Categories
Wolfi Landstreicher

Για μια μη-πρωτογονιστική κριτική στον πολιτισμό – Wolfi Landstreicher

Κριτική, όχι πρόγραμμα!

Για μια μη-πρωτογονιστική αντι-πολιτισμική κριτική

Σημείωση: Το κείμενο που ακολουθεί παρουσιάστηκε από τον Wolfi Landstreicher (γνωστότερο με το ψευδώνυμο Feral Faun), στην Αντιπολιτισμική Συνάντηση της Βαρκελώνης, του 2007, σαν εισαγωγικό κείμενο για μια συζήτηση που έλαβε χώρα κατά τη συνάντηση.

Έτσι ο αναρχικός ατομικιστής όπως τον εννοώ εγώ, δεν έχει να περιμένει τίποτα […] Είμαι ήδη ένας αναρχικός και δεν μπορώ να περιμένω για μια μαζική επανάσταση προκειμένου να εξεγερθώ ο ίδιος, ούτε να μου εξασφαλίσει ο κομμουνισμός την ελευθερία μου. – Renzo Novatore

Αντιλαμβάνομαι τον αναρχισμό με την έννοια της καταστροφής. Σε αυτόν τον τομέα επεκτείνεται η αριστοκρατική λογική του: στην καταστροφή! Ιδού η αληθινή ομορφιά της αναρχίας. Θέλω να καταστρέψω όλα αυτά που με υποδουλώνουν, με κρατούν δέσμιο και καταπιέζουν τις επιθυμίες μου, θέλω να τα αφήσω όλα πίσω μου, σαν κουφάρια. Οι τύψεις, η αναποφασιστικότητα, η ευσυνειδησία, είναι πράγματα που το εικονοκλαστικό μου πνεύμα έχει διαλύσει […] Ναι λοιπόν, η εικονοκλαστική άρνηση είναι πιο πρακτική. – Armando Diluvi

Πρώτα απ όλα, δεν υπάρχει τίποτα αόριστα πρωτογονιστικό όταν μιλάμε για μια κριτική στον πολιτισμό, ιδιαίτερα όταν αυτή η κριτική είναι ορισμένη και από επαναστατική οπτική. Ανάλογες κριτικές υπάρχουν όσο υπάρχει και ένα συνειδητοποιημένο αναρχικό κίνημα, και δεν υπήρξαν πάντοτε συνδεδεμένες με μια κριτική στην τεχνολογία ή και την πρόοδο. (Ο Dejacques πίστευε πως κάποια τεχνολογική ανάπτυξη θα επέτρεπε στους ανθρώπους να ξεπεράσουν τον πολιτισμό, ενώ από την άλλη, ο Enrico Arrigoni ή αλλιώς Frank Brand έβλεπε τόσο τον πολιτισμό όσο και την βιομηχανική τεχνολογία σαν εμπόδια της πραγματικής ανθρώπινης προόδου). Το πραγματικό ερώτημα, κατά την άποψή μου, είναι κατά πόσο ο πρωτογονισμός ωφελεί μια αναρχική και επαναστατική κριτική του πολιτισμού.

Η λέξη πρωτογονισμός μπορεί να σημαίνει δυο μάλλον διαφορετικά πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, μπορεί να σημαίνει να λαμβάνουμε υπόψη μας τα όσα γνωρίζουμε για τις «πρωτόγονες» κοινωνίες ως μια κριτική προς τον πολιτισμό. Αυτή η μορφή πρωτογονισμού φαίνεται σχετικά ανώδυνη. Είναι όμως; Ακόμα κι αν παρακάμψουμε τα προφανή ερωτήματα σχετικά με την εξάρτηση για τις πληροφορίες μας από τους ειδικούς αυτούς που αποκαλούμε ανθρωπολόγους, όσον αφορά τις «πρωτόγονες κοινωνίες, υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα εδώ. Οι πραγματικές κοινωνίες που αποκαλούμε «πρωτόγονες» ήταν, και στο βαθμό που υπάρχουν ακόμη, είναι ζωντανές σχέσεις ανάμεσα σε ζωντανά, με σάρκα και οστά ανθρώπινα όντα, υποκείμενα που αναπτύσσουν τη δική τους αλληλεπίδραση με τον κόσμο γύρω τους. Να εκλάβουμε κάτι τέτοιο ως μοντέλο σύγκρισης σημαίνει την φετιχοποίηση αυτών των ζωντανών σχέσεων, τον μετασχηματισμό τους σε μια αφαίρεση – το «πρωτόγονο» – σε μια εξιδανικευμένη εικόνα του «πρωτογονισμού». Έτσι, η χρήση τέτοιων μεθόδων κριτικής στον πολιτισμό αφαιρεί την ανθρώπινη και την υποκειμενική υπόσταση των πραγματικών ανθρώπων που έζησαν ή ζουν τις σχέσεις αυτές. Επιπλέον, αυτό το είδος κριτικής, δεν μας παρέχει κάποιο πραγματικό εργαλείο για να βρούμε πως θα πολεμήσουμε τον πολιτισμό εδώ και τώρα. Στην καλύτερη περίπτωση, η φετιχιστική, αφηρημένη σύλληψη του «πρωτόγονου» θα γίνει ένα μοντέλο, ένα πρόγραμμα για μια πιθανή μελλοντική κοινωνία.

