Το Πανκ ως αυτο-αξιοποίηση

Το Πανκ ως αυτο-αξιοποίηση (πηγή: το κείμενο PUNK AND AUTONOMIA, κυκλοφορεί στο διαδίκτυο)

Ιδωμένο α-ιστορικά, το ιταλικό κίνημα των μαζικών καταλήψεων, διαδηλώσεων και οδομαχιών δεν έχει πολλές επιδερμικές ομοιότητες με την ανάπτυξη του πανκ ροκ στο ηνωμένο βασίλειο. Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ του πανκ και των μητροπολιτικών ινδιάνων αλλά η ιστορία των δυο χωρών εξελίχτηκε εντελώς ξεχωριστά. Γενικά, η Ιταλία αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση, ιδιαίτερα όσον αφορά τη μακροζωία του κινήματος. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια άμεση κυκλοφορία επιρροών μεταξύ των δυο κινημάτων, τουλάχιστον όχι μέχρι τα 80es οπότε οι πανκ και αυτόνομες επιρροές αναμείχθηκαν σε πολλές χώρες, με πιο σπουδαία παραδείγματα το ολλανδικό καταληψιακό κίνημα και τους γερμανούς αυτόνομους. Στην Ιταλία το πανκ ήταν μια επιρροή μόνο από τη στιγμή που η δημοτικότητά του και η χρήση του ως ένα στοιχείο ενότητας βοήθησε να επανεκκινήσει ένα κίνημα που γυρνούσε γύρω από τις ιδέες της αυτονομίας και βασισμένο στα Centri Sociali, “αυτοδιαχειριζόμενα, κατηλειμένα κοινωνικά κέντρα” από τις αρχές του 70. Ωστόσο, και για τις δυο χώρες, και για το διεθνή καπιταλισμό ως όλον, τα μέσα του 70 ήταν μια περίοδος δραματικών αλλαγών. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 σηματοδότησε την αρχή του τέλους για το μεταπολεμικό στάτους. Το κεφάλαιο ξεκίνησε ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης που θα υπέσκαπτε την κευνσιανή πολιτική η οποία βασιζόταν στην αντιμετώπιση παλιότερων μορφών εξουσίας της εργατικής τάξης. Το πανκ ήταν ένα κίνημα που γνώριζε τα μίντια, γνώριζε τον εαυτό του και μυθοποιούσε τον εαυτό του ήδη από τη γέννησή του. Προσπαθώντας να εξετάσουμε την ιστορία και το νόημα μιας τόσο σύνθετης και ποικίλης σειράς εμπειριών είναι περίπλοκο μιας και η γνώση μας προέρχεται από πηγές ήδη διαμεσολαβημένες. Το κίνημα της αυτονομίας ήταν εξίσου περίπλοκο και δεδομένης της έλλειψης βιβλιογραφίας στα αγγλικά είναι πιθανό να χάνουμε τη ραχοκοκκαλιά της ιστορίας με έναν γενικό και προβλέψιμο τρόπο. Η υπερ-αναλυμένη κατάσταση του πανκ, το κάνει άλλωστε ακόμη πιο δύσκολο να δώσουμε ένα επαρκές πορτραίτο του. Τα πρόσφατα γραπτά για το πανκ (Sabine, 1999) τείνουν να κάνουν ακόμα πιο προβληματική αυτή την κατάσταση, παίρνοντας ως δεδομένο ότι πολλές “part time” πανκ εμπειρίες μπορούσαν να είναι εξίσου αυθεντικές και έγκυρες όσο αυτές του John Lydon (Johnny Rotten). Φυσικά, υπήρξαν διάφορες “γραμμές πτήσης” από το πανκ. Ωστόσο αν επιστρέψουμε στη θεωρία των αυτόνομων, το τελικό οχυρό δεν είναι μια απαίτηση αυθεντικότητας αλλά η αποτελεσματικότητα.

