ΜΠΡΟΚ ΒΟΝΤ: Εις  τον δαίμονα, όστις εχαροποίησεν  τας ημέρας της νεότητός μου.

ΠΑΤΗΡ ΚΑΛΑΜΠΡΕΣ: [Παίρνει μέσα από το δισκοπότηρο και υψώνει μια όστια που στάζει αίμα] Corpus Meum.

ΑΙΔΕΣΙΜΩΤΑΤΟΣ ΜΠΡΟΚ ΒΟΝΤ: [Ανασηκώνει από πίσω ψηλά το μεσοφούστανο του ιερουργούντος, αποκαλύπτοντας τα γκρίζα μαλλιαρά κωλομέρια του ανάμεσα στα οποία είναι σφηνωμένο ένα καρότο.] Διότι τούτο εστί το σώμα μου!)

Ο Σατανάς συνήθιζε να λέει  ότι η φυλή μας ζούσε μια  ζωή αδιάκοπης αυταπάτης. Κορόιδευε  τον εαυτό της  από την  κούνια μέχρι τον τάφο με  ψευτιές και χίμαιρες που τις  έπαιρνε για πραγματικότητες,  κι έτσι ολόκληρη η ζωή της  γινόταν μια ψευτιά. Από τα είκοσιτόσα προσόντα που νόμιζε πώς είχε και καμάρωνε, δεν είχε ούτε ένα καλά-καλά. Θαρρούσε πώς ήταν χρυσάφι και ήταν μόνο μπρούντζος. Μια μέρα που είχε τέτοια διάθεση, ανέφερε μια λεπτομέρεια – την αίσθηση του χιούμορ. Βρήκα το κέφι μου τότε και προσπάθησα να τον αντικρούσω. Είπα ότι την είχαμε.

«Ορίστε, μιλάει η ράτσα!» είπε. «Πάντα έτοιμη να ισχυριστεί  ότι έχει κάτι που δεν έχει  και να περάσει μια ουγγιά  για χρυσόσκονη. Έχετε μια τιποτένια  αίσθηση του χιούμορ, τίποτα  παραπάνω. Πολλοί από σας την έχουν. Αυτοί οι πολλοί βλέπουν την κωμική πλευρά μιας χιλιάδας φτηνών και ταπεινών καταστάσεων – τις κραυγαλέες ασυναρτησίες κυρίως, τις χοντροκοπιές, τις γελοιότητες, όλα αυτά που προκαλούν το χάχανο. Τα δέκα χιλιάδες λεπτά κωμικά πράγματα που υπάρχουν στον κόσμο είναι κρυμμένα από την περιορισμένη όρασή τους. Θα ’ρθει άραγε μια μέρα που η φυλή σας θα υποπτευτεί πόσο αστεία είναι όλα αυτά και θα γελάσει μαζί τους – και γελώντας θα τα καταστρέψει; Γιατί η φυλή σας, μέσα στη φτώχια της, έχει αναμφισβήτητα ένα πραγματικά αποτελεσματικό όπλο – το γέλιο. Η εξουσία, τα χρήματα, η πειθώ, η ικεσία, ο διωγμός – αυτά μπορούν να κάνουν τρομαχτική φασαρία, λίγο-πολύ, αιώνα τον αιώνα. Αλλά μόνο το γέλιο μπορεί να τα κάνει όλα σκόνη. Στην επίθεση του γέλιου τίποτα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί. Πάντα ταλαιπωρείστε και παλεύετε με τ’ άλλα σας όπλα. Αυτό το χρησιμοποιείτε ποτέ; Όχι, το αφήνετε να σκουριάζει. Ως φυλή, το χρησιμοποιείτε καθόλου; Όχι, δεν έχετε το μυαλό, ούτε το κουράγιο».

Για ένα χρόνο ολόκληρο, ο Σατανάς συνέχισε αυτές τις επισκέψεις, αλλά επιτέλους άρχισε να ’ρχεται λιγότερο συχνά, κι έπειτα για πολύ καιρό δεν ήρθε καθόλου. Αυτό μ’ έκανε πάντα να νιώθω μοναξιά και μελαγχολία. Καταλάβαινα ότι είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον του για το μικροσκοπικό μας κόσμο κι ότι οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσε να διακόψει εντελώς τις επισκέψεις του. Όταν, μια μέρα, ήρθε επιτέλους να με βρει, δεν ήξερα πώς να του δείξω τη χαρά μου, αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Είχε έρθει να με αποχαιρετήσει, μου είπε, και για τελευταία φορά. Είχε να κάνει έρευνες και διάφορες δουλειές σε άλλες γωνιές του σύμπαντος, είπε, κι αυτό θα τον απασχολούσε περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσα να περιμένω την επιστροφή του.

«Και θα φύγεις και δεν θα  ξανάρθεις πια;»

«Ναι,» είπε. «Κάναμε παρέα πολύ καιρό μαζί και ήταν ευχάριστο – ευχάριστο και για τους δυο μας. Αλλά πρέπει να φύγω τώρα και δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ πια.»

«Σ’ αυτήν τη ζωή, Σατανά, αλλά  στην άλλη; Θα συναντηθούμε σε μιαν άλλη ζωή, έτσι δεν είναι;»

Και τότε, ήρεμα και νηφάλια, μου έδωσε αυτή την αλλόκοτη απάντηση: «Δεν υπάρχει άλλη».

ΙΙ

Ένα σβέλτο επαρχιωτόπουλο, χορός αγγέλων στη λωρίδα του ήχου, που θα κατάφερνε ν’ αποκτήσει από νωρίς δύναμη μέσα στη λευκή μητρόπολη όπου θα γινόταν, όπως το είχε ονειρευτεί, το επιμελές προϊόν μεγαλύτερων ανδρών, ο εισαγγελέας Μπροκ Βοντ, ύψους μετρίου, λυγερός και ξανθομάλλης, κουβαλούσε μαζί του μια άγρυπνη, ποτέ απολύτως αξιόπιστη συντροφική προσωπικότητα, θηλυκή, υποανάπτυκτη, ενάντια στην οποία η αρρενωπή του εκδοχή, που υποτιθέμενα κυβερνούσε το σύνολο, όφειλε να είναι εξίσου άγρυπνη.

Σε όνειρα που δεν μπορούσε να ελέγξει, στα οποία ήταν αδύνατη η παρέμβαση της λογικής, όνειρα ανόθευτα από ναρκωτικά ή οινόπνευμα, η ταραγμένη του ψυχή τον επισκεπτόταν με αρκετές μεταμορφώσεις και κυρίως ως η Τρελή στη Σοφίτα. Ο Μπροκ έβλεπε τον εαυτό του να μετακινείται μέσα στα δωμάτια ενός μεγάλου, υπέροχου σπιτιού, που ανήκε σε ανθρώπους τόσο πλούσιους και ισχυρούς που δεν τους είχε δει ποτέ. Για όσο του επέτρεπαν να κατοικεί εκεί, δουλειά του ήταν να βεβαιώνεται πως όλες οι πόρτες και τα παράθυρα, δωδεκάδες από δαύτα, παντού, ήταν ασφαλισμένα, και πως κανείς και τίποτα δεν είχε περάσει μέσα από αυτά. Αυτό έπρεπε να γίνεται κάθε μέρα και να έχει ξεμπερδέψει προτού νυχτώσει. Έπρεπε να ελέγχει κάθε ντουλάπι και κάθε γωνιά, κάθε πισινή σκάλα και μπροστινή αποθήκη, μέχρι που να μην έχει πια μείνει παρά η σοφίτα. Στο μεταξύ, η μέρα είχε περάσει και τώρα ήταν αργά. Χωρίς σχεδόν καθόλου φως. Ήταν εκείνη η φάση του σούρουπου, η γεμάτη ανησυχία, κατά την οποία το έλεος, σε τούτον τον κόσμο καθώς και στους άλλους, δείχνει λιγότερο διαθέσιμο. Οι ενέργειες ήταν χαλαρωμένες, οι μάζες μπορούσαν να υλοποιηθούν. Ανέβαινε στα σκοτεινά τα σκαλιά της σοφίτας, σταματούσε μπροστά στην πόρτα. Μπορούσε να την ακούσει ν’ αναπνέει, περιμένοντάς τον –την άνοιγε, απροστάτευτος, έμπαινε, και εκείνη προχωρούσε εναντίον του, θολή, κακοφωτισμένη εκτός από τα μάτια της που πέταγαν σπίθες, το αδυσώπητο, ζωώδες χαμόγελο, και παίρνοντας φόρα πηδούσε προς το μέρος του, απάνω του, και κάτω από την επίθεσή της αυτός πέθαινε, και ξυπνούσε πια στο δικό του δωμάτιο, όπου το κάλυμμα του κρεβατιού ήταν λευκό και διπλωμένο τακτικά σαν χασαπόχαρτο γύρω από ένα κομμάτι κρέας – ανάσκελα τέζα, κάθιδρος, να τινάζεται στο κάθε του χτυποκάρδι.

Έξω στον κανονικό κόσμο, βεβαίως,  ήταν ένας τελείως διαφορετικός  άνθρωπος, με τόσο μάλιστα προσήνη  όψη που ήταν δύσκολο, ακόμα  και για τους εκφυλισμένους  εγκληματίες στον εγκλεισμό των  οποίων συνέβαλλε, να αντιπαθήσουν  τον κύριο εισαγγελέα. Εξέπεμπε μια γοητεία που φαινόταν να υπερβαίνει την πολιτική και ήταν γνωστός τόσο στο περιβάλλον του όσο και στο πεδίο δράσης του ως ένας περιζήτητος αφηγητής και μπον-βιβέρ, ο οποίος εκτιμούσε τη λεπτή ποιότητα σε φαγητά, κρασιά, μουσική. Οι γυναίκες τον έβρισκαν αφάνταστα θελκτικό για λόγους που αργότερα δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να προσδιορίσουν. Γραφικές γιαγιάδες του τρίτου κόσμου που διατηρούσαν πάγκους με λουλούδια σε γωνίες άθλιων δρόμων έτρεχαν να τον αγκαλιάσουν και να προσφέρουν με υποκλίσεις μπουκέτα από βιολέτες στις μόνιμα εντυπωσιακές συνοδούς του, συνήθως υψηλής μόδας πακέτα που στην ανάμνηση της εμφάνισής τους στο δρόμο την ημέρα εκείνη πολλοί άνδρες έτρεχαν να χωθούν στην πρώτη μοναχική τρύπα για να μαλακιστούν όσο το δυνατόν ταχύτερα, χωρίς πολλές ερωτήσεις.

Αν και πολλά ήταν τα ελαττώματα  του χαρακτήρα του, κανένα δεν  ήταν τόσο ενοχλητικό όσο η  μονομανία του με το κυριλίκι, που τη φλόγα της κρατούσε άσβεστη με μουλαρίσιας επιμονής άρνηση να παραδεχτεί εκείνο που όλοι ήξεραν – ότι δηλαδή, ασχέτως από το πόσα χρήματα έβγαζε, πόσα πολλά πολιτικά αξιώματα ή διπλώματα γοητείας κέρδιζε, κανείς από εκείνους στους κύκλους των οποίων ήθελε να ανήκει δεν θα τον θεωρούσε ποτέ τίποτε άλλο από έναν πληρωμένο κακοποιό.

