Mια συνέντευξη του αναρχικού HORST FANTAZZINI

Mια συνέντευξη του αναρχικού HORST FANTAZZINI

Τη συνέντευξη πήρε ο δημοσιογράφος Ant. Giamreri στις φυλακές San Michele της Alessandria, στις 8 Μάη 1998

A.G. Μίλησέ μας για τον εαυτό σου…

H.F. Είμαι ο Horst Fantazzini και βρίσκομαι στη φυλακή εδώ και τριάντα περίπου χρόνια. Με συνέλαβαν στη Γαλλία το ’68, εκδόθηκα στην Ιταλία το ’72 και έκτοτε βρίσκομαι στη φυλακή, με εξαίρεση ένα μικρό διάστημα που είχα αποδράσει. Τώρα, ο καθένας θα αναρωτιέται πόσους έχω σκοτώσει και τι είδους εγκλήματα έχω διαπράξει. Λοιπόν, δεν έχω σκοτώσει ποτέ κανέναν, η μεγαλύτερη ποινή μου είναι 12 χρόνια. Μόνο που επειδή αρνήθηκα μια σειρά από καταδίκες που μου φαίνονταν υπερβολικές -δεδομένου ότι είχα διαπράξει μια σειρά από ληστείες με ψεύτικο πιστόλι-, “άρπαξα” ως καταζητούμενος διάφορες καταδίκες, 5-6χρόνων φυλάκισης… Έπειτα με συνέλαβαν και προχώρησαν στην έκδοσή μου. Πέρασα κι άλλες δίκες και καταδικάστηκα σε ακόμα 5 χρόνια, 2 χρόνια, 3 χρόνια και ακολούθως 1 χρόνο. Με αυτή τη σειρά από καταδίκες συσσωρεύτηκαν 22 χρόνια ποινής. Εκείνη την εποχή, μιλάμε για το 1972-73, δεν υπήρχε ο λεγόμενος νόμος GOZZINI. Όποιος είχε ποινή 20 χρόνων έπρεπε να την εκτίσει ολόκληρη, εκτός και αν κατάφερνε προς το τέλος να αποφυλακιστεί υπό όρους ή με χάρη. Εγώ δεν αποδέχτηκα αυτό το δεδομένο, μου φαινόταν άδικο, γι’ αυτό άρχισα να σκέφτομαι την απόδραση. Την πρώτη απόπειρα απόδρασης, αρκετά σοβαρή σαν πράξη, την έκανα στο Fossano παίρνοντας κάποιους δεσμοφύλακες ως ομήρους και τραυματίζοντας άλλους τρεις από αυτούς, για να καταλήξω στο τέλος κι εγώ κόσκινο από τις σφαίρες. Από εκείνη την ώρα άρχισα να είμαι κι εγώ ένας ιδιαίτερα δύσκολος κρατούμενος· αυτό σημαίνει ότι σε κάθε φυλακή που πήγαινα μου συμπεριφέρονταν με ένα συγκεκριμένο τρόπο -εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε η σωφρονιστική μεταρρύθμιση που εφαρμόστηκε το ’75. ’ρχισα να γυρνάω την Ιταλία από φυλακή σε φυλακή και να προσπαθώ να αποδράσω. Τη δεύτερη απόπειρα την έκανα, πάντα ένοπλος, την επόμενη χρονιά στη Sulmona, έχοντας ξανά για όμηρους δύο δεσμοφύλακες. Δραπέτευσα μεν αλλά έσπασα το πόδι μου και με συνέλαβαν σε ένα κοντινό σπίτι. Ακολούθησαν νέες μεταγωγές και άρχισα να μαζεύω νέες καταδίκες: 12 χρόνια συν άλλα 8 για δευτερεύοντα αδικήματα, για το πιστόλι και όλα τα άλλα σε σχέση με το Fossano, 8 χρόνια για τα γεγονότα στη Sulmona. Έτσι άρχισα να ξεπερνώ τα μοιραία 30 χρόνια που είναι η ανώτατη ποινή στην Ιταλία για έναν κρατούμενο που δεν έχει καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Η πρώτη συσσώρευση ποινής, 30 χρόνια, έγινε αυτεπάγγελτα και άρχισε να μετράει από το ’74, χρόνο διάπραξης του δεύτερου αδικήματος. Την επόμενη χρονιά, το 1976, δεν συνέβη κάτι το ιδιαίτερο· αντίθετα, το ’77 υπήρξε μια σειρά από μικροαδικήματα, μια εξύβριση δικαστών, μια συμπλοκή με φασίστες στη φυλακή της Voltera… Καταδικάστηκα σε 2 χρόνια για τη συμπλοκή και 18 μήνες για την εξύβριση, καθώς και σε άλλους 18-20 μήνες για μια άλλη εξύβριση. Έγινε νέα συσσώρευση της ποινής και τα 30 χρόνια άρχισαν να μετράνε αυτή τη φορά από το ’77, δηλαδή η ποινή μου έληγε το 2007. Κατόπιν, το 1977 τους ήρθε η ιδέα να φτιάξουν τις λεγόμενες ειδικές φυλακές (σ. υψίστης ασφαλείας), εγώ εγκαινίασα την Asinara· εκείνη την περίοδο -ήταν Μάης- οι ειδικές φυλακές δεν λειτουργούσαν ακόμα επισήμως, ωστόσο εγώ και μια ομάδα συντρόφων εγκαινιάσαμε την πτέρυγα ασφαλείας (Bunker) της Asinara· μετά από μερικές εβδομάδες ήρθαν και κάμποσοι Ταξιαρχίτες, μέλη των ΝΑΡ (σ. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, με δράση κυρίως στο Νότο και ειδικά στη Νάπολη) και γέμισε τόσο η πτέρυγα ασφαλείας όσο και ένα άλλο ειδικό τμήμα, το Fornelli. Παρόλα αυτά, οι ειδικές φυλακές δεν υπήρχαν ακόμη. Επισήμως ξεκίνησαν να λειτουργούν δύο μήνες μετά, τον Ιούλιο, με μια επιχείρηση που διηύθυνε ο στρατηγός Dalla Chiesa, και όπου μέσα σε μια νύχτα 1.500 περίπου κρατούμενοι μεταφέρθηκαν από τις φυλακές που βρίσκονταν σε 10 ειδικές φυλακές -τότε ήταν 10 οι ειδικές φυλακές. Κι έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία, ο αγώνας ενάντια στο άρθρο 90 -ένα νόμο που τώρα πια δεν ισχύει, μα που μπορεί να παρομοιαστεί με το σημερινό άρθρο 41 bis (σ. αντιτρομοκρατικός νόμος) για τους μαφιόζους και άλλους, μολονότι μου φαίνεται απ’ όσα διαβάζω στις εφημερίδες ότι το δικό τους 41 bis είναι ακόμα πιο βαρύ από το δικό μας άρθρο 90- το οποίο σήμαινε: επισκεπτήριο πίσω από διαχωριστικό τζάμι και χωρίς άμεση επαφή με τους γονείς και τα παιδιά, καθόλου δέματα απ’ έξω, πλην της μπουγάδας, μειωμένο χρόνο προαυλισμού και ένα σωρό άλλους περιορισμούς. Ωστόσο υπήρχε διαφορά από φυλακή σε φυλακή· σε κάποιες σαν την Asinara ή το Nuoro οι συνθήκες ήταν πιο σκληρές, σε άλλες ίσως πιο ελαστικές. Αρχίσαμε τους αγώνες μέσα στις φυλακές και η πρώτη και χειρότερη ήταν η Asinara, εκεί που βρισκόμουν κι εγώ. Ο πρώτος αγώνας ήταν πολύ ήπιος, μια στάση κρατουμένων στο προαύλιο, ενώ οι σύντροφοι που είχαν επισκεπτήριο έσπασαν τα τηλέφωνα ενδοεπικοινωνίας -το διαχωριστικό τζάμι ήταν άθραυστο. Ήρθαν καμιά εκατοστή δεσμοφύλακες με κράνη και ρόπαλα και μας επιτέθηκαν, μας χτύπησαν κι εγώ, ίσως επειδή δεν έφυγα αμέσως, δεν ξέρω, ίσως επειδή αντέδρασα, δέχτηκα ένα σωρό χτυπήματα, το πρόσωπό μου έγινε κατάμαυρο και το βράδυ στο κελί οι σύντροφοί μου πρόσεξαν ότι δεν αντιδρούσα φυσιολογικά, ότι ήμουν σαν χαμένος· και μετά λιποθύμησα. Μεταφέρθηκα στο νοσοκομείο με ελικόπτερο. Εκεί ξύπνησα το επόμενο πρωί με ορούς. Μάλλον δεν ήθελαν να μαθευτεί στην κοινή γνώμη το τι είχε συμβεί, κι έτσι μόλις ήμουν σε θέση να απαντήσω σε ερωτήσεις με ξαναφόρτωσαν στο ελικόπτερο και με γύρισαν στην Αsinara, αυτή τη φορά στην πτέρυγα ασφαλείας -η εξέγερση είχε γίνει στο Fornelli. Ευτυχώς εκείνη την περίοδο στο Sassari και το Porto Torres υπήρχαν διάφορες συντρόφισσές μας, ανάμεσά τους και η τότε συντρόφισσά μου, η Patrizia, που κατάλαβαν ότι κάτι έγινε γιατί δεν τους επέτρεψαν να έρθουν στο επισκεπτήριο. Συνήθως τους το απαγόρευαν όταν υπήρχε θαλασσοταραχή, όμως τότε η θάλασσα ήταν ήρεμη κι έτσι κατάλαβαν ότι κάτι είχε συμβεί. Πήγα λοιπόν στον εισαγγελέα, εκείνος ήρθε να κάνει έλεγχο και τότε είδε πώς ήμουν, μαυρισμένος, πρησμένος, με το ένα μάτι κλειστό, γεμάτος μώλωπες, ενώ στην ίδια πάνω-κάτω κατάσταση ήταν καμιά πενηνταριά ακόμα κρατούμενοι. Εκείνες τις μέρες ξέσπασε θόρυβος στον Τύπο και για ένα διάστημα ο τρόπος μεταχείρισής μας άλλαξε ελαφρώς. Δέκα μέρες μετά, καταστρέψαμε, στην κυριολεξία, την πτέρυγα Fornelli και κανένας φύλακας δεν επενέβη, πιθανώς λόγω της πολεμικής που ξέσπασε στις εφημερίδες τις προηγούμενες ημέρες. Ξεκολλήσαμε τα παράθυρα και μ’ αυτά σπάσαμε τους τοίχους διαλύοντας την πτέρυγα. Μετά μας μετέφεραν σε άλλες ειδικές φυλακές, εμένα με πήγαν στο Trani.