Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη – Ένας Ανεξέλεγκτος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, Ισπανία 1937

Εισαγωγή:

“Μια συμμαχία μεταξύ δυο διαφορετικών μερών, στρέφεται υπέρ του πιο αντιδραστικού εκ των δυο. Η συμμαχία αναγκαστικά αποδυναμώνει το πιο προοδευτικό μέρος ελαχιστοποιώντας και διαστρέφοντας το πρόγραμμά του” -Μιχαήλ Μπακούνιν.

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από ένα μέλος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, μιας επαναστατικής πολιτοφυλακής που έδρασε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ως απάντηση προς την ακολουθούμενη στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών που επέβαλε η Δημοκρατική Κυβέρνηση. Αυτό σήμαινε την αναδιοργάνωσή τους σύμφωνα με τα πρότυπα τακτικού στρατού, με όλες τις ιεραρχικές βαθμίδες, και τον τρόπο λήψης και ακολούθησης αποφάσεων που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Η στρατιωτικοποίηση ήταν ένα κομβικό στοιχείο όσον αφορά την εδραίωση της εξουσίας των Σταλινικών επί της εργατικής τάξης κι ενάντια στην επανάσταση. Τους κατέστησε ικανούς να το πετύχουν λόγω της επιτυχίας της αντιφασιστικής ιδεολογίας της Δημοκρατίας που έπειθε πολλούς εργάτες να πολεμήσουν για λογαριασμό του Κράτους υπό τη δημοκρατική του μορφή ενάντια στην πιθανότητα ενός “φασιστικού” Κράτους, αφήνοντας κατά μέρους την επαναστατική πάλη. Τα αναρχικά αντικρατικά ιδεώδη δεν ήταν αρκετά για να εμποδίσουν τους ηγέτες της CNT να αναλάβουν κυβερνητικά υπουργικά πόστα. Η σταλινική Ρωσσία ήθελε περισσότερη εξουσία στην Ισπανία προκειμένου να ικανοποιήσει τους στόχους της δικής της μακροπρόθεσμης εξωτερικής πολιτικής. Τελικά ο Στάλιν ήταν πιο πρόθυμος να χαρίσει μια νίκη στον φασισμό παρά να ηττηθεί από την επανάσταση. Κάτι τέτοιο είναι φανερό στις απόπειρες των ισπανών εργατών, ιδιαίτερα στην Καταλωνία, να πάρουν τον έλεγχο και να κολλεκτιβοποιήσουν (να συλλογικοποιήσουν) τη γη και τη βιομηχανία, απόπειρες που η (δημοκρατική) κυβέρνηση κατέστειλε αιματηρά, όπως και στα γεγονότα του Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη, οπότε τα (δημοκρατικά) κυβερνητικά στρατεύματα επιτέθηκαν στις ένοπλες πολιτοφυλακές των εργατών που είχαν πάρει στα χέρια τους μεγάλο μέρος της πόλης. Η ήττα της ισπανικής επανάστασης και η νίκη του Φράνκο έδειξαν, όπως και κάθε κίνημα, εξέγερση κι επανάσταση της εργατικής τάξης έκτοτε, ότι το κράτος, οποιοδήποτε πολιτικό προσωπείο κι αν φέρει, παραμένει εχθρός μας.


Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη

Είμαι ένας δραπέτης των φυλακών του San Miguel de los Reyes, της αισχρής αυτής φυλακής που οικοδόμησε η μοναρχία για να θάβει ζωντανούς αυτούς που, καθώς δεν είναι δειλοί, δε σκύβουν το κεφάλι ποτέ στους διαβόητους νόμους που επιβάλλουν οι ισχυροί εναντίον των καταπιεσμένων. Εκεί με έβαλαν, όπως και τόσους άλλους, για να εξαλείψουν ένα έγκλημα, δηλαδή μια επανάσταση ενάντια στις ταπεινώσεις που υπέφερε ένα ολόκληρο χωριό, με λίγα λόγια, για τον φόνο ενός δυνάστη.

Νέα παιδιά όλοι τους όπως κι εγώ, που μπήκα στη φυλακή εικοσιτριών χρονών, για να βγω στα τριαντατέσσερα, όταν οι αναρχικοί σύντροφοι άνοιξαν τις θύρες. Για ένδεκα χρόνια υποβλήθηκα στο μαρτύριο του να μην είσαι άνθρωπος αλλά απλώς ένα πράγμα, ένας αριθμό!

Πολλοί κρατούμενοι που είχαν υποφέρει όπως κι εγώ την κακομεταχείριση ήδη απ’ τη γέννα, απελευθερώθηκαν μαζί μου. Κάποιοι απ’ αυτούς, ελεύθεροι πια, πήραν ο καθένας τον δρόμο του. Άλλοι, όπως κι εγώ, ενωθήκαμε με τους απελευθερωτές μας, που μας αντιμετώπισαν σαν φίλους και μας αγάπησαν σαν αδερφούς. Μαζί τους σχηματίσαμε βήμα-βήμα τη Σιδηρά Ταξιαρχία, μαζί τους, ολοένα και ταχύτερα, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα κι αφοπλίσαμε τους Εθνοφρουρούς. Και μαζί τους κυνήγσαμε τους φασίστες ως τα όρη που κρύβονται τώρα. Συνηθισμένοι να παίρνουμε ο καθένας οτιδήποτε χρειαζόταν, κατασχέσαμε προμήθειες και όπλα απ’ τους φασίστες καθώς τους απωθούσαμε. Κατά καιρούς τρεφόμασταν χάρις σε προσφορές των χωρικών, και φροντίζοντας οι ίδιοι για τον οπλισμό μας, όχι με όπλα που θα μας έδινε κανείς σα δώρο, αλλά μ’ αυτά που παίρναμε με τα ίδια μας τα χέρια απ’ τους αντιδραστικούς. Το αυτόματο που κρατώ και χαιδεύω, που με συνοδεύει απ’ την μέρα που εγκατέλειψα τη φυλακή, είναι δικό μου, μου ανήκει. Το πήρα σαν άνδρας απ’ τα χέρια του παλιού ιδιοκτήτη του, και με τον ίδιο τρόπο αποκτήθηκε κάθε όπλο που βαστάμε και ανήκει στους συντρόφους μου.