(Παρατηρήσαμε ότι τα περισσότερα προβλήματα σε τούτο τον κόσμο τα προκαλεί ένα ποσοστό ανθρώπων γύρω στο δέκα με είκοσι τα εκατό, που δεν κοιτούν τη δουλειά τους, γιατί δεν έχουν δουλειά να κοιτάξουν, ούτε καν όση έχει ο ιός της ευλογιάς. Λοιπόν, ο ιός σου είναι ένα υποχρεωτικό παράσιτο των κυττάρων, και εγώ ισχυρίζομαι ότι αυτό που αποκαλούμε κακό είναι στην ουσία ένας παρασιτικός ιός που καταλαμβάνει μια ορισμένη περιοχή του εγκεφάλου, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε κέντρο του ΔΙΚΑΙΟΥ. Γνώρισμα ενός πραγματικού σκατού είναι ότι πρέπει να έχει δίκιο. Και εδώ οφείλουμε να κάνουμε στη διάγνωση τη διάκριση μεταξύ ενός σκληροπυρηνικού σκατού κατειλημμένου από τον ιό και ενός κοινού συνηθισμένου ακαμάτικου παλιοτόμαρου. Μερικά παλιοτόμαρα δεν δημιουργούν καθόλου προβλήματα, θέλουν να τους αφήνουν ήσυχους. Άλλοι κάνουν μικροφασαρίες, όπως καβγάδες στα μπαρ και ληστείες τραπεζών. Και, για να το πούμε απλά – ο εισαγγελέας Μπροκ Βοντ ήταν ένα υποχρεωτικό σκατό. Ο Τζέσε Τζέημς, ο Μπίλι δε Κιντ και ο Ντίλιντζερ ήταν απλώς παλιοτόμαρα.)

Έμεινε ώρα πολλή να κοιτάζει το βουνό, με τ’ απέραντα λιβάδια του, με τα ειρηνικά του έλατα, με τα γάργαρα νερά των χειμάρρων του, με τη χιονισμένη του κορυφή. Κάθε χειμώνα ο Μπροκ έφευγε και πήγαινε στο Σαμονί, αλλά δεν είχε ποτέ δώσει την παραμικρή σημασία στην ομορφιά των βουνών. Μέχρι σήμερα τα μάτια του τα είχε χρησιμοποιήσει μόνο και μόνο για να δένει τα σκι του και να κατεβαίνει τις πλαγιές πιο γρήγορα.

Ο Μπροκ, κουλουριασμένος από το κρύο κάτω από τις γιρλάντες, με τα γένια μούσκεμα απ’ τα δάκρυα, χωνόταν μέσα στις αναμνήσεις του, έβρισκε ζεστασιά στη χαμένη παιδική του ηλικία. Σήμερα το ποτάμι ήταν ένας οχετός, δεχόταν τα λύματα μιας φαρμακοβιομηχανίας. Στο λιβάδι όπου έπαιζε τους Ινδιάνους υψωνόταν ένα βενζινάδικο. Η αγροικία είχε γίνει κέντρο αποκατάστασης αναπήρων από τροχαία. Αντί για κελαηδίσματα αηδονιών άκουγες μόνο το θόρυβο των αυτοκινήτων. Κι ο ήλιος δεν βασίλευε πια πίσω από τα στάχια αλλά πίσω από τον αυτοκινητόδρομο. Στο όνομα τίνος πράγματος είχαν καταστρέψει τα παιδικά του χρόνια; Στο όνομα τίνος πράγματος είχε ζήσει; Στο όνομα τίνος πράγματος επρόκειτο να πεθάνει, με τον παχυλό τραπεζικό του λογαριασμό, με το καινούριο του αυτοκίνητο και τη συλλογή του από γραβάτες;

Εκδοχή  πρώτη:

Ήταν ένα ήσυχο βράδυ, κανένα τηλεφώνημα δεν τους ενόχλησε όσο κράτησε η ταινία του ματς, μετά τη συντριπτική κατάληξη του οποίου ο Χάκλμπερι και ο Κιμ χάλασαν μεταξύ τους ένα μεγάλο κουτί Κλίνεξ. Γύρω στα μεσάνυχτα χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε ο Χακ και, όταν το έκλεισε, ανοιγόκλεισε τα μάτια και τράνταξε το κεφάλι του. «Ξέρεις ποιος ήταν, έτσι;»

«Αν είναι να ραγίσει κι  άλλο η καρδιά μου, μη μου  το πεις, Χακ.»

«Ήταν ο Μπροκ Βοντ, άνθρωπέ  μου. Αυτοπροσγείωσε το Χιούι  του στην πλαγιά, το αυτοκίνητό  του στο χαντάκι.»

«Ώρα να κλειδώνουμε και να φορτώνουμε, Χακ.»

«Φύγαμε, Κιμ.»

Ο Μπροκ ήταν λίγο αόριστος, στο τηλέφωνο, για το πώς ξεκίνησε  με ελικόπτερο και κατέληξε  με αυτοκίνητο. Δεν είχε αντιληφθεί  καμία μετάβαση. Επρόκειτο όμως  για ένα ασυνήθιστο είδος αυτοκινήτου,  σχεδόν χωρίς καθόλου συμπίεση, αδύναμο στις όποιες σοβαρότερες κλίσεις, που τελικά σιγάνεψε μέχρι ακινησίας και δεν είπε να ξαναπάρει μπρος. Και εκεί, δίπλα στο δρόμο, υπήρχε το τηλέφωνο, και η αναμμένη ταμπέλα που έλεγε ΠΑΡ’ ΤΟ, έτσι λοιπόν, το πήρε και να ο Χακ στην άλλη την άκρη. Αισθανόταν μια απόσπαση, μια ανικανότητα να συγκεντρωθεί, ή, περίεργο, να θυμηθεί τί είχε γίνει προτού βρεθεί στο τιμόνι αυτού του ανίκανου, άγνωστου αυτοκινήτου που τώρα η μπαταρία του άδειαζε καθώς τα φώτα του χαμήλωναν αδύναμα μέσα στο σκοτάδι.

Επιτέλους είδε από μακριά  φώτα, σαν τα φώτα ενός πλοίου  που προχωρούν έξω, στη θάλασσα…  Τίποτε άλλο δεν υπήρχε στο  τοπίο μέχρι στιγμής – ο Μπροκ μετά βίας διέκρινε το δρόμο. Το F/350 El Mil Amores πλησίασε με ολοένα και περισσότερο θόρυβο, και τελικά σταμάτησε γι’ αυτόν.

«Πήδα μέσα, Μπροκ.»

«Και τί θα γίνει το αυτοκίνητο;»

«Ποιό αυτοκίνητο;»

Ο Μπροκ κοίταξε γύρω μα  δεν είδε αυτοκίνητο πουθενά.  Σκαρφάλωσε και κάθισε δίπλα  στον Κιμ και έβαλαν μπρος  πάνω στον σχεδόν θεοσκότεινο δρόμο. Σε λίγο το τσιμέντο άρχισε να παραχωρεί τη θέση του στο απλό χώμα και τα δέντρα άρχισαν να τους πιέζουν και από τις δύο πλευρές. Εκεί που οδηγούσε, ο Χακ είπε μια παλιά ιστορία των Γιουρόκ, για κάποιον άντρα από το Τούριπ, στο Κλάμαθ, ψηλά, κάπου δέκα μίλια από τη θάλασσα, ο οποίος έχασε τη νέα γυναίκα που αγαπούσε και πήγε να τη βρει στη χώρα του θανάτου. Όταν βρήκε τη βάρκα του Ιλάια, που περνούσε τους νεκρούς απέναντι στο τελευταίο ποτάμι, την τράβηξε έξω από το νερό και έσπασε τον πάτο της με μια πέτρα. Και για δέκα χρόνια δεν πέθανε κανένας στον κόσμο, γιατί δεν υπήρχε βάρκα να τους περάσει απέναντι.

«Την έφερε πίσω;» θέλησε να  μάθει ο Μπροκ τώρα. Μπα, που  να τη φέρει. Αλλά ξαναγύρισε  πίσω στη ζωή του στο Τούριπ, όπου όλοι νόμιζαν ότι είχε πεθάνει και έγινε διάσημος, και είπε την ιστορία του πολλές φορές. Πάντα φρόντιζε να τους προειδοποιεί όλους να προσέχουν το Μονοπάτι των Φαντασμάτων που οδηγούσε στο Τσόρεκ, τη Χώρα του Θανάτου, που τόσοι το είχαν περάσει που είχε κιόλας γεμίσει μέχρι το στήθος. Από τη στιγμή που περνούσες κάτω απ’ τη γη, δεν υπήρχε τρόπος επιστροφής.

Χαζεύοντας έξω από το παράθυρο, ο Μπροκ συνειδητοποίησε ότι ολούθε γύρω τους όλη αυτή την ώρα, ένας τοίχος από χώμα ορθωνόταν από την κάθε πλευρά του δρόμου που στένευε, μέσα στον οποίο ρίζες δέντρων συστρέφονταν πάνω από τα κεφάλια τους και η λάσπη, κάποτε γλιτσερή, τώρα είχε ξεραθεί και όσο πήγαινε σκούραινε, μέχρι που μόνο η μυρωδιά της ήταν παρούσα. Και σε λίγο, από μπροστά, ακούστηκε ο ποταμός, σκληρός, ασταμάτητος, και πίσω από αυτόν η τυμπανοκρουσία, οι φωνές που δεν έψελναν μαζί αλλά θυμόνταν, έκαναν προβλέψεις, συζητούσαν, έλεγαν παραμύθια, έριχναν κατάρες, τραγουδούσαν τραγούδια, όλα όσα κάνουν οι φωνές, χωρίς όμως να επιτρέπουν ούτε την πιο σύντομη ανάσα σιωπής. Όλες αυτές οι φωνές, για πάντα.

Στην αντίπερα όχθη του ποταμού  ο Μπροκ μπόρεσε και διέκρινε  φώτα, στρώσεις από στραβά ανερχόμενες  και σφιχτά στριμωγμένες κατοικίες  που κυριολεκτικά σωριάζονταν  η μία πάνω στην άλλη. Μέσα  στο φως του πυρσού που έκαιγε και στις φλόγες της φωτιάς έβλεπε ανθρώπους να χορεύουν. Τότε τους πλησίασαν μια γριά και ένας γέρος. Ο άνδρας κρατούσε στα χέρια του πράγματα που στην αρχή δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά ο Μπροκ. Σιγά-σιγά όμως ξεχώρισε, παντού γύρω τους μέσα στη σκοτεινιά, κόκκαλα, ανθρώπινα κόκκαλα, κρανία και σκελετούς. «Τί είναι αυτά;» ρώτησε. «Σας παρακαλώ.»

«Θα σου βγάλουν έξω τα κόκκαλα,» εξήγησε ο Χακ. «Τα κόκκαλα πρέπει να μείνουν απ’ αυτή την πλευρά. Ό,τι περισσέψει από σένα θα περάσει απέναντι.

