Η ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΗ

Η ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΗ

Οι παρανοήσεις της μη βίας Από το περιοδικό Communautilus-Περιοδικό κριτικής του παρόντος χρόνου, Ιούλιος 2002 – βρέθηκε στο Athens.indymedia.org

του PAOLO PERSICHETTI

«Σήμερα η πολιτική της μη βίας είναι η μορφή κινητοποίησης που το κίνημα αποδέχεται σαν δικό του παράδειγμα, είτε επειδή είναι βαθιά πεποισμένο ότι πρέπει να υπάρχει συνάφεια στόχων και μέσων, είτε επειδή σήμερα είναι το μόνο εργαλείο που μας επιτρέπει να οικοδομήσουμε, μέσα σε μια σύνθετη πραγματικότητα, όπου κυριαρχούν ισχυρές υπερεθνικές δυνάμεις, εκείνη την απαραίτητη συναίνεση για να αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού και να αλλάξει αυτή η ίδια κοινωνία μας». Vittorio Agnoletto, εφημερίδα ιλ Μανιφέστο 18 Ιουλίου 2002 Τα απαλά χαρακτηριστικά του προσώπου πρόδιδαν το νεαρό της ηλικίας του. Είχε ξεκοπεί από την ομάδα και στο ένα του χέρι κρατούσε μια πέτρα που την εκσφενδόνισε με όλη του τη δύναμή σε μια ομάδα ατόμων προστατευμένα με ασπίδες και γκλομς, κράνη, μπότες και πυροβόλα όπλα στη ζώνη. Σχεδόν ικανοποιημένος από αυτή την ασυνείδητη χειρονομία πρόκλησης, είχε στρέψει το πρόσωπο του προς τα πίσω για να μετρήσει την απόσταση που τον χώριζε από τους συντρόφους του. Είχε τα μπράτσα του ανοικτά,ενώ τα χέρια ήταν γυμνά όπως σε εκείνη την φωτογραφία του αναρχικού στη γνωστή αφίσα, όταν η ηχώ μερικών πυροβολισμών αντήχησε στον αέρα. Οι σύντροφοι του ούρλιαζαν, ενώ ένας αστυνομικός είχε πάρει ψυχρά θέση για να τον πυροβολήσει στους ώμους. Εκείνη την στιγμή το χαμόγελό του έγινε γκριμάτσα πόνου. Χτυπημένος πισώπλατα αλλά μη πιστεύοντας ακόμα σʼαυτό που είχε συμβεί συνέχισε να περπατά τα βήματα του όμως τώρα έμοιαζαν πιο πολύ με βήματα χορού. Αμέσως μετά έπεσε στην άσφαλτο, αφού είχε ολοκληρώσει την πιρουέτα. Ήταν Ιούνης του 2001, στο Γκέτεμποργκ. Το «κίνημα των κινημάτων» μόλις πριν λίγο είχε τον πρώτο του νεκρό. Ένας αναθεματισμένος οιωνός για ό,τι έμελλε να συμβεί λίγες εβδομάδες αργότερα στη Γένοβα, στην πλατεία Alimonda, όπου ένα άλλο νεαρό άτομο, στην ίδια περίπου ηλικία, σκοτώθηκε από έναν ένστολο συνομήλικο του με χτύπημα πυροβόλου όπλου ανάμεσα στα μάτια. Ο Carlο Giuliani, το θάνατο τον είχε δει κατάματα ενώ οι άλλοι διαδηλωτές είχαν βρει το χρόνο να οπισθοχωρήσουν μπροστά σε εκείνο το όπλο. Ίσως να ήταν πια πολύ αργά να σταματήσει ή ίσως δεν θέλησε να αποτραβηχτεί, αλλά να τραβήξει μέχρι το τέλος για να εμποδίσει εκείνον το τεντωμένο βραχίονα, τον οπλισμένο και με τη στολή του κράτους, να συνεχίζει την απειλή του. Δύο χτυπήματα, μια σιωπή εξωπραγματική έπεσε απροσδόκητα στο πεδίο της μάχης που διακόπηκε αμέσως μετά από ουρλιαχτά, κι ενώ το νεκρό σώμα του Carlο περνούσε κάτω από τις ασεβής ρόδες του τζιπ της αστυνομίας. « Aνθη δηλητηριώδη, ικανά μόνο για να σπάνε»[1 ], δεν βρήκε τίποτα καλύτερο να πει ένα στέλεχος της αντιπαγκοσμιοποιητικής οργάνωσης ATTAC κάνοντας έναν απολογισμό των γεγονότων στο Γκέτεμποργκ. Έτσι ψυχρά και οργισμένα ενάντια σε αυτούς που στα μάτια της έμοιαζαν με νεολουντιστές χουλιγκάνους, η κυρία Susan George, βρήκε πιο πολύ κι από κανονικό ότι μια πέτρα άξιζε όσο ένα βλήμα από πυροβόλο όπλο ανάμεσα στους ώμους. Απρόσκλητες αυτές οι ορδές εξεγερμένων σε αναζήτηση εξεγέρσεων δεν ήσαν καλοδεχούμενες. Ενοχλούσαν τους νοικοκυρεμένους διεθνείς διαμορφωτές, τα γαϊτανάκια των δρόμων, τα συμβατικά συνέδρια των επαγγελματιών του συναιτερίζεσθαι, τη νέα αυτή γραφειοκρατία της κοινωνίας των πολιτών που σκέφτεται να αντιμετωπίσει τα βίαια ζωώδη πνεύματα του υπερφιλελεύθερου καπιταλισμού, στο παγκοσμιοποιημένο του στάδιο, μέσα από μορφές οικονομικής ρύθμισης, δικονομικά εργαλεία και ηθικούς κανόνες. Μέτρα ανεπαρκή, όσο κι η ιδέα ότι είναι δυνατόν να σταματήσει ο φουρτουνιασμένος ωκεανός στοιβάζοντας σακιά άμμου. Την ίδια περίοδο, μια έκκληση Ιταλών και Γάλλων διανοούμενων, μεταξύ των οποίων και πρώην συμμετέχοντες στα πολιτικά κινήματα της δεκαετίας του 1970 κατέκριναν τις πράξεις βίας και τις συγκρούσεις στους δρόμους, ειδικότερα τις ασχήμιες κατά εμπορευμάτων όπως « σπάσιμο βιτρίνων και κάψιμο κάδων αποριμάτων». Αυτοί έκαναν έκκληση για συντεταγμένες εκδηλώσεις κι αυτό που πέτυχαν δεν ήταν παρά ενισχυμένες αστυνομικές δυνάμεις. Είναι απόλυτα επιβεβαιωμένο ότι η ιστορία δεν έχει τη διάθεση να αντικρούσει εκείνη την παλιά ρήση που θέλει κάθε τραγωδία να επαναλαμβάνεται μόνο σαν φάρσα. Διόλου ικανοποιημένοι από ένα τόσο μεγάλο ηθικό στίγμα, πέρα από πολιτικό, εκπρόσωποι του Κοινωνικού φόρουμ της Γένοβας και ηγέτες ορισμένων no global συνιστωσών του, με τη χορηγία των μεγάλων ψηφοφόρων τους από πλευράς μμε, εκτόξευσαν το απείρως επαναλαμβανόμενο ρεφρέν της διείσδυσης προβοκατόρων, και μάλιστα όταν ακόμα και μετά από ένα χρόνο δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να το επιβεβαιώνει. Το έκαναν εν θερμό, συντριμμένοι από την προκατάληψη και για να εξυπηρετήσουν τις φοβίες τους, όταν ακόμα το βασανισμένο σώμα του Carlο Giuliani δεν είχε ένα όνομα. Στα μετακινούμενα σαλόνια των απευθείας συνδέσεων της RAI το πρώτο βράδυ μετά το G8 κυκλοφορούσε ακόμα η φήμη ότι το δολοφονημένο νεαρό άτομο ήταν ένας Ισπανός, σίγουρα βασκικής καταγωγής, και εν πάση περιπτώσει ένας από το μπλακ μπλοκ. Αυτοί [2], ζεστοί ακόμα από τις πορείες εκείνης της μέρας, επιτέθηκαν στις δυνάμεις της αστυνομίας που τις κατηγορούσαν για αδράνεια επειδή άφησαν να καταληφθεί η πόλη από αναρχικά στοιχεία ντυμένα στα μαύρα. Οι αστυνομικές δυνάμεις είχαν επιτεθεί στις πορείες όταν ακόμα αυτές περνούσαν από την «πράσινη ζώνη», στα διάφορα σημεία της πόλης οι αστυνομικοί είχαν κάνει χρήση όπλων, και αντί οι ξύπνιοι αυτοί εκπρόσωποι των no global να απαιτήσουν την απομάκρυνση των αστυνομικών δυνάμεων ζητούσαν να ενισχυθεί ακόμη πιο πολύ η δύναμη τους. Ξέχασε, ίσως και να μην το είχε πληροφορηθεί ο Πρόεδρος του LILA, Vittorio Agnoletto, ότι μόνο στις χώρες όπου κυριαρχεί ένας αυταρχικός έλεγχος του δημόσιου χώρου, οι αστυνομικές δυνάμεις και μόνο αυτές οργανώνουν και εφαρμόζουν την τάξη στις πορείες, έτσι ζητούσε από την αστυνομία να προστατεύσει τις μη βίαιες πορείες του. Μόνο αργά το βράδυ, όταν έφτασε η είδηση ότι ο νεκρός δεν ήταν παρά ο γιος ενός πολύ γνωστού συνδικαλιστή της τοπικής CGIL, τότε, και μόνο τότε ,ο «αμαρτωλός» Carlο Giuliani έγινε τελικά ένα αγόρι προς υπεράσπιση, ένα στενάχωρο θύμα δηλαδή. Οι ρυτίδες της σύγκρουσης Με την επιστροφή των μαζών στις πλατείες, επανεμφανίστηκε και η σύγκρουση με τις αγριότητες της, την τραχύτητα και τις ρυτίδες της.