Ένα απ’ αυτά τα χρήσιμα πράγματα του να αντιμετωπίζουμε το πανκ ως ένα κίνημα αυτο-αξιοποίησης είναι ότι δίνει έμφαση στη συνέχεια μεταξύ των αγώνων που ίσως αλλιώς δε γινόταν ορατή. Ένα από τα ερωτήματα που πάντοτε ήταν αμφιλεγόμενο είναι αν το πανκ ήταν μια αντίδραση ή μια συνέχεια του κύκλου τω αγώνων του ’60. Φυσικά αυτό έχει να κάνει με το πως μεταφράζουμε το ’60. Οι αυτόνομοι το μετέφραζαν σαν την ανάπτυξη των αναγκών και των επιθυμιών που πήγε πέρα απ’ αυτό που μπορούσε να παρέχει το μεταπολεμικό στάτους. Όπως γράφουν οι Negri και Hardt σε ένα πρόσφατο βιβλίο του: “Το dropping out (να τα παρατάς) ήταν πράγματι μια πολύ φτωχή έκφραση μπροστά σ’ αυτό που συνέβαινε στο Haight Ashbury και σε όλες τις ΗΠΑ στα 1960. Οι δυο βασικές λειτουργίες ήταν η άρνηση του πειθαρχικού καθεστώτος και η εμπειρία με νέες μορφές παραγωγικότητας”. Αυτοί οι αγώνες διέκοψαν το μεταπολεμικό καθεστώς πειθαρχίας, αρνούμενοι τη μαζική βιομηχανία και την πυρηνική οικογένεια και ευνοώντας ένα είδος άυλης και κινητής παραγωγικότητας που στη διαστρεβλωμένη του μορφή αφομοιώθηκε από το κεφάλαιο ως νέο παραγωγικό μοντέλο.

Το γνωστό ρητό του Jamie Reid “Never trust a hippy” (“ποτέ μην εμπιστεύεσαι έναν χίππη”) στόχευε πρώτα και κύρια τον Richard Branson, αλλά συνόψιζε μια γενικότερη αποστροφή εκείνης της γενιάς για τους χίππηδες. Όπως λεεί η βετεράνος των 60es Caroline Coon: “Δεν περίμενα να δω τον ιδεαλισμό της γενιάς μου να διώκεται με τόσο επιθετική αρνητικότητα. Όταν αυτά τα παιδιά κοροιδεύαν τους χίππηδες, αντιλήφθηκα ότι μεγάλωσαν διαβάζοντας για τους χίππηδες στις εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, κι αυτό που έκαναν ήταν να περιγελούν τους “βρωμερούς και καμμένους” χίππηδες. Έτσι, τους είπα “οι κωλοφυλλάδες έκαναν στους χίππηδες αυτό ό,τι θα κάνουν και σε σας”.

Ωστόσο, το πανκ ήταν μια συνέχεια αρκετών από τις ιδέες και των θεμάτων του ’60 σε μια αντι-60 μορφή. Αυτό στο οποίο το πανκ αντιδρούσε ήταν η επαναφομοίωση των αγώνων του ’60. Ήταν η συνέχιση των ιδεών της αντικουλτούρας του ’60 σε μια μορφή μηδενισμού ενάντια στη μιντιακή φιγούρα του χίππη. Αυτό που αρνούνταν οι πανκς στους χίππηδες ήταν η ψεύτικη, η γελοία και απολυταρχική καλοσύνη του χίππη στην οποία είχε περιοριστεί. Που ενδεχομένως συμβολιζόταν από το λογότυπο με τη χαμογελαστή κίτρινη φατσούλα. Στην αφίσα του Jamie Reid για το δίσκο California Uber Alles της αμερικανικής πανκ μπάντας Dead Kennedys η χαμογελαστή φατσούλα γίνεται η μάσκα της απειλής του χαλαρού καλιφορνέζικου στυλ του Φασισμού. Μοιάζει αντιπροσωπευτικό ενός βασικού θέματος του πανκ. Η επίδειξη του κοινωνικού ρεαλισμού ενάντια στην μεταφυσικότητα της χαμογελαστής φάτσας. Ήταν φυσικά μια εποχή που η αναδιοργάνωση του κεφαλαίου έκανε τη ψηλομύτικη αυτο-ικανοποίηση των αφομοιωμένων χίππηδων ανυπόφορη.