«Έχε γεια, Μπροκ,» είπε ο Κιμ…

Εκδοχή  δεύτερη:

Δεν ήταν η πρώτη φορά που  ο εισαγγελέας αντίκριζε ένα  τέτοιον σκοτεινό διάδρομο ούτε  που ανέπνεε αυτήν την απαίσια  μυρωδιά. Η σταδιοδρομία του  ήταν γεμάτη από τέτοιες θλιβερές  εικόνες που τον είχαν αφήσει  ασυγκίνητο. Όμως αυτή την φορά αισθανόταν να τον κυριεύει μια ταραχή που όλο και περισσότερο μεγάλωνε παίρνοντας ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο. Άκουσε το κλάμα ενός παιδιού από μια από τις δύο πόρτες του διαδρόμου. Μη μπορώντας να σιγουρευτεί από ποια ερχόταν, χτύπησε στην τύχη μια από τις δύο.

Το διαμέρισμα είχε δυο κολλητά  δωμάτια, στενά σαν διαδρόμους. Το πρώτο φωτιζόταν μόνον από  την ενδιάμεση τζαμόπορτα και  ήταν πιο σκοτεινό από τον  εξωτερικό διάδρομο. Μια λεπτή  γυναίκα με νεανικό αλλά ταλαιπωρημένο πρόσωπο υποδέχτηκε τον Μπροκ. Μέσα στα φουστάνια της στεκόταν ένα παιδί που τον κοίταζε με τα κλαμένα μάτια του. Το θέαμα του νεοφερμένου του φάνηκε τόσο περίεργο που αμέσως ξέχασε τον καημό του. Η γυναίκα οδήγησε τον εισαγγελέα στο δεύτερο δωμάτιο. Η επίπλωσή του ήταν ένα ράντζο, ένα ξύλινο άσπρο τραπεζάκι και μια παλιά ραπτομηχανή τοποθετημένη κοντά στο παράθυρο της σοφίτας που έβλεπε στις στέγες. Η αθλιότητα αυτού του σπιτιού δεν ήταν τίποτα περισσότερο απ’ αυτή που είχε δει ο Μπροκ χιλιάδες φορές. Όμως, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωθε αμηχανία καθώς έμπαινε στο σπίτι ενός φτωχού.

Συνήθως οι επισκέψεις ελεημοσύνης  ήταν πολύ σύντομες. Χωρίς να  κάτσει, έκανε μερικές ερωτήσεις,  σκάρωνε μια φρασούλα για να  δώσει θάρρος και έφευγε αφήνοντας  τον οβολό του. Αυτή τη φορά δεν ήξερε καλά-καλά γιατί είχε έρθει και δεν σκεφτόταν να πιάσει το πορτοφόλι του. Το μυαλό του ήταν πλημμυρισμένο από σκέψεις και τίποτα δεν ερχόταν στα χείλη του. Δεν τολμούσε καν να σηκώσει το βλέμμα του προς την μοδιστρούλα καθώς αναλογιζόταν το επάγγελμά του τού εισαγγελέα. Από την πλευρά της, η γυναίκα δεν αισθανόταν λιγότερη αμηχανία αν και η φήμη του σαν αγαθοεργού ανθρώπου ήταν γνωστή σε όλους από πολύ καιρό. Το παιδάκι ανέλαβε να τους βγάλει από την αμηχανία. Ενώ στην αρχή ήταν φοβισμένο, δεν άργησε να αισθανθεί άνετα και σκαρφάλωσε στα γόνατα του Μπροκ. Ο εισαγγελέας κυριεύτηκε από τύψεις που δεν είχε καραμέλες και αισθάνθηκε μια περίεργη επιθυμία να κλάψει. Ξαφνικά ακούστηκαν βροντερά χτυπήματα στην πόρτα, σαν να ήταν μπαστουνιές. Η μοδίστρα ταράχτηκε και πέρασε στο άλλο δωμάτιο κλείνοντας την ενδιάμεση πόρτα.

«Λοιπόν;» είπε μια βαριά σκληρή  φωνή, που ο Μπροκ αναγνώρισε  στη στιγμή πως ήταν του  Γκορζερέν. «Λοιπόν; Ελπίζω ότι  θα το τακτοποιήσεις σήμερα;»

Η απάντηση έφτασε στα αυτιά του εισαγγελέα σαν ένας ακαθόριστος ψίθυρος, που όμως καταλάβαινε εύκολα το νόημά του. Ο Γκορζερέν άρχισε να ουρλιάζει με μια απαίσια φωνή που τρόμαξε το παιδί και έκανε όλο το σπίτι να βουίζει:

«Α! Όχι! Αυτό πάει πολύ! Δεν θα συνεχίσεις να με πληρώνεις με υποσχέσεις. Θέλω τα χρήματά μου! Δώσε τα λεφτά μου αμέσως. Λοιπόν, δείξε μου που βάζεις τις οικονομίες σου. Θέλω να τις δω.»

Μια άλλη εποχή ο Μπροκ θα  αισθανόταν θαυμασμό γνωρίζοντας  με τί ζήλο ο Γκορζερέν ασκούσε  το σκληρό επάγγελμα του να εισπράττεις νοίκια από τους φτωχούς. Όμως τώρα ένιωθε το ίδιο συναίσθημα φόβου, όπως και του παιδιού που καρδιοχτυπούσε βρίσκοντας καταφύγιο στην αγκαλιά του.

«Λοιπόν, βγάλε τα λεφτά σου!» βρυχόταν ο Γκορζερέν. «Δώστα, γιατί διαφορετικά θα τα βρω μόνος μου.»

Ο εισαγγελέας σηκώθηκε, ακούμπησε  το παιδί στην καρέκλα και  μπήκε στο διπλανό δωμάτιο  χωρίς να έχει μια συγκεκριμένη  πρόθεση.

«Νάτος!» φώναξε ο Γκορζερέν.  «Στον ουρανό σε γύρευα, στη  γη σε βρήκα.»

«Δίνε του!» διέταξε ο εισαγγελέας.

Ο Γκορζερέν, κατάπληκτος, άνοιξε  διάπλατα τα ηλίθια μάτια του.

«Δίνε του!» επανέλαβε ο Μπροκ.

«Τί τρέχει, έχασες τα λογικά  σου; Είμαι ο ιδιοκτήτης.»

Αληθινά ο Μπροκ είχε χάσει  τα λογικά του, γιατί όρμησε  πάνω στον Γκορζερέν και τον πέταξε έξω από την πόρτα μουγκρίζοντας:

«Ούστ από εδώ γουρούνι ιδιοκτήτη. Κάτω οι ιδιοκτήτες! Κάτω οι ιδιοκτήτες!»

Ο Γκορζερέν, νιώθοντας να απειλείται  η ζωή του, τράβηξε ένα ρεβόλβερ  και σημαδεύοντας τον εισαγγελέα  τον σώριασε νεκρό πάνω στο στενό διάδρομο, δίπλα στην σκάφη και το σφουγγαρόπανο.

Ο Θεός βρισκόταν ήδη στην  αίθουσα των ακροάσεων όταν  ο Μπροκ κλήθηκε να παρουσιαστεί.

«Α!» είπε, «νά ’τος πάλι ο  κύριος εισαγγελέας. Και ποια  ήταν η διαγωγή του;»

«Μα την πίστη μου,» απάντησε ο άγιος Πέτρος, «δεν θα μας πάρει καθόλου χρόνο για να τακτοποιήσουμε την υπόθεσή του.»

«Ωραία, ας δούμε λίγο τις καλές  του πράξεις.»

«Ω! Ας μην μιλάμε στον πληθυντικό. Δεν υπάρχει παρά μόνο μία  στο ενεργητικό του.» Εδώ, ο  άγιος Πέτρος κοίταξε τον Μπροκ μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο. Ο εισαγγελέας θέλησε να διαμαρτυρηθεί και να αναφερθεί σ’ όλες τις καλές του πράξεις που έγραψε στα τετράδια αλλά ο άγιος δεν τον άφησε να μιλήσει.

«Ναι, μόνο μία καλή πράξη που  να αξίζει. Φώναξε, αυτός, ένας  εισαγγελέας: “Κάτω οι ιδιοκτήτες”.»

«Τι ωραίο,» μουρμούρισε ο Θεός. «Τι ωραίο.»

«Το φώναξε δύο φορές και  πέθανε τη στιγμή που υπεράσπιζε  μια φτωχή από την κτηνωδία  του ιδιοκτήτη της.»

Ο Θεός, γεμάτος θαυμασμό, διέταξε  τους αγγέλους να παίξουν προς  τιμήν του Μπροκ. Μετά είπε  να ανοίξουν και τα δυο φύλλα  της πόρτας του ουρανού όπως  γίνεται με τους απόκληρους, τους  αλήτες, τους κυνηγημένους και  τους καταδικασμένους σε θάνατο. Ο κύριος εισαγγελέας μπήκε στον Παράδεισο μ’ ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι ακουμπώντας πάνω στους ήχους της μουσικής…

Εντωμεταξύ, στον μάταιο τούτο κόσμο:

Επί τρεις ημέρες ο Τομ έσκαγε στην κυριολεξία για την κατάσταση του εισαγγελέα, και διψούσε να μάθει νέα για την υγεία του. Μερικές φορές οι ελπίδες του αναζωπυρώνονταν. Όμως η υγεία του εισαγγελέα είχε μάλλον απογοητευτικές διακυμάνσεις. Στο τέλος, ανακοινώθηκε πως την είχε γλιτώσει φτηνά – και, λίγο μετά, πως ανάρρωνε. Ο Τομ είχε εξοργιστεί κι ένιωσε και κατά κάποιον τρόπο θιγμένος. Υπέβαλε στη στιγμή την παραίτησή του. Όμως, την ίδια νύχτα, ο εισαγγελέας έπαθε μια κρίση και πέθανε. Ο Τομ έβγαλε το συμπέρασμα πως δεν επρόκειτο ποτέ να εμπιστευτεί τέτοιον άνθρωπο ξανά.