Εκεί, η ίδια ιστορία: βρισκόταν σε εξέλιξη ο αγώνας ενάντια στο άρθρο 90, αγώνας άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο σκληρός· σπάζονταν τα φώτα, οι κλειδαριές, τέτοια πράγματα, ώσπου τα γεγονότα οδήγησαν στην περίφημη εξέγερση του Trani και την ένοπλη επέμβαση των ειδικών δυνάμεων (R.O.S.) με τα ελικόπτερα -κανείς δεν ξέρει πώς έγινε και δεν είχαμε νεκρούς. Οι ROS πυροβόλησαν εναντίον μας και εναντίον όλων, γιατί κρατούσαμε και καμιά εικοσαριά φρουρούς ως όμηρους σε διάφορα δωμάτια. Μόλις άρχισε η επέμβαση μας έριξαν από εκείνες τις βόμβες που κάνουν πολύ θόρυβο αλλά καθόλου ζημιά και ύστερα άρχισαν να πυροβολούν σαν τρελοί. Μερικοί φύλακες τραυματίστηκαν αλλά η όλη ιστορία λίγο-πολύ συγκαλύφθηκε. Από εκεί με μετέφεραν στο Palmi, όπου επίσης γίνονταν μια σειρά μικροί αγώνες. Στο μεταξύ δικάστηκα κι άλλες φορές και καταδικάστηκα για εξύβριση δικαστών και άλλα παρόμοια αδικήματα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκα στο Nuorο, ήταν τέλη του ’79, όπου κι εκεί είχε ξεκινήσει ένας ακόμη πολύ σκληρός αγώνας, αυτή τη φορά κατευθείαν με εκρηκτικά -την περίφημη εκρηκτική μόκα, δηλ. μπρίκια του καφέ γεμάτα εκρηκτικά και με πυροκροτητή- κι έτσι καταστρέψαμε ολοσχερώς μια πτέρυγα. Η ιστορία έπαιρνε αρκετά σοβαρές διαστάσεις, γιατί στις ειδικές πτέρυγες ήμασταν ανακατεμένοι οι σύντροφοι μαζί με άλλους κρατούμενους και έτσι υπήρχαν κάποια ξεκαθαρίσματα λογαριασμών καθώς επίσης και δύο νεκροί από μαχαιρώματα. Τις πρώτες μέρες κατηγορηθήκαμε όλοι για ανθρωποκτονία, μετά όμως οι αυτουργοί ανέλαβαν την ευθύνη κι έτσι εμείς, εξήντα περίπου σύντροφοι, κατηγορηθήκαμε μόνο για την εξέγερση και την κατοχή εκρηκτικών. Γι’ αυτή την υπόθεση έφαγα άλλα 9 χρόνια φυλακή. Είμαστε στο 1980, που σημαίνει πως τα προηγούμενα χρόνια της ποινής που είχα εκτίσει δεν μετρούσαν πια κι έτσι η ποινή μου θα έληγε το 2010. Μετά βρίσκομαι ξανά στο Palmi και φτάνουμε στο 1984, οπότε καταργείται το άρθρο 90, καταργείται το τζάμι στο επισκεπτήριο, μας επιτρέπουν να λαμβάνουμε δέματα, εξομοιώνονται οι συνθήκες σε όλες τις φυλακές, γεγονός που σημαίνει ότι εμείς των ειδικών φυλακών αποκτήσαμε ένα μικρό πλεονέκτημα, ενώ οι κρατούμενοι των κανονικών φυλακών ένα μειονέκτημα: εκείνη την εποχή οι κρατούμενοι μπορούσαν να γευματίζουν με τις οικογένειές τους, να περνάνε μαζί τους μια ολόκληρη ημέρα στην αίθουσα του επισκεπτηρίου, δεν υπήρχαν περιορισμοί στα επισκεπτήρια, η οικογένεια μπορούσε να μείνει ακόμα και δυο-τρεις μέρες. Με αυτή την εξομοίωση των κανονισμών που έγινε το 1984, τα επισκεπτήρια μειώθηκαν σε μια ώρα την εβδομάδα για όλους, ημών συμπεριλαμβανομένων· τα δέματα περιορίστηκαν στα τρία κιλά το πολύ, ενώ πριν δεν υπήρχε όριο για τους κοινούς κρατούμενους. Μετά κατάλαβαν ότι για τη μπουγάδα και το φαγητό τα τρία κιλά ήταν πάρα πολύ λίγα και αύξησαν το όριο στα πέντε. Αυτοί οι κανονισμοί ισχύουν μέχρι σήμερα: μια ώρα επισκεπτήριο την εβδομάδα, πέντε κιλά ειδών ρουχισμού και διατροφής κάθε βδομάδα ή τέλος πάντων τέσσερις φορές το μήνα το πολύ και πάει λέγοντας.Ύστερα από ένα χρόνο, και αφού η κατάσταση επανήλθε στην ηρεμία, μεταφέρθηκα στο Busto Arsizio όπου πέρασα έξι μήνες στην απομόνωση και υπό επιτήρηση στο αναρρωτήριο που ήταν στον πρώτο όροφο, και ύστερα μεταφέρθηκα στην κανονική πτέρυγα. Αυτά συνέβησαν το 1985. Το 1989 πήρα την πρώτη μου άδεια εξόδου. Είχα εκτίσει περίπου 21 χρόνια και η ποινή μου έληγε το 2010, δηλαδή σε άλλα 21 χρόνια. Πήρα την πρώτη μου άδεια, ξαναγύρισα, μετά δεύτερη, ξαναγύρισα και τα πράγματα είχαν αρχίσει να κυλούν ομαλά. Είχα κάνει αίτηση για εργασία σε καθεστώς ημιελευθερίας, όμως όταν ξαναβγήκα με άδεια βρήκα συντρόφους που ήμασταν μαζί στη φυλακή την εποχή των αγώνων. Τις ημέρες που ήμουν έξω εκείνοι είχαν καθεστώς ημιελευθερίας, δηλαδή την ημέρα δούλευαν και το βράδυ επέστρεφαν στη φυλακή, και αυτό μου έκανε πολύ θλιβερή εντύπωση. Σκέψου, εμείς που περάσαμε μια ζωή έγκλειστοι καταστρέφοντας φυλακές, τώρα να χτυπάμε το κουδούνι για να γυρίσουμε μέσα. Κάτι με έπιασε, μια κρίση προσωπικότητας, και αποφάσισα να μην ξαναεπιστρέψω· μου φαινόταν αντιφατικό και είπα στο εαυτό μου “ό,τι θέλει ας γίνει, εγώ μια φορά την επιλογή να γίνω δεσμοφύλακας του εαυτού μου δεν μπορώ να την κάνω”, κι έτσι δεν ξαναγύρισα στη φυλακή -αυτό έγινε το Δεκέμβρη του 1989. Έπαιξα λίγο με την περιπέτεια για ένα χρόνο και κάτι μέρες, οπότε με συνέλαβαν ξανά. Στο σπίτι μου βρήκαν ενδείξεις, αντικείμενα, όπλα, πλαστά έγγραφα και χρήματα, επιταγές που προέρχονταν από ληστεία. Μου έγινε πρόταση να συνεργαστώ, μου προσφέρθηκε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό και ατιμωρησία, τα συνηθισμένα που κάνουν πάντα· την προσφορά μου την έκανε ο Luigi Rossi που τότε ήταν διοικητής του Εγκληματολογικού στην αστυνομία του Βορρά. Πρέπει να πω ότι μου συμπεριφέρθηκε με πολύ σεβασμό, ήμασταν σε ένα γραφείο μόνοι, εκείνος κι εγώ, και μου είπε: “Γνωρίζω κύριε Φαντατζίνι ότι βρίσκεστε σε οικονομική δυσχέρεια, η φυλακή είναι σκληρή και δύσκολη, θα μπορούσατε όμως να μου δώσετε ένα χεράκι”. Εκείνη την εποχή, η αστυνομία διερευνούσε μια απαγωγή που είχε γίνει από κάποιους Σαρδηνούς στην ευρύτερη περιοχή όπου είχα καταφύγει όσο ήμουν δραπέτης. Ήταν μια περιοχή αραιοκατοικημένη και εκείνο το μήνα δεν είχε τουρισμό. Μετά συνέχισε: “Εσείς θα μου δώσετε κάποια πληροφορία και θα μου πείτε πού θέλετε να καταθέσουμε τα χρήματα που θα σας δώσουμε για το γιο σας, στην Ελβετία ή όπου εσείς θέλετε. Όσο για την υπόθεσή σας, έχετε ήδη κάτσει πολύ στη φυλακή, θα το τακτοποιήσουμε εμείς…” Και εγώ του απάντησα με αυτές ακριβώς τις λέξεις: “Μου έχετε στερήσει την ελευθερία, αλλά την αξιοπρέπειά μου δεν θα μου την πάρετε”. Και εκείνος είπε: “Αν το ξανασκεφτείτε θα με βρείτε εδώ”. Έτσι κατέληξα στη φυλακή και τα πρώτα αντίποινα για τούτη την αξιοπρεπή στάση μου ήταν ότι, αντί να γίνει μια ενιαία δίκη για όλα τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούμουν, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, τα αδικήματα διαχωρίστηκαν και μου