Αναρχοπάνκ, το ALF και η απεργία των ανθρακωρύχων

Αναρχοπάνκ, το ALF και η απεργία των ανθρακωρύχων – μια διδακτική ιστορία από τα 80s

«Έχω μια αίσθηση φόβου μαζί κι απέχθειας, όταν βλέπω συντρόφους που μισούν το παρελθόν τους, ή ακόμη χειρότερα, που το αποκρύπτουν. Δεν αρνούμαι το παρελθόν μου, για παράδειγμα την εργατίστικη περίοδό μου, αντιθέτως, το αποδέχομαι. Αν πετάμε τα πάντα μακριά, θα ζούμε σε μια κατάσταση μόνιμης σχιζοφρένειας.» (Sergio Bologna, «Wright» 1996)

Αυτός ο απολογισμός του κινήματος από το αναρχοπάνκ στους ταξικούς αγώνες των 1980s, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις δικές μας εμπειρίες. Πιστεύουμε ότι αξίζει να μιλήσουμε γι αυτό, γιατί σχετίζεται επίσης με διαφορετικές εποχές και καταστάσεις. Τα ζητήματα των ζώων και της φύσης συχνά συνδυάζονται με τις λεγόμενες «αντικουλτούρες», και τείνουν να παραβλέπονται καθώς οι άνθρωποι εμπλέκονται σε κάποια πιο παραδοσιακή ριζοσπαστική πολιτική. Μπορούμε να δούμε τον παραλληλισμό στο σημαντικό αριθμό πολιτικοποιημένων «χίππηδων» που απορροφήθηκαν από το SWP (σοσιαλιστικό κόμμα) και από άλλες παρεμφερείς ομάδες στα τέλη του ’60/ αρχές ’70. Σήμερα ο αριθμός των διαδηλωτών ενάντια στην επέκταση των αυτοκινητοδρόμων που υιοθετεί ή προσεγγίζει κομμουνιστικές θέσεις, είναι επίσης μια ένδειξη των λαθών που έγιναν από τη γενιά του ’80. Η υιοθέτηση μιας κομμουνιστικής θεώρησης μπορεί να είναι ένα βήμα μπροστά, αλλά όχι αν αυτό σημαίνει να εγκαταλείπεις οτιδήποτε ανατρεπτικό υπήρχε στη δράση σου.

Στις αρχές του ’80 το αναρχικό κίνημα στη Βρετανία πήρε μια τεράστια ώθηση σαν κλωτσιά στον κώλο, λόγω της εισροής πολιτικοποιημένων πανκ ακτιβιστών. Ο αναρχοπανκ χώρος ήταν συνδεδεμένος με διάσημες μπάντες όπως οι Crass, οι Poison Girls, και οι Conflict αλλά ακόμα και σε επαρχιακές πόλεις σε όλη τη χώρα (κι ακόμα σε όλη την Ευρώπη και παραπέρα) χιλιάδες άνθρωποι σχημάτιζαν δικές τους μπάντες, έστηναν συναυλίες σε καταλήψεις και γενικά βρίζαν το σύστημα. Σε πολιτικό επίπεδο, δινόταν έμφαση σε ένα μείγμα lifestyle αποκοπής από το «σύστημα» (άρνηση της εργασίας, μποϋκοτάζ στα πάντα κλπ) και άμεσης δράσης ενάντια στις «πολυεθνικές του θανάτου». Το απόγειο στη Βρετανία ήταν στα 1983/84 όταν εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο οικονομικό κέντρο του Λονδίνου για τη δράση “Stop The City”, βάζοντας στο στόχαστρό τους κυρίως εταιρίες που σχετίζονταν με το εμπόριο όπλων, την οικολογική καταστροφή και την εκμετάλλευση των ζώων. Η απελευθέρωση των ζώων (Animal liberation) ήταν κεντρικό ζήτημα για το αναρχοπάνκ. Σχεδόν κάθε συγκρότημα είχε ένα τραγούδι για το κυνήγι ή τα πειράματα στα ζώα, και πολλά εξώφυλλα δίσκων φιλοξενούσαν εικόνες ζώων σε διάφορες μορφές κακοποίησης. Πολλοί πανκς υιοθέτησαν ένα χορτοφαγικό lifestyle και ρίχτηκαν στον ακτιβισμό υπέρ των ζώων  οι πανκς αποτελούσαν την πλειοψηφία των ομάδων που σαμποτάραν τα οργανωμένα κυνήγια.

