Categories
Uncategorized

ΤΟ ΚΑΤΑ ΝΤΕΜΠΟΡ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

ΤΟ ΚΑΤΑ ΝΤΕΜΠΟΡ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

υπό Anastassy Constantinovic Bogomolov

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το θέαμα ως θρησκεία

“ …το θέαμα είναι η υλική ανασυγκρότηση της θρησκευτικής αυταπάτης.
Η θεαματική τεχνική δεν έχει σκορπίσει τα θρησκευτικά σύννεφα όπου οι άνθρωποι είχαν τοποθετήσει τις δυνάμεις τους, τις οποίες είχαν αποχωρίσει από εκείνους τους ίδιους: τα έχει απλώς συνδέσει σε μια γήινη βάση. Έτσι, η πιο γήινη ζωή καταντάει αδιάφανη και ασφυκτική. Δεν ξεφορτώνεται πια στους ουρανούς την απόλυτη της άρνηση, τον απατηλό της παράδεισο, αλλά τα στεγάζει στους κόλπους της. Το θέαμα είναι η τεχνική πραγμάτωση της εξορίας των ανθρώπινων δυνάμεων σε ένα υπερπέραν; είναι το σχίσμα το συντελεσμένο στο εσωτερικό του ανθρώπου.”
Γκυ Ντεμπορ

2008: έχουν περάσει περίπου 40 χρόνια από την άτυπη ανακήρυξη του θεάματος σε επίσημη θρησκεία της Δύσης.

Ο χριστιανισμός ηττήθηκε μαζί με την αριστοκρατική τάξη την οποία εξέφραζε. Έτσι η κοινωνία μεταξύ ανθρώπων, διαφορετικών τάξεων, φύλλων, γεωγραφικής περιοχής κ.λ.π. δεν γίνεται με την κοινή συμμετοχή στην τελετουργική πόση και βρώση του αίματος και της σάρκας του θεού αλλά από την κοινή συμμετοχή στην θέαση των διαφόρων μορφών του θεάματος. Πρότυπα τα οποία καλείται να μιμηθεί η κοινότητα δεν είναι οι άγιοι αλλά οι αστέρες του θεάματος. Οι βίοι των αγίων έχουν αντικατασταθεί ως λαϊκά αναγνώσματα από τις βιογραφίες των αστέρων. Στόχος της ζωής δεν είναι η κατά χάρη θέωση δηλαδή ο παράδεισος αλλά τα 15 λεπτά δημοσιότητας αφού η ζωή δεν νοηματοδοτείται από την εκκλησία αλλά από το θέαμα.

Ο τεχνητός διαχωρισμός που επιβάλλει η νέα θρησκεία δεν είναι μεταξύ σάρκας και ψυχής ή μεταξύ υλικού και πνευματικού κόσμου αλλά μεταξύ ουσίας και εικόνας, μεταξύ πραγματικού και εικονικού κόσμου.

Η πρωινή προσευχή έχει αντικατασταθεί από την πρωινή ανάγνωση εφημερίδας και την παρακολούθηση της πρωινής ενημερωτικής ζώνης σε τηλεόραση και ραδιόφωνο, ενώ η κυριακάτικη λειτουργία από την πλούσια και ξεχωριστή κυριακάτικη ζώνη και την πλούσια σε ένθετα και θέματα κυριακάτικη εφημερίδα. Τα Χριστούγεννα και το Πάσχα ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες μέρες επίσης από τα ειδικά εορταστικά προγράμματα, τις ειδικές εορταστικές διαφημίσεις και τις καινούριες ταινίες στον κινηματογράφο και όχι από την διαφορά στις εκκλησιαστικές τελετουργίες. Τα κάλαντα έχουν αντικατασταθεί από τα ποπ χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια που βγαίνουν κάθε Χριστούγεννα. Τα εκκλησιαστικά πανηγύρια ως σπουδαίο κοινωνικό γεγονός οπού η κοινότητα συναντιέται αντικαταστάθηκαν από τους ποδοσφαιρικούς αγώνες.

Όπως οι διατροφικές συνήθειες σε κάθε κοινωνία ορίζονται – επιβάλλονται από την θρησκεία έτσι και το θέαμα προτείνει όλο το διαιτολόγιο του σύγχρονου ανθρώπου από την coca cola και τα Mc Donald’s μέχρι τα τρόφιμα με 0% λιπαρά.

Κέντρο της οικίας δεν είναι ούτε η αρχαία εστία ούτε το εικονοστάσι με το καντήλι. Η οικογένεια το βράδυ συναντιέται γύρω από την τηλεόραση που αποτελεί το κέντρο της οικίας και εκεί διδάσκεται τους μύθους της κοινότητας μέσω της τελετουργικής αναπαράστασης τους. Σημείο της σύνδεσης της οικίας με την υπόλοιπη κοινότητα δεν είναι πια η κοινή με τις υπόλοιπες οικίες και το κέντρο της κοινότητας φλόγα (εστία, καντήλι) αλλά η τηλεόραση.
Το τέλος του κόσμου δεν αναμένεται με τον τρόπο που είχε προφητέψει ο Ιωάννης αλλά με τον τρόπο που προφητεύει το “Holly”-wood. Ένας ιός, ένας κομήτης, ένας μεγάλος σεισμός, μια πυρηνική καταστροφή, επίθεση από τρομοκράτες, ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, η υποταγή του ανθρώπου στις έχουσες συνείδηση μηχανές είναι τα κυρίαρχα τελολογικά σενάρια.
Όπως την εξουσία των αριστοκρατών την νομιμοποιούσε η εκκλησία έτσι και την εξουσία των καπιταλιστών την νομιμοποιεί το θέαμα. Η νομιμοποίηση αυτή δεν γίνεται πια προβάλλοντας την ιεραρχία ως ιδανική στον ουρανό αλλά προβάλλοντας την ως ιδανική στο θέαμα. Ο πάπας και ο πατριάρχης δεν μπορούν να ρίξουν και να ανεβάσουν κανέναν στην εξουσία (τουλάχιστον όχι με την ιδιότητα τους. Αν μπορούν να το κάνουν μπορούν ως οικονομικοί παράγοντες και αν χειρισθούν σωστά τα Μ.Μ.Ε.) μπορεί όμως ο “Τριανταφυλλόπουλος”. Ιερά εξέταση μπορεί να μην υπάρχει αλλά υπάρχει ο “Πρετεντέρης”. Η επίσημη ιστορία όπως σε κάθε εποχή καταγράφεται και ελέγχεται από το ιερατείο της έτσι και σήμερα από τις ειδήσεις. Η κοινωνική γνώση δεν διαμεσολαβείτε από την εκκλησία αλλά από το θέαμα. Ο μέσος άνθρωπος δεν έχει ένα μυαλό φορτωμένο με προλήψεις και δεισιδαιμονίες αλλά η σκέψη του είναι τόσο συγχυσμένη που θυμίζει ζάπινγκ. Πιστεύει σε αυτά που βλέπει στην τηλεόραση με την ίδια βεβαιότητα που κάποτε πίστευε σε αυτά που έλεγαν οι Γραφές. Στην αδράνεια όπου τον καταδίκαζαν οι προσευχές και τα ξόρκια σήμερα τον καταδικάζουν οι τηλεοπτικές καταγγελίες.

Την κοινωνική συνοχή για λογαριασμό της εξουσίας δεν την εγγυάται η εκκλησία αλλά το θέαμα. Το σημείο που όλοι είναι ίσοι και καταργούνται οι κοινωνικοί διαχωρισμοί δεν είναι πια μέσα από την συμμετοχή στα μυστήρια της εκκλησίας αλλά μέσα από την συμμετοχή στην τηλεθέαση. Η κοινωνική συμπεριφορά δεν καθορίζεται από τις θρησκευτικές διατάξεις και τις συμβουλές των παπάδων αλλά από τα σίριαλ και τις ταινίες. Το σεξ δεν ελέγχεται από την εκκλησία μέσω του γάμου ή της στέρησης αλλά από το θέαμα μέσω της απονοηματοδότησης του και του περιορισμού του σε μια συνάρτηση “μεγέθους”, “διάρκειας” και “τεχνικής”. Ο άνθρωπος δεν κάνει πια σεξ με θεωρητικά κύριο σκοπό την αναπαραγωγή όπως παλιά αλλά για να δημιουργήσει για τον εαυτό του την εικόνα του ανθρώπου που κάνει σεξ. Ο μετανοημένος δεν εξομολογείτε πια στον πνευματικό του αλλά σε εκπομπές ανάλογου περιεχομένου. Ακόμα και οι γριές πλέον μπορεί να χάσουν τον εσπερινό για να παρακολουθήσουν την απογευματινή σαπουνόπερα. Οι εικόνες με τον Χριστό στους δημόσιους χώρους που θυμίζουν τον Παντεπόπτη Πατέρα, έχουν αντικατασταθεί από τις κάμερες CCTV που θυμίζουν τον Μεγάλο Αδελφό.

Η παραδοσιακή με την μοντέρνα θρησκεία, η κλειστή με την ανοιχτή, η μυστική με την δημόσια ανταγωνίζονται, αλληλοεπηρεάζονται και διαδέχονται η μια την άλλη επί αιώνες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της τάξης που είναι κάθε φορά στην εξουσία. Σίγουρα η κάθε εποχή έχει τα δικά της ανεπανάληπτα χαρακτηριστικά και οι γενικεύσεις είναι επικίνδυνες ωστόσο σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι όταν η εξουσία βασίζει την δύναμη της στην γη έχουμε παραδοσιακές κοινωνίες με κλειστές-μυστικές θρησκείες σαν τον χριστιανισμό ενώ όταν η εξουσία βασίζει την δύναμη της στο εμπόριο και την βιοτεχνία-βιομηχανία έχουμε μοντέρνες κοινωνίες με ανοιχτές θρησκείες.

Παράδειγμα, η αρχαία Αθήνα, την εποχή που την εξουσία είχαν οι δημοκράτες, στην οποία το θέατρο πέρα του ότι την χαρακτηρίζει παίζει και έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Ουσιαστικά παίζει τον ρόλο της θρησκείας, αφού είναι εξέλιξη των θρησκευτικών τελετουργιών των λαϊκών στρωμάτων, τα οποία αποτελούνταν αρχικά και από την τάξη που μετέπειτα ανέλαβε την εξουσία, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες. Η εξέλιξη του θεάτρου βαδίζει με την βαθμιαία ανάπτυξη της δύναμης της τάξης αυτής και το απόγειο του μαζί με την εγκαθίδρυση της στην εξουσία. Ο Προμηθέας που είναι θεός των τεχνιτών και επί αιώνες δεμένος σε έναν βράχο, κατά την αριστοκρατική μυθολογία, ελευθερώνεται στην δημοκρατική μυθολογία από τον Αισχύλο στο μέσω έκφρασης της, το θέατρο.

Ο χριστιανισμός λίγο πριν την εγκαθίδρυση του είναι θρησκεία των πλούσιων της γης και δίνει σκληρή μάχη κατά του θεάτρου όπως και το θέατρο κατά του χριστιανισμού. Οι πατέρες της εκκλησίας των πρώτων αιώνων ανησυχούν, γιατί οι εκκλησίες δεν έχουν κόσμο ενώ τα θέατρα είναι γεμάτα. Παρόλα αυτά και ο χριστιανισμός στην μορφή του συνεχίζει την παράδοση που έχει υιοθετήσει και το θέατρο από τον διθύραμβο αφού ο τρόπος και ο τόπος αναπαράστασης του θείου δράματος έχουν πολλά θεατρικά στοιχεία.

Κατά τον 16ο αιώνα, όταν η αστική τάξη αρχίζει να αποκτάει οικονομική δύναμη κάνει την εμφάνιση της στα εμπορικά πανηγύρια και η πρώτη εφημερίδα. Επίσης, την ίδια περίοδο μετά από πολλούς αιώνες ,το θέατρο αρχίζει να δυναμώνει αναγεννημένο από την ίδια την εκκλησία αλλά αυτονομημένο από αυτήν (οι πρώτες θεατρικές παραστάσεις, το λειτουργικό δράμα, είχαν θρησκευτική θεματολογία και παίζονταν έξω από τις εκκλησίες). Από τότε ακολουθεί την εξέλιξη της αστικής τάξης ως σήμερα που έχει μετεξελιχθεί στο παντοδύναμο θέαμα.

Σήμερα ο χριστιανισμός είναι νεκρός. Οι λίγοι πιστοί που υπάρχουν είναι στον βαθμό του φαν κλαμπ κάποιου καλλιτέχνη ή κάποιας αθλητικής ομάδας. Οι new age θρησκευτικές οργανώσεις καλύπτουν στον ίδιο σχεδόν βαθμό τις όποιες μεταφυσικές ανησυχίες και ο ρόλος τους περιορίζεται εκεί. Η εκκλησία δεν ταυτίζεται πλέον με την κοινωνία. Όσο και αν ο μέσος πολίτης επιμένει να αυτοαποκαλείται χριστιανός γεγονός είναι ότι ακολουθεί τις επιταγές του θεάματος και όχι της εκκλησίας. Αν και είναι μια πολύ δυνατή επιχείρηση, με ένα σταθερό και πορωμένο καταναλωτικό κοινό που έχει επίσης εξασφαλίσει από το θέαμα ένα μεγάλο μερίδιο προβολής, επιβιώνει ως μέρος του εμπορίου και του θεάματος, και όχι πάνω από αυτό, όπως τόσους αιώνες. Το θέαμα τελικά αφομοίωσε την εκκλησία και την αντικατέστησε.

Και για να παραφράσουμε λιγάκι τον Μαρξ…

Η εξουσία του θεάματος είναι το θέαμα της εξουσίας.

