Tag Archives: ακτιβισμός

Αυτοκτονίες υψηλής ταχύτητας: Edoardo Massari – Soledad Rosas, Ιταλία 28/3/1998

A nosotros nos quieren muertos
porque somos sus enemigos
y no les servimos para nada
porque no somos sus esclavos

Ci vogliono morti
perché siamo i loro nemici
e non sanno che farsene di noi
perché non siamo i loro schiavi

Όσο για μας, μας θέλουν νεκρούς
γιατί είμαστε οι εχθροί τους
και δε ξέρουν τί άλλο να μας κάνουν
γιατί δεν είμαστε οι σκλάβοι τους

Soledad


Στις 5 Μαρτίου του 1998, συνελήφθησαν στο Τορίνο τρεις αναρχικοί που έμεναν στην κατάληψη Collegno. Η κατάληψη εκκενώθηκε απ’ τις αρχές ενώ ταυτόχρονες επιχειρήσεις διεξήχθησαν και σε δυο ακόμα καταλήψεις στέγης: την Asilo που εκκενώθηκε επίσης και στην Alcova που δεν κατάφεραν να την εκκενώσουν.

Οι τρεις συλληφθέντες ήταν ο Edoardo Massari (Baleno), η Maria Soledad Rosas (Sole) και ο Silvano Pelissero. Κατηγορούνται από τον εισαγγελέα Maurizio Laudi ως δράστες ορισμένων επιθέσεων στην Val Susa, ενάντια στην κατασκευή του σιδηροδρόμου υψηλής ταχύτητας TAV.

Οι τρεις συλληφθέντες δεν αποδέχονται τις κατηγορίες. Αμέσως γεννιέται ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης ενάντια στη σκευωρία των δικαστών και της αστυνομίας, που επεκτείνεται σε πολλές πόλεις. Δεκάδες άνθρωποι απ’ αυτούς θα εκφοβιστούν, θα χτυπηθούν, θα διωχθούν δικαστικά και θα καταδικαστούν.

Τηλεοπτικά και έντυπα μέσα, δεξιά κι αριστερά, ως καλά σκυλιά της εξουσίας, θα ξεσαλώσουν καλώντας σε ποινικοποίηση των κοινωνικών κέντρων στο Τορίνο και των καταλήψεων. Οι καταλήψεις ειδικά γίνονται ο νέος εσωτερικός εχθρός που πρέπει να τσακιστεί.

Στις 28 Μαρτίου ο Edoardo Massari θα βρεθεί κρεμασμένος στο κελί του, ενώ στις 11 Ιουλίου η Soledad Rosas θα βρεθεί νεκρή με πανομοιότυπο τρόπο, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση. Τον Ιανουάριο του 1999, ο Silvano, μόνος επιζών της δίωξης Laudi, θα καταδικαστεί σε 6 χρόνια και 10 μήνες απ’ τον δικαστή Franco Giordana. Θα αφεθεί ελεύθερος τον Μάρτιο του 2002 μετά από τέσσερα χρόνια κράτησης, μετά από απόφαση του Εφετείου που αποδέχεται το αδόκιμο των κατηγοριών για “ένωση με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος” (άρθρο 270, ο ιταλικός τρομονόμος) με την οποία κατηγορούνταν οι τρεις σύντροφοι.

(στμ: για να δικαιολογηθεί η εφαρμογή του ιταλικού τρομονόμου που πρωτοχρησιμοποιήθηκε ενάντια στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, επινοήθηκε μάλιστα μια ανύπαρκτη “οικοτρομοκρατική” οργάνωση στην οποία δήθεν όλοι οι συλληφθέντες ανήκαν: οι “γκρίζοι λύκοι”. Ένα σενάριο που θα επαναληφθεί στο μέλλον πολλές φορές με πολλά διαφορετικά ονόματα φανταστικών οργανώσεων, με χαρακτηριστική περίπτωση την ORAI του θεωρήματος Marini. Το όνομα “γκρίζοι λύκοι” θα εμφανιστεί ξανά μετά την προφυλάκιση των συλληφθέντων, στην ανάληψη ευθύνης για την αποστολή παγιδευμένων πακέτων στον εισαγγελέα Laudi, και δυο πολιτικούς της αριστεράς και των οικολόγων, χωρίς να προκαλέσουν κάποια ζημιά πέρα απ’ τη σύγχυση στο ήδη καθηλωμένο απ’ την τρομοϋστερία κίνημα και τη διαίρεσή του σε “καλούς” και “κακούς”. Έτσι, όσο η καταστολή απομονώνει κι εξοντώνει μεθοδικά ανθρώπους και συντροφικές σχέσεις, οδηγώντας σ’ ακόμα δυο αυτοκτονίες, η επίσημη αριστερά με τις ιστορικές εφημερίδες της Il Manifesto, l’Unità, Liberazione, θα επιδοθεί σε ατελείωτες δηλώσεις νομιμοφροσύνης και κατασυκοφάντησης των “προβοκατόρων-ακροδεξιών-παρακρατικών” συλληφθέντων. Απ’ την άλλη ο επίσημος αναρχισμός, μέσω της FAI, της Ιταλικής Ομοσπονδίας Αναρχικών θα προτιμήσει να περιμένει τί θα δείξει η δίκη, αν και τελικά δε θα μπορέσει να συγκρατήσει τη ψυχραιμία του μπρος στις δηλώσεις του κινηματοφίλ ζεύγους Ντάριο Φο-Φράνκα Ράμε περί “όχι αναρχικών συλληφθέντων αλλά αδαών και συγχυσμένων” και μέσω της εφημερίδας του Umanità Nova θα προτρέψει τον δραματουργό να ασχολείται με τη δουλειά του και όχι με το να ορίζει ποιός είναι αναρχικός και ποιός όχι, για το οποίο έργο άλλωστε υπάρχει και η κάθε FAI.)

Σήμερα, που “έχουν προχωρήσει οι διαβουλεύσεις με την τοπική κοινωνία της Val Susa”, το έργο του TAV προχωράει ξανά. Απέναντι στα προγράμματα δισεκατομμυρίων της εξουσίας και τις βλαβερές συνέπειές τους, όταν βρίσκονται μόνο οι παράτολμοι και οι ανατρεπτικοί, καταλήγουν άσχημα. Οι νεκροί στο χώμα, οι δολοφόνοι του κράτους θα ήθελαν να ξεχάσουμε…

Τα παπούτσια της αυτοκτονίας

Πηγή: Fenix! Osservatorio Astronomico Contro la Repressione

Σχετικά: Ένα χρονολόγιο της δίωξης Marini στην Ιταλία

Ενάντια στο νέο τραίνο υψηλής ταχύτητας (TAV), Val di Susa, Ιταλία – 30/07/2011

Edoardo Massari: δολοφονία του Κράτους: αναρχικό δελτίο νο1, Μάης 1998 και

Νεώτερα για τις δίκες των αναρχικών στην Ιταλία: αναρχικό δελτίο νο7, Σεπτέμβρης 2000

Τέλος, ένα ενδιαφέρον άρθρο στα αγγλικά: Giuliani, No Tav, Sole και Baleno.

Συνέντευξη του Paul Mattick στη Lotta Continua (οικ. κρίση & επαναστατική βία), 1977

Συνέντευξη του Paul Mattick στη Lotta Continua, 1977

 

Ερώτηση: Φαίνεται πως μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο δριμείας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Ποιά είναι τα νέα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου, σε σύγκριση με εκείνην του 1930′;

Απάντηση: Η βασική αιτία της τρέχουσας κρίσης [1977] είναι η ίδια με κάθε προηγούμενη καπιταλιστική κρίση. Ωστόσο, κάθε κρίση έχει δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όσον αφορά το ξεκίνημά της, τις αντιδράσεις που προκαλεί, και το αποτέλεσμά τους. Η μεταβαλλόμενη διάρθρωση του κεφαλαίου είναι ο λόγος αυτών των ιδιαιτεροτήτων. Σε γενικές γραμμές, μια κρίση ακολουθεί μια περίοδο επιτυχούς συσσώρευσης κεφαλαίου, όπου τα κέρδη που παράγονται και πραγματοποιούνται είναι εφικτά να διατηρήσουν έναν δεδομένο ρυθμό επέκτασης. Αυτή η κατάσταση καπιταλιστικής ευφορίας απαιτεί μια ολοένα αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, αρκετά μεγάλη ώστε να αντισταθμίσει τη σχετική μείωση της κερδοφορίας που προέκυψε απ’ την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου. Το ανταγωνιστικό κι ως εκ τούτου τυφλό κυνήγι του κέρδους εκ μέρους κάθε μεμονωμένου κεφαλαίου δεν μπορεί παρά να αγνοήσει την μεταβαλλόμενη σύνθεση κεφαλαίου/εργασίας, τη σύνθεση του κοινωνικού κεφαλαίου. Η κρίση ξεσπά, όταν μια ραγδαία δυσαναλογία μεταξύ του απαιτούμενου ρυθμού κερδοφορίας του κοινωνικού κεφαλαίου και του αναγκαίου ρυθμού συσσώρευσης απαγορεύει την περαιτέρω επέκτασή του. Αυτή η υποβόσκουσα μα αψηλάφητη εμπειρικά απόκλιση έρχεται στο προσκήνιο με όρους αγορών, ως έλλειψη πραγματικής ζήτησης, κάτι που είναι μια άλλη έκφραση για την έλλειψη συσσώρευσης πάνω στην οποία συσσώρευση βασίζεται η πραγματική ζήτηση.

Οι πριν το 1930 περίοδοι ύφεσης, αντιμετωπίστηκαν με αποπληθωριστικές πολιτικές, δηλαδή, αφήνοντας τους “νόμους της αγοράς” να κάνουν τον κύκλο τους με την προσδοκία ότι αργά ή γρήγορα η φθίνουσα οικονομική δραστηριότητα θα αποκαθιστούσε την παλιά ισορροπία προσφοράς και ζήτησης κι έτσι να αναζωογονήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Η κρίση του 1930 ωστόσο, ήταν τόσο βαθυά κι εκτεταμένη που απέτρεπε μια αντιμετώπισή της μ’ αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο. Η απάντηση ήταν αυτήν τη φορά πληθωριστικές πολιτικές -δηλαδή, κυβερνητικές παρεμβάσεις στους μηχανισμούς της αγοράς, μέχρι το σημείο ενός παγκοσμίου πολέμου, ώστε να αναδιαρθρωθεί η παγκόσμια οικονομία μέσω μιας βίαιας συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, εις βάρος των πιο αδύναμων εθνικών κεφαλαίων, και μέσω της άπλετης καταστροφής κεφαλαίου τόσο σε νομισματική όσο και σε φυσική μορφή. Χρηματοδοτημένα μέσω των δημοσιονομικών ελλειμάτων, δηλαδή με πληθωριστικές μεθόδους, τα αποτελέσματα ήταν και πάλι αποπληθωριστικά, όμως σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ αυτήν που είχε επιτευχθεί ως τότε με την παθητική προσκόλληση στους “νόμους της αγοράς”. Η μακρά περίοδος ύφεσης και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, και η συνεπαγόμενη τεράστια καταστροφή κεφαλαίου, δημιούργησε τις συνθήκες για μια εξαιρετικά μακροχρόνια περίοδο καπιταλιστικής επέκτασης στις πιο προηγμένες δυτικές χώρες.

Τόσο ο αποπληθωρισμός όσο και ο πληθωρισμός οδηγούσαν μετέπειτα στο ίδιο αποτέλεσμα, σε μια νέα άνοδο του κεφαλαίου, και συνεπώς χρησιμοποιήθηκαν εναλλάξ στις προσπάθειες διασφάλισης της καινούριας οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας. Αναμφίβολα, είναι εφικτό μέσω χρηματοδότησης του ελείμματος, δηλαδή μέσω πίστωσης, να ζωογονηθεί μια στάσιμη οικονομία. Αλλά δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί ο ρυθμός κερδοφορίας του κεφαλαίου καθ’ αυτόν τον τρόπο και κατά συνέπεια να διαιωνιστούν οι συνθήκες της ευημερίας. Ήταν λοιπόν απλά θέμα χρόνου μέχρι ο μηχανισμών των κρίσεων της καπιταλιστικής παραγωγής να επιβεβαιωθεί ξανά. Είναι προφανές ότι η απλή διαθεσιμότητα πίστωσης ώστε να επεκταθεί η παραγωγή δεν αποτελεί λύση για την κρίση, αλλά μια εφήμερη αντανακλαστική πολιτική με μόνο προσωρινά “θετικά” αποτελέσματα. Αν δεν ακολουθηθεί από μια αυθεντική ανάκαμψη του κεφαλαίου, με βάση μεγαλύτερη κερδοφορία, είναι αναγκασμένη να καταρρεύσει από μόνη της. Το “Κεϋνσιανό αντίδοτο” έχει οδηγήσει απλώς σε μια νέα κατάσταση κρίσης με αυξανόμενη ανεργία και αύξοντα πληθωρισμό -και τα δυο εξίσου επιζήμια για το καπιταλιστικό σύστημα.

Η παρούσα κρίση δεν έχει φτάσει ακόμα το επίπεδο των αναταραχών που, στη δεκαετία του 1930, οδήγησαν απ’ την ύφεση στον πόλεμο. Παρά το ότι δεν μπορούν να ξεπεράσουν την τρέχουσα κρίση, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ύφεσης ανακουφίζουν σε κάποιον βαθμό την κοινωνική αθλιότητα που προκαλείται απ’ την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας. Όμως, σε μια στάσιμη καπιταλιστική οικονομία, αυτά τα μέτρα γίνονται τα ίδια παράγοντες περαιτέρω επιδείνωσης. Καθιστούν πιο δύσκολη την ανάκτηση ενός οριακού σημείου για μια νέα άνοδο. Επίσης, ο βαθμός της διεθνούς “ενσωμάτωσης” της καπιταλιστικής οικονομίας, μέσω των φιλελεύθερων εμπορικών πολιτικών και των νομισματικών συμφωνιών, υπονομεύεται σταθερά από το βάθεμα της ύφεσης. Τάσεις προστατευτισμού διαταράσσουν την παγκόσμια αγορά ακόμη περισσότερο. Καθώς η ύφεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί, παρά μόνον εις βάρος του εργαζόμενου πληθυσμού, η αστική τάξη θα πρέπει να δοκιμάσει όλα τα διαθέσιμα μέσα, οικονομικά όσο και πολιτικά, προκειμένου να υποβαθμίσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η άυξηση της ανεργίας, αν και βοηθά, δεν είναι ικανή να περικόψει αποτελεσματικά τους μισθούς και να αυξήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Τα εισοδήματα όλων των στρωμάτων της κοινωνίας πλην των καπιταλιστικών θα πρέπει να μειωθούν, η λεγόμενη κοινωνική πρόνοια να συρρικνωθεί, σε μια προσπάθεια να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου πάνω από ένα νέο όριο που θα επιτρέπει την περαιτέρω επέκταση. Αν και ένα γρήγορο ανέβασμα του πληθωρισμού έχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, είναι περιορισμένο λόγω της αύξουσας αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής και της κοινωνίας εν γένει. Ως μόνιμη πολιτική θα μπορούσε να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του συστήματος.

Ερώτηση: Σ’ αυτά τα πλαίσια, πώς βλέπετε τον ρόλο της Αριστεράς, και ιδιαίτερα του Κομμουνιστικού Κόμματος; Ποιά η έννοια του ευρωκομμουνισμού;

Απάντηση: Πρέπει να διακρίνει κανείς μεταξύ μιας “αντικειμενικά αριστεράς” στην κοινωνία, που είναι το προλεταριάτο ως τέτοιο, και της οργανωμένης αριστεράς που δεν είναι απαραίτητα προλεταριακής φύσης. Μέσα στην οργανωμένη αριστερά, σε κάθε περίπτωση στην Ιταλία, το ΚΚ κρατά την κυρίαρχη θέση. Σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή, πιθανότατα καθορίζει τις “αριστερές πολιτικές” παρά την αντίθεση άλλων οργανώσεων στα αριστερά ή τα δεξιά του. Αλλά το ΚΚ δεν είναι μια κομμουνιστική οργάνωση με την παραδοσιακή έννοια. Εδώ και καιρό έχει μετατραπεί σε έναν σοσιαλδημοκρατικό σχηματισμό, ένα ρεφορμιστικό κόμμα, που βρίσκεται σαν στο σπίτι του εντός του καπιταλιστικού συστήματος κι ως εκ τούτου προσφέρει τον εαυτό του ως μηχανισμό στήριξης. Πρακτικά, υπάρχει για να εξυπηρετεί τις αστικές φιλοδοξίες της ηγεσίας του και τις ανάγκες της γραφειοκρατίας του, μεσολαβώντας μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου προκειμένου να διασφαλίσει την τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων. Το γεγονός της μεγάλης εργατικής βάσης του είναι ενδεικτικό της ανετοιμότητας ή της απροθυμίας των εργαζομένων να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα, και του πόθου τους, αντ’ αυτού, να βολευτούν μέσα σ’ αυτό. Η ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, ενισχύει τις καιροσκοπικές πολιτικές του ΚΚ. Επειδή μια παρατεταμένη ύφεση, θα απειλούσε να τινάξει στον αέρα το καπιταλιστικό σύστημα, είναι ουσιώδες για το ΚΚ, όπως και για κάθε άλλη ρεφορμιστική οργάνωση, να βοηθήσει την αστική τάξη να ξεπεράσει τις συνθήκες της κρίσης. Κατά συνέπεια, είναι αναγκασμένοι να εμποδίζουν τις δράσεις της εργατικής τάξης που θα μπορούσαν να καθυστερήσουν, ή να εμποδίσουν μια καπιταλιστική ανάκαμψη. Οι ρεφορμιστικές και καιροσκοπικές πολιτικές τους αποκτούν έναν ανοιχτά αντεπαναστατικό χαρακτήρα μόλις το σύστημα τίθεται σε κίνδυνο από τις δραστηριότητες της εργατικής τάξης που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν εντός του καπιταλιστικού συστήματος σε συνθήκες κρίσης.

Ο “Ευρωκομμουνισμός” που πλασάρει το ΚΚ είναι άνευ νοήματος, καθώς ο κομμουνισμός δεν είναι γεωγραφική αλλά κοινωνική κατηγορία. Αυτός ο κενός όρος σηματοδοτεί  μια προσπάθεια εκ μέρους των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων να διαφοροποιήσουν τις σημερινές πολιτικές τους απ’ αυτές του παρελθόντος. Αποτελεί μια δήλωση ότι ο παλιός και ξεχασμένος στόχος του κρατικού καπιταλισμού, έχει εγκαταληφθεί προς όφελος μιας μεικτής οικονομίας του σημερινού καπιταλισμού. Ο “Ευρωκομμουνισμός” είναι ένα αίτημα για επίσημη αναγνώριση και πλήρη ενσωμάτωση στο καπιταλιστικό σύστημα, που συνεπάγεται φυσικά, μια ενσωμάτωση στα διάφορα έθνη-κράτη που απαρτίζουν την ευρωπαϊκή ζώνη. Είναι ένα αίτημα για περισσότερες “αρμοδιότητες” εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού συστήματος και των κυβερνήσεών του, και μια δέσμευση να μη διαταράξουν έναν ελάχιστο βαθμό συνεργασίας μεταξύ των καπιταλιστικών εθνών στα ευρωπαϊκά πλαίσια, καθώς και να απέχουν από κάθε είδους δραστηριότητα που μπορεί να διαταράξει τη φαινομενική συναίνεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Δε συνεπάγεται μια ριζική ρήξη με τις κρατικοκαπιταλιστικές χώρες του κόσμου, αλλά απλώς τη διαπίστωση ότι κι αυτές οι χώρες επίσης, δεν ενδιαφέρονται για την επέκταση του κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος με επαναστατικά μέσα, αλλά μάλλον για μια πλήρη ενσωμάτωση στην καπιταλιστική παγκόσμια αγορά, παρά τις υπόλοιπες κοινωνικο-οικονομικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων του ιδιωτικού και του κρατικού καπιταλισμού.

Ερώτηση: Τί δυνατότητες υπάρχουν για επαναστατική δράση, ή για δράση προετοιμασίας για μια μελλοντική επανάσταση; Ποιές δυνατότητες βλέπετε στους εργάτες, τους ανέργους, τους φοιτητές, τις ακροαριστερές ομάδες;

Απάντηση: Οι επαναστατικές δράσεις στρέφονται κατά του συστήματος ως σύνολο – για την ανατροπή του. Αυτό προϋποθέτει μια γενική αποδιοργάνωση της κοινωνίας, η οποία ξεφεύγει από κάθε πολιτικό έλεγχο. Μέχρι στιγμής, τέτοιες επαναστατικές δράσεις έχουν συμβεί μόνο σε σχέση με κοινωνικές καταστροφές, όπως αυτές που εξαπέλυσαν χαμένοι πόλεμοι και οι σχετικές οικονομικές καταρρεύσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες καταστάσεις αποτελούν και απόλυτες προϋποθέσεις για την επανάσταση, αλλά είναι ενδεικτικό του βαθμού της κοινωνικής αποσύνθεσης που προηγείται των επαναστατικών ξεσηκωμών. Η επανάσταση πρέπει να περιλαμβάνει την πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού. Δεν είναι κάποια ιδεολογία αλλά η αναγκαιότητα που θέτει τις μάζες σε επαναστατική κίνηση. Οι δραστηριότητες που προκύπτουν παράγουν τη δική τους επαναστατική ιδεολογία, δηλαδή μια αντίληψη του τί πρέπει να γίνει για να νικήσει ο αγώνας ενάντια στους υπερασπιστές του συστήματος. Προς το παρόν, οι πιθανότητες για επαναστατική δράση είναι εξαιρετικά χαμηλές, καθώς οι πιθανότητες επιτυχίας είναι πρακτικά μηδαμινές. Χαρις στις προηγούμενες εμπειρίες, οι άρχουσες τάξεις περιμένουν μια επαναστατική δραστηριότητα και έχουν εξοπλιστεί καταλλήλως. Η στρατιωτική ισχύς τους δεν απειλείται ακόμα από εσωτερική λιποταξία. Πολιτικά έχουν ακόμα την υποστήριξη των μεγάλων εργατικών οργανώσεων και της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Δεν έχουν εξαντλήσει ακόμα τους μηχανισμούς χειραγώγησης της οικονομίας, και παρά τον αύξοντα διεθνή ανταγωνισμό για τα συρρικνούμενα κέρδη της οικονομίας της εργασίας, είναι ενωμένοι παγκόσμια ενάντια στις προλεταριακές εξεγέρσεις οπουδήποτε κι αν συμβούν. Σ’ αυτό το κοινό μέτωπο βρίσκονται επίσης τα λεγόμενα σοσιαλιστικά καθεστώτα, προκειμένου να υπερασπιστούν τις δικές τους ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης.

Ενώ μια σοσιαλιστική επανάσταση σ’ αυτό το στάδιο ανάπτυξης φαίνεται κάτι παραπάνω από αμφίβολη, το σύνολο των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει η εργατική τάξη για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της διαθέτουν έναν εν δυνάμει επαναστατικό χαρακτήρα καθώς ο καπιταλισμός περνάει σε μια κατάσταση παρακμής που ενδέχεται να διαρκέσει για αρκετό καιρό. Κανείς δεν είναι ικανός να προβλέψει τις διαστάσεις της ύφεσης λόγω έλλειψης των σχετικών δεδομένων. Όμως ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική κρίση και αναγκάζεται ν’ αντιδράσει σ’ αυτήν, η αστική τάξη το κάνει με τον τρόπο της, η εργατική τάξη με αντίθετους τρόπους. Σε περιόδους σχετικής οικονομικής σταθερότητας ο αγώνας των εργαζομένων επιταχύνει τη συσσώρευση του κεφαλαίου, αναγκάζοντας την αστική τάξη να υιοθετήσει πιο αποτελεσματικούς τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, προκειμένου να διατηρήσει το απαραίτητο ποσοστό κέρδους. Οι μισθοί μπορεί να αυξάνονται μαζί με τα κέρδη, χωρίς κάτι τέτοιο να διαταράσσει την επέκταση του κεφαλαίου. Μια ύφεση όμως, φέρνει αυτήν την ταυτόχρονη (αν και δυσανάλογη) αύξηση μισθών και κερδών σ’ ένα τέλμα. Η κερδοφορία του κεφαλαίου πρέπει να αποκατασταθεί προτού η συσσωρευτική διαδικασία μπορέσει να συνεχιστεί. Η πάλη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου τώρα αγκαλιάζει την ίδια την ύπαρξη του συστήματος, προσδεδεμένο καθώς είναι στη διαρκή επέκταση. Αντικειμενικά, η κανονική οικονομική πάλη παίρνει επαναστατικές προεκτάσεις κι έτσι, πολιτικές μορφές, καθώς μια τάξη μπορεί να πετύχει κάτι μόνο εις βάρος της άλλης. Η εργατική τάξη δε χρειάζεται να αντιλαμβάνεται τον αγώνα της ως τον δρόμο προς την επανάσταση, εντός μιας κατάστασης επίμονης καπιταλιστικής παρακμής ο αγώνας της παίρνει επαναστατική χροιά, άσχετα από κάθε συνειδητοποίηση.

Φυσικά, οι εργαζόμενοι μπορεί να είναι έτοιμοι ν’ αποδεχθούν, εντός κάποιων ορίων, ένα ολοένα και μικρότερο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος, έστω και μόνο για να αποφύγουν τα δεινά μιας ανοιχτής σύγκρουσης με την αστική τάξη και το κράτος της. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να φέρει μια νέα οικονομική ανάκαμψη κι ως εκ τούτου δεν είναι αρκετό για να κάμψει την διογκούμενη ανεργία. Αυτό το χάσμα μεταξύ εργαζομένων και ανέργων, αν και αποτελεί αναγκαιότητα για το κεφάλαιο, αποβαίνει πραγματικό δίλημμα για τον καπιταλισμό, φέροντας μια σταθερά αυξανόμενη ανεργία σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας και παρακμής. Αν κάποιος επιθυμεί να προτείνει στους εργαζόμενους πώς να αντιδράσουν στο βάθεμα της κρίσης, το μόνο που θα αρκούσε να πεί θα ήταν να οργανωθούν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι άνεργοι σε οργανώσεις υπό τον δικό τους άμεσο έλεγχο, και να αγωνιστούν για τις άμεσες ανάγκες τους, ασχέτως της κατάστασης της οικονομίας και της ταξικής συνεργασίας του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια, να αγωνιστούν στην πάλη των τάξεων όπως αγωνίζεται η αστική τάξη. Το πλεονέκτημα είναι με την πλευρά της αστικής τάξης, καθώς ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από μια ισχυρότερη δύναμη, που, αρχικά τουλάχιστον, μπορεί να είναι η διαρκής διαταραχή της παραγωγικής διαδικασίας, που αποτελεί τη βάση κάθε καπιταλιστικής εξουσίας, και οι ακατάβλητες δραστηριότητες των ανέργων να πάρουν απ’ την αστική τάξη τα μέσα της επιβίωσής τους. Όσον αφορά τους ριζοσπάστες φοιτητές και τις επαναστατικές ομάδες, προκειμένου να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να διαχέονται στα κινήματα των εργαζομένων και των ανέργων. Όχι για να προπαγανδίσουν κάποιο ιδιαίτερο δικό τους πρόγραμμα, αλλά για να εκφράζουν σε κάθε περίπτωση το νόημα της επικείμενης ταξικής πάλης και τις κατευθύνσεις που πρέπει να πάρει λόγω των εγγενών νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής.

Ερώτηση: Ποιό ρόλο αποδίδετε στη βία, και συγκεκριμένα στον ένοπλο αγώνα, στη ριζοσπαστική δραστηριότητα;

Απάντηση: Δεν πρόκειται για ένα ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί αποδίδοντας στη βία έναν θετικό ή έναν αρνητικό ρόλο. Η βία είναι εγγενής στο σύστημα κι ως εκ τούτου αναγκαία τόσο για το κεφάλαιο όσο και για την εργασία. Έτσι, η αστική τάξη μπορεί να υπάρξει μόνο χάρη στην έλεγχο επί των μέσων παραγωγής, είναι λοιπόν υποχρεωμένη να υπερασπιστεί αυτόν τον έλεγχό της με μέσα όχι αποκλειστικά οικονομικά, μέσω του μονοπωλίου της επί των μέσων καταστολής επίσης. Ήδη μια άρνηση της εργασίας καθιστά την κατοχή των μέσων παραγωγής άνευ νοήματος, καθώς δεν είναι παρά η διαδικασία της εργασίας που παράγει καπιταλιστικό κέρδος. Ένας “καθαρά οικονομικός” αγώνας μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου είναι λοιπόν εκτός της συζήτησης. Η αστική τάξη θα συμπληρώνει πάντα με βία αυτόν τον αγώνα όποτε νιώθει πως η ύπαρξή του απειλεί σοβαρά την κερδοφορία του κεφαλαίου. Δεν επιτρέπει η ίδια στους εργάτες να επιλέξουν μεταξύ μή βίαιων και βίαιων μεθόδων ταξικού αγώνα. Είναι η αστική τάξη, έχοντας στα χέρια της τον κρατικό μηχανισμό, που αποφασίζει τί απ’ τα δύο θα ισχύσει σε κάθε περίπτωση. Η βία μπορεί να απαντηθεί μόνο με βία, ακόμα κι αν τα όπλα που επιστρατεύονται είναι εξαιρετικά άνισα. Δεν τίθεται θέμα αρχών εδώ, είναι απλά η πραγματικότητα της κοινωνικής ταξικής δομής.

Ωστόσο, το ζήτημα που μπαίνει εδώ είναι εάν τα ριζοσπαστικά στοιχεία στους αντικαπιταλιστικούς αγώνες θα πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία στη χρήση βίας, αντί να αφήσουν την απόφαση στην αστική τάξη και τους μισθοφόρους της. Μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις, φυσικά, που η αστική τάξη θα πιαστεί απροετοίμαστη κι όπου μια βίαιη σύγκρουση με τις ένοπλες δυνάμεις της μπορεί να οφελήσει τους επαναστάτες. Όμως ολόκληρη η ιστορία των ριζοσπαστικών κινημάτων δείχνει καθαρά πως τέτοια τυχαία συμβάντα δεν έχουν σταθερό αποτέλεσμα. Με στρατιωτικούς όρους, η αστική τάξη θα έχει πάντοτε το πάνω χέρι, εκτός εάν το επαναστατικό κίνημα πάρει τέτοιες διαστάσεις που να επηρεάζει τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, διχάζοντας ή διαλύοντας τις ένοπλες δυνάμεις του. Είναι μόνο σε συνδυασμό με τα μεγάλα μαζικά κινήματα, που διαταράσσουν ολοκληρωτικά τον κοινωνικό ιστό, που γίνεται εφικτό να αποσπάσει τα μέσα καταστολής και μαζί τους τα μέσα παραγωγής από τις άρχουσες τάξεις.

Η ματαιότητα της άνισης στρατιωτικής αντιπαράθεσης δε στάθηκε ποτέ ικανή από μόνη της να αποτρέψει τη διεξαγωγή τους. Εγείρονται ωστόσο καταστάσεις, όπου τέτοιες αντιπαραθέσεις δίνουν το έναυσμα για σπουδαιότερα πράγματα και μπορεί να οδηγήσουν σε μαζικά κινήματα, όπως είναι γενικά οι προϋποθέσεις για την επαναστατική βία. Είναι γι αυτόν τον λόγο που είναι τόσο επικίνδυνο να επιμένει κανείς πάνω στην μη-βία και να καθιστά τη βία αποκλειστικό προνόμιο της άρχουσας τάξης. Όμως εδώ μιλούμε για κρίσιμες καταστάσεις, όχι σαν αυτές που υφίστανται σήμερα [1977] στις καπιταλιστικές χώρες, κι επίσης για ευρείες και ικανώς εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις ικανές να διεξάγουν τον αγώνα τους για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Απουσία τέτοιων κρίσιμων καταστάσεων, οι δράσεις αυτές δεν είναι τίποτα παραπάνω από συλλογικές αυτοκτονίες, καθόλου ανεπιθύμητες για την αστική τάξη. Μπορεί μάλιστα να τις εκτιμήσει σε ηθικό ή αισθητικό επίπεδο, παρολαυτά δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς της προλεταριακής επανάστασης, παρά μόνο την αναζήτηση μιας θέσης στο επαναστατικό φολκόρ.

Για τους επαναστάτες είναι ψυχολογικά αρκετά δύσκολο, αν όχι απίθανο, να υψώσουν τις φωνές τους ενάντια στην μάταιη εφαρμογή της “επαναστατική δικαιοσύνης” από τερροριστικές ομάδες και άτομα. Ακόμα και ο Μαρξ, που απεχθανόταν κάθε μορφή μηδενιστικής δράσης, δεν μπορούσε να αποφύγει να συνεπαρθεί από τα τερροριστικά χτυπήματα της ρωσσικής “Λαϊκής Θέλησης”. Πράγματι, η αντι-τρομοκρατία των επαναστατικών ομάδων δεν μπορεί να αποφευχθεί απλά και μόνο αναγνωρίζοντας την ματαιότητά της. Οι δράστες της δεν κινητοποιούνται απ’ την πεποίθηση ότι οι δράσεις τους θα οδηγήσουν άμεσα στην κοινωνική αλλαγή, αλλά απ’ την ανικανότητά τους να αποδεχθούν το αδιαμφισβήτητο της διαρκούς τρομοκρατίας της αστικής τάξης. Κι απ’ τη στιγμή που θα εμπλακούν στην παράνομη τρομοκρατία, η νόμιμες τρομοκρατικές δυνάμεις θα τους αναγκάσουν να συνεχίσουν τις δράσεις τους μέχρι το πικρό τέλος. Αυτός ο τύπος ανθρώπων είναι ο ίδιος προϊόν της ταξικά διαχωρισμένης κοινωνίας και μια απάντηση στην αύξουσα αποκτήνωσή της. Δεν υπάρχει νόημα στη διαμόρφωση μιας συναίνεσης με την αστική τάξη, και την καταδίκη των δράσεών τους από προλεταριακή προοπτική. Είναι αρκετό να αναγνωρίσουμε την ματαιότητά τους και να αναζητήσουμε πιο αποτελεσματικούς τρόπους ξεπεράσματος του πανταχού παρόντα καπιταλιστικού τρόμου, μέσα από τις ταξικές δραστηριότητες του προλεταριάτου.

Ρίσκα για το κεφάλαιο: κορύφωση των εμπρησμών πολυτελών αυτοκινήτων στο Βερολίνο, 3/9/2011

Για τέταρτη συνεχόμενη νύχτα, BMW, Mercedes, Porsche και Ferrari βρέθηκαν στο στόχαστρο εμπρηστών στο Βερολίνο.  Αν και το Λονδίνο μονοπώλησε το ενδιαφέρον των εχθρών και των φίλων της εξέγερσης αυτές τις μέρες, είναι μια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που κοχλάζει -σιωπηλά προς το παρόν.

