Ιστορίες από μια επανάσταση στη σοφίτα – φανζίν Katarzis

Ρομαντικές ιστορίες από μια επανάσταση στη σοφίτα

Το παρακάτω κείμενο μας έστειλε σύντροφος αναρχικός από τη Βουλγαρία. Το δημοσιεύουμε και εδώ καθώς με ένα εύγλωττο φανζινοειδές ύφος, περνά μέσα από μια προσωπική αφήγηση μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα τόσο για τη γενικότερη κοινωνική κατάσταση στη Βουλγαρία, όσο και για τη δική του περίπτωση, μιας ιδιότυπης κατάληψης στέγης στο χώρο εργασίας του!


Η ιστορία ξεκινά λίγο πριν το τέλος του τελευταίου μου εξαμήνου στο πανεπιστήμιο. Αφού πέρασα τέσσερα παλαβά χρόνια στις φοιτητικές εστίες της περίφημης πανεπιστημιούπολης της Σόφιας, το τέλος των σπουδών ερχόταν και η διαμονή μου στις φοιτητικές εστίες θα έληγε σύντομα. Έπρεπε να βρω στα γρήγορα ένα νέο μέρος για να μείνω, αν ήθελα να παραμείνω στη Σόφια. Βγήκα στη γύρα για ενοικιαστήρια, όμως όλα τα νοίκια, μου φαίνονταν υπερβολικά ακριβά για μένα. Εργαζόμουν τότε σε μια ιστοσελίδα. Η δουλειά ήταν σχετικά καλή-συνήθως έγραφα νέα και ανταποκρίσεις από συναυλίες, ανέβαζα φωτογραφίες, κι έκανα ένα πρωτόγονο είδος αρχειοθέτησης στα γραφεία. Το καλύτερο όμως ήταν ότι είχα μια ή και δύο βδομάδες άδειας κάθε μήνα, κατά τις οποίες μπορούσα να ταξιδεύω σ ολόκληρη τη χώρα, αν και το θέμα ήταν ότι ο μισθός μου ήταν ελεεινός. Όπως φαινόταν, αν σκόπευα να νοικιάσω ένα διαμέρισμα θα ‘πρεπε να βρω μια πιο “σοβαρή” και καλοπληρωμένη εργασία. Αυτό μου φάνηκε σαν να με δένουν με αλυσίδες, να πρέπει να δουλεύω όλο τον μήνα μόνο και μόνο για να βρίσκω λεφτά να πληρώνω το νοίκι και το φαγητό μου, και στην καλύτερη, να αποταμιεύω λίγα χρήματα για τη διασκέδαση των σαββατοκύριακων. Δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα, μιας και δεν ήθελα να ξεπουλήσω τον ελεύθερο χρόνο μου για έναν μισθό.

Τότε, μου ήρθε η πιο τέλεια ιδέα. Σκέφτηκα να κάνω κατάληψη στο χώρο της δουλειάς μου. Το αφεντικό έμενε στο εξωτερικό και ερχόταν στη Βουλγαρία μόνο για μερικές χρονικές περιόδους. Δεν είχα τίποτε να χάσω, οπότε το αποφάσισα. Το γραφείο ήταν μια σοφίτα με δυο δωμάτια κι μια τουαλέτα. Δεν είχα και πολλές αποσκευές στη Σόφια τότε, καθώς το μέλλον μου δεν ήταν και πολύ φωτεινό και αφού έφυγα από τις εστίες έμενα σε σπίτια φίλων μου. Με το σακίδιό μου στον ώμο, ήμουν σαν σαλιγκάρι, κουβαλώντας παντού το σπίτι μου. Έτσι μετακόμισα προσεκτικά στα γραφεία κι έκρυψα τα πράγματά μου σε ένα χαρτονένιο κιβώτιο.
Κοιμόμουν στον υπνόσακό μου στο πάτωμα. Το καλοκαίρι είχε μόλις μπει, και ο καιρός ήταν ζεστός. Το κακό με το γραφείο, ήταν ότι δεν είχε μπάνιο. Είχε μόνο μια τουαλέτα κι έναν νιπτήρα με κρύο νερό. Σκέφτηκα ότι δε θα ήταν και τόσο μεγάλο πρόβλημα, μιας και είχα μεγαλώσει σε χωριό, κι εκεί συνηθίζαμε να ζεσταίνουμε το νερό σε κουβάδες για να κάνουμε ένα μπάνιο. Στο πρώτο μπάνιο που προσπάθησα να κάνω στο γραφείο, είχα μια δυσάρεστη έκπληξη. Η τρύπα που έχει συνήθως στο πάτωμα για να φεύγουν τα νερά είχε βουλώσει και πλημμυρίσαμε. Προσπάθησα να την ξεβουλώσω, αλλά κατάλαβα ότι την είχαν μπλοκάρει οι γείτονες από κάτω.

Σκατά. Ζεστό καλοκαίρι, ιδρώτας, κι ούτε ένα μέρος να κάνεις ένα μπάνιο. Άρχισα να πηγαίνω στα σπίτια των φίλων μου για μπάνιο. Τότε επινόησα έναν πρωτοποριακό τρόπο να παίρνεις το μπάνιο σου: ζεσταίνουμε έναν κουβά νερό. Μουσκεύουμε ένα φανελάκι, και το χρησιμοποιούμε για να πλυθούμε. Έπειτα, σαπουνιζόμαστε και ξεπλένουμε με το μουσκεμένο φανελάκι. Αν γίνει με πολύ προσοχή, ίσως καταφέρουμε να μην ξαναπλημμυρίσουμε την τουαλέτα!