Το κράτος αυτό, η κοινωνία αυτή παράγουν το θέαμα, ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, επειδή τα ίδια αποτελούν έναν κόσμο ανάποδο. Το θέαμα είναι η γενική θεωρεία του κόσμου αυτού, το εγκυκλοπαιδικό του άθροισμα, η λογική του σε λαϊκή μορφή, το πνευματικό του καύχημα, ο ενθουσιασμός του, η ηθική του επιβράβευση, το επίσημο του συμπλήρωμα, η οικουμενική του παρηγοριά και αιτιολόγηση. Είναι η φαντασιακή πραγμάτωση του ανθρώπινου όντος, αφού το ανθρώπινο ον δεν κατέχει την αληθινή πραγματικότητα. Το να αγωνίζεται κανείς ενάντια στο θέαμα είναι λοιπόν σαν να αγωνίζεται εναντίον αυτού εδώ του κόσμου, το πνευματικό άρωμα του οποίου αποτελεί το θέαμα.
Η θεαματική αθλιότητα αποτελεί, κατά ένα μέρος, την έκφραση της πραγματικής αθλιότητας, ενώ κατά ένα άλλο μέρος την διαμαρτυρία εναντίον της πραγματικής αθλιότητας. Το θέαμα είναι ο αναστεναγμός της καταπιεσμένης ύπαρξης, η ψυχή ενός κόσμου άκαρδου, όπως είναι και το πνεύμα των κοινωνικών συνθηκών απ’ όπου το πνεύμα έχει αποκλεισθεί. Είναι το όπιο του λαού.
Η κατάργηση του θεάματος ως απατηλής ευτυχίας του λαού είναι η απαίτηση που θέτει η πραγματική του ευτυχία. Απαιτώντας να απαρνηθεί ο λαός τις αυταπάτες που έχει για την κατάσταση του, απαιτεί την απάρνηση μιας κατάστασης που έχει ανάγκη από αυταπάτες.

Το ζήτημα είναι να απελευθερωθούν οι συνειδήσεις από την θεαματική εμμονή. Η ελευθερία συνείδησης δεν είναι τίποτα περισσότερο από κάθε είδους ελευθερία θεαματικής συνείδησης.

Τα συναισθήματα των μαζών τρέφονται αποκλειστικά με το θέαμα. Ακόμα και τα συμφέροντα τους θα έπρεπε να τα εγκρίνουν οι ειδήσεις για να προκαλέσουν ταραχές.

Το κατά Ντεμπόρ Ευαγγέλιο


“Σήμερα οι Beatles είναι πιο δημοφιλείς κι από τον Χριστό”
John Lennon

Απ’ όλα πριν υπήρχε η Εικόνα
Κι η Εικόνα ήταν με το Θέαμα,
Κι ήταν Θέαμα η Εικόνα.
Από την αρχή ήταν αυτή με το Θέαμα.
Τα πάντα δια αυτής δημιουργήθηκαν
και απ’ όσα έγιναν τίποτα χωρίς αυτή δεν έγινε.
Αυτή ήταν η ζωή,
και ήταν η ζωή αυτή το φως για τους ανθρώπους.
Το φως αυτό έλαμψε μέσα στου κόσμου το σκοτάδι
μα η σκοτείνια δε μπόρεσε να το σβήσει.

Η Εικόνα ήταν το αληθινό το φως
που καθώς έρχεται στο κόσμο
φωτίζει κάθε άνθρωπο.
Μέσα στο κόσμο ήτανε,
και ο κόσμος δια αυτής δημιουργήθηκε,
μα δεν την αναγνώρισε ο κόσμος.
Ήρθε στο κόσμο το δικό της,
και οι δικοί της δεν την δέχτηκαν.
Σε όσους όμως την δέχτηκαν και πίστεψαν σε αυτήν
έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδία του θεάματος.
Από το θέαμα γεννήθηκαν αυτοί
και όχι από γυναίκας αίμα,
ούτε από επιθυμία ανθρώπινη
ή επιθυμία άντρα.
Η Εικόνα έγινε άνθρωπος
και έστησε την σκηνή της ανάμεσα μας,
και είδαμε την θεαματική της δόξα.

Από τον δικό της πλούτο πήραμε όλοι εμείς
την μια δωρεά πάνω στην άλλη!

Όταν πλανητάρχης ήταν ο Καίσαρας Αύγουστος έβγαλε διάταγμα να απογραφεί όλη οικουμένη. Όλοι πήγαιναν να απογραφούν στο τόπο καταγωγής τους. Έτσι ο Ιωσήφ που καταγόταν από την Μέκκα του θεάματος, το Χόλυγουντ, αλλά τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Σιάτλ οπού και εργάζονταν ως εικονολήπτης σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό μαζί με την γυναίκα του, μακιγιέρ στον ίδιο σταθμό, ταξίδεψαν προς το Χόλυγουντ για να απογραφούν. Την περίοδο εκείνη μάλιστα η γυναίκα του η Μαρία ήταν έγκυος. Πολλές φορές είχαν προσπαθήσει να κάνουν παιδί αλλά το αδύναμο σπέρμα του Ιωσήφ δεν βοηθούσε προς αυτή την κατεύθυνση οπότε αποφάσισαν να το κάνουν με την μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Όταν λοιπόν ήταν στο Χόλυγουντ για την απογραφή, ήρθε η ώρα της Μαρίας να γεννήσει τον πρωτότοκο γιο της. Το θέμα της γέννησης του γιου του Ιωσήφ δεν άφησε αδιάφορους τους ιερείς του θεάματος αφού ο Ιωσήφ μπορεί να ήταν ένας ταπεινός εικονολήπτης αλλά οι πρόγονοι του είχαν γράψει μερικές από τις πιο ένδοξες σελίδες στην κοινωνία του θεάματος. Το γενεαλογικό δέντρο, άσχετα αν αυτός είχε ξεπέσει, αποτελούνταν από ηθοποιούς, δημοσιογράφους, καναλάρχες, από ανθρώπους δηλαδή που κατείχαν διάφορα πόστα στο ιερατείο του θεάματος. Έτσι το θέαμα της γέννησης του μικρού Κρίς Τζόσουαμπέργκ, όπως λεγόταν το παιδί που γεννήθηκε, κάλυψαν με ρεπορτάζ αρκετών λεπτών δημοσιογράφοι – ιερείς του θεάματος από τρία μεγάλα κανάλια που είδαν το άστρο του νεογνού να ανατέλλει.

Όταν πέρασαν λίγες μέρες επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Σιάτλ. Το παιδί όσο μεγάλωνε γέμιζε με σοφία και όλες οι χάρες του σταρ αναπτύσσονταν πάνω του.
Κάθε χρόνο στη γιορτή του Πάσχα οι γονείς του έπαιρναν άδεια και πήγαιναν στο Λος Άντζελες. Όταν ο Κρίς έγινε δώδεκα χρονώ ανέβηκαν στο Χόλυγουντ στην απονομή βραβείων Όσκαρ όπως συνήθιζαν. Όταν τελείωσε η γιορτή και γύρισαν πίσω, το παιδί ο Κρίς παρέμεινε πίσω χωρίς να το ξέρουν ο Ιωσήφ και η μητέρα του. Νομίζοντας ότι ήταν μέσα στο πλήθος των θεατών δεν ανησύχησαν ώσπου κατάλαβαν την απουσία του και άρχισαν να τον αναζητούν. Μετά από τρεις μέρες τον βρήκαν στο πλατό καθισμένο ανάμεσα σε δημοσιογράφους, σκηνοθέτες και ηθοποιούς να τους ακούει και να τους κάνει ερωτήσεις. Όλοι όσοι τον άκουγαν έμειναν έκπληκτοι για την νοημοσύνη του και τις απαντήσεις του. Μόλις τον είδαν οι γονείς του απόρησαν και η μητέρα του είπε: « Παιδί μου γιατί μας το έκανες αυτό; Ο πατέρας σου κι εγώ σε αναζητούσαμε με μεγάλη αγωνία». Ο Κρίς τους απάντησε: « Γιατί με αναζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του πατέρα μου;». Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν τα λόγια που τους είπε.
Ο Κρίς κατέβηκε μαζί τους και ήρθε στο Σιάτλ και ζούσε κοντά τους με υπακοή. Η μητέρα του όμως διατηρούσε μέσα στην καρδιά της όλα αυτά τα λόγια. Ο Κρίς εν τω μεταξύ μεγάλωνε και πρόκοβε στην σοφία.

Ήταν η δεύτερη εκλογή του Πλανητάρχη Τιβέριου όταν κυβερνήτης της πολιτείας του Σιάτλ ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Παρουσιαστές των κεντρικών δελτίων ειδήσεων ήταν ο Άννας και ο Καϊάφας.

Την περίοδο εκείνη έκανε θραύση με τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ του και τις ανθρωπιστικού και δημοκρατικού χαρακτήρα εκπομπές του ο Ιωάννης. Είχε βάλει σκοπό του να κάνει φανερή την διαπλοκή που επικρατούσε στο σύστημα και να την καταπολεμήσει έτσι ώστε να υπάρξει επιτέλους αξιοκρατία. Δεν χαριζόταν σε κανέναν ο Ιωάννης. Έφτανε σε σημείο να αποκαλεί τους επώνυμους καλεσμένους του στις εκπομπές του «Οχιάς γεννήματα» και να τους παροτρύνει να μετανοήσουν και να διορθωθούν. Τους έλεγε επίσης να μην επαναπαύονται στην δημοτικότητα τους γιατί το θέαμα και από τις πέτρες μπορεί να κάνει δημοφιλείς. Κάθε δέντρο έλεγε, που δεν κάνει καλό καρπό θα κοπεί σύρριζα και θα ριχτεί στη φωτιά.

Δεν τα έβαζε μόνο με τους υψηλά ιστάμενους αλλά με όλο τον κόσμο. Αποκάλυπτε κάθε παρατυπία που ασυνείδητοι υπάλληλοι έκαναν κατά την διάρκεια της εργασίας τους. Δημόσιοι υπάλληλοι που έφευγαν πριν το οκτάωρο τους, σερβιτόροι που σκάλιζαν την μύτη τους πριν σερβίρουν τον πελάτη και διεφθαρμένοι αστυνομικοί έμπαιναν συχνά στο στόχαστρο του.
Γενικά συμβούλευε τους ανθρώπους αν δεν θέλουν να βρεθούν κατηγορούμενοι σε καμιά εκπομπή του να είναι σε όλα τους τυπικοί. Από τους ασκούντες πολιτική εξουσία ας πούμε ζητούσε να μην απαιτούν περισσότερα απ‘ όσα τους παραχωρεί ο νόμος και από τους αστυνομικούς να μην παίρνουν λεφτά από κανέναν με ψεύτικες κατηγορίες, ούτε με τη βία αλλά να αρκούνται στο μισθό τους.

Από τον Ιωάννη ξεκίνησε – “βαπτίστηκε” και ο νεαρός πλέον Κρίς την καριέρα του στην αποκαλυπτική δημοσιογραφία του. Από τις πρώτες κιόλας μέρες φαινόταν πως μια λαμπρή καριέρα τον περίμενε. Τα ρεπορτάζ που έκανε για λογαριασμό του Ιωάννη έσπαγαν ρεκόρ θεαματικότητας. Παντού πλέον φωνάζονταν ότι «αυτός είναι το αγαπημένο παιδί του Θεάματος, αυτός είναι ο εκλεκτός του».
Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα που δούλευε για τον Ιωάννη αποφάσισε πλέον να κάνει δική του εκπομπή. Είχε όμως να αντιμετωπίσει διάφορους πειρασμούς από επιχειρηματίες και πολιτικούς που ήθελαν να τον δωροδοκήσουν και εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα. Ο Κρίς όμως έχοντας επίγνωση της βαριάς κοινωνικής ευθύνης που είχε αναλάβει και γνωρίζοντας πόσο σημαντικό είναι για την κοινωνική ειρήνη να είναι διαφανής και αδιάφθορες οι αποκαλυπτικές εκπομπές, αρνήθηκε απαντώντας τους: «ο άνθρωπος δε ζει μόνο με ψωμί, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το Θέαμα». Αφού κατάλαβαν ότι ο Κρίς είναι αδιάφθορος τον άφησαν στην ησυχία του.

Μόλις ανέλαβε ο Κρις την δικιά του εκπομπή, του Ιωάννη του την έκοψαν. Και όχι μόνο αυτό αλλά είχε να αντιμετωπίσει και μια σειρά από μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμιση και άλλες κατηγορίες αφού πλέον το είχε παρακάνει. Είχε αρχίσει, ως ένα μέρος του αγώνα του κατά της διαφθοράς, να αποκαλύπτει τις παράνομες σχέσεις του δημάρχου Ηρώδη με την γυναίκα του αδερφού του. Αυτό φυσικά οδήγησε τον δήμαρχο στο να πάρει τα μέτρα του και να ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του καναλιού, που ήταν και κουμπάρος του, να κόψει την εκπομπή. Μάλιστα επειδή ο Ηρώδης αρχικά φοβόταν μην αποκαλυφθεί ότι αυτός κρύβεται πίσω από το κόψιμο της εκπομπής δίσταζε να το ζητήσει από τον κουμπάρο του προκειμένου να διαφυλάξει όση δημοτικότητα του είχε απομείνει. Η ερωμένη του όμως η Ηρωδιάδα τον έπεισε ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγουν αποκαλύψεις ακόμα μεγαλύτερων σκανδάλων. Το κόψιμο της εκπομπής του Ιωάννη έμεινε γνωστό στην ιστορία του Θεάματος ως “Ο αποκεφαλισμός του Ιωάννη” και η εκπομπή αντικαταστάθηκε προσωρινά από ένα μουσικοχορευτικό υπερθέαμα που παρουσίαζε η κόρη της Ηρωδιάδας η Σαλώμη.

Όταν κατάλαβε ο Κρίς ότι οι αποκαλύψεις που μπορεί να κάνει για την διαφθορά της εξουσίας είναι περιορισμένες και εξαρτώνται κάθε φορά από τις σχέσεις που υπάρχουν στην ίδια την εξουσία και ότι αυτός είναι απλά μέρος του παιχνιδιού της, αποφάσισε να είναι πιο συγκρατημένος και να προσπαθεί να δώσει δείγματα πολιτικής νομιμοφροσύνης λέγοντας με κάθε ευκαιρία ότι άλλο πράγμα το Θέαμα και άλλο η πολιτική… Ζητούσε να αποδίδονται τα του Καίσαρα στον Καίσαρα και τα του Θεάματος στο Θέαμα. Επίσης άλλαξε κανάλι γιατί το κλίμα ήταν λίγο βαρύ στο κανάλι που δούλευε ο Ιωάννης. Η εκπομπή που ανέλαβε στο νέο κανάλι είχε χαρακτήρα φιλανθρωπικό, ηθικολογικό, ψυχολογικό. Συχνά όμως κατήγγειλε ελλείψεις και παρατυπίες του κρατικού μηχανισμού και όχι σπάνια, κατήγγειλε δημόσιες αυθαιρεσίες των αρχών, πολιτικών, δικαστικών, αστυνομικών.