Την περίοδο αυτή, το κίνημα της άμεσης δράσης για την απελευθέρωση των ζώων κορυφώθηκε. Το Μέτωπο Απελευθέρωσης Ζώων (ALF-Animal Liberation Front) ιδρύθηκε στα 1976 και στις αρχές του ’80 οι πρακτικές διάρρηξης και απελευθέρωσης ζώων από εργαστήρια, το οικονομικό σαμποτάζ ενάντια στο κυνήγι, τις βιομηχανοποιημένες φάρμες και τα πειράματα σε ζώα, έφτασαν σε πρωτόγνωρα επίπεδα και απολάμβαναν ευρεία υποστήριξη. Το ALF ήταν, και παραμένει, μια οργάνωση αποκεντρωμένων πυρήνων, με μια παράλληλη δομή ομάδων υποστηρικτών που φέρνει τους ανθρώπους σε επαφή μεταξύ τους, βγάζει δελτία τύπου, και υποστηρίζει τους φυλακισμένους αγωνιστές. Παράλληλα με τον πυρήνα των κανονικών ακτιβιστών υπήρχε ένα πιο εκτεταμένο πλαίσιο ανθρώπων που χρησιμοποιούσαν την υπογραφή αυτή σε δράσεις και σαμποτάζ χαμηλής έντασης όπως σπάσιμο τζαμιών και κόλλημα κλειδαριών.

Ταυτόχρονα με το ALF υπήρχε ένα ευρύτερο κίνημα άμεσης δράσης, περιλαμβάνοντας μαχητικές διαδηλώσεις (όπως η έφοδος 2.000 ανθρώπων στο στρατιωτικό εργαστήριο του Porton Down στα 1982) και μαζικές εισβολές σε εργαστήρια, όχι τόσο για να απελευθερωθούν τα ζώα, όσο για να συγκεντρωθούν στοιχεία για την κακοποίηση που υφίσταται εκεί. Στα 1984 εκατοντάδες άνθρωποι πήραν μέρος στις εισβολές του Βόρειου, Νοτιοανατολικού και Ανατολικού Αγώνα για την απελευθέρωση των Ζώων, στα κυριότερα εργαστήρια της χώρας, όπως αυτά των εταιριών ICI, Unilever και Wickham. Αναπόφευκτα η κρατική καταστολή και η ποινικοποίηση του κινήματος εντάθηκε – 25 άνθρωποι φυλακίστηκαν για τη δράση στη Unilever.

Το 1984 επίσης, έκανε την εμφάνισή του ο πιο διαρκής και σφοδρός αγώνας στην πρόσφατη ιστορία της ταξικής πάλης στη Βρετανία – Η απεργία των ανθρακωρύχων. Η απεργία έθεσε μια κεντρική και τελειωτική πρόκληση για την αναρχοπάνκ ιδεολογία. Χονδρικά, η κοσμοθεωρία αυτή έτεινε να χωρίζει ηθικά τον κόσμο αυτό σε δυο στρατόπεδα – τους καλούς (αυτούς που σκέφτονταν ή δρούσαν όπως οι αναρχοπανκς) και τους κακούς (που συνεργάζονταν με το σύστημα). Στο ξεκίνημα της απεργίας, πολλοί πανκς θα τοποθετούσαν τους ανθρακωρύχους στη δεύτερη κατηγορία – άλλωστε, μήπως και οι περισσότεροι από τους ανθρακωρύχους δεν έτρωγαν κρέας και μάχονταν μόνο και μόνο για να μη χάσουν τη δουλειά τους; Αντιμέτωποι με την αυξανόμενη κοινωνική πόλωση που αναπτυσσόταν γύρω από την απεργία, και την ενθουσιώδη αντίσταση των μαχητικών ανθρακωρύχων, σχεδόν όλοι πέρασαν στην άλλη πλευρά. Γύρω από τους Chumbawamba από το Leeds (πολλά χρόνια πριν τις μέρες της Top of the Pops κατάντιάς τους), τα περισσότερα αναρχικά συγκροτήματα, συμπεριλαμβανομένων των Crass, είχαν παίξει για υποστήριξη των ανθρακωρύχων μέχρι το τέλος της απεργίας τους.

