Η ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΣΚΑΤΩΝ: ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΕΝΤΡΟΠΙΑ

Η ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΣΚΑΤΩΝ: ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΕΝΤΡΟΠΙΑ

Το δοκίμιο αυτό αφιερώνεται στην ελπίδα, πως αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον, ο Daniel Moynihan, ο Mickey Kaus, κι όλες οι υπόλοιπες μοιρολογίστρες της παθολογίας της μαύρης υπόταξης, θα την περάσουν ζώντας με τα επιδόματα της Πρόνοιας, ψάχνοντας για δουλειά και προσπαθώντας ν αποφύγουν τους ξυλοδαρμούς ή τις σφαίρες των μπάτσων.

Η Ψυχή της Λευκότητας

Η ιουδαιο-χριστιανική κουλτούρα είχε από παλιά πρόβλημα με τη βρωμιά και το σκοτάδι. Η λευκότητα ήταν, στην Ευρώπη, το σύμβολο της αγνότητας, της καλοσύνης, της ζωής, της τάξης και του θεού (σε αντίθεση π.χ. με την αρχαία κινέζικη κουλτούρα όπου το λευκό συμβολίζει τον θάνατο, και φοριέται στις κηδείες). Το μαύρο ή το σκοτάδι, απ την άλλη, παραδοσιακά υποδήλωναν την ανηθικότητα, το κακό, τον θάνατο, την αταξία και τον σατανά. Για αιώνες, το κυρίαρχο ευρωπαϊκό ιδεώδες της ανθρώπινης ομορφιάς ήταν συνυφασμένο με το λευκό δέρμα. Ο προφανέστερος λόγος για κάτι τέτοιο, είναι πως το κοκκινωπό ή μαυρισμένο δέρμα σήμαινε έκθεση στον ήλιο, τον αέρα ή τη βροχή. Εφόσον η φεουδαρχική κοινωνία ήταν αγροτική, μια τέτοια έκθεση ενός νέου (ή μιας γυναίκας κάθε ηλικίας) υπαινισσόταν μια ταπεινή εργασία στους αγρούς. Αυτοί που καθόριζαν το κυρίαρχο γούστο δεν ήταν άλλοι από τους αριστοκράτες, για τους οποίους η, με κάθε τρόπο, αποφυγή της δουλειάς ήταν αναγκαία για τον ταξικό τους αυτό-καθορισμό. Το αριστοκρατικό ιδανικό της ομορφιάς, που ισχύσει ακόμα και σήμερα, σφυρηλατήθηκε πάνω στα κάθε είδους σημάδια αποχής απ τη δουλειά, ο αθλητικός τύπος παρά ο εύσωμος στον άνδρα, το ανάλαφρο αν και αισθησιακό σώμα στη γυναίκα, με τα λεπτά δάχτυλα κοκ. Η αποχή απ τη δουλειά, σε μια βασικά αγροτική κοινωνία, σήμαινε επίσης αποστασιοποίηση από τη βρωμιά, την επαφή με το χώμα. Μέχρι σήμερα το χώμα σημαίνει βρωμιά, όπως ακριβώς κάτι σκούρο σημαίνει κακό ή απειλή. (Τα διακριτικά της τάξης και του πλούτου ακόμη κυβερνούν τις αισθητικές και ηθικές μας αξίες. Σκεφτείτε τους όρους «ευγενής» και «ταπεινός» όταν εφαρμόζονται στην ανθρώπινη επαφή, την καταγωγή της λέξης villain (κακός), από το vileyn (δουλοπάροικος), καθώς και τη συγγενική του vile (χυδαίο), από τη λατινική vilis (φθηνό)).

Αυτό το πολιτιστικό σύμπλεγμα επέτρεψε στους ευρωπαίους να υποδουλώσουν και να σφαγιάσουν τους αφρικανούς και τους ιθαγενείς αμερικάνους με καθαρή τη συνείδησή τους, ενώ διαφορετικά δεν θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Βέβαια, ο επεκτατικός και δογματικός χαρακτήρας του εκκλησιαστικού χριστιανισμού ήταν το ιδεολογικό υπομόχλιο της εποχής των ανακαλύψεων, όπως και της εποχής των σταυροφοριών (για να είμαστε δίκαιοι, αξίζει να θυμηθούμε ότι κατά τη διάρκεια των σταυροφοριών, η χριστιανική κουλτούρα αντιμετώπιζε μια ισχυρή πρόκληση από μια άλλη επεκτατική και πολύ πιο εκλεπτυσμένη κουλτούρα, το Ισλάμ). Ο χριστιανισμός διαιρεί τα ανθρώπινα όντα σε ίλη και στάρι, σωσμένους και καταραμένους, δίχως να τους αφήνει ενδιάμεσο χώρο αφότου η κρίση του «Ενός Θεού Πατέρα Παντοκράτορα» τους αγγίξει. Αυτή η ολοκληρωτική διαίρεση του κόσμου, με τον δικό της συμβολισμό του λευκού/μαύρου, έφτασε στον υπερθετικό βαθμό με τον αριστοκρατικό δυισμό της λευκής ευγένειας και της μαύρης φτώχειας από την άλλη.

Πίσω απ τις χριστιανικές κι αριστοκρατικές διχοτομήσεις βρισκόταν μια αρχαιότερη, η ελληνορωμαϊκή διαίρεση της ανθρωπότητας σε πολιτισμένους και βάρβαρους ή άγριους λαούς (η υποβαθμισμένη καταγωγή των τελευταίων εντοπίζεται στους ανθρώπους που η γλώσσα τους μοιάζει με θορύβους ζώων ή που ζουν σε δάση αντί για καλλιεργούμενους αγρούς). Γι αρκετούς αιώνες πριν την εποχή των δουλοπαροίκων, οι ευρωπαϊκές άρχουσες τάξεις κολάκευαν τους εαυτούς τους πως αποτελούσαν τον πολιτισμένο κόσμο ενώ οι άραβες και οι πέρσες, παρά τη σπουδαία αρχιτεκτονική, τη λογοτεχνία, τις επιστήμες και τα μαθηματικά τους δεν ήταν παρά βάρβαροι. Ερχόμενοι σε επαφή με τις νομαδικές φυλές της δυτικής Αφρικής, της βορειοανατολικής Αμερικής και του Μεξικού, που δε χρησιμοποιούσαν ούτε τον τροχό, ούτε το λιωμένο σίδερο, οι εξερευνητές αισθάνονταν σίγουροι για την ανωτερότητά τους και το θεϊκό δικαίωμά τους να τους εκμεταλλευτούν. Ακόμα, αυτοί οι άνθρωποι είχαν περισσότερη μελανίνη στο δέρμα τους απ ότι η πλειοψηφία των ευρωπαίων, κι έτσι μπορούσαν εύκολα να ενταχτούν στο πολιτιστικό πλαίσιο του μαύρου ή σκοτεινού, που σήμαινε στην καλύτερη περίπτωση χαοτικό, αμόρφωτο, κατώτερο και βρώμικο, και στη χειρότερη απειλητικό, μολυσματικό και κακό.

Ο πλούτος που λεηλατήθηκε από τη γη, τα εργόχειρα και τα ανθρώπινα κορμιά της Αφρικής και της Αμερικής παρείχαν τα καύσιμα για την απογείωση του εμπορίου στην Ευρώπη. Ο χρυσός και το ασήμι που εξόρυσσαν οι ινδιάνοι σκλάβοι στο Μεξικό και το Περού, το βαμβάκι η ζάχαρη κι ο καπνός που μάζευαν οι αφρικανοί σκλάβοι στην Καραϊβική, γέννησαν τον πλούτο που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά της μισθωτής εργασίας λευκού δέρματος-αυτή τη φορά. Ήταν τον δέκατο έβδομο αιώνα, όταν το δουλεμπόριο ανθούσε, που πρωτοεμφανίστηκε η έννοια των ευρωπαίων σαν λευκών. Το σύμβολο της αριστοκρατίας επεκτάθηκε έτσι ώστε να συμπεριλάβει όλους τους ευρωπαίους, ευγενείς ή ταπεινούς είτε στο ενδιάμεσο. Έτσι, μαζί με τον καπιταλισμό, σαν δίδυμος αδερφός του, γεννήθηκε ο σύγχρονος ρατσισμός.