Ο Κρίς αποφάσισε οι εξωτερικοί συνεργάτες-ρεπόρτερ της εκπομπής να είναι νέοι και φτωχοί χωρίς ιδιαίτερη εμπειρία. Έκανε πρόταση συνεργασίας σε δύο αδέλφια που δούλευαν στο κανάλι ως “παιδιά για όλες τις δουλειές”, τον Σίμωνα που τον φώναζαν Πέτρο και τον αδελφό του Ανδρέα. «Ακολουθήστε με» τους λέει «και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Και αυτοί αμέσως τον ακολούθησαν. Προχωρώντας πιο πέρα είδε δύο άλλους αδελφούς τον Ιάκωβο γιό του Ζεβεδαίου του μοντέρ και τον αδελφό του Ιωάννη. Βρισκόταν στο κοντρόλ μαζί με τον πατέρα τους ως εκπαιδευόμενοι και μόνταραν μια εκπομπή. Τους κάλεσε και αυτοί άφησαν αμέσως τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν.

Στις εκπομπές του Κρίς οι οποίες γίνονταν υπό την μορφή περιοδείας του έφερναν κάθε λογής ανθρώπους, από αρρώστους και ερωτευμένους που ήθελαν να πουν δημόσια τον πόνο τους, μέχρι ανθρώπους που χρωστούσαν λεφτά στο δημόσιο και έψαχναν να βρουν μια λύση.
Σ’ όλους αυτούς έβρισκε την λύση και έτσι σε κάθε εκπομπή το κοινό του , το οποίο αποτελούταν από τέτοιους ανθρώπους, όλο και πλήθαινε.

Σε μια εκπομπή του ανεβασμένος καθώς ήταν στο πλατό στράφηκε προς τους θεατές του και είπε: « Μακάριοι εσείς οι φτωχοί γιατί δική σας είναι η βασιλεία του Θεάματος. Μακάριοι εσείς που τώρα πεινάτε γιατί θα σας χορτάσει το Θέαμα. Μακάριοι εσείς που τώρα κλαίτε γιατί θα χαρείτε».

Για τους αναξιοπαθούντες που έψαχναν λύση στα προβλήματα τους μέσω της τηλεόρασης υπήρχε ένα διαφημιστικό σποτάκι που τους καλούσε να απευθυνθούν στην εκπομπή. Στο σποτάκι παρουσιαζόταν ο Κρίς να λέει : «Ζητάτε και θα σας δοθεί, ψάχνετε και θα βρείτε, χτυπάτε την πόρτα και θα σας ανοιχτεί. Γιατί όποιος ζητάει λαμβάνει και όποιος ψάχνει βρίσκει και όποιος χτυπά του ανοίγετε. Μα και ποιος από εσάς αν του ζητήσει το παιδί του ψωμί θα του δώσει λιθάρι; Η αν του ζητήσει ψάρι θα του δώσει φίδι; Αφού λοιπόν εσείς παρόλο που είστε απλοί άνθρωποι ξέρετε να δίνετε στα παιδιά σας καλά πράγματα πολύ περισσότερο το επιτελείο της εκπομπής θα δώσει αγαθά σε όσους το ζητήσουν».

Ο Κρίς επιτίθονταν σε παρουσιαστές άλλων εκπομπών με παρόμοιο περιεχόμενο και καλούσε τους τηλεθεατές «να φυλαχτούν από αυτούς που έρχονται σαν πρόβατα από μέσα τους όμως είναι λύκοι αρπακτικοί. Θα τους καταλάβετε από τα έργα τους. Μήπως μαζεύουν από τα αγκάθια σταφύλια ή από τα τριβόλια σύκα; Ένα καλό δέντρο κάνει καλούς καρπούς ενώ το άχρηστο δέντρο κάνει άχρηστους καρπούς. Δεν μπορεί το καλό δέντρο να κάνει άχρηστους καρπούς ούτε το άχρηστο δέντρο να κάνει καλούς καρπούς. Και όποιο δέντρο δεν κάνει καλούς καρπούς το κόβουν και το ρίχνουν στην φωτιά. Θα τους καταλάβετε λοιπόν από τους καρπούς τους.
Μόλις , μετά από μια εκπομπή, ο Κρίς επέστρεφε σπίτι του τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και τον παρακάλεσε λέγοντας: «Κύριε ο υπηρέτης μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι, παράλυτος και υποφέρει φοβερά.». Και ο Κρίς του λέει : «θα έρθουμε σπίτι σου να αναδείξουμε το θέμα για να ευαισθητοποιηθούν οι αρμόδιοι». Ο εκατόνταρχος του αποκρίθηκε: «Κύριε δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ στο σπίτι μου, πες μόνο ένα λόγο από την εκπομπή σου και το θέμα θα πάρει τις διαστάσεις που του χρειάζονται ώστε να βρεθεί το κατάλληλο νοσοκομείο όπου θα νοσηλευτεί και θα γιατρευτεί. Και εγώ είμαι άνθρωπος κάτω από εξουσία και έχω στρατιώτες στη διοίκηση μου. Λέω στον ένα “πήγαινε” και πηγαίνει και στον άλλον “έλα” και έρχεται και στον δούλο μου “κάνε αυτό” και το κάνει». Και ο Κρίς συγκινήθηκε και είπε στον εκατόνταρχο: «Πήγαινε και θα γίνει αυτό που πίστεψες». Και το ζήτημα κινήθηκε εκτός αέρα και ο υπηρέτης μετά από λίγο έγινε καλά.

Ο κόσμος που έκανε αιτήσεις για να λυθούν τα προβλήματα του μέσω της εκπομπής ήταν πάρα πολύς όπως και ο καιρός που χρειαζόταν να περάσει για να έρθει κάποιο θέμα στη δημοσιότητα, Έτσι σε μια εκπομπή του Κρίς που το στούντιο ήταν τίγκα από τους καλεσμένους, έκαναν την εμφάνιση τους απροειδοποίητα κάποιοι άντρες που κρατούσαν έναν παράλυτο που ήταν άπορος και δεν είχε λεφτά να πάρει ηλεκτροκίνητο αναπηρικό καροτσάκι που του ήταν απαραίτητο. Τότε ο Κρίς είπε ότι το πρόβλημα θα λυθεί αμέσως και πρόσφερε ένα ηλεκτροκίνητο καροτσάκι ως προσφορά της εκπομπής λέγοντας στον παράλυτο «Πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Όταν ο κόσμος το είδε αυτό έμεινε κατάπληκτος από την δύναμη που δίνει το θέαμα στους ανθρώπους.

Προχωρώντας ο Κρίς είδε να κάθετε ένας τοκογλύφος ο Λεβί. «Ακολούθησε με» του είπε. Και εκείνος σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Ο Λεβί του έκανε πλούσιο τραπέζι σπίτι του. Μαζί του στο τραπέζι ήταν πολύς κόσμος. Τοκογλύφοι, απατεώνες και άλλοι άνθρωποι. Όμως οι στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών που σχολίαζαν τα τηλεοπτικά άρχισαν να γράφουν και να ρωτούν «Γιατί ο Κρίς τρώει και πίνει με τέτοιους ανθρώπους;». Ο Κρίς τότε απάντησε: «Δεν έχουν ανάγκη από γιατρό όσοι είναι υγιείς αλλά οι άρρωστοι. Δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δίκαιους αλλά τους αμαρτωλούς.».

Ο Κρίς συνέχισε την περιοδεία του κατά την οποία μέσω των εκπομπών του κατηγορούσε κάθε αδικία και βοηθούσε όσο μπορούσε να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα του κόσμου.

Ο Κρίς κάλεσε τότε τους δώδεκα ρεπόρτερ του και τους έδωσε την εξουσία να βρίσκουν, να αναδεικνύουν και να λύνουν τα προβλήματα των πολιτών στο όνομα του.
Τα ονόματα των δώδεκα ρεπόρτερ του Κρίς είναι τα εξής : Πρώτος ο Σίμων που λέγετε Πέτρος και ο αδελφός του ο Αντρέας, ο Ιάκωβος ο γιος του Ζεβεδαίου και ο αδελφός του ο Ιωάννης, ο Φίλιππος και ο Βαρθολομαίος, ο Θωμάς και ο Ματθαίος ο τοκογλύφος, ο Ιάκωβος ο γιος του Αλφαίου και ο Λεββαίος που ονομάστηκε Θαδδαίος, ο Σίμων ο Κανανίτης και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, αυτός που τον πρόδωσε.
Κάλεσε λοιπόν τους δώδεκα και τους έστειλε να κάνουν ρεπορτάζ και να αναδείξουν τα προβλήματα των ανθρώπων της επαρχίας βοηθώντας έτσι ώστε το κράτος να δείξει ενδιαφέρον. «Μην παίρνετε τίποτα μαζί σας για τον δρόμο» τους είπε, «Ούτε ραβδί, ούτε σακίδιο, ούτε φαγητό, ούτε χρήματα, ούτε διπλά ρούχα. Και όπου δεν σας δέχονται όταν βγαίνετε από εκείνη την πόλη να τα καταγράφετε στην κάμερα για να υπάρχει μια μαρτυρία εναντίον τους. Έφυγαν και περνούσαν ένα-ένα τα χωριά, φέρνοντας τα προβλήματα των πολιτών στην επιφάνεια.
«Σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους. Να έχετε την σύνεση που έχουν τα φίδια και την ακεραιότητα που έχουν τα περιστέρια. Να προσέχετε τους εαυτούς σας. Θα σας οδηγήσουν μπροστά σε ηγεμόνες εξαιτίας μου για να δώσετε σε αυτούς μαρτυρία για εμένα. Όταν σας σύρουν στα δικαστήρια να μην αγωνιάτε εκ των προτέρων για το τι θα πείτε μήτε να προμελετάτε αλλά θα τα κανονίσει όλα το Θέαμα. Γιατί δεν είναι δικά σας τα λόγια που θα δημοσιοποιηθούν αλλά προϊόν του μοντάζ. Όλοι θα σας μισούν εξαιτίας μου. Όποιος όμως μείνει σταθερός στο τέλος αυτός θα σωθεί.».

«Μην νομίζετε πως ήρθα για να επιβάλλω αναγκαστική ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων. Δεν ήρθα να φέρω τέτοια ομόνοια αλλά διαίρεση. Πράγματι, ο ερχομός μου έφερε τον διχασμό του ανθρώπου με τον πατέρα του, της θυγατέρας με την μάνα της, της νύφης με την πεθερά της. Και έτσι εχθροί του ανθρώπου είναι οι δικοί του.»

Μόλις τελείωσε ο Κρίς με τις εντολές στους δώδεκα ρεπόρτερ του έφυγε από εκεί για να κάνει εκπομπή σε διάφορες πόλεις της περιοχής.

Μια μέρα σε μια εκπομπή του που μεταδιδότανε από την επαρχεία είχε μαζευτεί πολύς κόσμος από τα γύρω χωριά η εκπομπή του είχε στηθεί πολύ πρωτότυπα Κρίς καθόταν σε ένα καΐκι και το κοινό στεκόταν στον γιαλό. Άρχισε τότε να βγάζει λόγους: «Βγήκε ο σποριάς να σπείρει τον σπόρο του και καθώς έσπερνε μερικοί σπόροι έπεσαν στον δρόμο, όπου καταπατήθηκαν και τους έφαγαν τα πουλιά. Άλλοι έπεσαν στις πέτρες και όταν φύτρωσαν ξεράθηκαν γιατί δεν είχε υγρασία. Άλλοι σπόροι έπεσαν μέσα στα αγκάθια κι όταν αυτά φύτρωσαν μαζί τους , τους έπνιξαν. Άλλοι όμως έπεσαν στο γόνιμο έδαφος, φύτρωσαν και έδωσαν καρπό εκατό φορές περισσότερο.

Οι ρεπόρτερ του μόλις έγινε διάλειμμα για διαφημίσεις τον ρώτησαν : «Τι σημαίνει αυτό που είπες; Γιατί μιλάς συμβολικά;». Εκείνος τους απάντησε: «Σε σας έδωσε το Θέαμα να γνωρίσετε τα μυστήρια του ενώ στους υπόλοιπους αυτά δίνονται υποσυνείδητα με την πλύση του εγκεφάλου, ώστε να κοιτάζουν και να μην βλέπουν, και να ακούν αλλά να μην καταλαβαίνουν».

«Η ιστορία του σποριά» τους απάντησε ο Κρίς «σημαίνει το εξής: Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεάματος. Οι σπόροι που έπεσαν στο δρόμο είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο του Θεάματος, έρχεται όμως μετά η πραγματική ζωή και τον παίρνει από τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν. Οι σπόροι που έπεσαν στο πετρώδες έδαφος είναι εκείνοι που όταν ακούσουν τον λόγο τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα γι’ αυτό πιστεύουν για λίγο διάστημα και όταν έρθει ο καιρός της δοκιμασίας, όταν δηλαδή ο λόγος είναι ενάντια τους απομακρύνονται. Αυτοί που έπεσαν στα αγκάθια είναι εκείνοι που ακούν τον λόγο, συμπορεύονται όμως με την πραγματική ζωή και τις απολαύσεις της και όχι τις διαστρεβλωμένες αντανακλάσεις της. Με τον σπόρο που έπεσε στο γόνιμο έδαφος εννοούνται όσοι άκουσαν τον λόγο με καλή και αγαθή καρδιά, το φυλάνε μέσα τους και στερούνται την πραγματική ζωή με υπομονή».

Ο Κρίς πήρε το επιτελείο της εκπομπής και πήγε σε παραμεθόριο περιοχή να κάνουνε εκπομπή, ώστε να αναδείξουν τα προβλήματα των ανθρώπων στις περιοχές εκείνες. Πολύς όχλος μαζεύτηκε και τους μιλούσε για την δύναμη του Θεάματος και όσους μπορούσε να βοηθήσει να αναδειχτούν τα προβλήματα τους ώστε να λυθούν, τους βοηθούσε. Η εκπομπή όμως τελείωσε και οι δώδεκα ρεπόρτερ της εκπομπής πήγαν κοντά του και του είπαν : «Διώξε τον κόσμο για να πάνε στα χωριά τους να φάνε». Ο Κρίς τους απάντησε : «Δώστε τους εσείς να φάνε» και εκείνοι του είπαν : «Θες να αγοράσουμε εμείς φαγητό για όλο αυτό το πλήθος;». Γιατί ήταν περίπου πέντε χιλιάδες. Είπε στους μαθητές του : «Βάλτε τους να καθίσουν για φαγητό κάτω στο έδαφος κατά ομάδες ανά πενήντα». Έτσι έκαναν και τους έβαλαν όλους να καθίσουν για φαγητό. Πήρε τότε τηλέφωνο στο κετερινγκ και έδωσε εντολή να ξεκινήσουν να μοιράζουν το φαγητό που είχε αγοραστεί από τον χορηγό της εκπομπής. Όλοι τους έφαγαν και χόρτασαν και τα περισσεύματα ήταν δώδεκα κοφίνια .