Η βία της απεργίας των ανθρακωρύχων επίσης αποδυνάμωσε την επιρροή του ειρηνισμού στην πανκ σκηνή. Το νέο κλίμα εκφράστηκε μέσα από την εφημερίδα Class War, που στήθηκε στα 1983, συνδυάζοντας πανκ αισθητική με έναν λόγο ταξικής βίας και επανάστασης. Η αρχική Class War ήταν απολύτως σαφής ότι η απελευθέρωση των ζώων ήταν μέρος του επαναστατικού κινήματος ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Θέτοντας σε κίνηση την «εαρινή εκστρατεία» της εναντίον των πλουσίων, το εξώφυλλό της απεικόνιζε μια φωτογραφία ενός κυνηγού και το σλόγκαν «γαμημένο πλούσιο κάθαρμα, δε θα μας τη γλιτώσεις». Ένα άρθρο στο ίδιο τεύχος δήλωνε: «Η Class War υποστηρίζει ολόψυχα το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων. Πολλοί από μας συμμετέχουν στους «Σαμποτέρς του Κυνηγιού» και αναλαμβάνουν δράσεις σε εργαστήρια και φάρμες εκμετάλλευσης ζώων, σε όλη τη χώρα».

Η Class War παρενέβαινε σε πορείες ενάντια στα πειράματα καταγγέλλοντας τους «γραφειοκράτες του BUAV (Βρετανική Ένωση για την Κατάργηση των Πειραμάτων σε ζώα) και τον φόβο τους για την «αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση του κινήματος απελευθέρωσης των ζώων, την παράτολμη εμμονή του στις επιθέσεις ενάντια στην ιδιοκτησία και στις συγκρούσεις με την αστυνομία». Για τα προβλήματα που δημιουργούσαν αποκηρύχθηκαν από τη BUAV ως προβοκάτορες, μετά τις συγκρούσεις με την αστυνομία στα εργαστήρια της Biorex στο Islington. H Class War έβλεπε την μαχητικότητα του κινήματος με ενθουσιασμό, εκφράζοντας την ελπίδα ότι: «οι βίαιες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης ζώων θα διαχυθούν σε βίαιες επιθέσεις προς κάθε τομέα αυτής της σκατο-κοινωνίας». Ωστόσο με την μετατροπή της Class War σε εθνικής εμβέλειας ομοσπονδία (και την αποχώρηση μερικών από τα ιδρυτικά της μέλη) υιοθέτησε πιο παραδοσιακές εργατίστικες θέσεις, και η απελευθέρωση των ζώων χάθηκε από τον ορίζοντα των αναφορών της. Η αναρχοπάνκ σκηνή άρχισε να διαλύεται. Οι Crass αποσύρθηκαν, και οι επαρχιακές σκηνές συχνά καταντούσαν μίζερες κλίκες. Κάποιοι προσπάθησαν απλώς να συνεχίσουν να κάνουν ότι έκαναν και πριν – μια αναρχοπάνκ σκηνή προσδιορισμένη βάσει των δεδομένων του 1980 συνεχίζει ακόμα και σήμερα, αλλά πια δεν αποτελεί επιθετικό κίνημα παρά μια ρηχή υποκουλτούρα. Κάποιοι άλλοι, τράβηξαν αυτόν τον τρόπο ζωής στα άκρα, ταξιδεύοντας από το ένα μέρος στο άλλο, άλλοι πήγαν να γίνουν καλλιεργητές στην Ιρλανδία. Μερικοί πέσανε στα ναρκωτικά. ’λλοι απλά τα διέγραψαν όλα πίσω τους, σαν μια νεανική απερισκεψία. Κάποιοι από αυτούς που παρέμειναν συγκεντρωμένοι πρωταρχικά στο ζήτημα των ζώων, εγκλωβίστηκαν σε μια σπείρα ολοένα αυξανόμενης καταστολής από την μία και της απομόνωσης στην μαχητικότητα ενός μικρού πυρήνα ακτιβιστών. Η μαζική άμεση δράση γρήγορα εξέλειψε κι υποκαταστάθηκε από μια σειρά εμπρησμούς, απειλές για δηλητηριασμένα προϊόντα, κι ακόμα βομβιστικών επιθέσεων, την ευθύνη των οποίων αναλάμβανε η ARM – Animal Rights Militia.