Ερχόμαστε έτσι στη δεύτερη σημασία του πρωτογονισμού – την ιδέα ότι οι «πρωτόγονες» κοινωνίες προσφέρουν ένα μοντέλο για την μελλοντική κοινωνία. Οι οπαδοί αυτής της μορφής πρωτογονισμού μπορούν δίκαια να αποκαλούνται πρωτογονιστές, μιας και, όσο κι αν το αρνούνται, αυτό που προάγουν δεν είναι παρά ένα πρόγραμμα και μια ιδεολογία. Με την μορφή αυτή, πιστεύω ότι ο πρωτογονισμός έρχεται σε σύγκρουση με την αναρχική σκέψη και δράση. Ο λόγος γι αυτό μπορεί να βρεθεί στο απόφθεγμα του Novatore παραπάνω. Απλώς αντικαταστήστε το «κομμουνισμός» με «πρωτογονισμός» και το «μαζική επανάσταση» με το «βιομηχανική κατάρρευση», και θα ξεκαθαρίσουν όλα. Όπως το βλέπω εγώ, μια από τις πιο σημαντικές διαφορές μεταξύ του μαρξισμού και του αναρχισμού είναι ότι ο τελευταίος δεν είναι στην ουσία μια τελεολογική θέαση ενός αναμενόμενου μέλλοντος, αλλά ένας τρόπος αντιμετώπισης του κόσμου εδώ και τώρα. Έτσι, η επανάσταση για τους αναρχικούς δεν είναι μια εγγυημένη ιστορική διαδικασία του μέλλοντος, αλλά κάτι που το ζούμε και το δημιουργούμε εδώ και τώρα. Ο πρωτογονισμός δεν είναι λιγότερο αβίωτος από τον μαρξιστικό κομμουνισμό. Είναι κι αυτός ένα πρόγραμμα για το μέλλον, και μάλιστα ένα πρόγραμμα βασισμένο σε πλαίσια όπου δεν είναι στο χέρι μας να παρέμβουμε. Έτσι, δεν έχει τίποτα περισσότερο κοινό με την αναρχική πρακτική, απ’ όσο έχει και η μαρξιστική τελεολογία.

Έχω ήδη καταδείξει πως η ακριβής σύλληψη του «πρωτόγονου» φετιχοποιεί την πραγματική ζωή και τις σχέσεις αυτών που περικλείει αυτή η ταμπέλα. Αυτό εκδηλώνεται ανοιχτά ανάμεσα στους πρωτογονιστές που επιθυμούν να εφαρμόσουν την ιδεολογία τους εδώ και τώρα, και στο πως τελικά προσδιορίζεται αυτή η εφαρμογή. Με έναν τρόπο εν πολλοίς όμοιο του μαρξισμού, η «πρωτόγονη» ζωή μειώνεται τελικά σε ένα ζήτημα οικονομικής αναγκαιότητας, σε ένα άθροισμα ικανοτήτων, το άναμμα φωτιάς με ξυλαράκια, το πρωτόγονο κυνήγι, η γνώση των άγριων φυτών που τρώγονται ή έχουν ιατρικές ιδιότητες, του πώς να φτιάξεις ένα τόξο ή ένα καταφύγιο κλπ κλπ. έτσι ώστε να μπορείς να επιβιώσεις.

