Ο αυτοκαταστροφικός πόλεμος ενάντια στα βακτήρια και τους ιούς – Maximo Sandín

Κι ένα κείμενο “εκτός ύλης”. Για έναν ευρύτερο πόλεμο που μαίνεται καθώς το κεφάλαιο αποικιοποιεί τη ζωή.

Ο Maximo Sandín είναι καθηγητής βιολογίας στο αυτόνομο πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμφωνα με τον οποίο η φύση είναι ένα ενιαίο και σύνθετο πλέγμα συστημάτων σε ισορροπία, κι όχι σε ανταγωνισμό, όπως δέχεται σα δεδομένο η δαρβινιστικής προέλευσης θέση πως τα βακτήρια και οι ιοί είναι ανταγωνιστικοί οργανισμοί που δεν μπορεί παρά να προκαλούν ασθένειες. Αντίθετα, τα βλεπει ως αδιαχώριστο συστατικό των έμβιων διεργασιών, η πιθανή και μειοψηφική σε σχέση με τον συνολικό τους αριθμό παθογόνος δραστηριότητά τους, σχετίζεται περισσότερο με την μεταφορά γονιδίων ως αντίδραση σε εξωτερικές απειλές. Εγείρει επίσης το ερώτημα του κατά πόσο η τεχνητή εισαγωγή εξασθενημένων μικροβίων στο σώμα, ή μέρους αυτών -μέσω του εμβολιασμού- διαταράσσει τους φυσικούς μηχανισμούς ισορροπίας με το περιβάλλον.

Ο Sandín είναι σήμερα απ’ τους λίγους επιστήμονες που στέκονται κριτικά απέναντι στον δαρβινισμό (την επιστημονική θεωρία του πολέμου όλων εναντίον όλων, που ας σημειωθεί ότι αναπτύχθηκε στις αγγλοσαξονικές χώρες όπου κυριαρχούσε ήδη η καλβινιστική αντίληψη του ανθρώπου ως εκ φύσεως εγωιστικού όντος, που αυτός ο εγωισμός του δεν μπορεί παρά να καθοδηγηθεί κάπως προς το κοινό καλό, εγχείρημα που στην πολιτική οικονομία θα εκφράσει λίγο νωρίτερα ο Άνταμ Σμιθ).

Θεωρεί λοιπόν τον δαρβινισμό επιστημονική έκφραση του καπιταλισμού, της θεωρίας της “ελεύθερης αγοράς”. Αντίθετα με την πλειοψηφία των συναδέλφων του, δε θεωρεί τη φύση ως πεδίο ανταγωνισμού για την επιβίωση του ικανότερου, αλλά κάνει λόγο για ανάγκη επινοητικής συνεργασίας με τη φύση. Απορρίπτει την απλουστευτική οπτική των μικροβίων, των ιών, των βακτηρίων ως “αόρατων εχθρών”, αλλά αντίθετα περιγράφει τα μικρόβια ως δομικές μονάδες της ζωής, που είναι ικανά να οδηγήσουν στην αυτοκαταστροφή της, εάν συνεχίσουμε να τα καταπολεμάμε με κάθε κόστος. Οι τελευταίες ανακαλύψεις για τους ιικούς μηχανισμούς μεταφοράς γενετικού υλικού, καθώς και η ανακάλυψη ιικών γεν. αλληλουχιών σε ζωϊκό και φυτικό γονιδίωμα δείχνει με σαφήνεια πως οι ιοί έχουν παίξει και παίζουν έναν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη, ως πηγή γενετικής ποικιλομορφίας.

Περισσότερα (στα ισπανικά): http://www.somosbacteriasyvirus.com/index.html

Ο αυτοκαταστροφικός πόλεμος ενάντια στα βακτήρια και τους ιούς
του Maximo Sandín

Ο διαρκής πόλεμος ενάντια στις βιολογικές οντότητες που οικοδομούν, ρυθμίζουν και διατηρούν τη ζωή στον πλανήτη μας είναι το πιο σοβαρό σύμπτωμα, ενός παρανοϊκού πολιτισμού που κλείνει τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα της ξέφρενης πορείας προς την ίδια την αυτοκαταστροφή του.