Καθώς οι ευρωπαίοι και οι ευρω-αμερικανοί ζούσαν με αφρικανούς σκλάβους και μάχονταν με ιθαγενείς ινδιάνους για τον αδιαμφισβήτητο έλεγχο της ηπείρου η συσσώρευση στερεοτύπων και διαχωρισμών επιταχύνθηκε. Κατά τα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνα οι ευρω-αμερικανοί φαίνονταν μάλλον ανίκανοι να αντικρύσουν τους αφρο-αμερικανούς, σκλάβους ή μη, σαν ανθρώπινα όντα. Ακόμα κι ο Mark Twain, αποδίδοντας έναν συμπαθητικό χαρακτήρα στον Jim, δεν μπορεί παρά να παρουσιάσει τον σκλάβο δραπέτη σαν ένα αξιολύπητο θύμα. Ο προσωπικός λόγος του Jim διαστρεβλώνεται, και μάλιστα από τον συγγραφέα που πρώτος έθεσε το ζήτημα της ποικιλίας των ιδιωμάτων των ευρω-αμερικανών με τόση προσοχή. Ενώ ακόμη περιγράφει το επεισόδιο με τον Huck ν ακούει τους λευκούς άνδρες της σχεδίας να μιλούν, ο Twain προδίδει το παιχνίδι. Είναι το παιχνίδι των ανδρών της σχεδίας, μια ιεροτελεστία υπερβολικών και ποιητικών κομπασμών, που έρχεται κατευθείαν απ τη δυτική Αφρική. Ο καταπιεσμένος επιστρέφει, ανακοινώνοντας ότι η τύφλωση και κώφωση του Twain είναι εσκεμμένες. Είναι αναγκαίες λόγω της ένοχης γνώσης του τρομακτικού και λαβυρινθώδους ρόλου της σκλαβιάς στην ίδρυση του «ελεύθερου έθνους» κι από το γεγονός ότι, όπως παρατηρεί ο Albert Murray στο βιβλίο του The Omni-Americans, η αμερικανική κουλτούρα� είναι, ανεξάρτητα απ όλες τις υστερικές διαμαρτυρίες όσων θα θελαν να έχουν τα πράγματα αλλιώς, αναμφισβήτητα μιγάδα.

Στο βιβλίο του White Racism: A Psychohistory, ο Joel Kovel έδειξε πώς ο αμερικανικός (Η.Π.Α.) ρατσισμός διακλαδώνεται ανάμεσα στον βορρά και τον νότο. Στον νότο, όπου οι λευκοί μεγάλωναν με την ατιμωτική καθημερινή επαφή με μαύρους σκλάβους και υπηρέτες, η διαφοροποίησή τους καθορίζεται από μια υποτιθέμενη ανώτερη νοημοσύνη κι εξέλιξη: οι αφρικανοί είναι αιώνια παιδιά και πρέπει, για το καλό τους, να τους κυβερνούν οι λευκοί. Δεν τους φοβούνται ούτε τους απεχθάνονται γι αυτό που είναι, εκτός αν «παίρνουν αέρα» ή «δεν καταλαβαίνουν τη θέση τους». Η φυλετική επαφή μολύνει μ έναν μόνο τρόπο: το σεξ. Η ευρω-πατριαρχία δεν πρέπει ν αμφισβητείται, είτε μέσω της νομιμοποίησης των απογόνων της φυλετικής επιμειξίας (αν και τα παιδιά που γεννήθηκαν από μια μακροχρόνια σχέση με μια σκλάβα θα μπορούσαν να ανατραφούν με τη σχετική καλοσύνη που αρμόζει στα κουτάβια) ή πάνω απ όλα με το σεξ ανάμεσα σ έναν μαύρο άνδρα και μια λευκή γυναίκα. Στο βορρά, όπου παρά το καλύτερα ιστορικά νομικό καθεστώς των μαύρων ανθρώπων, οι φυλές είχαν, στην πραγματικότητα, μικρότερη επαφή μεταξύ τους, ένας υποσυνείδητος φόβος βρωμιάς και μόλυνσης χαρακτηρίζει αυτό που ο Kovel ονομάζει ρατσιστική αποστροφή. Μελέτες πάνω σε βόρειους λευκούς ρατσιστές αποκαλύπτουν αλλόκοτες φαντασιώσεις για αποτυπώματα που αφήνει η επαφή με το μαύρο δέρμα. Η ψυχοδυναμική σχέση ανάμεσα σ αυτές τις δυο μορφές ρατσισμού μπορεί να συλληφθεί διαισθητικά μόλις θυμηθούμε ότι η «βρωμιά» στην αγγλο-αμερικανική κουλτούρα είναι συνώνυμη με τον διάχυτο ερωτισμό.

Κοινωνική Θερμοδυναμική

Δεν έχω πει κάτι καινούριο ως τώρα. Λιγότερο ευδιάκριτη είναι η σχέση ανάμεσα στο πως η ευρωπαϊκή ή η ευρω-αμερικανική κουλτούρα αντιλαμβάνεται τη βρωμιά και στη θερμοδυναμική αρχή της εντροπίας, εφαρμοσμένης στην πολιτική οικονομία και την κουλτούρα.

Η θερμοδυναμική ορίζει την εντροπία σαν ένα μέτρο της αταξίας σ ένα κλειστό θερμοδυναμικό σύστημα. Εφόσον κανένα σύστημα δεν είναι 100% αποτελεσματικό, ένα ποσό ενέργειας τελικά δε διατίθεται στο έργο (εννοώντας εδώ την αναπαραγωγή της τάξης της συστήματος). Η ενέργεια που δεν παράγει έργο προκαλεί διαταραχές. Για ν αποφύγει την αταξία πρέπει, τελικά, το σύστημα ν αποβάλλει τη διαταραχή αυτή. Για παράδειγμα, τα διαφεύγοντα προϊόντα (μονοξείδιο του άνθρακα, διοξίνη και εκλυόμενη θερμότητα) είναι εντροπία που αποβάλλει η μηχανή του αυτοκινήτου όταν δουλεύει, για να διατηρήσει την τάξη της ως σύστημα. Το έμβιο ανθρώπινο σώμα αποθηκεύει την εντροπία ως θερμότητα, εκκρίσεις (διοξείδιο του άνθρακα, ιδρώτα, ούρα), ως βλέννα που μεταφέρει νεκρά βακτηρίδια κι άλλα περιττώματα, όπως νεκρά επιδερμικά κύτταρα και φυσικά, σκατά.

Οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι οργανωμένα αυτό-αναπαραγωγικά συστήματα. Εξ ορισμού, λοιπόν, το θερμοδυναμικό μοντέλο μπορεί να επεκταθεί για κάθε κοινωνία. Αυτό που αλλάζει απ την μια στην άλλη είναι το είδος της τάξης, και συνεπώς τι ορίζει η καθεμιά σα δουλειά και σαν ενέργεια. Η καπιταλιστική βιομηχανική κοινωνία, που γέννησε τη θερμοδυναμική θεωρία σε πρώτη φάση, ορίζει ως πραγματική δουλειά μια δραστηριότητα που αυξάνει το κέρδος και πραγματοποιείται με αντάλλαγμα κάποια χρήματα. Δραστηριότητα αναγκαία για την κοινωνική αναπαραγωγή που αδυνατεί να ικανοποιήσει ένα ή και τα δύο απ αυτά τα κριτήρια αντιλαμβάνεται σαν ζημιογόνος για το σύστημα. Αυτό περιλαμβάνει κάθε κυβερνητικό πόστο, κάθε πληρωμένη δουλειά που δεν αποσκοπεί στο κέρδος όπως η δημόσια εκπαίδευση ή το σύστημα υγείας, η απλήρωτη πολιτιστική δραστηριότητα όπως το γράψιμο ποιημάτων ή η μουσική για την παρέα, κι ασφαλώς η απλήρωτη δουλειά στο νοικοκυριό.

