Καταλήψεις και συμβούλια στην Ιταλία του 1920 – Daniel Guerin

Για τις εργοστασιακές καταλήψεις στην Ιταλία του 1920

Biennio Rosso – Η κόκκινη διετία των εργοστασιακών καταλήψεων στην Ιταλία του 1920

Όταν μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι διηύθυναν τους χώρους εργασίας τους για λογαριασμό τους. [Πηγή: άρθρο από τον διαδικτυακό τόπος LibCom]

Τα ρεφορμιστικά συνδικάτα έπειτα διαπραγματεύτηκαν μια λήξη των συγκρούσεων, ανοίγοντας το δρόμο για τη φασιστική αντίδραση, την μαύρη διετία (Biennio Nero) του 1921-1922.

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η εργατική τάξη της Ευρώπης πέρασε σε μια ευρεία διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης. Τα μέλη των συνδικάτων πολλαπλασιάστηκαν ταυτόχρονα με τις απεργίες, τις διαδηλώσεις και τις εξεγέρσεις που εκδηλώθηκαν. Η Ιταλία δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Οι εργάτες της ήταν οργισμένοι με τις κακουχίες του πολέμου και γίνονταν ολοένα και πιο μαχητικοί. Ένα τέλειο παράδειγμα αυτής της μαχητικότητάς τους μπορεί να εντοπιστεί στις εργοστασιακές καταλήψεις του 1920.

Η ανάπτυξη του ριζοσπαστικού συνδικαλισμού στην Ιταλία ξεκίνησε αμέσως μετά τον πόλεμο. Στο Τορίνο και σε όλη την έκταση της Ιταλίας, ένα κίνημα εργαζομένων στην αλυσίδα παραγωγής αναπτυσσόταν γύρω από τις «εσωτερικές επιτροπές». Αυτές βασίζονταν σε μια ομάδα ανθρώπων σε ένα εργαστήριο με έναν εξουσιοδοτημένο και ανακλητό αντιπρόσωπο για κάθε 15-20 εργάτες. Οι αντιπρόσωποι αυτοί σε κάθε εργοστάσιο θα εξέλεγαν στη συνέχεια την «εσωτερική επιτροπή» η οποία ήταν άμεσα ανακλητή από τους ίδιους. Αυτό πάνω κάτω ήταν το «εργοστασιακό συμβούλιο».

Τον Νοέμβρη του 1918, αυτές οι επιτροπές είχαν γίνει κεντρικό εθνικό ζήτημα στα πλαίσια του συνδικαλιστικού κινήματος, και τον Φλεβάρη του 1919, η Ιταλική Ομοσπονδία Εργατών Μετάλλου (FIOM) κέρδισε μια σύμβαση που αναγνώριζε την ύπαρξη των επιτροπών στους χώρους εργασίας. Έκτοτε προσπάθησαν να μεταμορφώσουν τις επιτροπές αυτές σε συμβούλια με μια διαχειριστική λειτουργία. Τον Μάη του 1919, έγιναν «η κυρίαρχη δύναμη στο εσωτερικό της μεταλλουργίας διακυβεύοντας την ίδια την ύπαρξη των συνδικάτων που έτειναν να γίνουν περιθωριακά όργανα της διοίκησης» (βλ. Carl Levy: ο Gramsci και οι αναρχικοί). Αν και αυτές οι διαδικασίες αναπτύσσονταν εκτεταμένα στο Τορίνο, αυτή η μαχητικότητα δεν έλειψε κι από την υπόλοιπη Ιταλία όπου αγρότες μια παύση των μισθολογικών διαπραγματεύσεων, οι εργάτες των μεταλλουργικών και οι λιμενεργάτες κατέλαβαν και διαχειρίστηκαν τα εργοστάσια για τέσσερις μέρες.