Η κηδεία ήταν υπέροχη…

ΙΙΙ

Μερικές φορές, αν και όχι  συχνά, έβλεπε κι αυτός όνειρα, αλλά τα δικά του ήταν πιο  οδυνηρά από τα όνειρα των  άλλων παιδιών. (Μια έντονη αηδιαστική μυρωδιά. Στο κέντρο ενός δωματίου που ’ναι στρωμένο με κόκκινο χαλί βλέπω ένα κομμάτι γης γύρω στα τρία τετραγωνικά μέτρα που πάνω του φυτρώνουν παράξενα βολβοειδή φυτά.) Μπορούσε να ονειρεύεται για ώρες και να κλαίει γοερά χωρίς να ξυπνάει. (Σαρανταποδαρούσες σέρνονται ανάμεσα σε πέτρες από ασβεστόλιθο και κάτω από μια πέτρα προβάλλει το κεφάλι μίας από αυτές, πελώριας.) Είχε να κάνει, νομίζω, κι αυτό με το αίνιγμα της ύπαρξής του. (Οπλίζομαι μ’ ένα γιαταγάνι και κάποιος που δεν μπορώ να τον διακρίνω σηκώνει ένα κούτσουρο.) Σε τέτοιες στιγμές η Γουέντυ τον σήκωνε και τον κάθιζε στα γόνατά της κι έβρισκε τρόπους να τον παρηγορεί και να τον ησυχάζει· (αναποδογυρίζω την πέτρα με μια κλοτσιά μα η σαρανταποδαρούσα χώνεται πιο βαθιά στο χώμα και βλέπω πως είναι τεράστια, ίσως ένα μέτρο) κι όταν ηρεμούσε, τον έβαζε στο κρεβάτι αμέσως, για να μην ξυπνήσει και ντραπεί που τον είχε δει εκείνη σε τέτοια κατάσταση. (Τώρα βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι μου και ξυπνώ ουρλιάζοντας. Καταλαβαίνω πως πρέπει ν’ αρχίσω τις προετοιμασίες για έναν πόλεμο που νόμιζα πως είχε τελειώσει…)

Έφτασα πολύ νωρίς, κι έτσι  πήγα κι έκατσα σ’ έναν από κείνους τους πέτσινους καναπέδες που είναι στο σαλόνι, δίπλα στο ρολόι, και χάζευα τα κορίτσια. Είχανε κλείσει κιόλας ένα σωρό σχολεία για διακοπές, και είχε κάπου ένα εκατομμύριο κορίτσια που καθόντουσαν ή γυρόφερναν, και περίμεναν τα ραντεβουδάκια τους. Κορίτσια με σταυρωμένα πόδια, κορίτσια χωρίς σταυρωμένα πόδια, κορίτσια με απίθανα πόδια, κορίτσια με φριχτά πόδια, κορίτσια που φαίνονταν πως άμα τις γνώριζες θα ’τανε σωστές στρίγγλες. Ωραίο θέαμα, μα την αλήθεια, καταλαβαίνετε τί θέλω να πω. (Δυο, δυο, πέρασαν, να τα, τα κορίτσια / Όλο ντρέπονται, ντρέπονται τα κορίτσια / Τα κορίτσια, τα κορίτσια, δύο-δύο βιαστικά / στρίβουν από τη γωνία για να μπουν στο σινεμά…) Από ένα μέρος ήτανε και λιγάκι λυπητερό, γιατί αναρωτιόσουν συνέχεια τί διάολο τις περίμενε όλες τους. Θέλω να πω, αν τελείωναν τα σχολεία και τα κολέγια. Έβαζες με το νου σου πώς οι περισσότερες θα παντρευόντουσαν μάλλον τίποτα μάπες. Κάτι τύπους που λένε όλη την ώρα στα πόσα καίει το γαλόνι το κωλάμαξό τους. Κάτι τύπους που τσαντίζονται και κάνουνε σαν μωρά άμα τους νικάς στο γκολφ ή έστω σε κανένα ηλίθιο παιχνίδι σαν το πινγκ-πονγκ. Τύπους πολύ στριμμένους. Τύπους πολύ βαρετούς.  (Στέκουν πίσω από το τζάμι και ζητάνε παγωτό / τα κορίτσια που ’χουν γίνει δεκατέσσερα χρονώ / Σε λευκώματα όμορφα γράφουν τα κορίτσια / Πριν πλαγιάσουν κλείνουν, κλειδώνουν τα κορίτσια…)

Και ξαφνικά τους βλέπω. Η εξωτερική τους όψη κονιορτοποιείται, εισχωρώ στο είναι τους. Ένας φοιτητής: ένας νεαρός διανοούμενος κόκορας, μεθυσμένος από τις ολοκαίνουριες γνώσεις του, ένας δογματικός ήδη εκπαιδευμένος στη μισαλλοδοξία. Ένας καθηγητής: ένας σοβαροφανής ηλίθιος, απόστολος του εαυτού του, μια ψυχρή ψυχή, κορεσμένη από λέξεις, μια διακεκριμένη μετριότητα, οχυρωμένη πίσω από την πολυμάθειά της, ένας στομφώδης αδιάφορος, που αρνείται πεισματικά οτιδήποτε βρίσκεται έξω από τις έρευνές του, που είναι αναίσθητος στη δυστυχία του κόσμου επειδή αυτή δεν εντάσσεται στην ειδικότητά του. Ο επιστάτης που σκουπίζει: σκιά ανθρώπου, χτυπημένη από τη ζωή, ένα αηδιασμένο πιόνι του παιχνιδιού, που βλέπει τους γλουτούς των περαστικών φοιτητριών σαν τους καρπούς του χαμένου παραδείσου, που ανυπομονεί να πιει το λίτρο το κρασί του μπροστά στην τηλεόραση και ύστερα να πλαγιάσει μεθυσμένος, για να βγει επιτέλους ελεύθερος στη σχολική αυλή του ύπνου. Ένας άσχημος σκοτεινός τύπος, με βλέμμα κυνηγημένου ζώου, με έκφραση δραπέτη βρυκόλακα – εγώ μέσα σ’ έναν καθρέφτη. Μια γραμματέας: μια φλύαρη φραγκόκοτα, που τρέχει διαρκώς να διεκπεραιώσει τιποτένια πράγματα, που προκαλεί κάθε είδους δυσκολίες σε όλους για να φαίνεται σπουδαία, που εκδικείται για την ασημαντότητα της ζωής της αποθαρρύνοντας όλους όσοι αναπνέουν γύρω της, μια γυναίκα ειδικευμένη στη διοικητική παραφροσύνη και περήφανη που αποτελεί ένα απαραίτητο γρανάζι σ’ έναν άχρηστο μηχανισμό. (Στον καθρέφτη κάθε βράδυ στα κρυφά / βλέπουνε να μεγαλώνουν μ’ ένα φόβο στη καρδιά…)
Όλοι δαιμονισμένοι! Κυριευμένοι από το δαίμονα του ορθολογισμού, το δαίμονα του εγωισμού, το δαίμονα της απελπισίας, το δαίμονα της πολυπραγμοσύνης! Αυτό είναι το σύστημα που μετατρέπει τους ανθρώπους σε εξαρτήματα των μηχανών, σε τηλεχειριζόμενους τυφλοπόντικες, σε πολυδύναμα ανδρείκελα, σε αυτοϊκανοποιημένους ηλίθιους. (Τη μαμά τους τη ρωτάνε κάθε μήνα μια φορά / τα κορίτσια που περνάνε δύο-δύο βιαστικά…)

Μήπως αυτό το σύστημα είναι ο Διάβολος;

Τότε είδα την παλιόφιλη την  Γουέντυ που ανέβαινε τις σκάλες (το πόμολο της πόρτας γυρίζει ως δια μαγείας), και κατέβηκα να τη συναντήσω. Ήταν απίθανη. Αλήθεια.

(ΤΟ ΠΟΜΟΛΟ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ: Προς Σε.

ΖΩΗ: Ο Διάβολος μπήκε απ’ αυτή την πόρτα.

ΣΤΗΒΕΝ: Ο Εωσφόρος. Ευχαριστώ. Άκου! Ο φίλος μας, ο θόρυβος στο δρόμο!)

«Στήβεν!» μου λέει. «Αχ, είναι υπέροχο που σε βλέπω! Χρόνια και ζαμάνια!» Είχε μια από εκείνες τις πολύ δυνατές κι ενοχλητικές φωνές, άμα τη συναντούσες πουθενά. Κι έτσι πάλι τα κατάφερνε, γιατί ήταν πολύ όμορφη ο Διάολος, αλλά εμένα πάντα μου γύριζε το άντερο.

«Κι εγώ χαίρομαι που σε  βλέπω,» της λέω. Και το πίστευα. «Τί γίνεσαι λοιπόν;»

«Τέλεια! Άργησα;»

Της είπα όχι, αλλά μ’ είχε στήσει κάπου δέκα λεπτά, για να λέμε την αλήθεια. Δεν μ’ ένοιαζε όμως.

Άξαφνα τότε έπαψα ν’ ανάβω σπίρτα, κι έσκυψα πάνω στο τραπέζι, έτσι, να ’ρθω πιο κοντά της. Είχα ένα σωρό πράγματα στο νου μου. «Ψιτ, Γουέντυ», της λέω.

«Τι;» μου λέει. Κοιτούσε ένα κορίτσι που καθόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας.

«Έχεις νιώσει ποτέ μπουχτισμένη;»  της λέω. «Θέλω να πω, φοβήθηκες  ποτέ πως όλα θα γίνουν σκατά,  εκτός κι αν κάνεις κάτι; Θέλω  να πω, σ’ αρέσει το σχολείο  και τα ρέστα;»

«Είναι τρομακτικά βαρετό».

«Θέλω να πω, το μισείς όμως; Το ξέρω πως είναι τρομαχτικά βαρετό, αλλά το μισείς; Αυτό ήθελα να πω».

«Ε, βέβαια, δεν το μισώ ακριβώς. Ωστόσο πάντα πρέπει να-»

«Ε, λοιπόν, εγώ το μισώ,» της λέω. «Μάγκα μου, πως το μισώ. (Το πρωί της Δευτέρας έβρισκε τον Στήβεν σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Κάθε πρωί Δευτέρας τον έβρισκε έτσι, κι αυτό γιατί άρχιζε άλλη μια εβδομάδα αργών βασανιστηρίων στο σχολείο. Γενικά, ξεκινούσε εκείνη τη μέρα του ευχόμενος να μην είχε μεσολαβήσει η αργία, γιατί έκανε πολύ πιο μισητή την επιστροφή του στη σκλαβιά και στα δεσμά του. Μετά από μισή ώρα, ο Στήβεν είχε μια αμυδρή και πολύ γενική ιδέα περί του μαθήματος, αλλά τίποτα περισσότερο, γιατί το μυαλό του διέσχιζε όλη την αχανή έκταση της ανθρώπινης σκέψης και τα χέρια του ήταν μονίμως απασχολημένα σε απίστευτες σκανταλιές.) Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Όλα μου φταίνε. Ας πούμε, μισώ τη Νέα Υόρκη που μένω. Μισώ τα ταξί και τα λεωφορεία της Μάντισον Άβενιου, με τους οδηγούς και τα ρέστα που όλο σου βάζουν τις φωνές να κατεβαίνεις απ’ την πίσω πόρτα, και σιχαίνομαι να με συστήνουν σε κάλπηδες που λένε τους Λαντς αγγέλους, και ν’ ανεβοκατεβαίνω με το ασανσέρ όταν όλο κι όλο που θέλω είναι να βγω έξω, και τους τύπους που μου προβάρουν κάθε τρεις και λίγο τα βρακιά μου στου Μπρουκς, και τους άλλους που πάντα-»

«Σε παρακαλώ, μη φωνάζεις», μου κάνει η παλιοΓουέντυ. Κι αυτό ήταν πολύ περίεργο, γιατί εγώ ούτε που φώναζα.

