Περί τίνος λοιπόν πρόκειται, σύντροφε;

Περί τίνος πρόκειται, σύντροφε; – Mr. Dupont

“Οι επαναστατικές πράξεις επιτίθενται ενάντια στο σύστημα ως ολότητα – για την ανατροπή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει μια γενική αποδιοργάνωση της κοινωνίας που διαφεύγει από κάθε πολιτικό έλεγχο. Μέχρι τώρα, ανάλογες επαναστατικές πράξεις έχουν εμφανιστεί μόνο συνδεδεμένες με μια κοινωνική καταστροφή, όπως μετά από πολεμικές ήττες και τις σχετικές οικονομικές δυσχέρειες. Αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες καταστάσεις αποτελούν μια ικανή προϋπόθεση για την επανάσταση, αλλά καταδεικνύει το βαθμό της κοινωνικής εκτροπής που προηγείται των επαναστατικών ξεσηκωμών. Η επανάσταση πρέπει να περιλαμβάνει μια πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού. Όχι κάποια ιδεολογία αλλά η αναγκαιότητα φέρνει τις μάζες στην επαναστατική κίνηση. Οι προκύπτουσες δραστηριότητες παράγουν τη δική τους επαναστατική ιδεολογία, η οποία υποτίθεται ότι είναι η κατανόηση του τι πρέπει να γίνει ώστε να προκύψει μια νικηφόρα έκβαση του αγώνα ενάντια στους υποστηρικτές του συστήματος”. – Από συνέντευξη του Paul Mattick με τη Lotta Continua, Οκτώβρης του 1977.

Ως ριζοσπάστες κι ως επαναστάτες, τί είναι αυτό που κάνουμε στην πραγματικότητα; Σε ποιον απευθυνόμαστε; Με ποιον σχετιζόμαστε; Πόσο αποτελεσματικοί είμαστε; Τί αποτέλεσμα θα έπρεπε να επιδιώκουμε; Γιατί είμαστε τόσο λίγοι, και ποιός είναι ο στόχος μας;

Το άρθρο αυτό είναι μια μικρή εξερεύνηση στα ανδραγαθήματα ανθρώπων σαν εμάς. Είναι για το τί προσπαθούμε να κάνουμε και τί κάνουμε στ’ αλήθεια. Οι επαναστάτες είναι πιο επικίνδυνοι, πιο αποτελεσματικοί και πιο ευκίνητοι όταν είναι σαφείς σχετικά με το τί κάνουν και που έγκειται η αποτελεσματικότητά τους. Ευελπιστεί ότι αυτοί που θα το διαβάσουν θα ανταποκριθούν, δημιουργώντας μια συζήτηση από την οποία μπορούμε όλοι να μάθουμε κάτι χρήσιμο στην καθημερινότητά μας κι επίσης στην παρέμβασή μας στην ταξική πάλη.

Υπάρχουν δυο βασικά θεωρητικά μοντέλα του πως μια επανάσταση (που μπορεί να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να τον αντικαταστήσει με μια ελεύθερη ανθρώπινη κοινωνία) μπορεί να ζωογονηθεί. Θα επιχειρηθεί μια γενική περιγραφή των θεωρητικών μοντέλων αυτών, δεν είναι αναγκαίο στη φάση αυτή να εξεταστεί κάθε πολιτική ομάδα που ενδεχομένως αποδέχεται σε διαφορετικό βαθμό το ένα ή το άλλο μοντέλο. Αν κάποιος έχει μια ανάμειξη σε πολιτικούς, ταξικούς αγώνες ή επαναστατικές πρακτικές, μπορεί εύκολα να καταλάβει για τί πράγμα μιλάμε.