Κάθε κερδοφόρος δραστηριότητα αναπτύχθηκε καθώς ο καπιταλισμός εξελισσόταν. Στην αυγή τους, τέτοιες δραστηριότητες ήταν φαινομενικά συνώνυμες με την παραγωγή και την διαχείριση των υλικών αγαθών. Ο Marx, ωστόσο, γρήγορα αντιλήφθηκε πως η παραγωγή για τον καπιταλισμό, σημαίνει πάνω απ όλα την παραγωγή του κεφαλαίου, που με τη σειρά της (και πιο έντονα) σημαίνει την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων: της μισθωτής εργασίας και της παγκόσμιας αγοράς. Το πιο σπουδαίο, είπε ο Marx, καθώς τα κέρδη αυξάνονται ή εκμηδενίζονται ενώ οι βιομηχανίες αναπτύσσονται, είναι η εξάρτηση αυτής της παραγωγής από την ανάπτυξη. Δεν μπορεί να διατηρηθεί σε μια σταθερή κατάσταση. Η ανάπτυξη για τον καπιταλισμό σημαίνει μεγαλύτερο κέρδος για τους καπιταλιστές, περισσότερη δουλειά, πωλήσεις εμπορευμάτων, αλλά αυτό εξαρτάται από την αύξηση των ανθρώπων που γίνονται μισθωτοί και καταναλωτές εμπορευμάτων, περισσότερες περιοχές του κόσμου και της κοινωνικής ζωής να υποτάσσονται στον κύκλο δουλειά�πληρωμή�αγορές�πωλήσεις�κέρδος. Ο καπιταλισμός πρέπει, κατά συνέπεια, να προσηλυτίσει ολοένα και περισσότερα είδη ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη δουλειά.

Καθώς αναδιαρθρώνει συνεχώς την εργασία, ο καπιταλισμός πασχίζει εξίσου για την μείωση του εργασιακού χρόνου που απαιτείται για την παραγωγή κάθε εμπορεύματος, και να μειώσει τον χρόνο που χρειάζεται το κεφάλαιο για ν ανακυκλωθεί από την παρεχόμενη εργασία, μέσω του εμπορεύματος, στο κέρδος. Κατά συνέπεια, ο καπιταλισμός, όπως οι διαφημιστές του δεν παύουν να μας υπενθυμίζουν, συνεχώς γεννά τεχνολογικές επαναστάσεις. Αυτός ο τεχνολογικός δυναμισμός σημαίνει πως ο καπιταλισμός συνεχώς επαναπροσδιορίζει την παρεχόμενη ενέργεια, η οποία κατά μια θερμοδυναμική έννοια σημαίνει όχι μόνο ενεργειακές πηγές αλλά και πρώτες ύλες.

Ένα παγκόσμιο σύστημα που πρέπει αιώνια να επεκτείνεται και ν αλλάζει προκειμένου να επιβιώσει, δηλαδή που πρέπει συνεχώς να εφευρίσκει νέες τεχνολογίες, και το οποίο προσδιορίζει την εργασία ταυτόχρονα με τη στενή όσο και με την ευρεία έννοια, είναι αναμενόμενο να γεννήσει διάφορες μορφές εντροπίας. Προφανέστερα, αυτό σημαίνει κάθε είδους βιομηχανικών αποβλήτων: οι παλιές «καλές» εκπομπές θερμότητας, διοξειδίου του άνθρακα, καπνού, ένα διευρυμένο όσο ποτέ φάσμα τοξικών χημικών, και ποικίλα ραδιενεργά απόβλητα. Ολοένα και περισσότερο, τέτοιες πηγές μόλυνσης ανταγωνίζονται σε καταστροφικότητα τις σπατάλες του καταναλωτισμού όπως το πακετάρισμα ή τα κάθε λογής σκουπίδια, το διοξείδιο του άνθρακα και το νιτρώδες/νιτρικό οξύ των εξατμίσεων των αυτοκινήτων, και τους τοξικούς απολυμαντές σπιτιών.

Αυτός ο εντροπικός Νιαγάρας παράγει κι άλλες βλαβερές διαταραχές, εξίσου πολλές στο ανθρώπινο σώμα. Οι αρρώστιες που σχετίζονται με την εργασία, από την πνευμονοκονίαση στο σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, τις καρκινογόνους κύστες που ανθούν γύρω απ τα διυλιστήρια και τα πυρηνικά εργοστάσια, μαζί με τις παραδοσιακές ασθένειες που επέφερε ο υποσιτισμός και η υπερσυσσώρευση πληθυσμού που προκάλεσαν τρεις αιώνες βίαιου ξεριζωμού των ανθρώπων από τη γη ή τις δουλείες τους εξ αιτίας της δυνάμεων της αγοράς. Κι όπως γνωρίζει ο καθένας, η διαταραχές που ξέβρασε η έξαλλη παγκόσμια αναζήτηση του κέρδους άνοιξαν τεράστιες τρύπες στο οικοσύστημα, τρύπες στο στρώμα του όζοντος, τρύπες στα τροπικά δάση, τρύπες στους ιστούς της χλωρίδας και πανίδας, τρύπες στους ανθρώπινους πληθυσμούς περιοχών όπως το Bhopal ή το Chernobyl.

Παραπέρα, η καπιταλιστική οικονομία τροφοδοτεί επίσης ατομικές και κοινωνικές μορφές ενέργειας ακατάλληλης για εργασία, με την διττή έννοια της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτές περιλαμβάνουν την καταπάτηση ιδιοκτησίας, από την κλοπή ενός αυτοκινήτου μέχρι ασφαλιστικές απάτες, βίαια εγκλήματα που προκαλούνται από τη φτώχια και την κοινωνική απογοήτευση, και σ έναν αναδραστικό βρόγχο μ αυτά, ο εθισμός στα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Οι μεταβολές στις αξίες της γης και της εργασίας προκαλούν επίσης αναγκαστική μετανάστευση κι απώλεια στέγης, τεράστιες διαταραχές στη δημογραφική ισορροπία και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Μια άλλη γιγάντια διαταραχή, βέβαια, είναι ο πόλεμος, είτε διεξάγεται άμεσα για τις αγορές και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, είτε με το κάλυμμα εθνικών ανταγωνισμών, με συμβάλλουσα αιτία οικονομικές κρίσεις και το άγχος που συνεπάγονται αυτές.

Ωστόσο, κάθε θερμοδυναμικό σύστημα έχει, στην πραγματικότητα, δύο επιλογές αναφορικά με την ενέργεια που δεν είναι κατάλληλη για δουλειά: είτε την ξεφορτώνεται, είτε την ανακυκλώνει.

Για την ώρα, ο καπιταλισμός δεν τα πηγαίνει και πολύ καλά στην ανακύκλωση μεγάλου μέρους της εντροπίας του, ειδικά ως προς τις χημικές παραμέτρους. Στην ανακύκλωση ανθρώπων, πάντως, ο καπιταλισμός υπήρξε αξεπέραστος. Στον δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα, οι πλούσιοι άγγλοι γαιοκτήμονες, ξεφορτώθηκαν πολλούς από τους δούλους τους γιατί η μεταπήδηση από τις ποικίλες καλλιέργειες, στην πιο κερδοφόρα μονοκαλλιέργεια των προβάτων, απαιτούσε μεγαλύτερη έκταση αλλά λιγότερους εργάτες. Εκδίωξαν, επομένως και τους μικροκαλλιεργητές από παραδοσιακά κοινοτικές γαίες που περιέφραξαν προς ιδίαν χρήση. Αυτός ο εξόριστος υπερπληθυσμός περιπλανιόταν στην επαρχία ζητιανεύοντας και κλέβοντας, δημιουργώντας ένα σταθερό πρόβλημα στην αγροτική κοινωνική τάξη. Κάποιοι συνέρευσαν στις πόλεις, όπου διατήρησαν μια συμπεριφορά εντροπική. Μόλις ο καπιταλισμός τόσο στη γεωργία όσο και στη βιομηχανία απογειώθηκε στα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα, το ρεύμα της εργασίας-ενέργειας από την ύπαιθρο στις πόλεις έγινε χείμαρρος, που κυλά ως τις μέρες μας.