Στην πραγματικότητα εκδηλώθηκε με ένα επίπεδο βίας του δημόσιου χώρου εξαιρετικά χαμηλής έντασης και μικρές κοινωνικές διαστάσεις αλλά αρκετές για να διογκωθεί και να αναδειχθεί από τα μμε. Λίγο, πολύ λίγο, σε σχέση με άλλες εποχές ή γεωγραφικά μήκη και πλάτη και σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να είχε ξεκαθαρίσει το ζήτημα αν είχαν υποβληθεί μια-δυο απλές ερωτήσεις: πόσα όπλα έχουν βρεθεί ως τα τώρα μεταξύ των διαδηλωτών; Ποιος, αντιθέτως, έκανε χρήση των όπλων του; Πόσες βόμβες μολότοφ ρίχτηκαν ή βρέθηκαν στη Γένοβα; Τριακόσιες χιλιάδες διαδηλωτές και ούτε καν μια δεκάδα μολότοφ, αυτό ήταν τυχαίο; Παρʼ όλα αυτά από το Σιάτλ και δώθε, οι αντιπαραθέσεις γύρω από το θέμα της βίας συνόδευσαν, και εν μέρει τροφοδότησαν, τις κινητοποιήσεις κατά των G8, προσφέροντας μηντιακή αναγνώριση και δυνατότητα να επηρεάζει καταστάσεις στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Γιατί τέτοια ιδιαίτερη προσοχή σε μορφές βίας του δρόμου τόσο χαμηλής έντασης; Ίσως μια πρώτη εξήγηση να βρίσκεται στο ρόλο των μμε, στη δύναμή τους να αποφασίζουν αυτά, για το τι έγινε και τι δεν έγινε. Μια διεστραμμένη δυναμική που έχει την τάση να παρουσιάζει ή να προβάλλει σε προνομιακή θέση μόνο ό,τι μπορεί να πουλήσει υπό τη μορφή κοινωνικού θεάματος. Και το G8 της Γένοβας, ως προς αυτό, είναι ένα παράδειγμα. Το σύνολο των εξωτερικών αιτίων (πολιτικοί υπολογισμοί και προσδοκίες) και δυναμικών, στα πλαίσια της ενημέρωσης, που χαρακτηρίζει ένα μηντιακό γεγονός, δημιούργησαν ένα κρεσέντο, ένα είδος ταμ-ταμ που φύσηξε επί πολύ πάνω στη φωτιά, υποδαυλίζοντας τους θορύβους της εξέγερσης. Η Γένοβα όφειλε να είναι το ραντεβού της μεγάλης εξέγερσης. Αυτό ανέμεναν και αυτό επιθυμούσαν τα μμε, τα προσκείμενα στην αριστερά για να δώσουν ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη της νεοδιορισμένης κυβέρνησης της κεντροδεξιάς, τα δε μμε της δεξιάς για να δαιμονοποιήσουν τον αντίπαλο και να νομιμοποιηθούν πίσω από την κατασταλτική αντανάκλαση της σιωπηλής πλειοψηφίας. Μετά το Γκέτεμποργκ στα δημοσιογραφικά γραφεία είχαν πάρει όλα τα μέτρα στην περίπτωση να υπάρξουν νέα θύματα, εξάλλου για ορισμένους κάτι τέτοιο ήταν πολιτικά επιθυμητό. Οι απευθείας τηλεοπτικές συνδέσεις των πρώτων απογευματινών ωρών της Παρασκευής 20 του μήνα, ίδρωναν απογοητευμένες λόγω των ελάχιστων επεισοδίων βίας που μπορούσαν να αφηγηθούν και να δείξουν. Η διαδήλωση ήταν ακόμα υπερβολική ήρεμη. Ο ωκεανός του πλήθους δεν άξιζε όσο τα σπασμένα τζάμια κάποιας τράπεζας. Μόνο αργότερα, οι ανταποκριτές βρέθηκαν στην ευχάριστη θέση να ικανοποιήσουν επιτέλους τη δίψα των βαμπίρ σε κατάσταση υπερδιέγερσης με τις εικόνες αίματος, τις φωτιές και τις συγκρούσεις. Μετά από μέρες και μέρες μηντιακού ταμ-ταμ που καλούσε σε εξέγερση, και που το επανέλαβαν οι φάρσες του επικοινωνιακού πολέμου, που κήρυξαν κάποιες ομάδες (λευκές φόρμες-tute bianche), η μηντιακή παγίδα έκλεισε γύρω από το λαό των εξεγερμένων που είχε συγκεντρωθεί στους δρόμους της Γένοβας. Η εικόνα του μπλακ μπλοκ, ως το έμβλημα του μεταμοντέρνου ληστή, σημαδεύτηκε από τη σφραγίδα του όνειδους και του προβοκάτορα. Το κοινωνικό θέαμα έδωσε πνοή σε ένα νέο τηλερομάντζο με άπειρα επεισόδια που στόχο είχε να ξαναπροβάλλει σε κάθε νέο επεισόδιο ένα είδος ιστορικού αναθεωρητισμού σε πραγματικό χρόνο. Ρήξη ιδεολογική και ρήξη κοινωνική Ισως εν συντομία νʼ αξίζει να πούμε ότι τα κοινωνικά κινήματα ήταν πάντοτε ένα προϊόν υποχρεωτικής συγκατοίκησης μεταξύ των διάφορων τάσεων και ερμηνευτικών προσεγγίσεων, κάποτε και για λόγους συμφέροντος. Στο παρελθόν, πρακτικές λιγότερο ή περισσότερο ειρηνικές και συμπεριφορές βίαιες, συγκατοίκησαν αγνοώντας η μία την άλλη ή ασκώντας πολεμική η μία στην άλλη, ή ακόμα και διαχεόμενες η μία στην άλλη. Αναλόγως των περιστάσεων, η μία επικράτησε της άλλης. Μαζικό κίνημα και δύναμη κρούσης. Η απειλή του αριθμού και η βία της δράσης. Δύναμη των επιχειρημάτων και επιχειρήματα της δύναμης. Όγκος και επιβλητικότητα κατά ευλυγισίας, αναγνωρησιμότητας και ζωντάνιας. Πόλεμος θέσεων και πόλεμος κινήσεων. Με δυο λόγια, όταν ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα κάνει την εμφάνιση του μοιάζει με ένα πολύεδρο, ένα γεωμετρικό σχήμα με πολλές πλευρές. Μπορεί να συμβεί να κάνουν την εμφάνιση τους μόνο κινήματα ομοιογενή ή κινήματα στα οποία κυριαρχούν κάποιες μόνο από τις συνιστώσες τους, αλλά τις περισσότερες φορές τα κινήματα αναδύονται σαν «πληθυντικά», «πολυσύνθετα», «πολύχρωμα». Τώρα το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης αυτοπροσδιορίζεται σαν το «κίνημα των κινημάτων» και από την ίδρυση του ως τα σήμερα υποστηρίζει ότι χαρακτηρίζεται από μια κατά μήκος και κατά πλάτος «αμοιβαία μόλυνση» των διαφόρων συνιστωσών του. Τίποτα πιο συνηθισμένο λοιπόν, μέσα σʼ όλη αυτή την πανσπερμία διαφορετικότητας, να υπάρχουν και τομείς (μειοψηφικοί σήμερα) που δεν αποκλείουν ή που βλέπουν με προνομιακό τρόπο την προσφυγή σε μορφές πολιτικής βίας ή παράνομης δραστηριότητας. Η απλή πολιτική βία του δρόμου ωστόσο, κι ακόμα περισσότερο η ίδια η ιδέα της παράνομης δραστηριότητας, θεωρούνται από την πλειονότητα των υπόλοιπων συνιστωσών ως ταμπού απαραβίαστα.

Υπάρχει ένα βασικό ιδεολογικό κομβικό σημείο, κυρίαρχο στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, το οποίο ταυτίζει τη βία με την παρανομία και την παρανομία με ένα κατώφλι που δύσκολα περνάς. Αυτό το ιδεολογικό χαρακτηριστικό μπορεί και να οφείλεται στη σημερινή κοινωνική σύνθεση του κινήματος, όπου στην πραγματικότητα υπερισχύουν, η χριστιανική συνιστώσα και τα μεσαία στρώματα της κοινωνίας, οι μη(και παρα) κυβερνητικές οργανώσεις, που διαπνέονται από ηθικού χαρακτήρα προσεγγίσεις ρύθμισης του καπιταλισμού(αλληλέγγυα οικονομία, χρηματοδότηση ηθική και εξασφαλισμένη κοινωνική ασφάλιση), ή από δικονομικού χαρακτήρα πρακτικές ή ακόμα και από συνδικαλιστικές οργανώσεις του γεωργικού κόσμου, πολιτικο-εκδοτικούς οργανισμούς και θεσμικούς τομείς με απόψεις για το κράτος και την οικονομία της κυρίαρχης πολιτικής ή φορντικές,. Η ιδεολογική και πολιτική ρήξη που εγγράφεται γύρω από το ζήτημα της πιθανής χρήσης βίας και την παρανομία διατρέχει το ίδιο το κοινωνικό χάσμα που χωρίζει το νέο κόσμο της επισφαλούς εργασίας, τον πληθυσμό των άγριων της περιφέρειας των μητροπόλεων, τα δημιουργήματα του μεταφορντικού καπιταλισμού, από τα μεσαία στρώματα ή τις κοινωνικές ομάδες με συνδικαλιστική και συντεχνιακή προστασία που πιστεύουν ότι μπορούν να ρυθμίσουν την υπερφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

* * *

Είμαστε περίεργοι να δούμε τι περιλαμβάνεται σʼ αυτόν τον πολιτισμό που ορίζεται σαν πολιτισμός της «μη βίας», αλλά που δυσκολεύεται να αποκτήσει μια συνέπεια και μια ξεκάθαρη λογική. Στην πραγματικότητα, πίσω από την ταμπέλα της μη βίας συνυπάρχουν πολύ ετερόκλητες απόψεις και επιχειρήματα που κάποτε σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι γίνεται μια ορισμένη εκμετάλλευση αυτής της θετικής στάσης. Όταν ο Πρόεδρος του LILA (ιταλική λίγκα για τον αγώνα κατά του Aids), εξέχων μέλος του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης σε εθνικό επίπεδο, εκπρόσωπος του κόσμου του εθελοντισμού και παρτιζάνος της πολιτικής της μη βίας, καταδικάζει τις επιθέσεις κατά υποδομών και εμπορευμάτων (κάδοι αποριμάτων, τζαμαρίες τραπεζών και ανωνύμων εταιρειών, υπεραγορών, αντιπροσωπειών αυτοκινήτων) με μια βιαιότητα όλος ιδιαίτερη, που κάνει χρήση ενός είδους αποδοκιμασίας ηθικού τύπου η οποία υπερβαίνει την απλή πολιτική λογοκρισία, και στη συνέχεια συμμετέχει – χωρίς να εκφράσει την παραμικρή επιφύλαξη – σε μία πορεία που εξυμνεί τις σφαγές των καμικάζι κατά άοπλων πολιτών, τότε σʼ αυτόν τον θεωρούμενο πολιτισμό της «πολιτικής της μη βίας» κάτι δεν πάει καλά. Ότι το κάψιμο ενός κάδου αποριμάτων μπορεί να είναι απείρως σοβαρότερο από ένα μπουφάν με εκρηκτικό υλικό και καρφιά που σκάει στο εσωτερικό ενός λεωφορείου ή στη μέση μιας λαϊκής αγοράς, δεν μας πείθει. Αυτής της πολιτικής μη βίας, μεταβλητής γεωμετρίας, αυτή η ηθική των δύο μέτρων και των δύο σταθμών, αξίζει να επαληθευτεί η ηθικο-φιλοσοφική και κοινωνικο-ιστορική της αρμοδιότητα.

