To Μ.Ι.L. και τα εργατικά συμβούλια

Το MIL και τα εργατικά συμβούλια


Πηγή: Telesforo Tajuelo: El MIL, Puig Antich y los GARI, ed. Ruedo Iberico 1977

Μετάφραση και επιμέλεια των Εκδόσεων για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Σεπτέμβρης 2007

Σαν εισαγωγή

Θα αναφερθούμε σε κάποιες ομάδες, αυτές που σχημάτισαν το Movimiento Iberico de Liberation (MIL) και τις Grupos de Accion Revolucionaria Internacionalista (GARI), που αποφάσισαν να πάρουν στα χέρια τους, μια υπόθεση τόσο πολύτιμη όπως η απελευθέρωσή τους, χωρίς να ελπίζουν σε επαναστατικές πρωτοπορίες να τους λύσουν τα προβλήματά τους. Ο απόρριψη του λενινισμού εκ μέρους των ομάδων αυτών φτάνει μέχρι την ίδια τη σύλληψη του Lenin περί μιας επαναστατικής πρωτοπορίας στα χέρια της οποίας μπορούν να αφεθούν οι εργαζόμενοι/ες. Από κει και πέρα, κάθε κράτος, κάθε κόμμα που δέχεται τον λενινισμό διευθύνεται από μια ελίτ διαννοουμένων που σκέφτονται για λογαριασμό του, και σαν λογική συνέπεια αυτού, αποφασίζουν για λογαριασμό του, μιας και ο λαός αδυνατεί λόγω της μόρφωσής του.

Το MIL και οι GARI έκαναν τα πάντα προκειμένου να αγνοήσουν τελείως το κράτος, το κάθε κράτος, για να το αποκαταστήσουν ως έναν απλό άρπαγα. Η αντίληψή τους αυτή για το πρόβλημα του κράτους εδράζει στην παραδοσιακή αναρχική σύλληψη περί κράτους.

Χωρίς αμφιβολία, το να αγνοείς το κράτος σημαίνει να αγνοείς επίσης τους νόμους και το να μη συμμορφώνεσαι με την νομιμότητα σε θέτει αυτόματα εκτός της νομιμότητας. Με αυτήν την έννοια η ιστορία του MIL και των GARI είναι μια ιστορία ανθρώπων που αψήφησαν τους νόμους μιας και αυτοί υποβάλλονται απευθείας από το κεφάλαιο.

Το MIL ξανάδωσε στη λέξη κεφάλαιο, όλο το νόημά της, καταλογίζοντάς την στον νούμερο ένα εχθρό. Για το MIL, η δικτατορία δεν ήταν παρά μια από τις μορφές που μπορεί να πάρει το κεφάλαιο και με αυτή την έννοια, το σύνθημα «Κάτω η δικτατορία!» έπρεπε να αντικατασταθεί από το «Κάτω το κεφάλαιο!». Το MIL αγωνίστηκε ενάντια στο κεφάλαιο σε κάθε μορφή του. Από δω και μπρος, η λέξη αγώνας παίρνει για τους αγωνιστές του MIL μια συνεκτική έννοια, πάει να πεί αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο. Για να αγωνιστούν ενάντια στο κεφάλαιο, τα μέλη της ομάδας έπρεπε να ξεπεράσουν τους νόμους που υπέβαλλε αυτό, μιας και, όπως έλεγε κι ο Sartre «…από δω και μπρος, δεν μπορείς να πολεμήσεις το σύστημα μέσα στο οποίο βρίσκεσαι, σεβόμενος την νομιμότητά του». (Jean-Paul Sartre: On a raison de se revolter).

Το MIL δεν είχε λόγους να σεβαστεί μια νομιμότητα που είχε επιβληθεί από την αστική τάξη, η οποία βρίσκεται στη διαχείριση του κεφαλαίου. Δεν μπορείς να αγωνίζεσαι ενάντια στο κεφάλαιο και να ξερογλείφεσαι με την αστική τάξη. Το MIL και οι GARI λοιπόν αποτελούνταν από άτομα «πέραν του νόμου».

Το MIL δεν αντιπροσώπευε κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία. Ωστόσο είναι φανερές οι συμπάθειές του για τα Εργατικά συμβούλια. Στο θεωρητικό τομέα, η δουλειά του MIL στράφηκε προς όλες τις ριζοσπαστικές τάσεις, από τον αναρχισμό μέχρι τα εργατικά συμβούλια του Anton Pannekoek.