Τα δυο θεμελιώδη έργα που συνιστούν τη θεωρητική και φιλοσοφική βάση του σύγχρονου δυτικού τρόπου σκέψης, αντίληψης της πραγματικότητας, της κοινωνίας και της ζωής, αποφασιστικής σημασίας για τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους αλλά και με τη Φύση, είναι “Ο Πλούτος των Εθνών” του Άνταμ Σμιθ και το έργο του Καρόλου Δαρβίνου “Για την καταγωγή των ειδών μέσω της φυσικής επιλογής ή διατήρησης των ευνοούμενων φυλών στον αγώνα για ζωή”. Η αντίληψη της φύσης και της κοινωνίας ως πεδίο μάχης στο οποίο αφηρημένες δυνάμεις, η φυσική επιλογή και το αόρατο χέρι της αγοράς καθορίζουν την μοίρα των “ανταγωνιστών”, έχει καταλήξει σε μια υποβάθμιση όχι μόνον των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά επίσης αυτών του ανθρώπου με τη φύση, άνευ προηγουμένου στην ιστορία μας που ωθεί την ανθρωπότητα στο χείλος της καταστροφής. Το χάσμα μεταξύ χωρών που είχαν αποικιοποιηθεί και των Ευρωπαϊκών χωρών που τις είχαν αποικίσει αυξάνεται, δεκάδες διαρκείς πόλεμοι (οι οποίοι είναι αποτέλεσμα οικονομικών συμφερόντων που μένουν στο σκοτάδι), η ασταμάτητη καταστροφή του θαλάσσιου και του χερσαίου περιβάλλοντος… δεν μπορούν παρά να οδηγούν την ανθρωπότητα σ’ ένα αδιέξοδο.

Η τεράστια φαρμακευτική βιομηχανία πρέπει να θεωρηθεί, όσον αφορά αυτήν την καταστροφική διαδικασία, ένας καθαρός πολλαπλασιαστής στην εφαρμογή αυτών των αρχών και των καταστροφικών συνεπειών τους. Ο ανθρώπινος οργανισμός και η υγεία γίνονται αντιληπτά ως μια νέα αγορά, ένα πεδίο επιχειρηματικότητας. Αυτός ο παράγοντας, παράλληλα με την αναγωγική και ανταγωνιστική αντίληψη των φυσικών φαινομένων, έχει οδηγήσει σε μια διαστροφή της λειτουργίας που υποτίθεται ότι έχει αναλάβει, και που θα μπορούσε να συστήσει ένα επιπρόσθετο μέσο εκπυρσοκρότησης της καταστροφής. Ένα τραγικά διδακτικό παράδειγμα των κινδύνων που ελοχεύουν σ’ αυτήν την αντίληψη είναι η ανησυχητική αύξηση της αντίστασης των βακτηρίων στα αντιβιωτικά, κάτι που ίσως αποτελέσει μια σοβαρή απειλή για τον πληθυσμό παγκόσμια, αφήνοντάς τον δίχως άμυνες απέναντι σε λοιμώξεις (Alekshun M. N. και Levy S. B., 2007). Η ρίζα αυτού του προβλήματος μπορεί να εντοπιστεί στις προαναφερθείσες αντιλήψεις, όπως σκιαγραφούνται απ’ την μαζική κατάχρηση αντιβιωτικών για την καταπολέμηση του παραμικρού συμπτώματος, καθώς κι απ’ την εκτεταμένη χρήση τους σε εμπορικές δραστηριότητες, όπως για τη γρήγορη πάχυνση των βοοειδών, και το προφανές κερδοσκοπικό κίνητρό τους, αλλά γενικά, απ’ την αντίληψη των βακτηρίων ως παθογόνους “ανταγωνιστές” που πρέπει να εξαλειφθούν.

