ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΩΣ ΜΙΑ ΕΚ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΩΣ ΜΙΑ ΕΚ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

Μια συνεισφορά στην πραγματοποίηση της πρακτικής θεωρίας του σαμποτάζ – Αστουριανό Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού

Ποιος θα ξαναδώσει ζωή στις βίαιες δίνες της φωτιάς αν όχι εμείς που θεωρούμαστε αδέρφια; Ελάτε λοιπόν! Νέοι σύντροφοι: αυτό θα σας αρέσει. Δε θα δουλέψουμε ποτέ, ώ δίνες της φωτιάς! Αυτός ο κόσμος μέλει να εκραγεί. Αυτό είναι το μονοπάτι του στ΄ αλήθεια. Εμπρός, στην πορεία. – Αρθούρος Ρεμπώ

Η διάδοση του σαμποτάζ, η αυξανόμενη πρακτική εφαρμογή του, σε μια ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα, μακριά και εκτεταμένα ενάντια στην κυριαρχία της αγοράς είναι κάτι το δεδομένο. Φλεγόμενα ΑΤΜ τραπεζών, βουλωμένες κλειδαριές εμπορικών κέντρων, σπασμένες βιτρίνες καταστημάτων, φωτιές σε κέντρα προσωρινής εργασίας, δολιοφθορές στις καπιταλιστικές υποδομές (τραίνα υψηλής ταχύτητας, φράγματα, αυτοκινητόδρομοι, εργοτάξια κατασκευαστικών)… αποτελούν επιθετικές πρακτικές ενάντια στην αποικιοποίηση των ζωών μας από την πιο προχωρημένη μορφή αποικιοκρατίας – το εσωτερικευμένο θέαμα. Όλα τα παραπάνω πραγματοποιούνται από άτομα που έχουν σιχαθεί την επιβίωση σαν κατανάλωση εμπορευμάτων (η ίδια η ζωή περιορισμένη πια σε μια διαδοχή οικονομικών προστακτικών, ντοπαρισμένη από τις ψευτο-εναλλακτικές, ολοένα πιο ψεύτικες και λιγότερο εναλλακτικές) που υπόσχονται κόμματα και συνδικάτα που μοιράζονται τη φιλοδοξία να διαχειριστούν την μιζέρια μας σπρώχνοντάς μας σε έναν τρόπο παραγωγής που μας αποξενώνει από κάθε συμμετοχή στις αποφάσεις που σχετίζονται άμεσα με μας, και τη συνεργασία τους στην υποδούλωσή μας, ξεφτίζοντας κάθε χειρονομία άρνησης του υπάρχοντος, επαναφομοιώνοντάς την. Το θέαμα γράφει το σενάριο και διανέμει τους ρόλους: εργαζόμενος, καθηγητής, φοιτητής, νοικοκυρά, μητέρα, πατέρας, γιος, κόρη, άνεργος, αστυνομικός, στρατιώτης, καλλιτέχνης, ανθρωπιστής, διανοούμενος… Η πλειοψηφία, υποκείμενα που υιοθετούν διάφορους ρόλους στο πέρασμα του 24ώρου, αντικρύζουν την ύπαρξή τους με ολοένα και περισσότερο τρόμο, στο βαθμό του δυνατού. Ο καθένας με την σχιζο-νευρωτική άποψή του θα αντιδράσει στα ερεθίσματα που δέχεται από την εξουσία με τον τρόπο που ήταν ήδη αναμενόμενος. Κάθε κοινωνική δραστηριότητα προγραμματίζεται με τρόπο που να ενισχύει το θέαμα, επιβραδύνοντας έτσι την ασταμάτητη διαδικασία της αποσύνθεσής του. Αν και δεν επιθυμούμε με τίποτα το χειροκρότημα των οπαδών της οργάνωσης-να-ναι-κι-οτι-θελει-ας-ειναι, σαφώς και δεν είμαστε κατά της έννοιας της «οργάνωσης» ως τέτοιας, αλλά ενάντια στην «οργάνωση» που εννοείται ως αυτοσκοπός, ως αποκρυστάλλωση μιας όποιας ιδεολογίας, κι ως ένα ξεκομμένο όργανο που αντιπροσωπεύει μια τάξη. Είμαστε υπέρ της αυτόνομης αυτο-οργάνωσης των εκμεταλλευομένων. Η Ιστορία έχει δείξει δυο συνεκτικά παραδείγματα όπου φάνηκε ότι οι παραδοσιακές οργανωτικές μορφές, τόσο του κόμματος (κατά τη Ρωσσική Επανάσταση) όσο και του συνδικάτου (Ισπανική Επανάσταση) δεν ήταν παρά απόπειρες διαχείρισης του καπιταλισμού κι όχι ξεπεράσματός του, κι αυτό είναι κάτι που, συνειδητά ή ασυνείδητα, ο καθένας πλέον το γνωρίζει. Στο κυνήγι της εξουσίας, δεν καταστρέφεται, αλλά εξελίσσεται: στην πρώτη περίπτωση, η τάξη των γραφειοκρατών αντικατέστησε επάξια την μπουρζουαζία, ενώ στη δεύτερη, οι αναρχο-συνδικαλιστές ηγέτες συμμετείχαν πρόθυμα στην αστική εξουσία, καλώντας για την αυτοδιαχείριση της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης, ενώ η βάση προσπαθούσε να υπερβεί τις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις στην πράξη μέσα από την άμεση διεύθυνση κάθε όψης της ζωής τους, κι όχι απλά της εργασίας τους. Για να είμαστε ακριβείς, και οι δυο μορφές συναγωνίζονταν η μια την άλλη στη λατρεία της εργασίας (κάτι που έχουν κοινό επίσης με τον εθνικο-σοσιαλισμό και κάθε άλλη πολιτική μορφή του καπιταλισμού). Το ποσοτικό όραμά τους επιδίωξε μια αύξηση της παραγωγής, αφήνοντας κατά μέρος την αύξηση της ποιοτικής υπόστασης της ζωής. Αυτή η (πρακτική και θεωρητική) ήττα των παραδοσιακών οργανώσεων, που ακόμα υποστηρίζουν ότι μας αντιπροσωπεύουν, δεν έχει γίνει κτήμα της εργατικής τάξης (προφανώς το μόνο που γνωρίζουμε είναι να δουλεύουμε), κι έτσι συνεχίζουμε χωρίς να διατηρούμε καμιά πιθανότητα ελέγχου πάνω στις ουσιώδεις όψεις της ζωής μας, μέσα σε έναν κόσμο που αναπτύσσεται, όχι μόνο χωρίς τη συμμετοχή μας, αλλά κι εναντίον μας. Όμως, σύντροφοι, η ιστορία δεν κάνει κύκλους. Είναι μια συσσωρευτική διαδικασία και το ειδικό της βάρος λυγίζει ήδη τα κουρασμένα σώματά μας.

