Tag Archives: μετεξεγερσιακή κατάθλιψη

H θεωρία της κομμουνιστικοποίησης και το ζήτημα του φασισμού – datacide

Θεωρία της κομμουνιστικοποίησης και το ζήτημα του φασισμού

Έχουν περάσει πάνω από πέντε χρόνια απ’ το ξεκίνημα της χρηματοπιστωτικής κρίσης χωρίς να υπάρξει ίχνος ανάπαυλας από τη λιτότητα και την ένταση της ανασφάλειας. Ούτε η παλιά αριστερά των συνδικάτων και των κομμάτων ούτε τα νεώτερα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας και άμεσης δράσης φαίνεται να είναι σε θέση να προσφέρουν μια προοπτική. Στην αναζήτηση για νέους οδικούς χάρτες για να κινηθούμε μέσα στην κρίση και για της δυνατότητες της ζωής πέρα απ’ τον καπιταλισμό, η έννοια της “κομμουνιστικοποίησης” έχει γίνει ένα σημείο αυξημένης εστίασης της συζήτησης.

Η ίδια η λέξη υπάρχει ήδη από τις απαρχές του κομμουνιστικού κινήματος. Ο άγγλος ουτοπιστής Goodwyn Barmby, που πιστώνεται ως το πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποίησε τον όρο κομμουνιστικός στην Αγγλική γλώσσα, γράφοντας ένα κείμενο ήδη από το 1841 με τίτλο “Το περίγραμμα του Κομμουνισμού, της Συνεργατικότητας και της Κομμουνιστικοποίησης”. Ο ίδιος αντιλαμβανόταν τις τέσσερις εποχές της ανθρώπινης ιστορίας ως “Παραδεισοποίηση, Βαρβαροποίηση, Πολιτισμός και Κομμουνιστικοποίηση”, ενώ η σύζυγος και συνεργάτις του Catherine Barmby προηγήθηκε του σύγχρονου διαλόγου για το ζήτημα του φύλου με τις πρώιμες φεμινιστικές παρεμβάσεις της, υποστηρίζοντας την κομμουνιστικοποίηση ως λύση στην υπαγωγή των γυναικών (σχετικά με τον Goodwyn Barmby πραγματεύεται στο Meandering on the semantical-historical paths of communism and commons’, The Commoner, Δεκέμβριος 2010, ο Peter Linebaugh).

Η χρήση του όρου απ’ τους Barmby για να περιγράψουν τη διαδικασία της δημιουργίας μιας κομμουνιστικής κοινωνίας, δεν απέχει παρασάγγας από την τρέχουσα χρήση του, ωστόσο έχει προσλάβει ένα πιο εξειδικευμένο σύνολο νοημάτων από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 οπότε στοιχεία της γαλλικής “υπερ-αριστεράς” άρχισαν να την χρησιμοποιούν ως έναν τρόπο να ασκούν κριτική στις παραδοσιακές αντιλήψεις περί επανάστασης. Ο κομμουνισμός γίνεται συχνά αντιληπτός τόσο από μαρξιστές όσο κι από αναρχικούς σαν ένα μελλοντικό στάδιο της κοινωνίας που μέλει να πραγματοποιηθεί στο μακρυνό μέλλον αφού θα έχουν καταλαγιάσει οι φουρτουνιασμένες υποχρεώσεις της επανάστασης. Για τους υπέρμαχους της κομμουνιστικοποίησης από την άλλη, ο καπιταλισμός μπορεί να καταλυθεί μόνο από την άμεση δημιουργία διαφορετικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, όπως για παράδειγμα της ελεύθερης διανομής των αγαθών και της δημιουργίας “κομμουνιστικών, χωρίς την μεσολάβηση χρήματος, κέρδους, κράτους, μορφών ζωής. Η διαδικασία αυτή θα πάρει φυσικά χρόνο για να ολοκληρωθεί, όμως θα ξεκινήσει με την έναρξη της επανάστασης, η οποία θα δημιουργεί όχι τις συνθήκες για τον κομμουνισμό, αλλά τον ίδιο τον κομμουνισμό” (Gilles Dauvé & Karl Nesic, ‘Communisation’, 2011, στμ: εδώ)

Σήμερα αυτή η ευρεία έννοια της κομμουνιστικοποίησης χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους, αλλά αναντίρρητα διακρίνονται δύο κύριοι πόλοι στις τρέχουσες συζητήσεις -αν και με πολλές ακόμα αποχρώσεις ανάμεσά τους.

Υπάρχει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “βολονταριστική” αντίληψη της κομμουνιστικοποίησης, που σχετίζεται με ανθρώπους επηρεασμένους απ’ το περιοδικό Tiqqun και τις εκδόσεις που αποδίδονται στην “Αόρατη Επιτροπή”, όπως Το Κάλεσμα (2004) και Η Εξέγερση που Έρχεται (2007) (στμ: λινκ). Βολονταριστική, επειδή δίνεται έμφαση στην επιλογή των ανθρώπων να διαλέξουν μεριά και να δραπετεύσουν απ’ την καπιταλιστική κοινωνία -Το Κάλεσμα κάνει λόγο για “λιποταξία” και “απόσχιση”- προκειμένου να δημιουργήσουν δίκτυα και χώρους όπως οι κομμούνες, με χαρακτηριστικό τους τις “πράξεις κομμουνιστικοποίησης, δημιουργίας κοινών τέτοιων χώρων, μηχανημάτων, γνώσης” (Το Κάλεσμα).

Αυτή η αντίληψη έχει επικριθεί για την αυταπάτη της πρότασης μιας αναδυόμενης εναλλακτικής κοινωνίας μέσα σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο, από τον άλλον κύριο πόλο υποστηρικτών της υπόθεσης της κομμουνιστικοποίησης. Αυτός, που θα ονόμαζα “στρουκτουραλιστική” παραλλαγή της κομμουνιστικοποίησης σχετίζεται ιδιαίτερα με το γαλλικό περιοδικό Theorie Communiste (TC). Πιο πρόσφατα, οι ιδέες του αναπτύχθηκαν κι επεκτάθηκαν σε συζητήσεις με κοντικά σκεπτόμενες ομάδες όπως η αγγλόφωνη Endnotes και το σουηδικό περιοδικό Riff Raff. Από κοινού, αυτές οι συλλογικότητες συνεργάστηκαν πρόσφατα για να παράξουν το “Sic – διεθνής επιθεώρηση για την κομμουνιστικοποίηση” (το τεύχος #1 εκδόθηκε το 2011, εδώ).

Ονομάζω αυτήν την προσέγγιση “στρουκτουραλιστική” επειδή δίνεται πολύ περισσότερη έμφαση στο πώς η δυνατότητα κομμουνισμού προκύπτει από τις δομικές αντιφάσεις ενός ιδιαίτερου σταδίου του καπιταλισμού. Κάνουν λόγο για “ιστορική παραγωγή της επανάστασης” και για την “κομμουνιστικοποίηση ως ιστορικό προϊόν της αντίφασης κεφαλαίου-εργασίας” (Woland, “The historical production of the revolution of the current period”, 2010, εδώ).

Στην καρδιά αυτής της αντίφασης βρίσκεται το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι ολοένα και περισσότερο ανίκανος να διασφαλίσει την κοινωνική αναπαραγωγή, αντίθετα με το παρελθόν, οπότε ήταν σε μεγάλο βαθμό σε θέση να πετύχει κάτι τέτοιο μέσω του μισθού. Ενώ η μισθωτή εργασία είναι φυσικά εκμετάλλευση, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων σε πολλά μέρη του κόσμου ήταν σε θέση να αναπαράχθεί με μια λογική ασφάλεια μέσω του μισθού του. Στην Ευρώπη και στην Αμερική για παράδειγμα, ένας τυπικός εργάτης της αυτοκινητοβιομηχανίας περί το 1970 μπορούσε να αποκτήσει ένα σπίτι (είτε να το αγοράσει είτε να το νοικιάζει), ένα αμάξι, οικιακές συσκευές (τηλεόραση, πλυντήριο) και τις καλοκαιρινές διακοπές του. Αυτός ο άμεσος μισθός συμπληρωνόταν επίσης από έναν αυξανόμενο “κοινωνικό μισθό”: συντάξεις, υπηρεσίες υγείας, επιδόματα ανεργίας και ούτω καθεξής.

Ως απάντηση στην κρίση κερδοφορίας της δεκαετίας του 1970, ο καπιταλισμός έχει αναδιαρθρωθεί. Η παλιά έννοια της “εργασίας για μια ζωή” έχει διαλυθεί. Για πολλούς, η πρόσβαση σε έναν “βιώσιμο μισθό” είναι σποραδική κι επισφαλής. Ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός θεωρούνται πλεονάζοντες για τις απαιτήσεις του καπιταλισμού καθώς αυτός επιδιώκει την απρόσιτη ουτοπία του, να δημιουργεί πλούτο χωρίς να έχει ανάγκη το προλεταριάτο. Την ίδια στιγμή, ο ιστός της κοινωνικής ασφάλειας διαβρώνεται προοδευτικά. Για την TC και για άλλους, η δυνατότητα για μια επαναστατική ρήξη δημιουργείται απ’ αυτήν την εξελισσόμενη αντίφαση -προκειμένου να επιβιώσουν και να ζήσουν μια ζωή που ν’ αξίζει τον κόπο, αυτοί που εξαρτώνται απ’ την μισθωτή εργασία τους αναγκάζονται να έρθουν σε σύγκρουση με τον καπιταλισμό.

Η πιθανότητα μιας κρίσης στην οποία το χρήμα δε θα λειτουργεί πλέον είναι πραγματική και όπως στην Αργεντινή το 2001 θα έθετε άμεσα το ζήτημα του πώς αλλιώς μπορούμε να παράγουμε και να διανέμουμε τα αναγκαία της ζωής. Μετατοπίζοντας την εστίαση απ’ τον κομμουνισμό ως μια ιδεώδη κατάσταση του απώτερου μέλλοντος σε μια άμεση πρακτική δραστηριότητα, η έννοια της κομμουνιστικοποίησης μπορεί να μας βοηθήσει να συλλογιστούμε τί θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση ενός τέτοιου σεναρίου. Οι ιδιαιτερότητες σχετικά με το πώς ακριβώς τα ανθρώπινα όντα θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους πέρα απ’ τον ορίζοντα της αγοράς εξετάζονται σπάνια, όμως κάνοντάς κάτι τέτοιο ίσως αποβεί πολύ εποικοδομητικό.

Το πρόβλημα με ένα μεγάλο μέρος της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης ωστόσο είναι ότι συχνά φαίνεται να λαμβάνει ως δεδομένο ότι υπό την πίεση των γεγονότων, οι ευρείας κλίμακας απόπειρες κομμουνιστικοποίησης είναι αναπόφευκτες, ακόμα κι αν η επιτυχία τους δεν είναι εγγυημένη. Για παράδειγμα, ο Bruno Astarian υποστηρίζει ότι “Όταν η καπιταλιστική κρίση ξεσπά, το προλεταριάτο αναγκάζεται να εξεγερθεί προκειμένου να βρει μιαν άλλη κοινωνική μορφή ικανή να αποκαταστήσει την κοινωνικοποίηση και την άμεση αναπαραγωγή του” (Bruno Astarian, “Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση”, 2010, εδώ)

Προς το παρόν, ωστόσο, είναι δύσκολο να επισημάνει κανείς παραδείγματα κομμουνιστικοποίησης στην πράξη, πέρα τουλάχιστον από ξεσπάσματα λεηλασιών ή βραχυπρόθεσμες καταλήψεις δημόσιου χώρου. Όπως παρατηρεί ο Benjamin Noys σε μια πρόσφατη επισκόπησή του, το παλιό κίνημα μπορεί να είναι μεν σε κρίση, όμως  η ανάδυση ενός εναλλακτικού “νέου κινήματος” είναι δύσκολο να εντοπιστεί -τουλάχιστον. (B. Noys “The Fabric of Struggles”, στο “Communisation and its Discontents: Contestation, Critique, and Contemporary Struggles”, 2011).

Η κομμουνιστικοποίηση πρέπει να παραμείνει μια υπόθεση, όμως σίγουρα το ίδιο πρέπει και όσον αφορά άλλα πιθανά προϊόντα της έξαρσης της κρίσης -περιλαμβανομένης μιας ανόδου του λαϊκίστικου εθνικισμού, του ρατσισμού η/και του θρησκευτικού φανατισμού, ενσωματώνοντας στοιχεία ενός αντιδραστικού “αντι-καπιταλισμού”. Τα χρόνια της κρίσης είδαμε πολλές εξεγέρσεις, όμως επίσης και την ανάπτυξη της αντίδρασης στους δρόμους. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή αύξησε τη βάση της και σημειώνει επιθέσεις εναντίον μεταναστών. Στη Λιβύη, υποσαχάριοι Αφρικανοί γίνονται στόχος από αντι-κανταφικούς αντάρτες. Υπήρξαν ταραχές εναντίον μειονοτικών ομάδων στην περιοχή του Ασσάμ στην Ινδία (όπου στο στόχαστρο βρέθηκαν μουσουλμάνοι μετανάστες) και στο Μπαγκλαντές (με βουδιστές στο στόχαστρο).

Η κριτική του Marcel Stoetzler στο “Να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία” του Johm Holloway θα μπορούσε επίσης να εφαρμοστεί στο ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης: “υπάρχουν αντικαπιταλιστικές κραυγές και ρωγμές που δεν είναι καθόλου, και δε θα μπορούσαν καν να γίνουν, κομμουνιστικές: υπάρχουν αντιδραστικές, αντιχειραφετικές μορφές αντικαπιταλισμού, και όπως στάθηκαν αποφασιστικός παράγοντας στην καταστροφική πορεία του 20ού αιώνα, η υποθετική αντανάκλασή τους πρέπει να τύχει περισσότερο από μιας κριτικής σημείωσης, πρέπει να γίνει κεντρική” (“On the possibility that the revolution that will end capitalism might fail to usher in communism”, Journal of Classical Sociology, 2012). Μαζί με τον Holloway και μεγάλο μέρος των αυτόνομων μαρξιστών, οι επίδοξοι κομμουνιστικοποιητές συχνά φαίνεται να υποφέρουν από μια “έλλειψη θεωρίας του φασισμού”.

Για τους συγγραφείς του Καλέσματος, μια ρητορική υπερβολή της έκτασης του τρόμου του παρόντος δίνει την αίσθηση ότι τα πράγματα δύσκολα θα μπορούσαν να πάνε χειρότερα. Απ’ τη στιγμή που ήδη ζούμε την “καταστροφή”, την “έρημο”, τον “παγκόσμιο εμφύλιο πόλεμο”, λογικά ο φασισμός δε θα ‘ταν παρά μία απ’ τα ίδια. Φυσικά έχουν δίκιο ότι ο πόλεμος, ο τρόμος και η καταπίεση συμβαίνουν εδώ και τώρα, όμως υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ αυτού και της γενικευμένης εφαρμογής του σε γενοκτονία. Τείνουν επίσης να εξισώνουν ανέμελα την κοινοτοπία με τη βαρβαρότητα -μεταξύ των τρόμων που αποκηρύσσουν είναι “η εξάπλωση των προαστίων στη Φλόριδα, όπου η μιζέρια έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι κανείς δε φαίνεται να την αισθάνεται” (δεν πειράζει όμως, οι υπερεπαναστάτες “την αισθάνονται” για λογαριασμό σας). Όσον αφορα πάλι το μεγαλύτερο μέρος της μετα-καταστασιακής υπερ-αριστεράς, η ποιοτική διαφορά μεταξύ πλήξης και Buchenwald (στμ. ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης) αφήνεται γενικά ανεξερεύνητη.

Άλλοι στο “στρατόπεδο” της κομμουνιστικοποίησης είναι πιο στοχαστικοί προς τις πιθανές μεταλλάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στο Sic #1, ο BL συλλογίζεται πως “η επανάσταση η ίδια θα μπορούσε να ωθήσει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής να αναπτυχθεί με έναν ολότελα απρόβλεπτο τρόπο, απ’ την αναγέννηση της δουλείας ως την αυτοδιαχείριση (“The suspended step of communisation”, 2011, εδώ). Λογικά ο φασισμός είναι ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όμως γενικά ο κύριος κίνδυνος που θέτουν οι θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης είναι κάποιου είδους ριζοσπαστικής δημοκρατικής αυτοδιαχείρισης που θα επανέφερε τον καπιταλισμό από την πίσω πόρτα.

Η υπερ-αριστερά και ο φασισμός

Δυστυχώς η ιστορική υπερ-αριστερά δεν προσφέρει πολλά χρήσιμα εργαλεία για να κατανοήσουμε τον φασισμό και τα συναφή κινήματα. Με την έννοια “υπερ-αριστερά” εννοώ τα ρεύματα που εντοπίζουν τις ρίζες τους στις διάφορες ομάδες που ήρθαν σε ρήξη με την επικρατούσα τάση της Κομμουνιστικής Διεθνούς τη δεκαετία του 1920, περιλαμβανομένων των “συμβουλιακών κομμουνιστών” και των “αριστερών κομμουνιστών” στη Γερμανία, την Ιταλία και αλλού. Στη δεκαετία του 1960 και του ’70 νεώτερες ομάδες προέκυψαν που συνδύαζαν ιδέες απ’ αυτά τα ρεύματα με στοιχεία που προέρχονταν από την Καταστασιακή Διεθνή, την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα και άλλους. Έχω υπόψιν μου ότι ο όρος “υπερ-αριστεράς” δεν έχει χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα αυτοπροσδιοριστικά απ’ τις ομάδες αυτές, και ότι υπάρχουν πάντα τεράστιες διαφορές μέσα σ’ αυτόν τον χώρο. Παρολαυτά, θα χρησιμοποιήσω τον όρο συνοπτικά για να ορίσω έναν πολιτικό χώρο διακριτό απ’ τον τροτσκισμό, τον σταλινισμό και τον αναρχισμό.

Ο Jacques Camatte αποτελή μια σπάνια περίπτωση υπερ-αριστερού όταν αναγνωρίζει ότι “Οι άνθρωποι στην αριστερά του ’20 και του ’30 δεν ήθελαν πραγματικά να λάβουν υπόψιν και να αναλύσουν τις ιδέες που εξέφραζε το ναζιστικό κίνημα και τα συναφή ρεύματα, κι αυτό παρά το γεγονός ότι πολλοί απ’ αυτούς υπέφεραν κάτω απ’ την ναζιστική καταπίεση. Γενικά μιλώντας, δεν υπήρξε καμμία σοβαρή προσπάθεια να εκτιμηθεί τί καινοφανές ή μη ήταν αυτό που ερχόταν” (Echoes of the Past, 1980).

Στη δεκαετία του 1920 και του ’30, πολλοί στη γερμανική αριστερά, περιλαμβανομένου του KAPD (Εργατικό Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας) και οι φράξιες που το διαδέχθηκαν έμειναν προσκολλημένες σ’ ένα όραμα μιας θεωρίας της τελικής κρίσης, πιστεύοντας ότι ο καπιταλισμός ήταν στο χείλος του γκρεμού και η κατάρρευσή του θα προετοίμαζε την επανάσταση. Μ’ αυτήν την προοπτική, που μοιραζόταν επίσης το σταλινοποιημένο Κομμουνιστικό Κόμμα, η μετέπειτα άνοδος του ναζισμού γινόταν συνήθως αντιληπτή σαν ένα εφήμερο φαινόμενο που σύντομα θα παραμεριζόταν στην αναμέτρηση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ακόμα και ο Pannekoek, συμβουλιακός κομμουνιστής που άσκησε κριτική στη “θεωρία της τελικής κρίσης”, φαίνεται να πίστευε ακόμα και μέχρι το 1934 ότι το κυριώτερο εμπόδιο στην επανάσταση ήταν οι αριστερίστικες αυταπάτες της εργατικής τάξης: “Φαίνεται να αποτελεί μια αντίφαση ότι η τρέχουσα κρίση, βαθύτερη και πιο καταστροφική απ’ ότι κάθε προηγούμενη, δεν έχει δείξει σημάδια αφύπνισης της προλεταριακής επανάστασης. Όμως, η απομάκρυνση των παλιών ψευδαισθήσεων είναι το πρώτο της μεγάλο καθήκον: αφενός, η ψευδαίσθηση του να κάνουμε τον καπιταλισμό πιο ανεκτό μέσω μεταρρυθμίσεων που θα καταφέρουν η σοσιαλδημοκρατική κοινοβουλευτική πολιτική και η συνδικαλιστική δράση και, αφετέρου, η ψευδαίσθηση ότι ο καπιταλισμός μπορεί να ανατραπεί με μια έφοδο υπό την ηγεσία ενός Κομμουνιστικού Κόμματος που θα φέρει την επανάσταση” (Anton Pannekoek, Η θεωρία της κατάρρευσης του καπιταλισμού, 1934).

Στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, οι επαναστάτες ήρθαν αντιμέτωποι με άρχουσες τάξεις στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ που προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν τη θέση τους μέσω των αντιφασιστικών διαπιστευτηρίων τους. Υπήρξαν διάφορες στρατηγικές διαθέσιμες για την καταπολέμηση αυτής της ιδεολογίας, περιλαμβανομένης της εξέτασης της πρόθυμης συνεργασίας αυτών των “αντιφασιστικών” καθεστώτων με τον Χίτλερ οποτεδήποτε επιθυμούσαν, και της διευκόλυνσής τους σε ναζιστές βιομηχάνους, αστυνομικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους να παραμείνουν στη θέση τους μεταπολεμικά. Όμως κάποιοι στην υπερ-αριστερά πήγαν ακόμη παραπέρα και προσπάθησαν να υποβαθμίσουν τον συγκεκριμένο τρόμο του Ολοκαυτώματος ως απλές καπιταλιστικές business as usual.

Το 1960 το γαλλικό μπορντιγκιστικό περιοδικό Programme Communiste δημοσίευσε το διαβόητο άρθρο “Auschwitz, ή Το Μεγάλο Άλλοθι” που πρότεινε ότι η μαζική δολοφονία των Εβραίων δεν ήταν αποτέλεσμα του αντι-σημιτισμού παρά μόνο μια στιγμή στο ξερίζωμα της μικροαστικής τάξης ως αποτέλεσμα της “ακαταμάχητης ανάπτυξης της συγκέντρωσης του κεφαλαίου”. Έτσι, φονεύθηκαν “όχι επειδή ήταν Εβραίοι, αλλά επειδή απορρίφθηκαν από την παραγωγική διαδικασία”. Κάτι τέτοιο είναι προφανώς εμπειρικά ανόητο, Εβραίοι όλων των τάξεων φονεύθηκαν κι όχι μόνο όσοι θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως “μικροαστούς”. Αλλά κάτι τέτοιο επίσης βγάζει λάδι τους φονιάδες τους, ως απλούς ακολούθους της λογικής της συσσώρευσης, ίσως ακόμα κι ενάντια στη θέλησή τους: “Ο γερμανικός καπιταλισμός παραιτήθηκε με δυσκολία στον αγνό και καθαρό φόνο”.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο αναδημοσιεύτηκε ως ξεχωριστό φυλλάδιο το 1970 από μια ομάδα γύρω απ’ το υπερ-αριστερό βιβλιοπωλείο του Παρισιού La Vielle Taupe. Για ορισμένους απ’ τον χώρο αυτόν, κυρίως τον Pierre Guillaume, αυτό ήταν η απαρχή μιας πορείας προς την πλήρη άρνηση του Ολοκαυτώματος. Στις αρχές του ’80, ο Guillaume έσπευσε προς υπεράσπιση του Robert Faurisson, ενός Γάλλου συγγραφέα που ισχυριζόταν ότι οι θάλαμοι αερίων ήταν μια φάρσα. Δεν ήταν ο μόνος. Η υπερ-αριστερή ομάδα Guerre Sociale, που περιλάμβανε τον Dominique Blanc, δημοσίευσε μια αφίσα με τίτλο “Qui est le Juif?” (Ποιός είναι ο Εβραίος;), το οποίο συνέκρινε τη δίωξη του Faurisson με την μοίρα των Εβραίων. Μετά τη διάλυση του χώρου αυτού, ο Guillaume έγινε ένας εξέχων εκδότης ρεβιζιονιστικής λογοτεχνίας -ένας “négationniste” για να χρησιμοποιήσω τον γαλλικό όρο.

Κατά τρόπο ενδιαφέροντα σ’ αυτόν τον ίδιο χώρο ήταν που προέκυψε η τρέχουσα έννοια της κομμουνιστικοποίησης: “Δεν είναι σαφές ποιός πρωτοχρησιμοποίησε τον όρο… Απ’ ό,τι μπορούμε να ξέρουμε, ήταν ο Dominique Blanc: προφορικά κάπου στα χρόνια μεταξύ 1972-74… Όποιος και να επινόησε τη λέξη, η ιδέα κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή στον χώρο γύρω απ’ το βιβλιοπωλείο La Vieille Taupe (“ο γεροτυφλοπόντικας”, 1965-1972). Από τα γεγονότα του Μάη του ’68, ο βιβλιοπώλης Pierre Guillaume, πρώην μέλος της Socialisme ou Barbarie και της Pouvoir Ouvrier (“εργατική εξουσία”), όμως επίσης για έναν καιρό κοντινός του Guy Debord (που κι ο ίδιος υπήρξε μέλος της S. ou B. στα 1960-61), προωθούσε διαρκώς την ιδέα της επανάστασης ως μια διαδικασία που κομμουνιστικοποιεί (Gilles Dauvé et Karl Nesic, Communisation, 2011).

Δεν υποστηρίζω ασφαλώς ότι η έννοια της κομμουνιστικοποίησης στιγματίζεται μοιραία απ’ το είδος των Guillaume και Blanc, ή ότι ο καθένας σ’ εκείνον τον πρώιμο χώρο της κομμουνιστικοποίησης μπορεί να κηλιδώνεται για πάντα απ’ το ρεβιζιονιστικό/negationist στίγμα. Για παράδειγμα ο Dauvé υπήρξε κατηγορηματικός ότι “η ναζιστική Γερμανία συνειδητά εξόντωσε εκατομμύρια Εβραίων, πολλούς απ’ αυτούς σε θαλάμους αερίων. Αυτά είναι ιστορικά γεγονότα”. Ο ίδιος συνεισέφερε σε έναν λεπτομερή κριτικό απολογισμό του επεισοδίου Faurisson στο περιοδικό La Banquise το 1983 (Le roman de nos origins, εδώ).

Παρολαυτά θα ήταν παραπλανητικό να δούμε αυτό το επεισόδιο ως μια απλή μεμονωμένη παθολογία, όπως κάνουν οι Endnotes στην επισκόπησή τους αυτού του ρεύματος: “Για λόγους γνωστούς πραγματικά μονάχα στον εαυτό του, ο Pierre Guillaume μετατράπηκε σε ένθερμο υπερασπιστή του Faurisson και κατάφερε να προσελκύσει αρκετούς γνωστούς του απ’ το La Vielle Taupe και την Guerre Sociale (καταρχήν τον Dominique Blanc) στον σκοπό του (Bring out your dead, Endnotes 1, 2008, εδώ).

Η δύναμη της ιστορικής υπερ-αριστεράς σε όλες τις μορφές της υπήρξε η άρνησή της να υποστηρίξει καπιταλιστικά ρεύματα κάθε είδους -ούτε “κριτική υποστήριξη” προς τους σοσιαλδημοκράττες πολιτικούς, ούτε υπεράσπιση των σταλινικών αστυνομικών κρατών, ούτε μαζορέτες των εθνικαπελευθερωτικών δικτατοριών εν τη γενέσει. Έχει υποστηρίξει ορθά πως η μιζέρια, η εκμετάλλευση και ο πόλεμος συνεχίζονται υπό τον μανδύα του “σοσιαλισμού”, του αντιφασισμού και της δημοκρατίας όπως και υπό τον φασισμό και τα στρατιωτικά καθεστώτα.

Υπάρχει ωστόσο ένας διηνεκής κίνδυνος με αυτήν την οπτική όλων των μορφών της καπιταλιστικής κυριαρχίας ως ταυτόσημες, και της παρερμηνείας όλων όσων συμβαίνουν υπό τον καπιταλισμό ως απλά προσδιορισμένων από τη λογική της συσσώρευσης χωρίς αναφορά σε άλλους ιστορικούς ή πολιτικούς παράγοντες. Στα όριά της, αυτή η λογική ίσως τροφοδοτεί έναν πειρασμό δεκτικότητας σε ιδέες όπως η αναθεώρηση του Ολοκαυτώματος που βολικά εξαλείφει τις αποδείξεις του συγκεκριμένου τρόμου του εθνικοσοσιαλισμού και καταλήγει τελικά στη θέση ότι δεν υπάρχει και κάποια σπουδαία διαφορά μεταξύ του Χίτλερ και όποιου άλλου καπιταλιστή πολιτικού. Φυσικά, ο Χίτλερ κυβερνούσε προς το συμφέρον του γερμανικού κεφαλαίου, τσακίζοντας την αντικαπιταλιστική αντιπολίτευση και παρέχοντας δούλους για εργασία στο συνάφι των Daimler-Benz και BMW. Όμως το Ολοκαύτωμα ήταν ένα άνευ προηγουμένου, μοναδικό επεισόδιο βιομηχανοποιημένης ρατσιστικής εξόντωσης που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί απλά μέσω οικονομικών.

Κρίση και αντίδραση

Αμφιβάλλω ότι πολλοί θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης θα αρνούνταν τη δυνατότητα του κεφαλαίου να γεννήσει δολοφονικά, ρατσιστικά ή ακόμη και γενοκτονικά μέτρα προκειμένου να αποτρέψει την εναλλακτική της επανάστασης. Αλλά το θέμα δεν είναι μόνο πώς το κράτος και το κεφάλαιο ενδέχεται να απαντήσουν όταν νιώσουν απειλημένα, αλλά πώς η ίδια η δυναμική του κοινωνικού ανταγωνισμού και της κρίσης μπορεί να οδηγήσει στον φασισμό ή σε μια σύγχρονη εκδοχή του από τα κάτω.

Αν ισχύει ότι η ανικανότητα του καπιταλισμού να διασφαλίσει την κοινωνική αναπαραγωγή μπορεί να οδηγήσει μόνο σε διάφορα είδη συλλογικών προσπαθειών να εξασφαλιστεί μια ζωή που να αξίζει να ζει κανείς, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτές οι προσπάθειες να μην πάρουν μια εξαπλούμενη, διεθνιστική κατεύθυνση. Η ιστορική εμπειρία θα έδειχνε ότι είναι απλώς πιθανό πολλοί άνθρωποι να κάνουν ένα βήμα πίσω προς κάποιου είδους περιοριστικής εθνικής, θρησκευτικής ή κι εκτεταμένης οικογενειακής ή συμμοριακής ταυτότητας και να προσπαθήσουν να διασφαλίσουν την επιβίωση και αναπαραγωγή της αυτοπροσδιορισμένης ομάδας τους, εάν χρειαστεί εις βάρος των υπόλοιπων.

Μπορούμε να δούμε τα ίχνη αυτού του πράγματος σήμερα, στη λαϊκή υποστήριξη που έχουν σε πολλές χώρες οι ακόμα αυστηρότεροι έλεγχοι της μετανάστευσης, στην καρδιά της οποίας, από την εργατικής τάξης εκδοχή του αιτήματος αυτό βρίσκεται ένα αίτημα υπεράσπισης της θέσης των εργατών στις ιστορικά πιο πλούσιες χώρες, από τον αντίκτυπο της εξαθλίωσης αλλού, ακόμη κι αν το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν οι άλλοι είναι κέντρα κράτησης και θάνατοι στην ανοικτή θάλασα, μεταξύ των ρίσκων που πρέπει να αναλάβουν οι μετανάστες προκειμένου να ξεφύγουν απ’ τους συνοριακούς ελέγχους.

Μια πιθανή συνέπεια της κρίσης θα ήταν ένα είδος κατάστασης λεηλασίας όπου το κεφάλαιο θα κατάφερνε να ρίξει ένα μέρος του πληθυσμού στον Καιάδα προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωσή του, περιορίζοντας τους συνηθισμένους ιδιοκτησιακούς κανόνες προκειμένου να καταστήσει εφικτή τη λεηλασία των περιουσιών και των προσωπικών πόρων περιθωριοποιημένων κοινοτήτων. Αυτός εν μέρει, ήταν αδιαμφισβήτητα κι ένας από τους τρόπους που οι Ναζί εξασφάλισαν την υποστήριξη πολλών Γερμανών όλων των τάξεων. Η διατριβή του Goetz Aly “Hitler’s People’s State: Robbery, Racial War and National Socialism” (2005) είναι ακριβής: πολλοί Γερμανοί, μεταξύ των οποίων και προλετάριοι, μπόρεσαν να επωφεληθούν υλικά από τη λεηλασία κατά των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων.

Είναι ενδιαφέρον ότι αυτό επιβεβαιώνεται και απ’ τους Βερολινέζους υπέρμαχους της κομμουνιστικοποίησης “Οι φίλοι της αταξικής κοινωνίας” που υποστηρίζουν ότι “όσο αναμφίβολο κι αν είναι ότι το φασιστικό κράτος αρχικά είχε στο στόχαστρό του το εργατικό κίνημα, εξίσου αδιαμφισβήτητο είναι ότι κατάφερε να επεκτείνει την μαζική του βάση μέσα στην εργατική τάξη. Ως ρατσιστικά προνομιούχοι επιστάτες εκατομμυρίων σκλάβων εργατών, ως η δύναμη ξηρας του γερμανικού εξοντωτικού πολέμου, ως οι δικαιούχοι της “Αρείας Φυλής”, μια σημαντική μερίδα του γερμανικού προλεταριάτου απορροφήθηκε μέσα στην κοινότητα του έθνους (“28 θέσεις για την ταξική κοινωνία, Kosmoprolet, No 1, 2007, εδώ).

Κι όσο καπιταλιστικός κι αν ήταν ο εθνικοσοσιαλισμός, κατάφερε ωστόσο να αντλήσει υποστήριξη από ένα “αντικαπιταλιστικό” συναισθηματισμό, όπως παρατήρησε ο Camatte: “Ο ναζισμός πρόοτεινε ένα είδος κοινότητας, την Volksgemeinschaft, σ’ όλους τους ανθρώπους αυτούς που ξεριζώνονταν και απαλλοτριώνονταν από την κίνηση του κεφαλαίου” (αν και θα ήταν πιο ακριβές να πούμε ότι την προσέφερε μόνο σε ένα μέρος τους!). Αυτή η έννοια της “κοινότητας ως Gemeinschaft, της ομαδοποίησης ανθρώπων ως φορείς μιας ιδιαίτερης ταυτότητας και συγκεκριμένων ρόλων, της κατάστασής τους ως εξαιρετικών όντων, που ενέχει τον διαχωρισμό και τον αποκλεισμό των άλλων” (“Echoes of the Past”) δεν περιορίζεται επ’ ουδενί στη Γερμανία του 1930.

Μια ακόμη δυνατότητα είναι η επέκταση πέρα από μια κρατικά διαχειριζόμενη λεηλασία προς τοπικές κινητοποιήσεις και ταραχές με ρατσιστική διάσταση. Ακόμα και κάποια απ’ τα σπουδαία κινήματα του παρελθόντος που μνημονεύονται από επαναστάτες ακόμα και σήμερα, είχαν εν μέρει ένα τέτοιο άρωμα -στη διάρκεια της Αγγλικής Εξέγερσης των Χωρικών του 1381, οι εξεγερμένοι στόχευαν ιδιαίτερα κατά των ξένων, με τουλάχιστον 40 Φλαμανδούς αποκεφαλισμένους, ενώ οι “Ταραχές του Gordon” του 1780 περιείχαν επιθέσεις στους Ιρλανδούς του Λονδίνου υποκινούμενες από ένα αντικαθολικό μένος. Αν και τα πιο σύγχρονα επαναστατικά κινήματα κατάφερναν γενικά να αποφεύγουν κάτι τέτοιο, η μαζική συμμετοχή στις εθνοτικές σφαγές τα τελευταία 25 χρόνια στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στη Ρουάντα, υποδεικνύουν ότι εξακολουθεί να αποτελεί μια πιθανότητα.