Καθ’ όλη την περίοδο αυτή, η Ιταλική Συνδικαλιστική Ένωση (USI) αύξησε τα μέλη της σε 800.000 και η επιρροή της Ιταλικής Αναρχική Ένωσης (20.000 μέλη συν την Umanita Nova, την καθημερινή εφημερίδα της) αυξανόταν ανάλογα. Ο ουαλός μαρξιστής Gwyn Williams γράφει ξεκάθαρα στο βιβλίο του «Προλεταριακή Τάξη» ότι οι «αναρχικοί και επαναστάτες συνδικαλιστές ήταν οι πιο σταθερές επαναστατικές ομάδες της αριστεράς. Οι συνδικαλιστές περισσότερο από κάθε άλλο συνέλαβαν την πιο μαχητική συνείδηση της εργατικής τάξης, που το σοσιαλιστικό κίνημα απέτυχε περίτρανα να συλλάβει. Οι αναρχικοί ήταν οι πρώτοι που πρότειναν την κατάληψη των χώρων εργασίας. Ο διάσημος αναρχικός Errico Malatesta έγραψε στην Umanita Nova τον Μάρτη του 1920: «Οι γενικές απεργίες διαμαρτυρίας δεν μπορούν πλέον να αναστατώσουν κανέναν… Βάζουμε μπροστά μια ιδέα: Να καταλάβουμε τα εργοστάσια: η μέθοδος έχει σίγουρα ένα μέλλον, μιας και ανταποκρίνεται στις τελευταίες ανάγκες του εργατικού κινήματος». Τον ίδιο μήνα, στη διάρκεια μιας συνδικαλιστικής εκστρατείας για την εγκαθίδρυση συμβουλίων στο Μιλάνο, η γραμματεία της USI καλούσε επίσης για μαζικές καταλήψεις εργοστασίων και γρήγορα ακολουθήθηκε από τους Κομισάριους των Εργοστασιακών Συμβουλίων.

Προφανώς, αυτή η μαχητικότητα θα προκαλούσε μια κάποια αντίδραση από τα αφεντικά. Οι οργανώσεις των αφεντικών αποκήρυξαν τα εργοστασιακά συμβούλια για ενθάρρυνση της «απειθαρχίας» ανάμεσα στους εργάτες και ζήτησαν από την κυβέρνηση να παρέμβει. Το κράτος φυσικά υποστήριξε τα αφεντικά (εξεπλάγη κανείς;) που ξεκίνησαν να ενισχύουν τις υπάρχουσες εργοστασιακές συνθήκες. Οι συμβάσεις που κέρδισε η FIOM στα 1919 σήμαιναν ότι οι εσωτερικές επιτροπές απαγορεύονταν στο εσωτερικό των καταστημάτων και περιορίζονταν εκτός των ωρών εργασίας. Έτσι, η διακοπή της εργασίας προκειμένου να εξελιχθούν οι εκλογές των αντιπροσώπων (μεταξύ άλλων πραγμάτων) αποτελούσε παραβίαση της σύμβασης. Το κίνημα ανέπνεε μόνο μέσα στην μαζική απειθαρχία και τα αφεντικά επιστράτευαν ολοένα και σκληρότερο εργοστασιακό έλεγχο προκειμένου να το καταπολεμήσουν.

Ωστόσο, το μεγάλο φινάλε, έλαβε χώρα τον Απρίλη. Όταν αρκετοί αντιπρόσωποι ήταν συγκεντρωμένοι στην Fiat, οι εργαζόμενοι κήρυξαν μια καθιστική απεργία. Τα αφεντικά απάντησαν με λοκ-άουτ το οποίο η κυβέρνηση υποστήριξε με την αποστολή στρατευμάτων και την τοποθέτηση οπλοπολυβόλων έξω από τα εργοστάσια. Μετά από δυο βδομάδες απεργίας, οι εργάτες άρχισαν να παραδίδονται. Οι εργοδότες τότε απάντησαν με το αίτημα οι συμβάσεις της FIOM και ο διαχειριστικός έλεγχος να επανα-διαπραγματευτούν σύμφωνα με τις διεκδικήσεις τους. Τα αιτήματά τους αυτά είχαν ως σκοπό την καταστροφή των εργοστασιακών συμβουλίων και οι εργάτες του Τορίνο απάντησαν με γενική απεργία υπερασπίζοντάς τα. Η απεργία σταθεροποιήθηκε στο Τορίνο, και διαδόθηκε ακόμη στο Πεδεμόντιο (γύρω από το Τορίνο), περιλαμβάνοντας 500.000 εργαζόμενους-ες. Οι εργάτες του Τορίνο ζήτησαν την υποστήριξη του συνδικάτου της CGL και του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSI), ώστε η απεργία να διαδοθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Τόσο η CGL όσο και το PSI απέρριψαν την έκκλησή τους. Τα συνδικάτα υπό την επιρροή των αναρχο-συνδικαλιστών ήταν «τα μόνα που κινητοποιήθηκαν» (Williams, Προλεταριακή Τάξη), οι σιδηροδρομικοί εργάτες της Πίζας και της Φλωρεντίας αρνήθηκαν να στείλουν ενισχύσεις στο Τορίνο. Οι λιμενεργάτες, και άλλοι βιομηχανικοί εργάτες στους οποίους είχε επιρροή η USI, κήρυξαν απεργία στην περιοχή της Γένοβας. Ο Williams τονίζει ότι παρόλο που «εγκαταλείφθηκαν από ολόκληρο το σοσιαλιστικό κίνημα», οι απεργοί του Τορίνο «είχαν ακόμη λαϊκή υποστήριξη» με «ενέργειες που είτε άμεσα είτε έμμεσα διεξάγονταν από τους αναρχο-συνδικαλιστές». Και στο Τορίνο, οι αναρχο-συνδικαλιστές απειλούσαν να αποκόψουν την επιρροή του Γκράμσι και των σοσιαλιστών από το συμβουλιακό κίνημα.