Ποτέ άλλοτε οι τσαρλατάνοι δεν σπαταλούσαν τόση άχρηστη αναπνοή – Γουίλιαμ Σαίξπηρ (Όνειρο Θερινής Νυκτός)

Η αντίφαση μεταξύ των δυνατοτήτων των παραγωγικών μέσων (της χρήσης ελάχιστων απ’ αυτά για την απόλαυση όλων, μιας και τα περισσότερά τους είναι τόσο άχρηστα και επιζήμια που πρέπει να καταστραφούν) και των σχέσεων της παραγωγής (η μισθωτή εκμετάλλευση, η εμπορευματοποίηση, ο διαχωρισμός της ταξικής κοινωνίας) έχει φτάσει σε ένα αξεπέραστο σημείο ρήξης. Μέσα στο θέαμα είναι ευκολότερο να πλαστογραφηθεί η φύση της αντίφασης αυτής παρά να αυξηθεί η εμπορευματική παραγωγή στέλνοντας στα ύψη τις αξίες χρήσης. Αυτή η αδράνεια το αναγκάζει να επιδεικνύει όλες τις μεθόδους του για την επαναφομοίωση κάθε πραγματικού κινήματος αντίθεσης και να στρέφει τη θεαματική κριτική που ασκείται στο θέαμα προς όφελός του. Ένας υποκριτής με αίσθηση αυτοκριτικής, που διευθύνεται από την δική του αστυνομία της αποσυντιθεμένης σκέψης (φιλο-καταστασιακοί, στελέχη, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, επαναφομοιωτές, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, η κλίκα του «πολιτικλι-κορέκτ» εναλακτισμού) Αυτά τα σκουπάκια τουαλέτας του μοντερνισμού, σαν καλοί παπάδες, ελπίζουνε καρτερικά πως με τα μπαλώματά τους, η «σωστή» ανάπτυξη του συστήματος θα μας οδηγήσει, παίρνοντάς μας απ’ το χέρι, σε έναν ιδανικό κόσμο που θα προγραμματίζεται από την ψευδή συνείδησή τους και από τα περιχαρακωμένα μυαλά τους, λες και πράγματι κάναν ποτέ κάτι για μας. Ο κοινωνικός τους ρόλος, ο οποίος έχει καταδειχθεί εδώ και δεκαετίες, έχει αποδειχθεί πιο χρήσιμος για το σύστημα από κάθε του ωμή επίθεση, βασανιστήρια, δολοφονίες. Μας εξαπατούν και μας χειραγωγούν. Δεν πρέπει να τους αφήσουμε ούτε μια μέρα παραπάνω. Είναι οι δεσμοφύλακες των άτυπων αλυσίδων μας. Οι ανόητες φιλολογίες τους μας διασκέδασαν αρκετά. Επιβάλλουν τις απόψεις τους πάνω μας, αποφεύγοντας ακόμα και τα απλούστερα ουσιαστικά ερωτήματα που τους γεμίζουν με φόβο: Μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα; και τί μας εμποδίζει απ’ αυτό; Ερωτήματα που ξεγυμνώνουν με μιας τέτοιους επαγγελματίες του ψεύδους. Η συνεκτική κριτική και η κριτική του μη-συνεκτικού είναι με το μέρος μας σ’ αυτόν τον αγώνα.

