Η αμείλικτη βαρύτητα ενός γεγονότος (για της 5/5) – Από τις κόκκινες συνοικίες

Aκολουθεί ένα κείμενο ανάλυσης με αφετηρία το τραγικό γεγονός της 5ης Μάη, διακινήθηκε σε στέκια και σε κύκλους συντρόφων, δεν εκφράζει κάποια συλλογικότητα, κατατίθεται πρωτοβουλιακά στο διάλογο που εκ των πραγμάτων έχει ανοίξει ανάμεσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές… -διατίθεται και σε pdf στο αρχείο της ΑΣυνΈργιας

Η ΑΜΕΙΛΙΚΤΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ

(ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑΣ)

Παγωμάρα, μούδιασμα, αμηχανία στο πρώτο άκουσμα… Άρνηση να το δεχτείς, ανάγκη να πιαστείς από την πιθανότητα του να μην είναι παρά ένας χυδαίος καθεστωτικός/ μηντιακός χειρισμός… Εντέλει συντριβή, κατάθλιψη, εκνευρισμός μπροστά στο αναντίρρητο των γεγονότων… Συναισθηματικά περάσματα πολλών μπροστά στην τραγική κατάληξη που επιφύλασσε αυτό το μοναδικό απεργιακό συλλαλητήριο της 5ης Μάη, μπροστά στο θάνατο των τριών εργαζομένων από αναθυμιάσεις εξαιτίας του εμπρησμού του υποκαταστήματος της Marfin στη Σταδίου.

Το εξοργισμένο πλήθος των διακοσίων χιλιάδων με τις πρωτόγνωρα πλατιές συγκρουσιακές διαθέσεις και τις επανειλημμένες εφόδους προς το κοινοβούλιο, θα αποσυρόταν μια ώρα αρχύτερα από τους δρόμους βουβό και παγωμένο. Η ογκούμενη κοινωνική οργή, έστω βραχυπρόθεσμα ή περιορισμένα, θα περιβαλλόταν από ένα ακόμα πέπλο αναστολών. Και η κατασταλτική στρατηγική που προσπαθεί επίμονα και επιτακτικά τον τελευταίο χρόνο να εγκλωβίσει τη δράση των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών σε τροχιά κοινωνικής απονομιμοποίησης, περιθωριοποίησης και ποινικής εξόντωσης, θα συνδιαλεγόταν με την ιδανική της αφορμή.

Μπάτσοι, δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναρωτήθηκαν μήπως βρέθηκαν μπροστά στην ευκαιρία να αντιστρέψουν το χαρακτηρισμό που τόσο τους ταιριάζει, το χαρακτηρισμό του δολοφόνου. Αυτοί οι τιποτένιοι που θα τους λείπει πάντα το ηθικό ανάστημα και που πάντα θα φλυαρούν υποκριτικά για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Αυτοί που έχουν λερωμένα τα χέρια τους μέσα στην καθημερινότητα των αστυνομικών δολοφονιών, των βασανιστηρίων, των ξυλοδαρμών, των κάθε είδους ταπεινώσεων, αυτοί που τα οργανώνουν όλα αυτά και τα δικαιολογούν διασκεδάζοντάς τα μέσα στο σύμφυρμα των θεαματικών αναπαραστάσεων και των δημοκρατικών ψευδαισθήσεων. Αναρωτήθηκαν λοιπόν μήπως βρέθηκαν μπροστά στην ευκαιρία να εξουδετερώσουν το ηθικό έρεισμα των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών ώστε να επιχειρήσουν την τελική λύση στο σχέδιο πολιτικής εξόντωσής τους. Το ίδιο απόγευμα ο κατασταλτικός μηχανισμός τέθηκε σε επιθετική διάταξη και οι ορδές των μπάτσων επιτέθηκαν σε στέκια αγωνιστών στα Εξάρχεια. “Πρέπει να αφανίσουμε αυτούς τους τρομοκράτες της πόλης άμεσα, απόψε”, παραληρούσε ο αμίμητος δήμαρχός της.