Αυτό στη συνέχεια μπορεί να πάρει μια γεύση νατουραλιστικής πνευματικότητας, δανεισμένης από κάποιο βιβλίο ή την κάθε new age μαλακία που αναφέρεται σε μια επιστροφή στη «φυσική ενότητα», αν κι αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η ολότητα των ανθρώπων που αποκαλούνται «πρωτόγονοι» αγνοείται, μιας και είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη και καθόλου προσβάσιμη σε όσους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον βιομηχανικό καπιταλιστικό πολιτισμό που τώρα κυριαρχεί τον κόσμο – κι αυτό περιλαμβάνει όλους εμάς που αναπτύσσουμε μια αναρχική κριτική στον πολιτισμό. Όμως, ακόμη κι αν εξετάσουμε απλώς το ζήτημα των ικανοτήτων επιβίωσης, είναι γεγονός ότι ακόμα και στις ΗΠΑ ή τον Καναδά, όπου υπάρχουν πραγματικές, αρκετά εκτεταμένες (αν και πληγωμένες σε μεγάλο βαθμό) άγριες εκτάσεις, ελάχιστοι άνθρωποι θα μπορούσαν να επιβιώσουν με τον τρόπο αυτό. Έτσι αυτοί που μαθαίνουν ανάλογες δραστηριότητες με τη λογική ότι θα ζήσουν πραγματικά σαν «πρωτόγονοι» τις ζωές τους, αυτό που έχουν στο μυαλό τους δεν είναι η καταστροφή του πολιτισμού (εκτός ίσως αν επέλθει μια αναπόφευκτη μελλοντική συγκυρία για την οποία θεωρούν ότι θα βρεθούν προετοιμασμένοι), αλλά η απόδραση από αυτόν. Δεν θα τους το προσάψω αυτό, πάντως δεν έχει τίποτα να κάνει με την αναρχία ή την κριτική στον πολιτισμό. Σε πρακτικό επίπεδο, δεν είναι παρά μια πιο ανεπτυγμένη μορφή του «παίζουμε τους ινδιάνους» όπως έκαναν πολλοί από μας στις ΗΠΑ ως παιδιά, και στην πραγματικότητα, το έχουν πάρει πολύ σοβαρά. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που γνωρίζω κι έχουν ασχοληθεί με την ανάπτυξη των «πρωτόγονων» ικανοτήτων τους, στο όνομα του «αναρχο-πρωτογονισμού» αποδεικνύουν πόσο έτοιμοι είναι για μια τέτοια ζωή με τον χρόνο που περνούν στον υπολογιστή τους, στήνοντας ιστοσελίδες, παίρνοντας μέρος σε φόρουμ, γράφοντας μπλογκ κλπ κλπ. Συνήθως, μου φαίνονται περισσότερο σαν παιδιά της τεχνολογίας που παίζουν role games στο δάσος, παρά ως αναρχικοί σε μια διαδικασία απεξάρτησης από τον πολιτισμό.

Μια αναρχική κι επαναστατική κριτική του πολιτισμού δε ξεκινά από μια σύγκριση με άλλες κοινωνίες ή με κάθε μελλοντικό ιδεώδες. Ξεκινά με την αντιπαράθεσή μου, την αντιπαράθεσή σου, με την άμεση πραγματικότητα του πολιτισμού στις ζωές μας εδώ και τώρα. Είναι η αναγνώριση ότι η ολότητα των κοινωνικών σχέσεων που ονομάζουμε πολιτισμό μπορεί να υπάρξει μόνο λεηλατώντας τις ζωές μας από μας, και κατακερματίζοντάς τις σε bits που η κυρίαρχη τάξη μπορεί να χρησιμοποιήσει για την αναπαραγωγή της. Δεν πρόκειται για μια διαδικασία που έχει ολοκληρωθεί μια για πάντα, κάποτε στο μακρινό παρελθόν, αλλά συνεχίζεται διαρκώς, ανά πάσα στιγμή. Εδώ είναι που υπεισέρχεται η αναρχική θεώρηση για τη ζωή. Ανά πάσα στιγμή, χρειάζεται να καθορίσουμε πώς θα αρπάξουμε πίσω την ολότητα των ζωών μας ενάντια στην ολότητα του πολιτισμού. Έτσι όπως το είπε ο Armando Diluvi, ο αναρχισμός μας είναι ουσιωδώς καταστροφικός. Ως τέτοιος, δεν έχει ανάγκη από μοντέλα ή προγράμματα όπως αυτά του πρωτογονισμού. Όπως το έθεσε κι ένας παλιός, νεκρός πια, γενειοφόρος κλασσικός του αναρχισμού: Το πάθος για καταστροφή είναι επίσης πάθος δημιουργικό. (Σ.τ.μ.: η περίφημη φράση του Μ. Μπακούνιν). Κι επίσης ένα πάθος που μπορεί να τεθεί άμεσα σε εφαρμογή. (Ένας άλλος επίσης νεκρός, αντιεξουσιαστής επαναστάτης μιας-δυο γενιών έπειτα είπε για την παθιασμένη καταστροφή ότι δεν είναι παρά «ένας τρόπος να απολαμβάνεις την ευτυχία άμεσα»).

Γράφοντας όλα αυτά, δεν είμαι ενάντια σε κάθε παιγνιώδη φαντασία ενός πιθανού από-πολιτισμένου κόσμου. Όμως για να γίνει μια τέτοια φαντασία πραγματικά παιγνιώδης και να αποκτήσει μια πειραματική πιθανότητα, δεν μπορούν να υπάρχουν μοντέλα προερχόμενα από αφηρημένες συλλήψεις παλιών είτε μελλοντικών κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, κατά την άποψή μου, είναι καλύτερα να αφήσουμε την ιδέα της «κοινωνίας» στην άκρη, και να σκεφτούμε καλύτερα με τους όρους διαρκώς αναγεννημένων, εφήμερων σχέσεων μεταξύ μοναδικών, παθιασμένων ατόμων. Τη στιγμή αυτή, μπορούμε μόνο να παίξουμε και να πειραματιστούμε, εκεί που η επιθυμία μας για το φαινομενικά «αδύνατο» συναντά την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Αν ο πολιτισμός πρόκειται να καταλυθεί στη διάρκεια της ζωής μας, αυτό που θα συναντήσουμε δε θα είναι ένας κόσμος άγριων δασών και πεδιάδων ή ερήμων γεμάτων με άγρια πανίδα. Αυτό που θα αντιμετωπίζαμε θα ήταν στην πραγματικότητα ένας κόσμος γεμάτος με τα σκουπίδια του πολιτισμού: εγκαταλελειμμένα κτίρια, μηχανήματα, μπάζα κλπ κλπ.