Μοντέλο 1

Θα αναφερθώ στο μοντέλο αυτό ώς το μοντέλο εξύψωσης της συνείδησης. Στην κάπως πιο αγνή, ή σκληρή, μορφή του, η βασική ιδέα του μοντέλου αυτού είναι ότι οι ριζοσπάστες οφείλουν να μορφώσουν και να εμπνεύσουν “τις μάζες”, ή την εργατική τάξη. Αυτοί οι ριζοσπάστες ελπίζουν να κερδίσουν μαζική αποδοχή των ιδεών τους ώστε τελικά η πλειοψηφία του πληθυσμού να μπορέσει να αλλάξει τον τρόπο της ζωής μας. Οι θιασώτες του μοντέλου αυτού τείνουν να υιοθετούν μια διττή άποψη γι αυτούς που ελπίζουν να επηρεάσουν. Από την μια νιώθουν διανοητικά ανώτεροι από “τις μάζες”, και απεγνωσμένοι που ο “μέσος ανθρωπάκος” δε θα φτάσει ποτέ σε ένα υψηλό επίπεδο αντίληψης (εξ αιτίας της σχεδόν εσκεμμένης βλακείας του!). Από την άλλη, οι ριζοσπάστες αυτοί τείνουν να πιστεύουν με έναν σχεδόν θρησκευτικό τρόπο, στο “καλό” που αντιπροσωπεύουν γενικά οι άνθρωποι. Βασίζουν την πίστη τους ότι ο καθένας μια μέρα θα αλλάξει μυαλά, στο ότι μόνο ο Διάβολος ο ίδιος θα μπορούσε να αντισταθεί στην αλήθεια της προπαγάνδας τους για πάντα.

Η χρήση “θρησκευτικών” μεταφορών είναι ενδεικτική. Ο κύριος λόγος που το μοντέλο αυτό είναι τόσο δημοφιλές, ίσως, έχει να κάνει με τις παραδόσεις της οργανωμένης θρησκείας. Εδώ, έχω υπόψη μου ιδιαίτερα τον χριστιανισμό και όλες τις χιλιάδες αιρέσεις του. Ο χριστιανισμός είναι μια θρησκεία προσηλυτισμού, κι άλλες σημαντικές θρησκείες, όπως το ισλάμ, είναι επίσης οργανώσεις προσηλυτισμού, αλλά ίσως μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο χριστιανισμός παρείχε τις βασικές τακτικές για άλλες θρησκείες προσηλυτισμού, σίγουρα όμως, μέχρι σήμερα καμία άλλη θρησκεία δεν στάθηκε τόσο επιτυχημένη (ή τόσο δολοφονική), σ αυτό το θέμα.

Οι οργανωμένες θρησκείες προσηλυτισμού βασίζουν αρκετές από τις δραστηριότητές τους στην εξύψωση της συνείδησης: φιλοδοξούν να δείξουν στον κόσμο, κάθε προέλευσης, “το φως το αληθινό”. Φιλοδοξούν, όπως το βλέπουν οι ίδιες, να φέρουν τις μάζες σε ένα ψηλότερο ηθικό επίπεδο, ένα επίπεδο στο οποίο ένας βαθμός ειρήνης κι αρμονίας μεταξύ των πιστών θα επιτυγχανόταν. Έχοντας μεγαλώσει κάτω από τη σκιά μιας θρησκείας προσηλυτισμού όπως ο χριστιανισμός ή το ισλάμ, όπως πολλοί από μας που κατοικούμε στις περιοχές αυτές, θα ήταν αρκετά εύκολο ακόμα και για έναν άθεο θιασώτη της πάλης των τάξεων να πάρει ως δεδομένη αυτή την ιδέα μαζικού προσηλυτισμού, το μοντέλο της εξύψωσης της συνείδησης.

Ένα στοιχείο γι αυτήν τη “θρησκευτική” φύση του μοντέλου εξύψωσης της συνείδησης είναι η ανταπόκριση που είναι έμφυτη σε μερικούς ανθρώπους όταν εμείς οι ριζοσπάστες και επαναστάτες στεκόμαστε αρκετά αφελείς ώστε να λογομαχήσουμε για την άποψή μας με “μη πολιτικούς” συζητητές σε κοινωνικές συνθήκες. Σε κοιτάζουν σαν μάρτυρα του ιεχωβά και εύχονται να το βουλώσεις. Τί σκέφτεστε για έναν μάρτυρα του ιεχωβά που σε πιάνει σε μια γωνία και προσπαθεί με το ζόρι να σου χώσει την “αλήθεια” του στο κεφάλι;