Ωστόσο η ιδιαίτερη κρισιμότητα της εποχής, η οξυμένη ευαισθησία των κοινωνικών αισθητηρίων, οι πλατιές διεργασίες ρήξης και αντίστασης, φάνηκαν απροσπέλαστες για τη φτηνή μηντιακή υστερία και ανέκοψαν την άμεση πολιτική/ κατασταλτική εκμετάλλευση ακόμα και ενός τόσο ακραίου γεγονότος. Από τη θέση που του αντιστοιχούσε, πολύς κόσμος στάθηκε με χαρακτηριστικό ορθολογισμό και υγιή ανακλαστικά επιμένοντας στην ανάδειξη των εργοδοτικών ευθυνών του αηδιαστικού Βγενόπουλου και θεωρώντας τους νεκρούς εργαζόμενους ως τα πρώτα θύματα του ΔΝΤ. Αυτός ο κόσμος αρνήθηκε να αγνοήσει την ποιοτική σταθερά της αντιεξουσιαστικής εμπειρίας και την οργανική της σύνδεση με αυτό που γίνεται αντιληπτό ως κοινωνική αντίσταση. Γιατί το τραγικό γεγονός σχετίζεται μεν συνειρμικά όσο δεν πάει με την κατατεθειμένη αντιεξουσιαστική εμπειρία αγώνα, όπου οι κουκούλες, οι μολότωφ και οι επιθέσεις στις τράπεζες κατέχουν κεντρική θέση στα προτάγματα και τις πρακτικές της. Αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται σαφώς από αυτή, που με χρονικό βάθος δεκαετιών και πάμπολλες επιθετικές δράσεις, έχει αρνηθεί και έχει αποφύγει να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο οποιονδήποτε απλό άνθρωπο.

Επειδή όμως η τοποθέτηση κάποιου απέναντι στο γεγονός κρίνεται σε σχέση με τη θέση του, οι αναρχικοί θα χρειάζονταν να σταθούν πολύ περισσότερο γύρω από αυτό. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η ενέργεια ήταν πράξη πρακτόρων της ΕΥΠ ή ακροδεξιών. Η εύκολη καταφυγή στη συνωμοσιολογία και την προβοκατορολογία όχι μόνο δεν χρησιμεύει αλλά μάλλον ζημιώνει και την πιο στοιχειώδη ευφυΐα. Δεν μπορούσε λογικά επίσης να υπάρχει δολοφονική πρόθεση ακόμα και από τους πιο “ανεγκέφαλους” ή “κατεστραμμένους” από την πλευρά των διαδηλωτών. Αντιβαίνει σε όλα τα έως τώρα δεδομένα το να θέλει κάποιος που κατεβαίνει σε μια διαδήλωση να χρεωθεί θανάτους. Κατά μία έννοια ήταν απόρροια λάθους, τραγικό δυστύχημα. Κατά μία έννοια, γιατί δεν αρμόζει στη σοβαρότητα του γεγονότος να προσπερνιέται επιφανειακά και ελαφρά την καρδία, να μην απασχολεί και σε δεύτερο επίπεδο. Το ερώτημα οφείλει να γίνει ουσιαστικό, να προεκταθεί στο αν θα μπορούσε να μην έχει δοθεί από τους αυτουργούς της επίθεσης η απαιτούμενη προσοχή, να μην έχει υπάρξει η αγωνία και η πρόνοια να αποφευχθεί μια τέτοια εξέλιξη.

Όχι γιατί είναι γνωστές οι ακριβείς περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνέβη -όποιοι εμπλέκονται δεν φρόντισαν καν με κάποιο ανώνυμο τρόπο να τις ξεκαθαρίσουν. Αλλά γιατί εκ των πραγμάτων επανέρχεται μια συνολική συζήτηση, για το πως είναι δυνατό να υπάρχουν περιθώρια επιπολαιότητας, αδιαφορίας ή και κυνισμού -όποτε υπάρχουν- εκεί όπου θα αντιστοιχούσε η συναίσθηση των κινδύνων και της ευθύνης της κάθε πράξης. Μια συζήτηση που αναλογεί στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές, γιατί αυτοί αποτελούν εδώ και χρόνια το βασικό σημείο αναφοράς για μια σειρά μορφές επιθετικής δράσης και για τους τρόπους που διαπράττονται και νοηματοδοτούνται. Μια συζήτηση που με διάφορες αφορμές και αιτίες επανέρχεται κάθε τόσο, για να εξαντληθεί στην ανάλυση του φετιχισμού της βίας, στην αναγωγή του στις πολιτικές αντιλήψεις που ευθύνονται ή υποτίθεται ότι ευθύνονται για αυτόν και σε προτάσεις για δυνατές και αποφασιστικές περιφρουρήσεις.

