Georges Bataille 1936 : Η Ιερή Συνομωσία

Georges Bataille 1936 : Η Ιερή Συνομωσία

————————————————

Πηγή: Acephale, Έτος Πρώτο, 24 Ιούνη1936;

Μεταφράστηκε στα αγγλικά για το marxists.org από τον Mitch Abidor το 2005;

Ένα έθνος ήδη γερασμένο και διεφθαρμένο που επιθυμεί να αποτινάξει την μοναρχία προκειμένου να υιοθετήσει μια δημοκρατική διακυβέρνηση θα μπορέσει να συντηρηθεί μόνο μέσα από πολλά εγκλήματα, καθώς ήδη εγκληματεί, κι αν θέλει να περάσει από το έγκλημα στην αρετή, δηλαδή από ένα βίαιο σε ένα ευγενές κράτος, θα υποκύψει σε μια αδράνεια που σύντομα θα οδηγήσει στη συντριβή του.

SADE

Αυτό που είχε μια πολιτική όψη και αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως πολιτική βούληση θα βγάλει μια μέρα την μάσκα του και θα αποκαλυφθεί ως κίνημα θρησκευτικό.

KIERKEGAARD

Σήμερα μοναχικοί, εσείς που ζείτε απομονωμένοι, θα γίνεται μια μέρα ένας λαός. Αυτοί που ξεχώρισαν τον εαυτό τους θα γίνουν μια μέρα ένας ξεχωριστός λαός – κι απ’ αυτόν τον λαό θα γεννηθεί η ύπαρξη που θα ξεπεράσει τον άνθρωπο.

NIETZSCHE

Αυτό που έχουμε θέσει σε κίνηση δε θα πρέπει να το μπερδεύει κανείς με τίποτα άλλο, δεν μπορεί να περιοριστεί στην έκφραση μιας ιδέας κι ακόμα λιγότερο σ’ αυτό που θεωρείται απλά τέχνη.

Είναι απαραίτητο να παράγουμε και να τρώμε: πολλά πράγματα είναι απαραίτητα που ακόμα δεν είναι τίποτα, κι αυτή είναι επίσης η υπόθεση με την πολιτική αγκιτάτσια.

Προτού να πολεμήσουμε μέχρι το τέλος, ποιος σκέφτεται να αφήσει τη θέση του σε ανθρώπους που είναι αδύνατον να αντικρύσεις χωρίς να νιώσεις την ανάγκη να τους καταστρέψεις; Όμως, αν τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει πέρα από την πολιτική δράση, η ανθρώπινη απληστία σύντομα δε θα χε τίποτα παρά το κενό.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΚΕΝΤΡΕΧΩΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΙ, και ως τέτοια η ύπαρξή μας είναι η καταδίκη του κάθε τί που αναγνωρίζεται σήμερα, μια εσωτερική απαίτηση μας αναγκάζει να είμαστε επίσης επεκτατικοί.

Αυτό που θέτουμε σε κίνηση είναι ένας πόλεμος.

Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε τον κόσμο του πολιτισμένου και το φως του. Είναι αργά για να ‘μαστε λογικοί και καλόπιστοι, πράγμα που οδήγησε σε μια ζωή χωρίς ενδιαφέρον. Κρυφά ή όχι, είναι ανάγκη να αρχίσουμε να είμαστε άλλοι, ή αν όχι, να σταματήσουμε να είμαστε.

Ο κόσμος στον οποίο ανήκαμε δεν έχει να προτείνει τίποτα να ερωτευτούμε εκτός από την ανεπάρκεια του κάθε υποκειμένου: η ύπαρξή του περιορίζεται στη βολικότητά του. Ένας κόσμος που δεν μπορεί να αγαπηθεί μέχρι θανάτου – όπως ένας άνδρας αγαπά μια γυναίκα – δεν αντιπροσωπεύει τίποτα παρά μόνο το προσωπικό συμφέρον και την υποχρέωση να δουλεύουμε. Αν συγκριθεί με κόσμους που έχουν εξαφανιστεί είναι αηδιαστικός και μοιάζει πιο αποτυχημένος απ’ όλους τους.

Στους χαμένους αυτούς κόσμους ήταν εφικτό να χαθείς μέσα στην έκσταση, πράγμα αδύνατο στον κόσμο της εκπαιδευμένης βαναυσότητας. Τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού αξιολογούνται αποκλειστικά από τον τρόπο που μπορούν οι άνθρωποι να κερδοσκοπήσουν: οι άνθρωποι του σήμερα κερδοσκοπούν απ’ αυτά ώστε να καταφέρουν να γίνουν τα πιο υποβαθμισμένα όντα που υπήρξαν ποτέ.

Η ζωή πάντοτε συμβαίνει σε έναν σάλο με μια μη προφανή συνοχή, αλλά βρίσκει το μεγαλείο και την πραγματικότητά της στην έκσταση και τον εκστατικό έρωτα. Όποιος επιθυμεί να αγνοεί ή να περιφρονεί την έκσταση είναι απλά ένα ον που η σκέψη του έχει περιοριστεί στην ανάλυση. Η ύπαρξη δεν είναι απλά ένα προπαγανδισμένο τίποτα: είναι ένας χορός που μας τραβά να χορέψουμε με φανατισμό. Η ιδέα που δεν έχει ως αντικείμενο ένα νεκρό πλαίσιο υπάρχει εσωτερικά με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει μια φλόγα.