Αυτή η αντίληψη θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του καινοφανούς τρόπου που τα βακτήρια ανακαλύφθηκαν. Το γεγονός ότι η είσοδός τους στο προσκήνιο έγινε χάρις στην παθογόνο όψη τους, συνδεδεμένη με τη Δαρβινιστική αντίληψη της φύσης για την οποία ο ανταγωνισμός είναι η γέφυρα που ξεπερνά τα χάσματα μεταξύ όλων των στοιχείων της, σημάδεψε για πάντα τους μικροοργανισμούς που παράγουν ασθένειες και που κατ’ επέκτασιν, έπρεπε να εξοντωθούν. Ωστόσο, πρόσφατες ανακαλύψεις για τον πραγματικό χαρακτήρα και την ουσιώδη λειτουργία τους στη ζωή του πλανήτη μας, έχουν μετασχηματίσει ριζικά τις παλιές ιδέες. Τα βακτήρια έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στην εμφάνιση της ζωής στη Γη, δημιουργώντας μια κατάλληλη ατμόσφαιρα για τη ζωή όπως τη ξέρουμε σήμερα, μέσω της φωτοσυνθετικής διαδικασίας (Margulis y Sagan, 1995). Ευθύνονται επίσης για την ίδια τη ζωή: τα κύτταρα που συνθέτουν κάθε οργανισμό, σχηματίζονται από διάφορα είδη βακτηριακών ενώσεων, γενετικές αλληλουχίες των οποίων μπορούν να εντοπιστούν στους σημερινούς οργανισμούς (Gupta, 2000). Σήμερα, αποτελούν το κύριο στοιχείο της εναέριας, θαλάσσιας και χθόνιας τροφικής αλυσίδας (Howard κ.α., 2006) και παίζουν θεμελιώδη ρόλο στην υποστήριξη της ζωής: “Καθαρίζουν το νερό, το αποτοξινούν από βλαβερές ουσίες κι ανακυκλώνουν τα απόβλητα προϊόντα. Αποκαθιστούν το διοξίδιο του άνθρακα στον αέρα και καθιστούν το άζωτο της ατμόσφαιρας διαθέσιμο στα φυτά. Χωρίς αυτά, οι ήπειροι θα ήταν έρημοι, αναπτύσσοντας το πολύ λειχήνες, και μάλιστα ελάχιστες (Gewin, 2006), ακόμα και μέσα ή έξω από οργανισμούς (στους ανθρώπους ο αριθμός τους είναι δέκα φορές μεγαλύτερος απ’ τα κύτταρα απ’ τα οποία αποτελούνται αυτοί). Οι περισσότεροι απ’ τους μικροοργανισμούς αυτούς παραμένουν άγνωστοι, και η συνολική βιομάζα τους έχει υπολογιστεί περισσότερη απ’ ολόκληρη τη φυτική βιομάζα της γης. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν τον μειοψηφικό παθογενή χαρακτήρα τους, που ως επί το πλείστον οφείλεται σε μεταλλάξεις της φυσικής λειτουργίας τους που προκαλούνται από κάποιου είδους περιβαλλοντικής απειλής στην οποία αντιδρούν μεταλάσσοντας αυτό που λέμε “παθογενείς νησίδες” ( Brzuszkiewicz κ.α., 2006), μια αντίδραση που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια εντατική αναπαραγωγή προκειμένου να αντιμετωπιστεί η περιβαλλοντική απειλή. Στην πραγματικότητα, έχει αποδειχτεί ότι τα αντιβιωτικά στην πραγματικότητα δε συνιστούν αντιβακτηριακά “όπλα” αλλά σήματα επικοινωνίας που, σε φυσιολογικές συνθήκες, χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, για τον έλεγχο του πληθυσμού τους. “Τα όσα γνωρίζουν οι ερευνητές για τα μικρόβια που παράγουν αντιβιωτικά προέρχονται κυρίως από την μελέτη τους σε υψηλούς αριθμούς ως καθαρές καλλιέργιες σε τεχνητές εργαστηριακές συνθήκες σε αντίθεση με τους αριθμούς και την ποικιλότητα με την οποία βρίσκονται φυσιολογικά στο χώμα” (Mlot, 2009). Παρολαυτά τα πραγματικά δεδομένα, αποδεικνύεται πως η φαρμακευτική βιομηχανία συνεχίζει να αναζητά “νέα όπλα” για να καταπολεμήσει τα βακτήρια (Pearson, 2006).

Οι ιοί ακολούθησαν την ίδια πορεία με τα βακτήρια, με κάποια καθυστέρηση λόγω του ότι η ανακάλυψή τους άργησε να γίνει, εξ αιτίας του μικρού μεγέθους τους. Απ’ τη στιγμή της πρώτης ανακάλυψης απ’ τον Stanley του Ιού του μωσαϊκού του καπνού (TMV), συμπεριλήφθηκαν -λογικά, σύμφωνα με μια ανταγωνιστική με τη φύση αντίληψη- στη λίστα των “εχθρών προς εξολόθρευση”. Είναι φανερό ότι κάποιοι απ’ αυτούς προκαλούν ασθένειες, ορισμένοι τους μάλιστα τρομερές, όμως η προέλευση αυτών δεν οφείλεται άραγε σε μια διαδικασία παρόμοια μ’ αυτήν που μοιάζει να ‘ναι βέβαια στα βακτήρια; Ας δούμε τα πιο πρόσφατα στοιχεία σχετικά μ’ αυτήν την άποψη: Ο αριθμός των ιών στη Γη υπολογίζεται στις εικοσιπέντε φορές μεγαλύτερος αυτού των βακτηρίων. Η εμφάνισή τους στη Γη ήταν ταυτόχρονη με των βακτηρίων (Woese, 2002) και το μερίδιο των χαρακτηριστικών ευκαρυωτικού κυττάρου που απουσιάζουν απ’ τα βακτήρια (αγγελιαφόρο RNA, γραμμικά χρωμοσώματα και διαχωρισμός της μεταγραφής απ’ την μετάφραση του γενετικού υλικού) έχει βρεθεί να έχει ιική καταγωγή (Bell, 2001). Η δραστηριότητα των ιών σε θαλάσσια και χερσαία περιβάλλοντα άλλωστε (Williamson, K. E., Wommack, K. E. και Radosevich, M., 2003; Suttle, C. A., 2005), είναι όπως και των βακτηρίων, θεμελιώδης. Στο έδαφος, λειτουργούν ως στοιχεία επικοινωνίας μεταξύ των βακτηρίων, μέσω οριζόντιας γενετικής μεταφοράς (Ben Jacob, E. κ.α., 2005). Στη θάλασσα, αναλαμβάνουν πραγματικά αξιοσημείωτες δραστηριότητες όπως οι εξής: στην επιφάνεια του νερού υπάρχουν περί τα 10 δισεκατομμύρια (κατά μέσο όρο) είδη ιών ανά λίτρο. Η πυκνότητά τους εξαρτάται απ’ τον πλούτο του νερού σε θρεπτικά συστατικά κι απ’ το βάθος, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν σε τεράστιες ποσότητες ακόμα και στις υδάτινες αβύσσους. Ο οικολογικός τους ρόλος συνίσταται στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών ειδών που συνθέτουν το θαλάσσιο πλαγκτόν (και κατά συνέπεια, το υπόλοιπο της τροφικής αλυσίδας) και των διαφορετικών ειδών βακτηρίων, καταστρέφοντάς τα όταν ο αριθμός τους εξέχει. Καθώς οι ιοί είναι άβιοι, και εξαπλώνονται παθητικά, όταν οι ειδικοί “ξενιστές” τους είναι σε αφθονία, οι ιοί είναι πιο επιρρεπείς στο να τους προσβάλουν. Έτσι, αποτρέπουν την υπερσυσσώρευση βακτηρίων και άλγης, των οποίων η τεράστια αναπαραγωγική δυνατότητα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές οικολογικές ανισορροπίες, καταφέρνοντας να καλύψουν τεράστιες θαλάσσιες επιφάνειες. Την ίδια στιγμή, η οργανική ύλη που απελευθερώνεται με την καταστροφή των ξενιστών τους, εμπλουτίζει το νερό με θρεπτικά συστατικά. Ο βιοχημικός τους ρόλος είναι τέτοιος που, τα θειούχα παράγωγα που παράγονται απ’ τη δραστηριότητά τους συνεισφέρουν… στην πυρήνωση των συννέφων (στμ. τη ρευστοποίηση των σταγόνων που φέρνει τη βροχή)! Την ίδια στιγμή, οι ιοί ελέγχονται απ’ το ηλιακό φως (κυριώτερα την υπεριώδη ακτινοβολία) που τους βλάπτουν, και η ένταση των οποίων εξαρτάται απ’ το θαλάσσιο βάθος και την επιφανειακή πυκνότητα της οργανικής ύλης, κι έτσι ολόκληρο το σύστημα αυτο-ρυθμίζεται (Fuhrman, 1999).