Η μορφή που αυτή η αντίδραση πήρε ήταν μια μηδενιστική οργή ενάντια στις ήττες της προηγούμενης γενιάς. Η απόρριψη των χίππηδων μπορεί να ειδωθεί στις προηγούμενες εκδηλώσεις του πανκ γύρω από το κλαμπ CBGB στην Νέα Υόρκη. Στυλιστικά αυτή αντιπροσωπευόταν από κοντά μαλλιά καρφάκια και στενά παντελόνια, “like trouser like mind” (τα παντελόνια όπως και τα μυαλά) τραγουδούσε άλλωστε ο Joe Strummer, όμως επίσης ενός στυλιζαρισμένου μητροπολιτικού χαρακτήρα, βίαιου και ανικανοποίητου. Αυτή η απόρριψη των χίππηδων φυσικά δεν ήταν ξένη στην αντικουλτούρα του ’60. Οι Diggers του Σαν Φρανσίσκο έκαναν ακόμη μια θεατρική κηδεία στα 1967, κηρρύσοντας το “θάνατο των χίππηδων, αφιοσιωμένων τέκνων των ΜΜΕ”. Ωστόσο στη σκηνή του CBGB η άρνηση των χίππηδων συχνά κατέληγε σε αντιδραστικές και ακόμη και ρατσιστικές χειρονομίες.

Στο Λονδίνο υπήρχε μια ομάδα ανθρώπων συσπειρωμένων γύρω από τους Sex Pistols που ήταν ακόμη ενθουσιασμένοι με το ελευθεριακό πνεύμα του Μάη του 1968. Ίσως, χρειάστηκε αυτή την επανασύνδεση του πανκ με τους πιο ριζοσπάστες προγόνους του για να φέρει στην επιφάνεια την επαναστατική δυναμική του πανκ. Η επιρροή των καταστασιακών ιδεών, συνήθως ανιχνεύεται μέσα από τις διασυνδέσεις του Malcolm McLaren και του Jamie Reid με την ομάδα King Mob στις αρχές του 1970. Στην ομάδα King Mob περιλαμβάνονταν πρώην μέλη της Καταστασιακής Διεθνούς που είχαν εκδιωχτεί απ’ αυτήν για τις έντονες επιρροές τους από την ομάδα Black Mask, “συμμορία δρόμου με ανάλυση”, από την οποία αργότερα θα προέλθουν οι Up Against the Wall Motherfucker.

Γύρω από τoυς Sex Pistols, βρίσκονταν κι άλλοι επίσης επιρρεασμένοι από τα 60es: η Sophie Richmond είχε επίσης συμμετάσχει στα καταστασιακά έντυπα και εκδόσεις της Suburban press με τον Jamie Reid, όμως είχε προηγουμένως υπάρξει μέλος της ελευθεριακής σοσιαλιστικής ομάδας Solidarity. Κι άλλοι ακόμα, όπως ο Bernie Rhodes, μάνατζερ των Clash, ο John Tiberi μάνατζερ των Sex Pistols και ο Fred Vermorel, φίλος του McLaren και εκδότης του προ-καταστασιακού περιοδικού “International Vandalism”. Ο Vermorel είπε αργότερα για τη φάση: “Ολόκληρο το θέμα των Pistols ήταν βασικά μια μαρξιστική συνωμοσία, ίσως ακούγεται γελοίο, αλλά αυτό ήταν. Είχες τον Jamie Reid, τη Sophie Richmond και τον Malcolm να κάθονται κάτω και να μιλούν για ριζοσπαστική πολιτική, και για το πως να ριζοσπαστικοποιήσουμε αυτό ή το άλλο, πόσο μακριά μπορούμε να το τραβήξουμε κλπ”.