Τα μέλη του MIL εγκατέλειψαν γρήγορα αυτή τη μεταφραστική-εκδοτική δουλειά για χάρη της προσωπικής δημιουργίας, αφήνοντας μια ευρεία κλίμακα λησμονημένων κλασσικών κειμένων, όχι μόνο από τον επίσημο μαρξισμό αλλά κι από όλον τον κόσμο: Camillo Berneri, Esteban Balazs, Antonio Ciliga, Anton Pannekoek. Οι συγγραφείς που «διέσωσε» το MIL ήταν μιας αξιοσημείωτης ιδεολογικής γκάμας, που θα μπορούσε να φανεί ως σύγχυση: τα μαρξιστικά κείμενα (ωστόσο κανένα λενινιστικό), αναμειγνύονταν με τα καθαρά αναρχικά όπως του Berneri ή μια σύντομη ιστορία της FAI.

Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν κομμουνιστές και σε κάθε περίπτωση που έβρισκαν εκδήλωναν την υποστήριξή τους στα Εργατικά Συμβούλια. Εξαιτίας της πρακτικής τους και αρκετών εκδόσεών τους, συνηθιζόταν να περιγράφονται από τρίτους ως αναρχικοί. Οι ίδιοι φρόντιζαν να δείχνουν σε κάθε περίπτωση ότι ο κομμουνισμός τους δεν είχε να κάνει τίποτα με αυτόν του Lenin και των επιγόνων του. Για το MIL, ο Lenin, ή κι ο Proudhon ήταν μέρος της προϊστορίας. Αντιθέτως, η ομάδα πίστευε ότι μπορούσε ακόμα να συναντηθεί με τον Marx και ίσως λίγο με τον Bakunin, η έμπνευση των οποίων πηγαίνει στην Ιστορία, εγκαταλείποντας την προϊστορία. Όσον αφορά τη θεωρητική συνεισφορά του MIL, τα μέλη του δημοσίευσαν έντυπα τα οποία ήταν αν μη τι άλλο ξεκάθαρα τουλάχιστον ως προς αυτό: την αναγκαιότητα αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης. Είναι αυτό, άλλωστε, που συνδέει αναρχικούς και συμβουλιακούς.

Ανατρέχοντας στα κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε συνθήκες παρανομίας από την ομάδα αυτή, φαίνεται πως κλίνει περισσότερο προς το συμβουλιακό στρατόπεδο παρά προς το αναρχικό. Αυτό έχε να κάνει χωρίς αμφιβολία με τις αντιφάσεις από τις οποίες μαστιζόταν ο επίσημος ισπανικός αναρχισμός. Αν αναλύσουμε τα τρία χαρακτηριστικά των Εργατικών Συμβουλίων, χαρακτηριστικά που ανακάλυψαν ξανά για λογαριασμό τους κάποιες μειοψηφικές αναρχικές τάσεις, μπορούμε να κατανοήσουμε κάπως καλύτερα την επικράτηση της συμβουλιακής τάσης ανάμεσα στα μέλη του MIL.

Ένα από τα χαρακτηριστικά των Εργατικών Συμβουλίων είναι ο αντι-κοινοβουλευτικός χαρακτήρας τους. Το MIL που έχει σαν άξονά του την ’μεση Δράση, είναι βαθύτατα αντι-κοινοβουλευτικό. Και φυσικά στο σημείο αυτό, τα μέλη του ασκούν κριτική στον επίσημο αναρχισμό που στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου βρέθηκε με τα διευθυντικά του μέλη Garcia Oliver και Federica Montseny, υπουργούς στην δημοκρατική κυβέρνηση.

Το αυθόρμητο των εργατών στους αγώνες, άλλο χαρακτηριστικό των Εργατικών Συμβουλίων, αντιμετωπιζόταν από τους «επίσημους» αναρχικούς με μεγάλη προκατάληψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η CNT το μεγαλύτερο ελεύθερο συνδικάτο της Ισπανίας, δεν ανεχόταν καμία αυθόρμητη ενέργεια που βρισκόταν έξω από αυτό, αντιμετωπίζοντάς την τουλάχιστον ως ύποπτη αν όχι προβοκατόρικη. Αν το MIL μιλούσε για αυθορμητισμό στους εργατικούς αγώνες αυτό δεν είναι από καλή προαίρεση και μόνο, μιας και το ίδιο δεν αποτελούσε κάποια εργατική δομή.