Τελικά η ηγεσία της CGL αποκατέστησε την κρίση με τους όρους των εργοδοτών. Για παράδειγμα περιόρισε τα συμβούλια των ιδιωτικών υπαλλήλων στις μη-εργάσιμες ώρες. Οι αναρχικοί «άσκησαν κριτική σε αυτό που θεωρούσαν μια λανθασμένη αντίληψη πειθαρχίας που είχε κάνει τους σοσιαλιστές να υποκύψουν στην δική τους άτολμη ηγεσία. Αντιπαρέβαλλαν στην πειθαρχία που τοποθετούσε κάθε κίνημα κάτω από τους υπολογισμούς, τους φόβους, τα λάθη και τις πιθανές προδοσίες των ηγετών στην άλλη πειθαρχία των εργαζομένων του Sestri Ponente που κινήθηκαν αλληλέγγυα με το Τορίνο, την πειθαρχία των σιδηροδρομικών εργατών που αρνήθηκαν να μεταφέρουν τις δυνάμεις ασφαλείας στο Τορίνο και τους αναρχικούς και τα μέλη της USI που αγνόησαν τις γραμμές των κομμάτων και των σεχτών, θέτοντας εαυτούς στη διάθεση των τορινέζων (Carl Levy: Ο Gramsci και οι αναρχικοί).

Σαν απάντηση στις περικοπές και τα λοκ-άουτ, το Σεπτέμβρη έγιναν μαζικές καθιστικές απεργίες. Στα μέσα του Αυγούστου η USI ζήτησε την υποστήριξη της CGL ώστε να καταλάβουν τα εργοστάσια πριν κηρυχτούν τα λοκ-άουτ. Η USI είδε αυτές τις καταλήψεις σαν κρίσιμες για τον εργατικό αγώνα ο οποίος έπρεπε να υπερασπιστεί με κάθε μέσο και ζήτησε την υποστήριξη κι άλλων επαγγελματιών. Οι απεργίες γρήγορα διαδόθηκαν στις κατασκευαστικές βιομηχανίες, στους σιδηροδρόμους και στις κατασκευές δρόμων ενώ οι αγρότες ξανα-διεκδικούσαν τη γη. Παράλληλα με τις καταλήψεις, οι απεργοί τα έθεταν κάτω από εργατικό έλεγχο και σύντομα μισό εκατομμύριο απεργών εξέτρεψαν την παραγωγή για λογαριασμό τους. Τα αυτόδιαχειριζόμενα εργοστάσια συνέχισαν να πληρώνουν κανονικά μισθούς στους εργάτες και οργανώθηκαν ομάδες περιφρούρησης ώστε να προστατευτούν από κάθε επίθεση. Τα αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια ανέδειξαν μια στενή αλληλεγγύη ενώ η παραγωγή μοιραζόταν ανάμεσα στους εργάτες. Η Ιταλία «παρέλυσε, καθώς μισό εκατομμύριο εργαζομένων κατέλαβαν τα εργοστάσιά τους υψώνοντας κόκκινες και μαύρες σημαίες πάνω τους». Το κίνημα απλώθηκε σε όλη την έκταση της χώρας με τους μαχητές της USI στην πρώτη γραμμή. Οι σιδηροδρομικοί εργάτες αρνήθηκαν ξανά να μεταφέρουν στρατεύματα, οι αγρότες καταλάμβαναν τα αγροκτήματα και οι εργάτες απεργούσαν κόντρα στις οδηγίες των ρεφορμιστικών συνδικάτων.

Όμως έναν μήνα αργότερα, οι εργάτες προδόθηκαν ακόμα μια φορά από το PSI και τη CGL. Ήρθαν αντιμέτωποι με το κίνημα και δεσμεύτηκαν απέναντι στο κράτος για μια επιστροφή στην «ομαλότητα» σε αντάλλαγμα για μια νομιμοποίηση του εργατικού ελέγχου σε μια μορφή συνδιαχείρισης με τα αφεντικά. Φυσικά, ο εργατικός έλεγχος δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Καθώς οι εργάτες ακόμη περίμεναν από τους γραφειοκράτες της CGL την πληροφόρηση για το τι συμβαίνει σε άλλες πόλεις, δεν ήταν ποτέ ικανοί να δράσουν με πλήρη ανεξαρτησία. Έτσι, το συνδικάτο χρησιμοποιούσε τη δύναμή του για να απομονώσει το ένα εργοστάσιο από το άλλο. Αν και οι αναρχικοί αντιτίθονταν σε κάθε ενδεχόμενη επιστροφή στην εργασία, παρέμεναν πάντα μια μειονότητα (μια εκτεταμένη μειονότητα είναι αλήθεια, αλλά πάντα μειονότητα) και χωρίς την υποστήριξη της CGL, ήταν ανίκανοι να επεκτείνουν την απεργία.

