Προκήρυξη απ’ τις φοιτητικές καταλήψεις της Καλιφόρνια, 2009

Προκήρυξη από ένα Μέλλον που λείπει

Ι

Όπως η ίδια η κοινωνία την οποία υπηρέτησε τόσο πιστά, το πανεπιστήμιο έχει χρεοκοπήσει. Η χρεοκοπία του δεν είναι μόνο οικονομική. Υπόκειται στο πολύ πιο ουσιαστικό αδιέξοδο, πολιτικό και οικονομικό, που διαμορφώνεται εδώ και πολύ καιρό. Κανείς δε γνωρίζει πια τί ακριβώς αποτελεί το πανεπιστήμιο. Το νιώθουμε αυτό ενστικτωδώς. Είναι οριστικά παρελθόν το παλιό πρόγραμμα της παραγωγής μορφωμένων και καταρτισμένων πολιτών. Παρελθόν επίσης το ειδικό πλεονέκτημα που διέθετε ο κάτοχος ενός πτυχίου στην αγορά εργασίας. Όλα αυτά σήμερα είναι χίμαιρες, κατάλειπα φαντασμάτων που στοιχειώνουν τα κακοσυντηρημένα αμφιθέατρα.

Παράταιρη αρχιτεκτονική, τα φαντάσματα των εξαϋλωμένων ιδανικών, η προοπτική ενός κενού μέλλοντος: Ιδού ό,τι απέμεινε από το πανεπιστήμιο. Πηγαινοερχόμαστε ανάμεσα σ’ αυτά τα ρημάδια, που για τους περισσότερους από μας δεν είναι παρά συνήθειες και καθήκοντα με τα οποία γκρινιάρικα ξεμπερδεύουμε: Απ’ το ένα στο άλλο τεστ και εργασίες, μ’ ένα είδος απερισκεψίας και απαράλαχτης δουλικότητας που γίνεται υποφερτή με μια υποσυνείδητη δυσαρέσκεια. Τίποτε δεν έχει ενδιαφέρον, τίποτε δεν μπορεί να γίνει αισθητό. Ο ιστορικός κόσμος μέσα σ’ όλη τη φαντασμαγορία της καταστροφής του δεν είναι περισσότερο αληθινός από το παράθυρο μέσα απ’ το οποίο τον βλέπουμε.

Όσο γι αυτούς που η εφηβεία τους δηλητηριάστηκε απ’ την εθνικιστική υστερία που ακολούθησε την 11η Σεπτέμβρη, ο δημόσιος λόγος δεν μπορεί να είναι παρά μια σπείρα ψεμμάτων, κι ο δημόσιος χώρος ένα μέρος όπου τα πάντα μπορούν να εκραγούν (αν και ποτέ δεν εκρήγνυνται). Βασανισμένοι απ’ την αφηρημένη επιθυμία να “γίνει κάτι”-χωρίς ποτέ να μας περνάει απ’ το μυαλό ότι αυτό το κάτι θα μπορούσαμε να το κάνουμε εμείς- χανόμαστε στην αποστειρωμένη ομοιογένεια του ίντερνετ, κρυβόμαστε ανάμεσα σε “φίλους” που δεν έχουμε δει ποτέ, που η όλη ύπαρξή τους είναι μια σειρά από “φατσούλες” και γελοίες εικόνες, που ο μόνος διάλογος που λαμβάνει χώρα αφορά τα κουτσομπολιά των εμπορευμάτων. Η ασφάλεια, λοιπόν, και η άνεση υπήρξαν το μοτό της εποχής μας. Γλυστράμε ανάμεσα στις σάρκες χωρίς να μας αγγίζουν και χωρίς να μας μετα-κινούν. Βγάζουμε βόλτα την κενότητά μας απ’ το ένα μέρος στο άλλο.

Μπορούμε όμως να ‘μαστε ευγνώμονες για την ένδειά μας: η αποϊδεολογικοποίηση [demystification] είναι πια συνθήκη, κι όχι θεωρητικό πρόταγμα. Η φοιτητική ζωή επιτέλους πήρε την όψη αυτού που ήταν πάντα: μια μηχανή παραγωγής συμμορφωμένων παραγωγών και καταναλωτών. Ακόμακι ο ελεύθερος χρόνος έχει γίνει μια μορφή εκπαίδευσης για την εργασία. Το ανόητο κοπάδι των “αδελφοτήτων” [frat houses] που πίνει μέχρι λιποθυμίας δε διαφέρει από τους μελλοντικούς δικηγόρους που δουλεύουν απ’ το πρωί ως το βράδυ. Τα παιδιά που έπιναν χόρτο και έκαναν κοπάνες στο λύκειο, τώρα “κουμπώνονται” με Adderall και τρέχουν στη δουλειά. Το εργοστάσιο παραγωγής πτυχίων τροφοδοτείται απ’ το τρέξιμό μας στα γυμναστήρια. Γυρνάμε γύρω-γύρω σε ελλειπτικούς κύκλους όπως τα εξημερωμένα ζώα στις μυλόπετρες.

Δεν έχει και πολύ νόημα λοιπόν να θεωρεί κανείς το πανεπιστήμιο ως τον κρυστάλλινο πύργο της διανόησης, ειδυλιακά ή νωχελικά. “Work hard, play hard” ήταν το γεμάτο αυτοπεποίθηση μοτό μιας ολόκληρης γενιάς που δούλεψε σκληρά για …τί; Για να ζωγραφίζει καρδούλες στον αφρό του καπουτσίνο όταν δεν καταγράφει ονόματα και αριθμούς σε βάσεις δεδομένων… Το λαμπρό τεχνολογικό μέλλον του αμερικανικού καπιταλισμού εδώ και καιρό πακεταρίστηκε και πωλήθηκε στην Κίνα, με αντάλλαγμα λίγα ακόμη χρόνια δανεισμού σκουπιδο-προϊόντων. Ένα πτυχίο πανεπιστημίου πια κοστίζει πάνω-κάτω όσο και μια μετοχή στην General Motors.