Οι New York Times σε άρθρο τους αδυνατούν να καταλάβουν γιατί γίνεται όλο αυτό (“Το Βερολίνο καίγεται, αλλά χωρίς εξήγηση“*). “Μοιάζει με τρέλλα”, αρκεί συνήθως ένα προσάναμμα για τζάκι τοποθετημένο στο λάστιχο, και μετά από λίγα λεπτά στα οποία οι δράστες μπορούν να απομακρυνθούν, το αυτοκίνητο έχει πάρει φωτιά. Ούτε μεγαλόστομες αναλήψεις ευθύνης, ούτε μυστηριώδεις οργανώσεις από πίσω**. Δυο άτομα που προσήχθησαν κουβαλώντας προσανάμματα υποστήριξαν ότι τα προορίζαν για ένα πικ-νικ. Δεν μπόρεσαν να στοιχειοθετηθούν κατηγορίες.

Η δεξιά κατηγόρησε τον τρέχοντα δήμαρχο Klaus Wowereit, υποστηριζόμενο απ’ τους σοσιαλδημοκράτες και το -πρώην κομμουνιστικό- αριστερό κόμμα, για “συμπάθεια προς τους ακροαριστερούς εξτρεμιστές που τον αποτρέπει από πλήρη εφαρμογή της ισχύος του νόμου”. Ο Wowereit έχει εκλεγεί με σλόγκαν του “κατανοώντας το Βερολίνο” ή “Το Βερολίνο που κατανοεί”. Η σοσιαλδημοκρατική διαχείριση μπορεί να καυχιέται για μια μείωση των δεικτών εγκληματικότητας, όμως οι εμπρησμοί παραμένουν. Τα φυλλάδια του υποψηφίου της συνεργασίας χριστιανοδημοκρατών και οικολόγων το θέτουν ξεκάθαρα: “πρέπει το Βερολίνο να το κατανοήσει κι αυτό;”.

Με τις δημοτικές εκλογές στις 18 Σεπτέμβρη, η αστυνομία έχει θέσει το πρόβλημα στις άμεσες προτεραιότητές της. Mε 150 αστυνομικούς ειδικά για τους εμπρησμούς, και την υποστήριξη της ομοσπονδιακής αστυνομίας, δυο ελικόπτερα με υπέρυθρες κάμερες, δεν παύει να διοχετεύει στα ΜΜΕ μια φημολογία για χρήση εθελοντών κατοίκων σε άοπλες περιπολίες.

Η Γερμανία θα μειώσει λόγω περικοπών τον αριθμό των αστυνομικών από 260.000 σε 250.000, και σύμφωνα με τα λόγια του γενικού διευθυντή της, Reiner Wendt: “τώρα θα χρειαστούμε περισσότερους υπαλλήλους με πολιτικά στους δρόμους, αλλά και σκληρότερες ποινές για κάθε παραβάτη“.

Απ’ το 2005 ήδη έχει ξεκινήσει μια έρευνα με στόχο τη συλλογή στοιχείων. Το 2009 οι εμπρησμοί κορυφώθηκαν -401 περιπτώσεις- ενώ πέρυσι έφτασαν τα 250 οχήματα. Φέτος, μέχρι σήμερα μόνο 368 αμάξια έχουν πυρποληθεί, προκαλώντας ζημιές και σε 150 ακόμα, που βρίσκονταν παρκαρισμένα δίπλα τους. Σχεδόν κάθε βράδυ προστίθεται κι ένα περιστατικό.

Η αστυνομία αποδίδει σ’ ένα 40% αυτών “πολιτικό κίνητρο”, το οποίο στοιχειοθετεί συνήθως βάσει τοποθεσίας (οι παραδοσιακά προλεταριακές γειτονιές του Kreuzberg ή του Friedrichshain που πλέον αναπλάθονται σε μεσοαστικές ζώνες κατοικίας ή διασκέδασης, τα art nouveau δρομάκια του Mitte και του Prenzlauer Berg που έχουν γίνει πεδίο μάχης μεταξύ νεόπλουτων αγοραστών, φτωχών παλιών κατοίκων αλλά κι ενός μεσοαστικού στρώματος που συμπιέζεται ανάμεσά τους), ή πολυτέλειας (όσο πιο ακριβό το όχημα, τόσο πιο “πολιτική” θεωρείται η πυρπόλησή του). Κάποιοι εμπρησμοί αποδίδονται σε απλούς βανδαλισμούς, ενώ δεν λείπουν και οι ασφαλιστικές απάτες ή και προσωπικές έριδες.

Η αστυνομία του Αμβούργου, όπου εμφανίζει τελευταία μια ανάλογη δραστηριότητα, όπως και στο Ντίσελντορφ κι αλλού, προειδοποιεί πως ακόμα και η απλή αναφορά των εμπρησμών από τα ΜΜΕ, δημιουργεί αλυσιδωτά μιμητικές πράξεις (copycat).

Από το 1989, με την πτώση του Τείχους που χώριζε το Βερολίνο σε Ανατολικό και Δυτικό, τεράστια κεφάλαια ρίχτηκαν σε περιοχές του Ανατολικού Βερολίνου, αναμορφώνοντάς τες. Οι γκαλερί, τα καφέ και τα εμπορικά κέντρα αντικαθιστούν τα φθηνά διαμερίσματα και τις αποθήκες, τα ενοίκια και το κόστος διαβίωσης εκτινάσσονται (στο πρώην “Ανατολικο” Prenzlauer Berg το 60% των παλιών κατοίκων αναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους), η αστυνόμευση εντατικοποιείται στην περιφρούρηση της κερδοφορίας. Η ειρωνία είναι, ότι η ίδια η ανάπλαση [gentrification] έχει τελικά οδηγήσει τα μέρη που αποτέλεσαν πόλο έλξης της, όπως το Bierhimmel στην Oranienstraße (Kreuzberg) στο κλείσιμο, λόγω αδυναμίας καταβολής των αυξανόμενων ενοικίων. Χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής αντίφασης, τα στοιχεία που καθιστούσαν ελκυστική μια περιοχή -χαμηλό κόστος διαβίωσης, χαλαρότητα, διαφορετική χρήση του χώρου πχ γκράφιτι κλπ- εξαφανίζονται προκειμένου να “αξιοποιηθούν” και μόλις αυτός ο κύκλος κατανάλωσης-καταστροφής κλείσει, οι επενδυτές “αναδεικνύουν” την επόμενη in γειτονιά. Στο μεταξύ, οι παλιοί κάτοικοι εκτοπίζονται στα προάστια του Βερολίνου, τα οποία μετατρέπονται με ανησυχητικούς ρυθμούς σε παραγκουπόλεις***.

Απ’ τη χωροταξία των εμπρησμών διακρίνεται μια μετακίνηση απ’ τις παραδοσιακές Ανατολικές περιοχές καταλήψεων και χαμηλών εισοδημάτων που δέχθηκαν την πρώτη εισβολή της ανάπλασης τη δεκαετία του ’90 (Kreuzberg, Mitte, Lichtenberg) προς τα δυτικά, σε περιοχές όπως το κυριλέ Charlottenburg ή το Spandau. Όμως δεν είναι μόνο οι πλούσιοι που δεν μπορούν να παρκάρουν ξένοιαστα το αυτοκίνητό τους που ανησυχούν γι αυτό το πρακτικό αντικίνητρο στην επένδυσή τους. Η ακροδεξιά κάνει λόγο για επιστροφή στα χρόνια των Μπάαντερ-Μάινχοφ και καλεί σε σκληρότερα μέτρα αστυνόμευσης, εκπροσωπώντας επάξια το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στον τομέα της ασφάλειας, απ’ όπου προέρχονται και τα περισσότερα στελέχη της.

Για τον Rucht, έναν καθηγητή του Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών του Βερολίνου, η μέθοδος της πυρπόλησης οχημάτων πιθανότατα προέκυψε ως αντιγραφή από τα προάστια της Γαλλίας, οι εμπρηστές των οποίων φαίνεται να έχουν πολλούς συμπαθούντες στο Βερολίνο, όπου το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών αυξάνεται γρηγορότερα απ’ ότι αλλού, αλλά κι όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι “περίπου οι μισοί ακτιβιστές της χώρας” και όχι μόνο. Η Aysun, μια τουρκάλα μετανάστρια θα πει σ’ έναν δημοσιογράφο****: “δε συμφωνώ με τους εμπρησμούς αλλά μπορώ να τους καταλάβω. Η απόσταση μεταξύ πλουσίων και φτωχών αυξάνει ολοένα και περισσότερο. Καταλαβαίνω κάπως την οργή“. Σύμφωνα με μια έρευνα του Johannes Becker, για το πανεπιστήμιο του Marburg*****, “το 40% των γερμανών νέων είναι χωρίς απολυτήριο λυκείου ή δουλειά με μισθό“.

Η επίδειξη ιδιωτικού πλούτου με την μορφή του κατ’ εξοχήν συμβόλου του, δεν είναι παρά μια μικρή χειρονομία ταξικής βίας που συνοδεύει την μεταφορά -με αστυνομική συνοδεία- της γενιάς αυτής στις παραγκουπόλεις-αποθήκες του επιπλέοντος εργατικού δυναμικού.

Σημειώσεις:

* http://www.nytimes.com/2011/08/25/world/europe/25germany.html

** υπήρξαν φυσικά ορισμένες εξαιρέσεις, όπως η MG (http://einstellung.so36.net/en/mg/chronology) ή η Bewegung für Militanten Widerstand (με το σαρκαστικό ακρωνύμιο BMW) που ανέλαβε την ευθύνη για 8 εμπρησμούς το 2009.

*** http://www.spiegel.de/international/germany/0,1518,748532,00.html

**** http://www.huffingtonpost.com/david-dagan/in-berlin-cars-burn-as-ne_b_549147.html

***** http://www.bloomberg.com/news/2011-08-16/luxury-cars-burned-in-berlin-protests.html

Σύνδεσμοι:

Χαρτογράφηση των εμπρησμών οχημάτων στο Βερολίνο: http://www.brennende-autos.de/

Καταγραφή ενεργειών άμεσης δράσης:  https://directactionde.ucrony.net/en

Neil Smith: Gentrification in Berlin and the Revanchist State http://einstellung.so36.net/en/ps/524

Η στρατηγική λογική της διαρκούς συγκρουσιακότητας

Η στρατηγική λογική της διαρκούς συγκρουσιακότητας

Η πρακτική της οργανωμένης εκτός νόμου αντιπαράθεσης με το κράτος από την επαναστατική μειοψηφία, είτε διεξάγεται στο επίπεδο της εμπέδωσης της μαζικής αγωνιστικότητας σε δημόσιες κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις και εκστρατείες επαγρύπνησης, είτε της παράνομης χαμηλής έντασης μαχητικότητας μικρών ομάδων είτε του ένοπλου στρατιωτικού αγώνα της αντάρτικου πόλης, δεν αποτελεί από μόνη της μια ικανή συνθήκη ρήξης με την αναπαραγωγή της σχέσης Κεφάλαιο.

Το επαναστατικό κύμα του 1917-21 έχοντας ανάγκη τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως πυροκροτητή, έχοντας προκύψει από τις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ήταν στην καλύτερη περίπτωση μια έμμεση συνέπεια της προπολεμικής εντατικοποίησης της ταξικής πάλης.

Η Κινεζική λαϊκή επανάσταση μεταξύ 1911 και 1949 ήταν μια συνάρτηση της ταραχώδους διείσδυσης της εμπορευματικής οικονομίας και της παγκόσμιας αγοράς σε μια αγροτική κοινωνία, και της αποτυχία των παλιών κυρίαρχων τάξεων να αναπτύξουν οι ίδιες έναν αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιάζονται αλλά το καίριο σημείο είναι ότι οι επαναστατικές εκρήξεις είναι προϊόν των εσωτερικών δομικών αντιφάσεων της σχέσης κεφάλαιο και της επίδρασής της στις υλικές συνθήκες ζωής των προλεταριοποιημένων μαζών. Όχι ένα δημιούργημα της θέλησης μιας τολμηρής και θαρραλέας μειονότητας.

Η αποδοχή της εγκυρότητας μιας τέτοιας υλιστικής και ντετερμινιστικής προοπτικής και κατ’ επέκτασιν του ότι η ιστορική αλλαγή καθοδηγείται από τις μεταβολές στις υλικές συνθήκες ζωής των μαζών και δεν παράγεται από την αποφασιστικότητα λίγων κι ακόμα λιγότερο απ’ τη δίψα για ελευθερία μερικών εκ μέρους της πλειοψηφίας: Τί ρόλος μένει τότε για τις πρακτικές της σύγκρουσης και της επίθεσης από μεριάς της επαναστατικής μειοψηφίας σε αντεπαναστατικούς καιρούς;

Σίγουρα δεν μπορεί να βασίζεται σε μια ηθική ή αισθητική δικαιολόγηση.

Η “ομορφιά” του αγώνα δεν είναι στρατηγική και ζέχνει ναρκισσισμό. Όσο για το “ηθικό χρέος” της αντίστασης, το να βασίζει κανείς την πρακτική του σε μια ανάγκη για ηθική κάθαρση του ατόμου σημαίνει να αρνείται εντελώς την πολιτική σφαίρα. Καταδικάζει έτσι κανείς τον εαυτό του σ’ ένα προσωπικό ψυχόδραμα που μπορεί να εκδηλωθεί τόσο ως απόλυτος πασιφισμός όσο και ως απερίσκεπτη βία.

Δεν αναγνωρίζουμε καμμιά ηθική υποχρέωση να αντισταθούμε. Μόνο την ιστορική υποχρέωση να νικήσουμε.

Και σύμφωνα με μια τέτοια υλιστική και στρατηγική προοπτική, ποιοί είναι οι σκοποί της διατήρησης μιας κατάστασης διαρκούς συγκρουσιακότητας μεταξύ του κράτους και της επαναστατικής μειοψηφίας της τάξης;

Η απάντηση είναι απλή, όταν οι καπιταλιστικές σχέσεις βυθίζονται στην κρίση ως αποτέλεσμα αντικειμενικών δομικών παραγόντων, η επανάσταση και η κομμουνιστικοποίηση δεν παράγονται αυτόματα ούτε γενικεύονται αυθόρμητα.

Μόνο εάν ένα κομμάτι της τάξης έχει οργανωθεί το ίδιο γύρω απ’ το κομμουνιστικό πρόγραμμα κι έχει αναπτυχθεί ως συνεκτική μάχιμη δύναμη όλα αυτά τα χρόνια και τις δεκαετίες της πολιτικής ζωής (μια ανάπτυξη που γίνεται δυνατή μόνο διαμέσου της σύγκρουσης με το κράτος και της εντατικοποίησης των καθημερινών κοινωνικών αγώνων), μπορούν αυτές οι αναπόφευκτες στιγμές ευκαιρίας να πιαστούν απ’ τον λαιμό.

Η επαναστατική μειοψηφία αναπτύσσει την μαζική βάση της και διαχέει μια προλεταριακή ανταγωνιστική προοπτική σ’ ολόκληρη την κοινωνική ζωή μέσω μιας διαδικασίας συσσώρευσης δυνάμεων στο πεδίο της διαρκούς σύγκρουσης.

Αυτή η συσσώρευση καρποφορεί στο σημείο της σύγκλισης με την αντικειμενική δομική κρίση του συστήματος. Εάν η προπαρασκευαστική συσσωρευτική εργασία δεν έχει γίνει, η στιγμή θα χαθεί.

Έτσι, η πρακτική της διαρκούς συγκρουσιακότητας οικοδομεί την πολιτική τάξη και γενικεύει τη συνείδηση της ταξικής πόλωσης που δημιουργεί τις δυνάμεις που είναι απαραίτητες προκειμένου να αδράξουν την ευκαιρία, τη στιγμή της δομικής κρίσης.

Η συνέχεια του κόμματος ως ιστορική και υλική δύναμη μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο μέσω της συνέχειας μιας οργανωμένης μαζικής δράσης σε κάθε επίπεδο του αγώνα. Δεν είναι απλά ζήτημα προσηλυτισμού και θεωρητικής παραγωγής.

*

[Τροφή για σκέψη. από: http://signalfire.org/?p=9549]

Το FBI, ένας χαφιές, δυο ακτιβιστές κι ένας εμπρησμός στο Austin, 3/2011

Ενα πολύπλευρα ενδιαφέρον άρθρο απ’ την εφ. Texas Observer (link), για όσων το στομάχι αντέχει (μιας και τα ανά τον πλανήτη μπανταμπούμ πολλοί ηγάπησαν…) την αποκαρδιωτική αμερικανική κοινωνική, πολιτική και προσωπική νηπιακότητα που αντιστοιχεί στο καθηλωμένο επίπεδο του ταξικού αγώνα στη χώρα αυτή τα τελευταία 40 χρόνια και τη συνακόλουθη κατάρρευση κάθε συλλογικής συνείδησης, γνώσης, εμπειρίας, αυτοσεβασμού, και την ολοκληρωτική υπαγωγή του πληθυσμού στην καπιταλιστική αναπαραγωγή και στην αστυνομική λογική της. Μερσί στον Γ. για την υπόδειξη του άρθρου.


Οι Brad Crowder και David McKay στη διαδήλωση ενάντια στο RNC, το 2008

Μετά από σχεδόν τρία χρόνια ερευνών, σχετικά με τον εμπρησμό της κυβερνητικής έπαυλης, το Τμήμα Δημοσίας Ασφαλείας (ΤΔΑ) του Τέξας έδωσε μια συνέντευξη τύπου τον προηγούμενο μήνα για να ανακοινώσει ένα σημαντικό εύρημα. ο επικεφαλής του ΤΔΑ Steve McCraw διηγήθηκε πώς το ΤΔΑ ξόδεψε ώρες ολόκληρες παρακολουθώντας βίντεο από κάμερες ασφαλείας και βρήκε ίχνη ενός υπόπτου που από ένα λευκό SUV έβγαζε φωτογραφίες της έπαυλης στις 3πμ, τέσσερις ημέρες πριν τον εμπρησμό. Το ΤΔΑ υποστήριξε πως ο ύποπτος διεξήγαγε προ-επιχειρησιακή παρακολούθηση του στόχου (pre-op surveillance) προκειμένου να εντοπίσει τη θέση των καμερών ασφαλείας. Παρόλο που το βίντεο δεν ήταν αρκετά καλής ποιότητας ώστε να αναγνωριστούν οι πινακίδες του οχήματος, τα όργανα της τάξης εντόπισαν τελικά τον ιδιοκτήτη του SUV. Ο McCraw ανακοίνωσε απειλητικά: το ΤΔΑ είχε “εντοπίσει στοιχεία που συνδέουν άμεσα τα άτομα στο λευκό SUV με μια αναρχική ομάδα του Austin που είχε συσχετισθεί με τις επιθέσεις στο Συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων τον Σεπτέμβρη του 2008 με κοκτέιλ μολότωφ”.

Πέρασα το πρώτο εξάμηνο του 2009 ερευνόντας το συμβάν στο Συνέδριο, για μια ραδιοφωνική εκπομπή στο This American Life. Η ιστορία επικεντρώνεται γύρω απ’ τον αμφιλεγόμενο πληροφοριοδότη του FBI Brandon Darby, ο οποίος κατέδωσε τους δυο κατόχους των μολότωφ, τον Brad Crowder Και τον David McKay. Το θεώρημα του McCraw -ότι μια οργανωμένη ομάδα αναρχικών του Austin συνωμοτούσε με σκοπό την τοποθέτηση βομβών στο Συνέδριο- δεν στέκει βάσει της έρευνάς μου, πολύ δε περισσότερο σε σχέση με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη του McKay.

Δεν είναι απίθανο κάποια απομονωμένη ριζοσπαστική ομάδα να ευθύνεται για τον εμπρησμό της κυβερνητικής έπαυλης. Όμως ο αφηρημένος τρόπος που το ΤΔΑ παρουσίασε τα στοιχεία του και ο τρόπος που κυκλοφόρησε η είδηση δείχνουν πως η ιστορία για τους βομβιστές του Ρεπουμπλικανικού Συνεδρίου (RNC) είναι ένα μηντιακό τεστ Rorschach (στμ: το γνωστό τεστ με τις λογαριθμικές ζωγραφιές που θυμίζουν πεταλούδες, που χρησιμοποιούν οι ψυχίατροι για να εξετάσουν την προσωπικότητα και τη συναισθηματική λειτουργία των πελατών τους). Ο καθένας βλέπει σ’ αυτό ό,τι θέλει να δει ο ίδιος.

Για πολύ κόσμο, ειδικά τους ακροδεξιούς ειδήμονες, το γεγονός ότι οι Crowder και McKay έφεραν κοκτέιλ μολότωφ σ’ ένα γεγονός όπως το Συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων αποτελεί από μόνο του και απόδειξη της εγχώριας τρομοκρατικής απειλής που κρύβεται στη ριζοσπαστική αριστερά. Η επίσημη ανακοίνωση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος εξέθρεψε αυτή τη φιλολογία. Εάν η ομοσπονδιακή υπηρεσία τελικά συλλάβει έναν ακτιβιστή του Austin, η σύλληψη θα “τραβηχθεί απ’ τα μαλλιά” για να επικυρώσει έναν τέτοιο φόβο. Τα λόγια του McCraw ωστόσο, ήταν σκόπιμα ασαφή -δήλωσε ότι υπάρχουν άτομα που σχετίζονται με μια ομάδα, που σχετίζεται με μια επίθεση. Δεν αποσαφηνίζει με ποιόν τρόπο γίνεται αυτή η “συσχέτιση”. Η δήλωση του ΤΔΑ υπέβαλε πολλούς δημοσιογράφους σ’ ένα είδος “σπασμένου τηλεφώνου”. Έτσι, η Austin American-Statesman ανέφερε ότι ο McCraw είπε πως “ένας απ’ τους συλληφθέντες για την υπόθεση της Μιννεσότας είχε ταυτοποιηθεί μ’ έναν απ’ τους επιβαίνοντες στο τζηπ”. Αυτό φυσικά, απέχει απ’ τα όσα πραγματικά είπε ο McCraw. Έχοντας παρακολουθήσει την υπόθεση απ’ το ξεκίνημά της, θα έμενα έκπληκτος εάν ο McKay και ο Crowder ήταν πραγματικά οι κατά συρροή εμπρηστές.

Οι McKay και Crowder μεγάλωσαν μαζί στο Midland. Ο McKay ασχολούνταν με τις καλές τέχνες, ενώ ο Crowder ήταν πιο πολιτικοποιημένος. Οι δυο τους δέθηκαν μεταξύ τους καθώς, όπως το θέτει ο McKay, “και οι δυό απεχθανόμαστε τόσο πολύ το Midland”. Ξεκίνησαν να εργάζονται πάνω σ’ ένα ντοκυμαντέρ για το Midland και την παιδική ηλικία του George W. Bush, το οποίο δεν ευοδώθηκε. Τελικά, ο McKay μετακόμισε στο Austin, όπου ζούσε η μητέρα του, αλλά επέστρεψε στο Midland τον Ιούνη του 2006 για να λάβει μέρος στην πρώτη του διαδήλωση, ενάντια σε μια πορεία της Ku Klux Klan. Σύμφωνα με τον McKay, κάποιος έβγαλε τον κώλο του προς την KKK, και πάνω στον πανικό που ακολούθησε, η αστυνομία επιτέθηκε με το τάζερ σ’ έναν φίλο του. “Οπότε τρέχω καταπάνω του και τον τραβώ πίσω” θυμάται, “είναι εντελώς αναίσθητος, και πάνω που αποκτά τις αισθήσεις του, κοιτάζω προς τα κάτω να τον δω, και με χτυπάνε με το τάζερ”.

Ο McKay συλλαμβάνεται και ρίχνεται στη φυλακή. Λέει ότι οι μπάτσοι τον κακοποιούσαν και τον εκφόβιζαν με απειλές όπως “είσαι κωλόφαρδος που δε σε σκοτώσαμε στο ξύλο”, ή “πώς ήταν το τάζερ; σ’ άρεσε;”. Επρόκειτο για εντελώς απαξιωτικούς βλαχόμπατσους, του στυλ καουμπόυ που μασάει καπνό, πετώντας μαλακίες όπως “θα σε κυνηγάμε με το λάσσο σα γουρούνι”.

Τελικά οι κατηγορίες καταρρίφθηκαν, αλλά ο McKay διηγείται πως η εμπειρία τον σημάδεψε με μια ανεξίτηλη καχυποψία απέναντι στην εξουσία.

Πολύ σύντομα, αυτός και ο Crowder μετακόμισαν στο Austin. Στις αρχές του 2008, ο Crowder προσκάλεσε τον McKay σε μια εκδήλωση στο MonkeyWrench Books, η οποία έμελλε ν’ αλλάξει τις ζωές τους. Μια ομάδα από την Μιννεσότα ονομαζόμενη Επιτροπή Υποδοχής του Ρεπουμπλικανικού Συνεδρίου ήταν εκεί, “στρατολογώντας” ακτιβιστές για να “μπλοκάρουν το συνέδριο” κλείνοντας δρόμους και επιστρατεύοντας μια “ποικιλομορφία τακτικών” (diversity of tactics).

Έτυχε να εμφανιστεί ακόμα ένας γνωστός ακτιβιστής του Austin, ο Brandon Darby στη συνάντηση. Αυτός προσφέρθηκε να βοηθήσει με τις προσπάθειες στο Austin. Ο Darby είχει χτίσει μια φήμη γύρω απ’ τ’ όνομά του μετά την επιτηδευμένα τσαμπουκαλίδικη πολιτική του στο ζήτημα της Νέας Ορλεάνης μετά τον τυφώνα Κατρίνα, όπου συμμετείχε στο θεμέλιωμα ριζοσπαστικής ομάδας αλληλοβοήθειας, της Common Ground, που θα στεφόταν από αξιοσημείωτη επιτυχία.

Ο Darby βρέθηκε στη συνάντηση αυτήν ως χαφιές. Ήδη δούλευε για το FBI. Όταν άκουσε να γίνεται λόγος για “ποικιλομορφία τακτικών”, αυτό τον ανησύχησε. “Είναι ένας κοινός όρος που χρησιμοποιείται στους ριζοσπαστικούς αριστερούς κύκλους για να συνυποδηλώσει τον εμπρησμό”, λέει.

Οι Crowder και McKay νιώθοντας ότι το Συνέδριο των Ρεπουμπλικανών θα τους έδινε την ευκαιρία να διαδηλώσουν την αντίθεσή τους προς το κατεστημένο δικομματικό κοινοβουλευτικό σύστημα, με επίκεντρο της οκταετή θητεία του George Bush. Σύμφωνα με τον Darby, σχημάτισαν μια ομάδα προετοιμασίας για το συνέδριο. Έτσι, δημιουργήθηκε η “Αναρχική Ομάδα Austin” από τους Darby, Crowder και McKay.

To FBI είχε δώσει οδηγίες στον Darby να γίνει μέλος της ομάδας αλλά χωρίς να αναλάβει ηγετικό ρόλο. Ο Darby ήταν 32 ετών, ενώ οι Crowder και McKay ήταν λίγο πάνω από 20. Ο Darby είχε εξοικειωθεί κάπως με τη χειραγώγηση νεαρών ακτιβιστών στην Common Ground, οπότε δε χρειάστηκε να υποδυθεί κάποιον άλλο χαρακτήρα πέραν του παλιού εαυτού του. Σύμφωνα με τις αναφορές του FBI για τον Darby όπως εμφανίστηκαν στη δικογραφία του McKay, φέρεται να έλεγε στους Crowder και McKay ότι ήταν “τοφου-φάγοι που έπρεπε να σκληρύνουν”, λέγοντας ότι ο ίδιος θα πάει στο Συνέδριο για “να γαμήσει τα πάντα”, καυχώμενος μάλιστα πως “κάθε ομάδα που είμαι εγώ μέσα θα είναι επιτυχημένη”.

Ο Darby λέει πως αυτή του η συμπεριφορά στόχευε στο να γίνει δεκτός απ’ την ομάδα. “Η αρχική μου αντίδραση προς αυτόν και τον Brad ήταν σε φάση “Θα πρέπει να βρω έναν τρόπο να πιάσω αυτά τα παιδιά και να τους πώ ότι οι άνθρωποι που σχετίζονται μαζί τους είναι απλά ηλίθιοι, έτσι; Αλλά απ’ την άλλη, δεν ήταν αυτός ο ρόλος μου εμένα”.

Ο Crowder λέει πως ο Darby τους εξωθούσε να είναι “προετοιμασμένοι να πολεμήσουν για τα ιδανικά τους”. Λέει επίσης ότι ο Darby έμοιαζε συχνά μ’ έναν σοφό μέντορα. “Μια φορά με πήρε τηλέφωνο: Brad, δε ξέρω πως να στο πω, αλλά μου θυμίζεις τον εαυτό μου όταν ήμουν στην ηλικία σου, νομίζω έχεις πολύ σημαντικά πράγματα μπροστά σου”, ανακαλεί ο Crowder. “Την εποχή εκείνη μου φάνηκε κάπως περίεργο αλλά επίσης cool, καθώς οι άλλοι άνθρωποι που προσπαθούσα να μάθω πράγματα απ’ αυτούς ήταν γενικά πολύ πιο συγκαταβατικοί”.

Το αρχικό σχέδιο δεν είχε τίποτα να κάνει με κοκτέιλ μολότωφ. Στους μήνες που προηγήθηκαν του Συνεδρίου, οι Crowder και McKay, έφτιαξαν δεκάδες ασπίδες από βαρέλια, τα οποία υπέθεσαν ότι θα χρησιμεύσουν στην απώθηση μπάτσων. Στις 8 Ιούνη, κάποιος έβαλε φωτιά στην Έπαυλη του Κυβερνήτη. Οι Crowder και McKay είχαν ήδη έναν ανοιχτό φάκελο στο FBI, από τον πληροφοριοδότη του.

Μερικές μέρες πριν φύγουν για το St. Paul, οι Crowder, McKay και Darby βρέθηκαν με άλλους πέντε διαδηλωτές. Νοίκιασαν μαζί ένα βαν με τρέιλερ για τα εφόδια όπως ασπίδες, κράνη, αντιασφυξιογόνες μάσκες και πρώτες βοήθειες. Περισσότερο έμοιαζε με καραβάνι ακτιβιστών δηλαδή, παρά με μια οργανωμένη ομάδα. “Το μόνο κοινό που είχαμε ήταν ότι θέλαμε όλοι να πάμε εκεί”, λέει ο Crowder. “Αν θέλεις να μάθεις ποιός ήταν ο σκοπός μας, θα πρέπει να ρωτήσει το κάθε άτομο ξεχωριστά, ο σκοπός μας ήταν να πάμε εκεί, να χωριστούμε και να κάνει ο καθένας τα δικά του”.

Τα περισσότερα τέτοια καραβάνια τείνουν να είναι απόλυτα διαλλακτικά, ωστόσο αυτό έμοιαζε περισσότερο με εκδρομή δυσλειτουργικής οικογένειας, με τα παιδιά να τσακώνονται στο πίσω κάθισμα. Μια απ’ τους συνταξειδιώτες, μια νεαρή γυναίκα ονόματι Sasha που δεν επιθυμεί να δημοσιευθεί το επίθετό της, είχε μόλις έρθει στο Austin και δε γνώριζε κανέναν απ’ την ομάδα. Η ατμόσφαιρα την εξέπληξε. “Δεν ήμουν συνηθισμένη σ’ όλη αυτήν την ματσό, αρρενωπή ενέργεια, και μου έκανε εντύπωση”, λέει.

Οι Darby και McKay βρίσκονταν συνεχώς σε αντιπαράθεση. Ο Darby ήταν οργισμένος που ο McKay είχε φέρει έναν υπνόσακκο γεμάτο τρίχες γάτας χωρίς να τον ενημερώσει γι αυτό. Ο Darby είναι αλλεργικός στις γάτες, αλλά τελικά κατέληξε να κοιμάται στον υπνόσακκο. Αργότερα, ο Darby ήθελε να κατουρήσει, αλλά ο McKay που οδηγούσε, δεν ήθελε να κάνει στάση. Σύμφωνα με τη Sasha και τον McKay, o Darby απείλησε να τραβήξει τα κλειδιά απ’ την μηχανή. Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε έτσι, όταν ο McKay τελικά έκανε μια στάση σ’ ένα χωράφι με καλαμπόκια ώστε να κατουρήσει ο Darby. “Πίστευα ότι θα δούμε να παίζουν μπουνιές μέσα στα καλαμπόκια δυο υποτιθέμενοι σοβαροί αναρχικοί”, λέει η Sasha.

Ο Crowder λέει ότι άρχισε να απομακρύνεται από τον Darby, “απ’ τη στιγμή που απείλησε ότι θα τρακάρει το όχημα κλπ” λέει ο Crowder “άρχισα να νιώθω πολύ άβολα μαζί του”.

Ο McKay λέει πως δεν τα πήγαινε καλά με κανέναν εκτός απ’ τον Crowder: “δεν είμαι και πολύ πολιτικά σκεπτόμενο ον” λέει “και δεν τα πήγαινα καλά με την πολιτική ορθότητα, με είχανε κατηγορίσει μισογύνη 20 φορές απλά επειδή ήμουν ο εαυτός μου. Μου φαινόταν ότι όλοι απλά προσπαθούσαν να  στριμωχθούν σε μια ταυτότητα”.

Τα πράγματα οξύνθηκαν όταν οι πέντε απ’ το Austin κατέβηκαν στο St. Paul. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χορήγησε στο St. Paul 50 εκατομμύρια δολλάρια προκειμένου να διασφαλίσει το Συνέδριο. Οι αρχές πραγματοποίησαν επιχειρήσεις “σκούπες” με εισβολές σε σπίτια ακτιβιστών που σχετίζονταν με την Επιτροπή Υποδοχής πριν καν το Συνέδριο αρχίσει. Η παρουσία του Darby στο βαν διαβεβαίωνε ότι η ομάδα είναι υπό έλεγχο. Οι ακτιβιστές άφησαν το τρέιλερ σ’ ένα σπίτι ώστε να μην τραβούν την προσοχή, όμως μπαίνοντας στην πόλη, τους σταμάτησαν αστυνομικοί με τα όπλα προτεταμένα. Κατέβασαν τους πάντες απ’ το όχημα και τους έριξαν στο έδαφος πριν τους αφήσουν τελικά να φύγουν. Αργότερα, όταν η ομάδα επέστρεψε στο τρέιλερ, βρήκαν ότι έλειπαν οι ασπίδες τους και τα υπόλοιπα εφόδια. Τα είχε αφαιρέσει η αστυνομία, αλλά χωρίς να εξηγήσει την πράξη της, ούτε να τους “τρέξει” νομικά.

Μετά την κλοπή των ασπίδων τους, οι Crowder και McKay αποφάσισαν να φτιάξουν κοκτέιλ μολότωφ για αντίποινα. “Όταν φτάσαμε εκεί, η κατάσταση έβραζε”, λέει ο Crowder. “Η αστυνομία παράβαινε τον νόμο παντού και με κάθε αφορμή. Παρέβησαν τον νόμο όταν άνοιξαν το τρέιλερ, όταν μας έψαξαν με τα πιστόλια στο πρόσωπο. Η ατμόσφαιρα προσιδίαζε με στρατιωτική πολιορκεία. Και ο Brandon Darby εξασκώντας την επιρροή του, μας ενθάρρυνε να ανεβάσουμε τον πήχυ. Έτσι, υπήρχε μια συμβολή των διαφορετικών ροπών και της ιδιαίτερης οργής και της δυσανασχέτησής μας, που μας οδήγησαν να πάρουμε μια λάθος απόφαση. Σκεφτήκαμε ότι η αστυνομία θέλει να το πάει στα άκρα, και δεν επρόκειτο να το υποστούμε έτσι. Θα στεκόμασταν στο ύψος μας εδώ και τώρα. Ήταν περισσότερο μια συναισθηματική παρόρμηση”.