«Πάρε να πούμε τ’ αυτοκίνητα,»  της λέω. Της το ’πα με  εκείνη την πολύ ήρεμη φωνή. «Δες να πούμε τους περισσότερους  πώς τρελαίνονται για τ’ αυτοκίνητα. Πέφτουνε του θανατά έτσι και τα γρατζουνίσουνε λιγάκι, κι όλη την ώρα κουβεντιάζουν στα πόσα καίνε το γαλόνι, και μόλις πάρουν καινούργιο αυτοκίνητο αρχίζουν αμέσως να σκέφτονται να τ’ αλλάξουν μ’ ένα άλλο, που να είναι ακόμα πιο καινούργιο. Εμένα ούτε τα παλιά αυτοκίνητα μ’ αρέσουν. Θέλω να πω, μ’ αφήνουν ασυγκίνητο. Καλύτερα να ’χα ένα παλιάλογο. Το άλογο έχει τουλάχιστον ψυχή, στον Θεό σου. Με το άλογο μπορείς τουλάχιστον-»

«Δεν καταλαβαίνω τί λές,» μου  κάνει η παλιοΓουέντυ. «Πηδάς  απ’ το ένα-»

«Ξέρεις κάτι;» της λέω. «Είσαι ίσως ο μοναδικός λόγος που βρίσκομαι αυτήν τη στιγμή στη Νέα Υόρκη ή οπουδήποτε αλλού… Αν δεν ήσουν εσύ, τώρα θα ’χα πάει στον Διάολο. Στα δάση ή σε κάποιο βρωμότοπο, μακριά από δω. Γνωρίζεις πόσο πόνο μου προκαλείς; Είσαι κυριολεκτικά ο μοναδικός λόγος που βρίσκομαι εδώ πέρα».

«Είσαι πολύ γλυκός,» μου λέει. Το καταλάβαινες όμως ότι ήθελε  ν’ αλλάξουμε κουβέντα.

Η Γουέντυ, που πάντα της  άρεσε να κάνει το σωστό,  με ρώτησε πόσων χρονών είμαι.  Δεν θα ’λεγα πως ήταν η  πιο κατάλληλη ερώτηση. Ήταν σαν να σου ζητάνε σε γραπτές εξετάσεις ν’ απαντήσεις πάνω στη γραμματική, όταν εσύ το μόνο που θες να σε ρωτήσουν είναι για τους ινδιάνικους πολέμους.

«Δεν ξέρω,» απάντησα αμήχανα,  «πάντως είμαι πολύ μικρός.»

Στην πραγματικότητα δεν ήξερα τίποτα πάνω σ’ αυτό· είχα απλώς μερικές υποψίες, αλλά είπα χωρίς δισταγμό: «Γουέντυ, σηκώθηκα κι έφυγα απ’ το σπίτι μου μόλις γεννήθηκα». Της εξήγησα με χαμηλή φωνή: «Έφυγα γιατί άκουσα τον μπαμπά και τη μαμά να κουβεντιάζουν για το τί θα γινόμουν όταν θα μεγάλωνα.» Τώρα είχα νευριάσει για τα καλά. «Δεν θέλω να μεγαλώσω ποτέ,» λέω με πάθος. «Θέλω να είμαι πάντα ένα μικρό αγόρι και να περνάω ωραία. Γι’ αυτό έφυγα και πήγα στο πάρκο του Κένσινγκτον και έζησα για πολύ καιρό μαζί με τις νεράιδες.»

Τώρα βρισκόμασταν και οι δυο μαζί στην πολυθρόνα και η Γουέντυ με βομβάρδιζε μ’ όλο και πιο πολλές ερωτήσεις.

«Δεν μένεις πια στον κήπο του Κένσινγκτον;»

«Μένω καμιά φορά και τώρα.»

«Μα πού μένεις τώρα τον  περισσότερο καιρό;»

«Μαζί με τα χαμένα παιδιά.»

«Ποιοι είναι αυτοί;»

Καμιά φορά, σαν απάντηση στις θεωρίες μου, ανέφερε γεγονότα της δικής της ζωής και εμπειρίας. Με μια σχεδόν μητρική φροντίδα, με υποκινούσε να ανοιχτώ εντελώς… Της είχα εξομολογηθεί, π.χ., πώς για ένα διάστημα είχα παραβρεθεί και λάβει μέρος στις συνεδριάσεις του ιρλανδέζικου Σοσιαλιστικού Κόμματος, όπου αισθάνθηκα κι εκεί απομονωμένος, ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά σκυθρωπούς εργάτες, μαζεμένους σε μια κρύα αποθήκη κάτω από το φως μιας αδύνατης λάμπας πετρελαίου. Όταν το κόμμα διασπάστηκε σε τρία μέρη, καθένα με δικό του αρχηγό και τη δική του αποθήκη, σταμάτησα να πηγαίνω. Οι συζητήσεις των εργατών ήταν πολύ περιορισμένου ενδιαφέροντος και τελικά φοβισμένες. Όλο το βάρος έπεφτε στα ημερομίσθια. Αυτό ήταν υπερβολικό… Μια μέρα με ρώτησε γιατί δεν έγραφα τις σκέψεις μου. «Για ποιον;» απάντησα με συγκρατημένη περιφρόνηση. «Για να συναγωνισθώ τους νεοσσούς της γραφίδος, ανίκανους να εκφρασθούν με συνέπεια για εξήντα δευτερόλεπτα; Να υποβάλω εαυτόν εις τας κρίσεις κριτικών, μιας ειδεχθούς και νωθράς μικροαστικής κοινωνίας που εμπιστεύεται την ηθική της εις τους χωροφύλακας και τας καλάς τέχνας εις τους ιμπρεσάριους και τους μεσάζοντας;»

Έπειτα, άξαφνα, μου κατέβηκε εκείνη  η ιδέα.

«Κοίτα δω,» της λέω. «Έχω  μια ιδέα. Θες να φύγουμε από εδώ; Μα τον Θεό, θα περάσουμε απίθανα. Τί λές; Πες μου. Πώς σου φαίνεται; Θα έρθεις μαζί μου; Σε παρακαλώ!»

«Αυτά δεν γίνονται,» μου λέει η παλιοΓουέντυ. Φαινόταν άγρια τσαντισμένη.

«Γιατί δεν γίνονται; Γιατί Διάολε;»

«Πάψε να ξεφωνίζεις. Σε παρακαλώ,» μου λέει. Κι αυτό ήταν μεγάλη βλακεία, γιατί εγώ ούτε που ξεφώνιζα.

«Γιατί δεν γίνονται; Γιατί όχι;»

«Γιατί δεν μπορείς, αυτό είναι  όλο. Πριν απ’ όλα είμαστε  και οι δύο κυριολεκτικά παιδιά. Και μήπως σκέφτηκες ποτέ τί θα κάνεις αν δεν βρεις δουλειά, όταν τελειώσουν τα λεφτά σου; Θα πεθάνουμε της πείνας. Έχουμε ένα σωρό καιρό μπροστά μας για όλα αυτά τα πράγματα – όλα. Θέλω να πω, όταν τελειώσεις το πανεπιστήμιο και τα λοιπά, κι αν παντρευτούμε. Κι έπειτα θα έχουμε ένα σωρό θαυμάσια μέρη να πάμε. Αρκεί να-»

(Που να πάμε άραγε; Στην πνευματική ασφυξία; Στον ικανοποιημένο εγωισμό, στην κατάθλιψη μέσα στις ανέσεις, στη χρυσή απομόνωση μέσα σε μια πόλη-μηχανή, όπου οι τοξικοί καπνοί κρύβουν τ’ άστρα; Σε μια προκατασκευασμένη ύπαρξη, καρυκευμένη με λίγη διανόηση, για να περνάει πιο ευχάριστα η ώρα μέσα στη σκλαβιά της ρουτίνας; Στην αγωνία της μύγας κάτω από το αναποδογυρισμένο ποτήρι; Στην υποχρέωση να πουλιέται για να μπορεί ν’ αγοράζει; Σε μια πυρετώδη ζωή, γεμάτη περιορισμούς αλλά χωρίς καθήκοντα, γεμάτη σχέδια αλλά χωρίς ιδανικά, γεμάτη επιλογές αλλά χωρίς νόημα; Στον απελπισμένο αγώνα για να μην είναι μόνη, για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της, για να κρύψει το φόβο της, για ν’ αναπνεύσει, για να γλιτώσει;Πόσο όμορφα βλέπεις τα κορίτσια / Πόσο άτυχα βλέπεις τα κορίτσια…)

«Μα, δεν θα έχουμε. Δεν θα  έχουμε ένα σωρό μέρη να  πάμε. Θα είναι εντελώς αλλιώτικα,»  της λέω. «Αχ, αν μπορούσες  μόνο να σκεφτείς περισσότερο  και με περισσότερη ευθύτητα  και συνοχή! Άφησε ελεύθερα τα χαλινάρια του μυαλού σου, μην το καταπιέζεις με βολικές προκαταλήψεις! Ή θέλεις να είσαι ένα στολίδι σαλονιού για το υπόλοιπο της ζωής σου; Απάντησέ μου όσο μπορείς πιο καθαρά, κι αν η λίγη εμπιστοσύνη που μου έχεις είναι ακόμα ζωντανή, τότε θα σου πρότεινα – ξέρεις τί…» Είχε αρχίσει να με πιάνει πάλι εκείνη η διαολεμένη πλάκωση.

Τότε μου είπε τα πάντα για την Κόλαση κι εγώ της είπα ότι πολύ θα ήθελα να πάω εκεί. Νευρίασε, αλλά δεν είχα κακό σκοπό. Το μόνο που ήθελα ήταν να πάω κάπου· ήθελα μόνο μια αλλαγή, όχι κάτι συγκεκριμένο. Είπε ότι ήταν αμαρτωλό να λέω αυτό που είχα πει· είπε ότι δεν θα το έλεγε ακόμα κι αν της χάριζαν όλο τον κόσμο· εκείνη θα ζούσε έτσι ώστε να πάει στον Παράδεισο. Λοιπόν, δεν έβρισκα κανένα όφελος στο να πάω εκεί, έτσι αποφάσισα να μην το προσπαθήσω. Αλλά δεν της το είπα, γιατί μόνο μπελάδες θα έφερνε και τίποτα καλό.

Πήρε φόρα και συνέχισε και  μου είπε τα πάντα για τον Παράδεισο. Είπε ότι το μόνο που είχε να κάνει εκεί ένα παιδί ήταν να τριγυρνά όλη μέρα με μια άρπα και να τραγουδά για όλη την αιωνιότητα. Έτσι δεν το πολυσκέφτηκα. Αλλά δεν της το είπα. Τη ρώτησα αν πίστευε ότι ο Τομ Σόγερ θα πήγαινε εκεί και εκείνη είπε, σε καμία περίπτωση. Χάρηκα, γιατί ήθελα να είμαστε μαζί, εκείνος και εγώ.

«Βλέπεις, Στήβεν,» συνέχισε, «γερνάμε και τα προβλήματα στοιβάζονται. Μια μέρα, εσύ κι εγώ, θα τριγυρνάμε μέσα σ’ ένα στενό, μαζί, στη δύση του ήλιου, και θα ψάχνουμε στα σκουπίδια».

