Επαναστατικός ντεφαιτισμός: Η ανταρσία της Banja Luka – ICG

Η Ανταρσία της Banja Luka, Bosnia – ICG

Πηγή: Communism #9, September 1993

* * *

Καθώς το κείμενό μας για τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και τους αγώνες που διεξήγαγε το προλεταριάτο ενάντια στη συνεχή υποβάθμιση των συνθηκών της ζωής του, όδευε προς το τυπογραφείο, ανταρσίες ξέσπασαν σε ορισμένους τομείς του σερβικού στρατού, επιβεβαιώνοντας ότι ακόμη και στη χειρότερη κατάσταση αντεπανάστασης η τάξη μας συνεχίζει να αποτελεί την μόνη εφικτή εναλλακτική στη φρίκη του καπιταλισμού. Οι πληροφορίες που έχουμε λάβει από αυτή την ζώνη πολέμου είναι αρκετά αποσπασματικές αλλά μπορούμε εντούτοις να δώσουμε μια ιδέα της δύναμης του προλεταριάτου, βάσει του ανατρεπτικού χαρακτήρα που περιέχει και τη κοινωνική αντίφαση που φέρει και που υπονομεύει όλους τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων όλων εκείνων που φτιάχτηκαν από τα “έμπιστα” και “πειθαρχημένα” στρατεύματα της αστικής τάξης.

Στο σερβικό προμαχώνα της Banja Luka (βόρειοδυτική Βοσνία) τρεις επίλεκτες μονάδες, το πρώτο σώμα στρατού της Krajina, η 16η μηχανοκίνητη μονάδα και η πρώτη τεθωρακισμένη ταξιαρχία, ξεκίνησαν την ανταρσία κατά την επιστροφή τους στο μέτωπο στις 10 Σεπτεμβρίου. Οι “Σέρβοι” -σε τέτοιες στιγμές σύγκρουσης οι εθνικότητες χάνονται!- λιποτάκτες εισέβαλαν στην πόλη με τα τεθωρακισμένα τους και πήραν υπό τον έλεγχό τους τα κύρια κυβερνητικά κτίρια, τους -ας σημειωθεί αυτό- τοπικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, το δημαρχείο της πόλης και τα κεντρικά αρχηγεία του στρατού! Οι αντάρτες όρισαν αμέσως μια ηγεσία, μια “έκτακτη γενική επιτροπή” που βαφτίστηκε “Σεπτέμβρης 93”, στην οποία συμμετείχαν χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί και φαντάροι. Επικεφαλής της βρέθηκε ένας δεκανέας!

Τα αιτήματά τους ήταν: μια αύξηση στον “άθλιο μισθό” τους (το ισότιμο 1 δολαρίου τον μήνα για τους συνηθισμένους στρατιώτες), σύλληψη των “πολεμοκάπηλων, που αντί να τους βλέπουνε στις τάφρους, πλουτίζουν με την ευλογία αυτών που βρίσκονται στην εξουσία, διάγοντας μια άνετη ζωή στα μετόπισθεν, συχνά σε κοσμικούς κύκλους”. Μια “μαύρη λίστα” 700 από τους “πολεμοκάπηλους” αυτούς συντάχθηκε και ξεκίνησαν συλλήψεις. Το ίδιο απόγευμα, ο δήμαρχος της πόλης είχε την τιμή να εγκαινιάσει τα υγρά μπουντρούμια. Εδώ και έναν μήνα οι στρατιώτες, τίποτα παραπάνω από προλεταρίους επιστρατευμένους στις στολές της πατρίδας, είχαν αρνηθεί τις συνθήκες ανυπαρξίας τους και επανειλημένα απείλησαν να “στρέψουν τις κάνες τους σ’ αυτούς στα μετόπισθεν!”, με τα λόγια των ίδιων. Τα χρήματα που έδινε το κράτος στις οικογένειές τους δεν ήταν αρκετά να καλύψουν καν τα έξοδα της κηδείας!