Η δημοτικότητα του Κρίς όλο και μεγάλωνε. Ήταν τόσο δημοφιλής που γυρίστηκε ντοκιμαντέρ που αναφερόταν στη ζωή και το έργο του. Σε ένα σημείο του ντοκιμαντέρ εμφανιζόταν (ως προϊόν μοντάζ φυσικά) η Μέρυλιν Μονρόε και ο Τζων Λένον να συνομιλούν μαζί του. Αμέσως μετά η εικόνα φαινόταν σαν να θολώνει και μια φωνή να λέει : «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου υιός , αυτός είναι ο εκλεκτός μου, αυτόν να ακούτε».
Μετά το τέλος του ντοκιμαντέρ ο Κρίς άρχισε να υποψιάζεται ότι θα έχει την ίδια μοίρα με την Μέρυλιν Μονρόε και τον Τζων Λένον. Ότι θα δολοφονηθεί , θα δοξαστεί και θα “αναστηθεί” ως θεαματική μορφή μένοντας για πάντα με αυτό τον τρόπο ζωντανός και κερδίζοντας την “αιώνια ζωή”.

Εκείνοι την ώρα πήγαν οι ρεπόρτερ του και τον ρώτησαν : «Ποιος είναι άραγε ο μεγαλύτερος στην βασιλεία του Θεάματος;». Ο Κρίς φώναξε ένα παιδάκι , το έβαλε να σταθεί ανάμεσα τους και είπε: «Σας βεβαιώνω πώς αν δεν αλλάξετε κι αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά δε θα μπείτε στη βασιλεία του θεάματος. Όποιος λοιπόν ταπεινώσει τον εαυτό του σαν αυτό το παιδί είναι ανώτερος στην βασιλεία του Θεάματος. Όποιος γίνει αφορμή να κλονιστεί ένας από αυτούς τους μικρούς που πιστεύουν στο Θέαμα είναι προτιμότερο γι’ αυτόν να κρεμάσει μια μυλόπετρα στο λαιμό του και να καταποντιστεί στην θάλασσα. Αλίμονο στον κόσμο για τα σκάνδαλα που έχει να αντιμετωπίσει γιατί αναγκαστικά θα έρθουν τα σκάνδαλα, μα αλίμονο στον άνθρωπο που προκαλεί το σκάνδαλο».

Σε μια εκπομπή του κάποια γυναίκα από το κοινό έβγαλε μια δυνατή φωνή και του είπε: « Χαρά στη μάνα που σε γέννησε και σε θήλασε !». Και εκείνος είπε : «Πιο πολύ χαρά σε εκείνους που ακούν τον λόγο του Θεάματος και τον εφαρμόζουν!».

Ο Κρίς ανοίγοντας έναν κύκλο εκπομπών που θα είχαν αποκαλυπτικό χαρακτήρα για ασυδοσίες διάφορων επιφανών επιχειρηματιών άρχισε να λέει : «Προσέχετε από το προζύμι των επιχειρηματιών που είναι η υποκρισία τους . Δεν υπάρχει τίποτα σκεπασμένο που δεν θα ξεσκεπαστεί και τίποτα κρυφό που δεν θα μαθευτεί. Ότι λοιπόν λέτε στο σκοτάδι θα ακουστεί στο φως και ότι ψιθυρίζετε σε κλειστό χώρο θα ανακοινωθεί στα φανερά.»

Σχετικά με τα μεγάλα ονόματα Θεάματος, τους διάττοντες αστέρες και τις πληρωμές τους ο Κρίς έλεγε «Η βασιλεία του Θεάματος είναι όμοια με έναν γαιοκτήμονα , που βγήκε νωρίς το πρωί να προσλάβει εργάτες για το αμπέλι του. Συμφώνησε με τους εργάτες να τους πληρώσει ένα δηνάριο την ημέρα και τους έστειλε στο αμπέλι του. Όταν γύρω στις εννιά βγήκε στην αγορά, είδε άλλους να στέκονται εκεί χωρίς δουλειά και τους είπε : “Πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι και θα σας δώσω ότι είναι δίκαιο”. Και αυτοί έφυγαν για το αμπέλι. Όταν βγήκε κατά τις δώδεκα και κατά τις τρεις έκανε το ίδιο. Κατά τις πέντε βγήκε και είδε και άλλους να κάθονται και τους λέει : “Γιατί κάθεστε εδώ άνεργοι όλοι την μέρα;”. Του λένε : “Γιατί κανένας δε μας πήρε στη δουλειά”. Τους λέει : “Πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι μου και θα πάρετε ότι δικαιούστε”. Όταν βράδιασε λέει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού στον διαχειριστή του : “Φώναξε τους εργάτες και πλήρωσε τους το μεροκάματο αρχίζοντας από τον τελευταίο ως τους πρώτους”. Ήρθαν λοιπόν αυτοί που έπιασαν δουλειά στις πέντε και πήραν ένα δηνάριο. Όταν ήρθαν οι πρώτοι νόμιζαν πως θα πάρουν περισσότερα, πήραν όμως και αυτοί από ένα δηνάριο. Όταν το πήραν άρχισαν να διαμαρτύρονται εναντίον του γαιοκτήμονα λέγοντας : “Αυτοί οι τελευταίοι εργάστηκαν μία ώρα και τους εξίσωσες με εμάς που υπομείναμε τον μόχθο και τον καύσωνα μιας ολόκληρης μέρας”. Εκείνος όμως γύρισε σε έναν από αυτού και του είπε : “Φίλε δεν σε αδικώ. Δε συμφώνησες μαζί μου ένα δηνάριο; Πάρτο και πήγαινε. Εγώ θέλω να πληρώσω αυτόν που ήρθε τελευταίος όσο και εσένα. Δε μπορώ τα λεφτά μου να τα κάνω ότι θέλω; Ή μήπως επειδή είμαι καλός αυτό προκαλεί την ζήλια σου;”. Έτσι θα βρεθούν οι τελευταίοι πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι λίγοι όμως οι εκλεκτοί».

Σχετικά με την αξία της Θεαματικότητας έλεγε : «Ποια γυναίκα όταν έχει εφτά δραχμές και χάσει τη μία δεν ανάβει το λυχνάρι ,δε σκουπίζει το σπίτι και δε ψάχνει με επιμέλεια ώσπου να την βρει; Όταν την βρει φωνάζει τις φίλες και τις γειτόνισσες και τις λέει: “Χαρείτε μαζί μου γιατί βρήκα την δραχμή που είχα χάσει”. Σας βεβαιώνω πως το ίδιο χαίρονται και οι αστέρες του Θεάματος όταν κερδίζουν έστω για μια μονάδα τηλεθέασης».

Ο Κρίς έκανε μια εκπομπή με ρεπορτάζ που εμφάνιζαν διάφορους επιστήμονες, από κοινωνιολόγους και οικονομολόγους μέχρι μετεωρολόγους, σεισμολόγους και αστρονόμους που προέβλεπαν το μέλλον της γης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ η συντέλεια του κόσμου ήταν πολύ κοντά. Σε γενικές γραμμές προβλεπότανε ότι όλα τα μεγάλα και επιβλητικά οικοδομήματα θα γκρεμιστούνε. Ότι δεν θα μείνει πέτρα πάνω στη πέτρα. Ότι το ένα έθνος θα ξεσηκωθεί εναντίον του άλλου και θα γίνουν σεισμοί σε διάφορα μέρη και θα έρθουν πείνα και ταραχές. Αυτή θα είναι μόνο η αρχή. Σαν την αρχή των πόνων της γέννας.
Όποιος βρεθεί στο λιακωτό θα φύγει χωρίς να μπει στο σπίτι του να πάρει κάτι μαζί του και όποιος βρεθεί στο χωράφι δε επιστρέψει πίσω να πάρει το πανωφόρι του. Αλίμονο στις γυναίκες που θα είναι έγκυες εκείνες τις μέρες ή θα θηλάζουν. Τα δεινά που θα συμβούν τότε θα είναι τέτοια που δεν ξαναγίνανε ως τώρα, από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, ούτε και θα ξαναγίνουν. Εκείνες τις μέρες ύστερα από αυτά τα δεινά, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει κα το φεγγάρι δε θα δίνει πια το φως του. Τα άστρα θα πέφτουν από τον ουρανό και οι φυσικοί νόμοι που κρατούν την τάξη του σύμπαντος θα διασαλευτούν. Βεβαίωναν πως όλα αυτά θα γίνουν όσο ακόμα ζουν οι άνθρωποι αυτής της γενιάς. Ο σημερινός κόσμος θα πάψει να υπάρχει.

Η δημοτικότητα του Κρίς είχε πάρει, σε συνδυασμό με τις πιέσεις που ασκούσε μέσω των εκπομπών του στο κράτος, επικίνδυνες διαστάσεις για κάποιους. Συγκεντρώθηκαν τότε πολιτικοί, επιχειρηματίες και καναλάρχες και αποφάσισαν να απαλλαγούν από αυτόν. «Μεθοδικά» έλεγαν, «για να μην ξεσηκωθεί ο λαός».
Τότε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης , ένας από τους δώδεκα ρεπόρτερ σηκώθηκε και πήγε στους καναλάρχες και τους είπε : « Τι θα μου δώσετε; Και εγώ θα σας τον παραδώσω.» και αυτοί του μέτρησαν τριάντα χιλιάδες δολάρια. Από τότε ζητούσε να βρει κατάλληλη ευκαιρία για να τον προδώσει.
Ο Ιούδας ήταν εραστής του Κρίς και ήθελε να τον εκδικηθεί επειδή τον είχε απατήσει. Το σχέδιο ήταν να αποκαλυφθεί η σεξουαλική ιδιαιτερότητα του Κρίς ώστε να διασυρθεί και να χάσει την δημοτικότητα του.

Ο Κρίς είχε ραντεβού με τον Ιούδα στην Γεσθημανή. Όταν ο Ιούδας έφτασε στο ραντεβού τον φίλησε θερμά στο στόμα και το πλήθος τον δημοσιογράφων που τον ακολουθούσε κρυφά οπλισμένο με φωτογραφικές μηχανές και κάμερες άρχισε να “καλύπτει” το στιγμιότυπο. Κάποιος όμως από τους παρόντες άρχισε να χτυπάει στο αυτί έναν φωτογράφο.
Ο Κρίς απευθύνθηκε σε αυτού και τους είπε : «Ληστής είμαι και βγήκατε με φωτογραφικές και κάμερες να με τραβήξετε;»

Το ζήτημα πήρε τεράστια έκταση. Έφτασε μέχρι και τα κεντρικά δελτία ειδήσεων όπου οι κεντρικοί παρουσιαστές τον χλεύαζαν και τον κατηγορούσαν. Οι τηλεθεατές ζητούσαν την τιμωρία του. Οι γελοιογραφίες στις εφημερίδες τον παρουσίαζαν με κόκκινο χιτώνα και κορώνα και με συνοδευτικούς τίτλους όπως “η βασίλισσα του Θεάματος” .

Μετά τον διασυρμό του στάθηκε σε ένα δωμάτιο μόνος μπροστά από μια κάμερα που κατέγραφε, αναρωτήθηκε φωναχτά γιατί έπρεπε να πιει αυτό το πικρό ποτήρι, ζήτησε από το Θέαμα να συγχωρήσει τους διώκτες του και τερμάτισε την ζωή του κρεμώντας τον εαυτό του επί ξύλου.
Αμέσως μετά το θάνατο του όλα τα Μ.Μ.Ε. έκαναν πολύωρα αφιερώματα στη ζωή και το έργο του αποκαθιστώντας την τιμή του. Η μορφή του έγινε ταυτόσημη με το Θέαμα, “αναστήθηκε” και έζησε αιώνια δια αυτού.

Anastassy Constantinovic Bogomolov
Θεσσαλονίκη, Απρήλιος 2007 – Μάρτιος 2008

Categories
Uncategorized

Όσον αφορά τους Βαρβάρους – Bleu Marin

Όσον αφορά τους Βαρβάρους | Bleu Marin

Πρώτη έκδοση: Bleu Marin, Anti-copyright, Αύγουστος 2002

Μετάφραση από τα ιταλικά στα αγγλικά: Diavolo in Corpo

Δημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο φανζίν Killing King Abacus

Μετάφραση στα ελληνικά: Bezmotivnik, Σαλονίκη, Γενάρης 2008

«Αν δε γνωρίζω μια γλώσσα, είμαι ένας βάρβαρος γι αυτόν που την μιλάει, κι αυτός που την μιλάει θα είναι ένας βάρβαρος για μένα». Παύλος, Πρώτη επιστολή προς Κορινθίους

«Ο Πολιτισμός έρχεται στο τέλος του, όταν οι βάρβαροι πληθαίνουν» – Karl Krauss

Στην καρδιά της πόλης

Η ιστορία ενός πολιτισμού είναι ταυτόχρονα η ιστορία του μετασχηματισμού της γλώσσας του. Μια κοινωνία αναπτύσσεται γύρω από τη γνώση της, η οποία αρθρώνεται μέσα στην γλώσσα, η οποία με τη σειρά της καθιστά συνεκτική την ίδια τη σκέψη. Οι άνθρωποι δρουν βάσει των επιθυμιών τους, επιθυμούν βάσει της γνώσης τους, γνωρίζουν βάσει της σκέψης τους, και σκέφτονται βάσει της γλώσσας τους. Η μορφή και το περιεχόμενο αυτής της τελευταίας είναι ταυτόχρονα η συνθήκη και το αποτέλεσμα του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων. Η κυρίαρχη γλώσσα μιας εποχής είναι λοιπόν πάντοτε η γλώσσα αυτών που κυριαρχούν κοινωνικά την εποχή αυτή. Αν υπάρχει κάποια ιδέα που να εκφράζει ξεκάθαρα τη σχέση μεταξύ της γλώσσας και της κοινωνίας είναι αυτή του βάρβαρου. Για τους έλληνες ο βάρβαρος ήταν ο ξένος. Την ίδια στιγμή ήταν επίσης ο κατώτερος, καθώς οποιοσδήποτε δεν μπορούσε να χειριστεί τη γλώσσα της Πόλεως, προσδιοριζόταν αρνητικά. Η προέλευση της λέξης έχει να κάνει με την έλλειψη του Λόγου, της συνομιλίας. Αν αναλογιστούμε πως ο Αριστοτέλης προσδιόρισε τον άνθρωπο ως ένα «πολιτικό ον» και ως ένα «ζώο προικισμένο με τον Λόγο»,ακολούθως, ταυτίζοντας την γλώσσα με την πολιτική, ο βάρβαρος εξορίζεται όχι μόνον από την πόλη, αλλά από την ίδια την ανθρώπινη κοινότητα. Ο βάρβαρος είναι ένας μη-άνθρωπος, ένα τέρας.