Δουλεύουμε και παίρνουμε δάνεια προκειμένου να μπορούμε να δουλεύουμε και να παίρνουμε δάνεια. Και να φτάσουμε στις δουλειές που θέλουμε απ’ τις δουλειές που έχουμε. Σχεδόν τα τρία τέταρτα των φοιτητών εργάζονται ενώ είναι ακόμα στη σχολή, αρκετοί απ’ αυτούς full-time. Για τους περισσότερους, οι συνθήκες εργασίας που “απολαμβάνουμε” ενώ είμαστε ακόμα φοιτητές θα είναι οι ίδιες μ’ αυτές που μας περιμένουν μετά την αποφοίτηση. Εντωμεταξύ, αυτό που αποκτούμε δεν είναι εκπαίδευση: είναι χρέος. Δουλεύουμε για να βγάλουμε τα χρήματα που έχουμε ήδη ξοδέψει, και η μελλοντική μας εργασία έχει ήδη πουληθεί στο χειρότερο παζάρι: Το μέσο χρέος φοιτητικού δανείου αυξήθηκε στο 20% τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα για ένα 80% των έγχρωμων φοιτητών. Ο όγκος των φοιτητικών δανείων -ένα μέγεθος αντιστρόφως ανάλογο της κρατικής χρηματοδότησης της εκπαίδευσης- αυξήθηκε κατά περίπου 800% από το 1977 στο 2003. Αυτό που οι δανεισμένες σπουδές μας μας αγοράζουν τελικά είναι το προνόμιο να πληρώνουμε δάνεια για το υπόλοιπο της ζωής μας. Αυτό που διδασκόμαστε είναι η χορογραφία του χρήματος. Οι χθεσινοί απόφοιτοι οικονομικών αγοράζουν τα εξοχικά τους με το καταχρεωμένο μέλλον των σημερινών αποφοίτων ανθρωπιστικών σπουδών.

Αυτή είναι η προοπτική για την οποία μας ετοιμάζουν από το δημοτικό. Όσοι από μας φτάσαμε εδώ για να πιστοποιήσουμε το “προνόμιό” μας παραδώσαμε τα νιάτα μας σε ένα μπαράζ φοιτητικών συμβούλων, ψυχολογικών τεστ, υποχρεωτικής εξωπανεπιστημιακής εργασίας, μια κυνική κατάρτιση μισοψεμμάτων στο προφίλ, στις αιτήσεις μας… Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που αρχίζουμε ν’ αυτοκαταστρεφόμαστε την ίδια μόλις στιγμή που θ’ αποδράσουμε απ’ τη στάνη της γονεικής επίβλεψης. Απ’ την άλλη, όσοι από μας ήρθαμε εδώ με τη φιλοδοξία να ξεφύγουμε απ’ την οικονομική και κοινωνική δυσπραγία των οικογενειών μας, βλέπουμε ότι για κάθε έναν από μας που θα “πετύχει” άλλοι δέκα θα βρεθούν στη θέση μας, μηδέν εις το πηλίκο. Τελικά, το κοινωνικο-οικονομικό στάτους παραμένει ο κυριότερος παράγοντας της φοιτητικής επιτυχίας. Όσοι απο μας ανήκουμε σ’ αυτό που λένε τα δημογραφικά “μετανάστες”, “μειονότητες”, “έγχρωμοι” έχουμε εκπαιδευτεί να πιστεύουμε στο “όποιος είναι άξιος θα πετύχει”. Αλλά ξέρουμε ότι είμαστε απεχθείς όχι τόσο παρά την επιτυχία μας, αλλά εξ’ αιτίας αυτής. Ξέρουμε ότι τα κυκλώματα μέσω των οποίων μπορούμε να αποκόψουμε τους εαυτούς μας απ’ την βία ενάντια στην καταγωγή μας, απλά θα αναπαράγουν την αθλιότητα του παρελθόντος στο παρόν άλλων, αλλού.

Αν το πανεπιστήμιο διδάσκει πρωταρχικά το πώς να είναι κανείς καταχρεωμένος, το πώς να χαραμίζει την εργατική του δύναμη, το πώς να γίνεται θήραμα της αγωνίας, διδάσκει τελικά το πώς να είναι κανείς καλός καταναλωτής. Η εκπαίδευση είναι ένα εμπόρευμα όπως οποιοδήποτε άλλο μπορεί να θελήσουμε χωρίς να νοιαζόμαστε γι’ αυτό. Είναι ένα αντικείμενο, που μετατρέπει τους αγοραστές του σε αντικείμενα. Η μελλοντική θέση του καθενός στο σύστημα, οι σχέσεις του με τους άλλους, αγοράζονται πρώτιστα με λεφτά κι έπειτα με την επίδειξη υποταγής. Πρώτα τα δίδακτρα, κι έπειτα η “σκληρή δουλειά”. Εκεί έγκειται και η αντίφασή του: είναι κανείς τόσο ο εντολέας όσο κι ο εντολοδόχος, ο καταναλωτής κι αυτός που καταναλώνεται. Είναι κατεξοχήν το σύστημα αυτό στο οποίο υποτάσσεται, τα κρύα κτίρια που υποβάλλουν σε μια δουλικότητα. Αυτοί που διδάσκουν απολαμβάνουν όλο το σεβασμό ενός αυτοματοποιημένου μηχανήματος. Μόνο η λογική μιας καταναλωτικής ικανοποίησης ταιριάζει εδώ: “Θεωρείτε ότι το μάθημα είναι εύκολο; Ήταν ο καθηγητής καλός; Θα μπορούσε ένας καθυστερημένο κωλοσουφρίδι να πάρει Α;” Ποιό είναι το νόημα της γνώσης όταν δε σου ‘ρχεται στο μυαλό σε μια αφορμή; Ποιός χρειάζεται την αποστήθιση όταν υπάρχει το ίντερνετ; Είναι απλά μια εξάσκηση του πνεύματος; Δεν μπορεί να μιλάτε σοβαρά. Μια ηθική προετοιμασία; Υπάρχουν αντικαταθλιπτικά γι αυτό το λόγο.