Η αδικία δεν είναι ανώνυμη. Έχει και όνομα και διεύθυνση. – Μπέρτολντ Μπρεχτ

Η καταστασιακή θεωρία, σαν συνεκτική κριτική της ολότητας των συνθηκών επιβίωσης και του εμπορευματικού-θεαματικού καπιταλισμού που της επιβάλλει, έχει βρει την κατάφασή της μέσα στα ίδια τα γεγονότα, μέσα από μια παραποιημένη φόρμα. Δεν είναι δυνατόν να αντιπαλέψεις την αλλοτρίωση με αλλοτριωμένα μέσα. Το σαμποτάρισμα αυτού του κόσμου ξεκινά με την άρνηση των ρόλων που το σύστημα μας επιβάλλει, το σαμποτάζ του θανάτου που σκεπάζει τη ζωή, και την άρνηση των ρόλων που μας έχουν αναθέσει. Να μιλάς για την Επανάσταση, στους καιρούς αυτούς σημαίνει πως «έχεις ένα πτώμα στο στόμα». Μια ματιά γύρω μας αρκεί για να μας υπενθυμίσει το σκηνικό της ήττας που μας περιβάλλει. Το σαμποτάζ είναι λοιπόν μια πράξη που καταγίνεται ένας ανακρουστήρας ενάντια σ’ αυτήν την μη-πραγματικότητα που μας σκεπάζει. Μια πράξη που δεν έχει περάσει απαρατήρητη από τους επαναφομοιωτές ιδεολόγους, που την έχουν μετασχηματίσει σε «τρομοκρατία» (η επαγγελματικοποίηση του σαμποτάζ που δεν κάνει άλλο απ’ το να ενισχύει το σύστημα, χάρη στο συγκεντρωτικό, ιεραρχικό και μιλιταριστικό χαρακτήρα της). Σήμερα, αυτό που προτείνεται δεν έχει να κάνει με τη δημιουργία μιας ένοπλης οργάνωσης αυτού του τύπου, αλλά με διάχυτες επιθέσεις μικρών ομάδων συγγενείας, ανεξέλεγκτων από κάθε οργάνωση, που συνέρχονται και ξαναχάνονται όπως οι παλίρροιες της Σελήνης. Παλίρροιες που γεννιούνται από την συνείδηση της ασχήμιας των πραγμάτων και της επιδείνωσης που υπόσχονται τα γεγονότα. Στον 19ο αιώνα, μια τέτοια πρακτική άνθισε θέτοντας τον πρώιμο καπιταλισμό σε κρίση. Πέρα από τις λουδίτικες επιθέσεις, οι «προλεταριακές εφορμήσεις στον ουρανό» έδωσαν τη θέση τους στην καταστολή και την επαναφομοίωσή τους, στην οποία ενεργό ρόλο έπαιξαν τα, εμβρυακής τότε μορφής, συνδικάτα, με ομολογούμενη όμως δυσκολία, χάρη στην απουσία μιας άκαμπτης οργανωτικής δομής και άρα της μέγιστης ευελιξίας τους στις επιθέσεις. Μια ομάδα ανθρώπων που βρίσκονται, χτυπούν κι έπειτα εξαφανίζονται στο πλήθος, όπου μια νέα ομάδα ξανασυστήνεται κατόπιν. Τέτοιου είδους διάχυτες δολιοφθορές φέρνουν τον εχθρό σε δυσκολότερη θέση προκειμένου να οργανώσει την καταστολή. Έτσι, οι επιθέσεις μετασχηματίζονται σε ένα σύμπαν απολαύσεων γι αυτούς τους συνειδητοποιημένους χούλιγκανς, τα συναισθήματα των οποίων δύσκολα περιγράφονται ή επικοινωνούνται με τη φτωχή και ανιαρή γλώσσα των λεκτικών μορφών. Το ανατρεπτικό παιχνίδι, οι κανόνες του οποίου ορίζονται από τους συμμετέχοντες, γίνεται ένα αποτελεσματικό όπλο ενάντια στον καπιταλισμό, σε κάθε του μορφή. Υπάρχουν άλλωστε πολύ περισσότερα να καταστραφούν παρά να χτιστούν.