Ένας άλλος λόγος που το μοντέλο εξύψωσης της συνείδησης είναι ακόμα και σήμερα δημοφιλές ανάμεσα στους ριζοσπάστες που προσπαθούν να αλλάξουν τον τρόπο που σκέφτονται “οι μάζες” είναι γιατί χρησιμοποιείται συνεχώς από ολόκληρη την εξουσιαστική αριστερά παγκοσμίως. Οι ριζοσπάστες όλου του φάσματος κατά παράδοση επηρεάζονται από τις τακτικές και την επιτυχία των οργανώσεων της εξουσιαστικής αριστεράς. Δεν έχουμε παρά να δούμε τη συκοφάντηση των αναρχικών κι ελευθεριακών σε όλο τον κόσμο από αντι-προλεταριακές οργανώσεις όπως ο IRA, το ANC, η ΕΤΑ, και τον μοντέρνο ενθουσιασμό της μόδας για το φιλό-καπιταλιστικό κίνημα των Ζαπατίστας. Ένα σωρό αναρχικοί δεν μπορούν να αντισταθούν στην εκμηδένιση κάθε κριτικής ικανότητάς τους με το που βλέπουν κάθε επίδοξο δικτάτορα να κρατά ένα όπλο στο όνομα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και της αστικής δημοκρατίας. Ο λόγος που οι οργανώσεις της εξουσιαστικής αριστεράς λατρεύουν το μοντέλο εξύψωσης της συνείδησης είναι λόγω της ευκολίας με την οποία μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία της οικοδόμησης του Κόμματος και της δημιουργίας πειθήνιων υποστηρικτών. Για την αριστερά, η εξύψωση της συνείδησης στην πραγματικότητα σημαίνει να διδάσκεις στους ανθρώπους την αναγκαιότητα κατάληψης της εξουσίας από το εκάστοτε Κόμμα.

Μοντέλο 2

Το αντίθετο του μοντέλου που περιγράφεται παραπάνω μπορεί να οριστεί ως οικονομιστικό ντετερμινιστικό μοντέλο. Το μοντέλο αυτό είναι υλιστικό στην ουσία του κι όχι ηθικιστικό ή “θρησκευτικό”. Δεν ενδιαφέρεται να συζητήσει διεξοδικά το πόσο “καλοί” (ή το πόσο “αναμάρτητοι”) είναι οι άνθρωποι. Λέει ότι οι άνθρωποι καθορίζονται από τις συνθήκες κι ό,τι τους έπιβάλλεται να κάνουν. Λέει ότι δεν έχει νόημα να προσπαθείς να αλλάξεις τα μυαλά “των μαζών” με προπαγάνδα είτε με τη θεωρία είτε με τη δράση. Λέει ότι τα τμήματα του πληθυσμού (ή τα κομμάτια της εργατικής τάξης) θα μπορέσουν να αλλάξουν την κοινωνία μόνο όταν οι οικονομικές συνθήκες προκαλέσουν μια αντίδραση. Βασίζοντας τις ιδέες τους σε ιστορικά γεγονότα, οι θιασώτες του οικονομιστικού μοντέλου ισχυρίζονται ότι η συνείδηση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης θα αλλάξει μόνο όταν η κοινωνία βρεθεί αντιμέτωπη με μια πολιτική και οικονομική κρίση. Μια τέτοια σκέψη προκύπτει μερικώς από μια αντίληψη της προσέλευσης των σημαντικών πολιτικών (ή καλύτερα, επαναστατικών) ιδεών. Για παράδειγμα, ήταν οι εργάτες του Παρισιού που στα 1871 επινόησαν την Κομμούνα σαν μια πρακτική, επαναστατική μορφή οργάνωσης. Ο Karl Marx απλώς την κατέγραψε και την ανέδειξε, μετά την πραγματοποίησή της. Κι όταν οι πολιτικοποιημένοι ζητούσαν την εγκαθίδρυση σοβιέτ στη Ρωσία το 1917, ήταν ικανοί να το κάνουν μόνο και μόνο επειδή οι ρώσοι εργάτες τα είχαν ανακαλύψει στα 1905. Εκτός μιας επαναστατικής κατάστασης, οι θιασώτες του μοντέλου αυτού αναγνωρίζουν βέβαια την αξία του διαλόγου και της προπαγάνδας, αλλά πρωταρχικά ως έναν τρόπο να συγκροτηθεί ο (συνήθως μικρός) αριθμός επαναστατών, και οι ικανότητές τους, ούτως ώστε όταν συμβούν κάποιες σημαντικές ταξικές συγκρούσεις, να είναι ικανοί να επηρεάσουν θετικά τα γεγονότα. (Το μοντέλο αυτό χάνει τη χρησιμότητά του όταν ένα είδος αφελούς ντετερμινισμού γίνεται το κυρίαρχο εργαλείο ανάλυσης. Θύματα αυτού του φαινομένου είναι ομάδες όπως η Διεθνής Κομμουνιστική Τάση στη Βρετανία, για παράδειγμα. Η ομάδα αυτή τραβά τον ντετερμινισμό στα άκρα, σε σημείο απόλυτης πίστης στους “ιστορικούς νόμους”. Έτσι, γι αυτούς, ο ιστορικός νόμος που κυριαρχεί τις ζωές μας σήμερα είναι αυτός που λέει ότι ο Καπιταλισμός είναι στη φάση παρακμής του και ότι ο διογκούμενος αριθμός πολιτικών και οικονομικών κρίσεων σύντομα θα τον γονατίσει. Όμως η εικόνα που έχουν για τον κόσμο δεν ταιριάζει στην πραγματικότητα. Για να υιοθετήσεις το οικονομιστικό ντετερμινιστικό μοντέλο δε χρειάζεται να ξαναγράφεις την ιστορία και τα τρέχοντα γεγονότα ώστε να ταιριάξουν σε ένα παραμυθάκι με ευχάριστο τέλος που θες να έχεις για αλήθεια).