Εντωμεταξύ οι φοιτητές, υποθετικά οι πιο πολιτικά διαφωτισμένοι ανάμεσά μας, είναι ταυτόχρονα οι πιο υποτακτικοί. Ο “επαγγελματικός προσανατολισμός” τους για τον οποίο ιδρώνουν , δεν είναι παρά μια φαντασίωση ότι θα πηδήξουν ψηλά-έξω από το βούρκο, ή αλλιώς από την αγορά εργασίας. Κάθε φοιτητής είναι ένας εν δυνάμει Ρωβινσώνας Κρούσος, φαντασιωνόμενος ένα νησί που η οικονομία έχει εξαιρέσει απ’ τα κακοτράχαλα βουνά των “νόμων της αγοράς”. Αυτή η φαντασίωση όμως αυτοτροφοδοτείται μέσω μιας επίμονης πειθάρχησης στην αγορά. Δεν νιώθει πια την παραμικρή αντίφαση στο να ρητορεύει την μια μέρα την πιο ολοκληρωτική κριτική του καπιταλισμού, και την άλλη να την πετάει στα σκουπίδια πριν μπεί στη συνέντευξη για να βρει εργασία. Το να μας “γεμίζει η δουλειά μας” δε σημαίνει τίποτα παραπάνω απ’ το ότι μας επιτρέπει να διαχειριστούμε λίγο καλύτερα τα συμπτώματα. Η κατάρρευση της αισθητικής και της πολιτικής είναι επακόλουθο της υποκατάστασης της ιστορίας με την ιδεολογία: Μεθύσια, καλές τέχνες και άλλο ένα σεμινάριο για το ζήτημα του όντος, το σταθερό πιξελάρισμα των γραμματοσειρών, όπου τα πάντα πληρώθηκαν από κάποιος κάπου, κάποιον που δεν είναι εγώ, που δεν είναι εδώ, εδώ όπου όλα όσα φαίνονται είναι καλά και όλα όσα είναι καλά φαίνονται.

Το πανεπιστήμιο είναι απλά το ξεθωριασμένο απομεινάρι ενός φεουδαρχικού συστήματος, προσαρμοσμένο στη λογική του καπιταλισμού-από τα διευθυντικά ύψη των διάσημων καθηγητών στο χαμηλόβαθμο προσωπικό της σειράς, τους αναπληρωτές και τους επίκουρους, που πληρώνονται κατά κύριο λόγο με κακή φήμη. Ένα είδος μοναστισμού κυριαρχεί εδώ, με όλην την γοτθική εθιμοτυπία ενός βενεδικτινιανού αββαείου, και όλους τους αλλόκοτους -θεολογικού τύπου- ισχυρισμούς για τον υψηλό χαρακτήρα του “διανοητικού” έργου, του ουσιωδώς αλτρουιστικού. Οι βοηθοί εδώ, είναι αρκετά ευτυχισμένοι με το να παίζουν που και που τους καθηγητές, ανίκανοι ακόμα και για τις μαθηματικές πράξεις που θα τους χρησίμευαν για να καταλάβουν ότι τα 9/10 από αυτούς, θα διδάσκουν 4 τμήματα για κάθε εξάμηνο, για να συμπληρώσουν τον μισθό του ενός στους δέκα που συντηρεί τη φιλοδοξία τους ότι όλοι θα μπορούσαν να γίνουν αυτός. Μα και βέβαια, εγώ θα γίνω ο διάσημος καθηγητής, εγώ θα πάρω την υψηλόβαθμη μόνιμη θέση στην μεγάλη πόλη και θα μετακομίσω σε μια μόλις αναπλασμένη γειτονιά…

Καταλήγουμε στη γνωστή 11η θέση του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ: “Οι φιλόσοφοι απλώς ερμηνεύαν τον κόσμο με διάφορους τρόπους, ο σκοπός είναι να τον αλλάξουμε”. Στην καλύτερη, μπορούμε να διδαχτούμε την ικανότητα του φοίνικα να ερχόμαστε στα ακρότατα όρια της κριτικής και να χανόμαστε εκεί, μόνο για να ξεκινήσουμε και πάλι απ’ την φαινομενικά ατράνταχτη ρίζα. Θαυμάζουμε το πρώτο μέρος αυτής της παράστασης: φωτίζει τον δρόμο μας. Αλλά θέλουμε επίσης τα εργαλεία για να διαρρήξουμε αυτό το σημείο αυτοκτονικής σκέψης, τη στρόφιγγα της πράξης.

Οι ίδιοι οι άνθρωπου που ασκούν μια “κριτική” είναι επίσης οι πιο ευάλωτοι στον κυνισμό. Όμως αν ο κυνισμός είναι απλώς η ανεστραμμένη μορφή του ενθουσιασμού, τότε πίσω από κάθε συγχυσμένο αριστερό ακαδημαϊκό, βρίσκεται ένας ριζοσπάστης εν υπνώσει. Πίσω απ’ τους ανασηκωμένους ώμους, το μουντό πρόσωπο, το κουβάριασμα από ντροπή όταν συζητά ότι οι ΗΠΑ δολοφόνησαν ένα εκατομμύριο ιρακινών μεταξύ 2003 και 2006, ότι οι φτωχότεροι κάτοικοι των ΗΠΑ ξεζουμίζονται μέχρι τελευταίας δεκάρας για να ταϊστεί το τραπεζικό σύστημα, ότι το επίπεδο των θαλασσών ανεβαίνει, δισεκατομμύρια θα πεθάνουν και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό -αυτή η άβολη θέση προκύπτει απ’ την αίσθηση της σχάσης μεταξύ του “είναι” και του “θα έπρεπε να είναι” της σύγχρονης αριστερής σκέψης. Νιώθει κανείς αφενός ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, κι αφετέρου ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός

Δε θα είμαστε τόσο διχασμένοι. Η σύνθεση αυτών των θέσεων είναι μπροστά στα μάτια μας: ένας άλλος κόσμος δεν είναι εφικτός, είναι αναγκαίος. Το “είναι” και το “θα έπρεπε να είναι” είναι ένα και τ’ αυτό. Η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας είναι μπροστά μας.