Ο καπιταλισμός είναι τόσο αποτελεσματικός στην ανακύκλωση της εργασίας-ενέργειας γιατί διαχειρίζεται την εργασία σαν εμπόρευμα και συνεπώς σαν αφαίρεση. Ενώ οι μορφές της δουλειάς μεταλλάσσονται, η αξία τους έγκειται στην ικανότητά τους ν αποφέρουν κέρδος (η θερμοδυναμική, όπως επεσήμανε η ομάδα Midnight Notes, ανακαλύφθηκε την ίδια εποχή με την επιστημονική διαχείριση του Frederick Taylor (Ταιηλορισμό), που στόχευε να τεμαχίσει την βιομηχανική εργασία σε μικρές, αμελητέες μονάδες για μεγαλύτερη αποδοτικότητα). Στην πραγματικότητα, ο Harry Braverman, ο David Noble, και άλλοι, έδειξαν πως ολόκληρη η ιστορία της καπιταλιστικής τεχνολογίας και διαχείρισης είναι η προσπάθεια να γίνει η δουλειά πιο ευμετάβλητη και συνεπώς οι εργάτες περισσότερο αναλώσιμοι και λιγότερο ισχυροί. Όμως, η κεφαλαιακή ανακύκλωση της εργασίας-ενέργειας διαταράσσεται από τις περιόδους κρίσης του συστήματος. Οι θεωρητικοί διαφωνούν σχετικά με την εσωτερική αιτία αυτών των κρίσεων. Όλες τους, πάντως, εμφανίζονται σαν καταστάσεις όπου υπάρχουν πολλά εργοστάσια κι εξοπλισμός απ την μια μεριά και πληθώρα εργατών από την άλλη, χωρίς όμως το ρευστό κεφάλαιο να μπορεί να συμπλέξει τις δυο πλευρές. Το αποτέλεσμα είναι πολύ ψηλά ποσοστά ανεργίας και χρεοκοπιών εταιριών.

Εάν η κρίση είναι μικρής διάρκειας, το αποτέλεσμα για το σύστημα μπορεί να είναι γενικά ευεργετικό. Σήμερα, οι κυβερνήσεις μπορούν μέσω της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής να διαχειρίζονται κρίσεις προς όφελος το κεφαλαίου, ακόμα και να προκαλούν εσκεμμένα υφέσεις (όπως η αμερικανική ομοσπονδιακή τράπεζα το 1979-82). Ίσως το πιο σημαντικό κέρδος μιας ελεγχόμενης κρίσης είναι η πειθάρχηση των εργατών. Η ψηλή ανεργία δυσχεραίνει την αντίσταση στην εντεινόμενη εκμετάλλευση, και οι μισθοί μπορούν να μειώνονται μιας και οι εργάτες είναι πλέον απελπισμένοι. Επιπλέον, μόλις ξεκινήσει ο νέος κύκλος, βρίσκει μια απέραντη δεξαμενή εργασίας διαθέσιμη για νέες περιπέτειες και για περαιτέρω επέκταση του κεφαλαίου. Όμως αν η κρίση αποβεί τόσο βαθιά και παρατεταμένη, όπως η μεγάλη ύφεση του �30, η ανθρώπινη ενέργεια που δε διατίθεται πλέον στην εργασία απογίνεται βίαια εντροπική. Οι άνεργοι και οι φτωχοί, διαμαρτύρονται και διαδηλώνουν βίαια, κι αν συμμαχήσουν με τους εργαζομένους όπως είχαν κάνει τότε, υπάρχει έδαφος για μαζικές απεργίες, ακόμα κι εξεγέρσεις. Το να εμποδίσει την εντροπική ενέργεια των ανέργων και των φτωχών να μολύνει τις εργαζόμενες μάζες, είναι ένα διαρκές μέλημα του συστήματος.

Εργαζόμενοι στη βρωμιά & κερδίζοντας σκατά

Έχοντας σκιαγραφήσει γενικά το εύρος της κοινωνικά παραγόμενης εντροπίας και τους τρόπους που την αντιμετωπίζει ο καπιταλισμός, θα ήθελα να στρέψω την προσοχή λίγο παραπέρα ώστε να καλύψω τις σφαίρες της κουλτούρας και της προσωπικότητας. Και πάλι πρέπει ν ανατρέξω σε οικία θέματα. Η καπιταλιστική κουλτούρα, όπως έδειξαν κάποιοι σαν τον Max Weber και τον R.H. Tawney, είναι θεμελιωμένη στην προτεσταντική επανάσταση του δεκάτου έκτου και δεκάτου εβδόμου αιώνα, που προσάρμοσε τη βασική δομή της ιουδαιο-χριστιανικής πατριαρχίας ώστε να συμπεριλάβει νέες ψυχοκοινωνικές ανάγκες. Ο προτεσταντισμός, ιδίως ο καλβινισμός, εξυμνεί την αποταμίευση, τη συσσώρευση πλούτου και τη σκληρή δουλειά. Δηλαδή ευνοεί την ανταλλαγή χρόνου ζωής με τον πένθιμο νεκρό χρόνο που μετουσιώνεται σε απόκτηση και άθροιση θλιβερών εμπορευμάτων και χρήματος. Σα συνέπεια, ο προτεσταντισμός κηρύττει τη σεξουαλική εγκράτεια, τη συγκράτηση της ερωτικής ενέργειας. Οι πατριαρχικές κουλτούρες πάντοτε αγωνιούσαν για την απελευθέρωση του σπέρματος, η ινδουιστική θεωρία του prana είναι ένα παράδειγμα. Στην αστική-προτεσταντική κουλτούρα απ την άλλη, το σπέρμα αντιμετωπίζεται σαν μια μορφή κεφαλαίου, που πρέπει, κατά την έκφραση του δεκάτου εβδόμου αιώνα, να «ξοδευτεί παραγωγικά παράγοντας παιδιά». Κι αν το σπέρμα είναι κεφάλαιο, η μήτρα για την πατριαρχία ήταν πάντα η γη, η πιο πραγματική από κάθε ιδιοκτησία πραγμάτων. Γονιμοποιώντας το έδαφος-μήτρα, ο προτεστάντης αστός όχι μόνο συνεχίζει τον βιασμό της � απωθημένο κάθε πατριάρχη – αλλά επενδύει στο μέλλον, ιδρύοντας ή συνεχίζοντας μια οικογενειακή επιχείρηση.

Αυτό απαιτεί αυστηρή πειθαρχία. Έτσι βασική γραμμή της προτεσταντικής κουλτούρας από τον Λούθηρο ήδη, αποτελεί η ιεραρχική υπακοή στους γηραιότερους και σοφότερους, ξεκινώντας από το κράτος, όσο αυτό επιτρέπει σε κάποιον να λατρεύει τον προτεσταντικό θεό και να συσσωρεύει μια θεϊκή περιουσία. Απαιτεί επίσης, όπως διέγνωσε ο Freud, αναβολή της ικανοποίησης, ως ένα βαθμό ανύπαρκτη στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, συνεπώς μεγαλύτερη συναισθηματική και ψυχική καταπίεση και καθυπόταξη. Η προσωπικότητα που δημιουργείται πάνω σ αυτό το μοντέλο ελέγχεται πρωταρχικά μέσω της ενοχής, αν και η ντροπή παίζει επίσης έναν σημαντικό ρόλο. Προκειμένου να εσωτερικεύσει και να ενισχύσει την αυτοπειθαρχία, η βία είναι συχνά απαραίτητη. Όπως στις περισσότερες πατριαρχίες, ο θάνατος κι ο ακρωτηριασμός αποτελούν μονοπώλιο του κράτους, λιγότερο βίαιες ενέργειες πάντως, όπως ένας ξυλοδαρμός μπορούν προνομιακά ν αναπαράγονται απ οποιονδήποτε πατέρα ή σύζυγο.