Ακόμα και μια εν μέρει φυλετικοποιημένη κομμουνιστικοποίηση είναι πιθανή, στην οποία ένα μέρος της κοινότητας θα εγκαθιστά εσωτερικές σχέσεις ισότητας και μοιράσματος ενώ ταυτόχρονα θα πραγματοποιεί “εθνοκαθάρσεις” ανθρώπων που θα προσδιορίζει ως ξένους. Ένα τέτοιο όραμα, για παράδειγμα, προπαγανδίζει ο εντελώς περιθωριακός “εθνικοαναρχικός” χώρος, καλώντας σε φυλετικά καθαρές αγροτικές κοινότητες για να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό και το κράτος. Για να παραθέσω τον Stoetzler ξανά: “γιατί να μην προέκυπτε ένας ρατσιστικός, υπερ-ιεραρχικός, αντισημιτικός, “εθνικοσοσιαλιστικός” μετα-καπιταλισμός μέσα από το χάος;” Επιπλέον, σήμερα υπάρχουν πολλοί περισσότερο “αριστεροί φασίστες”, “αυτόνομοι εθνικιστές”, και ούτω καθεξής, τριγύρω, των οποίων τα σχέδια είναι παρόμοια και οι πιθανότητές τους όχι και τόσο μηδαμινές. Στο μυαλό τους, ο Χίτλερ είναι ένοχος για το ξεπούλημα των εθνικοσοσιαλιστικής επανάστασης “στους Εβραίους” ή “στο σύστημα”. Αν οι υπόλοιποι από μας υποτιμούμε την πιθανότητα επικράτησής τους από μια υποβόσκουσα πεποίθηση ότι είναι κάπου γραμμένο στον γενετικό κώδικα της παγκόσμιας ιστορίας ότι μετά τον καπιταλισμό τα πράγματα μπορούν να πάνε μόνο προς το καλύτερο, το κάνουμε με δικό μας ρίσκο… Φαινομενικά “αντικαπιταλιστές” φασίστες μπορούν να ξεπηδήσουν και να υπερισχύσουν των εμφανώς καπιταλιστών φασιστών σε μια κατάσταση όπου ο καπιταλισμός θα είναι στα τελευταία του, και σε κάθε περίπτωση, πολλοί άνθρωποι που ψάχνουν για μια αποτελεσματική δύναμη να ξεφορτωθεί τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό (και είτε αποδέχονται, είτε δεν ενδιαφέρονται και τόσο για πράγματα όπως ο αντισημιτισμός, ο ρατσισμός, ο σεξισμός) θα τους δώσουν μια ευκαιρία καλή τη πίστει, όπως συνέβη και στο παρελθόν (οι φασίστες συχνά έχουν επίσης πολύ λογικά συσσίτια).

Για ένα μεγάλο μέρος της ιστορικής υπερ-αριστεράς αυτό δεν είναι καν ένα πραγματικό ζήτημα, καθώς η ντετερμινιστική “μαρξιστική” θέση αποδίδει στην εργατική τάξη ένα επαναστατικό πεπρωμένο. Το εξαιρετικά αμφιλεγόμενο κείμενο “Auschwitz, ή Το Μεγάλο Άλλοθι” το κάνει ιδιαίτερα σαφές: “Φαίνεται ορισμένες φορές ότι οι εργάτες έχουν παραδοθεί στον ρατσισμό. Αυτό συμβαίνει όταν, απειλούμενοι με μαζική ανεργία, προσπαθούν να την επικεντρώσουν σε ορισμένες μόνο ομάδες: Ιταλούς, Πολωνούς ή άλλους “βρωμιάρηδες ξένους”, “σκυλάραπες”, “κωλόμαυρους” κλπ. Όμως για το προλεταριάτο αυτά τα ερεθίσματα προκύπτουν μόνο στις χειρότερες στιγμές της απογοήτευσής του, και δεν έχουν διάρκεια. Από τη στιγμή που θα περάσει στον αγώνα, το προλεταριάτο καθαρά και συνεκτικά βλέπει τον εχθρό του: είναι μια ομοιογενής τάξη με μια ιστορική προοπτική και καθήκον”.

Σήμερα είναι πιο δύσκολο να είναι κανείς τόσο εξόφθαλμα αισιόδοξος. Η κομμουνιστικοποίηση που θα δημιουργήσει μια αταξική κοινωνία είναι μόνο μια απ’ τις πιθανότητες στον ορίζοντα, και αυτοί που την υποστηρίζουν θα πρέπει να συλλογιστούν επίσης πάνω στα άλλα πιθανά αποτελέσματα και πώς να τα αποφύγουμε. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) κάνει λόγο για τις εναλλακτικές ενός “επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας εν γένει, ή… την αμοιβαία καταστροφή των αντιμαχόμενων τάξεων”. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μιλάει κι αυτή μετά τον Ένγκελς, για την επιλογή μεταξύ σοσιαλισμού ή βαρβαρότητας. Η “καταστροφή” και η “βαρβαρότητα” στην οποία αναφέρονται δεν πρόκειται απλά για τη συνέχιση του καπιταλισμού όπως τον γνωρίζουμε, αλλά για τη διάλυση της κοινωνίας σε μια κατάσταση ολοκληρωτικού πολέμου και τρόμου.

Μπορεί να αληθεύει ότι δεν κανένας τοπικός ρατσιστικός ή εθνικιστικός “αντικαπιταλισμός” δε θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει μια διαρκή εναλλακτική στον καπιταλισμό -η κοινωνική αναπαραγωγή σήμερα δεν μπορεί να υποχωρήσει από το επίπεδο της παγκόσμιας ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Astarian δεν είναι ο μοναδικός απ’ τους υπέρμαχους της κομμουνιστικοποίησης για τον οποίον κάθε τέτοια αντίφαση μπορεί να είναι μόνο προσωρινή εκτροπή στον δρόμο για ένα καλύτερο μέλλον: “Όταν οι αντεπαναστατικές προλεταριακές εναλλακτικές έχουν αποδείξει την αναποτελεσματικότητά τους αποτυγχάνοντας να προσφέρουν την οικονομική σωτηρία του προλεταριάτου, η κομμουνιστικοποίηση θα επιφέρει το άλμα προς την μη-οικονομία” (Η Κομμουνιστικοποίηση ως Διέξοδος από την Κρίση, 2007, εδώ). Όμως τα τελευταία εκατό χρόνια, και μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, δηλώνουν ότι σε καιρούς κρίσης ο δρόμος προς τα μπρος μπορεί να κλείσει οριστικά από απεγνωσμένη ενδοκοινωνική βία και τον φαύλο κύκλο σφαγών και αντιποίνων -ή, όταν μια ομάδα περιθωριοποιείται ιδιαίτερα, σφαγών χωρίς καν τον φόβο αντιποίνων.

Η αντιμετώπιση μιας τέτοιας πιθανότητας δε σημαίνει την εγγραφή σε κάποιο “αντιφασιστικό” λαϊκό μέτωπο διαμεσολαβημένο από το κράτος, τα μήντια ή κάποιες προσωπικότητες, σημαίνει όμως την διαρκή επαγρύπνηση για το ενδεχόμενο ακόμα και φαινομενικά ριζοσπαστικά, εξεγερτικά κινήματα να πάρουν μια τραγική τροπή. Σημαίνει επίσης πως πρέπει να ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτό το πράγμα σε κάθε εξέλιξη εντός του πραγματικού κινήματος γύρω μας, είτε αφορά την άνοδο εθνικιστικών αντι-μεταναστευτικών αισθημάτων σε αγώνες (πχ “βρετανικές δουλειές για βρετανούς εργάτες”) είτε λανσαρισμένες με νέο μανδύα αντισημιτικές αντιλήψεις περί “σωτηρίας της πραγματικής οικονομίας” από τους “απάτριδες” δανειστές (πχ η αμφίβολη έννοια του “αχρήματου” του “Κινήματος Zeitgeist” που φτάνει μέχρι το περιθώριο των δράσεων του κινήματος Occupy). Να βρούμε ένα καταφύγιο σε μια κοσμοθεωρία όπου είτε η κομμουνιστικοποίηση είτε η συνέχιση της υπάρχουσας κατάστασης θα λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν, σημαίνει να αρνούμαστε το φάσμα των ιστορικών επιλογών και τελικά να αρνούμαστε τον ανθρώπινο ρόλο με τις θετικές και αρνητικές δυναμικές του.

Από: Datacide, μέσω dndf

 

Καταστολή μετά τη διαδήλωση του #OccupyRome της 15 Οκτώβρη, 21/10/2011

μια σημείωση για τις κατασταλτικές μεθοδεύσεις του ιταλικού κράτους μετά τις 15 οκτώβρη

15 Οκτώβρη: Ο υπ. εσωτερικών Maroni ανακοινώνει την πρόθεσή του να “ενισχύσει την νομική προστασία των αστυνομικών” στις διαδηλώσεις. Ακόμα, απεργάζεται την άμεση προφυλάκιση όσων συλλαμβάνονται με αντικείμενα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε “αστικές ταραχές”, χωρίς να προσδιορίζεται τί συνιστούν αυτά, αύξηση της διάρκειας της προφυλάκισης για όσους συλλαμβάνονται σε επεισόδια σε πορείες καθώς και στα γήπεδα, ορισμός της συναυτουργίας για όσους δρουν “εγκληματικά” στους δρόμους. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον σημείο: ο υπουργός επαναφέρει την γνωστή ιταλική συνταγή των θεωρημάτων, υποστηρίζοντας ότι η άτυπη FAI αποτελεί οργάνωση στην οποία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συμμετέχουν όλοι οι εξεγερσιακοί αναρχικοί της χώρας, ανοίγοντας τον δρόμο για μια εφαρμογή της συναυτουργίας για ενέργειες της οργάνωσης αυτής. Ανακοινώνεται επίσης 12 συλληφθέντες της διαδήλωσης θα προφυλακιστούν, με ποινές που προμηνύονται από 3-15 χρόνια, ενώ ένας Ρουμάνος έφηβος που συνελήφθη στις συγκρούσεις στη Ρώμη θα απελαθεί. Στη Ρώμη, η δημοτική αρχή ανακοίνωσε ότι οι ζημιές που προκάλεσαν οι διαδηλωτές -ή τα ζώα, κατά τον δήμαρχο Gianni Allemano- στην πόλη θα κοστίσουν τουλάχιστον 1 εκατομμύριο ευρώ, στρογγυλό-στρογγυλό. Μετά απ’ αυτό, ο Francesco Giro, υφυπουργός πολιτισμού δηλώνει: “επρόκειτο σαφώς για περίπτωση αστικής τρομοκρατίας, πρέπει να εφαρμόσουμε την αντιτρομοκρατική νομοθεσία”. Η κεντροδεξιά κυβέρνηση κατηγόρησε τα κόμματα της αριστεράς για υπόθαλψη των κουκουλοφόρων, λόγω της ρητορικής τους για την οποία “όλα δικαιολογούνται αρκεί να φύγει ο Berlusconi”. Για τα ΜΜΕ, οι υπεύθυνοι για τα επεισόδια δεν μπορεί παρά να είναι οι αναρχικοί, αλλά και “χούλιγκαν των γηπέδων”, στις περισσότερες εκδοχές ακροδεξιοί. Ο Mario Calabresi, εκδότης της εφ. La Stampa παρατηρεί “είναι αρκετά απλουστευτικό να λέμε ότι λειτουργεί υπέρ της κυβέρνησης, πάντως σήμερα, αντί να μιλάμε για τα προβλήματα της χώρας, όλοι μιλάνε για τη βία”.

Την αυγή της 17ης Οκτώβρη, μονάδες Digos και ROS (ιταλικά ΕΚΑΜ), εξαπολύουν ένα κύμα επιδρομών σε σπίτια και κατειλημμένους χώρους συντρόφων και συντροφισσών σ’ ολόκληρη την Ιταλία. Στη Ρώμη, τα ξημερώματα προσήχθησαν 7 σύντροφοι κατόπιν “υποψιών για κατοχή όπλων κι εκκρηκτικών”. Η επιχείρηση δεν απέφερε κανένα χειροπιαστό στοιχείο, παρολαυτά κατάσχονται ηλεκτρονικοί υπολογιστές, σκληροί δίσκοι, κάρτες μνήμης, έντυπο υλικό και ρούχα… Ακόμα επτά σπίτια στο Lecce θα γίνουν στόχος ερευνός από τους carabinieri, χωρίς ένταλμα, σύμφωνα με πρόφαση την έρευνα για “όπλα και εκκρηκτικά” και πάλι. Οκτώ ακόμα σύντροφοι προσάγονται για έρευνα στην Cosenza, 10 στο Teramo, Napoli, 14 στη Φλωρεντία όπου πολιορκείται η κατάληψη La Riottosa και οι καταληψίες έχουν ανέβει στη στέγη εν μέσω απειλών και τραμπουκισμών απ’ τις αστυνομικές δυνάμεις. 2 ακόμη σπίτια στο Rovereto, 6 στο Milano, 2 στη Senigallia και στο Livorno, 4 στο Palermo, 6 στη Ρώμη, 8 στη Bologna όπου οι μπάτσοι πήραν φωτογραφίες ή δείγματα του ρουχισμού. 6 σύντροφοι προσήχθησαν από την αγροκολλεκτίβα Gramigna έξω από την Padova. Εκατοντάδες μπάτσοι στο κυνήγι από τη Λομβαρδία μέχρι τη Σικελία.

Οι στόχοι της καταστολής; Πρόσωπα και ομάδες που σχετίζονταν με τον χώρο της αυτονομίας, με αυτοοργανωμένους αγώνες, όπως στην αντίσταση στην υπερταχεία και την ανάπτυξη στην κοιλάδα di Susa, στο Terzigno ενάντια στις παράνομες χωματερές κράτους και μαφίας, στο Pomigliano και στη Lampedusa ενάντια στα κέντρα κράτησης μεταναστών.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου: Μέσα σ’ όλο αυτό το κλίμα, η αστυνομία της Σαρδηνίας ξαναθυμάται το “θεώρημα Pisanu” όπου σύμφωνα με τον πρώην υπουργό εσωτερικών Beppe Pisanu στη Σαρδηνία έχει την έδρα του ένας πυρήνας εξεγερσιακών αναρχικών με προεκτάσεις στη “διεθνή τρομοκρατία”. (Η Ιταλία έχει παράδοση σε ανάλογα θεωρήματα, πχ το θεώρημα Marini και οι διώξεις του 2006). Το 2004 είχε συλληφθεί ένας νεαρός, ο Lucca Farris, που καταδικάστηκε σε 6 χρόνια κάθειρξης για 22 εμπρηστικές και άλλες ενέργειες για τις οποίες είχε μιλήσει με καμάρι στο τηλέφωνο με φίλη του. Βαριές ποινές μοιράστηκαν όμως και στα μέλη της τοπικής αναρχικής ομάδας Fraria, καθώς 7 απ’ τους 10 αρχικά φυλακισμένους βρίσκονται ακόμη (απ’ το 2005) σε κατ’ οίκον περιορισμό. Φαίνεται πως ο κίνδυνος της “διεθνούς τρομοκρατίας” ήρθε πάλι στο προσκήνιο μετά τις συγκρούσεις της 15ης Οκτώβρη.

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου: Ένας φοιτητής συλλαμβάνεται στη Ρώμη. Είχε φωτογραφηθεί από πολλούς φωτογράφους να βαστά έναν πυροσβεστήρα. Σύμφωνα με τους μπάτσους “θεωρείται από τους υπεύθυνους για τις ταραχές”. Το ίδιο πρωί, γύρω στις 6πμ έγιναν έρευνες σε δυο σπίτια στη Ravenna, πάντα για αναζήτηση “όπλων κι εκκρηκτικών”. Κατασχέθηκαν παλιές αντιασφυξιογόνες μάσκες, κράνη και προστατευτικά μηχανής, ελήφθησαν δακτυλικά αποτυπώματα. Συγκέντρωση αλληλεγγύης έξω απ’ τα κρατητήρια regina coeli της Ρώμης.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου: Η Susanna Camusso, γενική γραμματέας της FIOM CGIL γιουχάρεται από εργάτες όταν αποδοκιμάζει “τη βία των κουκουλοφόρων” σε ομιλία της CGIL στη Ρώμη. Ανακοίνωση των συνδικάτων βάσης (CoBas) του Taranto υπέρ των συλληφθέντων εξεγερμένων της Ρώμης, ασυνήθιστη καθώς οι συνδικαλιστές βάσης των Cobas είχαν σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν “συλλάβει” ταραχοποιούς τους οποίους και παρέδωσαν στην αστυνομία (ίσως τους θυμάται κανείς και στην Αθήνα, ήταν οι πιο ξεψαρωμένοι στο κοινωνικό φόρουμ του 2006).

Πηγές:
http://italy.indymedia.org
http://www.informa-azione.info/

Ρώμη, Ιταλία, 15 Οκτώβρη 2011: Η οργή εκκρήγνυεται ανεξέλεγκτα στη διάρκεια μιας διαδήλωσης ενάντια στα μέτρα λιτότητας που επέβαλε η κυβέρνηση εν όψει της οικονομικής κρίσης.

Οι επίσημοι οργανωτές, εμπνευσμένοι απ’ το ισπανικό κίνημα των “Indignados”, είχαν καλέσει σε μιαν “ειρηνική διαδήλωση” ώστε να εκφράσουν δημοκρατικά τη δυσαρέσκειά τους. Όμως μια τέτοια πρόσκληση δεν μπορεί πια να γίνεται αποδεκτή: εκατοντάδες εξοργισμένων ανθρώπων, οι περισσότεροι απ’ αυτούς παιδιά στην εφηβεία τους χωρίς καμμιά σχέση με πολιτικές ομάδες ή οργανώσεις, κατέβηκαν απλώς στους δρόμους της Ρώμης για να καταστρέψουν την μιζέρια του υπάρχοντος, χτυπώντας τράπεζες και καταστήματα, και τελικά συμμετέχοντας σε μια μάχη ενάντια στην αστυνομία στην Piazza San Giovanni.

Απ’ όσο ξέρουμε 12 παιδιά συνελήφθησαν εκείνη την ημέρα, σχεδόν όλα ανήλικα. Δυο μέρες αργότερα, στις 17 Οκτώβρη, η αστυνομία εισέβαλε στα σπίτια δεκάδων αναρχικών σ’ όλη την Ιταλία ψάχνοντας για “όπλα” που υποτίθεται χρησιμοποιήθηκαν στη διαδήλωση αυτή. Οι έρευνες, διεξήχθησαν χωρίς ένταλμα, χάρις στις ειδικές αρμοδιότητες που παραχωρεί των άρθρο 41 (“κατόπιν υπόνοιας για κατοχή όπλων και εκκρηκτικών υλών”), δεν κατέληξαν πουθενά. Η προκήρυξη που ακολουθεί είναι απ’ την κατάληψη Asilo Occupato, Via Alessandria 12, Torino.

Μερικοί το προτιμούν καυτό

Μια διαδήλωση οργανώθηκε στη Ρώμη στις 15 Οκτώβρη, ενάντια στα νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, τα μέτρα λιτότητα που υιοθετήθηκαν για να ξορκιστεί το φάντασμα της κρίσης. Στην ουσία, πολλοί άνθρωποι κατέβηκαν στον δρόμο για να αντιδράσουν κάπως στην απειλή ενός ακόμα χειμώνα δακρύων και αίματος, εξόντωσης των φτωχώτερων, που γι άλλη μια φορά αναγκάζονται να σφίξουν το ζωνάρι και να υπομείνουν την καθημερινή θυσία και εκμετάλλευση σ’ έναν κόσμο γεμάτο από αγαθά που όμως κυβερνιέται απ’ τα συμφέροντα των λίγων που είναι σε θέση να τα καταναλώνουν.

Για τους οργανωτές, το θλιβερό καρναβάλι της κοινωνίας των πολιτών και της ιταλικής εκδοχής των “αγανακτισμένων”, θα έπρεπε να είναι μια ειρηνική πορεία, μια ζωντανή αλλά ταυτόχρονα νομοταγής προσπάθεια να “καταθέσουμε τη φωνή μας”, να εκφράσουμε την ακίνδυνη οχλαγωγία των απόψεων μέσα απ’ τις γραμμές μας. Ένα προκατασκευασμένο σκηνικό, ένα έργο που έχουμε ήδη δει και που το βαρετό του τέλος είναι προβλέψιμο, μέσα στο πακέτο μιας καλά διευθετημένης κανονικότητας. Οι συμφωνίες κυρίων μεταξύ εξουσίας και επαναφομοιωτών της οργής καθιστούν λειτουργική την έρημο της πραγματικής δημοκρατίας πνίγοντας τις καταιγίδες των εχθρικών τους παθών.

Αυτήν τη φορά όμως δεν ήταν το γνωστό θεατράκι, η ειρηνική πορεία έλαβε τέλος με την πρώτη σπασμένη βιτρίνα, και το θέαμα αποτεφρώθηκε μεταξύ των καπνών των δακρυγόνων και του καταιγισμού από πέτρες.

Ένας χαοτικός ρυθμός από σπασίματα ΑΤΜ και μαγαζιών αντηχεί στη Via Cavour, ένα λεηλατημένο σουπερμάρκετ και αμάξια συνθλίβονται, με άλλα λόγια η έκφραση μιας καταπιεσμένης οργής ξεδιαλέγει τους στόχους της.

Το να οργανωθεί κανείς προκειμένου να χτυπήσει μερικές τράπεζες και άλλα σύμβολα πλούτου, είναι το πρώτο βήμα για να καταλάβει τους δρόμους γκρεμίζοντας τις υλικές μορφές της εκμετάλλευσης, μία προς μία. Να γνωρίζει το πώς και πότε να το κάνει, είναι ένα ζήτημα χρόνου, χώρου και μιας πληθώρας μεθόδων που μαθαίνονται πιο καλά με την πράξη: Το να βάλει φωτιά σ’ ένα αμάξι για να στήσει ένα οδόφραγμα είναι διαφορετικό απ’ το να κάψει ένα αμάξι στην μέση μιας πορείας, θέτοντας σε κίνδυνο άλλους διαδηλωτές και κατοίκους του διπλανού κτιρίου, πράγμα που αποθαρρύνει πάντα εν δυνάμει συνεργούς.

Οι μαύρες κουκούλες και τα κράνη, είναι χρήσιμα προκειμένου να προστατευτεί κανείς και να διατηρήσει την ανωνυμία του, αλλά προβληματικά ως στολή για αυτοεπίδειξη. Ας αφήσουμε την μιλιταριστική λογική στον καθεστωτικό τύπο και στις αναφορές της αστυνομίας, εμείς δεν είμαστε παρά οργισμένοι προλετάριοι. Και σήμερα το μίσος μας που στράφηκε προς τα αφεντικά και την αστυνομία, δεν ήταν απλά το μίσος μιλιταριστικών σεχτών που έχουν ξεφύγει λόγω μακροχρόνιας απομόνωσης και αναζήτησης της καθαρής γραμμής, αλλά η ίδια η πραγματικότητα που εισβάλει με τη βία της στη ζωή τόσο πολλών ανθρώπων.

Η 14η Δεκέμβρη 2010 στη Ρώμη, οι μάχες στη Val Susa ενάντια στο TAV, οι ταραχές στην Ελλάδα και οι μαζικές λεηλασίες στο Λονδίνο μας δείχνουν κάτι κοινό  πάνω στο κοινωνικό θερμόμετρο του παρόντος όπου ζούμε, ότι η ανοχή έχει ξεπεράσει τα όριά της. Έχουμε λοιπόν χεσμένες τις “σωστές στάσεις να δείξουμε τη δυσαρέσκειά μας” όπως και τις ψευδαισθήσεις εξέγερσης.

Καθώς ένας μακρύς χειμώνας ειρήνευσης φαίνεται επιτέλους να ραγίζει, η εξέγερση δεν μπορεί πια να μεσολαβηθεί από σύμβολα, ακόμα κι αν αυτά είναι πιο όμορφα κι ελκυστικά από τα ζόμπι της πολιτικής, αλλά περνά μέσα από δράσεις και πρακτικά κι αποτελεσματικά εργαλεία. Οι ταυτότητες και οι ιδεολογικοί φετιχισμοί έχουν πέραση ακριβώς λόγω της έλλειψης ιστορικής αντίληψης της εξέγερσης, καθώς σήμερα το να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας εξέγερσης σημαίνει να αναλάβει την ευθύνη να ξαναδουλέψει την αντίληψή του.

Η μάχη της Piazza San Giovanni ήταν μια ευκαιρία να μετρηθούμε με την αστυνομία, κι ήταν εκεί που η μέρα ρούφηξε την πιο μαζική της ανάσα. Υπήρχαν άνθρωποι κάθε λογής και κάθε ηλικίας, απέναντι στα χτυπήματα της αστυνομίας, πολλοί χωρίς κουκούλες, στην πρώτη τους εμπειρία στον δρόμο, καθώς τίποτα δεν είχε κανονιστεί ούτε αποφασιστεί εκ των πρωτέρων.

Η ισχυρότερη και πιο αποφασιστική στιγμή όλης της διαδήλωσης, αυτή που διέλυσε κάθε σχέδιο, άναψε τα αίματα κι ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα είχε μόνο πρωταγωνιστή της την αποφασιστικότητα να κρατήσουμε την πλατεία και να την υπερασπιστούμε, την ανεξέλεγκτη και γενικευμένη οργή.

Υπάρχουν πολλά μαθήματα να αντλήσουμε απ’ αυτή τη διαδήλωση, του θάρρους, που επέδειξαν τα παιδιά που έχουν μπουχτίσει, που δεν κουβαλάνε σημαίες, όπως και πολλοί απ’ τους συνομηλίκους τους σ’ όλον τον κόσμο. Ποιό μπλακ μπλοκ; Το ένστικτο, η πρακτική ευφυία και μια ξαφνική ταύτιση των προθέσεων: να χτυπήσουμε το περιπολικό, να πετάξουμε πίσω τα δακρυγόνα, να τσακίσουμε τους μπάτσους. Το σύνθημα είναι Roma Libera. Ο όχλος μπορεί και μόνος του.

Οργανωμένοι σε μικρές ομάδες, βάσει συνάφειας ή φιλίας, με την ακρίβεια στη στόχευση και την ευελιξία να αποτελούν κοινό τόπο που μας κάνει όλους σχεδόν αόρατους στα μάτια του κοινού εχθρού. Ο εμφύλιος πόλεμος που αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη της γης έχει καταπνίξει τη θολή εικόνα των ισπανικών διαδηλώσεων… το κόμμα των πολιτών έχασε. Το κάλεσμα της εξέγερσης είναι πιο ισχυρό. Και δεν υπάρχει επιστροφή… Vaffanculo!

Asilo occupato in via Alessandria 12
Torino 19-10-11

~

 Σχετικά:

Μια μαρτυρία απ’ το #OccupyWallStreet – ένας απ’ τους 700 συλληφθέντες, 3/10/2011

Πρώτη νύχτα οδοφραγμάτων – μια μαρτυρία απ’ το #OccupySanFrancisco, 6/10/2011

Αναφορές και σχόλια απ’το #OccupyRome, 15/10/2011

Καταστολή μετά τη διαδήλωση του #OccupyRome της 15 Οκτώβρη, 21/10/2011

#Οccupy Oakland: Η πρώτη γενική απεργία στις ΗΠΑ εδώ και 65 χρόνια, 2/11/2011

Καταστολή στα κινήματα Occupy στις ΗΠΑ, 6-15/11/2011

Κατηγορία “Καταλήψεις Πλατειών”

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν – Gilles Dauvé

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν

Τίτλος πρωτοτύπου: Gilles Dauvé, Quand Meurent les Insurrections. ADEL, Paris, 1998 [link]. Για την ελληνική μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική τoυ Loren Goldner, επιθεωρημένη απ’ τον ίδιο τον συγγραφέα, εκδ. Antagonism Press, 1999. Καθώς η έντυπη έκδοση του κειμένου έχει ήδη εξαντληθεί [σημεία διάθεσης], παρουσιάζουμε το πλήρες κείμενο και διαδικτυακά.

“… κι εάν η Ρωσσική Επανάσταση δώσει το σινιάλο για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, ούτως ώστε η μια να συμπληρώσει την άλλην, η σημερινή κοινοκτημοσύνη της γης στη Ρωσσία, μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο μιας κομμουνιστικής ανάπτυξης” [1]

Η προοπτική αυτή δεν υλοποιήθηκε. Το Ευρωπαϊκό προλεταριάτο έχασε το ιστορικό του ραντεβού με μια αναδημιουργία της ρωσσικής αγροτικής κομμούνας [2].

Μπρεστ-Λιτόφσκ, 1917 και 1939

Μπρεστ-Λιτόφσκ, Πολωνία, Δεκέμβρης 1917: Σε μια Γερμανία που σχεδιάζει να ανοίξει ένα χαράκωμα μέσα στην αυλή της παλιάς Τσαρικής αυτοκρατορίας, από τη Φιλανδία μέχρι τον Καύκασο, οι Μπολσεβίκοι προτείνουν ειρήνη χωρίς αμοιβαίες προσαρτήσεις εδαφών. Κι όμως τον Φλεβάρη του 1918, οι Γερμανοί στρατιώτες, αν και “προλετάριοι με στολή”, υπάκουσαν τελικά τους αξιωματικούς τους και εξαπέλυσαν μιαν ακόμα επίθεση εναντίον της σοβιετικής πλέον Ρωσσίας, σαν να είχαν ακόμα απέναντί τους τον ίδιο τσαρικό στρατό. Καμία συναδέλφωση δεν έλαβε χώρα, και ο επαναστατικός πόλεμος που προπαγάνδιζε η Μπολσεβικική Αριστερά αποδείχθηκε αδύνατος. Τον Μάρτη, ο Τρότσκυ αναγκάστηκε να υπογράψει εκεχειρία με τους όρους των στρατηγών του Κάιζερ. “Ανταλλάσσοντας χώρο με χρόνο”, όπως το έθεσε ο Λένιν, και πράγματι, τον επόμενο Νοέμβρη, η γερμανική ήττα μετέτρεψε στην πράξη την εκεχειρία σε ένα παλιόχαρτο άνευ αξίας. Παρόλ’ αυτά, μια έμπρακτη απόδειξη μιας κάποιας διεθνούς σύνδεσης μεταξύ των εκμεταλλευομένων απέτυχε να υλοποιηθεί. Μερικούς μήνες αργότερα, επιστρέφοντας στην ζωή τους ως πολίτες, με το τέλος του πολέμου, οι ίδιοι αυτοί προλετάριοι ήρθαν αντιμέτωποι με την συμμαχία του επίσημου εργατικού κινήματος και των Freikorps. Η μία ήττα ακολούθησε την άλλη: στο Βερολίνο, την Βαυαρία και την Ουγγαρία το 1919. Έπειτα, ο Κόκκινος Στρατός του Ρουρ το 1920. Η Δράση του Μάρτη το 1921…

(Σημείωση της μετάφρασης: αναφορά στις εξεγέρσεις που οδήγησαν σε εργατικά συμβούλια και βραχύβιες σοβιετικές δημοκρατίες στην μεσοπολεμική Ευρώπη: Η Γερμανία, μετά την ήττα της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θα μπει σε μια τροχιά κοινωνικής αναταραχής κι εξεγέρσεων, όπου το 1918 θα ξεσπάσει επανάσταση αποκαθηλώνοντας τον Κάιζερ και οδηγώντας τον Αύγουστο στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το κυβερνόν Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD φοβούμενο το ξέσπασμα εμφυλίου και πιθανώς μια επικράτηση του κομμουνιστικού KPD που είχε προέλθει απ’ τις τάξεις των Σπαρτακιστών, αρνήθηκε να συνεργαστεί με “υποστηρικτές των Μπολσεβίκων” και προτίμησε μια συμμαχία με παλιά αυτοκρατορικά κι αντιδραστικά στρώματα. Η συντηρητικοποίηση του SPD, ήδη προφανής απ’ τη συστράτευσή του με τον εθνικό σκοπό στον πόλεμο, θα οδηγήσει τον Γενάρη του 1919 σε μια δεύτερη επανάσταση, που θα γεννήσει πολλές συμβουλιακές δημοκρατίες, όπως του Μονάχου (Βαυαρία) και του Ρουρ, εναντίον των οποίων η σοσιαλδημοκρατία θα αμολύσει τα “τάγματα θανάτου”-freikorps, παραστρατιωτικά σώματα απόστρατων, συντηρούμενα απ’ το κράτος, που επιδόθηκαν στο κυνήγι κομμουνιστών κι εξεγερμένων εργατών -μεταξύ των οποίων και οι ηγέτες του σπαρτακιστικού κινήματος Καρλ Λίμπνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στα freikorps του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Έμπερτ και του υπουργού δημοσίας τάξης Νόσκε, θα διέπρεπαν πολλά μελλοντικά στελέχη του ναζισμού. Ενώ η εξέγερση καταπνιγόταν στο αίμα κατά το 1920, στην έντονα βιομηχανική περιοχή του Ρουρ, πάνω από 50.000 εργάτες θα σχηματίσουν τον Κόκκινο Στρατό του Ρουρ που τον Μάρτη θ’ αναμετρηθεί με τα freikorps τρέποντάς τα σε φυγή κι αιχμαλωτίζοντας 600 παρακρατικούς, υπερασπίζοντας τη Γενική Απεργία που καλέστηκε ενάντια στο φιλομοναρχικό πραξικόπημα που είχε εκδηλωθεί στο μεταξύ. Στην Ουγγαρία, μια βραχύβια συμβουλιακή δημοκρατία θα καταπνιγεί από την εισβολή ρουμανικών στρατευμάτων που θα αποκαταστήσουν την μοναρχία.)

Σεπτέμβρης του 1939: Ο Χίτλερ κι ο Στάλιν μόλις τεμάχισαν την Πολωνία. Στη συνοριακή γέφυρα του Μπρεστ-Λιτόφσκ, αρκετές εκατοντάδες μέλη του KPD, πρόσφυγες στην ΕΣΣΔ κι εν συνεχεία συλληφθέντες εκεί ως “αντεπαναστάτες” ή ακόμα και φασίστες, συγκεντρώνονται απ’ τις διάφορες Σταλινικές φυλακές και παραδίδονται στην Γκεστάπο. Χρόνια αργότερα, μία απ’ αυτούς, θα μιλήσει για τις πληγές στην πλάτη της – “αυτά είναι της GPU” – και για τα βγαλμένα νύχια της – “κι αυτά της Γκεστάπο”. Ένας ακριβοδίκαιος απολογισμός του πρώτου μισού του αιώνα.

1917-37: Είκοσι χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο. Η τρομακτική άνοδος του φασισμού, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και οι εξεγέρσεις που ακολούθησαν, ήταν το αποτέλεσμα μιας γιγαντιαίας κοινωνικής κρίσης που άνοιξε με τις λιποταξίες του 1917 και ξανάκλεισε με τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Όχι “ή Δημοκρατία ή Φασισμός” αλλά και Δημοκρατία Και Φασισμός

Μοιάζει με κοινοτοπία, ότι ο φασισμός δεν είναι παρά ωμή κρατική βία κι απροκάλυπτη κατασταλτική βαρβαρότητα στις υπηρεσίες των κυρίαρχων τάξεων, σύμφωνα και με τη γνωστή ανάλυση του Daniel Guérin στο Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο. Κατά συνέπεια ο μόνος δρόμος για να ξεμπερδεύουμε με τον φασισμό είναι να ξεφορτωθούμε τον καπιταλισμό μία και καλή.

Ως εδώ, κανένα πρόβλημα. Δυστυχώς όμως, η ανάλυση αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις αυτομολεί απ’ τη λογική της: απ’ τη στιγμή που ο φασισμός είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στη χειρότερη εκδοχή του, οφείλουμε λέει να τον αποτρέψουμε απ’ το να πάρει τη χειρότερη μορφή του, δηλαδή, οφείλουμε προάγουμε έναν “κανονικό”, μη-φασιστικό καπιταλισμό, ή ακόμα και να στηρίζουμε τους μη-φασίστες καπιταλιστές.

Επιπλέον, καθώς ο φασισμός είναι ο καπιταλισμός στην πιο αντιδραστική του μορφή, μια τέτοια οπτική συνεπάγεται και το να προσπαθούμε να προάγουμε τον καπιταλισμό στην πιο μοντέρνα, μη-φεουδαρχική, μη-μιλιταριστική, μη-ρατσιστική, μη-καταπιεστική, μη-αντιδραστική μορφή του, με άλλα λόγια, έναν πιο φιλελεύθερο καπιταλισμό, ή αν προτιμάτε έναν …πιο καπιταλιστικό καπιταλισμό.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος πώς ο φασισμός εξυπηρετεί το “μεγάλο κεφάλαιο” [3], ο αντιφασισμός θεωρεί πως ο φασισμός θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί το 1922 ή το 1933, χωρίς να καταστραφούν οι μεγάλες εταιρίες, εάν το εργατικό κίνημα και/ή οι δημοκράτες είχαν εξασκήσει αρκετή πίεση ώστε να σταματήσουν τον Μουσσολίνι ή τον Χίτλερ απ’ το να ανέλθουν στην εξουσία. Αν στα 1921 το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το νεοϊδρυθέν Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχαν συμμαχήσει με τις Δημοκρατικές δυνάμεις ώστε να σταματήσουν τον Μουσσολίνι… Αν, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, το KPD δεν είχε εξαπολύσει έναν αδελφοκτόνο αγώνα ενάντια στο SPD, η Ευρώπη τότε θα είχε γλυτώσει από μια απ’ τις πιο απάνθρωπες δικτατορίες της ιστορίας, έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μια σχεδόν διηπειρωτική ναζιστική αυτοκρατορία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την εξολόθρευση των Εβραίων…

Πέρα απ’ τις καθ’ όλα αληθείς παρατηρήσεις του για τις τάξεις, το κράτος, τις σχέσεις του φασισμού με το μεγάλο κεφάλαιο, η οπτική του αποτυγχάνει να δει την ανάπτυξη του φασισμού μέσα από μια διπλή ήττα: την αποτυχία των επαναστατών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τσακισμένων απ’ την σοσιαλδημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, κι έπειτα, κατά τη δεκαετία του 1920, την αποτυχία των “κερδισμένων” σοσιαλδημοκρατών και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να διαχειριστούν το κεφάλαιο. Ιδωμένος έξω απ’ τα πλαίσια της προηγούμενης περιόδου, των προγενέστερων φάσεων της ταξικής πάλης και των περιορισμών της, ο ερχομός στην εξουσία, κι ακόμα περισσότερο η ίδια η φύση του φασισμού, παραμένουν ακατανόητα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ματιά του Guérin δε βλέπει παρά μια “χαμένη επανάσταση” στις περιπέτειες του Λαϊκού Μετώπου, χάνοντας τη βαθύτερη ουσία του φασισμού.