Πάνω απ’ το 80% των γενετικών αλληλουχιών των ιών και των βακτηρίων δεν απαντούν σε κανέναν ζωικό είτε φυτικό οργανισμό (Villareal, 2004). Σύμφωνα με τη δραστηριότητά τους στους οργανισμούς, τα δεδομένα που ανακαλύπτονται τους καθιστούν θεμελιώδη στοιχεία για την οικοδόμηση της ζωής. Εκτός των ευκαρυωτικών χαρακτηριστικών που απουσιάζουν απ’ τα βακτήρια και η προέλευσή τους έχει εντοπιστεί στους ιούς, είναι ακόμη πιο σημαντικό το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία του ζωικού και φυτικού γονιδιώματος συνίσταται από ενδογενείς ιούς που εκφράζεται ως συστατικό στοιχείο αυτών (Britten, R.J., 2004) καθώς και κινητά στοιχεία και επαναλαμβανόμενες αλληλουχίες, τόσο ιικής προέλευσης, που έχουν λανθασμένα θεωρηθεί “γενετική σκόνη” (dust DNA) χάρις στην “επιστημονική συνεισφορά” του Richard Dawkins με το ολέθριο βιβλίο του “Το Εγωιστικό Γονίδιο”-“The Selfish Gene”, Sandín, M., 2001; Von Sternberg, R., 2002). Με τις συνεισφορές αυτές, τα θεμελιώδη ομοιωτικά γονίδια (στμ. γονίδια που καθορίζουν άμεσα ή έμμεσα τον σχηματισμό των μελών ενός οργανισμού), υπεύθυνα ήδη απ’ την εμβρυική ανάπτυξη, των οποίων η πληθώρα στα χρωμοσώματα όπως επαναλαμβάνεται συχνά, είναι αποκαλυπτική μιας συγκεκριμένης προέλευσης ρετροτρανσποζονίων (ικανών να διευρυνθούν με τη βοήθεια του γονιδιώματος, η οποία με τη σειρά της προέρχεται απ’ τους ρετροϊούς (Wagner, G.P. κ.α., 2003, García-Fernández, J., 2005). Μια απ’ τις πιο εντυπωσιακές λειτουργίες τους είναι η ανάπτυξη από ενδογενείς ιούς W, ο σκοπός της οποίας συνίσταται στην κατασκευή πλακούντα, της λεγόμενης “συγκυτιο-τροφοβλαστικής” σύντηξης, και της μητρικής ανοσοκαταστολής στη διάρκεια της εγγυμοσύνης (Venables κ.α., 1998, Harris, 1998; Mi κ.α., 2000, Muir κ.α., 2004). Όμως το πλήθος, όχι απλώς των γονιδίων αλλά και των απολύτως αναγκαίων πρωτεϊνών από τους ευκαρυωτικούς οργανισμούς (και ειδικά τους πολυκύτταρους) που απουσιάζουν απ’ τα βακτήρια και προσλαμβάνονται απ’ τους ιούς είναι αμέτρητο (Adams και Cory, 1998, Barry και McFadden, 1999; Markine-Goriaynoff κ.α., 2004, Gabus κ.α., 2001, Medstrand και Mag, 1998, Jamain κ.α., 2001), αν και συνήθως οι ίδιοι ερευνητές ακολουθούν μια δαρβινιστική ερμηνεία, θεωρώντας πως όλα αυτά προκύπτουν “αινιγματικά” ή “τυχαία” στους ευκαρυωτικούς οργανισμούς και προσλαμβάνονται απ’ τους ιούς στη συνέχεια (Hughes & Friedman, 2003). Οι ιοί λοιπόν κατηγορούνται για υπεξαίρεση, σαμποτάζ ή αντιγραφή (Markine-Goriaynoff κ.α., 2004) χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν ότι οι ιοί σε ελεύθερη κατάσταση είναι απολύτως άβιοι, και ότι είναι το κύτταρο που χρησιμοποιεί και ενεργοποιεί τα συστατικά των ιών (Cohen, 2008). Γι αυτόν τον λόγο, οι κατηγορίες που συνηθίζονταν να απευθύνονται στους ιούς που “μεταλλάσσονται προκειμένου να διεισδύσουν στις άμυνες του ξενιστή”, αποδεικνύονται αστειότητες. Οι μεταλλάξεις παράγονται στη διάρκεια των διαδικασιών ενσωμάτωσης στο DNA καθώς η ιική ρετρομεταγραφάση δεν είναι ικανή να διορθώσει τα “αντιγραφικά σφάλματα”.