Γι αυτή τη δομή, την οποία θ αποκαλέσω συσσωρευτική, η πολιτιστική εντροπία συνίσταται πρώτα απ όλα στις δαπανηρές ή μη-παραγωγικές συμπεριφορές: ανεξέλεγκτη σπατάλη παρά αποταμίευση, σεξουαλική ασυδοσία και φιληδονία, ελεύθερη έκφραση των συναισθηματικών παθών, και φυσικά η τεμπελιά. Η γυναικεία σεξουαλικότητα αντιμετωπίζεται με τη σαγήνη του φόβου, αφότου μπορεί να οδηγήσει σ όλες τις άλλες μορφές πολιτιστικών διαταραχών, ξεκινώντας με τα «παράνομα» παιδιά. Το σεξ ανάμεσα στους άνδρες, αντίστοιχα, θεωρείται απεχθές. Από τη στιγμή που βασικός στόχος της ζωής ανακηρύσσεται η συσσώρευση περιουσίας, η έλλειψη σεβασμού στην περιουσία, όπως η καταπάτησή της, είναι ισότιμο έγκλημα με τη βία απέναντι σε κάποιον καλύτερο, και η κλοπή πρέπει να τιμωρείται σκληρά. Ο εμπαιγμός της ιεραρχίας (αμέσως μετά την κατάρρευση της φεουδαρχίας και της ρωμαϊκής εκκλησίας) τείνει στην υπέρτατη απειλή, όπως η χρήση κάθε βίας πέρα από την νομοθετημένη.

Ένας συνήθης τρόπος για να αντιμετωπίζουν, κουλτούρες και άτομα, το άγχος σχετικά με τις απαγορευμένες συμπεριφορές, είναι να τα προβάλλουν ως προσδιοριστικές ιδιότητες κάποιου εκδαιμονισμένου ’λλου. Καθώς εξελισσόταν ο καπιταλισμός στο πέρασμα του δεκάτου ογδόου και του πρώιμου δεκάτου ενάτου αιώνα, οι ευρωπαϊκές και ευρω-αμερικανικές αστικές τάξεις δημιούργησαν εντροπικά χαρακτηριστικά στους φτωχούς των μητροπόλεών τους, όπως επίσης στους λαούς της Αφρικής και της Ινδίας που αποίκισαν. «Μισοί διάβολοι και μισοί παιδιά», αποκάλεσε αυτούς τους ανθρώπους ο Kipling στο βιβλίο του The White Mans Burden. Αλλά και οι βιομήχανοι του δεκάτου ενάτου αιώνα είπαν περίπου τα ίδια για τους εργάτες τους (πολλοί από τους οποίους στα 1860 ήταν κυριολεκτικά παιδιά). Οι φτωχοί άνθρωποι αντιμετωπίζονταν από τις ιδιοκτήτριες τάξεις σαν τεμπέληδες, έκλυτοι, κλέφτες, μεθύστακες και σπάταλοι.

Υπήρχε κάποιου είδους αλήθεια σ αυτό το στερεότυπο. Οι ατελείωτες ώρες επαναλαμβανόμενου μόχθου παράγουν πλήξη, εξάντληση και τη συνεπαγόμενη νωθρότητα. Οι άνθρωποι που ζουν απ το μεροκάματο δεν μπορούν ν αποταμιεύουν χρήματα ακόμη κι αν ήθελαν. Η φτώχεια και η αναγκαστική μετανάστευση προς αναζήτηση δουλειάς διαρρηγνύουν τους οικογενειακούς και κοινοτικούς δεσμούς και οδηγούν τους ανθρώπους στην κλοπή και την πορνεία. Ο αλκοολισμός και η ασυλλόγιστη βία είναι συνέπειες της στέρησης και της απελπισίας. Οι παράνομες μορφές ερωτισμού προσφέρουν μερικές από τις ελάχιστες απολαύσεις που δεν απαιτούν ένα χρηματικό αντίτιμο.

Αυτό το ανυπότακτο προλεταριάτο, στο μεγαλύτερο μέρος του μόνο μια γενιά ξεριζωμένο από την ύπαιθρο, μετατράπηκε σε μια υπάκουη και ευυπόληπτη εργαζόμενη τάξη μέσα από έναν μακροχρόνιο εκπολιτισμό. Χρειάστηκε επίσης τεράστια βία από την πλευρά του κράτους. Στο τέλος, η σχετική σταθερότητα επιτεύχθηκε μόνο με την εισαγωγή των μηχανημάτων που έκανε δυνατό το παραγωγικό στράγγισμα των εργαζομένων χωρίς να επιμηκυνθεί η εργάσιμη μέρα.

Μόλις η ευυπόληπτη εργατική τάξη των Η.Π.Α. νοικοκυρεύτηκε, κατά τη διάρκεια του τελευταίου τρίτου του δεκάτου ενάτου αιώνα, αυτά τα εντροπικά χαρακτηριστικά προβλήθηκαν πάνω σε νέους ’λλους: στο λούμπεν προλεταριάτο ή τις εγκληματικές τάξεις: τους ιρλανδούς, του μετανάστες από την νότια και ανατολική Ευρώπη, τους ινδιάνους και τους μεξικανούς, και πάνω απ όλα και συνεχόμενα, στους μαύρους. Και, όπως στην περίπτωση της προγενέστερης προβολής πάνω στους φτωχούς, η προβάλλουσα φαντασία ήταν ως έναν βαθμό αυτό-καταναλώμενη, μια υλοποιημένη αρρώστια, ευχή ή εξορκισμός.

Υπάρχει ένα καθοριστικό συστατικό σ αυτόν τον εξορκισμό που δεν ανέφερα ακόμα: η βρωμιά. Όπως είδαμε η φεουδαρχία προσδιόριζε τη βρωμιά (τουλάχιστον στο πρόσωπο, τα χέρια ή τα ρούχα) σαν σημάδι κατώτερης κοινωνικής τάξης. Η νεοεμφανιζόμενη καπιταλιστική τάξη, από τη φύση της, έπρεπε να πλησιάσει την εργασία πολύ περισσότερο από την αριστοκρατία καθώς και ν αντιστρέψει την πολικότητα της αριστοκρατικής περιφρόνησης για την αρπαγή χρημάτων. Ανέπτυξε μια ακόμη πιο μανιασμένη απέχθεια για τη βρωμιά, που συνοψίζεται στο περίφημο βικτοριανό ρητό «η καθαριότητα είναι θεοσέβεια» (Σημ: «η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά» στα καθ� ημάς). Η βρωμιά της φεουδαρχίας ωστόσο διαφέρει από τη βρωμιά του καπιταλισμού. Η φεουδαρχική βρωμιά είναι το σημάδι της εγγύτητας με την εργασία και τους αγρούς. Η καπιταλιστική βρωμιά, όντας κυρίως βιομηχανικά απόβλητα ή η ακαταστασία της φτώχειας, σχετίζεται μεν με τη δουλειά αλλά και με τη φτώχεια, τη σπατάλη και την απουσία των προτεσταντικών αστικών αξιών. Είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, μια ορατή εντροπία. Όπως και οι ίδιοι οι φτωχοί, η βρωμιά είναι ένα προϊόν της κεφαλαιακής συσσώρευσης που η κυρίαρχη τάξη δε θέλει να το βλέπει ή να το μυρίζει.

Η πιο βρώμικη βρωμιά, είναι φυσικά τα σκατά. Η έννοια των σκατών στην καπιταλιστική κουλτούρα, παρ� όλα αυτά, είναι βαθιά διφορούμενη. Στο The Ontogenesis of Money, ο ψυχολόγος Sandor Ferenczi υποστηρίζει πως στο πρωκτικό συγκρατητικό στάδιο της παιδικής ηλικίας βρίσκονται τα θεμέλια της συσσωρευτικής, προσανατολισμένης στην ανταλλαγή, αστικής προσωπικότητας. Τότε που το παιδί εκπαιδεύεται να συγκρατείται σκόπιμα μέχρι να πάει στην τουαλέτα, ενώ όταν αφοδεύει την καθορισμένη ώρα επιβραβεύεται. Έτσι διδάσκεται τη συγκράτηση, την καθυστέρηση της ικανοποίησης και την επικροτούμενη ανταλλαγή μιας ευχαρίστησης για μια άλλη. Γίνεται έτσι αυτοσυγκρατημένο, λογαριάζει τις ευχαριστήσεις του ως διαχωρισμένες από των άλλων. Για το αστικό ασυνείδητο, μετέπειτα, τα σκατά είναι πλούτος αλλά μόνο όταν δεν τα βλέπεις.