Ούτε ψυχή δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για μας. Η αποχαύνωση της αστικής τάξης όταν βγήκαμε απ’ τη φυλακή, μοιράζεται πλέον απ’ όλους. Αντί να μας προσεγγίσουν, αντί να μας βοηθήσουν και να μας υποστηρίξουν, μας συμπεριφέρθηκαν σαν παράνομους, μας κατηγόρησαν ότι είμαστε “ανεξέλεγκτοι”, επειδή δεν θελήσαμε να υποτάξουμε τους ρυθμούς της ζωής μας, την διαρκή επιθυμία μας να είμαστε ελεύθεροι, στις ηλίθιες ιδιοτροπίες εκείνων που, επειδή κατέχουν μια θέση σ’ ένα υπουργείο ή σε κάποια επιτροπή, θεωρούν αλαζονικά τους εαυτούς τους αφέντες μας. Επίσης επειδή, αφού απαλλοτριώσαμε τους φασίστες, αλλάξαμε τον τρόπο ζωής στα χωριά απ’ όπου περάσαμε: εξοντώνοντας τους βάρβαρους αστυνομικούς διευθυντές που λήστευαν και βασάνιζαν τους χωρικούς και θέτοντας τον πλούτο τους στα χέρια αυτών που ξέρουν πώς να τον παράγουν: στους εργάτες.

Κανείς, το εγγυώμαι αυτό, κανείς δε θα μπορούσε να είχε συμπεριφερθεί πιο σωστά προς αβοήθητους και ενδεείς, προς εκείνους που είχαν ληστευθεί και καταδιωχθεί καθ’ όλην τη ζωή τους, απ’ ό,τι εμείς, οι ανεξέλεγκτοι, οι παράνομοι και δραπέτες κατάδικοι. Κανείς, κανείς -προκαλώ τον οποιονδήποτε να αποδείξει το αντίθετο- δεν ήταν πιο στοργικός και πιο εξυπηρετικός προς τα παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους. Κανείς, απολύτως κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την ταξιαρχία αυτήν -η οποία μόνης της, χωρίς καμμιά βοήθεια, ακόμα και με εμπόδια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή απ’ την αρχή- για έλλειψη αλληλεγγύης, για αυθαιρεσίες, για δειλία ή απειθαρχία στην μάχη, για εχθρότητα απέναντι στους αγρότες, ή για μη επαρκή επαναστατικότητα, επειδή το θάρρος και η γενναιότητα υπήρξαν ο πήχυς μας, η μεγαλοθυμία προς τους ηττημένους ο νόμος μας, η εγκαρδιότητα προς τους αδερφούς και τις αδερφές το σύνθημά μας και η καλοσύνη κι ο σεβασμός το θεμελιώδες πλαίσιο των ζωών μας.

Προς τί η μαύρη φήμη που έχει εξαπλωθεί γύρω μας; Προς τί η αναίσθητη προθυμία να απαξιωθούμε, μια καταδικασμένη απόπειρα, όταν αυτή η απαξίωση θα λειτουργήσει μόνο σε βάρος της επαναστατικής υπόθεσης και του ίδιου του πολέμου;

Υπάρχει -και όσοι από μας ήταν στη φυλακή, έχοντας υποφέρει περισσότερο από κάθε άλλον στη γη, το γνωρίζουμε καλά- μια έντονη διάχυση των αστικών αξιών σε κάθε πλευρά. Το αστικό πρότυπο ατόμου στη ψυχή και στο σώμα, η προσωποποίηση της μετριότητας και της δουλικότητας, τρέμει στην ιδέα μιας απώλειας της ησυχίας και της ασφάλειας, του καφέ και των τσιγάρων, των ταυρομαχιών, των θεαμάτων και των πορνείων. Κι όταν ακούει για την Ταξιαρχία μας, για τη Σιδηρά Ταξιαρχία, πυλώνα της επανάστασης στο Λεβάντε, ή όταν ακούει ότι η Ταξιαρχία έρχεται στη Βαλένθια, κακαρίζει τρέμοντας μπρος στη σκέψη να δει αυτήν τη χαϊδεμένη κι άθλια ζωή του να χάνεται. Και η αστική τάξη -υπάρχουν πολλές ποικιλίες αστών σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους- υφαίνει ασταμάτητα τον ιστό της συκοφαντίας με τον οποίο μας εγκωμιάζει, επειδή αυτοί, και μόνο αυτοί, έχουν θιχτεί και είναι σε θέση να θίγονται απ’ τις δραστηριότητές μας, απ’ την επαναστατικότητά μας, κι απ’ τις άγριες ακαταμάχητες επιθυμίες που φέρουμε στις καρδιές μας να είμαστε ελεύθεροι σαν τους αετούς στις υψηλότερες βουνοκορφές, σαν τα λιοντάρια στη ζούγκλα.

Ακόμα κι αδερφοί μας, που υπέφεραν μαζί μας στα χωράφια και στα εργοστάσια και που τους εκμεταλλεύτηκε άγρια η μπουρζουαζία, αντηχούν τους τρομερούς φόβους αυτής της τελευταίας, κι αρχίζουν μάλιστα να πιστεύουν σ’ αυτούς, επειδή είναι τόσο ενημερωμένοι απ’ τους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν τους ηγέτες, ώστε πιστεύουν ότι οι άνδρες που πολεμούν με τη Σιδηρά Ταξιαρχία είναι ανελέητοι κακοποιοί. Ένα κύμα μίσους, φτάνοντας συχνά σε σημείο βαναυσότητας και ανηλεούς φανατισμού, δημιούργησε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι στη θέση του δρόμου της προέλασής μας ενάντια στον φασισμό.

Μερικές νύχτες, αυτές τις σκοτεινές νύχτες όταν οπλισμένος και σε εγρήγορση προσπαθώ να δω μέσα απ’ τα σκοτάδια των λιβαδιών και το μυστήριο των πραγμάτων, σηκώνομαι μέσα απ’ το στήθος μου σαν σε όνειρο, χωρίς να ξυπνήσω τα μουδιασμένα μου άκρα, που έχουν σφυρηλατηθεί στον πόνο σαν ατσάλι, ώστε να μην πιάσουν το αυτόματο με λύσσα, νιώθοντας μια επιθυμία να πυροβολήσω όχι μόνο στον εχθρό που έχει κατασκηνώσει μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, αλλά και στον άλλον εχθρό που κρύβεται στην πλευρά μου, που με αποκαλεί σύντροφο, την ίδια στιγμή που ξεπουλά τα συμφέροντά μου με τον πιο ύπουλο τρόπο, καθώς κανένα ξεπούλημα δεν είναι πιο δειλό απ’ αυτό που τρέφεται από προδοσία. Και θα ένιωθα μια επιθυμία να γελάσω και να κλάψω, και να τρέξω στα λιβάδια, φωνάζοντας και δακρύζοντας και ξεριζώνοντας λαρύγγια με τα σιδερένια μου δάχτυλα, όπως ακριβώς θα ξέσκιζα τα λαρύγγια όλων των βρωμερών πολιτικών αφεντάδων, και θα έκανα αυτόν τον άθλιο κόσμο θρύψαλα, έναν κόσμο στον οποίο είναι τόσο δύσκολο να βρεις ένα στοργικό χέρι να σου σκουπίσει τον ιδρώτα και να σταματήσει το αίμα που τρέχει απ’ τις πληγές του γυρνώντας απ’ το πεδίο του πολέμου, εξουθενωμένος και πληγωμένος.