Η συζήτηση αυτή δεν γίνεται να χωρέσει στη μερικότητα των αποσημειολογήσεων, ότι η σχέση για παράδειγμα των ατόμων με τη βία μπορεί να παίρνει και χαρακτήρα υπαρξιακής αυτοεκπλήρωσης ή ότι μπορεί να επικαθορίζεται από το φαντασιακό της πατριαρχίας και τα μάτσο στερεότυπα. Προφανώς και ισχύουν, πάραυτα η βία βρίσκεται στον πυρήνα των εξουσιαστικών σχέσεων, είναι η καθημερινή υλική έκφραση της ασίγαστης σύγκρουσης των αντίρροπων κοινωνικών δυνάμεων, αυτή που τελικά κρίνει την αλλαγή ή τη συντήρηση των πραγμάτων, “η μαμή της ιστορίας”. Δεν γίνεται επίσης να χωρέσει σε μια μάλλον προκατειλημμένη και κλειστή αντιπαράθεση μεταξύ διαχρονικών και αμετάλλακτων υποτίθεται αντιλήψεων, στα μαθήματα ας πούμε ενός αφαιρετικού και γι΄ αυτό εξωπραγματικού κοινωνισμού απέναντι σε λογικές που πράγματι έχουν ξεφύγει κάποτε στα όρια της αντικοινωνικής τύφλωσης και της υστερίας. Οι αντιλήψεις επιδρούν αλλά δεν προηγούνται της κίνησης της πραγματικότητας, αντίθετα υπάρχει αναγκαιότητα βαθύτερης κατανόησης των καταστάσεων που σε μια ορισμένη φάση πριμοδοτούν μια μεταφυσική της βούλησης αντί για μια διαλεκτική των πραγμάτων ή έναν εγωιστικό βολονταρισμό αντί μιας ταξικής συνείδησης. Αν η συζήτηση μπορούσε να χωρέσει σε αυτά, το πρόβλημα θα ήταν μάλλον απλό, κάποιες κουλτούρες βουτηγμένες στο κυρίαρχο και κάποιες ιδεολογικές αναφορές που ορίστε κάνουν ζημιά. Μόνο που δεν έχει βρεθεί ακόμα τρόπος οι ιδέες και οι κουλτούρες να περπατάνε χωρίς σώματα, έξω από τις υλικές τους προϋποθέσεις.

Μια τέτοια συζήτηση χρειάζεται γερές δόσεις ενδοσκόπησης και αναστοχασμού, χρειάζεται να διακινδυνεύει συνολικότερες αφηγήσεις για την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων και να διεκδικεί το ξεπέρασμα των επί της ουσίας δομικών προβλημάτων του κινήματος μέσα από το προχώρημα, την εξέλιξη των προτάσεων αγώνα εντός του. Έστω και περιορισμένα εδώ, μια κάποια διαστολή της θεματικής είναι απαραίτητη. Η μητρόπολη αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού με ορισμένες συνέπειες στη μορφή των κοινωνικών σχέσεων και τις αντιλήψεις. Μια φάση διάλυσης των προηγούμενων συνθηκών συλλογικής υποκειμενοποίησης που υπήρχαν στο πλαίσιο ενός αυστηρού και άκαμπτου καταμερισμού εργασίας και εγκαθίδρυσης νέων όρων επιβίωσης πολύ περισσότερο εντατικοποιημένων και εξατομικευμένων. Η επιβίωση για τον καθένα γίνεται μια αγχώδης μοναχική υπόθεση κοινωνικής ένταξης και υπαρξιακής ισορροπίας, μέσα σε μια διχαστική και παραληρηματική καθημερινότητα εκβιασμών και υποσχέσεων εκτεινόμενη από την απειλή της ακραίας φτώχειας στη δυνατότητα του άκρατου καταναλωτισμού, από τη σύνθλιψη της άγριας εκμετάλλευσης στην εξημέρωση της βαθιάς αλλοτρίωσης, από την ωμή βία του αποκλεισμού στην απατηλή εξασφάλιση της ενσωμάτωσης. Η μοναχική αυτή επιβίωση γίνεται το πέρασμα του καθένα σε μια γενικευμένη συνθήκη κοινωνικής αποξένωσης και νοητικής παράλησης. Με ολέθρια συνέπεια για τους καταπιεσμένους, την αποδόμηση της ταξικής τους συνείδησης και το τσάκισμα κάθε έννοιας και πραγματικότητας κοινότητας εκτός εκείνων που ορίζουν οι καπιταλιστικές ανάγκες και οι κρατικές υποδείξεις.