Οι δυο τους προμηθεύτηκαν τα αναγκαία από ένα Walmart κι ένα βενζινάδικο. Μέσα σε μερικές ώρες πήγαν στο μπάνιο, γεμίζοντας με βενζίνη μπουκάλια κρασιού. Ο Crowder λέει ότι η παρασκευή των μολότωφ ήταν ανατριχιαστική, λόγω του ισχυρού συμβολισμού τους ως επαναστατικό εργαλείο. “Είναι μια κατηγορηματική ρήξη με τη θεσμική κοινωνία”, λέει, “με τις ασπίδες, ήμασταν πάλι παράνομοι, όμως ακόμα στα πλαίσια της μη-βίαιης αντίστασης. Οι μολότωφ απ’ την άλλη, είναι ένα φλεγόμενο κωλοδάχτυλο στη θεσμική κοινωνία”.

“Δεν υπάρχει μέση λύση με τις μολότωφ”, λέει. “Είναι ωμό, όχι καλό. Είναι σαν τον Δαυίδ με τον Γολιάθ. Οι μολότωφ είναι οι παροιμιώδεις πέτρες. Ήταν το μόνο που ξέραμε να φτιάξουμε εκείνη τη στιγμή, το πρώτο πράγμα που μας ήρθε στο κεφάλι”.

Σύντομα χαλάρωσαν, λέει ο Crowder “το επόμενο πρωί, ο David κι εγώ το ‘χαμε σκεφτεί όλο το βράδυ. Και είχαμε αλλάξει γνώμη. Και καταλαβαίναμε πως όσο αναμμένα κι αν ήταν τα αίματα, δεν ήταν η στιγμή. Δεν είναι η Αίγυπτος. Ούτε Λιβύη. Κι αποφασίσαμε να μην τις χρησιμοποιήσουμε τελικά.

Όταν οι υπόλοιποι της ομάδας έμαθαν για τις μολότωφ, ήρθαν σε αντιπαράθεση με τον Crowder και τον McKay και τους είπαν ότι είχαν κάνει μια τρομακτική κίνηση. Ένας απ’ την ομάδα είπε στον Darby τί γινόταν και του ζήτησε να βοηθήσει να δωθεί ένα τέλος. Οι Crowder και McKay άφησαν τις μολότωφ στο υπόγειο και πήγαν στη διαδήλώση, όπου έστησαν οδοφράγματα με κάδους κι έκαναν φασαρία προκειμένου να αποτρέψουν τους αντιπροσώπους απ’ το να προσεγγίσουν το Συνέδριο. Ο Crowder συνελήφθη και φυλακίστηκε για πλημέλημα.

Εκείνη την περίοδο, ο Darby και το FBI έβαλαν στο στόχαστρο τον McKay. Ο Darby φόρεσε ένα μικρόφωνο μέσα απ’ τα ρούχα του και έπιασε συζήτηση στον McKay για τα σχέδιά του. Η συζήτηση δε μαγνητοφωνήθηκε, αλλά το FBI κράτησε σημειώσεις που αναφέρουν ότι ο McKay είπε πως σχεδίαζε να ρίξει τις μολότωφ σ’ ένα πάρκινγκ γεμάτο περιπολικά. Ο McKay λέει πως απλά παραμύθιαζε τον Darby, “δεν ήθελα να νομίσει ότι φοβήθηκα, ότι φοβήθηκα το τί θα μπορούσε να συμβεί, ή οτι φοβόμουνα τον ίδιο” λέει.

O Crowder, που δεν έχει μιλήσει στον McKay απ’ τη στιγμή που συνελήφθη, πιστεύει ότι αυτή είναι και η μόνη ερμηνεία που έχει νόημα. “Ο David είχε πολλές ευκαιρίες να χρησιμοποιήσει αυτά τα πράγματα και δεν το κανε” λέει ο Crowder. “Πρέπει να ξεχωρίσουμε το ποζεριλίκι απ’ τις πραγματικές δράσεις. Δεν είναι αυτά του χαρακτήρα του. Απλά ήθελε να πουλήσει μούρη στον Brandon.”

Οι McKay και Darby συμφώνησαν να συναντηθούν στις 2πμ να χρησιμοποιήσουν τις μολότωφ, όμως όσο η ώρα περνούσε ο McKay το ακύρωνε και τελικά σταμάτησε να απαντάει στα τηλεφωνήματα και στα μηνύματα του Darby. Στις 4:30πμ, ο McKay ξύπνησε από έναν αστυνομικό που τον σημάδευε μ’ ένα αυτόματο. Κοιμόταν δίπλα σε μια κοπέλα που γνώρισε στο St. Paul, ενώ σε μια ώρα θα σηκωνόταν να πάει στ’ αεροδρόμιο για να γυρίσει πίσω στο Austin.

O McKay πήγε στα δικαστήρια, ισχυριζόμενος ότι είχε παγιδευτεί. Το δικαστήριο δεν κατάφερε να βγάλει ετυμηγορία. Ο McKay πρόσθεσε μια ιστορία που τελικά αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι ήταν ψεύτικη, ότι ο Darby τον παρότρυνε να φτιάξει τις μολότωφ. Ο McKay τελικά δήλωσε ένοχος για την παρασκευή των μολότωφ και για ψευδορκία. Καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης. Ο Croder δήλωσε ένοχος και καταδικάστηκε σε δυο χρόνια.

O Darby και το FBI αθωώθηκαν απ’ την κατηγορία για σκευωρία εναντίον των δυο ακτιβιστών, αλλά ο ρόλος της υπηρεσίας δέχθηκε σοβαρά ερωτήματα απ’ τον τύπο. Όταν οι New York Times κάλυψαν την ανακοίνωση του ΤΔΑ, σημείωσαν ότι ο Darby είχε “ενθαρρύνει τη συνωμοσία για την κατασκευή των μολότωφ”, ακόμη κι αν τόσο ο McKay όσο και ο Crowder λεν ότι δεν ήξερε τίποτα παρά μόνον μετά την προετοιμασία τους. Όταν δημοσιεύθηκε αυτή η ιστορία, ο Darby μήνυσε τους Times για συκοφαντία.

Το ντοκυμαντέρ Better This World αναφέρεται στα γεγονότα αυτά.

Αν ρωτήσετε σήμερα τον Brad Crowder τί σκέφτεται για την απόφασή του να φτάξει τις μολότωφ τότε, δε θα μασήσει τα λόγια του. “Ήταν μια γαμημένα ηλίθια απόφαση”, λέει. “Ήταν λάθος πολιτική. Ήταν λάθος στρατηγική. Ήταν λάθος τα πάντα. Δεν είχε τίποτα σωστό. Η καρδιά μας ήταν στη σωστή μεριά, αλλά ήταν προφανώς ανεύθυνη.

Ήταν δύσκολο να συμφιλιωθώ μ’ αυτό, ειδικά όταν βρίσκομαι στη φυλακή για ένα πολιτικό έγκλημα” λέει. “Θες να πας στα δικαστήρια και να τους πετάξεις στα μούτρα ένα δεν μετανιώνω! και θα το κανα πάλι! αλλά η αλήθεια είναι ότι το είχαμε ήδη αποφασίσει ότι ήταν βλακεία. Οπότε να μαστε στη φυλακή, με μια ηλίθια κατηγορία και κανέναν τρόπο να τη δικιολογήσουμε ή να την υπερασπιστούμε”.

Ο Crowder γύρισε πίσω στο Austin αφού εξέτισε δύο χρόνια. Δουλεύει σ’ ένα σαντουιτσάδικο, πηγαίνει στο κοινοτικό κολλέγιο του Austin και συμμετέχει σε μια ακτιβιστική ομάδα στο πανεπιστήμιο του Austin, την ¡ella pelea! που δραστηριοποιείται ενάντια στις περικοπές στην εκπαίδευση. “Κάνουν καταπληκτική δουλειά” λέει, “πραγματική οργάνωση της βάσης. Αν είχα γνωρίσει ανθρώπους σαν αυτούς πριν μπω φυλακή, η φάση με το Συνέδριο δε θα είχε συμβεί ποτέ. Είναι ένας τρόπος να διοχετεύεις την οργή σου σε πραγματικά δημιουργικούς δρόμους, βγαίνοντας στον δρόμο και μιλώντας με τους ανθρώπους. Αν είχαμε περισσότερους τέτοιους ανθρώπους, τότε θα είχαμε λιγότερους να προσπαθούν να υποκαταστήσουν τη θέση του κινήματος με τη θέλησή τους”.

Συνάντησα τον Crowder στο καφενείο του Dominican Joe στο Austin. Μοιάζει διαφορετικός απ’ ότι στη φωτογραφία της αστυνομίας, τα άλλοτε άγρια ξανθά μαλλιά του είναι κοντοκουρεμένα. Λέει ότι δεν πίνει πια ούτε καπνίζει χόρτο. Μου λέει πως ήταν απασχολημένος με τη δουλειά και τη σχολή του όταν οι Rangers του Τέξας του χτύπησαν την πόρτα λίγες μέρες πριν ζητώντας του να μιλήσει στον αξιωματικό επιτηρητή της αναστολής του (parole officer) την επόμενη μέρα. “Τα έχασα”, λέει, “ανησύχησα μήπως έκανε κάτι κάποιος που γνωστός μου”.

Όταν πήγε στον αξιωματικό την επόμενη μέρα, οι Rangers περίμεναν εκεί. Στην αρχή, ο Crowder λέει ότι αρνήθηκε να μιλήσει. Τελικά, ένας απ’ τους αστυνομικούς είπε “είναι για τη φωτιά στην Κυβερνητική Έπαυλη”, και όταν το άκουσε, αυτός ήταν σε φάση “και τί στον πούτσο με θέλετε εμένα; χάνουμε την ώρα μας εδώ. Δε ξέρω κανέναν που να το κανε αυτό, δε ξέρω καν κάποιον που να ξέρει κάποιον που να ξέρει κάποιον που να το κανε”.

Λέει ότι η αστυνομία του είπε ότι δεν τους ενδιέφερε ο ίδιος. Όμως λίγες μέρες αργότερα, το όνομά του εμφανίστηκε ξανά στις ειδήσεις σχετικά με τον εμπρησμό. “Είναι ενοχλητικό. Με βάζουν στο στόχαστρο επειδή είμαι αναρχικός” λέει. Η λέξη και μόνο “αναρχικός” φέρνει στο μυαλό συνειρμούς απ’ το Mad Max, τρελλούς με βόμβες και καραμπίνες. Αυτό που προβάλλουν τα μήντια είναι ότι, ορίστε, αυτοί είναι αναρχικοί, μπορεί να εισβάλλουν στο σπίτι μας, καίνε τα κτίριά μας κι αυτή είναι η φωτογραφία τους, περισσότερα στα δελτία των 6. Το ΤΔΑ μας χρησιμοποιεί για να περάσει τις σκοπιμότητές του και για να κρύψει την ανικανότητά του, λέγοντας να ποιοί τό καναν. Όμως δεν το κάναμε εμείς, στ’ αλήθεια, και 99,9% δεν το κανε ούτε ο David, και θα ‘λεγα 100%, γιατί θα μου το λεγε, και δεν μου πε ποτέ τίποτα.

Αν και είναι πρόθυμος να δεχθεί ότι κάποιος απ’ τον ριζοσπαστικό χώρο θα μπορούσε να ‘χει βάλει τη φωτιά, ο Crowder δεν πιστεύει ότι ήταν κάποιος απ’ το Austin. “Υπάρχουν παιδιά που ταξειδεύουν (traveller-kids) στον αναρχικό χώρο”, λέει, “άνθρωποι που έρχονται με τραίνα ή λεωφορία ή με ωτοστόπ, φιλοξενούνται σε καναπέδες για μια-δυο μέρες, τρώνε όλο το φαγητό, σπάνε τα νεύρα όλων και φεύγουν. Οπότε θα μπορούσε κάλλιστα να ‘ταν κάποιος εκτός πολιτείας, να ήρθε, να πήρε έναν κύκλο μαθημάτων στο πανεπιστήμιο και να το κανε… αποκλείεται; Ίσως. Αλλά θα πρέπει να μου δείξετε πολύ περισσότερα στοιχεία για να πειστώ ότι κάποιος απ’ τον χώρο του Austin θα το κανε, ή ακόμα θα γνώριζε γι αυτό.

Ο Crowder λέει πως ο αναρχικός χώρος (anarchist scene) του Austin ασχολείται περισσότερο με τη δημιουργία συνεργατικών επιχειρήσεων και σπιτιών. Λέει ότι ο όρος “αναρχικός” σημαίνει διαφορετικά πράγματα για κάθε άνθρωπο. “Αν πάμε στη βάση του, ο αναρχισμός έχει να κάνει με τη δραστηριότητα των ανθρώπων για τον εαυτό τους, από τα κάτω, σ’ ένα ομοσπονδιακό σύστημα”, λέει.

Ο Crowder δε θέλει να ονομάζεται αναρχικός ή τρομοκράτης, αλλά υπάρχει μια ταμπέλα που θα πάρει: επαναστάτης. “Δεν έχω αποτραβηχθεί ποτέ απ’ αυτό”, λέει. “Έχω αλλάξει ως προς τα μέσα που πιστεύω ότι θα μας φέρουν εκεί. Έχω ξεκόψει απ’ τον τυχοδιωκτισμό (adventurism) και τη βία. Όμως ένα κίνημα βάσης των εργαζομένων; Με κάτι τέτοιο είμαι απόλυτα σύμφωνος.

Ο McKay λέει πως δεν ενδιαφέρεται να επιστρέψει στον ακτιβισμό. “Έμαθα πως δεν ήμουν πρόθυμος να ξοδέψω χρόνο κι ενέργεια σε κάτι τέτοιο”, λέει. “Αφότου μίλησα με τις αρχές, δεν μπορούσα να κατηγορώ συλλήβδην τους μπάτσους, γιατί δεν είναι όλοι τους μαλάκες. Και δεν μπορώ να δω τους διαδηλωτές σαν ήρωες, γιατί πολλοί απ’ αυτούς φέρονται σαν αρχίδια. Βλέπω λίγο κι απ’ τις δυο μεριές. Περισσότερο, βλέπω την ματαιότητα όλων αυτών”.

“Υπάρχει μια στιγμή και ένας τόπος για τέτοιας φύσεως πράξεις” λέει, “όμως η κοινωνία μας δεν είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο. Χρειάζεται κοινωνική αναταραχή όπως αυτή που βλέπουμε στην Αίγυπτο και τη Λιβύη προκειμένου αρκετοί άνθρωποι να είναι αναστατωμένοι κι οργισμένοι. Διαφορετικά δεν είναι παρά πολεμικά παιχνίδια. Είναι μια παρωδία σε σύγκριση με την πραγματική κινητοποίηση. Απλά παίζουμε έναν ρόλο”.

άρθρο του Michael May, 14/3/2011

Η ψευδής κριτική της απελευθέρωσης ζώων – A Murder of Crows

Η σοδειά των νεκρών ελεφάντων: Η ψευδής κριτική της απελευθέρωσης ζώων

του Aden Marcos

σημείωση: το κείμενο αυτό (The Harvest of Dead Elephants: The False Opposition of Animal Liberation) δημοσιεύτηκε στο αξιόλογο αμερικανικό αναρχικό περιοδικό A Murder of Crows (διαθέσιμο στα αγγλικά εδώ), που έβγαλε δυστυχώς μόνο δυο τεύχη (λιγοστά αντίτυπα των οποίων κυκλοφόρησαν και στη Σαλονίκη στα 2007). Η παρούσα μετάφρασις αφιερούται εις τον Τ.

Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κανέναν που ως παιδί, να ‘λεγε “όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω κριτικός” – Richard Pryor

Θεωρούμε ότι υπάρχουν κάποιοι που αναλαμβάνουν δράση υπό το ευρύτερο πλαίσιο της απελευθέρωσης των ζώων που μοιράζονται την ίδια ανησυχία με μας για τον ολικό μετασχηματισμό αυτής της κοινωνίας που βασίζεται στην εκμετάλλευση και την μιζέρια. Ωστόσο, βρίσκουμε αρκετούς μεταξύ των αναρχικών και ριζοσπαστικών κύκλων που άκριτα υιοθετούν τη φιλοσοφία της απελευθέρωσης των ζώων και τον βηγκανισμό. Αυτές οι ιδέες έχουν διατηρήσει μια αδράνεια και προσήλωση που δυστυχώς έχει αντικρουστεί ελάχιστα, ειδικά στη βόρειο αμερική. Ελπίζουμε η παρούσα κριτική να παρέχει ένα σημείο εκκίνησης για μια ευρύτερη κριτική και θεωρητική σκέψη, εργαλείο που μας είναι απαραίτητο αν σκοπεύουμε ν αναλάβουμε αποτελεσματική δράση ενάντια στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση.

Απελευθέρωση Ζώων: μια σύντομη ανασκόπηση

Το κίνημα απελευθέρωσης ζώων αναπτύχθηκε και ριζοσπαστικοποιήθηκε στα 1970 στη Βρετανία, και σε μικρότερο βαθμό στις ΗΠΑ. Η φιλοσοφία του προέκυψε, και συχνά συμπίπτει, μ’ αυτή των δικαιωμάτων των ζώων, που ισχυρίζεται ότι όλα τα ζώα έχουν δικαίωμα να ορίζουν τις ζωές τους, δικαιώματα ηθικά, κι ότι κάποια απ’ αυτά θα πρεπε να νομοθετηθούν, όπως το δικαίωμα να μην κλείνονται σε κλουβιά, να μην κακοποιούνται, να μη σκοτώνονται.

Ο Piter Singer είναι ένας απ’ τους ιδεολογικούς πατέρες του κινήματος απελευθέρωσης των ζώων. Η προσέγγισή του προς ενός είδους ηθικής των ζώων δε βασίζεται στην έννοια των δικαιωμάτων, αλλά στη χρησιμοθηρική αρχή της ίσης εκτίμησης των συμφερόντων. Στο βιβλίο του Animal Liberation (1975), ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να αναγνωρίζουν μια ηθική υποχρέωση στα ζώα όχι βάσει της νοημοσύνης τους, της ικανότητάς τους για ηθική σκέψη, ή κάθε άλλου ανθρώπινου χαρακτηριστικού, αλλά μάλλον στην ικανότητά τους να νιώθουν πόνο. Η ιδεολογία της απελευθέρωσης ζώων δέχεται ότι οι άνθρωποι έχουν το πλεονέκτημα να κάνουν ηθικές επιλογές που στερούνται τα ζώα, οπότε οι άνθρωποι θα πρεπε να επιλέξουν να αποφύγουν ό,τι προκαλεί πόνο.

Ήδη απ’ το φιλοσοφικό ξεκίνημα των δικαιωμάτων των ζώων και της απελευθέρωσης των ζώων, πολλές ομάδες απελευθέρωσης ζώων εμφανίστηκαν σ’ όλον τον κόσμο, η κάθε μία με διαφορετική προσέγγιση, αλλά όλες εργαζόμενες πάνω στον ίδιο πρωταρχικό σκοπό. Αναλόγως, ο βηγκανισμός, ο τρόπος ζωής που βασίζεται στην μη κατανάλωση ζωικών προϊόντων, έχει γίνει ολοένα και πιο δημοφιλής. Πρόθεσή μου δεν είναι να επεκταθώ σ’ αυτό, εδώ πέρα. Ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να βρει μια πληθώρα βιβλίων και ιστοσελίδων με περισσότερες πληροφορίες για το κίνημα απελευθέρωσης ζώων.

Χειραγώγηση, Αντιπροσώπευση και Αφαιρέσεις

Η απελευθέρωση ζώων είναι… ένας πόλεμος. Ένας μακρύς, σκληρός, αιματηρός πόλεμος στον οποίον τα αμέτρητα εκατομμύρια των θυμάτων του υπήρξαν όλα απ’ την μία μεριά μόνον, ανυπεράσπιστα κι αθώα, η τραγωδία των οποίων ήταν ότι γεννήθηκαν μη-ανθρώπινα. – Robin Webb, βρετανικό γραφείο τύπου του ALF

…η πιο αφηρημένη των αισθήσεων, και η πιο εύκολα εξαπατημένη… – Guy Debord, Κοινωνία του Θεάματος

Για να ξεκινήσουμε μια κριτική σε οτιδήποτε, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το πως το αναπαριστούν οι υπερασπιστές του. Το κίνημα απελευθέρωσης ζώων πρώτα και κύρια απευθύνεται σε διάφορα άκρια κλισέ που αφθονούν στους ακτιβιστικούς κύκλους, όπως και γενικότερα στην κοινωνία.

Οι έννοιες της καλοσύνης, της συμπόνιας, της φιλανθρωπίας, βρίσκονται κοινωνικοποιημένες σε όλους μας στο να είμαστε πολιτισμένοι, υπεύθυνοι, καλοί, έχουν την πρώτη θέση στο λεξιλόγιο της απελευθέρωσης ζώων. Η απελευθέρωση ζώων αυτοσυστήνεται ως μια ηθική και πολιτισμική αξία της ανθρώπινης κοινωνίας, μια διαδικασία “διεύρυνσης του κύκλου της συμπόνιάς μας”. Μας λένε πως οι άνθρωποι μπορούν και οφείλουν να αποφύγουν τον πόνο και το μαρτύριο για κάθε ζώο, κι ότι κάμνοντάς το, η ανθρωπότητα θα βρίσκεται στο σωστό δρόμο για έναν πιο ευγενή και ειρηνικότερο κόσμο.

Αυτή η επικέντρωση στον πόνο και την υποτιθέμενη αναγκαιότητα εκμηδένισής του είναι αρκετά προβληματική. Στον καπιταλισμό, τα ζώα χρησιμοποιούνται ως εμπορεύματα -ως αντικείμενα ο μόνος σκοπός των οποίων είναι να πουλιούνται και ν αγοράζονται- ως αντικείμενα πλήρως. Ως τέτοια, μετριούνται, εμπορευματοποιούνται, τους κολλιέται μια τιμή. Ωστόσο, οι απελευθερωτές ζώων περιορίζουν όλες αυτές τις έννοιες σε ένα απλό σύμπτωμα: τον πόνο. Αυτή η υποβάσθμιση εξαφανίζει τις πολυπλοκότητες και τις ιδιαιτερότητες της χρήσης των ζώων μέσα στα τρέχοντα κοινωνικά πλαίσια, και ισοπεδώνει τη φύση της εκμετάλλευσής τους. Αυτό που μετράει για τους απελευθερωτές ζώων είναι ο πόνος που προκαλείται στα ζώα, και ο αριθμός των ζώων που σκοτώνονται. Πράγμα που γενικά οδηγεί σε γελοίες υπεραπλουστεύσεις για οποιονδήποτε και οτιδήποτε σκοτώνει ζώα. Οι κυνηγοί είναι κακοί επειδή σκοτώνουν ζώα, όπως ακριβώς και μια βιομηχανική φάρμα, ή ένας καταπιεστικός ιδιοκτήτης κατοικιδίου. Για τους απελευθερωτές ζώων, είναι μοναχά θέμα κλίμακας. Συγκεντρώνονται αποκλειστικά στο πως θα σταματήσουν αυτά να υποφέρουν – ένας απόλυτος παραλογισμός από μόνος του.

Ας είμαστε σαφείς, τα ζώα νιώθουν πόνο, υποφέρουν, κι οποιοσδήποτε ισχυρίζεται το αντίθετο είναι ηλίθιος. Το ίδιο όμως κι όποιος ισχυρίζεται ότι ο πόνος και το μαρτύριο αυτό μπορούν απλά να λάβουν τέλος. Ο πόνος είναι αδιαχώριστο συστατικό της ζωής. Τα ζώα μπορούν να πεθάνουν της πείνας στην άγρια φύση, να σπάσουν κάποιο κόκκαλο, να τους σκίσει τα πλευρά κάποιο άλλο ζώο. Ο πόνος, είναι λοιπόν ένας βιολογικός δείκτης του κινδύνου, του τραυματισμού, της ασθένειας. Είναι κάτι που συμβαίνει κάλλιστα στα ζώα, και χωρίς την παραμικρή ανθρώπινη παρέμβαση. Και πάλι, οι απελευθερωτές ζώων αναπαριστούν τον πόνο και τον θάνατο σα συνέπειες ενός ανθρώπινου προπατορικού αμαρτήματος εξ αιτίας του οποίου τα ζώα πάντα χρησιμοποιούνταν και κυριαρχούνταν, καθώς δεν τους αναγνωρίζαμε ίσα δικαιώματα. Δεν προοδεύσαμε λοιπόν. Έτσι, οι απελευθερωτές ζώων, υιοθετούν μια αντιφατική κι επικίνδυνη προοπτική: ότι ο πόνος και τα βάσανα, τουλάχιστον όσον αφορά τα ζώα, μπορούν να λάβουν τέλος, είτε εξ ολοκλήρου, είτε όσο προκαλούνται από ανθρώπινη παρέμβαση. Ωστόσο η ιδέα του ξεμπερδέματος με τον πόνο, είναι εξίσου φαιδρή με το να ήθελε κανείς να τελειώνει με τη θλίψη, προσπαθώντας να κάνει τους ανθρώπους να χαμογελάνε περισσότερο. Ασκήσεις ματαιότητας. Είμαστε αδιάρρηκτα συνδεδεμένοι σ’ έναν κύκλο ζωής και θανάτο, κι ως εκ τούτου αναγκαστικά εμπλεκόμενοι με τον πόνο και τα βάσανα, όπως και με τη θλίψη και τη χαρά. Κι όμως, μας λένε ότι αν μόνο δεν αποστρέφαμε το βλέμμα μας, θα μας συγκινούσε ο σκοπός τους. Αποκρουστικές εικόνες αίματος και θανάτου σε βιομηχανικές φάρμες και βαρβαρότητες σε εργαστήρια εμβολιασμών υπεραφθονούν στην προπαγάνδα της απελευθέρωσης ζώων. Αυτές οι εικόνες, όπως κι εκείνες με τις οποίες μας σοκάρουν τα δελτία ειδήσεων, χρησιμοποιούνται αναπαριστώντας κι εκμεταλλευόμενες την αθλιότητα. Ενώ τα μήντια μας σοκάρουν και μας εξοικειώνουν με εικόνες παγκόσμιας αθλιότητας, το κίνημα απελευθέρωσης ζώων αναπαριστά την αθλιότητα προκειμένου να μας δημιουργήσει ενοχές και να μας χειραγωγήσει μέσω αυτών προς μια συνολική αποδοχή της προοπτικής του. Δεν είναι σπάνιο να ακούμε τους υπέρμαχους της απελευθέρωσης ζώων να συγκρίνουν την εκμετάλλευση των ζώων με το ολοκαύτωμα, ενώ υπαινίσσονται ότι αυτό που τραβάνε τα ζώα είναι κατά πολύ χειρότερο απ’ οτιδήποτε έχει βιώσει ο άνθρωπος. Μια τέτοια αναλογία κάνει παιχνίδι πάνω στη συμπόνια μας, ενώ ποσοτικοποιεί τον πόνο των ζώων προσπαθώντας να μας πείσει με το ειδικό βάρος των αριθμών. Ο πόνος κι ο θάνατος γίνονται αφηρημένα και μετρήσιμα μεγέθη, αναπαρίστανται μ’ έναν τρόπο που να εξυπηρετεί την προώθηση μιας ιδεολογίας. Αν δεν ενδιαφερόμαστε για τα εκατομμύρια των ζώων που πεθαίνουν κάθε μέρα, τότε είμαστε αδιάφοροι κι αναίσθητοι. Αν ενδιαφερθούμε, τότε είμαστε συνυπεύθυνοι.

Η απελευθέρωση ζώων δεν μας παρέχει καμμιά κριτική της κοινωνικής κυριαρχίας. Υπόσχεται την απελευθέρωση ενώ στην πραγματικότητα κλείνει σχεδόν τα πάντα στην ποσοτικοποιημένη λογική που κυριαρχεί παντού στην κοινωνία αυτή. Η αφηρημένη γλώσσα και η χειραγωγική χρήση εικόνων του κινήματος απελευθέρωσης ζώων είναι ενδεικτικά της ευρύτερης λογικής του, και τελικά, απ’ τις μεγαλύτερες αδυναμίες του. Μετρώντας την αθλιότητα των σφαγείων ή των εργαστηρίων πειραμάτων, είναι μια προσέγγιση βασισμένη σ’ έναν συγκεκριμένο αριθμό καπιταλιστικών φρικαλεοτήτων. Η φρίκη που αντανακλάται στα ζώα υψώνεται πάνω από κάθε άλλη, καταλήγοντας διαρκώς σ’ ένα body count (καταμέτρηση πτωμάτων). Ωστόσο, η βαρβαρότητα και η εκμετάλλευση δεν μπορούν να μετρηθούν. Δε γίνονται πιο κακές όσο πιο συχνά ή όσο πιο πολλοί τις βιώνουν. Αν μπορούμε να συσχετιστούμε μαζί τους, είναι ακριβώς επειδή τις βιώνουμε όλοι μας καθημερινά, και τις βλέπουμε να βιώνονται μέσα στον κόσμο.

Ελάχιστοι από μας θα παρέμεναν αδιάφοροι στο μακελειό των σφαγείων. Η κοινωνία μας φέρεται στα ζώα ακριβώς όπως φέρεται στους ανθρώπους, τα δένδρα ή τα γονίδια. Όλους μας, μας αντιμετωπίζει ως μονάδες οικονομικής αξίας, προς -όσο πιο κερδοφόρα- κατεργασία και αναπαραγωγή ως αγοραία εμπορεύματα. Όμως, η απέχθειά μας δεν αιτιολογείται από καμμιά φαντασίωση περί του όποιου τέλους του πόνου. Αναζητούμε την επαναστατική καταστροφή αυτής της κοινωνίας της εκμετάλλευσης. Μισούμε την υποτίμηση και την μιζέρια του να μετατρέπεται το κάθε τί σε ένα αντικείμενο προς πώληση, εκτιμημένο σύμφωνα με τις καπιταλιστικές προσταγές του σύγχρονου κόσμου. Επιθυμούμε να αποφασίζουμε οι ίδιοι για τις ζωές και τις σχέσεις μας, κι όχι η αγορά. Είναι σύμφωνα μ αυτήν την προοπτική που αναλύουμε την εκμετάλλευση και την υποδούλωση ως συνθήκη για την κοινωνική κυριαρχία -μια συνθήκη που μπορεί να αλλάξει. Είναι επίσης, μ’ αυτήν την οπτική που ασκούμε κριτική στην απελευθέρωση των ζώων και στις αμφίβολες υποσχέσεις της.

Αυτό, το άλλο και το ίδιο: οι αντιφάσεις ενός καταναλωτισμού-χωρίς-ενοχές

Καλώς ορίσατε πελάτες μας! Σας ευχαριστούμε που είστε ευαισθητοποιημένοι καταναλωτές! Αγοράζοντας αποκλειστικά προϊόντα-χωρίς-βαρβαρότητα, μπορείτε να βοηθήσετε στη σωτηρία κουνελιών, ποντικιών, ινδικών χοιριδίων, τρωκτικών κι άλλων ζώων. – απ’ την ιστοσελίδα Caring Customer της PETA

Το κίνημα απελευθέρωσης των ζώων επιζητεί την μεταρρύθμιση των τρεχουσών κοινωνικών σχέσεων, εν μέρει, προάγοντας έναν καταναλωτισμό “της συμπόνιας” και “χωρίς ενοχές”. Συνηγορώντας υπέρ ενός τέτοιου είδους οικονομικής κατανάλωσης, ισχυρίζονται ότι μπορεί να μειωθεί το πόσο υποφέρουν τα ζώα. Σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, αν δε χρησιμοποιούμε ή καταναλώνουμε ζωικά προϊόντα, σημαίνει ότι δε θα βλάπτονται ή δε θα σκοτώνονται τα εν λόγω ζώα. Αυτή η ιδέα καταναλωτικού ρεφορμισμού βασίζεται στην πεποίθηση ότι το σύστημα κάνει απλά ένα λάθος, είναι άδικα βάρβαρο σ’ έναν τομέα, και απλά χρειάζεται φτιάξιμο. Το κίνημα προφανώς δεν αντιστρατεύεται τον καπιταλισμό ως τέτοιον, άσχετα του τί μπορεί να λένε ορισμένα απ’ τα μέλη του. Η πραγματικότητα είναι, ωστόσο, ότι η αθλιότητα είναι μια αναπόφευκτη συνέπεια της καπιταλιστικής παραγωγής και κατανάλωσης. Οτιδήποτε αγοράζουμε είναι ένα αντικείμενο, ένα εμπόρευμα -ποσοτικοποιημένο, υποτιμημένο, κι αξιοποιημένο αποκλειστικά όσον αφορά τον ρόλο του στην οικονομία. Η αθλιότητα είναι απλά ένα ακόμη παρα-προϊόν, όπως η μόλυνση, που δεν έχει κάποια οικονομική αξία, κι έτσι διοχετεύεται ελεύθερα.

Η αίρεση (cult) του βηγκανισμού είναι αποτελεσματική στο να εγκολπώνει κάθε ψευτολογική του καταναλωτικού ρεφορμισμού. Οι αντιφάσεις της βηγκαν ηθικής γίνονται οδυνηρά εμφανείς όταν ρίξουμε μια ματιά στην προέλευση όλων των προϊόντων κι εμπορευμάτων στην κοινωνία μας. Ένα κομμάτι τόφου, ή ένα μπουκάλι “ηθικής κατανάλωσης” σαμπουάν κρύβει πίσω του την επιπολαιότητα του ισχυρισμού αυτού. Ο ισχυρισμός ότι τα βήγκαν προϊόντα δεν έχουν συνεισφέρει άμεσα στον θάνατο ζώων, είναι μία απ’ τις πολλές εμπορικές αυταπάτες που προωθούν επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται αυτήν την επιμέρους αγορά. Η καπιταλιστική παραγωγή, φρενιασμένη απ’ την μαζική κατανάλωση, έχει ανάγκη από μια τεράστια ποσότητα πρώτων υλών. Αυτές με τη σειρά τους εξωρύσσονται από τη γη με τα φθηνότερα και πιο καταστροφικά μέσα, συμβάλλοντας στην μαζική υποβάθμιση και καταστροφή βιοτόπων και στην ακόλουθη εξάλειψη της πανίδας τους. Αυτή είναι η βάρβαρη πραγματικότητα της παραγωγής που κρύβεται πίσω απ’ τα εκθαμβωτικά σουπερμάρκετ.

