Από την απολογία του Βαγγέλη Χ. (υπόθεση Παλαιοκώστα)

Απόσπασμα απ’ την απολογία του Βαγγέλη Χρυσοχοΐδη για την υπόθεση Παλαιοκώστα. Μαζί με τον Πόλυ Γεωργιάδη, βρίσκονται κατάδικοι για υπόθαλψη του δραπέτη Βασίλη Παλαιοκώστα, και συμμετοχή στην απαγωγή του βιομηχάνου και πρώην προέδρου του σββε Γ. Μυλωνά.

Καταρχήν, αρνούμαι όλες τις κατηγορίες που με προσάπτετε. Δεν έχω καμία σχέση με : αρπαγή, εκβίαση, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απόπειρα ανθρωποκτονίας, ληστείες. Θα αναφερθώ στη γνωριμία μου με τον Βασίλη Παλαιοκώστα, αφού με αφήσετε να πω κάποια πράγματα.

Λοιπόν επιτέλους ήρθε η ώρα για να πω ποιος πραγματικά είμαι και τι έχω κάνει. Σίγουρα ο καθένας είναι επηρεασμένος από τους δημοσιοκάφρους των ΜΜΕ για τον διασυρμό της προσωπικότητάς μου και την προσβολή τόσο τη δική μου όσο και της οικογένειάς μου. Με παρουσίαζαν ως σεσημασμένο ληστή κι ως είλωτα του χρήματος και οικονομικά άνετου να μπαινοβγαίνω σε καζίνα και μπουζούκια ενώ δεν έχω πατήσει ποτέ σε τέτοιους χώρους. Ό,τι έχει ακουστεί για μένα δεν σημαίνει ότι έχει λεχθεί και πραχτεί από μένα. Φημολογίες που όσο δεν αρμόζουν στην πραγματικότητα, άλλο τόσο δεν αρμόζουν και στο ήθος μου.

Κανείς δεν μίλησε για τα αληθινά και δύσκολα χρόνια της εργασίας μου (όντας στο εργοστάσιο επίπλων από 14 χρονών με 2500 ένσημα), για την σκληρή καθημερινότητα της επιβίωσης, το ότι δεν δούλευα από χόμπι αλλά επειδή δεν είχα άλλο τρόπο για να βγάλω χρήματα και να αγοράσω τα πιο αναγκαία ώστε να γίνω «κοινωνικά αποδεκτός». Κανείς δεν δουλεύει από χόμπι, ακόμα και εσείς φαντάζομαι δεν έρχεστε εδώ κάθε πρωί για να βγάζετε και να βάζετε κόσμο στην φυλακή… Αλλά για να βγάλετε χρήματα! Απλά στην εργασία υπάρχει το ζήτημα αν είσαι αφεντικό, εργάτης, δημόσιος υπάλληλος κτλ, ώστε να έχεις μία πιο άνετη ζωή και ξεκούραστη καθημερινότητα. Εγώ ας πούμε, που είμαι εργάτης, πουλάω την ενέργειά μου στα αφεντικά για να αγοράσω τα πιο βιώσιμα αγαθά, άντε και καμιά μπίρα, αρκετά ώστε την άλλη μέρα να ξανά πάω στην δουλεία…να ξαναπουλήσω και να ξαναγοράσω, από την παραγωγή στην κατανάλωση και πάει λέγοντας… Όλη η καθημερινότητά μας ή καλύτερα όλη η ζωή μας κινείτε γύρω από την εργασία: Από μικρός που θα πάω στο σχολείο πρέπει να γίνω καλός μαθητής για να κάνω αργότερα μια δουλειά που θα βγάζω αρκετά χρήματα (άσχετα αν έχω φάει τα νιάτα μου σε σχολείο-διάβασμα-σπίτι-φροντιστήριο), μέχρι που θα βγω στην σύνταξη εξασφαλισμένος από ένα μισθό και απλά θα περιμένω να πεθάνω χορτάτος. Από τις 6 το πρωί που θα ξυπνήσω για να πάω στην δουλεία, το απόγευμα που θα σχολάσω και θα σχολιάσω με τους φίλους μου πως πέρασε το 8ώρο, μέχρι που θα γυρίσω νωρίς το βράδυ σπίτι για να κοιμηθώ ώστε να ξυπνήσω πάλι νωρίς για την δουλεία…