Την νύχτα, μεταφέροντας τη θλίψη και τον πόνο μου στους άνδρες, στους αναρχικούς συντρόφους μου πάνω στα σκληρά βουνά, κρυμμένοι σε μικρές ομάδες κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του εχθρού, πόσο συχνά μια φιλική φωνή κι ένα στοργικό χέρι μου αποκαθιστούσε την αγάπη για τη ζωή! Και κάθε φορά που τα βάσανα του παρελθόντος, με όλον τον τρόμο και τα μαρτύρια που τσάκισαν το σώμα μου, θα ρίχνονταν στον άνεμο σαν να ανήκουν σε μιαν άλλη μακρυνή πλέον εποχή, και θ’ άφηνα τον εαυτό μου μετά χαράς στα όνειρα της περιπέτειας, προσμένοντας με αναζωπυρωμένη φαντασία έναν κόσμο που δε γνώριζα στη ζωή μα μονάχα στη φαντασία μου, έναν κόσμο που κανείς δεν έχει γνωρίσει στη ζωή αλλά πολλοί από μας γνωρίζουν στα όνειρά τους. Και στα όνειρα, ο καιρός περνούσε γοργά, και το σώμα μου άντεχε στην κούραση, και διπλασίαζα τον ενθουσιασμό μου και γινόμουν ατρόμητος, και ξανάβγαινα για αναγνώριση την αυγή να εντοπίσω τη θέση του εχθρού, και… Όλα αυτά προκειμένου να αλλάξουμε τη ζωή, να σφραγίσουμε έναν διαφορετικό ρυθμό στις ζωές όλων μας, κι αυτό γιατί οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν σαν αδέρφια κι εγώ ανάμεσά τους. Όλα αυτά επειδή η χαρά που ξεχειλίζει τα στήθη μας πρέπει ν’ αναβλύσει απ’ τη γη, επειδή η Επανάσταση, αυτή η Επανάσταση που ήταν ο φάρος και το σύνθημα της Σιδηράς Ταξιαρχίας, θα μπορούσε σύντομα να γίνει υλική πραγματικότητα.

Τα όνειρά μου όμως θα μαραζώσουν και θα χαθούν όπως τα χαρούμενα σύννεφα φεύγουν ψηλά πάνω απ’ τα όρη, και η απογοήτευσή μου θα επιστρέψει, μόνο για να δώσει χώρο την νύχτα πάλι στη χαρά. Κι έτσι η ζωή μου εναλλάσσεται μεταξύ θλίψης και χαράς, μεταξύ αγωνίας και θλίψης, μια χαρούμενη ζωή στην μέση του κινδύνου συγκρίνεται με τη ζωή στο σκοτάδι και την αθλιότητα της πιο σκοτεινής και πιο άθλιας φυλακής.

Μια μέρα -μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη- η είδηση ότι πρέπει να στρατιωτικοποιηθούμε έπεσε στις πλαγιές των ορέων σαν παγωμένος άνεμος που διαπερνά τη σάρκα. Διαπέρασε το σώμα μου σα στιλέτο, και πόνεσα προκαταβολικά απ’ την αγωνία της συγκεκριμένης στιγμής. Την νύχτα, πίσω στις σκηνές, τα νέα κυκλοφορούσαν: “έρχεται η στρατιωτικοποίηση!”

Στο πλευρό μου, άγρυπνος στη βάρδια του ενώ εγώ κοιμόμουν, ήταν ο εκπρόσωπος της ομάδας μου, αυτός θα γινόταν ο υπολοχαγός. Δυο βήματα πιο πίσω, ξαπλωμένος στο χώμα, με το κεφάλι ν’ ακουμπάει σ’ έναν σωρό από οβίδες, κοιμόταν ο εκπρόσωπος της εκατονταρχίας μου, αυτός θα ήταν ο συνταγματάρχης. Εγώ… θα συνέχιζα να είμαι ο εαυτός μου, ένα παιδί απ’ την επαρχία, ένας εξεγερμένος μέχρι τον θάνατο. Ούτε επιθυμούσα ποτέ ούτε επιθυμώ σταυρούς, παράσημα και διοικητικά πόστα. Είμαι αυτός που είμαι, ένας χωριάτης που έμαθε να διαβάζει στη φυλακή, που έχει δει τον πόνο και τον θάνατο από κοντά, που ήταν ένας αναρχικός χωρίς να το γνωρίζει, και που γνωρίζει ότι κάθε μέρα είναι και πιο αναρχικός από την προηγούμενη, απ’ όταν έπρεπε να σκοτώσω για να ελευθερωθώ.

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την μέρα, εκείνη την μακρυνή μέ΄ρα όταν τα θλιβερά νέα ήρθαν απ’ τις βουνοκορφές, διατρέχοντας τη ψυχή μου σαν παγωμένος άνεμος, όπως δε θα ξεχάσω ποτέ τόσες και τόσες μέρες της ζωής μου που πόνεσα. Εκείνη η μακρυνή μέρα… Μπά!

Έρχεται η στρατιωτικοποίηση!

Η ζωή έχει περισσότερα να διδάξει τους ανθρώπους απ’ ό,τι όλες οι θεωρίες και τα βιβλία μαζί. Εκείνοι που θα θέσουν σ’ εφαρμογή τα όσα έχουν μάθει από άλλους μέσω βιβλίων κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους. Εκείνοι που θα γράψουν σε βιβλία αυτά που έμαθαν στο ανεμοδαρμένο μονοπάτι της ζωής είναι ίσως σε θέση να γράψουν αριστουργήματα. Πραγματικότητα και όνειρα είναι δυο πράγματα διαφορετικά. Είναι καλό και όμορφο να ονειρεύεσαι, γιατί τα όνειρα είναι σχεδόν πάντα ένας υπαινιγμός για το τί πρέπει να γίνει, αλλά αυτό που είναι πραγματικά ονειρικό είναι να κάνουμε τη ζωή τόσο όμορφη, να πάρουμε τη ζωή και να την κάνουμε ένα πραγματικό αριστούργημα ομορφιάς.

Έχω ζήσει τη ζωή στην επιτάχυνση. Ποτέ δε γεύτηκα τα νιάτα, που σύμφωνα με τα όσα έχω διαβάσει, είναι χαρά κι ευγένεια, και μια αίσθηση ευημερίας. Απ’ τη φυλακή πήρα μόνο τη γεύση του πόνου. Ακόμα κι αν είμαι νέος στα χρόνια, έχω γίνει γέρος έχοντας περάσει τόσα, έχοντας κλάψει τόσο, έχοντας υποφέρει τόσο. Γιατί μέσα στη φυλακή, σπάνια κανείς γελά, μέσα στη φυλακή, είτε είναι σε κάποιο κλειστό κελί κανείς είτε κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό, το μόνο που έχει είναι το κλάμα.