Το μέγεθος της επιρροής που είχαν στη μπάντα είναι αμφιλεγόμενο πάντως σίγουρα παρείχαν ένα οπλοστάσιο ιδεών γύρω από το πανκ όταν αυτό γεννιόταν και τα τραγούδια του γράφονταν. Η συγγένεια μεταξύ του πανκ και των ιδεών που κυκλοφορύσαν λίγα χρόνια νωρίτερα από τους King Mob είναι σαφής. Εφαρμόζονταν έναν ενεργό μηδενισμό, κινητοποιούσαν τα πιο εξωφρενικά σχέδια, όπως την ανατίναξη ενός καταρράκτη σε μια λίμνη, ως διαμαρτυρία ενάντια στο ρομαντισμό. Χαρακτηριστικό της στάσης του: “Καλύτερα να είσαι απαίσιος παρά ένας ευχάριστος αλτρουιστής χίππης, να ένα είδος μη-διαλεκτικής υπερ-αντίδρασης στους χίππηδες”. Αυτός ο μηδενισμός ήταν επίσης προφανής στο πανκ, όπως αντανακλούσε άλλωστε και στο όνομά του (πανκ: αλήτικο). Στις αρχές του ’70, ο Chris Gray, μέλος των King Mob είχε κυκλοφορήσει την ιδέα για τη δημιουργία ενός “εντελώς δυσάρεστου ποπ συγκροτήματος”. Δεν πήγε ποτέ παραπέρα από την αναγραφή μερικών γκραφφίτι που ανείγγελαν τη δημιουργία της μπάντας του αλλά η ιδέα ήταν μια από τις πολλές που έθρεψαν τους Sex Pistols. Σχεδιαζόταν ως μια κριτική του καταναλωτισμού, μια επίδειξη των σκουπιδιών που είναι έτοιμος να μετατρέψει σε εμπόρευμα ο καπιταλισμός, μια αποκάλυψη του τρόπου που δουλεύει η μουσική βιομηχανία και μια αποκήρυξη των καλλιτεχνικών άλλοθί της. Η επιρροή της ιδεάς του είναι εμφανής στην μετέπειτα ερμηνεία του πανκ από τον McLaren ως ένα αγκάθι στη μουσική βιομηχανία. Οι Pistols ως οι αντι-Bay City Rollers, παίζοντας με πλέι μπακ τις ανταποκρίσεις για το πανκ ακροδεξιών εφημερίδων, τα μίντια δημιουργούσαν πρόθυμα το χειρότερο εφιάλτη τους.

Φυσικά το πανκ ήταν πολλά παραπάνω από τις μηχανοραφίες μερικών υποκινητών. Μια ομάδα προαστειακών και μητροπολιτικών εφήβων είχε ήδη εκμεταλλευτεί τα κενά στην ποπ κουλτούρα για να δημιουργήσει το δικό της στυλ και τρόπο ζωής. Η αυτοδίδακτη ευφυία της περσόνας του Johnny Rotten είναι ένα από τα πράγματα εκείνα που δεν μπορείς να προγραμματίσεις. Αυτό είναι το πρόβλημα με την ρητορική του πανκ, οι Sex Pistols ήταν πολύ καλοί. Η κριτική τους ήταν τόσο ισχυρή που υπέσκαψε όλη την προηγουμένως υπάρχουσα ποπ κουλτούρα, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής ροκ. Ο Greil Marcus θεωρεί ότι οι Sex Pistols έσκαψε το λάκο της ποπ. Υπονομεύοντας τις συμβάσεις της ποπ και της ροκ, οι Sex Pistols απελευθέρωσαν έναν τεράστιο γόνιμο χώρο. Μουσικά, αρνούμενοι να μάθουν να παίζουν σωστά τα όργανά τους, το πανκ κατέρριψε τις συμβάσεις που ήθελαν τους μουσικούς ανθρώπους καταρτισμένους. Απομυθοποιώντας την κουλτούρα το πανκ δημιούργησε ένα χώρο πρόσφορο για μια έκρηξη της αυτο-δραστηριότητας. Άνθρωποι εμπνεύστηκαν να δημιουργήσουν δικές τους μπάντες, φανζίν ή ρούχα ή να στήσουν δικές τους συναυλίες. Η κληρονομιά της δύναμης που ένιωσαν αυτοί οι άνθρωποι στα χέρια τους μας ακολουθεί ακόμα. Όπως έγραψε ο δημοσιογράφος του πανκ Richard Boon: Η απειλή που έθεσε το πρώιμο πανκ ήταν ότι έξυπνοι νέοι άνθρωποι της εργατικής τάξης μπορούσαν να τινάξουν τα δεσμά της καταπίεσης! και να περάσουν στην ιστορία!