Πολύ συχνά τα επιχειρήματα που αυτή προβάλλει βασίζονται μόνο σε ανατροπές εννοιών, σε προκαταλήψεις και παρανοήσεις και σε μία συνύπαρξη με την ιδέα της νομιμότητας διόλου αθώα. Για την μη βία ως απόκλιση της Ηθικής Για να υποστηρίξουν τη μη βία ορισμένοι συγγραφείς χρησιμοποιούν επιχειρήματα που στηρίζονται σʼ αυτό που τα κείμενα ορίζουν ως ηθική της πειθούς η οποία προβάλλεται της ηθικής της υπευθυνότητας, και που και οι δυο τους βασίζονται σε ορθολογιστικές λογικές που όμως χρησιμοποιούν με προνομιακό τρόπο διαφορετικούς παράγοντες. Ένα παράδειγμα: η ταύτιση μέσων και στόχων κατά της ασυμμετρίας μέσων- αποτελέσματος. Με απλά λόγια, ηθική λογική κατά κυνικής λογικής. Σε αρκετές λοιπόν περιπτώσεις, το θέμα της πολιτικής της μη βίας αντιμετωπίζεται στη βάση ηθικών ή θρησκευτικού χαρακτήρα αρχών. Και είναι γεγονός ότι ,στις πιο πολλές περιπτώσεις, η σχετική αξία, ή καλύτερα η ανωτερότητα αυτής της μεθόδου επιβεβαιώνεται με την άμεση χρήση επιχειρημάτων ηθικού χαρακτήρα ή εμπνεόμενοι από αυτά, και πάντως αλιεύοντας επιχειρήματα και θέσεις σε μια βάση ιστορική ή πραγματιστική. ’λλοι όμως συγγραφείς, πιο προσεκτικοί ως προς την επιλογή των επιχειρημάτων τους, επειδή τα αποδεικτικά στοιχεία ηθικού χαρακτήρα είναι αδύναμα όταν αντιμετωπίζουν τις αντιρρήσεις της ιστορικής εμπειρίας, ακολουθούν νέες στρατηγικές επιχειρηματολόγησης, και καταφεύγουν στον υστερόβουλο λόγο για να εξηγήσουν πώς η πολιτική της μη βίας αποδείχθηκε ιστορικά πιο αποτελεσματική και άρα (σε βάση καθαρά ωφελιμιστική), ανώτερη. Στο τέλος-τέλος, ο ίδιος ο Gandhi συνήθιζε να λέει ότι αν ποτέ του ετίθετο το δίλημμα να επιλέξει μεταξύ παθητικότητας και βίαιης δράσης, θα επέλεγε τη βία γιατί οπωσδήποτε αυτή παραμένει μια μορφή δράσης. Και κατά τη γνώμη του, η δράση κατά της όποιας παθητικότητας ήταν το ύψιστο αγαθό[3 ]. Και βέβαια η αλήθεια είναι ότι με την κατάκτηση της ανεξαρτησίας της, η Ινδία δεν δυσκολεύτηκε διόλου να δημιουργήσει ένα Κράτος με έναν στρατό, μια αστυνομία, δικαστήρια και φυλακές. Η εμπειρία του Γκάντι κατέληξε σε ένα απίστευτο παράδοξο, στην επιδέξια αντιστροφή των όρων που χαρακτηρίζουν την ηθική ευθύνη: τα μέσα, δηλαδή, στη θέση των στόχων και οι στόχοι στη θέση των μέσων. Τις παραδοσιακές μεθόδους που υπαγορεύονται από έναν ωφελιμισμό πραγματιστικού περιεχομένου (που όμως δεν αποκλείουν τη χρήση βίας), αυτός τις αντικατέστησε με ορισμένα μέσα ηθικά όπως είναι η πολιτική της μη βίας, έτσι ώστε να επιτευχθούν κάποιοι στόχοι οι οποίοι, ακυρώνοντας τους ηθικούς στόχους της μη βίας, οδήγησαν στη γέννηση ενός Κράτους, ενός οργανισμού δηλαδή που εξ ορισμού ασκεί το μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Ετσι ο πυρήνας του σκεπτικού του Γκάντι για την πολιτική γίνεται ένα διαρκές προσκλητήριο για δράση, σε αγώνα κατά της εθελοντικής δουλείας. Η αντίληψη του Γκάντι ήταν μια ύψιστη ηθική της κινητοποίησης, της δράσης, της εξόδου του ατόμου από την παθητικότητα και την υποταγή, από αυτό δηλαδή που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε σαν πραγματική «ασθένεια της θέλησης». Στον Γκάντι υπάρχει η αντίληψη ότι η ουσία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας βρίσκεται στην ανάληψη των προσωπικών επιλογών, στο πάρσιμο τη ζωή και του πεπρωμένου μας στα ίδια μας χέρια.

Το άτομο ορθοποδεί μόνο εφόσον μάθει να βαδίζει με τα ίδια του τα πόδια και να επιλέγει την πορεία του αυτόνομα, διαφορετικά δεν είναι παρά ένα υποταγμένο θηλαστικό. Το μάθημα του Γκάντι μεταφράζει έτσι, με το δικό του τρόπο μια φιλοσοφική παράδοση που τουλάχιστον από την νεωτερικότητα συμπεριλαμβάνει φιλοσόφους του μεγέθους ενός Spinoza, ενός Rousseau, ενός Boetie, ενός Marx. Η πολιτική της μη βίας, εννοούμενης ως συμπεριφορά που απορρέει από μια πρακτική η οποία εμπνέεται από την ηθική της πειθούς, βρίσκεται μπροστά σε με μια αξεπέραστη αντίφαση: η ηθική πρόταση για να έχει εσωτερική αξία, για να απαντά δηλαδή σε κριτήρια εσωτερικής συνοχής, πρέπει να εννοείται ως κάτι το απόλυτο. Έτσι όμως δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέγει, να προσαρμόζεται ανάλογα με τις περιστάσεις. Αυτό ήταν και το μεγάλο δράμα των πασιφιστών του 20ου αιώνα, ιδιαίτερα στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πολλοί από αυτούς στο τέλος, κατέληξαν σε μια πολύ δύσκολη απόφαση και προσχώρησαν στις γραμμές της αντιναζιφασιστικής αντίστασης. Πήραν τα όπλα δηλαδή. ’λλοι, παρέμειναν αυστηρά πασιφιστές. Δεν θέλησαν δηλαδή να συμμετάσχουν στη σύγκρουση, ούτε μπροστά στα ανοσιουργήματα του ναζισμού, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πολλοί από αυτούς είχαν επηρεαστεί από το σφαγείο ανθρωπίνου κρέατος που ήταν ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Είχαν πάρει μέρος σʼ αυτόν τον τρομερό πόλεμο, στους αποδεκατισμούς στρατιωτών που αποφάσιζαν τα Γενικά Επιτελεία κατά των στρατιωτών που δεν υπάκουαν στις εντολές, να συμμετάσχουν στις εφόδους αυτοκτονίας κατά των εχθρικών γραμμών. «Ποτέ πια !», είπαν. Η τοποθεσία Les chemin des dames, στη Γαλλία, μια θέση μυθική, κάτι σαν τα δικά μας υψώματα Carso, ξαναφέρνει στο νου τις φοβερές εικόνες ανθρώπων βουτηγμένοι στη λάσπη και το αίμα, ορδές στρατιωτών να ρίχνονται στην επίθεση και να αναγκάζονται να περνάνε πάνω από τα σώματα πληγωμένων συντρόφων που τους είχαν θερίσει τα εχθρικά πυρά, για μέρες και μέρες, για εβδομάδες ολόκληρες. Στην Ιταλία, τα στρατεύματα τα έσπρωχναν προς τα εμπρός με κανονιές από τις οπισθοφυλακές, τα βλήματα των πυροβόλων δεν ερχόντουσαν από την πλευρά του εχθρού αλλά από τους δικούς μας ύστερα από διαταγή των δικών μας Επιτελείων, κι ενώ οι καραμπινιέρι που πήγαιναν από πίσω, συνελάμβαναν και εκτελούσαν επί τόπου όποιον παρέμενε στο χαράκωμα του ή κρυβόταν στους λάκκους κάτω από τα πτώματα Στη Γαλλία, λόγω της ειρηνόφιλης επιλογής τους, πολλοί ειρηνιστές στρατιώτες καταδικάστηκαν, ως συμπαθούντες την εθνικο-φασιστική δημοκρατία του Vichy, η οποία υπέγραψε την ανακωχή και στη συνέχεια συνεργάστηκε ενεργά με το ναζισμό. Η ηθική της μη βίας, λόγω των «οραματικών» της χαρακτηριστικών της λογικών (η επίκληση εδώ και τώρα , hic et nunc, της μελλοντικής κοινωνίας), και την απαίτηση της να προκαταβάλλει ως προς τις μεθόδους έναν από τους κανόνες της μελλοντικής κοινωνίας, θα έπρεπε να οδηγεί σε κάθετη ρήξη, σαφή, (δεν ήταν τυχαίο που ο Thoreau υποστήριζε θερμά την μη πληρωμή φόρων και το δικαίωμα των αντιρρησιών συνείδησης) με κάθε καθεστηκυία τάξη εκφράζει τη βία, και άρα κατά κύριο λόγο με εκείνο το όργανο που εξ ορισμού ασκεί τη «νόμιμη βία», δηλαδή τον νόμιμο εξαναγκασμό, δηλαδή το Κράτος. Κάθε συμπεριφορά που δεν θα ήταν συνεπής με αυτή την στάση, θα παραβίαζε κατά κάποιο τρόπο την ηθική αυτή πρόταση προσαρμόζοντας την προσωπική συμπεριφορά σε στάσεις ευκαιριακές απαράδεκτες. Ο μη βίαιος δεν θα έπρεπε να πιστεύει, και πολύ περισσότερο να σέβεται, τους κώδικες ποινικής δικονομίας ούτε το ποινικό δίκαιο, τα δικαστήρια, και τους δικαστές, για αυτό που οι ίδιοι οι θεσμοί εκφράζουν και αντιπροσωπεύουν: τη νομιμότητα δηλαδή. Και η νομιμότητα είναι εξ ορισμού η δικονομική άσκηση μιας ποσότητας (που αυξάνεται ανάλογα με τις ανάγκες) εξαναγκασμού και καταστολής που θεωρείται απαραίτητη για την στοίχιση της κοινωνίας. Κι όταν ακόμα επικαλούνται λόγους συγκυρίας-κάτι που μπορούμε ακόμα και να το κατανοήσουμε-τότε, εγκαταλείπουν το δρόμο της ηθικής της πειθούς και ακολουθούν το δρόμο της υπευθυνότητας. Δηλαδή επιλέγουν λόγω ανωτέρας βίας να εφαρμόσουν μια στρατηγική τα μέσα της οποίας(στην προκειμένη περίπτωση η παθητική αποδοχή της βίας από πλευράς κράτους), δεν είναι και τόσο συμβατά με τους στόχους. Με δυο λόγια, η επιλογή της μη βίας γίνεται μια από τις τόσες στρατηγικές με τακτικές βολικές, πράξεις συμβιβασμού, περιστασιακές λογικές, ευκαιριακή αντιμετώπιση καταστάσεων, κ.λπ. Επειτα, σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν ακόμα πιο ύποπτη μια συμπεριφορά καθαρής λογοκρισίας της βίας που ασκούν αδύνατα υποκείμενα, αντιρρησίες, αμφισβητίες, εν πάση περιπτώσει όσοι δεν ανήκουν στις κυρίαρχες τάξεις (οι κάτοχοι της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας), αν ταυτόχρονα δεν συνοδεύεται κι από σαφή καταδίκη και αντίστοιχη πράξη ενεργητικής ανυπακοής κατά του Κράτους. Όχι μόνο όταν αυτό ασκεί κυριολεκτικά βία με ενεργητικό τρόπο, αλλά από το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης του, ως θεσμού. Κι αν ακόμα, για λόγους συντομίας, παραλείψουμε το γεγονός ότι το κράτος είναι ο μεγάλος Μολώχ που επιβλήθηκε χάριν μιας πρωτογενούς ισχυρότατης και ανίκητης βίας η οποία παρέσυρε στο πέρασμα της όλες τις προϋπάρχουσες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, ακόμα και τότε δεν είναι δυνατόν να ξεχνάμε ότι το σύγχρονο Κράτος δικαίου εκφράζει μέχρι σήμερα αυτό που ορισμένες θεωρίες της κοινωνιολογίας ονομάζουν συμβολική βία. «Αυτή τη γλυκιά βία» δηλαδή, «την αόρατη, την άγνωστη σαν τέτοια, που την επιλέγουμε αλλά και την υφιστάμεθα» (Pierre Bourdieu, Les Sens pratique, Minuit, Παρίσι 1980). Μια καλυμμένη βία που κρύβει πίσω από μια δήθεν φυσικότητα, ιεραρχίες αξιών, γνώσεων, ένα σύνολο ιστορικά κατασκευασμένων ανισοτήτων που εκφράζουν σχέσεις κυριαρχίας εσωτερικευμένες τις πιο πολλές φορές από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους. Η πολιτική της μη βίας ως πρακτικός συλλογισμός Η φιλολογία της μη βίας δεν τσιγκουνεύεται επιχειρήματα όταν είναι να προβάλλει την αποτελεσματικότητα του σκεπτικού της και των μεθόδων της στη βάση μιας προϋπόθεσης καθαρά «ρεαλιστικής», ανάλυση δηλαδή συγκεκριμένων ιστορικών πρακτικών, μετρώντας «ποια μέσα προσφέρουν τις πιο πολλές δυνατότητες ελαχιστοποίησης των κακουχιών και των ανισοτήτων, για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας»[4 ].