Σχολιάζοντας λοιπόν με φίλους, αυτό που διακρίνω είναι ότι όλοι οι εργαζόμενοι δεν ενδιαφέρονται για μια πιο αξιοπρεπή καθημερινότητα, και ίσως να μην αφιερώνουν χρόνο να ασχοληθούν επ’ αυτού αναπαυόμενοι σε μια ρομποτική ζωή: σχολνώντας απ’ την δουλειά, να δούνε τους βαθμούς των παιδιών τους, να πλένουν το αυτοκίνητο, να δούνε καμία ταινία και πάλι απ’ την αρχή… Καλουπωμένοι και εξαντλημένοι απ’ την εργασία, δεν υπάρχουν περιθώρια σκέψεις γι’ αυτούς. Εγώ ας πούμε, με πήρε 8 χρόνια για να αλλάξω δουλειά, αφού είχα ήδη αντιληφθεί την επικινδυνότητα – έχοντας κόψει το ένα άκρο του δαχτύλου, έχοντας πάθει διπλή δισκοκήλη στην μέση σε σημείο που να μην μπορώ να σκύψω για 6μήνες (για τους οποίους με κατηγορείτε για διάφορα ενώ έκανα θεραπείες) – και αφού είδα τον συνάδελφό μου Σπύρο με τα μυαλά χυμένα στο πάτωμα! Εκεί γονάτισα, δεν άντεξα άλλο… Τους περισσότερους εργαζόμενους δεν τους ενδιαφέρει αν παίρνουν μικρότερο μισθό από τον βασικό και δεν έχουν το θάρρος να τον διεκδικήσουν. Δεν λένε όχι στις υπερωρίες αλλά λένε όχι στην ανεργία, αφού έχουν ήδη καλύψει τις εργάσιμες ώρες κάποιου άνεργου και ταυτόχρονα ζούνε κάτω από την απειλή της απόλυσης. Δεν ζητάνε άδειες, ασφάλιση ούτε και μέτρα ασφάλειας!

Αυτά όλα τα έχω δει, τα έχω ζήσει και έχω αγωνιστεί ατομικά – δυστυχώς – , κατόπιν της αγνόησης των συναδέλφων μου. Όταν ας πούμε, τους έλεγα να μην δουλέψουμε υπερωρίες μέχρι το αφεντικό να μας κάνει αύξηση, το θεωρούσαν παράλογο, μη παραγωγικό, που στρέφεται εναντίον μας. Όταν όμως έπαιρνα εγώ την αύξηση διεκδικώντάς την με αυτόν τον τρόπο, αυτοί αντί να πράξουν το ίδιο, με αντιμετώπιζαν αρνητικά γιατί δεν ζήτησα και για αυτούς! Κλασική μικροαστική λογική… ας το κάνουν άλλοι για μένα, εγώ έχω και παιδιά να μεγαλώσω… Στην μοναδική στιγμή που δέχτηκα συγχαρητήρια, ήταν όταν μίλησα για τα μέτρα ασφαλείας μετά τον θάνατο του συνάδελφο μου! Και πάλι όμως, εργατοπατεράδες, πρώην πρόεδροι του συνδικάτου ξυλείας, πήραν το μέρος του αφεντικού λέγοντας πως ήταν μοιραίο!!! Μοιραίο να πεθαίνεις την στιγμή που δουλεύεις!!! Που δουλεύεις για να ζήσεις… Τα τελευταία χρόνια γνωρίζαμε ότι οι συνδικαλιστές θεωρούν απαραίτητο να πουλάμε τον χρόνο της ζωής μας με αντάλλαγμα την επιβίωση και κατόπιν αυτοί να μεσολαβούν επί της τιμής. Γνωρίζαμε ότι οι συνδικαλιστές χρησιμοποιούν τα συνδικάτα ως μέσα για να μπουν στην πολιτική και ταυτόχρονα να κομματικοποιούν τους εργαζόμενους. Γνωρίζαμε ότι οι συνδικαλιστές δεν εναντιώνονται στα αφεντικά και στο κεφάλαιο για να μην αναπαυθεί (;) η «εργατική τάξη», οπότε και δεν θα υπήρχε πλέον λόγος της ύπαρξής τους και του βιοπορισμού τους! Αλλά αυτό που δεν γνωρίζαμε είναι ότι θεωρούν μοιραίο κάποιος να σκοτωθεί, να πεθάνει στη δουλειά! 14-25 χιλιάδες νεκροί το χρόνο, 2 εκατομμύρια ανάπηροι και 20-25 εκατομμύρια τραυματίες, είτε από πτώσεις είτε από εκρήξεις στους καπιταλιστικούς ναούς που κατασκευάζουν είτε σαπίζοντας από αρρώστιες που οφείλονται στην πολύχρονη έκθεσή τους σε βλαβερές ουσίες…Χωρίς να υπολογίσουμε αυτούς που καταλήγουν στον αλκοολισμό ή στην αυτοκτονία μετά από οικονομική κατάρρευση… Κι όλα αυτά, απλά μοιραία, όπως λένε οι συνδικαλιστές…