Υπό την έννοια αυτή, το πανκ μπορεί να ειδωθεί σαν μια στιγμή αυτο-αξιοποίησης ανάλογη με τους μητροπολιτικούς ινδιάνους στην Ιταλία. Μια πανίσχυρη αυτο-θεσμιζόμενη εμπειρία νέων τρόπων ύπαρξης. Το πανκ, μέσα από δίσκους, φανζίν, συναυλίες, μπορεί να ειδωθεί ως ένα σημείο απεδαφικοποιημένης ενότητας μεταξύ μιας νέας κοινότητας που προέβαλλε μέσα από την απομονωτική επίδραση της νεανικής ανεργίας. Η ηθική του DIY: ‘Do It Yourself’ στέγασε μια δημιουργικότητα πέρα από το βασίλειο της εργασίας. Η άρνηση της εργασίας επεκτάθηκε στην ανεργία: τελικά η εργασία της ανεργίας ήταν να ψάχνεις για δουλειά και να δρας σαν μια πίεση προς τα κάτω στους μισθούς που διεκδικούν οι εργαζόμενοι. Το στοιχείο ενότητας που παρείχε το πανκ φάνηκε πιο δραματικά όταν ο δίσκος των Sex Pistols “God Save the Queen”, έφτασε το νούμερο ένα στις πωλήσεις, στη διάρκεια των εορτασμών του ιωβηλαίου της βασίλισσας. Το γεγονός ότι το όνομα του δίσκου έγινε διάσημο για τη διαγραφή του από τα τσαρτς, είναι ενδεικτικό του σημαντικού ρόλου που έπαιξε αντιπροσωπεύοντας υποκειμενικότητες αποκλεισμένες από τον επίσημο διάλογο.

Μια από τις δυνατότες της αυτο-αξιοποίησης ως αντίληψη είναι η αντίληψη των ίδιων των ορίων της. Αν δεχτούμε τον μαρξισμό ως μια διαρκή κριτική του καπιταλισμού τότε η εφαρμογή του στους αγώνες που ωθούνται πέρα από τον καπιταλισμό είναι περιορισμένη. Εγχειρήματα αυτο-αξιοποίησης πρέπει να κριθούν με τους ίδιους τους τους όρους. Αυτό που μπορούν να κάνουν οι αυτόνομοι μαρξιστές είναι να βρίσκουν τις πληγές που φέρουν εγχειρήματα αυτο-αξιοποίησης ήδη από τη γέννα τους μέσα στον καπιταλισμό. Όπως ο Harry Cleaver το θέτει: “Φτιάχνουμε αυτόνομα περιβάλλοντα και δραστηριότητα αλλά το κάνουμε αυτό μέσα σε χώρους που έχει φτιάξει η καπιταλιστική εκμετάλλευση και με εμπορεύματα και πρόσωπα που έχουν έστω ελάχιστα διαμορφωθεί από τη διαδικασία αξιοποίησης”. Όταν εφαρμόζεται αυτό στο πανκ, μπορεί να βοηθήσει να εντοπίσουμε τις πληγές από τη γέννα του στην μουσική βιομηχανία και να ρίξουμε φως σε μερικές από τις κατευθύνσεις του που το ωθούσαν πέρα από τη βιομηχανία αυτή. Μια από τις πληγές αυτές στην οποίες πνίγηκε το πανκ ήταν η ανικανότητά του να πάει πέρα από την μορφή της ροκ μπάντας.