όρισαν 4 χωριστές δίκες, οι οποίες δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί. Έχουν περάσει 7 χρόνια και έχω καταδικαστεί σε πέντε χρόνια για τη ληστεία, πεντέμισι για τα όπλα και δυο για τα πλαστά έγγραφα -η δίκη για τα πλαστά χρήματα όλο αναβαλλόταν. Ωστόσο με αυτές τις πρώτες καταδίκες επήλθε η μοιραία συσσώρευση της τριακονταετίας με αφετηρία το νέο μου αδίκημα που έγινε το 1991 και επομένως η ποινή μου έφτανε μέχρι το 2021. Στο μεταξύ έγινε και η άλλη δίκη, εκείνη για τα πλαστά χρήματα, κι έτσι νομίζω ότι με όλες μαζί τις καταδίκες φτάνω περίπου ως το 2022. Τέθηκε σε εφαρμογή και το συνεχόμενο των αδικημάτων που είναι διαφορετικό από τη συσσώρευση -η συσσώρευση είναι το άθροισμα των ποινών από τα διάφορα αδικήματα για τα οποία έχει καταδικαστεί κάποιος· ο κανόνας λέει ότι αν ξεπεράσεις τα τριάντα χρόνια η ποινή σου μειώνεται στα τριάντα. Για ορισμένους η τριακονταετία μετράει από την ημέρα της αρχικής σύλληψης, ενώ για άλλους από την ημέρα του τελευταίου διαπραχθέντος αδικήματος, αυτό επαφίεται στην κρίση του δικαστή. Αυτό βέβαια έχει τη λογική του… αν μιλούσαμε για τριάντα πραγματικά χρόνια, όπως θα έπρεπε να είναι, θα ήταν πιθανό να το δει κάποιος ως έναν τρόπο ατιμωρησίας, θα μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει αφού η τριακονταετία θα έμενε η ίδια. Γι’ αυτό θεσπίστηκε αυτός ο κανόνας, ώστε να αποτραπεί η παραπέρα διάπραξη αδικημάτων. Όμως μπορεί να εφαρμοστεί και με διαφορετικό πνεύμα, για λόγους τιμωρίας, όπως συμβαίνει. Το ξέρω ότι μοιάζει περίεργη ιστορία, αλλά στις φυλακές υπάρχουν πολλοί σαν κι εμένα που πρέπει να εκτίσουν με τη συσσώρευση μια τριακονταετή ποινή, έχουν ήδη συμπληρώσει 25-28 χρόνια στη φυλακή και πρέπει να κάτσουν άλλα 15-20· όχι μόνο σύντροφοι με συμμετοχή σε αγώνες στη φυλακή που τους συσσώρευσαν μια σειρά καταδίκες για εξεγέρσεις, απόπειρες απόδρασης ή κάτι άλλο, αλλά και συνηθισμένος κόσμος που έχει συσσωρεύσει ποινές από πολλά μικρά αδικήματα, ίσως και εκτός φυλακής, κι ύστερα παρίσταται στη δίκη χωρίς δικηγόρο ή με δικηγόρο διορισμένο από την έδρα, ο οποίος επαφίεται στην επιείκεια του δικαστηρίου. Μετά δεν ακολουθεί έφεση ούτε πάει η υπόθεση στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο και έτσι κάποια στιγμή τελεσιδικούν οριστικά τα αδικήματα και συλλαμβάνεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος στο μεταξύ έχει διαπράξει κι άλλα αδικήματα που συσσωρεύονται με τη σειρά τους και τελικά η ποινή ξεπερνά τα τριάντα χρόνια. (…) Θα αρκούσε ένας δικηγόρος να ζητήσει σε αυτές τις δίκες το συνεχόμενο των αδικημάτων, αλλά δικηγόρος δεν υπάρχει ή είναι διορισμένος από την έδρα ή έχει άγνοια. Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν πράγματι πολλές, γνωρίζουμε καμιά εικοσαριά παρόμοιες με τη δική μου. Μπορεί να έχω ρεκόρ τόσο στο χρόνο εγκλεισμού που έχω πίσω μου όσο και, κυρίως, σ’ αυτόν που μου απομένει, ρεκόρ που δεν θα ‘θελα να έχω, όμως δεν είμαι μοναδική περίπτωση. Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Όταν φτιάχτηκε ο νέος κώδικας ποινικής δικονομίας, τον οποίο συνέταξε ένας αξιοπρεπέστατος άνθρωπος, ο δικηγόρος Giandomenico Pisapia που πέθανε πριν από ένα σχεδόν χρόνο, αυτό το ζήτημα του συνεχόμενου των αδικημάτων και της συσσώρευσης των ποινών ίσως δεν αντιμετωπίστηκε όπως θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Παρέμειναν έτσι οι παλιοί κανονισμοί που ανάγονται στον κώδικα Rocco της φασιστικής περιόδου. Αν δίνω σήμερα αυτή τη συνέντευξη, που νομίζω πως είναι κάτι σαν δώρο που μου δίνεται, το κάνω και για να αναδείξω αυτή την κατάσταση, όχι μόνο για μένα αλλά και για εκείνους που βρίσκονται στην ίδια μοίρα και για όσους άλλους πιθανώς βρεθούν στο μέλλον. Χρειάζεται να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του συνεχόμενου των αδικημάτων και προπαντός της συσσώρευσης των ποινών. Επίσης, το ανώτατο όριο της ποινής, που είναι τριάντα χρόνια, είναι ήδη πολύ υψηλό. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες κανείς δεν εκτίει ποινή τριάντα χρόνων. Εννοώ ότι στην Ευρώπη δεν συμπληρώνει κανείς τριακονταετία χωρίς να έχει προκαλέσει αιματοχυσία, χωρίς να έχει σκοτώσει άνθρωπο. Συνεπώς πιστεύω ότι αυτή η διάταξη και οι γενικότερες συνθήκες θα πρέπει να τεθούν υπό συζήτηση από τους αρμόδιους -τον υπουργό, τον υφυπουργό ή κάποιον δικηγόρο- ώστε να αναθεωρηθούν. (Με ειρωνικό τόνο…) Στην Αμερική ο θανατοποινίτης αποκαλείται Dead Man Walking, δεν ξέρω πώς αποκαλούνται οι άνθρωποι σαν εμάς, φαντάσματα που βαδίζουν; Δεν ξέρω, πάντως θεωρώ ότι πρόκειται για κατάσταση αφύσικη, παράλογη και πάνω απ’ όλα επαίσχυντη. Κι ελπίζω αυτή η συνέντευξη να μπορέσει να προκαλέσει μια αλλαγή. Τώρα γίνεται λόγος για την είσοδο στην Ευρώπη, ε, και λοιπόν; Θα πρέπει να μπούμε πολιτισμένα, εννοώ προσαρμοσμένοι στις ήδη υπάρχουσες διατάξεις της Ευρώπης. Ίσως μοιάζει παράξενο να κάνει τώρα μια τέτοια συζήτηση, ρεφορμιστική, κάποιος που 20 ή 30 χρόνια πριν μπορεί να μιλούσε για την καταστροφή αυτής της κοινωνίας. Όμως αντιλαμβάνομαι ότι το να μιλάς περί καταστροφής είναι εύκολο, το να την πράξεις είναι ίσως εφικτό, αλλά χρειάζεται επίσης και η ανοικοδόμηση και το πέρασμα από τις ιδεολογίες στα συγκεκριμένα γεγονότα. Μπορεί να είναι ρεφορμιστικό, όμως όταν υπάρχουν συνθήκες που μπορούν να μεταβληθούν για το καλό όλων, τότε ορίστε μια διαδρομή που θα μπορούσε καμιά φορά να ακολουθήσει κανείς. (Με διασκεδαστικό τόνο…) Ορισμένοι από τους φίλους μου θα τραβάνε τα μαλλιά τους και θα λένε “πάει, ξεμωράθηκε ο Χορστ”. Όχι! Δεν ξεμωράθηκα, αλλά είναι που αντιλαμβάνομαι ότι το να επιδιώκεις συνεχώς το ακατόρθωτο μπορεί για ορισμένους να σε κάνει ήρωα, ένα παράδειγμα προς μίμηση· όμως η ζωή, η πραγματική ζωή, συνίσταται και στη δυνατότητα να ζεις, να μεταβάλεις τα πράγματα μέσα στην αδυναμία τού να τα καταστρέψεις μονομιάς και να τα ξαναφτιάξεις από το μηδέν. Τώρα ξεφεύγω σε μια συζήτηση που δεν θα ήθελα να την ανοίξω, αλλά τέλος πάντων… μιλούσαμε για διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν και αφού πρέπει να τροποποιηθούν (γελάει), να, πρέπει να το πω! …Αυτές οι διατάξεις χρειάζονται τροποποίηση κι έτσι τούτη εδώ είναι μια συζήτηση ρεφορμιστική, όμως είναι μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξει για όσους, σαν εμένα, βρίσκονται στη φυλακή και τα κλειδιά φαίνεται να έχουν χαθεί… Και τώρα νομίζω ότι αν μου κάνεις μια άλλη ερώτηση θα με βγάλεις από την αμηχανία μου.