Ποιά είναι λοιπόν η πραγματική ορμή του φασισμού, αν όχι η τάση οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης του κεφαλαίου, μια τάση που γενικεύτηκε μετά το 1914; Ο φασισμός ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να επιβληθεί αυτή η ενότητα σε χώρες – όπως η Ιταλία και η Γερμανία – όπου, ακόμα κι αν η επανάσταση είχε ξεριζωθεί, το κράτος ήταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης.

Ο Μουσσολίνι δεν ήταν κανένας Θιέρσος, καθισμένος αναπαυτικά στην εξουσία του, να διατάζει τον τακτικό στρατό να σφαγιάσει του Κομμουνάρους. Μια ουσιώδης όψη του φασισμού είναι η γέννησή του στους δρόμους, η χρήση του στοιχείου της αταξίας προκειμένου να επιβληθεί η τάξη, η κινητοποίηση της παλιάς μεσαίας τάξης που παρανοούσε υπό το βάρος της ίδιας της αποσύνθεσής της, και η αναγέννηση ενός κράτους ανίκανου να αντιμετωπίσει την κρίση του καπιταλισμού.

Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί μεθόδους κινητοποίησης της εργατικής τάξης προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού.

Επρόκειτο στ’ αλήθεια για μια κρίση του κράτους, στην μετάβαση προς μια ολοκληρωτική υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο. Στην αρχή, οι εργατικές οργανώσεις ήταν απαραίτητες προκειμένου να διαχειριστούνε την προλεταριακή απειθαρχία. Έπειτα, ο φασισμός υποχρεώθηκε να θέσει ένα οριστικό τέλος στην γενική αναταραχή. Αναταραχή που φυσικά, δεν ήταν από μόνη της επαναστατική, αλλά παρέλυε το κράτος, μπλοκάροντας τις κινήσεις του που – κατά συνέπεια – δεν μπορούσαν πλέον παρά να είναι ολοένα και πιο βίαιες. Η κρίση αυτή μπόρεσε να ξεπεραστεί επιφανειακά και μόνο προς στιγμήν: Το φασιστικό κράτος έμοιαζε αποτελεσματικό μόνον εξ όψεος, καθώς ενσωμάτωνε με τη βία την εργατική δύναμη, και ενταφίαζε τεχνητά τις συγκρούσεις προβάλλοντάς τες στον μιλιταριστικό παλικαρισμό. Ωστόσο, η κρίση ξεπεράστηκε, σχετικά πάντα, με το πολυπλόκαμο δημοκρατικό κράτος που επικράτησε στα 1945, το οποίο μπορούσε δυνητικά να μεταχειρίζεται κάθε μέθοδο του φασισμού, αλλά και νέες δικές του, καταφέρνοντας με τη σειρά του να εξουδετερώνει τις οργανώσεις των μισθωτών εργατών χωρίς να τις τσακίζει ανοιχτά. Το κοινοβούλιο έχασε σταδιακά τον έλεγχο προς όφελος της εκτελεστικής εξουσίας. Με σύγχρονες τεχνικές επιτήρησης ή με “κοινωνική πρόνοια”, κρατική υποστήριξη σε εκατομμύρια άτομα, δημιουργώντας ένα σύστημα που κάνει τον καθένα ολοένα και πιο εξαρτημένο, η κοινωνική ενοποίηση προχώρησε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να ονειρευτεί ο φασιστικός τρόμος, αλλά ο ίδιος ο φασισμός, ως συγκεκριμένο κίνημα οδηγήθηκε προς την εξαφάνιση. Ανταποκρινόταν στην -με τη βία- πειθάρχηση της μπουρζουαζίας, υπό την πίεση του κράτους, μέσα στο τότε συγκεκριμένο πλαίσιο νεοδημιουργηθέντων κρατών που αγωνίζονταν να εγκαθιδρυθούν ως έθνη.

Η μπουρζουαζία δανείστηκε ακόμα και τη λέξη “φασισμός” από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης της Ιταλίας, οι οποίες ονομάζονταν fasci (Στμ: στα λατινικά, δέσμες ξύλων σφιχτοδεμένες ώστε να μη σπάνε). Η λέξη αναφερόταν στο σύμβολο κρατικής εξουσίας στην αρχαία Ρώμη, και κυρίως στην απόπειρα συνένωσης των ανθρώπων σε ομάδες. Το μόνο πρόγραμμα του φασισμού είναι η οργάνωση, η με τη βία σύγκλιση των διαφόρων στοιχείων της κοινωνίας.

Η δικτατορία δεν είναι απλά ένα όπλο του κεφαλαίου (που το κεφάλαιο θα μπορούσε να αντικαταστήσει με άλλα, λιγότερο βάρβαρα): η δικτατορία είναι μια απ’ τις τάσεις του, μια τάση που πραγματοποιείται οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο. Μια “επιστροφή” στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως συνέβη στη Γερμανία μετά το 1945, υποδεικνύει ότι η δικτατορία είναι ανίκανη να ενσωματώσει τις μάζες στο κράτος (τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά…). Το ζήτημα τίθεται λοιπόν όχι ως ζήτημα της διασφάλισης απ’ τη δημοκρατία μιας πιο βιώσιμης εκμετάλλευσης απ’ ότι στη δικτατορία: ο καθένας θα προτιμούσε να την υφίσταται στο σουηδικό μοντέλο παρά να τον απαγάγουν οι εκτελεστές του δικτάτορα Πινοτσέτ. Όμως, είναι στο χέρι του να διαλέξει; Ακόμα και οι γλυκερές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μετατραπούν σε δικτατορίες, εάν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Το κράτος έχει μία και μόνη λειτουργία, την οποίο διεκπεραιώνει είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός απ’ τον άλλον, δε σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να αποφύγει τον άλλον όταν του χρειαστεί. Η Βαϊμάρη υποδέχθηκε τον Χίτλερ με ανοιχτές αγκάλες. Το Λαϊκό Μέτωπο του Léon Blum δεν “απέφυγε τον φασισμό” στ’ αλήθεια, καθώς στα 1936 η Γαλλία δεν είχε πραγματικά ανάγκη μιαν απολυταρχική ενοποίηση του κεφαλαίου ούτε μια συρρίκνωση της μεσαίας τάξης της.

Δεν υπάρχει πολιτική “επιλογή” την οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι προλετάριοι ή να επιβάλλουν με τη βία. Η δημοκρατία μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζει τον ίδιο τον εαυτό της γι’ αυτήν.

Η ουσία του αντιφασισμού έγκειται στην αποφυγή του φασισμού μέσω μιας υπεράσπισης της δημοκρατίας: δεν αγωνίζεται έτσι ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά προσπαθεί να πιέσει τον καπιταλισμό να αποφύγει την απολυταρχική επιλογή του. Καθώς ο σοσιαλισμός ταυτίζεται με την πλήρη δημοκρατία, και ο καπιταλισμός με μια καλπάζουσα πορεία προς τον φασισμό, ο ανταγωνισμός μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, κομμουνισμού και μισθωτής εργασίας, προλεταριάτου και κράτους, θυσιάζονται στο βωμό μιας αντιπαράθεσης δημοκρατίας και φασισμού που αναπαρίσταται ως η πεμπτουσία της επαναστατικής προοπτικής. Η επίσημη αριστερά και άκρα αριστερά, μας λέει ότι μια αυθεντική αλλαγή θα ήταν η πραγματοποίηση, τουλάχιστον, των ιδανικών του 1789, που διαρκώς προδίδονται απ’ την μπουρζουαζία. Η νέα κοινωνία; Ε, αυτή βρίσκεται ήδη εδώ, σ’ ένα βαθμό, εμβρυακό προς το παρόν, σε σπόρους που πρέπει να καλλιεργήσουμε: τα ήδη υπάρχοντα δημοκρατικά δικαιώματα που πρέπει να επεκτείνουμε ολοένα και πιο πέρα, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς βελτιώνεται, με ολοένα και μεγαλύτερες ημερήσιες δόσεις δημοκρατίας, μέχρι την επίτευξη της απόλυτης δημοκρατίας: του σοσιαλισμού.

Περιορισμένη έτσι, σε ένα είδος αντιφασιστικής αντίστασης, η κοινωνική κριτική ξέπεσε σε διθυράμβους προς κάθε τί που κάποτε χτυπούσε, κι εγκατέλειψε την παλιομοδίτικη ιδέα της επανάστασης, για χάρη μιας πολιτικής βαθμιαίων αλλαγών, μια παραλλαγή της “ειρηνικής μετάβασης προς τον σοσιαλισμό”, που άλλοτε διακήρρυταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, κερδίζοντας τον χλευασμό όσων ήθελαν πραγματικά ν’ αλλάξουν τον κόσμο, πριν το ’68. Η παλινδρόμηση είναι προφανής.

Δεν θα προσεγγίσουμε τη γελοιότητα, κατηγορώντας την αριστερά και την άκρα αριστερά για εγκατάλειψη μιας κομμουνιστικής προοπτικής για την οποία άλλωστε δε γνώριζαν παρά το πώς να της αντιτίθενται. Είναι ήδη προφανές ότι ο αντιφασισμός αποτελεί άρνηση κάθε επανάστασης. Αλλά ο αντιφασισμός αποτυγχάνει εκεί ακριβώς όπου ο ρεαλισμός του ισχυρίζεται ότι είναι αποτελεσματικός: στο να αποτρέπει μια δικτατορική μετάλλαξη της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία είναι μια φάση στην κατάκτηση της εξουσίας απ’ το κεφάλαιο, και η επέκτασή της στον 20ό αιώνα ολοκληρώνει την κυριαρχία του κεφαλαίου εντείνοντας την απομόνωση των ατόμων. Προτεινόμενη ως γιατρικό για την αποξένωση μεταξύ ατόμου και κοινότητας, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας, και μεταξύ των τάξεων, η δημοκρατία δεν κατάφερε ποτέ να λύσει τα προβλήματα της πιο διαχωρισμένης κοινωνίας στην ιστορία. Ως μορφή παντοτινά ανίκανη να διαμορφώσει το περιεχόμενό της, η δημοκρατία είναι απλά ένα μέρος του προβλήματος, του οποίου ισχυρίζεται ότι αποτελεί τη λύση. Κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι ενισχύει τους “κοινωνικούς δεσμούς”, η δημοκρατία συμβάλει στη διάλυσή τους. Κάθε φορά που σουλουπώνει τις αντιθέσεις του εμπορεύματος, το κάνει συσφίγγοντας τον κλοιό του κρατικού ελέγχου πάνω σε κάθε κοινωνική σχέση.

Ακόμα και με τους ίδιους τους δικούς τους, ηττοπαθείς όρους, οι αντιφασίστες, για να γίνουν πιστευτοί, θα πρέπει να εξηγήσουν πώς η δημοκρατία σε τοπική κλίμακα είναι συμβατή με την αποικιοποίηση του δημόσιου χώρου και το άδειασμα κάθε περιεχομένου του, από το εμπόρευμα που τον γεμίζει με τα malls του. Οφείλουν να εξηγήσουν πώς ένα πανταχού παρόν και παντοδύναμο κράτος, στο οποίο οι άνθρωποι θα απευθύνονται για ασφάλεια και στήριξη, μια τέτοια πραγματική μηχανική παραγωγής κοινωνικού “καλού”, δε θα στραφεί στο “κακό” όταν εκρηκτικές αντιθέσεις θα κάνουν απαραίτητη τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της τάξης. Ο φασισμός είναι η κολακεία του κρατικού Λεβιάθαν, του οποίου ο αντιφασισμός παρέχει τους πιο τολμηρούς απολογητές. Ο αγώνας για ένα δημοκρατικό κράτος είναι αναπόφευκτα αγώνας για την εδραίωση και σταθεροποίηση του κράτους, και μακράν του να σαμποτάρει τον ολοκληρωτισμό, ένας τέτοιος αγώνας αυξάνει τον στραγκαλιστικό εναγκαλισμό της κοινωνίας με τον κρατικό ολοκληρωτισμό.

Ρώμη: 1919-1922

Ο φασισμός θριάμβευσε σε χώρες όπου η επαναστατική έφοδος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξελίχθηκε σε μια σειρά ενόπλων εξεγέρσεων. Στην Ιταλία, ένα αξιοσημείωτο κομμάτι του προλεταριάτου, με τις δικές του μεθόδους και τους δικούς του στόχους, αντιμετώπισε ευθέως τον φασισμό. Δεν υπήρχε κάτι το συγκεκριμένα αντιφασιστικό στον αγώνα αυτόν: Ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο οδήγησε μερικούς εργάτες αλλά και το νεοϊδρυθέν ΚΚΙ (γεννημένο στο Λιβόρνο, τον Γενάρη του 1921, και καθοδηγούμενο λοιπόν απ’ τον Μπορντίγκα) να πολεμήσει τους Μελανοχίτωνες όσο και τους μπάτσους της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας [4].

Ο φασισμός είναι μοναδικός στο να παρέχει στην αντεπανάσταση μια μαζική βάση και στο να μιμείται την επανάσταση. Ο φασισμός γυρνάει το κάλεσμα στην “μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ταξικό, εμφύλιο πόλεμο” σε πραγματικό πόλεμο, ενάντια στο εργατικό κίνημα, ενώ εμφανίστηκε σαν μια αντίδραση βετεράνων του πολέμου που επέστρεφαν στην ζωή τους ως πολίτες, όπου πια δεν μετράν μία, το μόνο που τους ενώνει είναι η συλλογική βία, και η εμμονή για τσάκισμα οτιδήποτε φαντάζονται ότι αποτελεί αιτία για την μιζέρια τους: οι ανατρεπτικοί, οι εχθροί του έθνους, κλπ. Τον Ιούλιο του 1918, η φυλλάδα του Μουσσολίνι, “Il Popolo d’ Italia”, πρόσθεσε στον υπότιτλό της “η καθημερινή εφημερίδα των βετεράνων και των παραγωγών”.

Κάπως έτσι, ήδη απ’ τις απαρχές του ο φασισμός έγινε ο σύμμαχος της αστυνομίας στις αγροτικές περιοχές, κρατώντας με σφαίρες το αγροτικό προλεταριάτο καθηλωμένο, ενώ την ίδια στιγμή ανέπτυσσε την πιο φρενήρη αντικαπιταλιστική δημαγωγία. Το 1919, δεν αντιπροσώπευε τίποτα: στο Μιλάνο, στις γενικές εκλογές του Νοέμβρη, πήρε λιγότερες από 5.000 ψήφους, ενώ οι σοσιαλιστές πήραν 170.000. Ωστόσο, απαιτούσε στους λόγους του την κατάργηση της μοναρχίας, της συγκλήτου και κάθε τίτλου ευγενείας, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, τη δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, και την απαλλοτρίωση των μεγάλων γαιοκτημόνων και βιομηχάνων. Πολεμώντας ενάντια στους εργάτες, στο όνομα των “παραγωγών”, ο Μουσσολίνι τόνιζε πάντα την μνήμη της Κόκκινης Βδομάδας του 1914 (που σημαδεύτηκε από ταραχές σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα στην Αγκώνα και την Νάπολι), και εξήρε τον ρόλο των συνδικάτων στο να συνδέεουν τον εργάτη με το έθνος. Ο στόχος του φασισμού ήταν μια απολυταρχική επανίδρυση του κράτους, προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα κρατική δομή, ικανή (σε αντίθεση με τη δημοκρατία, όπως έλεγε ο Μουσσολίνι) να περιορίσει το μεγάλο κεφάλαιο και να τιθασεύσει την εμπορευματική λογική που κατακρήμνιζε τις αξίες, τους κοινωνικούς δεσμούς και την εργασία.

Παραδοσιακά, η μπουρζουαζία αρνούταν την ύπαρξη κοινωνικών αντιθέσεων. Ο φασισμός αντίθετα, τις διεκήρρυτε ανοιχτά με τη βία, αρνούμενος όμως την ύπαρξή τους μεταξύ των τάξεων και μεταθέτοντάς τες στον ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών, κλαψουρίζοντας για την μοίρα της Ιταλίας ως χώρα φτωχή, “προλεταριακό έθνος”. Ο Μουσσολίνι ήταν ταυτόχρονα ένας απαρχαιομένος θιασώτης παραδοσιακών αξιών που είχαν ήδη καταστραφεί απ’ το κεφάλαιο, και μοντερνιστής υποστηρικτής των κοινωνικών δικαιωμάτων των ανθρώπων.

Ποιός τσάκισε τους προλετάριους; Η φασιστική καταστολή ξετυλίχθηκε μετά από μια προλεταριακή ήττα που κατάφερε κατά κύριο λόγο η δημοκρατία, και τα βασικά αναχώματά της: τα κόμματα και τα συνδικάτα, που από μόνα τους μπορούν να τσακίσουν τους εργάτες με άμεσες ή έμμεσες μεθόδους. Η άνοδος του φασισμού στην εξουσία δεν ήταν αποτέλεσμα μαχών στο δρόμο. Οι ιταλοί και οι γερμανοί προλετάριοι είχαν νικηθεί πολύ νωρίτερα, τόσο με σφαίρες όσο και με ψηφοδέλτια.

Το 1919, συνασπίζοντας προϋπάρχοντα στοιχεία με κοντινούς του ανθρώπους, ο Μουσσολίνι ιδρύει τα φάσσι του. Απέναντι στα ρόπαλα και τα ρεβόλβερ, ενώ η Ιταλία εκρήγνυτο όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, η δημοκρατία έκανε έκκληση για …ψήφους, κι απ’ τις εκλογές προέκυψε τελικά μια μετριοπαθής σοσιαλιστική πλειοψηφία. Σαράντα χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά, ο Μπορντίγκα σχολίαζε:

“Η ενθουσιώδης προσέλευση στην εκλογική φιέστα του 1919 ήταν τέτοια που αφαίρεσε κάθε εμπόδιο απ’ τον δρόμο του φασισμού, ο οποίος προέλαυνε ενώ οι μάζες αποκοιμίζονταν περιμένοντας την μεγάλη εκλογική αναμέτρηση… Η νίκη, η εκλογή των 150 σοσιαλιστών βουλευτών, κατακτήθηκε με κόστος την άμπωτη του εξεγερτικού κινήματος και της γενικής πολιτικής απεργίας, και την οπισθοδρόμηση από κεκτημένα παλιότερων μαχών.”

Την εποχή των εργοστασιακών καταλήψεων του 1920, το κράτος, υπομονετικό πριν εξαπολύσει μιαν ολομέτωπη επίθεση, άφησε το προλεταριάτο να εξουθενωθεί, με τη στήριξη του CGL (του βασικού σοσιαλιστικού συνδικάτου), που οδήγησε μία μία τις απεργίες στην εξάντληση, όταν δεν τις έσπαγε ανοιχτά.

Αφεντικά και συνδικάτα εργάστηκαν μαζί για να θεσμοθετήσουν έναν “εργατικό έλεγχο” υπό την επίβλεψη του Κράτους.

Από την εμφάνιση των fasci κι έπειτα, η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια μπροστά στις λεηλασίες των φασιστών στα εργατικά κέντρα, συχνά επενέβαινε έπειτα κατάσχοντας τα όπλα που κρατούσαν για την άμυνά τους οι εργάτες, ενώ η δικαστική εξουσία επιδείκνυε την πιο γενναιόδωρη επιείκια, και ο στρατός τουλάχιστον ανεχόταν αν δε συμμετείχε κι ανοιχτά στις φασιστικές επιθέσεις.

Αυτή η ανοιχτή αν και ανεπίσημη υποστήριξη απ’ το κράτος, έγινε ημιεπίσημη με την “εγκύκλιο Bonomi”. Μετά την αποπομπή του απ’ το σοσιαλιστικό κόμμα το 1912, από τον τότε σοσιαλιστή Μουσσολίνι, για την υποστήριξη του στον ιταλικό επεκτατικό πόλεμο ενάντια στη Λιβύη, ο Ivanoe Bonomi, πέρασε από διάφορα υπουργικά πόστα, και έφτασε μέχρι επικεφαλής της κυβέρνησης του 1921-22. Η εγκύκλιός του της 20 Οκτώβρη 1921, επέτρεψε σε 60.000 απόστρατους αξιωματικούς να περάσουν στα τάγματα εφόδου του Μουσσολίνι, εξασφαλίζοντάς του τον έλεγχο της κατάστασης.

Στο μεταξύ, τί έκαναν τα κόμματα; Οι φιλελεύθεροι που συμμάχησαν με τη δεξιά, δε δίστασαν να σχηματίσουν ένα “εθνικό μπλοκ”, με τη συμμετοχή των φασιστών, για τις εκλογές του 1921. Τον Ιούνη-Ιούλη της ίδιας χρονιάς, απέναντι σ’ έναν αντίπαλο που δεν επεδείκνυε τον παραμικρό δισταγμό, το PSI (σοσιαλδημοκράτες) σύνηψε ένα μάταιο “σύμφωνο ειρήνευσης” του οποίου το μόνο συμπαγές αποτέλεσμα ήταν να αποπροσανατολίσει περαιτέρω τους εργάτες.

Αντιμέτωπη με μια προφανή πολιτική αντίδραση, η CGL διάλεξε μια α-πολιτική. Νιώθοντας ότι ο Μουσσολίνι μπορούσε να φτάσει εύκολα στην εξουσία, οι συνδικαλιστές ηγέτες ονειρεύονταν ένα σιωπηλό συμβόλαιο αμοιβαίας ανοχής με τους φασίστες, και κάλεσαν το προλεταριάτο να απέχει απ’ την αντιπαράθεση μεταξύ CP (το ιταλικό ΚΚ) και Εθνικού Φασιστικού Κόμματος.

Μέχρι τον Αύγουστο το 1922, ο φασισμός σπάνια αποκτούσε υπόσταση μακριά απ’ τις αγροτικές περιοχές, κυρίως του βορρά, όπου είχε καταφέρει να ξεριζώσει κάθε ίχνος αυτόνομου αγροτο-εργατικού συνδικαλισμού. Το 1919, οι φασίστες όντως έκαιγαν τα γραφεία της σοσιαλιστικής ημερήσιας εφημερίδας, αλλά απείχαν απ’ τον ρόλο του απεργοσπάστη που θα έπαιρναν στα 1920, ενώ ακόμα υποστήριζαν και -στα λόγια τουλάχιστον- τις εργατικές διεκδικήσεις: ο Μουσσολίνι έκανε τεράστιο κόπο να μείνει πίσω απ’ τους απεργούς και φυσικά να μην ταυτιστεί με ταραχοποιά στοιχεία, δηλαδή κομμουνιστές. Στις αστικές περιοχές, τα φάσσι σπάνια κυριαρχούσαν. Η “Πορεία προς τη Ραβέννα” του Σεπτέμβρη του 1921 δρομολογήθηκε εύκολα. Στη Ρώμη τον Νοέμβρη του 1921, μια γενική απεργία αποθάρρυνε το προγραμματισμένο φασιστικό συνέδριο που τελικά δε διεξήχθη. Τον Μάη του 1922 οι φασίστες προσπάθησαν ξανά, και σταματήθηκαν ξανά.

Το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε χωρίς πολλές αλλαγές. Μια τοπική φασιστική έφοδος, απαντιέται με μια αντεπίθεση της εργατικής τάξης, η οποία αργότερα κάμπτεται, ακολουθώντας τις εκκλήσεις για μετριοπάθεια από τις ρεφορμιστικές εργατικές οργανώσεις, καθώς η αντιδραστική πίεση μειώνεται σταδιακά: οι προλετάριοι εμπιστεύονταν στους δημοκράτες να διαλύσουν τις ένοπλες ομάδες. Η φασιστική απειλή δεν υποχωρούσε, ανασυντασσόταν και μεταφερόταν αλλού, ενώ με το πέρασμα του χρόνου καθιέρωνε τον εαυτό της απέναντι στο κράτος αυτό απ’ το οποίο οι μάζες περίμεναν να δώσει λύση. Οι προλετάριοι αναγνώρισαν πολύ πιο γρήγορα τον εχθρό στο μελανό πουκάμισο του τραμπούκου του δρόμου, παρά στην “κανονική” στολή ενός μπάτσου ή στρατιωτικού, τυλιγμένη σε μια νομιμότητα καθαγιασμένη απ’ τη συνήθεια, τον νόμο και το δικαίωμα της ψήφου. Οι εργάτες ήταν μαχητικοί, πήραν στα χέρια τους τα όπλα, και οχύρωσαν πολλές Casa di Popolo κι εργατικά κέντρα σε φρούρια, παραμένοντας ωστόσο πάντα στην άμυνα, διεξάγοντας έναν πόλεμο χαρακωμάτων, απέναντι σ’ έναν αεικίνητο αντίπαλο.

Τις αρχές του Ιούλη του 1922, η CGL, με πλειοψηφία δυο τρίτων (ενάντια σε μια μειοψηφία ενός τρίτου, των κομμουνιστών), δήλωσε την υποστήριξή της “σε κάθε κυβέρνηση που θα εγγυηθείι την αποκατάσταση των βασικών ελευθεριών”. Τον ίδιο μήνα, οι φασίστες κλιμάκωσαν πραγματικά τις απόπειρές τους να διεισδύσουν στις πόλεις του βορρά…

Την 1η Αυγούστου, η Συμμαχία της Εργασίας, που συμπεριλάμβανε το συνδικάτο των σιδηροδρομικών, τη CGL και την αναρχική USI, κάλεσε σε γενική απεργία. Παρά την ευρεία επιτυχία, η συμμαχία επίσημα ανέστειλε την απεργία στις 3 του μηνός. Σε πολλές πόλεις ωστόσο, συνεχίστηκε παίρνοντας μια εξεγερσιακή μορφή, η οποία τελικά περιορίστηκε μόνο μετά από μια συνδυασμένη απόπειρα της αστυνομίας και του στρατού, με την υποστήριξη ναυτικών κανονιών, και φυσικά, των φασιστών.

Ποιός τσάκισε την προλεταριακή ενεργητικότητα; Η γενική απεργία τσακίστηκε από το κράτος και τα φάσσι, αλλά επίσης στραγγαλίστηκε απ’ τη δημοκρατία, και η ήττα του αυτή άνοιξε τον δρόμο για μια φασιστική διέξοδο απ’ την κρίση.

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν τόσο ένα πραξικόπημα όσο μια μεταβίβαση της εξουσίας, υποστηρισσόμενη από ένα φάσμα δυνάμεων. Η “Πορεία προς τη Ρώμη” του Duce (ο ίδιος στην πραγματικότητα αρκέστηκε να πάει με το τραίνο) ήταν λιγότερο μια επίδειξη δύναμης όσο μια πράξη θεατρική: οι φασίστες υποκρίνονταν ότι επιτίθενται στο κράτος, το κράτος υποκρίθηκε ότι αμύνεται, και ο Μουσσολίνι βρέθηκε στην εξουσία. Ο κολοφώνας του, στις 24 Οκτώβρη (“Θέλουμε να γίνουμε το Κράτος!”) δεν ήταν μια απειλή εμφυλίου πολέμου, αλλά ένα σινιάλο στην άρχουσα τάξη ότι το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα αντιπροσώπευε την μόνη δύναμη που ήταν ικανή να αποκαταστήσει την κρατική εξουσία, και να διασφαλίσει την εθνική ενότητα. Ο στρατός ήταν ακόμα σε θέση να περιορίσει τις φασιστικές ομάδες που μαζεύτηκαν στη Ρώμη, οι οποίες ήταν πενιχρά εξοπλισμένες και διαβόητα κατώτερες σε στρατιωτικό επίπεδο. Το κράτος θα μπορούσε έτσι να εκτονώσει την πίεση των στασιαστών. Το παιχνίδι όμως, δεν παιζόταν σε στρατιωτικό επίπεδο. Κάτω απ’ την επιρροή του Badoglio συγκεκριμένα (του αρχιστράτηγου κατά το 1919-21), η επίσημη αρχή αυτοκαταργήθηκε. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να κυρήξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, και στις 30 ζήτησε τελικά απ’ τον Duce να σχηματίσει νέα κυβέρνηση.

Οι φιλελεύθεροι, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που ο αντιφασισμός λογαριάζει για να σταματήσουν τον φασισμό, συμμετείχαν στην νέα κυβέρνηση. Με την εξαίρεση των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών, όλα τα κόμματα προσέτρεξαν για μια επαναπροσέγγιση με τον PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα) και υπερψήφισαν τον Μουσσολίνι: το κοινοβούλιο, με μόλις 35 φασίστες βουλευτές, υποστήριξε την τελετή απονομής του Μουσσολίνι με 306 υπέρέναντι 116 κατά. Ο Giolitti ο ίδιος, αυτό το φιλελεύθερο πρότυπο της εποχής, ένας εξουσιαστικός μεταρρυθμιστής που πήρε τα ηνία του κράτους πολλές φορές πριν τον πόλεμο, κι έπειτα ξανά στα 1920-21, τον οποίο η τρέχουσα διανόηση ακόμα λιμπίζεται ως τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε ν’ αντισταθεί στον Μουσσολίνι, τον υποστήριξε ανοιχτά το 1924. Η δημοκρατία όχι μόνο παρέδοσε τα όπλα της στον δικτάτορα, αλλά και τα λείανε προτού το  κάνει με κάθε επισημότητα.

Πρόσωπο με πρόσωπο με τη θύελλα (μετά από την απόλυση 17.000 σιδηροδρομικών, την απαγόρευση και κλείσιμο των κομμουνιστικών εφημερίδων, αμέτρητες συλλήψεις, το PC πρότεινε μια γενική απεργία για τις 26 Οκτώβρη, για να λάβει την απάντηση της CGL:

“Σε μια στιγμή που τα πολιτικά πάθη έχουν ανάψει, κι όπου δυο δυνάμεις ξένες προς τον συνδικαλισμό μάχονται για την κατάκτηση της εξουσίας, η CGL αισθάνεται ότι το καθήκον της είναι να κρατήσει τους εργαζομένους σε επαγρύπνηση ενάντια στις μεθοδεύσεις των πολιτικών κομμάτων ή ομάδων που επιθυμούν να εμπλέξουν το προλεταριάτο σ’ έναν αγώνα στον οποίο θα έπρεπε να παραμείνει αδιάφορο αν θέλει να διατηρήσει την ανεξαρτησία του”.

Μπρος σε μια ολοφάνερα πολιτική αντιδραστική εξουσία, η CGL αυτοανακηρύσσεται α-πολιτική, κι ελπίζει στην ανοχή της. Σύντομα θα ταρακουνηθεί απ’ την ονειροπόλησή της. Στους μήνες που θ’ ακολουθήσουν, συνδικαλιστές, όπως των σιδηροδρομικών και των ναυτικών, θ’ αναγκαστούν να δηλώσουν την πίστη τους στο έθνος, την πατρίδα και κατά συνέπεια στο καθεστώς: η καταστολή δε θα τους χαριστεί.

Τορίνο: 1943

Αν η ιταλική δημοκρατία παρέδωσε στον φασισμό χωρίς ούτε μια μάχη, ο φασισμός κυοφόρησε εκ νέου τη δημοκρατία όταν ο ίδιος βρέθηκε ασύμβατος με τις νέες ισορροπίες κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Το κεντρικό ερώτημα μετά το 1943, όπως και στα 1919, ήταν το πώς θα τεθεί υπό έλεγχο η εργατική τάξη. Στην Ιταλία, περισσότερο απ’ ότι αλλού, το τέλος του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου επιδείκνυε την ταξική διάσταση μιας διεθνούς σύγκρουσης, η οποία δεν μπορεί ποτέ να ερμηνευτεί από μια στρατιωτική όψη και μόνο. Μια γενική απεργία που ξέσπασε στη FIAT τον Οκτώβρη του 1942. Τον Μάρτη του 1943, ένα κύμα απεργιών που τάραξε το Τορίνο και το Μιλάνο, περιλαμβάνοντας και απόπειρες δημιουργίας εργατικών συμβουλίων. Στα 1943-45, εργατικές ομάδες προέκυψαν, μερικές φορές ανεξάρτητες από το CP, και κάποιες φορές αυτοαποκαλούμενες “Μπορντιγκιστικές”, συχνά ταυτόχρονα αντιφασιστικές, κόκκινες, κι ένοπλες. Το καθεστώς δεν μπορούσε πια να διατηρήσει την κοινωνική ισορροπία, όπως ακριβώς η γερμανική συμμαχία κατέρρευσε υπό την πίεση των Αγγλο-Αμερικάνων, οι οποίοι φαίνονταν σε κάθε γωνιά ως οι αυριανοί αφέντες της Δυτικής Ευρώπης. Η αλλαγή πλευράς, σήμαινε τη συμμαχία με τον εκάστοτε διαφαινόμενο νικητή, αλλά επίσης σήμαινε τον επαναπροσανατολισμό της εργατικής ανυποταξίας και των παρτιζάνικων ομάδων σε έναν πατριωτικό στόχο με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Στις 10 Ιούλη 1943, οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία. Στις 24, ευρισκόμενος σε μειοψηφία 17 έναντι 19 στο Υψηλό Φασιστικό Συμβούλιο, ο Μουσσολίνι παραιτήθηκε. Σπάνια ένας δικτάτορας αναγκάστηκε να παραιτηθεί για μια ψήφο πλειοψηφίας.

Ο αστυνόμος Badoglio, που υπήρξε ευνοούμενος του καθεστώτος ήδη από τότε που εκδήλωσε την υποστήριξή του στην Πορεία προς τη Ρώμη, και που ήθελε να αποτρέψει, αυτό που περιέγραφε ο ίδιος ως “μια κατάρρευση του καθεστώτος εξαιτίας μιας υπερβολικής απόκλισης προς τα αριστερά”, σχημάτισε μια κυβέρνηση η οποία ήταν ακόμα φασιστική αλλά στο εξής δε συμπεριλάμβανε τον Duce, κάνοντας ανοίγματα προς τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Οι δημοκράτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, θέτοντας ως προϋπόθεση την αποχώρηση του βασιλιά. Μετά και μια δεύτερη μεταβατική κυβέρνηση, ο Badoglio σχηματίσε μια τρίτη, τον Απρίλη του 1944, που συμπεριλάμβανε τον ηγέτη του CP, Togliatti. Υπό την πίεση των Συμμάχων και του CP, οι δημοκράτες συμφώνησαν ν’ αποδεχθούν τον βασιλιά (η Δημοκρατία θα κυρρηχθεί αργότερα με δημοψήφισμα, στα 1946). Ωστόσο το όνομα του Badoglio σημαδεύθηκε από πολλές άσχημες αναμνήσεις. Τον Ιούνη, ο Bonomi, που 23 χρόνια νωρίτερα είχε δόσει εντολή στους αξιωματικούς να ενωθούν με τα φάσσι, σχημάτισε τώρα το πρώτο υπουργείο που στην πραγματικότητα απέκλεισε τους φασίστες. Έτσι ακριβώς ο Bonomi, πρώην σοσιαλιστής, πρώην πολεμοκάπηλος, πρώην υπουργός, πρώην βουλευτής του φασιστικού “εθνικού μπλοκ”, πρώην επικεφαλής της κυβέρνησης Ιούλη 1921-Φλεβάρη 1922, πρώην οτιδήποτε, έφτασε σε άλλο ένα αξίωμα, πλέον ως αντιφασίστας. Αργότερα, η κατάσταση επαναπροσανατολίσθηκε γύρω απ’ την τριμερή συμμαχία Σταλινικών, Σοσιαλιστών και Χριστιανοδημοκρατών, οι οποίοι κι έμελλε να κυβερνήσουν τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία, τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο.