Η εποχή μας δεν έχει ανάγκη να γράψει ποιητικά συνθήματα, αλλά να τα πραγματοποιήσει. – Καταστασιακή Διεθνής

Έχει καταδειχθεί πώς μικρές ομάδες επίθεσης κάνουν περισσότερη ζημιά απ’ ότι μεγάλες οργανώσεις που ειδικεύονται στον ένοπλο αγώνα. Η Οργισμένη Ταξιαρχία συνέχισε τις δράσεις της και μετά τη σύλληψη ανθρώπων της, και αφότου το αγγλικό κράτος υπέθεσε ότι το κίνημα θα είχε διαλυθεί. Το Kale Borroka (οδομαχία) στη Χώρα των Βάσκων, το οποίο πρόσφατα καταδικάστηκε ως ανεξέλεγκτο από τη Jarrai (η οργάνωση νεολαίας της βασκικής εθνικιστικής αριστεράς – NDRO) αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα. Η εξουσία συναντά δυσκολίες στην καταστολή και την εξάρθρωση μικρών ομάδων που δε γνωρίζουν η μία την άλλη, μέσα σε ένα κλίμα υψηλής ασφάλειας, και το μόνο πράγμα που τους ενώνει είναι η επιθυμία για την καταστροφή ενός συστήματος που τους εμποδίζει απ’ το να ζήσουν, καταδικάζοντάς τους στην επιβίωση και την αβεβαιότητα. Δεν επιχειρούν ενέργειες επιδειξιομανών ώστε να προπαγανδιστούν μέσω ενός ακρωνυμίου ή κάποιας ονομασίας-σφραγίδας. Στην περίπτωση των Αστουριών, το σαμποτάζ υπήρξε ένα ταξικό όπλο που χρησιμοποιήθηκε αναρίθμητες φορές, ιδιαίτερα στις εργασιακές συγκρούσεις στο εσωτερικό των επιχειρήσεων: Duro Felguera, Hunosa, Naval και Ciata (Αστουριανές επιχειρήσεις και ορυχεία όπου το σαμποτάζ έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη δεκαετία του 1990). Κάθε ένα άτομο, ασχέτως της όποιας ιδεολογίας του, μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Από τον υπάλληλο που κλέβει αγαθά από το γραφείο ως τον εργάτη που βανδαλίζει τα μηχανήματα στα οποία είναι αλυσοδεμένος, περνώντας μέσα από τη χρήση πλαστικών εκρηκτικών κατά τον τρόπο των διπλωματούχων επαγγελματιών του Duro Felguera. Σήμερα, το πιο επίκαιρο παράδειγμα είναι αυτό του εμπρησμού των ΕΤΤ (κέντρα προσωρινής εργασίας). Η πρακτική αυτή του σαμποτάζ παραμένει περιορισμένη σε συγκεκριμένες και τοπικές συγκρούσεις, χωρίς μια σφαιρική προοπτική, στοχεύοντας απλά σε μερικές λύσεις όσον αφορά οικονομικές διεκδικήσεις που παραμένουν εντός των προκαθορισμένων πλαισίων που θέτει η καπιταλιστική λογική. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των ΕΤΤ, μιας επίθεσης που πάει παραπέρα από την προσωρινότητα μιας κρίσης σε μια επιχείρηση, μα και πάλι δεν θέτει το ζήτημα της κριτικής της μισθωτής σκλαβιάς στην ολότητά της μα θέτει σε αμφισβήτηση αποκλειστικά την πιο ακραία της μορφή, δε στοχεύει στο τέλος της εκμετάλλευσης, αλλά μάλλον στο τέλος των ΕΤΤ. Σήμερα, η σύγκρουση είναι παγκόσμια και δεν επιλύεται μέσα από μερικούς αγώνες, αλλά μέσα από τον ολικό αγώνα και την απόλυτη άρνηση αυτής της κοινωνίας. Είναι ανάγκη να τελειώνουμε με τον ακρωτηριασμό των ζωών μας σε ένα άθροισμα