Ο Λόγος επί το έργον

Ο λόγος δεν είναι απλά η συνομιλία ή η γλώσσα, αλλά είναι επίσης η επιστήμη, οι νόμοι, η λογική, η τάξη (τόσο με την έννοια μιας ρυθμιστικής αρχής όσο και της κατάστασης που συνδέει και εκφράζει την πολυπλοκότητα που αποτελεί την πραγματικότητα). Όλες αυτές οι σημασίες συνυπάρχουν ταυτόχρονα στη λέξη Λόγος, η οποία είναι προφανώς αμετάφραστη (στα αγγλικά ένας όρος που πλησιάζει τον λόγο είναι ίσως το expression=έκφραση). Έχοντας απλά όλα αυτά κατά νου, μπορεί να αντιληφθεί κανείς τον αριστοτελικό ορισμό του ανθρώπου, καθώς και τη φύση του αντιθέτου του, του βάρβαρου. Η πρώτη εμφάνιση της λέξης λόγος καταγράφεται στα αποσπάσματα του Ηράκλειτου (4ος με 5ο αιώνα π.χ.) όπου ορισμένα σημεία, υποδεικνύουν ταυτόχρονα μια κοσμική αρχή, την απόλυτη τάξη της πραγματικότητας με όλες τις πολύπλοκες εκφράσεις της, την ανθρώπινη κατανόηση της τάξη αυτής και την καθεαυτή αντίληψη του Ηράκλειτου. Ήδη στα αποσπάσματα αυτά, το στοιχείο όπου εντοπίζεται η κοινότητα μεταξύ των ανθρώπων συνίσταται στον λόγο.

Από την εποχή των ομηρικών επών, ο κοινός τόπος είναι η συνέλευση όπου οι πολεμιστές μοιράζονταν τόσο τα συλλογικά αγαθά, αποκτημένα μέσα σε λεηλασίες και πολέμους, όσο και το διάλογο. Αυτή η σχέση μεταξύ του κέντρου και του στοιχείου κοινότητας μεταφέρθηκε στην Αγορά, δηλαδή στην πλατεία της πόλης, τον χώρο των πολιτικών αποφάσεων. Οι κατηγορίες του δημοσίου διαλόγου, δείχνουν ακριβώς την πράξη της καθέλκυσης των λέξεων (κατά-) μέσα στη συνέλευση (αγορά) όπου θα υποβληθούν στη γενική κρίση. Ο βάρβαρος είναι λοιπόν αυτός που στέκεται εκτός των κατηγοριών, αυτός που μη έχοντας πρόσβαση στην αγορά, είναι αποκλεισμένος από τη δημόσια ζωή. Ξένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τραυλός για τη γλώσσα της πόλης, μένει να ενωθεί με τον εξωτερικό εχθρό. Η γυναίκα και ο σκλάβος, αυτοί που αποκλείστηκαν από το διάλογο (διάλογος δηλαδή τάξη, λόγος και νόμοι), αυτοί οι υπήκοοι της εσωτερικής αποικίας, αναπαριστούν δυο κατώτατα σκαλιά στην κλίμακα που καταλήγει στη χειρότερη βαναυσότητα που υπάρχει και αντιπροσωπεύεται από τον βάρβαρο, τον κατώτερο, τον εχθρό.

Η εξουσία των συνελεύσεων ανήκει σ αυτούς που γνωρίζουν την τέχνη της ρητορικής, τις τεχνικές για να καρπώνονται οι ίδιοι τις χάρες της πανίσχυρης θεάς Πειθούς. Όσο περισσότερο έχει κανείς τον χρόνο για να κερδίσει την εύνοιά της, τόσο περισσότερο μπορεί να εξασκήσει τη δύναμή της, επιβάλλοντας τον λόγο του ως κοινό λόγο, εκμηδενίζοντας τους υπόλοιπους λόγους ως ιδιωτικούς. «Η δύναμη των λόγων στο πνεύμα εκείνου που πείθει είναι σαν αυτή του αφέντη πάνω στον δούλο, με τη διαφορά ότι το πνεύμα υποπίπτει στη δουλεία όχι με την ισχύ αλλά με την μυστηριώδη πίεση που ασκείται στη συγκατάβασή του» έγραφε ο Πλάτων στον «Φίληβο», σκιαγραφώντας επιδέξια την κυρίαρχη δύναμη της γλώσσας. Όμως είναι σημαντικό, όχι μόνο να αναγνωρίζουμε ότι στην πολιτική ο διάλογος είναι ένα όπλο πολέμου, αλλά επίσης να ερευνούμε τη σχέση που συνδέει το όπλο αυτό με όλα τα υπόλοιπα. Μόνο ένας που έχει στην κατοχή του σκλάβους που εργάζονται γι αυτόν μπορεί να σκλαβώσει άλλους με τα λόγια του. Η δραστηριότητα των υποκειμένων έχει ήδη εξειδικευτεί από τη στιγμή που ένας ιεραρχικός και ανώτερος ρόλος αποδόθηκε στον κόσμο. Η διαίρεση μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, εν τω μεταξύ μετασχηματίζει τη δραστηριότητα των σκλάβων σε συσσώρευση αντικειμένων (κι έπειτα χρήματος και μηχανών) για τον αφέντη, ενδυναμώνοντας τον λόγο του τελευταίου. «Αυτή είναι η μοίρα της λογικής της γλώσσας, όταν η λέξη είναι όλο το νόημα, το κυρίαρχο νόημα δε χάνει στιγμή προκειμένου να οικειοποιηθεί όλες τις λέξεις» (G. Cesarano). Όμως η «μυστηριώδης πίεση» που εξασκείται στη συγκατάβαση του σκλάβου δε θα ήταν αρκετή αν η γλώσσα του σώματος δεν υποβαθμιζόταν στην εθιστική ορθολογικότητα της εργασίας. Είναι μέσα από την παραγωγή εργασίας που η οικονομία παρήγαγε τη δική της γλώσσα. Έτσι, καταλαβαίνει κανείς καλύτερα γιατί ο έλεγχος της γλώσσας των εκμεταλλευομένων ήταν πάντοτε μια προτεραιότητα των εκμεταλλευτών. Προκειμένου να διαμορφώσει αρχικά τη λογική του διαλόγου, κάθε εξουσία (εις βάρος της βαρβαρικής λογικής του σώματος) οφείλει να δώσει στους ανίσχυρους μια ολοένα και μειούμενη λογική. Το «Εγώ» που μιλάει είναι μια φιγούρα που αναπαριστά το σώμα του υποκειμένου (η σωματική πραγματικότητα είναι η πρώτη εργατική δύναμη) όπως το κράτος, ο φορέας του δημοσίου διαλόγου, αναπαριστά το σύνολο της κοινωνίας. Όσο αυξάνεται ο εσωτερικός διάλογος του υποκειμένου –η συνείδησή του– προσαρμόζεται στην κυρίαρχη γλώσσα, αυξάνεται η συγκατάβασή του, εξασφαλίζεται η υποταγή του. Με την έννοια αυτή, το κεφάλαιο, η νεκρή εργασία μιας ζωής περιορισμένης στην επιβίωση, είναι ο ίδιος ο «διάλογος», «η οργάνωση των μη-πραγματικών νοημάτων», η μηχανική λογική, το φανταστικό παιχνίδι της αναπαράστασης (G. Cesarano). Είναι αυτό που φέρνει τη γλώσσα που σβήνει τα πάθη να συνομιλήσει με τα πάθη.

Μια πτήση προς τα πίσω

Όμως ας επιστρέψουμε στους βαρβάρους που μας εξιστορούν τον πολιτισμό, αυτό το πεδίο του λόγου και της πολιτικής, καλύτερα απ’ τον καθένα. Αν η αποδοχή της σύλληψης του βάρβαρου φέρει μέσα της μια έννοια ιδεολογίας της προόδου (ο βάρβαρος είναι το αντίθετο της λογικής, επιστημονικής και δημοκρατικής κοινωνίας, είναι ένα τερατούργημα, μια σιωπηλή απειλή, ανορθολογική βία, προκατάληψη, πισωγύρισμα κλπ) υπάρχει μια ολόκληρη πνευματική παράδοση για την οποία οι βάρβαροι είναι πιο σπουδαία όντα από τους πολιτισμένους καθώς είναι πιο κοντά στη φύση. Από τον Πολύβιο στον Cioran, μέσω του Τάκιτου και του Giuccardini, του Μακιαβέλι και του Μοντεσκιέ, του Ρουσσώ και του Leopardi μπορεί κανείς να εξοικειωθεί με την ιδέα ότι η παρόρμηση, αποσταγμένη περίτεχνα από τη φύση, είναι που ωθεί τον άνθρωπο προς τη γενναία δράση, ενώ η λογική, το προϊόν του πολιτισμού, τους κάνει υπολογιστές, κλεισμένους στον εαυτό τους, αιώνιους απορημένους. Ο Leopardi είπε ότι ένας λαός που θα αποτελούνταν μόνο από φιλοσόφους θα ήταν ο πιο δειλός και ανίκανος απ’ όλους, επειδή ακριβώς θα ήταν ο πιο πολιτισμένος. Η πτώση της Ρώμης και η «ελληνιστική παρακμή» χρησιμοποιούνται από τον Μοντεσκιέ σαν παραδείγματα γι αυτό το σκεπτικό. Από τους Γερμανούς του Τάκιτου και τους σύγχρονους Ούννους του Cioran, το συνδετικό νήμα αυτής της παράδοσης είναι η σύνδεση μεταξύ της κατάφασης του σώματος, της εύνοιας της φαντασίας, της γενναίας αρετής και της επιθυμίας για δράση. Πολύ συχνά, όταν έχουμε να κάνουμε με αυτή τη σύλληψη της ιστορίας, ο χρόνος του πολιτισμού επαναλαμβάνεται με έναν κυκλικό τρόπο, λόγω μιας υπερβολής (κι όχι μιας έλλειψης) πολιτισμού, γεννιούνται οι βάρβαροι, αυτή η καταιγίδα που στέλνει τον πολιτισμό στα σκουπίδια, κι ο χρόνος ξεκινά πάλι απ’ την αρχή.

Η ανάπτυξη ενός πολιτισμού μπορεί να συγκριθεί με αυτήν ενός ζωντανού οργανισμού, όπου η παιδική ηλικία ακολουθείται από την ωριμότητα κι έπειτα τα γηρατειά και το θάνατο, στάδια που χαρακτηρίζονται από μια διαφορετική ζωτικότητα των παθών και της ευελιξίας. Η γλώσσα η ίδια αποτελεί μάρτυρα των διαφόρων σταδίων της ζωτικότητας μιας κουλτούρας (δεν είναι τυχαίο που γίνεται λόγος για βαρβαρισμούς της γλώσσας).

Αν η κριτική της προοδευτικής αντίληψης του πολιτισμού έχει οδηγηθεί στο μεγαλύτερο μέρος της από μια αντιδραστική κοσμοθεωρία (όπως για παράδειγμα οι Spengler και Schmitt), με μια πλειονότητα από βιολογικές και ιεραρχικές μεταφορές για έναν αγώνα για επιβίωση, οι επιθέσεις στην ιδεολογία της προόδου στο όνομα ενός άλλου διαφωτισμού δεν είναι ολότελα απούσες (για παράδειγμα στον Sorel και στον Adorno), ή παρμένες κατευθείαν από τους έλληνες όπως στον ίδιο τον Leopardi, στον Holderlin, στον Burkhardt και στον Νίτσε. Ή ακόμα, ιδωμένες μέσα από μια καλλιτεχνική τεχνογνωσία που καταστράφηκε κάτω από το βάρος της μηχανοποιημένης εργασίας (όπως για παράδειγμα στον William Morris).

Μηδενισμός ή βαρβαρότητα: ο δαίμονας της αναλογίας

Η περίπτωση του Leopardi είναι εξαιρετικής σημασίας. Σ αυτόν βρίσκουμε μια ελληνο-γεννή θέαση της ιστορίας (τα πάντα επαναλαμβάνονται, αν και δε γνωρίζουμε με σιγουριά σε ποιο σημείο της επανάληψης βρισκόμαστε), ένα έργο αποκάλυψης – υλιστικά αλλά όχι διαλεκτικά – των κυρίαρχων πολιτικών και θρησκευτικών ψεμάτων (με τον δικό του τρόπο, αν θέλετε, αλήθειας) και μια ριζοσπαστική κατάφαση στη ζωτική παρόρμηση την οποία έχει συντρίψει η σύγχρονη επιστήμη μαζί με τις άλλες εκδηλώσεις της υπολογιστικής λογικής. Η έννοια του βαρβάρου γίνεται δεκτή με αμφιθυμία. Δηλώνει πως ο πολιτισμός θα βρισκόταν στο ψηλότερο στάδιο της ανάπτυξής του (καθώς δεν είναι ο ύπνος, αλλά μάλλον η απολυταρχική αγρύπνια της λογικής που γεννά τέρατα), ότι η ζωτικότητα και η φυσική δύναμη που δεν έχει διαβρωθεί από τον μακάβριο εκλεπτυσμό του πολιτισμένου, είναι τελικά δεκτικές στο θαυμαστό και στο ενάρετο. Η αντίληψή του για τη βαρβαρότητα, ανάγεται στην νιτσεϊκή σύλληψη του μηδενισμού, που καταδεικνύει ταυτόχρονα έναν εχθρό και μια αναγκαιότητα, τυπική χριστιανική απογοήτευση μπροστά στην αντιπαράθεση μεταξύ της ζωής και του τραγικού, και του δημιουργού εκ του μηδενός, των κατεστημένων αξιών. Αυτά τα μυστικά παιχνιδίσματα του δαίμονα των αναλογιών δε θα ‘πρεπε να μας εκπλήσσουν. Μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι τόσο ο μηδενισμός όσο και η βαρβαρότητα είναι δυο λέξεις που συχνά εναλλάσσονται τόσο στα στόματα των συντηρητικών όσο και των επαναστατών. Πόσες φορές άραγε το κράτος και το κεφάλαιο περιγράφηκαν ως μηδενιστικά; Και μήπως δεν μπορούν αυτά, τα δυο τέρατα των απαγορεύσεων, να αρνηθούν όλες τις αξίες; Υποταγή, ανταγωνισμός, ρεαλιστική παραίτηση, ιδιόρρυθμη μοιρολατρία, μπορεί κανείς να πει ότι δεν είναι αξίες; Με τον ίδιο τρόπο, αυτό που περνιέται για βαρβαρότητα δεν είναι μόνο η φρενήρης καθημερινότητα του πολιτισμού αυτού, η αναστροφή των ονείρων της, εγκλωβισμένων σε ψυχοφάρμακα και ηλεκτρονικά ναρκωτικά. Από την άλλη, τι υπάρχει πέρα από τον σημερινό πολιτισμό της εξουσίας και της αγοράς; Η βαρβαρότητα είναι, πολύ συχνά, κάτι με το οποίο δεν είμαστε εξοικειωμένοι, και γι αυτόν το λόγο φαίνεται εχθρικό προς εμάς.