Μέρος του κίνητρου για το πανκ ήταν η εμπειρία των ροκ σταρς του ’60 που χάνονται μέσα σε στάδια και γνωρίζουν τηνα ποθέωση. Το πανκ στα καλύτερά του περιλάμβανε μια δικλείδα που απέτρεπε το διαχωρισμό μεταξύ κοινού και μπάντας. Μια γραμμή που ανιχνεύεται πίσω μέχρι την απαίτηση του Lautreamont για μια “ποίηση” που να “φτιάχνεται απ’ όλους”. Αυτή η δικλείδα εντοπίζεται στις αρχικές συναυλίες όπου το ακρωατήριο ήταν εξίσου σημαντικό όσο οι μπάντες, στη δημιουργία του στυλ και του χαρακτήρα του πανκ. Όντως το κοινό της μιας βδομάδας θα σχημάτιζε τις μπάντες που θα έπαιζαν την άλλη βδομάδα. Ενδεικτικό της πολιτισμικής ενδυνάμωσης που έδωσε το πανκ. Ωστόσο ανίκανο να ξεπεράσει τη μορφή της μπάντας, συναυλίας, δισκογραφίας, οι απαιτήσεις της μουσικής βιομηχανίας και η καπιταλιστική αξιοποίηση σταδιακά το επανενσωμάτωσαν.

Από το αρχικό αίσθημα των μπάντων που είναι όλες μαζί, μέρη του ίδιου κινήματος, πρόβαλε ένας αποκρουστικός ελιτισμός το καλοκαίρι του 1976 καθώς οι μπάντες άρχισαν να ανταγωνίζονταν για μια θέση στη σειρά των δισκογραφικών εταιριών. Η ανικανότητα του πανκ να ξεφύγει από τις πληγές της γέννας του μέσα στην μουσική βιομηχανία κατέληξαν τελικά να του δώσουν έναν ρόλο μερικής κριτικής στον καπιταλισμό. Ανίκανο να δει ξεκάθαρα πέρα από την καταγωγή του το πανκ κινήθηκε προς μια αντίθεση μεταξύ των ανεξάρτητων και των κυρίαρχων δισκογραφικών εταιριών. Αν και οι ανεξάρτητες μπορούσαν να παρέχουν κάποιο πολύτιμο χώρο, και ίσως κάποιες φορές για χωρίς κέρδος δουλειές, 25 χρόνια σκληρών εμπειριών απέδειξαν ότι οι μικρές δισκογραφικές εταιρίες υπόκεινται στους ίδιους γενικούς νόμους με τις μεγάλες. Αυτό δε σημαίνει ότι αν οι πανκς ήταν καλύτεροι μαρξιστές θα έβρισκαν μια λύση στις αντιφάσεις αυτές. Δεν υπάρχει καθαρή αυτο-αξιοποίηση. Ωστόσο ο, κατά τους αυτόνομους, ορισμός αυτών των αντιθέσεων ως εγγενών στο καπιταλιστικό μοντέλο βοηθά να υπονομεύουμε τις ψεύτικες γραμμές στην άμμο μεταξύ των ανεξάρτητων και των κυρίαρχων εταιριών που χαράζεται ακόμη και σήμερα.

Η θέση των Sex Pistols στην μιντιακή καρδιά του κτήνους έφτασε το κρίσιμο σημείο της μετά την εμφάνισή τους στην τηλεόραση με τον Bill Grundy. Αρκετές από τις πολυπλοκότητες και τις αντιφάσεις του πανκ ισοπεδώθηκαν. Ο χώρος που άνοιξαν στένεψε με τη διαστρέβλωση των ιδεών του πανκ μέσα από τη διαμεσολαβημένη μορφή των ταμπλόιντ. Όμως, όπως σχολιάζει ο Jon Savage:

“Φτάσαμε στο σημείο που αναλαμβάνουν τα μίντια, μια αναγκαία διαδικασία αν είναι το κίνημα να γίνει ποπ. Μέσα στην μετάβαση αυτή, η απλότητα εαναπόφευκτα επιβάλλεται πάνω σε σύνθετα φαινόμενα, όμως υπάρχει πάντα μια φρέσκια αύρα ενέργειας που απελευθερώνεται με απρόβλεπτα, λυτρωτικά αποτελέσματα”.