Αυτό το παιχνίδι των καρεκλών, όπου σε κάθε παύση της μουσικής οι εμπλεκόμενοι τρέχουν να πιάσουν μια θέση, συνήθως ενορχηστρομένο από την ίδια ακριβώς πολιτική τάξη, υπήρξε το θεατρικό πίσω απ’ το οποίο η δημοκρατία μεταμορφωνόταν σε δικτατορία κι αντίστροφα. Οι φάσεις ισορροπίας κι ανισορροπίας μεταξύ ταξικών αναμετρήσεων επέφεραν και μια διαδοχή πολιτικών μορφών που στόχευαν στη διατήρηση της ίδιας κατάστασης, διαφορετικές μορφές με το ίδιο περιεχόμενο. Κανείς δεν ήταν πιο κατάλληλος να μιλήσει γι’ αυτό, απ’ το ισπανικό KK, όταν δήλωνε -από κυνισμό ή αφέλεια- κατά την μετάβαση από τον Φρανκισμό στη δημοκρατική μοναρχία στα μέσα του ’70:

“Η ισπανική κοινωνία θέλει να μετασχηματιστούν τα πάντα, έτσι ώστε να εξασφαλισθούν οι βασικές λειτουργίες του κράτους, χωρίς περιστροφές ή κοινωνικές αναταραχές. Η συνέχιση του κράτους απαιτεί την μη-συνέχιση του τρέχοντος καθεστώτος”.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen

Η αντεπανάσταση θριαμβεύει αναπόφευκτα στο πεδίο της επανάστασης. Μέσα απ’ την “κοινότητα του έθνους” ο Εθνικοσοσιαλισμός θα διεκύρρητε ότι έχει εξουδετερώσει τον κοινοβουλευτισμό και την αστική δημοκρατία, εναντίον των οποίων εξεγέρθηκε μετά τα 1917 το προλεταριάτο. Όμως η συντηρητική επανάσταση πήρε επίσης αρχαϊκές αντικαπιταλιστικές τάσεις (η επιστροφή στη φύση, η φυγή από τις πόλεις…) που τα εργατικά κόμματα, ακόμα και τα πιο εξτρεμιστικά, είχαν υποτιμήσει αρνούμενα να ενσωματώσουν την α-ταξική και κοινοτιστική διάσταση του προλεταριάτου, και ανίκανα να αντιληφθούν τη φύση ως οτιδήποτε άλλο από ένα εξάρτημα της βαριάς βιομηχανίας. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αυτά τα θέματα βρίσκονταν στο επίκεντρο της σκέψης του σοσιαλιστικού κινήματος, προτού ο Μαρξισμόος τα εγκαταλείψει στο όνομα της προόδου και της επιστήμης, κι έτσι επιβίωσαν μόνο στον αναρχισμό και σε μικρότερες φράξιες.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen, η εθνική κοινότητα εναντίον της ανθρώπινης κοινότητας… Το 1933 δεν ήταν η ήττα, αλλά η κατανάλωση της ήττας. Ο Ναζισμός διογκώθηκε και θριάμβευσε στο να αφοπλίσει, να καταλύσει και να κλείσει μια κοινωνική κρίση τόσο βαθυά, που ακόμα δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το μέγεθός της. Η Γερμανία, λίκνο της ευρυτερης σοσιαλδημοκρατίας στον κόσμο, ήταν ο τόπος όπου άνθισε επίσης το ισχυρότερο αντικοινοβουλευτικό, αντισυνδικαλιστικό κίνημα, ένα κίνημα που πίστευε σ’ έναν “εργατικό” κόσμο, αλλά επίσης ικανό να εγκολπώνει πολλές άλλες πράξεις εξέγερσης ενάντια στον αστισμό και τον καπιταλισμό. Η παρουσία πρωτοποριακών καλλιτεχνών στις τάξεις της “Γερμανικής Αριστεράς” δεν είναι τυχαία. Ήταν συμπτωματική μιας επίθεσης στο κεφάλαιο ως ολόκληρο “πολιτισμό” με τον τρόπο της κριτικής του Fourier. Η απώλεια της κοινότητας, η εξατομίκευση και το αγελαίο πνεύμα, η σεξουαλική φτώχεια, η οικογένεια τόσο ως στόχος της κριτικής όσο κι ως καταφύγιο, η αποξένωση απ’ τη φύση, η βιομηχανικοποιημένη διατροφή, η διόγκωση της τεχνολογικής πλαστότητας, η εργαλειοποίηση του ανθρώπου, η υπαγωγή στην πειθαρχία του χρόνου, η ολοένα και μεγαλύτερη διαμεσολάβηση κάθε κοινωνικής σχέσης απ’ το χρήμα και την τεχνολογία: όλες αυτές οι όψεις της αλλοτρίωσης πέρασαν από τα πυρά μιας διάχυτης και πολύμορφης κριτικής. Μόνο μια επιπόλαια κι εκ των υστέρων ματιά μπορεί να αναγνώσει ολόκληρην αυτήν την ζύμωση με διαύγεια, μέσα από το πρίσμα της αναπόφευκτης επαναφομοίωσης.

Η αντεπανάσταση θριάμβευσε στα 1920 μόνο θέτοντας τα θεμέλια, στη Γερμανία και στις ΗΠΑ, μιας καταναλωτικής κοινωνίας και του Φορντισμού, και τραβώντας εκατομμύρια Γερμανών, και των εργατών μαζί, στον βιομηχανικό, εμπορικοποιημένο εκσυγχρονισμό. Δέκα χρόνια εύθραυστης κυριαρχίας, όπως δείχνει κι ο παρανοϊκός υπερπληθωρισμός του 1923. Που διαδέχθηκε μια έκρηξη στην οποία όχι μόνο το προλεταριάτο αλλά κι ολόκληρη η καπιταλιστική πρακτική αναγκάστηκε να κρατήσει αποστάσεις απ’ την ιδεολογία της προόδου κι ενός ιδεώδους ολοένα αυξανόμενης κατανάλωσης αντικειμένων και σημασιών.

Ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός τέθηκε υπό αμφισβήτηση δυο φορές μέσα σε δέκα χρόνια. Μια πρώτη απ’ τους προλεταρίους, κι έπειτα απ’ το κεφάλαιο. Ο εξτρεμισμός των Ναζί, όπως και η βία τους, ήταν ανάλογα του βάθους του επαναστατικού κινήματος επί του οποίου κυριάρχησε ο Εθνικοσοσιαλισμός και την άρνηση του οποίου αποτελούσε. Όπως οι ριζοσπάστες του 1919-21, ο Ναζισμός πρότεινε κι αυτός με τη σειρά του μια κοινότητα μισθωτών εργατών, αλλά αυτή τη φορά απολυταρχική, κλειστή, εθνική, και φυλετική, και για δώδεκα χρόνια πέτυχε να μεταμορφώσει τους προλεταρίους αρχικά σε μισθωτούς εργάτες και στη συνέχεια σε στρατιώτες.

Ο Φασισμός γεννήθηκε μέσα απ’ το κεφάλαιο, αλλά από ένα κεφάλαιο που κατέστρεφε τις παλιές σχέσεις χωρίς να παράγει νέες σταθερές σχέσεις κατά το πέρασμά του στον καταναλωτισμό. Τα εμπορεύματα ήταν ανίκανα από μόνα τους να γεννήσουν μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Βερολίνο: 1919-33

Η δικτατορία έρχεται πάντα μετά την ήττα κοινωνικών κινημάτων, όταν έχουν παραλύσει και σφαγιασθεί απ’ τη δημοκρατία, τα αριστερά κόμματα και τα συνδικάτα. Στην Ιταλία, αρκετούς μήνες μετά τις τελευταίες προλεταριακές αποτυχίες από τον διορισμό του Μουσσολίνι ως επικεφαλής του κράτους. Στη Γερμανία, η συσκότιση μιας ντουζίνας ετών που προηγήθηκαν έσπασε τη συνέχεια κι έκανε την 30ή Γενάρη 1933 να μοιάζει ως ένα κατά κύριο λόγο πολιτικό ή ιδεολογικό φαινόμενο, κι όχι ως το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης κοινωνικής έκρηξης. Η λαϊκή βάση του Εθνικοσοσιαλισμού και η θανατηφόρος ενέργεια που κινητοποίησε παραμένουν μυστηριώσεις, αν αγνοεί κανείς το ζήτημα της υποταγής, της εξέγερσης, και του ελέγχου της εργασίας.

Η γερμανική ήττα του 1918 και η πτώση της αυτοκρατορίας έθεσαν σε κίνηση μια προλεταριακή επίθεση, αρκετά ικανή να ταρακουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας, αλλά όχι επαρκώς ικανή να την επαναστατικοποιήσει, φέρνοντας έτσι τη σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα στην κεντρική σκηνή, ως υπεύθυνους για την πολιτική ισορροπία. Οι ηγέτες τους αναδείχθηκαν σε ανθρώπους της τάξης, και δεν είχαν ενδοιασμούς να καλούν τα Freikorps, πλήρως φασιστικές ομάδες με πολλούς μελλοντικούς ναζί στις τάξεις τους, για να καταπιέσουν μια ριζοσπαστική εργατική μειοψηφία στο όνομα των συμφερόντων μιας ρεφορμιστικής πλειοψηφίας. Ηττημένοι αρχικά από την αστική δημοκρατία, οι κομμουνιστές ηττήθηκαν εύκολα από την εργατική δημοκρατία: τα “εργατικά συμβούλια” εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις παραδοσιακές οργανώσεις, οχι στους επαναστάτες που εύκολα στιγματίστηκαν ως αντιδημοκρατικοί.

Σ’ αυτήν την ιστορική τομή, η δημοκρατία και οι σοσιαλδημοκράτες ήταν απαραίτητοι στον γερμανικό καπιταλισμό προκειμένου να εξουδετερώσει το πνεύμα της εξέγερσης στις εκλογικές κάλπες, παραχωρώντας εκ μέρους των αφεντικών μια σειρά μεταρρυθμίσεων, και απομονώνοντας τους επαναστάτες. [5]

Μετά το 1929, απ’ την άλλη, ο καπιταλισμός είχε ανάγκη να καταστρέψει μέρος της μεσαίας τάξης, και να πειθαρχήσει τους προλεταρίους, ακόμα και την μπουρζουαζία. Το εργατικό κίνημα, υπερασπιζόμενο όπως συνήθιζε, τον πολιτικό πλουραλισμό και τα άμεσα εργατικά συμφέροντα, είχε γίνει πια εμπόδιο. Ως διαμεσολαβητές μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, οι οργανώσεις της εργατικής τάξης αναγνωρίζονταν ως τέτοιοι κι απ’ τα δυο αυτά μέρη, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσαν να μένουν ανεξάρτητες κι απ’ τους δυο αλλά κι απ’ το κράτος. Η σοσιαλδημοκρατία έχει νόημα μόνο ως μια δύναμη που αντιπαρατίθεται στην εργοδοσία και το κράτος, κι όχι ως ένα όργανό τους ενσωματωμένο. Απέβλεπε στη διαχείρηση ενός τεράστιου πολιτικού, δημοτικού, αλληλοβοηθητικού και πολιτιστικού δικτύου. Το KPD, επιπλέον, είχε στήσει ταχύτατα τη δικιά του αυτοκρατορία, μικρότερη ίσως αλλά όχι επίσης αχαννή. Όμως, καθώς το κεφάλαιο γίνεται ολοένα και πιο οργανωμένο, τείνει να συνενώνει όλες τις διαφορετικές τάσεις του, φέρνοντας ένα κρατικιστικό στοιχείο στις επιχειρήσεις, ένα αστικό στοιχείο στις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, κι ένα κοινωνικό στοιχείο στη δημόσια διοίκηση. Το βάρος του ρεφορμισμού της εργατικής τάξης, το οποίο τελικά διαπότισε το κράτος και η ύπαρξή του ως μια “αντι-κοινωνία” τον κατέστησαν ένα στοιχείο κοινωνικής συντήρησης το οποίο το κεφάλαιο έπρεπε να καταστρέψει προκειμένου να αναπτυχθεί. Υπερασπιζόμενοι την μισθωτή εργασία ως στοιχείο του κεφαλαίου, το SPD και τα συνδικάτα, έπαιξαν έναν απαραίτητο στο κεφάλαιο αντικομμουνιστικό ρόλο στα 1918-21, αλλά αυτή η ίδια τους λειτουργία αργότερα, τα οδήγησε στο να βάλουν το συμφέρον της μισθωτής εργασίας πάνω από οτιδήποτε άλλο, εις βάρος δηλαδή της προτεραιότητας που έθετε το κεφάλαιο για την ολική αναδιοργάνωσή του.

Ένα ισχυρό αστικό κράτος θα είχε προσπαθήσει ίσως να επιλύσει αυτό το πρόβλημα με αντισυνδικαλιστικές νομοθεσίες, με επανακατάληψη των “εργατικών οχυρών”, και στρέφοντας την μεσαία τάξη, στο όνομα του εκσυγχρονισμού, ενάντια στην καθυστέρηση των προλεταρίων, όπως έκανε πολύ αργότερα η Αγγλία της Θάτσερ. Μια τέτοια επίθεση προϋποθέτει όμως ότι το κεφάλαιο είναι σχετικά ενοποιημένο υπό τον έλεγχο λίγων κυρίαρχων φραξιών. Μα η γερμανική μπουρζουαζία του 1930 ήταν βαθιά διαχωρισμένη, η μεσαία τάξη είχε καταρρεύσει και το έθνος-κράτος ήταν συντετριμμένο.

Με διαπραγματεύσεις ή με τη βία, η σύγχρονη δημοκρατία αντιπροσωπεύει και συμφιλιώνει ανταγωνιστικά συμφέροντα, στο βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Ατελείωτες κοινοβουλευτικές κρίσεις και πραγματικές ή φανταστικές πραξικοπηματικές συνομωσίες (των οποίων σκηνή ήταν η Γερμανία ήδη από την πτώση του τελευταίου σοσιαλιστή καγγελάριου το 1930), σε μια δημοκρατία είναι το χαρακτηριστικό σημάδι μακροχρόνιας διαμάχης μεταξύ των κύκλων της άρχουσας τάξης. Με το ξεκίνημα της δεκαετίας του 1930, η κρίση κατέτμησε την μπουρζουαζία σε ασυμφιλίωτα κοινωνικά και γεωπολιτικά στρατόπεδα: είτε υπέρ μιας αύξουσας ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος, είτε με τον πλήρη αφανισμό του. Διεθνές εμπόριο και φιλειρηνισμός, είτε ένα αυταρχικό καθεστώς που θα θέσει τα θεμέλια μιας στρατιωτικής επέκτασης. Η λύση δε συμπεριλάμβανε αναγκαστικά έναν Χίτλερ, αλλά προϋπέθετε μια συγκέντρωση της εξουσίας και της βίας στα χέρια μιας ισχυρής κυβέρνησης. Απ’ τη στιγμή που η συμβίωση κεντρώων-ρεφορμιστών είχε δώσει ό,τι είχε να δώσει, η μόνη επιλογή που έμενε ήταν αυτή του κρατικισμού, του προτεξιονισμού και της ανοιχτής καταστολής.

Ένα πρόγραμμα αυτού του είδους θα απαιτούσε τη βίαια διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία μέσα απ’ την εξημέρωση των εργατών που η ίδια προωθούσε άλλωστε, είχε φτάσει να εξασκεί εκτεταμένη επιρροή, αν και ήταν ακόμα ανίκανη να ενοποιήσει όλη τη Γερμανία πίσω απ’ το πρόγραμμά της. Αυτή ακριβώς η ενοποίηση ήταν το κεντρικό καθήκον του ναζισμού, που στάθηκε ικανός στο να επεκτείνει την απεύθυνσή του σ’ όλες τις τάξεις, απ’ τους ανέργους μέχρι τους μεγιστάνες της βιομηχανίας, με μια δημαγωγία που ξεπερνούσε αυτή των παραδοσιακών αστών πολιτικών, κι έναν αντισημιτισμό που χρησίμευε στο να οικοδομεί τη συνοχή μέσ’ απ’ τον αποκλεισμό.

Πώς θα μπορούσαν τα κόμματα της εργατικής τάξης να σταθούν εμπόδιο σε μια τέτοια ξενοφοβική και ρατσιστική παράνοια, μετά από τόσο καιρό που υπήρξαν οι συνοδοιπόροι του εθνικισμού; Για το SPD, κάτι τέτοιο ήταν σαφές ήδη απ’ την αρχή του αιώνα, έγινε φανερό το 1914, και γράφτηκε με αίμα στη συνθήκη του 1919 με τα Freikorps, που είχαν πλαστεί στο ίδιο πολεμικό καλούπι με τα fasci.

Πέραν αυτών, οι σοσιαλιστές δεν υπήρξαν τόσο απρόσβλητοι απ’ τον αντισημιτισμό. Το βιβλίο του Abraham Berlau “Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 1914-1921 (Columbia 1949) περιγράφει πόσο πολλοί ηγέτες του SPD ή των συνδικάτων που ήλεγχε, κι ακόμα και η σοβαρή Neue Zeit, επιτίθονταν ανοιχτά εναντίον των “ξένων” (δηλαδή Πολωνών και Ρώσσων) Εβραίων. Τον Μάρτη του 1920 η αστυνομία του Βερολίνου (υπό σοσιαλιστική διοίκηση) επέδραμε στην εβραϊκή συνοικεία και έστειλε περίπου 1000 κατοίκους της σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι τελικά, αλλά το εργατικό κίνημα συμμετείχε σ’ αυτήν την εξάπλωση του αντισημιτισμού.

Το KPD, στο μέτρο που το αφορά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί απ’ το να συμμαχήσει με τους εθνικιστές ενάντια στη Γαλλική κατοχή του Ρουρ το 1923. Κανείς θεωρητικός της Κομιντέρν δε βρέθηκε να αντιταθεί στον Radek όταν δήλωνε ότι “μόνο η εργατική τάξη μπορεί να σώσει το έθνος”. Ο ηγέτης του KPD Thalheimer έκανε σαφές ότι το κόμμα θα ‘πρεπε να πολεμήσει στο πλευρό της γερμανικής μπουρζουαζίας, η οποία έπαιζε έναν “αντικειμενικά επαναστατικό ρόλο μέσω της εξωτερικής πολιτικής της”. Αργότερα, γύρω στο 1930, το KPD ζητούσε πια “Εθνική και κοινωνική απελευθέρωση” και κατηγορούσε τους φασίστες ως “προδότες του έθνους”. Οι συζητήσεις για “εθνική επανάσταση” ήταν τόσο συχνές μεταξύ των γερμανών σταλινικών, που ενέπνευσαν τον Τρότσκυ να γράψει το 1931 μια μπροσούρα ενάντια στον εθνικο-κομμουνισμό.

Τον Γενάρη του 1933, ο κύβος ερρίφθη. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η δημοκρατία της Βαϊμάρης παραδόθηκε συνειδητά στον Χίτλερ. Τόσο η δεξιά, όσο και το κέντρο έφθασαν να τον βλέπουν ως μια βιώσιμη λύση για να βγάλει τη χώρα απ’ το αδιέξοδο, ως ένα προσωρινό “μικρότερο κακό”. Το “μεγάλο κεφάλαιο”, επιφυλακτικό απέναντι σε τυχόν απρόβλεπτες αναταραχές, δεν υπήρξε ως τότε, περισσότερο γενναιόδωρο απέναντι στο NSDAP του Χίτλερ, απ’ ότι στα άλλα εθνικιστικά και δεξιά κόμματα. Μόνο μετά τον Νοέμβρη του 1932, ο Schacht, ένας έμπιστος σύμβουλος της αστικής τάξης, έπεισε τους επιχειρηματικούς κύκλους να υποστηρίξουν τον Χίτλερ (ο οποίος προς το παρόν έβλεπε την εκλογική υποστήριξή του να μειώνεται ελαφρώς), καθώς διείδε στον Χίτλερ μια δύναμη ικανή να ενοποιήσει το κράτος και την κοινωνία. Το γεγονός ότι οι μεγιστάνες της βιομηχανίας δεν κατάφεραν να προβλέψουν που θα κατέληγαν όλ’ αυτά, στον πόλεμο και την ήττα σ’ αυτόν, είναι ένα άλλο ζήτημα, όπως και να ‘χει πάντως, κάτι τέτοιο δεν τους ώθησε φυσικά στις αντιστασιακές ομάδες κατά τον πόλεμο.

Στις 30 Γενάρη 1933, ο Χίτλερ διορίσθηκε καγγελάριος με κάθε νομιμότητα από τον Hindenburg, ο οποίος είχε εκλεγεί συνταγματικά πρόεδρος ένα χρόνο νωρίτερα με την υποστήριξη των σοσιαλιστών, που είδαν σ’ αυτόν ένα αντίπαλο δέος απέναντι στον… Χίτλερ. Οι ναζί δεν ήταν παρά μια μειοψηφία στην πρώτη κυβέρνηση του ηγέτη του NSDAP.

Τις επόμενες εβδομάδες, οι μάσκες έπεσαν: Αγωνιστές της εργατικής τάξης κυνηγήθηκαν, τα γραφεία τους καταστράφηκαν, κι ένα κλίμα τρόμου επικράτησε. Στις εκλογές του Μάρτη 1933, που προκυρήχθηκαν ενάντια στην κλιμάκωση της βίας από τα τάγματα εφόδου και την αστυνομία, 288 βουλευτές του NSDAP εξελέγησαν στο Ράιχσταγκ (το KPD διατήρησε 80 και το SPD 120).

Οι αφελείς άνθρωποι μπορεί να εκπλήσσονται με την ευκολία με την οποία το κατασταλτικό σύμπλεγμα περνάει στα χέρια της δικτατορίας, όμως η κρατική μηχανή υπακούει πάντα πλήρως την αρχή που τη διευθύνει. Μήπως δεν απολάμβανε η νέα ηγεσία πλήρους νομιμοποίησης; Μήπως οι εξέχοντες νομικοί δεν έβγαζαν τα βουλεύματά τους σε συμφωνία με τις ανώτερες αρχές του κράτους; Σ’ ένα δημοκρατικό κράτος -και η Βαϊμάρη ήταν ένα τέτοιο- αν προκύψει μια σύγκρουση μεταξύ των δυο στοιχείων της αντινομίας, δεν είναι η δημοκρατία που θα βγεί κερδισμένη. Σ’ ένα κράτος “βασισμένο στην νομιμότητα”, και η Βαϊμάρη ήταν επίσης ένα τέτοιο κράτος, είναι η νομιμότητα που πρέπει να προσαρμοσθεί στο να εξυπηρετεί το κράτος, και ποτέ το αντίθετο.

Τί έκαναν αυτές τις μέρες οι δημοκράτες άραγε; Οι προσκείμενοι στη δεξιά αποδέχθηκαν πλήρως την νέα κατάσταση. Το Zentrum, το Καθολικό κόμμα του κέντρου, που είχε δει την επιρροή του να αυξάνεται στις εκλογές του Μάρτη 1933, ψήφισε υπέρ της έκτακτης απόδοσης για πέντε χρόνια κάθε εξουσίας στον Χίτλερ, απόφαση που έγινε η νομική βάση της ναζιστικής δικτατορίας.

Οι σοσιαλιστές, απ’ την μεριά τους, προσπάθησαν να αποφύγουν την μοίρα του KPD, που κυρρήχθηκε παράνομο στις 28 Φλεβάρη, μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Στις 30 Μάρτη 1933, αποχώρησαν από τη Δεύτερη Διεθνή, προκειμένου να αποδείξουν την προσήλωσή τους στο γερμανικό έθνος. Στις 17 Μάη, η κοινοβουλευτική ομάδα τους ψήφισε υπέρ της εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ.

Στις 22 Ιούνη, το SPD τελικά διαλύθηκε ως “εχθρός του λαού και του κράτους”. Λίγες βδομάδες αργότερα, το Zentrum αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί.

Τα συνδικάτα ακολούθησαν, στα χνάρια του ιταλικού CGL, ελπίζοντας να σώσουν ό,τι μπορούσαν, επιμένοντας πως είναι α-πολιτικά. Το 1932, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες διακήρρυξαν ότι είναι ανεξάρτητες από κάθε πολιτικό κόμμα και αδιάφορες για την εκάστοτε μορφή του κράτους. Αυτό φυσικά, δεν τις εμπόδισε απ’ το να φτάσουν σε μια συμφωνία με τον Schleicher, που ήταν καγγελάριος απ’ τον Νοέμβρη του 1932 μέχρι τον Γενάρη του 1933, κι ο οποίος έψαχνε για κάποια κοινωνικά ερείσματα να κάνουν πιο πιστευτή την φιλεργατική δημαγωγία του. Απ’ τη στιγμή που οι ναζί σχημάτισαν κυβέρνηση, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες πείσθηκαν ότι αν αναγνώριζαν τον εθνικοσοσιαλισμό, το καθεστώς θα τους άφηνε λίγο χώρο να υπάρξουν. Αυτή η στρατηγική εξελίχθηκε σε φάρσα, με τους συνδικαλιστές να παρελαύνουν κάτω από τη σβάστικα την πρωτομαγιά του 1933, που μετονομάστηκε σε “Φεστιβάλ της Γερμανικής Εργατιάς”. Χαμένος κόπος. Τις επόμενες μέρες, οι ναζί διέλυσαν τα συνδικάτα και συνέλαβαν τους πιο μαχητικούς συνδικαλιστές.

Όντας μαθημένη να σαλαγά τις μάζες και να μιλά στο όνομά τους, ή όταν αποτύγχανε αυτό, να τις καταστέλλει, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είχε ακόμα πολεμήσει για το έθνος στον τελευταίο πόλεμο. Οι συνδικαλιστές δεν λοιδωρούνταν για έλλειψη πατριωτισμού. Αυτό που ενοχλούσε την μπουρζουαζία δεν ήταν τόσο το αναμάσημα του παλιού προ-1914 διεθνισμού, αλλά κυρίως η ίδια η ύπαρξη των συνδικάτων, που όσο δουλικά κι αν ήταν, διατηρούσαν έναν βαθμό ανεξαρτησίας, σε μια εποχή που ακόμα κι ένα τέτοιο εργαλείο ταξικής συνεργασίας είχε καταστεί υπερβολικό έξοδο για ένα κράτος που δε θα το ήλεγχε πλήρως.

Βαρκελώνη: 1936

Στην Ιταλία και τη Γερμανία, ο φασισμός πήρε στα χέρια του το κράτος με κάθε νομιμότητα. Η δημοκρατία κεφαλαιοποιήθηκε σε δικτατορία, ή, ακόμα χειρότερα, υποδέχθηκε τη δικτατορία μ’ ανοιχτές αγκάλες. Τί έγινε όμως στην Ισπανία; Μακράν του να αποτελεί την εξαιρετική περίπτωση μιας αποφασιστικής δράσης η οποία δυστυχώς, ηττήθηκε, η Ισπανία ήταν η ακρογωνιαία περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού στην οποία η φύση του αγώνα παρέμεινε η ίδια σύγκρουση δυο μορφών καπιταλιστικής ανάπτυξης, δυο πολιτικών μορφών του καπιταλιστικού κράτους, δυο κρατικές δομές που πολέμησαν για την νομιμοποίησή τους στην ίδια χώρα.

Ένσταση! -“Οπότε, λοιπόν, ο Φράνκο και η πολιτοφυλακές της εργατικής τάξης ήταν το ίδιο πράγμα; Οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι πάμπτωχοι αγρότες που κολλεκτιβοποιούσαν τη γη ήταν ένα και τ’ αυτό;”

Πρώτ’ απ’ όλα, η αντιπαράθεση συνέβη μόνο επειδή οι εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στον φασισμό. Όλες οι αντιφάσεις του κινήματος ήταν πρόδηλες ήδη απ’ τις πρώτες βδομάδες: ένας αναντίρρητος ταξικός πόλεμος μετασχηματιζόταν σ’ έναν καπιταλιστικό εμφύλιο πόλεμο (ασφαλώς χωρίς σαφή απόδοση των ρόλων με τους οποίους οι δυο αντιμαχόμενες μπουρζουάδικες φράξιες θα ενορχήστρωναν κάθε πράξη: η ιστορία δεν είναι θεατρικό έργο) [6].

Η δυναμική μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας πλάθεται τελικά από την ανάγκη της να ενοποιήσει αυτές τις τάξεις. Όταν, όπως συνέβη στην Ισπανία, μια λαϊκή έκρηξη συνδυάζεται με την αποσύνθεση της άρχουσας τάξης, μια κοινωνική κρίση γίνεται αμέσως κρίση του κράτους. Ο Μουσσολίνι κι ο Χίτλερ θριάμβευσαν σε χώρες με ασθενικά, πρόσφατα ενοποιημένα έθνη-κράτη, με πανίσχυρες τοπικιστικές αποσχιστικές τάσεις. Στην Ισπανία, από την Αναγέννηση μέχρι τη σύγχρονη εποχή, το κράτος ήταν πάντοτε η αποικιακή ένοπλη βούληση μιας εμπορικής κοινωνίας που τελικά καταβυθίσθηκε, αποστερημένη από μια βασική προϋπόθεση της βιομηχανικής ανάπτυξης: μια αγροτική μεταρρύθμιση. Στην πραγματικότητα, η ισπανική βιομηχανοποίηση έπρεπε να σκάψει το δρόμο της μέσα από μονοπώλια, διασπάθιση κρατικού χρήματος, παρασιτισμό.

Δεν είναι εδώ ο χώρος για να επεκταθούμε στην αλλόκοτη συρραφή αμέτρητων μεταρρυθμίσεων και φιλελεύθερων αδιεξόδων, εξουσιαστικών φιλονικιών, των Καρλικών Πολέμων, της κωμικοτραγικής διαδοχής καθεστώτων και κομμάτων μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και του κύκλου εξεγέρσεων και καταστολής που ακολούθησε την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στα 1931. Πίσω απ’ όλη αυτή τη βαβούρα έδραζε η αδυναμία της ανατέλλουσας αστικής τάξης, εγκλωβισμένης καθώς ήταν μεταξύ της έχθρας της προς την ολιγαρχία των γαιοκτημόνων και της απόλυτης ανάγκης περιορισμού των αγροτικών κι εργατικών εξεγέρσεων. Το 1936, το ζήτημα της γης δεν είχε ακόμα επιλυθεί: αντίθετα με τη Γαλλία μετά το 1789, στην Ισπανία η απαλλοτρίωση και μεταπώληση της γης της Εκκλησίας στα μέσα του 19ου αιώνα, ανέδειξε ευνοημένη μια άρχουσα τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Η αναταραχή του 1936-39 δε θα έφτανε ποτέ σε τέτοια πολιτικά άκρα, περιλαμβανομένης της σχάσης του κράτους σε δυο φράξιες που θα αντιπαρατεθούν ένοπλα σ’ έναν τριετή εμφύλιο πόλεμο, χωρίς τις σεισμικές δονήσεις ενός εγκελάδου που βρισκόταν καταχωνιασμένος εδώ κι έναν τουλάχιστον αιώνα.

Η Ισπανία δεν είχε κάποιο μεγάλο κεντροαριστερό αστικό κόμμα σαν το Parti Radical που υπήρξε το κέντρο βάρους της γαλλικής πολιτικής σκηνής για πάνω από 60 χρόνια. Πριν τον Ιούλη του 1936, η ισπανική σοσιαλδημοκρατία κράτησε ένα πολύ λιγότερο μαχητικό προφίλ, σε μια χώρα όπου δεν ήταν σπάνιο η γη να καταλαμβάνεται απ’ τους εργάτες, όπου οι απεργίες ήταν άγριες κι ένοπλες, όπου οι εργαζόμενοι στα τραμ της Μαδρίτης αποπειρώνταν να διαχειριστούν αυτόνομα την επιχείρηση, κι όπου τεράστια πλήθη εφορμούσαν στις φυλακές για να ελευθερώσουν όσους μπορούσαν απ’ τους 30.000 πολιτικούς κρατουμένους. Όπως το έθεσε ένας σοσιαλιστής ηγέτης: “Οι πιθανότητες σταθεροποίησης ενός δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα μας λιγοστεύουν κάθε μέρα. Οι εκλογές δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση του εμφυλίου πολέμου” (ή μια εφησυχαστική καρικατούρα του θα μπορούσε να προσθέσει κανείς).

Το καλοκαίρι του 1936, ήταν πια κοινό μυστικό ότι ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν στον ορίζοντα. Αφού έδωσε στους στασιαστές κάθε ευκαιρία να προετοιμασθούν, το Λαϊκό Μέτωπο, εκλεγμένο τον Φλεβάρη, ήταν πρόθυμο να διαπραγματευθεί κι ίσως ακόμα να παραδοθεί. Οι πολιτικοί θα έκαναν τις δικές τους συνθηκολογήσεις με τους στασιαστές, όπως έκαναν με τη δικτατορία του Primo de Riveira (1923-31), που απολάμβανε τη στήριξη των σοσιαλιστών (ο Caballero είχε υπηρετήσει στην κυβέρνηση ως τεχνικός σύμβουλος, πριν να γίνει Υπουργός Εργασίας το 1931, κι έπειτα επικεφαλής της δημοκρατικής κυβέρνησης απ’ τον Σεπτέμβρη 1936 ως τον Μάη 1937). Μετά απ’ αυτό, ο στρατηός που υπάκουε δημοκρατικές εντολές δυο χρόνια νωρίτερα όταν συνέθλιβε την εξέγερση των Αστουριών -ο Φράνκο- πόσο κακός θα μπορούσε να είναι;

Όμως το προλεταριάτο στάθηκε όρθιο, εμπόδισε το πραξικόπημα στην μισή χώρα, και παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας. Στη δράση τους αυτή, οι εργάτες προφανώς πολεμούσαν τον φασισμό, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δρουσαν ως ααντιφασίστες, καθώς οι δράσεις τους σημάδευαν εξίσου ενάντια στον Φράνκο όσο κι ενάντια σ’ ένα δημοκρατικό κράτος που ανησυχούσε πιο πολύ για την πρωτοβουλία των μαζών παρά απ’ τη στάση των στρατιωτικών. Τρεις πρωθυπουργοί πέρασαν μέσα σ’ ένα 24ωρο πριν γίνει δεκτή η ήδη αποφασισμένη απ’ το λαό εξόπλισή του.

Γι’ ακόμα μια φορά, το ξετύλιγμα της εξέγερσης έδειξε ότι το πρόβλημα της βίας δεν είναι πρωταρχικά ένα τεχνικό πρόβλημα. Η νίκη δεν ανήκει στην πλευρά με το προβάδισμα όπλων, ή αριθμών, αλλά μάλλον σ’ αυτήν που τολμά να πάρει την πρωτοβουλία. Εκεί όπου οι εργάτες εμπιστεύθηκαν τις τύχες τους στο κράτος, το κράτος παρέμεινε παθητικό ή απλά υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα, όπως έγινε στη Σαραγόσα. Όμως όταν οι αγώνες τους ήταν συνεκτικοί και οξείς, όπως στην Μάλαγα, οι εργάτες κέρδιζαν. Όπου υστερούσαν σε σθένος, το πλήρωναν σε αίμα -20.000 νεκροί στη Σεβίλλη.

Έτσι, ο ισπανικός εμφύλιος ξεκίνησε με μια αυθεντική εξέγερση, αλλά ένας τέτοιος χαρακτηρισμός συλλήβδην είναι ατελής. Αληθεύει μόνο όσον αφορά την εναρκτήρια πράξη: μια ουσιαστική προλεταριακή ανταρσία. Αφού τσάκισαν τις δυνάμεις τις αντίδρασεις σε μια σειρά από πόλεις, οι εργάτες είχαν την εξουσία. Όμως, τί σκόπευαν να την κάνουν; Θα πρεπε άραγε να την αποδώσουν πίσω στο δημοκρατικό κράτος, ή θα πρεπε να περάσουν ίσως σε μια κομμουνιστική δικτατορία;

Δημιουργημένη αμέσως μετά την εξέγερση, η Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών συμπεριλάμβανε αντιπροσώπους από την CNT, τη FAI, την UGT (σοσιαλιστικό συνδικάτο), το POUM, το PSUC (προϊόν της πρόσφατης συνένωσης μεταξύ του ΚΚ και των Σοσιαλιστών της Καταλωνίας), και τεσσάρων αντιπροσώπων της Generalitat, της καταλανικής τοπικής κυβέρνησης. Ως μια ευθυτενής γέφυρα μεταξύ του εργατικού κινήματος και του κράτους, κι επιπλέον, προσδεδεμένη αν όχι ενσωματωμένη στο Υπουργείο Άμυνας της Generalitat, από την παρουσία μέσα της του συμβούλου του υπουργείου άμυνας, του κομμισσάριου δημοσίας τάξης κλπ. Η Κεντρική Επιτροπή των Πολιτοφυλακών σύντομα άρχισε να διαλύεται.

