Το ζήτημα της Βίας – Jacques Camatte

Το ζήτημα της βίας

Το κίνημα που αναπτύχθηκε μεταξύ των μαθητών λυκείων (στμ. του 1973, το πρώτο μετά τον “Μάη” μαζικό κίνημα στη Γαλλία), ήταν μια κατάφαση της κομμουνιστικής επανάστασης στην ανθρώπινη διάστασή της. Οι μαθητές έθεσαν το ζήτημα της βίας (αν και ίσως όχι σε πλήρη εφαρμογή) στην άρνησή τους στον στρατό, άρνηση της στρατιωτικής θητείας και άρνηση του οικουμενικού δικαιώματος στον φόνο. Αντίθετα, τα γκρουπούσκουλα της αριστεράς και της άκρας αριστεράς, αλλά όχι και οι αναρχικοί, συνέχισαν το κύρηγμα για την αναγκαιότητα του να σκοτώνεις, επειδή πίστευαν ότι θα μπορούσαν να πετύχουν κάποια “αντίποινα” θανάτου στο κεφάλαιο. Ωστόσο κανείς τους (κι αυτό ισχύει και για τα πιο ακραία στοιχεία τους) δεν υπολόγισε ποτέ το γεγονός ότι αυτό που πρότειναν ήταν η αναγκαιότητα καταστροφής ανθρώπινων όντων, προκειμένου να επιτευχθεί η επανάσταση.

Πως μπορείς να γιορτάζεις μια επανάσταση με ένα άδειασμα γεμιστήρων; Η αποδοχή του στρατού για οποιοδήποτε λόγο, ενισχύει την καταπιεστική δομή σε κάθε επίπεδο. Κάθε είδους επιχείρημα σ’ αυτό το θέμα εξυπηρετεί μόνο την εμπέδωση του δεσποτισμού της αυτοκατασταλτικής συνείδησης, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι πρέπει να καταπιέζουν την επιθυμία τους να μην σκοτώνουν επειδή οι φόνοι θα γίνουν απαραίτητοι σε κάποιο μελλοντικό στάδιο. (Και πράγματι μερικοί άνθρωποι όντως αγαλλιάζουν με μια τέτοια προοπτική). Η αυτοκατασταλτική συνείδηση με αναγκάζει να γίνομαι απάνθρωπος με την πρόφαση ότι κάποια μέρα που θα οριστεί από ένα θεωρητικό πεπρωμένο, θα μεταμορφωθώ επιτέλους σε ανθρώπινο ον.

Οι διάφορες αριστερές κι ακροαριστερές τάσεις προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι δεν υπάρχει καμμιά σύγκλιση μεταξύ της “αστικής” επιθυμίας για κατάργηση της στρατιωτικής θητείας και της ελευθεριακής ειρηνοφιλίας που βρίσκεται κάτω απ’ τη συνειδητή άρνηση στράτευσης, που ενυπάρχει λανθάνουσα όλο και περισσότερο μέσα στην νεολαία. (T. Pfistner, Le Monde, 27 Mar ’73)

Η βία είναι αδιαμφισβήτητο μέρος της ζωής στην σημερινή κοινωνία. Το ζήτημα είναι το πώς αυτή η βία μπορεί να καταστραφεί. Η επανάσταση εξαπολύει φυσικά βία, αλλά αυτή η βία πρέπει να είναι κάτω από τον έλεγχο και την διεύθυνσή μας. Δεν μπορούμε να της επιτρέψουμε να δρα τυφλά, και ασφαλώς όχι να δοξάζεται και να ξεφεύγει από το πεδίο δράσης της.

Τέτοιες προτάσεις μπορεί να φαίνονται αρκετά λογικοφανείς, ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμες εκτός αν προχωρήσουμε παραπέρα, σε μια πιο συγκεκριμένη συνειδητοποίηση της πραγματικής φύσης της βίας, η οποία εκ πρώτης καθορίζεται από το αντικείμενό της: έτσι, η βία που  κατευθύνεται ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα θα πρέπει να εξυμνείται και να ενθαρρύνεται, αλλά όχι και η βία εναντίον ανθρώπων. Το καπιταλιστικό σύστημα βέβαια, αποτελείται από ανθρώπους, και είναι αυτοί οι άνθρωποι που θα τους πάρει σβάρνα η βία. Εδώ έγκειται το ζήτημα των ορίων της βίας. Αν δεν εγερθεί ένα τέτοιο ζήτημα, σημαίνει ότι βρισκόμαστε ακόμα υπό τις προστακτικές του κεφαλαίου. Δεδομένου του ότι ο δεσποτισμός του κεφαλαίου συντηρείται μέσω της γενικευμένης βίας εναντίον των ανθρώπων, είναι γεγονός ότι αυτή η κυριαρχία επί των ανθρώπων επιτυγχάνεται με το να τους φέρει πρώτα σε αντίθεση τον έναν με τον άλλον, κι έπειτα να τους αναθέσει διαφορετικούς ρόλους. Όταν ξεσπούν συγκρούσεις, κάθε πλευρά αναπαριστά την αντίπαλη ως μη-ανθρώπινη (όπως για παράδειγμα οι Αμερικανοί έβλεπαν τους Βιετναμέζους). Όταν πρόκειται να καταστραφούν ανθρώπινα όντα, το πρώτο μέλημα είναι να αποστερηθούν την την ανθρωπιά τους. Έτσι, αν στον επαναστατικό αγώνα οι άνθρωποι εξακολουθούν να πορεύονται βάσει αυτής της οπτικής, δεν σημαίνει ότι απλά μιμούνται τις μεθόδους των καπιταλιστών, κι απλά επιτείνουν την καταστροφή ανθρώπινων όντων;