Το κίνημα αυτό αποκάλυψε τα βαθιά κοινωνικά ρήγματα που αναπτύχθηκαν καθώς ο πόλεμος τα σάρωνε. Εδώ, είναι σαφές ότι το “κοινωνικό συμβόλαιο” ΤΙΝΑΧΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ. Όλες οι “εκκλήσεις για σύνεση και ηρεμία” ήταν μάταιες. Από το σημείο αυτό η αστική τάξη επέβαλε μια σχεδιασμένη σιωπή που έλεγε πολλά για τους φόβους της μπρος στην αναζωπύρωση της ταξικής πάλης. Οι αστοί έπρεπε να αναγνωρίσουν την “παράλυσή τους μπροστά στο ξύπνημα των συγκρούσεων σέρβων με σέρβους ανάλογες των οποίων δεν είχαν ξαναδεί σε όλη την ιστορία τους”. Πίσω απ’ αυτή τη δημοσιογραφική φλυαρία της Le Monde η αστική τάξη προσπάθησε να κρύψει το φάσμα που τη στοιχειώνει, τον τρόμο της όταν βλέπει τους προλεταρίους να παίρνουν τα αληθινά όπλα τους, τάξη εναντίον τάξης, ενάντια σ’ αυτόν τον εφιάλτη.

Στην πραγματικότητα, οι λιποτάκτες πήραν την πόλη στα χέρια τους με την υποστήριξη των ίδιων των προλεταρίων της. Δεν ήταν παρά μια επίσημη και συμπυκνωμένη έκφραση ενός βαθιού κινήματος δυσαρέσκειας. Στην πόλη, η κατάσταση ήταν “ήρεμη”, δεν έπεφταν πια πυροβολισμοί τις νύχτες. Πράγμα που σημαίνει ότι το κράτος δεν τόλμησε ή δεν είχε πια τα μέσα να στείλει “έμπιστα” στρατεύματα να καταστείλουν την ανταρσία. Οι “Ράμπο” του καθήκοντος που εμφανίζονταν συνεχώς στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων εξαφανίστηκαν από τις λεωφόρους, σαρώθηκαν από την ανταρσία. Για πρώτη φορά μετά από αρκετούς μήνες η Banja Luka είχε μια ανεμπόδιστη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Οι εξεγερμένοι κατέλαβαν τα εργοστάσια ρεύματος και ξεκίνησαν να παρέχουν ηλεκτρισμό στην περιοχή που ήλεγχαν. Ενάντια σε όλες τις θυσίες που επέβαλε η αστική τάξη και η οικονομία του πολέμου της, οι προλετάριοι ντεφαιτιστές της Banja Luka ΕΠΕΒΑΛΑΝ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗ ΒΙΑ την άμεση ικανοποίηση των βασικών αναγκών μας!

Πολύ σύντομα, με την γνωστοποίηση της ανταρσίας της Banja Luka, πολυάριθμοι προλετάριοι σε διάφορες ταξιαρχίες του βοσνιακού σερβικού στρατού απέστειλαν τηλεγραφήματα αλληλεγγύης. Χάρη στην υποστήριξη αυτή, οι λιποτάκτες δήωσαν ότι ήθελαν να πάρουν υπό τον έλεγχό τους όλες τις μονάδες αυτές. Αλίμονο, δεν είναι οι ωραίες φράσεις που γενικεύουν ένα κίνημα: οι δηλώσεις και τα τηλεγραφήματα αλληλεγγύης δεν είναι αρκετά. Πίσω από τις λέξεις είναι οι δράσεις που έχουν σημασία. Αν το προλεταριάτο θέλει να ξεφορτωθεί οριστικά τα μακελειά στα οποία σφαγιάζεται για πάνω από δυο χρόνια τώρα στην περιοχή, η μία και μόνη λύση είναι η ΓΕΝΙΚΕΥΣΗ των πράξεων επαναστατικού ντεφαιτισμού. Πρέπει να τελειώνουμε με τους “σέρβους”, “κροάτες”, “μουσουλμάνους” και κάθε άλλη κατηγορία με τις οποίες το Κεφάλαιο προσπαθεί να μας καταβάλλει. Η ανάπτυξη του αγώνα έχει τις δικές της προϋποθέσεις: πρέπει να διαρρηγνύει την κοινωνική συνοχή όχι μόνο στις μονάδες του στρατού αλλά σε ολόκληρη την κοινωνία. Για τούτο χρειάζεται να τελειώνουμε μια και καλή με κάθε εθνικισμό, καταφάσκοντας δυνατά και με σαφήνεια στο ότι οι προλετάριοι δεν έχουν κανένα συμφέρον ούτε από τον πόλεμο, ούτε από αυτόν τον θνήσκοντα κόσμο. Καλούμε μόνο σε ΕΝΑΝ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΠΟΛΕΜΟ, αυτόν ενάντια στους εκμεταλλευτές μας, είτε αυτοί είναι σέρβοι, είτε κροάτες, είτε μουσουλμάνοι είτε οτιδήποτε. Ενάντιά τους δεν πρέπει να υπάρχει έλεος. Κάθε έλεος θα ήταν ένα σημάδι αδυναμίας.