«Θες να πεις πώς θα καταλήξουμε  σαν τους γεροαλήτες;» της λέω.  «Ναι. Όλοι προς τα εκεί πηγαίνουμε τώρα». Ρυτίδες στην ανάποδη κόψη του χάους, αυτό έπρεπε να πω. Το χρυσάφι είναι στο βάθος του κόσμου κι ο κόσμος είναι άνω-κάτω. «Γιατί όχι, μωρό μου; Φυσικά και θα καταλήξουμε εκεί αν το θέλουμε, κι όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να τελειώνεις έτσι. Περνάς όλη σου τη ζωή χωρίς ν’ ασχολείσαι με το τί θέλουν οι άλλοι, μαζί και οι πολιτικοί και οι πλούσιοι, και κανείς δεν σκοτίζεται για σένα και προχωράς μονάχος και ανοίγεις το δικό σου δρόμο. Θέλω να σου πω, Γουέντυ, ξεκάθαρα, δεν έχει σημασία που μένω, η βαλίτσα μου εξέχει πάντα κάτω απ’ το κρεβάτι, είμαι έτοιμος να φύγω ή να πάρω πόδι. Αποφάσισα να τ’ αφήσω όλα να κυλήσουν μέσα απ’ τα χέρια μου. Με είδες, εσύ, ν’ αγωνίζομαι και να χτυπάω τον κώλο μου κάτω για να πετύχω και ξέρεις, εσύ, πώς είναι χωρίς σημασία και πως έχουμε την αίσθηση του χρόνου, τον τρόπο να κόβουμε ταχύτητα και να περπατάμε και να ψάχνουμε και ν’ αρκούμαστε στις απλές απολαύσεις, και τί είναι οι άλλες απολαύσεις; Εμείς, ξέρουμε».

«Τί;» μου λέει. «Δεν σ’ άκουσα. Τη μια στιγμή ξεφωνίζεις και την άλλη-»

Λοιπόν, λέω στον εαυτό μου  τελικά, θα το ρισκάρω· αυτή  τη φορά θα πω την αλήθεια,  αν και μοιάζει πολύ σαν  να κάθεσαι πάνω σε ένα βαρέλι  με μπαρούτι και να το ανάβεις  για να δεις πού θα πας.  Λέω λοιπόν:

«Είπα όχι, δεν θα ’χουμε να πάμε σε θαυμάσια μέρη όταν θα ’χω τελειώσει το πανεπιστήμιο και τα ρέστα. Άνοιξε τ’ αυτιά σου. Τότε θα είναι εντελώς άλλο πράγμα. Θα πρέπει να κατεβαίνουμε με ασανσέρ, όλο βαλίτσες και τέτοια. Θα πρέπει να τηλεφωνούμε σ’ όλους και να τους λέμε αντίο, και να τους στέλνουμε κάρτες από ξενοδοχεία και τα ρέστα. Και εγώ θα δουλεύω σε κανένα γραφείο και θα βγάζω ένα σωρό λεφτά, και θα πηγαίνω στη δουλειά με ταξί και με λεωφορεία της Μάντισον Άβενιου, και θα διαβάζω εφημερίδες, και θα παίζω μπριτζ όλη την ώρα, και θα πηγαίνουμε σινεμά και θα βλέπουμε ένα κάρο ντοκιμαντέρ και προσεχώς και επίκαιρα και σκατά. Άκου επίκαιρα! Θεέ και κύριε! Έχουν όλο κάτι ηλίθιες ιπποδρομίες και κάτι μεγαλοκυράδες που σπάνε μπουκάλες σε βαπόρια, και κάτι χιμπατζήδες που κάνουν ποδήλατο με κοντά παντελονάκια. Δεν θα είναι διόλου ίδιο. Δεν κατάλαβες καθόλου τί ήθελα να πω.»

«Ήρθα,», λέει εκείνη, «ελπίζοντας  ότι θα μ’ έβγαζες από μια  φαντασίωση.»

«Απόλαυσέ την!» φωνάζω άγρια.  «Τί άλλο έχετε εσείς όλοι; Κράτησέ την γερά από τη μικρή κεραία, μην αφήνεις τους φροϋδιστές να σε καλοπιάσουν και να σου την πάρουν ή τους φαρμακοποιούς να σε δηλητηριάσουν και να σου την πάρουν μετά. Οτιδήποτε κι αν είναι, κράτησέ το σαν κάτι πολύτιμο, γιατί αν το χάσεις θα γίνεις από την έλλειψή του σαν τους άλλους, θ’ αρχίσεις να παύεις να υπάρχεις. Α, να πάρει η ευχή, πιστεύω στον Διάβολο, ναι, πιστεύω, ιδιαίτερα όταν βλέπω τα μούτρα σας και, ακόμα κι αν κάνω λάθος, είμαι περισσότερο άνθρωπος απ’ ό,τι εσείς, που ζείτε σαν σάντουιτς ανάμεσα στα παπούτσια και στα καπέλα σας! Θα το μετανιώσετε κάποτε πικρά! Όμως εγώ σκέφτομαι, φανταστείτε! Ο νους μου δεν είναι ένα εργαλείο που μου χρησιμεύει για τα συμφέροντά μου ή τις απολαύσεις μου, είναι ένα όργανο για την απόσταξη της αλήθειας. Και δεν έχει καμία σημασία αν θα γίνει έκρηξη στο εργαστήριο! Μπράβο, κύριοι ορθολογιστές, και καλή όρεξη! Όταν θα πεθαίνετε ολομόναχοι μέσα σ’ ένα τεράστιο νοσοκομειακό κέντρο κι ένα ανοξείδωτο ρομπότ θα έρχεται να σας κάνει την τελευταία σας ένεση, μην ξεχάσετε να έχετε πάνω σας την πιστωτική σας κάρτα!»

(«Ο κόσμος δεν γνωρίζει πόσο επικίνδυνα μπορούν να γίνουν τα ερωτικά τραγούδια,» προειδοποίησε αποκρυφικά ο πίνακας στον τοίχο. «Οι διεργασίες που προκαλούν τις επαναστάσεις στον κόσμο γεννιούνται από τα όνειρα και τα οράματα της καρδιάς ενός χωρικού στην πλαγιά ενός λόφου. Γι’ αυτόν, η γη δεν είναι ένα έδαφος προς εκμετάλλευσιν αλλά μια ζωντανή μητέρα.»)

«Άντε, πάμε να φύγουμε,» της λέω. «Άμα θες να ξέρεις, μου γυρίζει το άντερο που σε βλέπω.»

Γέλασα για να ελευθερώσω το  νου μου από τα δεσμά του  νου μου…

Τί είναι αυτό το συναίσθημα  που σας σφίγγει όταν φεύγετε  με τ’ αμάξι αφήνοντας πίσω  σας ανθρώπους που τους βλέπετε  να μικραίνουν μέσα στη πεδιάδα  μέχρι που τελικά εξαφανίζονται; Είναι ο απέραντος κόσμος που μας βαραίνει και είναι ο αποχαιρετισμός.

Για να σας πω την αλήθεια  μου πάντως, ούτε που ξέρω γιατί  της άρχισα όλες αυτές τις  ιστορίες. Θέλω να πω, που της  έλεγα να φύγουμε για κάπου,  για την Μασαχουσέτη και το  Βέρμοντ και τα ρέστα. Το πιο πιθανό είναι πως δεν θα την έπαιρνα μαζί μου, ακόμα και αν το ήθελε. Το φοβερό είναι όμως ότι το πίστευα όταν της το έλεγα. Αυτό είναι το πιο φοβερό απ’ όλα. Μα τον Θεό, είμαι για δέσιμο.

Στο τέλος, το πρόσωπό της  συσπάστηκε και ένιωσε τα μάτια της να υγραίνονται. Εν άκρως ρομαντικόν περιστατικόν συνέβη, ότε νεαρός τις απόφοιτος της Οξφόρδης, γνωστός δια τα ιπποτικά του αισθήματα προς το ωραίον φύλον, επροχώρησε και, προτείνων το επισκεπτήριόν του, το βιβλιάριον των τραπεζικών καταθέσεών του και το γενεαλογικόν του δένδρον, ητήσατο την χείρα της ατυχούς κόρης, παρακαλών αυτήν όπως η ιδία καθορίσει την ημερομηνίαν του γάμου. Ο Λόρδος Μπούρμπουρυ ένιωσε μεγάλη συμπάθεια (την ασχήμια των γονιών τους θα πληρώσουνε ακριβά). Αφού αντήλλαξαν μερικά λόγια, (κάποια μέρα σαν χαμένα θα σταθούν στην εκκλησιά) την ρώτησε αν θα ήθελε να γίνει γυναίκα του, (η μαμά τους θα δακρύζει – συγγενείς, πεθερικά) γιατί είχε ένα εισόδημα διακόσιες χιλιάδες λίρες στερλίνες το χρόνο, πρότασιν την οποίαν αυτή απεδέχθη ασμένως (τα κορίτσια τα καημένα, κι ούτε λέξη πια γι’ αυτά…)

Παρ’ όλα αυτά, στρέφουμε προς  τα μπρος, για την επόμενη  τρελή περιπέτεια κάτω απ’  τους ουρανούς. Πού πάμε; Να κάνουμε  τί; Για ποιό σκοπό; -Να κοιμηθούμε. Αλλά αυτή η τρελοσυμμορία  κατευθυνόταν προς τα μπρος…

IV

Είναι σ’ αυτό το σημείο  του έργου που τα πράγματα  γίνονται περίεργα, κι ένα ελαφρό  ρίγος, μια αμφισημία, αρχίζει  να έρπει ανάμεσα στις λέξεις. Έως τότε τα ονόματα λέγονταν  είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Αλλά τώρα μια νέα μορφή έκφρασης κυριαρχεί που μπορεί μόνο να οριστεί ως ένα είδος τελετουργικών δισταγμών. Ορισμένα πράγματα, γίνεται καθαρό, δεν θα λέγονται φωναχτά· ορισμένα γεγονότα δεν θα δείχνονται στη σκηνή· αν και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, λαμβάνοντας υπόψη τις υπερβολές στις προηγούμενες πράξεις, τί θα μπορούσαν να είναι αυτά τα πράγματα. Ο Δούκας δεν μας διαφωτίζει, ίσως να μην μπορεί.