ΙΙ

Το πανεπιστήμιο δεν έχει δική του ιστορία: Η ιστορία του είναι η ιστορία του κεφαλαίου. Η θεμελιώδης λειτουργία του είναι η αναπαραγωγή της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου κι εργασίας. Ωστόσο, καθώς δεν είναι ένας “κανονικός” οργανισμός που μπορεί να αγοραστεί ή να πωληθεί, που αποφέρει κέρδη στους επενδυτές του, το δημόσιο πανεπιστήμιο παρολαυτά διεξάγει αυτήν την λειτουργία του όσο πιο αποτελεσματικά μπορεί, προσπαθώντας όλο και περισσότερο να μοιάσει στους ιδιωτικούς εταιριακούς ανταγωνιστές του. Είμαστε μάρτυρες του τέλους αυτής της διαδικασίας, όπου η πρόσοψη του ακαδημαϊκού θεσμού ξεθωριάζει ολικά για να ξεπροβάλει η εταιριακή παραγωγική διαδικασία.

Ακόμα και στον χρυσό αιώνα του καπιταλισμού, που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και κράτησε μέχρι το τέλος των 60es, το φιλελεύθερο πανεπιστήμιο ήταν ήδη ενσωματωμένο στο κεφάλαιο. Με την κορύφωση της δημόσιας χρηματοδότησης για την ανώτατη εκπαίδευση, στα 1950, το πανεπιστήμιο ήδη ανασχεδιάστηκε ώστε να παράγει τεχνοκράτες με τα αναγκαία skills για να ανταγωνιστούν τον “κομμουνισμό” και να διατηρήσουν την αμερικανική ηγεμονία. Ο ρόλος του στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν να νομιμοποιήσει κοινωνικά την φιλελεύθερη δημοκρατία και να αναπαράγει μια εικονική κοινωνία ελεύθερων και ίσων πολιτών-ακριβώς επειδή κανείς δεν ήταν ελεύθερος ή ίσος.

Αλλά, αν αυτή η ιδεολογική λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου δεχόταν τουλάχιστον γενναία χρηματοδότηση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατάσταση όμως άλλαξε ανεπανόρθωτα μετά τα 60es, και καμιά σοσιαλδημοκρατίζουσα αλλαγή δε θα φέρει πια πίσω τον νεκρό κόσμο της μεταπολεμικής αναπτυξιακής έκρηξης. Μεταξύ 1965 και 1980 τα κέρδη άρχισαν ξανά να πέφτουν, πρώτα στις ΗΠΑ, κι έπειτα στον υπόλοιπο βιομηχανικό κόσμο. Ο καπιταλισμός, απ’ ότι φάνηκε, δεν μπόρεσε να κρατήσει τα επίπεδα ζωής που υποσχόταν. Για το κεφάλαιο, η επάρκεια αγαθών φαινόταν σαν υπερ-παραγωγή, η ελευθερία απ’ τη δουλειά σαν ανεργία. Στις αρχές του 1970, ο καπιταλισμός εισήλθε σ’ ένα τελικό στάδιο παρακμής για το οποίο η εργασιακή επισφάλεια άρχισε να γίνεται ο κανόνας και τα μεροκάματα καθηλώθηκαν, ενώ αυτοί στα υψηλά πόστα ανταμείφθηκαν προσωρινά για την χρηματοπιστωτική νεκρομαντεία τους, που είχε ήδη αποδειχτεί μη-βιώσιμη.

Για την δημόσια εκπαίδευση, η μακροχρόνια παρακμή σήμαινε την μείωση των αποδοχών φόρων, εξ αιτίας τόσο της πτώσης των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης όσο και της πρωτεραιότητας που δόθηκε στις φοροαπαλλαγές των εταιριών που άρχιζαν να ζορίζονται. Η λεηλασία του δημόσιου χρήματος χτύπησε την Καλιφόρνια κι έπειτα την υπόλοιπη χώρα στα ’70es. Επέμεινε με κάθε πτώση του επιχειρηματικού κύκλου. Αν και δε συνδέεται άμεσα με την υπόλοιπη αγορά, το πανεπιστήμιο έγινε αντικείμενο της ίδιας λογική περικοπής του κόστους με τις υπόλοιπες βιομηχανίες: η μείωση των φορο-εισφορών έκανε αναπόφευκτη την επισφαλοποίηση της εργασίας. Οι καθηγητές που έβγαιναν στη σύνταξη παραχωρούσαν τη θέση τους όχι σε μόνιμους καθηγητές, αλλά σε προσωρινούς βοηθούς καθηγητών, λέκτορες, επίκουρους που θα ήταν πρόθυμοι να κάνουν την ίδια δουλειά για πολύ λιγότερα χρήματα. Η αυξήσεις στα δίδακτρα κάλυψαν το κενό της υποχρηματοδότησης, τη στιγμή που οι δουλειές για τη στελέχωση των οποίων πληρώνουν οι φοιτητές, εξαφανίζονται.