Έδαφος δυσπρόσιτο, σχεδόν αδιάβατο, το έδαφος των συγκεκριμένων πρακτικών, τραχύ λόγω των πολλών παρανοήσεων, των συγχύσεων και των ιστορικών παρερμηνειών που οφείλονται ουσιαστικά στην ελλιπή συστηματοποίηση του «σκεπτικού της μη βίας»,στον πολύ συχνά αόριστο τρόπο που αυτή προσεγγίζει τις καταστάσεις, στην ισχνή εξοικείωση της με την αυστηρή χρήση εννοιών. Μια πρώτη δυσκολία αφορά τους γλωσσικούς κώδικες που αυτή χρησιμοποιεί Και πράγματι, το περιεχόμενο των όρων στη συζήτηση που διεξάγεται στη Βόρεια Αμερική και το διάλογο που διεξάγεται στην Ευρώπη δεν είναι διόλου το ίδιο. Κείμενα της αμερικανικής φιλολογίας της μη βίας ορίζουν σαν «συμβατικές μεθόδους» πολιτικής πάλης τις εκλογικές εκστρατείες, την πολιτική προπαγάνδα, τις ενέργειες που δεν βγαίνουν έξω από τα πλαίσια των νόμων, τη δημοσίευση ανοικτών επιστολών, τις δραστηριότητες ομάδων πίεσης σε βουλευτές. Αυτές οι μέθοδοι θεωρείται ότι διαφέρουν από τη μη βίαια δράση, που χαρακτηρίζεται πριν απʼ όλα από «εκδηλώσεις που ξεκινούν από το λαό, όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να κατέβουν στους δρόμους για ένα συγκεκριμένο σκοπό» [5]. Ο ορισμός αυτός που χωράει τα πάντα φαίνεται να υπονοεί ότι η μη βίαια δράση διαφέρει από τις παραδοσιακές μεθόδους πάλης αφού δεν παράγει πολιτική εκπροσώπηση, δεν χρειάζεται διαμεσολαβήσεις αλλά βασίζεται στην άμεση δράση, την ενεργητική συμμετοχή των λαϊκών υποκειμένων (και γιατί όχι των μεσαίων τάξεων;). Και κατά δεύτερο λόγο, επειδή οι προϋποθέσεις για τέτοιες μορφές δράσης δεν παίρνουν υπόψιν τα όρια που βάζει ο ποινικός κώδικας. Με λίγα λόγια, η μη βίαια δράση αδιαφορεί αν θα είναι ή όχι παράνομη. Αν αυτό το πάρουμε της μετρητοίς, τότε αυτή η αντίληψη περί μη βίας δημιουργεί πολλά προβλήματα στην έννοια που αυτή παίρνει στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ιταλία, όπου οι αυτοαποκαλούμενες μη βίαιες ομάδες κάνουν ευρύτερη χρήση «συμβατικών» μεθόδων εκπροσώπησης και ανάθεσης σε μηντιακούς και κυβερνητικούς παράγοντες (βλέπε Γένοβα), και συγχέουν την πολιτική της μη βίας με τον δουλοπρεπή σεβασμό του ποινικού κώδικα. Ένα δεύτερο πρόβλημα ιστορικής διάστασης εμφανίζεται όταν γίνεται λόγος σε μορφές δράσης που θεωρούνται μη βίαιες: πορείες, καθιστικές διαμαρτυρίες, καταλήψεις και απεργίες μποϊκοτάζ [ 6 ]. Να λοιπόν με ποιο τρόπο ένα μέρος του πιο παραδοσιακού οπλοστάσιου των πρακτικών που εφαρμόστηκαν στην ιστορία του εργατικού κινήματος και τις πολιτικές ομάδες που εμπνεύσθηκαν απʼ αυτό από το 1848 ως τα σήμερα (αναρχικοί, σοσιαλιστές, κομμουνιστές διαφόρων τάσεων, θρησκείας, σχολής, Διεθνούς – αλλά και πιο πριν, βλέπε π.χ. τους Λουντιστές, όπως εξηγεί ο ’γγλος ιστορικός Edward Thompson στο, La formation de la classe ouvrier anglaise( Η γέννηση της εργατικής τάξης στην Αγγλία. Αυτοί, στην πραγματικότητα δεν κατέστρεφαν μόνο τα μηχανήματα των εργοστασίων αλλά οργάνωναν απεργίες και διαδηλώσεις, εφαρμόζοντας τις πρώτες μορφές πολιτικής δράσης της εργατικής τάξης), μεταβάλλονται ξαφνικά σε προνομιακά εργαλεία της ειρηνόφιλης δράσης. Δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι αυτές οι μορφές αγώνα ανήκουν στη γενετική κληρονομιά του πολιτικού πολιτισμού την κόρη του εργατικού κινήματος, ο οποίος ξεχώρισε ιστορικά από θεωρητικές και πρακτικές προσχωρήσεις στην πολιτική της μη βίας.

Το κίνημα της εργατικής τάξης υπήρξε εξεγερτικό, επαναστατικό, βίαιο, ή μεταρρυθμιστικό, προσκολλημένο στη νομιμότητα, θεσμικό, αλλά μόνο σε εξαιρετικά λίγες περιπτώσεις μη βίαιο (ίσως μη βίαιες να μπορούμε να θεωρήσουμε τις φιλανθρωπικές οργανώσεις, ή τις οργανώσεις των Αγγλων χαρτιστών και φαβιστών που πάλευαν για πολιτικά δικαιώματα στις αυγές του εργατικού κινήματος, ακολουθώντας στρατηγικές δημοψηφισμάτων. Εργαλεία που ωστόσο σήμερα, το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της φιλολογία της πολιτικής της μη βίας, θεωρεί συμβατικά). Ο δρόμο είναι μεγάλος, υπάρχει χώρος για όποιον θέλει να μοιραστεί, πλάτη με πλάτη, τα πεζοδρόμια και τις πλατείες, να συμπαρασταθεί ή να χρησιμοποιήσει το όπλο της απεργίας των καταλήψεων, των καθιστικών διαμαρτυριών κ.λπ…, αλλά αφού το δηλώσουμε, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η σύγχυση μεταξύ πολιτικής της μη βίας και απλής συμμετοχής στις «ειρηνικές» αποκαλούμενες εκδηλώσεις, δηλαδή τη δράση των μαζών, λιγότερο ή περισσότερο νόμιμη ανάλογα με τις εποχές και τους συνταγματικούς κανόνες. Μια συμπεριφορά που διαπερνά οριζόντια τις πιο διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές ομάδες. Αν πολιτική της μη βίας σημαίνει να παρελαύνει κανείς νόμιμα και ειρηνικά στους δρόμους, ή να καταλαμβάνει προσωρινά πλατείες, ύστερα από άδεια των αστυνομικών αρχών, τότε και η εκδήλωση της Forza Italia στις 19 Νοεμβρίου του 2001, στην Piazza del Popolo, ήταν μια μη βίαιη πρωτοβουλία, όπως ακριβώς και οι διαδηλώσεις των Γάλλων αστυνομικών, που τον περασμένο Δεκέμβρη γέμισαν τις πλατείες ζητώντας πιο πολλά λεφτά για τις τσέπες τους και περισσότερη φυλακή για τους άλλους πολίτες. Οποιαδήποτε ειρηνική και νόμιμη διαδήλωση, είτε αυτές που κάνουν τα κόμματα της κυβέρνησης, είτε αυτές που κάνουν οι πολιτικές δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, στων οποίων τα προγράμματά, τις διακηρύξεις και τα καταστατικά, δεν γίνεται η οποιαδήποτε νύξη στην πολιτική της μη βίας και που ποτέ δεν αμφισβήτησαν την άσκηση του μονοπώλιου της βίας από μεριάς κράτους και κατασταλτικών του μηχανισμών, τότε όλοι αυτοί θα έπρεπε να θεωρούνται εκφραστές μη βίαιων πρακτικών. Θα καταλήγαμε λοιπόν στο παράδοξο ότι θα μπορούσε να γίνουν διαδηλώσεις υπέρ της συμμετοχής και της υποστήριξης στο πόλεμο με τρόπο που να θεωρείται μη βίαιος. Είναι προφανές ότι σε αυτόν τον τρόπο σκέψης, κάτι δεν πάει καλά! Απεργία και πολιτική της μη βίας Είναι λάθος να συμπεριλαμβάνουμε την απεργία από την εργασία όπως και την απεργία πείνας στις μη βίαιες μεθόδους πάλης. Κι αν η πρώτη δεν συμπεριλαμβάνεται σε καμία περίπτωση στις χαρακτηριστικές μεθόδους των παραδόσεων του κινήματος της μη βίας, η δεύτερη αν και είναι μια από τις μορφές πάλης που ταυτίζονται περισσότερο με μη βίαιες συμπεριφορές, απέχει πολύ από το να είναι μια μη βίαιη συμπεριφορά. Η απεργία από την εργασία ουσιαστικά είναι μια πράξη βαθιάς ανυποταξίας, αντιπαράθεσης σκληρής συσχετισμού δυνάμεων που συχνά παίρνει αποστάσεις από κάθε μορφή πάλης και νόμο: σταυρώνουμε τα χέρια, όλοι μαζί, για να σταματήσουμε την παραγωγή εμπορευμάτων των αφεντικών. Η απεργία είναι μια πολύ σκληρή επίθεση κατά της ιδιοκτησίας, στη βάση της αξιοποίησης του κεφαλαίου, αφού πλήττει τα εμπορεύματα στην καρδιά της παραγωγής τους διακυβεύοντας την ίδια τους την επιβίωση. Και ακριβώς γι αυτό το λόγο η αντίδραση των αφεντικών υπήρξε πάντα σκληρή, χωρίς να τσιγκουνεύονται κατασταλτικά μέσα: κλείσιμο εργοστασίων από πλευράς καπιταλιστή (λοκ-άουτ), στρατολόγηση απεργοσπαστικού μηχανισμού, οργάνωση προκλήσεων από πληρωμένους προβοκάτορες, επίσπευση της παρέμβασης της αστυνομίας, του στρατού, εξαπόλυση του μηχανισμού της δικαιοσύνης. Οι εργάτες τότε ήταν αναγκασμένοι να υπερασπίσουν την απεργία τους, για να μην ηττηθούν πριν καν την ξεκινήσουν. Έπρεπε να την υπερασπισθούν κατακτώντας την διαχειριστική και επομένως πολιτική αυτονομία των ταμείων αλληλοβοήθειας, που είχαν δημιουργηθεί, στη Γερμανία επί Βίσμαρκ και επί δεύτερης αυτοκρατορίας στη Γαλλία, τα οποία λειτουργούσαν σαν ιμάντες μεταβίβασης του κρατικού ελέγχου πάνω στους εργάτες, μέσω της προεδρίας των ταμείων που κατείχαν διευθυντές της αστυνομίας ή έμπιστα στελέχη του κράτους.