Οι Sex Pistols πολέμησαν ενάντια στη διαδικασία μεσολάβησής τους αποφεύγοντας να τους βάλουν κάτω για να τους μελετήσουν, κρύβοντας τις επιρροές τους και διαφεύγοντας μια εύκολη ταυτότητα όμως και πάλι το κενό που άνοιξαν έκλεισε σε μεγάλο μέρος μέχρι το 1979. Ωστόσο, ακόμα και στη μεσολαβημένη μορφή του το μήνυμα του πανκ ήταν αρκετά ισχυρό για να προκαλέσει ένα νέο κύμα δημιουργικότητας που έφτασε ακόμα και στις μικρότερες πόλεις του ηνωμένου βασιλείου. Μετά τη διάλυση των Sex Pistols και την περίληψη των πανκ συγκροτημάτων στην ιστορία του ροκ έμεινε αρκετός χώρος για να φιλοξενήσει νέα κύματα αυτο-αξιοποίησης. Το ίδιο το πανκ δε θα μπούσε να υπάρξει χωρίς την αυτο-αξιοποίηση των 60es. Τόσο στην πράξη, η εκτεταμένη κατάληψη σπιτιών στο Λονδίνο ήταν μια υλική συνθήκη προϋπάρχουσα του πανκ, όσο και θεωρητικά. “Αν και δεν ήταν πια “ρεαλιστικό” το να “ζητάς το αδύνατο”, η μνήμη της φαντασίας του αδύνατου παρέμεινε δυνατή. Ήταν ίσως αυτό που έκανε εφικτή την πολιτική του πανκ”.

Με τη σειρά τους, ο χώρος και οι υποκειμενικότητες που αναπτύχθηκαν στο πανκ παρείχαν τη βάση για νέους αγώνες και αυτο-αξιοποιήσεις. Από τους πιο αξιόλογους του δεύτερου κύματος των πανκ συγκροτημάτων ήταν οι Crass. “Κάνοντας την πρώτη, και μόνη, συνεκτική απόπειρα να ξεπεράσουν τα μηδενιστικά αρχέτυπα της εποχής”, δημιούργησαν την υποκουλτούρα του αναρχοπανκ και βοήθησαν να σχηματιστούν γραμμές ανυπακοής που οδήγησαν κατευθείαν στους αντι-καπιταλιστικούς αγώνες των μετέπειτα χρόνων. φυσικά αυτή ήταν μόνο μια από τις γραμμές του χάους του πανκ. Μια ακόμα γραμμή μπορεί να τραβηχτεί από τον μηδενισμό της πανκ άρνησης του χιππισμού μέσα από ακροδεξιές μπάντες μέχρι την νεοναζιστική σκηνή της white power rock του σήμερα. Μια γραμμή για την οποία η κατηγορία της αυτο-αξιοποίησης δεν ταιριάζει και πολύ.

“Αρκετοί από τους ανθρώπους στις καλλιτεχνικές σπουδές του σήμερα μου θυμίζουν τους ανθρώπους του FBI του ’50: βρίσκουν την ανατροπή παντού. Ενώ η θεωρία των αυτόνομων όντως βλέπει την ανατροπή παντού αποφεύγει την άκριτη και αόριστη ιδέα της ανατροπής στην οποία αναφέρεται παραπάνω ο Marcus. Μια από τις δυνατότητές της είναι ότι ενισχύει την ανάλυση των συνδέσεων μεταξύ αγώνων στην σφαίρα της κουλτούρας και έξω απ’ αυτήν. Εφαρμόζοντας την αυτονομίστικη θεωρία στο πανκ δείχνει τη σύνδεση μεταξύ δυο εντελώς διαφορετικών κινημάτων. Το να βλέπεις το πανκ σαν ένα κίνημα αυτο-αξιοποίησης είανι χρήσιμο στο διαχωρισμό των πιο ουτοπικών παρορμήσεών του από τις πειθαρχικές στις οποίες υποβλήθηκε από τον καπιταλισμό. Το να αντιμετωπίζεις τον μαρξισμό σαν μια διαρκή κριτική του καπιταλισμού βοηθά να βρεις τα όρια της χρησιμότητάς του για μια ανάλυση της κουλτούρας.