εμπορευμάτων αλλά και με την μισθωτή σκλαβιά που μας απονεκρώνει, κι όχι μόνο με την προσωρινή εργασία. Να τελειώνουμε με την ταξική κοινωνία κι όχι απλά με τον φασισμό της. Να στοχεύουμε στην μερικότητα μόνο ευνοεί τους διαχειριστές της μιζέριας μας, κι όλους όσους θα ήθελαν μια μέρα να πάρουν αυτοί τη θέση των διαχειριστών: και αποτελούν και οι δυο στόχο του σαμποτάζ. Η διάδοση της πρακτικής του σαμποτάζ με όσα αυτή συνεπάγεται (ανεμπόδιστη αυτονομία, μέγιστη ευελιξία, αυτο-οργάνωση, ελάχιστος κίνδυνος) μεταξύ ανθρώπων που τα βρίσκουν μεταξύ τους, ανοίγει το δρόμο για την πραγματική επικοινωνία, που καταστρέφει την θεαματική, θρυμματίζει την απάθεια και την μικρότητα του ατέρμονου «επαναστατικού» μονόλογου. Οι προσωπικές σχέσεις και η δυνατότητες επαφής με άλλους ανθρώπους στην άρνηση των ρόλων που επιβάλει το θέαμα, αποτελούν εφήμερες καταστάσεις που στην προετοιμασία και την κατασκευή τους εσωκλείουν τις αρετές της ανυποχώρητης επαναστατικής κατάστασης που θα συντρίψει τις συνθήκες της επιβίωσης. Δεν υποκύπτει στην αθεράπευτα αλλοτριωτική ιεράρχιση που κάνει κάθε ένοπλη ομάδα «ειδικών» ενός εξουσιαστικού και μιλιταριστικού χαρακτήρα, για την οποία οι μάζες «συμμετέχουν» στην επίθεση εκπροσωπούμενες μέσα από την ομάδα. Η ποσοτική ανάπτυξη της πρακτικής αυτής δεν γίνεται αντιληπτή από τα όσα μας μεταφέρονται από τα γραφεία των προπαγανδιστών του θεάματος, αλλά μάλλον μέσα από μια βόλτα στο καπιταλιστικό σκηνικό, όπου μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα χνάρια των καμμένων ΑΤΜ, τα σπασμένα τζάμια των ΕΤΤ, τις αλλαγές κλειδαριών σε κάποιο σούπερ-μάρκετ. Είναι αυτές οι οπτασίες που κάνουν το χαμόγελό μας να λάμπει και μας παρακινούν να βγούμε αυτήν την ίδια νύχτα για να παίξουμε ξανά με τη φωτιά, ώστε το ίδιο αυτό χαμόγελο να υψωθεί στα πρόσωπα άλλων αγνώστων, συντρόφων στην καταστροφή. Οι αριθμοί εδώ δεν έχουν σημασία, παρά μόνο η υψηλή ποιότητα των πράξεων: Σαμποτάζ, απαλλοτριώσεις, αυτο-μείωση… Παίρνουμε πίσω μέρος της ζωής που μας αρνούνται, όμως αυτό δεν αρκεί. Την θέλουμε ολόκληρη, τη ζωή μας.

Σύντροφοι, το παιχνίδι είναι στα χέρια σας, κι εμείς κερδίζουμε σε θάρρος από την καθημερινή πρακτική του. Οργανωθείτε μόνοι σας, με τους συντρόφους σας. Ενάντια στον παλιό κόσμο σε κάθε του έκφραση, έτσι ώστε να αφήσουμε πίσω μας την προ-ιστορία του, ας αρχίσουμε κι ας πολλαπλασιάσουμε τις επιθέσεις.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΣΤΟΠ. ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ. ΣΤΟΠ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ. ΣΤΟΠ. ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ. ΣΤΟΠ. ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΣ!

(Μετάφραση: Γραφείο Λυσσασμένων Ταραχοποιών, Σαλονίκη – Αύγουστος 2007) //