Ασφαλώς, καθώς απεμπολούσαν την αυτονομία τους, οι περισσότεροι προλετάριοι πίστευαν ότι, παρά τα φαινόμενα, προσδένονταν περισσότερο στην πραγματική εξουσία, ενώ απέδιδαν στους πολιτικούς και μόνο το προσωπείο της εξουσίας, το οποίο βεβαίως δεν εμπιστεύονταν και το οποίο θεωρούσαν ότι μπορούν να ελέγξουν και να προσανατολίσουν προς μια ευνοϊκή διεύθυνση. Άλλωστε, τί τα είχαν τα όπλα;

Αυτό ήταν ένα μοιραίο λάθος. Το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν ποιός έχει τα όπλα, αλλά μάλλον: τί κάνουμε με τα όπλα; 10.000 ή 100.000 προλετάριοι οπλισμένοι ως τα δόντια δεν είναι τίποτα εάν εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους σε οτιδήποτε πέραν της ίδιας της δύναμής τους ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα ή τον επόμενο χρόνο, η δύναμη της οποίας την εξουσία αναγνωρίζουν θα τους πάρει μέσ’ απ’ τα χέρια τα όπλα που απέτυχαν να στρέψουν εναντίον της.

“Στην πραγματικότητα, η μάχη στην Ισπανία μεταξύ μιας “νόμιμης” κυβέρνησης και “στασιαστικών δυνάμεων” δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια μάχη για διαφορετικά ιδανικά, όσο ένας αγώνας μεταξύ αποφασισμένων καπιταλιστικών ομάδων ενσωματωμένων στην αστική δημοκρατία κι άλλων καπιταλιστικών ομάδων… Το ισπανικό υπουργικό συμβούλιο δεν έχει καμιά διαφορά ως προς τις αρχές του από το αιμοσταγές καθεστώς Leroux που σφάγιασε χιλιάδες ισπανούς προλεταρίους το 1934… Οι ισπανοί εργάτες συνεχίζουν να καταπιέζονται με τα όπλα στα χέρια τους!” [7]

Οι εξεγερμένοι δεν επιτέθηκαν στην νόμιμη κυβέρνηση, μ’ άλλα λόγια στο κράτος ως είχε τότε, και κάθε δράση τους που ακολούθησε, έλαβε χώρα κάτω απ’ την ομπρέλα του. “Μια επανάσταση ξεκίνησε χωρίς να ξετυλιχθεί ποτέ” όπως έγραψε ο Orwell. Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο που καθόρισε την έκβαση ενός ολοένα χειροτερεύοντος ένοπλου αγώνα ενάντια στον Φράνκο, όπως επίσης και η εξάντληση και καταστροφή κι απ’ τα δυο στρατόπεδα των κολλεκτίβων και των συνεταιρισμών. Μετά το καλοκαίρι του 1936, η πραγματική εξουσία στην Ισπανία εξασκούταν από το κράτος, κι όχι από οργανώσεις, συνδικάτα, κολλεκτίβες, επιτροπές κλπ. Ακόμα κι αν ο Νιν, ο επικεφαλής του POUM, ήταν σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, “Το POUM δεν κατάφερε πουθενά να έχει την όποια επιρροή επί της αστυνομίας”, όπως παραδέχθηκε ένας υπερασπιστής του κόμματος αυτού [8]. Ενώ οι εργατικές πολιτοφυλακές ήταν πράγματι ο ανθός του δημοκρατικού στρατού και πλήρωναν βαρύ το τίμημα στα πεδία των μαχών, δεν τους έπεφτε κανένας λόγος στις αποφάσεις της ηγεσίας, που σταθερά τις ενσωμάτωνε σε τακτικές μονάδες (μια διαδικασία που είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του 1937), προτιμώντας να τις οδηγήσει στην εξόντωση παρά να ανεχθεί την αυτονομία τους. Όσον αφορά την πανίσχυρη CNT, έχασε βαθμιαία έδαφος προς όφελος ενός ΚΚ που ήταν εντελώς αδύναμο πριν τον Ιούλη 1936 (έχοντας μόλις 14 βουλευτές στην κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου, απέναντι σε 85 σοσιαλιστές), όμως το οποίο κατάφερνε να πλασάρεται ολοένα και περισσότερο ως αναπόσπαστο στοιχείο του κρατικού συμπλέγματος και να επωφελείται από το κράτος απέναντι στους ριζοσπάστες, και ιδιαίτερα απέναντι στους μαχητές της CNT. Το ερώτημα ήταν: ποιός διευθύνει την κατάσταση; και η απάντηση ήταν: το κράτος όποτε το βρίσκει απαραίτητο εξασκεί την εξουσία του, είτε ύπουλα είτε βάναυσα.

Αν η δημοκρατική αστική τάξη και οι σταλινικοί έχασαν πολύτιμο χρόνο διαλύοντας τις αγροτικές κολλεκτίβες, αφοπλίζοντας τις πολιτοφυλακές του POUM, και κυνηγώντας τροτσκιστές “σαμποτέρς” και άλλους “πράκτορες του Χίτλερ” ακόμα και τη στιγμή που ο αντιφασισμός θα ΄πρεπε να τα ρίχνει όλα στον αγώνα ενάντια στον Φράνκο, αυτό δεν ήταν τόσο από ένα αυτοκτονικό ένστικτο. Για το κράτος και το ΚΚ (το οποίο καθίστατο γοργά η ραχοκοκκαλιά του κράτους μέσα απ’ τον στρατό και την αστυνομία), αυτές οι επιχειρήσεις δεν ήταν χάσιμο χρόνου. Ο επικεφαλής του PSUC λέγεται ότι είπε: “Πριν τη Σαραγόσα, πρέπει να πάρουμε τη Βαρκελώνη”. Ο κύριος στόχος τους δεν ήταν ποτέ να τσακισθεί ο Φράνκο, αλλά να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις μάζες, γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν άλλωστε τα κράτη, και μ’ αυτόν τον τρόπο ο σταλινισμός χτίζει τη δύναμή του. Η Βαρκελώνη έπεσε από τα χέρια των προλεταρίων. Η Σαραγόσα παρέμεινε στα χέρια των φασιστών.

Βαρκελώνη: Μάης 1937

Η αστυνομία προσπάθησε να καταλάβει το τηλεφωνικό κέντρο που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο αναρχικών (και σοσιαλιστών) εργατών. Στην καταλανική μητρόπολη, καρδιά και σύμβολο της επανάστασης, οι νόμιμες αρχές δε σταματούσαν πουθενά προκειμένου να αφοπλίσουν κάθε τι που παρέμενε ζωντανό, ανεξέλεγκτο και αντι-αστικό. Η τοπική αστυνομία, επιπλέον, ήταν στα χέρια του PSUC (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικο Κόμμα Καταλωνίας – αδελφό κόμμα του ισπανικού ΚΚ). Αντιμέτωποι με μια ανοιχτά εχθρική εξουσία, οι προλετάριοι τελικά κατάλαβαν ότι η εξουσία αυτή δεν ήταν δική τους, ότι της είχαν παραχωρήσει το δώρο της εξέγερσής τους δέκα μήνες νωρίτερα, και ότι πια η εξέγερσή τους είχε στραφεί εναντίον τους. Ως αντίδραση στην αρπαγή αυτής της εξουσίας από το Κράτος, μια γενική απεργία παρέλυσε τη Βαρκελώνη. Ήταν πια αργά. Οι εργάτες είχαν ακόμη την ικανότητα να εξεγείρονται ενάντια στο Κράτος (που είχε πάρει αυτή τη φορά τη δημοκρατική του μορφή), αλλά δεν μπορούσαν πλέον να ωθήσουν τους αγώνες τους προς ένα σημείο ανοιχτής ρήξης.

Όπως πάντα, το «κοινωνικό» ζήτημα κυριάρχησε εκ των προτέρων επί του στρατιωτικού. Η νόμιμες αρχές δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τις οδομαχίες. Μέσα σε λίγες ώρες, στη θέση ενός πεδίου ανταρτοπολέμου, ενός πολέμου θέσεων, στήθηκε μια κούρσα καταλήψεων κτιρίων έναντι κτιρίων. Κυριάρχησε μια αμυντική εκεχειρία στην οποία κανείς δεν μπορούσε να νικήσει μιας και κανείς δεν επιτιθόταν. Με την ίδια την επιθετική της δυνατότητα μειωμένη, η αστυνομία δε ριψοκινδύνευε να εμπλακεί σε επιθέσεις κτιρίων που είχαν καταλάβει οι αναρχικοί. Γενικά μιλώντας η τοπική αστυνομία και το κράτος κατείχαν το κέντρο της πόλης, ενώ η CNT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας – υπό τον έλεγχο των αναρχοσυνδικαλιστών) και το POUM (μαρξιστές) κατείχαν τις εργατικές συνοικείες. Το στάτους κβο τελικά κρίθηκε με πολιτικά μέσα. Οι μάζες κατέθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις δυο οργανώσεις που δέχονταν επίθεση, ενώ οι τελευταίες, φοβισμένες πως θα έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με το κράτος, έπεισαν τους ανθρώπους να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους (αν και όχι χωρίς κάποια δυσκολία) κι έτσι υπέσκαψαν την μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τους σώσει τόσο πολιτικά όσο και «φυσικά». Αμέσως μόλις τελείωσε η απεργία, γνωρίζοντας ότι πλέον έχει το πάνω χέρι της κατάστασης, η κυβέρνηση έφερε 6.000 φρουρούς των Ταγμάτων Επίθεσης, επίλεκτο τμήμα της αστυνομίας. Από τη στιγμή που αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση των «αντιπροσωπευτικών οργανώσεων» και των μεσολαβητικών συμβουλίων του POUM και της CNT, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που είχαν νικήσει τον φασιστικό στρατό τον Ιούλη του 1936 παραδόθηκαν αμαχητί στην Δημοκρατική Αστυνομία τον Μάη του 1937.

Στο σημείο εκείνο, η καταστολή μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της. Μόνο μερικές εβδομάδες ήταν αρκετές ώστε να τεθεί εκτός νόμου το POUM, να συλληφθούν οι ηγέτες του, και να θανατωθούν είτε νόμιμα είτε όχι, και να εξαφανιστεί ο Νιν (πρόεδρος του POUM). Ένας παράλληλος αστυνομικός μηχανισμός στήθηκε κρυφά σε τοπικό επίπεδο, οργανωμένος από το NKVD (Σ.τ.μ: Narodnii Komissariat Vnoutrennikh Diél – υπηρεσία πληροφοριών της ΕΣΣΔ) και τον μυστικό σχηματισμό της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), που έδινε λογαριασμό απευθείας στην Μόσχα και μόνο. Από το σημείο εκείνο, καθένας που έδειχνε την παραμικρή αντίθεση στο Δημοκρατικό Κράτος και τον βασικό σύμμαχό του, την ΕΣΣΔ, αποκηρυσσόταν και καταδιωκόταν ως «φασίστας», καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο ένας στρατός από καλοπροαίρετες, ευγενικές ψυχές ήταν πρόθυμος να επαναλάβει την ανθρωποσφαγή, κάποιοι από άγνοια, άλλοι από προσωπικό συμφέρον, αλλά όλοι τους πεπεισμένοι πως καμιά τέτοια αποκήρυξη δεν ήταν περιττή, τη στιγμή που ο φασισμός προέλαυνε. Η λύσσα που απελευθερώθηκε απέναντι στο POUM δεν ήταν απροσδόκητη. Αντιτιθέμενο στις δίκες της Μόσχας, το POUM είχε καταδικαστεί στο να καταστραφεί από έναν Σταλινισμό που επιδόθηκε σε έναν ανελέητο παγκόσμιο αγώνα ενάντια στους αντιπάλους του, για τον έλεγχο των μαζών. Τη στιγμή εκείνη, τα περισσότερα κόμματα, σχολιαστές κι ακόμα και η Λίγκα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δε δίσταζαν να συνηγορήσουν στην ενοχή των κατηγορουμένων. Εξήντα χρόνια αργότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία καταδικάζει αυτές τις δίκες και τις βλέπει σαν ένα σημάδι του παρανοϊκού κυνηγιού της εξουσίας του Κρεμλίνου. Λες και τα σταλινικά εγκλήματα δεν είχαν καμιά σχέση με τον αντιφασισμό! Η αντιφασιστική λογική πάντοτε θα ευθυγραμμίζεται με τις πιο συμβατικές δυνάμεις και πάντοτε θα πολεμάει τις πιο ριζοσπαστικές.

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, τον Μάη του 1937, δόθηκε ένα στίγμα, αυτού που λίγους μόνο μήνες νωρίτερα, θα ήταν αδιανόητο: Ένας σοσιαλιστής πολύ δεξιότερος ακόμα κι από τον Caballero, ο Negrin, θα ηγείτο μιας κυβέρνησης η οποία θα γινόταν συνώνυμη του «νόμου και της τάξης», περιλαμβάνοντας φυσικά την καταστολή ενάντια στους εργαζομένους. Ο Orwell, ο οποίος κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του στα γεγονότα αυτά, αντιλήφθηκε ότι ο πόλεμος «για τη δημοκρατία» είχε προφανώς τελειώσει. Αυτό που έμενε ήταν ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε δυο φασισμούς, με τη διαφορά ότι ο ένας ήταν λιγότερο απάνθρωπος από τον άλλον. Ωστόσο, ο Orwell υπέκυψε στην αναγκαιότητα να αποφευχθεί ο «πιο απογυμνωμένος και ανεπτυγμένος φασισμός του Φράνκο και του Χίτλερ». Από το σημείο αυτό κι έπειτα, το μόνο ζήτημα ήταν ο αγώνας για έναν φασισμό λιγότερο άσχημο από τον αντίπαλό του…

Ο πόλεμος κατατρώει την επανάσταση

Η εξουσία δεν βρίσκεται πια στις κάννες των όπλων, όπως δε βρίσκεται ούτε στα εκλογικά παραβάν. Καμιά επανάσταση δεν είναι ειρηνική, αλλά και ποτέ η “στρατιωτική” της διάσταση δεν είναι η κεντρική. Το ζήτημα δεν είναι εάν οι προλετάριοι θα πραγματοποιήσουν τελικά το πέσιμο στα οπλοστάσια, αλλά εάν θα πραγματοποιήσουν αυτό που είναι: όντα εμπορευματοποιημένα που πια δεν μπορούν ούτε και θέλουν να υπάρχουν ως εμπορεύματα, και των οποίων η εξέγερση ξεπερνά την καπιταλιστική λογική. Τα οδοφράγματα και τα αυτόματα προκύπτουν όλα απ’ αυτό το “όπλο”. Όσο μεγαλύτερη η αλλαγή στην κοινωνική ζωή, τόσο λιγότερα όπλα θα χρειαστούν, και τόσο λιγότερες απώλειες θα υπάρξουν. Μια αυθεντικά κομμουνιστική επανάσταση δε θα μοιάζει ποτέ με ανθρωποσφαγή: όχι από υποτιθέμενα μη-βίαια ιδεώδη, αλλά επειδή η επανάσταση περισσότερο ανατρέπει (συμπεριλαμβανομένου του στρατού) παρά καταστρέφει.

Το να φανταζόμαστε ένα προλεταριακό μέτωπο απέναντι σ’ ένα αστικό μέτωπο σημαίνει ν’ αντιλαμβανόμαστε το προλεταριάτο με αστικούς όρους, στα πρότυπα μιας πολιτικής επανάστασης ή ενός πολέμου (που παίρνει την εξουσία κάποιου, καταλαμβάνει τα εδάφη του). Καθ’ αυτόν τον τρόπο, επαναφέρει κανείς στο παιχνίδι όσα το εξεγερτικό κίνημα είχε ξεπεράσει: την ιεραρχία, τον σεβασμό για τους ειδικούς, για την ειδική γνώση, για τις τεχνικές που επιλύουν τα προβλήματα, κατά κάποιο τρόπο για κάθε τι, που θα ξαλάφρωνε τον ρόλο του κοινού ανθρώπου. Στην Ισπανία, απ’ το φθινόπωρο του 1936 κι έπειτα, η επανάσταση εξελίχθηκε σε έναν πολεμικό ανταγωνισμό, και σ’ ένα είδος αναμέτρησης τυπικό των κρατών: ένας πόλεμος μετώπων. Σύντομα η “πολιτοφυλακή” της εργατικής τάξης θα εξελισσόταν σ’ έναν τυπικό “στρατό”.

Χωρισμένοι σε “ταξιαρχίες”, οι εργάτες αποχωρούσαν απ’ τη Βαρκελώνη για να νικήσουν τους φασίστες και στις άλλες πόλεις, ξεκινώντας απ’ τη Σαραγόσα. Η επέκταση της επανάστασης και σε περιοχές πέραν του δημοκρατικού ελέγχου ωστόσο, θα σήμαινε κι ότι η επανάσταση εντός των δημοκρατικών περιοχών έχει ολοκληρωθεί. Όμως ακόμα κι ο Ντουρρούτι δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι το κράτος παρέμενε παντού ανέπαφο. Καθώς η ταξιαρχία του (ένα 70% της οποίας αποτελούταν από αναρχικούς) προχωρούσε, επέκτεινε τις κολλεκτιβοποιήσεις: οι πολιτοφύλακες βοηθούσαν τους χωρικούς και έσπειραν τις επαναστατικές ιδέες. Ωστόσο, όσο κι αν δήλωνε ο Ντουρρούτι ότι “αυτές οι πολιτοφυλακές δε θα υπερασπιστούν ποτέ την μπουρζουαζία”, η αλήθεια είναι ότι δεν της επιτίθονταν κιόλας. Δυο βδομάδες πριν το θάνατό του, μίλησε στο ραδιόφωνο, στις 4 Νοέμβρη 1936, λέγοντας:

“Στο μέτωπο και στα χαρακώματα, μια ιδέα μόνο υπάρχει κι ένας σκοπός -η καταστροφή του φασισμού”.

“Καλούμε τον λαό της Καταλωνίας να σταματήσει κάθε εσωτερική διαμάχη και φιλονικία, να ξεχάσει κάθε ζήλια και κάθε πολιτική διαφορά, και να σκεφτεί τον πόλεμο και μόνον. Οι πολιτικοί δεν κάνουν άλλο απ’ τα γνωστά τους κόλπα για να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους μια άνετη ζωή. Αυτή η αμφίβολη τέχνη πρέπει ν’ αντικατασταθεί απ’ την τέχνη της εργασίας. Ο λαός της Καταλωνίας πρέπει να φανεί αντάξιος των αδελφών του που μάχονται στο μέτωπο. Αν οι εργάτες της Καταλωνίας ανέλαβαν το ύψιστο καθήκον να πολεμήσουν στα διάφορα μέτωπα, αυτοί που ζουν στις πόλεις και τα χωριά θα πρέπει επίσης να κινητοποιηθούν για να πράξουν το μερίδιό τους. Η ηρωική πολιτοφυλακή μας, έτοιμη να χάσει τη ζωή της στα πεδία των μαχών, πρέπει να είναι σίγουρη για το ποιόν έχει πίσω της. Νιώθουν ότι κανείς δε θα πρεπε να απέχει απ’ τα καθήκοντά του εξαιτίας μη καταβολής αυξήσεων στον μισθό του ή μη ελάτωσης των ωρών εργασίας. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι του μόχθου κι ιδιαίτερα αυτοί της CNT, πρέπει να είναι έτοιμοι για την μέγιστη θυσία. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα θριαμβεύσουμε κατά του φασισμου”.

“Απευθύνομαι σ’ όλες τις οργανώσεις, ζητώντας τους να θάψουνε τις συγκρούσεις και τους καυγάδες τους…”

“Η στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών επικυρώθηκε. Εάν αυτό έγινε για να μας τρομοκρατήσει, να μας επιβάλει μια σιδηρά πειθαρχία, τότε ήταν μια λανθασμένη πολιτική. Προκαλούμε αυτούς που επικύρωσαν αυτό το διάταγμα να έρθουν στο μέτωπο και να δουν με τα μάτια τους το ηθικό και την πειθαρχία μας και να τα συγκρίνουν με το ηθικό και την πειθαρχία στα μετόπισθεν. Δεν έχουμε καμμιά πρόθεση να δεχθούμε μια πειθαρχία που μας επιβάλεται ετσιθελικά. Κάνουμε το καθήκον μας. Ελάτε στο μέτωπο να δείτε την οργάνωσή μας! Αργότερα μπορούμε να έρθουμε στη Βαρκελώνη να εξετάσουμε με τη σειρά μας τη δική σας οργάνωση, την πειθαρχία και τον έλεγχό σας!”

“Δεν υπάρχει κανένα χάος στο μέτωπο, καμμιά έλλειψη πειθαρχίας. Έχουμε όλοι μας ψηλά το αίσθημα της υπευθυνότητας. Γνωρίζουμε τί μας έχετε εμπιστευθεί. Μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι. αλλά να θυμάστε ότι δεν έχουμε εγκαταλείψει τη Βαρκελώνη στα χέρια σας. Απαιτούμε υπευθυνότητα και πειθαρχία κι από την μεριά σας. Αφήστε μας να αποδείξουμε την ικανότητά μας να αποφύγουμε τη δημιουργία νέων διαφορών μετά τον πόλεμό μας ενάντια στον φασισμό. Αυτοί που επιθυμούν την ανάδειξή της δικής τους οργάνωσης ώς ισχυρότερη, δουλεύουν στη λάθος κατεύθυνση. Ενάντια στην τυραννία υπάρχει μόνο ένα μέτωπο, μια οργάνωση και μια πειθαρχία” [10]

Οι ακροατές θα πίστευαν ότι μια επανάσταση πραγματικά λαμβάνει χώρα, πολιτικά και οικονομικά, και η οποία απλώς χρειάζεται τη στρατιωτική ολοκλήρωσή της: το τσάκισμα των φασιστών. Ο Ντουρρούτι και οι σύντροφοί του ενσωμάτωναν μια ενέργεια η οποία δεν περίμενε το 1936 για την έφοδό της στο υπάρχον σκηνικό. Κι όμως, ολόκληρη η μαχητική βούληση του κόσμου αυτού δεν είναι αρκετή, όταν οι εργάτες στοχεύουν μ’ όλη τους την ενέργεια ενάντια σε μια συγκεκριμένη μορφή του κράτους, κι όχι ενάντια στο κράτος καθεαυτό. Στα μέσα του 1936, αποδεχόμενοι να διεξάγουν έναν πόλεμο χαρακωμάτων σήμαινε να παρατήσουν τα κοινωνικά και πολιτικά όπλα στα χέρια της μπουρζουαζίας που έμενε στα μετόπισθεν, κι επίσης σήμαινε να στερήσουν τη στρατιωτική δράση από την πρωταρχική ώθηση που αντλεί από ένα άλλο πεδίο, το μόνο στο οποίο το προλεταριάτο έχει το πάνω χέρι. Όπως έγραφε η “Ολλανδική Αριστερά”:

“Αν οι εργάτες πραγματικά επιθυμούν να οικοδομήσουν ένα αμυντικό μέτωπο ενάντια στους λευκούς, ο μόνος τρόπος να το κάνουν είναι να πάρουν την πολιτική εξουσία οι ίδιοι, αντί να την αφήσουν στα χέρια μιας κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου. Μ’ άλλα λόγια, η υπεράσπιση της επανάστασης είναι εφικτή μόνο μέσ’ από τη δικτατορία του προλεταριάτου, κι όχι από μια συνεργιασία όλων των αντιφασιστικών κομμάτων… Η προλεταριακή επανάσταση περιστρέφεται γύρω απ’ την καταστροφή του παλιού κρατικού μηχανισμού, και την ανάληψη των κεντρικών λειτουργιών της εξουσίας από τους ίδιους τους εργάτες”. [11]

Το καλοκαίρι του 1936, μακράν του να απολαμβάνουν μια αποφασιστική στρατιωτική υπεροχή, οι εθνικιστές δεν κατείχαν ακόμη καμιά μεγάλη πόλη. Η δύναμή τους έδραζε στην Λεγεώνα των Ξένων και στους “Μαυριτανούς” του Μαρόκκου. Το 1912, το Μαρόκκο είχε διαμοιραστεί απ’ τη Γαλλία και την Ισπανία σε δύο προτεκτοράτα, αλλά είχε από καιρό εξεγερθεί ενάντια στις αποικιακές φιλοδοξίες καί των δυο χωρών. Ο ισπανικός βασιλικός στρατός είχε ηττηθεί βαριά εκεί το 1921, κυρίως λόγω της λιποταξίας των μαροκκινής καταγωγής στρατιωτών του. Παρά τη Γαλλο-Ισπανική συνεργασία, ο Πόλεμος του Ριφ στον οποίον διακρίθηκε ένας στρατηγός ονόματι Φράνκο) τελείωσε μόνο μετά την παράδοση του Abd el-Krim, το 1926. Δέκα χρόνια αργότερα, οι διακηρύξεις άμεσης και άνευ όρων ανεξαρτησίας για το ισπανικό Μαρόκκο έφεραν απογοήτευση και οργή στα τάγματα εφόδου των αντιδραστικών. Η δημοκρατία προφανώς βρήκε μια εύκολη προσωρινή λύση, υπό την πίεση των συντηρητικών κύκλων και της Αγγλικής και Γαλλικής Δημοκρατίας, που δεν έβλεπαν μ’ ενθουσιασμό κάθε πιθανή υπαναχώρηση απ’ τις δικές τους αποικιακές αυτοκρατορίες. Την ίδια στιγμή επιπλέον, το γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο όχι μόνο αρνήθηκε να παραχωρήσει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση άξια του ονόματός του στους υπηκόους των γαλλικών αποικιών, αλλά διέλυσε και το Βορειοαφρικανικό Αστέρι, ένα προλεταριακό κίνημα στην Αλγερία.

Ο καθένας γνωρίζει ότι η πολιτική της “μη-ανάμειξης” στην Ισπανία ήταν της πλάκας. Μια βδομάδα μετά τη στρατιωτική στάση, το Λονδίνο ανακοίνωσε την αντίθεσή του σε κάθε πώληση όπλων στην τότε νόμιμη ισπανική κυβέρνηση, καθώς και την ουδετερότητά του σε περίπτωση που η Γαλλία εμπλακεί σε μια σύγκρουση. Η δημοκρατική Αγγλία έθετε έτσι τη δημοκρατία και τον φασισμό στο ίδιο επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, η Γαλλία του Blum και του Thorez έστειλε μερικά αεροπλάνα, όταν η Ιταλία και η Γερμανία έστειλαν ολόκληρα τάγματα με τα πολεμοφόδιά τους. Όσο για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ελεγχόμενες από τη Σοβιετική Ένωση και τα ΚΚ, η στρατηγική τους αξία επήλθε μ’ ένα ιδιαίτερα βαρύ τίμημα, συγκεκριμένα την εξόντωση κάθε αντιπολίτευσης στον σταλινισμό, προερχόμενης μέσα από την εργατική τάξη. Ήταν στο ξεκίνημα του 1937, μετά την πρώτη παραλαβή όπλων, που η Καταλωνία κατήργησε τον Νιν απ’ τη θέση του ως σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Σπάνια η στενή αντίληψη της ιστορίας ως μια σειρά από μάχες, πολέμους και στρατηγικές ήταν πιο άτοπη προκειμένου να εξηγήσει την πορεία ενός άμεσα “κοινωνικού” πολέμου, διαμορφωμένου καθώς ήταν από την εσωτερική δυναμική του αντιφασισμού. Ο επαναστατικός ζήλος αρχικά έσπασε την ορμή των εθνικιστών. Έπειτα οι εργάτες αποδέχθηκαν την νομιμότητα: η σύγκρουση πάγωσε και στη συνέχεια θεσμοθετήθηκε. Απ’ τον χειμώνα του 1936 κι έπειτα, οι ταξιαρχίες της πολιτοφυλακής καθηλώθηκαν στην πολιορκεία της Σαραγόσα. Το κράτος εξόπλιζε μόνο τις στρατιωτικές μονάδες που απολάμβαναν την εμπιστοσύνη του, δηλαδή αυτές που δεν απαλλοτρίωναν την μεγάλη ιδιοκτησία. Απ’ τις αρχές του 1937, στις πενιχρά εξοπλισμένες πολιτοφυλακές του POUM που μάχονταν με παλιά τυφέκια, το ρεβόλβερ ήταν ήδη πολυτέλεια. Στις πόλεις, οι πολιτοφύλακες βρίσκονταν ώμο με ώμο με τους άρτια εξοπλισμένους τακτικούς στρατιώτες. Τα μέτωπα πληθαίναν, όπως και μέσα στη Βαρκελώνη, μεταξύ προλεταρίων και μπάτσων. Η τελευταία ανάσα ήταν η νίκη των δημοκρατικών στην Μαδρίτη. Αμέσως μετά, η κυβέρνηση διέταξε τους μη-στρατολογημένους πολίτες να παραδώσουν τα όπλα τους. Το διάταγμα είχε περιορισμένα άμεσα αποτελέσματα, αλλά ήταν ενδεικτικό της αμείωτης θέλησης αφοπλισμού του πληθυσμού. Η απογοήτευση και η καχυποψία διέβρωναν το ηθικό. Ο πόλεμος περνούσε ολοένα και περισσότερο στα χέρια των ειδικών. Τελικά, η Δημοκρατία έχανε ολοένα και περισσότερο έδαφος, καθώς κάθε κοινωνικό περιεχόμενο και κάθε επαναστατική σημασία εξανεμιζόταν στο αντιφασιστικό στρατόπεδο.

Ο περιορισμός της επανάστασης σε πόλεμο, απλοποιεί και διαστρεβλώνει το κοινωνικό ζήτημα σε μια λογική κέρδους ή απώλειας, σε μια λογική επικράτησης του “ισχυρότερου”. Το ζήτημα πλέον τίθεται στο ποιός θα έχει τους πιο πειθαρχημένους στρατιώτες, τα καλύτερα οικονομικά, τους πιο ικανούς αξιωματικούς και την υποστήριξη συμμάχων των οποίων η πολιτική φύση μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία, τραβάει τελικά τη σύγκρουση μακριά απ’ την καθημερινή ζωή. Είναι μια συγκεκριμένη μορφή πολέμου που, ακόμα και μεταξύ των υποστηριχτών του από κάθε πλευρά, κανείς δε θέλει να χάσει, αν και όλοι επιθυμούν να τελειώσει. Σε αντίθεση με την επανάσταση, εκτός από την περίπτωση ήττας, ο πόλεμος δεν διαβαίνει το κατώφλι μου. Μεταμορφωμένος σε μια στρατιωτική διαμάχη, ο πόλεμος ενάντια στον Φράνκο σταμάτησε να είναι μια προσωπική δέσμευση, έχασε κάθε απτή πραγματικότητά του, κι έγινε μια κινητοποίηση από τα πάνω, όπως σε κάθε άλλη κατάσταση πολέμου. Μετά τον Γενάρη του 1937, η εθελοντική κατάταξη έκανε “κοιλιά”, και ο εμφύλιος πόλεμος, και στα δυο στρατόπεδα, έφθασε σε μια γενική υποχρεωτική στρατολόγηση. Ως αποτέλεσμα, τυχόν πολιτοφύλακες του 1936 που θα εγκατέλειπαν τις ταξιαρχίες ένα χρόνο αργότερα, αηδιασμένοι με τον πολιτικαντισμό της Δημοκρατίας, μπορούσαν να συλληφθούν και να εκτελεσθούν επί τόπου ως “λιποτάκτες”.

Σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, η στρατιωτική εξέλιξη αυτή, από μια εξέγερση σε πολιτοφυλακές κι έπειτα σε τακτικό στρατό, θυμίζει τους “αντάρτικους” πολέμους “guerrilla” ενάντια στον Ναπολέοντα (εξ ού και ο όρος guerilla από το ισπανικό guerra, ο “μικρός πόλεμος” δηλαδή), που περιράφει ο Μαρξ:

“Συγκρίνοντας τις τρεις περιόδους του guerrilla με την πολιτική ιστορία της Ισπανίας, ανακαλύπτουμε ότι αναπαριστούν και τον ανάλογο βαθμό στον οποίο το αντεπαναστατικό πνεύμα της Κυβέρνησης είχε επιτύχει να παγώσει το πνεύμα του λαού. Ξεκινώντας με την εξέγερση ολόκληρων πληθυσμών, ο παρτιζάνικος πόλεμος συνεχίστηκε στη συνέχεια από ανταρτοομάδες, που είχαν πίσω τους ολόκληρες επαρχίες για εφεδρείες, και τελείωσε με παραστρατιωτικά σώματα που βρίσκονταν πάντα με το ένα πόδι στο να κυλήσουν στην ληστεία και την πειρατεία, ή έφθιναν στο επίπεδο ταγμάτων τακτικού στρατού”. [12]

Για το 1936, όπως και για το 1808, η εξέλιξη της στρατιωτικής κατάστασης δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ή ακόμα και κατά κύριο λόγο από την τέχνη του πολέμου, αλλά προκύπτει από την ισορροπία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, και τον μετασχηματισμό τους σε μια αντεπαναστατική κατεύθυνση. Ο συμβιβασμός που επικαλούταν ο ΝΤουρρούτι, η αναγκαιότητα ενότητας με κάθε κόστος, δεν μπορούσε παρά να παραδώσει πρώτα την νίκη στο Δημοκρατικό κράτος (επί του προλεταριάτου κι έπειτα στο Φρανκικό κράτος (επί της Δημοκρατίας).

Υπήρξε στο ξεκίνημά της μια επανάσταση στην Ισπανία, που όμως γρήγορα αντιστράφηκε καθώς οι προλετάριοι, πεπεισμένοι ότι είχαν ήδη αρκετή δύναμη, εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στο κράτος σ’ έναν αγώνα ενάντια στον Φράνκο. Σ’ αυτή τη βάση, η πολυμορφία των ανατρεπτικών πρωτοβουλιών και των μέτρων που λήφθηκαν στην παραγωγή και στην καθημερινή ζωή καταδικάστηκαν απ’ το απλό και τραγικό γεγονός ότι λάμβαναν χώρα στη σκιά ενός κράτους εκτάκτου ανάγκης, το οποίο αρχικά είχε τεθεί στην αναμονή, κι έπειτα ξαναπήρε μπρος στο βωμό της αναγκαιότητας του πολέμου εναντίον του Φράνκο, ένα παράδοξο που παρέμεινε σκοτεινό για τις περισσότερες επαναστατικές ομάδες της εποχής. Προκειμένου να σταθεροποιηθεί και να επεκταθεί, οι μετασχηματισμοί χωρίς τους οποίους η επανάσταση θα γινόταν ένα άδειο κέλυφος, έπρεπε να τεθούν ανταγωνιστικά προς ένα κράτος που σαφέστατα αντιλαμβανόταν ως αντίπαλος.

Το πρόβλημα ήταν ότι, μετά τον Ιούλη του 1936, η δυαδική εξουσία υπήρχε μόνο εξ όψεος. Όχι μόνο οι θεσμοί της προλεταριακής εξουσίας που είχαν γεννηθεί από την εξέγερση, κι αυτά που αμέσως μετά προέκυψαν μέσ’ απ’ τις κοινωνικοποιήσεις, ανέχθηκαν το κράτος, αλλά παρέδωσαν και στο κράτος την αρμοδιότητα του αντιφασιστικού αγώνα, λες και ήταν έστω τακτικά αναγκαίο να περάσει μέσα από το κράτος ο αγώνας για τη συντριβή του Φράνκο. Με όρους “ρεαλισμού”, η καταφυγή στις παραδοσιακές στρατιωτικές μεθόδους που έγινε αποδεκτή από την άκρα αριστερά (περιλαμβανομένου του POUM και της CNT), στο όνομα της αποτελεσματικότητας αποδείχθηκε σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναποτελεσματική. Εξήντα χρόνια αργότερα, οι άνθρωποι ακόμα δεν το χουν λήξει. Κι όμως το δημοκρατικό κράτος είναι τόσο ακατάλληλο για να διεξάγει ένοπλο αγώνα ενάντια στον φασισμό, όσο και για να σταματήσει την ειρηνική του άνοδο στην εξουσία. Τα κράτη είναι κατά κανόνα διστακτικά απέναντι στον κοινωνικό πόλεμο και συνήθως φοβούνται παρά ενθαρρύνουν την αδελφοποίηση. Όταν στην Γουαδαλαχάρα, οι αντιφασίστες απευθύνθηκαν στους ιταλούς στρατιώτες που έστειλε ο Μουσσολίνι για να τους καταστείλουν, ως εργάτες προς εργάτες, μια ομάδα ιταλών πράγματι λιποτάκτησαν. Το επεισόδιο αυτό παρέμεινε η εξαίρεση.