Για να συνοψίσουμε, και ανεξάρτητα απ’ την ανικανότητα κατανόησης των σημαντικών λειτουργιών των ιών στις διαδικασίες της εξέλιξης και της ζωής, που ενθαρρύνεται απ’ τις αναγωγικές κι ανταγωνιστικές καταπιεστικές αντιλήψεις των κυρίαρχων ιδεών στη Βιολογία, τα διαθέσιμα δεδομένα από τις γονιδιακές αλληλουχίες μιλούν. Μεταξύ 90.000 και 300.000 αλληλουχιών που προκύπτουν από ιούς έχουν ταυτιστεί στο ανθρώπινο γονιδίωμα. Το ευρύ φάσμα των αριθμών οφείλεται στην εξάρτησή τους απ’ το αν εξετάζουμε τις ολόκληρες ή καί τις μερικές αλληλουχίες που έχουν βρεθεί. Με άλλα λόγια, βρίσκονται επίσης εντός μας, και μεταφέρουν αναπόσπαστες λειτουργίες της ζωής. Όμως είναι επίσης γνωστό ότι οι ενδογενείς ιοί μπορούν να ενεργοποιηθούν και να μετατραπούν σε κακοήθεις εξαιτίας περιβαλλοντικών απειλών (Ter-Grigorov, κ.α., 1997, Gaunt, Ch. kai Tracy, S., 1995).

Έτσι, σε πείσμα της κυρίαρχης αντίληψης για τη φύση, που μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία γι αυτούς που εύχονται την επικράτησή της, απεικονίζοντάς την σαν ένα αισχρό πεδίο μάχης γεμάτο “ανταγωνιστές” που πρέπει να εξαλειφθούν, η πραγματικότητα αντίθετα, αναδεικνύει μια πραγματική πολυμορφία της φύσης, στην οποία όλα τα στοιχεία της είναι αλληλένδετα και αναπόσπαστα για τη διατήρηση της ζωής. Αυτές είναι οι φυσικές συνθήκες απ’ τις οποίες αποδρούμε, σ’ έναν βαθμό εξαιτίας αυτής της αναγωγικής και ανταγωνιστικής αντίληψης για το φαινόμενο της ζωής, που οδηγεί την διαταραγμένη φυσική ισορροπία σε έναν πραγματικό πόλεμο απ’ τον οποίο κινδυνεύουμε να χάσουμε τα πάντα.