Εν τω μέσω της τρέχουσας κρίσης, η οποία θα είναι μακρά και παρατεταμένη, αρκετοί στην Αριστερά ονειρεύονονται μια επιστροφή στον χρυσό αιώνα της δημόσιας εκπαίδευσης. Αφελώς φαντασιώνονται ότι η παρούσα κρίση είναι μια ευκαιρία για να διεκδικήσουμε μια επιστροφή στο παρελθόν. Όμως τα κοινωνικά προγράμματα που εξαρτώνταν από μια υψηλή κερδοφορία και τεράστια οικονομική ανάπτυξη πια έχουν περάσει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να προσπαθούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, αγνοώντας το προφανές γεγονός: ότι δεν μπορεί να υπάρχει αυτόνομα “δημόσιο πανεπιστήμιο” μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Το πανεπιστήμιο υπόκειται στην πραγματική κρίση του καπιταλισμού, και το κεφάλαιο δεν έχει ανάγκη πλέον από ένα φιλελεύθερο εκπαιδευτικό πλαίσιο. Η λειτουργία του πανεπιστημίου υπήρξε πάντοτε να αναπαράγει την εργατική τάξη εκπαιδεύοντας μέλλοντες εργαζομένους σύμφωνα με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του κεφαλαίου. Η κρίση στο πανεπιστήμιο σήμερα είναι κρίση αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, κρίση μιας περιόδου στην οποία το κεφάλαιο δεν μας έχει πια ανάγκη ως εργάτες. Δεν μπορούμε να απελευθερώσουμε το πανεπιστήμιο από τις προσταγές της αγοράς καλώντας σε μια επιστροφή στην παλιά δημόσια εκπαίδευση. Ζούμε στην τελική φάση της ίδιας λογικής της αγοράς πάνω στην οποία αυτό το σύστημα θεμελιώθηκε. Η μόνη αυτονομία που μπορούμε να έχουμε είναι πέρα από τον καπιταλισμό.

Αυτό για τον αγώνα μας σημαίνει ότι δεν μπορούμε να πάμε πίσω. Οι παλιοί φοιτητικοί αγώνες ήταν κειμήλια ενός εξαφανισμένου πια κόσμου. Στα 1960, καθώς το μετα-πολεμικό μπουμ είχε μόλις ξεκινήσει να εκτυλίσσεται, οι ριζοσπάστες εντός της άνεσης του πανεπιστημίου προσέγγισαν το ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Μπουχτισμένοι με την τεχνοκρατική διεύθυνση, ανυπομονώντας να σπάσουν τις αλυσίδες μιας κομφορμιστικής κοινωνίας, και απορρίπτωντας την αποξενωμένη εργασία ως αναγκαιότητα σε μια εποχή υπερ-επάρκειας, οι φοιτητές αυτοί προσπάθησαν να ευθυγραμμιστούν με τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της εργατικής τάξης. Όμως, ο δικός τους τρόπος ριζοσπαστικοποίησης, τόσο συνδεδεμένος με την οικονομική λογική του καπιταλισμού, τελικά στάθηκε εμπόδιο σε μια τέτοια ευθυγράμμιση. Καθώς η αντίστασή τους στον πόλεμο του Βιετνάμ επικέντρωσε την κριτική τους στον καπιταλισμό ως μια αποικιακή πολεμική μηχανή, αλλά έμεινε ανεπαρκής ως προς την εκμετάλλευση της εργασίας στην πατρίδα, οι φοιτητές εύκολα διαχωρίστηκαν από μια εργατική τάξη που αντιμετώπιζε πολύ διαφορετικά προβλήματα. Στο λυκόφως του μεταπολεμικού μπουμ, το πανεπιστήμιο δεν ήταν τόσο οργανικά ενσωματωμένο στο κεφάλαιο όπως είναι σήμερα, και οι φοιτητές δεν ήταν καθόλου όσο προλεταριοποιημένοι όσο και οι καταχρεωμένοι και αντιμέτωποι με μια ανάστατη αγορά εργασίας όπως οι σημερινοί.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο αγώνας μας είναι θεμελιωδώς διαφορετικός. Η αθλιότητα της φοιτητικής ζωής έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Αν η οικονομική κρίση του 1970 ήρθε καβάλα στο κύμα της πολιτικής κρίσης του 1960, το γεγονός ότι σήμερα η οικονομική κρίση προηγείται της επερχόμενης πολιτικής αναταραχής σημαίνει ότι μπορούμε τελικά να υπερκεράσουμε τον δημοκρατισμό και την εξουδετέρωση των προηγούμενων εκείνων αγώνων. Δε θα υπάρξει επιστροφή στην ομαλότητα.

ΙΙΙ

Θέλουμε να ωθήσουμε τον φοιτητικό αγώνα στα όριά του

Αν και αποκηρύσσουμε την ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου και την εξουσιαστική μορφή της λειτουργίας του, δεν αναζητούμε δομικές μεταρρυθμίσεις. Δεν διεκδικούμε ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο αλλά μια ελεύθερη κοινωνία. Ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία είναι ότι κι ένα αναγνωστήριο σε μια φυλακή: εξυπηρετεί μονάχα στο να αποσπά την προσοχή απ’ την μιζέρια της καθημερινότητας. Αντίθετα, αποζητούμε να διωχετεύσουμε την οργή των προλεταριοποιημένων φοιτητών και των εργαζομένων σε μια ανοιχτή διακήρυξη πολέμου.

Πρέπει να αρχίσουμε απ’ το να παρεμποδίσουμε την λειτουργία του πανεπιστημίου. Πρέπει να διακόψουμε την ομαλή ροή των σωμάτων και των αντικειμένων και να φέρουμε την εργασία και την τάξη σ’ ένα τέλμα. Θα μπλοκάρουμε και θα καταλάβουμε ό,τι μας ανήκει. Αντίθετα απ’ το να βλέπουμε τέτοιες διαταραχές ως εμπόδια στο διάλογο και την “αμοιβαία κατανόηση”, για μας είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να πούμε, το πώς πρέπει να γίνουμε κατανοητοί. Αυτή είναι η μόνη θέση με νόημα που μπορεί να πάρει κανείς όταν η κρίση ξεντύνει απ’ τα στολίδια τους τα αντίθετα συμφέροντα που βρίσκονται στην βάση της κοινωνίας μας. Τα καλέσματα για “ενότητα” είναι κατ’ ουσίαν κενά. Δεν υπάρχει τίποτε κοινό μεταξύ όσων υποστηρίζουν το σημερινό καθεστώς κι όσων αποζητούν την καταστροφή του.