Η φαντασία που δεν δεσμεύεται ούτε από την πραγματικότητα ούτε από μια πρωτογονιστική ηθική ιδεολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί με πολλούς τρόπους, για εξερεύνηση ή για παιχνίδι, οι πιθανότητες είναι σχεδόν άπειρες. Το πιο σημαντικό, κάτι τέτοιο αποτελεί μια άμεση δυνατότητα, κι ο καθένας μπορεί να συνδεθεί εκτενώς με μια καταστροφική επίθεση ενάντια στον πολιτισμό. Κι αυτή η αμεσότητα είναι ουσιαστικής σημασίας, μιας και εγώ ζω τώρα, κι εσείς ζείτε τώρα, όχι σε εκατοντάδες χρόνια από τώρα οπότε ένα βεβιασμένο πρόγραμμα προς ένα πρωτογονιστικό ιδανικό ίσως να μπορεί να δημιουργήσει έναν κόσμο μέσα στον οποίο το ιδανικό αυτό θα μπορεί να πραγματωθεί παγκόσμια – αν οι πρωτογονιστές κάνουν την επανάστασή τους τώρα, και επιβάλλουν το πρόγραμμά τους. Ευτυχώς, κανένας πρωτογονιστής δε φαίνεται πρόθυμος να επιβάλλει τέτοια εξουσιαστικά επαναστατικά μέτρα, και προτιμά να επαναπαύεται σε ένα είδος μισο-μυστικιστικού μετασχηματισμού προκειμένου να πραγματοποιηθούν τα όνειρά του (ίσως πρόκειται για κάτι σαν τα όραματα των ιθαγενών αμερικανών, του θρησκευτικού χορού των φαντασμάτων, όπου το τοπίο όπως το διαμόρφωσαν οι ευρωπαίοι εισβολείς υποτίθεται ότι θα ξεφλουδιστεί ως δια μαγείας, αφήνοντας στη θέση του βοσκοτόπια γεμάτα άγρια ζώα).

Για τον λόγο αυτό, ίσως είναι λίγο άδικο να αποκαλείται το πρωτογονιστικό όραμα ως πρόγραμμα (αν και μιας και δε μου κάνουν οι αστικές αξίες, χέστηκα αν είμαι άδικος…). Ίσως του ταιριάζει καλύτερα η λέξη προσμονή. Όταν θέτω κάποια από τα ερωτήματα αυτά σε γνωστούς μου πρωτογονιστές, συχνά επικαλούνται τις «επιθυμίες» τους, τις οποίες αντανακλά το πρωτογονιστικό όραμα. Μάλλον έχουμε διαφορετικές επιθυμίες λοιπόν. Οι «επιθυμίες» που βασίζονται σε αφηρημένες και φετιχοποιημένες εικόνες – στην περίπτωσή μας, του «πρωτόγονου» – είναι εκείνα τα φαντάσματα των επιθυμιών που υπαγορεύουν την κατανάλωση εμπορευμάτων. Αυτό εκδηλώνεται ξεκάθαρα σε ορισμένους πρωτογονιστές, όχι απλά στην κατανάλωση των βιβλίων του κάθε θεωρητικού του πρωτογονισμού, αλλά και στα χρήματα ή/και το χρόνο που ξοδεύουν ώστε να αποκτήσουν κάποιες απ τις λεγόμενες «πρωτόγονες» ικανότητες σε σχολές που ειδικεύονται σ αυτό. Όμως, αυτό το φάντασμα της επιθυμίας, αυτή η προσμονή για μια εικόνα που δεν έχει καμία σύνδεση με την πραγματικότητα, δεν αποτελεί πραγματική επιθυμία, γιατί το αντικείμενο μιας πραγματικής επιθυμίας δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη εικόνα, πάνω στην οποία επικεντρώνει κανείς – μια εικόνα που δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματικά κανείς. Η επιθυμία ανιχνεύεται μέσα στη δραστηριότητα και τις σχέσεις που αναπτύσσονται στον κόσμο εδώ και τώρα. Η επιθυμία, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, είναι στην πραγματικότητα ο οδηγός της δράσης, της επικοινωνίας, της δημιουργίας. Με την έννοια αυτή, το αντικείμενό της αποκτά υπόσταση μονάχα με την εκπλήρωση της επιθυμίας, με την πραγματοποίησή της. Κι εδώ επανερχόμαστε στην αναγκαιότητα της αμεσότητας. Και είναι με αυτήν την έννοια και μόνο που η επιθυμία γίνεται ο εχθρός του πολιτισμού στον οποίον ζούμε, του πολιτισμού που η ύπαρξή του βασίζεται στην διαδικασία φετιχοποίησης κάθε σχέσης και δραστηριότητας, στον μετασχηματισμό του σε αντικείμενα που στέκονται πάνω από μας και μας ορίζουν, στο να τις προσδιορίσει, να τις θεσμίσει και να τις εμπορευματοποιήσει. Έτσι, η επιθυμία, σαν ένας οδηγός κι όχι μια προσμονή, δρα άμεσα, επιτιθέμενη σε κάθε τι που την εμποδίζει από το να κινηθεί αυτοδύναμα. Ανακαλύπτει τα αντικείμενά της στον κόσμο γύρω της, όχι σαν αφηρημένες έννοιες, αλλά ως δυναμικές σχέσεις. Αυτός είναι κι ο λόγος που επιτίθεται στις θεσμοθετημένες σχέσεις που καλουπώνουν την κάθε δραστηριότητα σε ρουτίνα, πρωτόκολλα, έθιμα και συνήθειες – σε πράγματα που πρέπει να γίνουν ή να διαταχθούν. Αναλογιστείτε σχετικά τι σημαίνουν δραστηριότητες όπως η κατάληψη, η απαλλοτρίωση, η χρήση του χρόνου εργασίας κάποιου/ας για τον εαυτό του/της, το γκράφιτι κλπ, και πως σχετίζονται με μια ακόμα πιο καταστροφική δραστηριότητα.