Απλά δείτε πως λειτουργεί η παραγωγή: Η κατασκευή πλαστικών βασίζεται στο πετρέλαιο, κι έτσι οι συσκευασίες που χρησιμοποιούνται για τα βήγκαν προϊόντα συνεπάγονται τη συνήθη μόλυνση και τα “ατυχήματα” της πετρελαιοβιομηχανίας. Τέτοια ατυχήματα στους ωκεανούς εκτιμώνται σ’ έναν μέσο όρο 100 εκ. γαλονιών τον χρόνο. Μόνο ένα 5% αυτών προέρχεται από τις μεγάλες πετρελαιοκηλίδες κακόφημων ατυχημάτων όπως η καταστροφή της Exxon Valdez. Το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος τους προέρχεται από συνηθισμένες διαρροές απ’ τις κανονικές επιχειρήσεις μεταφοράς κι εξόρυξης πετρελαίου. Οι πετρελαιοκηλίδες καταστρέφουν βιοτόπους πουλιών, καλύπτουν παραλιακούς βιοτόπους δηλητηριάζοντας και σκοτώνοντας άμεσα πουλιά, ψάρια, κι άλλα θαλάσσια είδη. Η κατασκευή αγωγών καταστρέψει τους άγριους βιοτόπους. Τα διυλιστήρια πετρελαίου μολύνουν υδροφόρους ορίζοντες, δηλητηριάζοντας ζώα και καταστρέφοντας τους τόπους αναπαραγωγής τους. Χωρίς να αναφέρουμε καν τους πολέμους για τον έλεγχο των κοιτασμάτων πετρελαιοειδών που έχουν στοιχίσει εκατοντάδες χιλιάδες ζωές, και συνεχίζουν, στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και την Αφρική, καταστρέφοντας επίσης κάθε οικολογική ισορροπία των περιοχών αυτών.

Το γεγονός είναι ότι, οργανική σόγια είτε τόφου, τέμπε, και κάθε λογής υποκατάστατα κρέατος, όπως και κάθε άλλο προϊόν στο ράφι, χρησιμοποιεί το ίδιο σύστημα βιομηχανικής διανομής που καταναλώνει τεράστια ποσά πετρελαίου κι άλλων πόρων για να συσκευάσει, να αποθηκεύσει, να μεταφέρει και να διανέμει τρόφιμα και μη-τρόφιμα εμπορεύματα σ’ όλον τον κόσμο. Αυτό μεταφράζεται σε βουνά και λαγκάδια καταστρεμμένα από ορυχεία, δάση αποψιλωμένα για υλικά συσκευασίας, χημική ρύπανση απ’ τη βιομηχανία των μελανιών, των προσθέτων και λιπαντικών, κ.ο.κ.. Ολα αυτά τα βιομηχανικά προϊόντα δηλητηριάζουν ζώα και καταστρέφουν τους βιοτόπους τους. Η καπιταλιστική οικονομία δε θα κάνει τίποτα για να αποφύγει αυτήν την μαζική καταστροφή, πολύ απλά επειδή κάθε μέτρο προστασίας θα αύξανε το κόστος παραγωγής και θα έριχνε το κόστος. Κι αυτό είναι μόνο στοιχειωδώς ενδεικτικό του ότι η κατανάλωση στον καπιταλισμό είναι άμεσα εξαρτημένη από μια αχαλίνωτη αύξηση της καταστροφής πρώτων υλών και της οικολογικής καταστροφής προκειμένου να θρέψει την αφθονία της. Ο καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να αναπτύσσεται ή να πεθάνει. Με την ανάπτυξή του, αναγκάζεται να πεθάνει ο κόσμος.

Ο βηγκανισμός παρουσιάζει μια ψευδή εναλλακτική στην καπιταλιστική μιζέρια. Δεν αλλάζει, ούτε πρόκειται να το κάνει ποτέ, τα πράγματα για τα ζώα ή για μας τα ανθρώπινα όντα. Ο καπιταλισμός ορίζει τις συνθήκες του πόνου μας, κι επιβάλει το πώς θα ζούμε τις ζωές μας, και κυρίως το πώς δεν θα τις ζούμε. Η παραγωγική διαδικασία που ακολουθείται στην παραγωγή βήγκαν προϊόντων είναι η ίδια μ’ αυτήν που χρησιμοποιείται για κάθε προϊόν στην αγορά σήμερα. Η μαζική παραγωγή είναι μέρος του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας την εκμετάλλευση του οποίου υφίστανται δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκόσμια. Οι πρώτες ύλες δεν μετατρέπονται σε προϊόντα από μόνες τους. Οι άνθρωποι παράγουν τα προϊόντα αυτά. Τους ανθρώπους εκμεταλλεύονται προκειμένου να κινηθεί η οικονομία, να γυρίσουν τα γρανάζια της και να λειτουργήσει. Δεν είναι περίεργο που οι καπιταλιστές φέρονται τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους ως αναλώσιμα αντικείμενα. Ωστόσο, το κίνημα απελευθέρωσης ζώων θα επιθυμούσε μια βίαια καταστροφή ή έστω μια κατάργηση των βιομηχανικών φαρμών και των σφαγείων, προκειμένου να αντικατασταθούν με άλλους χώρους εργασίας που δεν εκμεταλλεύονται ζώα. Αγνοώντας φυσικά τους ανθρώπους που υποφέρουν στην μισθωτή σκλαβιά, καταστρέφοντας τα σώματά τους και αποχαυνώνοντας το πνεύμα τους. Εμάς τους ανθρώπους, μπορεί να μην μας μεγαλώνουν και να μας σκοτώνουν για τροφή όπως άλλα ζώα, αλλά σίγουρα μας μεγαλώνουν και μας σκοτώνουν στο βωμό της παραγωγής με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το πρωινό ξύπνημα, το χρέος, το νοίκι, η κούραση, η ανία, η απογοήτευση -δε ξεμπερδεύουμε με τίποτα απ’ αυτά σε μια κοινωνία ακόμα κι αν πουλάει μόνο βήγκαν προϊόντα. Δεν υπάρχει καπιταλισμός “χωρίς ενοχές”, παρά μόνο κέρδη “χωρίς ενοχές” για τους καπιταλιστές. Όσο η οικονομία κάνει παιχνίδι, θα παίρνει ό,τι χρειάζεται, καταστρέφοντας όλα τα υπόλοιπα.

Για να αντεπιτεθούμε στην καπιταλιστική αθλιότητα, πρέπει να την αντιμετωπίσουμε στην ολότητά της, απορρίπτοντας τη ψευδαίσθηση των μονοθεματικών ημίμετρων και των εκστρατειών καταναλωτικού ρεφορμισμού. Πιο σημαντικό, μια συνεκτική ανάλυση της κοινωνικής κυριαρχίας απαιτεί μια ανυποχώρητη κριτική των ιδεολογικών και ηθικών δυνάμεων που εμποδίζουν μια τέτοια κριτική.

Ανάθεμά σε αν…: H παγίδα του ηθικισμού

Η Αγιότητά Του ευφραίνεται με την επίκλησή της… για να ξεριζώσει απ’ τις καρδιές των ανθρώπων τις βάρβαρες και τις αισχρές τους τάσεις. -Πάπας Πίος ο 10ος

Η ηθική είναι το πνεύμα του κοπαδιού στο άτομο. – Φρίντριχ Νίτσε

Η ηθική είναι ένα σύστημα κανόνων, ένα σύνολο από αυστηρούς κώδικες βασισμένο σ’ ένα “αντικειμενικό” σωστό και λάθος, τα οποία με τη σειρά τους βασίζονται σε αντιλήψεις περί καλού και κακού. Αυτοί οι κώδικες υποθετικά εφαρμόζουν σε κάθε τόπο και χρόνο. Αυτό που θεωρείται “σωστό” ή “λάθος” για έναν ηθικό κώδικα δεν είναι απλά η σωστή ή η λανθασμένη δράση ενός ατόμου σε ένα συγκεκριμένο μέρος, χρόνο και συνθήκες, αλλά μάλλον η σωστή ή λάθος δράση για όλους του ανθρώπους σε κάθε μέρος και χρόνο. Οι ηθικιστές ισχυρίζονται ότι οι περιορισμοί τους είναι οικουμενικές αλήθειες σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να κρίνονται οι δράσεις οι δικές τους αλλά και των άλλων. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, η ίδια η ηθική έχει έναν χαρακτήρα εξουσιαστικό, καθώς οφείλουμε να συμμορφωθούμε σ’ αυτήν ανεξάρτητα απ’ τη βούλησή μας.

Κάθε ηθική προέρχεται από μια ανώτερη εξουσία. Η εξουσία αυτή μπορεί να λέγεται θεός, κράτος, οικογένεια, ή ακόμα και διάφορες ιδέες ή οντότητες οι οποίες επικυρώνουν την υποτιθέμενη αντικειμενικότητα μιας συγκεκριμένης ηθικής. Οι ηθικοί κώδικες προσδιορίζουν και κατευθύνουν τις επιλογές που κάνει ο καθένας. Δεν πρέπει να παραβιάζονται, καθώς είναι απόλυτοι και άκαμπτοι. Έτσι, οι αποφάσεις που λαμβάνονται δε βασίζονται στο τί νιώθει ο καθένας ως κατάλληλο για μια κατάσταση, για τις επιθυμίες του στον κόσμο αυτόν, αλλά μάλλον οι αποφάσεις του προκαθορίζονται από ένα ηθικό σύστημα. Ενώ αρκετοί ηθικιστές καμμιά φορά σπάνε τα καλούπια τους, υπάρχει μια αίσθηση ντροπής κι ενοχής καθώς διέρρηξαν κανόνες που ακόμα πιστεύουν μέσα τους ότι είναι δίκαιοι και σωστοί. Έτσι ο ηθικισμός αντιτίθεται σε κάθε απόπειρα σκέψης και αλληλεπίδρασης με τον κόσμο με τρόπους που να αντανακλούν τις επιθυμίες μας.

Αναλόγως, τα ηθικιστικά επιχειρήματα δεν βασίζονται σε μια κριτική θεωρητική σκέψη. Τα ηθικιστικά επιχειρήματα και οι ισχυρισμοί μπορούν να αντικρουσθούν μόνο με την επίκληση αντίθετων ηθικισμών. Αν για έναν χορτοφάγο το να τρως κρέας είναι λάθος, για έναν κρεωφάγο είναι σωστό. Η διαμάχη για το τί είναι σωστό και τί λάθος μπορεί να συνεχίσει μέχρι να ξεραθούν γλώσσες και στόματα. Ωστόσο, ο ηθικισμος σχετίζεται με την κουλτούρα απ’ την οποία προέρχεται [47]. Έννοιες σωστού και λάθους προσδιορίζονται απ’ την κοινωνία, και ιδιαίτερα απ’ αυτούς που κυριαρχούν στην κοινωνία. Όποιος πιστεύει ότι οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ήταν δολοφόνοι επειδή έτρωγαν κρέας, δεν κάνει άλλο απ’ το να επαναλαμβάνει την κυρίαρχη υπεροψία. Είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη κριτικής σκέψης που καταλήγει να βάζει φράγματα στην αναγνώριση των κοινών συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων.

Ορισμένοι απελευθερωτές ζώων, γεμάτοι ιερή αγανάκτηση, είναι έτοιμοι να κράξουν τον καθένα για το φαγητό που τρώει. Ειδικά οι αδιάφοροι ή αναίσθητοι κρεωφάγοι, αυτοί πρέπει να πεισθούν ότι είναι συνένοχοι στους φόνους αθώων ζώων. Αν δεν ακούν, είναι ένοχοι. Αν ακούν αλλά δεν κάνουν κάτι, είναι ακόμα πιο ένοχοι. Η ασπρόμαυρη οπτική της ηθική πέφτει πάνω τους όπως ένας δικαστής χτυπάει το σφυρί του. Καμπάνιες για να “μορφώσουν” τους ανθρώπους για τη βαρβαρότητα απέναντι στα ζώα και τον βηγκανισμό διεξάγονται στα πρότυπα των ιεραποστολικών εκστρατειών. Οι ευσεβείς που καταδικάζουν την αδυναμία των άλλων ανθρώπων να “δώσουν ένα τέλος στον πόνο”, μοιράζονται πολλά κοινά με τους ιεροκήρυκες που απ’ τον άμβωνα καταριούνται αυτούς που δεν λεν να ξεπλυθούν απ’ τις αμαρτίες τους. Αυτή η καλλιέργια της ενοχής φυσικά, δεν έχει άλλο αποτέλεσμα απ’ το να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν σκατά, ήδη απογοητευμένοι απ’ την ανίσχυρη θέση τους στην κοινωνία, τώρα καλούνται να περιορίσουν ακόμα πιο πολύ τις ελάχιστες επιλογές που τους έχει αφήσει ο καπιταλισμός. Δεν προωθεί μια κριτική αξιολόγηση των κοινωνικών συνθηκών που συμβάλλουν στην εκμετάλλευση των ζώων, αλλά ενθαρρύνει τον τυφλό παπαγαλισμό και την υπακοή σε προκαθορισμένες έννοιες περί σωστού και λάθους.

Διάφοροι κοινωνικοί θεσμοί -η θρησκεία, η εκπαίδευση, η εργασία, η οικογένεια- εξασκούν μια ηθική πειθαρχία πάνω μας προκειμένου να κανονικοποιούν τις δράσεις και τις σκέψεις μας εσωτερικά, και να ενισχύουν τους θεσμούς της κοινωνικής κυριαρχίας. Η ηθική είναι ένας μπάτσος μες το κεφάλι μας, τα δεσμά που κρατούν πίσω την ατομική και κοινωνική συνειδητοποίησή μας, ένα εμπόδιο για οποιονδήποτε επιθυμεί να καθορίζει ελεύθερα τη ζωή του. Όταν αρχίσουμε να αποφασίζουμε για τους εαυτούς μας, τί θέλουμε και πώς θα ζήσουμε, και να επιτρέπουμε και στους άλλους το ίδιο, θα κάνουμε άλματα απελευθέρωσης από φυλακές που δεν έχουμε αντιληφθεί στην ολότητά τους ακόμα.

Τα βολικά δεσμά της ιδεολογίας

Καθώς η ιδεολογία είναι πάντα μια μορφή αλλοτρίωσης στη σφαίρα της σκέψης, όσο πιο αλλοτριωμένοι είμαστε, τόσο λιγότερο τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε τις πραγματικές συνθήκες της ζωής μας… Κι όσο λιγότερο ζούμε αυτόνομα την ύπαρξή μας, τόσο πιο εμφατικά η ύπαρξη καταλαμβάνεται απ’ τον καπιταλισμό, απ’ την παγωμένη εικόνα των ρόλων στις διάφορες κοινωνικές ιεραρχίες και συναλλαγές της εμπορευματικής οικονομίας. – Len Chernyi “An Introduction to Critical Theory”

Η ιδεολογία λειτουργεί παρόμοια με την ηθική. Στη θέση των κανόνων της αντικειμενικής αλήθειας, του σωστού και του λάθους, υιοθετεί κανείς τα συμπαγή προγράματα και τις προοπτικές που συνεπάγεται μια ιδέα ή μια έννοια. Περιθώρια για οποιαδήποτε ευελιξία δεν υπάρχουν. Η ιδεολογία υποτάσσει ολοκληρωτικά μια όψη της ζωής και κυβερνά κάθε σχέση μας μ’ αυτήν. Με τον τρόπο αυτόν, την θέση της κριτικής σκέψης παίρνει η σκέψη βάσει ιδεολογίας. Ο κόσμος, η κάθε πτυχή του κόσμου, ερμηνεύονται και γίνονται κατανοητές μέσα απ’ το φιλτράρισμα της ιδεολογίας. Για παράδειγμα, η δημοκρατική ιδεολογία υποστηρίζει την ιδέα ότι η όποια κοινωνική αλλαγή θα γίνει μέσω των εκλογών, της πολιτικής αντιπροσώπευσης, της αλλαγής της νομοθεσίας. Προωθεί την πίστη στην επίσημη πολιτική, εμποδίζοντας την αυτόνομη άμεση δράση. Η δύναμη αυτής της ιδεολογίας, όπως και κάθε ιδεολογίας, έγκειται στο ότι συμβιβάζει και κατευθύνει τη σκέψη σε περιορισμένες δυνατότητες και προοπτικές. Η ιδεολογία βρίσκετια σε αντίθεση με την κριτική θεωρητική ανάλυση που μπορεί να αξιολογήσει τις καταστάσεις και τις ιδέες βάσει της πραγματικής τους χρησιμότητας στην πρακτική και την προσέγγισή μας [48].

Η απελευθέρωση ζώων δεν εξαιρείται απ’ αυτό. Είναι ιδεολογικοποιημένη απ’ τα ίδια τα θεμέλιά της. Θέτει τα πάντα σε δεύτερη μοίρα, μπρος στα θέματα των ζώων. Η εκμετάλλευση των ανθρώπων, η καταστροφή του περιβάλλοντος, είναι θέματα που μπορεί να είναι εξίσου ενδιαφέροντα για τον ακτιβιστή της απελευθέρωσης των ζώων, αλλά αντιμετωπίζονται απλά ως διαφορετικές θεματικές. Η ιδεολογία καθιστά τον καθένα ανίκανο να δει ή να κατανοήσει τα πράγματα έξω απ’ αυτήν, με τρόπο συνεκτικό. Τα πάντα μπαίνουν σ’ ένα πλαίσιο ανάλογα με το πώς σχετίζονται με το ζήτημα των ζώων. Ένα εργαστήριο πειραμάτων σε ζώα για παράδειγμα, είναι απλώς ένα μέρος όπου τα ζώα βασανίζονται, αγνοώντας εντελώς τις βλάβες των φαρμακευτικών πειραμάτων στους ανθρώπους, τα εκατομμύρια κέρδους που παράγονται, και την άκριτη ανάπτυξη της τεχνολογίας. Ένας εκδορέας κόβει όλη μέρα ζώα σε φέτες. Μισούμε αυτό που κάνουν στα ζώα, καθώς αυτά αιμορραγούν σε σειρές, σε ουρές, κρεμασμένα από αγκίστρια. Όμως η ιδεολογία της απελευθέρωσης ζώων δεν αφήνει περιθώρια για την ίδια σκέψη για τον άνθρωπο εργάτη που είναι υποχρεωμένος να υποφέρει τους κινδύνους και τους τραυματισμούς σ’ ένα εργοστάσιο τόφου ή σε μια βιομηχανία γάλακτος σόγιας. Αυτή η υποτίμηση, ως αναλώσιμα γρανάζια στο σύστημα παραγωγής, δεν αντιμετωπίζεται ως άξια ανάλογου στοχασμού, καθώς τα ζώα και οι άνθρωποι βλέπονται σα διαφορετικές κατηγορίες, η πρώτη ως ανώτερη της δεύτερης.

Ο βηγκανισμός είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα της δύναμης της ιδεολογίας να υποτάσσει τα πάντα. Μερικοί βήγκανς ενδιαφέρονται ελάχιστα για την ποιότητα της διατροφής τους, αρκεί να μην καταναλώνουν ζωικά προϊόντα. Έτσι, καταλήγουν να τρώνε σκατά (υψηλής κατεργασίας, φορτωμένα χημικά, βήγκαν φαστ φουντ). Δεν υπάρχει λοιπόν πρόβλημα να καταστρέψει κανείς την υγεία του, καθώς έτσι δεν καταστρέφει κάποιου ζώου -καθένας έχει δικαίωμα στην ψευδαίσθηση. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, τα πάντα υπάγωνται στα ζητήματα των ζώων, αποκλείοντας κάθε άλλον παράγοντα. Η απολυτότητα της συντήρησης ενός βήγκαν τρόπου ζωής μπαίνει ως προτεραιότητα πάνω από κάθε άλλο ζήτημα, και διατηρεί τη ψευδαίσθηση ότι η βήγκαν κατανάλωση δε συμβάλλει στο να υποφέρουν τα ζώα. Τυφλώνει τους ανθρώπους μπροστά στην πραγματικότητα του τί καταναλώνουν, επιτρέποντάς τους να υιοθετούν βολικά τις υποσχέσεις της χωρίς να τις εξετάζουν κριτικά.

Η απελευθέρωση ζώων και ο βηγκανισμός πρέπει να τεθούν σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο για να κατανοήσουμε την κλίμακα και την εμβέλειά τους. Η ιδεολογία της απελευθέρωσης ζώων και ο βήγκαν τρόπος ζωής που προκύπτει απ’ αυτήν είναι αποσπασματικές αντιθέσεις που υιοθετούν πλήρως τον καπιταλιστικό τρόπο θεώρησης της αλλαγής. Ασπάζονται την ιδέα ότι οι ατομικές καταναλωτικές επιλογές είναι πρωταρχικής σημασίας, όχι μόνο καθορίζοντας την “ταυτότητά” μας, αλλά επίσης κι ως τρόπο για να φέρουμε μια αλλαγή. Οι υποσχέσεις του “χωρίς ενοχές” βηγκανισμού προωθούν μια αφηρημένη άποψη της κοινωνικής αλλαγής, επικεντρωμένη στη “σωτηρία” ενός αριθμού ζώων, μέσω ενός διαφορετικού καταναλωτισμού. Αυτή η ψευδής αντίθεση αμφισβητεί μια πτυχή της κυριαρχίας, ενώ δεν κάνει τίποτα για να καταστρέψει τις ίδιες τις συστηματικές αιτίες της, στην περίπτωσή μας, την καπιταλιστική κυριαρχία.

Ορισμένοι βήγκανς υποστηρίζουν ότι οι επιλογές στον τρόπο ζωής τους, είναι και πάλι κάτι καλύτερο απ’ το τίποτα, όπως ακριβώς ορισμένοι ισχυρίζονται ότι οι δημοκρατικοί είναι λίγο καλύτεροι απ’ τους ρεπουμπλικάνους. Αυτό είναι μέρος της βήγκαν αποσπασματικής κατανόησης της κοινωνικής τάξης, που επικεντρώνει την μονόφθαλμη όρασή της αποκλειστικά στην “μείωση του πόνου των ζώων”. Εντωμεταξύ, τα ζώα εξακολουθούν να μετατρέπονται σε μηχανές παραγωγής κρέατος, να επεξεργάζονται από ανθρώπους που είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν σαν μηχανές παραγωγής εργασίας. Και οι δυο αγοράζονται και πουλιούνται με χρηματικούς όρους, τους εκμεταλλεύονται, τους χρησιμοποιούν για την κερδοφορία του κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός ορίζει τους ρόλους τόσο των ανθρώπων όσο και των ζώων στην κοινωνία ενώ ο βηγκανισμός, δεν κάνει άλλο απ’ το να συσκοτίζει αυτήν τη σχέση, προωθώντας έναν απατηλό καταναλωτισμό “της συμπόνιας”.

Μια σχετική ιδεολογία, δημοφιλής μεταξύ ριζοσπαστών ακτιβιστών των ζώων, πράσινων αναρχικών, και περιβαλλοντιστών ακτιβιστών, εναποθέτει την ευθύνη για τη βαναυσότητα που υφίστανται τα ζώα και η γη σε όλους τους ανθρώπους, και συγκεκριμένα στην ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για ελάχιστα συγκαλυμμένο μισανθρωπισμό. Οι απελευθερωτές ζώων ανυψώνουν τη συνθήκη των ζώων καθώς τα βλέπουν ως ανυπεράσπιστα, ειρηνικά κι αθώα, ενώ οι άνθρωποι βλέπονται με ένα άλλο μάτι, στερούμενοι κάθε τέτοια ποιότητα. Ένας μισάνθρωπος θα έλεγε ότι κάποιοι ή και όλοι οι άνθρωποι είναι έμφυτα κακοί, σκληροί και αναίσθητοι, ή ακόμα κι ότι πολλοί άνθρωποι λατρεύουν να σκοτώνουν, να βασανίζουν και να βλάπτουν. Θα λεγε ότι αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Αλλά είναι αυτές οι πράξεις προϊόν της “φύσης” μας; μας κυβερνούν τα “ένστικτα” και αφηρημένες ιδέες περί μιας ανθρώπινης φύσης; Η ανθρώπινη ιστορία δεν δίνει και πολλή βάση στην ιδέα ότι τα ανθρώπινα όντα είναι ντε και καλά κακά και καταστροφικά. Αυτό το χάλι της επιβεβλημένης μιζέριας και κυριαρχίας είναι ένα προϊόν της ανθρώπινης κοινωνίας, όχι μιας ανθρώπινης φύσης που οφείλει να αναπαράγεται ή να ηθικολογείται.

Οι διάφοροι θεσμοί που συνθέτουν την κοινωνία ορίζουν και τις δράσεις μας εντός της. Δεν είμαστε απλά άτομα που κάνουμε ό,τι θέλουμε. Έχουμε ελάχιστες επιλογές στο πώς θα επιβιώσουμε, όλες απ’ τις οποίες περιλαμβάνουν το να αγοράζουμε τα προϊόντα της εκμετάλλευσης και να υποφέρουμε την εκμετάλλευση εμείς οι ίδιοι για να τα παράγουμε. Εκπαιδευόμαστε διαρκώς στο να δεχόμαστε αυτήν τη ζωή, όπως ακριβώς οι κρατούμενοι μαθαίνουν ν’ αποδέχονται τη φυλακή τους. Ο μισανθρωπισμός ούτε εξηγεί ούτε διαφωτίζει τις ιεραρχικές κι εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις. Είναι απλά μια τεμπέλικη δικαιολογία της ιδεολογίας για να μη σκεφτεί κριτικά τα προβλήματα που μας τίθενται.

Η επίθεση στο καπιταλιστικό σύστημα και τις συνέπειές του απαιτεί από μας να το αντιλαμβανόμαστε και να δρούμε εναντίον του ως μια ολότητα. Διαφορετικά, η αντιπολίτευση σ’ αυτό, θα πάρει την μορφή που παίρνει συνήθως, αναπτύσσοντας την ιδεολογία του ρεφορμισμού κι ενός ριζοσπαστισμού που στερείται κριτικής σκέψης για το πώς και πού πρέπει να επιτεθούμε. Η ιδεολογία σαλαγάει σαν πρόβατα τους ανθρώπους. Το ότι μας λένε, ή λέμε στον εαυτό μας, ότι είμαστε ελεύθεροι, δε σημαίνει κι ότι πραγματικά είμαστε. Θα πρέπει να είμαστε κριτικοί απέναντι σε κάθε θεωρία, σε κάθε ιδεολογία και πρακτική, εάν σκοπεύουμε να καθορίσουμε το πόσο χρήσιμες είναι στον μετασχηματισμό, ή ακόμα καλύτερα, στην καταστροφή αυτής της κοινωνίας της εκμετάλλευσης.

Just do it: Οι ακτιβιστές

Πιστεύω ακράδαντα ότι η προσοχή μας πρέπει να είναι στον τερματισμό της οδύνης και του θανάτου κατά τον ταχύτερο κι αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο. Αν όλοι μας κάνουμε ό,τι μπορούμε, ο 21ος αιώνας ΘΑ είναι αυτός που θα φέρει την απελευθέρωση των ζώων. – Ανώνυμος

Η υποτιθέμενη επαναστατική δράση των ακτιβιστών δεν είναι παρά μια βαρετή και στείρα ρουτίνα -μια συστηματική επανάληψη λιγοστών δράσεων χωρίς καμμιά δυνατότητα αλλαγής. -X. Andrew “Give Up Activism”

Οι ακτιβιστές παίζουν έναν ειδικό ρόλο στην κοινωνία μας. Είναι οι ειδικοί της κοινωνικής αλλαγής όπως περίπου οι καλλιτέχνες είναι οι ειδικοί της κουλτούρας. Αυτή η εξειδίκευση διαχωρίζει μια ομάδα ανθρώπων απ’ το υπόλοιπο της κοινωνίας. Αυτή η συνθήκη δεν είναι συμπτωματική, καθώς είναι στη φύση της εξειδίκευσης να είναι αποκλειστική. Ο ακτιβιστής διαχειρίζεται κι αναπαριστά τους κοινωνικούς αγώνες, περιορίζοντάς τους σε μονοθεματικά ζητήματα και στρατολογώντας μέλη για τον σκοπό τους. Κάτι τέτοιο είναι προβληματικό από μια επαναστατική προοπτική, που ασχολείται με τον μετασχηματισμό των τρεχουσών κοινωνικών σχέσεων κι όχι με την αναπαραγωγή τους.

Το κίνημα απελευθέρωσης ζώων αναπαράγει τον ρόλο του ακτιβιστή στέκοντας πάνω κι έξω απ’ τη σφαίρα των αγώνων που περιλαμβάνουν κι αφορούν τους εκμεταλλευομένους. Ο φιλοζωικός ακτιβισμός αφοσιώνεται σε συγκεκριμένους σκοπούς, κι αποκλείει αυτούς που δεν ταυτίζονται με τους δικούς του ηθικούς και life-style κώδικες. Αναλόγως, δοξάζει την αυτοθυσία, μια ιδέα που είναι απόλυτα διαβρωτική για κάθε είδους απελευθέρωση. Οι ακτιβιστές βλέπουν τη θυσία και την οδύνη ως κάποιου είδους ικανότητες, που οι περισσότεροι άνθρωποι στερούνται. Έτσι, ο ακτιβιστής πρέπει να αλλάξει την κοινωνία για τους άλλους, για το υποτιθέμενο συμφέρον των άλλων. Οι μάζες δεν μπορούν παρά να εκπαιδευτούν και να κατανοήσουν την ευγένεια και τη σημασία ενός τέτοιου υψηλού σκοπού ή υπόθεσης. Το κίνημα απελευθέρωσης ζώων είναι έτοιμο να κάνει κάθε άνθρωπο βήγκαν, άσχετα του πόσο θα βοηθήσει ουσιαστικά τον καθένα να πάρει ο ίδιος στα χέρια του τις αποφάσεις για τη ζωή του. Ένας εργάτης που προσπαθεί να στηρίξει την οικογένειά του, έχει συνήθως ελάχιστο ενδιαφέρον για μια χορτοφαγική δίαιτα, τη στιγμή που αυτή δεν μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει το γεγονός ότι αυτός βρίσκεται με τη θηλιά της οικονομίας περασμένη σφιχτά γύρω απ’ τον λαιμό του. Μια βήγκαν δίαιτα δεν κάνει καμμιά οδύνη πιο εύπεπτη.

Αυτός δεν είναι κι ο μοναδικός λόγος για τον οποίον πολλοί άνθρωποι δεν παίρνουν την απελευθέρωση των ζώων στα σοβαρά. Η ίδια η υποκουλτούρα των ακτιβιστών των ζώων περιορίζει κάθε αλληλεπίδραση με τους μη-ακτιβιστές κι εμποδίζει μια ανοιχτόμυαλη κατανόηση των αγώνων των άλλων. Κάθε υποκουλτούρα, ακτιβιστική ή μη, δημιουργεί διαιρέσεις κι εμπόδια μεταξύ των εκμεταλλευομένων. Απαιτώντας απ’ τους άλλους να προσαρμοστούν σε κώδικες σκέψης, συμπεριφοράς, ακόμα και μόδας, ντυσίματος, καταλήγει να τους αποξενώνει από κάθε δυνατότητα χτισίματος δεσμών συνάφειας κι αλληλεγγύης με άλλους. Ποιός θέλει στην τελική να του τί να κάνει, τί να σκέφτεται και τί να φοράει; Μια ομάδα ακτιβιστών μπορεί να απομονωθεί απ’ αυτόν τον κόσμο όσο θέλει, αλλά είναι άσκοπο να περιμένει από κάθε άλλον να ακολουθήσει σ’ αυτήν την αυτο-απομόνωση.

Ορισμένοι ακτιβιστές μπορεί να βλέπουν αυτήν την απομόνωση σαν
μια ακόμα ανιδιοτελή θυσία για το γενικότερο καλό. Δεν είναι σπάνιο να θυσιάζεται κανείς για κάτι άλλο, για τα ζώα, για μια αφαίρεση, για τον έναν ή τον άλλο σκοπό. Δεν ενεργεί για τα δικά του συμφέροντα, αλλά για το συμφέρον κάποιου άλλου. Μπορεί να υποστεί ξυλοδαρμούς σε μια διαδήλωση ή να οδηγηθεί και στη φυλακή για την απελευθέρωση ζώων. Ο ακτιβιστής θα ισχυριστεί ότι αυτές είναι αναγκαίες θυσίες για δίκαιους σκοπούς, κι ότι η προσωπική οδύνη του, θα οδηγήσει σε λιγότερη οδύνη για άλλα όντα. Πρόκειται για το γνωστό μυθικό θέμα του οσιομάρτυρα αναπαριστάμενο στη δράση. Η οδύνη δεν μετριάζεται με την πρόκληση περισσότερης οδύνης, στον εαυτό μας. Η σύγχρονη ζωή ήδη δικαιωνίζεται μέσω της θυσίας -στη δουλειά, στο σχολείο, παντού στον καπιταλισμό. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πρεπε να παραμένουμε παθητικοί απέναντι σε κάτι που μας αρρωσταίνει, για να αποφύγουμε τυχόν κινδύνους. Αντίθετα, θα πρέπει να αναλάβουμε δράση, ακριβώς επειδή το θέλουμε κι όχι επειδή το οφείλουμε. Το ρίσκο που παίρνουμε λοιπόν, είναι αυτό του να ζήσουμε τη ζωή μας, κι όχι να τη θυσιάσουμε για μιαν ιδέα. Στην τελική, ο χριστός έχει ήδη πεθάνει για τις αμαρτίες μας, αρκεί. Δε χρειάζεται να κάνουμε κι εμείς το ίδιο.

Όσον αφορά την τρέχουσα πρακτική, οι ακτιβιστές της απελευθέρωσης ζώων επιδιώκουν την επιτυχία ορισμένων μεταρρυθμιστικών εκστρατειών, παρά μια γενικευμένη πρόκληση στο σύστημα ως όλον. Είναι ικανοί ακόμα και να γιορτάζουν τις αυτοανακηρυσσόμενες νίκες τους. Μια φάρμα γουναρικών κλείνει. Ένα εργαστήρι πειραμάτων χρεωκοπεί. Αργότερα βέβαια, η φάρμα γουναρικών επανέρχεται σ’ ένα άλλο μέρος, με άλλον ιδιοκτήτη, μόλις η βιομηχανία γούνας “ανέβει” λίγο. Η παραγωγή ξεκινά και πάλι, ακριβώς όπως πάντα. Κι η βιομηχανία καλλυντικών συνεχίζει να χρειάζεται τις δοκιμές χημικών στα μάτια κουνελιών ή τα φάρμακα στις φλέβες ποντικιών ώστε να αποφύγει ενδεχόμενες μυνήσεις από δυσαρεστημένους πελάτες. Έτσι, κάποιο άλλο εργαστήριο θ’ ανοίξει στο εξωτερικό, ή κάποιο απ’ τα υπάρχοντα θ’ αυξήσει τον κύκλο εργασιών του, τελικά καταλήγοντας σε περισσότερα ζώα να υποφέρουν και να σκοτώνονται. Ο “δρόμος προς την νίκη” που γιορτάζουν πολλοί ριζοσπάστες ακτιβιστές των ζώων είναι μια σειρά ασήμαντων παραχωρήσεων του συστήματος [55]. Ο καπιταλισμός είναι πια αρκετά ευέλικτος ώστε να δέχεται την μια ή την άλλη μεταρρύθμιση όσο η συνολική λειτουργία του παραμένει ανεμπόδιστη. Και όσο η συνολική του λειτουργία παραμένει ανεμπόδιστη, τα ζώα θα εξακολουθούν να μετατρέπονται σε εμπορεύματα, και να τα εκμεταλλεύονται μέχρι τέλους. Ας ρίξουμε όμως τώρα μια πιο προσεχτική ματιά στη δυναμική και τις πρακτικές του κινήματος αυτού.