Το να βελτιώσουμε τις συνθήκες ζωής μας -κι ακόμη να ΠΑΜΕ ΠΕΡΑ απ’ αυτές- μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια γενίκευση της ισορροπίας δυνάμεων που οι λιποτάκτες της Banja Luka ήταν ικανοί να εγκαθιδρύσουν τοπικά. Στην πραγματικότητα γενίκευση τους σημαίνει άμεση επίθεση και καταστροφή κάθε τί που συμβολίζει το Κράτος. Οι προλετάριοι από διάφορες μονάδες, σε αλληλεγγύη με τους λιποτάκτες καθησύχασαν τους εαυτούς τους με δηλώσεις προθέσεων όταν η κατάσταση ΑΠΑΙΤΟΥΣΕ κάτι άλλο: όχι μόνο ΠΕΡΑΣΜΑ ανοιχτά στο πλευρό της εξέγερση αλλά επίσης ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ της μέσω μιας ριζοσπαστικοποίησης των αιτημάτων και παγκοσμιοποίησής τους προκειμένου να δοθεί ένα τέλος στη σφαγή. Η κατάσταση καλούσε σε μια σύλληψη των αξιωματικών, χρήσης των όπλων τους για επίθεση στο Κράτος κλπ…

Οι λέξεις δεν έκαναν ποτέ κάποια διαφορά στην μιζέρια μας!!!

Η κατάσταση τώρα χαρακτηρίζεται από μια κατάσταση γενικής αδυναμίας της τάξης μας σε όλους τους αγώνες που διεξάγονται στον κόσμο. Υπάρχει μια έλλειψη συνέχειας, σύνδεσης και επέκτασής τους. Οπουδήποτε ξεσπούν αγώνες, κάποιες απεργίες, κάποιες συγκρούσεις σε διαφορετικά μέρη, το Κεφάλαιο επιτυγχάνει να συντηρεί αυτό το διαχωρισμό, εκεί, αυτό που συμβαίνει είναι ότι η κοινότητα της αθλιότητας και του αγώνα μπορούν να βρεθούν! Ενώ στην Banja Luka οι λιποτάκτες έδειξαν ότι ηττήθηκαν όταν άρχισαν να δέχονται την άποψη ότι τα αιτήματά τους θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν από το κράτος, στη Λιθουανία άλλοι στρατιώτες λιποτάκτησαν.