Τελικά, αν φανταζόμαστε μια κατάλυση του πολιτισμού, ενεργά και συνειδητά καταστρέφοντάς τον, όχι για να πραγματοποιήσουμε ένα θεσμικό πρόγραμμα ή ένα προσδιορισμένο όραμα, αλλά για να διευρύνουμε ατέλειωτα τις πιθανότητες να πραγματώσουμε τους εαυτούς μας και να ανακαλύψουμε τις ικανότητες και τις επιθυμίες μας, μπορούμε πλέον να ξεκινήσουμε να το κάνουμε εδώ και τώρα ενάντια στην κυρίαρχη τάξη. Αν, αντί να ελπίζουμε σε έναν ακόμη παράδεισο, αρπάξουμε τη ζωή, τη χαρά και την αναζήτηση τώρα, θα ζήσουμε μια πραγματικά αναρχική κριτική του πολιτισμού που δεν έχει τίποτα κοινό με μια εικόνα περί «πρωτόγονου», αλλά μάλλον με την άμεση ανάγκη μας να αποτινάξουμε την εξημέρωση, την ανάγκη μας να είμαστε Μοναδικοί, κι όχι υπάκουοι-υπήκοοι, επιτηρούμενοι, περιορισμένοι. Έπειτα, θα βρούμε τρόπους να αρπάξουμε όλα όσα μπορούμε να οικειοποιηθούμε και να καταστρέψουμε όλα όσα θέλουν να μας επιβληθούν.

Wolfi Landstreicher


[Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007]

Categories
Wolfi Landstreicher Διεθνείς ειδήσεις

Άγριες απεργίες στην Ιταλία, 2003-4 – Wolfi Landstreicher

Για τις άγριες απεργίες της Ιταλίας, τον χειμώνα του 2003-4

Την 1 Δεκέμβρη 2003, οι επαγγελματίες αυτοκινητιστές του Μιλάνου κατέβηκαν σε μονοήμερη απεργία. Η μέρα ήταν καλή για μια τέτοια δράση, καθώς ήταν επίσης η μέρα μιας επίσημης συνόδου για το περιβάλλον στο Μιλάνο – μια σύνοδος στην οποία τα πολιτικά και οικονομικά αφεντικά θα συζητούσαν το πώς θα μείωναν τις ζημιές που προκαλούν και πως θα διαχειρίζονταν τα εναπομείναντα αποθέματα, εξακολουθώντας να μεγιστοποιούν το κέρδος και την ισχύ τους. Ο άμεσος λόγος για την απεργία ήταν η εξαφάνιση του πραγματικού μισθού λόγω του πληθωρισμού και της μη-τήρησης προηγουμένων συμβάσεων. Ωστόσο, από το ξεκίνημά της, η απεργία αντανακλούσε μια ευρύτερη οργή για την αυθαιρεσία των αφεντικών και την συναίνεση των συνδικάτων.