Από την πολιορκεία της Μαδρίτης (Μάρτης ’37), μέχρι την τελική πτώση της Καταλωνίας (Φλεβάρης ’39), το πτώμα της ματαιωμένης επανάστασης σάπιζε στα πεδία των μαχών. Μπορεί να μιλά σήμερα έτσι κανείς για πόλεμο στην Ισπανία, αλλά όχι για επανάσταση. Πόλεμος που άνοιγε μια ολοένα και μεγαλύτερη πληγή καθώς τελούσε την κύρια λειτουργία του, που ήταν η επίλυση του τρέχοντος καπιταλιστικού προβλήματος: της εγκαθίδρυσης στην Ισπανία ενός κράτους νομιμότητας που θα κατάφερνε να αναπτύξει το εθνικό κεφάλαιο ενώ θα κρατούσε τις μάζες υπό έλεγχο. Τον Φλεβάρη του 1939, ο Σουρρεαλιστής και Τροτσκιστής (τότε) ποιητής Benjamin Péret ανέλυε την τελική πράξη της ήττας:

“Η εργατική τάξη… έχοντας χάσει απ’ τα μάτια της τους ίδιους της τους στόχους, δεν έβλεπε πια για ποιο λόγο θα πρεπε να σκοτωθεί υπερασπιζόμενη την μαφία της αστικής δημοκρατίας ενάντια στη φασιστική μαφία, σε τελική ανάλυση, υπερασπιζόμενη το Αγγλο-Γαλλικό κεφάλαιο ενάντια στον Ιταλο-Γερμανικό ιμπεριαλισμό. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε μετατραπεί ραγδαία σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο” [13]

Την ίδια χρονιά, ο Bruno Rizzi έκανε ένα παρόμοιο σχόλιο στην έκθεσή του για την “κολλεκτιβιστική γραφειοκρατία” στην ΕΣΣΔ:

“Οι παλιές δημοκρατίες παίζουν το παιχνίδι της αντιφασιστικής πολιτικής προκειμένου να νανουρίζουν τα πλήθη. Είναι αναγκασμένες να κρατούν τους προλεταρίους ήσυχους… ανά πάσα στιγμή, οι παλιές δημοκρατίες μπουκώνουν την εργατική τάξη με αντιφασισμό… Η Ισπανία μετατράπησε σ’ ένα σφαγείο από προλεταρίους όλων των εθνικοτήτων, προκειμένου να εξοντωθούν οι απείθαρχοι επαναστάτες εργάτες, και να πουληθούν τα προϊόντα της βαριάς βιομηχανίας”.

Τα δυο στρατόπεδα αναμφίβολα είχαν αρκετά διαφορετική κοινωνιολογική σύνθεση. Αν και η μπουρζουαζία ήταν παρούσα και στις δυο μεριές, η τεράστια πλειοψηφία των εργατών και των φτωχών γεωργών υποστήριζαν τη Δημοκρατία, ενώ τα παρωχημένα κι αντιδραστικά στρώματα (οι γαιοκτήμονες, οι μικρο-ιδιοκτήτες, ο κλήρος) συνασπίσθηκαν πίσω από τον Φράνκο. Αυτή η ταξική πόλωση προσέδιδε μια αύρα προοδευτισμού στο Δημοκρατικό κράτος, αλλά δεν είναι ικανή να πεί κάτι παραπάνω για την ιστορική σημασία της σύγκρουσης, όπως και τα πολλά εργατικής καταγωγής μέλη των σοσιαλιστικών ή σταλινικών κομμάτων δεν είναι αποκαλυπτικά στοιχεία για την φύση των κομμάτων αυτών: στην πραγματικότητα, καθώς είναι σχηματισμοί βάσης, είναι ικανοί να χειραγωγήσουν ή να αντιτεθούν σε κάθε προλεταριακή έφοδο. Αναλόγως, ο Δημοκρατικός στρατός διέθετε έναν μεγάλο αριθμό εργατών, αλλά σημασία έχει το για τί, με ποιόν και κάτω από ποιές εντολές πολεμούσαν αυτοι. Να θέτουμε την ερώτηση σημαίνει ταυτόχρονα να την απαντούμε, εκτός κι αν θεωρεί κανείς ότι είναι εφικτό να πολεμά την μπουρζουαζία μέσα από μια συμμαχία με την μπουρζουαζία.

“Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η υψηλότερη έκφραση του ταξικού πολέμου”, έγραφε ο Τρότσκυ στο Τα ιδανικά τους και τα δικά μας (1938). Αρκεί φυσικά να προσθέσει κανείς ότι απ’ τους “θρησκευτικούς πολέμους” μέχρι τις Ιρλανδικές ή τις ταραχές στο Λίβανο των ημερών μας, ο εμφύλιος πόλεμος είναι επίσης, και μάλιστα συχνότερα, η μορφή που παίρνει ένας αδύνατος ή κι αποτυχημένος κοινωνικός αγώνας: όταν οι ταξικές αντιφάσεις δεν μπορούν να εκδηλωθούν ως τέτοιες, ξεσπούν μέσα σε ιδεολογικά ή εθνικά πλαίσια, καθυστερώντας ακόμη περισσότερο κάθε ανθρώπινη χειραφέτηση.

Αναρχικοί στην Κυβέρνηση

Η σοσιαλδημοκρατία δε “συνθηκολόγησε” τον Αύγουστο του 1914, όπως ένας μαχητής που ρίχνει τα όπλα του: ακολούθησε την τροχιά ενός πανίσχυρου κινήματος που ήταν διεθνιστικό στη ρητορεία του, ενω στην πραγματικότητα είχε μετατραπεί σε βαθιά εθνικό, καιρό πριν. Το SPD μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την κυρίαρχη εκλογική δύναμη στη Γερμανία του 1912, όμως η ισχύς του εξαντλούταν στους σκοπούς των μεταρρυθμίσεων, μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού και σύμφωνα με τους νόμους του, που περιλάμβαναν για παράδειγμα την αποδοχή της αποικιοκρατίας, κι επίσης τον πόλεμο, που ακολούθησε όταν έμεινε πια η μόνη λύση για την αποσυμπίεση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η ενσωμάτωση του ισπανικού αναρχισμού στο κράτος το 1936 αποτελεί έκπληξη μόνο αν λησμονεί κανείς τη φύση του: η CNT ήταν ένα συνδικάτο, ένα αυθεντικό συνδικάτο αναμφίβολα, ωστόσο παρέμενε ένα συνδικάτο, και εν υπάρχει συνδικάτο που να μην είναι συνδικάτο. Η λειτουργία δίνει μορφή στο όργανο κι όχι το αντίθετο. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα αρχικά ιδεώδη του, κάθε μόνιμη οργάνωση για την υπεράσπιση των μισθωτών εργατών ως τέτοια είναι προορισμένη να μετατραπεί σε μεσολαβητή, κι εν συνεχεία σε συμφιλιωτή. Ακόμα κι αν είναι στα χέρια ριζοσπαστών, ακόμα κι αν κυνηγιέται, η  οργάνωση αυτή είναι καταδικασμένη να ξεφύγει απ’ τον άμεσο έλεγχο της βάσης της και να μετατραπεί σε όργανο διαμεσολάβησης. Ακόμα κι αν υπήρξε αναρχικό συνδικάτο, η CNT ήταν πρώτα συνδικάτο κι έπειτα αναρχικό. Υπάρχει ένα ολόκληρο σύμπαν από τον εργάτη της σειράς μέχρι τον ηγέτη που θα καθήσει να συζητήσει στο τραπέζι των αφεντικών, η CNT πάντως δεν είχε τεράστιες διαφορές από την UGT. Και οι δυο εργάζονταν για τον εκσυγχρονισμό και την ορθολογική διαχείρηση της οικονομίας: με μια λέξη, για να κοινωνικοποιήσουν τον καπιταλισμό. Υπάρχει ένα λεπτό νήμα που ενώνει τη σοσιαλιστική ψήφο υπέρ του πολέμου τον Αύγουστο του 1914, με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση των αναρχικών ηγετών, πρώτα στην Καταλωνία (Σεπτέμβρης ’36), κι έπειτα στην Ισπανική Δημοκρατία (Νοέμβρης ’36). Ήδη από το 1914, ο Μαλατέστα είχε στιγματίσει όσους απ’ τους συντρόφους του (όπως ο Κροπότκιν) αποδέχονταν τη στράτευση στο όνομα της εθνικής άμυνας “κυβερνητικούς αναρχικούς”.

Η CNT υπήρξε για πολύ καιρό ταυτόχρονα θεσμική και ανατρεπτική. Η αντίφαση αυτή έλαβε τέλος στις γενικές εκλογές του 1931, όπου η CNT παράτησε την αντικοινοβουλευτική της στάση, καλώντας της μάζες να ψηφίσουν τους Δημοκρατικούς υποψηφίους. Η αναρχική οργάνωση μετατρεπόταν σε “ένα συνδικάτο που φιλοδοξούσε να κατακτήσει την εξουσία”, το οποίο “αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε μια δικτατορία επί του προλεταριάτου”. [14]

Απ’ τον έναν συμβιβασμό στον άλλον, η CNT κατέληξε να αποκηρρύξει τον αντικρατισμό που ήταν ο βασικός λόγος ύπαρξής της, ακόμα και μετά που η Δημοκρατία και οι Ρώσσοι σύμμαχοι ή μάλλον αφέντες της, έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο τον Μάη του ’37, χωρίς να αναφέρουμε καν τα όσα ακολούθησαν, στις φυλακές και τα μυστικά κρατητήρια. Όπως το POUM, η CNT υπήρξε αποτελεσματική στο να αφοπλίσει τους προλεταρίους, να τους καλέσει να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους ενάντια στην επίσημη και τη σταλινική αστυνομία που ήταν πια έτοιμοι να τους αποτελειώσουν. Όπως το έθεσε το GIC:

“Η CNT ήταν ανάμεσα στους κύριους υπεύθυνους για το τσάκισμα της εξέγερσης. Έριξε το ηθικό του προλεταριάτου σε μια στιγμή που αυτό εφορμούσε εναντίον των δημοκρατικών αντιδραστικών” [15]

Ορισμένοι ριζοσπάστες γεύτηκαν ακόμα τη δυσάρεστη έκπληξη να ριχθούν σε μια φυλακή που διευθυνόταν από έναν παλιό αναρχικό σύντροφο, απογυμνωμένο από κάθε ουσιαστική εξουσία πάνω στο τί γινόταν μέσα στη φυλακή φυσικά. Στις βλάβες που προκάλεσε η CNT μπορεί να προστεθεί και μια απλή προσβολή, όταν ο απεσταλμένος της CNT στη Σοβιετική Ένωση για υλική βοήθεια, δεν έθεσε καν το ζήτημα των δικών της Μόσχας.

Τα πάντα για τον αντιφασιστικό αγώνα!

Τα πάντα για τις σφαίρες και τα όπλα!

Όμως ακόμη κι έτσι, κάποιοι μπορεί να διαφωνήσουν, αφού οι αναρχικοί είναι απ’ τη φύση τους απρόσβλητοι απ’ τον ιό του κρατισμού. Δεν είναι άλλωστε ο αναρχισμός η άρνηση του κράτους; Ναι μεν, αλλά…

Ορισμένοι μαρξιστές επίσης μπορούν να επικαλεστούν ολόκληρες σελίδες απ’ τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία (του Κ. Μαρξ) για την καταστροφή του κρατικού μηχανισμού, και να επαναλάβουν το χωρίο απ’ το Κράτος κι Επανάσταση όπου ο Λένιν λέει ότι μια μέρα οι μάγειρες θα διευθύνουν την κοινωνία κι όχι οι πολιτικοί. Όμως αυτοί οι ίδιοι μαρξιστές μπορούν στην πράξη να εφαρμόζουν την πιο δουλοπρεπή λατρεία του κράτους, όταν βλέπουν το κράτος ως τον φορέα της προόδου ή της ιστορικής αναγκαιότητας. Καθώς φαντάζονται το μέλλον ως μια καπιταλιστική κοινωνία χωρίς καπιταλιστές, ως έναν κόσμο που ακόμα βασίζεται στην μισθωτή εργασία αλλά αυτή τη φορά εξισωτική, εκδημοκρατισμένη και σχεδιασμένη, όλα τους οδηγούν στο να δεχθούν ένα κράτος (μεταβατικό βέβαια), και να παν στον πόλεμο για ένα κράτος που θεωρούν κακό, εναντίον ενός άλλου που τους φαίνεται χειρότερο.

Ο αναρχισμός υπερεκτιμά το κράτος, θεωρώντας την εξουσία ως τον κύριο εχθρό, ενώ την ίδια στιγμή υποτιμά τη ροπή αδράνειας του κράτους.

Το κράτος είναι ο εγγυητής, αλλά όχι ο δημιουργός των κοινωνικών σχέσεων. Αντιπροσωπεύει και ενοποιεί το κεφάλαιο, δεν είναι ούτε ο κινητήρας του ούτε η καρδιά του. Απ’ το αναντίρρητο γεγονός ότι οι ισπανικές μάζες ήταν οπλισμένες μετά τον Ιούλη του 1936, ο αναρχισμός συμπεραίνει ότι το κράτος είχε πια χάσει την υπόστασή του. Όμως η υπόσταση του κράτους δεν εδρεύει στον έναν ή τον άλλον θεσμό του, αλλά στην λειτουργία της ενοποίησης που φέρνει συνολικά εις πέρας. Το κράτος διασφαλίζει τους δεσμούς που οι άνθρωποι δεν μπορούν και δεν τολμούν να δημιουργήσουν μεταξύ τους, και δημιουργεί ένα δίκτυο υπηρεσιών, οι οποίες είναι ταυτόχρονα παρασιτικές όσο και αναγκαίες.

Το καλοκαίρι του 1936, το κρατικό σύμπλεγμα φαινόταν να παραπαίει στη Δημοκρατική Ισπανία, μιας και φυτοζωοούσε μόνο ώς ένα πιθανό πλαίσιο ικανό να μαζέψει τα συντρίμμια της καπιταλιστικής κοινωνίας και να τα επαναδιευθετήσει μια μέρα. Στο μεταξύ, συνέχιζε να υπάρχει, σε κοινωνική νάρκη. Έπειτα, κέρδισε έδαφος όταν οι σχέσεις που δημιουργήθηκαν με την εξέγερση χαλάρωσαν ή διαλύθηκαν. Αναζωογόνησε τα όργανά του, και μόλις το επέτρεψε η κατάσταση, πήρε τον έλεγχο των οργάνων αυτών που η ανατροπή είχε φέρει στην επιφάνεια και λειτουργήσει. Αυτό που έμοιαζε μ’ ένα άδειο κέλυφος, αποδείχθηκε ικανό όχι μόνο να αναγεννηθεί, αλλά και να αδειάσει τις παράλληλες μορφές εξουσίας στις οποίες η επανάσταση πίστευε ότι είχε ενσωματωθεί και να τις αποικίσει το ίδιο.

Η ύστατη δικαιολογία της CNT για τον ρόλο της συνοψίζεται στην ιδέα ότι η κυβέρνηση δεν είχε πια καμμιά εξουσία στ’ αλήθεια, καθώς το εργατικό κίνημα είχε πάρει την εξουσία εκ των πραγμάτων.

“…η κυβέρνηση έχει πάψει να είναι μια δύναμη που καταπιέζει την εργατική τάξη, με τον ίδιο τρόπο που το κράτος δεν είναι πια η οργάνωση που διαιρεί την κοινωνία σε τάξεις. Κι αν τα μέλη της CNT εργασθούν μέσα στο κράτος και την κυβέρνηση, οι άνθρωποι θα είναι ολοένα και λιγότερο καταπιεσμένοι”. [16]

Όχι λιγότερο απ’ τον μαρξισμό, ο αναρχισμός φετιχοποιεί το κράτος και το φαντάζεται να παίρνει σάρκα και οστά σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Ο Μπλανκί είχε προηγουμένως οδηγήσει τον μικρό στρατό του σε επιθέσεις εναντίον δημαρχείων ή στρατώνων, τουλάχιστον όμως χωρίς να ισχυρίζεται ποτέ ότι βασίζει τις δράσεις του στο προλεταριακό κίνημα, αλλά μόνο σε μια μειοψηφία που θα ξυπνούσε τον κόσμο. Έναν αιώνα αργότερα, η CNT δήλωνε ότι το ισπανικό κράτος είναι ένα φάντασμα σε σχέση με την απτή πραγματικότητα των “κοινωνικών οργανώσεων” (δηλαδή των πολιτοφυλακών, των συνδικάτων κλπ). Όμως, η λειτουργία του κράτους, ο λόγος ύπαρξής του, είναι να χαρτογραφεί τις ελλείψης και της αδυναμίες της “κοινωνίας” μέσω ενός συστήματος σχέσεων, δεσμών, συγκέντρωσης εξουσιών, διοίκησης, αστυνομίας, δικαιοσύνης, και στρατιωτικών δικτύων τα οποία παραμένουν σε αναμονή για καιρούς κρίσεων, περιμένοντας για τη στιγμή που ένας αστυνομικός ανακριτής θα βρει το δρόμο του μέσα στα αρχεία κάποιου κοινωνικού λειτουργού. Η επανάσταση δεν έχει Βαστίλλη να γκρεμίσει, αστυνομικό τμήμα ή θερινά ανάκτορα να “καταλάβει”: το καθήκον της είναι να καταστήσει ακίνδυνα ή να καταστρέψει τα πάντα απ’ τα οποία τέτοια μέρη αντλούν την υπόστασή τους.

Άνοδος και πτώση της κολλεκτιβοποίησης

Το βάθος και το εύρος των βιομηχανικών και αγροτικών κολλεκτιβοποιήσεων μετά τον Ιούλη του 1936 δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Ο Μαρξ υπογράμμιζε την ισπανική παράδοση λαϊκής αυτονομίας, και το χάσμα μεταξύ του λαού και του κράτους το οποίο εκδηλώθηκε στους αντι-Ναπολεονικούς πολέμους, κι έπειτα στις εξεγέρσεις του 19ου αιώνα, που αναζωογονούσαν μια πατροπαράδοτη κοινοτική αντίσταση στην εξουσία του στέμματος. Η απόλυτη μοναρχία, παρατηρούσε, δεν ανακινούσε διάφορα στρώμματα για να δημιουργήσει ένα σύγχρονο κράτος, αλλά άφηνε τις ζωτικές δυνάμεις της χώρας ανέπαφες. Ο Ναπολέων έτσι μπορούσε να βλέπει την Ισπανία ως ένα “κουφάρι,

…κι όμως, όσο νεκρό ήταν στ’ αλήθεια το ισπανικό κράτος, η ισπανική κοινωνία ήταν γεμάτη ζωή” και “αυτό που λέμε κράτος με τη σύγχρονη έννοια της λέξης είχε πραγματοποιηθεί μόνο σε ότι αφορά το στράτευμα, που έπρεπε να συμβαδίσει με την ιδιαίτερη ταραχώδη “επαρχιακή” ζωή του λαού” [17]

Στην Ισπανία του 1936, η αστική επανάσταση είχε γίνει, κι ήταν μάταιο να κάνει κανείς υποθέσεις τύπου 1917, η ακόμα χειρότερα 1848 ή 1789. Ωστόσο, αν και η μπουρζουαζία ήταν κυρίαρχη πολιτικά, και το κεφάλαιο οικονομικά, απείχαν πολλύ απ’ τη δημιουργία μιας ενοποιημένης εσωτερικής αγοράς και μιας σύγχρονης κρατικής δομής, ώστε να υπαχθεί η κοινωνία ως ολότητα, και να εξημερωθεί η τοπική ζωή με όλες τις ιδιαιτερότητές της. Για τον Μαρξ στα 1854, μια “δεσποτική” κυβέρνηση συνηπήρχε με μια έλλειψη ενότητας που έφθανε μέχρι το σημείο διαφορετικών νομισμάτων ή διαφορετικών φορολογιών ανά περιοχή: οι παρατηρήσεις του διατηρούσαν ακόμα κάποια εγκυρότητα ογδόντα χρόνια αργότερα. Το κράτος δεν ήταν ικανό ούτε να αναπτύξει τη βιομηχανία ούτε να αναλάβει αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορούσε να βγάλει απ’ τη γεωργία ούτε τα αναγκαία έσοδα για καπιταλιστική συσσώρευση, ούτε να ενοποιήσει την επαρχία, ούτε καν να κρατήσει υποταγμένους τους προλεταρίους των πόλεων και της υπαίθρου.

Ήταν λοιπόν σχεδόν φυσικό ότι η κρίση του Ιούλη 1936 θα έδινε άνθιση, στα περιθώρια της πολιτικής εξουσίας, σε ένα κοινωνικό κίνημα του οποίου οι πραγματικές εκδηλώσεις, αν και συμπεριλάμβαναν κομμουνιστικές δυνατότητες, αργότερα απορροφήθηκαν από το κράτος στο οποίο επέτρεψαν να παραμείνει αλώβητο. Οι πρώτοι μήνες μιας επανάστασης που ήδη παρήκμαζε, αλλά της οποίας η έκταση έκρυβε ακόμα την αποτυχία της, φαίνονταν σαν μια διαδικασία κατακερματισμού: κάθε περιοχή, κάθε κομμούνα, κάθε επιχείριση, κολλεκτίβα ή κοινότητα διέφευγε της κεντρικής εξουσίας χωρίς να της επιτίθεται άμεσα, και κινούσε να ζήσει διαφορετικά. Ο αναρχισμός, ακόμα και η περιφερειακή πολιτική του POUM, εκφράζουν αυτήν την ισπανική ιδιομορφία, που θα ταν λάθος να δει κανείς αποκλειστικά υπό το αρνητικό πρίσμα της “καθυστερημένης” καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ακόμα και η άμπωτη του 1937 δεν έσβησε το ζήλο εκατοντάδων χιλιάδων εργατών και χωρικών που καταλάμβαναν τη γη, τα εργοστάσια, τις γειτονιές, τα χωριά, απαλλοτριώνοντας την ιδιοκτησία και κοινωνικοποιώντας την παραγωγή με μια αυτονομία και μια αλληλεγγύη στην καθημερινή ζωή που εξέπλησσε τόσο τους παρατηρητές όσο και τους συμμετέχοντες [18]. Ο κομμουνισμός είναι επίσης η επανοικειοποίηση των συνθηκών της ίδιας της ύπαρξης.

Θλιβερό να το λέει κανείς, αλλά αν αυτές οι αμέτρητες πράξεις και καθήκοντα, ορισμένες φορές διάρκειας αρκετών ετών, αποτελούν απόδειξη (όπως, με τον δικό τους τρόπο, η ρωσσική και η γερμανική εμπειρία) ενός κομμουνιστικού κινήματος που ξαναπλάθει ολόκληρη την κοινωνία, των υπέροχων ανατρεπτικών ικανοτήτων όταν διευρύνονται, είναι επίσης αληθές πως η μοίρα τους είχε ήδη σφραγισθεί από το καλοκαίρι του 1936 κι έπειτα. Ο ισπανικός εμφύλιος απέδειξε ταυτόχρονα το επαναστατικό σθένος που δίνουν οι κοινοτικοί δεσμοί και οι μορφές που είχαν διαβρωθεί απ’ το κεφάλαιο αλλά δεν αναπαράγονταν ακόμη καθημερινά για λογαριασμό του, αλλά κι επίσης την ανικανότητά τους να φέρουν από μόνες τους την επανάσταση. Η απουσία μιας επίθεσης ενάντια στο κράτος καταδίκασε την εγκαθίδρυση διαφόρων σχέσεων σε μια αποσπασματική αυτοδιαχείριση που διατηρούσε το περιεχόμενο και συχνά ακόμα και την μορφή του καπιταλισμού, κατά κύριο λόγο το χρήμα και τον καταμερισμό των δραστηριοτήτων ανά κάθε επιχείρηση. Κάθε επιβίωση της μισθωτής εργασίας διαιωνίζει την ιεραρχία των λειτουργιών και των εσόδων.

Τα κομμουνιστικά μέτρρα θα μπορούσαν να υποσκάψουν την κοινωνική βάση και των δυο κρατών (του Δημοκρατικού και του Εθνικιστικού), μόνο μέσα από μια επίλυση του αγροτικού ζητήματος: στα 1930, περισσότερο απ’ το ήμισυ του πληθυσμού λιμοκτονούσε. Μια ανατρεπτική δύναμη προέκυψε, φέρνοντας στο προσκήνιο τα πιο καταπιεσμένα στρώματα, αυτά που ήταν πιο μακρυά απ’ την “πολιτική” (πχ οι γυναίκες), αλλά δεν κατάφερε να συνεχίσει μέχρι τέλους, ξεριζώνοντας ολόκληρο το σύστημα απ’ τα θεμέλια.

Την εποχή εκείνη, το εργατικό κίνημα αντιστοιχούσε σ’ εκείνες τις περιοχές του κόσμου που είχαν κοινωνικοποιηθεί μέσα από μια ολοκληρωτική κυριαρχία του κεφαλαίου επί της κοινωνίας, όπου ο κομμουνισμός ήταν ταυτόχρονα πιο κοντά λόγω αυτής της κοινωνικοποίησης, όσο και πιο μακρυά εξ αιτίας της διάλυσης κάθε σχέσης μέσα στην εμπορευματική μορφή. Η νέα κοινωνία, σ’ αυτές τις χώρες, γινόταν συνήθως αντιληπτή ως ένας εργατικός κόσμος, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε έναν κόσμο βιομηχανικό.

Το ισπανικό προλεταριάτο, απ’ την άλλη, συνέχισε να διαπλάθεται από μια καπιταλιστική διείσδυση στην κοινωνία που ήταν περισσότερο ποσοτική παρά ποιοτική. Από την πραγματικότητα αυτή αντλούσε τόσο τη δύναμή του όσο και την αδυναμία του, όπως μαρτυρά η παράδοση και το αίτημα αυτονομίας που αντιπροσωπεύει ο αναρχισμός.

“Στα τελευταία εκατό χρόνια, δεν υπήρξε ούτε μια εξέγερση στην Ανδαλουσία που να μην οδήγησε στη δημιουργία κομμούνων, στο μοίρασμα της γης, την κατάργηση του χρήματος και τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας… ο αναρχισμός των εργατών δεν ήταν πολύ διαφορετικός. Κι αυτοί επίσης διεκδικούσαν, πάνω απ’ όλα, τη δυνατότητα να διαχειρίζονται τη βιομηχανική τους κοινότητα ή το συνδικάτο τους αυτοί οι ίδιοι, κι έπειτα την μείωση των ωρών εργασίας και του μόχθου που απαιτούταν απ’ όλους…” [19]

Μια απ’ τις κύριες αδυναμίες ήταν η στάση απέναντι στο χρήμα. Η “κατάργηση του χρήματος” έχει νόημα μόνο όταν σημαίνει κάτι παραπάνω απ’την αντικατάσταση ενός μέσο υπολογισμού της αξίας με ένα άλλο (όπως υπήρξαν για παράδειγμα τα κουπόνια εργασίας). Όπως οι περισσότερες ριζοσπαστικές ομάδες, είτε λέγονταν μαρξιστικές είτε αναρχικές, οι ισπανοί προλετάριοι δεν είδαν το χρήμα ως την -αφαιρετική- έκφραση υπαρκτών σχέσεων, αλλά ως ένα εργαλείο μέτρησης, υπολογισμού, κι έτσι περιόρισαν τον σοσιαλισμό σε μια διαφορετική διαχείριση των ίδιων κατηγοριών και των ίδιων βασικών στοιχείων του καπιταλισμού.

Η αποτυχία των μέτρων που λήφθηκαν ενάντια στις εμπορευματικές σχέσεις δεν είχε να κάνει με την ισχύ της UGT (που ούτως ή άλλως αντιτέθηκε στις κολλεκτιβοποιήσεις) έναντι των τραπεζών. Το κλείσιμο των ιδιωτικών τραπεζών και της κεντρικής τράπεζας θέτει ένα τέλος στις εμπορευματικές σχέσεις μόνον εφόσον η παραγωγή και η ζωή οργανώνονται μ΄ έναν τρόπο που δε διαμεσολαβείται πια απ’ το εμπόρευμα, και μόνον αν μια τέτοια κοινοτική παραγωγική και ζωή σταδιακά φθάσουν να κυριαρχήσουν την ολότητα των κοινωνικών σχέσεων. Το χρήμα δεν είναι το “κακό” που πρέπει να παταχθεί από μια κατά τ’ άλλα “καλή” παραγωγή, αλλά η εκδήλωση (σήμερα ολοένα και πιο άυλη) του εμπορευματικού χαρακτήρα κάθε πλευράς της ζωής. Δεν μπορεί να εξαφανισθεί καταστρέφοντας χαρτονομίσματα, αλλά μόνον όταν η ανταλλαγή εγκαταληφθεί ως κοινωνική σχέση.

Στην πραγματικότητα, μόνο οι αγροτικές κολλεκτίβες κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα χωρίς χρήμα, κι αυτό μερικές φορές με τη βοήθεια τοπικών συναλλαγμάτων, ή κουπονιών που χρησιμοποιήθηκαν ως “εσωτερικό νόμισμα”. Μερικές φορές το χρήμα παραδόθηκε στην κολλεκτίβα. Άλλες φορές οι εργάτες έπαιρναν κάρτες ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειάς τους, κι όχι του έργου που παρήγαγαν (“στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του”). Ορισμένες φορές το χρήμα δεν έπαιζε κανέναν ρόλο: τα αγαθά μοιράζονταν. Ένα πνεύμα ισοτιμίας κυριαρχούσε, όπως επίσης και απόρριψης της “πολυτέλειας” [20]. Ωστόσο, ανίκανοι να διευρύνουν την μη-εμπορευματική παραγωγή πέρα από διάφορες αυτόνομες ζώνες, χωρίς προοπτική για παγκόσμια δράση, τα σοβιέτ, οι κολλεκτίβες και τ’ απελευθερωμένα χωριά μεταμορφώθηκαν σε προσωρινές κοινότητες κι αργά ή γρήγορα είτε θα κατέρρεαν από τα μέσα είτε θα καταστέλλονταν με τη βία απ’ τους φασίστες… ή τους Δημοκρατικούς. Στην Αραγώνα, η ταξιαρχία του σταλινικού Lister το έθεσε στις αρμοδιότητές της. Μπαίνοντας στο χωριό της Calanda, η πρώτη του πράξη ήταν να γράψει σ’ έναν τοίχο την επιγραφή: “Η κολλεκτιβοποίηση είναι κλοπή”.

Κολλεκτιβοποίηση ή κομμουνιστικοποίηση;

Ήδη από την Πρώτη Διεθνή, ο αναρχισμός αντέταξε τη συλλογική απαλλοτρίωση των παραγωγικών μέσων στον κρατισμό των σοσιαλδημοκρατών. Και τα δυο οράματα, παρόλ’ αυτά, μοιράζονται την ίδια αφετηρία: την ανάγκη για μια συλλογική διαχείριση. Το πρόβλημα είναι: διαχείριση τίνος πράγματος; Ασφαλώς, αυτό που οι σοσιαλδημοκράτες έκαναν από τα πάνω, γραφειοκρατικά, το ισπανικό προλεταριάτο εφάρμοζε στη βάση, ένοπλο, με το κάθε άτομο υπέυθυνο απέναντι στο διπλανό του, παίρνοντας έτσι τη γη και τα εργοστάσια από τα χέρια μιας μειοψηφίας που ειδικευόταν στην οργάνωση της εκμετάλλευσης των άλλων. Το αντίθετο, με λίγα λόγια, από τη συνδιαχείριση του συμβουλίου άνθρακα απ’ τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των σοσιαλιστών και των σταλινικών. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια συλλογικότητα, κι όχι το κράτος ή μια γραφειοκρατία, παίρνει την παραγωγή της υλικής ζωής της στα δικά της χέρια, δε σημαίνει από μόνο του κι ότι ξεμπερδεύει με τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ζωής αυτής.

Η μισθωτή εργασία συνεπάγεται την μεσολάβηση μιας δραστηριότητας, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, το όργωμα ενός αγρού ή το τύπωμα μιας εφημερίδας, μέσα απ’ την μορφή του χρήματος. Αυτό το χρήμα, ενώ κάνει τη διεξαγωγή της δραστηριότητας αυτής εφικτή, επεκτείνεται μέσω αυτής. Εξισώνοντας τους μισθούς, αποφασίζοντας για τα πάντα συλλογικά, κι αντικαθιστώντας το συνάλλαγμα με κουπόνια δεν ήταν ποτέ αρκετό για να ξεμπερδεύουμε οριστικά με την μισθωτή εργασία. Αυτό που στηρίζεται στο χρήμα, δεν μπορεί να υπάρξει δωρεάν, κι αργά ή γρήγορα το χρήμα θα ξαναγίνει ο αφέντης του.

Υποκαθιστώντας τον ανταγωνισμό με τον συνεταιρισμό σε τοπική βάση ήταν μια εγγυημένη συνταγή καταστροφής. Γιατί, αν και οι κολλεκτίβες όντως καταργούσαν την ιδιωτική ιδιοκτησία στο εσωτερικό τους, υψώνονταν οι ίδιες σε ξεχωριστές οντότητες, εναντίον άλλων, σε μια παγκόσμια οικονομία, κι έπειτα ως μια μεμονωμένη κολλεκτίβα αναγκασμένη να πουλά και ν’ αγοράζει, να συναλλάσσεται με τον έξω κόσμο, γινόμενη έτσι με τη σειρά της μια επιχείρηση που είτε το θέλει είτε όχι, οφείλει να παίξει σύμφωνα με τους κανόνες του τοπικού, εθνικού και διεθνούς ανταγωνισμού, είτε να εξαφανισθεί.

Μπορεί κανείς να χαμογελάσει μπροστά στο γεγονός ότι η μισή Ισπανία εξερράγη: αυτό που η καθώς πρέπει άποψη αποκαλεί “αναρχία” δεν είναι παρά μια αναγκαία συνθήκη για την επανάσταση, όπως έγραψε ο Μαρξ στην εποχή του. Όμως αυτά τα κινήματα πραγματοποίησαν την ανατρεπτική τους έκκρηξη στη βάση μιας φυγόκεντρου δύναμης. Οι ανανεωμένοι κοινοτικοί δεσμοί, οδήγησαν επίσης τον κόσμο στα χωριά του και στις συνοικείες του, λες κι αναζητούσαν ν’ ανακαλύψουν έναν χαμένο κόσμο, μια ξεπεσμένη ανθρωπιά, να αντιτάξουν τις εργατογειτονιές στην μεγαλούπολη, τις αυτοδιαχειριζόμενες κομμούνες στην χαώδη καπιταλιστική ιδιοκτησία, την ήπαιθρο του λαού στην εμπορικευμένη πόολη, με μια λέξη τους φτωχούς στους πλουσίους, το μικρό στο μεγάλο και το τοπικό στο παγκόσμιο, ξεχνώντας εντωμεταξύ ότι μια συνεταιριστική λογική δεν είναι συχνά παρά ο πιο μακρύς δρόμος για τον καπιταλισμό.

Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς την καταστροφή του κράτους. Πώς όμως; Χτυπώντας τις ένοπλες δυνάμεις του, εγκαταλείποντας τις κρατικές δομές και τις συνήθειες, βρίσκοντας νέους τρόπους διαλόγου και λήψης αποφάσεων; Όλ’ αυτά τα καθήκοντα είναι ανίκανα εάν δεν πηγαίνουν χέρι χέρι με την κοινωνικοποίηση. Δε θέλουμε “την εξουσία”, θέλουμε την εξουσία ν’ αλλάξουμε πλήρως τις ζωές μας. Σε μια ιστορική προοπτική, ποιός θα ‘θελε να φαντάζεται οι επόμενες γενιές να είναι αναγκασμένες να πληρώνουν με τους μισθούς τους για φαγητό ή στέγαση; Αν μια επανάσταση υποθέσουμε ότι είναι πρώτα πολιτική κι έπειτα κοινωνική, θα δημιουργούσε ένα σύστημα του οποίου η μόνη λειτουργία θα ήταν ο αγώνας ενάντια στους υποστηρικτές του παλιού κόσμου, δηλαδή έναν μηχανισμό καταστολής στο αρνητικό του, ένα σύστημα ελέγχου με μόνο περιεχόμενο το “πρόγραμμά” του και τη θέλησή του να πραγματοποιήσει τον κομμουνισμό την ημέρα που οι συνθήκες τελικά θα το επιτρέψουν. Έτσι μια επανάσταση ιδεολογικοποιείται κι έτσι νομιμοποιεί τη γέννηση ενός στρώματος ειδικών που αναλαμβάνουν ως αποστολή την επίβλεψη της ωρίμανσης και την προσμονή της προσδοκώμενης μέρας που δεν έρχεται ποτέ. Η ίδια η ουσία της πολιτικής δεν είναι η ικανότητα, ούτε η θέληση, για αλλαγή των πάντων: είναι της συνένωσης όσων υφίστανται ήδη διαχωρισμένα, χωρίς να προχωρά παραπέρα. Η εξουσία είναι παρούσα, διαχειρίζεται, διευθύνει, επιβλέπει, χειραγωγεί, καταστέλλει: υφίσταται.