Χαμένοι στην ομίχλη του πολέμου: μια ματιά στο κίνημα απελευθέρωσης ζώων

“Ριζοσπάστες” απελευθερωτές ζώων

Υπάρχουν πολλές ακτιβιστικές καμπάνιες που περηφανεύονται για το πόσο ριζοσπαστικές κι από τα κάτω είναι. Ένας τέτοιος ριζοσπαστισμός από μόνος του, δεν είναι παρά ένας αντιθετικός όρος για να συγκριθεί μια μέθοδος με μια άλλη. Είναι αμφιλεγόμενο και σίγουρα δε λέει κάτι παραπάνω το να ‘σαι “ριζοσπάστης” όσον αφορά την προοπτική, παρά του ότι είσαι πιο ακραίος στην τακτική σου. Υπάρχουν πολλοί που τους σαγηνεύει η γοητεία του εξτρεμισμού, καθώς παρουσιάζεται σαν μια εναλλακτική στις ρεφορμιστικές τάσεις άλλων ομάδων. Αυτή η αναπαράσταση είναι ψεύτικη. Το κίνημα απελευθέρωσης ζώων ασπάζεται τον ρεφορμισμό εξ ολοκλήρου, παρότι παρουσιάζεται ως ριζοσπαστικό χάρη σε ορισμένες τακτικές που υιοθετεί. Η PETA και το SHAC επιθυμούν το ίδιο πράγμα. Απλώς χρησιμοποιούν διαφορετικές τακτικές και στρατηγικές προκειμένου να πετύχουν τον ίδιο στόχο. Όμως, οι “ριζοσπαστικές” τακτικές, δεν συνεπάγονται αναγκαστικά ριζοσπαστικούς στόχους. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός δεν έρχεται απλά με το σπάσιμο ορισμένων βιτρινών ή με μερικές στοχευμένες διαδηλώσεις. Μια ριζοσπαστική κριτική του υπάρχοντος, απαιτεί και την αποδόμηση του “ριζοσπαστισμού”, και το να μην ταυτίζουμε τις τακτικές με τον στόχο.

Τα Κομμάντος των ζώων

Το μέτωπο απελευθέρωσης ζώων (ALF) έχει συγκεντρώσει πολλή υποστήριξη όλ’ αυτά τα χρόνια για τις τακτικές τύπου κομμάντο που επιστρατεύει σε απελευθερώσεις, σαμποτάζ κι εμπρησμούς. Οι πυρήνες του αποτελούνται από μικρές, αποκεντρωμένες ομάδες χορτοφάγων ή βήγκαν που διεξάγουν τις δράσεις τους κάτω από ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές. Για παράδειγμα, μια δράση μπορεί να διεκδικηθεί για λογαριασμό του ALF αν είτε απελευθερώνει ζώα είτε καταστρέφει την ιδιοκτησία επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται ζώα χωρίς να βλάπτεται καμμία ζωή κατά τη διεξαγωγή της. Ο βραχυπρόθεσμος στόχος τους, είναι να σώσουν μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποσότητα ζώων, ενώ μακροπρόθεσμα, στοχεύουν να θέσουν ένα τέλος στην “οδύνη των ζώων”, οδηγώντας τις επιχειρήσεις που κερδοσκοπούν απ’ τα ζώα στη χρεωκοπία. Προφανώς, το ALF αντιπροσωπεύει την ίδια ιδεολογική και ποσοτική σκέψη με το υπόλοιπο κίνημα απελευθέρωσης ζώων.

Η γοητεία του ALF εν μέρει οφείλεται στις εικόνες δράσεων-κομμάντο παραβαίνοντας νόμους υπό την κάλυψη της νύχτας. Δημοφιλείς εικόνες τους ALF φέρουν έναν αγγελικό χαρακτήρα. Σωτήρες της αθωότητας απ’ το κακό, όπως ακριβώς τα βαρετά παραμύθια που μας ταϊζουν από μικρά. Απ’ την οπτική των απελευθερωτών ζώων, η άμεση δράση, αν κι έχει πρακτική σημασία για την απελευθέρωση ζώων, είναι απλά μια κίνηση τακτικής, και δεν παίρνει έναν ευρύτερο χαρακτήρα κι ένα ήθος, στο πώς αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο, έξω από κάθε αντιπροσώπευση και διαμεσολάβηση. Μια τέτοια παράβαση των νόμων, ορθολογικεύεται με τον ίδιο τρόπο που ο Γκάντι δικαιολογούσε και νομιμοποιούσε την παράβαση ορισμένων νόμων. Μια τέτοια προοπτική ενσωματώνεται ηθικιστικά στην μη-βία και διεξάγεται αποκλειστικά με σκοπό την αμφισβήτηση νόμων που προστατεύουν μια όψη της κοινωνικής κυριαρχίας, ενώ αφήνουν κάθε άλλη ανέγγιχτη. Συνήθως, το ALF και οι συνήγοροί του, συγκρίνουν τη δράση του με το Underground Railroad, ένα δίκτυο ανθρώπων που βοηθούσαν σκλάβους να διαφύγουν απ’ τις νότιες πολιτείες, μέχρι η δουλεία να καταργηθεί επισήμως στις ΗΠΑ. Αυτή η σύγκριση εξυπηρετεί τον εαυτό της φυσικά, κι ενισχύει τη λατρεία των “ηρώων” με ψευδαισθήσεις μεγαλείου.

Το Justice Department (JD) και η Animal Rights Militia (ARM), απ’ την άλλη, παίζουν έναν ρόλο περισσότερο στρατιωτικού τύπου βίας. Ενώ αυτές οι ομάδες είναι πολύ λιγότερο παραγωγικές απ’ ότι το ALF, αξίζει να σκιαγραφήσουμε την ανάπτυξή τους μέσα στο κίνημα απελευθέρωσης ζώων. Το ARM είναι γνωστό για ξυλοδαρμούς κυνηγών στην Αγγλία, ενώ το JD για την ταχυδρόμηση λεπίδων σε επιχειρηματίες γουναρικών, και απειλές εναντίον ερευνητών σε εργαστήρια πειραμάτων σε ζώα. Αντί της φετιχοποίησης μη-βίαιων δράσεων, όπως το ALF, αυτές οι ομάδες φετιχοποιούν τις αντίθετες τακτικές μορφές: οτιδήποτε βίαιο. Αναπτύσσεται λοιπόν μια ιδεολογία τακτικής που παραμένει παγιδευμένη μέσα στη δική της μονόφθαλμη όραση. Αντιτιθέμενοι στην μη-βία, η οποία γίνεται αντιληπτή σαν μια αποτυχημένη μέθοδος που δεν “φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα” αρκετά γρήγορα, ποσοτικοποιούν την ίδια την κοινωνική αλλαγή. Βλέπουν τους εαυτούς τους ως αυτούς που πάνε “ένα βήμα πιο πέρα”. Είναι η ίδια αιτιολόγηση που χρησιμοποίησαν ομάδες όπως ο Black Liberation Army και οι Weather Underground, ξεπέφτοντας σε θεαματικές δράσεις που όμως δεν έκαναν τίποτε για να εξαλείψουν την εκμετάλλευση, παρά φετιχοποιούσαν την πολιτική βία. Η προσέγγισή τους αποδεικνύει και τη σύγχυση και την αδυναμία μιας “ριζοσπαστικής” δράσης διαχωρισμένης απ’ την καθημερινή επαναστατική πρακτική. Αντί να αναζητούμε την ποιοτική αμφισβήτηση μιας κοινωνίας βασισμένης σε ρόλους και ειδικούς, αυτές οι ομάδες ενισχύουν την εργαλειοποίηση των ατόμων που αφοσιώνονται τελικά στην μιά ή την άλλη ιδεολογία, κι όχι σε μια αυθεντική αλλαγή της ζωής που να ξεκινά απ’ τους ίδιους τους εμπλεκομένους σ’ αυτήν.

Άγγελοι του Ελέους: το πάθος για τους ήρωες, μάρτυρες και στρατιώτες

Σ’ αυτούς που έχουν χάσει τις ζωές τους πολεμώντας την κακοποίηση των ζώων και σ’ αυτούς που αφαίρεσαν την ίδια τους τη ζωή όταν η φρίκη έγινε αβάσταχτη, σ’ αυτούς που θυσίασαν την ελευθερία τους… Σας ευχαριστούμε. -Robin Webb, απ’ το βρετανικό γραφείο τύπου του ALF

Αρκετοί απελευθερωτές ζώων αγαπούν το μαρτύριο του ALF. Προσωποποιούνται ως ολότελα ανιδιοτελείς και γενναίοι, θύματα μόνο του ότι νοιάζονται τόσο πολύ και υποφέρουν απ’ τη συμπόνιά τους, σαν την μητέρα τερέζα ή τον χριστό. Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού, μπορεί να βρεθεί στο βιβλίο της Ingrid Newkirk “Free the Animals”, το οποίο διηγείται την ιστορία μιας ομάδας ανθρώπων που παραβαίνουν τους νόμους και ριψοκινδυνεύουν να βρεθούν στη φυλακή, προκειμένου να σώζουν ζώα από εργαστήρια πειραμάτων. Το βιβλίο αυτό έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές μεταξύ ακτιβιστών των ζώων ήδη από τα 80es. Η γοητεία του έγκειται στο ότι απεικονίζει ανθρώπους που είναι λίγο-πολύ καλύτεροι από μας τους άλλους, πιο ευγενείς, πιο γενναίοι, πιο ευαίσθητοι. Όπως ένας χαρακτήρας ενός απλοϊκού παραμυθιού, έτσι κι οι αγωνιστές του ALF ρισκάρουν τα πάντα προκειμένου να σώσουν τα ζώα απ’ το κακό. Το κίνημα απελευθέρωσης ζώων πλάθει τα είδωλα των ηρώων του, με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν και τα μήντια, ενισχύοντας στο εσωτερικό του κοινωνικές σχέσεις ηγέτη και χειροκροτητή.

Φυσικά πολλοί αποφεύγουν μια παράνομη άμεση δράση, εξ αιτίας των συνεπειών της παρανομίας. Ο κίνδυνος των προσωπικών επιπτώσεων έτσι ενισχύει ακόμα περισσότερο τον μύθο της θυσίας του αγωνιστή. Το να παραβαίνεις τους νόμους γίνεται μια δουλειά για υπερανθρώπους, κι όχι για τον καθένα μας. Τα μέλη του ALF φαίνεται να έχουν γεννηθεί με ειδικές ικανότητες, και μια περιφρόνηση του φόβου που λείπει απ’ τους υπόλοιπους. Στήνονται στα ψηλά τους βάθρα, σα λατρευτικά είδωλα. Είναι οι ήρωες του κινήματος απελευθέρωσης ζώων. Από κάτω τους, άνθρωποι που μόνο να χειροκροτούν είναι ικανοί, όπως ένας θεατής χειροκροτεί ένα έργο τέχνης, κάτι που μόνο χαρισματικοί και σπάνιοι άνθρωποι μπορούν υποτίθεται να παράγουν.

Η κοινωνική αλλαγή όμως δεν έχει ανάγκη ούτε μάρτυρες, ούτε ήρωες, ούτε στρατιώτες. Η επαναστατική δράση πρέπει να περιλαμβάνει τη συνειδητή προσπάθεια ανατροπής των ρόλων που προσδιορίζουν ακριβώς τον αποκλεισμό και την αδυναμία της θέσης μας. Όσο νωρίτερα τελειώνουμε με τους οσιομάρτυρες και τους χειροκροτητές τους, τόσο πιο γρήγορα θα μπορούμε να πολεμήσουμε για την ελευθερία μας. Η επανάσταση ξεκινά με τον καθέναν από μας. Εμείς είμαστε που θα κρίνουμε την μοίρα της και τη δική μας. Εμείς είμαστε που θα αποφασίσουμε για το μέλλον μας, είμαστε αναγκασμένοι να το κάνουμε, ώστε να μην το κάνει κανείς άλλος για μας.

Η ελευθερία δεν νομοθετείται

Πρέπει να ‘ναι κανείς τρελλός για να περιμένει να τον προστατεύσει το Κράτος… Εγώ δεν είμαι πάντως. –Andrea Dorea, “N’Drea”

Το κίνημα απελευθέρωσης ζώων θεωρεί ότι τα ζώα θα έπρεπε να χαίρουν νομικών δικαιωμάτων και θεσμικής προστασίας. Επικροτούν την κατάργηση των κοκκορομαχιών, έναν πραγματικά ασήμαντο θεσμό στην μεγάλη κλίμακα της κακοποίησης των ζώων, ακριβώς γιατί το βλέπουν σαν κάτι που βοηθάει τα ζώα και μπορούν να το προσθέσουν στον κατάλογο με τις υποτιθέμενες νίκες τους. Ωστόσο, κριτικάρουν τους νόμους που προστατεύουν τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν ζώα. Αποδέχονται τη λογική του κράτους καταρχήν, όσον αφορά την ύπαρξη νόμων, αγνοώντας τη λειτουργία του νομικού συστήματος στη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων, στην κανονικοποίηση, την παραγωγικότητα και τον έλεγχό τους. Οι νόμοι επικυρώνουν τον κοινωνικό έλεγχο, εγκληματοποιώντας την ακυβερνησία και προστατεύοντας την εξουσία. Οι νόμοι και οι υποστηρικτές τους έχουν σκοπό να μας αποτρέψουν απ’ το να διαλύσουμε τη βιομηχανική φάρμα με τα ίδια μας τα χέρια.

Το κράτος προστατεύει τις επιχειρήσεις που σχετίζονται με ζώα, όπως και τις άλλες καπιταλιστικές εταιρίες, είναι η σπονδυλική στήλη και η ωμή βία του καπιταλιστικού συστήματος. Η νομοθεσία ποινικοποιεί οτιδήποτε αντιτίθεται στην ομαλή λειτουργία του καπιταλισμού, διατηρώντας τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Η έννοια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η κατοχή της είναι ιερά. Κάθε έκκληση για επιπλέον νόμους, απλώς δυναμώνει την εξουσία του νομικού συστήματος και την μυθολογία του, της αντικειμενικότητας και της δικαιοσύνης. Η πίστη στον νόμο, είναι υποταγή στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, όπως αυτή επιβάλλεται από μπάτσους, γραφειοκράτες, δικαστές και νομοθέτες. Προφανώς και δεν έχουν κάποιο ενδιαφέρον στην αλλαγή ενός κοινωνικού συστήματος απ’ το οποίο ζουν. Το να περάσουν έναν νόμο ενάντια στην κακοποίηση ζώων εδώ, ή ενάντια στα τσίρκα κάπου αλλού, έχει ελάχιστο αντίκτυπο ώστε να διαφημίζεται ως νίκη. Τα εργοστάσια συνεχίζουν την παραγωγή, κι ολοένα και περισσότερα ζώα περνούν απ’ τους μύλους τους. Η αθλιότητα συνεχίζεται και το ενισχυμένο προφίλ του κρατικού νομικού συστήματος είναι εδώ για να τη διασφαλίζει.

Αν θέλουμε να βγάλουμε τα ζώα απ’ το υποβιβαστικό παραγωγικό σύστημα, πρέπει να αρνηθούμε κάθε υποτιθέμενη λύση που προέρχεται απ’ τους εκλογικούς και νομικούς μηχανισμούς του κράτους. Τα μόνα προβλήματα που είναι σε θέση να λύνει η νομοθεσία, είναι αυτά των ισχυρών. Δεν έχει νόημα να αντιστεκόμαστε στο κοινωνικό αυτό σύστημα, χωρίς να αντιστεκόμαστε στους νόμους του. Το ALF τουλάχιστον καταλαβαίνει μέχρι εκεί. Είναι χίλιες φορές καλύτερο να καταστρέψουμε ολόκληρο το σχήμα της αλλοτριωμένης πολιτικής εξουσίας, παρά να ζητάμε απ’ αυτό περισσότερα ψίχουλα και κενές παραχωρήσεις. Αν αντιστεκόμαστε στον καπιταλισμό γι αυτά που κάνει στα ζώα, θα πρέπει τουλάχιστον αντίστοιχα να αντιστεκόμαστε και στο κράτος που διασφαλίζει ότι αυτό το σύστημα θα συνεχίσει να υποδουλώνει τον κόσμο στη λογική του.

Άμεση δράση, όχι ιδεολογία

Η απελευθέρωση ζώων αποκτά την μέγιστη δυναμική της ως άμεση δράση, παρά ως ιδεολογία. Οι απελευθερώσεις ζώων διαρρηγνύουν τη συνθήκη τους, ως ιδιόκτητα αντικείμενα. Το σαμποτάζ και η καταστροφές βιομηχανιών με ζώα, δείχνουν μια στόχευση ενάντια στην εμπορευματοποίηση των ζώων. Ωστόσο, όταν αυτές οι δράσεις γίνονται με απόλυτο διακηρυγμένο στόχο την απελευθέρωση ζώων, τότε παραμένουν περιορισμένες σε μια προοπτική απλά φιλοζωική. Για παράδειγμα, πολλές αναλήψεις ευθύνεις για επιθέσεις σε εργαστήρια πειραμάτων σε ζώα, επικεντρώνουν αποκλειστικά στην κακοποίηση των ζώων, συνήθως με ηθικιστικούς ή ιδεολογικούς όρους, αγνοώντας κάθε άλλη εκμεταλλευτική και αποτρόπαια όψη των πανεπιστημιακών ή φαρμακευτικών εργαστηρίων. Αντί να ρίχνουν τα σύνορα προς μια αντίληψη της κοινωνικής κυριαρχίας, τέτοιες δράσεις θέτουν οι ίδιες τα όριά τους, και προωθούν μια περιορισμένη οπτική που δεν υπολογίζει καν τις υποβόσκουσες αιτίες για τις οποίες τα ζώα βρίσκονται εκεί ως εμπορεύματα. Αναλόγως, οι δυνατότητες αυτών των δράσεων περιορίζονται απ’ τον εγκλεισμό τους σε ένα μονοθεματικό ζήτημα, αντί να γίνονται δράσεις αλληλέγγυες, συνδεδεμένες με άλλους κοινωνικούς αγώνες. Υπάρχουν βέβαια, ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις ανθρώπων που απελευθερώνουν ζώα και σαμποτάρουν επιχειρήσεις εκμετάλλευσης ζώων, χωρίς να αναλαμβάνουν την ευθύνη της δράσης τους στα πλαίσια της απελευθέρωσης ζώων [58]. Αυτές δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητες, καθώς είναι θετικές μιας και δεν φορούν στον εαυτό τους την ταμπέλα του πολέμιου μιας και μόνον όψης της κυριαρχίας, αλλά προσπαθούν να επιτεθούν πολύπλευρα. Αν πραγματικά βλέπουμε την εκμετάλλευση και την κυριαρχία παντού, τότε δεν υπάρχει λόγος να περιοριστούμε. Πρέπει να επιτεθούμε παντού όπου βρίσκονται.

Ενάντια στον ακτιβισμό, προς μια ενεργητική ανταρσία

Αυτό που είμαστε, κι αυτό που θέλουμε, ξεκινά μ’ ένα “όχι”. Απ’ αυτό γεννιέται ο μόνος λόγος για να σηκωνόμαστε το πρωί. Απ’ αυτό γεννιέται ο μόνος λόγος για να βγαίνουμε οπλισμένοι στην επίιθεση εναντίον ενός συστήματος που μας πνίγει. -Ανώνυμο “At Daggers Drawn”

Αυτή η κοινωνία-φυλακή, πρέπει να καταστραφεί, αν θέλουμε να μιλάμε για ελευθερία. Η βιομηχανική φάρμα δεν είναι παρά ένα σημείο όπου εντοπίζεται η αθλιότητά της. Το σύστημα της εκμετάλλευσης κερδοσκοπεί εξίσου απ’ τον ανθρώπινο και τον ζωικό ιδρώτα και πόνο. Είναι ένας εχθρός κοινός. Δε θ’ αλλάξει κάτι με το να ζητάμε απ’ τους κυριάρχους να κάνουν την αθλιότητα πιο βιώσιμοι, ή να μας εκμεταλλεύονται με καλύτερους όρους, σε μεγαλύτερα κλουβιά. Οι ζωές μας και οι σχέσεις μας σ’ αυτόν τον κόσμο πρέπει να διεκδικηθούν με τους δικούς μας όρους. Για να το κάνουμε αυτό, έχουμε μπροστά μας ένα πολύ δυσκολότερο καθήκον. Προς το παρόν, ας μην γεμίζουμε ψευδαισθήσεις, ηθικούς κώδικες και τυφλωτικές ιδεολογίες. Ας δυναμώσουμε τις κοφτερές ιδέες και την αυτοκαθορισμένη δράση.

Ορισμένοι θα πουν ότι “κάτι πρέπει να γίνει”. Ο κόσμος γίνεται ολοένα και χειρότερος και πρέπει να δράσουμε. Θα μας πουν ότι πρέπει να κάνουμε πράγματα που θα μας κάνουν να νιώσουμε ότι όντως αλλάζουμε κάτι. Οπότε γιατί να μην ασχοληθούμε με την απελευθέρωση ζώων; Αν οι δράσεις μας είναι μια πρακτική έκφραση των επιθυμιών μας, τότε δεν υπάρχουν και πολλά να περιμένουμε απ’ το μέτρημα προσηλυτισμένων βήγκαν κι απελευθερωμένων πουλερικών. Η επανάσταση είναι πρώτα και πάντοτε η αλλαγή της δικής μας παρέμβασης με τον κόσμο, ο ποιοτικός κοινωνικός μετασχηματισμός, κι όχι η ποσότητα των ακτιβιστικών επιτυχιών. Πρέπει να φτύσουμε τις εκκλήσεις σ’ αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία και να δράσουμε άμεσα γι’ αυτό που θέλουμε. Η επανάσταση οφείλει να είναι μια καθημερινή πρακτική, αν περιμένουμε να έχουμε κάποια πραγματική δυναμική.

Κάτι πρέπει να γίνει. Χρειαζόμαστε τη φωτιά όσο χρειαζόμαστε και τις ιδέες. Για να φέρουμε έστω και την παραμικρή αυθεντική επαναστατική κοινωνική αλλαγή, οι κοινωνικές σχέσεις πρέπει να παν παραπέρα απ’ τη συμμόρφωση σε ιδεολογίες και στην αποσπασματική κριτική τους, πέρα απ’ την ιεραρχική κλειστή λείψη αποφάσεων, πέρα από ευσεβή κηρύγματα. Θέλουμε κάτι ριζικά διαφορετικό, έναν κόσμο όπου θα είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε το πώς θα ζήσουμε. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό μόνο εάν δρουμε έξω απ’ τον κοινωνικό ρόλο του ακτιβιστή ή του καταναλωτή, έξω απ’ τα πολιτικά κόμματα και τα κούφια λόγια τους, ή τις μη-κερδοσκοπικές οργανώσεις και τις μονοθεματικές καμπάνιες τους. Πρέπει να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας, κι όχι να υποδουλωθούμε στον έναν ή τον άλλον σκοπό, με θρησκευτική ευλάβεια και ιδεολογική τύφλωση.

Αυτή η κριτική στο κίνημα απελευθέρωσης ζώων θα πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε ψευδή κριτική και σκοπό, και υπάρχουν πολλοί τέτοιοι. Δε ψάχνουμε να προσηλυτίσουμε κόσμο στην προοπτική μας. Δε ζητάμε από κανέναν να αγνοήσει το ζήτημα της εκμετάλλευσης των ζώων ή απλά να αρχίσει να τρώει κρέας, κι όλα εντάξει, αλλά μάλλον να αφιερώσουμε περισσότερη κριτική σκέψη και αναλυτική συζήτηση στις καθημερινές μας δράσεις, καθώς και στις θεωρίες και τις πρακτικές του κοινωνικού κινήματος.

Προκειμένου να απελευθερωθούμε απ’ το φτυάρισμα σκατών και την κατανάλωση σκατών, χρειάζεται να γίνουμε ενεργοί συμμέτοχοι σε μια ανταρσία ενάντια σε κάθε ιδεολογία, ηθική, στον καπιταλισμό και το κρατικό οχυρό του. Με λίγα λόγια, να καταστρέψουμε οτιδήποτε απλώνει την κυριαρχία του πάνω μας, καθώς ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο ανοιχτά μια απέραντη φυλακή. Η αθλιότητα της βιομηχανίας γούνας και των εργαστηρίων πειραμάτων είναι παντού. Παντού λοιπόν πρέπει να είναι και η στόχευσή μας. Στην καταστροφή των σχέσεων που αναπαράγουν κι επιτρέπουν την ύπαρξη αυτής της κοινωνίας, ξεκινώντας από μια ανυπακοή και μια άρνηση που δε θα ναι ούτε “πολιτική” ούτε “τυφλή”.

Όπως είπε και μια νεκρή αντάρτισσα: να καταστρέψουμε ό,τι μας καταστρέφει. Αυτός ο κόσμος θα καταρρεύσει στο ξετύλιγμα των επιθυμιών μας. Για μας, μια καταστροφική ανταρσία ενάντια σ’ αυτήν την σκατένια κοινωνία είναι το μόνο πράγμα που διατηρεί μια ελπίδα απελευθέρωσης. Δε ζητάμε μεγαλύτερα κλουβιά. Θέλουμε να τελειώνουμε μ’ αυτά εξ ολοκλήρου.

Δεν είναι τα ζώα που εξαρτώνται από μας για να τα απελευθερώσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο. Είμαστε εμείς που πρέπει να απελευθερωθούμε απ’ αυτόν τον κόσμο, ώστε να νιώσουμε τον άνεμο της ελευθερίας στο πρόσωπό μας.

* * *

Σημειώσεις:

[42]^ Για το ALF, βλ.: http://www.animalliberationfront.com. Για το ριζοσπαστικό κομμάτι της απελευθέρωσης ζώων: http://www.nocolnpromise.org.Ενημέρωση για παράνομες ενέργειες άμεσης δράσης: www.directaction.info. Αναλόγως το ίντερνετ είναι γεμάτο πληροφορίες για το ζήτημα, περισσότερες απ’ όσες θα ενδιαφερόταν να διαβάσει κανείς για οτιδήποτε.

[43]^ Φράση του Albert Einstein. Ομάδες όπως η Vegan Outreach κι η PETA χρησιμοποιούν αποφθέγματα διαφόρων διασήμων για να δείξουν οτι όχι μόνο θα πρεπε να πιστέψουμε οτιδήποτε λεν αυτές οι προσωπικότητες, αλλά κι ότι ακόμα κι αυτοί πίστευαν στα δικαιώματα των ζώων, και το ίδιο θα πρεπε να κάνουμε κι εμείς.

[44]^ Η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου είναι στα 2.73 δις γαλόνια ανά ημέρα. Κάθε μέρα 31.5 δις γαλόνια μεταφέρονται στη θάλασσα. Δεν προέρχονται όλες οι κηλίδες από βυτιοφόρα. Ορισμένες είναι από αποθήκες, αντλίες, σωλήνες και σκάφη που καθαρίζουν τα βυτιοφόρα. Χωρίς να υπολογίζουμε τα δεκάδες εκ. γαλόνια πετρελαίου που παράγει η κατανάλωση, ως συνέπεια του βιομηχανικού καπιταλισμού που δεν συνυπολογίζει κανένα περιβαλλοντικό κόστος, σ’ αυτό των προϊόντων του. Πηγή: “Analysis of Oil Spill Trends in the United States and Worldwide” (http://www.environmental-research.com/publications/pdf/spill_statistics/paper4.pdf)

[45]^ Το 1989, το Exxon Valdez χτύπησε στο Prince William Sound, της Αλάσκας, χύνοντας κάπου 10.8 εκ. γαλόνια πετρελαίου. Επρόκειτο απλά για την 34η μεγαλύτερη πετρελαιοκηλίδα παγκοσμίως, αν και ήταν η μεγαλύτερη σε χωρικά ύδατα των ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα είχε τεράστιες  περιβαλλοντικές ζημιές, πχ 35,000 θαλασσοπούλια, 2,800 βίδρες, 300 γλάρους, 250 φαλακρούς αετούς, 22 όρκες, και δισεκατομμύρια σολωμών και αυγών νεκρών, καθώς και ζημιές στην αλιεία.

[46]^ Το σύστημα διανομής βιομηχανικών προϊόντων είναι οργανωμένο έτσι, καθώς όσο μεγαλύτερη αγορά έχει ένα προϊόν, τόσο μεγαλύτερο κέρδος μπορεί να προσκομίσει. Η καπιταλιστική κερδοφορία είναι συνδεδεμένη με την επέκταση των καταναλωτικών αγορών.

[47]^ Επιτομή του σχετικισμού, της θεωρίας όπου οι έννοιες της αλήθειας και των ηθικών αξιών δεν είναι απόλυτες, αλλά επαφίονται στα άτομα ή τις ομάδες που τις στηρίζουν. Κάτι που για μια κουλτούρα είναι σωστό, για μια άλλη είναι λάθος. Μπορεί να παρατηρηθεί σε πολλούς πολιτισμούς στον κόσμο κάτι τέτοιο. Ορισμένοι ήταν και παραμένουν χορτοφαγικοί, άλλοι, όπως οι Ινουίτ (εσκιμώοι ινδιάνοι), καταναλώνουν αποκλειστικά κρέας. Οι διατροφικές συνήθειες των περισσοτέρων, έχουν αναπτυχθεί σύμφωνα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες και τα διαθέσιμα αποθέματα, κι εξελίχθηκαν σε πολιτιστικές παραδόσεις.

[48]^ Για περισσότερα δες το φυλλάδιο: Critical Thinking: http://anti-politics.net/distro/download/criticalthinking.doc

[49]^ Αυτό δεν ισχύει συνήθως για τους ίδιους τους μισανθρώπους, που συνήθως θεωρούν εαυτούς ως καλύτερους ή πιο ευαίσθητους απ’ οποιονδήποτε άλλον. Η λογική προέκταση του μισανθρωπισμού είναι η αποκρουστική υπεροψία.

[50]^ Απ’ το άρθρο “Progress of the Animal Rights Movement” στην ιστοσελίδα του ALF.

[51]^ Συχνά γίνεται λόγος στους κύκλους της απελευθέρωσης ζώων για “ξεπουλημένους” βηγκαν που τρώνε κάποιου είδους ζωικά προϊόντα. Αυτού του είδους οι συζητήσεις αντανακλούν την κοινοτυπία των περισσότερων συζητήσεων σήμερα, στις οποίες η αλλοτρίωσή μας μας οδηγεί στο να αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε την αλλοτρίωση αυτή.

[52]^ Αυτό δε σημαίνει ότι οι άνθρωποι που μάχονται για τον κοινωνικό μετασχηματισμό δε θα κακοποιηθούν ή δε θα σκοτωθούν απ’ αυτούς που έχουν την εξουσία. Αντιθέτως, πρόκειται απλά για την μη-ανάδειξη μιας φετιχιστικής τιμωρίας ως έκφραση του κοινωνικού αγώνα. Τα μαρτύρια είναι τόσο γαμημένα βαρετά και μη-δημιουργικά άλλωστε. Όταν πεθαίνεις, απλά πεθαίνεις. Όλες οι δυνατότητες και τα όνειρα για τη ζωή σου χάνονται.

[53]^ Αξίζει να αναρωτηθούμε πόσοι άνθρωποι έχουν απορρίψει τον ακτιβισμό αφού ένιωσαν σαν ζώα για θυσία. Οι άνθρωποι που κάρφωσαν συγκατηγορουμένους τους μπορεί να ένιωσαν ότι μια μακροχρόνια φυλάκιση δεν ήταν ακριβώς μια θυσία που ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν είναι σκατορουφιάνοι που έστειλαν κάποιον άλλον στη φυλακή. Ωστόσο είναι χρήσιμο να προσπαθούμε να κατανοήσουμε το πώς και το γιατί, κάποιοι άνθρωποι παίρνουν τέτοιες αποφάσεις ώστε να μπορέσουμε να τις καταλάβουμε τις συνθήκες τους και να τις αποτρέψουμε στο μέλλον.

[54]^ Κάτι τέτοιο είναι σαφές όταν ρίχνουμε μια ματιά στην ετήσια κατανάλωση ζωικών προϊόντων στις ΗΠΑ και στο εξωτερικό. Μικροπαλινδρομήσεις στην αγορά γούνας, αν και μπορεί να επιρρεάζονται απ’ τον φιλοζωικό ακτιβισμό, δεν έχουν ακόμα καταλήξει σε μια σαφή πτώση της βιομηχανίας γούνας εξ ολοκλήρου. Αν κάτι μπορεί να πουληθεί, θα συνεχίσει να παράγεται και να βρίσκει τις αγορές του. Ακόμα κι αν η βιομηχανία παραγωγής του καταστρεφόταν, θα έβρισκε κάποιον τρόπο να ξαναστήσει στη θέση της μια άλλη άθλια επιχείρηση.

[55]^ Ο όρος “Road to Victory” προέρχεται απ’ το βρετανικό κίνημα απελευθέρωσης ζώων, όμως η έννοια που περιέχει ταυτίζεται κάλλιστα και με την αμερικανική προοπτική. Η ιδέα ότι μια “επιτυχημένη” καμπάνια είναι ένα συμπαγές βήμα προς μια σαφή νίκη, είναι δυστυχώς μια αυταπάτη που πιθανόν χρειάζεται προκειμένου να αποθαρρύνει την πλήρη απογοήτευση.

[56]^ Το Stop Huntington Animal Cruelty (SHAC) αποτελεί ένα τέλειο παράδειγμα. Χρησιμοποιούν διάφορα μέσα εκβιασμού και παρενόχλησης προς τον σκοπό της κατάρρευσης μιας και μόνο εταιρίας πειραμάτων σε ζώα. Η PETA εργάζεται για τον ίδιο σκοπό αλλά με τακτικές που δεν αποξενώνουν την νομοταγή βάση των μελών της. Δεν υπάρχει κάτι ριζοσπαστικό στο να κλείσουν τα εργαστήρια μιας εταιρίας, όταν κάποια άλλη θα πάρει τη θέση της στην αγορά, καλύπτοντας τη σχετική ζήτηση, και σκοτώνοντας τα ανάλογα ζώα, με τον ανάλογο τρόπο.

[57]^ Πηγή: ALF website.

[58]^ Το περιοδικό Biteback (www.directaction.info) κι άλλοι υποστηρικτές της φιλοζωικής άμεσης δράσης, αναφέρουν συχνά αυτές τις ενέργειες χωρίς να τις διαχωρίζουν απ’ τις ενέργειες του ALF. Είναι πολύ πιθανό να θεωρούν πως κάθε ενέργεια που περιλαμβάνει κάποιο ζήτημα σχετικό με τα ζώα, γίνεται προς το σκοπό της απελευθέρωσης ζώων. Εμείς πάντως, βλέπουμε την φιλοζωική άμεση δράση ως κάτι το θετικό, όταν δε συνοδεύεται απ’ όλη την παραφιλολογία της απελευθέρωσης ζώων.

[59]^ Κάποιος άλλος έγραψε αυτό το σημείο. Λυπάμαι που δεν μπορώ να αναφέρω το όνομά του, γιατί δεν το θυμάμαι. Ωστόσο, είναι ένα σημαντικό σημείο: η πρακτική είναι δυνατότερη όταν έχει τη συνείδηση του δυναμισμού κριτικών ιδεών. Αναλόγως, οι ιδέες είναι τόσο δυνατές όσο μακριά φτάνουν οι πρακτικές εφαρμογές τους. Διαφορετικά, η θεωρία γίνεται απλά μια κούφια διανοητική αναζήτηση.