Ο φοιτητικός αγώνας δεν είναι μεμονωμένος, είναι ένα πεδίο όπου ένας νέος κύκλος άρνησης κι εξέγερσης ξεκινά: στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές, στις παραγκουπόλεις. Το μέλλον όλων μας είναι αλληλένδετο, κι ως εκ τούτου, το κίνημά μας θα πρέπει να ενωθεί με των άλλων, ξεπερνώντας τους τοίχους των πανεπιστημιακών αιθουσών και παίρνοντας τους δρόμους. Τις τελευταίες εβδομάδες, οι δάσκαλοι των δημοσίων δημοτικών της Bay Area, οι εργαζόμενοι στις μεταφορές της Bay Area, και άνεργοι έχουν καλέσει διαδηλώσεις κι απεργίες. Καθένα απ’ τα κινήματα αυτά ανταποκρίνεται σε μια διαφορετική όψη της ανανεωμένης επίθεσης του καπιταλισμού στην εργατική τάξη σε μια στιγμή κρίσης. Ιδωμένοι ο καθένας ξεχωριστά, φαίνονται μικροί, κοντόφθαλμοι, χωρίς ελπίδα επιτυχίας. Αν τους πάρουμε όλους μαζί όμως, προτείνουν μια πιθανότητα διευρυμένης άρνησης κι αντίστασης. Το καθήκον μας είναι να κάνουμε ξεκάθαρες τις κοινές συνθήκες που, σαν μια κρυφή δεξαμενή νερού, τροφοδοτούν τον κάθε αγώνα.

Έχουμε δει τα τελευταία χρόνια ένα τέτοιο είδος αναταραχής, μια ανταρσία που ξεκινά στις αίθουσες διδασκαλίας και απλώνει τη ραδιενέργειά της στο σύνολο της κοινωνίας. Μόλις πριν από δυο χρόνια, το anti-CPE κίνημα (ενάντια στο “συμβόλαιο πρώτης εργασίας”) στην Γαλλία, πολεμώντας ένα νέο νομοσχέδιο που εξουσιοδοτούσε τους εργοδότες να απολύουν νέους εργαζομένους χωρίς καμιά αφορμή, έβγαλε τεράστια πλήθη στους δρόμους. Μαθητές και φοιτητές, δάσκαλοι, γονείς, πρωτοβάθμια συνδικάτα κι άνεργοι νεολαίοι απ’ τα προάστεια βρέθηκαν μαζί στην ίδια μεριά του οδοφράγματος. (Αυτή η αλληλεγγύη δυστυχώς ήταν εύθραυστη. Οι ταραχές της δεύτερης γενιάς μεταναστών στα προάστεια και των φοιτητών στο κέντρο σπάνια συνέπεσαν, και κατά στιγμές υπήρξαν εντάσεις μεταξύ των δυο ομάδων). Οι γάλλοι φοιτητές είδαν πέρα απ’ τις αυταπάτες που θέλουν το πανεπιστήμιο ως ένα καταφύγιο της διανόησης, επιβεβαιώνοντας πως απλά εκπαιδεύονται για μια εργασία. Κατέβηκαν στο δρόμο ως τέτοιοι λοιπόν, ως εργάτες που διαμαρτύρονται για το επισφαλές μέλλον τους. Η θέση τους αυτή διέλυσε τους διαχωρισμούς μεταξύ σχολών και χώρων εργασίας και άμεσα διέγειρε την συμπαράσταση πολλών μισθωτών και ανέργων, σε μια μαζική χειρονομία προλεταριακής άρνησης. Καθώς το κίνημα αναπτυσσόταν, εκδήλωσε ένα αυξανόμενο σχίσμα μεταξύ μεταρρύθμισης κι επανάστασης. Η μορφή του ήταν πιο ριζοσπαστική απ’ το περιεχόμενο. Ενώ ρητορική των φοιτητικών ηγεσιών επικεντρωνόταν απλά σε μια επιστροφή στο status quo, οι δράσεις των νεολαίων – τα σπασίματα, τα αναποδογυρισμένα και πυρπολυμένα αμάξια, τα μπλοκαρίσματα δρόμων και σιδηροδρόμων, το κύμα καταλήψεων που έκλεισε τα περισσότερα γυμνάσια και πανεπιστήμια – επεδείκνυαν το εύρος της οργής και της απο-γοήτευσης της νέας γενιάς.  Παρολαυτά όμως, το κίνημα γρήγορα αποσυντέθηκε όταν το νομοσχέδιο τελικά αποσύρθηκε. Ενώ το πιο ριζοσπαστικό τμήμα αυτού του κινήματος επιδίωξε να επεκτείνει την εξέγερσή του σε μια γενική ανταρσία ενάντια στον καπιταλισμό, δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει ικανή υποστήριξη και οι διαδηλώσεις, οι καταλήψεις και τα μπλοκαρίσματα γρήγορα αποδεκατίστηκαν. Τελικά, το κίνημα στάθηκε ανίκανο να ξεπεράσει τα όρια του ρεφορμισμού.