Εδώ φαίνεται ότι η εργασία δεν έχει καμιά σχέση με το κοινωνικό όφελος αλλά έχει ως στόχο καθαρά το χρήμα. Η μόνη σχέση που έχει ο εργάτης με τη δουλειά του είναι ο μισθός ενώ η μόνη σχέση που έχει το κάθε αφεντικό με τη δουλειά του είναι το κέρδος της επιχείρησης. Για μένα απλότητα ζωής είναι το χρήμα, για άλλους η απελευθέρωση της εργασίας και για άλλους η τεμπελιά. Το θέμα είναι ότι όλα τα αφεντικά βάζουν το χρήμα πάνω από τον άνθρωπο, δίνουν βάση στην παραγωγή και αφήνουν παραπέρα τα εργατικά δικαιώματα. Αν κάποιες ενδεχόμενες ανθρώπινες ευαισθησίες τούς καλούσαν να κρατήσουν τα προσχήματα, θα έδιναν βασικό μισθό 1200 ευρώ όπως στην Ευρώπη… Με μια λογική του να ρίξουν την ανεργία στο 0%, θα προσλαμβάνονταν όλοι, με τις εργατοώρες να ήταν 4ώρα ή 5ωρα, αλλά με τον σημερινό βασικό μισθό τουλάχιστον να μην έπεφτε… Όταν όμως το δυναμικό τους δουλεύει 10-12 ώρες, αυτοί δεν προσλαμβάνουν προσωπικό, γιατί δεν τους συμφέρει οικονομικά, δεν τους ενδιαφέρει για το αν αντέχεις ή εξαντλείσαι σωματικά. Δίνουν το βασικό μισθό 650 ευρώ το μήνα και δεν τους ενδιαφέρει το πώς θα την βγάλεις, αν έχεις για το νοίκι, για το φαγητό, ή αν θες να πας κάποιο ταξίδι να χαλαρώσεις. Από τη στιγμή που το χρήμα είναι καταμερισμένο άνισα, τότε σημαίνει κυριαρχία, εξουσία! Όσο υπάρχει χρήμα, ποτέ δεν θα είναι αρκετό για όλους! Και για να μαζέψουν κάποιοι τόσο αρκετό ώστε να είναι ικανοποιημένοι, εκμεταλλεύονται μέχρι και το τελευταίο λεπτό της αντοχής μας. Με κουδούνι αρχίζουμε, με κουδούνι σταματάμε για διάλειμμα, με κουδούνι ξαναρχίζουμε, με κουδούνι σχολάμε. Ο χρόνος είναι χρήμα ∙ αν αργήσουμε … κόκκινη κάρτα! Αντικατέστησαν κάθε εργατικό χέρι με μια μηχανή επειδή είναι καλύτερες, φθηνότερες μα πάνω απ’ όλα γρηγορότερες. Μεταφέρονται εργοστάσια σε χώρες με φτηνά εργατικά χέρια και η ανεργία βαράει κόκκινο. Δεν στεναχωριέμαι που είμαι άνεργος (αφού έχω όλο τον χρόνο για να διασκεδάσω την ημέρα μου), αλλά επειδή είμαι άφραγκος. Δουλεύω – έχω λεφτά – δεν έχω χρόνο να το απολαύσω. Δεν δουλεύω – έχω χρόνο – αλλά δεν έχω λεφτά. Έτσι είναι το καπιταλιστικό σύστημα: σε βάζει σε καλούπια, σε εξαντλεί, σε σκοτώνει, ενώ οι πλούσιοι πλουτίζουν και οι φτωχοί φτωχαίνουν! 8-10 ώρες την ήμερα, 40 ώρες την εβδομάδα, 300 μέρες το χρόνο, 10.500 ένσημα, 65 χρονών όριο ηλικίας, 650 ευρώ το μήνα…με μαθηματική ακρίβεια σημαίνει τρομοκρατία!