Μετά την αποχώρηση των εργατών από τα εργοστάσια, η κυβέρνηση συνέλαβε μάχιμα μέλη της USI και της UAI (αναρχικοί). Οι σοσιαλιστές αγνόησαν αυτήν την δίωξη ελευθεριακών ακτιβιστών και συνέχισαν να την αποκρύπτουν μέχρι την απεργία πείνας των αναρχικών, συμπεριλαμβανομένου και του Malatesta, από την φυλακή, στα 1921.

Καθώς η εργατική μαχητικότητα υπέκυπτε, οι μεγάλες επιχειρήσεις ευνόησαν το φασιστικό κίνημα ώστε να τσακίσει ολοκληρωτικά την δυναμική εργατική τάξη, κάτι που κατάφεραν, αλλά όχι χωρίς να αντιμετωπίσουν μια σκληρή αντίσταση.



Οι αναρχικοί στα ιταλικά εργοστασιακά συμβούλια – Daniel Guerin

Οι ιταλοί αναρχικοί ακολουθώντας το παράδειγμα των γεγονότων της Ρωσίας, συμβάδισαν με τους παρτιζάνους της σοβιετικής εξουσίας, κατά την περίοδο αμέσως μετά τον Μεγάλο Πόλεμο (σ.τ.μ: έτσι λεγόταν ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος μέχρι τον δεύτερο). Η Ρωσική Επανάσταση είχε γίνει δεκτή με μεγάλη συμπάθεια από τους ιταλούς εργάτες, ιδιαίτερα από την πρωτοπορία τους, τους μεταλλωρύχους του βορρά. Στις 20 Φλεβάρη του 1919, η ιταλική ομοσπονδία εργατών μετάλλου (FIOM) κέρδισε μια σύμβαση που της επέτρεπε την εκλογή «εσωτερικών επιτροπών στα εργοστάσια. Στη συνέχεια, προσπάθησαν να μετασχηματίσουν αυτά τα όργανα εργατικής αντιπροσώπευσης σε εργοστασιακά συμβούλια με μια διαχειριστική λειτουργία, διεξάγοντας μια σειρά απεργιών και καταλήψεων των εργοστασίων.

Η τελευταία τέτοια, στα τέλη του Αυγούστου του 1920, έγινε μετά από ένα λοκ-άουτ της εργοδοσίας. Οι εργάτες μετάλλου αποφάσισαν συλλογικά τη συνέχιση της παραγωγής για λογαριασμό τους. Προσπάθησαν διαδοχικά με τη πειθώ ή τις απειλές, αλλά απέτυχαν να κερδίσουν τη συνεργασία των μηχανικών και του ανώτερου προσωπικού. Η διαχείριση των εργοστασίων, έπρεπε λοιπόν να διεξαχθεί από επιτροπές τεχνικών και εργατοϋπαλλήλων. Η αυτό-διαχείριση ήταν ακόμα αρκετά μακριά: στην πρώτη περίοδο ενισχύονταν μέσω των τραπεζών, αλλά όταν υποχώρησε αυτό, το αυτό-διαχειριστικό σύστημα τύπωσε δικό του χρήμα, με το οποίο κατέβαλλε τους μισθούς των εργατών. Απαιτήθηκε πολύ σκληρή πειθαρχία, απαγορεύτηκε η χρήση αλκοόλ, ενώ οργανώθηκαν ένοπλες ομάδες περιφρούρησης για λόγους αυτοάμυνας. Αναπτύχθηκε μια πολύ στενή αλληλεγγύη ανάμεσα στα αυτό-διαχειριζόμενα εργοστάσια. Τα φορτία χρυσού ή κάρβουνου συσσωρεύονταν σε μια κοινή δεξαμενή απ’ όπου μοιράζονταν ίσα σε όλους.

Η ρεφορμιστική πτέρυγα των συνδικάτων έσπευσε για έναν συμβιβασμό με την εργοδοσία. Μετά από μερικές εβδομάδες διαχειριστικών καταλήψεων, οι εργάτες κλήθηκαν να εγκαταλείψουν τα εργοστάσια με αντάλλαγμα μια υπόσχεση για επέκταση του εργατικού ελέγχου, υπόσχεση που ούτως ή άλλως δεν κρατήθηκε. Η αριστερή επαναστατική πτέρυγα, αποτελούμενη από αναρχικούς κι αριστερούς σοσιαλιστές, κατήγγειλε την προδοσία, αλλά μάταια.