Γύρω από τέσσερις γωνίες

Ίσως η αμφιλεγόμενη έννοια του βαρβάρου είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, πρώτα απ’ όλα αν θέλει κανείς να διατηρήσει αυτή την ενστικτώδη ευαισθησία απέναντι στην κοινωνική αναταραχή που φλέγεται κάτω από τις δικαστικές, γραφειοκρατικές κι εμπορικές αρχές μιας εποχής, δηλαδή αν θέλει κανείς να κατανοήσει ποιες είναι οι δυνάμεις που ασκούνται στο πεδίο.

Αν ο βάρβαρος είναι ένα ον στερημένο από Λόγο, είναι η φύση του Λόγου που πρέπει να αποσαφηνίσει τι σημαίνει η έλλειψή της. Για τον Λόγο, η καταπιεστική αρχή και η ανθρώπινη δυνατότητα μπερδεύονται, γίνονται ταυτόχρονα λογική, διάλογος, νόμος και κοινότητα. Η κριτική της προοδευτικής ιδεολογίας δεν μπορεί να συνίσταται σε μια κοινότυπη αντιστροφή των αξιών (για την οποία όλα όσα μοιάζουν να αντιτίθενται στον πολιτισμό γίνονται μια θετική θέση) μιας και το μόνο που κάνουμε έτσι είναι να μετατοπίζουμε το πρόβλημα στην προσέγγιση των υπόλοιπων όψεών του.

Είναι πιο αποτελεσματικό να γνωρίζουμε πώς να ξεχωρίζουμε αυτό που είναι υπερ-πολιτισμένο από αυτό που είναι απο-πολιτισμένο. Υπερ-πολιτισμός είναι η συμπλήρωση (με τη διπλή έννοια της πραγμάτωσης και της κατάληξης) του πολιτισμού, η ολοκληρωτική ανάδειξη της τεχνικής εξουσίας του. Η «βαρβαρότητα» ενός κόσμου που περνάει από το κυνήγι των «διασκεδάσεων» στο τρέξιμο πίσω από τις μάζες, από τις οικιακές συσκευές στην καταστροφή. Ο απο-πολιτισμός αντίθετα, είναι όλη εκείνη η υλική και πνευματική αυτονομία που μπορούν να πραγματώσουν τα άτομα δραπετεύοντας από αυτήν την ρομποτ-ο-ποιημένη κοινωνία: μια αναρχία των παθών που γκρεμίζει την εξημέρωση. Το ότι ένα ποτάμι είναι ελεύθερο από τσιμεντένια φράγματα και μόνον, δε σημαίνει ότι δε θα αφήσει τον εαυτό του να παρασυρθεί από τυχόν βράχους που θα βρεθούν στο δρόμο του, οδηγώντας τα νερά του σε ρεύματα που δεν είναι τα δικά του. Όμως δε θα γίνει ποτέ του μια τεχνητή λιμνούλα. Για να γυρίσουμε πάλι στο Λόγο, η σιωπή εκείνου που δεν έχει πια λόγια γιατί η ηλεκτρονική αλλοτρίωση του τα έχει στερήσει είναι υπερ-πολιτισμός. Όταν όμως νιώθει κανείς έναν πλούτο μέσα του που δεν μπορεί να παγιδευτεί σε λέξεις είναι από-πολιτισμός. Η διαταραχή ενός που δεν μπορεί να δεχτεί πια εντολές είναι από-πολιτισμός. Η διαταραχή που επιβαρύνει αυτόν που τις διεξάγει με τόσο ζήλο είναι υπερ-πολιτισμός. Είναι σαν δυο αντίρροποι δρόμοι για να διασχίσει κανείς την μιζέρια, δυο διαφορετικές μορφές της Ύβρης, κατά τους αρχαίους έλληνες. Μια κοινωνία ξεχωρίζει πάνω απ’ όλα, από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την έπαρση, την τρομερή υποτίμηση απέναντί της.

Ο υπερ-πολιτισμός, τον οποίον ο πολιτισμός αποκαλεί βαρβαρότητα με σκοπό να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είναι την ίδια στιγμή μια ριζική απομάκρυνση από τη φύση και το βάλτωμα μιας ορθολογικότητας που προβάλλεται μόνο για να δημιουργήσει ολοένα και πιο ξέφρενη παράνοια. Ο Λόγος στην υπηρεσία της εξουσίας σημαίνει την σύμπτωση της λογικής και των νόμων, κατά συνέπεια καθορίζει την υποταγή ως λογική. Ο διάλογος έχει επεκτείνει την θανάσιμη ανάσα του σε οτιδήποτε δεν μιλάει τη γλώσσα του. Έχει λειάνει τις αντιθέσεις, ώστε να επιστρέψει τελικά στον μονόλογο, μόνο με την τρομερή σιωπή των τεχνικών.

Η «απόλυτη πειθώ» της τεχνολογική γλώσσας δεν είναι τίποτα παραπάνω από το επίπεδο προσγείωσης μιας κουλτούρας που έχει εξορίσει για πάντα τους δικούς της βαρβάρους, καθιστώντας έτσι τον καθένα έναν βάρβαρο για τον άλλον. Οι κάτοχοι της τεχνικής γνώσης, απαραίτητοι στην εξουσιαστική διαχείριση της κοινωνίας, αναζητούν τις στρατηγικές για να οχυρωθούν όλο και περισσότερο απέναντι στις μάζες των «νομάδων», των ξένων εντός κι εκτός τειχών, που υποφέρουν την νέα γλώσσα τους χωρίς να την καταλαβαίνουν. Ο διάλογος έχει κερδίσει, μιας και όλοι παραμένουν σιωπηλοί, ή απλώς επαναλαμβάνουν τις 100 λέξεις που γνωρίζουν, ανάμεσα στις οποίες πιο συχνά απαντούν οι: τέλειο, σούπερ, μηδέν και φοβερό. Μέσα από τα λογότυπα της αγοράς και της στιγμιαίας απόλαυσης, ο πολιτισμένος συνθηκολογεί εις βάρος των τεράτων που πολιορκούν την πόλη, απευθύνοντάς τους εκκλήσεις για ειρήνη και παροχή εκπαίδευσης. Όμως η Πόλις έχει κομματιαστεί, και η Πειθώ έχει έναν άσσο στο μανίκι της.

Όπως ακριβώς η τεχνο-γραφειοκρατία μειώνει την ολότητα της κοινωνικής ζωής σε διεκδικήσεις προς την οικονομική και κυβερνητική ανόργανη δομή, ορίζοντας οτιδήποτε μπαίνει στο διάβα της ως βάρβαρο, με τον ίδιο τρόπο αποσπασματικές και μηχανικές αιτιολογήσεις από κοινού με τους τεχνολογικούς περιορισμούς εκμηδενίζουν τις ανεξημέρωτες παρορμήσεις και φωνές που ακόμα κατοικούν την κοινωνική ζωή, όπως οι βάρβαροι. Και πρόκειται στ αλήθεια για βαρβάρους, που δεν βλέπουν την ώρα να λευτερωθούν. Καμία επίκληση στην ηρεμία δεν τους καθηλώνει πια.

Εκεί όπου δεν υπάρχει κοινή γλώσσα, δεν υπάρχει κοινότητα, όπως και, αντιστρόφως, όταν εξαφανίζεται το κοινό έδαφος, δεν μπορεί πια να υπάρξει γλώσσα. Η πιο σημαντική και η πιο εξόφθαλμη συνέπεια μιας τέτοιας συνθήκης, είναι η αδυναμία επίτευξης μιας συμφωνίας. Ο Αφέντης Διάλογος δεν είναι πλέον ευπρόσδεκτος. Μια σύγκρουση χωρίς πρωτόκολλα ή κανόνες γίνεται μονόδρομος, και το πλαίσιο που θα πάρει είναι αυτό του εμφυλίου πολέμου.

Εμφύλιος Πόλεμος

Το μόνο πράγμα που έχει ο πολιτισμένος να αντιπροτείνει στον πόλεμο είναι η ιδεολογία του διαλόγου και της ειρηνικής επίλυσης των συγκρούσεων. Όμως προκειμένου να συμμετάσχει κανείς σε έναν διάλογο, έχει ανάγκη από κοινές αξίες, όπως ακριβώς για να έχει κανείς κοινές αξίες με κάποιον άλλον πρέπει να μοιράζονται και μια σειρά από χώρους και πρακτικές. Ποια είναι όμως η ηθική σήμερα, αν κάποιος κοιτάξει πέρα από εκεί που γεννιέται και πεθαίνει ο κοινωνικός ιστός, πέρα από την λεγόμενη πολιτική; Μιλούν για υποτιθέμενες παγκόσμιες αξίες την ίδια ακριβώς στιγμή της εξαφάνισής τους.

Τα ανθρώπινα και αστικά δικαιώματα που στόχευαν να κατευνάσουν ολόκληρη την κοινωνία δεν μπορούν να κατευνάσουν πια κανέναν. Η ιδεολογία των δυο μπλοκ που ανταγωνίζονται για τον παγκόσμιο έλεγχο και τις ελπίδες των υποκειμένων έχει καταρρεύσει μαζί με αυτήν του να ανήκεις σε μια εργατική τάξη ικανή να πάρει την εξουσία («κοινωνικά» αν όχι πολιτικά) και να αναδιοργανώσει τον κόσμο. Οι βεβαιότητες για το μέλλον που προσέφερε η επιστήμη δεν μπορούν πια να ζεσταίνουν τις άτολμες καρδιές που άφησε ορφανές η θρησκεία. Όλα αυτά τελειώσανε.

Παραμένει η εκμετάλλευση, αλλά η «κοινότητα» που δημιουργείται με σκοπό να συσπειρώσει τους εκμεταλλευόμενος –ή έστω τις εικόνες τους- εκρήγνυται. Η παραγωγή, χάρη στην ηλεκτρονική τεχνολογία, εξατομικεύεται σε δομές ολοένα και πιο περιφερειακές και απλώνεται στο πεδίο, με τον ίδιο τρόπο που οι ταυτότητες των μισθωτών εργαζομένων εξατομικεύονται, προσδένονται στην ανταγωνιστικότητα και στην περηφάνια για κείνο το εξαφανισμένο πλέον ταλέντο, του «μάστορα».

Η μνήμη εξαϋλώνεται μπροστά στο διαρκές παρόν που κατασκευάζεται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (μόνο ότι υπάρχει στις ειδήσεις μετράει, τα υπόλοιπα απλά δεν υπάρχουν). Η ανθρώπινη επικοινωνία, με την έννοια της κοινής δέσμευσης, περιορίζεται κατά συνέπεια στην αναπαραγωγή της φτώχιας που ονομάζεται κουλτούρα, και καθημερινά ρηχαίνει. Η τεχνολογία, αφομοιώνοντας την επιστημονική αμφισβήτηση προς όφελός της, καθιστά την προγραμματική αβεβαιότητα την ίδια την νέα ιδεολογία –ικανή να δικαιολογήσει κάθε μανία ελέγχου στον πλανήτη και στα είδη του. «Για όσο κρατήσει», αυτό είναι το μότο των ισχυρών. Και η ύπαρξη των εκμεταλλευομένων είναι περισσότερο κάτι που υπομένει κανείς παρά κάτι που πραγματικά ζει. Από το σχολείο στη δουλειά, από την οικογένεια στο εμπορικό κέντρο, μόνο μια ικανότητα απαιτείται: αυτή του να προσαρμόζεσαι. Πρόκειται περί εμφυλίου πολέμου: μια συμβίωση χωρίς κοινές αξίες, χωρίς ασφάλεια για το μέλλον, με τρόπο που να ενοποιεί τα απομονωμένα άτομα μέσα στον ίδιο το διαχωρισμό τους.

Και φυσικά και υπάρχει πόλεμος, δεν είναι ανάγκη να κηρυχθεί –όπως δείχνει η πρόσφατη στρατιωτική παρέμβαση στα Βαλκάνια- προκειμένου να τονιστεί η διάκριση μεταξύ «καιρών ειρήνης» και «καιρών πολέμου» με τυπικές χειρονομίες. Ο διαρκής πόλεμος φέρνει νέες κοινωνικές σχέσεις σε διεθνές επίπεδο, όπως η παλιά διπλωματία της κυριαρχίας των κυβερνήσεων επέκτεινε τα σύνορα και τις συμφωνίες μεταξύ του κράτους και των αντιπροσώπων των εκμεταλλευομένων του πέρα από αυτό. Οι συγκρούσεις δεν διεξάγονται πλέον ανάμεσα σε εθνικές ολιγαρχίες, αλλά ανάμεσα σε οικονομικές ή μαφιόζικες ομάδες (δυο θεμελιώδεις μορφές συσσώρευσης χρήματος που συχνά εναλλάσσονται μεταξύ τους) που ξεπερνούν τα σύνορα και τα κρατικά μορφώματα και για τις οποίες η βίαια εξατομίκευση των κοινωνιών παρέχει άφθονη και ευμετάβλητη εργασία. Επιχειρηματίας ή γκάνγκστερ, αυτοί είναι οι δυο τρόποι οργάνωσης σε οικονομικά συμφέροντα, η μόνη διαφορά τους είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση ο δρόμος για τον πλουτισμό είναι πιο αποδοτικός και πιο σύντομος.