Μετά εμφανίστηκαν οι ομάδες περιφρούρησης (ο λόγος δηλαδή ήταν να εμποδίσουν τους μη απεργούς υπό την απειλή του αριθμού, την παρουσία και τη φυσική δύναμη, να μπουν στους χώρους δουλειάς. Παράβαση που προβλέπεται στον ποινικό κώδικα), οι καταλήψεις (εισβολή μέσω παραβίασης των εισόδων του εργοστασίου, απειλή και φυσική βία κατά ξένης ιδιοκτησίας. Παράβαση που τιμωρείται από τον ποινικό κώδικα), το μποϊκοτάζ και το σαμποτάζ (καταστροφή των αγαθών και της ξένης ιδιοκτησίας. Παράβαση που διώκεται από τον ποινικό κώδικα), γύρω από τα οποία επί δύο σχεδόν αιώνες δόθηκαν σκληρότατες μάχες, αγώνες που βάφτηκαν με αίμα, φυλακίσεις και δυστυχία, ακόμα κι όταν η απεργία έγινε τελικά ένα δικαίωμα συνταγματικά κατοχυρωμένο. Η απεργία είναι και παραμένει μέχρι σήμερα (παρά τα σκαμπανεβάσματα της, τις μορφές και τους διαφορετικούς τρόπους χρήσης) το κοινό εργαλείο όλων των ψυχών του εργατικού κινήματος, αλλά ειδικότερα η γενική απεργία υπήρξε μυθικό σημείο αναφοράς και τροφοδότησε τους πιο ατίθασους ιδεολογικούς κόσμους, αμφισβήτησης και επανάστασης: ας σκεφτούμε την πρακτική που σε ορισμένες περιπτώσεις πήρε μυθικές διαστάσεις, την πρακτική της «επαναστατικής απεργίας», το στοιχείο της ώρας 0», την τελική επίθεση (τα εργοστάσια Putilov το 1917, της Fiat το 1943), τη συνύπαρξη επαναστατικής βίας και γενικής απεργίας που τόσο ένθερμα υποστήριξε ο σοσιαλιστής George Sorel, ο συγγραφέας του πολύ γνωστού βιβλίου, Greve generale et violence (Γενική απεργία και βία). Η απεργία πείνας, έπειτα, είναι απλά μια μορφή βίας αντίθετου πρόσημου, όχι επιθετική αλλά αυτο-επιθετική. Είναι αυτοφαγία του σώματος που αρχίζει να τρέφεται με τα πλεονάζοντα λίπη, τα γκρίζα λίπη, και στη συνέχεια με τα λίπη που περιβάλλουν τα ζωτικής σημασίας όργανα του ανθρώπου. Η απεργία πείνας είναι το τελευταίο νόημα ύπαρξης της εξεγερμένης γυμνής ζωής, το τελικό στάδιο μιας σάρκινης μάζας που περιθωριοποιείται, μιας ύπαρξης υποβαθμισμένης σε απλό σκελετό, η οποία αν και βλέπει ότι χάνει βάρος κατορθώνει και αισθάνεται δυνατή. Αφού έκλεισαν όλα τα πεδία στη λέξη και τη δράση, διακύβευμα πλέον γίνεται το γυμνό κορμί. Λέξη και δράση δρουν σε μία ενιαία κοινότητα, δικτυώνονται, αλλά όταν πάψει να υπάρχει η όποια δυνατότητα σχέσης, τότε το σώμα τρώγοντας τις ίδιες του τις σάρκες μετατρέπεται σε εργαλείο λόγου, σε ακραία και τελευταία μορφή ανυποταγής. Η απεργία πείνας είναι αποδεκτή μόνο όταν αυτοί που την χρησιμοποιούν είναι φυλακισμένοι ή σκλάβοι σε γυμνά κελιά υπό επιτήρηση και έχουν εξαντλήσει κάθε περιθώριο δράσης, γίνεται όμως μια στρατηγική εκβιασμού, αξιοκαταφρόνητη ηθικά, όταν υιοθετείται δημαγωγικά από βουλευτές και ανθρώπους δουλοπρεπείς υπό το φως των προβολέων των μμε. Διαφορετικό πράγμα, είναι οι νηστείες του χώρου του ασκητισμού και της πνευματοκρατίας που εγγράφεται στον πολιτισμό πολλών θρησκειών, διαδρομές εσωτερικής κάθαρσης, προσωπικής μαρτυρίας, πολιτικού αυτισμού ή κοινωνικής ανορεξίας. Μια «βουλιμία του πνεύματος» που μισεί το σώμα, το βρίσκει βρώμικο και θέλοντας να απελευθερωθεί από αυτό, υψώνεται πάνω από τα γήινα ή λειώνει στην υπόλοιπη φυσική ύλη. Αυτή η «φυγή από τον εαυτό μας» δύσκολα συμβιβάζεται με τις παραμέτρους του πολιτικού ορθολογισμού της Δύσης, και σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται παρά για μια δημαγωγία μέσω του σώματος να θέλει κάποιος να εντάξει τη μη κοινωνική φύση των νηστειών εξαγνισμού στις πρακτικές του πολιτικού αγώνα που εμείς γνωρίζουμε και διεξάγουμε, ή έστω στις πρακτικές της καθεστηκυίας τάξης Η πολιτική της μη βίας στην ιστορία: ένας απολογισμός Δύο είναι τα ιστορικά γεγονότα υψίστης σημασίας που περιλαμβάνονται στις βάσεις του πολιτισμού και του φαντασιακού της μη βίας. Το πρώτο έχει να κάνει με τη γέννηση του έθνους των Ινδών. Αναμφισβήτητα το ιστορικό γεγονός με τη μεγαλύτερη παρουσία της στρατηγικής της μη βίας. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να γίνει η κατάλληλη ιστορική ανάλυση, αλλά τουλάχιστον μπορούν να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις που μας συνιστούν να προσέχουμε και να είμαστε περισσότερο συνετοί όταν χρησιμοποιούμε το μύθο (το χαρακτηριστικό όλων των εθνικισμών) της ίδρυσης του έθνους των Ινδών. Εάν η μορφή του Γκάντι παίζει το ρόλο του μεγάλου πατέρα (εξέχουσα έκφραση αυτής που ο Max Weber ονομάζει «χαρισματική νομιμοποίηση», συμβολική μαγνητική δύναμη του προφήτη που μπορεί να αντιλαμβάνεται πολύ περισσότερα και να είναι πιο δίκαιη από τον δήμο, αλλά που σίγουρα δεν είναι συνώνυμο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής εξουσίας, συμμετοχική ή άμεση…), τότε η πολιτική της μη βίας είναι ένας μύθος της γέννησης της Ινδίας. Μύθος μακρινός και πολύ παράδοξος για μια χώρα που από τότε δεν έπαψε να βασανίζεται από χιλιάδες συγκρούσεις εθνικο-θρησκευτικές και απερίγραπτες σφαγές (απόσχιση του Πακιστάν και ένας διαρκής λανθάνον πόλεμος στα σύνορα, εξέγερση των Σιχ, αλυτρωτισμός του Κασμίρ, πόλεμος με το Μπαγκλαντές), μέχρι που απόκτησε και ατομική βόμβα. Η στρατηγική του Γκάντι εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι το κόμμα του Κογκρέσου κατείχε ένα μέρος της διαχείριση της εξουσίας της αγγλικής αποικιοκρατίας. Αν και υποτελής, η ελίτ των Ινδών κατείχε θέσεις στη διοίκηση της χώρας. Αυτό δίχως αμφιβολία ευνόησε την ανάπτυξη μιας στρατηγικής του αγώνα για ανεξαρτησία που ακολουθούσε εσωτερικές διαδρομές, και που βασιζόταν σε οργανωμένες μορφές μη συνεργασίας,. Ο Γκάντι σχεδίασε μια στρατηγική προσαρμοσμένη σε μια Ινδία πολύ φτωχή και τεχνολογικά κατώτερη για να μπορέσει να ανταπεξέλθει σʼ έναν πόλεμο. Η προσφυγή στη δύναμη των αριθμών κατά της ισχνής μειοψηφίας των αποικιοκρατών θα μπορούσε να οδηγήσει στο διώξιμο της τάξης των διαχειριστών και επιχειρηματιών που διοικούσαν την αποικιακή αυτοκρατορία και τα στρατεύματά της. Η δύναμη του αριθμού είχε τα περιθώρια να επηρεάσει τις διαπραγματεύσεις που προωθούσε η αγγλόφωνη ελίτ των Ινδών, η έκφραση ενός αναδυόμενου αυτόχθονος καπιταλισμού. Η διεθνής κατάσταση ευνοούσε τον αντιαποικιακό αγώνα, και η αποικιοκρατία αντικαθιστάθηκε από μια νέα και πιο σύγχρονη διευθέτηση της παγκόσμιας οικονομίας. Η αγγλική, γαλλική, πορτογαλική αποαποικιοποίηση είναι μια ιστορική διαδικασία που ξεκινά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπό την ανάδυση του νέου διώνυμου των παγκόσμιων δυνάμεων τις νικήτριες της σύγκρουσης: τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ. Ο ρόλος της Αγγλίας επισκιάστηκε από την ανάδυση της νέας δύναμης του αμερικανικού οικονομικού ιμπεριαλισμού. Ο ρόλος που διαδραμάτισε η Σοβιετική Ένωση, γείτονας και μεγαλύτερος σύμμαχος της Ινδίας στην περιοχή, ήταν σημαντικός. Ο τύπος του αιτήματος, η οικοδόμηση δηλαδή του έθνους (που δεν είχε και τόσο καλή κατάληξη), συνέβαλε στην λειτουργικότητα της στρατηγικής της μη βίας.

Αν μέσα από τις δυνάμεις που πάλευαν για την ανεξαρτησία της Ινδίας είχε κατορθώσει να αναδυθεί ένα κίνημα με τις ιδέες του σοσιαλισμού, ικανό να οργανώσει τις μάζες των αγροτών γύρω από το αίτημα της απαλλοτρίωσης των λατιφούντιων, δύσκολα θα μνημονεύαμε το έπος της Ινδίας και τη στρατηγική της μη βίας. Και το πόσο αυτή η στρατηγική ήταν εύθραυστη, και διόλου προφητική, το αποδεικνύουν τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν: αμέσως μετά την αποχώρηση των ’γγλων ξεσπά εμφύλιος πόλεμος, και άρχισε ο αποσχιστικός πόλεμος με τους Μουσουλμάνους (ίδρυση του Πακιστάν), που χαρακτηρίστηκε από θρησκευτικές σφαγές και στη δολοφονία τελικά του ίδιου του Γκάντι. Η επιβίωση της κοινωνίας των καστών είναι μια επιπλέον επιβεβαίωση της αποτυχίας του δρόμου της μη βίας, αφού στάθηκε ανίκανη να οικοδομήσει εκείνες τις νέες ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις, που βασίζονται στην αναγνώριση του άλλου, που αυτή προεικονίζει και άρα στην υπέρβαση μιας κοινωνίας χωρισμένης ιεραρχικά από τη γέννηση της και με απόλυτα στεγανά. Κατά παράδοξο τρόπο η πολιτική της μη βίας φαίνεται ότι έχει συμβάλλει, αντίθετα με τις ίδιες της τις προθέσεις, στην αυξήσει του συναισθήματος ενδοτικότητας και παθητικότητας που ενίσχυσε την αντίληψη περί φυσικότητας των καστών, και με τον τρόπο αυτό υπονόμευσε την δυνατότητα μιας εξέγερσης για την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το άλλο παράδειγμα μας το δίνει η περίοδος των αγώνων για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ. Στο παράδειγμα των αγώνων υπό την ηγεσία του πάστορα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (που δολοφονήθηκε κι αυτός), υπάρχει η επιθυμία να ανήκει κάποιος σε μια εθνική κοινότητα αναγνωρισμένη από αυτούς που προβάλλουν το αίτημα (οι μαύροι) και που ωστόσο τους αποκλείει. Με λίγα λόγια ο στόχος εξηγεί και τη μέθοδο διεκδίκησης: ειρηνόφιλη, υπέρ της ενσωμάτωσης, με επεισόδια παραβίασης της νομιμότητας, χαμηλής έντασης, με γενικευμένα επεισόδια μαζικής κοινωνικής ανυποταξίας, μποϊκοτάζ και δικαστικούς αγώνες. Η μάχη περιοριζόταν στην κατάργηση του απαρτχάιντ και την κοινωνική ένταξη με πλήρη δικαιώματα, και όχι στη ριζική αλλαγή της κοινωνίας. Και ίσως, η μάχη για τα πολιτικά δικαιώματα να ήταν το μόνο έδαφος εφικτού πολιτικού αγώνα, σε συνθήκες «ψυχρού πολέμου προς τα έξω, και ενός καμουφλαρισμένου εμφύλιου πόλεμου κατά του κομουνισμού προς τα μέσα, τον μακαρθισμό. Τα όρια αυτού του αγώνα, το γεγονός ότι οι στόχοι του έμειναν ανολοκλήρωτοι, το αναγνωρίζει και η ίδια η φιλολογία της μη βίας, που σαφώς αναφέρεται στον «ρατσισμό που ακόμα κυριαρχεί» και την απουσία «σημαντικών κατακτήσεων»[ 7 ]. Η επικύρωση της τυπικής ισότητας δεν είχε την αντιστοιχία της στην πραγματική ισότητα μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων. Οι κοινωνικές τάξεις με τη μικρότερη οικονομική και πολιτιστική δύναμη βρίσκονται μέχρι σήμερα κυρίως στις κοινότητες των μαύρων και τους ισπανόφωνους. Η μάχη για τα πολιτικά δικαιώματα λειτούργησε σαν οδηγός για την άνοδο των νέων μεσαίων τάξεων των μαύρων και την διεύρυνση της καταναλωτικής κοινωνίας σʼ αυτές. Στη δεκαετία του 1970, οι κεϋνσιανικές πολιτικές στον τομέα της οικονομίας είδαν στην ενσωμάτωση της μαύρης κοινότητας τις δυνατότητες για παραπέρα διεύρυνση της εσωτερικής κατανάλωσης άρα και της ζήτησης. Η «Δράση Επιβεβαίωσης» (affirmative action), που εισήγαγε την αρχή των θετικών διακρίσεων υπήρξε η νομοθετική μετάφραση των αγώνων για πολιτικά δικαιώματα. Και πράγματι, πληθυσμοί κατατρεγμένοι ιστορικά από συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτιστικές και θεσμικές πρακτικές διακρίσεων και ρατσισμού, έβλεπαν τώρα να αναγνωρίζεται το δικαίωμά στην αποκατάσταση της κοινωνικής θέσης τους, μέσα από κανόνες που εισήγαγαν διαδικασίες προνομίων, προκαθορισμένα ποσοστά στους τομείς εργασίας και εκπαίδευσης, μια ειδική μεταχείριση που ευνοούσε την πλήρη ενσωμάτωση και την γλήγορη αποκατάσταση της κοινωνικής υποβάθμισης που είχαν υποστεί.