A.G. Λοιπόν, θα ήθελα τώρα να μου διηγηθείς όσα θυμάσαι από την πρώτη σου ληστεία.

H.F. Ναι, τώρα περνάμε στο φολκλόρ! (Γελάει.) Καλά. Λοιπόν, για να μιλήσω για την πρώτη μου ληστεία χρειάζεται να πάω λίγο πιο πίσω στο χρόνο. Εγώ στη ζωή μου ως τότε είχα δουλέψει πρώτα σε εργοστάσιο, μετά ως υπάλληλος, μπάρμαν, πιτσαδόρος… Δεν κατάφερνα να μείνω αρκετά σε μια δουλειά γιατί δεν ήμουν πολύ υπάκουος σαν χαρακτήρας και μάλωνα συχνά με τους εργοδότες μου, άλλαζα δουλειές, όμως ως τότε πάντοτε δούλευα. Μια δεδομένη στιγμή σκέφτηκα ότι δεν ήταν δίκαιο κάποιοι να πρέπει διαρκώς και μόνο να δουλεύουν και κάποιοι άλλοι πάντα να πλουτίζουν. Είχα διαβάσει και μερικά βιβλία. Προέρχομαι από οικογένεια επαναστατών· ο πατέρας μου ήταν από τους πρώτους αντιφασίστες, έμεινε σχεδόν 22 χρόνια φυγόδικος στο εξωτερικό την περίοδο του φασισμού, επέστρεψε το ’45 για την Απελευθέρωση και μέσα στο σπίτι έπνεε ένας αέρας όχι παραίτησης, αλλά μια ατμόσφαιρα επαναστατική, παρόλο που εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν επαναστάσεις. Κι εγώ, πιθανώς, διερμήνευσα αυτή την πλευρά της οικογένειάς μου κατά έναν τρόπο ασύμβατο με τη συμπεριφορά του πατέρα μου. Σίγουρα κάποια στιγμή επηρεάστηκα διαβάζοντας συγκεκριμένα βιβλία, όπως “Η συμμορία Bonnot” που με ενθουσίασε: η συμμορία Bonnot ήταν μια ομάδα αναρχικών συντρόφων που λήστευαν τράπεζες τόσο για τη χρηματοδότηση του κινήματος, όσο και για τη διαβίωσή τους. Ύστερα υπάρχει και μια φράση του Μπρεχτ που λέει ότι η ίδρυση μιας τράπεζας είναι πράξη πιο εγκληματική από τη διάρρηξή της. Αυτά τα πράγματα με επηρέασαν βαθιά, αλλά μπορεί και να τα χρησιμοποίησα ασυνείδητα σαν κοινωνικό άλλοθι για την απόφαση που ζυμωνόταν μέσα μου και που μια μέρα την πήρα, επειδή επιπλέον μου φαινόταν σαν κάτι αρκετά περιπετειώδες: η ΤΡΑΠΕΖΑ ήταν το σύμβολο της εξουσίας…Πώς λήστεψα την πρώτη μου τράπεζα; Εγώ δεν είχα ποτέ μου σχέσεις με τον υπόκοσμο -ούτε τότε είχα κι ούτε απέκτησα μετά- κι ενώ δεν είχα καθόλου εμπειρία σε αυτά τα πράγματα, ωστόσο έκλεψα το πρώτο μου αμάξι, εξέτασα την τράπεζα, που δεν ήταν τράπεζα αλλά ταχυδρομικό ταμιευτήριο, μελέτησα τους δρόμους, ώσπου αγόρασα ένα ψεύτικο πιστόλι που έμοιαζε αρκετά αληθινό και μια μέρα μπήκα σε εκείνη την τράπεζα, σ’ εκείνο το ταχυδρομικό ταμιευτήριο, το πρώτο και τελευταίο μου ταχυδρομικό ταμιευτήριο -από τότε και μετά λήστευα διαρκώς και μόνο τράπεζες. Μέσα βρίσκονταν τρεις υπάλληλοι, μια γυναίκα και δύο άντρες, και όταν μπήκα μέσα, σίγουρα, ακόμα κι αν δεν φαινόταν, ήμουν ταραγμένος και φοβισμένος. Επίσης είχε κόσμο και περίμενα να αδειάσει κάνοντας ότι συμπληρώνω κάποιο έντυπο. Όταν έμεινα μόνος, πήγα στο ταμείο κρατώντας μια τσάντα, έβγαλα έξω το πλαστικό πιστόλι, το έστρεψα προς τους ταμίες και τους είπα: “Δώστε μου όλα τα λεφτά που έχετε εδώ”. Εκείνοι τότε τρόμαξαν, έμειναν και λίγο σαν χαζοί γιατί δεν φαινόμουν και πολύ άγριος -τώρα έχω γεράσει αλλά τότε είχα φάτσα καλού παιδιού. Μετά κατάλαβαν ότι σοβαρολογούσα και τότε δεν ξεχώριζες ποιος ήταν πιο φοβισμένος, εγώ ή αυτοί. Πάντως τα λεφτά μου τα έδωσαν και μάλιστα η κοπέλα, η οποία μετά σχεδόν λιποθύμησε… Εγώ πήρα όλο το χρήμα, βγήκα έξω, μπήκα στο αμάξι, απομακρύνθηκα ένα-δυο χιλιόμετρα, έκρυψα το όχημα, μπήκα σε ένα πούλμαν και γύρισα στη Μπολόνια. Κι αυτή ήταν η πρώτη μου ληστεία… Αφού πήγε καλά αυτή η ληστεία, βρέθηκα με μερικά λεφτά παραπάνω από όσα είχα συνήθως όταν δούλευα. Εκείνη την περίοδο ήμουν παντρεμένος και είχα ήδη ένα γιο, η γυναίκα μου δούλευε και έτσι με αυτά τα επιπλέον χρήματα άρχισα να κάνω κάποιες αγορές: μια φτηνή σόμπα και ένα ψυγείο -είμαστε στις αρχές του ’60. Της γυναίκας μου της φάνηκε πολύ περίεργο γιατί συνήθως τα λεφτά δεν μας έφταναν να βγάλουμε το μήνα· έτσι επινόησα μια ιστορία: ότι μου συνέβη ένα ατύχημα και η ασφαλιστική εταιρεία μου κάλυψε τα έξοδα κι έτσι άρχισα να επιπλώνω κάπως το σπίτι… Μετά ήρθε δυστυχώς η πρώτη σύλληψη, μετά η απόδραση κι ύστερα η σύλληψη στη Γαλλία…