Η αριστερή πτέρυγα είχε μια θεωρία, ένα γραφείο τύπου, μια έκδοση. Η εβδομαδιαία L’ Ordine Nuovo («Η Νέα Τάξη») πρωτοεμφανίστηκε στο Τορίνο την πρωτομαγιά του 1919. Εκδιδόταν από έναν αριστερό σοσιαλιστή, τον Αντόνιο Γκράμσι, με τη βοήθεια ενός καθηγητή φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Τορίνο, εμφορούμενο από αναρχικές ιδέες, που έγραφε με το ψευδώνυμο Carlo Petri, κι επίσης έναν ολόκληρο πυρήνα από τορινέζους ελευθεριακούς. Στα εργοστάσια, η Ordine Nuovo υποστηριζόταν από έναν αριθμό ανθρώπων, ιδιαίτερα τους αναρχο-συνδικαλιστές μαχητές της μεταλλουργίας, Pietro Ferrero και Maurizio Garino. Το μανιφέστο της Ordine Nuovo υπογράφηκε από σοσιαλιστές και ελευθεριακούς από κοινού, συμφωνώντας στην υπεράσπιση των εργοστασιακών συμβουλίων ως «όργανα κατάλληλα για την μελλοντική κομμουνιστική διαχείριση τόσο των βιομηχανιών όσο και ολόκληρης της κοινωνίας».

Για την Ordine Nuovo τα συνδικάτα έπρεπε να αντικατασταθούν από τις δομές των εργοστασιακών συμβουλίων. Δεν ήταν απόλυτα εχθρικοί προς τα συνδικάτα, τα οποία θεωρούσαν ως τη «σκληρή ραχοκοκαλιά του προλεταριακού σώματος». Ωστόσο, με τον τρόπο του Μαλατέστα του 1907, έβλεπαν κριτικά την παρακμή του γραφειοκρατικού και ρεφορμιστικού συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο είχε αφομοιωθεί πλήρως από την καπιταλιστική κοινωνία. Κατήγγειλαν την ανικανότητα των συνδικάτων ως όργανα για μια προλεταριακή επανάσταση.

Από την άλλη, η Ordine Nuovo συνεισέφερε ποικιλοτρόπως στα εργοστασιακά συμβούλια. Τα θεωρούσε σαν το μέσο για την ενοποίηση της εργατικής τάξης, το μόνο όργανο που θα μπορούσε να υψώσει τους εργάτες πάνω από τα ειδικά συμφέροντα του κάθε επαγγέλματος και να συνδέσει τους «οργανωμένους» από τους «ανοργάνωτους». Εκτιμούσαν τα συμβούλια θεωρώντας πως κινητοποιούν μια ψυχολογία παραγωγού, προετοιμάζοντας τους εργάτες για την αυτό-διαχείριση. Χάρη σ’ αυτούς, η κατάκτηση του εργοστασίου έγινε μια συνεκτική προοπτική που μπορούσε να φτάσει κι ο τελευταίος εργάτης. Τα συμβούλια θεωρήθηκαν σαν μια προεικόνιση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Οι ιταλοί αναρχικοί ήταν κάπως πιο ρεαλιστές και λιγότερο βερμπαλιστές απ’ ότι ο Γκράμσι, και μερικές φορές σχολίαζαν ειρωνικά τις «θαυματουργές» υπερβολές των κυρηγμάτων υπέρ των εργοστασιακών συμβουλίων. Φυσικά λάμβαναν υπόψη τις αρετές τους, αλλά χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές. Ο Γκράμσι κατήγγειλε κι αυτός τον ρεφορμισμό των συνδικάτων, κι όχι άδικα, αλλά οι αναρχο-συνδικαλιστές έδειξαν ότι σε μια μη-επαναστατική περίοδο και τα εργοστασιακά συμβούλια μπορούσαν επίσης να υποβαθμιστούν σε όργανα ταξικής συνεργασίας. Κάποιοι που εμπλέκονταν με την Ordine Nuovo το θεωρούσαν επίσης άδικο μαζί με τον ρεφορμιστικό συνδικαλισμό να καταδικάζεται κι ο επαναστατικός συνδικαλισμός της Ιταλικής Συνδικαλιστικής Ένωσης (USI).