Χωρίς αμφιβολία το ζήτημα που διαιρεί αρκετούς αναρχικούς, και σίγουρα αυτούς που προσδιορίζονται ως αναρχο-συνδικαλιστές, και με τους συμβουλιακούς είναι ο αντι-συνδικαλισμός των τελευταίων. Η CNT δεν έμαθε τίποτα από την κατάσταση στην οποία βρέθηκε με την φρανκική νίκη ούτε από τα λάθη του ελευθεριακού κινήματος. Στο σημείο αυτό το MIL είναι ξεκάθαρο: υπερασπίζεται τα εργατικά συμβούλια, ενάντια στον συνδικαλισμό. Αναλύει έτσι τη σημασία που έχουν για τα μέλη του οι εργατικές επιτροπές, στις οποίες αρκετά από αυτά συμμετείχαν.

Επιπλέον, το MIL αντιτάχθηκε σε κάθε ιδεολογία, είτε νικηφόρα είτε όχι. Τα κείμενα που εξέδωσε αποτελούν ένα σημαντικό βοήθημα για την κατανόηση της ανάλυσής του. Αν και το κάθε μέλος του MIL είχε μια διαφορετική θεωρητική συγκρότηση, υπήρχε μια κοινή συμφωνία όσον αφορά την απόρριψη κάθε ιδεολογίας.

Ανάμεσα στα διάφορα κείμενα που αναφέρονται στο MIL, και προέρχονται από κόμματα, γκρουπούσκουλα ή διάφορες οργανώσεις, μπορούμε να βρούμε από λυσσαλέες συκοφαντικές επιθέσεις μέχρι προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί το MIL για τους σκοπούς των ίδιων ομάδων και κομμάτων στις οποίες επιτέθηκε μέσα από τις εκδόσεις του.

Στο χώρο της ισπανικής αριστεράς, το MIL και ο «μάρτυράς» του Puig Antich έχουν γίνει ακόμα ένα καταναλωτικό προϊόν. Έχουν, όπως θα το έθεταν και οι καταστασιακοί αφομοιωθεί από την θεαματική κοινωνία. Ο Puig Antich παρουσιάζεται σήμερα ως μια φιλική ιλλουστρασιόν φιγούρα «αντιφασίστα», εύπεπτη για όλο τον κόσμο. Δεν έχει έρθει τουλάχιστον ακόμα η μέρα που θα δούμε το πρόσωπό του τυπωμένο σε χιλιάδες μπλουζάκια για την ισπανική προοδευτική νεολαία, όπως έγινε με τον Che Guevara, για παράδειγμα.

Τα μέλη του MIL βρίσκονται στη φυλακή. Ο «μαρτυρικός» Puig Antich πλασάρεται ως το τελευταίο εμπόρευμα εναλλακτικής κατανάλωσης. Τα ζητήματα που θα μας απασχολήσουν εδώ, έχουν να κάνουν με τη δράση του MIL, αυτού του κινήματος που γεννήθηκε στις εργοστασιακές επιτροπές, ενάντια στον έλεγχό τους από το ΚΚ Ισπανίας, και η ύπαρξή του αποτέλεσε ένα σταθμό στην ιστορία της πάλης των τάξεων στην Ισπανία.

Το MIL: Δράσεις και στόχοι, Γενάρης 1972 – Αύγουστος 1973

Το MIL δημιουργήθηκε ως μια εξειδικευμένη ομάδα «υποστήριξης των αγώνων και των πιο ριζοσπαστικών τάσεων του Εργατικού Κινήματος της Βαρκελώνης». Μπορούμε να περιγράψουμε το είδος της υποστήριξης αυτής χωρίζοντάς τη σχηματικά σε δυο σκέλη: πρακτική και θεωρητική.

1. Στο επίπεδο της πρακτικής, προσέφερε μια υλική βοήθεια στους απεργούς καθώς και σε μερικές ομάδες που συμμετείχαν στους αγώνες. Η δράση του σε πρακτικό επίπεδο βασιζόταν σε αυτό που λέμε «απαλλοτρίωση» ή «επανοικειοποίηση» των υλικών πόρων.