Η πολιτική κυριαρχία (την οποία μια ολόκληρη σχολή σκέψης βλέπει ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα) προκύπτει απ’ την ανικανότητα των ανθρώπινων όντων να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να οργανώσουν τις ζωές και τη δραστηριότητά τους. Η κυριαρχία αυτή διαιωνίζεται μόνο μέσα απ’ τη ολοκληρωτική φτώχεια που χαρακτηρίζει το προλεταριάτο. Όταν ο καθένας συμμετέχει στην παραγωγή της ίδιας της ύπαρξής του, η χειραγωγική και καταπιεστική ικανότητα του κράτους παύει να είναι λειτουργική. Είναι επειδή η κοινωνία της μισθωτής εργασίας μας στερεί απ’ όλα τα μέσα της ύπαρξης, της παραγωγής και της επικοινωνίας, μη σταματώντας την άλωση κάθε χώρου που κάποτε ήταν ιδιωτικός όπως και της ίδιας της συναισθηματικής μας ζωής, που το κράτος διατηρεί την παντοδυναμία του. Η καλύτερη εγγύηση απέναντι στην επανεμφάνιση μιας νέας δομής εξουσίας πάνω μας, είναι η βαθύτερη εφικτή επανοικειοποίηση των συνθηκών της ύπαρξης, σε κάθε επίπεδο. Για παράδειγμα, ακόμα κι αν δε θέλουμε ν απαράγει ο καθένας την ενέργειά του στο υπόγειό του, μια τέτοια εξημέρωση του Λεβιάθαν προκύπτει απ’ το γεγονός ότι η ενέργεια (ας σημειωθεί ότι στην αγγλική γλώσσα η λέξη για την ηλεκτρική ενέργεια: “energy”, είναι μερικώς ταυτόσημη με τη λέξη για την εξουσία: “power”) μας καθιστά εξαρτημένους από τα βιομηχανικά συγκροτήματα που, πυρηνικά ή όχι, αναπόφευκτα παραμένουν εξωτερικά προς εμάς, και πέραν κάθε ελέγχου μας.

Το να αντιλαμβανόμαστε την καταστροφή του κράτους ως μια ένοπλη σύγκρουση με την αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις σημαίνει να ταυτίζουμε το μερικό με το όλον. Ο κομμουνισμός είναι πρώτ’ απ’ όλα δραστηριότητα, κίνηση. Ένας τρόπος να παράγουν οι άνθρωποι την κοινωνική τους ζωή και ύπαρξη με τρόπο που να παραλύει ή να απορροφά την εμφάνιση διαχωρισμένων εξουσιών.

Η εναλλακτική που προέτεινε ο Μπορντίγκα: “Θα πρεπε άραγε να πάρουμε τα εργοστάσια, ή να πάρουμε την εξουσία;” (Il Soviet, 20 Φλεβάρη 1920) μπορεί και πρέπει να ξεπερασθεί. Δε λέμε: δεν έχει σημασία ποιος διαχειρίζεται την παραγωγή, είτε ένας εξεκιουτιβ είτε ένα εργατικό συμβούλιο, επειδή αυτό που έχει σημασία είναι να έχουμε παραγωγή χωρίς ανταλλακτική αξία. Αυτό που λέμε είναι: όσο συνεχίζεται η παραγωγή για την αξία, όσο είναι διαχωρισμένη απ’ το υπόλοιπο της ζωής, όσο το ανθρώπινο είδος δεν παράγει συλλογικά τους τρόπους και τα μέσα της ύπαρξής του, όσο υπάρχει “οικονομία”, κάθε εργατικό συμβούλιο είναι καταδικασμένο να χάσει την εξουσία του σ’ έναν εξέκιουτιβ. Εδώ διακρινόμαστε τόσο απ’ τους “συμβουλιακούς” όσο κι απ’ του μπορντιγκιστές κομμουνιστές, κι εδώ μπορεί να μας αποκαλούν μπορντιγκιστές οι πρώτοι, και συμβουλιακούς οι δεύτεροι.

Αφήνοντας τον 20ό αιώνα;

Η ισπανική αποτυχία του 1936-37 είναι συμμετρική προς την ρωσσική αποτυχία του 1917-21. Οι ρώσσοι εργάτες ενώ βρέθηκαν ικανοί να πάρουν την εξουσία, δεν μπόρεσαν να τη χρησιμοποιήσουν για μια κομμουνιστική κοινωνική αλλαγή. Η οπισθοδρομικότητα, η οικονομική καταστροφή και η διεθνής απομόνωση, από μόνα τους δεν μπορούν να εξηγήσουν την ήττα. Η προοπτική που έθεσε ο Μαρξ, ενδεχομένως εφαρμόσιμη μ’ έναν διαφορετικό τρόπο μετά το 1917, της αναγέννησης σε μια νέα μορφή των κοινοτικών αγροτικών δομών, ήταν για την εποχή εκείνη αδιανόητη. Κι ας παραμερίσουμε εδώ τη λατρεία του Λένιν για τον Ταιηλορισμό, και τη δικαιολόγηση του Τρότσκυ στη στρατιωτικοποιημένη εργασία, για όλους σχεδόν τους Μπολσεβίκους και για τη πλειοψηφία της Τρίτης Διεθνούς, μαζί και της Κομμουνιστικής Αριστεράς, σοσιαλισμός σήμαινε κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού συν σοβιέτ, ενώ η γεωργία του μέλλοντος φάνταζε πιο πολύ σα δημοκρατικά διαχειριζόμενα μεγάλα υποστατικά. Η -τεράστια- διαφορά μεταξύ της γερμανικής κι ολλανδικής Αριστεράς και της Κομιντέρν, ήταν ότι οι πρώτοι εννοούσαν τα σοβιέτ και την εργατική δημοκρατία στα σοβαρά, ενώ οι ρώσσοι κομμουνιστές, όπως απέδειξαν τα έργα τους, δεν έβλεπαν σ’ αυτά παρά μορφές τακτικών ελιγμών.

Οι Μπολσεβίκοι είναι η καλύτερη απεικόνιση του τί συμβαίνει σε μια εξουσία που δεν τίποτ’ άλλλο από μια εξουσία, και που πρέπει να κρατηθεί απ’ τις συνθήκες χωρίς να τις μεταβάλλει ιδιαίτερα.

Αυτό που ξεχωρίζει τις μεταρρυθμίσεις, τον ρεφορμισμό απ’ την επανάσταση, δεν είναι ότι η επανάσταση είναι βίαια, αλλά ότι συνδέει την εξέγερση με την κοινωνικοποίηση. Ο ρωσσικός εμφύλιος πόλεμος κερδήθηκε στα 1919, αλλά σφράγισε το τέλος της επανάστασης, καθώς η νίκη επί των λευκών επετεύχθη χωρίς να κοινωνικοποιηθεί η κοινωνία, και κατέληξε σε μια νέα κρατική εξουσία. Στο έργο του του 1939 Μαύρος φασισμός, Κόκκινος Φασισμός, ο Otto Rühle έδειξε πώς η Γαλλική Επανάσταση έδωσε φως σε μια στρατιωτική δομή και μια στρατηγική προσαρμοσμένη στα τρέχοντα κοινωνικά πλαίσια. Ένωσε την μπουρζουαζία με τον λαό, ενώ η ρωσσική επανάσταση απέτυχε να δημιουργήσει έναν στρατό βασισμένο σε προλεταριακές αρχές. Ο Κόκκινος Στρατός που νίκησε η Πολωνία στα 1920 δεν είχε καμμιά επαναστατική σημασία. Ήδη απ’ τα μέσα του 1918, ο Τρότσκυ συνόψισε το πνεύμα σε τρεις λέξεις: “Δουλειά, πειθαρχία, τάξη”.

Πολύ λογικά και, τουλάχιστον αρχικά, με πλήρη καλή πίστη, το σοβιετικό κράτος επιδίωξε να διασφαλίσει την ίδια την ύπαρξή του με κάθε κόστος, πρώτα ενώπιον μιας προοπτικής παγκόσμιας επανάστασης, κι έπειτα για τον εαυτό του, με την απόλυτη αναγκαιότητα να πηγαίνει στη διατήρηση της ενότητας μιας κοινωνίας που κατέρρεε. Αυτό εξηγεί, απ’ την μια, τις παραχωρήσεις προς τους μικροϊδιοκτήτες γης, κι έπειτα την επίταξη των γαιών τους, κινήσεις που κατέληξαν σ’ ένα επιπρόσθετο ξεχαρβάλωμα κάθε κοινοτικής ζωής ή παραγωγής. Απ’ την άλλη, εξηγεί επίσης την καταπίεση εις βάρος των εργατών και κάθε αντιπολίτευσης μέσα στο κόμμα.

Τον Γενάρη του 1921, η ιστορία είχε κλείσει έναν ολόκληρο κύκλο. Το επαναστατικό κύμα του 1917 που τέθηκε σε κίνηση από ανταρσίες του στρατού και βασικές δημοκρατικές διεκδικήσεις τελείωσε με τον ίδιο τρόπο, μόνο που αυτήν τη φορά, οι προλετάριοι καταστάλθηκαν από ένα “προλεταριακό” κράτος. Μια εξουσία η οποία έφθασε στο σημείο να σφαγιάσει τους στασιαστές της Κροστάνδης στο όνομα ενός σοσιαλισμού που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει, ενώ η επιδίωξή της να συνεχίσει να δικαιολογεί τις πράξεις της με ψέμματα και συκοφαντίες, δείχνουν ότι είχε απωλέσει πλέον κάθε κομμουνιστικό χαρακτηριστικό. Ο Λένιν πέθανε το 1924, αλλά ο επαναστάτης Λένιν είχε ήδη θαφτεί ως επικεφαλής του κράτους στα 1921, αν όχι νωρίτερα. Ο μπολσεβικισμός δεν είχε πια άλλη επιλογή απ’ το να γίνει μάνατζερ του καπιταλισμού.

Καθώς η υπερτροφία μιας πολιτικής προοπτικής αγκιστρωμένης στα εμπόδια που αδυνατούσε ν’ ανατρέψει, η Οκτωβριανή Επανάσταση κατασπάραξε τον εαυτόν της σ’ έναν κανιβαλιστικό εμφύλιο πόλεμο. Το πάθος της ήταν αυτό μιας εξουσίας που, αδυνατώντας να μετασχηματίσει την κοινωνία, εκφυλίσθηκε σε μια αντεπαναστατική δύναμη.

Στην ισπανική τραγωδία, οι προλετάριοι, έχοντας αφήσει το έδαφός τους, πιάστηκαν αιχμάλωτοι μιας μάχης στην οποία η μπουρζουαζία και το κράτος της ήταν παρόντες στα μετόπισθεν καί των δυο πλευρών. Το 1936-37, οι προλετάριοι της Ισπανίας δεν πολεμούσαν μόνο ενάντια στον Φράνκο, αλλά κι ενάντια στα φασιστικά κράτη, στα δημοκρατικά και το παραμύθι της “μη-ανάμειξης”, ενάντια στο κράτος τους, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ενάντια…

Η “ιταλική” και η “γερμανική-ολλανδική” κομμουνιστική Αριστερά (περιλαμβανομένου του Mattick στις ΗΠΑ) ήταν μεταξύ των λίγων που όρισαν την περίοδο μετά το 1933 ως απόλυτα αντεπαναστατική, ενώ πολλές ομάδες (για παράδειγμα τροτσκιστές) διέβλεπαν ανατρεπτικές δυνατότητες στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αμερική κλπ.

Το 1933 έκλεισε την ιστορική εποχή που άνοιξε το 1917. Απο ‘κει κι έπειτα, το κεφάλαιο δε θα αναγνώριζε καμμιά κοινότητα εκτός απ’ τη δική του, που σήμαινε ότι δε θα μπορούσαν πια να υπάρχουν ριζοσπαστικές προλεταριακές ομάδες ενός αξιόλογου μεγέθους. Ο θάνατος του POUM ήταν ανάλογος του τέλους του παλιού εργατικού κινήματος.

Σε μια μέλλουσα επαναστατική περίοδο, οι πιο ύπουλοι και οι πιο επικίνδυνοι υπερασπιστές του καπιταλισμού δε θα είναι άνθρωποι που θα φωνάζουν συνθήματα υπέρ του κεφαλαίου ή του κράτους, αλλά αυτοί που έχουν απόλυτη γνώση της πιθανότητας μιας ολικής ρήξης. Δεν πρόκειται να εγκωμιάζουν τις τηλεοπτικές διαφημήσεις ή την κοινωνική υποταγή, αλλά θα προτείνουν να αλλάξουμε τη ζωή… γι’ αυτό το σκοπό όμως, θα μας καλούν να χτίσουμε ένα πραγματικά δημοκρατικό κράτος πρώτα… Αν κατορθώσουν να πάρουν τα ηνία της κατάστασης, και η δημιουργίας μιας τέτοιας νέας πολιτικής μορφής καταναλώσει την ενέργεια των ανθρώπων, αποχαιρετίστε τις ριζοσπαστικές ουτοπίες και, με τα μέσα να γίνονται σκοπός, η επανάσταση θα μετατραπεί γι’ ακόμη μια φορά σε ιδεολογία. Εναντίον τους, και φυσικά εναντίον της ανοιχτά καπιταλιστικής αντίδρασης, ο μόνος δρόμος για την νίκη των προλεταρίων θα είναι ο πολλαπλασιασμός των συνεκτικών κομμουνιστικών πρωτοβουλιών, που εντελώς φυσικά θα κατηγορηθούν ως αντιδημοκρατικές ή ακόμα κι ως …”φασιστικές”. Ο αγώνας για την εγκαθίδρυση χώρων και στιγμών απελευθέρωσης και συλλογικής λήψης αποφάσεων, είναι που καθιστούν εφικτή την αυτονομία του κινήματος, και θ’ αποδειχθεί αδιαχώριστος από τα πρακτικά μέτρα που θα παρθούν με στόχο την αλλαγή της ζωής.

“…σ’ όλες τις περασμένες επαναστάσεις, ο τρόπος της παραγωγής παρέμεινε ανέπαφος και το μόνο ζήτημα ήταν μια διαφορετική κατανομή των προϊόντων, κι αναδιανομή της εργασίας μεταξύ διαφόρων ατόμων, ενώ η κομμουνιστική επανάσταση στοχεύει αυτόν τον τρόπο παραγωγής όπως έχει υπάρξει ως τα τώρα, και καταργεί την εργασία και την κυριαρχία όλων των τάξεων καταργώντας τις τάξεις καθ’ αυτές, καθώς διεξάγεται από την τάξη που δεν μετράει πια σαν τάξη εντός της κοινωνίας, που δεν αναγνωρίζεται ως τάξη, και που είναι η ίδια, έκφραση της διάλυσης κάθε τάξης, εθνικότητας κλπ μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία…” [21]

Σημειώσεις του πρωτότυπου και της αγγλικής μετάφρασης

1. Μαρξ & Έγκελς, πρόλογος στη ρωσσική έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, 1882, σελ. 426.

2. Μια προηγούμενη εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε το 1979 ως πρόλογος σε μια συλλογή άρθρων του Bilan για την Ισπανία του 1936-39.  Κεφάλαια αυτού του προλόγου έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί ως “Φασισμός και Αντιφασισμός” από διάφορους εκδότες, πχ. στα αγγλικά από την Unpopular Books.

3. Για παράδειγμα, βλ. Daniel Guérin, Fascism and Big Business (New International 4ος τόμος αρ. 10, 1938)

4. Αngelo Tasca, The Rise of Italian Fascism 1918-1922 (Gordon 1976). Phillip Bourrinet, The Italian Communist Left 1927-45 (ICC 1992).

5. Βλ. Serge Bricianer, Anton Pannekoek and the Workers’ Councils (Telos 1978) και Phillip Bourrinet, The German/Dutch Left (NZW 2003).

6. Vernon Richards, Lessons of the Spanish Revolution 1936-1939 (Freedom Press 1953). Michael Seidman, Workers Against Work during the Popular Front (UCLA 1993).

7. Proletariër, εκδόσεις της συμβουλιακής ομάδας της Χάγης, Hague, Ιούλης 27, 1936.

8. Victor Alba, Spanish Marxism versus Soviet Communism: a History of the POUM (Transaction Press, 1988).

9. Φόρος τιμής στη Καταλωνία: Homage to Catalonia, April 1938. Μέχρι το 1951, είχε πουλήσει λιγότερο από 1,500 αντίτυπα. Πρωτοδημοσιεύτηκε στις ΗΠΑ το 1952. Στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη.

10. Boletín de Información, CNT-ait-FAI, Via Layetana, 32 y 34, Barcelona, November 11, 1936.

11. P.I.C., εκδόσεις GIC, Amsterdam, October 1936

12. Marx, Revolutionary Spain, 1854 (MECW 13), σελ. 422.

13. Clé, 2nd issue.

14. P.I.C., Γερμανική έκδοση, Δεκέμβρης 1931.

15. Räte-Korrespondenz, Ιούνης 1937.

16. Solidaridad Obrera, Νοέμβρης 1936.

17. Marx, παράθεση της Marie Laffranque στο ‘Marx et l’Espagne’ (Cahiers de l’ISEA, série S. n°15).

18. Μεταξύ άλλων: Orwell, και Low & Brea, Red Spanish Notebook, (City Lights, 1979).

19. Gerald Brenan, The Spanish Labyrinth (Cambridge, 1990).

20. Franz Borkenau, The Spanish Cockpit (Faber & Faber, 1937).

21. Μαρξ & Έγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία (MECW 5), σελ. 52.

Επαναφομοίωση και αρπαχτή: ένα βιβλίο για τον Αλ. Γρηγορόπουλο

Επαναφομοίωση & αρπαχτή: ένα βιβλίο για τον Αλ. Γρηγορόπουλο

“-espresso: Γιατί στον Αλέξη Γρηγορόπουλο;

-Βερούλη: Γιατί ήταν ένα γεγονός που άγγιξε τους εφήβους. Και καθώς κάθε γενιά αναζητεί τους δικούς της ήρωες, θεωρώ ότι στο πρόσωπο του Αλέξη οι νέοι βρήκαν τον αντιπρόσωπό τους.”[…]”Ο επίλογος του βιβλίου γράφεται με μια συνομιλία ανάμεσα στους νέους και τους αστυνομικούς: “Τί ωραία που είναι να μας ανοίγετε τους δρόμους κι εμείς να τους βαδίζουμε!””Στη συνέχεια τεράστιοι δράκοι βγήκαν απ’ την κουζίνα, ενώ οι πρωταγωνιστές βουτούσαν γελώντας στις χαρές του ελληνικού αθλητισμού.

Και να λοιπόν, 2 χρόνια μετά τον φόνο του Αλέξη απ’ την ultima ratio του επαίσχυντου κράτους, κι αφού η οικονομική καταστολή μας έστησε στον τοίχο με το στόμα κλειστό, οι λέρες των επιχορηγήσεων θα βγουν να μας πουλήσουν την “φωνή” μας, την υποτιθέμενη φωνή “της γενιάς μας”.

Το βιβλίο που απειλούν πως θα σπρώξουν στην πιάτσα εστιάζοντας ως καλοί αναμορφωτές στις παιδικές ηλικίες, υπογράφουν οι Άννα Βερούλη και Νίκος Μιχαλόπουλος, ενδεχομένως γνωστοί απ’ την εμπλοκή τους στα κυκλώματα τεσταρίσματος φαρμακευτικών που αποκαλούν κατ’ ευφημισμόν αθλητισμό-αρμοδιότητα πλέον του Υπουργείου Υγείας. Καθόλου αμελές, καθώς το θέαμα του αθλητισμού συγκεντρώνει ακόμα κάποια υπόληψη μεταξύ των φουκαράδων που έχουν απογοητευτεί απ’ τον συρρικνούμενο ρόλο του στρατού ή της εκκλησίας στην εθνική συνοχή.

Δε θα παραξενευτούμε λοιπόν, αν δούμε ξανά να επιστρατεύονται και οι διάφοροι αθλητικοί σύλλογοι μαζί με κρατικοδίαιτες επιτροπές -για κάθε χρήση-, ή καταγέλαστα κρατικά βραβεία, όπως στα προηγούμενα πονήματα των συγγραφέων, πάντα με θέματα που άπτονται της γλυκανάλατης ΜηΚυβερνητίστικης ιδεολογίας με την οποία φαίνεται να κωλοτρίβονται τα κεντροαριστερά thinktanks διεθνώς, αλλά κι όσοι μερακλήδες πιάσαν το ζουμί των επιχορηγήσεων: “οικολογία” και πράσινη ανάπτυξη, τσάι και συμπάθεια για τους αδυνάμους, προσωπικός αγώνας δρόμου για προσαρμογή των “απροσάρμοστων”, και λοιπά copy-pastes μιας σχεδόν αυτοματοποιημένης σχολής σκέψης (ή καλύτερα αποφυγής σκέψης) που συνδυάζει την αρπαχτή με την επαναφομοίωση διεθνώς, πλασάροντας με τον γλοιώδικο αέρα της κοινωνικής ευαισθησίας, το δασικό ολοκαύτωμα που παράγει, στα ράφια των βιβλιοπωλείων-σουπερμάρκετ.

Ακολουθεί περίληψη του έργου (ας σημειώσουμε ότι απ’ ό,τι γράφεται, το βιβλίο πρόκειται ουσιαστικά για “επένδυση” με μερικά επιπλέον κεφάλαια  παλαιότερου έργου των ιδίων διανοιών με θέμα …μαραθωνοδρόμους) όπου ο εις εκ των συγγραφέων μιλά για τη στιγμή που τον επισκέφτηκε το εμπορικό δαιμόνιο μεταμφιεσμένο σε έμπνευση, και για το όραμά του γενικότερα:

Νίκος Μιχαλόπουλος: “Εκείνο το βράδυ του τραγικού συμβάντος επέστρεψα στο σπίτι αργά και έμαθα τα νέα από την τηλεόραση. Ένιωσα τον φόβο που είχε καλύψει όλη την Αθήνα. Στην μέση της νύχτας σκέφτηκα πως αυτή πρέπει να είναι η αρχή του βιβλίου. Φέτος, ένα ειρηνικό, ξεχωριστό γεγονός, όπως είναι ο μαραθώνιος, ας είναι μια ευκαιρία για τους νέους που έχουν μόνο ειρηνικά κίνητρα. Με αυτά τα παιδιά πρέπει να είμαστε μαζί.”

Προσοχή λοιπόν: στους “κοινωνικά ευαίσθητους” μαλάκες, σ’ όσους θέλουν να μας διασπάσουν (σε ειρηνικούς και μη, “παιδιά”, εφήβους και μεσόκοπους και πάει λέγοντας), να μας βάλουν σε νόρμες, να μιλήσουν για μας.

Ούτε ήρωες – ούτε μάρτυρες.
Ο Δεκέμβρης ακόμη έρχεται.-

βιβλιοκριτική: μπαχαλιάρος

Η αμείλικτη βαρύτητα ενός γεγονότος (για της 5/5) – Από τις κόκκινες συνοικίες

Aκολουθεί ένα κείμενο ανάλυσης με αφετηρία το τραγικό γεγονός της 5ης Μάη, διακινήθηκε σε στέκια και σε κύκλους συντρόφων, δεν εκφράζει κάποια συλλογικότητα, κατατίθεται πρωτοβουλιακά στο διάλογο που εκ των πραγμάτων έχει ανοίξει ανάμεσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές… -διατίθεται και σε pdf στο αρχείο της ΑΣυνΈργιας

Η ΑΜΕΙΛΙΚΤΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ

(ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑΣ)

Παγωμάρα, μούδιασμα, αμηχανία στο πρώτο άκουσμα… Άρνηση να το δεχτείς, ανάγκη να πιαστείς από την πιθανότητα του να μην είναι παρά ένας χυδαίος καθεστωτικός/ μηντιακός χειρισμός… Εντέλει συντριβή, κατάθλιψη, εκνευρισμός μπροστά στο αναντίρρητο των γεγονότων… Συναισθηματικά περάσματα πολλών μπροστά στην τραγική κατάληξη που επιφύλασσε αυτό το μοναδικό απεργιακό συλλαλητήριο της 5ης Μάη, μπροστά στο θάνατο των τριών εργαζομένων από αναθυμιάσεις εξαιτίας του εμπρησμού του υποκαταστήματος της Marfin στη Σταδίου.

Το εξοργισμένο πλήθος των διακοσίων χιλιάδων με τις πρωτόγνωρα πλατιές συγκρουσιακές διαθέσεις και τις επανειλημμένες εφόδους προς το κοινοβούλιο, θα αποσυρόταν μια ώρα αρχύτερα από τους δρόμους βουβό και παγωμένο. Η ογκούμενη κοινωνική οργή, έστω βραχυπρόθεσμα ή περιορισμένα, θα περιβαλλόταν από ένα ακόμα πέπλο αναστολών. Και η κατασταλτική στρατηγική που προσπαθεί επίμονα και επιτακτικά τον τελευταίο χρόνο να εγκλωβίσει τη δράση των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών σε τροχιά κοινωνικής απονομιμοποίησης, περιθωριοποίησης και ποινικής εξόντωσης, θα συνδιαλεγόταν με την ιδανική της αφορμή.

Μπάτσοι, δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναρωτήθηκαν μήπως βρέθηκαν μπροστά στην ευκαιρία να αντιστρέψουν το χαρακτηρισμό που τόσο τους ταιριάζει, το χαρακτηρισμό του δολοφόνου. Αυτοί οι τιποτένιοι που θα τους λείπει πάντα το ηθικό ανάστημα και που πάντα θα φλυαρούν υποκριτικά για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Αυτοί που έχουν λερωμένα τα χέρια τους μέσα στην καθημερινότητα των αστυνομικών δολοφονιών, των βασανιστηρίων, των ξυλοδαρμών, των κάθε είδους ταπεινώσεων, αυτοί που τα οργανώνουν όλα αυτά και τα δικαιολογούν διασκεδάζοντάς τα μέσα στο σύμφυρμα των θεαματικών αναπαραστάσεων και των δημοκρατικών ψευδαισθήσεων. Αναρωτήθηκαν λοιπόν μήπως βρέθηκαν μπροστά στην ευκαιρία να εξουδετερώσουν το ηθικό έρεισμα των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών ώστε να επιχειρήσουν την τελική λύση στο σχέδιο πολιτικής εξόντωσής τους. Το ίδιο απόγευμα ο κατασταλτικός μηχανισμός τέθηκε σε επιθετική διάταξη και οι ορδές των μπάτσων επιτέθηκαν σε στέκια αγωνιστών στα Εξάρχεια. “Πρέπει να αφανίσουμε αυτούς τους τρομοκράτες της πόλης άμεσα, απόψε”, παραληρούσε ο αμίμητος δήμαρχός της.

Ωστόσο η ιδιαίτερη κρισιμότητα της εποχής, η οξυμένη ευαισθησία των κοινωνικών αισθητηρίων, οι πλατιές διεργασίες ρήξης και αντίστασης, φάνηκαν απροσπέλαστες για τη φτηνή μηντιακή υστερία και ανέκοψαν την άμεση πολιτική/ κατασταλτική εκμετάλλευση ακόμα και ενός τόσο ακραίου γεγονότος. Από τη θέση που του αντιστοιχούσε, πολύς κόσμος στάθηκε με χαρακτηριστικό ορθολογισμό και υγιή ανακλαστικά επιμένοντας στην ανάδειξη των εργοδοτικών ευθυνών του αηδιαστικού Βγενόπουλου και θεωρώντας τους νεκρούς εργαζόμενους ως τα πρώτα θύματα του ΔΝΤ. Αυτός ο κόσμος αρνήθηκε να αγνοήσει την ποιοτική σταθερά της αντιεξουσιαστικής εμπειρίας και την οργανική της σύνδεση με αυτό που γίνεται αντιληπτό ως κοινωνική αντίσταση. Γιατί το τραγικό γεγονός σχετίζεται μεν συνειρμικά όσο δεν πάει με την κατατεθειμένη αντιεξουσιαστική εμπειρία αγώνα, όπου οι κουκούλες, οι μολότωφ και οι επιθέσεις στις τράπεζες κατέχουν κεντρική θέση στα προτάγματα και τις πρακτικές της. Αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται σαφώς από αυτή, που με χρονικό βάθος δεκαετιών και πάμπολλες επιθετικές δράσεις, έχει αρνηθεί και έχει αποφύγει να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο οποιονδήποτε απλό άνθρωπο.

Επειδή όμως η τοποθέτηση κάποιου απέναντι στο γεγονός κρίνεται σε σχέση με τη θέση του, οι αναρχικοί θα χρειάζονταν να σταθούν πολύ περισσότερο γύρω από αυτό. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η ενέργεια ήταν πράξη πρακτόρων της ΕΥΠ ή ακροδεξιών. Η εύκολη καταφυγή στη συνωμοσιολογία και την προβοκατορολογία όχι μόνο δεν χρησιμεύει αλλά μάλλον ζημιώνει και την πιο στοιχειώδη ευφυΐα. Δεν μπορούσε λογικά επίσης να υπάρχει δολοφονική πρόθεση ακόμα και από τους πιο “ανεγκέφαλους” ή “κατεστραμμένους” από την πλευρά των διαδηλωτών. Αντιβαίνει σε όλα τα έως τώρα δεδομένα το να θέλει κάποιος που κατεβαίνει σε μια διαδήλωση να χρεωθεί θανάτους. Κατά μία έννοια ήταν απόρροια λάθους, τραγικό δυστύχημα. Κατά μία έννοια, γιατί δεν αρμόζει στη σοβαρότητα του γεγονότος να προσπερνιέται επιφανειακά και ελαφρά την καρδία, να μην απασχολεί και σε δεύτερο επίπεδο. Το ερώτημα οφείλει να γίνει ουσιαστικό, να προεκταθεί στο αν θα μπορούσε να μην έχει δοθεί από τους αυτουργούς της επίθεσης η απαιτούμενη προσοχή, να μην έχει υπάρξει η αγωνία και η πρόνοια να αποφευχθεί μια τέτοια εξέλιξη.

Όχι γιατί είναι γνωστές οι ακριβείς περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνέβη -όποιοι εμπλέκονται δεν φρόντισαν καν με κάποιο ανώνυμο τρόπο να τις ξεκαθαρίσουν. Αλλά γιατί εκ των πραγμάτων επανέρχεται μια συνολική συζήτηση, για το πως είναι δυνατό να υπάρχουν περιθώρια επιπολαιότητας, αδιαφορίας ή και κυνισμού -όποτε υπάρχουν- εκεί όπου θα αντιστοιχούσε η συναίσθηση των κινδύνων και της ευθύνης της κάθε πράξης. Μια συζήτηση που αναλογεί στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές, γιατί αυτοί αποτελούν εδώ και χρόνια το βασικό σημείο αναφοράς για μια σειρά μορφές επιθετικής δράσης και για τους τρόπους που διαπράττονται και νοηματοδοτούνται. Μια συζήτηση που με διάφορες αφορμές και αιτίες επανέρχεται κάθε τόσο, για να εξαντληθεί στην ανάλυση του φετιχισμού της βίας, στην αναγωγή του στις πολιτικές αντιλήψεις που ευθύνονται ή υποτίθεται ότι ευθύνονται για αυτόν και σε προτάσεις για δυνατές και αποφασιστικές περιφρουρήσεις.

Η συζήτηση αυτή δεν γίνεται να χωρέσει στη μερικότητα των αποσημειολογήσεων, ότι η σχέση για παράδειγμα των ατόμων με τη βία μπορεί να παίρνει και χαρακτήρα υπαρξιακής αυτοεκπλήρωσης ή ότι μπορεί να επικαθορίζεται από το φαντασιακό της πατριαρχίας και τα μάτσο στερεότυπα. Προφανώς και ισχύουν, πάραυτα η βία βρίσκεται στον πυρήνα των εξουσιαστικών σχέσεων, είναι η καθημερινή υλική έκφραση της ασίγαστης σύγκρουσης των αντίρροπων κοινωνικών δυνάμεων, αυτή που τελικά κρίνει την αλλαγή ή τη συντήρηση των πραγμάτων, “η μαμή της ιστορίας”. Δεν γίνεται επίσης να χωρέσει σε μια μάλλον προκατειλημμένη και κλειστή αντιπαράθεση μεταξύ διαχρονικών και αμετάλλακτων υποτίθεται αντιλήψεων, στα μαθήματα ας πούμε ενός αφαιρετικού και γι΄ αυτό εξωπραγματικού κοινωνισμού απέναντι σε λογικές που πράγματι έχουν ξεφύγει κάποτε στα όρια της αντικοινωνικής τύφλωσης και της υστερίας. Οι αντιλήψεις επιδρούν αλλά δεν προηγούνται της κίνησης της πραγματικότητας, αντίθετα υπάρχει αναγκαιότητα βαθύτερης κατανόησης των καταστάσεων που σε μια ορισμένη φάση πριμοδοτούν μια μεταφυσική της βούλησης αντί για μια διαλεκτική των πραγμάτων ή έναν εγωιστικό βολονταρισμό αντί μιας ταξικής συνείδησης. Αν η συζήτηση μπορούσε να χωρέσει σε αυτά, το πρόβλημα θα ήταν μάλλον απλό, κάποιες κουλτούρες βουτηγμένες στο κυρίαρχο και κάποιες ιδεολογικές αναφορές που ορίστε κάνουν ζημιά. Μόνο που δεν έχει βρεθεί ακόμα τρόπος οι ιδέες και οι κουλτούρες να περπατάνε χωρίς σώματα, έξω από τις υλικές τους προϋποθέσεις.

Μια τέτοια συζήτηση χρειάζεται γερές δόσεις ενδοσκόπησης και αναστοχασμού, χρειάζεται να διακινδυνεύει συνολικότερες αφηγήσεις για την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων και να διεκδικεί το ξεπέρασμα των επί της ουσίας δομικών προβλημάτων του κινήματος μέσα από το προχώρημα, την εξέλιξη των προτάσεων αγώνα εντός του. Έστω και περιορισμένα εδώ, μια κάποια διαστολή της θεματικής είναι απαραίτητη. Η μητρόπολη αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού με ορισμένες συνέπειες στη μορφή των κοινωνικών σχέσεων και τις αντιλήψεις. Μια φάση διάλυσης των προηγούμενων συνθηκών συλλογικής υποκειμενοποίησης που υπήρχαν στο πλαίσιο ενός αυστηρού και άκαμπτου καταμερισμού εργασίας και εγκαθίδρυσης νέων όρων επιβίωσης πολύ περισσότερο εντατικοποιημένων και εξατομικευμένων. Η επιβίωση για τον καθένα γίνεται μια αγχώδης μοναχική υπόθεση κοινωνικής ένταξης και υπαρξιακής ισορροπίας, μέσα σε μια διχαστική και παραληρηματική καθημερινότητα εκβιασμών και υποσχέσεων εκτεινόμενη από την απειλή της ακραίας φτώχειας στη δυνατότητα του άκρατου καταναλωτισμού, από τη σύνθλιψη της άγριας εκμετάλλευσης στην εξημέρωση της βαθιάς αλλοτρίωσης, από την ωμή βία του αποκλεισμού στην απατηλή εξασφάλιση της ενσωμάτωσης. Η μοναχική αυτή επιβίωση γίνεται το πέρασμα του καθένα σε μια γενικευμένη συνθήκη κοινωνικής αποξένωσης και νοητικής παράλησης. Με ολέθρια συνέπεια για τους καταπιεσμένους, την αποδόμηση της ταξικής τους συνείδησης και το τσάκισμα κάθε έννοιας και πραγματικότητας κοινότητας εκτός εκείνων που ορίζουν οι καπιταλιστικές ανάγκες και οι κρατικές υποδείξεις.

Η μετάβαση στο μητροπολιτικό τοπίο θα εισήγαγε τις δικές του αντιφάσεις. Όσο η αναδιάρθρωση στην παραγωγική δομή και η προέκτασή της στην εκπαιδευτική διαδικασία θα κατεύθυναν τη σταδιακή διάλυση αυτού που θα ονομάζαμε εργατική τάξη των εργοστασίων, τόσο η δυναμική της σύγκρουσης θα μετατοπιζόταν προς νέες προλεταριακές φιγούρες. Φιγούρες καταπιεσμένων που δεν θα είχαν πλέον για σημείο αναφοράς τους τις συγκεκριμένες μορφές πρόσδεσής τους στην παραγωγή που αμφισβητούνταν ούτως ή άλλως από την κινητικότητα και την ευελιξία. Φιγούρες που θα ξεπήδαγαν από τους ξεχασμένους των υπό ανάπλαση λαϊκών συνοικιών, από τους λιποτάκτες της μεσαίας κοινωνικής τους καταγωγής, από τις εξεγέρσεις των φυλακών, από τις κερκίδες των γηπέδων, από τις καταλήψεις των σχολείων, από τις ουρές των διαδηλώσεων, από τους κύκλους αργότερα των μεταναστών. Με ακρωτηριασμένη ταξική μνήμη, με συλλογικές αναφορές αν όχι ανύπαρκτες περιορισμένες σε μικρόκοσμους, αποξενωμένοι τόσο ανάμεσά τους όσο και απέναντι στο αναπαλλοτρίωτο και ολοκληρωτικό περιβάλλον της μητρόπολης, έκθετοι στην πολύμορφη καθημερινή του βία. Με έσχατο σημείο αυτοκαθορισμού τους, τη δυνατότητά τους να αντιγυρίζουν ένα ποσοστό της έντασης της βίας που εισπράττουν, τη δυνατότητά τους να εξεγείρονται, με φωνές έστω άναρθρες, με χτυπήματα σπασμωδικά, με κινήσεις απεγνωσμένες.