* * *

Βλ. ακόμα:

Αναρχοπάνκ, το ALF και η απεργία των ανθρακωρύχων – μια διδακτική ιστορία από τα 80s

Γράμμα του ζιλ ντωβέ πάνω στο ζήτημα της απελευθέρωσης των ζώων


Ιταλία 1977 και μια κριτική του ενόπλου – Alfredo Bonanno κ.α.

Μερικές σημειώσεις για το κίνημα στην Ιταλία

Πηγή: http://turbellaria.blogspot.com

Παρότι γειτονεύουν, οι χώρες τις Ευρώπης είναι παραδοσιακά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Αυτός ο διαχωρισμός και η συνακόλουθη άγνοια της μιας για την άλλη, ισχύει και στην περίπτωση των επαναστατικών κινημάτων που αγωνίζονται ενάντια στο ένα ή το άλλο Κράτος. Τα ονόματα που έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτεται κανείς την Ιταλία των περασμένων χρόνων, σπάνια πάνε μακρύτερα από την Lotta Continua (Συνεχής Αγώνας), την Prima Linea (Πρώτη Γραμμή) και τις Brigate Rosse (Ερυθρές Ταξιαρχίες), άντε ίσως σήμερα την Αυτονομία και τα (συνδικάτα βάσης) Cobas.

Προκειμένου να έχουμε μια εικόνα του τί συμβαίνει σήμερα στο κίνημα, είναι απαραίτητο να ρίξουμε μια ματιά στους αγώνες στη χώρα απ’ τις αρχές του ’70 μέχρι σήμερα. Μετά την εξεγερσιακή έκρηξη του ’68, εκτυλίχθηκαν έντονοι κοινωνικοί αγώνες που κορυφώθηκαν το 1977 στα -κατά τα μίντια- λεγόμενα “χρόνια του μολύβδου”, φολκλορικά συμβολισμένα στο περίστροφο p38. Οι Ινδιάνοι Μητροπολιτάνοι, οι μαζικές διαδηλώσεις που συγκρούονταν με την αστυνομία, οι επιθέσεις στους συνδικαλιστές ηγέτες, οι λεηλασίες των σούπερμάρκετ, η διάχυση μικρών χειρονομιών σαμποτάζ σε διάφορους χώρους εκμετάλλευσης, βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Σκληρές πορείες στο δρόμο, που διαλύονταν μόνο μετά από άπειρα δακρυγόνα και σφαίρες της αστυνομίας. Δολοφονίες συντρόφων. Οδομαχίες μέχρι θανάτου μεταξύ φασιστών και κομμουνιστών νεολαίων.

Διάφορες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις προέκυψαν εκείνη την περίοδο: Η Lotta Continua, η Potere Operaio (Εργατική Εξουσία), η Potere Rosso (Κόκκινη Εξουσία) στα πλαίσια του κομμουνιστικού χώρου, και σ’ έναν βαθμό η παρανομία έγινε το επόμενο βήμα για πολλούς νέους συντρόφους, κι εξαπλώθηκε ως αποτέλεσμα και της έντονης στρατολόγησης από τις ίδιες τις οργανώσεις. Όχι μόνο οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, που έστηναν μεραρχίες σε διάφορα σημεία της χώρας, αλλά και άλλες πολλές κομμουνιστικές τάσεις πέρασαν στην με την πεποίθηση ότι είχε έρθει η στιγμή της επίθεσης στην “καρδιά του Κράτους”, της ανατροπής ενός διεφθαρμένου πολιτικού και οικονομικού συστήματος, την θέσου του οποίου θα έπαιρναν αυτές.

Ένα τέτοιο ζήτημα, απείχε φυσικά απ’ τις προθέσεις των αναρχικών που, παρ’ ότι παρόντες στους κοινωνικούς αγώνες, σε επιθέσεις, σαμποτάζ, συνελεύσεις και διάφορες πρωτοβουλίες, διατηρούσαν μια κριτική του ένοπλου κόμματος με πράξεις και με λόγο. Στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος είχε ανάψει για τα καλά η συζήτηση. Στο επίκεντρό της βρέθηκε η κριτική των “οργανώσεων σύνθεσης” όπως οι αναρχοσυνδικαλιστικές και οι φεντεραλιστικές, και περιλάμβανε περαιτέρω ζητήματα σχετικά με τη χρήση της επαναστατικής βίας, δηλαδή της ανάγκης για επίθεση στην εξουσία υπό κάθε μορφή της, χρησιμοποιώντας μεθόδους σύμφωνες με τους σκοπούς των αναρχικών, την καταστροφή της εξουσίας σε κάθε μορφή, μέσα από μαζικές αυτοοργανωμένες εξεγέρσεις που θα οδηγήσουν σε μια κοινωνική επανάσταση βαθιά ριζωμένη μέσα σε κάθε άτομο, που οφείλει να γίνει τελικά πρωταγωνιστής της ζωής του.

Έτσι προέκυψε μια απόπειρα να οργανωθεί μια ελευθεριακή παράνομη δομή, η Azione Rivoluzionaria (Επαναστατική Δράση), η οποία εν συνεχεία διεξήγαγε πολυάριθμες επιθέσεις. Αυτή με τη σειρά της ξεσήκωσε έντονες συζητήσεις μέσα στο αναρχικό κίνημα: Είναι δυνατόν μια τέτοια δομή να εξελίσσεται με έναν αναρχικό τρόπο, ή απλά παρέχει μια ελευθεριακή ιδεολογική μυστικοποίηση της γνωστής κλειστής γκρούπας ειδικών, απλά με μη-σταλινικό περιτύλιγμα;

Αρκετές συνελεύσεις έγιναν, παρ’ όλα αυτά η αναρχική κριτική συνήθως ήταν φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Η συζήτηση κρατήθηκε ζωντανή στις σελίδες μερικών απ’ τις εκδόσεις της εποχής. Η αναρχική επιθεώρηση Anarchismo ιδίως, ήταν ο φορέας μια ολοένα και πιο συγκροτημένης μεθοδικής κριτικής και, εμπνεόμενη από το εύρος των ανώνυμων δράσεων σαμποτάζ σε όλη τη χώρα, μικρών δράσεων που δεν απαιτούσαν κάποια ιεραρχική εξειδίκευση αλλά μόνο την προσωπική απόφαση μακράν της βαριάς ατμόσφαιρας εκδίκησης της σταλινικής ιδεολογίας που στόχευε στο χτύπημα στην καρδιά του Κράτους. Στην πραγματικότητα, οι κοινωνική και οικονομική αναταραχή εξελισσόταν με τέτοιο τρόπο, που περισσότερο απ’ όσο ποτέ απλωνόταν σ’ ολόκληρη τη χώρα, και δεν έζωναν πια μοναχά τις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις όπως στα χρόνια του ’50 ή του ’60. Το ζήτημα των αριθμών “να οργανωθούμε πρώτα και μετά βλέπουμε” έγινε ορατό κάτω από ένα διαφορετικό φως, αυτό της πολιτικής, μακριά απ’ την πραγματικότητα της επαναστατικής αποτελεσματικότητας.

Φυσικά μια τέτοια εξέλιξη λάμβανε χώρα παράλληλα με τις εξελίξεις στην επιστήμη και την τεχνολογία, που πλέον εφαρμόζονταν σε κάθε σφαίρα της ζωής. Επίσης είδαμε αυτήν την εποχή μια ευρεία άρνηση του μιλιταρισμού, συγκεκριμένα της στρατιωτικής θητείας σε ατομικό επίπεδο. Οι αναρχικοί ήταν ξεκάθαροι σ’ αυτό το θέμα. Ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στον μιλιταρισμό (οποιουδήποτε χρώματος) αλλά όχι εναντίον των όπλων που, παρόλο που δεν είχαν την κεντρική σημασία που αποκτούν για τα ένοπλα κόμματα (τους “ένοπλους βραχίονες του προλεταριάτου”), εξακολουθούν να είναι απαραίτητα για την επίθεση στον εκμεταλλευτή εχθρό. Δράσεις σ’ αυτόν τον τομέα, εκτείνονται από ολικές αρνήσεις της στρατιωτικής θητείας, λιποταξίες, εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον στρατοπέδων, γελοιοποίηση της στρατιωτικής εικονογραφίας κλπ.

Τα χρόνια πέρασαν. Η ένοπλη επίθεση στο Κράτος με όρους κεντρικότητας έφτασε στο αδιέξοδό της και πολλοί από τους 5.000 συλληφθέντες των αρχών του ’80 άρχισαν να διαπραγματεύονται ατομικά με το Κράτος προκειμένου να γλυτώσουν από μια προοπτική δεκαετιών φυλάκισης που προέκυψε από μαζικές καταδίκες σε πολλάκις ισόβια. Έτσι άρχισαν να εμφανίζονται και οι πρώτες αποκηρύξεις (εδώ επικεντρώθηκε η τακτική των “μετανοημένων”, των “ανανηψάντων”. Είτε μετά από βασανιστήρια που μέχρι τότε επιφυλάσσονταν μόνο σε προλετάριους, ή από φόβο κι απόγνωση μπρος σε μια προοπτική ισόβιας κάθειρξης, συναισθήματα που υπήρξαν άμεση συνέπεια της τακτικής της στρατολόγησης έναντι της ώριμης ανοιχτής επιλογής στον ταξικό πόλεμο), οδήγησαν σ’ αυτή τη διάρρηξη μιας κατάστασης η οποία, αν έμενε συμπαγής, μπορεί να είχε αναγκάσει το Κράτος να βρει αυτό μια λύση, για τους δικούς του λόγους και για τις ανάγκες της γειτονίας του με Κράτη που έβαζαν πλώρη για μια οικονομικά ωφέλιμη ταξική ειρήνη, αφομοιώνοντας μέσω μιας ιεροποίησης των αγώνες του παρελθόντος. 5.000 άνθρωποι είναι πάρα πολλοί για να τους κρύψει κανείς κάτω απ’ το χαλάκι. Αντίθετα, ειδικά κελιά και φυλακές χτίστηκαν, νόμοι έκτακτης ανάγκης ψηφίστηκαν. Η πραγματικότητα της φυλακής γρήγορα έκαμψε τις ανταρσίες, τις μαζικές απόπειρες απόδρασης και τις εξεγέρσεις με εισαγωγές σε προγράμματα αναμόρφωσης των μετανοημένων πρώην αγωνιστών που υπέγραφαν τελικά την αποκήρυξη του ενόπλου αγώνα.

Ιταλία 1977: Μια έφοδος στους ουρανούς

Πηγή: η ιταλική επιθεώρηση “Insurrezione” – Νοέμβρης 1977

http://turbellaria.blogspot.com

Αν αφενός διεκδικούμε αναμφίβολα τον πλούτο των βίαιων κι ένοπλων εκφράσεων του κινήματος (της γενικευμένης κλοπής κι απαλλοτρίωσης ως κριτική της μισθωτής εργασίας, της ριζοσπαστικοποίησης της σύγκρουσης στο δρόμου, του σαμποτάζ κλπ) είμαστε αφετέρου πεπεισμένοι, ότι το πεδίο της βίας δεν μπορεί από μόνο του να συγκροτήσει μια ποιοτική στιγμή, μια στιγμή, με άλλα λόγια, που να χαρακτηρίζει τους νέους επαναστάτες ως τέτοιους. “Η ανυπομονησία να πάρουμε τα όπλα με κάθε κόστος σήμερα, στην πραγματικότητα καθυστερεί τη στιγμή στην οποία το προλεταριάτο ως όλον θα καταφύγει στα όπλα, επειδή περιμένει την καταστολή. Αυτοί που αλληλοσυγχαίρονται για την βλακώδη χρήση των όπλων δεν είναι η επαναστατική πρωτοπορεία, αλλά η τελευταία γραμμή της θεωρητικής και στρατηγικής συνείδησης”. (Μανιφέστο που μοιράστηκε στην Μπολώνια, στις 23 Σεπτέμβρη 1977 με υπογραφή: Ένωση για την μετάδοση της κολλητικής λύσσας).

Κατά τη γνώμη μας, είναι ακριβώς η κοινωνική αποσύνθεση που ωθεί προς ολοκληρωτικές επιλογές -ο ένοπλος αγώνας, ως μια ειδική και διαχωρισμένη διάσταση- που, περιορίζοντας την πολυπλοκότητα της σύγκρουσης σε μια βεντέτα μεταξύ αντιπάλων συμμοριών, εγκλωβίζεται σ’ ένα πεδίο όπου το κεφάλαιο μπορεί να διαχειριστεί προς όφελός του. Αν για παράδειγμα, όσον αφορά τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, είναι δύσκολο να μη νιώσουμε μια συμπάθεια για το βαθμό στον οποίον καταφέρνουν μερικές φορές να γελοιοποιούν και να χτυπούν το Κράτος στο ίδιο το παιχνίδι του, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε την απόσταση μεταξύ του νεοσταλινικού προγράμματός τους, γεμάτου μιλιταριστική ιδεολογία, από το σχέδιο της προλεταριακής επανάστασης, με το οποίο δεν έχει τίποτα κοινό.

Και στη βάση της αποτυχίας του κινήματος του ’68, μπορούμε να καταλάβουμε το παρόν κύμα τρομοκρατίας. Όταν, στις αρχές των 70es, η προοπτική μιας ολικής επανάστασης φαινόταν να απομακρύνεται, μερικές ομάδες το θεώρησαν εφικτό να καταστρέψουν το Κράτος, σε μια στρατιωτικού τύπου αναμέτρηση. Η ανικανότητα να αντιληφθούν πως κανένας ένοπλος βολονταρισμός όπως και τίποτα άλλο δεν μπορεί να λάβει τη θέση βηματοδότη του πραγματικού κινήματος, οδήγησε σε μια παρανοϊκή ιδεολογία-κολλάζ που συγχωνεύει διάφορα στοιχεία, από μια αφελή εξεγερσιακή τάση μέχρι υπερ-μπολσεβικικά χαρακτηριστικά, σε ένα αποτρόπαιο ποτ-πουρί. Στο ξεκίνημά τους, οι ένοπλες ομάδες τουλάχιστον αναλάμβαναν ως στόχο τους να δείξουν ότι το Κράτος δεν είναι άτρωτο, καθώς όμως όλο και γρηγορότερα η ορθολογικοποίηση του αστυνομικού μηχανισμού έκανε την καταστολή όλο και πιο ασφυκτική, σύντομα οι πρακτικές τους μετασχηματίζονταν σ’ έναν προσωπικό πόλεμο, αυτονομημένο από κάθε πραγματικό αγώνα. Επιπλέον, αυτό το τυπικό σλόγκαν “να χτυπήσουμε στην καρδιά του Κράτους”, συσκοτίζει τον πραγματικό στόχο: το κεφάλαιο, του οποίου το Κράτος δεν είναι παρά μια φαινομενική εκδήλωσή του.

Στην πραγματικότητα, οι ένοπλες ομάδες έγιναν ένα εμπόδιο για την ανάπτυξη του κινήματος, το οποίο κατέληξαν οι ίδιες (πχ οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) να κατηγορούν ως αυθορμητιστικό και επιπόλαιο! Αυτοί οι κριτικισμοί φέρνουν στην μνήμη τους κλαυθμηρισμούς της επίσημης αριστεράς, της οποίας άλλωστε αυτοί οι άνθρωποι δεν αποτελούν παρά την ακραία πτέρυγά της. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις επαναστατικές περγαμηνές του κάθε ατόμου, ένα τέτοιο είδος ένοπλου αγώνα φυτεύει τους σπόρους της επαναφομοίωσης. Όχι μόνο και όχι τόσο, με την έννοια του αστυνομικού καννιβαλισμού, αλλά με την έννοια της μείωσης σε μια επαναλαμβανόμενη κι απόλυτα λειτουργική για την εξουσία εικόνα της επανάστασης ως μια απλή στρατιωτική αντιπαράθεση. Είναι αλήθεια ότι οι ομάδες της αυτονομίας δεν ταυτίζονται με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, όμως είναι επίσης αλήθεια κι ότι η άκριτη υποστήριξη της στρατιωτικοποίησης του κινήματος ενέχει τα ίδια προβλήματα.

Είναι εμφανές ότι το Κράτος θέλει να ωθήσει έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων στην παρανομία. Κάτι τέτοιο αντιστοιχεί με την μείωση του κινήματος στην στρατιωτική του διάσταση, όπου η εξουσία έχει ακόμα το πάνω χέρι, τουλάχιστον σ’ αυτήν τη φάση. Ομάδες όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, πιστεύουν ότι η στρατηγική τους βρίσκει ανταπόκριση. Και είναι σημαντικό ότι ο τελευταίος καιρός χαρακτηρίζεται από μια αύξουσα σύγχυση κι ένα είδος επιστροφής στον παραδοσιακό μιλιταρισμό που στιγματίστηκε απ’ την πιο ηλίθια τρομοκρατία (Casalegno και Acca Laurentia).

Είναι προφανές ότι οι παράνομες ομάδες αυτή τη στιγμή παίζουν στο πεδίο των αντινομιών μεταξύ κρίσης κι επανάστασης, μεταξύ μιας νεοσταλινικής διεύθυνσης κι ενός ριζικού μετασχηματισμού προς τον κομμουνισμό.

Parafulmini e controfigure

Γενάρης 1980

Αυτό το κείμενο είναι μια απάντηση στην προκήρυξη της Azione Rivoluzionaria “Σημειώσεις για μια εσωτερική κι εξωτερική συζήτηση” που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 13-14 του περιοδικού Counterinformazione. Τα άρθρα “Parafulmini e controfigure” και “L.A.xC.=Nihil” συνιστούν μια άμεση απάντηση 2 συντρόφων στο κείμενο της AR. Μετά την άρνηση 2 εφημερίδων του κινήματος να δημοσιεύσουν τις κριτικές τους, κατέστη αναγκαίο να διαδοθούν αυτόνομα. Η μετάφραση των κειμένων στα αγγλικά, όπου μπορούν να βρεθούν στο http://pantagruel-provocazione.blogspot.com, είναι της Jean Weir.

Έχουμε εδώ τη δεύτερη έκδοση αυτού του φιλόδοξου μικρού βιβλίου που, στο σκοτάδι και χωρίς πολύ θόρυβο, σηματοδοτεί ένα αυθεντικό ξεκαθάρισμα της εξεγερσιακής τάσης μέσα στο ιταλικό αναρχικό κίνημα. Με αυτό εννοώ, ας είμαστε σαφείς, το επαναστατικό εξεγερσιακό αναρχικό, όχι τις προσδοκίες ενός γιγαντιαίου μαζικού κινήματος που μέλει να καταστρέψει το υπάρχον σύστημα, ή όσο απ’ αυτό είναι απαραίτητο να καταστραφεί μέσα σε μια μεγάλη νύχτα, προκειμένου να πάρουν τα πράγματα το δρόμο τους προς την αναρχική κοινωνία. Δεν υπάρχει κανένα ίχνος ενός τέτοιου τρόπου κατανόησης του εξεγερσιακού σ αυτό το βιβλιαράκι άλλου εκτός απ’ την αναβολή μέχρι τη γενίκευση της σύγκρουσης, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να μην επιφέρει τίποτα απολύτως -ή σε συνθήκες τρομακτικής καταστολής- να μην εξασφαλίζει ούτε καν ότι υπάρχει σήμερα. Έτσι, αυτές οι λίγες, πολύτιμες σελίδες σηματοδοτούν τα πρώτα βήματα που πρέπει να πάρουμε προκειμένου να φωτίσουμε ορισμένες κριτικές, που έχουν γίνει αυτή τη στιγμή απολύτως επείγουσες (1977), και αφορούν τις λεγόμενες ένοπλες οργανώσεις (μαχητικές ή οτιδήποτε).

Ελπίζω ότι αυτή η ανατύπωση θα είναι εξίσου χρήσιμη σε όλους όσους γεμάτοι συναισθηματική φόρτιση αποθεώνουν τον ρόλο του αντάρτη, ο οποίος, ενδεχομένως να ξεκινά με τις καλύτερες φιλοδοξίες, ωστόσο καταλήγει να παίρνει μια εντελώς απαράδεκτη τροπή. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην μεγάλη θεωρητική πρακτική εμπειρία της Azione Rivoluzionaria. Και η κριτική που εγείρεται εδώ ενάντια σε θέσεις που γρήγορα προέκυψαν μέσα στην οργάνωση αυτή, μετά από μερικούς μήνες δραστηριότητας και αναλυτικής σκέψης, έγινε εκείνη τη στιγμή, ενώ το σίδερο ήταν ακόμη καυτό, χωρίς υποχωρήσεις μπρος στους νεκρούς ή τους φυλακισμένους συντρόφους, ούτε στις ψευδαισθήσεις που περιστρέφονταν γύρω απ’ το “τώρα πυροβολούμε κι εμείς, άρα μπορούμε να τους “νικήσουμε” κι εμείς”.

Ο συγγραφέας αυτής της εισαγωγής (και μαζί με άλλους και του προαναφερθέντος βιβλίου), συμβαίνει να είναι αυτός που είχε γράψει το σύνθημα “μόνο πυροβολώντας νικάει κανείς”, και το προσυπογράφει, ακόμα και μετά την ποινή φυλάκισης 2,5 ετών το 1972 την οποία του κόστισε. Στην πραγματικότητα είναι όντως έτσι, πυροβολώντας που νικάει κανείς. Όμως τί σημαίνει νικάει; Ασφαλώς όχι κατακτάει, κερδίζει κάτι. Να νικάς, σημαίνει επίσης να ξεφορτώνεσαι έναν αριθμό εμποδίων απ’ το πεδίο της μάχης (ανθρώπους και αντικείμενα), προκειμένου να ξαναμοιραστεί το παιχνίδι, της δημιουργίας ενός νέου κόσμου ελεύθερου από κάθε εξουσία και την καταπίεσή της, ενός κόσμου που δεν μπορεί να προέλθει ολοκληρωτικά από την “νίκη” στο πεδίο αυτό, αλλά που χρειάζεται όπως φαίνεται πολύ περισσότερους αγώνες, αίμα, παρεξηγήσεις κλπ.

Μπορείς να νικήσεις μόνο πυροβολώντας, αν θεωρήσουμε ως νίκη αυτό το πρώτο, ταπεινό βήμα προς το ξεκίνημα ενός πραγματικά σπουδαίου, που όμως βρίσκεται αλλού, πέρα απ’ τους πολιτικού υπολογισμούς και τους ανταγωνισμούς δυνάμεων, πέρα απ’ την εκθαμβωτική δράση που μπορεί να μας συναρπάζει σήμερα, αλλά δεν μας πείθει εξ ολοκλήρου. Ο αγώνας που αναπτύσσεται προς την εξεγερσιακή, κι έπειτα επαναστατική γενίκευση, είναι κάτι που παίρνει πολύ καιρό και δεν μπορεί να κλειστεί στο πλαίσιο μιας “νίκης”.

Το ίδιο ισχύει και για τη λεγόμενη “προλεταριακή δικαιοσύνη”. Γύρισα πίσω σ’ αυτόν τον ορισμό αρκετές φορές, μιλώντας για την AR, και πρέπει να χουμε στο μυαλό μας ότι πρόκειτα για μια πεπερασμένη έννοια που, στην εποχή της, ήταν ενδεικτική της επείγουσας ανάγκης για μια πρακτική η οποία δεν ήταν σε καμία περίπτωση κεντρική: το να κολλήσουμε τους υπεύθυνους για συγκεκριμένες αδικίες στον τοίχο, χωρίς να επιδιώκουμε μέσω αυτού να εγκαθιδρύσουμε μια “αγνότερη” έννοια δικαιοσύνης (αντικειμενικά δικαστήρια, δίκαιους νόμους, λογικές ποινές: όλα τους σκουπίδια που δε σημαίνουν τίποτα κι ούτε μας ενδιέφεραν ποτέ), αλλά μόνο να αναλάβουμε ένα αδιάλλακτο καθήκον ξεκαθαρίσματος, ακόμα και σε μεγάλη κλίμα

κα, τη στιγμή κατά την οποία η γενίκευση του εξεγερτικού αγώνα είχε τεθεί σε κίνηση. Σε συνθήκες μιας ενδιάμεσης σύγκρουσης, αυτού του είδους η απάντηση σε συγκεκριμένες κατασταλτικές κινήσεις μπορεί να ιδωθεί σαν μια πρακτική μεγάλης σημασίας, αν μη τι άλλο σαν μια προετοιμασία για τα μελλοντικά, πολύ δυσκολότερα και πιο σύνθετα καθήκοντα. Εξ άλλου, ιδιαίτερα σ’ αυτό το “παραμελημένο” βιβλιαράκι μπορεί να βρει κανείς μια κριτική της έννοιας της “προλεταριακής δικαιοσύνης”, περιορισμένης και ορθώς κατά τη γνώμη μου, στην πιθανή σύγχυση με μια πιο εξειδικευμένη έννοια δικαιοσύνης, αυτής των δικαστηρίων, εννοώ αυτήν που “χτυπάει” τον καθέναν καθημερινά. Κι άλλα προβλήματα προκύπτουν. Το να “βγεις στην παρανομία”, όπως είπαμε παραπάνω, είναι το ένα απ’ αυτά. Το να κλειστεί κανείς στον εαυτό του σαν μύδι, κόβοντας την επαφή με την ανθρώπινη συνθήκη που είναι τόσο δύσκολο να επανορθωθεί, εν όψει των διαρκών προσπαθειών της εξουσίας να μας απομονώσει. Φυσικά, η εξειδίκευση, προκύπτει πάντα ως ο συντομότερος δρόμος για άμεσα αποτελέσματα. Είναι όμως αυτά τα αποτελέσματα όντως τα επιθυμητά; Χρειαζόμαστε όντως να κάνουμε συνεχώς “σαχ” για να δείξουμε πόσο ικανοί είμαστε; Το να αλλάζει κανείς ταυτότητα, τρόπο ζωής, στέκια, να χτίζει ένα φανταστικό σύμπαν γύρω του πλασμένο από επιβίωση και στρατιωτικού τύπου αποφάσεις είναι όλα εφικτά, όμως δεν μας στερούν κάτι στοιχειώδες; Αυτό που πραγματικά είμαστε, αυτό που πραγματικά θέλουμε να γίνουμε. Μου φαίνεται πως σήμερα αυτό το πρόβλημα, κι αυτά τα ερωτήματα βρίσκουν διαφορετικές απαντήσεις απ’ ότι σ’ αυτούς που έθεσαν το ζήτημα στο τέλος των 70es.

Αυτή είναι βεβαίως μια προφανής αλλαγή. Το να μην μπορεί να ευθυγραμμίζει κανείς τη ζωή του με αυτό που θεωρεί επαναστατικό σχέδιο είναι μια πραγματικά αντίξοη κατάσταση. Ζει κανείς έτσι σε μια φαντασιακή εκδοχή του τί θα αποτελούσε μια περιπέτεια με την πιο αυθεντική έννοια της λέξης. Αυτή είναι η κατάσταση που, αργά ή γρήγορα, οδηγεί στην μεταμέλεια και την αποκήρυξη. Η πληρότητα της ζωής που φαντασιωνόταν κανείς, εξαφανίζεται σαν τη φρεσκάδα μέσα από ένα κομμένο λουλούδι. Σε καιρούς σαν τον δικό μας, όταν γύρω μας υπάρχουν ακόμη σύντροφοι που έχουν μείνει με τη γεύση της πικρίας στο στόμα τους, θα πρεπε να σκεφτόμαστε περισσότερο. Τί έκαναν (κάποιοι απ’ αυτούς) με τις ζωές τους; Πέρα απ’ αυτό, επεκτείνεται το είδωλο. Η εικόνα που πρέπει να υπερασπιστεί με κάθε κόστος. Ο μικρός άγιος, η φίρμα, ο όρκος πίστης. Όποιος δεν πίνει νερό στ’ όνομά τους, δεν μπορεί να μιλάει. Πως τολμάει μια τέτοια προδοσία; Κι ύστερα, αν τους δείξουμε ότι δε γίνεται να προδόσεις κάτι με το οποίο δεν συμφώνησες ποτέ απ’ την αρχή, το απαστράπτον είδωλο κυριεύεται από ιερό μένος. Δεν έχουν κάτι να συζητήσουν, απλά ορκίζονται στην πίστη τους.

[…]

Έπειτα, έρχονται οι θεωρούμενες ως σημαντικές, ή ακόμα και σπουδαίες, μεγάλες δράσεις (όπως για παράδειγμα η απαγωγή του Μόρο), που γεμίζουν σελίδες και σελίδες εφημερίδων. Αν μια ειδική οργάνωση λαμβάνει μια τέτοια επιλογή, αντί να περιοριστεί σε “μικρές” δράσεις επίθεσης και σαμποτάζ, δεν είναι τόσο θέμα ανάλυσης ή επιλογής της οργανωτικής λειτουργίας ως πεδίο δράσης, όσο μια αναπόφευκτη εξέλιξη προς το οργανωτικό “κλείσιμο”. Αν οι μικρές δράσεις μπορούν εύκολα να γενικευθούν (όπως μπορούσε να δει ο καθένας στο τέλος των 80es και την αρχή των 90es), δε θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο για τις “κεντρικές” πράξεις, οι οποίες με την γεωμετρική απόσταση του μιλιταρισμού τους από τον κόσμο, το πολύ που μπορούν να περιμένουν δεν είναι παρά ζητωκραυγές απ’ το φιλοθεάμον πλήθος στις κερκίδες.

Η κριτική σχετικά με οποιοδήποτε οργανωτικό μοντέλο μιας ειδική αναρχικής ένοπλης οργάνωσης που σκιαγραφείται στο βιβλιαράκι αυτό (αλλά και σε άλλα γραπτά μου της εποχής που επίσης στιγματίζονταν στις “προκηρύξεις” της Azione Rivoluzionaria) είναι έγκυρη ακόμη. Εν πάσει περιπτώσει, πρόκειται για ζητήματα μεγάλης σημασίας και ανεξάντλητης επικαιρότητας, που θεωρώ πως θα πρεπε να απασχολούν εις βάθος κάθε σοβαρό σύντροφο.

Τεργέστη, 23 Δεκέμβρη 2000

Alfredo M. Bonanno

(στμ. το βιβλιαράκι έχει εκδοθεί στα ελληνικά με τίτλο “Ένοπλη πάλη και επαναστατικό κίνημα”)



Αλεξικέραυνα και κασκαντέρ

…για τον καθένα, που έστω και αργά, δέχθηκαν τον καταναλωτισμό στο ρόλο που προηγουμένως επεφύλασσαν στις πρωτοπορίες των διανοουμένων κι επιθυμούν να σταματήσουν, δεν υπάρχει άλλο απ’ το να εμπλακούν σε μια απελπισμένη και ξέφρενη κούρσα όλων των κέντρων του θεάματος: Να προσληφθούν ως ηθοποιοί ή να εισβάλουν στη σκηνή αυτοσχεδιάζοντας. Άμμισθα ανδρείκελα ή κομπάρσοι, και τελικά αναλώσιμοι, και σε κάθε περίπτωση ρευστοποιημένοι. Σ’ αυτό συνίσταται η πολυπόθητη και εξωραϊσμένη “ποιοτική” διαφοροποίηση. (G. Cesarano – G. Collu, Apocalisse e rivoluzione, Dedalo, Bari 1973, σελ. 93).

1. Το κίνημα του ’77 και το “αντάρτικο”

Η εκδίωξη του Lama απ’ το πανεπιστήμιο της Ρώμης, τον Φλεβάρη

του 1977 σηματοδοτεί την ιστορική ρήξη του ιταλικού προλεταριάτου με τις πολιτικές μαφίες που ισχυρίζονταν ότι το ελέγχουν και το αντιπροσωπεύουν. Μ’ αυτό το επεισόδιο, ένα νέο κίνημα εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά, το οποίο ήταν ακατανόητο για την κατεστημένη εξουσία. Τα προηγούμενα χρόνια, το κεφάλαιο και τα επιτελεία του, είχαν δημιουργήσει in vitro δυο βασικά μοντέλα με τα οποία η αντιπολίτευση στη συμμαχία μεταξύ DC-PCI (χριστιανοδημοκράτες-κομμουνιστικό κόμμα) και το πρόγραμμά της λιτότητας και θυσιών προοριζόταν να ταυτιστεί: το πρώτο, σχεδιασμένο στο συνέδριο της Lotta Continua στο Ρίμινι και οι διαδηλώσεις της αντικουλτούρας των Circoli del proletariato giovanile (κύκλοι νεανικού προλεταριάτου) έτεινε στο καναλιζάρισμα της μάζας των νέων και των ανέργων προς διεκδικήσεις ενός ουσιαστικά πολιτιστικού χαρακτήρα. Το λιγότερο κακό για το σύστημα ήταν οι νέοι να παλεύουν για το δικαίωμά τους σε μια νέα ταυτότητα και για να τους αναγνωριστεί η ελευθερία σ’ ένα εναλλακτικό life-style, στο οποίο μπλέκονταν η ιδεολογία του τριπ, η σύγχυση των ναρκωτικών, το κλαψούρισμα για την περιθωριοποίηση και την “πτώση των αξιών”, η διεκδίκηση των πιο ανούσιων κι αντιφατικών δικαιωμάτων. Μερικές αναφορές στην αυτομείωση θα μπορούσαν ακόμη να συμπεριληφθούν σ’ αυτήν την ιδεολογία. Το μόνο πράγμα που σόκαρε τους δημοσιογράφους της  “L’Unità” και της “Corriere della sera” ήταν οι απαλλοτριώσεις όπου ο κόσμος έκλεβε σαμπάνιες και χαβιάρι, περιφρονώντας έτσι τα “πλαίσια” μες τα οποία η νεολαία θα μπορούσε να “ενωθεί”: οι ιδεολογικές και νεοχριστιανικές ηθικές αξίες του να είναι κανείς φτωχός, ολιγαρκής, σε κρίση. Στη σφαίρα αυτών των “νέων” ιδανικών οι μάζες της νεολαίας παραπονιούνταν και συζητούσαν διαρκώς, όχι τόσο προκειμένου να εξεγερθούν εναντίον τους καταστρέφοντάς τες, όσο για να επιβεβαιώσουν την διεγνωσμένη αξιοπρέπεια της υπαρξιακής συνθήκης τους και την ελευθερία να την στολίζουν με όσα φτερά και μάσκες θέλουν.

Ο άλλος πόλος αυτής της αντιπολίτευσης την οποία η εξουσία προετοιμαζόταν να εξουδετερώσει υπέρ της, ήταν η διαχωρισμένη και εξειδικευμένη μιλιταριστική πρακτική. Για αρκετό καιρό, οι κοινωνιολόγοι έλεγαν πως, με το χειροτέρεμα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, την αύξηση της ανεργίας και την προοδευτική εγκληματοποίηση των δυνητικών εχθρών του μπλοκ εξουσίας της χριστιανοδημοκρατίας-κομμουνιστικού κόμματος, μια άνοδος της τρομοκρατίας θα έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψιν. Ο ιταλικός καπιταλισμός θα ήταν παραπάνω από πρόθυμος να δεχθεί μια τέτοια πρόκληση, όσο παρέμενε στο πεδίο μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Στην πραγματικότητα, μια τέτοιου είδους σύγκρουση (όπου μετά από ένα ξεσάλωμα μπορεί πάντοτε να περιοριστεί σε ένα απλό τεχνικό πρόβλημα, όπου οι δυνάμεις του κεφαλαίου είναι ανώτερες απ’ αυτές του εχθρού, απ’ το ξεκίνημα ακόμη), ακόμα κι αν σήμαινε μερικά ζόρια για ορισμενους κρατικούς λειτουργούς και μπάτσους, απ’ την άλλη παρείχε τόσα πλεονεκτήματα ώστε να την καθιστά το λιγότερο κακό, ασύγκριτα προτιμητέο απ’ τον κίνδυνο της αντιπολίτευσης ενός μαζικού κινήματος που κάνει χρήση παράνομης βίας.

