Ανταπόκριση από το Εφετείο της υπόθεσης της απαγωγής του βιομηχάνου Γ. Μυλωνά

Στις 20 Αυγούστου 2008 συλλαμβάνονται οι Βασίλης Παλαιοκώστας, Βαγγέλης Χρυσοχοΐδης, Πολύκαρπος Γεωργιάδης, Ασημάκης Λαζαρίδης που κατηγορούνται – μαζί με τον ήδη έγκλειστο στις φυλακές Γιώργο Χαραλαμπίδη – για την απαγωγή του βιομήχανου και ιδιοκτήτη της εταιρείας Alumil, Γιώργου Μυλωνά η οποία έλαβε χώρα στις 9 Ιουνίου 2008. (για περισσότερα για την υπόθεση, βλ. On Polys’ and Vaggelis’ case )

Οι σύντροφοι και φίλοι Βαγγέλης Χρυσοχοΐδης και Πολύκαρπος Γεωργιάδης οδηγούνται σε δίκη στις 2 Φεβρουαρίου 2010 αντιμετωπίζοντας σωρεία αδικημάτων (ανάμεσα τους: η απαγωγή και 3 ληστείες για τον Βαγγέλη, η απαγωγή και 2 ληστείες για τον Πόλυ, εκ των οποίων μια ληστεία, κοινή κατηγορία και για τους 2, στη χρηματαποστολή έξω από το κατάστημα του Μασούτη, συνοδεύεται από την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας).

Εν τω μεταξύ, ο Βασίλης Παλαιοκώστας, ο οποίος έχει δραπετεύσει απ’ τις φυλακές Κορυδαλλού στις 22 Φεβρουαρίου 2009, με επιστολή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, λίγες μέρες πριν τη δίκη, αναφέρεται στους συντρόφους Βαγγέλη και Πόλυ, ότι τον στάθηκαν αλληλέγγυοι  χωρίς να περιμένουν υλικές απολαβές κι έδρασαν κατά πως το επιτάσσει η συνείδησή τους (βλ. Γράμμα Παλαιοκώστα, Vassilis Palaiokostas’ letter)

Παρ’ όλ’ αυτά, οι σύντροφοι Βαγγέλης και Πόλυς καταδικάζονται σε ποινή 22 χρόνια και 3 μήνες, για διάφορα αδικήματα (ανάμεσά τους η απαγωγή και η ληστεία της χρηματαποστολής χωρίς την απόπειρα ανθρωποκτονίας), ενώ ο συνεργαζόμενος με τις αρχές Ασημάκης Λαζαρίδης, που ομολογεί τη συμμετοχή του στην απαγωγή, καταδικάζεται για τα ίδια αδικήματα σε 13 χρόνια και 2 μήνες. Ίδια περίπου χρόνια (13 και 6 μήνες) «ακούει» κι ο έγκλειστος – και την περίοδο της απαγωγής – Γιώργος Χαραλαμπίδης, για απλή συνέργεια. (για περισσότερα σε σχέση με το πρωτόδικο δικαστήριο, βλ. Updates on the comrades’ trial, για τις απολογίες των συντρόφων, βλ. Από την απολογία του Βαγγέλη Χ. και Από την ‘απολογία’ του Πολύκαρπου Γεωργιάδη το Φλεβάρη του 2010 )

Το εφετείο, μετά από 2 αναβολές (9 Μαρτίου 2011, 14 Φεβρουαρίου 2012), ορίστηκε εκ νέου για τις 24 Απριλίου 2012.

Τρίτη 24 Απριλίου

Η δίκη έχει το νούμερο 17 στον πίνακα και κατά τις 11 ανακοινώνεται κι εισέρχονται οι κατηγορούμενοι στην αίθουσα. Ακούγονται συνθήματα από τους αλληλέγγυους στην αίθουσα («Το πάθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερο απ’ όλα τα κελιά», «SS, SS, μπάτσοι-δικαστές»), η πρόεδρος επιπλήττει το ακροατήριο και δημιουργείται μια ένταση.

Παρουσιάζεται κώλυμα με τον Ασημάκη Λαζαρίδη και το δικηγόρο του και η δίκη διακόπτεται χωρίς καν να έχει αρχίσει, για την επόμενη μέρα.

Τετάρτη 25 Απριλίου

Ορίζεται νέα δικηγόρος για τον Λαζαρίδη κι η δίκη ξεκινάει με τους μάρτυρες κατηγορίας. Ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας, ο απαχθείς βιομήχανος Μυλωνάς, αναφέρεται στην εμπλοκή των βασικών κατηγορουμένων για την απαγωγή: αυτή τη φορά αναφέρει και τον Βαγγέλη, ενώ δείχνει να μπερδεύει και Χαραλαμπίδη. Γίνεται τότε από τους συνηγόρους υπεράσπισης του Βαγγέλη, αντιπαραβολή αυτής της κατάθεσης με τις αντίστοιχες στην πρώτη δίκη και στην ανάκριση μετά την ομηρία του, όπου αναφέρεται σε έναν αλβανό. Ο Μυλωνάς χάνει την ψυχραιμία του, πέφτει σε αντιφάσεις κι εν τέλει, ανακαλεί για τον Βαγγέλη. Οι συνήγοροι υπεράσπισης καταλήγουν ότι ο μάρτυρας μετά από 3,5 χρόνια, απλώς εκλογικεύει τους δράστες της απαγωγής στα πρόσωπα των κατηγορουμένων, σ’ ένα σχήμα δοσμένο απ’ τις συλλήψεις.

(Η δίκη διακόπτεται, προκειμένου να δικάσει η πρόεδρος άλλες δίκες που είχαν οριστεί για κείνη την ημέρα. Προτού διακοπεί, ο Μυλωνάς επικαλείται εκ μέρους της συζύγου του, βασικής μάρτυρας επίσης, κώλυμα για ψυχολογικούς λόγους και χρήση φαρμακευτικής αγωγής. Η πρόεδρος δείχνει να μη το δέχεται και προειδοποιεί με βίαιη προσαγωγή της. Ελέω των εκλογών, όπου για ένα διάστημα πριν και μετά, δεν λειτουργούν τα δικαστήρια, η δίκη συνεχίζεται στις 10 Μαΐου 2012)

Πέμπτη 10 Μαΐου

Η δίκη συνεχίζεται με την εξέταση του Μυλωνά από τους συνηγόρους του Πόλυ. Ο μυλωνάς καταλήγει ότι διατηρεί αμφιβολίες και για τον Πόλυ.

Ο Μυλωνάς καταθέτει χαρτί από γιατρό για τη γυναίκα του, η οποία δεν εμφανίζεται γιατί έχει κατάθλιψη (όπως σχολιάζεται από τους δικηγόρους, προφανώς δεν πρόκειται για ετεροχρονισμένο σοκ απ’ την απαγωγή αλλά οφείλεται στην οικονομική κρίση του καπιταλισμού…)

Την υπόλοιπη μέρα απασχολεί κατά βάση ένας από τους μπάτσους που συμμετείχε στην έρευνα, ο οποίος φαίνεται πιο «διαβασμένος» απ’ τη δίκη σε πρώτο βαθμό. Σε ερώτηση όμως των δικηγόρων γιατί δεν έγιναν φωνητικές ταυτοποιήσεις σε επιστημονικά εργαστήρια, ο μάρτυρας απαντάει ότι το επιστημονικό τμήμα της αστυνομίας τους «πούλησε»…

Παρασκευή 11 Μαΐου

Ένας από τους μάρτυρες κατηγορίας, ο Ακριβόπουλος, που είναι προσωπικός φίλος του Μυλωνά κι έχει διατελέσει δικηγόρος της Alumil, με μικρή συμμετοχή στην υπόθεση κι ενώ στο πρωτόδικο δικαστήριο είχε μια σύντομη κατάθεση, αυτή τη φορά αλλάζει άρδην γραμμή πλεύσης. Κόντρα και στην κατάθεση του ίδιου του Μυλωνά, προσπαθεί να εγκαθιδρύσει ένα κλίμα αποτροπιασμού που δεν ανταποκρίνεται σε καμία πραγματικότητα.

Συνεχίζονται οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, κυρίως μπάτσων που συμμετείχαν στην έρευνα. Ακόμα και σε σημεία-κλειδιά που υποτίθεται ότι «δένουν» το κατηγορητήριο, εντύπωση προκαλεί ότι κανένας δεν ήταν παρών αλλά ολωνών τους έχουν μεταφερθεί πληροφορίες από τους ανωτέρους…

Δευτέρα 14 Μαΐου

Μετά από την ανάγνωση κάποιων εγγράφων, σειρά έχουν οι μάρτυρες υπεράσπισης. Μάρτυρες υπεράσπισης των δυο συντρόφων καταθέτουν ότι τις δυο επίμαχες ημερομηνίες αντίστοιχα, βρισκόντουσαν μαζί με τους συντρόφους σε προσωπικές και δημόσιες στιγμές.

Όσον αφορά τον κοινωνικό περίγυρο των κατηγορουμένων (συγγενείς, φίλοι, σύντροφοι, συνάδελφοι, γείτονες, κλπ), μέλημα του δικαστηρίου ήταν να επιβάλλει μια στενή και περιοριστική διάσταση του υπερασπιστικού λόγου: στην αρχή με χαμόγελα έπειτα με συνεχή χτυπήματα του κουδουνιού και τέλος με διακοπή της διαδικασίας, η πρόεδρος επιχείρησε να παύσει κάθε αναφορά στους συνειδησιακούς λόγους που οδήγησαν τους συντρόφους στην παροχή ασύλου κι αλληλεγγύης σ’ ένα δραπέτη και καταζητούμενο απ’ τις αρχές, πόσο μάλλον το γεγονός ότι πρόκειται για έναν ανυπότακτο και συνειδητοποιημένο παράνομο που την πέφτει στις οικονομικές δομές χωρίς να βλάπτει κανέναν φτωχό κι αδικημένο.

Η ανάπτυξη των παραπάνω θα γίνει τελικά από τους κατηγορουμένους συντρόφους στις απολογίες τους. Ο Βαγγέλης αναφέρθηκε στις ιδέες της ελευθερίας και τα έντονα βιώματα στους χώρους εργασίας που τον οδήγησαν στην επιλογή της αλληλεγγύης στον Βασίλη Παλαιοκώστα, αρνούμενος όμως τις κατηγορίες της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, σε ληστεία, σε απαγωγή και σε μερίδιο από τα λύτρα. Στη συνέχεια έκανε μια αντιπαραβολή της παραβατικότητας του Παλαιοκώστα με τη νομιμοποιημένη παραβατικότητα του κράτους και τη τρομοκρατία των οικονομικών όρων, ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Μετέπειτα αναφέρθηκε στην καθημερινότητα των φυλακών, στην αναντιστοιχία της ποινής που άκουσε πρωτόδικα με την εγκληματική βαρύτητα των επιλογών του ή ακόμα, και των πράξεων που του αποδίδονται από το κατηγορητήριο. Έπειτα προέβη σε κριτικά σχόλια για την αντεγκληματική πολιτική, τον σωφρονισμό και το ποινικό δίκαιο. (Η πρόεδρος έχοντας από καιρό «φορέσει» ένα συμπαθητικό ύφος, σε μια στιγμή δείχνει πλήρως γοητευμένη: «τα λες πολύ καλά, Βαγγέλη»…). Τέλος, ο Βαγγέλης απάντησε για αρκετή ώρα στις ερωτήσεις που αφορούσαν πιο συγκεκριμένα την υπόθεση.

Μετά από ένα ολιγόλεπτο διάλλειμα, σειρά έχει ο Πόλυς. Ανέπτυξε την έννοια της κοινωνική ληστείας όπως ορίζεται από τον Hobsbawm κι ανίχνευσε την παράδοσή της μέσα στην ελληνική και παγκόσμια ιστορία, εντάσσοντας σ’ αυτήν και τον Βασίλη Παλαιοκώστα. Αρνήθηκε με τη σειρά του τις αποδιδόμενες κατηγορίες κι ανέφερε τα πολιτικά χαρακτηριστικά της στήριξης του στον Παλαιοκώστα, ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή όχι 100% με τις επιμέρους επιλογές αυτού. Παραθέτοντας ωστόσο το σχήμα διάκρισης της βίας κατά Žižek, διαφοροποίησε την παραβατική βία του Παλαιοκώστα (πχ απαγωγή) που είναι συγκυριακής φύσης από τη διαρθρωτική βία των θεσμών και του κεφαλαίου η οποία εγκαθιδρύει μια μόνιμη συνθήκη καταπίεσης κι ανέχειας, με κατάληξη στην τωρινή κατάσταση, σε αυτοκτονίες και θανάτους από την μη ικανοποίηση βασικότατων βιωτικών αναγκών. Τέλος, ο Πόλυς απάντησε κι αυτός με τη σειρά του σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά με την υπόθεση.

Τρίτη 15 Μαΐου

Συνεχίζονται οι απολογίες των κατηγορουμένων με τον Λαζαρίδη που για μια φορά ακόμη (αυτή τη φορά με λυγμούς…) ομολογεί τη συμμετοχή του στην απαγωγή αλλά αρνείται τη συμμετοχή του στη ληστεία έξω απ’ τον Μασούτη. Αναφέρεται ξανά για τους συντρόφους Βαγγέλη και Πόλυ και δεν λείπουν κι οι αντιφάσεις (ενώ στην αρχή λέει ότι δεν ήταν στην αρπαγή, μετά λέει ότι ήταν, κλπ).

Έπειτα απολογείται ο Γιώργος Χαραλαμπίδης ο οποίος εξετάζεται για στοιχεία σχετικά με την υπόθεση με εξονυχιστικό και σκληρό τρόπο από τους δικαστές (σε κάποια στιγμή η πρόεδρος αναφωνεί «άσε μας ρε Χαραλαμπίδη»). Ίδια σκληρότητα δείχνεται και στην υπόλοιπη οικογένεια που κατηγορείται για πλημμεληματικού τύπου αδικήματα, ιδιαίτερα στη μικρή αδερφή του Γιώργου.

Έπειτα έχει το λόγο ο εισαγγελέας για την πρόταση του. Αφού κάνει μια ψαγμένη αλλά και κλισέ πια εισαγωγή (προσομοίωση ποινικής δίκης με αρχαίο δράμα και δικανικού λόγου με διαλεκτική), προτείνει την ενοχή των κατηγορουμένων για τις κατηγορίες της εγκληματικής οργάνωσης, της αρπαγής, της εκβίασης και της κατοχής εκρηκτικών υλών και την απαλλαγή τους απ’ αυτές της ληστείας έξω απ’ τον Μασούτη και των διακεκριμένων κλοπών. Ανάμεσα στα άλλα, προτείνει και την αναγνώριση του ελαφρυντικού (που δεν είχε αναγνωριστεί πρωτόδικα) στον Γιώργο Χαραλαμπίδη.

Σειρά έχουν οι αγορεύσεις των συνήγορων υπεράσπισης, όπου μέχρι το πέρας της διαδικασίας προλάβανε να μιλήσουνε 3 δικηγόροι (2 από τους 3 του Βαγγέλη και 1 από τους 2 του Πόλυ).

Ο Σ. Φυτράκης εκκινώντας απ’ το λόγο του εντολέα του, μίλησε για τα υποκειμενικά πολιτικο-ιδεολογικά κίνητρα που οδήγησαν τον Βαγγέλη στην εμπλοκή του με το Βασίλη Παλαιοκώστα κι υποστήριξε πως ό,τι έχει βγει από την υπόθεση δεν συνιστά εμπλοκή σε συγκροτημένη ομάδα παρά περιστασιακή εμπλοκή επιβοηθητικού χαρακτήρα. Και σε συνδυασμό με την κλονισμένη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα, πρότεινε στην έδρα την εγκατάλειψη ενός σκληρού μοντέλου στην απονομή δικαιοσύνης και την υιοθέτηση μιας πιο ισορροπιστικής προσέγγισης που σε νομικό επίπεδο σημαίνει είτε «υπόθαλψη εγκληματία» είτε «απλή συνέργεια».

Στη συνέχεια ο Χ. Κετίκογλου μίλησε για πιο τεχνικά σημεία της υπόθεσης κι αντέκρουσε πολλά από τα επιχειρήματα του κατηγορητηρίου εις βάρος του Βαγγέλη.

Στο ίδιο μήκος κλίματος κινήθηκε κι η Ο. Βλόντζου, όπου αναφέρθηκε σε πολλές από τις αντιφάσεις που ενέχει το κατηγορητήριο εις βάρος του Πόλυ.

Τετάρτη 16 Μαΐου

Ο Γ. Ραχιώτης αναφέρθηκε πρώτα στα τεχνικά στοιχεία της υπόθεσης που το κατηγορητήριο επιρρίπτει στον Πόλυ, υποστηρίζοντας την έλλειψη αποδεικτικού υλικού για την απόδειξη αντικειμενικής υπόστασης στις αποδιδόμενες πράξεις. Έπειτα άσκησε κριτική στη νομική κατασκευή της εγκληματικής οργάνωσης (όπως ενσαρκώθηκε μετά το 2001), η οποία αναβαθμίζει την εγκληματικότητα των φτωχών  (ακόμα κι όταν πρόκειται για ευκαιριακή συνεύρεση ατόμων) αντιπαραβάλλοντάς την με τη λεγόμενη εγκληματικότητα του λευκού κολάρου που βγάζει λάδι προσβολές της έννομης τάξης που προκαλούνται από ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Τέλος αναφέρθηκε στα κίνητρα που ενέπνευσαν τον εντολέα του στην αλληλεγγύη του στον Βασίλη Παλαιοκώστα, στο όραμα δηλαδή ενός δίκαιου κόσμου που θάμπωσε στο θρύλο που τα βάζει με το σύστημα και νικάει.

Η Δ. Βαγιανού ξεκίνησε απ’ αυτό το σημείο, αντιπαραβάλλοντας δύο πόλους: απ’ τη μια ένας οικονομικός παράγοντας του τόπου (Μυλωνάς) κι απ’ την άλλη, ένας θρύλος της παρανομίας, ένας κοινωνικός ληστής που ενσαρκώνει την φυγή προς την ελευθερία και την αντίσταση στην καταδυνάστευση (Παλαιοκώστας), με τους δυο συντρόφους να έρχονται από έναν άλλο κόσμο όπου τα ιδεολογικά κίνητρα ώθησαν στην αλληλεγγύη τους στον Βασίλη Παλαιοκώστα. Αναφερόμενη στα πιο νομικά στοιχεία που ενεπλέκουν τον Βαγγέλη, έθεσε θέμα αμφιβολιών του αποδεικτικού υλικού, θέμα που παρακάμπτεται (πχ στη δίκη πρώτου βαθμού) μπρος σε μια επιβεβλημένη ανάγκη εξάρθρωσης μιας πράξης. Η δικηγόρος κατέληξε με τη σειρά της στην εμπλουτισμένη κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης, που στην περίπτωση του Παλαιοκώστα δεν υφίσταται κατά νομικό τρόπο (είναι προσωποπαγής κι όχι πραγματοπαγής που θέλει ο νόμος), αλλά με συμβολικό: το δόγμα της συλλογικής ευθύνης συμπαρασέρνει τους υπόλοιπους κατηγορούμενους και η συμβολική δύναμη του ποινικού δικαίου καπελώνει επιβαρυντικά τις πράξεις αλληλεγγύης των δύο ανθρώπων που έχουν ιδεολογικά κίνητρα.

Έπειτα, η νεαρή δικηγόρος του Λαζαρίδη (που αντικατάστησε στην αρχή του εφετείου τον γραφικό δικηγόρο που είχε στον πρώτο βαθμό), έκανε μια σύντομη αγόρευση για τον εντολέα της λέγοντας ότι λέει αλήθειες κι επικαλούμενη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει δύο ανήλικα παιδιά.

Η συνήγορος υπεράσπισης του Γιώργου Χαραλαμπίδη, Μ. Παπαδάκη αναφέρθηκε κυρίως στη σχέση που έχει αναπτύξει ο εντολέας της με τον Βασίλη Παλαιοκώστα, καθώς κι η ίδια, όταν διασταυρώθηκε με τον τελευταίο όταν ήταν προφυλακισμένος. Η πρόεδρος του δικαστηρίου διέκοπτε την δικηγόρο αρκετά συχνά και με επιτακτικό τρόπο, καθώς δεν ήθελε να ακούσει πολλά-πολλά για τη δοτικότητα και το ενδιαφέρον που δείχνει ο Παλαιοκώστας σ’ αυτούς που αγαπά κι έχουν ανάγκη.

Τέλος μιλήσαν οι δικηγόροι της οικογένειας Χαραλαμπίδη που αναφέρθηκαν στην δυσμενή οικονομική κατάσταση που περνάει η οικογένεια, στο διαρκή μόχθο που καταβάλλει και στο γεγονός ότι δεν έχει ξανααπασχολήσει τις διωκτικές αρχές.

Το δικαστήριο διέκοψε για κανα δίωρο ώστε να συσκεφτεί για να βγάλει την απόφαση. Επανέρχεται για να ανακοινώσει τις ενοχές και τις απαλλαγές: πάνω κάτω αποδέχεται την πρόταση του εισαγγελέα, απαλλάσσοντας επιπλέον τους κατηγορουμένους κι από την κατηγορία της κατοχής εκρηκτικών. Έπειτα, ο εισαγγελέας κάνει προτάσεις επί της ποινής για τις κατηγορίες για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Οι δικηγόροι αντιπροτείνουν μειωμένες ποινές και το δικαστήριο ξαναδιακόπτει για λίγο για να ανακοινώσει την τελική του απόφαση:

Ο Βαγγέλης κι ο Πόλυς πήγανε ξανά «σετάκι». Η τελική τους ποινή είναι 12 χρόνια και 10 μήνες (μειώθηκε στο μισό η κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης κι από λίγο οι υπόλοιπες).

Ο Λαζαρίδης πήγε στα 6 χρόνια και 11 μήνες (αυτού, ενώ απαλλάχτηκε από κατηγορίες ή μειώθηκαν πολλές ποινές, του αυξήθηκε για λίγο η ποινή της εγκληματικής οργάνωσης).

Ο Γιώργος Χαραλαμπίδης κατέβηκε στα 4 χρόνια και 5 μήνες (μειώθηκε η ποινή της απλής συνέργειας στην απαγωγή και του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό).

Η οικογένεια Χαραλαμπίδη πήγε στους 10 μήνες με 3ετή αναστολή.