A.G. Ήξερες καθόλου γαλλικά για να κάνεις ληστεία;

H.F. Μια συγκεκριμένη στιγμή, μετά την πρώτη μου απόδραση το ’67, συνέχισα τις ληστείες τραπεζών στην Ιταλία… Θυμάμαι μια φορά που ήμουνα στο Bergamo για να ξαναληστέψω μια τράπεζα που είχα ήδη ληστέψει κι έψαχνα εκεί να βρω κανένα αμάξι, όταν κάποια στιγμή κοιτάω μια εφημερίδα τοίχου, κολλημένη σε όλους τους δρόμους, και βλέπω τη φωτογραφία μου. Λέω μέσα μου: “Διάολε, τι τρέχει;” Ήδη ανησυχούσα γιατί ο κόσμος μπορεί να με αναγνώριζε. Πάω σε ένα περίπτερο, αγοράζω την εφημερίδα και τη διαβάζω: μιλούσαν ακόμα για τη ληστεία που είχα κάνει εκεί 20 μέρες πριν. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να φύγω από το Bergamo και μετά έκανα τη ληστεία στη Brescia. Ωστόσο κατάλαβα ότι είχε έρθει η ώρα να φύγω από την Ιταλία και τότε πήγα στο εξωτερικό, πρώτα στη Γερμανία όπου κι εκεί έκανα κάποια ληστεία κι ύστερα πήγαινα κάθε τόσο από τη Γερμανία στη Γαλλία, πάντα για ληστεία, όμως δεν ήξερα καλά γαλλικά. Θυμάμαι, όταν έκανα την πρώτη μου ληστεία στη Γαλλία είχα αποστηθίσει, όπως τα σχολιαρόπαιδα, κάποιες βασικές, χρήσιμες φράσεις, όπως “tout le monde a terre” (σ. όλοι κάτω), “tout l’ argent ici” (σ. όλα τα λεφτά εδώ), μη βαρέσεις συναγερμό, μην κουνηθείτε κλπ· τρεις-τέσσερις φράσεις που χρησιμοποιούνται στις ληστείες, αν και το πιο σημαντικό είναι οι χειρονομίες, η συμπεριφορά, δεν έχουν τόση σημασία τα λόγια, κι έτσι έγινε. Η δεύτερη ληστεία στη Γαλλία έγινε στο Saint Tropez και με συνέλαβαν.