Αυτή η στρατηγική, που εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια την περίοδο του ρηγκανισμού, επέτρεψε την ανάδυση μιας μεσαίας τάξης μαύρων, μιας νέας αστικής τάξης μαύρων. Κατά παράδοξο τρόπο, το στενών αντιλήψεων πνεύμα της κοινότητας εισήγαγε αργότερα την έννοια της κοινοτικής ταυτοποίησης, της υποτιθέμενης ή υπαρκτής, (έπρεπε να αναγνωρίζεσαι ότι ανήκες σε μια θυματοποιημένη κοινότητα για να μπορείς να κάνεις χρήση των ευεργετημάτων του νόμου της «Δράσης Επιβεβαίωσης»), προκαλώντας έτσι τον ανταγωνισμό των άλλων κοινοτήτων που βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση. Πιο συγκεκριμένα, δημιουργήθηκε ένα είδος ολιγοπώλιου που προσπαθεί να αποκλείσει τις λιγότερο ευεργετημένες νέες κοινότητες, μη αναγνωρίζοντας τες σαν τέτοιες, για να μη μειωθούν τα πλεονεκτήματα, λόγω θέσης εισοδήματος, που προσφέρουν οι πρακτικές των θετικών διακρίσεων. Στην πραγματικότητα, οι περιορισμένοι στόχοι του αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα δεν οφείλονται στις μορφές πάλης που υιοθετηθήκαν αλλά στις θεωρητικές προϋποθέσεις που τις στήριζαν, στα πολιτικά και πολιτιστικά όρια, στη διαχείριση του που επηρεάστηκε από θρησκευτικές ομάδες χριστιανών, στον χαρακτήρα αυτών των ομάδων που ήταν καθαρά ηθικό. Στις δεκαετίες του ʽ80 και του ʽ90, στην Ευρώπη αναπτύχθηκαν σημαντικοί αγώνες για τους sans- papiers (μετανάστες χωρίς άδεια παραμονής), στους οποίους συμμετείχε ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών οικογενειών της αριστεράς, χωρίς να προκύψουν διχογνωμίες για τις μορφές πάλης. Αντίθετα, οι πιο ριζοσπαστικές ομάδες, που χαρακτηρίζονται από μια μεγαλύτερη έφεση προς τη βία, ξεχώρισαν για τη συνέπεια τους σε δράσεις υποστήριξης των παρανόμων, στα μποϊκοτάζ, στις καταλήψεις κτιρίων, γραφείων δημόσιας διοίκησης, κέντρων κράτησης μεταναστών και αεροδρόμια, όπου γινόντουσαν οι απελάσεις (πράξεις, που το σημερινό λεξιλόγιο θα τις χαρακτήριζε σαν πράξεις ανυπακοής, αλλά που τότε ακόμα ο κόσμος τις θεωρούσε σαν τυπικές πράξεις κοινωνικού αγώνα, παραδοσιακού τύπου). Από την άλλη, πολλές «μη βίαιες» ομάδες ξεχώριζαν από το ότι περιόριζαν τη δράση τους αποκλειστικά σε διαδικασίες νομικού χαρακτήρα. Ίσως, πίσω από την ιδεολογία της πολιτικής της μη βίας να κρύβεται στην πραγματικότητα, και όλο και περισσότερο, το ταμπού της νομιμότητας. Η αποδιδόμενη πολιτική της μη βίας: ή το εφεύρημα της επιτυχίας της πρακτικής της μη βίας Τα ως τώρα ιστορικά παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Το πόσο σημαντικά ήταν και πόσο αποτελεσματικά μπορούμε να το συζητήσουμε: η νίκη της εθνικής αστικής τάξης στην Ινδία, που συνοδεύτηκε από την οικοδόμηση μιας πολύ βίαιης και πολωτικής κοινωνίας, ή ακόμα, η ανάδυση μιας μεσαίας τάξης μαύρων στις ΗΠΑ που βλέπει να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα της, σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν στους υπόλοιπους μαύρους και Ισπανόφωνους προλεταριακής ή υποπρολεταριακής κοινωνικής θέσης. Μπορούμε ακόμα να συζητήσουμε την παγκόσμια σημασία αυτών των αγώνων, δηλαδή για την αξία τους ως παραδείγματα, τη δυνατότητα εξαγωγής ή μη των μεθόδων τους καθώς και το ίδιο τους το περιεχόμενο (που όπως είδαμε, και το ένα και το άλλο υπήρξαν πολύ μέτρια), δίχως καμιά αμφιβολία, όμως, οι εμπειρίες αυτές ανήκουν στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της παράδοσης που ορίζεται σαν μη βίαιη και ειρηνόφιλη.

Πάντως, χοντρά προβλήματα, προκύπτουν, όταν η φιλολογία της μη βίας, για να ενισχύσει τις θέσεις της αναζητά ιστορικά παραδείγματα αλλού: στην επανάσταση του Χομεϊνί που έδιωξε το Σάχη της Περσίας από το Ιράν, π.χ., ή στην πρόσφατη ήττα του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στη Σερβία, ή ακόμα στο διώξιμο του δικτάτορα Mάρκος από τις Φιλιππίνες, στους ζαπατίστας του Τσιάπας, στην Σολινταρνοσκ, στην Πολωνία. Ή ακόμα όταν φτάνει στο σημείο να αποδίδει την άνοδο του ANC της Νότιας Αφρικής στην εξουσία, σε δήθεν προσχώρηση του σε μη βίαιες πολιτικές επιλογές, ή όταν αναφέρεται στην άνοδο του λαϊκιστή Chavez στην εξουσία. Είναι παράξενο αλλά, ανάμεσα στα διάφορα γεγονότα που αυτή επικαλείται υπάρχει μονάχα ένα επεισόδιο που αποσιωπά συστηματικά: η «επανάσταση των γαρυφάλλων» του 1975 στην Πορτογαλία. Ίσως επειδή σε αυτό το γεγονός πρωταγωνίστησαν στρατιωτικοί, κομμουνιστές που εφάρμοζαν μια στρατηγική «εσοδισμού» στο στρατό, πέρνωντας με το μέρος τους ένα μεγάλο αριθμό μεσαίων στελεχών του μέχρι την ημέρα της εξέγερσης, το στρατιωτικό πραξικόπημα. Μια συνωμοσία που πέτυχε χωρίς να χυθεί αίμα, λόγω της κατάστασης αποσύνθεσης που βρισκόταν η αποικιοκρατική κοινωνία της Πορτογαλίας εκείνη την εποχή. Δεν έπεσε ούτε μία ντουφεκιά, αλλά αντίθετα, οι στρατιώτες παρήλασαν κάτω από τις επιδοκιμασίες του πλήθους με γαρύφαλλα στις κάνες των ντουφεκιών τους, απόδειξη ότι επαναστάτες αγωνιστές, με δικό τους στρατό, και εφόδιο μια κουλτούρα που περιφρονεί την πολιτική της μη βίας, μπορεί να νικήσουν χωρίς να χρειαστεί να πέσει ούτε μία ντουφεκιά. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή με ό,τι συνέβη στην Ινδία. Για να επιβεβαιωθεί έτσι ότι η βίαια ή μη βίαια φύση ενός γεγονότος εξαρτάται λιγότερο από τις πεποιθήσεις και τις προθέσεις των υποκειμένων που συγκρούονται και περισσότερο από την ιστορική συγκυρία. Για να μπορεί να γίνεται επίκληση, μιας ενδεχόμενης συμβολής της πολιτικής της μη βίας σε ιστορικά επεισόδια εθνικών εξεγέρσεων, αγώνες για ανεξαρτησία ή καθεστωτικές αλλαγές, πρέπει να συνυπάρχουν τουλάχιστον δύο παράγοντες: 1) η παρουσία κοινωνικών πρωταγωνιστών που με τη θεωρία τους και την πρακτική τους να εφαρμόζουν αυτή τη στρατηγική και αυτό το βρίσκουμε μόνο στην Ινδία και τις ΗΠΑ της δεκαετίας του 1960. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις όπως προαναφέραμε, δεν υπήρξε ούτε ένα κίνημα που να διαδραμάτισε έναν σημαντικό πολιτικό ρόλο, και να μπορεί να θεωρηθεί μη βίαιο. Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις, ομάδες πίεσης, κοινωνικά μπλοκ, κόμματα θρησκευτικά, αντάρτικα, που λόγω ειδικών συνθηκών σε κάποιες περιπτώσεις κατόρθωσαν να κατακτήσουν την εξουσία χωρίς νʼ αναγκαστούν να οργανωθούν κατασταλτικά (και σίγουρα όχι για να οικοδομήσουν μια κοινωνία μη βίας), αλλά εκμεταλλευόμενα την υποστήριξη ή την ουδετερότητα της αστυνομίας και του στρατού ή τη διεθνή υποστήριξη άλλων κρατών. 2) η πραγμάτωση των προσχεδιασμένων στόχων της στρατηγικής της μη βίας, δηλαδή νέες κοινωνικές σχέσεις, που να βασίζονται στην αναγνώριση του άλλου, στην ισότητα και στην αμοιβαία συμμετρία. Με άλλα λόγια, η εξαφάνιση σχέσεων που βασίζονται σε μορφές κυριαρχίας και παραβατικότητες κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής, σεξουαλικής, πολιτιστικής, θρησκευτικής, φύσης. Σε κανένα από τα προαναφερθέντα παραδείγματα δεν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις.