Εν τέλει, και πιο σημαντικά, οι αναρχικοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι το αμφιλεγόμενο και αντιφατικό τρόπο με τον οποίο η Ordine Nuovo έθετε ως πρότυπο των εργοστασιακών συμβουλίων, τα Σοβιέτ. Σίγουρα, ο Γκράμσι συχνά χρησιμοποιούσε τον όρο «ελευθεριακός» στα γραπτά του, και είχε λογομαχήσει με τον εξουσιαστικό Angelo Tasca, που προωθούσε ένα μη-δημοκρατικό σχέδιο «δικτατορίας του προλεταριάτου» το οποίο ήθελε να καταστήσει τα εργοστασιακά συμβούλια απλά όργανα του Κομμουνιστικού Κόμματος, κι επιτέθηκε στα γραπτά του Γκράμσι, θεωρώντας τα επηρεασμένα απ’ τον Προυντον. Ο Γκράμσι δεν ήξερε αρκετά για τα γεγονότα στη Ρωσία ώστε να κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στα ελεύθερα Σοβιέτ των πρώτων μηνών της επανάστασης και τα ψευτο-σοβιέτ του Μπολσεβικικού Κράτους. Αυτό τον οδήγησε να κάνει χρήση αμφιλεγόμενων συσχετισμών. Έβλεπε τα εργοστασιακά συμβούλια ως «πρότυπο προλεταριακό κράτος», το οποίο ήθελε να ενσωματωθεί με ένα παγκόσμιο σύστημα: την Κομμουνιστική Διεθνή. Θεωρούσε πως θα μπορούσε να συμφιλιωθεί ο Μπολσεβικισμός με τον μαρασμό του Κράτους και μια δημοκρατική εκδοχή της «δικτατορίας του προλεταριάτου».

Οι ιταλοί αναρχικοί αρχικά υποδέχτηκαν τα ρωσσικά σοβιέτ με άκριτο ενθουσιασμό. Στην 1 Ιούνη 1919, ο Camillo Berneri, ένας από αυτούς (Σ.τ.μ: αναρχο-κομμουνιστής θεωρητικός, κάποια πράγματα για τη σύγκρουσή του με τον αναρχο-ατομικιστή Renzo Novatore μπορούν να βρεθούν στα μεταφρασμένα κείμενα του R.N.), είχε δημοσιεύσει ακόμα ένα άρθρο με τίτλο «Αυτό-Δημοκρατία» χαιρετίζοντας το Μπολσεβικικό καθεστώς ως «το πιο πρακτικό πείραμα εσωτερικής δημοκρατίας στη μέγιστη κλίμακα, που έχει επιχειρηθεί ποτέ» και ως «την αντίθεση του συγκεντρωτικού κρατικού σοσιαλισμού».

Ωστόσο, ένα χρόνο αργότερα, στο συνέδριο της Ιταλικής Αναρχικής Ένωσης, ο Maurizio Garino μίλησε τελείως διαφορετικά: Τα σοβιέτ που είχαν στηθεί στη Ρωσία από τους Μπολσεβίκους διέφεραν υλικά από την εργατική αυτό-διαχείριση όπως την αντιλαμβάνονταν οι αναρχικοί. Αποτελούσαν τη «βάση για ένα νέο Κράτος, αναπόφευκτα συγκεντρωτικό και εξουσιαστικό».

Οι ιταλοί αναρχικοί και η συντροφιά του Γκράμσι ήταν επόμενο να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους. Οι τελευταίοι αρχικά επέμειναν ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα, όπως και τα συνδικάτα, ήταν ένας οργανισμός αφομοιωμένος από το αστικό σύστημα και επομένως, ούτε απαραίτητος ούτε επιθυμητός ως προς την υποστήριξή του. Έπειτα έκαναν μια «εξαίρεση» για τις κομμουνιστικές ομάδες στο εσωτερικό του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Μετά το σχίσμα στο Λιβόρνο, στις 21 Γενάρη 1921, αυτές οι ομάδες σχημάτισαν το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που συνδέθηκε με την Κομμουνιστική Διεθνή.

Οι ιταλοί ελευθεριακοί, ξεκίνησαν από την άλλη, να εγκαταλείπουν μερικές από τις παραισθήσεις τους και να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή σε ένα προφητικό γράμμα που τους απεύθυνε ο Μαλατέστα ήδη από το καλοκαίρι του 1919. Αυτό τους παρότρυνε εναντίον μιας «νέας διακυβέρνησης που στήθηκε στη Ρωσία πάνω στην Επανάσταση ώστε να την δεσμεύσει και να την θέσει στους σκοπούς ενός κόμματος- ή καλύτερα των ηγετών του κόμματος». Ο γέρος επαναστάτης επέμεινε προφητικά ότι επρόκειτο για μια δικτατορία, με τις βαθμίδες της, τους ποινικούς θεσμούς της, τα εκτελεστικά όργανά της, και πάνω απ’ όλα, τις ένοπλες δυνάμεις που βοήθησαν στην υπεράσπιση της Επανάστασης εναντίον των εξωτερικών εχθρών της, αλλά την επομένη θα βοηθήσουν στην επιβολή της θέλησης των δικτατόρων στους εργάτες, στον έλεγχο της πορείας της Επανάστασης, στη σταθεροποίηση νέων συμφερόντων, και να υπερασπιστούν μια νέα προνομιούχο τάξη ενάντια στις μάζες. Ο Λένιν, ο Τρότσκυ και οι σύντροφοί τους θεωρούνται φυσικά ειλικρινείς επαναστάτες, αλλά προετοιμάζουν τις κυβερνητικές θέσεις που θα επιτρέψουν στους διαδόχους τους να εκμεταλλευτούν την επανάσταση και να την εξοντώσουν. Αυτοί, θα είναι τα πρώτα θύματα των ίδιων των μεθόδων τους…