Από αυτόν τον τύπο δράσης οι προλετάριοι φέρνουν στο προσκήνιο ολοέντα και εντονότερα την μόνη μας απάντηση ως τάξη που απειλείται με εξολοθρευτικούς πολέμους: τον επαναστατικό ντεφαιτισμό, την άρνηση να υποταχθούν στα σχέδια του εθνικισμού, να θυσιαστούν για την νέα “τους” χώρα! Οπουδήποτε η αστική τάξη είναι σε θέση να στρατολογεί προλεταρίους εξατομικευμένους σε υπηκόους μέσα σ’ αυτή τη μάζα που αποκαλείται “λαός” η τάξη μας αργά ή γρήγορα σηκώνει κεφάλι! Αλλού, η ανταρσία της Banja Luka θα μπορούσε να είναι “το πρώτο κίνημα εξέγερσης των στρατιωτών μεταξύ των σερβο-βοσνίων από την αρχή του πολέμου” (όπως αρέσκεται να την αποκαλεί το σύνολο των μίντια), όμως δεν ήταν η πρώτη εκδήλωση προλεταριακού ντεφαιτισμού ενάντια στη σύγκρουση αυτή (δες τα πολυάριθμα παραδείγματα στο κύριο κείμενό μας [1])

Παρά τις αδυναμίες που αντιμετώπιζε η μετάδοση της ανταρσίας της Banja Luka κέρδιζε έδαφος. Στις 14 Σεπτέμβρη οι εφημερίδες ανακοινώνουν ότι όχι μόνο σκλήρυναν τη στάση τους οι λιποτάκτες αλλά κι ότι ο ντεφαιτισμός εξαπλωνώταν και σε άλλες μονάδες όπως για παράδειγμα η πόλη κάτεργο του Sokolac κοντά στο Sarajevo.

Διασπασμένη από τις αποφάσεις της, η ανταρσία τώρα ισορροπούσε μεταξύ της δύναμης και της αδυναμίας της. Οι προλετάριοι έπεσαν στη παγίδα που έστησαν οι επαγγελματίες του διαμεσολαβημένου διαλόγου. Όλο και περισσότερο η ανταρσία χάνει το ανατρεπτικό της περιεχόμενο και επανεισέρχεται στον ανελέητο κύκλο των διαπραγματεύσεων, προτάσεων, αντι-προτάσεων, συμφωνιών και λοιπών σκουπιδιών του ίδιου είδους τα οποία ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ σχετικά με την ανυπόφορη κατάσταση της δυστυχίας τους. Σιγά σιγά οι εξεγερμένοι ήρθαν να βρουν τη θέση τους στο μεγάλο σταθερό θέαμα της αστικής πολιτικής. Μετά από κάποια άμεσα αιτήματα που στόχευαν στη βελτίωση της θέσης τους, οι προλετάριοι έφτασαν να δηλητηριαστούν από τον πολιτικαντισμό και να κατηγορούν για τη δυστυχία τους την μία φράξια του Κράτους σε αντιπαράθεση με μια άλλη.