Ο Χάκλμπερι έκανε τσάρκες όποτε του έκανε κέφι. Κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών όταν είχε καλό καιρό, και σε άδεια κρασοβάρελα όταν έβρεχε. Δεν ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στο σχολείο ή στην εκκλησία, ή να δίνει λογαριασμό σε αφεντικό ή να υπακούει σ’ οποιονδήποτε. Μπορούσε να πηγαίνει για ψάρεμα ή κολύμπι, όποτε και όπου ήθελε, και να κάθεται όσο του έκανε όρεξη. Κανένας δεν του απαγόρευε να τσακώνεται. Ξενυχτούσε όσο ήθελε. Ήταν πάντα ο πρώτος που εμφανιζόταν ξυπόλητος την άνοιξη κι ο τελευταίος που έβαζε σόλα κάτω από τα ποδάρια του το χειμώνα. Ποτέ του δεν υποχρεωνόταν να πλυθεί, ούτε και να βάλει καθαρά ρούχα. Μπορούσε να βρίζει μια χαρά. Με δυο λόγια, αυτό το παιδί είχε ό,τι πολυτιμότερο μπορούσε να ζητήσει κανείς απ’ τη ζωή. (Τα πιο ωραία παραμύθια
απ’ όσα μου ’χεις διηγηθεί
/ αχ είν’ εκείνα που μιλούσαν για τα παιδιά που ’χουν χαθεί…)
Θα χρειαζόταν μια ολόκληρη νύχτα για να μιλήσει κανείς για τον Κιμ Κάρσονς· (για τα παιδιά που χάθηκαν στο στοιχειωμένο δάσος / στις λίμνες στο βορρά / για τα παιδιά που χάθηκαν στου δράκου το πηγάδι / στης στρίγκλας τη σπηλιά…)
για την ώρα, ας πούμε μονάχα πώς ήταν δάσκαλος και μπορεί να βεβαιώσει κανείς πως είχε κάθε δικαίωμα να διδάσκει γιατί όλο του τον καιρό τον περνούσε μαθαίνοντας· και τα πράγματα που μάθαινε ήταν αυτά που έκρινε πώς πρέπει και που όριζε ως «τα γεγονότα της ζωής», τα οποία μάθαινε όχι μόνο από ανάγκη αλλά επειδή το ήθελε. (Η πρώτη λογοτεχνική του προσπάθεια είχε τον τίτλο Η Αυτοβιογραφία ενός Λύκου. Όλοι γελούσαν και του έλεγαν: «Εννοείς η βιογραφία ενός λύκου». Όχι, εννοούσε η αυτοβιογραφία ενός λύκου.) Είχε περιφέρει το μακρύ αδύνατο κορμί του σε κάθε γωνία των ΗΠΑ και, στον καιρό του, στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και της Βόρειας Αφρικής, απλώς για να δει τί γινόταν· είχε παντρευτεί μια Λευκορωσίδα κοντέσα στη Γιουγκοσλαβία για να τη βοηθήσει να ξεφύγει απ’ τους Ναζί κατά τη δεκαετία του ’30. Υπάρχουν φωτογραφίες δικές του όπου τον βλέπουμε ανάμεσα σε μια διεθνή σπείρα κοκαΐνης της δεκαετίας του ’30 – συμμορίτες με υπερβολικές μαλλούρες, στηριγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο· σ’ άλλες φωτογραφίες φοράει ένα καπέλο παναμά και ατενίζει τους δρόμους στο Αλγέρι· δεν ξανάδε ποτέ τη Λευκορωσίδα κοντέσα. Είχε χρηματίσει επαγγελματίας φονιάς στο Σικάγο, ιδιοκτήτης μπαρ στη Νέα Υόρκη, δικαστικός κλητήρας στο Νιούαρκ. Στο Παρίσι την άραζε στα τραπέζια των καφέ, εξετάζοντας τις κατσούφικες φάτσες των Γάλλων που περνούσαν. Στην Αθήνα παρατηρούσε, καθώς έπινε το ούζο του, αυτό που ονόμαζε: οι πιο άσχημοι άνθρωποι του κόσμου. Στην Ισταμπούλ είχε ανοίξει δρόμο ανάμεσα απ’ το πλήθος των οπιομανών και των εμπόρων χαλιών, σ’ αναζήτηση γεγονότων. (Σε συμμορίες με ζητιάνους, σε αχυρώνες και σ’ αυλές / και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές…) Μέσα στα αγγλικά ξενοδοχεία διάβασε Σπένγκλερ και Μαρκήσιο ντε Σαντ. Στο Σικάγο σχεδίαζε να διαρρήξει ένα τούρκικο χαμάμ, καθυστέρησε δυο λεπτά παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε για να πιει κάτι και βούτηξε μόνο δυο δολάρια, και αναγκάστηκε να το βάλει στα πόδια. Ολ’ αυτά τα έκανε απλώς για την εμπειρία του πράγματος. Τώρα βρισκόταν στη Νέα Ορλεάνη σερνάμενος στους δρόμους, συντροφιά με ύποπτους τύπους και συχνάζοντας με «συνδέσμους» σε μπαρ. Η Αμερική του άλλοτε ήταν για τον Κιμ το ευαίσθητο σημείο του, και ιδιαίτερα η Αμερική του 1910, όταν μπορούσες να αγοράσεις μορφίνη σ’ ένα ντράγκστορ χωρίς συνταγή και όταν οι Κινέζοι κάπνιζαν όπιο το βράδυ στο παράθυρο τους και η χώρα ήταν άγρια και σαματατζού κι ελεύθερη και είχε άφθονες τις ελευθερίες κάθε είδους για όλο τον κόσμο. Το μίσος του στρεφόταν καταρχήν εναντίον της γραφειοκρατίας, έπειτα εναντίον των φιλελευθέρων και μετά εναντίον των μπάτσων. (Για τα παιδιά που τα ’συραν στης Αφρικής τις αγορές / εμπόροι και ληστές / και φοβισμένα κι ορφανά, στη Σμύρνη και στη Βενετιά, / τα πιάσαν οι φρουρές…)

Ο Στήβεν πήγαινε συχνά μόνος έξω και, όταν γυρνούσε, δεν μπορούσες ποτέ να είσαι βέβαιος αν είχε μια περιπέτεια ή όχι. Μπορούσε να την ξεχάσει τόσο ολοκληρωτικά που να μην πει τίποτα γι’ αυτήν. Και μετά, όταν πήγαινες έξω, έβρισκες το πτώμα. Κι άλλες φορές πάλι, μπορούσε να σου πει ένα σωρό γι’ αυτή, κι εσύ να μην μπορείς να βρεις μετά το πτώμα. (Ψωμί ζητήσαν του φουρνάρη,
λίγο νερό του καφετζή
/ τα διώχνει ο πρώτος μ’ ένα φτυάρι κι ο άλλος λύνει το σκυλί…)
Μερικές φορές γύριζε σπίτι με το κεφάλι του δεμένο, και τότε η Γουέντυ τον χαϊδολογούσε και του το ’πλενε με χλιαρό νερό, ενώ εκείνος διηγείτο μια συναρπαστική ιστορία. Αλλά εκείνη, ξέρετε, δεν τον πολυπίστευε. Υπήρχαν όμως και αρκετές περιπέτειες που ήξερε ότι ήταν αληθινές, επειδή είχε πάρει μέρος και η ίδια, και υπήρχαν κι άλλες που μάλλον δεν ήταν ολότελα ψεύτικες αφού είχαν πάρει μέρος και τα άλλα παιδιά και έλεγαν ότι ήταν εκατό τοις εκατό αληθινές. Αν καθόμασταν να τις περιγράψουμε όλες αυτές, δεν θα μας έφτανε ούτε ένα βιβλίο χοντρό σαν το Αγγλο-Λατινικό, Λατινο-Αγγλικό Λεξικό· γι’ αυτό θα περιγράψουμε μία, για να δείτε τί μπορούσε συνήθως να γίνει μέσα σε μια ώρα σ’ αυτό το νησί.

Μια μέρα λέει ο Τομ Σόγερ:

«Τώρα θα φτιάξουμε μια συμμορία  ληστών. Όποιος θέλει να μπει  πρέπει να δώσει όρκο και  να γράψει το όνομά του με  αίμα.»

Όλοι ήθελαν να μπουν. Έτσι  ο Τομ έβγαλε ένα φύλλο χαρτί  όπου είχε γράψει τον όρκο και τον διάβασε. Κάθε παιδί έπρεπε να ορκιστεί ότι θα είναι πιστό στη συμμορία και ότι ποτέ δεν θα αποκαλύπτει τα μυστικά της· και ότι αν κάποιος έβλαπτε ένα μέλος της συμμορίας, όποιο παιδί έπαιρνε εντολή να σκοτώσει αυτόν τον τύπο και την οικογένειά του έπρεπε να το κάνει, και δεν έπρεπε να φάει ούτε να κοιμηθεί πριν να τους σκοτώσει και να χαράξει ένα Χ στο στήθος τους, που ήταν το σύμβολο της συμμορίας. Και κανείς που δεν ανήκε στη συμμορία δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί αυτό το σύμβολο, κι αν το έκανε θα του κάναμε μήνυση· κι αν το έκανε ξανά, έπρεπε να πεθάνει. Κι αν κάποιο μέλος της συμμορίας αποκάλυπτε τα μυστικά, έπρεπε να του κόψουμε το λαιμό και μετά να κάψουμε το κουφάρι του και να σκορπίσουμε παντού τις στάχτες του, και να σβήσουμε το όνομά του από τη λίστα με αίμα και ποτέ να μην αναφερθεί ξανά από τη συμμορία, αλλά να του ρίξουμε κατάρα και να τον ξεχάσουμε για πάντα.

«Ψάχνουμε μια Ριζική Λύση,»  συνέχισε ο Τομ, «στο Πρόβλημα  των Σκατών: Σφάξτε τα σκατά  όλου του κόσμου σαν αγελάδες  που έχουν αφθώδη πυρετό. Οι ταραχές για την υποκίνηση των οποίων βρισκόμαστε εδώ δεν αποτελούν παρά το προοίμιο της γενικής επίθεσης ενάντια στον κόσμο. Επιδιώκουμε μια τελική λύση. Δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός. Ακόμα και η ανάμνηση του παλαιού κόσμου πρέπει να σβήσει, σαν να μην υπήρξε ποτέ μια τέτοια πόλη.

«Διαθέτουμε επαρκή αποθέματα από τα νέα όπλα για ν’ αρχίσουμε την εκστρατεία μας και θα ’ταν ασύνετο να καθυστερήσουμε άλλο. Αργά ή γρήγορα, ο εχθρός κάτι θα μάθει για τα σχέδιά μας και τα μέσα που έχουμε για να τα πραγματοποιήσουμε. Θα εφαρμόσουμε τους κλασικούς κανόνες του ανταρτοπολέμου ενάντια σε μια ισχυρότερη δύναμη, παρασύροντάς την όλο και πιο βαθιά μέσα στο δικό μας έδαφος, ενώ ταυτόχρονα θα κάνουμε επιδρομές και θα κόβουμε τις γραμμές ανεφοδιασμού. Αυτή είναι η τακτική που λύγισε τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Κράσσου στην καταστροφική εκστρατεία κατά των Πάρθων. Οι Πάρθοι εμφανίζονταν ξαφνικά σ’ ένα ύψωμα καβάλα σ’ άλογα, έριχναν μια βροχή από βέλη και τρέπονταν σε φυγή, τραβώντας τους Ρωμαίους όλο και πιο βαθιά μέσα στην έρημο, ενώ η δίψα, η πείνα και οι αρρώστιες τους αποδεκάτιζαν. Ελάχιστοι λεγεωνάριοι κατάφεραν να φτάσουν πίσω στη θάλασσα.

«Μόλις η τακτική αυτή αποδυναμώσει αρκετά τον εχθρό, θα επιτεθούμε με όλες μας τις δυνάμεις σε μια σειρά από εχθρικές θέσεις. Η αδυναμία να ολοκληρώσεις μια επίθεση που άρχισε ευνοϊκά είναι εξίσου καταστροφική με το να επιχειρήσεις μια επίθεση υπό δυσμενείς συνθήκες. Αυτό ήταν το λάθος που έκανε τον Αννίβα να χάσει τον πόλεμο με τη Ρώμη. Δεν συνειδητοποίησε πως είχε νικήσει όλο το ρωμαϊκό στρατό και, αντί να βαδίσει προς την αφρούρητη πόλη χωρίς καθυστέρηση, οχυρώθηκε για να κρατήσει τη θέση του – αποτέλεσμα: στο τέλος δεν του ’μεινε καμιά θέση.

«Έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως πολλοί λιποτάκτες θα περάσουν στις γραμμές μας, και τότε πρέπει χωρίς αναβολή να καταφέρουμε μια σειρά από συντριπτικά χτυπήματα. Ούτε πρέπει να δώσουμε καιρό στους Γάλλους και τους Άγγλους ν’ αντιληφθούν τον κίνδυνο και να ενωθούν με την Ισπανία ενάντια σ’ έναν κοινό εχθρό. Τη στιγμή που θα δούμε τη νίκη να διαγράφεται στο νότιο ημισφαίριο της αμερικανικής ηπείρου, θα χτυπήσουμε στο βόρειο.»

Όλοι είπαν ότι ήταν ένας  πραγματικά υπέροχος όρκος και  ένα εκπληκτικό σχέδιο και  ρώτησαν τον Τομ αν τα είχε  βγάλει απ’ το κεφάλι του.  Εκείνος είπε ότι ένα μέρος το είχε βγάλει αυτός αλλά τα υπόλοιπα ήταν από βιβλία με πειρατές και ληστές και ότι κάθε σοβαρή συμμορία αυτά έκανε.

Στρατιωτικές επιχειρήσεις του  ενός ή του άλλου είδους  βρίσκονταν συνεχώς σ’ εξέλιξη,  οι περισσότερες χωρίς κανένα απολύτως νόημα ή, μάλλον, μ’ ένα διαφορετικό νόημα που δεν λέει τίποτε σ’ έναν Δυτικό. Ωστόσο, αν σκεφτόταν στ’ αραβικά, ο Κιμ μπορούσε να διακρίνει ένα σχέδιο, έμοιαζε με τη συσκευή που είχε επεξεργαστεί για να βοηθήσει τους τυφλούς να βλέπουν. Δεν έβλεπαν με το συνηθισμένο τρόπο, αλλά συνελάμβαναν σχηματισμούς από κηλίδες, σαν τον πουαντιγισμό στην αφηρημένη ζωγραφική.

Μερικοί σχηματισμοί παραμένουν  ακατανόητοι, οι ρίζες τους  είναι θαμμένες στην άγραφη  αρχαιότητα. Ένιωθε τους μύες  και περιοχές του μυαλού του ν’ αναδεύονται, όπως όταν κάνεις ιππασία για πρώτη φορά και χρησιμοποιείς μύες που δεν χρησιμοποιούνται στο περπάτημα και ξυπνάς πιασμένος, έτσι ξυπνούσε με πόνους σε σημεία που δεν μπορούσε καν να τα βρει ή να τα προσδιορίσει…

Φόβοι και εξάρσεις και θλίψεις από τις άγριες ανεξερεύνητες περιοχές του νου…

«Ξέρεις τον Ρομπέν των Δασών,  Χακ;» ρώτησε ο Τομ.

«Όχι. Ποιος είναι ο Ρομπέν  των Δασών;»

«Να, ήταν ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες που έζησαν ποτέ στην Αγγλία – κι από τους καλύτερους. Ήταν κλέφτης.»

«Ωραίος! Μακάρι να ’μουνα  κι εγώ. Και ποιούς έκλεβε;»

«Μόνο άρχοντες κι επισκόπους  και πλούσιους και βασιλιάδες. Αλλά ποτέ του δεν πείραζε  τους φτωχούς. Τους αγαπούσε. Και  πάντα μοιραζόταν δίκαια μαζί  τους τα πλούτη».

«Καλά, πρέπει να ήταν πολύ  καλόψυχος ο τύπος.»

«Αν ήτανε λέει; Σίγουρα, Χακ.  Α, ήταν ο πιο ευγενικός άντρας  που πέρασε ποτέ. Τέτοιοι άντρες  δεν υπάρχουν πια, στο λέω  εγώ. Εμείς, όμως, θα παίξουμε  τον Ρομπέν των Δασών, έχει  τρομερή πλάκα. Θα σου δείξω.»

«Έγινε.»

Κι έτσι έπαιξαν τον Ρομπέν  των Δασών το απόγευμα, κι έριχναν  πού και πού ματιές γεμάτες  λαχτάρα κατά το στοιχειωμένο  σπίτι κι έκαναν κάποιο σχόλιο  σχετικά με τα σχέδιά τους  της επόμενης μέρας εκεί.

«Το έχετε αντιληφθεί;» είπε καθώς έφευγαν ο Κιμ. «Είμαστε η σκιά μιας σκιάς. Αυτοί, οι συνωμότες του σπιτιού της Χήρας, αν πράγματι υπάρχει τέτοια συνωμοσία, είναι μια σκιά, χωρίς σαφή χαρακτηριστικά, χωρίς ξεκάθαρους σκοπούς, τουλάχιστον απ’ όσο ξέρουμε, κι εμείς που τους ακολουθούμε πότε-πότε, λίγο στα κουτουρού, σαν παιδιά που ’χουν χαθεί παίζοντας και παθαίνουν όλο ατυχήματα, είμαστε η σκιά αυτής της σκιάς. Το έχετε αντιληφθεί;»

Παίζαμε τους ληστές πότε-πότε, για κάνα μήνα, κι έπειτα παραιτήθηκα. Το ίδιο και όλοι οι άλλοι. Δεν είχαμε ληστέψει κανέναν, δεν είχαμε σκοτώσει κανέναν, μόνο παίζαμε τους ληστές. Πεταγόμασταν μέσα απ’ τα δέντρα και χιμούσαμε σε οδηγούς κοπαδιών και σε γυναίκες με κάρα που μετέφεραν λαχανικά στην αγορά, αλλά ποτέ δεν τους ληστεύαμε πραγματικά. Ο Τομ Σόγερ αποκαλούσε τα γουρούνια «ράβδους χρυσού» και τα γογγύλια και τα άλλα λαχανικά «κοσμήματα», και πηγαίναμε στη σπηλιά για να συζητήσουμε σχετικά με αυτά που είχαμε κάνει και με το πόσους είχαμε σκοτώσει και σημαδέψει. Μα δεν έβλεπα κανένα όφελος στην υπόθεση.

Μια φορά ο Τομ έστειλε ένα  αγόρι να τρέχει γύρω-γύρω στην  πόλη με ένα φλεγόμενο κλαδί, το «σύνθημα» όπως το ονόμαζε (ήταν το σημάδι ότι έπρεπε να μαζευτεί η συμμορία), και μετά είπε ότι κατάσκοποί του είχαν φέρει μυστικά νέα, ότι την επόμενη μέρα ένα ολόκληρο καραβάνι με Ισπανούς εμπόρους και πλούσιους Άραβες θα κατασκήνωνε στο Κέιβ Χόλοου με διακόσιους ελέφαντες και εξακόσιες καμήλες και πάνω από χίλια πολεμικά μουλάρια, όλα φορτωμένα με διαμάντια, και είχαν μόνο τετρακόσιους στρατιώτες να τους φυλάνε, οπότε θα ενεδρεύαμε, όπως το έλεγε, θα τους σκοτώναμε όλους και θα αρπάζαμε τα λάφυρα. Είπε ότι έπρεπε να ακονίσουμε τα σπαθιά και τα όπλα μας και να ετοιμαστούμε. Δεν μπορούσε να κλέψει ούτε από κάρο με γογγύλια αλλά όλα τα σπαθιά και τα όπλα έπρεπε να γυαλίζουν για την επίθεση· αν και ήταν μόνο σανίδες και σκουπόξυλα, κι έτσι θα παρέμεναν ακόμα κι αν τα γυάλιζες μέχρι να σαπίσεις.

Δεν πίστευα ότι μπορούσαμε  να τα βάλουμε με τόσους Σπανιόλους και Άραβες αλλά ήθελα να δω τις καμήλες και τους ελέφαντες, κι έτσι παρουσιάστηκα την επόμενη μέρα, το Σάββατο, στην ενέδρα. Κι όταν ακούσαμε το σύνθημα (Και ο Σατανάς είπε: «Εμπρός, ας πάμε να βρούμε τον αρχαίο εχθρό στα ψηλά του παλάτια.» Και οδήγησε μέσα από τις ουράνιες πεδιάδες την αναρίθμητη στρατιά των αγγέλων, μεταφέρων επί των βραχιόνων αυτού τας δέλτους του νόμου, κεχαραγμένας εις την γλώσσαν των παρανόμων…) χιμήξαμε μέσα απ’ το δάσος και τρέξαμε κάτω στο λόφο. Γεροδεμένοι νέοι αρπάζουν πέτρες. Γιουχαητά και σφυρίγματα εκτοξεύονται από τη μάζα των διαδηλωτών. Αυτόματα όπλα σηκώνονται. Αυτό ήταν…

Ο γιατρός Ρενάρ ήταν ένας  στητός καστανομάλλης, κλασικός  τύπος της αθόρυβης αλλά δραστήριας  τάξης των ελεύθερων επαγγελματιών,  που η Γαλλία είχε διατηρήσει  ακόμα πιο τέλεια απ’ την  Αγγλία. Όταν του εξήγησαν την υπόθεση γέλασε με τον πανικό του Μαρκησίου και με ακέραιο γαλλικό σκεπτικισμό απεφάνθη ότι, λογικά, δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα για Αναρχική Επανάσταση. «Η Αναρχία,» είπε, «είναι παιδαριώδης».

«Κι αυτό;» φώναξε ο συνταγματάρχης  και έδειξε με το δάχτυλο πίσω απ’ την πλάτη των άλλων. «Κι αυτό εκεί παιδαριώδες είναι;»

Γύρισαν όλοι και είδαν μια  καμπύλη από μαύρο ιππικό να  κατηφορίζει ορμητικά απ’ την  κορφή του λόφου μ’ όλη τη  βιαιότητα ορδής του Αττίλα. Παρ’  ότι όμως κάλπαζαν με μεγάλη ταχύτητα, εξακολουθούσαν να βρίσκονται ο ένας δίπλα στον άλλο τόσο που οι μαύρες μάσκες της πρώτης σειράς φάνταζαν σαν μια ενιαία γραμμή…

Ακολουθεί ο παραδοσιακός τονισμός της έκστασης της καταστροφής: νεανίες τσόγλανοι ροκενρολάδες ξεχύνονται στις λεωφόρους των εθνών. Ορμάνε μέσα στο Λούβρο και πετάνε βιτριόλι στο μούτρο της Μόνα Λίζα· ανοίγουν τις πόρτες των ζωολογικών κήπων, των τρελάδικων, των φυλακών, σπάνε με κομπρεσέρ τους κεντρικούς αγωγούς της ύδρευσης, τσακίζουν τα δάπεδα κάτω από τουαλέτες αεροπλάνων, πυροβολούν τους φάρους, λιμάρουν τα συρματόσχοινα των ασανσέρ αφήνοντας ένα-δυο συρματάκια μόνο, διοχετεύουν τους αγωγούς λυμάτων στο δίκτυο του πόσιμου νερού, ρίχνουν σκυλόψαρα και δηλητηριώδη σελάχια, χέλια ηλεκτρικά και καντιρού μέσα σε πισίνες, ντυμένοι με κουστούμια ναυτικά πάνε και ρίχνουν το Queen Mary πρόσω ολοταχώς πάνω στην προβλήτα του λιμανιού της Νέας Υόρκης, σαμποτάρουν αεροπλάνα και λεωφορεία, ορμάνε στα νοσοκομεία με άσπρες μπλούζες κραδαίνοντας πριόνια, τσεκούρια και νυστέρια μήκους ενός μέτρου· οδηγούν κοπάδια γουρουνιών που γρούζουν ασταμά&ta