Η Ανθρώπινη Βούληση

Οι υπερασπιστές της εξύψωσης της συνείδησης θα προσέξουν ιδιαίτερα την προφανή υποτίμηση της “ανθρώπινης βούλησης” που σημειώνεται στο δεύτερο μοντέλο. Θα ισχυριστούν ότι μια “επανάσταση” δεν γίνεται να πραγματοποιηθεί χωρίς τις συνειδητές και πεφωτισμένες πράξεις μιας πλειοψηφίας (ή ενός μεγάλου αριθμού) του λαού. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πουν ίσως, πρέπει να προηγηθούν χρόνια εκπαίδευσης για να το εμπεδώσει η εργατική τάξη. Η αιτιολόγηση είναι προβληματική, και χρειάζεται μόνο μια ματιά στην ιστορία και τον κόσμο γύρω μας για να δούμε το γιατί. Καταρχήν, αν οι μάζες δεν αντιλαμβάνονται την επαναστατική πολιτική μέχρι τώρα, μετά από 150 χρόνια προπαγάνδας, και πολλά ιστορικά παραδείγματα, τότε πότε σκοπεύουν να το αντιληφθούν; του χρόνου ίσως; Δεύτερον, αν ρίξουμε μαι προσεχτική ματιά στα προηγούμενα επαναστατικά γεγονότα (κι εννοώ επαναστατικά, όχι εθνικιστικά πραξικοπήματα) θα δούμε τότε ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων δεν ήταν “επαγγελματίες” επαναστάτες. Ήταν άνθρωποι που, μέσα σε μια μικρή χρονική περίοδο, και στο μέσον πολιτικής και οικονομικής αποδιάρθρωσης, κατανόησαν την πρακτική ανάγκη για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης και έδρασαν αναλόγως. Η “εκπαίδευσή” τους ήταν το αποτέλεσμα της μαρτυρίας πραγματικών γεγονότων, κι όχι χρόνων ανάγνωσης προπαγανδιστικού υλικού (που φυσικά δε διάβαζαν ποτέ). Οι ιδέες των ανθρώπων μπορούν να αλλάξουν πολύ γρήγορα σε σχέση με τις συνθήκες στις οποίες εμπλέκονται, μια επανάσταση θα είναι αδύνατη χωρίς ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης να πάει πέρα από τα γεγονότα και να δημιουργήσει το μέλλον του με την ίδια της βούλησή του. Ήταν, είναι, και θα είναι για πάντα, τα γεγονότα που φέρνουν την εργατική τάξη σε μια επαναστατική συνείδηση, κι όχι η προπαγάνδα. Όμως είναι στο σημείο αυτό που η βούλησή της γίνεται ο κυρίαρχος παράγοντας, καθώς αποφασίζει με ποιον τρόπο θα δράσει σύμφωνα με την νέα συνείδησή της, στις συνθήκες που βρέθηκε.

Είναι μόνο μέσα στον καταιγισμό της σοβαρής, συλλογικής δράσης της εργατικής τάξης που συμβαίνει μια αλλαγή. Αλλαγή της συνείδησης και αλλαγή της πραγματικής ζωής.