Δυο χρόνια αργότερα, η Ιταλική Αναρχική Ένωση συνεδρίασε στην Ανκόνα, στις 2 με 4 Νοέμβρη του 1921, και αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ρωσική κυβέρνηση ως αντιπρόσωπο της Επανάστασης, αντίθετα την κατήγγειλε ως «τον βασικό εχθρό της Επανάστασης, τον καταπιεστή κι εκμεταλλευτή του προλεταριάτου στο όνομα του οποίου υποτίθεται ότι ασκεί εξουσία». Κι ο ελευθεριακός συγγραφέας Luigi Fabbri το ίδιο έτος συμπέρανε πως: «μια κριτική μελέτη της ρωσικής επανάστασης είναι επείγουσας σημασίας- καθώς οι δυτικές επαναστάσεις μπορούν να κατευθύνουν τις πράξεις τους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφευχθούν τα λάθη που ήρθαν στο φως με την ρωσική εμπειρία».

Σημείωμα της μετάφρασης:

Μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε εδώ αυτά τα σύντομα κείμενα, για να δώσουμε μια ιδέα για την συσκοτισμένη «παραλίγο» επανάσταση που συντελέστηκε στην Ιταλία, την «κόκκινη διετία» 1919-1920. Η τραγική κατάληξη των γεγονότων («μαύρη διετία» της φασιστικής αντίδρασης και τσάκισμα του κινήματος, 1920-1921) θα ‘πρεπε να ληφθεί υπ’ όψη για δυο τουλάχιστον παραμέτρους της. Πρώτον, κατά πόσο ήταν, κι αν ήταν τότε, κατά πόσο είναι ακόμη επαναστατικό το «να πάρουμε τα μέσα», και δεύτερον, η επιβεβαίωση για μια ακόμα φορά της γνωστής ρήσης του Ροβεσπιέρου (όσοι κάνουν μισές επαναστάσεις, απλώς σκάβουν τον τάφο τους).

«Οι εργάτες πίστεψαν ότι είχε έρθει η στιγμή να πάρουν μια για πάντα στα χέρια τους τα μέσα της παραγωγής. Οπλίστηκαν για την αυτοάμυνα και ξεκίνησαν την οργάνωση της παραγωγής για λογαριασμό τους. Ήταν η έμπρακτη κατάργηση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Ήταν ένα νέο καθεστώς, μια νέα μορφή κοινωνικής ζωής που γεννήθηκε. Και η κυβέρνηση αναγκάστηκε απλώς να παραμερίσει νιώθοντας εξαιρετικά αδύναμη για να αντιταχθεί». – Errico Malatesta