Αυτό το επικίνδυνο βήμα απ’ την βακτηριακή αντίσταση στα αντιβιωτικά μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο σαφής απόδειξη της υπαγωγής της φύσης στην αρμοδιότητα της εισβάλουσας αγοράς. Υπάρχει όμως κι άλλη μια συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς που θα μπορούσε να διαλευκάνει λίγο το που θα μπορούσαμε να φτάσουμε εάν συνεχίσουμε σ’ αυτόν τον δρόμο: Απ’ το 1992 μέχρι το 1999, ο δημοσιογράφος Edward Hooper ερεύνησε τα ίχνη της εμφάνισης του Aids σ’ ένα εργαστήριο στο Stanleyville του -Βελγικού, εκείνη την εποχή, Κονγκό, όπου μια επιστημονική ομάδα υπό τη διεύθυνση του Δρ. Hilary Koprowski, παρήγαγε ένα εμβόλιο ενάντια στην νόσο της πολιομυελίτιδας χρησιμοποιώντας ως υπόστρωμα νεφρά χιμπατζήδων και μακάκων. Τα πειράματα των ενεργών εμβολίων έλαβαν χώρα μεταξύ 1957 και 1960, μέσω μιας αρκετά κοινής μεθόδου “τον καιρό εκείνο”: τον μαζικό εμβολιασμό άνω του ενός εκατομμυρίου παιδιών στις αποικίες της περιοχής. Παιδιών των οποίων οι συνθήκες ζωής (και κατ’ επέκταση η υγεία) δεν ήταν βέβαια οι πιο κατάλληλες. Σε μια ομιλία όπου ο δημοσιογράφος εξέθεσε τα δεδομένα του, ο Hooper λυντσαρίστηκε δημόσια από μια επιστημονική επιτροπή που απέρριπτε κάθετα κάθε τέτοιο συσχετισμό, ωστόσο κάθε εμβολιακό δείγμα μπορεί να βρεθεί. Φαίνεται κατανοητό πως οι επιστήμονες δε θέλουν ούτε να διανοούνται μια τέτοια πιθανότητα. Έκτοτε, σοβαρές μελέτες έχουν δημοσιευτεί συσχετίζοντας την προέλευση του Aids με τις αφρικανικές αγορές όπου πωλούταν την εποχή εκείνη “κρέας” πιθήκων, ή, πιο πρόσφατα, “αναβάλλοντας” την εμφάνισή του μέχρι τον 19ο αιώνα όπου ένα υποτιθέμενο “μοριακό ρολόι” βασισμένο στις ιικές γενετικές αλληλουχίες ανέλαβε δράση. Ούτε ο Hooper ούτε ο Koprowski γνώριζαν ότι όλα τα θηλαστικά περιλαμβάνουν ενδογενείς ιούς που εκφράζονται στα λεμφοκύτταρα και που είναι υπεύθυνοι για την μητρική ανοσοκαταστολή κατά τη διάρκεια της εγγυμοσύνης. Σήμερα, η Koprowski είναι μεταξύ των επιστημόνων που έχουν τις περισσότερες επιστημονικές πατέντες στο όνομά τους.

Τα όρια μεταξύ των ειδών είναι ένα φυσικό εμπόδιο αποτρέποντας το πέρασμα των ιών απ’ το ένα είδος στο άλλο. Απαιτούνται ορισμένες ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες προκειμένου να συμβεί αυτό. Όλα αυτά θέτουν σε κριτικό φως πολλές ευρέως αποδεκτές έννοιες, τις οποίες όμως, καθώς επαγγελματικά απέχω απ’ το πεδίο της ιατρικής, θα τολμήσω να θέσω στους ειδικούς υπό μορφήν ερωτημάτων, ώστε να ερευνήσουν αυτοί την ισχύ τους.

Αν θεωρείται ότι οι γενετικές αλληλουχίες των ενδογενών ιών και τα παράγωγά τους συμμετέχουν στις διαδικασίες της εμβρυακής ανάπτυξης (Prabhakar κ.α., 2008), αν εκφράζονται σε όλους τους ιστούς και σε πάρα πολλές μεταβολικές διαδικασίες (Sen και Steiner, 2004), σε ανοσολογικές διαδικασίες (Medstrand και Mag, 1998), ποιά είναι η πραγματική σχέση μεταξύ ιών και καρκίνου ή και “αυτοανοσοποιητικών” ασθενειών; Είναι η αιτία ή αποτέλεσμά τους; Με άλλα λόγια, υπάρχει επιδημία καρκίνου ή αρθρίτιδας ή είναι οι προσβεβλημένοι ιστοί αυτοί που εκπέμπουν ιογενή σωματίδια;(Seifarth et al., 1995);

Αν θεωρήσουμε ότι η ανοσία είναι ένα φυσικό φαινόμενο το οποίο έχει τις δικές του διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίσει την ισορροπία με τους μικροοργανισμούς του περιβάλλοντος (εντός κι εκτός του οργανισμού), η τεχνητή εισαγωγή εξασθενημένων μικροοργανισμών (ή στελεχών αυτών) στο κυκλοφορικό σύστημα, παρακάμπτοντας την πρώτη ανοσοποιητική αντίδραση, θα μπορούσε ή όχι να παράγει μια διαστροφή των φυσικών μηχανισμών περιλαμβάνοντας μια πιθανή εξασθένιση του ανοσοποιητικού συστήματος η οποία θα μπορούσε να ευνοήσει μια κατοπινή ευαισθησία σε διαφορετικές ασθένειες;

Και, τελικά, αν θεωρήσουμε ότι η ύπαρξη στη φύση “ανασυνδυασμένων ιών” από δυο διαφορετικά είδη είναι τόσο αλλόκοτη που πιθανώς να μην υφίσταται καν, λόγω της ακραίας εξειδίκευσης των ιών, από πού προέρχονται αυτοί οι περίεργοι ιοί με αλληλουχίες από χοίρους, πτηνά και ανθρώπους;