2. Στο επίπεδο της θεωρίας, συμπεριλαμβάνεται η έκδοση φυλλαδίων και μπροσούρων, συνεισφέροντας έτσι στην επαγρύπνηση του μέσου εργαζομένου και στην επαναστατική προπαγάνδα. Προς αυτούς τους σκοπούς κινήθηκαν και με την έκδοση της επιθεώρησης CIA (Conspiracion Internacional Anarquista – Διεθνής Αναρχική Συνομωσία) και τις εκδόσεις «Μάης του ’37».

Κάνουμε το διαχωρισμό στα δυο αυτά επίπεδα ώστε να διευκολύνουμε την ανάλυση. Ελπίζουμε πως δε θα διαστρεβλώσουμε με τον τρόπο αυτό τη δράση μιας από τις λίγες ομάδες που αγωνίστηκαν για μια ενότητα θεωρίας και πρακτικής. Κάποιος που θα ενημερωνόταν από τον ισπανικό τύπο της εποχής, θα θυμάται ίσως τα δημοσιεύματα που παρέλαυναν μέρα με την μέρα μιλώντας για μια άκρως επικίνδυνη συμμορία κακοποιών, ή ίσως γκάγκστερς ή δολοφόνων, ή ληστών, των οποίων η μόνη δράση ήταν οι επιθέσεις σε τράπεζες. Το πλήθος των τραπεζών που δέχτηκαν επίθεση ή ληστεύτηκαν έκαναν δύσκολο να μιλήσει κανείς γι αυτούς, χωρίς παράλληλα να γελοιοποιείται το κύρος της αστυνομίας. Τίποτα δεν μπορούσε να τους σταματήσει, η δράση τους δεν έπαυε να διογκώνεται, ενώ πάντοτε κατάφερναν να διαφεύγουν της αστυνομίας ακόμα και μετά από ένοπλες συμπλοκές. Η επικίνδυνη συμμορία πάντοτε τα κατάφερνε.

Ορισμένα φερέφωνα, είπαν πως ήταν πια καιρός η αστυνομία να επιτεθεί στους ανυπεράσπιστους εργάτες, αντιμετωπίζοντάς τους ένοπλα μέσα στο ίδιο το γήπεδό τους, έτσι ώστε να αποθαρρυνθούν από κάθε τέτοια ενέργεια, αναγκάζοντάς τους στην άμυνα.

Οι ισπανοί, ωστόσο, φάνηκε να παίρνουν αρχικά συναισθηματικά το μέρος των διωκόμενων, παρά τις ορέξεις του φασιστικού καθεστώτος, έδειξαν συμπάθεια για την ομάδα αυτή που αντιτιθόταν στον φρανκισμό. Όταν τελικά κατάλαβαν πως δεν επρόκειτο για μια συμμορία δολοφόνων όπως του παρουσίαζαν, στο στυλ των αμερικανικών ταινιών, παρά μια ομάδα από νεαρούς επαναστάτες -ανάμεσά τους υπήρχαν και 16χρονα παιδιά- και οι οποίοι όπως φάνηκε μοίραζαν το «απαλλοτριωμένο» χρήμα στους απεργούς, και χρηματοδοτούσαν εκδόσεις με αντικείμενο την αντιπληροφόρηση ανάμεσα στον εργατικό κόσμο, η αρχική συμπάθεια μετατράπηκε σε θαυμασμό και αλληλεγγύη με την ομάδα, όπως και φάνηκε σε αρκετές περιπτώσεις.