Η μετάβαση στο μητροπολιτικό τοπίο θα εισήγαγε τις δικές του αντιφάσεις. Όσο η αναδιάρθρωση στην παραγωγική δομή και η προέκτασή της στην εκπαιδευτική διαδικασία θα κατεύθυναν τη σταδιακή διάλυση αυτού που θα ονομάζαμε εργατική τάξη των εργοστασίων, τόσο η δυναμική της σύγκρουσης θα μετατοπιζόταν προς νέες προλεταριακές φιγούρες. Φιγούρες καταπιεσμένων που δεν θα είχαν πλέον για σημείο αναφοράς τους τις συγκεκριμένες μορφές πρόσδεσής τους στην παραγωγή που αμφισβητούνταν ούτως ή άλλως από την κινητικότητα και την ευελιξία. Φιγούρες που θα ξεπήδαγαν από τους ξεχασμένους των υπό ανάπλαση λαϊκών συνοικιών, από τους λιποτάκτες της μεσαίας κοινωνικής τους καταγωγής, από τις εξεγέρσεις των φυλακών, από τις κερκίδες των γηπέδων, από τις καταλήψεις των σχολείων, από τις ουρές των διαδηλώσεων, από τους κύκλους αργότερα των μεταναστών. Με ακρωτηριασμένη ταξική μνήμη, με συλλογικές αναφορές αν όχι ανύπαρκτες περιορισμένες σε μικρόκοσμους, αποξενωμένοι τόσο ανάμεσά τους όσο και απέναντι στο αναπαλλοτρίωτο και ολοκληρωτικό περιβάλλον της μητρόπολης, έκθετοι στην πολύμορφη καθημερινή του βία. Με έσχατο σημείο αυτοκαθορισμού τους, τη δυνατότητά τους να αντιγυρίζουν ένα ποσοστό της έντασης της βίας που εισπράττουν, τη δυνατότητά τους να εξεγείρονται, με φωνές έστω άναρθρες, με χτυπήματα σπασμωδικά, με κινήσεις απεγνωσμένες.

Αν αυτές τις τελευταίες δεκαετίες η ριζοσπαστική αντίσταση εκφράστηκε κυρίως μέσα από τη δράση των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών, είναι γιατί η ίδια η πολιτική τους συγκρότηση αποτελεί γέννημα αυτών των καιρών. Η σχέση του αντιεξουσιαστικού κινήματος με τη λεγόμενη άγρια νεολαία έχει θεωρηθεί κομβική. Και ίσως σε τίποτα να μην οφείλει περισσότερο την εξάπλωσή του, παρά στη σύνδεσή του με αυτήν ακριβώς την ακατέργαστη μητροπολιτική δυναμική της σύγκρουσης. Στη σύνδεση αυτής με έναν πολιτικό βηματισμό για την ανατροπή και με όλο τον πλούτο των χαρακτηριστικών που τον συγκρότησαν, με τις εμπειρίες που αντλήθηκαν από τις παρακαταθήκες των διάφορων επαναστατικών παραδόσεων, τους ψυχικούς δεσμούς που δημιουργήθηκαν με τις μνήμες των προηγούμενων αγώνων, τις οσμώσεις που δοκιμάστηκαν και με τις άλλες μορφές των αντιστάσεων του παρόντος. Ένας βηματισμός όπου θα έπρεπε να εφευρεθούν τα πάντα και που η εύλογη ανεπάρκεια των δοσμένων απαντήσεων σε συνάρτηση με τη δυναμική της ίδιας της μεταμόρφωσης του καπιταλισμού, θα άφηνε ευρύ το πεδίο των αναζητήσεων και των πειραματισμών. Αν βέβαια τα μονολιθικά σχήματα του τύπου “οι καπιταλιστές ενάντια στους εργάτες” ή “το κράτος ενάντια στην κοινωνία” μπορούν ελάχιστα πειστικά να περιγράφουν τη σημερινή πολυπλοκότητα του κοινωνικού-ταξικού πολέμου, το ίδιο και χειρότερα ισχύει και για τις αυτιστικές παντιέρες του τύπου “εμείς οι αναρχικοί και το κράτος” ή πιο πρόσφατα το κάτι σαν “εμείς οι ξεχωριστοί αρνητές και το καφκικό σύμπαν της διάχυτης αλλοτρίωσης”.