Ο αστικός πλούτος ανθίζει μέσα απ τα σκατά και παράγει σκατά. Ο καπιταλισμός, λέει ο Marx, δημιουργεί πλούτο στον έναν πόλο της συσσώρευσης και φτώχεια στον άλλο. Θα μπορούσαμε να παραφράσουμε αυτό το απόφθεγμα λέγοντας ότι η κεφαλαιακή συσσώρευση παράγει τάξη στον ένα πόλο και εντροπία στον άλλον ή αλλιώς οργανωμένα σκατά (κεφάλαιο) στον έναν πόλο και άτακτα σκατά (αθλιότητα και μόλυνση) στον άλλον. Η συμβολική σκατολογία του πλούτου είναι το βρωμερό μυστικό της λευκής-καπιταλιστικής-πατριαρχικής κουλτούρας. Ο Milan Kundera, στο The Unbearable Lightness of Being, λέει πως το κιτς είναι η άρνηση των σκατών. Στη σταλινική Τσεχοσλοβακία για την οποία έγραφε ο Kundera, τα σκατά σήμαιναν μυστική αστυνομία, πολιτικοί κρατούμενοι, μηδαμινές εναλλακτικές, στερήσεις, ανόητες δουλειές, μόλυνση. Το κιτς σήμαινε κόκκινες σημαίες ν ανεμίζουν, πατριωτικά τραγούδια και εικόνες του Λένιν, ύμνοι στην εκβιομηχάνιση και την πρόοδο. Στις κοινωνίες του εταιριακού καπιταλισμού τα σκατά σημαίνουν βία, ποινικοί κρατούμενοι, αδιέξοδες εναλλακτικές, φτώχεια, ανόητες δουλειές, μόλυνση. Το κιτς σημαίνει εμπορικά κέντρα, ψώνια, ηλίθιες ταινίες-κόμικς, διαφημίσεις, τηλεοπτική αποβλάκωση και ψευδοπολιτική των τηλε-παράθυρων. Σε κάθε περίπτωση η συνταγή του κιτς, συναισθηματική, μονοδιάστατη, πάντα καθησυχαστική ακόμα και στις πιο ερωτικές ή κτηνώδεις μορφές της, εξυπηρετεί στην απόκρυψη των σκατών, εξ ου και η μόνη διάστασή της.

Πέρα από τα συνήθη σκατά του ύστερου καπιταλισμού, το λευκό κιτς των Η.Π.Α. είναι επίσης, όπως σημειώσαμε νωρίτερα, μια άρνηση του καθαυτού εγκλήματος, της γενοκτονίας και σκλαβιάς των νέγρων, και εξ αιτίας του, όπως το έθεσε ο Harold Cruse στο βιβλίο του, The Crisis of the Negro Intellectual, ο λευκός προτεστάντης αγγλοσάξονος στην Αμερική δεν έχει τίποτα στη γηγενή αμερικανική παράδοση που να είναι αισθητικά και πολιτιστικά αυθεντικό, εκτός απ όσα προέρχονται από την παρουσία των νέγρων. Η λευκή (μη ευρωπαϊκή) αμερικανική συσσωρευτική κουλτούρα καθορίζεται από την απόλυτη ηπιότητα και αποφυγή διενέξεων ή κινδύνων, από την καθαριότητά-ως-απουσία της.

Αυτή η διαβόητη ήπια κουλτούρα είναι ο κοινός παρονομαστής του κυρίαρχου κανόνα συμπεριφοράς και στυλ στα προάστια, τον οποίο σέβονται ακόμη και οι γηραιότεροι εξόριστοι στις υποβαθμισμένες προαστιακές εργατογειτονιές. Είναι, πολύ περισσότερο, η ατμόσφαιρα του σύγχρονου εταιρικού γραφείου, όπου ο καθωσπρεπισμός κυριαρχεί, ή καλύτερα, είναι το μέσο της κυριαρχίας. Στους λευκούς εργασιακούς χώρους, με τα «λευκά κολάρα», όλοι πρέπει να δρουν «λευκά»: ήσυχα, ευγενικά, ευχάριστα, προσποιούμενοι συναισθήματα, αισθησιακά παράλυτοι, διαρκώς απασχολημένοι, διατεθειμένοι ν ανεχτούν κάθε εξευτελισμό, αρκεί αυτός να συνοδεύεται μ ένα χαμόγελο. Αποφεύγονται ρητά συζητήσεις που εγείρουν διαφωνίες, με το υπέρτατο ταμπού ν αποτελεί μια συζήτηση για τον μισθό. Η σκατολογική σημασία του χρήματος είναι εμφανής από το γεγονός ότι κάθε επιχειρηματικός, δουλευταράς υπάλληλος θα προτιμούσε να σας πει πόσο τον πηδάνε οι εργοδότες παρά πόσο τον πληρώνουν.

Η αλήθεια του πλούτου, ωστόσο, εκδηλώνεται ιστορικά στο προλεταριάτο, την τάξη των σκατοεργατών. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι τους αρμόζει αυτό που στην κοινωνιολογική φιλολογία αναφέρεται ως θέσεις επιβλεπόμενης εργασίας-ρουτίνας, που σημαίνει πληκτικά μουντό, συχνά καταστροφικό για την υγεία μόχθο όχι μόνο στο εργοστάσιο αλλά και στο πληκτρολόγιο ή πίσω από ένα γκισέ� Η ενέργεια τους γίνεται κατάλληλη για εργασία μόνο κατόπιν ενός άγριου οικονομικού εξαναγκασμού υποστηριζόμενου από έναν ατελείωτο ιδεολογικό βομβαρδισμό, που ξεκινά στο σχολείο, η λειτουργία του οποίου είναι να τους πείσει ότι είναι ακατάλληλοι για οτιδήποτε άλλο. Δεν είστε παρά σκατά (You ain�t shit), λέει η αμερικανική βρισιά, εννοώντας: είστε στον πάτο της ιεραρχίας. Φάτε σκατά, λοιπόν και γουστάρετε. Τα σκατά παράγονται ή αφοδεύονται από κατώτερους που έχουν γεμίσει απ αυτά, που μεταφορικά τα τρων και που συνειρμικά γίνονται σκατά οι ίδιοι.

Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που οι μαύροι ήταν πάντα κοντά ή στον πάτο του προλεταριακού σωρού στις Η.Π.Α.. Στο αμέσως παραπάνω ή συχνά στο ίδιο επίπεδο με τους μαύρους, βρίσκονται οι ινδιάνοι, μεξικανοί, κεντροαμερικανοί και πορτορικανοί, του ιδίου σκατοχρώματος για το ρατσιστικό μυαλό. Ακριβώς από πάνω τους βρίσκονται τα φτωχά λευκά σκουπίδια, άλλος ένας εντροπικός κόσμος. Και όλοι μαζί μέχρι σήμερα παρουσιάζονται ως ανέντιμοι, φωνακλάδες, τεμπέληδες, φιλήδονοι, ανίκανοι χαζούληδες, βάρβαροι αλκοολικοί ή ναρκομανείς. Οι ψυχικές συνέπειες αυτής της παρουσίασης των ανθρώπων της εργατικής τάξης, και ιδιαίτερα των γυναικών και των αφρο-αμερικανών, είναι για τους ίδιους καταστροφικές. Κι όμως αυτά τα απεχθή κτήνη είναι η πρώτη ύλη του καπιταλιστικού πλούτου.

Ο πλούτος δεν είναι απλά οικονομικός αλλά και πολιτιστικός. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι η δημιουργία, από τους μαύρους που δούλεψαν πάνω στις αφρικανικές παραδόσεις που διέσωσαν, μερικών από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές φόρμες και τις μόνες «ιθαγενείς» της αμερικής.