Διαβάζοντας ένα βιβλίο μέσα στο κελί, απομονωμένος από κάθε ανθρώπινη επαφή, ονειρεύεσαι. Διαβάζοντας το βιβλίο της ζωής όπως στο ξεφυλλίζουν μπροστά σου οι φρουροί σελίδα-σελίδα, προσβάλλοντάς σε ή φτύνοντάς σε, έρχεσαι σε επαφή με την πραγματικότητα.

Μια μέρα έτυχε να διαβάσει, πού και από ποιόν δεν μπορώ να θυμηθώ πια, ότι δε θα μπορούσε κανείς να πει με σιγουριά ότι η γη είναι στρόγγυλη, εάν δεν έχει ταξιδέψει ολόγυρά της, δεν την έχει μετρήσει, δεν την έχει κατατρέξει από άκρη σ’ άκρη, εν συντομία δεν την έχει ανακαλύψει με τα χέρια του. Μια τέτοια απαίτηση μου φαινόταν γελοία. Ωστόσο αυτή η μικρή πρόταση μου τυπώθηκε τόσο έντονα στο μυαλό που τώρα όπως και τότε πάλι, στους αναγκαστικούς μονολόγους στην μοναξιά του κελιού μου, επιστρέφω σ’ αυτήν. Στο σημείο ότι μια μέρα, σαν να ‘χα κι εγώ ανακαλύψει κάτι τόσο θαυμάσιο και μέχρι τότε κρυφό απ’ τους άλλους ανθρώπους, ένιωσα τη χαρά να έχω ανακαλύψει με τα χέρια μου ότι η γη ειναι στρόγγυλη. Κι εκείνη την μέρα, όπως και ο άγνωστος συγγραφέας, ταξίδεψα ολόγυρά της, την μέτρησα, την ξαναμέτρησα, κι έμπηξα τα χέρια μου στη γη, η φαντασία μου φωτίστηκε με το “όραμα” της γης να περιστρέφεται στο άπειρο διάστημα, μέρος της κοσμικής αρμονίας του σύμπαντος.

Ο πόνος πρέπει να ζυγιαστεί, να μετρηθεί, να αγγιχθεί, να τον γευτεί κανείς για να τον κατανοήσει, να τον ανακαλύψει ώστε το μυαλό να έχει μια καθαρή ιδέα περί τίνος πρόκειται. Έχω σταθεί στο πλευρό ανθρώπων που σαν τα μουλάρια, τραβούσαν ένα κάρο στο οποίο άλλοι άνθρωποι επέβεναν, τραγουδώντας και διασκεδάζοντας. Κανείς δεν υπέφερε. Δεν υπήρχε καν έναα σιωπηλό βουητό διαμαρτυρίας. Το θεωρούσαν δίκαιο και λογικό, οι επιβάτες του κάρου, που ήταν Κύριοι, να τραβούν τα ηνία και να κρατούν το μαστίγιο στα χέρια τους, τους φαινόταν ακόμη δίκαιο και λογικό στους συντρόφους μου όταν ο αφέντης τους χτυπούσε στο πρόσωπο με το μαστίγιό του. Έκαναν τη δουλειά τους σαν τα ζώα, χτυπούσαν τις οπλές τους στο έδαφες και ξεκινούσαν τον καλπασμό. Και ω! τί σαρκασμός! όταν στο τέλος τους έβγαζαν τα χαλινάρια, έτρεχαν σα δουλοπρεπή σκυλιά να γλύψουν το χέρι που τους μαστίγωνε.

Όποιος δεν έχει ταπεινωθεί, δεν έχει κακοποιηθεί. Όποιος δεν έχει νιώσει το πιο κακότυχο ον πάνω στη γη, και την ίδια στιγμή το πιο ευγενικό, το πιο γεμάτο καλοσύνη, το πιο ανθρώπινο, κι όποιος, αυτή τη στιγμή της συνδυασμένης αθλιότητας, της καλοσύνης και της δύναμης, δεν έχεινιώσει ξαφνικά ένα κρύο χέρι να πιάνει τον ώμο ή το πρόσωπό του, το χέρι ενός κτηνώδους δεσμοφύλακα για να τον χτυπήσει ή να τον εξευτελίσει. Όποιος δεν έχει ριχτεί στα κάτεργα για την επαναστατικότητά του, και μέσα απ’ αυτά δεν έχει χτυπηθεί στο πρόσωπο και δεν έχει καταπατηθεί, δεν έχει ακούσει τα κόκκαλά του να σπάνε και το αίμα του να αναβλύζει, μέχρι τελικά να πέσει στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες. Όποιος, βασανισμένος στα χέρια των άλλων ανθρώπων, δεν έχει κυριευτεί από ένα αίσθημα αδυναμίας, και αντέδρασε βρίζοντας και εξαπολύοντας τις μεγαλύτερες ύβρεις, ως πρώτο βήμα για να μαζέψει ξανά τις δυνάμεις του. Όποιος, τιμωρημένος και προσβλητικά κακοποιημένος, δεν έχει συνειδητοποιήσει την αδικία της τιμωρίας και την ατίμωση της κακοποίησης, και έχοντας συνειδητοποιήσει αυτά, δεν έχει προτείνει να ξεμπερδεύουμε με τα προνόμια που δίνουν σε ορισμένους την εξουσία να τιμωρούν και να κακοποιούν τους άλλους… Εν συντομία, όποιον αιχμάλωτος στη φυλακή ή φυλακισμένος στον ίδιο τον κόσμο, δεν έχει αντιληφθεί την τραγωδία του ανθρώπου που είναι καταδικασμένος να περάσει τη ζωή του τυφλά και σιωπηλά υπακούωντας εντολές, δεν μπορεί να γνωρίσει ποτέ τον πόνο και τις τρομακτικές ουλές που αφήνει σ’ αυτούς που πρέπει να πιούν, να αγγίξουν, να γευτούν τον πόνο της σιωπής και της υπακοής. Να θες να μιλήσεις και να βγάζεις τον σκασμό, να θες να τραγουδίσεις και να μένεις αποσβολωμένος, να θες να μπορείς να γελάσεις και να πρέπει να στραγγαλίσεις την παραμικρή ώθηση με τη βία, να θες να αγαπήσεις και να είσαι καταδικασμένος να βυθίζεσαι στη λάσπη του μίσους.

Έχω ζήσει σε στρατώνες, κι εκεί έμαθα να μισώ. Έχω ζήσει στη φυλακή κι ήταν εκεί, παραδόξως, εν μέσω βασάνων και δακρύων, που έμαθα να αγαπώ, να αγαπώ έντονα.