A.G. Η ψυχική σου κατάσταση, τα όνειρά σου; Μετά από 30 χρόνια τι απομένει από την προσωπικότητα ενός ανθρώπου;

H.F. Απομένει ο άνθρωπος, αν αυτός καταφέρνει να στηριχτεί και να διασώσει ορισμένα πράγματα που τα έχει ήδη μέσα του.Εγώ πιστεύω ότι δεν έχω αλλάξει σχεδόν καθόλου σε αυτά τα 30 χρόνια. Βέβαια σωματικά έχω γεράσει, αλλά λίγο-πολύ οι επιθυμίες μου έμειναν ανεκπλήρωτες την ημέρα που με συνέλαβαν κι εγώ τις κράτησα ζωντανές, συνέχισα να τις κρατάω ζωντανές όλα αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα τα όνειρα είναι κάτι σημαντικό κι εγώ τα σκέφτομαι πολύ όταν μπορώ να τα θυμηθώ. Όλα αυτά τα 30 χρόνια ονειρεύομαι διαρκώς ότι βγαίνω από τη φυλακή. Φυσικά στα όνειρά μου η φυλακή είναι διαφορετική, δεν μοιάζει ποτέ με τούτες εδώ, είναι φυλακή παράξενη και μέσα είναι κανονικός κόσμος, οικογενειάρχες, τα επισκεπτήρια είναι διαφορετικά. Όμως στα όνειρά μου δραπετεύω πάντα από τη φυλακή, αλλά ό,τι κι αν κάνω, ακόμα κι αν πετάω, πάντα με κυνηγούν, ό,τι και να κάνω, να διασχίζω δάση, σοκάκια, παράδρομους, να τρέχω από ‘δω, να τρέχω από ‘κει, πάντα βρίσκονται στο κατόπι μου και ξυπνάω πάντα με μια αίσθηση ματαιότητας, αδυναμίας και κάθε βράδυ βλέπω πάντα τα ίδια όνειρα. Κάτι σημαντικό που διαπίστωσα τον τελευταίο καιρό που ήμουν έξω, δραπέτης, είναι ότι αυτά τα όνειρα είχαν εξαφανιστεί, δεν ονειρευόμουν πια να το σκάω από τη φυλακή. Αντιθέτως, μια νύχτα ονειρεύτηκα ότι με είχαν συλλάβει και όταν ξύπνησα ένιωσα μια από τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου. Το να βρίσκομαι ακόμα στο κρεβάτι μου, με μια κοπέλα δίπλα μου, ήταν μια τρελή, μια τρομερή χαρά. Και τώρα έχω ξαναρχίσει να ονειρεύομαι ότι πηδάω τοίχους, όσο κι αν δεν είμαι πλέον σε θέση κι ούτε καν το σκέφτομαι να δραπετεύσω -είμαι 60 χρονών, καταντάει κάπως θλιβερό. Μα κάπου μέσα βαθιά στο μυαλό μου έχει παραμείνει αυτό το όνειρο που δεν λέει να σβήσει. Αυτό είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα όνειρά μου, το άλλο είναι το σεξ. Ονειρεύομαι πάρα πολύ συχνά ότι κάνω έρωτα και πάντα ξυπνάω πάνω στο καλύτερο.

A.G. Σωφρονίζεται ένας άνθρωπος σε 30 χρόνια;

H.F. Θέλεις να μιλήσουμε γι’ αυτό; Λένε πως η φυλακή, σύμφωνα με τα λόγια των δεσμοφυλάκων, είναι “επιτηρούμενος σωφρονισμός” ή “επιτήρηση και σωφρονισμός” ή κάτι τέτοιο. Και στην πραγματικότητα η φυλακή ορίζεται από αυτό, όλη η φιλοσοφία της φυλακής στους γραπτούς κανόνες, στους κανονισμούς, στους κώδικες, βασίζεται σε αυτό. Θέλετε να μάθετε αν, κατά τη γνώμη μου, η φυλακή μπορεί να σωφρονίσει; Εγώ στ’ αλήθεια, για να μιλήσουμε ειλικρινά, στη διάρκεια της ζωής μου στη φυλακή έχω γνωρίσει πολλά παιδιά και ανθρώπους όλων των ειδών, αλλά σωφρονισμένο, με την έννοια της επανένταξης στην κοινωνία, δεν έχω συναντήσει κανέναν. Αν κάποιος αφού βγει από τη φυλακή δεν διαπράττει πια τα ίδια αδικήματα όπως πριν, είναι γιατί φοβάται ότι έτσι θα ξαναμπεί μέσα και όχι επειδή πιστεύει πως δεν είναι σωστό. Εγώ πιστεύω ότι όταν κανείς διαπράττει ένα αδίκημα, ακόμα κι αν δεν το κάνει συνειδητά, αυτό είναι μια μορφή εξέγερσης απέναντι στη δικαιοσύνη, αυτό ακριβώς που βίωνα κι εγώ μικρός, όταν δούλευα για πέντε φράγκα που ποτέ δεν μου ‘φταναν για να βγάλω το μήνα. Αυτό ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους. ’λλοι είναι αδαείς, γιατί παρακινούμενοι από τα πρότυπα της κοινωνίας που ζούνε, γενικά, τη διαφήμιση, το ωραίο αμάξι, την όμορφη γυναίκα, το ακριβό άρωμα, το ωραίο ρούχο, καταλήγουν φουκαράδες, ανήμποροι να απολαύσουν κάτι απ’ όλα αυτά, και τότε ή προσαρμόζεσαι ή εξεγείρεσαι για να τα αποκτήσεις. Πάντως, πιστεύω πως πρόκειται για έναν λάθος τρόπο εξέγερσης, όμως οι περισσότεροι το κάνουν για να δείξουν ότι μπορούν κι εκείνοι να έχουν αυτά τα πράγματα που η κοινωνία τούς παρακινεί να αποκτήσουν. Και πολλοί είναι στη φυλακή γι’ αυτό, για να κυκλοφορούν με ρούχα φίρμας, να φοράνε τζην Valentino, για να έχουν γενικά τέτοιου είδους πράγματα… παιδιά, νεαροί κλπ. Αυτός όμως είναι ένας μερικός τρόπος για να εξηγήσουμε τη φυλακή, γιατί η πλειονότητα των κρατούμενων σήμερα… (σταματά…) Θέλω να πω για ένα πρόβλημα που όταν εγώ συνελήφθηκα για πρώτη φορά δεν υπήρχε. Θα κάνω μια σύντομη παρένθεση· στις πρώτες μου συλλήψεις, στη φυλακή υπήρχε κόσμος λίγο πολύ σαν κι εμένα, ληστές, κλέφτες, απατεώνες, υπήρχαν και τότε οι βιαστές αλλά ήταν παραμερισμένοι, όμως το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν υπήρχε με τίποτα -μιλάω για το ’60 και τις αρχές του ’70. Μετά έζησα εκείνη τη μακρά παρένθεση των ειδικών φυλακών, από το ’77 ως το ’85, όπου ήμασταν όλοι σύντροφοι ή τέλος πάντων κρατούμενοι ενός συγκεκριμένου τύπου, κι εκεί επίσης το πρόβλημα των ναρκωτικών ήταν ανύπαρκτο, δεν εμφανίστηκε ποτέ. Και ύστερα βρέθηκα στο Busto Arsizio κι εκεί άρχισα να βλέπω μια πραγματικότητα που δεν την γνώριζα, η φυλακή είχε αλλάξει τελείως: νεαροί ναρκομανείς που έκαναν χρήση μέσα στη φυλακή -γιατί ό,τι κι αν λέγεται, τα ναρκωτικά στη φυλακή μπαίνουν, δεν είμαι εγώ που θα πω το πώς και με ποιον τρόπο, όμως όλοι το ξέρουν… Θέλω να πω ότι τώρα στη φυλακή ζούνε δίπλα-δίπλα τα θύματα και οι δήμιοι, δηλαδή ο νεαρός ναρκομανής που κάνει καμιά κλοπή για να εξασφαλίσει τη δόση του και τρώει κανένα χρόνο φυλακή, και ο μεσαίος εκμεταλλευτής -γιατί οι μεγάλοι δεν μπαίνουν ποτέ στη φυλακή- το μεσαίο βαποράκι, εκείνος που έξω σου προμηθεύει τη δόση σου και που καμιά φορά κάνει και φυλακή… Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος βρίσκονται μαζί και μέσα στη φυλακή ανασυντίθενται οι ίδιες σχέσεις ισχύος που υπήρχαν και έξω. Το βαποράκι συνεχίζει να προμηθεύει και ο ναρκομανής να κάνει χρήση. Έλεγα λοιπόν ότι η φυλακή άλλαξε πολύ κι έτσι δεν ισχύει αυτό που έλεγα πριν, ότι υπάρχουν πολλοί που επιθυμούν έντονα μια καλύτερη ζωή. Τώρα υπάρχουν ένα σωρό φουκαράδες, πιτσιρίκια που για να πάρουν τη δόση τους κάνουν καμιά μπούκα, καμιά κλοπή κλπ. Δεν υπάρχει καμιά ακριβής στατιστική, αλλά νομίζω ότι το 60% των κρατούμενων στις φυλακές αποτελείται από ναρκομανείς και μικροβαποράκια.