Στις 15 Δεκέμβρη, η άγρια απεργία ξέσπασε σε όλη τη χώρα, Στο Τορίνο και την Μπρέσσια, οι οδηγοί κατέβηκαν σε απεργία καίγοντας τις συνδικαλιστικές τους ταυτότητες. Σε μια πληθώρα άλλων πόλεων έγιναν μαζικοί αποκλεισμοί από τους οδηγούς. Μετά από λίγες μέρες, οι εργαζόμενοι στο αεροδρόμιο της Ρώμης κατέβηκαν σε άγρια απεργία, μπλοκάροντας τις εισόδους για το αεροδρόμιο, διαμαρτυρόμενοι για τις σχεδιαζόμενες περικοπές.

Στις 19 Δεκέμβρη, τα συνδικάτα υπέγραψαν μια νέα συμφωνία με τα αφεντικά των μέσων μεταφορών εν αγνοία των εργαζομένων. Η απάντηση ήταν άμεση, καθώς οι εργαζόμενοι στα μέσα μεταφοράς σε ολόκληρη την Ιταλία είτε κατέβηκαν σε άγρια απεργία, είτε δήλωσαν άρρωστοι, είτε σε πήγαν στην εργασία τους χωρίς να δουλεψουν, κατάσταση που κράτησε για μερικές μέρες. Σε αρκετούς σταθμούς δημιουργούνταν αυθόρμητες συνελεύσεις και ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι έκαιγαν τις συνδικαλιστικές τους ταυτότητες.

Στις 22 Δεκέμβρη, παρά την κυβερνητική εντολή για επιστράτευση των απεργών, αυτοί επέλεξαν να συνεχίσουν τον αγώνα. Η αστυνομία παρενέβη για να επαναφέρει τους εργαζομένους στην εργασία τους, αν και σε μερικά μέρη, όπως στην Μπρέσσια, οι απεργοί αντιμετώπισαν με επιτυχία τις αστυνομικές επιθέσεις.

Αρκετές δράσεις ακολούθησαν, ακόμα και μερικές επιπλέον απεργίες. Στις 9 Γενάρη, τα συνδικάτα βάσης (COBAS και άλλες νόμιμα αναγνωρισμένες, επίσημες οργανώσεις) κάλεσαν σε μια εθνικής εμβέλειας απεργία διαμαρτυρίας ενάντια στην συνδικαλιστική σύμβαση της 19 Δεκέμβρη. Μιας και αυτά τα συνδικάτα, παρά τη σχετικά αποκεντρωτική μορφή τους, δεν είναι λιγότερο επιρρεπή όργανα συμβιβασμού από τις μεγάλες ομοσπονδιακές ενώσεις, κάτι τέτοιο μπορεί να ιδωθεί ως μια ενέργεια επαναφομοίωσης. Ωστόσο, στη Γένουα, οι εργαζόμενοι στα μέσα μεταφοράς, επέλεξαν να κάνουν την απεργία παράνομα. Στις 12 Γενάρη, εργαζόμενοι στο Μιλάνο αποφάσισαν μια απροειδοποίητη άγρια απεργία. Η κυβέρνηση έβγαλε άλλη μια εντολή επιστράτευσης των απεργών. Οι μιλανέζοι εργαζόμενοι την έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια, επεκτείνοντας την απεργία τους και στις 13 Γενάρη. Στις 19, οι εργαζόμενοι στο αεροδρόμιο της Ρώμης, κράτησαν ξανά το αεροδρόμιο κλειστό για οκτώ ώρες.
Επιπλέον, έγιναν αγώνες ενάντια στην Aλφα Ρομέο, διαμαρτυρίας για τις περικοπές. Σε μερικές από τις δράσεις, οι απολυμένοι εργάτες και μερικοί από όσους εργάζονταν ακόμα έδρασαν από κοινού. Ακόμα, φαίνεται πως οι εργαζόμενοι στην μεταλλουργία, μπουχτισμένοι με τους συμβιβασμούς του συνδικάτου με τα αφεντικά, έκαναν κάποιες προσπάθειες να μεταφέρουν την άγρια απεργία στα εργοστάσια. Ωστόσο, οι αγώνες στην ’λφα Ρομέο φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό κάτω από τον έλεγχο των συνδικάτων βάσης, και πέρα από την έκφραση δυσαρέσκειας. Δεν έχω υπόψη μου κάποια συγκεκριμένη δράση των μεταλλεργατών. Συνεπώς, δεν μπορώ να ξέρω που θα οδηγήσει. Στην πραγματικότητα, φαίνεται πως προς το παρόν τα πράγματα έχουν ηρεμήσει.