Στην υποθετική περίπτωση που τα πραγματικά συμφέροντα της φαρμακευτικής βιομηχανίας ήταν το οικονομικό κέρδος, η ασθένεια θα γινόταν απλά μια επιχείρηση, όμως τα εμβόλια θα γινόντουσαν, πέραν πάσης αμφιβολίας, η καλύτερη επιχείρηση. Στη διατριβή αυτή, δείξαμε το βαθμό στον οποίο οι δυο βασικές βιομηχανίες, που μαζί με τη φαρμακευτική, συναποτελούν τις αγορές που “παράγουν” το περισσότερο χρήμα στον κόσμο: η πετρελαϊκή και η βιομηχανία όπλων. Θα ήταν ένα δυνατό σοκ για τους πολίτες (πεπεισμένοι καθώς είναι πως βρίσκονται “σε καλά χέρια”) να μάθουν ότι η βιομηχανία της υγείας, που φαινομενικά έχει στόχο να περιθάλπει την υγεία των πολιτών, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια ακόμα μηχανή υπερσυσσώρευσης χρήματος ικανή να πάρει μέρος στις σκοτεινές δολοπλοκίες των δυο άλλων συναγωνιστών της, όπως για παράδειγμα, στον έλεγχο και τη χειραγώγηση διεθνών οργανισμών ώστε να φωτογραφίζονται χαμογελαστοί για τα συμφέροντά της.

Η αντίληψη της φύσης που βασίζεται στα οικονομικά και κοινωνικά μοτίβα με την τυχαιότητα ως πηγή της ποικιλομορφίας (οι “ευκαιρίες”) και τον ανταγωνισμό ως την μηχανή της εξέλιξης (η “πρόοδος”) θέτει την αναγκαιότητα των “ανταγωνιστών” (φανταστικών είτε επιβεβλημένων από μας τους ίδιους) και ζημιώνει σοβαρά τη φυσική ισορροπία που συνδέει όλες τις έμβιες οντότητες. Όμως η φύση έχει τους δικούς της κανόνες, όπου τα πάντα, ακόμα και ο πιο ταπεινός μικροοργανισμός, και το πιο μικρό μόριο, συμπεριλαμβάνονται στη διατήρηση και ρύθμιση της ζωής στη Γη, κι έχουν μια τεράστια ικανότητα ανάνηψης, απέναντι και στις χειρότερες περιβαλλοντικές καταστροφές. Η διαρκής επίθεση στα θεμελιώδη στοιχεία αυτής της ρύθμισης, η επίθεση στο “δίχτυ της ζωής”, θα έχει συνέπειες τις οποίες, λυπάμαι που το λέω, θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε μόνον όταν η φύση αποκαταστήσει ξανά την ισορροπία της.

Μετάφραση απ’ τα ισπανικά στα αγγλικά: Laura Medialdea Marcos

Αναφορές:

ADAMS, J.M. & CORY, S. 1998. The Bcl-2 protein family: arbiters of cell survival. Science, 28: 1322-1326.

ALEKSHUN M. N. and LEVY S. B. 2007. Molecular Mechanisms of Antibacterial Multidrug Resistance. Cell, doi:10.1016/j.cell.2007.03.004

BARRY, M. & McFadden, G. 1998. Apoptosis regulators from DNA viruses. Current Opinion Immunology 10: 422-430.

BELL, P. J. 2001. Viral eukaryogenesis: was the ancestor of the nucleus a complex DNA virus? Journal of Molecular Evolution 53(3): 251-256.

BEN JACOB, E, AHARONOV, Y. AND ASPIRA, Y. (2005). Bacteria harnessing complexity. Biofilms.1, 239- 263

BRITTEN, R. J. (2004). Coding sequences of functioning human genes derived entirely from mobile element sequences PNAS vol. 101 no. 48, 16825-16830.

BRZUSZKIEWICZ, E. et al., 2006. How to become a uropathogen: Comparative genomic analysis of extraintestinal pathogenic Escherichia coli strains. PNAS, vol. 103 no. 34 12879-12884

COHEN, J. (2008) HIV Gets By With a Lot of Help From Human Host. Science, Vol. 319. no. 5860, pp. 143 – 144

DAWKINS, R. 1993 : El gen egoísta. Biblioteca Científica Salvat.

FUHRMAN, J. A. 1999. Marine viruses and their biogeochemical and ecological effects. Nature,399:541-548.

GABUS, C., AUXILIEN, S., PECHOUX, C., DORMONT, D., SWIETNICKI, W., MORILLAS, M., SUREWICZ, W., NANDI, P. & DARLIX, J.L. 2001. The prion protein has DNA strand transfer properties similar to retroviral nucleocapsid protein. Journal of Molecular Biology 307 (4): 1011-1021.

GARCIA-FERNÀNDEZ, J. (2005). The genesis and evolution of homeobox gene clusters. Nature Reviews Genetics Volume 6, 881-892.

GAUNT, Ch. y TRACY, S. 1995. Deficient diet evokes nasty heart virus. Nature Medicine, 1 (5): 405-406.