Αν αυτές τις τελευταίες δεκαετίες η ριζοσπαστική αντίσταση εκφράστηκε κυρίως μέσα από τη δράση των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών, είναι γιατί η ίδια η πολιτική τους συγκρότηση αποτελεί γέννημα αυτών των καιρών. Η σχέση του αντιεξουσιαστικού κινήματος με τη λεγόμενη άγρια νεολαία έχει θεωρηθεί κομβική. Και ίσως σε τίποτα να μην οφείλει περισσότερο την εξάπλωσή του, παρά στη σύνδεσή του με αυτήν ακριβώς την ακατέργαστη μητροπολιτική δυναμική της σύγκρουσης. Στη σύνδεση αυτής με έναν πολιτικό βηματισμό για την ανατροπή και με όλο τον πλούτο των χαρακτηριστικών που τον συγκρότησαν, με τις εμπειρίες που αντλήθηκαν από τις παρακαταθήκες των διάφορων επαναστατικών παραδόσεων, τους ψυχικούς δεσμούς που δημιουργήθηκαν με τις μνήμες των προηγούμενων αγώνων, τις οσμώσεις που δοκιμάστηκαν και με τις άλλες μορφές των αντιστάσεων του παρόντος. Ένας βηματισμός όπου θα έπρεπε να εφευρεθούν τα πάντα και που η εύλογη ανεπάρκεια των δοσμένων απαντήσεων σε συνάρτηση με τη δυναμική της ίδιας της μεταμόρφωσης του καπιταλισμού, θα άφηνε ευρύ το πεδίο των αναζητήσεων και των πειραματισμών. Αν βέβαια τα μονολιθικά σχήματα του τύπου “οι καπιταλιστές ενάντια στους εργάτες” ή “το κράτος ενάντια στην κοινωνία” μπορούν ελάχιστα πειστικά να περιγράφουν τη σημερινή πολυπλοκότητα του κοινωνικού-ταξικού πολέμου, το ίδιο και χειρότερα ισχύει και για τις αυτιστικές παντιέρες του τύπου “εμείς οι αναρχικοί και το κράτος” ή πιο πρόσφατα το κάτι σαν “εμείς οι ξεχωριστοί αρνητές και το καφκικό σύμπαν της διάχυτης αλλοτρίωσης”.

Οι ψευδαισθήσεις της μητροπολιτικής εποχής του μοναχικού ατόμου, συχνά ενσωματώθηκαν χωρίς ιδιαίτερη κρίση από τις κατά καιρούς αναζητήσεις. Τέτοιου είδους συμπτώματα αντικοινωνικής δεικτικότητας, αυτοαναφορικού ελιτισμού ή μιας θεολογίας της εξέγερσης έξω από τους υλικούς της όρους, συναντιούνται πλατιά και σε βάθος χρόνου μέσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές. Δεν είναι μόνο τα τυφλωμένα συνθήματα του τύπου “όσα δεν φτάνει το όπλο του μπάτσου τα φτάνει η κοινωνία”. Είναι και οι ζωόμορφοι απαξιωτικοί παραλληλισμοί για να στιγματιστεί η απάθεια. Είναι και ότι κάποιοι άλλοι -όχι αναρχικοί αλλά επιδρώντας εντός τους- επέλεξαν κάποτε να βάλουν στο επίκεντρο της ανάλυσής τους τα “μικροαστικά σκουλήκια” καταφέρνοντας να επισκιάσουν πολλά άλλα ουσιώδη. Είναι και η εξαγνισμένη εικόνα του εξεγερμένου δίπλα στις επίσης αφηρημένες/ καθαρές/ μεταφυσικές εικόνες του υπηκόου, του καταναλωτή, του τηλεθεατή που δίνουν και παίρνουν. Υπάρχει σίγουρα κάποια δόση αλήθειας στο “η σιωπή είναι συνενοχή” και σε πολλά ακόμα, αλλά υπάρχει μόνο μέσα στις πραγματικές της αναλογίες και διαστάσεις, μέσα σε μια σφαιρικότερη και ακριβέστερη ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων και μια αντίστοιχη πρόταση αγώνα. Αλλιώς αυτά από μόνα τους φλερτάρουν με τη σύγχυση, κατά περίπτωση και με την παράκρουση.

Οι αντιφάσεις της μητρόπολης είναι εμφανείς ανάμεσα στους αναρχικούς και τους αντιεξουσιαστές και σε σχέση με τη βία. Γυρνώντας στο αρχικό ερώτημα περί επιπολαιότητας, αδιαφορίας και κυνισμού, δεν είναι μια και δυο οι φορές που με τη πρώτη υπόνοια χτυπήθηκαν υποτιθέμενοι φασίστες ή ασφαλίτες πριν αποδειχθεί τελικά λάθος, δεν είναι τυχαίο που ακόμα και έμπειροι σύντροφοι έχουν επανειλημμένα χάσει τον αυτοέλεγχο και έχουν εκτραπεί ωθούμενοι από το θυμικό τους, ούτε είναι άγνωστο η υιοθέτηση δυναμικών πρακτικών να επικαθορίζεται από τη θεαματική τους πρόσληψη και να καταλήγει αυτοσκοπός ή να συνδέεται με την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών επιβεβαίωσης και έπαρσης. Είτε πρόκειται για μια κεκτημένη ταχύτητα εξοικείωσης με τη βία είτε για μια ανώριμη και ανάρμοστη χαλαρότητα, χρειάζεται σίγουρα επιμονή στο άρρηκτο των πρακτικών με τις πολιτικές τους στοχεύσεις. Και χρειάζεται ακόμα περισσότερο επιμονή στο αδιαπραγμάτευτο του αξιακού προτάγματος της αντιεξουσίας, όπως στην περίπτωση του συντρόφου που συνελήφθη για ένοπλη ληστεία τράπεζας και έγινε γνωστό ότι κατά τη διάρκειά της είχε απομακρύνει μια έγκυο που έτυχε να βρίσκεται στο υποκατάστημα, όπως στις εικόνες που κουκουλοφόροι συνεφέρουν και φυγαδεύουν έναν εξαντλημένο από τα δακρυγόνα ηλικιωμένο κατά τη διάρκεια συγκρούσεων σε πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο.

Μπορεί να ειπωθεί ότι από την ίδια του τη δόμηση, ο βηματισμός του αντιεξουσιαστικού κινήματος εμπεριέχει μια διαρκή διαπάλη ορατή πολλές φορές και πάνω στα ίδια τα πρόσωπα. Απο τη μία να μην αφήνεται στο άναρθρο, το σπασμωδικό, το αποξενωμένο, το απεγνωσμένο, να μην υποχωρεί στην ισοπέδωση του ανάγλυφου του κοινωνικού-ταξικού πολέμου και στη συσκότιση των γραμμών, των μετώπων, των προτεραιοτήτων, των στόχων του, να μην διεμβολίζεται από τη σύγχυση της εποχής, τις κυρίαρχες κουλτούρες και την αναπαραγωγή τους. Και από την άλλη να κρατάει τους διαύλους με τους καταπιεσμένους της μητρόπολης, να μην απομακρύνεται από το ενστικτώδες και το ορμητικό της σύγκρουσης, να μπορεί να αφομοιώνει νέες αγωνίες και εμπειρίες, να διεκδικεί την επίδραση και την εξάπλωση των ανατρεπτικών πολιτικών περιεχομένων και πρακτικών στα πιο ριζοσπαστικοποιημένα τμήματά τους.

Μια διαπάλη με τον ίδιο του τον εαυτό, τόσο οριακή όσο κάποιες φορές και οι διαπληκτισμοί των οργανωμένων περιφρουρήσεων με τις παρέες των ατάκτων στις αναρχικές πορείες, όπου το δίλημμα επικρέμεται πιεστικά, προσπάθεια συνεννόησης ή επιλογή διάρρηξης. Και στην πρώτη απάντηση δεν αρμόζει ούτε η απειλή της ισχύος ούτε η σχεδόν γραφειοκρατικοποιημένη επίκληση των διαδικασιών και των αποφάσεων καθαυτών, που δεν τροφοδοτεί παρά την αντίπερα πόλωση πίσω από μια απαξιωτική απόρριψή τους. Επιτρεπόντων των αντικειμενικών συνθηκών, αρμόζει η έκθεση της ίδιας της λογικής των αποφάσεων και αν προκύπτει ακόμα και ο επαναπροσδιορισμός τους. Ένας δρόμος επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους που υποτίθεται ότι θέλουν να μοιράζονται κάτι κοινό και ο οποίος για να υπάρχει πρέπει να ανοίγεται καθημερινά. Η έσχατη ώρα της δεύτερης απάντησης είναι η ώρα όπου οι πολλές αναλύσεις για τα κοινωνικά φαινόμενα -σαν και την παρούσα- αρχίζουν να φαντάζουν σαν άλλοθι, η ώρα όπου νιώθει κανείς υποχρεωμένος πλέον να υπερασπίσει τον εαυτό του και τον πολιτικό του βηματισμό, η ώρα που αποφασίζει ότι έχει απέναντί του “τελειωμένους” και ότι σαν τέτοιους θα τους αντιμετωπίσει.

Οι αναρχικοί δεν είναι κάποιοι άλλοι, συχνά προέρχονται και οι ίδιοι από την άγρια νεολαία, ενσαρκώνουν και οι ίδιοι τις μητροπολιτικές φιγούρες. Αυτό δεν απαλλάσσει όμως από τίποτα, ίσα-ίσα όσοι θεωρούμε ότι αγωνιζόμαστε συνειδητά και συστηματικά για την ανατροπή και την ελευθερία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι φέρουμε επιπλέον ευθύνη για οτιδήποτε μπορεί να μειώνει τους αξιακούς κώδικες, τα πολιτικά περιεχόμενα ή τις υλικές δυνατότητες αυτού του αγώνα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ανατρεπτικός λόγος οφείλει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια υποκουλτούρα ή αντικουλτούρα σημειολογικής κριτικής στο υπάρχον, ότι η απελευθερωτική βία οφείλει επίσης να είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη μητροπολιτική βία.

Ας μην ξεχνάμε τέλος, ότι τα ερωτήματα ποτέ δεν τίθενται γενικά ή μόνο σε εκείνους που έχουμε κάθε φορά απέναντί μας, τίθενται και μέσα μας. Που τα καταφέραμε και που λείψαμε. Και ορισμένες φορές οι απαντήσεις δεν χωράνε σε ένα ναι ή σε ένα όχι, ορισμένες φορές ζητούν ακόμα και το ξεπέρασμα του εαυτού μας. Το αναγκαίο επόμενο βήμα μιας κριτικής στον φετιχισμό της βίας, θα περίμενε κανείς να είναι η κατάθεση επιλογών που να πραγματεύονται την απελευθερωτική βία καθαυτή, τα χαρακτηριστικά της, τις προοπτικές ανάπτυξής της. Το αναγκαίο επόμενο βήμα μιας πολεμικής στα αδιέξοδα αντικοινωνικά ανακλαστικά, θα περίμενε κανείς να είναι η εξέλιξη αναλύσεων και αντιπροτάσεων ικανών να αφουγκράζονται επαρκώς τις αγωνίες των καιρών και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τους. Το νου μας “μην πετάξουμε το μωρό μαζί με τα απόνερα”.

Από τις κόκκινες συνοικίες, 19.05.2010

Sulla manifestazione del 5 maggio e sui tre impiegati morti della Marfin

SENZA USCITE DI SICUREZZA



Sulla manifestazione del 5 maggio e sui tre impiegati morti della Marfin

È davvero inappropriato dare tutta la responsabilità e la colpa al signor Vgenopoulos (direttore della banca ndt.) per la triste morte dei tre impiegati dell’incendio della Marfin. Il fatto che abbia costretto i suoi impiegati, sotto minaccia di licenziamento, a rimanere chiusi negli uffici al piano superiore di una banca apparentemente vuota e non protetta, senza nessun dispositivo antincendio o uscite di sicurezza, nell’epicentro della manifestazione per il più grande sciopero degli ultimi 30 anni, non è stata solo un’altra criminale negligenza sull’altare del profitto [1], alla quale la sua classe ci ha abituati. Questo uso cosciente dei lavoratori come scudi umani per le banche e i business [2], è una delle risposte della classe dirigente a Dicembre (le rivolte dopo l’omicidio di Alexis Grigoropoulos nel 2009 ndt.) e alla violenza insurrezionale che si dipana impedendo e distruggendo la circolazione di beni, spaccando e bruciando auto, negozi, le sue guardie e soprattutto i suoi quartier generali: le banche.
Per essere chiari, l’intenzione del signor Vgenopoulos e della sua classe di sacrificare un po’ di lavoratori per bloccare il processo delle insurrezioni fino ad ora, deve avere questa risposta. Ragioni legali o derive sinistroidi come: l’insurrezione vuoI dire vessare il parlamento ma non le banche/negozi, senza avere alcuna idea di cosa si potrebbe fare una volta là, non fanno altro che eludere il problema.
È normale per un padrone conoscere meglio i propri interessi e come raggiungerli, rispetto ai lavratori. E tutti i padroni sanno sempre che “noi siamo in guerra”, anche se non si lamentano apertamente, come questa massa di naives che crede che in guerra sia giusto colpire ma una ingaggiato lo scontro, si debba contare sull’intervento di una presunta giustizia neutrale. Mettendo noi stessi (o altri lavoratori) nelle mani dello stato, traduciamo anche l’atto più estremo in nulla più che un violento riformismo. L’unica giustizia nelle strade, in grado di ridurli sotto la nostra forza, siamo noi. La responsabilità di qualunque cosa accada là, chi vive e chi muore, è nostra: DITTATURA DEL PROLETARIATO, punto. Se noi manchiamo – al di fuori di una vera è propria guardia dello sciopero che non lasci i colleghi nelle mani dei padroni – dell’essenziale fiducia tra noi, una fiducia plasmata attraverso le nostre esperienze comuni nella lotta e nell’incontrarci nelle strade, allora il prossimo passo sarà chiamare noi stessi la polizia alle nostre manifestazioni, affinché siano loro ad essere colpevolizzati e per scaricargli addosso tutta la responsabilità di qualunque cosa accada. CHIUNQUE PORTI VIOLENZA, FORZA LA GIUSTIZIA. Attuare la violenza, ignorando il buonsenso che viene con lei, portare un caos decontestualizzato, non fa il gioco di nessun altro tranne che delle sovrastrutture organizzate, che arrivano con il loro piani di “giustizia” di cemento armato (stalinisti, polizia, mafia, gruppi parastatali…). La vittoria appartiene a coloro i quali portano il caos SENZA PORTARLO DENTRO LORO STESSI.

Feticizzare l’insurrezione, come atto distruttivo fine a se stesso, rappresenta una fase passata del nostro movimento, talvolta debole e marginale, nonostante Dicembre, e la spogliazione della violenza da tutti i suoi feticci, con una simultanea apertura alla sua condivisione (inteso come messa in comune ndt.), è quanto deve prevalere. Un secondo Dicembre non sarebbe più una vittoria, ma una sconfitta. Qualunque appello a qualcosa di simile non sarebbe null’altro che una completa mancanza di qual si voglia piano per il dopo. Il nostro nemico si è palesato, siamo costretti a fare lo stesso, se non vogliamo sparire dalla Storia.

Non dobbiamo rimanere a casa a faci disciplinare dalle loro televisioni, come se fossimo dei bambini capricciosi a cui si dà man forte. Dobbiamo riportare il Logos (la capacità di esprimere le nostre volontà) nelle strade. Sputare addosso alla giustizia borghese e della televisione, che vendica il dolore di uno con la sofferenza dell’altro, accumulando miseria per tutti e socializzando il cannibalismo. I più stupidi di questi avvoltoi, prima di accertarsi di come le morti dei tre impiegati potessero paralizzarci, hanno cercato di farci sentire in colpa con una serie di cose ridicole, dall’atteso crollo del turismo, alla brutta nomea del paese all’estero. Per farci sentire in colpa nel lottare. Per dividerci in “lavoratori pacifici” e “criminali incappucciati con le molotov”, proprio ora che tutti sanno (eccetto il partito comunista -kke, ndr-, che vede solo provocatori) che il 5 maggio non c’è stato nessun lavoratore pacifico che non si sia sollevato – non importa se con o senza cappuccio e molotov – contro l’ultimo asso nella manica dello stato: il terrore poliziesco.
La loro giustizia divora sangue, il sangue dei trasgressori, o di tutti coloro che glieli ricordano, o ancor più degli anarchici [3], poiché sono loro ad aver generosamente offerto la propria bandiera a ogni violenza insurrezionale anche nel più isolato elemento della nostra classe. Ma vuole qualcosa. Vuole aprire una grande ferita nella memoria sociale, che rompa la nostra confidenza con la nostra stessa violenza, con la violenza della nostra lotta, con i suoi  temi e con l’interscambio tra essi. La nostra giustizia avrà a che fare con null’altro che con la guarigione. Non sappiamo che tipo di persone fossero i morti, se il loro senso di dignità accettasse la melma fascista e gli avvoltoi della televisione che speculano sulle loro morti o no, ma siamo sicuri che come lavoratori, i loro interessi fossero nella vittoria della lotta, con tutti i lavoratori d’Europa e del mondo. Non faremo affondare nessun’altro, noi insorgeremo insieme: SCIOPERO GENERALE SELVAGGIO! (GENERAL WILDCAT STRIKE!)

Sosteniamo le occupazioni!
Rimaniamo nelle strade!
Comunichiamo!

2 dei 200000 provocatori.

[1] per il momento teniamo questo a mente: il 36,1 % netto di crescita del profitto della Marfin Bank quest’anno, nel bel mezzo della più arida crisi, che obbliga ogni lavoratore a riconciliare il lavoro con l’obbedienza in nome della nazione.
[2] incidenti simili a quello della Murfin Bank a123 di Stadiou street, sono avvenuti al supermercato Bazaar dietro piazza Omonia, dove un lavoratore ha spento dall’interno il fuoco con un estintore, e alla libreria Ianos che era aperta (come i sa la mercificazione della cultura se ne frega degli scioperi)
[3] la notte del 5 maggio squadroni di Delta Force e Zeta Force, agenti ordinari e antisommossa si sono accaniti sullo squat degli “Anarchici per un movimento multiforme” Zaimi street, e il ritrovo dei migranti a Tsamadou street -entrambi a Exarchia ndr-e su molte case e bar a Exarchia, picchiando e minacciando le persone. Allo stesso tempo in televisione, tutti stavano più o meno chiedendo le teste degli anarchici.

[tradotto da Aula C Autogestita e informa-azione]

[Informa-Azione]

[Ελληνικά] [English] [Suomi] [Italiano]

Toukokuun viidennen päivän mielenosoituksesta ja kolmen työntekijän kuolemasta Marfin-pankissa

Ei hätäuloskäyntiä

Toukokuun viidennen päivän mielenosoituksesta ja kolmen työntekijän kuolemasta Marfin-pankissa

Lakkolaisille, jotka jatkavat tämän paskan hajottamista

On tosiaankin sopimatonta “langettaa kaikki vastuu” ja syyllisyys palaneen Marfin-pankin kolmen työntekijän masentavasta kuolemasta herra Vgenopoulosin harteille. Se, että hän pakotti työntekijänsä irtisanomisen uhalla lukittautumaan tyhjältä vaikuttaneen ja vartioimattoman pankin ylempiin kerroksiin, rakennuksessa jossa ei ollut minkäänlaisia sammutuslaitteita eikä hätäuloskäyntejä, viimeisten 30 vuoden suurimman lakkomielenosoituksen keskipisteessä, ei ollut vain uusi rikollisen välinpitämättömyyden tapaus taloudellisten voittojen alttarilla [1], joihin hänen luokkansa on tottunut. Tämä työläisten tietoinen käyttäminen pankkien ja yhtiöiden ihmiskilpinä [2] on yksi hallitsevan luokan vastauksista joulukuun tapahtumiin ja yleiseen kapinalliseen väkivaltaan, joka leviää, epäoikeuttaa ja tuhoaa tavarakiertoa, hajottaa ja polttaa autoja, myymälöitä, sen vartijakyttiä ja ennenkaikkea sen päämajoja: pankkeja.

Jottei tämä nyt jäisi epäselväksi: Vgenopoulosin ja hänen luokkansa aikomukseen uhrata muutama työntekijä kapinoihin tähän mennessä johtaneen prosessin estämiseksi on vastattava sellaisena. Lakeihin vetoaminen tai vasemmistolaiset väistöliikkeet (kuten: kapina ei tarkoita hyökkäystä pankkeja/myymälöitä vastaan vaan parlamentin valtaamista, vaikkei heillä ole mitään käsitystä mitä he siellä sitten tekisivät) kieltäytyvät vain kiinnittämästä huomiota itse asiaan.

On nimittäin tavallista, että pomo tietää työläisiä paremmin omat etunsa ja sen miten niitä ajetaan. Jokainen pomo myös tietää aina, että “me olemme sodassa”, vaikka he eivät koskaan huutaisikaan sitä avoimesti ääneen – toisin kuin nämä naiivit ihmiset, jotka ajattelevat, että sodassa on ihan okei iskeä, mutta kun joutuu itse hankaluuksiin, pitäisi nojata puolueettomaksi väitetyn oikeuslaitoksen väliintuloon. Jos asetamme itsemme (tai toiset työläiset) valtion holhottaviksi, muuttuu kaikkein äärimmäisinkin teko pelkäksi väkivaltaiseksi reformismiksi. Ainoa oikeus kaduilla, siinä määrin kuin ne ovat meidän vallassamme, olemme me itse. Vastuu siitä mitä kaduilla tapahtuu, kuka elää ja kuka kuolee, on meidän: PROLETAARIEN DIKTATUURIN piste. Jos meiltä puuttuu – sellaisen taisteluvalmiin lakkovartion lisäksi, joka ei jättäisi yhtäkään työtoveria pomojen käsiin – olennainen luottamus toisiimme, luottamus joka syntyy yhteisistä kokemuksistamme kamppailuissa ja kohtaamisistamme kaduilla, niin seuraavaksi voimme yhtä hyvin itse soittaa kytät mielenosoituksiimme valvomaan ja kantamaan vastuun kaikesta mitä tapahtuu. JOKAINEN, JOKA KÄYTTÄÄ VOIMAA, MUOTOILEE OIKEUTTA. Voimankäyttö, jos jätetään sikseen “oikeudentunne” jonka se tuottaa, abstraktin kaaoksen aiheuttaminen, ei edistä muuta kuin hierarkkisia organisaatioita, joilla on omat teräsbetoniin valetut “oikeus”järjestelmänsä (stalinistit, poliisi, mafia, puolivaltiolliset ryhmät…). Voitto on niiden, jotka saavat aikaan kaaoksen KANTAMATTA SITÄ SISÄLLÄÄN.

Kapinan fetisointi pelkäksi tuhoavaksi toiminnaksi sinänsä edusti liikkeemme aiempaa, aikanaan heikkoa ja marginaalista vaihetta. Kun joulukuu riisui väkivallalta kaiken fetissiluonteen ja kommunisoi sen avoimesti, on tästä vaiheesta päästävä nyt kokonaan yli. Uusi joulukuu ei olisi enää voitto vaan tappio. Jokainen siihen viittaava vetoomus ei kerro muusta kuin olemattomista aikeista liikkua eteenpäin. Vihollisemme on edennyt ja meidän on tehtävä samoin, jos emme halua kadota historian näyttämöltä.

Me emme voi jäädä istumaan kotiin heidän tv-ohjelmiensa talutusnuoraan, kuin olisimme tuhmia lapsia joille on annettu liian paljon vapauksia. Meidän on palautettava Logos (puhe) takaisin kaduille. Paskat hallitsevan luokan ja television oikeudesta, joka “hyvittää” yhden tuskaa toisen kärsimyksellä, kasvattaa kaikkien kurjuutta ja levittää niiden kannibalismia kaikkialle. Ennen kuin kaikkein jälkeenjääneimmät näistä haaskalinnuista olivat varmoja siitä, miten kolmen työntekijän kuolema halvaannuttaisi meidät, he yrittivät saada meidät tuntemaan syyllisyyttä joistain naurettavista syistä, kuten työllisyyden odotetusta romahduksesta turismissa tai maan julkisuuskuvasta ulkomailla. Saada meidät tuntemaan syyllisyyttä siitä, että taistelemme. Jakaa meidät “rauhanomaisiin työläisiin” ja “huppupäisiin rikollisiin polttopulloineen”, kun kaikki nyt tietävät (paitsi tietenkin Kommunistinen puolue, joka näki pelkkiä provokaattoreita), ettei toukokuun viidentenä ollut rauhanomaista työläistä, joka ei olisi noussut vastustamaan – huppu päässä ja polttopullo kädessä tai ei, yhdentekevää – valtion viimeistä korttia: sen poliisiterroria.

Heidän oikeutensa janoaa verta, syyllisten verta, kaikkien syyllisiä muistuttavien, ennen kaikkea anarkistien verta, koska juuri he ovat auliisti ottaneet oman lippunsa alle kaikki – jopa luokkamme kaikkein eristyneimpien osien – kapinallisen väkivallan eleet kautta maailman [3]. Mutta se haluaa vielä jotain enemmän. Se haluaa avata kollektiivisessa muistissamme suuremman trauman, joka murtaisi läheisyytemme omaan väkivaltaamme, kamppailumme väkivaltaan, sen tekijöihin ja näiden väliseen kommunikaatioon. Meidän oikeutemme ei käsittele muuta kuin parantamista, sovittelua. Emme tiedä millaisia ihmisiä kuolleet olivat – sallisiko heidän omanarvontuntonsa sitä, miten fasistisaasta ja TV:n haaskalinnut retostelevat heidän kuolemallaan, vai ei. Olemme kuitenkin varmoja, että meidän kamppailumme voitto, yhdessä kaikkien Euroopan ja maailman työläisten kanssa, olisi ollut myös heidän etunsa mukaista työläisinä. Me emme lannista toisiamme – me nousemme yhdessä:

VILLI YLEISLAKKO!

Lähdetään mukaan valtauksiin!
Pysytään kaduilla!
Puhutaan!

Kaksi provokaattoria 200 000:sta

***

1. Pidetään tämä nyt mielessä: 36,1% puhdas liikevoiton kasvu Marfin-pankille tänä vuonna, keskellä “ankaraa kriisiä”, jossa jokaisen työläisen on tehtävä töitä ja toteltava kansakunnan nimissä.

2. Marfin-pankin kaltaisia tapauksia sattui myös Bazaar-supermarketissa Omonia-aukion takana, jossa sisällä ollut työntekijä sammutti palon sammuttimella, ja Ianos-kirjakaupalla joka oli myös auki (kuten tunnettua, kulttuurikauppiaat eivät välitä paskaakaan lakoista).

3. Yöllä 5.5. aseistetut Delta, Zeta, siviili- ja mellakkakyttien jengit hyökkäsivät “anarkistit monimuotoisen liikkeen puolesta” -porukan squatiin Zaimi-kadulla, Maahanmuuttajien mestaan Tsamadou-kadulla ja moniin taloihin ja kahviloihin Exarchiassa, hakaten ja uhkaillen ihmisiä. Samaan aikaan televisiossa enemmän tai vähemmän kaikki vaativat anarkistien päitä vadille.

[takku.net]

[Ελληνικά] [English] [Suomi] [Italiano]

On May 5th demonstration and the three dead Marfin bank employees

WITHOUT EMERGENCY EXIT

On May 5th demonstration and the three dead Marfin bank employees

To the strikers that are still smashing shit up

It is indeed inappropriate to “put the entire responsibility” and blame on Mr. Vgenopoulos for the depressing deaths of the three employees of the burnt Marfin bank. The fact that he forced his employees under threat of dismissal to remain locked in the upper floor offices of a seemingly empty and unprotected bank, without any fire protection or emergency exits, in the epicentre of the greatest strike demonstration of the last thirty years, was not just another criminal negligence on the altar of profit [1], that his class has got us used to. This conscious use of workers as a human shield for banks and businesses [2] is one of the boss class’s responses to December and the common violence of insurrection that spreads, de-legalising and destroying the circulation of commodities, breaking and torching vehicles, shops, its police guards and most of all its headquarters: the banks.

To be clear, the intention of Vgenopoulos and his class to sacrifice a few workers in order to block the process followed by insurrections up until now, must be answered as such. Legal points or leftist evasions such as: insurrection means storming the parliament and not the banks/shops, having no idea what they’d do there of course, do nothing more than refuse to address the issue.

You see, it is common for a boss to know better what his interests are and how to pursue them, than the workers do. And any boss always knows that “we’re at war”, even if they’ll never cry it out openly, as these naive people that think that in a war it is ok to hit but once challenged one should rely on an intervention of an allegedly neutral justice. By setting ourselves (or other workers) under the tutelage of the state, we recuperate even the most extreme act into nothing more than violent reformism. The only justice in the streets, to the degree they are under our power, is us. The responsibility for whatever happens there, who lives and who dies, is ours: PROLETARIAN DICTATORSHIP period. If we lack – other than an effective guard of strikes that wouldn’t leave any colleague in the hands of the bosses – an essential trust among us, a trust manufactured through our common experiences in struggles and meeting in the streets, then the next step will be to call the police ourselves in our demonstrations, for them to be in charge and bear responsibility for whatever happens. WHOEVER CARRIES VIOLENCE, FORCES JUSTICE. To perform violence, ignoring the “sense of right” it comes with, to bring – abstract – chaos, doesn’t promote anything other than the highest organized structures, that come with their own ferroconcrete plan of “justice” (the Stalinists, the police, the mafia, the parastate groups…). Victory belongs to those who bring chaos WITHOUT CARRYING IT INSIDE THEM.

Fetishising insurrection as the destructive act itself, represented a past phase of our movement, weak and marginal at the time, though after December, and the stripping of every fetish from violence with its simultaneous open communisation, must now be overcome. A second December would no longer be a victory but a defeat. Any related invocation, shows nothing more than a complete lack of any plan for afterwards. Our enemy has advanced, we are forced to do the same if we are not to disappear from the historical scene.

We must not sit home to be disciplined by their TV programs as if we were naughty children given too much leash. We must retake Logos (speech) back to the streets. Spit on the bourgeois and TV justice that “vindicates” the pain of one with the suffering of another, accumulating misery for all and socializing their cannibalism. The most retarded of these vultures, before they ascertained how the three employees’ deaths would paralyze us, were trying to make us feel guilty for a bunch of ridiculous things, from the expected fall in the tourist trade to the country’s image abroad. To make us feel guilty for fighting. To divide us into “peaceful workers” and “hooded criminals with molotovs”, now that everyone knows (except of course the Communist Party that only saw provocators) that on 5/5 there were no peaceful workers that didn’t stand up – with or without hoods and molotovs, no importance – to the State’s last playing card: its police terror.

Their justice devours blood, the blood of the offenders, of anyone that resembles them, or most of all the anarchists, since it is they that generously have given their flag to any insurrectionary violence of even the most isolated elements of our class, globally [3]. But, it wants something more than that. It wants to open as a larger trauma to the social memory, that would break our familiarization with our own violence, with the violence of our struggle, with its subjects and the communication among them. Our justice will deal with nothing other than the healing. We don’t know what kind of persons the dead were, if their sense of dignity would cope with the fascist scum and the TV vultures mongering their deaths or not, but we are sure that as workers their interests were with the victory of our struggle, with all the workers of Europe and the World. We won’t drag one another down – we will rise together: GENERAL WILDCAT STRIKE!

Let’s embrace the occupations!
Let’s stay in the streets!
Let’s talk!

2 of the 200.000 provocators

***

***

[1] For the time, let’s bear this in mind : 36,1% pure rise in profits for Marfin bank this year, in the middle of the “most harsh crisis” to which every worker must reconcile working and obeying in the name of the nation.
[2] Similar incidents with that of Marfin bank on 23, Stadiou street, proceded to Bazaar supermarket behind Omonoia square, where a worker from inside put out the fire with an extinguisher, and Ianos bookstore that was open (as it is known, culture merchandising doesn’t give a fuck about strikes).
[3] The night of 5/5, armed gangs of Delta, Zeta, plainclothe cops and riot police stormed the squat of “anarchists for a polymorphic movement” on Zaimi street, the Immigrants Haunt on Tsamadou street, and many houses and cafes at Exarchia, beating and intimidating people. In the same time on the TV, everyone was more or less asking for the anarchists’ heads.

***

***

[Thanks to J. and S. for correcting this translation]

[Ελληνικά] [English] [Suomi] [Italiano]

Για τη διαδήλωση της 5/5 και τους τρεις νεκρούς τραπεζοϋπαλλήλους

ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΔΟ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

μια σημείωση για τη διαδήλωση της 5ης Μάη 2010 και τους τρεις νεκρούς τραπεζοϋπαλλήλους της Marfin

Προς τους απεργούς που ακόμα τα σπάνε

Είναι όντως άστοχο να επιρρίπτουμε την όλη ευθύνη για τον αποκαρδιωτικό θάνατο των τριών τραπεζοϋπαλλήλων της πυρπολημένης Marfin στον Βγενόπουλο. Το ότι εξανάγκασε υπό την απειλή απόλυσης τους εργαζομένους του να κλειδωθούν στους επάνω ορόφους μιας φαινομενικά άδειας και απροστάτευτης τράπεζας, χωρίς μηχανισμό πυρόσβεσης ή εξόδους κινδύνου, στο επίκεντρο της μεγαλύτερης απεργιακής διαδήλωσης της τελευταίας τριακονταετίας, δεν ήταν άλλη μια εγκληματική αμέλεια στο βωμό του κέρδους[1],στις οποίες μας έχει συνηθίσει η τάξη του. Η συνειδητή χρήση εργαζομένων ως ανθρώπινη ασπίδα σε τράπεζες κι επιχειρήσεις[2],είναι μια ακόμα απάντηση της τάξης των αφεντικών στον Δεκέμβρη και στην οικεία βία της εξέγερσης, που εξαπλώνεται απονομιμοποιώντας και καταστρέφοντας την εμπορευματική κυκλοφορία, σπάζοντας και πυρπολώντας οχήματα, καταστήματα, τους αστυνομικούς φρουρούς της και φυσικά τα στρατηγεία της: τις τράπεζες.

Η πρόθεση δηλαδή του Βγενόπουλου και της τάξης του να θυσιάσουν ορισμένους εργαζομένους, προκειμένου να μπλοκάρουν τον τρόπο με τον οποίο ως τώρα διεξάγονταν οι εξεγέρσεις, πρέπει να απαντηθεί ως τέτοια. Νομικές επισημάνσεις αλλά κι αριστερές υπεκφυγές του είδους: εξέγερση ίσον έφοδος στη βουλή κι όχι στις τράπεζες/καταστήματα, χωρίς βέβαια να έχουν ιδέα για το τί θα κάνουν εκεί μέσα, δεν αποτελούν παρά άρνηση αντιμετώπισης του ζητήματος.

Βλέπετε, είναι σύνηθες ένα αφεντικό να γνωρίζει καλύτερα τα συμφέροντά του αλλά και το πώς θα τα προασπίσει, απ’ ότι οι εργάτες. Κι ένα αφεντικό γνωρίζει πάντοτε ότι “έχουμε πόλεμο”, ακόμα κι αν δεν το φωνάξει ποτέ ανοιχτά, όπως όσοι αφελείς θεωρούν ότι μπορεί κανείς σ’ έναν πόλεμο να χτυπά, αλλά όταν βάλλεται να επικαλείται την παρέμβαση μιας δήθεν ουδέτερης δικαιοσύνης. Θέτοντας εαυτούς υπό την κηδεμονία του κράτους, μετατρέπουμε ακόμα και την πιο εξτρεμιστική πράξη σε βίαιο ρεφορμισμό. Η μόνη δικαιοσύνη στους δρόμους, στο βαθμό που βρίσκονται υπό την εξουσία μας, είμαστε εμείς. Η ευθύνη για το τί συμβαίνει, ποιος ζει-ποιος πεθαίνει, είναι δική μας: ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ -Τέλος. Αν δεν υπάρχει -εκτός της ουσιαστικής περιφρούρησης της απεργίας που δε θα αφήνει συναδέλφους στα χέρια των αφεντικών- η στοιχειώδης εμπιστοσύνη ανάμεσά μας, εμπιστοσύνη που κατακτήθηκε μέσα από κοινές εμπειρίες αγώνα και συνάντησης στο δρόμο, τότε το επόμενο βήμα θα είναι να φωνάζουμε οι ίδιοι την αστυνομία στις πορείες, να έχει το κουμάντο και να φέρει την ευθύνη για το τί γίνεται. ΟΠΟΙΟΣ ΑΣΚΕΙ ΒΙΑ, ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΥ. Το να ασκεί κανείς βία, αδιαφορώντας για το “δίκαιό” που φέρει, φέρ&omic