Οι συνελεύσεις στους σταθμούς και οι αποκλεισμοί δημοσίων δρόμων που αποτέλεσαν την κύρια μέθοδο αυτών των απεργιών παρέχουν έναν χώρο για μια άμεση επικοινωνία μεταξύ των απεργών εργαζομένων και των άλλων. Σε μερικές από τις απεργίες, υπήρξαν κι άλλοι εργαζόμενοι και αλληλέγγυοι που συμμετείχαν στα μπλοκαρίσματα. Προς το τέλος του Γενάρη, σχηματίστηκαν ευρύτερες συνελεύσεις, όμως ήταν μάλλον υπό τον έλεγχο των συνδικάτων βάσης. Σε μια τέτοια συνέλευση, οι εργαζόμενοι δεσμεύτηκαν να οργανώνουν συζητήσεις στους χώρους εργασίας τους προκειμένου να εντείνουν την υποστήριξη για τους απεργούς των μέσων μεταφοράς και της ’λφα Ρομέο. Αν οποιοσδήποτε εργαζόμενος δεχόταν καταστολή, θα οργανονώταν μια μαζική απάντηση σε όλους τους χώρους εργασίας. Όμως ο έλεγχος από τα συνδικάτα βάσης κάνει την όλη φάση να μοιάζει λίγο ύποπτη, ιδιαίτερα μιας και από τη στιγμή της πρώτης άμεσης ανάμειξής τους, στις 9 Γενάρη, δεν υπήρξε καμία αυτόνομη δράση, πέρα από τις δυο μέρες άγριας απεργίας στο Μιλάνο και μισή μέρα στη Γένουα.

Τον Φλεβάρη, τέθηκε σε κίνηση η καταστολή. Σχηματίστηκαν επιτροπές αλληλεγγύης. Παρόλο που δεν έχω στη διάθεσή μου λεπτομέρειες, σημειώνονταν διαρκώς δράσεις από απολυμένους εργάτες της ’λφα Ρομέο και άλλους σε όλην την Ιταλία, αν και όλες τους κάτω από τον έλεγχο των διαφόρων συνδικάτων βάσης.

Έτσι, σιγά σιγά η κατάσταση εξομαλύνθηκε. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο θα κρατήσει η ησυχία αυτή, ή πιος είναι ο ακριβής ρόλος των δυνάμεων επαναφομοίωσης στην εκτόνωση του αγώνα. Είναι σαφές πως χωρίς να εκφραστεί με έναν αυτο-οργανωμένο τρόπο, ο αγώνας δε θα μπορούσε να διαρκέσει. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι στα μέσα μεταφοράς έχουν οικογένειες, εργάζονται κάτω από επισφαλείς συνθήκες (αρκετοί είναι προσωρινοί εργαζόμενοι ή “εκπαιδευόμενοι”) και έχουν ήδη πολύ χαμηλούς μισθούς για συνδικαλισμένοι εργάτες. Τα ομοσπονδιακά συνδικάτα ήταν εχθρικά απέναντι στις άγριες απεργίες από το ξεκίνημά τους, και τα συνδικάτα βάσης επίσης είχαν το νομικό στάτους των διαμεσολαβητών της εργασιακής διαμάχης να προστατεύσουν. Κατά συνέπεια, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να υπολογίζουν σε κανέναν από τους δύο. Η εξεγερτικότητα της Ιταλίας του 1970 ξέσπασε μέσα από τις άγριες απεργίες, όμως οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές. Είναι συνεπώς δύσκολο να κάνει κανείς προβλέψεις.

Οι αναρχικοί, κι άλλοι αντι-πολιτικοί επαναστάτες συμμετείχαν οι ίδιοι στον αγώνα αυτό μέσα από φυλλάδια και άμεση επικοινωνία, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους κι ενθαρρύνοντας τον κόσμο που κέρδιζε ένα ιδιότυπο “ρεπό” από τα σχολεία και τις εργασίες του χάρη στην απεργία να αξιοποιήσει τον χρόνο του ανακαλύπτοντας διαφορετικούς τρόπους να αντιμετωπίζει τον κόσμο και τους ανθρώπους. Επιπροσθέτως, το σαμποτάρισμα των μηχανημάτων που κόβουν εισητήρια και άλλων ιδιοκτησιακών στοιχείων των εταιριών των μαζικών μεταφορών πραγματοποιήθηκε σε αλληλεγγύη με τους απεργούς.

Κάποια σημαντικά στοιχεία:

Υπάρχουν κάποια στοιχεία που φωτίζονται ιδιαίτερα σε τέτοιες καταστάσεις:

1) Οι οδομαχίες, οι ταραχές, οι εξεγέρσεις δεν εμπνέονται γενικά από μεγάλες ιδέες, ουτοπικά οράματα ή απόλυτα θεωρητικές κριτικές της κοινωνικής τάξεις. Συχνά η σπίθα που τις πυροδοτεί είναι πολύ πιο κοινότυπη: η οικονομική αστάθεια, οι δυσμενείς εργασιακές συνθήκες, το ξεπούλημα από αυτούς που ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τα δίκια, η αστυνομική βαρβαρότητα. Αυτές οι φαινομενικά δευτερεύουσες λεπτομέρειες πυροδοτούν την ανταρσία όταν η οργή συνδυάζεται με μια καχυποψία τόσο για την κυρίαρχη τάξη όσο και για τους αντιπολιτευτικούς θεσμούς. Αυτό σημαίνει για τους αναρχικούς, ότι θα έπρεπε να αποφεύγουν μια ιδεολογική καθαρότητα που έχει σαν πρόταγμα τη συμμετοχή αποκλειστικά σε αγώνες που θέτουν συνολικά ζητήματα. Επίσης σημαίνει ότι θα πρέπει να επεξεργαστούμε μια θεωρητικη ανάλυση, ικανή να αντιληφθεί άμεσα τις ιδιαίτερες συνθήκες στο πλαίσιο που λαμβάνουν στο σύνολο της κυριαρχίας, της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης, και ταυτόχρονα ικανή να πραγματωθεί πρακτικά. Κάτι τέτοιο απαιτεί να είμαστε πρόθυμοι να εξετάζουμε διαρκώς τις εξελίξεις γύρω μας, να βρίσκουμε τα συνδετικά σημεία τους που υποδεικνύουν την αναγκαιότητα μιας επαναστατικής ρήξης, ενώ την ίδια στιγμή να εντοπίζουμε τους κατάλληλους χώρους παρέμβασης και τους καταλληλότερους στόχους επίθεσης.

2) Όταν μια εξέγερση ή ένας αυθόρμητος αγώνας κινείται πέρα από τα αρχικά στάδιά του, οι εκμεταλλευόμενοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη για μια οριζόντια επικοινωνία. Συνελεύσεις ή παρόμοια μέσα αναπτύσσονται αυθόρμητα. Η απόρριψη της πολιτικής και της εκπροσώπησης εκφράζονται μέσα από τις μορφές αυτές. Ταυτόχρονα, υπάρχουν πάντοτε οι εγκάθετοι των κομμάτων και των συνδικάτων, μαζί με τα άλλα κοράκια, που ψάχνουν για το αδύναμο σημείο όπου μπορούν να “προσφέρουν τη βοήθειά τους”. Εδώ και πάλι, οι αναρχικοί και οι αντι-πολιτικοί επαναστάτες χρειάζεται να βρίσκονται σε εγρήγορση προκειμένου να κρατούν μια συνεχή επιθετική στάση απέναντι σ αυτές τις τάσεις επαναφομοίωσης, οθώντας ταυτόχρονα τον αγώνα σε μια ανοιχτά αντι-πολιτική κατεύθυνση στην οποία δεν έχουν θέση οι διαπραγματευτές και κατά συνέπεια, η εκπροσώπηση.

3) Οι χώροι που συνηθιζόταν να φέρνουν κοντά τους ανθρώπους για σκοπούς που δεν ήταν δικοί τους μεταμορφώνονται στο βαθμό που είναι εφικτό σε χώρους για τους σχεδιασμούς των ίδιων των ανθρώπων. Αυτή η οπτική έχει τεράστια σημασία, καθώς η κυρίαρχη τάξη κάνει ό,τι μπορεί για να αποκλείσει ή να ελέγξει τους δημόσιους χώρους. Στα 1970, τα εργοστάσια μπορούσαν πραγματικά να παρέχουν το χώρο για συνελεύσεις κι άλλες εξεγερτικές δράσεις. Με τις αλλαγές που επήλθαν στην παραγωγική διαδικασία, κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον πιθανό. ’λλοι δημόσιοι χώροι σχεδιάζονται ούτως ώστε να διευρύνουν την επιτήρηση και να περιορίζουν τις πιθανότητες συγκέντρωσης. Είναι μια περιοχή που χρειάζεται άμεση αντίσταση και όπου πρέπει να επικεντρωθεί η φαντασία μας.

4) Εκεί όπου υπάρχουν παραδόσεις και γνωστές ιστορίες αυτο-οργάνωσης, μπορούν να παρέχουν μια βάση για την αυτο-οργάνωση της εξέγερσης. Η ιθαγενική παράδοση, συγκεκριμένα, μας παρέχει με τέτοιες εμπειρίες. Από την άλλη, εκεί όπου δεν υπάρχει μια ανάλογη παράδοση, η φαντασία και η ικανότητα δημιουργίας εκ του μηδενός είναι εξαιρετικής σημασίας. Έτσι οδηγούμαστε σε μια άλλη περιοχή όπου η άμεση αντίσταση είναι απαραίτητη: η αυξανόμενη υποβάθμιση της ικανότητας για δημιουργική σκέψη πρέπει να καταπολεμηθεί με νύχια και με δόντια. Η τυποποίηση της σκέψης σε απλούς υπολογισμούς και σε μια στείρα αναπαραγωγή στερεοτύπων πρέπει να απορριφθεί και να αντιμετωπιστεί, ούτως ώστε να εξακολουθήσουμε να είμαστε σε θέση να πολεμάμε σε κάθε κατάσταση.

Wolfi Landstreicher