Όμως αυτή η διαμάχη που δεν μπορεί πια να σπρωχτεί στο μέλλον, διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία και τα υποκείμενά της. Η σύγκρουση ακονίζεται ανάμεσα στην κατεστημένη τάξη –την τελειοποιημένη γκιλοτίνα του πολιτισμού- και την βάναυση κατάρρευση των σχέσεων υπό το βάρος των περιορισμών. Ταυτόχρονα, η ένταση ανάμεσα στην αυθόρμητη δραστηριότητα του ανθρώπινου οργανισμού και την κυριαρχία του εξωτερικού αισθητηριακού χαρακτήρα της μηχανοποιημένης σύγχρονης δραστηριότητας επιδεινώνεται. Η αυθαίρετη οργάνωση του λόγου εμπλέκεται σε μια μάχη άνευ προηγουμένου με τις πιο βαθιές παρορμήσεις του υποκειμένου. Το τέλμα που τα λογότυπα τείνουν να ανακτήσουν, οι εικόνες με τις οποίες ο Freud συμβόλιζε την εκπολιτιστική δράση του Εγώ του υποσυνείδητου, αποκαλύπτεται στον μεγαλύτερο και πιο ομιχλώδη βαθμό από ποτέ. Ο ταξικός αγώνας επεκτείνεται σε τρομαχτικά νέα πεδία.

Είναι ένα ζήτημα έντασης, είναι προφανές. Δεν είναι πάντοτε ομοιόμορφο όμως. Εδώ ο εμφύλιος πόλεμος κοχλάζει, αλλού ξεσπά σαν ηφαίστειο. Αυτό το αλλού όμως είναι δίπλα μας. Όπως για παράδειγμα στην πρώην Γουγκοσλαβία.

Οι εθνικισμοί, και οι εθνικές και θρησκευτικές διεκδικήσεις είναι η εξουσιαστική και ιεραρχική απάντηση στην κατάρρευση των αξιών, το αποτέλεσμα της παρακμής των παλιών κοινοτικών δυνάμεων. Οι κάθε είδους αυταρχισμοί, είναι πρώτα απ’ όλα κοινοτικές ιδεολογίες, που προσπαθούν να αποκαταστήσουν την χαμένη ταυτότητα του λόγου (της γλώσσας, των νόμων, της τάξης) ενώ ο κοινός τόπος συρρικνώνεται. Έχουν να κάνουν με την υπερ-πολιτισμένη αντίδραση στην εικονική κοινότητα που βρίσκεται παντού, υποκαθιστώντας την πραγματική αμοιβαιότητα μεταξύ των υποκειμένων. Τα εργαλεία του πολιτισμού –η τεχνολογική «ευημερία», ο δημοκρατικός διάλογος, η κοινοβουλευτική νομιμότητα, ο ανθρωπιστικός κι εμπορευματικός κοσμοπολιτισμός- είναι παντελώς ανίκανα απέναντί τους, καθώς είναι μέρος του ίδιου προβλήματος.

Να καταστρέψουμε τα πάντα για να ξαναφτιάξουμε τα πάντα

Ο καπιταλισμός, στην ιστορική ανάπτυξή του, ενοποίησε τους εκμεταλλευόμενους μέσα από την εργασία και την αλλοτρίωσή τους, ορίζοντάς τους ως μια προγραμματισμένη τάξη, προγραμματισμένη πολιτικά και κοινωνικά. Οι αγώνες των μη-προνομιούχων βρέθηκαν να συνδέονται (μέσα από τους χώρους, τα όργανα, την ταξική συνείδησή τους) με την παλιά δομή του κεφαλαίου. Η αντίληψη ότι οι εργαζόμενοι «μπορούν να καταστρέψουν τα πάντα επειδή μπορούν να ξαναφτιάξουν τα πάντα» ανταποκρινόταν σ αυτή την ορισμένη δυνατότητα αναδιοργάνωσης της κοινωνίας χωρίς τη λειτουργία των αφεντικών. Δεν έχει τόσο ενδιαφέρον να διεισδύσουμε στο ποιες ιδεολογίες (ντετερμινισμός, παραγωγικισμός, ρεφορμισμός, επιστημονισμός κλπ) παρήγαγαν αυτήν τη συνθήκη, ούτε σε ποιες μορφές αυτό-οργάνωσης των εκμεταλλευομένων (εργατικά συμβούλια, αγροτικές κολλεκτίβες κλπ) είχε ήδη ζωογονηθεί. Αυτό που αξίζει να σημειώσουμε είναι ότι ένα ολόκληρο σχέδιο χειραφέτησης, τόσο στις γραφειοκρατικές και εξουσιαστικές διαστρεβλώσεις του όσο και στην ελευθεριακή αυθεντία του, βασίστηκε στη συνθήκη αυτή. Κι αυτό είναι ένα μέρος του οράματος της μελλοντικής κοινωνίας, και των μεθόδων αγώνα (συνδικαλιστική δράση, γενικές απεργίες ως προϋπόθεση της εξέγερσης, το ένοπλο κόμμα κλπ) για την καταστροφή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σήμερα, όλα αυτά έχουν τελειώσει, το ίδιο και οι ψευδαισθήσεις τους.

Το πρόβλημα, όπως είθισται να λέγεται, είναι σύνθετο. Δέχεται επίθεση και από τις δυο πλευρές του κοινωνικού οδοφράγματος: από την πλευρά του κεφαλαίου που επεκτείνεται σε κάθε κοινωνική σχέση και τείνει να αξιολογήσει ολόκληρη την καθημερινή ζωή των εκμεταλλευομένων, κι από την μεριά των επικίνδυνων τάξεων που δεν έχουν πλέον πολιτικά ή συνδικαλιστικά προγράμματα. Σχετικά με αυτές τις πρώτες σκέψεις, θα αρκούσε να πούμε ότι οι τόποι παραγωγής δεν περιέχουν πλέον κάποια αντίσταση στο κεφάλαιο, το οποίο γίνεται άμεσα κοινωνικό. Αν αυτό καθιστά την καθημερινή ζωή το κατ’ εξοχή πεδίο του κοινωνικού πολέμου, και κατά συνέπεια μπορεί να αυξήσει τη γνώση ότι καμιά από αυτές τις κοινωνικές σχέσεις δεν αξίζει διάσωσης, η άμεση συνέπεια είναι η εξαφάνιση της πρακτικής ενοποίησης-τα λογότυπα της τάξης-κάτω από τα πόδια των εκμεταλλευομένων. Που να βρούμε κι από πού να ξεκινήσουμε μια τέτοια αλλαγή; Θα παίξουν άραγε οι απομονωμένες ταραχές το ρόλο που έπαιζαν οι παλιές άγριες απεργίες, οπουδήποτε η τραυματισμένη ζωή εκρήγνυται; Όμως, πως μπορούν οι εξεγέρσεις να συνδιαλέγονται από απόσταση, ώστε να κλέβουν πίσω όσο περισσότερο χρόνο και χώρο μπορούν, όταν η αναπόφευκτη θεσμοποίηση τις περιμένει στη γωνιά;

Χωρίς άμεσες σχέσεις δεν υπάρχει επικοινωνία, χωρίς επικοινωνία δεν υπάρχει κοινωνικό όνειρο. Με την έννοια αυτή, υπάρχουν όλο και περισσότεροι βάρβαροι στον κόσμο.

Όμως μόνο μ αυτή την έννοια. Η αυθεντική κοινότητα βασίζεται στην αυτονομία των υποκειμένων, στην κοινότητα της διαφοράς, όπου ο καθένας θέλει να γνωρίζει τις σκέψεις του άλλου ως σκέψεις διαφορετικές από τις δικές του. Είναι το συναίσθημα ότι δεν υπάρχει ένας και μόνος παγκόσμιος λόγος, που ωθεί τους ανθρώπους να επικοινωνήσουν, να πλουτίσουν με το παιχνίδι της οικειότητας και την οξύνοια της γλώσσας τους. Μια γλώσσα νεκρώνεται όταν οι σκέψεις, τώρα πια όλες απελπιστικά όμοιες, δεν αξίζουν πια να επικοινωνηθούν, όταν χάνουν τα όνειρα που έθρεφαν την ποίησή τους. Μόνο μια διαφορετική και μοναδική ζωή δίνει πνοή σε διαφορετικές σκέψη.

Στις απολίτιστες καρδιές και μυαλά

Η ζωτικότητα βρίσκεται σήμερα εκεί που οι συνθήκες του πολιτισμού βραχυκυκλώνονται. Οι «βάρβαροι» του τεχνοκρατικού λόγου καταστρέφουν τις μεγάλες ψευδαισθήσεις, τις διαχρονικές δυνάμεις της σύγχυσης, επιτιθέμενοι στην ίδια την πηγή της ζωής. Όμως οι ψευδαισθήσεις που ωθούν στα ξεσπάσματα του πάθους γεννιούνται σε μεγάλο βαθμό εκεί όπου οι άνθρωποι διατηρούν το ένστικτο της αγέλης, που το μοναχικό πλήθος έχει τροποποιήσει. Για το λόγο αυτό, ο εθνικισμός κι ο αυταρχισμός προσφέρουν δυο ψευδείς λύσεις παίρνοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια από το χέρι, με μια μείξη εξαγνιστικών ιδανικών, τελετουργικών επανάκαμψης και χιλιαστικών προσμονών. Τι υπάρχει στη σημασία των εθνικών και θρησκευτικών συγκρούσεων που δημιουργεί τεχνητούς εχθρούς απομονώνοντας καθ αυτόν τον τρόπο κάθε διαμαρτυρία ενάντια στην κατεστημένη τάξη; Η διαφορετικότητα του μετανάστη, εκείνου που ανήκει σε μια άλλη εθνικότητα, είναι ορατή και κατανοητή, αντίθετα με τη διαφορετικότητα των εκμεταλλευόμενων, οι οποίοι δεν έχουν έθνος. Στα υπερσύγχρονα φρούριά όπου βρίσκονται κλεισμένοι, μιλάνε μία και μόνη εσπεράντο (παγκόσμια γλώσσα): αυτή της αγοράς. Εν τούτοις, αναζωπυρώνεται ο παλιός ζήλος της πίστης. Αν είναι απαραίτητο, η νέα προπαγάνδα θα υψώσει ακόμα και τα παλιά πατριωτικά και θεϊκά λάβαρα για να συνεχίσει τον μονόλογό της, εξολοθρεύοντας τους απείθαρχους και πολυπληθείς εκμεταλλευομένους. Στο όνομα του πολιτισμού φυσικά. Όμως οι ψευδαισθήσεις είναι πάντοτε προ των πυλών των βαρβάρων, αυτών που πιο άγρια απ’ όλους μετασχηματίζουν τη βία με την οποία αποκλείστηκαν.

Ολοένα και περισσότερα, από μια τέτοια συνθήκη εμφυλίου πολέμου –που δεν είναι τόσο εκείνο το «όλοι εναντίον όλων» όσο ένα «όλοι εναντίον ενός αμετάβλητο κι ενιαίου όλου»- υπάρχουν μόνο δυο πιθανές διέξοδοι: είτε οι εθνικοί και μαφιόζικοι πόλεμοι, είτε η κοινωνική θύελλα του ταξικού πολέμου. Το εθνικιστικό ή θρησκευτικό ψέμα, σε κάποιες περιοχές επιμελώς προκατασκευασμένο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είναι μόνο το τελευταίο χαρτί που μπορεί να παίξει η κυριαρχία εν όψει του κινδύνου που αποτελεί γι αυτήν μια γενικευμένη εξέγερση. Στην πραγματικότητα, αντίθετα με το ντετερμινιστικό παραμύθι του «τέλους της ιστορίας», ή με ολόκληρο τον ρεφορμισμό των επαναστατών που συμβαδίζουν με την εποχή τους, η δυνατότητες για μια γενικευμένη λαϊκή εξέγερση δεν περιμένουν γι αφορμές για να ξεσπάσουν. Τα πρόσφατα παραδείγματα, ακόμα και δυο μέτρα απ’ την πόρτα μας, δε λείπουν.

Μπροστά στο αίσθημα αποκλεισμού που βιώνουν πολλά υποκείμενα βαδίζοντας προς μια εμπορευματική τυποποίηση που ωθεί τον καθένα να ονειρεύεται το ίδιο -κενό ζωής- όνειρο, ο ανθρωπιστικός κοσμοπολιτισμός είναι τόσο ψεύτικος όσο και η «διαφορετικότητα» -ιεραρχική και διαταξική- της νέας δεξιάς. Οι πραγματικές διαφορές βρίσκουν την κατάφασή τους (πολύ πέρα από τους πολιτιστικούς και γλωσσικούς περιορισμούς) μόνο στο ελεύθερο και αμοιβαίο παιχνίδι της ιδιομορφίας. Η αυθεντική ισότητα (αντίθετα με την νομική) είναι το μοίρασμα αυτών που έχουμε κοινά: του γεγονότος ότι είμαστε όλοι διαφορετικοί. Μια κοινότητα μοναδικών υποκειμένων χωρίς κράτος ή τάξεις, χωρίς χρήμα: αυτή είναι η ουτοπία των απολίτιστων καρδιών και μυαλών. Μια ουτοπία που, όπως κάθε κατάκτηση του φανταστικού, θα γεννηθεί μόνο μέσα από την καταστροφή και τη βρωμιά.

Ο άνεμος που λιώνει τους πάγους

Να ξαναπάρουμε την εκδοχή που θέλει τους Βάρβαρους, ως τους άνδρες και τις γυναίκες που βρίσκονται πιο κοντά στον κομμουνισμό σήμερα, δε θα τιμούσε την ισχυρή διαίσθηση που είχαν οι αναρχικοί όπως ο Coeurderoy και ο Dejaque τον προπερασμένο αιώνα, θα ήταν βασικά ένας εφησυχασμός, μια επιστροφή στην ιδεολογία της προόδου. Ο πολιτισμός είναι σάπιος, το ξεπέρασμά του έτοιμο να εκκολαφθεί – ένας τέτοιος ντετερμινισμός θα μας έκανε να πάρουμε τη σπίθα για πυρκαγιά, χωρίς όμως να γίνουμε πιο αποφασισμένοι. Ίσως όμως δεν είναι αυτό το θέμα. Δεν είμαστε υπέρμαχοι μιας διεύρυνσης της δημοκρατίας, ούτε των νομοθετικών και ρεφορμιστικών διεκδικήσεων, αυτό είναι σίγουρο. Προσβλέπουμε στην ελεύθερη συμφωνία της άναρχης κίνησης των κοινωνικών δυνάμεων, στις βαρβαρικές επιθέσεις ενάντια σε κάθε εξημέρωση. Και ακόμα. Μήπως δεν είμαστε τελικά, οι τελευταίοι των πολιτισμένων ανθρώπων, με τις αξίες μας, διαφορετικές, ατομικές, αλλά πάντοτε αξίες; Δεν είναι η αναζήτηση επικίνδυνων αρετών, για μας, η πηγή του θαυμαστού;

Είναι άχρηστο να κρύβουμε από τον εαυτό μας ότι οι κοινωνικές εκρήξεις φοβίζουν τους πάντες, ακόμα και τους ανατρεπτικούς. Φοβίζουν ακόμα κι εμάς. Πρώτα απ’ όλα, όταν δεν υπάρχουν οι προσδοκίες για μια διαφορετική ζωή, όταν οι λαϊκές εξεγέρσεις αναμειγνύονται με τους χειρότερους ψευδο-κοινοτικές ιδεολογίες, ή με τα αποσυνδεδεμένα ξεσπάσματα μιας καταρρέουσας κοινωνίας. Η flip-side (κάτω πλευρά των παλιών δίσκων) του υπολογιστικού λόγου, βρίσκεται στα συλλογικά όνειρα που στην πραγματικότητα οι λυτρωτικοί μύθοι της αυτοθυσίας και αυτοκαταστροφής κρατούν συγκαλυμμένα. Η «απελευθέρωση των ηθών» αφού κατάφερε να εκμοντερνίσει την ηθική, επαφίεται πλέον άμεσα στην τεχνολογία, αυτήν την εξουσία ορισμού του καλού και του κακού, ελέγχου της συνείδησης.