GEWIN, V. 2006. Genomics: Discovery in the dirt. Nature .Published online: 25 January 2006; | doi:10.1038/439384a

GUPTA, R. S. 2000. The natural evolutionary relationships among prokaryotes.Crit. Rev. Microbiol. 26: 111-131.

HARRIS, J.R. 1998. Placental endogenous retrovirus (ERV): Structural, functional and evolutionary significance. BioEssays 20: 307-316.

HOWARD, E. C. et al., 2006. Bacterial Taxa That Limit Sulfur Flux from the Ocean. Science, Vol. 314. no. 5799, pp. 649 – 652.

HUGHES, A.L. & FRIEDMAN, R. 2003. Genome-Wide Survey for Genes Horizontaly Transferred from Cellular Organisms to Baculoviruses. Molecular Biology and Evolution 20 (6): 979-987.

JAMAIN, S., GIRONDOT, M., LEROY, P., CLERGUE, M., QUACH, H., FELLOUS, M. & BOURGERON, T. 2001. Transduction of the human gene FAM8A1 by endogenous retrovirus during primate evolution. Genomics 78: 38-45.

LAMBAIS, M. R. et al., 2006. Bacterial Diversity in Tree Canopies of the Atlantic Forest Science, Vol. 312. no. 5782, p. 1917

MARGULIS, L. y SAGAN, D. 1995. What is life?. Simon & Schuster. New York, London.

MARKINE-GORIAYNOFF, N. & al. 2004. Glycosiltransferases encoded by viruses. Journal of General Virology 85: 2741-2754.

MEDSTRAND, P. & MAG, D.L. 1998. Human-Specific Integrations of the HERV-K Endogenous Retrovirus Family. Journal of Virology 72 (12): 9782-9787.

MI, S., XINHUA LEE, XIANG-PING LI, GEERTRUIDA M. VELDMAN, HEATHER FINNERTY, LISA RACIE, EDWARD LAVALLIE, XIANG-YANG TANG, PHILIPPE EDOUARD, STEVE HOWES, JAMES C. KEITH & JOHN M. MCCOY 2000. Syncitin is a captive retroviral envelope protein involved in human placental morphogenesis. Nature 403: 785-789.

MLOT, C. 2009. Antibiotics in Nature: Beyond Biological Warfare. Science, Vol. 324. no. 5935, pp. 1637 – 1639

MUIR, A., LEVER, A. & MOFFETT, A. 2004. “Expression and functions of human endogenous retrovirus in the placenta: an update. Placenta 25 (A): 16-25.

PEARSON, H. 2006. Antibiotic faces uncertain future. Nature, Vol 441, 18, 260-261.

PRABHAKAR, S. AND VISEL, A. (2008). Human-Specific Gain of Function in a Developmental Enhancer. Science Vol. 321. no. 5894, pp. 1346 – 1350

SANDÍN, M. 2001. Las “sorpresas” del genoma. Bol. R. Soc. Hist. Nat. (Sec. Biol.), 96 (3-4), 345-352.

SEIFARTH, W. et al., 1995. Retrovirus-like particles released from the human breast cancer cell line T47-D display type B- and C- related endogenous viral sequences. J. Virol. Vol 69 Nº 10.

SEN, CH-H. & STEINER, L.A. 2004. Genome Structure and Thymic Expression of an Endogenous Retrovirus in Zebrafish. Journal of Virology 78 (2): 899-911.

SUTTLE, C. A. (2005). Viruses in the sea. Nature 437, 356-361

TER-GRIGOROV, S.V., et al., 1997. A new transmissible AIDS-like disease in mice induced by alloinmune stimuli. Nature Medicine, 3 (1): 37-41.

THE GENOME SEQUENCING CONSORTIUM 2001. Initial sequencing and analysis of the human genome. Nature.409, 860-921.

VENABLES, P. J. 1995. Abundance of an endogenous retroviral envelope protein in placental trophoblast suggests a biological function. Virology 211: 589-592.

VILLARREAL, L. P. (2004). Viruses and the Evolution of Life. ASM Press, Washington.

VON STERNBERG, R. (2002). On the Roles of Repetitive DNA Elements in the context of a Unified Genomic-Epigenetic System. Annals of the New York Academy of Sciences, 981: 154-188.

WAGNER, G. P., AMEMIYA, C. AND RUDDLE, F. (2003). Hox cluster duplications and the opportunity for evolutionary novelties. PNAS vol.100 no. 25, 14603-14606

WILLIAMSON, K.E., WOMMACK, K.E. AND RADOSEVICH, M. (2003). Sampling Natural Viral Communities from Soil for Culture-Independent Analyses. Applied and Environmental Microbiology, Vol. 69, No. 11, p. 6628-6633

WOESE, C. R. (2002). On the evolution of cells. PNAS vol. 99 no. 13, 8742-8747.

ZILLIG, W. y ARNOLD, P. 1999. Tras la pista de los virus primordiales. Mundo Científico. Nº 200.