A.G. Αισθάνεσαι ότι κατά κάποιο τρόπο έχεις καμφθεί;

H.F. Όχι, με τίποτα δεν αισθάνομαι ότι έχω καμφθεί. Πιστεύω όμως ότι ερμηνεύω την ύπαρξή μου ή τον εγκλεισμό μου με τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι στο παρελθόν, λόγω ηλικίας ή κούρασης ή ορθολογισμού. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν νιώθω ότι έχω καμφθεί. Τις αδικίες που έβλεπα στο παρελθόν τις βλέπω και σήμερα και όσο έχω φωνή θα τις καταγγέλλω. Δεν έχω καμφθεί, όχι, αλλά, πώς να το πω, έχω φθαρεί; Ναι, έχω φθαρεί.

A.G. Πώς ζει κανείς ξέροντας ότι θα βγει μετά από είκοσι και πλέον χρόνια;

H.F. Ζει πολύ άσχημα. Αλλά είναι από τις πρώτες μέρες του εγκλεισμού μου που τα πράγματα πηγαίνουν έτσι. Ζω, ή ζούσα στο παρελθόν, με τη σκέψη ότι κάτι θα αλλάξει, σκάβοντας τρύπες στους τοίχους -πόσες τρύπες άνοιξα πριν με τσακώσουν ύστερα… Σήμερα είναι κάπως εκτός μόδας η σκέψη να ανοίγεις τρύπες ή να καβαλάς τοίχους και καθένας σκέφτεται πως τα πράγματα θα αλλάξουν… Δεν μπορεί να ζήσει κανείς με τη σκέψη ότι θα βγει στ’ αλήθεια μετά από είκοσι χρόνια, είναι κάτι τόσο παράλογο, τόσο απάνθρωπο, που είναι πράγματι αδιανόητο.

A.G. Τι είναι αυτό που σου δίνει περισσότερη δύναμη, περισσότερη ελπίδα;

H.F. Αυτό που μου δίνει περισσότερη δύναμη κι ελπίδα είναι η σχέση μου με τον έξω κόσμο, με τη οικογένειά μου, το γιο μου, τα παιδιά μου, με τις συντρόφισσες που κατά καιρούς με ακολούθησαν σε αυτή τη μακρά ιστορία, τους συντρόφους, τους φίλους… Ο καθένας δημιουργεί έναν άλλο κόσμο από τη φυλακή. Γενικά, στην αλληλογραφία, στα επισκεπτήρια, συζητιόνται άλλα πράγματα. Εγώ στα γράμματά μου δεν μιλάω ποτέ για τη φυλακή, μιλάω για πράγματα ξένα, γι’ αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, ελπίδες, επιθυμίες, για τη στιγμή που επιτέλους θα πρωτοκάνουμε έρωτα και άλλα τέτοια πράγματα. Ωστόσο, αυτό που σου δίνει πραγματικά δύναμη, με την προϋπόθεση ότι έχεις από μόνος σου λίγη για να μπορείς να συμμετάσχεις σε αυτό τον αγώνα, είναι οι σχέσεις με τους άλλους, με κάποιον που σε αγαπά, που σε ενθαρρύνει, που σου στέκεται αλληλέγγυος. Εγώ συμμετέχω στο αναρχικό κίνημα, σε ένα κίνημα που από τον προηγούμενο αιώνα έδωσε αγώνες, που είχε τους δικούς του εξόριστους, τις δικές του ιστορίες, που κράτησε αυτή την παράδοση ισχυρής αλληλεγγύης μεταξύ συντρόφων, κι αυτό μου δίνει τη δύναμη να προχωρήσω μπροστά.

A.G. Για κάποιον που δεν έχει αυτή τη δύναμη, είναι σχετικά εύκολο να χάσει τα λογικά του;