Στον στρατώνα, ήμουν στα πρόθυρα να χάσω την προσωπικότητά μου, τόσο σκληρή ήταν η μεταχείριση και η ανόητη πειθαρχία που προσπάθησαν να μου επιβάλουν. Στη φυλακή, μετά από μεγάλο αγώνα, ξαναβρήκα την προσωπικότητά μου, για κάθε τιμωρία που μου επέβαλλαν, γινόμουν και πιο εξεγερμένος. Εκεί έμαθα να μισώ κάθε είδους ιεραρχία απ’ την κορφή ως τον πάτο, διατηρώντας το -μεγαλωμένο στους στρατώνες- μίσος μου για την ιεραρχία καθαρό κι ακέραιο. Οι φυλακές και οι στρατώνες σημαίνουν το ίδιο: τυραννία και απολυταρχία των πιο κακών ενστίκτων των λίγων, πάνω στα βάσανα όλων των άλλων. Όπως οι φυλακές δε διωρθώνουν τίποτα έτσι και οι στρατώνες δε διδάσκουν τίποτα παραπάνω απ’ όσα είναι επιβλαβή για τη σωματική και πνευματική υγεία.

Το μάθημα αυτής της εμπειρίας -που έχω ειλικρινά πάρει, επειδή έχω βουτήξει τη ζωή μου στον πόνο της- είναι όταν από μακρυά, ακούω μουρμουρητά για τη διαταγή στρατιωτικοποίησης, να νιώθω το σώμα μου να παραλύει, γιατί μπορώ να δω πώς η αντάρτικη αφοβία που έχω αποκομίσει από την Επανάσταση θα χαθεί, ότι η στέρηση όλων των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που γνώρισα στη φυλακή και στον στρατώνα θα αποκατασταθεί στη θέση της, και ότι θα πρέπει να πέσω ξανά στην άβυσσο της υπακοής, στο ζωώδη λήθαργο στον οποίον οδηγεί η πειθαρχία των στρατοπέδων και των φυλακών. Και, στις σκηνές μας, βαστώντας το όπλο μου με λύσσα καθώς κοιτώ προς τον εχθρό και προς τον “φίλο”, εμπροσθοφυλακή κι οπισθοφυλακή, βλαστημάω όπως βλαστημούσα όταν με έσερναν στα κάτεργα για την επαναστατικότητά μου, και μέσα μου χύνω ένα δάκρυ σαν τα δάκρυα που μου ‘φευγαν, απαρατήρητα μέσα στο αίσθημα αδυναμίας μου. Και μου έρχεται ξανά πως οι υποκριτές που θα θέλαν να κάνουν τον κόσμο ένα στρατώνα ή μια φυλακή είναι όλοι οι ίδιοι, οι ίδιοι, οι ίδιοι που χθες μες τη φυλακή σπάγαν τα κόκκαλά μας, τα κόκκαλα των ανθρώπων.

Φυλακές… στρατώνες… τί αξιοκαταφρόνητη και άθλια ζωή. Δεν μας κατάλαβε ποτέ κανείς, κι αυτή η έλλειψη κατανόησης δεν μας ανταμοίφθηκε με αγάπη. Πολεμήσαμε -και δεν υπάρχει λόγος εδώ για ψευδή μετριοφροσύνη που δε λέει τίποτα- πολεμήσαμε, επαναλαμβάνω, όπως λίγοι άλλοι. Η γραμμή πυρός μας ήταν πάντα στο μέτωπο, αν μή τί άλλο, επειδή από την πρώτη κιόλας μέρα ήμαστα οι μόνοι στον τομέα μας.

Δεν υπήρξε ποτέ καμμιά ανακούφιση για μας, κι ακόμα χειρότερα δεν ακούσαμε ποτέ μια ευγενική λέξη. Όλοι, φασίστες κι αντιφασίστες κι ακόμα και μέλη του κινήματός μας -τί ντροπή νιώσαμε!- μας αντιμετώπισαν με αποστροφή.

Δεν μας κατάλαβε ποτέ κανείς. Ή, ακόμα πιο τραγικό, μέσα σ’ αυτήν την τραγωδία που μας κυκλώνει, ίσως δεν μπορέσαμε ποτέ να γίνουμε κατανοητοί, επειδή έχοντας υποστεί από τη γένησή μας κάθε είδους περιφρόνηση και σκληρή κακομεταχείριση από τους δια βίου υποστηρικτές της ιεραρχίας, θελήσαμε, ακόμα και μέσα στη φωτιά του πολέμου, να ζήσουμε μια ζωή βασισμένη στις ελευθεριακές αρχές μας, ενώ άλλοι, προς δυστυχία δική τους και δική μας, μείνανε προσδεδεμένοι στο άρμα του κράτους.

Αυτή η αποτυχία να γίνουμε κατανοητοί, που δημιούργησε τεράστια ταλαιπωρία στις τάξεις μας, έστρωσε τον δρόμο μας με κακοτυχίες, κι έτσι δεν μας θεωρούσαν επικίνδυνους μοναχά οι φασίστες, γιατί τους αντιμετωπίζαμε όπως τους άξιζε, αλλά επίσης αυτοί που ονομάζουν τους εαυτούς τους αντιφασίστες, φωνάζοντας αντιφασιστικά μέχρι να βραχνιάσουν, μας βλέπουν ωστόσο υπό το ίδιο φως. Αυτό το μίσος γύρω μας οδήγησε σε οδυνηρές συγκρούσεις, η πλειονότητα των οποίων -και η θλιβερότητα των οποίων κάνει τα στομάχια μας να αναγουλιάζουν και τα χέρια μας να σφίγγουν τα όπλα- έλαβαν χώρα στην ίδια τη Βαλένθια όπου ορισμένοι κόκκινοι αντιφασίστες άνοιξαν πυρ εναντίον μας. Αχ και αν…μπα! αν και μόνο αν είχαμε βάλει ένα τέλος στην αντεπανάσταση τότε, πριν τα πράγματα εξελιχθούν σε πλήρη ανάπτυξη.

Η Ιστορία, που καταγράφει τα καλά και τα κακά που κάνουν οι άνθρωποι, θα μιλήσει μια μέρα. Και η Ιστορία θα πει ότι η Σιδηρά Ταξιαρχία ήταν ίσως η μόνη ταξιαρχία στην Ισπανία που είχε μια σαφή εικόνα του τί όφειλε να είναι η Επανάστασή μας. Θα πει επίσης ότι απ’ όλες τις ταξιαρχίες, η δική μας προσέφερε την μεγαλύτερη αντίσταση στη στρατιωτικοποίηση, και ότι εξαιτίας αυτής της αντίστασής της, εγκαταλήφθηκε μόνη στην μοίρα της, στο μέτωπο περιμένοντας την μάχη, λες και έξι χιλιάδες άνδρες, σκληραγωγημένοι απ’ τοον πόλεμο και έτοιμοι για την νίκη ή τον θάνατο, θα πρέπει να εγκαταληφθούν έτσι στον εχθρό να τους μακελέψει.