Το MIL και τα εργατικά συμβούλια

Οι ισπανικές εργατικές επιτροπές, με τον τρόπο και για την περίοδο που λειτούργησαν, ανάμεσα στα 1962 και στα 1968, είχαν τρία ιστορικά προηγούμενα: Το πρώτο ήταν τα ρωσικά Σοβιέτ, μέχρι την επιβολή της κατευθυντήριας γραμμής των μπολσεβίκων, και την μετατροπή των Σοβιέτ από αυτούς σε όργανο της πολιτικής εξουσίας τους. (βλ. Michel Laran: Russie – URSS: 1870-1970, Masson, Paris, 1973 καθώς και Volin: La revolution inconnue, Belfond, Paris, 1972, ελληνική έκδοση από τη «Διεθνή Βιβλιοθήκη» με τίτλο: Η ’γνωστη Επανάσταση). Το δεύτερο τέτοιο ήταν τα γερμανικά εργατικά συμβούλια, όπως εμφανίστηκαν στον πυρετό της επανάστασης του 1919 και πάνω στα οποία οικοδόμησαν τη θεωρία τους ο Pannekoek μαζί με τον Gorter (Anton Pannekoek: Les Conseils Ouvrieres, Belibaste, Paris 1974, ελληνική έκδοση από τον «Ελεύθερο Τύπο» με τίτλο: Τα εργατικά συμβούλια). Το τρίτο προηγούμενο συνιστούσαν τα εργατικά συμβούλια όπως εμφανίστηκαν στην Ουγγαρία, και ιδιαίτερα στη Βουδαπέστη, στη διάρκεια της εξέγερσης του 1956. Η σύντομη διάρκειά τους -ανάμεσα στις 23 Οκτώβρη και τις 4 Νοέμβρη του 1956- και οι διαφορές ανάμεσα στα καθεστώτα δυσχεραίνουν μια σύγκριση με τις ισπανικές εργατικές επιτροπές (CCOO).

O Anton Pannekoek (1873-1960) ήταν μια από τις σπάνιες εκείνες προσωπικότητες που, όπως κι ο Marx, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ασχολήθηκε με το πρόβλημα του κοινωνικού μετασχηματισμού από την άποψη της δυναμικής της πάλης των τάξεων, ιδωμένης ως έναν αυτόνομο αγώνα για τη θεμελίωση ενός νέου κόσμου. Για να αναλύσουμε τη γραμμή που οδηγεί από τις εργατικές επιτροπές στο MIL, πρέπει πρώτα να αναλύσουμε το έργο του Pannekoek, από το οποίο εμπνεόταν το MIL. Στην πραγματικότητα, η υπόθεση του MIL δε θα ήταν ίσως τόσο σπουδαία αν παραβλέπαμε τον Gorter, από τον οποίο παίρνει τις βασικές αρχές του. Δύσκολα κάποιος μπορεί να γνωρίσει τα εργατικά συμβούλια χωρίς να αναφερθεί στο έργο ενός φιλοσόφου του βεληνεκούς του Gorter.

Το τελευταίο βιβλίο του Pannekoek, Τα Εργατικά Συμβούλια, γραμμένο ανάμεσα στα 1942 και τα 1947, είναι το αποτέλεσμα και με κάποια μορφή, η ολότητα, ενός προηγούμενου έργου. Ο Pannekoek ανίχνευσε ξεκινώντας από την γερμανική εμπειρία του 1919, κάποιες αρχές που εμφανίζονται και μπορούν να επεκταθούν πάντοτε. Θα ήταν αχρείαστο να υπενθυμίσουμε ότι ο Pannekoek ήταν εκτός από διάσημος αστρονόμος, κι ένα από τα πιο επιφανή μέλη της γερμανικής αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, κι αργότερα, της ολλανδικής υπερ-αριστεράς.

Τα συμπεράσματα στα οποία οδηγήθηκε ο Pannekoek είναι ο καρπός της συμμετοχής του στους αγώνες των τελών του 19ου αιώνα μέχρι και την μέση σχεδόν του 20ου. Οι σκέψεις του πάνω στις ξεχωριστές στιγμές της ιστορίας του εργατικού κινήματος -τα ρωσικά Σοβιέτ, τα γερμανικά συμβούλια, τους διαρκείς ή εξελισσόμενους αγώνες στο σύγχρονο καπιταλισμό- είναι ενός πλούτου και μιας αισθητικής εμπειρίας σημαντικών για τους αγώνες του σήμερα.

Η αντίληψή του για τις αρχές της κοινωνικής οργάνωσης, η κριτική αποτίμηση της ταξικής πάλης μέσα στην κίνηση του καπιταλισμού, η διαρκής κριτική του στα κινήματα που εξελίσσονται στον σοσιαλισμό, μαζί με μια οξυδερκή μελέτη της μπουρζουαζίας και των κυρίαρχων τάξεων ολόκληρου του κόσμου, απαρτίζουν το έργο του Τα Εργατικά Συμβούλια.