Οι περισσότεροι από τους (πρώην) αναρχοπάνκς, που παρέμειναν πολιτικά ενεργοί κινήθηκαν προς μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, ανακαλύπτοντας από την αρχή διάφορες μορφές ταξικής σύγκρουσης. Από τη διαδικασία αυτή, περισσότερο επωφελήθηκε η Class War, αλλά και όλες οι τάσεις του αντιεξουσιαστικού, κομμουνιστικού χώρου γνώρισαν μια αναζωογόνηση, ακόμα και το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα άμεσης δράσης, η αναρχοκομμουνιστική ομοσπονδία και οι διάφορες ακροαριστερές ή μετακαταστασιακές ομάδες.

Από την άποψη της ανάπτυξης ενός ριζοσπαστικού αντι-καπιταλιστικού κινήματος, αυτός θα μπορούσε να είναι ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, αναλογιζόμενοι την ανατρεπτική πρακτική και τη φαντασία της αναρχοπάνκ σκηνής με μια πιο ξεκάθαρη κατανόηση του καπιταλισμού και του κομμουνισμού. Αλλά κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη. Αντίθετα, οι περισσότεροι άνθρωποι απλά διέγραψαν τις προηγούμενες απόψεις τους και υιοθέτησαν τις παραδοσιακές αναρχικές ή μαρξιστικές ιδεολογίες εξ ολοκλήρου. Τα κουρέματα, τα ρούχα και το διαιτολόγιο άλλαξαν με μιας καθώς οι άνθρωποι βιάζονταν να προσαρμοστούν στην αδιέξοδη ταυτότητα της «εργατικής τάξης» από την οποία είχαν προηγουμένως προσπαθήσει τόσο επίμονα να ξεφύγουν.

Τα ζώα πλέον ήταν εκτός θέματος, κι αν μη τι άλλο, το να τρως κρέας ήταν πια στην ταυτότητα του «καθημερινού ανθρώπου». Μερικοί φανατικοί χορτοφάγοι που είχαν καταδικάσει ηθικά τους άλλους γιατί έτρωγαν κρέας, τώρα κριτικάραν τους χορτοφάγους που δεν τρώνε κρέας. Το διαιτολόγιο μπορεί να άλλαξε αλλά η στάση της αυθεντίας είχε παραμείνει η ίδια. Το ενδιαφέρον για τα ζώα αποκηρύχθηκε σαν βίτσιο μεσοαστικό και φιλελεύθερο. Οι απόψεις αυτές συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις αντιλήψεις αρκετών ριζοσπαστών σήμερα, ιδιαίτερα αυτές που ανιχνεύουν την πολιτική τους συγκρότηση πίσω στο σχίσμα της αναρχοπάνκ σκηνής στα 1980.