Οι ψευδαισθήσεις της μητροπολιτικής εποχής του μοναχικού ατόμου, συχνά ενσωματώθηκαν χωρίς ιδιαίτερη κρίση από τις κατά καιρούς αναζητήσεις. Τέτοιου είδους συμπτώματα αντικοινωνικής δεικτικότητας, αυτοαναφορικού ελιτισμού ή μιας θεολογίας της εξέγερσης έξω από τους υλικούς της όρους, συναντιούνται πλατιά και σε βάθος χρόνου μέσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές. Δεν είναι μόνο τα τυφλωμένα συνθήματα του τύπου “όσα δεν φτάνει το όπλο του μπάτσου τα φτάνει η κοινωνία”. Είναι και οι ζωόμορφοι απαξιωτικοί παραλληλισμοί για να στιγματιστεί η απάθεια. Είναι και ότι κάποιοι άλλοι -όχι αναρχικοί αλλά επιδρώντας εντός τους- επέλεξαν κάποτε να βάλουν στο επίκεντρο της ανάλυσής τους τα “μικροαστικά σκουλήκια” καταφέρνοντας να επισκιάσουν πολλά άλλα ουσιώδη. Είναι και η εξαγνισμένη εικόνα του εξεγερμένου δίπλα στις επίσης αφηρημένες/ καθαρές/ μεταφυσικές εικόνες του υπηκόου, του καταναλωτή, του τηλεθεατή που δίνουν και παίρνουν. Υπάρχει σίγουρα κάποια δόση αλήθειας στο “η σιωπή είναι συνενοχή” και σε πολλά ακόμα, αλλά υπάρχει μόνο μέσα στις πραγματικές της αναλογίες και διαστάσεις, μέσα σε μια σφαιρικότερη και ακριβέστερη ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων και μια αντίστοιχη πρόταση αγώνα. Αλλιώς αυτά από μόνα τους φλερτάρουν με τη σύγχυση, κατά περίπτωση και με την παράκρουση.

Οι αντιφάσεις της μητρόπολης είναι εμφανείς ανάμεσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές και σε σχέση με τη βία. Γυρνώντας στο αρχικό ερώτημα περί επιπολαιότητας, αδιαφορίας και κυνισμού, δεν είναι μια και δυο οι φορές που με τη πρώτη υπόνοια χτυπήθηκαν υποτιθέμενοι φασίστες ή ασφαλίτες πριν αποδειχθεί τελικά λάθος, δεν είναι τυχαίο που ακόμα και έμπειροι σύντροφοι έχουν επανειλημμένα χάσει τον αυτοέλεγχο και έχουν εκτραπεί ωθούμενοι από το θυμικό τους, ούτε είναι άγνωστο η υιοθέτηση δυναμικών πρακτικών να επικαθορίζεται από τη θεαματική τους πρόσληψη και να καταλήγει αυτοσκοπός ή να συνδέεται με την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών επιβεβαίωσης και έπαρσης. Είτε πρόκειται για μια κεκτημένη ταχύτητα εξοικείωσης με τη βία είτε για μια ανώριμη και ανάρμοστη χαλαρότητα, χρειάζεται σίγουρα επιμονή στο άρρηκτο των πρακτικών με τις πολιτικές τους στοχεύσεις. Και χρειάζεται ακόμα περισσότερο επιμονή στο αδιαπραγμάτευτο του αξιακού προτάγματος της αντιεξουσίας, όπως στην περίπτωση του συντρόφου που συνελήφθη για ένοπλη ληστεία τράπεζας και έγινε γνωστό ότι κατά τη διάρκειά της είχε απομακρύνει μια έγκυο που έτυχε να βρίσκεται στο υποκατάστημα, όπως στις εικόνες που κουκουλοφόροι συνεφέρουν και φυγαδεύουν έναν εξαντλημένο από τα δακρυγόνα ηλικιωμένο κατά τη διάρκεια συγκρούσεων σε πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο.

Μπορεί να ειπωθεί ότι από την ίδια του τη δόμηση, ο βηματισμός του αντιεξουσιαστικού κινήματος εμπεριέχει μια διαρκή διαπάλη ορατή πολλές φορές και πάνω στα ίδια τα πρόσωπα. Απο τη μία να μην αφήνεται στο άναρθρο, το σπασμωδικό, το αποξενωμένο, το απεγνωσμένο, να μην υποχωρεί στην ισοπέδωση του ανάγλυφου του κοινωνικού-ταξικού πολέμου και στη συσκότιση των γραμμών, των μετώπων, των προτεραιοτήτων, των στόχων του, να μην διεμβολίζεται από τη σύγχυση της εποχής, τις κυρίαρχες κουλτούρες και την αναπαραγωγή τους. Και από την άλλη να κρατάει τους διαύλους με τους καταπιεσμένους της μητρόπολης, να μην απομακρύνεται από το ενστικτώδες και το ορμητικό της σύγκρουσης, να μπορεί να αφομοιώνει νέες αγωνίες και εμπειρίες, να διεκδικεί την επίδραση και την εξάπλωση των ανατρεπτικών πολιτικών περιεχομένων και πρακτικών στα πιο ριζοσπαστικοποιημένα τμήματά τους.