Έτσι λοιπόν αντιλαμβανόμενος όλα τα παραπάνω, ως ένας εργάτης με συνείδηση και θέλοντας να ζήσω πριν από το θάνατο, άφησα πίσω μου την σκληρή εργασία, παραμέλησα τον μισθό μου και τους αγώνες που είχα δώσει γι’ αυτόν, που ήταν μεγαλύτερος απ’ την δεύτερη δουλειά που έπιασα ως γραφίστας. Για να μην έχω τον κίνδυνο της σωματικής φθοράς ή κάποιου εργατικού δυστυχήματος, για να ‘μαι πλέον ξεκούραστος σωματικά, χωρίς να χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο και να εκνευρίζομαι ανά 10 μέτρα, με μεγαλύτερες αντοχές σεξουαλικά, με τα χέρια μου να μην είναι σκασμένα απ’ τα τριψίματα και το κρύο, με καθαρά ρούχα, και στην τελική, για να μην ξυπνάω βάρβαρα από τις 6 το πρωί, καθώς το πιο σημαντικό για μένα είναι ο χρόνος για την ανάρρωση και τις φυσιοθεραπείες για τη μέση μου. Και όλ’ αυτά θυσιάζοντας το μεγαλύτερο μισθό που έπαιρνα απ’ τη δουλειά στο εργοστάσιο. Είπαμε άλλωστε…ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη… Εννοείται βέβαια, πως και σ’ αυτή τη δουλειά, όπως και σε όλες, υπάρχει κι αρνητική πλευρά: αύξηση μυωπίας εξ’ αιτίας του υπολογιστή, κτλ. Δουλειά και χαρά δεν υπάρχει! Αν υπήρχε χαρά στη δουλειά, τότε δεν θα περιμέναμε πότε θα σχολάσουμε! Αν υπήρχε χαρά στη δουλειά, τότε τα αφεντικά θα την κρατούσανε για τον εαυτό τους!

Γενικά θα ‘ταν ωραία να μην υπήρχε δουλειά, μισθωτή σκλαβιά, αφού όσο υπάρχει δουλειά, θα υπάρχουν και σκλάβοι (βλ. Αρχαία Ελλάδα). Απ’ τη μια βέβαια, το να μιλήσουμε για την κατάργηση της εργασίας μέχρι το να γίνει πράξη είναι κάτι το αφάνταστο, απ’ την άλλη όμως, το να μιλάμε για την άρνησή της και το να μείνω αλληλέγγυος σε ανθρώπους που το επιδιώκουν, μου είναι κάτι σαν χρέος μου! Αφού ήδη έχω κατανοήσει την καθημερινότητα της εργασίας, μου είναι αδιανόητο να μην την αρνηθώ ή να μην αγωνιστώ για να την αλλάξω! Ο Βασίλης Παλαιοκώστας έχει αρνηθεί την εργασία αφού την έχει δοκιμάσει και επιβιώνει ληστεύοντας τράπεζες, ενάντια πάντα σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης, με αξιοπρέπεια στη ζωή και σεβασμό προς τον άνθρωπο, με το πάθος του για την ελευθερία. (Δε χρειάζεται να μπούμε στο ζήτημα για το τι ρόλο παίζουν οι τράπεζες – περί νόμιμης τοκογλυφίας κτλ – για να αποδείξουμε το ποιος χρησιμοποιεί περισσότερη βία … αυτός που τη ληστεύει ή αυτός που ιδρύει μια τράπεζα;) Δεν θεοποιώ βέβαια την παρανομία του Βασίλη Παλαιοκώστα, αφού για μένα πρόκειται άλλωστε για μία κάπως περιορισμένη ελευθερία, το γεγονός όμως ότι συντάσσεται θετικά για το άτομό του μεγάλο ποσοστό της κοινής γνώμης έχει κάτι να πει από μόνο του. Εδώ άλλωστε ο οποιοσδήποτε αστυνομικός τον προτιμάει από τον κάθε ληστή περιπτέρου που σκοτώνει για 200 ευρώ, από τον κάθε τσαντάκια, από τον κάθε νταβατζή, από το κάθε βαποράκι της πρέζας, από τον κάθε απατεώνα… Κι αυτό που με είπαν στα κρατητήρια είναι ότι παρακαλούσαν να είναι ο Βασίλης Παλαιοκώστας πίσω από την απαγωγή του κ. Μυλωνά, γιατί έγιναν κάποιες γκάφες απ’ τη μεριά τους κι υπήρχε περίπτωση να χάσουν τον κ. Μυλωνά, με τη σκέψη ότι ο Βασίλης Παλαιοκώστας είναι ο άνθρωπος που ξέρει τι θέλει και πως να το πάρει χωρίς να υπάρχουν απώλειες. Αυτό ακριβώς με είπαν! Παρ’ όλ’ αυτά όμως χρησιμοποιούν την εγκληματοποίηση ως μέσο για να απομονώσουν άτομα τα οποία θεωρούν επικίνδυνα. Μια απομόνωση βέβαια που κυριαρχεί ούτως ή άλλως σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας. Κι ο αγώνας ενάντια στην απομόνωση κι υπέρ της αλληλεγγύης είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά μου! (Έχουμε ανάγκη από όπλα κι η αλληλεγγύη είναι μεγάλο όπλο!) Συν τοις άλλοις, είμαι πολύ συναισθηματικός άνθρωπος για να μην σταθώ αλληλέγγυος σε κάποιον που έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά ώστε να ζει ελεύθερος! Η συνείδησή μου με έλεγε πως αν δεν στεκόμουν δίπλα του θα ακύρωνα τόσο τον εαυτό μου κοινωνικά, όσο και ατομικά! Δεν θα ήμουν αληθινός!