Πρέπει κανείς να γίνει αρκετά συγκροτημένος και ακλόνητος ώστε η ύπαρξη του κόσμου του πολιτισμού να αποδειχτεί τελικά αβέβαιη. Είναι άχρηστο να απαντάμε σ’ αυτούς που είναι ικανοί να πιστέψουν στον κόσμο αυτόν και βρουν την νομιμοποίησή τους μέσα του. Όταν μιλούν, μπορείς να τους βλέπεις χωρίς να τους ακούς, κι αν ακόμα τους βλέπουμε, είναι μόνο για να “δούμε” αυτό που υπάρχει πολύ πίσω τους. Πρέπει να αρνηθούμε την ανία και να ζήσουμε αποκλειστικά σε ότι συναρπάζει.

Σ’ αυτό το δρόμο θα ήταν μάταιο να κάνουμε γύρους και να αναζητάμε να προσελκύσουμε αυτούς που έχουν αφηρημένες πεποιθήσεις, που θέλουν να περάσουν την ώρα τους, να γελάσουν ή να γίνουν περίεργα άτομα. Πρέπει κανείς να προχωρά χωρίς να κοιτάζει πίσω και χωρίς να λογαριάζει αυτούς που δεν έχουν τη δύναμη να ξεχνούν άμεσα την πραγματικότητα.

Η ανθρώπινη ζωή είναι ηττημένη επειδή εξυπηρετεί ως το κεφάλι και η λογική του σύμπαντος. Απ’ ότι φαίνεται ως τώρα, αυτό το κεφάλι και η λογική αποδέχονται τη σκλαβιά. Αν δεν είναι ελεύθερη, η ύπαρξη γίνεται κενή, εξουδετερωμένη, όταν είναι ελεύθερη είναι ένα παιχνίδι. Η γη, για όσο διάστημα φιλοξενούσε κατακλυσμούς, δάση και πουλιά ήταν ένα ελεύθερο σύμπαν. Το πάθος για την ελευθερία καθυποτάχτηκε όταν η γη παρήγαγε ένα όν που απαίτησε την αναγκαιότητα ως νόμο του σύμπαντος. Ο άνθρωπος παρόλα αυτά παρέμεινε ελεύθερος να μην ανταποκρίνεται πλέον σε καμιά αναγκαιότητα. Είναι ελεύθερος να μοιάζει σε όλα όσα δεν είναι αυτός στο σύμπαν. Μπορεί πλέον να ξεφορτωθεί την ιδέα ότι είναι αυτός ή ο θεός που εμποδίζει κάθε τί άλλο από το να είναι αόριστο.

Η ανθρωπότητα δραπέτευσε από το μυαλό της όπως ο κατάδικος από τη φυλακή του.

Βρήκε πέρα απ’ αυτόν όχι το θεό, που είναι η απαγόρευση του εγκλήματος, αλλά ένα ον που δε γνωρίζει απαγορεύσεις. Πέρα απ’ αυτό που είμαι, συναντώ ένα ον που με κάνει να γελώ, γιατί δεν έχει κεφάλι, που με γεμίζει αγωνία γιατί είναι φτιαγμένο από αθωότητα και έγκλημα. Κρατάει ένα όπλο από ατσάλι στο αριστερό του χέρι, φλόγες σαν μια ιερή καρδιά στο δεξί του. Ενώνει σε μια έκρηξη τη γέννηση και το θάνατο. Δεν είναι άνθρωπος. Αλλά δεν είναι ούτε θεός. Δεν είναι εγώ, είναι παραπάνω από το εγώ: η κοιλιά του είναι ο λαβύρινθος στον οποίο πηγαίνει κατευθείαν μόνος του, με οδηγεί για να βρω αυτό στο οποίο αυτό είναι ο εαυτός μου, ένα τέρας.

Αυτό που εγώ σκέφτομαι και αναπαριστώ δεν το σκέφτομαι και δεν το αναπαριστώ μόνος μου. Γράφω σε ένα μικρό κρύο σπίτι σ’ ένα ψαροχώρι. Ένα σκυλί μόλις γαύγισε μέσα στην νύχτα. Το δωμάτιό μου είναι δίπλα στην κουζίνα του Andre Masson, που περπατάει πάνω κάτω χαρούμενος και τραγουδώντας. Την ίδια ακριβώς στιγμή που γράφω βάζει στο φωνόγραφο μια ηχογράφηση της εισαγωγής του Don Giovanni. Πιο πολύ από κάθε τί άλλο, η εισαγωγή του Don Giovanni, ισορροπεί ότι μου δόθηκε σε ύπαρξη σε μια πρόκληση που ανοίγεται έξω από τον εαυτό. Αυτή τη στιγμή ακριβώς, αντικρύζω αυτό το ακέφαλο ον, που αποτελείται από δυο εξίσου ισχυρές εμμονές, που γίνονται ο τάφος του Don Giovanni. Όταν λίγες μέρες πριν ήμουν στη κουζίνα με τον Masson, καθισμένος με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι μου ενώ αυτός, ξαφνικά φαντάστηκε τον ίδιο το θάνατό του κι αυτόν των δικών του, τα μάτια του μίκρυναν, υποφέροντας, σχεδόν ουρλιάζοντας πως ο θάνατος θα γινόταν ένας στοργικός και παθιασμένος θάνατος, ουρλιάζοντας το μίσος του για έναν κόσμο που βαραίνει ακόμα και στο θάνατο το χέρι του εργάτη του, ήδη δεν μπορούσα να αμφισβητώ ότι ο πλεονεκτικός και άπειρος σάλος της ανθρώπινης ζωής είναι ανοικτός όχι σ’ αυτούς που υπάρχουν σαν μάτια πεταμένα έξω, αλλά σ’ αυτούς που είναι σαν τους ονειροκρίτες, παρασυρμένοι από ένα ανήσυχο όνειρο που δε θα μπορούσε να ‘ναι δικό τους.