Η ιδέα των εργατικών συμβουλίων δεν αποτελεί μια συμπαγή σύλληψη που θα εφαρμόζεται για πάντα με μια συγκεκριμένη οργανωτική μορφή, και για την οποία δεν μένει παρά να τελειοποιήσουμε κάποιες λεπτομέρειες. Ξεκινά από μια αρχή, την αρχή της αυτό-διεύθυνσης από τους εργαζομένους των εργοστασίων και της παραγωγής. Η πραγματοποίηση αυτής της αρχής δεν είναι ένα ζήτημα θεωρητικών αναζητήσεων που θα καταλήξουν στα καλύτερα μοντέλα ώστε να εφαρμοστούν. Είναι ένα πρακτικό ζήτημα του αγώνα ενάντια στους θεσμούς της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Τα εργατικά συμβούλια τείνουν να γίνουν ο ταξικός αγώνας, η επαναστατική δράση ενάντια στην κρατική εξουσία. Έτσι λοιπόν, η ιδέα των εργατικών συμβουλίων, δεν έχει καμία σχέση με ένα πρόγραμμα προς εφαρμογή σήμερα ή στο μέλλον. Πρόκειται αποκλειστικά για μια «κατευθυντήρια γραμμή για τη σκληρή και διαρκή μάχη της χειραφέτησης της εργατικής τάξης για την αυτό-κατάργησή της ως τέτοια» (Anton Pannekoek: Ueber Arbeiterate, Funken III, Ιούνιος 1952).

Δεν ήταν μόνο η καπιταλιστική κοινωνία και η οργάνωσή της που δέχτηκε τα βέλη της κριτικής του Pannekoek. Εξίσου επιτέθηκε στα κόμματα τα οποία θεωρούσε ως προπαγανδιστές της αστικής ιδεολογίας και τα οποία δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν, ακόμη κι αν ήθελαν, στη χειραφέτηση της εργατικής τάξης: Μέχρι τις μέρες μας η πρακτική όλων των κομμάτων συνίσταται στην επιδίωξη της εξουσίας και η διαχείρισή της προς όφελός τους. Γι αυτή την παραδοχή με την μορφή της αντιπροσώπευσης στην εξουσία της εργατικής τάξης μέσω ενός κόμματος για λογαριασμό της – πραγματική παραδοχή των περισσότερων κομμουνιστικών κομμάτων σήμερα – γράφει ο Pannekoek: «…στον μετασχηματισμό που δύναται να οδηγήσει σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις, αυτό που χρειάζεται για την οργάνωση του κοινωνικού σώματος που γεννιέται από τον κοινό αγώνα, είναι η αυτοοργάνωση και όχι μια οργάνωση που έρχεται σαν συμπέρασμα ενός προγράμματος, μια οργάνωση που προκύπτει ως αντιγραφή μιας δομής που έχει κανονιστεί από τα πριν, όπως για παράδειγμα τα πολιτικά κόμματα» (Σ.τ.μ: απόσπασμα από Τα Εργατικά Συμβούλια).

Αυτό όπου πρέπει να συγκατανεύσουμε, είναι για τον Pannekoek, μια νέα δυναμική που αντιπαραβάλλει την αυτοδιάθεση στην εξουσία ανθρώπου από άνθρωπο. Έτσι, η εργατική τάξη δεν μπορεί να καταφάσκει και να κερδίσει ταυτόχρονα, αν δεν κρατά την μοίρα της στα χέρια της, κι αυτό δεν είναι κάτι το μαγικό. Για να φτάσει σ αυτό, πρέπει η εργατική τάξη να απορρίψει τις παλιές ιδέες, τις πεπερασμένες χίμαιρες. Πρέπει το προλεταριάτο να φτάσει σε πρωτόγνωρα επίπεδα: Να αποδιαρθρώσει εκτεταμένα τον εχθρό, να οργανώσει την παραγωγή, να δημιουργήσει έναν νέο κόσμο.

Σε αυτήν την αταξική κοινωνία που οραματίστηκε ο Pannekoek, περιλαμβάνεται μια οργάνωση της παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι απαραίτητο, κατ’ αυτόν, να θεραπευτούν τα σώματα και τα πνεύματα των καταπιεσμένων: Είναι αυτοί που η Ιστορία τους προορίζει για τα Εργατικά Συμβούλια και για την αναζήτηση της επίλυσης του «προβλήματος του παγκόσμιου κοινωνικού συντονισμού». Αυτή η κοινωνική σύλληψη των Εργατικών Συμβουλίων είναι διαφορετική από τα εργοστασιακά και τα άλλα διαχειριστικά συμβούλια. Ως αποτέλεσμα, περισσότερο από το οικονομικό ζήτημα που έγκειται στην οργάνωση της παραγωγής, τα Εργατικά Συμβούλια θέτουν περαιτέρω ένα πολιτικό ζήτημα κοινωνικού συντονισμού.