Για να κατανοήσουμε τι συνέβη θα ήταν πιο χρήσιμο εάν κάναμε χρήση εννοιών όπως «κατάρρευση» (εσωτερική κατάρρευση ή γεωπολιτική έκρηξη) «κοινωνικο-εξεγερσιακού τύπου». Στο Ιράν το καθεστώς του Σάχη παρέλυσε κάτω από τη σύνθετη πίεση εσωτερικών μαζικών κινημάτων, στα οποία υπήρχαν ένοπλες πολιτοφυλακές και ομάδες που εφάρμοζαν βομβιστικές πρακτικές. Οι δυνάμεις. αυτές θεωρούσαν τον αυταρχικό εκσυγχρονισμό του Σάχη σαν ένα πνιγηρό μανδύα που επέβαλλαν στην κοινωνία οι δυτικοί αποικιοκράτες και ειδικότερα οι ΗΠΑ. Όλα έγιναν μέσα σε ένα τεράστιο λουτρό αίματος, για να αρχίσει αμέσως μετά ένας εμφύλιος πόλεμος, μεταξύ ισλαμιστών και ομάδων της αριστεράς, οι οποίες ηττήθηκαν και οδηγήθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες. Για να μην μιλήσουμε για τον δεκαετή πόλεμο με το Ιράκ και την εξάπλωση της βίας στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη λόγω της διάδοσης του σιίτικου φονταμενταλισμού, που μόνο πρόσφατα τον ξεπέρασε η βαχαμπίτικη σχολή που συνδέεται με τον σαουδικό φονταμενταλισμό. Ο Μιλόσεβιτς έχασε τις εκλογές, δεν τον έδιωξαν μη βίαιες ομάδες. Το αντίθετο συνέβη, παραστρατιωτικές ομάδες επιτέθηκαν στο Κοινοβούλιο και το έκαψαν τις ημέρες που ο Σέρβος Πρόεδρος αρνιόταν να αναγνωρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα. Η εθνικιστική δεξιά, που τόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε στον πόλεμο στη Βοσνία και στο Κόσοβο βρίσκεται πάντα εκεί. Την ουδετερότητα του στρατού δεν πρέπει να την συγχέουμε με την αιφνίδια άνθιση μιας εποχής μη βίας. Οι Φιλιππίνες του Mάρκος, που από ένα σημείο και μετά συγκέντρωνε τις αντιπάθειες της κυβέρνησης των ΗΠΑ, έγινε θέατρο οδομαχιών και χύθηκε πολύ αίμα. Συγκεντρώσεις πλήθους, κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις και απεργίες, με λίγα λόγια μια σύγκρουση μέσης έντασης δεν είναι συνώνυμο της πολιτικής της μη βίας, που εξ άλλου κανείς δεν την χρειάστηκε. Οι Ζαπατίστας είναι ένας στρατός ενόπλων που την 1η Ιανουαρίου του 1994 ξεκίνησε μια εξέγερση με πολλούς νεκρούς. Ο Mάρκος που φοράει μια κουκούλα για να υποδηλώσει τη θέση του ως παράνομου πολεμιστή και γυρίζει οπλισμένος με ένα M16, δεν είναι και το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να επικαλεστεί κάποιος που θέλει να δώσει μια εικόνα της πολιτικής της μη βίας. Η Σολινταρνόσκ υπήρξε ένα ισχυρότατο συνδικάτο-κόμμα (που χρηματοδοτήθηκε με πακτωλό χρημάτων από τη Δύση) και συγκέντρωνε στο εσωτερικό του το σύνολο σχεδόν της αντιπολίτευσης στο σοσιαλιστικό καθεστώς της Πολωνίας. Ακόμα κι αν ακολούθησε κυρίως «ειρηνικές» μορφές πάλης, στο πολιτικό του πρόγραμμά δεν αναφερόταν υπέρ της μη βίας και πολύ περισσότερο στους στόχους του (μεταξύ των οποίων και η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ). Στο εσωτερικό της Σολινταρνόσκ υπήρχαν οι πάντες, από σούπερ-νεοφιλελεύθερους, καθολικούς λαϊκιστές, θρησκευόμενους φονταμενταλιστές, ομάδες της άκρας δεξιάς, οπαδούς της μοναρχίας, ακόμη και κάποιοι ελάχιστοι «δημοκρατικοί» Το ANC της Ν. Αφρικής ποτέ δεν ενέταξε στο πρόγραμμά του την πολιτική της μη βίας, απλά παραιτήθηκε από τον ένοπλο αγώνα όταν, την περίοδο Γκορμπατσόφ, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για μια σοβαρή διαπραγμάτευση που προέβλεπε την απελευθέρωση του Μαντέλα και την έναρξη μιας διαδικασίας κατάργησης του απαρτχάιντ, όταν δηλαδή τα ουσιαστικά σημεία του προγράμματός του ήταν έτοιμα να ικανοποιηθούν.

Η εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα από ορισμένα κινήματα είχε το αντίστοιχο της σε μια μετάβαση πολιτικών μορφών πάλης παραδοσιακού τύπου, δηλαδή νόμιμου, και όχι βέβαια μη βίαιου. Τέτοια είναι η περίπτωση του IRA στην Ιρλανδία, ο οποίος εγκατέλειψε βαθμιαία τον ένοπλο αγώνα όταν, μέσα από το νόμιμο κομμάτι του, κατόρθωσε να πετύχει σημαντικούς πολιτικούς στόχους (αλλά και επειδή βασικά είχε μειωθεί η οικονομική του ενίσχυση από τις κοινότητες των Ιρλανδών των Ηνωμένων Πολιτειών). Ο Τσάβεζ είναι ένας πρώην αλεξιπτωτιστής που μεταβλήθηκε σε λαϊκιστή ηγέτη τη δεκαετία του 1990 αφού πρώτα είχε μπει φυλακή για απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος. Έχοντας νʼ αντιμετωπίσει μια αναξιόπιστη και διεφθαρμένη τάξη πολιτικών, και με το φωτοστέφανο του ήρωα, κέρδισε τις εκλογές. Δεν είναι ένα όμορφο παράδειγμα μη βίας. Θα ήταν σαν να λέγαμε ότι ο Μπερλουσκόνι είναι μη βίαιος επειδή χάριν των τηλεοπτικών του σταθμών ακολουθεί ειρηνικές μεθόδους πειθούς και ότι με αυτές έχει κατακτήσει τη συναίνεση του εκλογικού σώματος . Βία ή μη βία; Το ανύπαρκτο πλεονέκτημα του ενός και μοναδικού μοντέλου Το πρόβλημα που δημιουργείται από το δίλημμα βία-μη βία, στην πραγματικότητα οφείλεται, στο ότι έχουν τεθεί εξ αρχής σε λάθος βάση οι όροι της συζήτησης των διαφορετικών μορφών πάλης, μετατρέποντας τες από εργαλεία, που είναι στην πραγματικότητα, σε ιδεολογήματα, σε μέσα αναπόσπαστα συνυφασμένα με συγκεκριμένους στόχους. Κι αυτό είναι το αναπόφευκτο ρίσκο που παίρνουμε όταν η πολιτική υποβαθμίζεται για λόγους ηθικών αρχών, όταν η δράση καταλήγει να σημαίνει διατύπωση ηθικής πρότασης, της όποιας ηθικής. Κατά βάθος, από τη σκοπιά αυτή αυτοί οι πασιφιστές που στη Γένοβα σήκωναν ψηλά τα χέρια σημάδι ότι παραδίδονται στην αστυνομίας δεν διαφέρουν από τους στρατευμένους του μπλακ μπλοκ, που συστηματικά καταστρέφουν τα σύμβολα του καπιταλισμού, δευτερεύουσας σημασίας όμως, και ασήμαντα σε τελευταία ανάλυση, χωρίς να αισθάνονται καν την ανάγκη να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να συμμαχήσουν, να διευρύνουν το μέτωπο πάλης και να δημιουργήσουν γύρω τους συναίνεση. Αυτές οι δυο πραγματικότητες, που μόνο φαινομενικά διαφέρουν, είναι η έκφραση μιας συμμετρικής συμπεριφοράς που την υπαγορεύει μια καθαρά ηθική σχέση με τη δράση τους. Προκύπτει έτσι μια μορφή ψυχικής τραχύτητας, μια ακραία αυτοαναφορικότητα που προβάλλει την καθαρότητα της, τη συνέπεια της, ένα είδος αισθητικής αυτοϊκανοποίησης, εμμονής για οπωσδήποτε συμφωνία, και το μόνο που μετράει πάντα σε τελευταία ανάλυση, μεταξύ μέσων και στόχων που καταλήγει να μετατρέπει το στόχο σε μέσο. Η πραγματικότητα δεν μετρά, η ιστορική συγκυρία ούτε, η ανάλυση των καταστάσεων αγνοούνται. Η πολιτική γίνεται έτσι ένας καθρέφτης για να θαυμάζουμε αυτάρεσκα την καθαρότητα μας. Πρόσχημα, για να «εκφράσουμε απλά τους εαυτούς μας» όπως κάνει ο ηθοποιός στη διάρκεια μιας παράστασης.

Αυτό που έχει πραγματικά καθοριστική σημασία είναι η συμπεριφορά του καθενός, η ηθική του τελειότητα. Είναι ο κόσμος που πρέπει να προσαρμοστεί στα πιστεύω μας. Πρόκειται για μια καθαρότητα ολοκληρωτική, μη ανεκτική, κλειστή, πολύ διαφορετική από την πολυδιαφημισμένη διάχυση στην κοινωνία. Η πολιτική της μη βίας (βία κατά εμπορευμάτων αλλά όχι κατά ανθρώπων. Αυτοί του μπλακ μπλοκ σʼ αυτό είναι ιδιαιτέρως ηθικοί) από άσκηση ηθικής μετατρέπεται έτσι σε εξωτερίκευση αδυναμιών, σε διάθεση για μεγαλεία που υποπίπτει στο «παράπτωμα της αυτο-ικανοποίησης», προσδίδοντας στους πασιφιστές έναν αέρα καυχησιάρικης αυτάρκειας που τους κάνει να θεωρούν τον εαυτό τους σαν «πιο σωστούς και πιο επιδέξιους από τους άλλους» και συνεπώς «αρνητικούς σε μια τίμια και ουσιαστική συζήτηση» σε τέτοιο βαθμό που να τους βολεύει μια «ιδεολογία του ηθικού που τους δίνει τη δυνατότητα να αποφεύγουν μια ανοικτή εκτίμηση άλλων πρακτικών». Το σημαντικό είναι η μαρτυρία, η συμμετοχή σε πρακτικές που όλο και πιο πολύ υποβαθμίζονται σε «πράξεις ενός συνήθους τελετουργικού, χαριτωμένες παραβάσεις, σε ακραία ελαχιστοποίηση του ρίσκου». [8 ]. Υπʼ αυτή την έννοια είναι σχετική η έκφραση που χρησιμοποιεί ο Ward Churchill στο βιβλίο του με τίτλο: «Ο πασιφισμός σαν παθολογία» της θέλησης. Το λάθος βρίσκεται στο σκεπτικό ότι μπορεί να υπάρξει ένα και μοναδικό μοντέλο αγώνα, απόλυτο, το οποίο να ισχύει παντού και πάντα, ανεξάρτητα από το χώρο και τις συγκεκριμένες συνθήκες (κάτι που πίστευαν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ή άλλες μαχητικές κομμουνιστικές οργανώσεις). Υπʼ αυτή την έννοια, βίαιοι και μη βίαιοι ταυτίζονται. Ο George Lakey επαναλαμβάνει το αυτονόητο όταν μας υπενθυμίζει ότι «η βία δεν είναι το σήμα κατατεθέν του ριζοσπαστισμού ή του επαναστατικού πάθους, επειδή την χρησιμοποιούν για τους πιο διαφορετικούς λόγους»[9].Ετσι, φιλόσοφοι σαν τον Michael Walzer,ένας οπαδός της θεωρίας του «δίκαιου πολέμου» (Guerres justes et injustes,Belin,Παρίσι 1999) μεταθέτουν το πρόβλημα σε επίπεδο νομιμοποίησης και μη νομιμοποίησης των αιτίων που τον προκαλούν. Δεν υπάρχει μια μορφή προσχεδιασης, μια μέθοδος που να εμπεριέχει τους στόχους, το μοντέλο της μελλοντικής κοινωνίας. Κι αν αυτή είναι τελικά η φιλοδοξία της πρακτικής της μη βίας, τότε θα πρέπει να της αναγνωριστεί η πλήρης ιστορική της αποτυχία. Αντίθετα, είναι δυνατόν να θεωρήσουμε την μη βία σαν μία επιπλέον εφεδρεία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνθήκες και συγκυρίες που την κάνουν ένα εργαλείο αποτελεσματικό.