Στο τέλμα των διαπραγματεύσεων, οι εξεγερμένοι ξέχασαν τη δύναμή τους, καλώντας σε παραίτηση την εθνικιστική κυβέρνηση του Karadzic. Την ίδια στιγμή άφησαν να ξαναγυρίσει απ’ το παράθυρο αυτό που είχαν προηγουμένως κλωτσίσει έξω απ’ την πόρτα: ζήτησαν… έκτακτες γενικές εκλογές. Μέχρι τη στιγμή εκείνη, είχαν βασιστεί στα δικά τους όπλα – απεργίες, ντεφαιτισμός – προκειμένου να επιβάλλουν τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους, από κείνη τη στιγμή κι έπειτα υπαναχώρησαν παραδιδόμενοι στο εκλογικό πανηγύρι. Ωφελημένο από τις αδυναμίες αυτές, το Κράτος πέτυχε, μετά από μια αρχική περίοδο αδυναμίας, να γυρίσει το κίνημα σε ένα στενό πλαίσιο διαπραγματεύσεων προκειμένου να αποφύγει έναν παραγκωνισμό του. Ο στόχος ήταν να το μειώσει σε μια ειδική κατάσταση, ώστε να το επαναφομοιώσει και να το αδειάσει από κάθε ανατρεπτικό περιεχόμενο. Για την μια μονάδα το ζήτημα του στρατιωτικού μισθού ήταν κατάλληλο για να παιχτεί στις διαπραγματεύσεις, για κάποια άλλη η απόλυση κάποιου “διεφθαρμένου” αξιωματικού ή πολιτικού κλπ… Ήταν η αρχή του τέλους. Οι στασιαστές δεν τολμούσαν πλέον να βεβαιώσουν την ανωτερότητά τους ενώπιον του πανίσχυρου Κράτους. Κανείς από τους διάφορους υψηλόβαθμους διαμεσολαβητές που εισήχθηκαν διαδοχικά στη κουβέντα δεν πάρθηκε όμηρος, κάτι που θα αποτελούσε μια σαφή έκφραση της σοβαρότητας των αιτημάτων τους. Όχι, αφότου ξεκίνησαν, οι διαπραγματεύσεις αναπτύχθηκαν σύμφωνα με το κλασσικό σχήμα πασιφισμού και συμφιλίωσης. Ο κοινοβουλευτισμός και οι διαπραγματεύσεις έγιναν το πραγματικό πεδίο στο οποίο ολόκληρη η ισχύς της αστικής τάξης μπορούσε να επιβληηθεί με επιτυχία. Το κίνημα έμεινε στάσιμο για πάνω από μια βδομάδα. Όμως σε κάθε μια από τις δυο πλευρές υπήρχε το θέμα του status quo. Μετά από συνεχόμενες απόπειρες με απειλές, κολακίες, και εκκλήσεις στον πατριωτισμό, η αστική τάξη στόχευε ξεκάθαρα να κερδίσει έναν περιορισμό του κινήματος. Ο χρόνος και η έλλειψη προοπτικής των προλεταρίων ενίσχυε τη θέση της αστικής τάξης.

Αυτό που προσπάθησαν ήταν να κερδίσουν χρόνο δίνοντας “δίκιο” στα αιτήματα, αλλά όχι και στις μεθόδους των στασιαστών. Συζητώντας κάποια από τα αιτήματά τους, η αστική τάξη προσπάθησε να διορθώσει το κίνημα ενώ ταυτόχρονα το άφηνε στάσιμο να παρακμάζει. Ήλπιζαν έτσι να απενεργοποιήσουν τους προλεταρίους, απομονώνοντας τους πιο μαχητικούς, κατηγορώντας τους για “προδοσία”. Τους ζητούσαν να επιστρέψουν στα στρατόπεδα, ενώ ταυτόχρονα ανέμιζαν τη σημαία της “πατρίδας που κινδυνεύει”. Στιγματίζοντας την ανταρσία ως “βοήθεια στους εχθρούς μας” πραγματοποίησαν μια ισχυρή έκκληση στον πατριωτισμό των στασιαστών καθώς η διαμάχη διπλασίαζε τη βία της στην Krajina.

Συμβιβασμένοι με την κοινοβουλευτική λογική οι στασιαστές είχαν αποκλιμακώσει τα αιτήματά τους για “ενεργά μέτρα ενάντια στους πολεμοκάπηλους”. Και σε ποιούς απευθύνονταν πλέον, και από ποιούς τα απαιτούσαν; Από το Κράτος, αυτό που αποτελεί τον πιο σημαντικό εκπρόσωπο της τάξης που ΖΕΙ απομυζώντας τον πόλεμο: τους αστούς. Παρά το γεγονός ότι διαβεβαίωναν ότι οι υπάρχοντες ανώτεροι αξιωματικοί “δεν ήταν κατάλληλοι για τη δουλειά τους” την οποία καταχράστηκαν “για να πλουτίσουν”, η “μαύρη λίστα” τους δε συμπεριέλαβε ποτέ αυτούς με τους οποίους διαπραγματεύονταν! Ακόμα μια από τις αντιφάσεις των προλεταρίων αυτών.