Ποιά είναι η θέση του μακροχρόνιου “επαναστάτη” στην κατάσταση αυτή; Λοιπόν, είναι σ αυτό το σημείο της ταξικής σύγκρουσης (όταν η δυνατότητα καταστροφής της οικονομίας φαντάζει πραγματική και άμεση) που είναι ουσιαστικό για τους επαναστάτες να γίνουν ακουστοί. Είναι επίσης στο σημείο αυτό που ένα ολόκληρο φάσμα άλλων εκλήσεων στην εργατική τάξη θα γίνει κάτω από κάθε απόχρωση όλων εκείνων που θέλουν να σώσουν τον καπιταλισμό. Έχοντας μελετήσει καιρό τη φύση της αντεπανάστασης και των πρωταρχικών στοιχείων της, θα είναι οι επαναστάτες που θα εμπλακούν στην καταστολή κάθε πρωτοβουλίας που μοιάζει να απειλεί την αυτονομημένη δραστηριότητα των ίδιων των επαναστατών. Μπορούμε να αντιπαραβάλλουμε αυτή τη στρατηγική με στιγμές έντονης ταξικής αντιπαράθεσης που προκύπτουν χωρίς κάποιο ίχνος γενικευμένης εξέγερσης να επίκειται. Είναι καλό για την τάξη μας να εξοικειώνεται με τους ταξικούς αγώνες και τη βιομηχανική σύγκρουση και θα έπρεπε να παρεμβαίνουμε οπουδήποτε μπορούμε προκειμένου να παρέχουμε αυτού του είδους την προοπτική που ελπίζουμε να παρέχει μια επαναστατική κατάσταση.

Προκειμένου να είμαστε αποτελεσματικοί σ αυτό, είναι απαραίτητο να διαθέτουμε όσο περισσότερους επαναστάτες γίνεται, όμως πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτός ο αριθμός δε θα σχηματίσει ποτέ ένα μαζικό κίνημα. Τα γεγονότα είναι που κάνουν τις επαναστάσεις, κι όχι τα νούμερα των πολιτικοποιημένων με κάρτα μέλους. Ένα οργανωμένο μαζικό κίνημα, από τη φύση του, δεν μπορεί ποτέ να είναι επαναστατικό μέσα σ αυτήν την κοινωνία. Απλά δεν μπορεί. Για να δούμε γιατί ένα μαζικό κίνημα σε μη-επαναστατικούς καιρούς δεν μπορεί να είναι επαναστατικό, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στην “επαναστατική” συνδικαλιστική παράδοση, την άνοδο των “επαναστατικών” σοσιαλ-δημοκρατικών κομμάτων στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γερμανία, και την άνοδο και πτώση της αναρχο-συνδικαλιστικής CNT στην Ισπανία, μεταξύ άλλων παραδειγμάτων. (Ο ρόλος της CNT στην ισπανική ιστορία συχνά διαστρεβλώνεται στην αναρχική φιλολογία. Η CNT ήταν ένα ρεφορμιστικό βιομηχανικό συνδικάτο το οποίο, όπως τα περισσότερα συνδικάτα στις αρχές του αιώνα, ανά την Ευρώπη, χρησιμοποιούσαν μια “επαναστατική” ρητορική. Η ισπανική επαναστατική περίοδος του 1920 και 30 αποδείχτηκε να είναι ενάντια στη CNT. Το 1936, η CNT προσπάθησε να παρεμποδίσει ένα επαναστατικό ξέσπασμα, το οποίο δεν ήταν τόσο προϊόν της προπαγάνδας και οργάνωσης της CNT, όσο αποτέλεσμα των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του ισπανικού προλεταριάτου και της καταστροφικής επίδρασης των κυβερνήσεων για πολλά χρόνια.