Έτσι, μπορούμε να αναρωτηθούμε, πού το πάνε οι αριστεριστές όταν θεωρητικοποιούν την καταστροφή της κυρίαρχης τάξης (κι όχι των δομών της), ή των μπάτσων (“μπάτσος καλός, μόνο νεκρός”); Μπορεί κανείς να κάνει την εξίσωση CRS=SS (σημ. Τα CRS είναι τα γαλλικά ΜΑΤ. Τον Μάη του 1979, μια νέα παραφθορά του γνωστού σλόγκαν εμφανίστηκε όταν οι τροτσκιστές της Ligue Communiste Révolutionaire (LCR) ενώθηκαν με τους σταλινικούς και τα CRSστη βίαιη καταστολή ενάντια στους “αυτόνομους” στις διαδηλώσεις στο Παρίσι ενάντια στους μεταλλεργάτες του Longwy και του Denain: LCR=CRS, ή LCRS) σε επίπεδο συνθήματος, επειδή αντιπροσωπεύει με ακρίβεια την πραγματικότητα των δυο ρόλων, αλλά δεν δικαιολογεί την καταστροφή των ανθρώπων που συμπεριλαμβάνει, κι αυτό για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί εκμηδενίζει κάθε πιθανότητα υπόσκαψης των δυνατοτήτων της αστυνομίας. Όταν οι αστυνομικοί νιώθουν ότι μειώνονται σε μια κατάσταση μη-ανθρώπινης, τότε οι ίδιοι καταφεύγουν σε ένα είδος “εξέγερσης” ενάντια στους νέους προκειμένου να κατοχυρώσουν μια ανθρώπινη ιδιότητα την οποία τους αρνούνται, και κάνοντας αυτό, πάνε πέρα από τον ρόλο τους ως μηχανές που καταστέλλουν/σκοτώνουν. Δεύτερον, κάθε ΜΑΤάς, και κάθε άλλου είδους μπάτσος, εξακολουθεί να είναι ένας άνθρωπος. Καθένας τους είναι ένας άνθρωπος με έναν συγκεκριμένο ρόλο, όπως οποιοσδήποτε άλλος. Είναι επικίνδυνο να ορίζει κανείς την ανυπαρξία ανθρωπιάς σε ένα μέρος της κοινωνικής ολότητας, και τον εντοπισμό όλης αυτής σ’ ένα άλλο.

Φυσικά, δεν τίθεται θέμα μη-βίας (σημ. η οποία είναι άλλωστε απλά μια ύπουλη και υποκριτική μορφή βίας, ένα σημάδι της ανικανότητας ορισμένων ανθρώπων να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ως ανθρώπινα όντα), αλλά μάλλον ενός ακριβούς προσδιορισμού του είδους και των σκοπών της βίας που πρέπει να ασκηθεί. Τα επόμενα σημεία θα διευκρινίσουν αυτήν τη θέση περισσότερο: Πρώτον, πρέπει όλα τα στερεότυπα και οι λειτουργίες να αποκαλυφθούν ως αυτό που είναι -ρόλοι, που επιβάλλονται πάνω μας απ’ το κεφάλαιο. Δεύτερον, πρέπει να απορρίψουμε τις θεωρητικές κατασκευές που αξιώνουν την καταστροφή όλων εκείνων των ατόμων που υπερασπίζονται το κεφάλαιο. Τρίτον, δεν μπορούμε να κάνουμε εξαιρέσεις, με τη λογική ότι ορισμένοι άνθρωποι δενε ίναι ελεύθεροι, ότι είναι “το σύστημα” που παράγει τόσο τους μπάτσους όσο και τους επαναστάτες. Αν κάτι τέτοιο ήταν αληθές, η λογική συνέπειά του θα ήταν είτε μια θέση μη-βίας, ή μια κατάσταση όπου τα ανθρώπινα όντα θα μειώνονται σε ρομπότ οπότε κάθε βία εναντίον τους θα ήταν δικαιολογημένη. Αν εξ αρχής αρνούμαστε κάθε πιθανότητα ανθρωπιάς σε ορισμένους ανθρώπους, τότε πως μπορούμε να περιμένουμε να συμπεριφερθούν ως πραγματικά ανθρώπινα όντα; Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπιστούν ως ανθρώπινα όντα. Ωστόσο, αυτήν την εποχή, η πλειοψηφεία των ανθρώπων σκέφτεται με τους όρους της ύστατης λύσης που προσφέρει η ταξική κοινωνία -δηλαδή, της καταστολής των αντιπάλων- ακόμα όμως και σε μια τέτοια περίπτωση, που η επανάσταση επιβαλλόταν, θα επιβαλλόταν και επί της πραγματικής φύσης της, επί του ανθρώπινου.