Πρώτα απ’ όλα, ο ουσιωδώς θεαματικός χαρακτήρας των περισσότερων απ’ τις τρομοκρατικές επιθέσεις (ιδιαίτερα των φόνων: το κοινό λατρεύει το αίμα), παρέχει στο σύστημα την δυνατότητα να στρέφει ακόμα και τις πιο αξιοθρήνητες φιγούρες του κατασταλτικού μηχανισμού σε μεγάλες προπαγανδιστικές επιτυχίες. Επιπλέον, η εξέλιξη ενός περιορισμένο εμφυλίου πολέμου πιέζει όλους τους εχθρούς της εξουσίας να αποφύγουν τον πραγματικό καθημερινό πόλεμο στρεφόμενοι προς την παρανομία και να δώσει στο Κράτος την ευκαιρία να εξαπολύσει τη δική του τρομοκρατία σε πλήρη ισχύ, στα πλαίσια μιας διαρκούς κατάστασης πολιορκίας και γενικευμένης επιστράτευσης. Πάνω απ’ όλα, παγώνει το μεγάλο μέρος του πληθυσμού -τις μάζες, τον λαό, το προλεταριάτο, την κοινωνία, σε οτιδήποτε αναφέρονται οι ένοπλοι αντάρτες τέλος πάντων- καθηλώνοντάς το σ’ έναν ρόλο παθητικών θεατών, είτε υποστηρικτών (εξιταρισμένω

ν απ’ τις συναισθηματικές επιπλοκές και γοητευμένων καθώς ζουν τις δικές τους περιπέτειες με την φαντασία τους, ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουν τις ίδιες της συνθήκες της αδυναμίας τους), σε κάθε περίπτωση δεν είναι παρά παθητικοί δέκτες. Τελικά, η οικονομία των αντιμαχόμενων στρατοπέδων είναι καθ’ εαυτόν μια λειτουργική οικονομία, όπου ο καθένας απαιτείται να ταυτιστεί απόλυτα με την κατεύθυνση της κρίσης, ενώ δεν υπάρχει πιο τέλεια λαϊκή εντολή απ’ αυτήν που πραγματώνεται στους εκτελεστές και στα μπλόκα. Καθώς ο εχθρός μπορεί πάντα να κρύβεται στην επόμενη γωνία, ο καθένας κλείνεται στο σπίτι του, υπομένοντας μέχρι τη στιγμή που θα εξαπολύσει όχι το επαναστατικό πάθος, αλλά τη συμπιεσμένη οργή και την αλυσίδα των αντιποίνων. Στην Ευρώπη, το προηγούμενο της Β. Ιρλανδίας έχει ήδη επιδείξει το πώς η στρατιωτικοποίηση του αγώνα -επιθυμητή τόσο απ’τον IRA όσο κι απ’ τον στρατό κατοχής- δίνει οικονομικά και επιχειρισιακά το πάνω χέρι στο κεφάλαιο, καθαρίζει τους δρόμους από τις μαχητικές παρέες των νέων ανέργων και μπλοκάρει και διαχωρίζει τους εργάτες βάσει υπερφίαλων αιτημάτων.

Το κίνημα του ’77 διέψευσε ριζοσπαστικά όλα τα προγνωστικά των ειδικών του ιταλικού καπιταλισμού. Η επίθεση στον συνδικαλιστικό ηγέτη Lama είναι η έκφραση της ανεξέλεγκτης, αυθόρμητης και γενικευμένης βίας, που με θράσσος έτριξε όλα τα πολιτιστικά στεγανά και τις τυποποιημένες γενικεύσεις: οι “ινδιάνοι μητροπολιτάνοι” και οι αγωνιστές της Αυτονομίας, οι νέοι “χίππηδες” και οι οργανωμένοι εργάτες συναντιούνταν στην πράξη, πέρα απ’ τις ειδικές κοινωνιολογικές κατηγοριοποιήσεις τους -που για τους επαναστάτες δεν έπρεπε να τονιστούν αλλά να ξεπεραστούν- όπως ακριβώς το προλεταριάτο, ως ιστορική κίνηση που καταστρέφει και ξεπερνά το κεφάλαιο και την σχιζοφρενική κοινωνία που παράγει αυτό. Ο εφιάλτης κάθε εξουσιαστικής δομής παίρνει σάρκα και οστά: οι προλετάριοι συναντιούνται χωρίς διαμεσολαβητές, παίρνοντας την ευθύνη στα χέρια τους για την επίλυση των προβλημάτων τους, και αρνούμενοι όλους αυτούς -εργατοπατέρες, σταλινικούς γραφειοκράτες, ένοπλες μικροομάδες και ιδεολόγους της αντικουλτούρας- που ισχυρίζονται ότι μιλούν στ’ όνομά τους, και ξεκινούν να οργανώνονται συλλογικά. Εδώ, σε αντίθεση με τις αυτοαποκαλούμενες πρωτοπορείες και τους πολιτικούς ειδήμονες, των κίνημα των ανεξέλεγκτων εργατών βρίσκει τους φυσικούς του συμμάχους και συντρόφους, στους νέους ανέργους, στον όχλο των προαστείων και των πανεπιστημίων.

Η διεφθαρμένη συμπαιγνεία του “ιστορικού συμβιβασμού” (χριστιανοδημοκράτες και κομμουνιστικό κόμμα) υποφέρει από τα χτυπήματα ενός μαζικού κινήματος που είναι βίαιο και οπλισμένο. Αυτό το κίνημα, που μόλις έναν μήνα μετά την επίθεση στην πορεία του Lama, εξεγέρθηκε στις 12 Μάρτη στη Ρώμη και την Μπολόνια, και μέσα από τη βία του έδειξε την ολική του απόρριψη όχι μόνο στις κλαψιάρικες προβληματικές των σπεσιαλιστών του “προσωπικού” και της προβλέψιμης “ειρωνίας” τόσο πολλών φιλόδοξων “δημιουργικών” διανοουμένων, όσο και στη λογική των παράνομων ένοπλων οργανώσεων.

Απ’ τις σελίδες του τελευταίου τεύους της “Controinformazione”: Η Azione Rivoluzionaria κατηγορεί την εφημερίδα “Insurrezione” για την αποκάλυψη της πλήρους ασυμβατότητας μεταξύ των εξεγερμένων του Μάρτη και των ειδικών της ένοπλης πάλης: “…το κίνημα του ’77 δεν εμφανίστηκε απ’ το πουθενά, έχει μια ιστορία πίσω του η οποία επιρρεάστηκε, είναι αδιαμφισβήτητο αυτό, από τις δράσεις του ανταρτοπολέμου. Αν οι άνθρωποι στη Ρώμη είχαν περιοριστεί στην ειρωνία, ο Lama θα είχε δώσει τη διάλεξή του στο πανεπιστήμιο και αυτό που έμεινε τελικά ως ιστορικό συμβάν, ο διωγμός του Lama απ’ το πανεπιστήμιο, δε θα ήταν σήμερα παρά μια ομιλία με μερικές ενοχλήσεις, ακόμα κι έξυπνες, αυτό που θα έμενε θα ήταν μια πορεία, και κατ’ επέκταση μια νίκη για τον Lama και τους ομοίους του. Είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε το κίνημα του ’77 με όλα όσα λέχθηκαν και ειπώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, ιδιαίτερα από τις ένοπλες ομάδες και το αυτόνομο αντάρτικο”. (Azione Rivoluzionaria, Σημειώσεις για μια εσωτερική κι εξωτερική συζήτηση στο “Controinformazione”, τεύχος 13-14, Μάρτης 1979 σελ. 90).

Μακράν του να περιοριστούμε στην ειρωνία, χιλιάδες αγωνιστές δε δίστασαν να πάρουν τα όπλα μόνοι τους όταν αυτό έγινε αναγκαίο, λεηλατώντας τα οπλοπωλεία στις 12 Μάρτη, ενώ οι ένοπλοι αντάρτες ανησυχούσαν μήπως καταρριφθούν οι κριτικές τους γι αυτές τις εκδηλώσεις ως “αυθορμητισμούς” και “χαβαλέ”, με άλλα λόγια ξέφευγαν από τον έλεγχό τους κι έρχονταν σε έμπρακτη αντίθεση με κάθε ανάθεση για την επίλυση των προβλημάτων τους σε ειδικούς, κι ιδιαίτερα στους ένοπλους τέτοιους.

Η εξουσία δε χρησιμοποίησε διαφορετικά ερμηνευτικά σχήματα απ’ αυτά που εφάρμοσε στους ένοπλους αντάρτες της AR: για ολόκληρο το ’77, προσπάθησε να αντιπροτείνει τις δυο προκατασκευασμένες ταυτότητες -της αντικουλτούρας και του μιλιταρισμού- που το κίνημα είχε ήδη αρνηθεί, επιδιώκοντας να φέρει σε αντίθεση ένα “δημιουργικό” πνεύμα με ένα “μαχητικό” χέρι του κινήματος. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και κοινωνιολόγοι, που ως συνήθως δεν καταλάβαιναν την τύφλα τους απ’ την πραγματικότητα, αλλά ως αντίκρυσμα προσπάθησαν, αφενός να χειραγωγήσουν τους εξεγερμένους της αντικουλτούρας -το νεολαιϊστικο κίνημα, τους ινδιάνους μητροπολιτάνους, τις φεμινίστριες κλπ- ενάντια στην ανάπτυξη μιας αποφασιστικότητας και συνοχής του επαναστατικού κινήματος, και στην άλλη να πιστοποιήσει την ηλιθιότητα των συνομωσιών των παραθρησκευτικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων. Το κίνημα γνώριζε πώς να φωνάζει μες τα μούτρα όλων των πληρωμένων γραφιάδων που το παρατηρούσαν, αυτό που πραγματικά ήταν: ΜΑΛΑΚΕΣ!

Ως προς αυτό, ούτε οι πολιτιστικές πρωτοπορείες ούτε οι ένοπλες τέτοιες ήταν ικανές να διαχωριστούν απ’ τους υπηρέτες της εξουσίας, στην κατανόηση της πραγματικότητας. Ακόμα λιγότερο, μπορεί να ειπωθεί σήμερα ότι οι κριτικές της AR ήταν έξυπνες: “…είναι πιθανό να κάνει κανείς την αντίθετη υπόθεση: το κίνημα θα είχε τσακισθεί στις ρίζες του, στα κοινωνικά κέντρα, στις εφημερίδες, τους ραδιοσταθμούς του, αν το αντάρτικο δεν είχε δράσει σαν αλεξικέραυνο, τραβώντας ολόκληρο τον κατασταλτικό μηχανισμό πάνω του” (οπ.π. σελ. 90)

Στο πρόσφατο κύμα συλλήψεων κατά της Autonomia Operaia (Εργατική Αυτονομία), αγωνιστές που κατηγορούνταν για την απαγωγή του Μόρο, ξεκαθάρισαν την κατάσταση απ’ όλες αυτές τις ανοησίες, έχει σημασία λοιπόν για ένα λεπτό να εξετάσουμε την πιο φιλόδοξη απ’ όλες τις ενέργειες του αντάρτικου πόλης, την απαγωγή του Μόρο. Σύμφωνα με την Azione Rivoluzionaria, για την απόπειρα αυτήν, της οποίας “η ουσία έγκειται στην ικανότητα του επαναστατικού κινήματος ως όλον (και των Ερυθρών Ταξιαρχιών ως μέρος του κινήματος) να καταφέρουν ένα χτύπημα στην καρδιά” (οπ.π. σελ.88). “Το παράνομο κίνημα πλήρωσε το τίμημα του ψυχολογικού πολέμου που εξαπόλυσε, την καχυποψία, το κυνήγι του ταξιαρχίτη, την έξαρση της αστυνομοκρατίας” (οπ.π. σελ. 89). Εκτός από αδιαμφισβήτητο, το γεγονός ότι με τη δολοφονία του Μόρο η εξουσία δικαιολόγησε εκατοντάδες επί εκατοντάδων συλλήψεις, κατηγορίες και προφυλακίσεις εις βάρος του κινήματος, και περιοριζόμενοι στο να υπενθυμίσουμε ότι το μόνο συνεκτικό αίτημα κεντρικής κατασταλτικής σημασίας από το κομμουνιστικό κόμμα προς την κυβερνώσα χριστιανοδημοκρατία είχε να κάνει με το κλείσιμο των στεκιών και τη σύλληψη μιας σειράς αγωνιστών -οι οποίοι κατονομάζονταν πλήρως από το κόμμα- της Εργατικής Αυτονομίας στη Ρώμη, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν γυρίσει το χτύπημα “στην καρδιά” της επαναστατικής τάσης που επέμενε, ακόμα και υπό πίεση, στη Ρώμη, για πάνω από ένα χρόνο, να φέρνει το θέαμα ή τα σύμβολα του επαναστατικού αγώνα στην προσοχή του καθενός. Στο απίστευτο κλίμα εκείνων των ημερών, που έγινε αντιληπτό από τους επαναστάτες ως αδιανόητο, δηλαδή ακατανόητο, μη αντιληπτό, κατέστη εφικτό να καθηλωθούν οι μάζες ξανά στην παθητικότητά τους, σαν να παρακολουθούν ένα έργο. Μετά από έναν χρόνο αποφασιστικών αγώνων από υποκείμενα που δρούσαν αυτόνομα σε μια καθημερινή πραγματικότητα κοινή στον καθένα, κλείστηκαν στον εαυτό τους, στο έλεος εξωτερικών δυνάμσεων που συνέπαιρναν όχι μόνο τη θέληση αλλά και τη συνείδηση του καθενός, τραβώντας τη σ’ αυτές. Παγιδευμένοι ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο ακραίες δυνάμεις, ο καθένας πιεζόταν να διαλέξει πλευρά, υπό την πίεση ενός αυθεντικού εκβιασμού: ο καθένας έπρεπε να διαλέξει ποιός τον αντιπροσωπεύει. Αν το Κράτος θα μπορούσε να επιβάλει τον δικό του διαβόητο εκβιασμό στον καθένα (“με μας ή με την τρομοκρατία”), ή αν θα ονειρευόταν όπως του ζητούσαν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες: να τους χειροκροτάει, ή ακόμα, να προχωρήσει στην πλέον “ριζοσπαστική” επιλογή και μια μέρα να εισέλθει στον κόσμο των ηρώων. Αυτό ήταν το μήνυμα των Ερυθρών Ταξιαρχιών: καταταγείτε, ή τουλάχιστον καθήστε σπίτι, δείτε τηλεόραση και χειροκροτήστε, αυτό ήταν πάντοτε το μήνυμα των ένοπλων οργανώσεων. Η απαγωγή του Μόρο απλώς το έφερε στα σπίτια όλων, υποχρεώνοντας έτσι όσους ήθελαν να μείνουν πιστοί στην επαναστατική τους υποκειμενικότητα να το αρνηθούν ριζοσπαστικά.

2. Η “Λαικό-μετωπική” ιεραρχία της ένοπλης οργάνωσης

Ηθοποιοί και κασκαντέρς. Με άγαρμπο ζήλο, η AR κάνει τον εκβιασμό που απέκρυβε πάντοτε η πολιτική-γραφειοκρατική γλώσσα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, φανερό: “Η κριτική κριτική που τείνει να απομονώνει το αντάρτικο από το κίνημα είναι απόλυτα λειτουργική στο σχέδιο της καταστολής που χρησιμοποιεί βία ενάντια στο αντάρτικο και κριτική για να το απομονώσει. Η “κριτική κριτική”, που γνωρίζει τα πάντα, δε γνωρίζει πως με την απομόνωση του αντάρτη προετοιμάζει τις συνθήκες για τη δική της ώθηση στην παρανομία, εκτός αν το κεφάλαιο, μες την μεγαλειώδη εφευρετικότητά του, όπως ακριβώς δε ξέρει σήμερα πώς να αναγνωρίσει τους φίλους του και τους βασανίζει, σκοτώνει, καταδιώκει τους τρομοκράτες, αύριο δε θα ξέρει να αναγνωρίσει τον μόνο εχθρό του, την κριτική κριτική και του εξασφαλίσει θέσεις κι αξιώματα” (οπ.π. σελ. 90). Χωρίς να ασχοληθούμε με τον χριστιανικό κρετινισμό αυτών που ζουν για να δουν την αλήθεια της πίστης τους να αποδεικνύεται μέσα απ’ τα μαρτύρια των πιστών της, αυτό που μας έρχεται στο μυαλό, διαβάζοντας αυτό το θλιβερό κείμενο, είναι ο εκβιασμός που εξαπολύει εδώ και 50 χρόνια ο σταλινισμός ενάντια σε κάθε διεθνιστική αντιπολίτευση (ο ίδιος εκβιασμός που εξαπόλυσε ο Λένιν ενάντια στην Κροστάνδη και ολόκληρη την Εργατική Αντιπολίτευση): “Η Ρωσσία, η πατρίδα του σοσιαλισμού, απειλείται απ’ τους ιμπεριαλιστές και για να την υπερασπιστούμε χιλιάδες προλετάριοι απ’ όλον τον κόσμο θυσιάστηκαν. Οπότε, αν ασκείς κριτική στη Ρωσσία, είσαι υποχείριο πολιτικών παραγόντων, χρήσιμος στον ιμπεριαλισμό, ή ακόμα καλύτερα δεν είσαι τίποτα, παρά ένα προκάλυμμα, ένα φερέφωνο του διεθνούς φασισμού”. Η Azione Rivoluzionaria αναπτύσσει την ίδια συλλογιστική ενάντια σ’ όποιον κριτικάρει τον ένοπλο αγώνα σ’ ένα κείμενο που δεν κάνει καμία κριτική στους σταλινικούς των Ερυθρών Ταξιαρχιών, προφανώς συμμάχων στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του αντάρτικου.

Η συνενοχή των αναρχικών στην αντεπανάσταση στην Ισπανία το 1936-7, αποδεικνύει με τρανταχτά παραδείγματα, ότι όποιος ανακατεύεται με τα πίττουρα τον τρών οι κότες, κι όποιος συμμαχεί με τους σταλινικούς, μαθαίνει να συκοφαντεί τους επαναστάτες. Όπως και στην Ισπανία, υφίσταται σήμερα στην Ιταλία ένα Λαϊκό Μέτωπο, μειοψηφικό και παράνομο φυσικά, το οποίο ελπίζει, όπως αυτό του παρελθόντος, να γίνει πλειοψηφικό και να ‘ρθει στην εξουσία, να κλείσει στις γραμμές του το επαναστατικό προλεταριάτο. Ακόμα και μια ελάχιστη γνώση των επαναστάσεων και των αντεπαναστάσεων του παρελθόντος, αποσαφηνίζει ότι μέσα σε κάθε λαϊκό μέτωπο υπάρχουν πολύ συμπαγείς ιεραρχίες που αντανακλούν τις διαφορετικές ειδικές βαρύτητες των οργανώσεων που τα αποτελούν. Για παράδειγμα, στην Ισπανία του 1936-7, το μικρό κομμουνιστικό κόμμα, είχε τεράστια εξουσία εντός του Λαϊκού Μετώπου, ανώτερη απ’ αυτήν των αναρχικών, ακόμα κι αν οι τελευταίοι ήταν η κύρια δύναμη του ισπανικού προλεταριάτου. Το σημερινό μέτωπο των ενόπλων οργανώσεων έχει ένα ουσιαστικά θεαματικό αποτέλεσμα: Γι’ αυτόν τον λόγο το θέμα που τίθεται δεν είναι το μοίρασμα των υπουργείων μιας αντεπαναστατικής κυβέρνησης, αλλά της εσωτερικής ιεραρχίας: Ενώ ο ρόλος των πρωταγωνιστών και των μεγάλων αστέρων κερδίζεται επάξια απ’ τους σταλινικούς, δεν μένει για τους αλλόκοτους ελευθεριακούς της AR παρά ένας ρόλος κασκαντέρ. Πρωτοσέλιδα και επευφημίες των παθητικών θαυμαστών για τους ταξιαρχίτες, απώλειες και τρέξιμο για τους αναρχικούς.

3. Κριτική της καθημερινής ζωής

“Η μόνη (κι ας μας συγχωρεί η κριτική κριτική εδώ) πραγματική αυτονομία είναι στο ένοπλο εγχείρημα ενάντια σε κάθε όψη της κοινωνικής ζωής, στη συγκρότηση ενός δικτύου αντίστασης κι επίθεσης στα ζωτικά κέντρα της εκμετάλλευσης και του θανάτου, στο να ζει τη ζωή του κανείς στο έπακρο, γνωρίζοντας ότι είναι ήδη μόνο εν μέρει εκτός της αιχμαλωσίας του κεφαλαίου, μόνο αυτός είναι ο δρόμος της πραγματικής απελευθέρωσης. Όμως ακόμη, κι εδώ, στο επίπεδο του δρώντος υποκειμένου, όπως και στο κοινωνικό επίπεδο, είναι απαραίτητο να γκρεμίζει κανείς τις γέφυρές του με την καθημερινή κανονικότητα, δημιουργώντας μια κατάσταση χωρίς επιστροφή, να περάσει στην παρανομία” (οπ.π. σελ. 90). Έτσι περιεργάζονται οι ένοπλοι αντάρτες της Azione Rivoluzionaria την κριτική της καθημερινής ζωής. Έχουμε ήδη δείξει πως, στην πραγματικότητα, η “στρατηγική επιλογή της παρανομίας” δεν προσέφερε καμμία “απελευθέρωση” εκτός απ’ την ελευθερία να αναλάβουν τον καταστροφικό ρόλο του κασκαντέρ. Είναι αντίθετα, η ριζοσπαστική κριτική, την οποία η AR στα κείμενά της (όπου μεταξύ άλλων αντιγράφει όλες τις κριτικές θεματικές της “Insurrezione”, προσθέτοντας απλώς μερικές προσβολές για την ίδια την πηγή τους, στην οποία καταλογίζει θέσεις πλήρως επινοημένες) προσπαθεί να αφομοιώσει ορισμένες θέσεις, για παράδειγμα, του Vanegeim, ο οποίος ουδέποτε έχει εκφράσει την οποιαδήποτε συμπάθεια για την πολιτική τρομοκρατία, κι έχει αντιθέτως καταπολεμήσει σκληρά τις θέσεις των ένοπλων διαμεσολαβητών, σαν αυτές του κειμένου της Azione Rivoluzionaria. Είναι σαφές λοιπόν, ότι όταν μια πρακτική που αυθαίρετα τοποθετεί τον διαχωρισμό της στη “στρατηγική επιλογή της παρανομίας” υιοθετεί θέσεις άλλων, για παράδειγμα αναφορικά με την κριτική της καθημερινής ζωής, γίνεται με μόνο σκοπό την επαναφομοίωσή τους.

Η μόνη ριζοσπαστική θέση που μπορεί να πάρει κανείς σήμερα, αυτών που απ’ τη θέση τους στην κοινωνία (την κατάσταση στην οποία αυθόρμητα και ειλικρινά αναπτύσσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις, την επικοινωνία, την αγάπη, τη φιλία) υφίστανται έναν πραγματικό πόλεμο -καθημερινό και χωρίς καταφύγια- ενάντια στο κεφάλαιο και τους επαναφομοιωτές του. Αυτό σημαίνει πάνω απ’ όλα, αγώνα ενάντια στην οργάνωση της ζωής του καθενός όπως αυτή ρυθμίζεται από τον κόσμο των εικόνων, του θεάματος, κατ’ επέκταση αγώνας ενάντια στους αφομοιωτές των κωδικών συμπεριφοράς που το κεφάλαιο διαρκώς παράγει, ανανεώνει και διαδίδει. Αν θέλουμε να ‘μαστε επαναστάτες, δηλαδή, αν θέλουμε να ζήσουμε την εφικτή περιπέτεια της ζωής σύμφωνα με τα υλικά μας πάθη και τις ζωτικές μας αισθήσεις, σημαίνει να αρνηθούμε ριζοσπαστικά κάθε τάυτιση με τις κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις του κεφαλαίου, με κάθε ταυτότητα, κάθε προσχεδιασμένη και φαντασιακή μάσκα, που αποκρύπτει και μυστικοποιεί τη δυναμική της ζωής. Με το να αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως σώματα σε κίνηση, να αναγνωρίζουμε τα πάθη μας ως έχουν, δηλαδή ακαταδάμαστα στην κοινωνία των συμβόλων και της οργάνωσής τους, και με το να οπλιζόμαστε εναντίον τους, πραγματώνεται η πιθανότητα για τον καθένα να βρει την αίσθηση μιας μοναδικής και συγκεκριμένης ζωής. Και είναι σ’ αυτό το σημείο που η αναγκαιότητα παρουσιάζεται και μαζί της φέρνει τη δυνατότητα επικοινωνίας του ένοπλου εγχειρήματος ενάντια στο κεφάλαιο και ζει στην κοινότητα που μας περιβάλλει. Κάθε συνεκτική επαναστατική πράξη που αναγνωρίζει το ψεύδος όλων των κοινωνικών ταυτοτήτων που προτάσσει το κεφάλαιο, και τις αντιμάχεται όλες τους, έχοντας συνείδηση πως όλες τους, στην πιο βίαια και αποκομμένη μορφή τους είναι απολύτως παράνομες για το κεφάλαιο, γνωρίζει πως δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί. Ασφαλώς, όποιος το βιώνει αυτού απ’ έξω, με έμμεσους ή γεωγραφικούς όρους, δεν μπορεί να έχει την παραμικρή ιδέα για το που βρίσκεται: Δεν υπάρχει άλλο πεδίο μάχης απ’ τον κόσμο που κυριαρχείται συνολικά απ’ το κεφάλαιο, εντός κι εκτός των ατόμων, κι απ’ τον κόσμο αυτό, απ’ αυτήν την μάχη, δεν υπάρχει έξοδος διαφυγής. Όποιος συνειδητά πολεμάει στον πραγματικό πόλεμο τόσο εντός όσο κι εκτός του, μπορεί να βρει σε ορισμένες περιπτώσεις την παρανομία μπροστά του ως αναπόφευκτη αναγκαιότητα, αλλά πάντοτε παραμένει ένα ακόμη εμπόδιο στην μάχη, όσον αφορά τη διαφάνεια και τη συνοχή. Αυτοί που άφησαν την “κανονική” κοινωνική τους ταυτότητα επιλέγοντας μια πιο ηρωική και θεαματικά υπεραξιοποιημένη, αυτή του “ένοπλου αντάρτη”, κρυφά απ’ το πραγματικό κίνημα όσο κι απ’ την αστυνομία, βρίσκουν τους εαυτούς τους σήμερα, χάρη στα παιχνίδια της θεαματικής οπτικής, όχι απλά μπρος στις κάνες των εκτελεστικών αποσπασμάτων, αλλά και μπρος στις κάμερες των καναλιών, στο κέντρο του θεάματος. Ότι ξεκίνησε ως αγώνας ενάντια στην αξία, κατέληξε η υπέρτατη αξιοποίηση, της προσωπικότητας του αντάρτη, της ύψιστης αυτοθυσίας που μπορεί να απαιτεί η παραγωγή αξίας. Όπως δηλώνουν και οι περίεργοι ελευθεριακοί της Azione Rivoluzionaria, είναι αλήθεια ότι η εξάπλωση της μιλιταριστικής αντάρτικης πρακτικής εκ-δημοκρατίζει σήμερα αυτήν την ικανότητα αυτο-αξιοποίησης: “Κάθε χωριό, κάθε πόλη, αποκτά τώρα τη σκηνή και τους πρωταγωνιστές της. Η βία είναι ένα θέαμα διαθέσιμο σε όποιον έχει τη θέληση” (οπ.π. σελ. 90). Με τον ίδιο τρόπο, αλλά από μια αντίθετη οπτική γωνία, αληθεύει ότι η επαναστατική βία, αν επιθυμεί να είναι τέτοια, οφείλει να καταστρέψει κάθε σκηνή και κάθε θέαμα, και γνωρίζει πως σε όλους τους ηθοποιούς βλέπει τους φυσικούς εχθρούς της αλήθειας και του ξεπεράσματος.

Μάης 1979

***

Βλ. και: Κείμενα και σημειώσεις του Α. Bonanno

1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία

Η επανάσταση και το κόμμα του ένοπλου – Δεκεμβριστές

το κείμενο αναδημοσιεύεται εδώ από το athens.indymedia.org (όπου μπορεί να βρεθεί και σε pdf) ως μικρή ανταπόκριση στην επιτακτική -πλέον, έστω- ανάγκη να διαβαστούν και να κυκλοφορήσουν, παρά τον πανικό πληροφοριών των ημερών, οι ιδέες που αναπτύσσει συγκροτημένα, με ψυχραιμία και οξύνοια.

ΠΡΟΣΟΧΗ!  ΨΑΧΝΟΥΝ ΓΙΑ ΜΑΛΑΚΕΣ


Η επανάσταση και το κόμμα του ένοπλου

Η επανάσταση σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι η καταστροφή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, και, μέσα από αυτήν, η καταστροφή όλων των κοινωνικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η επανάσταση είναι τα κομμουνιστικά μέτρα που αυτή (θα) λαμβάνει αναγκαστικά κατά την εξέλιξη της: η κατάργηση της ιδιοκτησίας, η κατάργηση κάθε είδους ανταλλακτικής αξίας και κάθε είδους μετρησιμότητας, η κατάργηση του καταμερισμού εργασίας, της διαίρεσης του χρόνου σε παραγωγικό και «ελεύθερο», η κατάργηση όλων των καπιταλιστικών λειτουργιών και διαχωρισμών του χώρου. Τα κομμουνιστικά μέτρα είναι η δημιουργία άμεσων σχέσεων μεταξύ των ατόμων, η κατάργηση κάθε διάκρισης ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον και το «συλλογικό» συμφέρον, δηλαδή η κατάργηση των ίδιων των συμφερόντων –ατομικού και «συλλογικού»– που μέσα στο κεφάλαιο αντιπαρατίθενται μεν, αλληλοϋποστηριζόμενα όμως ως προς τη συνέχιση της διακριτής τους ύπαρξης.

Καθώς (θα) εξελίσσεται η επανάσταση και μέσα από τα μέτρα που (θα) λαμβάνει, (θα) αποσυντίθενται οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και οι τάξεις που αυτές συνεπάγονται: η καπιταλιστική τάξη και το προλεταριάτο. Η επανάσταση θα καταστρέφει και το κεφάλαιο θα αμύνεται και θα προσπαθεί να αναστρέψει αυτή την καταστροφική πορεία, αλλάζοντας μορφές και φυσικά καταφεύγοντας στην άσκηση της βίας που διαθέτει. Η δράση της επανάστασης, δηλαδή τα μέτρα που θα λαμβάνει κατά την εξέλιξή της, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε βίαιη αντιπαράθεση με το κράτος. Αν η επανάσταση δεν καταπνιγεί στις πρώτες «ξεκάθαρες» αντιπαραθέσεις με το κράτος και κατορθώσει να επεκταθεί γρήγορα, τότε θα αναλάβει δράση η αντεπανάστασή της, που πάντα αναπτύσσεται ταυτόχρονα μ’ αυτήν, και συγκρουόμενη με την επανάσταση θα προσπαθεί να την αναχαιτίσει. Η αντεπανάσταση, που θα παρουσιάζεται σαν επανάσταση, θα φτάσει, αν χρειαστεί, στο σημείο να ανεμίσει κόκκινες ή κοκκινόμαυρες σημαίες και να προσπαθήσει να επιβάλει μια νέα μορφή της σχέσης κεφάλαιο (έναν άλλο εφικτό κόσμο), φυσικά με τη βία. Η βίαιη (αναπόφευκτα και ένοπλη) αντιπαράθεση της επανάστασης με το κράτος και την αντεπανάσταση θα μπορεί να συνεχιστεί μόνο αν η επανάσταση  διαχυθεί παντού και μόνο αν ταυτιστεί απόλυτα με την επιβίωση των ατόμων και των νέων σχέσεων μεταξύ τους.

Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, για να απογυμνωθεί η επανάσταση από το περιεχόμενό της ως άμεση λήψη κομμουνιστικών μέτρων και να ακυρωθεί η αναγκαιότητα της διάχυσης αυτών των πρακτικών της, σήμερα παρουσιάζεται ως επαναστατική πρακτική η διαχωρισμένη ένοπλη δράση κάποιων ειδικών κομάντο. Η θεαματική πρακτική που παρουσιάζει την επανάσταση ως «ανάληψη των όπλων από τους συνειδητοποιημένους» στην πραγματικότητα είναι η ένοπλη έκφραση της αντεπανάστασης, μια από τις μορφές της αντιεξέγερσης σήμερα στην Ελλάδα και διεθνώς.

Η επανάσταση είναι μια διαδικασία που θα διαλύσει τις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, ωστόσο θα αναδυθεί μέσα από αυτές. Η επανάσταση είναι μια διαδικασία η οποία δεν είναι εξαρχής απαλλαγμένη από κάθε είδους διαμεσολάβηση. Επειδή η επαναστατική διαδικασία θα είναι η κατάργηση κάθε διαμεσολάβησης και η επικράτηση των άμεσων σχέσεων μεταξύ των ατόμων, η αντεπανάσταση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική διαμεσολάβηση, καθώς αυτή είναι η γλώσσα έκφρασης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Το «ένοπλο» είναι μια ειδική μορφή πολιτικής πρωτοπορίας. Η διαφορά του με τις υπόλοιπες είναι ότι, επειδή επιτίθεται στρατιωτικά στους «κακούς» (προς το παρόν τουλάχιστον), μπορεί να παρουσιάζει πως κάνει κάτι που σε καμία περίπτωση δεν κάνει: ότι επιτίθεται στις σχέσεις που ορίζουν το ρόλο κάθε λειτουργού του κεφαλαίου αλλά και του ίδιου του κράτους. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου δηλώνει ότι είναι εχθρικό προς όλες τις πρωτοπορίες, ένα μέρος του πείθεται πως το κόμμα του ένοπλου είναι διαφορετικό ποιοτικά από τις άλλες μορφές πολιτικής πρωτοπορίας.

Το ένοπλο ως πολιτική διαμεσολάβηση

Κάθε πολιτική διαμεσολάβηση έχει αντίθετα συμφέροντα από την επανάσταση. Με όλες τις πρακτικές του, τα χτυπήματα και το λόγο του, το κόμμα του ένοπλου επιδιώκει να παίξει έναν πολιτικό ρόλο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η πολιτική δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνδιαλλαγή με το κράτος, το οποίο είναι ο βασικός μηχανισμός αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων. Κάθε πολιτική οργάνωση, ανεξάρτητα με τον τρόπο που χρησιμοποιεί για να διαμεσολαβεί τις σχέσεις ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους αλλά και την ίδια τη σχέση της εκμετάλλευσης, ουσιαστικά διεκδικεί για τον εαυτό της τη διαχείριση της συνέχισης της ύπαρξης της τάξης των εκμεταλλευόμενων.

