Ποιός ήταν ο Bruno Filippi

Ποιος ήταν ο Bruno Filippi;

Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του Bruno Filippi. Γεννήθηκε το 1900 στο Λιβόρνο και μετακόμισε μικρός με την οικογένειά του στο Μιλάνο. Το 1915 ήταν ήδη γνωστός στις αστυνομικές αρχές σαν «επικίνδυνο και ταραχοποιό στοιχείο» και συνελήφθη σε μια, από τις συχνές τότε, αντιμιλιταριστική διαδήλωση αναρχικών, ενώ χάρις σ ένα θερμό όπλο – δίχως σφαίρες – που βρέθηκε στην κατοχή του φυλακίστηκε για 4 χρόνια. Το 1919 κι ενώ στα πλαίσια της “Κόκκινης διετίας” (biennio rosso) κοινωνικές εξεγέρσεις ξέσπαγαν σ όλη τη χώρα, στο Μιλάνο οι βίαιες συμπλοκές με την πάνοπλη αστυνομία ήταν καθημερινή πραγματικότητα των εξεγερμένων. Ο Filippi ήταν ανάμεσά τους. Το ίδιο καλοκαίρι μαζί μ άλλους αναρχικούς πέρασαν στην αντεπίθεση. Μια βόμβα τους εξερράγη στο δικαστικό μέγαρο της πόλης, μια άλλη στο σπίτι του πανίσχυρου καπιταλιστή Giovanni Breda, στον οποίο προηγουμένως είχαν επιτεθεί κατά πρόσωπο με θειικό οξύ. Οι βομβιστικές επιθέσεις συνεχίστηκαν σε σύμβολα και υπηρέτες της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου (σπίτια κρατικών αξιωματούχων, λέσχες επιχειρηματιών, αστυνομία…). Στις 7 Σεπτέμβρη του 1919 ο 19χρονος Bruno διαρρηγνύει την «Λέσχη των Ευγενών», στρατηγείο των πλουσιότερων ιταλών καπιταλιστών, κουβαλώντας μια βόμβα. Δυστυχώς, η βόμβα εξερράγη νωρίτερα σκοτώνοντας τον νεαρό αναρχικό. Έγραφε σκοτεινά και κυνικά ποιήματα ή πεζά, τακτικά στο περιοδικό Iconoclasta, όπως και ο Renzo Novatore, απ όπου και προέρχονται τα παρόντα αποσπάσματα.

«Επαναστάτες, σας επιστρέφω την ερώτηση: να ζει κανείς ή να μη ζει; Μέχρι σήμερα ονειρευόσασταν τον αλτρουισμό, τη θυσία για τον ανθρωπότητα, για την πρόοδο, το μέλλον- η «αναρχική» ηθική της θυσίας σας δεν είναι παρά η χριστιανική αυταπάρνηση και η πατριωτική δουλικότητα μεταλλαγμένες καθώς βολεύει τον τόσο εξεγερμένο λήθαργό σας…»

«Καθηγητάδες, επιστήμονες, ποιητές, καλλιτέχνες, η ικανότητά σας δεν αξίζει μία μπροστά μου. Δεν είστε παρά μια αντανάκλαση της ζωής, είμαι η ουσία της. Και βέβαια νιώθετε πόνο. Και οι δικές σας καρδιές σπαράζουν πλέον, αντικρύζοντας τα περισπούδαστα θεωρητικά οικοδομήματα που υψώσατε γύρω σας να καταρρέουν. Κι ακόμα πασχίζετε να τα υπερασπιστείτε από μίσος για κάθε τι νέο. Για κάθε νιότη. Και καλά κάνετε. Στο κάτω-κάτω είστε γεννημένοι να σέρνεστε. Εγώ προτιμώ να πετώ. Χάρισμά σας οι βάλτοι, προτιμώ τις κορυφές. Δική σας η ισότητα στη σκλαβιά, για μένα η αδούλωτη ύπαρξη. Και να στε σίγουροι, πως αν η ζωή είναι θέμα επικράτησης του ισχυρότερου, θα μαι εγώ αυτός. Και την δική μου ζωή θα την πάρω με την βία, όπως με την βία θα κλέψω την ευημερία και την ευτυχία μου.

«Σήμερα ήταν που περισσότερο από κάθε άλλη φορά οι σκιές με κυκλώσαν… Να που βρήκα λοιπόν κι εγώ έναν θεό όπως όλοι οι άλλοι. Μόνο που αυτός ο θεός δεν είναι παρά ο εαυτός μου! (λογοπαίγνιο με τις ιταλικές λέξεις: Dio=θεός και Ιο=εγώ)»

«Ο πόλεμος πια τέλειωσε. Όμως είμαι ακόμα φυλακισμένος. Κι ας περιπλανιέμαι πάνω κάτω στις ηλιόλουστες λεωφόρους μ ένα γαμημένο όπλο στα χέρια. Οι διαταγές των ανωτέρων αντηχούν ακόμα στο κεφάλι μου κι είμαι έτοιμος, αποκτηνωμένος, να υπακούσω. -και την μητέρα; -και τα παιδιά; -και τί σε νοιάζει; Δικά σου είναι;- Μα όχι, τώρα είμαι κάτι άλλο. Τώρα είμαι ο «ένδοξος στρατιώτης». Ώ, μάνα Γη, αυτό το παιδί σου δεν θα φυτέψει άλλους τάφους στο σώμα σου τραγουδώντας κάτω απ τον ήλιο. Κι όταν έρθω κοντά σου, κάνε να φυτρώσει μια ταπεινή βιολέτα στο κεφάλι μου…»

«Δεν θέλουμε καμμία σχέση μ αυτούς που από τις αναπαυτικές πολυθρόνες τους θα αποκηρύξουν την βίαια αντεπίθεση στους καπιταλιστές που προστατεύονται από τα δολοφονικά όπλα της αστυνομίας ενώ οι μεταλλωρύχοι απεργοί πεθαίνουν της πείνας. Μήπως δεν είναι για τους καπιταλιστές που πεθαίναμε για 4 χρόνια στον πόλεμο; Μήπως δεν ευθύνονται αυτοί για τους 507.193 νεκρούς του πολέμου; Μήπως δεν σκότωσε ακόμα 54 ανθρώπους η αστυνομία τους τον τελευταίο μήνα; Μήπως δεν είναι αυτοί που μας στερούν το φαΐ εκβιάζοντας μας με εκμετάλλευση ή πείνα; Ακούω κάποιους να ωρύονται: μα είναι απαραίτητο να παράγουμε! Ένας εργάτης αυτοκτόνησε αυτές τις μέρες εξαιτίας ενός ελλείμματος στην παραγωγή. Το μόνο που παράγουμε είναι οι αλυσίδες μας. Οι μόνοι εγκληματίες είναι τα αφεντικά μας!»

«…Γράμματα, τέχνες, επιστήμη, η μόλυνση του θανάτου, αυτής της τερατώδους εισβολής αναγεννά τα πάντα. Ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι παρά μια γόνιμη σήψη που ανατέλλει, μολύνει τα πάντα πριν τα καταπιεί ολοκληρωτικά. Η ανθρωπότητα αρέσκεται να θαυμάζει τον εαυτό της. Μιλά για ιδανικά, για πρόοδο κι αγνοεί την ίδια την μόλυνσή της. η άβυσσος έχει ανοίξει πια για τα καλά και βουτάμε μέσα τραγουδώντας, ουρλιάζοντας, σκοτώνοντας, για τους θεούς, τις πατρίδες, τον θανατηφόρο πολιτισμό και τον πολιτισμένο θάνατό της.

«Τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται. Μουχλιασμένες ιδεολογίες, σάπια ηθική, φιλοσοφίες της παραίτησης, ληγμένες ρητορείες πασχίζουν να καλλωπίσουν την κατάσταση. Η αρρώστια έχει προχωρήσει και τίποτα δεν την αγγίζει πια. Στα αγαπημένα θεμέλια του παλιού κόσμου φώλιασαν τα μικρόβια της μόλυνσης. Τα πάντα είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν, να συντριβούν στον πάτο ενός σωρού σκουπιδιών του παλιού κόσμου. Η Ιστορία κλείνει αυτήν την σελίδα με ανακούφιση, την σελίδα του αδιάλειπτου θεάματος της αδράνειας ενός πλήθους αφιερωμένου σ έναν συρφετό ανυπόστατων φαντασμάτων, κατασκευάζοντας ό,τι επίκειται να καταστρέψει, ένα σώμα ασθενικό, που ταλανίζεται από τις εξεγέρσεις των λίγων, ενώ τα πάντα συνηγορούν σ ένα σύμπλεγμα δειλίας και υποταγής, που ενίοτε ονομάζεται και ηρωισμός, τα πάντα αντανακλούν μια δυστυχισμένη έμπνευση. Κι έτσι τελείωσε αυτή η εποχή. Στα τσακίδια! Μπροστά σε τέτοια μακάβρια ερείπια τραγουδώ για την καταστροφή, σαν τον Νέρωνα. Στα ερείπια αυτά θα ανθίσει ο κόσμος, ο κόσμος μου. Συνεπώς, τραγουδώ…»

il me faut vivre ma vie ( Jules Bonnot ) «Δεν πιστεύω στο δίκαιο. Η ζωή, μια συνισταμένη ανεξέλεγκτων δυνάμεων, άγνωστων κι απερίγραπτων, απορρίπτει την ανθρώπινη επινόηση της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη γεννήθηκε τη στιγμή που χάσαμε τον έλεγχο πάνω στη ζωή μας. Πράγματι, η ανθρωπότητα αρχικά δεν είχε ανάγκη το δίκαιο. Ζούσε ελεύθερη κι αυτό ήταν όλο. Σήμερα, αντίθετα, υπάρχουν χιλιάδες δίκαια: χάνεται έτσι και η παραμικρή υπόσταση δικαίου. Ξέρω ότι ζω κι ότι επιθυμώ να ζήσω. Είναι δύσκολο να πραγματώσω αυτήν την επιθυμία μου, σ έναν κόσμο που ο καθένας θέλει ότι κι εγώ. Η απομονωμένη κατάφασή μου είναι το πιο σοβαρό έγκλημα. Οι νόμοι και η ηθική, συναγωνιζόμενοι με υποτιμούν και με καθυποτάσσουν. Ο καλός Χριστούλης θριαμβεύει. Είμαστε ελεύθεροι να προσευχόμαστε, να παρακαλάμε, να καταριόμαστε αλλά όχι να τολμάμε. Η δειλία, που καλλιέργησε ο χριστιανισμός και η ακόλουθη ηθική έχουν πάντα μια καλή δικαιολογία για την χαμέρπεια, την φτώχεια και την αυταπάρνηση. Αλλά η θέληση για ζωή επιθυμεί μονάχα την ελεύθερη ανάπτυξή της. Ο χριστιανός κοιτάζει καλά γύρω του, και κρυμμένος απ τα αδιάκριτα βλέμματα, τρέμοντας, διαπράττει μια αμαρτία. Επιθυμία: αμαρτία! Αγάπη: αμαρτία! Αυτή είναι η διαστροφή του. Η τόσο περιφρονημένη πόρνη, εξιλέωση της ένοχης ντροπής του κόσμου, είναι τόσο ειλικρινής: προσφέρεται σ όποιον πληρώνει χωρίς ψευδαισθήσεις. Η ευυπόληπτη και ταπεινή κοινωνία απ την άλλη, γαγγραινιασμένη σ όλο της το κορμί δεν χορταίνει να με περιορίζει, να μ εξευτελίζει για το καλό μου. Με σκοτώνει αργά – αργά. Δεν δέχομαι το δίκιο της. Δίκαιο είναι ότι μου στερεί. Πόσο ζηλεύω τον ωραίο Bonnot: il me faut vivre ma vie (πρέπει να ζήσω τη ζωή μου: από τη γνωστή «απολογία» του γάλλου ιλλεγκαλιστή Ζιλ Μπονό).

H μετάφρασή έγινε για λογαριασμό των “εκδόσεων για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας” το 2005, anti-copyright.