Η επιλογή των μορφών πάλης είναι ένα ζήτημα σύνθετο και με πολλές πλευρές που πρέπει να αντιμετωπίζεται ανάλογα με τη συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση και τις ιστορικές συνθήκες. Η καλύτερη στρατηγική είναι αυτή που βασίζεται στην σταθμισμένη επιλογή των πιο κατάλληλων και αποτελεσματικών τακτικών ανάλογα με τις ανάγκες και τα συγκεκριμένα κάθε φορά πολιτικά καθήκοντα Χωρίς να αποκλείουμε καμία. Μετά από αυτά, δεν γίνεται να αγνοούμε ότι σε ιστορική βάση η χρήση της βίας, με τις πολλές αποχρώσεις της, από τις πιο λεπτές ως τις πιο έντονες, αποδείχθηκε πολλές φορές μια εφεδρεία με αποφασιστική σημασία. Κράτη, έθνη, λαοί, κοινωνικά συστήματα, επαναστάσεις απελευθερωτικές, διαδέχτηκαν και αντιμετώπισαν το ένα το άλλο κυρίως μέσα από έναν αδυσώπητο αγώνα. Η ιστορία είναι μια απέραντη πεδιάδα από κόκαλα, έγραφε ο Χεγκελ. Οφείλουμε να σκεφτούμε μηχανισμούς ελαχιστοποίησης της βίας, μορφές που να μειώνουν στο ελάχιστα δυνατό την προσφυγή στη βία, που να ελέγχουν τις μορφές της, αλλά δεν είναι δυνατόν να μην αντιμετωπίζουμε το θέμα ρεαλιστικά. Η πολιτική πρόταση της μη βίας και η ανεπαρκής συμβολή της στην κριτική της εξουσίας Ένα; από τους βασικούς λόγους που στηρίζουν την επιλογή της μη βίας είναι και η παραίτηση από την άσκηση μορφών εξουσίας. Η πιο ριζοσπαστική και πιο ανένδοτη πολιτική μη βίας, διεκδικεί την πλήρη ασυμμετρία της ως προς την άσκηση εξουσίας. Αυτή δεν διεκδικεί τη θέση μιας άλλης εξουσίας αλλά, αρνούμενη οποιαδήποτε μορφή συμμετρίας και ανταγωνισμού, επιδιώκει άλλα πράγματα, πέρα από τη λογική της ίδιας της εξουσίας .Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, μέσω της μεθόδου της μη βίας θα μπορούσε να πετύχει το πέρασμα από την εξουσία που ασκείται «επί» (κυριαρχίας),στην εξουσία που ασκείται «σε» (συνεργασία με τους άλλους) ή στην εξουσία που ασκείται «από τα μέσα» (δύναμη πνεύματος και ψυχολογική) [10].

Αλλά η προσφυγή σʼ ένα όμορφο ανακάτεμα της τράπουλας δεν λύνει το δίλημμα της εξουσίας, τη φύση της προέλευσης της. Ακόμα και μία εξουσία που βγαίνει μόνο από μέσα μας, και που με άλλη γλώσσα μπορούμε να ονομάσουμε τέλος της συναίνεσης, τερματισμό της εσωτερικευμένης κυριαρχίας, συνειδητοποίηση, χειραφέτηση, έξοδο από την αλλοτρίωση, κατάκτηση συνείδησης για τον εαυτό της, πρόσληψη των αρχών της αυτονομίας, δεν δημιουργείται μέσω απλής και αυθόρμητης εκβλάστηση, αλλά είναι καρπός συνάντησης με το έξω, με τον άλλο. Και αυτή η διαδικασία ανταλλαγής δεν εξαιρείται από τον κίνδυνο να υποστεί εξαρτήσεις από καθαρές μορφές εξουσίας: η συμβολική εξουσία, η χαρισματική εξουσία, μορφές νομιμοποίησης που κυριαρχούν στη θέληση περισσότερο παρά στο σώμα, χάρη στην οικονομική ανισότητα, την ασυμμετρία ικανοτήτων και γνώσεων, που καθορίζουν διαφορές και ιεραρχίες. Δεν είναι αρκετό να αντικαταστήσει κανείς κάποια μόρια γραμματικά για να επιλύσει την αναπόφευκτη στιγμή της σύγκρουσης, την αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών εξουσιών. Πώς θα καταφέρουμε να μην υποκύψουμε, όταν μία δύναμη βασισμένη στην «από τα μέσα» εξουσία ή την εξουσία «σε»,βρίσκει μπροστά της το εμπόδιο της άσκησης εξουσίας «επί» και συνεπώς κατά; Τι κάνουμε όταν ο συσχετισμός δύναμης έχει φυσικά χαρακτηριστικά κι αυτός που αγωνίζεται δεν θέλει είναι ένα απλό παράδειγμα μαρτυρίας της πράξης του, αλλά πάνω απʼ όλα αρνείται να υποκύψει; «Δεν συνεργαζόμαστε» είναι το προοίμιο της δράσης, και όχι η κατάληξη της .

Η ανυπακοή είναι μόνο το πρώτο βήμα μιας μακράς πορείας, είναι ακόμα μία στιγμή αντίδρασης που της λείπει η αυτονομία. Το να είναι κάποιος ανυπάκουος δεν φτάνει. Μη βία ή σεβασμός της νομιμότητας; Στο δυτικό κόσμο το μεγαλύτερο ποσοστό της μη βίας το διεκδικούν οι χριστιανοί που θεωρούν τους διωγμούς των πρώτων χριστιανών σαν την ιδρυτική πράξη της πρακτικής της μη βίας. Το «μαρτύριο» του Μαξιμιλιανού, του πρώτου αντιρρησία συνείδησης ,το θεωρούν σαν ένα ένδοξο παράδειγμα. Δεν είναι εδώ ο χώρος να διερευνηθεί η πραγματική σχέση παθητικής έννοιας του μαρτυρίου και ενεργητικής έννοιας της μη βίας. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η επικάλυψη λέει πολλά για τους πολιτισμικούς υπαινιγμούς που περιλαμβάνονται στις διαφορετικές εκδοχές της μη βίας. Η έννοια της δοκιμασίας του μαρτυρίου, πίσω από τον πόνο της επίγειας δοκιμασίας, κρύβει μια αντίληψη περί ευτυχίας μαζοχιστικού χαρακτήρα υπό την προοπτική βέβαια του οριστικού περάσματος στο βασίλειο των ουρανών. Το να υπομένεις και να υποφέρεις, περισσότερο κι από φυσική πράξη αντίστασης του ανθρώπου, είναι μια απόδειξη βαθειάς θρησκευτικότητας, μια πράξη πίστης που ενδόμυχα στηρίζεται σε μια κρυφή ικανοποίηση διεστραμμένη. Αν και η ιστορία της Εκκλησίας όπως και των κινημάτων θρησκευτικής μεταρρύθμισης και διαμαρτυρίας, πέρα από τη μαρτυρία των ιερών γραφών, της θεολογίας και του εκκλησιαστικού δικαίου, αντιπροσωπεύουν πηγές αμφίσημες για την παράδοση της μη βίας, η αλληλεξάρτηση ιδεολογίας και πρακτικών μη βίας με την κουλτούρα της θρησκείας είναι γεγονός. Και είναι σε τέτοιο βαθμό ώστε η διάκριση του Λούθηρου μεταξύ της βίας που ασκείται από ένα άτομο, και είναι καταδικαστέα, και κρατικής ή συλλογικής βίας, την οποία οφείλουμε να αποδεχόμαστε για το καλό της κοινότητας, να παραμένει ως τα τώρα ο πραγματικός πυρήνας του σκεπτικού που εμπνέει ουσιαστικά την κουλτούρα της μη βίας. Μια ιδεολογία δηλαδή που καταπατά την αυτονομία του ατόμου, του αφαιρεί την ελευθερία επιλογής υποτάσσοντας το στο νόμο του κρατικού μονοπώλιου. Η συμπεριφορά μεγάλου μέρους των Ιταλών ειρηνιστών, έχει τις ρίζες της σε εποχές μακρινές και ένδοξες. Αυτοί, αντί να στρέψουν τις προσπάθειες τους κατά της απονομιμοποίησης εκείνων των ισχυρών εξουσιών που μπορούν να επωφεληθούν από την προστασία και την άσκηση της νόμιμης βίας, δείχνουν να επιλέγουν το δρόμο των διακρίσεων εναντίον όσων, αγωνιζόμενοι κατά αυτών των εξουσιών, χρησιμοποιούν διαφορετικές μορφές πάλης. Πολύ συχνά στην Ιταλία ονομάζεται μη βία ένας τύπος πολιτικού πολιτισμού που οικοδομήθηκε πάνω στην άρνηση της πολιτικής βίας των εξεγερσιακών κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του 1970. Η απόρριψη της βίας κατά της εξουσίας, μια βία που πήγαζε από τα κάτω, έβαλε το σημάδι της σʼ αυτήν την εξημερωμένη κουλτούρα ωθώντας την προς συμπεριφορές αρκετά φιλικές προς τους θεσμούς, τους κατόχους εκείνης της νομιμοποιημένης βίας που ασκείται από τα πάνω. Έτσι ρίζωσε η ιδέα ότι νομιμότητα και μη βία ήταν, στο βάθος, ένα και το αυτό ή ότι σε κάθε περίπτωση αυτές βρισκόντουσαν από την ίδια πλευρά του αναχώματος. Μια κακόβουλη παρανόηση που έκανε την μη βία και τον πασιφισμό μία συμπεριφορά υποταγής, εξημερωμένη, συγκαταβατική βασικά προς την καθεστηκυία τάξη. Αυτή είναι και η μεγάλη «παρανόηση» που κυριαρχεί στο ιταλικό κίνημα ειρήνης και μετατρέπει πολλούς ειρηνιστές σε φιλήσυχους ή ειρηνοποιούς. Μένει στους πιο ειλικρινείς και αγνούς αγωνιστές αυτού του ρεύματος να λύσουν το πρόβλημα.

Παραπομπές: [1] Le Courrier dʼinformation, n.246,Τρίτη 19 Ιουνίου 2001. [2]Ένας υστερικός Vittorio Agnoletto κι ένας αρκετά απρόσεκτος Fausto Bertinotti [3]Gandhi,la sagesse de la non-violence,Jean-Marie Muller,Desclee de Brouwer,Paris 1994 [4]George Lakey, Το σπαθί που γιατρεύει: μια υπεράσπιση της μη βίας. Πρόκειται για κείμενο που γράφτηκε σαν απάντηση στο βιβλίο του Ward Churchill, Ο πασιφισμός ως παθολογία: Σκέψεις για το ρόλο του ένοπλου αγώνα στη Βόρειο Αμερική [5] του ιδίου, σελ.4 [6] του ιδίου, σελ.4 [7] του ιδίου, σελ.2 [8] του ιδίου, ιδίου, σελ.4 [6] του ιδίου, σελ.4 [7] του ιδίου, σελ.2 [8] του ιδίου, σελ.2 [9] του ιδίου, σελ.16 [10] του ιδίου, σελ. 18

Από: http://italy.indymedia.org/news/2002/07/65526.php όποιος/α ενδιαφέρεται,περισσότερα για τον Paolo Persichetti, μπορεί να βρει εδώ: http://orestescalzone.over-blog.com/ Να πω μόνο για όσους δεν γνωρίζουν κάποια ξένη γλώσσα ότι ο Paolo Persichetti,της ιταλικής Αυτονομίας, σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης.