Προαισθήματα…: για το Occupy και τους αγώνες χωρίς αιτήματα – Q. Libet

Προαισθήματα…

Οι επερχόμενες καταλήψεις θα ξεφυτρώνουν παντού χωρίς αρχή και τέλος, και χωρίς τα μέσα να διαλυθούν. Όταν συμβεί αυτό, θα είμαστε επιτέλους έτοιμοι να τις εγκαταλείψουμε.

Όταν γράφαμε τα παραπάνω τον Δεκέμβρη του 2008 στην πόλη της Νέας Υόρκης, μετά την κατάληψη ενός πανεπιστημιακού κτιρίου στη Union Square, αντιμετωπιστήκαμε σαν ιδεαλιστές νεαροί, μηδενιστές αναρχικοί, ακόμη και φασίστες παρακρατικοί. Ποιά είναι τα αιτήματά σας; ρωτούσαν. Και τί προτείνετε; αναρωτιόντουσαν. Να καταλάβουμε τα πάντα; ξύνιζαν.

Αλίμονο. Τα προαισθήματά μας έχουν ξεπεραστεί.

Ήταν απλά θέμα χρόνου. Με το πρώτο ξέσπασμα της κρίσης το φθινόπωρο του 2008, τα αποτελέσματά της ήταν διάχυτα, με τα άτομα σ’ ολόκληρη τη χώρα να τα νιώθουν ταυτόχρονα αλλά όχι από κοινού. Οι φοιτητές, που έχουν τόσο τον χρόνο να δράσουν και να σκεφτούν ελεύθεροι απ’ την προστατική της εργασίας, ήταν φυσικά οι πρώτοι που αντέδρασαν. Με την εξέγερση στην Ελλάδα να κοχλάζει, και μια κρίση νομιμοποίησης της αμερικανικής οικονομίας μπροστά τους, καταλήψεις χωρίς αιτήματα εξαπλώθηκαν από την Νέα Υόρκη στην Καλιφόρνια, εμπλέκοντας χιλιάδες. Τα αιτήματα είναι άνευ νοήματος, όταν κανείς δεν πρόκειται να σε ακούσει, κι έτσι το μόνο πραγματικό αίτημα ήταν η ίδια η κατάληψη. Ανώριμο ίσως, όχι όμως και ανόητο. Με τις κατασχέσεις να αυξάνονται γεωμετρικά, και την ανεργία να εκτοξεύεται στα ύψη, η κατάληψη του χώρου και των μέσων διαβίωσης είναι η πιο αυτονόητη δράση. Στις πιο απολίτικες απ’ τις Δυτικές δημοκρατίες, πρέπει να δημιουργήσει κανείς πρώτα τους χώρους απ’ όπου θα προκύψει η πολιτική.

Αλλά οι φοιτητές από μόνοι τους δεν είναι τίποτα. Πόσο μάλλον οι αριστεροί ριζοσπάστες απ’ αυτούς.

Πάντοτε με το ένα πόδι στην εργασία και το άλλο έξω απ’ αυτήν, οι φοιτητές μπορούν να εκφράσουν τη δυσφορία γι’ αυτό που έρχεται, κι όχι γι αυτό που έχει ήδη έρθει. Εδώ προκύπτει και το θεωρητικό πλεονέκτημα του τρέχοντος κύματος καταλήψεων, που παίρνει ως σημείο αφετηρίας του όχι το λεηλατημένος μέλλον, αλλά το διαλυμένο παρόν. Από δω, δε χρειάζεται κανείς πλέον να “πείσει” τους άλλους για το τί “μπορεί να συμβεί”. Είναι μάλλον το ίδιο το παρόν που γκρεμίζεται κάτω απ’ τα πόδια όλων. Και μόνον όσοι ζουν σε ουρανοξύστες μπορούν να αποφύγουν τα πρώτα γκρεμοτσακίσματα.

Το Occupy Wall Street και οι επακόλουθοι πολλαπλασιασμοί του ακολουθούν την τροχιά των αμερικανικών κοινωνικών αγώνων που ξεκίνησαν απ’ τις εργατικές ταραχές μετά τον εμφύλιο πόλεμο και συνέχισαν μέχρι τις πιο πρόσφατες αναζωπυρώσεις των διαδηλώσεων της αντιπαγκοσμιοποίησης των αρχών της δεύτερης χιλιετηρίδας. Τί είναι αυτή η τροχιά; Με απλά λόγια, στο ξεκίνημα της νεοϊδρυθείσας δημοκρατίας της Αμερικής, οι εργαζόμενοι πληθυσμοί διεκδικούσαν λιγότερες ώρες εργασίας και καλύτερο μισθό, με ανεξάρτητη δική τους εκπροσώπηση και συλλογικά δικαιώματα διαπραγμάτευσης. Αυτά τα συγκεκριμένα αιτήματα, που ορισμένες φορές αναμείχθηκαν και ορισμένες βρέθηκαν σε σύγκρουση με τα αιτήματα για τη ψήφο των γυναικών και τα πολιτικά δικαιώματα, υποστηρίχθηκαν από μαζικά κύματα βίας: απεργίες, καθηστικές διαμαρτυρίες, οδομαχίες, ταραχές, λεηλασίες, εμπρησμούς. Ενώ απαιτούσαν συγκεκριμένες εγγυήσεις για τη ζωή τους με τα λόγια τους, με τα έργα τους δεν απαιτούσαν τίποτα απολύτως απ’ τα κατεστραμμένα εργοστάσια και τραίνα που άφηναν πίσω τους.

Ο μέσος αμερικάνος πολίτης, το 99%, απ’ την ανασυγκρότηση στον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο, αναβαπτίστηκε στο αίμα και ευλογήθηκε με μια πληθώρα υλικών κερδών. Η ενασχόληση των πολιτών με την πολιτική υποχώρησε μπρος στην απόλαυση των νέων εμπορευμάτων που βρέθηκε στο προσκήνιο. Με μια σχετική ειρήνη που κερδήθηκε για τους λευκούς εργαζομένους, η σφαίρα της πολιτικής άνοιξε για το άλλο κομμάτι του 99%, για τον μαύρο πληθυσμό. Ο αργόσυρτος μεταπολεμικός αγώνας για πολιτικά δικαιώματα εξερράγη στη δεκαετία του ’60, με όχι μόνο αιτήματα για ίση μεταχείριση και σεβασμό, αλλά επίσης αιτήματα για ένταξη στα υλικά κέρδη που είχε προσωρινά διασφαλίσει για τον εαυτό του ο λευκός εργαζόμενος πληθυσμός. Αυτά τα πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα διατυπώθηκαν στην Ουάσιγκτον και τη Σέλμα, ήταν μόνο το προσκήνιο μιας κολοσσιαίας βουβής οργής που μαινόταν στο φόντο, γκρεμίζοντας τις γεμάτες εμπόρευμα βιτρίνες του Νιούαρκ, του Ντητρόιτ, του Λος Άντζελες, του Ώκλαντ, του Σικάγο, και σχεδόν κάθε μητροπολιτικής γειτονιάς στην Αμερική. Η αυτοκαταστροφή των δικών τους γειτονιών ήταν το σημάδι ότι δεν είχαν “τίποτα να χάσουν”, μια πολιτική θέση που δεν μπορεί παρά να κερδίζει.

Καθώς το κίνημα για ισότητα και πολιτικά δικαιώματα κορυφώθηκε, η νεολαία και τα αντιπολεμικά κινήματα των μέσων του ’60 και των αρχών του ’70 κέρδισαν έδαφος. Κάνοντας δικό τους το φυσικό μήνυμα των φυλετικών ταραχών -ότι δεν υπάρχει νίκη χωρίς αγώνα- οι νέοι ριζοσπάστες ανέμειξαν παλιές εργατικές τακτικές με τις στρατηγικές των πολιτικών δικαιωμάτων, παράγοντας μια ιδεολογία που υποστήριξε το δικαίωμά τους να γευτούν τους καρπούς της αμερικανικής κοινωνίας. Τα πάντα μπορούσαν να αρπαχθούν, τα πάντα θα ‘πρεπε να ήταν δικά μας. Η ιδιαιτερότητα των πολιτικών κινημάτων την περίοδο αυτήν ήταν στη φύση των γενικών αιτημάτων τους: ελευθερία, ισότητα, ειρήνη, τα πάντα.

Όμως ο αγώνας για ένα ολικό αίτημα έσπασε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν η κρίση στην αμερικανική οικονομία οδήγησε σε μια νέα ταξική επίθεση σ’ αυτούς που κάνουν τη χώρα να κινείται. Αυτή η επίθεση είναι σε εξέλιξη. Δε χρειάζεται πλέον να δοθεί τίποτα σ’ αυτούς που απαιτούν, οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις δε δεσμεύονται πια απ’ τους υπαλλήλους τους και τους πολίτες τους. Αυτή η νέα σχέση μεταξύ κυβερνόντων και κυβερνομένων, μεταξύ ιδιοκτητών και εργατών, ονομάστηκε λιτότητα. Απ’ αυτό το σημείο κι έπειτα, όσα κερδήθηκαν τον προγούμενο αιώνα σιγά-σιγά υποχώρησαν. Οι πραγματικοί μισθοί καθηλώθηκαν ενώ οι τιμές αυξήθηκαν, η εισοδηματική ανισότητα τινάχθηκε στα ύψη ενώ η ανεργία κορυφώθηκε, αφάνταστος πλούτος παράχθηκε ενώ απίστευτα λίγοι τον ιδιοποιήθηκαν – το αμερικανικό όνειρο αγορασμένος με κακή πίστωση, πληρωμένο με πανήψυλο επιτόκιο, μόλις μαλάκωσε με ένα εισιτήριο για τον κινηματογράφο. Τί μπορεί να διεκδικήσει πια κανείς όταν δεν υπάρχει τίποτα να του δώσουν.

Το να ΜΗΝ έχει κανείς αιτήματα, δεν είναι κάποια έλλειψη αλλά μια αντιφατική επιβεβαίωση της εξουσίας του όσο και της αδυναμίας του. Πολύ αδύναμος ακόμα και για να αποπειραθεί να πάρει κάτι απ’ αυτούς που κυριαρχούν την εργατική ζωή, και ταυτόχρονα πολύ ισχυρός για να προσπαθήσει και να καταφέρει μια άμεση οικειοποίηση της ψυχής του, του χρόνου του και της δραστηριότητάς του μακρυά από την εκπροσώπηση. Ένας αγώνας χωρίς αιτήματα φανερώνει τη συνολικότητα των εχθρών εναντίον των οποίων μάχεται κανείς και την ενότητα όσων τους αντιμάχονται. Ένας τέτοιος αγώνας “δε διεκδικεί κανένα συγκεκριμένο δικαίωμα επειδή τα βάσανα που υποφέρει δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο κακό αλλά ένα κακό γενικό”. Αυτό το “γενικό κακό” είναι η απρόσωπη δομή της εκμετάλλευσης που βρίσκεται στην καρδιά του οικονομικού μας συστήματος – η εκβιαστική πώληση του χρόνου και της δραστηριότητας μιας ολόκληρης ζωής ενός σε έναν άλλον με αντάλλαγμα έναν μισθό – κάτι που δεν μπορεί να ξεπεραστεί από καμμιά συγκεκριμένη αλλαγή, παρά μόνο από μια συνολική.

Ωστόσο, ο αγώνας χωρίς αιτήματα δεν είναι “ριζοσπαστικός” επειδή δεν έχει αιτήματα, όπως και ο αγώνας για καλύτερους μισθούς δεν είναι “ρεφορμιστικός” επειδή έχει αιτήματα. Πιο σημαντικό από τα αιτήματα που εγείρονται εναντίον της εξουσίας είναι οι απαιτητικές υπευθυνότητες που φέρει η ίδια η κατάσταση. Η ιδιαιτερότητα της τρέχουσας στιγμής είναι η σαφής αναγνώριση απ’ τους ίδιους τους ανθρώπους, δημόσια, μαζί, δυνατά, αόριστα, της δικής τους κατάστασης στην κατάσταση των άλλων. Οι μορφές αυτής της συνάντησης, αν και θεαματικές, δεν είναι τίποτα συγκρινόμενες με τα περιεχόμενά τους.  Τα ζητήματα της εργασίας, του χρήματος, της κοινότητας, της οικογένειας, του φύλου, του χρώματος, του χρόνου, της τάξης, της εκπαίδευσης, της υγείας, των μέσων, της εκπροσώπησης, της τιμωρίας και της πίστης δεν έχουν πια ατομικές απαντήσεις. Το να σκεφτούμε πάνω σ’ ένα απ’ αυτά σημαίνει να σκεφτούμε πάνω σ’ όλα τους, και το να σκεφτούμε πραγματικά πάνω σ’ όλα αυτά απαιτεί μια κατάληψη δίχως τέλος. Οι καταλήψεις χωρίς τέλος είναι απεριόριστες κι ελεύθερες, όχι απλά επειδή βρίσκονται παντού και διαρκούν επ’ αόριστον, αλλά επειδή δεν υπάρχει τίποτα έξω απ’ αυτές που να τις καθορίζει εκτός απ’ αυτές τις ίδιες. Το  ξεπέρασμα των καταλήψεων είναι η πρακτική πραγματοποίηση μιας τέτοιας ελευθερίας, ένα καθήκον που δεν μπορεί παρά να επιτευχθεί ιστορικά.

Προσοχή: υπάρχει μια λογική εδώ, λόγω των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων που γίνονται ακόμα πιο ξεκάθαρες χάρις στην τρέχουσα έλλειψη κατάλληλων εννοιών για να την αντιληφθούμε. Η κύρια προϋπόθεση του 99% συνθέτει τέλεια την οικουμενική κενότητα του σύγχρονου αμερικάνου, εκφράζοντας πλήρως ολόκληρη την ύπαρξή του χωρίς συσχέτιση με μια καθορισμένη ποιότητα. Η αλήθεια των καταλήψεων δεν έγκειται μόνο στην ουσία τους, αλλά και στα υποκείμενά τους. Η ελάχιστη προϋπόθεση της κατάληψης εντοπίζει τα υποκείμενα του συλλογισμού σε έναν συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Όσο δένονται μεταξύ τους μέσω υλικών σχέσεων αλληλεξάρτησης, καταλήγει τελικά κανείς πως ούτε καν η επανάσταση δεν είναι αδύνατη.

Η νέα εποχή είναι βαθιά επαναστατική, και το ξέρει. Σε κάθε επίπεδο της σύγχρονης κοινωνίας, κανείς δεν μπορεί και κανείς δε θέλει να συνεχίσει όπως πριν. Κανείς δεν μπορεί να διαχειριστεί ειρηνικά την πορεία των πραγμάτων από τα κορυφαία κλιμάκια πλέον, καθώς ανακαλύπτουν ότι οι πρώτοι καρποί της κρίσης της οικονομίας δεν είναι μονο ώριμοι, αλλά έχουν στην πραγματικότητα αρχίσει να σαπίζουν. Στη βάση, κανείς δε θέλει να αποδεχθεί τί συμβαίνει γύρω του, και το αίτημα για ζωή έχει γίνει πλέον το επαναστατικό πρόγραμμα. Το μυστικό όλων των “άγριων” και “ακατανόητων” αρνήσεων που κοροϊδεύουν την παλιά τάξη είναι η αποφασιστικότητα να γράψουμε τη δική μας ιστορία.

Το Occupy Wall Street είναι η πρώτη μεγάλη αμερικανική απάντηση στην οικονομική κρίση του 2008. Αλλά η οικονομική κρίση του 2008 είναι η πρώτη μεγάλη συνέπεια της αποτυχημένης απάντησης στην κρίση της δεκαετίας του 1970. Στην πραγματικότητα, η καθυστερημένη ταξική σύγκρουση των τελευταίων τριών δεκαετιών, στις οποίες οι Αμερικανοί καλή τη πίστει χάρισαν στις επιχειρήσεις και στην κυβέρνηση μια ολόκληρη γενιά προκειμένου να διορθώσουν το πρόβλημα, και τώρα γύρισαν για να πάρουν εκδίκηση. Ο χρόνος της αναμονής τελείωσε. Η εποχή της λιτότητας έχει φτάσει τα όριά της. Το να καταλάβουμε τα πάντα χωρίς αιτήματα δεν είναι παρά το πρώτο βρεφικό βήμα στα γιγαντιαία παπούτσια του νέου αμερικανικού προλεταριάτου.

Q. Libet
20 Οκτώβρη 2011

πηγή: http://juralib.noblogs.org/2011/10/29/premonitions-sur-les-occupations-aux-etats-unis/

*~*~*

Δείτε ακόμα (αγγλικά):

We Demand Nothing – Johann Kaspar

Preoccupied: The Logic of Occupation – Q. Libet