Η επιτυχία της Ρωσικής Επανάστασης ήταν ακόμη νωπή, και τα σημάδια της παρακμής της δεν είχαν αποκαλυφθεί, τουλάχιστον όχι στην εξεγερμένη Ιταλία, όπου ο ίδιος ο Μαλατέστα, αποκαλούμενος από τους εργάτες του Τορίνο «ο ιταλός Λένιν», μάταια προσπάθησε να εξηγήσει ότι ούτε οι προθέσεις του ήταν αυτές, αλλά ούτε και χρειαζόταν πραγματικά έναν Λένιν το ιταλικό προλεταριάτο. Οι εργάτες φάνηκε να είναι πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα, απ’ το να εμποδίσουν την μεταφορά των στρατευμάτων που θα κατέστειλαν τους απεργούς του Τορίνο, μέχρι να πάρουν τα όπλα για να περιφρουρήσουν τα κατειλημμένα εργοστάσια, αλλά και ν’ ανεχτούν τα πάντα, όπως φάνηκε από την επιβολή της εργασιακής πειθαρχίας που πλέον περνούσε χωρίς συνειδητή αντίσταση, αποτυπωμένη ακόμα και στην απαγόρευση του αλκοόλ, προκειμένου να υπερασπιστούν την «προλεταριακή δικτατορία» των εργοστασιακών συμβουλίων. Να ανεχτούν ακόμα και τους εχθρούς της, όπως οι συνδικαλιστές ηγέτες ή το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Έτσι, στο βωμό της διεξαγωγής του έργου της «αυτό-διαχείρισης» (και της συνακόλουθης προτεραιότητας στο ποσοτικό) που αυτόματα τέθηκε ως στόχος του καταληψιακού κινήματος, δεδομένου ότι δεν μπόρεσε να εξαπλωθεί πέρα από τα όρια του βιομηχανικού βορρά, θυσιάστηκε η μαχητικότητά του (πλέον δεν επιτίθονταν στον κοινωνικό πλούτο, αλλά τον υπερασπιζόταν με αντάλλαγμα τη συν-διαχείρισή του), και τελικά η ίδια η αυτό-διαχείριση. Οι ίδιοι εργάτες που είχαν οπλιστεί για να υπερασπιστούν τις καταλήψεις ήταν αυτοί που σύρθηκαν πίσω από το, παραγκωνισμένο ως τότε από την ίδια την πορεία των γεγονότων, Σοσιαλιστικό Κόμμα, όταν πρότεινε την δική του «επαναφορά στην ομαλότητα». Πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο δεν έγινε από άγνοια, ή από «προδοσία» ή «ξεπούλημα» όπως αρέσκονται να λένε οι υποκριτές, αλλά από μια γενική συνείδηση της αποτυχίας του αυτό-διαχειριστικού εγχειρήματος, αλλά και αδυναμία ξεπεράσματός του προς μια ανατρεπτική προοπτική.

Ο όρος αποτυχία ταιριάζει άλλωστε καλύτερα από την ήττα, μιας και το κίνημα δεν τσακίστηκε τόσο «από τα έξω» από μια πανίσχυρη κυβέρνηση (που δεν υπήρχε) ή από μια αντίρροπη ανάπτυξη του φασισμού. Ο φασισμός δεν ήρθε στα πράγματα παρά μετά τον μαρασμό του κινήματος.

Το να δεχτούμε πάλι, ότι ο φασισμός ήταν απλά ένα τέχνασμα των αφεντικών για να τσακίσουν το επαναστατικό κίνημα είναι σαν να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στην μισή αλήθεια. Ο φασισμός γεννήθηκε επίσης στο δρόμο, σαν ένα ακόμη κίνημα που προέκυψε από τις λαϊκές εξεγέρσεις, αλλά, για την ακρίβεια από την ήττα τους, από τον μαρασμό της εξέγερσης. Ιδιαίτερα στο ιταλικό παράδειγμα, μπορούμε να δούμε πως, ίσως όχι οι περισσότεροι αλλά σίγουρα πολλοί, από τους συνδικαλιστές και τους θεωρητικούς του κινήματος του 1919, μεταστράφηκαν σε οπαδούς του φασισμού, ο οποίος επίσης, διόλου τυχαία βασίζεται στη δική του εκδοχή της δια-ταξικής συν-διαχείρισης, και στο συνεπακόλουθό της, την επιβολή -με κάθε μέσο- της εργασιακής πειθαρχίας.

Ωστόσο, η προλεταριακή συνείδηση δεν εξαλείφθηκε ολότελα, κι έτσι ο αγώνας ενάντια στο φασισμό δεν μετατράπηκε σε αγώνα για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Ηρωικές ομάδες εργατικής αντίστασης όπως οι Arditi del Popolo, τάχθηκαν υπέρ μιας ενιαίας οργάνωσης του προλεταριάτου ενάντια στο φασισμό ή τη δημοκρατία, απομακρύνοντας έτσι τους σοσιαλιστές, που υπέγραψαν «συμφωνία εκεχειρίας» με τους φασίστες τον Αύγουστο του 1921. Οι κομμουνιστές πάλι, συνέστησαν στα μέλη τους να αποσυρθούν από τις αντιφασιστικές ομάδες παρά να συνεργάζονται με αναρχικούς. Μπορούμε να πούμε λοιπόν, ότι η αριστερά, εκτός από ένα μαχητικό κομμάτι των συνδικαλιστών της USI, προτίμησε ρητά την επικράτηση του φασισμού, από την ανοχή της επιρροής των αναρχικών. Καμιά αμφιβολία δε θα ‘πρεπε όμως να υπάρχει για αυτούς.

Το ερώτημα τίθεται λοιπόν ξανά στο ζήτημα της παραγωγής. Κατάληψη των παραγωγικών μέσων και συνέχεια της παραγωγής ως έχει (και ανα-παραγωγής αυτής της κοινωνίας) για λογαριασμό μας; Ευχαριστούμε, αλλά δεν θα πάρουμε.

[Εκδόσεις για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007]