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπισα, ήταν όταν το αφεντικό ήρθε στη Βουλγαρία. Τότε, έμενε μερικές φορές μέχρι αργά την νύχτα στο γραφείο, και ήμουν αναγκασμένος να γυρίζω στους δρόμους μέχρι να φύγει. Έπρεπε επιπλέον να ξυπνάω νωρίς το πρωί, μιας και δε γινόταν να με πιάσει να κοιμάμαι στο γραφείο.

Κάπως έτσι, κατοικώντας “στην παρανομία”, το καλοκαίρι πέρασε και ήρθε το φθινόπωρο. Δεν είχα αποφασίσει αν ήθελα να συνεχίσω μ αυτόν τον τρόπο ζωής ή όχι. Έκανα τελικά μια συζήτηση με το αφεντικό μου, με το οποίο είχαμε μια καλή σχέση κι ακόμα δούλευα γι αυτόν από τότε που ανεβάσαμε τη σελίδα στο διαδίκτυο. Του είπα την ιστορία μου, κι ότι δεν είχα κάπου να κοιμηθώ. Τελικά, μου επέτρεψε να συνεχίσω να κοιμάμαι στο γραφείο, αλλά μου είπε να μην κάνω καμιά τρέλα εκεί.

Δεν έκανα ιδιαίτερη κατάχρηση της εμπιστοσύνης του αφεντικού, πάντως όταν έφυγε ξανά στο εξωτερικό, παρείχα καταφύγιο σε μερικούς ταξιδιώτες συντρόφους που δεν είχαν μέρος να μείνουν στη Σόφια. Ακόμα, αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε τη σοφίτα σαν στούντιο για πρόβες και ηχογραφήσεις. Με δυο ακόμα “πράκτορες” από την κολλεκτίβα Katarzis, φτιάξαμε μια ακουστική αναρχο-πανκ μπάντα. Κιθάρες, φλάουτα, κρουστά, και πορωτικοί στίχοι για την αντίσταση και μια καλύτερη ζωή γέμιζαν τη σοφίτα. Εκεί, επίσης, κάναμε όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για τις διαδηλώσεις: πανώ, αφίσες, φυλλάδια, φανζίν… Το γραφείο μεταμορφώθηκε σ’ ένα μέρος μαγικό. Ήμουν γεμάτος ενθουσιασμό και ζούσα τις δικές μου μέρες πολέμου και νύχτες έρωτα.

Έπειτα, ήρθε ο χειμώνας κι ο καιρός ψύχρανε. Για καλή μου τύχη είχα βρει ένα στρώμα στο δρόμο, μιας και το πάτωμα ήδη ήταν παγωμένο. Δεν ήθελα να ανάβω τη θέρμανση, γιατί θα αναγκαζόμουν να πληρώνω μέρος των λογαριασμών του ηλεκτρισμού. Τις κρύες νύχτες λοιπόν, έπρεπε να κοιμάμαι με 2 υπνόσακους, 2-3 μπλούζες, παντελόνια και μάλλινες κάλτσες. Μιλάμε για μια πραγματικά hard-core σκατοκατάσταση, όμως το αίμα μου έβραζε από οργή. Ευτυχώς, ο χειμώνας ήταν σύντομος.

Σκέφτηκα τότε, ότι μετά απ’ όσα πέρασα, δεν με σταματούσε τίποτα. Η άνοιξη και το καλοκαίρι πέρασαν με το ίδιο πάθος στην καρδιά μου. Είχα αρχίσει όμως να σιχαίνομαι τη ζωή στην πρωτεύουσα. Μεγάλη πόλη, μεγάλα σκατά. Κατάφερα να φυλάξω μερικά χρήματα παρά τον χαμηλό μισθό μου, κι αποφάσισα να σπάσω τις αλυσίδες μου: Ήθελα να βάλω μπρος ένα πιο ακτιβιστικό σχέδιο, όποτε παραιτήθηκα από τη δουλειά μου και παράτησα τη Σόφια.
Τώρα μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα: να γράφω και να μοιράζω αναρχικό υλικό, να στήνουμε με τους φίλους μου μερικές εκδηλώσεις, προσπαθώ να βοηθώ τους ανθρώπους εδώ όσο μπορώ, να ταξιδεύω, να κάνω σκέιτ, γιόγκα και γυμναστική, ενώ έχω προγραμματίσει ακόμα κι ένα ταξίδι στην Ευρώπη ώστε να επισκευτώ αναρχικές κοινότητες και αγρο-κολλεκτίβες. Αν και μπορώ να κάνω, σχετικά, ότι θέλω, νιώθω συχνά νοσταλγία για τη ζωή μου στη Σόφια και ιδιαίτερα για τη ζωή μου στη σοφίτα. Μνήμες, καλές και άσχημες, με κάνουν να χαμογελώ για τον παλιό καλό καιρό. Αυτές κι αν ήταν μαγικές μέρες και νύχτες – η επανάσταση στη σοφίτα.