Οι παλαιότερες αριστερές ένοπλες πολιτικές οργανώσεις της Ελλάδας ήταν σαφείς ως προς τον πολιτικό τους ρόλο. Προωθούσαν μέσα από την καταδικαστική δράση τους για μια συγκεκριμένη πολιτική, μια άλλη, εναλλακτική πολιτική: προωθούσαν τη δημιουργία ενός εργατικού κράτους ή ενός συστήματος αυτοδιαχείρισης της παραγωγής, δηλαδή ενός συστήματος αυτοεκμετάλλευσης. Αυτός ήταν ο τρόπος να διαμεσολαβείται πολιτικά το περιεχόμενο της επανάστασης της προηγούμενης ιστορικής περιόδου.

Σήμερα οι περισσότερες από τις ένοπλες πολιτικές οργανώσεις εμφανίζονται ως μηδενιστικές και αντικοινωνικές. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι επειδή οι σύγχρονες εξεγέρσεις είναι όντως μηδενιστικές. Είναι μηδενιστικές επειδή δεν διεκδικούν ούτε επιμέρους βελτιώσεις ούτε αναμόρφωση του συστήματος (ο τρόπος λειτουργίας του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ψευδαισθήσεις ότι οποιαδήποτε λεκτική παραχώρηση θα υλοποιηθεί). Είναι μηδενιστικές επειδή οι εκμεταλλευόμενοι, στρεφόμενοι εναντίον του κεφαλαίου, στρέφονται άμεσα εναντίον του συνόλου της σημερινής κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας τους της ύπαρξης ως τάξης του κεφαλαίου, καθώς όλα τα αναχώματα μεταξύ των αντιτιθέμενων τάξεων έχουν διαβρωθεί σήμερα στον σύγχρονο καπιταλισμό, αφήνοντας την καταστολή σαν μοναδικό αποφασιστικό επιχείρημα του κεφαλαίου. Οι σύγχρονες εξεγέρσεις προεικονίζουν την καταστροφή όλων των λειτουργιών της καπιταλιστικής κοινωνίας, την πλήρη διάρρηξη όλων των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και τη δημιουργία νέων άμεσων σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών ατόμων. Αυτές οι νέες σχέσεις είναι η πλήρης άρνηση της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι ο εκμηδενισμός (η εξάλειψη) της καπιταλιστικής κοινωνίας, η καταστροφή της. Ο μη διεκδικητικός χαρακτήρας του Δεκέμβρη, δηλαδή το μηδενιστικό του περιεχόμενο, προεικονίζει το μηδενισμό της επανάστασης.

Ο μηδενισμός του κόμματος του ένοπλου που εκφράζεται μέσα σε κάποιες από τις πρακτικές του είναι καρικατούρα: η δήθεν «επιλογή της πρωτοπορίας» να επιτεθεί σε όλους (υπονοούν επιθέσεις ακόμη και στο «μη συνειδητοποιημένο» κομμάτι των εκμεταλλευόμενων) και το αυτάρεσκο «πάθος για την καταστροφή των πάντων»  δεν έχει τίποτα να κάνει με την αναγκαιότητα του ξεπεράσματος του κεφαλαίου και τη δημιουργία νέων σχέσεων. Το σύγχρονο κόμμα του ένοπλου πλασάρεται ως «μηδενιστικό» και, ορίζοντας το μηδενισμό ως «ανομία» ή «βανδαλισμό» ή «χουλιγκανισμό», χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της αντεπανάστασης και του κράτους, προσπαθεί να αδειάσει το μηδενισμό της εξέγερσης από το επαναστατικό περιεχόμενό του.

Οι πρακτικές και η ιδεολογία του κόμματος του ένοπλου

Το κόμμα του ένοπλου, αλλά και όσοι πείθονται από αυτό, απαντούν στην κριτική που λέει ότι η πρακτική του δεν είναι τίποτε άλλο από μια πολιτική διαμεσολάβηση όπως ακριβώς και αυτή των υπόλοιπων κομμάτων, με δύο επιχειρήματα: α) ότι λειτουργούν ως προτροπή, ότι δηλαδή αν και οι υπόλοιποι εκμεταλλευόμενοι ακολουθήσουν τη δική τους πρακτική τότε και με αυτόν τον τρόπο θα γίνει η επανάσταση και β) ότι αποδυναμώνουν το κράτος και εγκαθιδρύουν ένα καθεστώς τρόμου για τους μπάτσους και τους αστούς, προετοιμάζοντας έτσι την επανάσταση. Για να κριθούν αυτές οι θέσεις, όπως και κάθε κατεύθυνση που επιχειρεί να δώσει οποιοσδήποτε παρουσιάζεται ως «επαναστατική πρωτοπορία» (ένας όρος ενδογενώς αντιφατικός), πρέπει να αποσαφηνιστεί τι θα συμβεί αν τελικά οι εκμεταλλευόμενοι ακολουθήσουν την «πρωτοπορία» και να εξεταστεί αν όντως πλήττεται το κράτος όταν φοβούνται οι μπάτσοι.

Τι σημαίνει σήμερα να πάρει ο κόσμος τα όπλα και τι θα συμβεί αν όντως πάρει τα όπλα, αν δηλαδή όντως ακολουθήσει τις προτροπές των κειμένων της «πρωτοπορίας»; Παραδοσιακά, σύμφωνα με το κόμμα του ένοπλου, υπάρχουν δύο τρόποι να ξεκινήσει η επανάσταση παίρνοντας τα όπλα: να δημιουργηθεί ένα ισχυρό αντάρτικο πόλης ή να δημιουργηθεί ένας «επαναστατικός στρατός». Το σύγχρονο εγχώριο κόμμα προωθεί το αντάρτικο πόλης. Έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι το αντάρτικο πόλης που κατορθώνει να γενικευθεί μπορεί να οδηγήσει μόνο στη δημιουργία στρατιωτικής οργάνωσης. Η ύπαρξη και μόνο ενός στρατού (ανεξάρτητα από την αρχική μορφή του) είναι αντεπαναστατική. Ο στρατός είναι ιεραρχία, πειθαρχία, διαμεσολάβηση, ανεξάρτητα από το αν ονομάζεται επαναστατικός. Ο στρατός δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από ένα μηχανισμό που έχει στόχο να καταλάβει την εξουσία. Η επανάσταση όμως δεν μπορεί να είναι η κατάληψη της εξουσίας από τους εκμεταλλευόμενους και η διαχείριση της παραγωγής με τη δημιουργία ενός εργατικού κράτους ή εναλλακτικών θεσμών αυτοεκμετάλλευσης: όλες οι ιστορικές επαναστάσεις με αυτό το περιεχόμενο απέτυχαν. Τα αντάρτικα με τέτοιες διακηρυγμένες προθέσεις, όταν φτάνουν στην κεντρική εξουσία (π.χ. Νεπάλ), απλώς εγκαθιδρύουν νέες δομές εξουσίας για τη διάσωση ενός καπιταλιστικού καθεστώτος που βρίσκεται σε μεγάλη κρίση. Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να δημιουργηθεί σήμερα «επαναστατικός στρατός», πράγμα που προεικονίζεται στο περιεχόμενο των εξεγέρσεων που πραγματικά αμφισβητούν τον σύγχρονο κόσμο. Οι εξεγέρσεις αυτές είναι ήδη η διάχυση της σύγκρουσης μέσα στο χωροχρονικό πλαίσιό τους. Η επανάσταση είναι αναγκαστικά η διάχυση της σύγκρουσης παντού, γιατί η υπεροπλία του κράτους είναι τέτοια που ο περιορισμός της επανάστασης σε υπεράσπιση στρατιωτικών μετώπων θα ήταν το τέλος της. Το μόνο που θα πετύχαινε η στρατηγική της στρατιωτικής αντιπαράθεσης που προωθεί το κόμμα του ένοπλου, θα ήταν να οδηγήσει σε μια άμεση και απόλυτη ήττα, σε ένα λουτρό αίματος.

Αυτό το πρακτικό αδιέξοδο οδηγεί στη σκέψη ότι ο στόχος της προτροπής είναι άλλος. Ο στόχος είναι να στραφεί στη διαχωρισμένη πρακτική του ένοπλου ο κόσμος που είναι ήδη εξοικειωμένος με τις πρακτικές βίας του δρόμου. Καθώς το αδιέξοδο της ζωής βιώνεται ατομικά από όλο και περισσότερους (κάτι που δεν είναι παρά μια όψη του αδιεξόδου μπροστά στο οποίο βρίσκεται η αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων) και καθώς οι πρακτικές του δρόμου αντιμετωπίζονται από τα κράτη παγκοσμίως όλο και πιο σκληρά με τη μετατροπή της αστυνομίας σε εσωτερικό στρατό κατοχής (προληπτικές συλλήψεις, αύρες, τέιζερ, πλαστικές σφαίρες, πραγματικά πυρά), η ένοπλη δράση παρουσιάζεται μέσα από τις πρακτικές του κόμματος του ένοπλου ως μια υποτιθέμενη διέξοδος. Η διέξοδος αυτή προτείνεται σε όσους δεν χωράνε στις άλλες πολιτικές μορφές του κινήματος που δημιουργήθηκαν ή ενδυναμώθηκαν μέσα στην εξέγερση του Δεκέμβρη αλλά πέρα απ’ αυτήν ή και εναντίον της. Σε όσους δεν χωράνε στα πάρκα, στις δεκάδες συνελεύσεις, στις «πρωτοβουλίες πολιτών» για τα τοπικά ζητήματα ή/και στα συνδικάτα βάσης, προτείνεται η λύση ενός απελπισμένου μοναχικού πολέμου εδώ και τώρα.

Το σύγχρονο κόμμα του ένοπλου δομεί την ιδεολογία του εκσυγχρονίζοντας την ιδεολογία της θυσίας του αγωνιστή που έχει κληρονομηθεί από τη σταλινική αριστερά. Η ιδεολογία του, που συμπυκνώνεται στο ότι επαναστάτες είναι αυτοί που τολμούν να «ξεκινήσουν την επανάσταση μόνοι τους παίρνοντας τα όπλα» –αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες της απόφασης αυτής ακόμη και για τους ίδιους– στην ουσία βασίζεται στον πλήρη ενστερνισμό του πιο σημαντικού όρου του καπιταλιστικού ονείρου: στην ατομική αξία, δηλαδή στην απόδοση της επιτυχίας ή της αποτυχίας στην προσωπική θέληση, απόφαση και προσπάθεια. Η πιο απλοϊκή μορφή αυτής της ιδεολογίας είναι το ηρωικό καουμποϊλίκι: το μόνο που χρειάζεται είναι να είσαι τολμηρός και να τραβάς πιο γρήγορα τη σκανδάλη. Το κόμμα του ένοπλου συνειδητά αγνοεί τις κοινωνικές σχέσεις που ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Αγνοεί ότι η κοινωνία αυτή είναι ταξική και ότι η αντιφατική σχέση των τάξεων είναι η μόνη δυνατή πηγή της επανάστασης. Γι’ αυτόν το λόγο φετιχοποιεί τα όπλα και μετατρέπει την επανάσταση σε μια καρικατούρα: την ένοπλη σύγκρουση. Στην ουσία, το κόμμα του ένοπλου συμμετέχει σ’ ένα στημένο παιχνίδι με νικητή αναγκαστικά το κράτος. Η συμμετοχή σ’ αυτό το παιχνίδι προσφέρει τη δυνατότητα στο κράτος να ξεμπερδέψει άμεσα με ένα κομμάτι των εκμεταλλευόμενων που ολοφάνερα δεν μπορεί να διαχειριστεί αλλιώς.

Το επόμενο λογικό βήμα στη σκέψη, είναι να τεθεί σε κριτική κατά πόσον οι ένοπλες πρακτικές ελάχιστων –οι οποίες κανένας δεν γνωρίζει ποιες ακριβώς είναι, αλλά όλοι γνωρίζουν μόνο ό,τι παρουσιάζει η αστυνομίαόντως πλήττουν το κράτος και το κεφάλαιο. Το ότι φοβούνται οι μπάτσοι ως άτομα (κάτι που όντως ισχύει σε κάποιο βαθμό) δεν έχει καμία σχέση με την εξέλιξη της κατασταλτικής στρατηγικής του κράτους. Θα ήταν μεγάλη αφέλεια αν πίστευε κάποιος ότι το κράτος πρόκειται να αλλάξει στρατηγική γι’ αυτόν το λόγο. Ο φόβος των μπάτσων, όπως και ο θάνατός τους, είναι μέσα στον προϋπολογισμό. Το κράτος δεν αντιμετωπίζει τους μπάτσους ως ανθρώπους αλλά ως όργανα, ως στρατιώτες, και δεν πρόκειται φυσικά να μειώσει την καταστολή, η οποία αποτελεί σήμερα την πιο σημαντική έκφανση της διαχείρισης της αναπαραγωγής των εκμεταλλευόμενων. Υπάρχουν και οι απόψεις που εκφράζονται από φράξιες του κόμματος του ένοπλου ή/και υποστηρικτές του κόμματος αυτού, οι οποίες επιδιώκουν την αύξηση της καταστολής. Αυτές οι απόψεις θεωρούν ότι με ένα μηχανιστικό τρόπο η αύξηση της καταστολής και των θυμάτων της θα επιφέρει αναγκαστικά την επανάσταση. Η επιδίωξη αύξησης της καταστολής υπονοεί ότι η δημοκρατία είναι ακαταμάχητη, γιατί ως δημοκρατία μπερδεύει τους υπηκόους και καλό θα ήταν να γίνει αυτό που «πραγματικά» είναι: δικτατορία. Έτσι θα έμπαιναν ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές και θα εξέλιπε η ολέθρια εξαπάτηση της συνείδησης – από μια δημοκρατία στην οποία οι θιασώτες του ένοπλου θεμελιωδώς πιστεύουν.  Πιστεύουν στην «πραγματική» δημοκρατία, «πραγματική» ελευθερία, «πραγματική» κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή σε αξίες που είναι «καλές», αλλά το καθεστώς τις χρησιμοποιεί βρωμίζοντάς τες, επειδή ακριβώς δεν αναγνωρίζουν τα ταξικά θεμέλια της κοινωνίας, την αντιφατική σχέση κεφαλαίου-προλεταριάτου και την ιστορία της.

Ένας ακόμη τρόπος να αποτιμηθεί η πρακτική του κόμματος του ένοπλου είναι να αποσαφηνιστούν τα αποτελέσματα αυτής της πρακτικής ιστορικά. Η ιστορία απαρέγκλιτα δείχνει ότι η «επανάσταση του όπλου» είναι το όπλο της αντεπανάστασης και μάλιστα το πιο ισχυρό της όπλο, ακριβώς γιατί παρουσιάζεται πιο πειστικά από όλα τα υπόλοιπα ως επανάσταση. Τα ιστορικά παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι η πρακτική του ένοπλου ταυτίζεται με τα συμφέροντα του κράτους σε ολόκληρο τον κόσμο αλλά και ειδικά στην Ελλάδα είναι πάρα πολλά και δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να τα αναπαράγει εδώ. Είναι σίγουρο πάντως ότι το να πιστεύει κανείς πως το κράτος δεν κατασκευάζει ή δεν εκμεταλλεύεται γεγονότα, σήμερα πια που τεράστιες κρατικές συνωμοσίες αποκαλύπτονται, αποτελεί ανοησία.

Η σημερινή κατάσταση

Ταυτόχρονα με την εξέλιξη ενός κινήματος εξελίσσεται και η επεξεργασία της στρατηγικής του κεφαλαίου και του κράτους εναντίον του. Αυτό που επαναλαμβάνεται στην ιστορία είναι ότι το κόμμα του ένοπλου εμφανίζεται κατά την υποχώρηση ενός κινήματος αναγγέλλοντας την έναρξη της αντεπίθεσης του κράτους ή/και μετά το τέλος του κινήματος για να ακυρώσει το περιεχόμενο του κινήματος. Όταν ο κόσμος είναι στο δρόμο και η βία του κινήματος είναι διάχυτη και κοινωνικοποιημένη, το κόμμα του ένοπλου δεν μπορεί να παίξει κανένα ρόλο. Στην εξέγερση του Δεκέμβρη, όταν οι εξεγερμένοι έκαναν επιθέσεις στους μπάτσους με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, κανένα κόμμα δεν μπορούσε να διεκδικήσει την πρωτοπορία και να υποδείξει μια διαχωρισμένη πρακτική ως πιο «αναβαθμισμένη» από την υπάρχουσα εξεγερσιακή πρακτική ή ως πιο «επαναστατική». Όταν ένα κίνημα τελειώνει, το κεφάλαιο και το κράτος αντεπιτίθενται με μεγάλη σφοδρότητα χρησιμοποιώντας πέρα από την καταστολή και κάθε είδους διαμεσολάβηση. Αντικειμενικά λοιπόν, το κράτος και το κόμμα του ένοπλου έχουν κοινό συμφέρον τον περιορισμό του διάχυτου κοινωνικού κινήματος της εξέγερσης.

Σήμερα, στην Ελλάδα του Δεκέμβρη 2009, δηλαδή στη μετεξεγερσιακή Ελλάδα, βιώνουμε την ανάπτυξη της τρομοκρατικής στρατηγικής του κράτους, που φυσικά έχει ως πρώτο μέλημά του να καταστείλει το κίνημα, να καθυστερήσει την εξέγερση και αν είναι δυνατό να την αποτρέψει εντελώς. Προσπαθεί μανιασμένα να πείσει τους εκμεταλλευόμενους ότι οι εξεγέρσεις αναγκαστικά οδηγούν στην «ανάπτυξη της τρομοκρατίας», δηλαδή ότι η μόνη συνέχεια του κινήματος είναι αναγκαστικά το ένοπλο. Η στρατηγική του κράτους ξεκίνησε μέσα στην εξέγερση, όταν ξαμόλησε τους παρακρατικούς και τους ντυμένους με πολιτικά μπάτσους από τις 9 Δεκέμβρη σε πολλές πόλεις στην Ελλάδα. Η αποτυχία αυτής της στρατηγικής ήταν απόλυτη όσο η εξέγερση ήταν στη δυνατή, ανοδική της φάση. Στη συνέχεια το παρακράτος πυροβόλησε έναν μαθητή στις 17 Δεκέμβρη όταν η κάμψη της εξέγερσης ήταν ήδη ορατή. Όταν η εξέγερση του Δεκέμβρη είχε ήδη τελειώσει, στις 23 Δεκέμβρη, το κόμμα του ένοπλου ανέλαβε δράση: πυροβόλησε μέσα από το Πολυτεχνείο. Ο τόπος και ο χρόνος που επιλέγεται για κάθε χτύπημα είναι πολύ σημαντικός και σίγουρα ο τόπος και αυτή η χρονική στιγμή ορίζουν την αντικειμενική ταύτιση συμφερόντων του κράτους και του κόμματος του ένοπλου. Στη συνέχεια, πυροβολώντας αβέρτα και ρίχνοντας χειροβομβίδες, πάντα σύμφωνα με την αστυνομία, το κόμμα του ένοπλου όρισε τα Εξάρχεια ως το πεδίο της καταστολής και της γκετοποίησης του κινήματος στις 5 Γενάρη.

Με τη στρατηγική του μέχρι σήμερα το κράτος δείχνει ότι αποτιμά τον Δεκέμβρη με έναν συγκεκριμένο τρόπο: δεν έχει ακόμη αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το θάνατο μπάτσων –τον ένα θάνατο μπάτσου μετά την εξέγερση δεν τον χρησιμοποίησαν–, κρατάει αυτό το χαρτί για τη συνέχεια και το αναγγέλλει μέσα από τις εφημερίδες του. Αν οι υπήκοοι δεν συμμορφωθούν, δηλαδή δεν φοβηθούν αρκετά από την τρομοκρατία και τα πρώτα στη λίστα ιδανικά (για πολλούς λόγους) θύματά της, τους μπάτσους, και συνεχίσουν να εξεγείρονται, το κράτος δεν θα διστάσει να πραγματοποιήσει τις αναγγελίες που κάνει μέσα από τα μμε ακόμα και να προχωρήσει σε πραγματικά τυφλά χτυπήματα εναντίον των ίδιων των υπηκόοων του. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τους εκατοντάδες υπηκόους του που αποδεδειγμένα σφαγίασε στα τυφλά το ιταλικό κράτος στην Πιάτσα Φοντάνα, στο σταθμό της Μπολόνια και στο τρένο Ιτάλικους, με μοναδικό στόχο να εξυπηρετήσει τη στρατηγική της καταστολής ενός εκτεταμένου κινήματος και να εξωθήσει ένα δυναμικό κομμάτι του στη διαχωρισμένη ένοπλη βία.

Έχει καμία σημασία ποιος κρύβεται πίσω από τα ένοπλα χτυπήματα;

Οι σημερινές πρακτικές του κόμματος του ένοπλου, όπως αναπτύχθηκαν τους τελευταίους μήνες, προσπαθούν με άγαρμπο τρόπο να αφαιρέσουν το περιεχόμενο της κριτικής που έκανε η εξέγερση του Δεκέμβρη στην καπιταλιστική κοινωνία. Με την προπαγάνδα που ακολουθεί τις εκατοντάδες σφαίρες που (πάντα σύμφωνα με την αστυνομία) ρίχνουν, με τις χειροβομβίδες και τις βόμβες, προσπαθούν να συνδέσουν την κοινωνική πρακτική της βίας στο δρόμο και της κοινωνικής βίας χαμηλής έντασης (με υλικά που μπορεί να προμηθευτεί ο καθένας) με τη βία του ειδικού κομάντο, του επαγγελματία. Το κόμμα του ένοπλου προσπαθεί, «επιτιθέμενο» κυριολεκτικά και στην κουτσή Μαρία, να γελοιοποιήσει τη ρήξη που προκάλεσε με το να μη διεκδικήσει τίποτα από αυτό τον κόσμο η εξέγερση του Δεκέμβρη, δασκαλεύοντας τον κόσμο της εξέγερσης (γιατί σ’ αυτόν απευθύνονται τα κείμενα του κόμματος αυτού) να μη συμμετέχει στους καθημερινούς αγώνες, να μη σκέφτεται (αλλά να αισθάνεται!), να μην κάνει καταλήψεις (!), και προσπαθεί εναγωνίως να τον πείσει ότι η επανάσταση είναι ζήτημα «δημιουργίας επαναστατικών συνειδήσεων». Στα δύο τελευταία (πολύ διαφορετικά από όλα τα προηγούμενα) κείμενα της «Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς» στοχοποιείται ο αναρχικός/αντιεξουσιαστικός χώρος και αναπαράγεται πλήρως η λογική του κράτους που θέλει να παρουσιάσει ότι ο αναρχικός/αντιεξουσιαστικός χώρος, το φοιτητικό κίνημα και η εξέγερση του Δεκέμβρη είναι η δεξαμενή για το «νέο» κόμμα του ένοπλου. Τι σχέση έχει όμως ο Δεκέμβρης και οι πρακτικές που ανέδειξε με όλα αυτά; Τι σχέση μπορεί να έχουν οι πρακτικές με τις μολότοφ, τις πέτρες, τις γλάστρες από τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, ακόμη και τα γκαζάκια, με τις σκοτεινές διαδρομές των όπλων και τις πρωτοπορίες; Πώς μπορούν να συνδεθούν οι άμεσες συντροφικές σχέσεις μεταξύ των εξεγερμένων που εκφράζονταν μέσα στις πρακτικές τους με την οργάνωση μιας στρατιωτικού τύπου ένοπλης ομάδας; Ο διακηρυγμένος αυτάρεσκος «μηδενισμός» κάποιων σημερινών ένοπλων παρουσιάζει ωμά την επανάσταση ως σύγκρουση των «επαναστατών» (της πρωτοπορίας που υποκαθιστά κάθε κίνημα) με το κράτος. Στο ντέρμπι «επαναστατών»-κράτους το κίνημα οφείλει να βγάλει το σκασμό, να σταματήσει τις «αδελφίστικες» κινηματικές δράσεις και να πάρει θέση θεατή για να μετράει το σκορ. Βέβαια αν αποφασίσει να βάλει κάποια στιγμή το χεράκι του για να σκοράρουν οι «δικοί μας», ακόμα καλύτερα. Ο Δεκέμβρης του 2008 δεν έχει καμία σχέση με τον Δεκέμβρη της ΟΠΛΑ, όσο κι αν προσπαθεί το κράτος και το κόμμα του ένοπλου να μας πείσουν για το αντίθετο.

Δεν έχει καμιά απολύτως σημασία αν κάποιοι από τους εμπλεκόμενους στις ένοπλες ενέργειες των τελευταίων δέκα μηνών δεν είναι ρουφιάνοι, πράκτορες ή/και μπάτσοι. Ούτως ή άλλως, άτομα και ομάδες που δεν σχετίζονται έστω έμμεσα με τη μαφία ή το κράτος είναι πολύ δύσκολο να προμηθευτούν ανεξέλεγκτα οπλισμό και να κινούνται χωρίς να γίνονται ορατοί από το κράτος. Αυτούς που είναι ορατοί (όπως για παράδειγμα η υποτιθέμενη «αόρατη επιτροπή» στη Γαλλία) το κράτος ή τους συλλαμβάνει ή τους διαβρώνει. Καμία ουσιαστική διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ της δράσης μιας ομάδας της οποίας τις κινήσεις γνωρίζει το κράτος και συνεπώς μπορεί να την αφήνει να δρα ή να την εμποδίζει ανάλογα με τα συμφέροντά του, και της δράσης μιας τρομοκρατικής ομάδας πρακτόρων (ας μην ξεχνάμε ότι ένας αποδεδειγμένα ρουφιάνος του ελληνικού κινήματος είναι ο πρώην βομβιστής αλλά πάντα ΚΥΠατζής, ο Ντάνος Κρυστάλλης).

Εκείνο που έχει σημασία είναι η στρατηγική του κράτους, που είναι η ώθηση ενός κομματιού του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου προς το κόμμα του ένοπλου. Από τη μία πλευρά η κατασταλτική στρατηγική του κράτους (η κατοχή των Εξαρχείων και οι προαναγγελθείσες συλλήψεις στην πορεία της 17 Νοέμβρη, δηλαδή η αρχή της πραγματικής καταστολής) και το αδιεξοδο που προκαλείται στην αναπαραγωγή της κοινωνίας συνολικά και από την άλλη η φανατική ανάδειξη κάθε ενέργειας και του λόγου του κόμματος του ένοπλου από το κράτος και τα μμε, αποτελούν το περίγραμμα του σχεδίου περιθωριοποίησης του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου στο μαντρί των «παρακολουθούμενων επίδοξων τρομοκρατών». Το κράτος γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν μπορεί να αποσοβήσει μια νέα εξέγερση και προσπαθεί αναγκαστικά να καθυστερήσει και να δυσκολέψει το αρχικό στάδιο της εκδήλωσής της με την τρομοκρατία που έχει εξαπολύσει. Το κράτος αναγκάζεται να κάνει χονδροειδείς αφαιρέσεις καθώς βρίσκεται σε κατάσταση προληπτικής άμυνας και ασχολείται τόσο πολύ με το «χώρο» εξαιτίας της εντελώς μηχανιστικής λογικής του. Σύμφωνα με τη λογική του κράτους, αν δεν υπήρχε η αντίδραση της νύχτας του Σαββάτου 6 Δεκέμβρη είναι πιθανό να μην υπήρχε εξέγερση. Άρα, αν περιοριστεί ο «χώρος» στα πολύ στενά πλαίσια του κόμματος του ένοπλου, που σημαίνει παρακολουθήσεις, περιστολή κάθε ελευθερίας κίνησης εκατοντάδων ανθρώπων, πολλές προληπτικές συλλήψεις/προφυλακίσεις, είναι πιθανό να μην μπορεί να ξεκινήσει κάτι αντίστοιχο εύκολα στο μέλλον: κούνια που τους κούναγε. Αν όμως από τη μία πλευρά η αναγκαστικά χονδροειδής λογική του κράτους αποδειχθεί άχρηστη την κρίσιμη ώρα της εξέγερσης, από την άλλη πλευρά, η ιδεολογική αγκύλωση κομματιού του «χώρου» στην ένοπλη έκφανση της αντεπανάστασης είναι δυστυχώς πιθανό να παίξει ρόλο στην ίδια την εξέλιξη της εξέγερσης.

Κάποιοι που βλέπουν το μέλλον μέσα στην εξέγερση του Δεκέμβρη

1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία

Αντιμέτωπες με μια αλματώδη άυξηση της εξουσίας της εργατικής τάξης, με απεργίες, καταλήψεις, αυτομείωση τιμών και μαζικές καταλήψεις στέγης και στεκιών, οι μυστικές υπηρεσίες έθεσαν σε κίνηση μια σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων με τη βοήθεια φασιστικών ομάδων. Για τις επιθέσεις κατηγορήθηκαν αναρχικοί και η αριστερά, και συνελήφθηκαν αγωνιστές εργάτες. Η μεγαλύτερη τέτοια επίθεση ήταν και η χειρότερη τρομοκρατική πράξη στην Ευρώπη τον 20ο αιώνα: η βόμβα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολώνια που σκότωσε 85 ανθρώπους.

“Ορισμένοι φασίστες των εξεταζόμενων τρομοκρατικών ομάδων εργάζονταν στους Carabinieri (ιταλική στρατιωτική αστυνομία) ενώ άλλοι είχαν επαφές με το στρατό ή την αστυνομία διασφαλίζοντας πολύτιμες και έγκαιρες πληροφορίες για την πρόοδο των ερευνών σχετικά με τις δραστηριότητές τους [1]” – από την αναφορά μιας ιταλικής κοινοβουλευτικής ερευνητικής επιτροπής.

“Οι εργατικοί αγώνες του 1968-69, το Autumno Caldo (θερμό φθινόπωρο) της Ιταλίας, υπονόμευσε βαθιά την οικονομική εξουσία της χώρας και άλλαξε τον συσχετισμό ισχύος. Μετά τους αγώνες αυτούς, ισχυροποιήθηκε η αριστερά, ενώ εξασθένησε η εξουσία… Αντικειμενικά. Η ζημιά που επέφερε η εργατική απειθαρχία ήταν σοβαρότατη.

“Ακόμα και πριν το ’69 αρκετοί μαχητικοί και αυτόνομοι αγώνες αναπτύχθηκαν, ιδιαίτερα στην Pirelli στο Μιλάνο, που δεν ελέγχονταν από τα συνδικάτα ούτε σε επίπεδο οργάνωσης, ούτε όσον αφορά το περιεχόμενο ή τα αιτήματά τους. Ουσιαστικές αυξήσεις μισθών, συν λιγότερη εργασία, αυτά ήταν τα κυρίως ζητούμενα της περιόδου. Η όλη στάση του προλεταριάτου μπορεί να συνοψιστεί στο σύνθημα της εποχής: Καλύτεροι μισθοί, λιγότερη δουλειά!… Βίαιες απεργίες ξέσπασαν στην Alfa Romeo και στη Fiat. Ταραχές ξέσπασαν σε πολλές πόλεις, οι πιο σοβαρές στο Reggio Calabria όπου δεκάδες χιλιάδων ανθρώπων συγκρούστηκαν με τα στρατεύματα [2].”

Η ακροδεξιά πολιτική βία εμφανίστηκε δυναμικά κυρίως στα τέλη του 1960 και τις αρχές του ’70. Ήταν μια περίοδος φοιτητικές και νεανικής αναταραχής, με νέα κοινωνικά κινήματα, όπως της γυναικείας ή της ομοφυλοφιλικής χειραφέτησης, ευρείας κοινωνικής αναταραχής και συνδικαλιστικής μαχητικότητας σε όλη την Ιταλία. Όλα αυτά συνοδευόμενα από μια μαζική αύξηση στην εκλογική στήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος – που έφτασε το ένα τρίτο όλων των ψήφων στις εκλογές του 1976. Οι νεοφασιστικές τρομοκρατικές ομάδες της περιόδου ήταν μια αντίδραση ενάντια σε όλη αυτήν την αριστερόστροφη δραστηριότητα κι επίσης ενάντια στην εμφάνιση αριστερών τρομοκρατικών ομάδων όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες. Οι ακροδεξιοί τρομοκράτες συχνά έβαζαν βόμβες σε δημόσιους χώρους που σκότωναν δεκάδες αθώους περαστικούς. Όλο αυτό ήταν μέρος μιας λεγόμενης “Στρατηγικής της Έντασης”, μιας εκστρατείας σχεδιασμένης να οδηγήσει σε μια κατάρρευση του νόμου και της τάξης και συνεπακόλουθα της λαϊκής εμπιστοσύνης στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ευνοώντας ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Πράγματι στα 1960-70 υπήρξαν αρκετές τέτοιες απόπειρες [3]”.

Στις 12 Δεκέμβρη 1969 ξεκινησαν οι βομβιστικές επιθέσεις, με μία βόμβα να σκάει στο Μιλάνο και άλλες τρεις στη Ρώμη. Οι βόμβες στη Ρώμη άφησαν πίσω τους 18 τραυματίες, ενώ στο Μιλάνο σκοτώθηκαν 17 άνθρωποι και τραυματίστηκαν άλλοι 88. Η αστυνομία ενεργώντας βάσει πληροφοριών της SID (υπηρεσία πληροφοριών) συνέλαβε δυο αναρχικούς για τη βόμβα στο Μιλάνο, τον έναν εκ των οποίων, Giuseppe Pinelli, τον “αυτοκτόνησε” αργότερα, εκπαραθυρώνοντάς τον απ’ τον έκτο όροφο του αστυνομικού τμήματος όπου ανακρινόταν – μια πράξη που έγινε διάσημη από το έργο του Dario Fo Ο Τυχαίος Θάνατος Ενός Αναρχικού. Παρά τις ολοένα και περισσότερες αποδείξεις ότι επρόκειτο για έργο φασιστών, η επίσημη γραμμή του κόμματος για χρόνια μετά ήταν πως έφταιγαν οι αναρχικοί. Αργότερα η καθεστωτική άποψη άλλαξε, και η ιδέα ότι επρόκειτο για μια συνεργασία μεταξύ αναρχικών και φασιστών φαινόταν βολική! Τελικά δικάστηκαν κάποιοι φασίστες, ορισμένοι απ’ αυτούς καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν ενώ άλλοι αθωώθηκαν, όπως και ο ένας εναπομείνας αναρχικός. Ένας από τους βομβιστές που αθωώθηκε λόγω “έλλειψεις αποδεικτικών στοιχείων” ηταν ο Guido Giannette, πράκτορας της SID. Όταν ο Giannette κρίθηκε ύποπτος, η κρατική μυστική υπηρεσία τον έστειλε στο εξωτερικό συνεχίζοντας να του πληρώνει τους μισθούς του παρά την έκδοση εντάλματος σύλληψης στο μεταξύ.

Στα 12 χρόνια μεταξύ του 1969 και του 1980, 4.298 τρομοκρατικές επιθέσεις έλαβαν χώρα. Για το 68% αυτών υπέυθυνοι ήταν οι φασίστες, όπως και για τους περισσότερους θανάτους. Το βασικό μοτίβο που επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά είναι το ίδιο μ αυτό που είδαμε παραπάνω, κατηγορείται η αριστερά, επικρατεί σύγχυση, και οι υπεύθυνοι συνήθως την σκαπουλάρουν και μάλιστα με πολύ λιγότερη προσοχή των μίντια απ’ ότι οι διάσημες Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Τον Σεπτέμβρη του 1974, ο επικεφαλής της SID Vito Micelli φάνηκε να εμπλέκεται σε μια απόπειρα φασιστικού πραξι&kappa