H.F. Κοίτα, πολλοί πιστεύουν ότι κάποιος που είναι στη φυλακή για πολύ καιρό έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, ότι ζει σε ένα δικό του φανταστικό κόσμο, ότι, αν θέλετε, αυτό είναι μια μορφή τρέλας. Έτσι το σκέφτεται και η συντρόφισσά μου ακόμα καμιά φορά, με την έννοια ότι δεν αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα και τα προβλήματα που υπάρχουν έξω. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Θέλω να πω ότι εμείς ζούμε έχοντας επαφή με τη ζωή, όπως μας παρουσιάζεται: ας πάρουμε, για παράδειγμα, κάποιον που ζει σε ένα ορεινό χωριουδάκι κι όλη του τη ζωή την περνά εκεί. Δεν διαφέρει και πολύ από ένα φυλακισμένο, το παράθυρό του στον έξω κόσμο είναι η τηλεόραση, η εφημερίδα, οι ειδήσεις που φτάνουν απ’ έξω· έξω από τη φυλακή του που είναι αυτό το χαμένο μέσα στα βουνά χωριό, όπου πιθανώς κατοικούν άνθρωποι που δεν μετακινούνται από ‘κει για είκοσι χρόνια… Κι αυτό συμβαίνει και στις μεγάλες πόλεις, στις πολυκατοικίες-υπνωτήρια, όπου ο κόσμος πάει το πρωί για δουλειά, περνάει όλη του τη μέρα στα εργοστάσια και στα γραφεία, μετά φεύγει για το σπίτι, αράζει μπροστά στην τηλεόραση, διαβάζει την εφημερίδα, κάθεται με την οικογένεια… Θέλω να πω, την κανονική ζωή δεν τη ζει κανείς ποτέ πραγματικά, την ζει μέσα από την αντανάκλαση του τρόπου με τον οποίο του παρουσιάζεται. Και δεν διαφέρει πολύ το να βρίσκεσαι στη φυλακή διαβάζοντας εφημερίδα και βλέποντας τηλεόραση από το να βρίσκεσαι έξω βλέποντας τηλεόραση και διαβάζοντας εφημερίδα. (…) Έπειτα υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που ζουν αληθινά. Εγώ πιστεύω ότι σήμερα αυτοί που ζουν πραγματικά -και χαίρομαι πολύ που το λέω τώρα αυτό- είναι εκείνα τα παιδιά για τα οποία τον τελευταίο καιρό είναι πολύ της μόδας να γίνεται λόγος: οι squatters, οι καταληψίες στέγης, σωστά; Αυτά τα παιδιά, σήμερα, με την πτώση των τειχών, των ιδεολογιών, έχουν κάνει μια επιλογή ριζοσπαστική, είναι οι πιο συνεπείς απ’ όλους, αρνούνται αυτό τον κόσμο ολοκληρωτικά και αναζητούν, με τις δικές τους δυνάμεις, με τα δικά τους μέσα, όπως μπορούν, να δημιουργήσουν έναν κόσμο, μια ζωή ξεχωριστή, έξω, στο περιθώριο· δεν θεωρούν τον εαυτό τους περιθωριακό, τον θεωρούν ΕΚΤΟΣ, μακριά από αυτό τον τρόπο ζωής… Έτσι, εγώ πιστεύω ότι αυτοί που πραγματικά ζουν είναι τούτοι εδώ, επειδή ζουν μια ζωή δική τους και όχι εκείνη που τους πλασάρουν άλλοι από την τηλεόραση ή το εμπόριο. Ζούνε μια ζωή πραγματικά δική τους, καλή ή κακή, αφού τους αρέσει είναι μια ωραία ζωή και είναι δική τους. Όμως οι άλλοι, οι ενσωματωμένοι… άλλοι ζούνε καλά και άλλοι άσχημα, όμως ζούνε πάντα ακολουθώντας κάποια μοντέλα ήπιας επιβολής. Σίγουρα διαφέρει αυτός που πάει στα Κανάρια νησιά ή όπου αλλού θέλει από τον εργάτη που τα Κανάρια δεν μπορεί ούτε να τα διανοηθεί και πάει στο Ρίμινι, όμως αυτό είναι μόνο μιας διαφορετικής κλίμακας ευημερία, δεν είναι πραγματική ζωή, είναι μια ζωή που για να τη ζήσουμε προσαρμοζόμαστε σε μοντέλα… Αυτά τα παιδιά, οι squatters, που εγώ αγαπάω πάρα πολύ -κι αν ήταν δυνατόν θα ήθελα να χαιρετήσω τον EDO (σ. τον σύντροφο Edoardo Massari “Baleno”*)- είναι σήμερα οι πιο συνεπείς και πιστεύω ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να το ισχυριστεί αυτό. (Απευθυνόμενος στο δημοσιογράφο: Εσάς σας βλέπω αμήχανο…) Κανείς από εμάς δεν ζει τη δική του ζωή, ζει εκείνη που του επιτρέπουν να ζει, αποδεχόμενος συγκεκριμένους κανόνες· και όποιος εξεγείρεται ενάντια σε αυτούς τους κανόνες… όποιος κάνει μια ληστεία πάει φυλακή, όποιος υποστηρίζει συγκεκριμένα πράγματα απολύεται, (με πολύ ειρωνικό τόνο) όποιος δεν υπακούει τον προϊστάμενο απολύεται και πάει λέγοντας. Αυτές είναι λοιπόν οι εκατοντάδες φυλακές της καθημερινότητάς μας και τούτα τα παιδιά είναι οι αληθινοί δραπέτες, ζουν στ’ αλήθεια τη δική τους ζωή.

A.G. Έχεις να δώσεις κάποιο μήνυμα προς τα έξω;

H.F. Κοίτα, εγώ γράφω, δεν είναι ότι υπάρχει λογοκρισία, τουλάχιστον όχι ορατή… από εδώ δεν μπορώ να βγάλω έξω κάποια εικόνα, κάτι που δεν επιτρέπεται…

A.G. (Ακούγονται θόρυβοι που καλύπτουν τη φωνή)… οι συναισθηματικές σας σχέσεις;

H.F. Όπως είπα πριν, το πιο σημαντικό, αυτό που βοηθάει κάποιον σαν κι εμένα να αντέχει αυτού του είδους τη ζωή -δηλαδή την ανυπαρξία ζωής-, αυτό που με βοηθάει στην επιθυμία μου να καταφέρω να ζήσω μια μέρα, είναι η σχέση μου με τους ανθρώπους έξω -καμιά φορά και με συγκρατούμενους, ακόμα και στη φυλακή μπορούν να δημιουργηθούν καλές σχέσεις με συντρόφους ή με κάποιο άτομο καθαρό. Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα είναι οι σχέσεις με τους φίλους, τους συντρόφους, μα προπαντός είναι οι έρωτες που, παρά τούτα τα εμπόδια, αυτούς τους τοίχους, ετούτη την άρνηση της ζωής, καταφέρνουμε παρόλα αυτά να βιώνουμε. Εγώ, μέσα στην κακοτυχία, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, με την έννοια ότι σ’ όλη αυτή τη μακρότατη περίοδο είχα πάντα έναν άνθρωπο που μοιραζόμασταν τον έρωτα, συντρόφισσες που για χάρη της δικής μου ελευθερίας υπέστησαν ως και ξυλοδαρμούς. Και θα ‘θελα από εδώ να χαιρετήσω μία τους, λέω το όνομα, Βαλέρια, η οποία για τη βοήθεια που μου πρόσφερε σε μια απόδρασή μου καταδικάστηκε σε 7 χρόνια φυλάκιση… Εγώ την αγάπησα πολύ και ακόμα την αγαπώ, είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, θα ‘θελα να τη χαιρετήσω και να της πω ότι της είμαι ακόμα ευγνώμων και νιώθω ότι της είμαι ακόμα υπόχρεος όπως τότε… Έπειτα είναι κι άλλες συντρόφισσες. Αυτή την περίοδο, (φανερά συγκινημένος) είμαι ερωτευμένος με μια μάγισσα, την Πραλίνα, που μια φορά το μήνα παίρνει το σακίδιο στην πλάτη και έρχεται μέχρι εδώ για ένα τετράωρο επισκεπτήριο, για ν’ ανταλλάξουμε κανένα χάδι, κανένα φιλί, καμιά υπόσχεση, την επιθυμία να μπορέσουμε να συνεχίσουμε τούτη την ιστορία μας έξω, σύντομα… Και αυτά λοιπόν είναι τα πράγματα που κρατάνε ζωντανό έναν άνθρωπο, η θέλησή του να ζήσει κάποια μέρα… Τα γράμματα, τα γράμματα των φίλων, των συντρόφων, αλλά κυρίως τα ερωτικά γράμματα, τα ραβασάκια και οι μικρές φιλοφρονήσεις, τα αποξηραμένα άνθη μέσα σε ένα φάκελο, τα σχεδιάκια και τόσα άλλα τέτοια πράγματα· και η Πραλίνα -και όλες βέβαια οι συντρόφισσες που με έχουν βοηθήσει σε αυτή την κατάσταση, αλλά προπαντός η Πραλίνα σήμερα- είναι μια τρομερή βοήθεια για μένα. Πιθανώς, αν δεν είχα την Πραλίνα, ή αν δεν είχα κάποιον στο παρελθόν, τότε ναι, θα είχα χάσει τα λογικά μου, γιατί για να ζήσεις δεν φτάνει μόνο η επιθυμία της ζωής, μιας ελεύθερης ζωής έξω, δεν φτάνει μόνο ο εγωισμός της απόκτησης πραγμάτων, χρειάζεται και να ζεις τη ζωή σου με έναν άνθρωπο που τα βρίσκετε μαζί και αγαπιέστε. Και η σκέψη, η επιθυμία, ο σχεδιασμός αυτού του μέλλοντος, είναι που μου δίνουν τη δύναμη να προχωρήσω μπροστά…

Μετάφραση: Θ.Δ. Επιμέλεια: Κ.Σ.

(Βρέθηκε στο διαδίκτυο και αναπαράχθηκε εδώ…)

1