Η ελληνική εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 διέρρηξε πολλούς απ’ τους περιορισμούς αυτούς και σηματοδότησε το ξεκίνημα ενός νέου κύκλου ταξικού αγώνα. Εκκινώντας από φοιτητές ως απάντηση στη δολοφονία ενός Αθηναίου νέου απ’ την αστυνομία, η εξέγερση αποτελείτο από εβδομάδες ταραχών, λεηλασιών και καταλήψεων πανεπιστημίων, κρατικών και συνδικαλιστικών κτιρίων και τηλεοπτικών σταθμών. Ολόκληρες οικονομικές και καταναλωτικές ζώνες πυρπολήθηκαν, και η αδυναμία του κινήματος σε νούμερα αναπληρωνώταν από την γεωγραφική εξάπλωσή του που συμπεριέλαβε ολόκληρη την Ελλάδα. Όπως και στην Γαλλία, ήταν μια ανταρσία των νέων, για τους οποίους η οικονομική κρίση αντιπροσωπεύει μια ολική άρνηση του μέλλοντός τους. Φοιτητές, επισφαλείς εργαζόμενοι και μετανάστες ήταν οι πρωταγωνιστές, και κατόρθωσαν ένα επίπεδο ενότητας πολύ υψηλότερο από τις εύθραυστες συμμαχίες του anti-CPE κινήματος.

Εξίσου σημαντικό, δεν πρόβαλλαν κανένα αίτημα. Ενώ, φυσικά, μερικοί απ’ τους διαδηλωτές είχαν στο μυαλό τους μια μεταρρύθμιση της αστυνομίας ή μια κριτική ορισμένων κυβερνητικών πολιτικών, σε γενικές γραμμές δεν ζητούσαν τίποτα από την κυβέρνηση, το πανεπιστήμιο, τη δουλειά, την αστυνομία. Όχι γιατί θεωρούσαν ότι αυτό αποτελεί καλύτερη στρατηγική, αλλά επειδή δεν ήθελαν τίποτα που θα μπορούσαν να τους προσφέρουν αυτοί οι θεσμοί. Εδώ, η μορφή ταυτίστηκε με το περιεχόμενο. Ενώ τα αισιόδοξα συνθήματα που ακούγονταν παντού στις γαλλικές διαδηλώσεις έρχονταν σε αντίθεση με τις εικόνες των καμμένων ΙΧ και των σπασμένων βιτρίνων, στην Ελλάδα οι ταραχές ήταν το προφανές μέσο για το ξεκίνημα της αποθεμέλιωσης ενός ολόκληρου πολιτικού και οικονομικού συστήματος.

Τελικά, η δυναμική που γέννησε την εξέγερση επίσης έθεσε τα όρια αυτής. Έγινε εφικτή μέσα απ’ την ύπαρξη ενός εκτενούς ριζοσπαστικού δικτύου σε αστικές ζώνες, και ιδιαίτερα στην αθηναϊκή γειτονιά των Εξαρχείων. Οι καταλήψεις, τα καφέ, τα μπαρ, και τα κοινωνικά στέκια στα οποία συχνάζουν τόσο φοιτητές όσο και νέοι μετανάστες, δημιούργησαν το περιβάλλον από το οποίο αναδύθηκε η εξέγερση. Ωστόσο, αυτό το περιβάλλον ήταν ξένο στους περισσότερους μεσήλικες μισθωτούς εργαζόμενους, που δεν είδαν τον αγώνα αυτόν σαν αγώνα δικό τους. Αν και αρκετοί εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους στους νέους ταραχοποιούς, τους φάνηκε περισσότερο σαν ένα κίνημα κομματιών του προλεταριάτου που δεν έχουν εισαχθεί επίσημα στον “κόσμο της εργασίας, μιας και δεν είχαν μόνιμες εργασίες. Η εξέγερση, δυνατή στα σχολεία και στις συνοικείες των μεταναστών, δεν απλώθηκε στους χώρους εργασίας.