Αφότου χαλάρωσε και κατασβήστηκε εντελώς, η ανταρσία παρέδωσε τα όπλα της και υπέκυψε στη διττή επίθεση των υποσχέσεων και της καταστολής. Το κράτος αντάμειψε τους λιποτάκτες που αποκήρρυξαν τον αγώνας τους με 10 μέρες άδειας και την υπόσχεση να τους ικανοποιήσει τα κοινωνικά αιτήματά τους, ενώ μια επιλεκτική καταστολή τσάκισε τους βασικούς ηγέτες της ανταρσίας. Οι συλλήψεις ήταν η τελική απάντηση των εχθρών μας.

Η συνέχιση της καπιταλιστικής σφαγής και η επιστροφή στο διπλωματικό παιχνίδι (οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης) μπόρεσαν να επιβληθούν μόνο μετά την ήττα του προλεταριάτου!!! “Για μια νέα Γενεύη, η ηρεμία πρέπει να επικρατήσει στην Banja Luka!” Η αστική τάξη γνώριζε πάντα την τέχνη της διαχείρισης του πολέμου, όπως διαχειρίζεται και την ειρήνη προς το συμφέρον της – προκειμένου να μας χαλιναγωγήσει, να μας οδηγήσει υπάκοα στους τόπους της σφαγής, στα εργοστάσια! Κερδισμένη από όλες τις αδυναμίες της ανταρσίας, από την έλλειψη επέκτασής της, από το δημοκρατικό δηλητήριο που τη διέφθειρε, το Κράτος την τσάκισε ώστε να αποκαταστήσει προσωρινά την κοινωνική ειρήνη και να επανεκκινήσει τον πόλεμο στα χαρακώματα.

Παρά την ανηλεή κριτική που πρέπει να κατευθύνουμε άμεσα ενάντια στις αδυναμίες και τα εκφρασμένα όρια της ανταρσίας αυτής, οι κομμουνιστές αγωνιστές ρίχνουν φώς σε τέτοιες δράσεις που μας δείχνουν πως οι ντεφαιτιστικές μειοψηφίες είναι ζωντανές και τολμηρές. Τέτοιες ενέργειες εκφράζουν την άποψη ολόκληρης της τάξης μας. Αύριο οι ανταρσίες επαναστατικού ντεφαιτισμού θα κάνουν το ποιοτικό άλμα που περιλαμβάνει τη σύνδεση και οργάνωση του αγώνα ενάντια στον πόλεμο ΜΕ ΤΑ ΤΑΞΙΚΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΑΣ στην άλλη πλευρά των συνόρων που μας επιβάλλονται από το Κεφάλαιο.

Όμως ήδη σήμερα η αντίσταση των προλεταρίων στη Banja Luka μας αποδεικνύει ότι το προλεταριάτο δεν είναι πάντα προετοιμασμένο να σφαγεί στην κάθε νέα καπιταλιστική ανθρωποθυσία χωρίς να βγάλει άχνα. Ούτε να αποδεχτεί θυσίες, πειθαρχία, μιζέρια, θάνατο…

Ταξική αλληλεγγύη με τους επαναστάτες ντεφαιτιστές κάθε στρατόπεδου! Ας στρέψουμε τα όπλα μας ενάντια στους στρατηγούς μας, ενάντια στην αστική τάξη μας!

[1] Άλλες συλλογικές κινήσεις ντεφαιτισμού εμφανίστηκαν επίσης την ίδια χρονιά σε άλλα μέτωπα, όπως για παράδειγμα, στο Azerbaijan όπου προκειμένου να κατασταλεί το κύμα λιποταξίας που υποβάθμιζε το στρατό στο μέτωπο του Nagorny-Karabak, η αστική τάξη διέταξε την απαγόρευση κάθε εξόδου και τη στρατολόγηση κάθε νέου άνδρα μεταξύ 18 και 25 ετών στον εθνικό στρατό, από τον Απρίλη του 1993. Ποινές επιβλήθηκαν ενάντια στους λιποτάκτες, επιβεβαιώνοντας έτσι το ντεφαιτισμό που σάρωνε το στράτευμα.

 

1