Στην κοινωνία αυτή, μπορούν να υπάρξουν μαζικά κινήματα, αλλά δε θα είναι ποτέ επαναστατικά. Πάρτε για παράδειγμα το οικολογικό κίνημα: αυτό το κίνημα εξαπλώνεται χρόνια τώρα, κι έχει αρκετή υποστήριξη από τομείς της καπιταλιστικής τάξης. Ωστόσο, δεν είναι ένα κίνημα που ζητά την κατάργηση της εργασίας και των τάξεων. Παρόλο που οι ακτιβιστικές περιπέτειές του πρόσφατα ξεκίνησαν να θέτουν σε αμφισβήτηση την θεμελιώδη φύση του κινητήριου άξονα της παγκόσμιας οικονομίας, δεν υπάρχει ακόμα κάποιο σημάδι στον ορίζοντα, που να υποδεικνύει ότι η “αντι-καπιταλιστική” ρητορική του θα ξεφύγει από την αριστερίστικη επανανακάλυψη του “αντιϊμπεριαλισμού” που χαρακτηρίζει αυτό το κίνημα. Στην πραγματικότητα, η αντίστροφη διαδικασία μοιάζει πολύ πιο πιθανή, καθώς οι παλιομοδίτικες αριστερές ομάδες (πχ το SWP στη Βρετανία) μπαίνουν ξανά στο παιχνίδι, και η ηγεσία του νέου “αντικαπιταλιστικού” συνοθυλεύματος (πχ το RTS στη Βρετανία) μάχονται για αναγνωρισιμότητα και έλεγχο στο εσωτερικό των δραστηριοτήτων “τους”.

“Οι μάζες” θα γίνουν επαναστατικές μόνο (ή αλλιώς θα υπάρξει ένα επαναστατικό μαζικό κίνημα στην κοινωνία μόνο) όταν η κοινωνία αυτή βυθιστεί στην κρίση της εργοστασιακής αναταραχής, της οικονομικής κατάρρευσης και της πολιτικής αστάθειας. Ρίξτε μια ματιά σε κάθε επαναστατική περίοδο της ιστορίας και θα το δείτε. Η εποχή που το προλεταριάτο έφτασε πιο κοντά στο να δημιουργήσει μια παγκόσμια κομμουνιστική κοινωνία ήταν στο τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Τα χειρότερα στοιχεία της εξύψωσης της συνείδησης δείχνουν μια προτίμηση στους αναγνώστες της The Guardian (στμ “έγκριτη βρετανική εφημερίδα”) απέναντι στους αναγνώστες της The Sun (κουτσομπολίστικη) καθώς νομίζουν ότι το αναγνωστικό κοινό της The Guardian είναι πιο “προχωρημένο”, και καλύπτουν οτιδήποτε βλέπουν με τον γλοιώδη ηθικισμό και τον πολιτιστικό ολοκληρωτισμό τους. Πιστεύουν ότι άνθρωποι με ένα φιλο-αριστερό προφίλ είναι πιθανότεροι “επαναστάτες” από αυτούς με ένα πιο δεξιό προφίλ. Δηλαδή, θεωρούν τον Tony Blair, πιθανότερο επαναστάτη από έναν αντιδραστικό φορτηγατζή. Ή πάλι, θεωρούν έναν ψηφοφόρο των Εργατικών (το κόμμα του Tony Blair) από την εργατική τάξη ως πιθανότερο επαναστάτη από έναν ψηφοφόρο των Tories (φιλελεύθερη δεξιά) της εργατικής τάξης. Μια τέτοια αξιολόγηση γίνεται από την μεριά ανθρώπων που βλέπουν τους εαυτούς τους ως ηθικά ανώτερους από τους υπόλοιπούς μας και που διαθέτουν μικρή κατανόηση της δυναμικής της ταξικής σύγκρουσης, και του πώς δουλεύει η οικονομία. Μήπως οι απεργοί πρέπει να περάσουν από κάποια πολιτιστική επιμόρφωση, προκειμένου να κατανοήσουν τα ήθη της πολιτικής ορθότητας, προτού γίνουν μια υλική απειλή για την κυρίαρχη τάξη και το Κράτος; ή απλώς κατεβαίνουν σε απεργία;