Η Ανακύκλωση στην Μαζική Κουλτούρα: η Περίπτωση της Μουσικής των Μαύρων

Δεν είναι απαραίτητο να αναλύσουμε την τεράστια και συνεχιζόμενη εκμετάλλευση της αφρο-αμερικανικής μουσικής προς όφελος του κεφαλαίου, κατά κανόνα ιδιοκτησίας λευκών, και για τη διασκέδαση ακροατηρίων λευκών. Ο καθένας με την παραμικρή υποψία για την ιστορία της αμερικανικής μουσικής μπορεί ν αναφέρει παραδείγματα, από τον αποχρωματισμό της ορχηστρικής τζαζ του Ellington και του Basie ως το τιθασεμένο ποπ στυλ του τύπου Glenn Miller στα �30 και �40, μέχρι την ατελείωτη ανακύκλωση των μπλουζ ριφφς του Robert Johnson ή του B.B. King από λευκούς κιθαρίστες. Οι λευκοί – πρώην οργισμένοι έφηβοι -, γουχάρουν υστερικά την εμπορικοποίηση των ροκ ύμνων της νιότης τους, αλλά αυτή δεν είναι παρά η διαδικασία που υφίστανται οι μαύροι μουσικοί και το κοινό τους για περίπου έναν αιώνα (ο Michael Jackson αντιπροσωπεύει τέλεια τον παροξυσμό αυτής της διαδικασίας: ένας αφρο-αμερικανός που προσπαθεί να ξεριζώσει από το πρόσωπο και το σώμα του κάθε ίχνος της φυλής του ενώ παράγει μια αχρωμάτιστη χορευτική μουσική που έξυπνα αποσυναρμολογεί όλες τις τρέχουσες ποπ επιτυχίες ανακυκλώνοντάς τις βιαστικά σε ευχάριστα τραγουδάκια).

Θεωρημένος από μια πολιτιστική-θερμοδυναμική προοπτική, αυτός ο σφετερισμός ακόμα πιο τρομακτικός. Βλέπουμε μια κυρίαρχη κουλτούρα και μια πολιτική οικονομία που εισάγει βίαια τους αφρικανούς ως σκλάβους, τους στύβει στη δουλειά μέχρι θανάτου, τους ταΐζει σα ζώα, τους βασανίζει με κάθε πιθανό τρόπο για δυο αιώνες. Έπειτα για ενάμιση ακόμα αιώνα εκμεταλλεύεται συστηματικά τους απογόνους αυτών των σκλάβων ως κατώτατους σκατοεργάτες, αρνούμενη κάθε πιθανή οικονομική δυνατότητα και κάθε πολιτικό δικαίωμα, προβάλλοντας εντωμεταξύ σ αυτούς, τους δικούς της καταπιεσμένους φόβους και πόθους, απέχθειες και μανίες. Ταυτόχρονα, αυτή η κοινωνική τάξη αποσπούσε από τους αφρο-αμερικανούς τη σπουδαία μουσική και τη γλώσσα που δημιούργησαν ως έναν τρόπο να επιβιώσουν παρά την αθλιότητά τους. Είναι σαν οι ναζί ενώ εξαέρωναν τους εβραίους αφού αφαιρέσουν τα χρυσά δόντια τους, να είχαν πουλήσει τα χειροτεχνήματα που έφτιαχναν οι εβραίοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κι εμπορευτεί τις ηχογραφήσεις των πρόχειρων ορχηστρών που σχημάτισαν για να διασκεδάζουν τους φρουρούς.

Αλλά πως η αφρο-αμερικανική κουλτούρα έγινε τουλάχιστον στις πιο χλιαρές μορφές της έγινε για την αμερικανική κουλτούρα όχι μια περιφερειακή, αλλά η κεντρική, ημι-απόκρυφη βέβαια, προωθητήρια δύναμη; Όπως προσπάθησα να δείξω, η συσσωρευτική δομή της προσωπικότητας, είναι προφανώς εχθρική απέναντι στο «μαύρο», καθώς οι λευκοί άνθρωποι προβάλλουν και, ακολούθως, αναγνωρίζουν σ αυτό την απουσία ντροπής, τον απροκάλυπτο ερωτισμό, την ανεξέλεγκτη βία και την αταξία. Είναι επίσης εχθρική απέναντι στην κουλτούρα που οι μαύροι βίωσαν και δημιούργησαν. Αυτή η κουλτούρα είναι ένα πολύ πιο σύνθετο αμάλγαμα γνωρισμάτων, που ποικίλουν ανά τάξη, κάστα και περιοχή και που συμπεριλαμβάνουν διαφορετικά πρότυπα συναισθηματικής αποκάλυψης και απόκρυψης, θυμού και τρυφερότητας, κοινότητας κι ατομικότητας, λογικής και προαισθημάτων. Ένας βασικός παράγοντας που υπογραμμίζει τις κοινές διαφοροποιήσεις τους απ τις ευρω-αμερικανικές κουλτούρες ίσως είναι η απομόνωση των αφρικανικών πολιτιστικών γνωρισμάτων, ιδιαίτερα του κοινοτικού κι εκστατικού χαρακτήρα του δυτικοαφρικανικού θρησκευτισμού. Η μαύρη κουλτούρα όμως, δεν είναι απλά, ή έστω κυρίως, ένας μετεμφυτευμένος αφρικανισμός. Καθώς έδειξε προκαλώντας συζητήσεις ο Stanley Crouch, είναι όπως και η αμερικανική κουλτούρα στην ολότητά της, ένα φαινόμενο μιγάς.

Η μαύρη κουλτούρα δημιουργήθηκε υπό την πίεση της κατάστασης των αφρο-αμερικανών στις Η.Π.Α., μέσα στη λευκότητα. Υπ αυτήν την πίεση, που ασκήθηκε αρχικά μέσω της σκλαβιάς κι έπειτα μέσα από θεσμούς όπως η εκπαίδευση, οι αφρο-αμερικανοί μετασχημάτιζαν διαρκώς ότι στάθηκαν ικανοί να διασώσουν από την κληρονομιά τους: για παράδειγμα, μεταπήδησαν από αφρικανικά γλωσσικά ιδιώματα σε αγγλικά δημιουργώντας μαύρες διαλέκτους. Ταυτόχρονα, απορρόφησαν επιρροές κι υλικό όχι μόνο από τους ευρω-αμερικανούς αλλά κι από ιθαγενείς λαούς, από το Μεξικό και την καραϊβική, παράγοντας μια απ τις πλουσιότερες και πιο πολύπλοκες κουλτούρες στον κόσμο. Η πίεση πάνω τους πήρε επιπλέον, εμπορευματική μορφή, τόσο πιο έντονα όσο ο θεσμικός ρατσισμός υποχωρούσε στην κρατική στρατηγική. Αναρίθμητοι μαύροι μουσικοί, χορευτές, ηθοποιοί και συγγραφείς ακόμη, ήταν αναγκασμένοι να αρωματίζουν το έργο τους κατά τα γούστα των λευκών προκειμένου να επιβιώσουν, αποκρύπτοντας συχνά το περιεχόμενό τους μεταθέτοντάς το σε μια σφαίρα συμβολισμού.

Ένα σύνθετο κι αποκαλυπτικό παράδειγμα είναι οι διάφορες χρήσεις του μύθου του «Staggerlee», του ξένοιαστου, ατρόμητου, προκλητικά ατομικιστή μαύρου άνδρα που ζει τη ζωή του αγαπώντας γυναίκες, ξελογιάζοντας παιδιά και καθαρίζοντας αλύπητα τους εχθρούς του, συμπεριλαμβανομένου σε κατοπινές παραλλαγές, του λευκού σερίφη. Αυτή η φιγούρα, ασφαλώς, είναι ο απόλυτος εφιάλτης του ρατσισμού αλλά και η νομιμοποίησή του, το φάντασμα που πλανάται πάνω από περισσότερα από χίλια λιντσαρίσματα και πίσω από την εκφοβιστική ρητορεία των σύγχρονων συντηρητικών και νεοφιλελεύθερων δημοκόπων. Παρ όλα αυτά, η φιγούρα αυτή είναι ζωτικής σημασίας για την αφρο-αμερικανική παράδοση καθώς υπήρξε ελκυστική και για έναν αριθμό λευκών. Πολυάριθμες εκδοχές του θρύλου του Staggerlee εμφανίστηκαν στα μπλουζ της δεκαετίας του 1920. Το κλασσικό μητροπολιτικό μπλουζ του Muddy Waters, Rolling Stone αναπαριστούσε μια λιγότερο βίαια εκδοχή της ίδιας φιγούρας, για να εμπνεύσει όχι μόνο το όνομα ενός από τα πιο διάσημα συγκροτήματα της ιστορίας του ροκ κι αυτό του πρωτοποριακού εμπορικού περιοδικού αντικουλτούρας, αλλά και πολυάριθμα λιγότερο γνωστά ροκ τραγούδια του �50 και του �60, από τα οποία το The Wanderer είναι ένα μόνο παράδειγμα. Ο Greil Marcus στο βιβλίο του Mystery Train καταδεικνύει την έλξη που εξασκεί η φιγούρα του Stagerlee-Rolling Stone τόσο στους μαύρους όσο και στους λευκούς, καθώς αντιπροσωπεύει μια άγρια αντιφατική όσο και γοητευτική επίδειξη ελευθερίας, τόσο για τους νεολαίους όσο και για τους σκατοεργάτες και τους σκατοφάγους-καταναλωτές όλων των χρωμάτων. Η δημοτικότητα της υπερ-βίαιας, μισογυνικής, γκανγκστερικής rap, ανάμεσα στους λευκούς εφήβους των προαστίων, πιθανόν προέρχεται από ανάλογες αιτίες, χωρίς εξαίρεση της ανυπόφορης πλήξης του περιβάλλοντος και του ζοφερού μέλλοντος που καλούνται να αντιμετωπίσουν ως ενήλικες.