Μια διαπάλη με τον ίδιο του τον εαυτό, τόσο οριακή όσο κάποιες φορές και οι διαπληκτισμοί των οργανωμένων περιφρουρήσεων με τις παρέες των ατάκτων στις αναρχικές πορείες, όπου το δίλημμα επικρέμεται πιεστικά, προσπάθεια συνεννόησης ή επιλογή διάρρηξης. Και στην πρώτη απάντηση δεν αρμόζει ούτε η απειλή της ισχύος ούτε η σχεδόν γραφειοκρατικοποιημένη επίκληση των διαδικασιών και των αποφάσεων καθαυτών, που δεν τροφοδοτεί παρά την αντίπερα πόλωση πίσω από μια απαξιωτική απόρριψή τους. Επιτρεπόντων των αντικειμενικών συνθηκών, αρμόζει η έκθεση της ίδιας της λογικής των αποφάσεων και αν προκύπτει ακόμα και ο επαναπροσδιορισμός τους. Ένας δρόμος επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους που υποτίθεται ότι θέλουν να μοιράζονται κάτι κοινό και ο οποίος για να υπάρχει πρέπει να ανοίγεται καθημερινά. Η έσχατη ώρα της δεύτερης απάντησης είναι η ώρα όπου οι πολλές αναλύσεις για τα κοινωνικά φαινόμενα -σαν και την παρούσα- αρχίζουν να φαντάζουν σαν άλλοθι, η ώρα όπου νιώθει κανείς υποχρεωμένος πλέον να υπερασπίσει τον εαυτό του και τον πολιτικό του βηματισμό, η ώρα που αποφασίζει ότι έχει απέναντί του “τελειωμένους” και ότι σαν τέτοιους θα τους αντιμετωπίσει.

Οι αναρχικοί δεν είναι κάποιοι άλλοι, συχνά προέρχονται και οι ίδιοι από την άγρια νεολαία, ενσαρκώνουν και οι ίδιοι τις μητροπολιτικές φιγούρες. Αυτό δεν απαλλάσσει όμως από τίποτα, ίσα-ίσα όσοι θεωρούμε ότι αγωνιζόμαστε συνειδητά και συστηματικά για την ανατροπή και την ελευθερία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι φέρουμε επιπλέον ευθύνη για οτιδήποτε μπορεί να μειώνει τους αξιακούς κώδικες, τα πολιτικά περιεχόμενα ή τις υλικές δυνατότητες αυτού του αγώνα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ανατρεπτικός λόγος οφείλει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια υποκουλτούρα ή αντικουλτούρα σημειολογικής κριτικής στο υπάρχον, ότι η απελευθερωτική βία οφείλει επίσης να είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη μητροπολιτική βία.

Ας μην ξεχνάμε τέλος, ότι τα ερωτήματα ποτέ δεν τίθενται γενικά ή μόνο σε εκείνους που έχουμε κάθε φορά απέναντί μας, τίθενται και μέσα μας. Που τα καταφέραμε και που λείψαμε. Και ορισμένες φορές οι απαντήσεις δεν χωράνε σε ένα ναι ή σε ένα όχι, ορισμένες φορές ζητούν ακόμα και το ξεπέρασμα του εαυτού μας. Το αναγκαίο επόμενο βήμα μιας κριτικής στον φετιχισμό της βίας, θα περίμενε κανείς να είναι η κατάθεση επιλογών που να πραγματεύονται την απελευθερωτική βία καθαυτή, τα χαρακτηριστικά της, τις προοπτικές ανάπτυξής της. Το αναγκαίο επόμενο βήμα μιας πολεμικής στα αδιέξοδα αντικοινωνικά ανακλαστικά, θα περίμενε κανείς να είναι η εξέλιξη αναλύσεων και αντιπροτάσεων ικανών να αφουγκράζονται επαρκώς τις αγωνίες των καιρών και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τους. Το νου μας “μην πετάξουμε το μωρό μαζί με τα απόνερα”.

Από τις κόκκινες συνοικίες, 19.05.2010