Κάποιες τελικές σκέψεις

Μπορούμε να επικοινωνήσουμε μόνο με τους ανθρώπους που θα μας ακούσουν και θα μας καταλάβουν. Μπορούμε να αναμειχθούμε σε αγώνες στο χώρο εργασίας μας, για παράδειγμα, και να φέρουμε ένα αποτέλεσμα. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να συζητήσουμε και να συνδεθούμε με ανθρώπους στις γειτονιές μας για ζητήματα που μας επηρεάζουν εκεί. Και μπορούμε να μιλήσουμε σ αυτούς που νιώθουν ότι όλα χρειάζεται να αλλάξουν αλλά δεν έχουν κάνει το πνευματικό άλμα να δουν τον κόσμο με επαναστατικούς ταξικούς όρους, ανθρώπους που ήδη ασχολούνται κατά κάποιο τρόπο με την “πολιτική”. Όμως δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να κάνουμε τους ανθρώπους που μας προσπερνάνε στο δρόμο, και δεν έχουν καμία περαιτέρω επαφή μαζί μας, να πάρουν ένα φύλλο χαρτί, να το διαβάσουν και να δράσουν πάνω σ’ αυτό. Αν τα επαναστατικά κείμενα ήταν δημοφιλές υλικό ανάγνωσης τότε τα ράφια των βιβλιοπωλείων θα ήταν γεμάτα με επαναστατικά έντυπα από χρόνια ήδη. Ακόμα και σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία, όπου τα πρακτορεία τύπου είναι αναγκασμένα να πουλούν “επαναστατικά” έντυπα, οι μάζες δεν έχουν καταληφθεί από κανέναν επαναστατικό πυρετό.

Αυτό που ισχύει παντού είναι ότι οι κυρίαρχες ιδέες (στα κεφάλια των ανθρώπων) είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης, μέχρι δηλαδή τα πάντα να αρχίσουν να πηγαίνουν, σε υλικό επίπεδο, στραβά για την κυρίαρχη τάξη, και η νομιμοποίησή της τεθεί υπό αμφισβήτηση. Αυτή η ρωγμή στην πανοπλία της νομιμότητάς της έρχεται συνήθως όταν υπάρχει μια ευρείας κλίμακας βιομηχανική εξέγερση, όταν οι εργάτες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται που έγκειται η δύναμή τους, όπως στη Γαλλία το 1968, όπου 10 εκατομμύρια εργατών κατέβηκαν σε απεργία και ο πρόεδρος De Gaulle ένιωσε την ανάγκη να διασφαλίσει την υποστήριξη του στρατού σε μια συνάντηση με τον στρατηγό Masou. (Ο γαλλικός καπιταλισμός μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο παρέμεινε σε μια επισφαλή κατάσταση και το 1958 ο De Gaulle ηγήθηκε ενός ειρηνικού πραξικοπήματος και έχρισε τον εαυτό του Πρόεδρο, η εργατική τάξη δεν έκανε και πολλά για να τον εμποδίσει πιστεύοντας ότι τα πράγματα μπορεί να βελτιωθούν, ωστόσο δεν βελτιώθηκαν κι έτσι το ξέσπασμα της εργατικής τάξης του 1968 τέθηκε σε κίνηση. Ο Μάης του 1968 έδειξε ότι μια εκτεταμένη εξέγερση ήταν εφικτή σε ένα “σύγχρονο” κράτος. Όμως αυτό που παραβλέπεται συνήθως είναι ότι συνέβη εξαιτίας των ειδικών προβλημάτων και της ευαισθησίας της γαλλικής οικονομίας, κι όχι λόγω του συχνά παρατονισμένου κύματος νεανικού ριζοσπαστισμού και των διαμαρτυριών που φάνηκαν να εγείρονται προς το τέλος της δεκαετίας του 1960. Ο Μάης του 1968 δεν ήταν σύμπτωμα του “ριζοσπαστικού μύθου” που δημιουργήθηκε γύρω από τα γεγονότα των τελών του 60 και των αρχών του 70, αλλά χρησιμοποιήθηκε στο έπακρο για να στερεώσει τον μύθο αυτόν).

Ένα βασικό καθήκον μιας οργάνωσης σαν την (βρετανική) Αναρχική Ομοσπονδία, είναι τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, και το οποίο πετυχαίνει σε κάποιο βαθμό σήμερα, είναι να καταπολεμήσει την ιδεολογία της αριστεράς. Οι επαναστατικές ιδέες δεν είναι αριστερές, δεν είναι σοσιαλδημοκρατικές, δεν είναι λενινιστικές. Παρόλο που οι αριθμοί των “επαγγελματιών” επαναστατών θα είναι πάντοτε αναγκαστικά μικροί, τους θέλουμε όσο πιο μέσα στα πράγματα γίνεται (για παράδειγμα, όσο πιο αντι-αριστερούς γίνεται, όσο πιο αντιεξουσιαστές, αντι-εθνικιστές, αντι-καπιταλιστές, αντι-μυστικιστές γίνεται κλπ). Τα άτομα κάνουν τη διαφορά στα πράγματα. Τι θα συνέβαινε αν ο Durruti είχε δώσει βάση στις επιφυλάξεις του για την πολιτική της CNT που πρότασσε την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας αντί για πόλεμο για την επανάσταση στην Ισπανία το 1936; Αν οι “επαναστάτες” κάνουν λάθη, ή είναι ηλίθιοι, ή πολύ δειλοί, τότε γίνονται περισσότερο μια απειλή για την εργατική τάξη παρά μια βοήθεια.