Η Ιστορία θα πει πολλά, πολλά πράγματα, και τόσο πολλές, πολλές προσωπικότητες που θεωρούν εαυτούς ένδοξους θα καταδικαστούν στην ατίμωση!

Η παλαιότερη αντίθεσή μας στη στρατιωτικοποίηση βασίστηκε σε όσα γνωρίζαμε για τους αξιωματικούς μας. Η παρούσα αντίθεσή μας βασίζεται στο τί γνωρίζουμε γι αυτούς τώρα. Οι επαγγελματίες αξιωματικοί αποτελούν, τώρα όπως και πάντα, εδώ όπως και στη Ρωσσία, μια κάστα. Είναι αυτοί που δίνουν εντολές, ενώ οι υπόλοιποι από μας δεν έχουμε παρά την υποχρέωση να υπακούσουμε. Μισούν με όλη τη θέλησή τους οτιδήποτε σχετικό με την πολιτική ζωή, που θεωρούν κατώτερη. Έχω δει -πάντα κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια- έναν αξιωματικό να τρέμει με οργή ή απαίχθια όταν του μιλώ φιλικά, και γνωρίζω περιπτώσεις ταγμάτων που αποκαλούνται προλεταριακά, οι αξιωματικοί των οποίων, να έχουν ξεχάσει την ταπεινή καταγωγή τους, να μην επιτρέπουν στους πολιτοφύλακες με ποινή φοβερές τιμωρίες, να τους μιλούν στον ενικό.

Ο προλεταριακός στρατός δεν μας καλεί σε μια πειθαρχία που θα σήμαινε να σεβόμαστε τα πολεμικά παραγγέλματα. Μας καλεί σε υποταγή, τυφλή υπακοή, εξάλειψη των προσωπικοτήτων μας. Έχω γνωρίσει την ίδια κατάσταση στους στρατώνες. Την έχω γευτεί ξανά, αργότερα, στη φυλακή. Ζούσαμε χαρούμενοι στα χαρακώματα. Είναι αλήθεια ότι είδαμε συντρόφους μας να πέφτουν νεκροί στο πλευρό μας, συντρόφους που πολεμήσαμε μαζί απ’ το ξεκίνημα, γνωρίζαμε ακόμα πως ανά πάσα στιγμή μια σφαίρα μπορεί να μας ξάπλωνε στην μέση ενός λιβαδιού -η ανταμοιβή που περιμένει κάθε επαναστάτης- αλλά ζούσαμε χαρούμενα. Τρώγαμε όποτε μπορούσαμε, και νηστεύαμε, όταν δεν είχαμε καλό ανεφοδιασμό. Κι όμως όλοι ήμασταν ευτυχισμένοι. Γιατί; Επειδή κανείς από μας δεν ήταν ανώτερος απέναντι στους άλλους, ήμασταν όλοι φίλοι, όλοι σύντροφοι, όλοι αντάρτες της Επανάστασης.

Ο εκπρόσωπος μιας ομάδας ή μιας εκατονταρχίας δεν μας επιβαλόταν, εκλεγόταν από μας. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του λοχία ή λοχαγό, αλλά σύντροφο. Ούτε οι εκπρόσωποι των Επιτροπών ή της Ταξιαρχίας θεωρούνταν συνταγματάρχες ή στρατηγοί, ήταν σύντροφοι. Τρώγαμε, μαλώναμε, γελούσαμε και βρίζαμε μαζί. Για ένα διάστημα δε λαμβάναμε μισθό, όπως δε λάμβαναν ούτε αυτοί. Αργότερα, ο μισθός μας ανήλθε στις δέκα πεσέτες, όπως κι ο δικός τους ο μισθός, ακόμα είναι δέκα πεσέτες.

Το μόνο που αποδεχόμαστε απ’ αυτούς είναι η αποδεδειγμένη ικανότητά τους, που είναι και ο λόγος που τους εκλέγουμε. Είναι επίσης αποδεδειγμένα γενναίοι, γι’ αυτό και είναι εκπρόσωποί μας. Δεν υπάρχει καμμιά ιεραρχία, κανένας επικεφαλής, δεν υπάρχουν εντολές, παρά μόνον συντροφικότητα, καλοσύνη και φιλία μεταξύ συντρόφων, μια χαρούμενη ζωή ανάμεσα στις καταστροφές του πολέμου. Κι έτσι, περικυκλωμένοι από συντρόφους που πιστεύουν ότι ο αγώνας αυτός δίνεται για κάτι, ο πόλεμος μοιάζει ικανοποιητικός, κι ακόμα και ο θάνατος γίνεται αποδεκτός με ευχαρίστηση. Όμως όταν βρίσκεσαι περικυκλωμένος από αξιωματικούς και τα πάντα είναι η ιεραρχία και οι διαταγές; Όταν στα χέρια σου κρατάς έναν μισθό φαντάρου, που μετά βίας μπορεί να συντηρήσει την οικογένειά σου στα μετόπισθεν, ενώ ο αξιωματικός, ο λοχαγός, ο διοικητής και ο στρατηγός παίρνουν όλοι τρεις, τέσσερις, δέκα φορές περισσότερα -χωρίς να συνεισφέρουν ούτε περισσότερο ενθουσιασμό, ούτε γνώση, ούτε θάρρος- τότε η ζωή έχει μια πικρή γεύση, τότε καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν είναι Επανάσταση, αλλά ότι μερικά άτομα επωφελούνται από μια δυσμενή κατάσταση εις βάρος του λαού.

Δεν γνωρίζω πως θα ζήσουμε από δω και πέρα. Δεν γνωρίζω εάν θα μπορέσουμε να εξοικειωθούμε με την καταπίεση των λοχαγών, των υπολοχαγών, των λοχίων. Δεν γνωρίζω εάν, αφού έχουμε νιώσει πώς είναι να είμαστε άνθρωποι με την πλήρη έννοια της λέξης, θα μπορέσουμε να συνηθίσουμε ξανά να είμαστε εξημερωμένα ζώα, γιατί αυτό που σημαίνει η στρατιωτικοποίηση και που οδηγεί η πειθαρχία.

Γνωρίζουμε ότι για μας θα είναι ολοκληρωτικά αδύνατον να υποταχθούμε στην τυραννία και την κακομεταχείριση, επειδή δεν είναι άξιο ενός άνδρα με όπλο στο χέρι να ανέχεται να καταπίνει προσβολές. Καταφτάνουν σε μας ωστόσο, ανησυχητικά νέα για στρατιωτικοποιημένους συντρόφους που αναγκάζονται -σαν να παίρνουν πλάκες μολύβδου- να δέχονται εντολές από ανθρώπους σε πολλές περιπτώσεις ακατάλληλους και σε κάθε περίπτωση εχθρικούς.

Πιστεύαμε ότι πολεμάμε για λύτρωση και σωτηρία, και βλέπουμε τον εαυτό μας να ολισθαίνει πίσω στο ίδιο πράγμα ενάντια στο οποίο πολεμάμε: την τυραννία, τη δύναμη της κάστας, τον πιο βάρβαρο και διάχυτο αυταρχισμό.

Όμως η ώρα είναι κρίσιμη. Έχουμε πιαστεί -δε γνωρίζουμε το γιατί, κι αν το γνωρίζαμε, δε θα λέγαμε τίποτα τώρα- έχουμε πιαστεί, επαναλαμβάνω, σε μια παγίδα, και πρέπει να βγούμε απ’ αυτήν, πρέπει να δραπετεύσουμε όσο καλύτερα μπορούμε, γιατί οι παγίδες μας περικυκλώνουν τώρα.

Οι μιλιταριστές, όλοι οι μιλιταριστές -και υπάρχουν φανατικοί τέτοιοι και στο δικό μας στρατόπεδο- μας περικυκλώνουν. Χθες ήμασταν οι κύριοι των ζωών μας, σήμερα είναι αυτοί. Ο λαϊκός στρατός, που δεν έχει τίποτα λαϊκό εκτός του ότι στρατολογείται απ’ τον λαό, κι αυτό ίσχυε πάντα, δεν ανήκει στον λαό αλλά στην κυβέρνηση και είναι η κυβέρνηση που τον ελέγχει, είναι η κυβέρνηση που δίνει τις εντολές. Ο λαός επιτρέπεται μόνο να υπακούει, όπως αναμένεται απ’ αυτόν να κάνει πάντα.

Πιασμένοι καθώς είμαστε στα δίχτυα των μιλιταριστών, υπάρχουν μόνο δύο πιθανές οδοί διαφυγής. Η πρώτη οδός οδηγεί στο να αποχωριστούμε από συντρόφους με τους οποίους πολεμάμε καιρό μαζί, διαλύοντας τη Σιδηρά Ταξιαρχία, η δεύτερη οδός οδηγεί στη στρατιωτικοποίησή της.

Η Ταξιαρχία, η δικής μας Ταξιαρχία, δεν πρέπει να διαλυθεί. Η ομοιογένεια που έχει επιδείξει σε κάθε περίπτωση ήταν αξιοθαύμαστη -μιλώ για τους εαυτούς μας μόνο, σύντροφοι- το αίσθημα της συντροφικότητας μεταξύ των μελών μας θα θεωρείται ένα λαμπρό παράδειγμα στην ιστορία της Ισπανικής Επανάστασης. Το θάρρος που επιδείξαμε στην πορεία πάνω από εκατό μαχών μπορεί ίσως να βρει αντάξιό του αλλά όχι να ξεπεραστεί. Από την πρώτη κιόλας μέρα ήμασταν φίλοι. Ακόμα περισσότερο, ήμασταν σύντροφοι κι αδέρφια. Να διαλυθούμε, να χαθούμε προς κάθε κατεύθυνση, να μη ξαναδούμε ο ένας τον άλλον, και να χάσουμε την ορμή για μάχη και νίκη, που είχαμε ως τώρα, όλα αυτά είναι αδύνατα.

Η Ταξιαρχία, η Σιδηρά Ταξιαρχία που έκανε την μπουρζουαζία και τους φασίστες απ’ τη Βαλένθια μέχρι το Τερουέλ να τρέμουν δεν πρέπει να διαλυθεί, πρέπει να συνεχίσει ως το τέλος.

Ποιός μπορεί να ισχυριστεί πως στην μάχη, χάρις στη στρατιωτικοποίηση, έγιναν ισχυρότεροι, πιο δυναμικοί και πιο γενναιόδωροι στο πότισμα του πεδίου των μαχών με το αίμα τους; Πολεμήσαμε σαν αδέρφια υπερασπιζόμενοι έναν ευγενή σκοπό. Ονειρευτήκαμε στα χαρακώματα μαζί σαν αδέρφια που μοιράζονται τα ίδια ιδανικά. Προωθηθήκαμε θαρραλέα σαν αδέρφια που μάχονται για έναν καλύτερο κόσμο. Να διαλύσουμε αυτήν την ομοιογενή μονάδα; Σύντροφοι, ποτέ. Όσο μένει έστω μια εκατονταρχία της Σιδηράς Ταξιαρχίας να προελαύνει στην μάχη, όσο μένει έστω κι ένας τελευταίος επιζών, εμπρός για την νίκη.

Το να πρέπει να συμφιλιωθούμε με το να δεχόμαστε εντολές από μη-αιρετούς αξιωματικούς θα είναι ένα κακό, αλλά θα είναι το μη χείρον. Ωστόσο… Το να είμαστε μια ταξιαρχία ή να γίνουμε μια μεραρχία είναι πάνω-κάτω το ίδιο πράγμα. Αυτό που δεν είναι το ίδιο είναι να δούμε ότι δεν έχουμε σεβασμό.

Εάν η ομάδα των ατόμων που αποτελούν σήμερα τον σχηματισμό μας μείνει μαζί, είτε ως Ταξιαρχία είτε ως διμοιρία, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Στην μάχη, κανείς δε θα χρειαστεί να μας εμπνεύσει ενθουσιασμό, και στην ανάπαυση, κανείς δε θα μας πει τί να κάνουμε, γιατί κάτι τέτοιο δε θα γίνει ανεκτό.

Είτε ο δεκανέας, ο υπολοχαγός κι ο λοχαγός θα προέρχονται απ’ το κίνημά μας, εν τοιάυτη περιπτώσει θα είμαστε όλοι σύντροφοι, είτε θα είναι εχθροί μας, οπότε και θα είναι αναγκαίο να τους αντιμετωπίσουμε ως τέτοιους.

Ταξιαρχία ή διμοιρία, είναι το ίδιο πράγμα για μας, εάν αυτό επιθυμούμε. Ήμασταν και θα συνεχίσουμε να είμαστε, χθες, σήμερα κι αύριο, αντάρτες της Επανάστασης.

Το τί θα συμβεί στο μέλλον εξαρτάται από μας και μόνο, απ’ τη συνοχή που υπάρχει μεταξύ μας. Κανείς δεν μπορεί να επιβάλλει έναν διαφορετικό ρυθμό πάνω μας, αντιθέτως, εμείς θα επιβάλουμε τους ρθυμούς μας στους γύρω μας, διατηρώντας την προσωπικότητά μας.

Σύντροφοι, πρέπει να λάβουμε ένα πράγμα υπόψιν: ο αγώνας απαιτεί τους μύς και τον ενθουσιασμό μας να μην αποσυρθούν από τον πόλεμο. Είτε σε δική μας ταξιαρχία ή διμοιρία, είτε σε κάποιο άλλο τάγμα ή διμοιρία, πρέπει να συνεχίσουμε την μάχη.

Εάν επρόκειτο να διαλύσουμε την Ταξιαρχία, να διαλυθούμε κι αργότερα να επανασυνταχθούμε, θα έπρεπε να βαδίσουμε όχι μ’ αυτούς που επιλέγουμε, αλλά μ’ αυτούς που θα μας διατάξουν να βαδίσουμε. Κι απ’ τη στιγμή που δεν πρόκειται και δεν επιθυμούμε να είμαστε απλώς εξημερωμένα ζώα, θα μπορούσε κάλλιστα να έρθουμε σε σύγκρουση με αυτούς που, καλώς ή κακώς, είναι οι σύμμαχοί μας.

Όπως κι αν αποκαλούμαστε, Ταξιαρχία, Διμοιρία, Τμήμα, η Επανάσταση, η αναρχική και προλεταριακή μας Επανάσταση, στην οποία έχουμε συνεισφέρει δοξασμένες σελίδες απ’ την πρώτη κιόλας μέρα, μας καλεί να μην παραδώσουμε τα όπλα και να μην εγκαταλείψουμε το συνεκτικό σώμα που αποτελούμε μέχρι σήμερα.

Από Έναν “Ανεξέλεγκτο” της Σιδηράς Ταξιαρχίας.

~~~

Σημειώσεις:

Το κείμενο στάλθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Nosotros της Βαλένθια, που διαχειρίζονταν από κοινού μέλη της Σιδηράς Ταξιαρχίας με την τοπική CNT-FAI και τη FIJL (ομοσπονδία ιβηρικών ελευθεριακών νεολαίων), τον Μάρτιο του 1937, λίγο πριν τη στρατιωτικοποίηση της ταξιαρχίας. Η Σιδηρά Ταξιαρχία διέθετε ακόμη μια δική της εφημερίδα, τη Línea de Fuego (Γραμμή Πυρός). Η χρήση του αρσενικού (άνδρες) έχει διατηρηθεί από το πρωτότυπο, αν και όπως και σε πολλές άλλες ταξιαρχίες, στη Σιδηρά Ταξιαρχία συμμετείχαν και πολλές γυναίκες.

Η Σιδηρά Ταξιαρχία σχηματίστηκε από την αρχή της επανάστασης από 150 αναρχικούς της Βαλένθια, ενώ έφτασε να αριθμεί μέχρι και 20.000 μέλη στην μάχη του Τερουέν, διέθεταν ωστόσο όπλα μόλις για 3.000. Η ταξιαρχία ήταν οργανωμένη σε “εκατονταρχίες” συνήθως βάσει επαγγελματικού “συναφιού” (υγειονομικοί, μεταλλεργάτες, καθαριστές, εργάτες στις μεταφορές κοκ), και κάθε εκατονταρχία εξέλεγε έναν εκπρόσωπο να μεταφέρει τις αποφάσεις των μελών της στο κεντρικό πολεμικό συμβούλιο.

Τα μέλη της Ταξιαρχίας γρήγορα κατηγορήθηκαν ως “ανεξέλεγκτοι”, αφενός λόγω της σύνθεσής τους, που είχε εμπλουτιστεί με πολλούς -απελευθερωμένους απ’ την ταξιαρχία- πρώην καταδίκους των φυλακών San Miguel de los Reyes, της ανοιχτής κριτικής της στη CNT-FAI για την είσοδο της τελευταίας στη Δημοκρατική Κυβέρνηση (η CNT ως συνέπεια έπαψε τον ανεφοδιασμό της Ταξιαρχίας, που αναγκάστηκε να αρκεστεί στη λεηλασία εχθρικών δυνάμεων και τη βοήθεια τοπικών κολλεκτίβων), καθώς και για τα γεγονότα της Βαλένθια το ’36 (Τον Σεπτέμβριο του 1936, και μετά από περιστατικά άγριας καταστολής εκ μέρους της δημοκρατικής αστυνομίας, η ταξιαρχία γύρισε απ’ το μέτωπο στη Βαλένθια, αφοπλίζοντας και διαλύοντας τα ένοπλα αστυνομικά σώματα και απαιτώντας την αποστολή τους στο μέτωπο όπου βρίσκεται ο εχθρός). Παρόμοια γεγονότα εξελίχθηκαν στη Βαρκελώνη τον Μάιο του 1937, όμως στο μεταξύ οι πολιτοφυλακές είχαν περάσει υπό τη διοίκηση του Υπουργείου Πολέμου της Δημοκρατικής Κυβέρνησης, είτε είχαν αφοπλιστεί και διαλυθεί. Η Σιδηρά Ταξιαρχία, η Tierra y Libertad και η ομάδα των “Φίλων του Ντουρρούτι” ήταν μάλλον οι πιο κριτικές απέναντι στη στρατιωτικοποίηση των επαναστατικών πολιτοφυλακών, που σφράγισε και την ολοκλήρωση της μετατροπής της επανάστασης σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ δυο κρατικών μορφωμάτων, με τις παραγωγικές δυνάμεις, την οικονομία, και τους στρατούς τους, και από την οποία δε θα μπορούσε να έβγαινε νικητής παρά αυτό που θα ήταν περισσότερο “κράτος”, με πιο ανεπτυγμένη παραγωγή, εκμετάλλευση, πειθαρχία κοκ.

Λέμε σε όλους τους εργάτες, σ’ όλους τους επαναστάτες, σ’ όλους τους αναρχικούς: στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν, όπου κι αν βρίσκεστε, πολεμήστε ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας σας κι εξολοθρέψτε τον φασισμό. Όμως επίσης, βεβαιωθείτε ότι οι προσπάθειές σας δε θα φέρουν την εγκαθίδρυση ενός δικτατορικού καθεστώτος που θα αντιπροσωπεύει τη συνέχιση, με όλα τα ελαττώματα και τις συμφορές της, της ίδιας κατάστασης πραγμάτων που προσπαθούμε να εξαλείψουμε. Τώρα με τα όπλα κι αργότερα με τα εργαλεία της δουλειάς, μάθετε να ζείτε χωρίς τυράννους κι αναπτύξτε για τον εαυτό σας τον μόνο δρόμο για την ελευθερία. Αυτά είναι τα συναισθήματα της Σιδηράς Ταξιαρχίας, κι έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.

Σύντροφοι: Θάνατος στον φασισμό! Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Αναρχία!

-Η Σιδηρά Ταξιαρχία, 1 Οκτώβρη 1936

~~~

Περισσότερα σχετικά με την Ισπανική Επανάσταση:

Το γκρέμισμα των οδοφραγμάτων (Ισπανία) – Paul Mattick

2 τραγούδια απ’ την ισπανική επανάσταση

Αδυναμίες και περιορισμοί της ισπανικής επανάστασης – Deirdre Hogan

Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη – Ένας Ανεξέλεγκτος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, Ισπανία 1937

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν – Gilles Dauvè

To MIL και τα εργατικά συμβούλια (Ισπανία) – Telesforo Tajuelo