Το καθήκον μας στον τρέχοντα αγώνα θα είναι να κάνουμε σαφή την αντίθεση μορφής και περιεχομένου και να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για την υπέρβαση των ρεφορμιστικών αιτημάτων και την εφαρμογή ενός αυθεντικά κομμουνιστικού περιεχομένου. Καθώς τα συνδικάτα και οι φοιτητικοί σύλλογοι προωθούν τα διάφορα “αιτήματά” τους, εμείς πρέπει να αυξάνουμε την ένταση μέχρι να γίνει ξεκάθαρο ότι θέλουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Πρέπει διαρκώς να εκθέτουμε την αδυναμία συνοχής των αιτημάτων για δημοκρατικότητα και διαφάνεια. Τί τόσο σημαντικό έχει το δικαίωμα στο να βλέπουμε πόσο αβάσταχτα είναι τα πράγματα, ή το να ψηφίζουμε ποιος θα μας πηδήξει; Πρέπει ν’ αφήσουμε πίσω μας την κουλτούρα του φοιτητικού ακτιβισμού, με τα ηθικιστικά διλήμματα της μή-βίας και την εμμονή σε μονοδιάστατες καμπάνιες. Η μόνη επιτυχία με την οποία μπορούμε να νιώθουμε περήφανοι είναι η κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και εξαθλίωσης και του θανάτου που παράγει με ακρίβεια και υπόσχεται για τον 21ο αιώνα. Όλες οι δράσεις μας πρέπει να ωθούν προς την κομμουνιστικοποίηση: δηλαδή, την αναδιοργάνωση της κοινωνίας σύμφωνα με μια λογική ελεύθερου χαρίσματος, και την άμεση κατάργηση της μισθωτής εργασίας, της ανταλλακτικής αξίας, του υποχρεωτικού μόχθου και του εμπορεύματος. Η κατάληψη είναι μια κρίσιμη τακτική στον αγώνα μας, αλλά πρέπει να αντισταθούμε στην τάση να την χρησιμοποιήσουμε με έναν ρεφορμιστικό τρόπο. Οι διαφορετικές στρατηγικές χρήσης της κατάληψης έγιναν φανερές τον περασμένο Γενάρη οπότε και φοιτητές κατέλαβαν ένα κτίριο του New School της Νέας Υόρκης. Μια παρέα, κυρίως τελειόφοιτοι, αποφάσισαν να καταλάβουν το Φοιτητικό Κέντρο και να το διεκδικήσουν ως απελευθερωμένο χώρο για τους φοιτητές και το κοινό. Γρήγορα μαζεύτηκαν και άλλοι, όμως πολλοί απ’ αυτούς προτίμησαν να χρησιμοποιήσουν τη δράση ως ένα μέσο πίεσης για να πετύχουν μερικές μεταρρυθμίσεις, ειδικά να καταφέρουν την αποπομπή του προέδρου της σχολής. Αυτές οι διαφορές ήρθαν στο προσκήνιο καθώς η κατάληψη συνεχιζόταν. Ενώ οι ρεφορμιστές φοιτητές ήταν αποφασισμένοι να εγκαταλείψουν την κατάληψη με την πρώτη επιβεβαίωση της διεύθυνσης για το αίτημά τους, άλλοι απέρριπταν ολοκληρωτικά κάθε αίτημα. Έβλεπαν την ουσία της κατάληψης στην δημιουργία ενός προσωρινού ρήγματος στον καπιταλιστικό χωροχρόνο, μια μικρή αναδιευθέτηση που σκιαγραφούσε το όραμα της νέας κοινωνίας. Παίρνουμε το μέρος αυτής της αντι-ρεφορμιστικής θέσης. Αν και γνωρίζουμε πως αυτές οι απελευθερωμένες ζώνες θα είναι μόνο μερικές και μεταβατικές, οι προοπτικές που ανοίγουν μεταξύ του πραγματικού και του εφικτού μπορούν να ωθήσουν τον αγώνα σε μια πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Σκοπεύουμε να υιοθετήσουμε αυτήν την τακτική μέχρι να γενικευτεί. Το 2001 στην πρώτη εξέγερση στην Αργεντινή, οι piqueteros πρότειναν μια μορφή που θα έπρεπε να πάρει ο λαϊκός αγώνας: μπλοκαρίσματα δρόμων που σταματούσαν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Μέσα σε μήνες αυτή η τακτική εξαπλώθηκε στα πέρατα της χώρας χωρίς κανέναν επίσημο συντονισμό μεταξύ των ομάδων. Με τον ίδιο τρόπο η επανάληψη μπορεί να καθιερώσει την κατάληψη σαν μια ενστικτώδη και άμεση μέθοδο ανταρσίας τόσο μέσα όσο και έξω απ’ τα πανεπιστήμια. Έχουμε δεί ένα νέο κύμα καταλήψεων στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, τόσο σε σχολές όσο και σε χώρους εργασίας: το New School και το NYU, καθώς και οι εργάτες του Republic Windows Factory του Σικάγο, που πολέμησαν το κλείσιμο του εργοστασίου καταλαμβάνοντάς το. Τώρα είναι η σειρά μας.

Αν θέλουμε να πετύχουμε τους στόχους μας δεν μπορούμε να βασιστούμε στις ομάδες αυτές που προβάλλουν τους εαυτούς τους ως εκπροσώπους μας. Είμαστε πρόθυμοι να δουλέψουμε με συνδικαλιστικές και φοιτητικές ενώσεις όταν το βρίσκουμε χρήσιμο, αλλά δεν αναγνωρίζουμε την εξουσία τους. Πρέπει να δράσουμε από μόνοι μας άμεσα, χωρίς μεσολαβητές. Πρέπει να διαχωριστούμε από κάθε ομάδα που προσπαθεί να περιορίσει τον αγώνα μας καλώντας μας να επιστρέψουμε πίσω στη δουλειά ή στο μάθημα, να διαπραγματευτούμε, να συμβιβαστούμε. Έτσι ήταν η κατάσταση στην Γαλλία. Το αρχικό κάλεσμα για διαμαρτυρία έγινε μέσα από τις εθνικές ενώσεις μαθητών και φοιτητών και από μερικά συνδικάτα. Τελικά, αν και οι εκπρόσωποί τους ζητούσαν να διαδηλώσουν ειρηνικά, άλλοι πήραν το πάνω χέρι. Στην Ελλάδα επίσης, τα συνδικάτα φανέρωσαν τον αντεπαναστατικό τους χαρακτήρα, ακυρώνοντας την προγραμματισμένη απεργιακή πορεία τους και καλώντας σε αυτοσυγκράτηση.

Ως εναλλακτική στο να μας σαλαγάνε οι εκπρόσωποι, καλούμε τους φοιτητές και τους εργαζόμενους να οργανώσουν μόνοι τους σε δίκτυα. Καλούμε τους προπτυχιακούς, τους βοηθούς καθηγητών, τους λέκτορες, τους εργαζόμενους και το προσωπικό του πανεπιστημίου να ξεκινήσουν κοινές συνελεύσεις για να συζητήσουν την κατάστασή τους. Όσο περισσότερο αρχίζουμε να μιλάμε μεταξύ μας και να βρίσκουμε τα κοινά συμφέροντά μας, τόσο πιο δύσκολο θα γίνει για την διεύθυνση να μας βάλει τον έναν απέναντι στον άλλον σ’ έναν απελπιστικό ανταγωνισμό για τις ολοένα και λιγοστεύουσες παροχές. Οι πρόσφατοι αγώνες στο NYU και στο New School μαστίζονταν από την απουσία αυτών των βαθιών δεσμών, κι αν υπάρχει ένα μάθημα που πρέπει να πάρουμε απ’ αυτούς είναι ότι πρέπει να χτίσουμε πυκνά δίκτυα αλληλεγγύης βασισμένα στην αμοιβαία αποδοχή ενός κοινού εχθρού. Αυτά τα δίκτυα όχι μόνο μας κάνουν πιο ανθεκτικούς στην επαναφομοίωση και την εξουδετέρωση, αλλά επίσης μας επιτρέπουν να εγκαθιδρύουμε νέα είδη συλλογικών δεσμών. Αυτοί οι δεσμοί είναι η αληθινή βάση του αγώνα μας.

Θα βρεθούμε στα οδοφράγματα.

Research and Destroy

2009

Από το http://wewanteverything.wordpress.com/