Πρέπει να δώσουμε βάση στο γιατί ομάδες όπως η Αναρχική Ομοσπονδία θα έχουν πάντοτε λίγα μέλη. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ένδειξη “αποτυχίας”. Αντιθέτως, αν οι “μάζες” συνωστίζονταν στην Α.Ο. αύριο, ζητώντας να ενταχθούν σ’ αυτή, αυτό μάλιστα, θα ήταν μια αποτυχία. Η εργατική τάξη γίνεται επαναστατική στη δράση, και μόνο στη δράση. Οι επαναστάτες θα είναι εκεί όταν το γεγονός αυτό συμβεί και θα δράσουν σαν μια υποστήριξη στο επαναστατικό σχέδιο. Την παρούσα στιγμή, φαίνεται πως ο κύριος ρόλος μας είναι να κρατήσουμε μια δυναμική ταξική ανάλυση ζωντανή μέσα στο δίκτυο των ριζοσπαστών, κι έτσι να προσελκύσουμε όσο περισσότερους συντρόφους γίνεται. Αν και είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να αυξήσουμε των συνειδητοποιημένων επανααστατών δεν μπορούμε να περιμένουμε ένα μαζικό επαναστατικό κίνημα να αναπτυχθεί μέχρις ώτου η οικονομία βρεθεί σε σοβαρούς μπελάδες και τα αφεντικά αρχίσουν να χάνουν τον έλεγχό τους πάνω μας. Η επιτυχία ενός τέτοιου επαναστατικού μαζικού κινήματος θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό στη δουλειά την οποία κάνουμε τώρα. Αυτός είναι ο λόγος που η δουλειά μας θα είναι πάντοτε επίκαιρη και που όσοι έχουν μια επαναστατική τοποθέτηση θα πρέπει να συνεργαστούν. Αν χάνουμε τον καιρό μας τότε το μόνο που θα την πληρώσει θα είναι η επαναστατική κριτική. Όπως πάντα, πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά τί κάνουμε στην πραγματικότητα και τί μπορούμε να πετύχουμε έτσι. Πρέπει συνεχώς να αξιολογούμε ό,τι θεωρούμε επαναστατικό, ή δυνητικά επαναστατικό, και τί δεν θεωρούμε ως τέτοιο. Δε θα πρέπει να φοβόμαστε να πούμε τί σκεφτόμαστε, και δε θα πρέπει να φοβόμαστε να κριτικάρουμε τις υπάρχουσες τάσεις στο παγκόσμιο ριζοσπαστικό στερέωμα. Δε πρέπει να φοβόμαστε να αντιληφθούμε ότι “η επανάσταση” μπορεί να μη συμβεί αύριο, και ότι είναι πιθανό το μόνο που θα μπορούμε να κάνουμε θα είναι να κρατάμε ζωντανή μια επαναστατική κριτική της κοινωνίας μέσα από ένα συνεχή διάλογο, λόγου και παρέμβασης, με αυτούς που θα έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά. Κάτι τέτοιο δε σημαίνει να μιλάμε μόνο με όσους έχουν ήδη καταβάλει μια προσπάθεια να αναζητήσουν ποιοί μηχανισμοί ενδεχομένως μια μέρα θα ανατρέψουν τον καπιταλισμό, αλλά επίσης να δρούμε μέσα σε καταστάσεις όπου υπάρχει μια καλή πιθανότητα ριζοσπαστικοποίησης της αυθεντικής ταξικής πάλης (κι όχι, ας πουμε, εξτρεμιστικής ποζεριάς).

Πηγή: κείμενο του “mr Dupont” από το διαδικτυακό τοπο Libcom.org