Πάνω σ αυτό, έγραφε ο Pannekoek: «…Αυτές (οι ενεργές μάζες) οργανώνουν την εξουσία τους στα εργοστάσια ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζουν τους νέους αγώνες αυτή τη φορά για να τελειώνουν οριστικά με την κυριαρχία του κεφαλαίου. Σχηματίζουν, μέσα από τα Εργατικά Συμβούλια, μια κοινότητα ολοένα και πιο συνεκτική, ικανή να πάρει την διεύθυνση της κοινωνίας στα χέρια της. Το μοναδικό μέσο να τσακιστεί το κεφάλαιο συνίσταται, τώρα και πάντα, στην ενιαία δράση των μαζών, καταλαμβάνοντας τα εργοστάσια και σχηματίζοντας τις οργανώσεις των Συμβουλίων της».

Τα Εργατικά Συμβούλια είναι λοιπόν το όργανο της πρακτικής δράσης και της διεξαγωγής της μάχης της εργατικής τάξης και την ίδια στιγμή η μορφή της αυτό-κυβέρνησής της, η οποία μελλοντικά, θα διαδεχτεί τις διάφορες μορφές κυβέρνησης του παλιού κόσμου. Τα Εργατικά Συμβούλια με την μορφή που παίρνουν στη διάρκεια της μάχης της εργατικής τάξης για την εξουσία, εκμηδενίζουν το καπιταλιστικό σύστημα και οργανώνουν την κοινωνική παραγωγή. Ο νέος προσανατολισμός του σοσιαλισμού είναι η αυτοδιεύθυνση της παραγωγής, η αυτοδιεύθυνση της πάλης των τάξεων και το όργανό της είναι τα Εργατικά Συμβούλια.

Είπαμε ότι η σημασία του έργου του Pannekoek συνίσταται στο ότι δεν συνέλαβε με έναν «ιδεαλιστικό» τρόπο την μελλοντική κοινωνική οργάνωση – την οποία τόσο αυτός, όσο και το MIL αποκαλούν κομμουνιστική – αλλά, αντίθετα, την εντόπισε μέσα σε όλα τα προβλήματα που δεν μπορεί να ξεπεράσει η ταξική κοινωνία, και εντόπισε σ αυτήν όσα προβλήματα δε θα μπορούσαν παρά να βρίσκονταν κι εκεί. Ο Pannekoek, ως απάντηση στις πολεμικές που αντιμετώπισε μέσα στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, προέτεινε πάντα την πρακτική ως το πεδίο των έμφυτων αντιφάσεων κάθε πολιτικής δράσης, εκεί όπου βρίσκονται οι απαντήσεις, κι όχι στα κείμενα ή τις επιθεωρήσεις.

Η αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης, ιδέα που θα πάρει με τον καιρό το όνομα του κομμουνισμού των Εργατικών Συμβουλίων, είναι πανταχού παρούσα στο έργο του Pannekoek: «Η γενικευμένη αυτοδιάθεση είναι ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται, όχι πια από μια μειοψηφία «διευθυντών» πάνω σε μια πλειοψηφία «αποδεκτών» αλλά από ολόκληρη τη συλλογικότητα. Στο επίπεδο της ενότητας της παραγωγής, αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις της πραγματοποίησης ή της ακύρωσης λειτουργιών, είναι αρμοδιότητα της συλλογικότητας των εργαζομένων που λαμβάνεται μέσα από τα όργανά τους, εκλεγμένα και ανά πάσα στιγμή ανακλητά, τα Εργατικά Συμβούλια».

Μια οργάνωση ισοτιμίας, σε καθολική ρήξη με την καπιταλιστική ιεραρχική οργάνωση, θέτει με τη σειρά της πολυάριθμα ζητήματα: τόσο στο επίπεδο της συλλογικότητας, όσο και στο επίπεδο των μηχανισμών συντονισμού των αυτόνομων παραγωγικών μονάδων, στο επίπεδο της ενότητας της εργασίας, στο επίπεδο της διανομής της πληροφορίας και των μέσων.