Ακόμα και τώρα έγκλειστος για την επιλογή μου, κατανοώ πως αν δεν έπραξα «σωστά», τουλάχιστον έπραξα ανθρώπινα. Γιατί το να ζει κόσμος στη φυλακή, μόνο ανθρώπινο δεν είναι! Η απειλή, ο εξευτελισμός κι οι βασανισμοί από την υπηρεσία, οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης (η χρήση της τουαλέτας, μπάνιο με κρύο νερό, ύπνος στο πάτωμα – αφού 2 τ.μ. αντιστοιχεί στον καθένα – , έλλειψη θέρμανσης, το φαγητό που δεν το τρώνε ούτε οι γάτες…), όλ’ αυτά ονομάζονται σωφρονισμός! Κατά τ’ άλλα, η τιμωρία μας είναι μόνο η στέρηση της ελευθερίας… Άλλωστε, ούτε τον σωφρονιστικό κώδικα δεν είναι ικανοί να εφαρμόσουν… Το εμπόριο της πρέζας που εισάγεται από την ίδια την υπηρεσία (αφού η τιμή κόστους είναι δεκαπλάσια από την τιμή της Ομόνοιας), η έλλειψη προγραμμάτων Κ.ΕΘ.Ε.Α., η ανυπαρξία γιατρών κι ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, όλ’ αυτά είναι κάποιες από τις αιτίες για τους 377 νεκρούς κρατούμενους της τελευταίας δεκαετίας. Κι η μη συνεύρεση με τη σύντροφό μας – μια βιολογική ανάγκη – είναι το τελευταίο χτύπημα της απομόνωσης μετά τη διάλυση της οικογένειας. Ήμουν η χαρά μα τώρα η λύπη, ήμουν η λογική μα τώρα η τρέλα, ήμουν ένας άνθρωπος μα τώρα κτήνος… η μεταμόρφωση αυτή είναι το ύστατο αποτέλεσμα της απομόνωσης! Οι 4 στους 5 αποφυλακισθέντες να γυρίζουν πίσω, με πιο βαριές κατηγορίες, πριν ακόμη λήξει η αναστολή τους. Γιατί; Γιατί τα κάγκελα έχουν κλείσει τα μυαλά μας και τη σκέψη μας, τις καρδιές και τα αισθήματα μας! Έτσι πάνε αυτά… απ’ το βασίλειο της θλίψης στο χάδι του θανάτου!

Και προσπαθώντας να επιβιώσω στα σύγχρονα κολαστήρια με τη γυμναστική, το διάβασμα, την αλληλογραφία και τα μεροκάματα, αυτό που δεν θέλω να χάσω είναι ο αυθορμητισμός μου – το χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που δεν πέρασε απαρατήρητο κατά τη σύλληψή μου, κάτι που δεν άρμοζε στα χαρακτηριστικά που έδιναν οι εχθροί της αλήθειας των ΜΜΕ περί σκληρών και αμετανόητων εγκληματιών… κι όταν δεν τους έκατσε, το γύρισαν στην ρητορεία περί αναισθησίας, λες και είμαστε ζώα και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται… Αλλά τι να κάνουμε; Ένα κουράγιο δώσαμε σε φίλους και γονείς, ένα χαμόγελο μωρέ που δεν κοστίζει τίποτα, ένα χαμόγελο που πλουτίζει αυτούς που το παίρνουν χωρίς να φτωχαίνουν αυτοί που το δίνουν. Μια στιγμή κρατάει και η ανάμνησή του αιώνια. Δεν το αγοράζεις ή πουλάς, δεν το ζητάς ή το κλέβεις, μόνο στο χαρίζουν. Κι αν κάποιος είναι κουρασμένος που δεν μπορεί να μου το χαρίσει, τότε του δίνω το δικό μου…

Και κάτι τελευταίο, θα διαβάσω ένα ποίημα:

«Δεν αγάπησα τον κόσμο, ούτε αυτός με θέλησε.
Δεν λάτρεψα τις ιεραρχίες του, ούτε λύγισα το γόνατο μπροστά στα είδωλά του.
Δεν χαμογέλασα ψεύτικα, ούτε κραύγασα μια ηχώ για να λατρέψω.
Ανάμεσα στα πλήθη δεν ήμουν άλλος ένας αριθμός, ήμουν μαζί τους μα δεν ήμουνα δικός τους.
Ήμουν και θα ‘μαι μόνος, ζωντανός στη μνήμη τους ή ξεχασμένος.»

 

Βλ. επίσης: έντυπο υλικό αλληλεγγύης στον Βαγγέλη Χ.

This text translated in english