Όταν έρχεται η σύγκρουση, όπως αναπόφευκτα γίνεται, δεν είναι χρήσιμο να προσπαθούμε να μειώνουμε τα διάφορα άτομα που υπερασπίζονται το κεφάλαιο στο επίπεδο του “ζώου” ή των “ρομπότ”. Πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε στα πλαίσια της ανθρώπινης φύσης τους, γιατί είναι αυτή που κι αυτοί γνωρίζουν ότι αποτελούν κομμάτι της, κι ότι θα μπορούσαν δυνητικά να την βρουν ξανά.

Υπ’ αυτήν την έννοια, η σύγκρουση λαμβάνει χώρα επίσης στη διάσταση του πνεύματος και της διάνοιας. Οι αναπαραστάσεις που δικαιολογούν την υπεράσπιση του κεφαλαίου από ένα άτομο, πρέπει να αποκαλύπτονται και να απομυστικοποιούνται. Οι άνθρωποι που βρίσκονται σ’ αυτήν την κατάσταση, πρέπει να έρχονται αντιμέτωποι με τις αντιφάσεις τους, και να γεννηθούν αμφιβολιές στα μυαλά τους.

Η τρομοκρατία πρέπει επίσης να ειδωθεί σ’ αυτήν την προοπτική. Δεν αρκεί απλά να την καταγγέλει κανείς ως αποτρόπαια. Αυτοί που δέχονται την τρομοκρατία έχουν συνθηκολογήσει μπροστά στην εξουσία του κεφαλαίου. Η τρομοκρατία πάει παραπέρα απ’ την καταστροφή απλά μερικών ανθρώπων: είναι επίσης μια έκκληση στο θάνατο προκειμένου να προωθηθεί μια υποθετική εξέγερση. Αυτή η προοπτική πρέπει να τονιστεί, πέρα από καταδίκες ή επευφημίες, πρέπει να απορριφθεί γενικά ως τρόπος δράσης. Η τρομοκρατία υπαινίσσεται ότι ο “τοίχος” (το προλεταριάτο και η αναπαράστασή του) είναι ένα φράγμα απρόσβλητο και αδιάτρητο, άφθαρτο. Η τρομοκρατία είναι η παραδοχή της ήττας, κι όλες οι πρόσφατες εκδηλώσεις της αποτελούν επαρκή απόδειξη γι αυτό.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η κατα-θλιπτική κυριαρχία του κεφαλαίου επιρρεάζει τους πάντες, δίχως εξαιρέσεις. Δεν είναι δυνατόν να ορίσουμε συγκεκριμένες ομάδες ως “εκλεκτούς” που εξαιρούνται απ’ τον δεσποτισμό του κεφαλαίου. Ο επαναστατικός αγώνας είναι ένας ανθρώπινος αγώνας, και οφείλει να αναγνωρίζει σε κάθε άτομο τη δυνατότητα του εξανθρωπισμού του. Μέσα στη σύγκρουση με τις πολιτικές ηγεσίες, τους “καπιταλιστές” και όλες τις αστυνομίες, το κάθε ένα απ’ αυτά τα άτομα πρέπει να γίνει βίαιο με τον εαυτό του, προκειμένου να απορρίψει, ως εξωτερική του, την εξημέρωση του κεφαλαίου και κάθε βολική “δικαιολογία” αυτοαξιοποίησής του.

***

Πρόκειται για απόσπασμα απ’ το έργο του Camatte Για την Εξημέρωση. Κάποια κομμάτια μετεφρασμένα παλιότερα μπορείτε να βρείτε εδώ: http://rioter.info/category/jacques-camatte/