Κοιτάζοντας πίσω, το πολύ που μπορούμε να πούμε για τις εξελίξεις του 1980 είναι ότι αντανακλούσαν ένα βήμα από μια σύγχυση ιδεών σε μια άλλη. Οι άνθρωποι δεν γίνονται περισσότερο ή λιγότεροι «εργατική τάξη» όταν υιοθετούν το πατροναρισμένο μοντέλο «προλεταριακού» τρόπου ζωής, απ’ ότι όταν είναι πανκς. Το να είσαι μέρος της εργατικής τάξης δεν έχει να κάνει με το τι φοράς, τι τρως ή πως μιλάς – έχει να κάνει με το να υφίστασαι μια ζωή κυριαρχούμενη από την εργασία (πράγμα που ισχύει όχι μόνο για τους μισθωτούς εργαζόμενους, αλλά και για τους άνεργους, οι συνθήκες ύπαρξης των οποίων κυριαρχούνται από τη σχέση τους με την αγορά εργασίας). Οι πρώην πανκς άρχισαν να τρώνε κρέας όπως και η αποδοχή του ειρηνισμού μετατράπηκε σε μια αποθέωση της βίας και του τρόμου, σε επίπεδο «αιμοσταγούς κομμουνιστή». Αλλά αυτό που ήταν (και είναι) απαραίτητο, δεν είναι η αντικατάσταση μιας λανθασμένης θέσης με την άρνησή της, αλλά μια σύνθεση που πάει πέρα από την εικονική αντίθεση του αντικατοπτρισμού αντικειμένου-ειδώλου.

Οι αναρχικοί της «ταξικής πάλης» αναγνώρισαν ότι οι βασικές κοινωνικές συγκρούσεις διαμορφώνουν τις εμπειρίες των ανθρώπων. Σπάνια όμως, η κριτική τους για τον κόσμο αυτό πήγαινε λίγο παραπέρα από ένα κάλεσμα στην εργατική τάξη να «πάρει τα πράγματα στα χέρια της», σαν να λέμε δηλαδή τα εργαστήρια και τις φάρμες εκμετάλλευσης ζώων, τα σφαγεία κλπ. συνεπώς γι αυτούς, το πρόβλημα με τα McDonalds ήταν ότι δεν διευθύνονταν δημοκρατικά και σε μια μη κερδοσκοπική βάση. Παρά τις ατομικιστικές και ηθικιστικές εμμονές του, το αναρχοπάνκ έθεσε σε μερικές περιπτώσεις μια ευρύτερη κριτική του καπιταλισμού σαν τρόπο ζωής. Αρνήθηκε να πάρει τα προϊόντα των σουπερμάρκετ σαν αυτό-αξία, μερικές φορές εντοπίζοντας σχολαστικά την αλυσίδα της ανθρώπινης και ζωικής σφαγής που παράγει το χάμπουργκερ. Και παρά το γεγονός ότι είχαν μια πιο συνεκτική κοσμοθεωρία, πολλοί όψιμοι αναρχικοί ανέπτυσσαν μια λιγότερο ανατρεπτική σχέση με τον κόσμο απ’ ότι πριν. Το αναρχοπάνκ περιλάμβανε μια πρακτική κριτική των πραγμάτων ως έχουν, όχι απλά στο επίπεδο της άμεσης δράσης, αλλά επίσης στην ανάπτυξη διαφορετικών τρόπων να κάνουμε κάτι, όπως με τη δημιουργία εναλλακτικών στην εμπορευματική διανομή της μουσικής. Για πολλούς αναρχικούς, η ανάπτυξη ανατρεπτικών ανθρώπινων σχέσεων περιοριζόταν για το μετά της επανάστασης, ή τουλάχιστον μετά την πώληση της επόμενης εφημερίδας. Μπορούμε ακόμα να δούμε την αναβίωση παραδοσιακών εργατίστικων ιδεολογιών σαν ενταφιασμό της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης της ζωής στον καπιταλισμό.

Η απελευθέρωση ζώων μπορεί να έχει διαγραφεί από τις προσωπικές βιογραφίες και την πολιτική ιστοριογραφία της επαναστατικής φιλολογίας, αλλά μπορούμε να πούμε ότι έχει συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Έχει εφοδιάσει τους ανθρώπους με μια γκάμα πρακτικών ικανοτήτων που μπορούν να εφαρμοστούν σε διαφορετικές συνθήκες. Έχει βοηθήσει τέλος, στο να τεθεί το θεμελιακό κοινωνικό ζήτημα της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων και του υπόλοιπου φυσικού κόσμου.

 

[Το άρθρο αυτό των Beasts of Burden μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε σε live την 1 Ιούνη 2007 στη Σαλονίκη, από τις «Εκδόσεις για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας»]