«Σπάστε τα δεσμά» ή «Δώστε τα χέρια»�

Η τόσο χυδαία χρήση αρνητικά φορτισμένων εικόνων από τη ζωή των μαύρων, δεν είναι τίποτα. Το Μαύρο, με τη δυαδική έννοια που δίνω στον όρο, έχει αφομοιωθεί περισσότερο από κάθε τι από την πολιτιστική βιομηχανία. Κατά την άποψή μου, αυτό οφείλεται σε μια ολοένα και πιο βαθιά αντίφαση της καπιταλιστικής κουλτούρας και οικονομίας, ενυπάρχουσας ήδη από το 1920. Προκειμένου να επεκταθούν μετά τον ΄Β παγκόσμιο πόλεμο, οι αμερικανικές επιχειρήσεις είχαν ανάγκη από νέες μαζικές αγορές καταναλωτικών αγαθών. Για να δημιουργηθούν αυτές οι αγορές μέσα στις Η.Π.Α. έπρεπε να στρατολογηθούν τεράστιες μάζες ανθρώπων σ� αυτό που ο John Maynard Keynes, μέγας στρατηγός του μεσοπολεμικού καπιταλισμού, αποκαλούσε «ροπή προς κατανάλωση». Ο αμεσότερος στόχος ήταν να πωληθούν τα διαχρονικά καταναλωτικά αγαθά που τώρα πλέον παράγονταν φθηνά και μαζικά χρησιμοποιώντας τις μεθόδους της αλυσίδας παραγωγής που ανέπτυξε ο Henry Ford. Αυτή η στρατηγική, γνωστή σε πολλούς αναλυτές ως φορντισμός, είχε σαν στόχο να υπάρχει ένα αμάξι σε κάθε γκαράζ, ένα ψυγείο σε κάθε κουζίνα, όλα αγορασμένα με τους μισθούς που πληρώνονταν οι ίδιοι που παρήγαγαν το αμάξι και το ψυγείο.

Αρχικά, ο φορντικός καταναλωτισμός φαινόταν σε αρμονία με την συσσωρευτική κοινωνική προσωπικότητα (όπως και είναι ακόμα, ως κάποιο βαθμό). Κάθε εργάτης θα μπορούσε να αποκτήσει τα παράσημα της Ιδιοκτησίας-πιστοποιητικά αρετής. Όπως έδειξαν οι Stewart και Mary Ewen, η διαφήμιση κατά τον μεσοπόλεμο (ακόμα και στο �50 για κάποια προϊόντα) εδραιώθηκε στις ανασφάλειες της συγκεκριμένης κοινωνικής προσωπικότητας: άγχος για την μόλυνση και τη βρωμιά, ηθική της εργασίας-εργατικότητας, θέληση ανταγωνισμού με το αμέσως ανώτερο εισοδηματικό επίπεδο, κομφορμισμός-ανάγκη προσαρμογής. Τα αμάξια του Ford (πάντοτε μαύρα) αρχικά πωλούνταν σαν το πιο αποτελεσματικό μεταφορικό μέσο, και τα ψυγεία (πάντα λευκά) σαν εγγύηση υγιεινής και καθαριότητας.

Ήδη όμως, μια άλλη αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Στο βιβλίο του The Road to Wigan Pier (1937), ο George Orwell παρατηρεί πως η νεολαία της αγγλικής εργατικής τάξης είχε αδυναμία στα πολύχρωμα, μοντέρνα ρούχα που φθείρονταν εύκολα, παρά τις καλοραμμένες και μελαγχολικές φόρμες των γονιών τους. Παρά την κακή ποιότητά τους, τέτοια φανταχτερά ρούχα ήταν τόσο φθηνά που εύκολα αγοράζονταν καινούρια διαρκώς. Όπως οι αμερικανοί συνομήλικοί τους, αυτοί οι νεολαίοι γούσταραν να χορεύουν, κυρίως jazz και big-band swing, ενώ οι χοροί τους γίνονταν ολοένα και αγριότεροι. ’ρχισαν έπειτα να πηγαίνουν στον κινηματογράφο και να πασχίζουν να μιμηθούν τις γκλαμουράτες εικόνες ρομάντσου που έβλεπαν εκεί.

Τα νέα καταναλωτικά και ψυχαγωγικά ήθη που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στην νεολαία στα τέλη της εποχής της ύφεσης σκιαγράφησαν τον προσανατολισμό που θα έπαιρνε το εμπόριο μετά τον ΄Β παγκόσμιο πόλεμο. Ο συγκρατημένος συσσωρευτικός καταναλωτισμός της προηγούμενης γενιάς δεν αρκούσε πια για να απορροφήσει την απεριόριστη εκροή μιας όλο και περισσότερο αυτοματοποιημένης μαζικής παραγωγής, που δοκιμάστηκε πρώτα στην βιομηχανία όπλων. Αυτά αναφορικά με την δίχως προηγούμενο αποτελεσματικότητά της. Όσον αφορά την επίτευξη της ελάχιστης ταχύτητας αντικατάστασης, τα καταναλωτικά αγαθά έπρεπε να πάρουν το χρίσμα της μόδας, όπως γινόταν πάντοτε για την αριστοκρατία και τα υψηλότερα στελέχη της μπουρζουαζίας. Κατά το τέλος του �50, αυτό σήμαινε την εφαρμογή μιας υποβολιμαίας και προσχεδιασμένης τάσης περιοδικής αντικατάστασης καταναλωτικών αγαθών, (που προηγουμένως αφορούσε αντικείμενα όπως τα προϊόντα από νάιλον, λαμπτήρες και ξυραφάκια) σε καταναλωτικά αγαθά διαρκείας όπως τα αυτοκίνητα ή οι ηλεκτρικές σκούπες. Στο επίπεδο της διαφήμισης κάτι τέτοιο σημαίνει ότι έπρεπε να διεγερθεί η επιθυμία για το κάθε τι. Η καταπίεση που προκαλούσε η συσσώρευση αντικειμένων χαλάρωσε, και η εκμετάλλευση των ηδονιστικών ορμών που είχε ήδη ξεκινήσει πριν τον πόλεμο, επιταχύνθηκε.

Αυτή η ηδονιστική ανέλιξη μπορεί να ειδωθεί ως μερική επαναφομοίωση όλων εκείνων των σκοτεινών χαρακτηριστικών που είχαν εξοριστεί από την λευκή συσσωρευτική κοινωνική προσωπικότητα, των πιο ανοιχτών σεξουαλικά και αισθητικά, προσανατολισμένα στην άμεση παρά σε συγκρατημένη ικανοποίηση, προς την διαχυτικότητα παρά στον επιφυλακτικό συντηρητισμό, σε μια ροπή προς κατανάλωση και ξόδεμα παρά προς αποταμίευση. Αυτές οι τάσεις όμως ήρθαν γρήγορα σε σύγκρουση με τις συσσωρευτικές αξίες που ακόμη κυριαρχούσαν στην πολιτική, θρησκευτική και αστική φιλολογία καθώς επίσης και στην διαφήμιση.