Όλα αυτά, δεν μας κάνουν σίγουρα να θρηνούμε τα παλιά πολιτικά προγράμματα και τους ορθοπεδικούς του πολιτισμού τους, που φιλοδοξούν να αποφύγουν τη βία με έναν και μόνο τρόπο: τη θεσμοποίησή της. Αυτό όμως δε συνεπάγεται πως μπορούμε να στηριχτούμε σε απόκρυφες βεβαιότητες αναγέννησης. Δεν μπορούμε να κάνουμε σημαία μας την παρακμή. Το Κεφάλαιο -και όχι οι επαναστάτες- έχει καταλύσει κάθε σύμβαση, οδηγώντας κάθε σπουδαία απελευθερωτική δυνατότητα και κάθε αξιοθρήνητη συγκεντρωτική ψευδαίσθηση στον ίδιο τάφο. Όπως λέει και η τρομοκρατία της προόδου, ότι έγινε, έγινε -δε γυρίζει πίσω. Όμως ακόμα και να γυρίζαμε πίσω, δια μέσου της απονεκρωμένης πορείας της ανόητης παραγωγής εμπορευμάτων και της εξάρτησης από αυτά, θα ήταν απαραίτητο να βρούμε το σωστό μονοπάτι. Κι έπειτα τι;

Αυτό που λείπει σήμερα, είναι ικανοί σχεδιασμοί, ιδέες και μέθοδοι, για τις νέες συνθήκες της σύγκρουσης. Ίσως όμως πάνω απ’ όλα, λείπει εκείνη η αίσθηση της περιφρόνησης, που είναι ηθική ποιότητα και όνειρο μαζί, το μεγάλο πάθος για τον ελεύθερο διάλογο και την αποφασιστική δράση.

Εάν από την μια πλευρά, δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι η Ιστορία (ή η Άγρια Φύση) δρα υπέρ της, από την άλλη δεν γίνεται ορατό στον ορίζοντα παρά το κοινωνικό πάγωμα που διαπερνά ο πανίσχυρος άνεμος που λιώνει τους πάγους.

Ένας ψίθυρος από μακριά

Το 1870, εν όψει της εισβολής της Πρωσίας του Βίσμαρκ στη Γαλλία, η Ιστορία έμοιαζε να βρίσκεται σε μια διχάλα, και το επαναστατικό κίνημα ήταν εξίσου διχασμένο. Ο Μαρξ κι αυτοί που μοιράζονταν την ανάλυσή του, έβλεπαν στην νίκη των πρώσων, την επιβεβαίωση της ενίσχυσης του πιο ανεπτυγμένου καπιταλισμού στην Ευρώπη, και κατά συνέπεια, χάρη στους χρησμούς της διαλεκτικής, τη σταθεροποίηση των ιστορικών συνθηκών για την αναπόφευκτη γέννηση του κομμουνισμού, για την οποία έλειπαν μονάχα οι λαβίδες: ένα ενοποιημένο και πειθαρχημένο προλεταριάτο. Ο Μπακούνιν και οι άλλοι ελευθεριακοί, έβλεπαν στον μιλιταρισμό και στο βισμαρκιανό γραφειοκρατικό καθεστώς τον προάγγελο δεκάδων αντιδραστικών κινήσεων στην Ευρώπη, καθώς η Γαλλία, τους φαινόταν, σύμφωνα με την παράδοσή της, ως ο τόπος γέννησης κάθε επαναστατική ελπίδας. Για τους πιο διορατικούς, η υπεράσπιση της Γαλλίας δε σήμαινε συνεργασία με το κράτος και με τη γαλλική μπουρζουαζία ενάντια στον εξωτερικό εχθρό, αλλά μετασχηματισμός της στρατιωτικής σύγκρουσης σε κοινωνική εξέγερση, περνώντας από την ένοπλη προλεταριακή αυτοάμυνα στη δημιουργία και την ομοσπονδιοποίηση των επαναστατικών Κομμούνων. Ο Μπακούνιν, αμέσως μετά από μια εξεγερτική απόπειρα στη Λυών, έγραψε μια από τις καλύτερες αναλύσεις του σχετικά με την καταστροφική κατάσταση του εμφυλίου πολέμου, επικεντρώνοντας στην ανάγκη για μια επαναστατικά συνεπή, λαϊκή αναρχία παρά στην ιακωβινική τρομοκρατία των πολιτικών διαταγμάτων και της διοικητικής δομής. Γι αυτόν, ήταν ένα ζήτημα «αποδέσμευσης των αρνητικών παθών»

Όμως δεν είναι αυτή η ιστορία, και οι διδαχές της για την οποία θέλουμε να μιλήσουμε. (Το να αναρωτηθούμε τι θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο τον αυθορμητισμό των μαζών των νέων ανθρώπων στην εποχή της πληροφορικής θα βοηθούσε πάντως). Το μόνο που φτάνει στην μνήμη μας από τις μέρες εκείνες είναι ένας ψίθυρος. Ο ίδιος που οδήγησε τον Bakunin να γράψει πως το γαλλικό προλεταριάτο θα μπορούσε να βασιστεί μονάχα σε μια απελπισμένη δύναμη: στον δαίμονα εαυτό (diavolo in corpo). Λίγους μήνες αργότερα, παρά τις προβλέψεις του ίδιου ρώσου επαναστάτη, ο δαίμονας έβγαινε στα οδοφράγματα του Παρισιού.

Ο εμφύλιος πόλεμος, οι «βάρβαροι», αυτή η θεαματική αντιπαράθεση με την οποία όλα τα αφεντικά αυτού του κόσμου και οι υπηρέτες τους πάντα δικαιολογούσαν τον εαυτό τους, αυτός ο εκβιασμός που έχει βραχυκυκλώσει την αποφασιστικότητα των αποκλεισμένων, γίνεται ολοένα και περισσότερο η συνθήκη κάτω από το βάρος της οποίας ξεκινάμε. Η ομοσπονδία των επαναστατικών Κομμούνων μοιάζει να αποτραβιέται ιστορικά, όμως τα «αρνητικά πάθη» μένουν μαζί μας χωρίς κάποιο συγκεκριμένο πρόταγμα οργάνωσης του ξεσπάσματος. Ο δαίμων δεν επιδέχεται προγραμματισμούς, πολύ περισσότερο σήμερα…

[Το κείμενο παραπάνω τυπώθηκε σε 700 αντίτυπα τα οποία μοιράστηκαν χέρι με χέρι, μέσω του δικτύου διανομής του εντύπου “Ασύμμετρη Απειλή”, ενώ τουλάχιστον τα μισά αφέθηκαν σε καρτοτηλέφωνα, παγκάκια, και διάφορα ενδιαφέροντα σημεία της πόλης.]

Categories
Uncategorized

Γυναίκες στο black bloc – Anarchatron 2007

Γυναίκες στο black bloc – Anarchatron 2007

Πηγή: το φανζίν “When Women Attack”

Καθώς μοιράζομαι μια αναρχική θεώρηση, υποστηρίζω την άμεση και σωματική αντιπαράθεση με την καταπίεση όπου και όταν εκφράζεται. Δεν με ενδιαφέρει να παίξω έναν παθητικό ή συμβολικό ρόλο, δεν με ενδιαφέρει ένας ψευτο-διάλογος («να αντιμετωπίσουμε με επιχειρήματα την εξουσία»), ο βαριεστημένος ακτιβισμός ή κάθε άλλη εξίσου βαρετή κι αλλοτριωτική δράση απεμπολισμού των ενοχών. Με ενδιαφέρει η αποτελεσματική και μη-απολογητική επίθεση στην κυρίαρχη ελίτ οποτεδήποτε παρουσιάζεται η ευκαιρία, και η δημιουργία χώρων για μια τέτοια ευκαιρία όποτε δεν είναι παρούσα ακόμη. Θέλω να δω κάθε γραφείο πολυεθνικής, κάθε εμπορικό κέντρο, κάθε αστυνομικό τμήμα, στρατιωτική βάση ή κυβερνητικό κτήριο να καίγεται ολοσχερώς. Θέλω να καταστρέψω οτιδήποτε με καταστρέφει, να καταστρέψει ότι φιλοδοξεί να καταστρέψει κάθε ζωή στον πλανήτη και αρνούμαι να παίξω το ρόλο του διπλωμάτη, ή να αποδεχτώ κάποιο συμβιβασμό εκτός από τη συνολική απελευθέρωση.

Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι έχουν ήδη υποθέσει ότι είμαι άνδρας, από τα όσα έγραψα παραπάνω. Ε, λοιπόν, να παν να γαμηθούν, και το ίδιο κι εσύ, αν είσαι μέσα σ’ αυτούς. Είμαι γυναίκα και έχω σιχαθεί τελείως την αντίληψη ότι μόνο οι άνδρες μπορούν να είναι επιθετικοί, ότι μόνο οι άνδρες μπορούν να εκφράσουν σωματικά και παθιασμένα την οργή τους, ότι η βία είναι μια εγγενής αρσενική ιδιότητα. Συναντώ συνέχεια ανθρώπους που αυτό-αποκαλούνται αναρχικοί (και στην πραγματικότητα είναι περισσότερο προοδευτικοί πασιφιστές ακτιβιστές) που θεωρούν ότι το black bloc (ή κάθε άλλη δύναμη που επιτίθεται άμεσα στα αφεντικά) είναι «μάτσο», υποθέτοντας συνήθως αυτόματα ότι το black bloc προσελκύει μόνο προνομιούχους λευκούς πάνκηδες (μπορεί να προσελκύει βέβαια και τέτοιους, καθώς και μια ποικιλία γυναικών και έγχρωμων ανθρώπων που μπορεί να είναι ή να μην είναι «πανκς»). Μπορεί να υπάρχει και ο περιστασιακός μάτσο μαλάκας που ενδιαφέρεται ή συμμετέχει στο black bloc, αλλά αυτό είναι περισσότερο προσωπικό ζήτημα παρά εγγενές στο ίδιο το bloc, ή στο φύλο. ’νθρωποι με τέτοια αντίληψη φαίνεται να μοιράζονται την αίσθηση ότι οι γυναίκες είναι από τη φύση τους παθητικές, διπλωματικές ή απλώς τις ενδιαφέρει να φροντίζουν την κοινότητά τους, κι ότι είμαστε αποξενωμένες από κάθε βίαια έκφραση ανθρώπινων συναισθημάτων. Σκατά. Αυτό δεν είναι παρά ένα ακόμα παράδειγμα του σεξισμού που μεταμφιέζεται σε φεμινισμό. Εξοργίζομαι και έχω όλα τα δίκια με το μέρος μου όταν σκέφτομαι τι έχει κάνει η πατριαρχία σε μένα, σε όλες τις γυναίκες, στη Γη ως ένα σύνολο, κι ακόμα και στους άνδρες. Είναι ήδη αρκετά άσχημο όταν με αντιμετωπίζουν σαν ένα υποψήφιο θύμα όλοι όσοι είναι ξεκάθαρα εχθροί μου, αλλά και το να θεωρούμαι ως εκ φύσης θύμα από αυτούς που προσποιούνται τους συντρόφους μου είναι απαράδεκτο.

Πρέπει να το κάνω σαφές ότι αυτή η μορφή αγώνα εμπνέεται από πολύ περισσότερα από μια μονοκόμματη αν και δίκαια οργή. Η τάση της σωματικής αντιπαράθεσης με όλα τα συστήματα ελέγχου δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παθιασμένη οργή, όσο δυνατά και να είναι τα συναισθήματα. Ούτε πάλι μπορεί το θάρρος της στιγμής και μόνο να οδηγήσει στην αντιπαράθεση. Αν ήταν έτσι, τότε όλοι μας θα εκτονωνόμασταν μέσα σε λίγους μήνες, και θα μας μανιπουλάρανε άνετα όσοι φιλοδοξούν να διαχειριστούν τη δυσαρέσκεια μέσα στα στενά ιδεολογικά προγράμματά τους. Αντίθετα, η τάση για αγώνα θρέφεται από μια σύνθετη μείξη συναισθημάτων και μια συνεκτική κατανόηση του πού βασίζονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και τι πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να γίνει ακόμα πολλή δουλειά, αλλά η θέληση για κάτι τέτοιο βγαίνει απ’ όλους μας, όχι μόνο τις γυναίκες. «Η ζωή είναι εκστατικές εναλλαγές δημιουργίας και καταστροφής». Πρέπει να οικοδομήσουμε τις μελλοντικές κοινότητες και σχέσεις ενώ καταστρέφουμε αυτά που μας εμποδίζουν να απελευθερωθούμε, και το να το αναγνωρίζεις αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με μάτσο ούτε με πατριαρχία.

Αυτό που είναι στην πραγματικότητα πατριαρχικό, κι επίσης δειλό, είναι η ιδέα ότι πρέπει «να χαμηλώσουμε λίγο την ένταση» των συναισθημάτων και των ενστίκτων μας, να εξορθολογικεύσουμε και να θεωρητικοποιήσουμε τους τρόπους μας για να τη σκαπουλάρουμε από την επικείμενη καταστροφή. Το να αγνοούμε τα συναισθήματα και τα ένστικτά μας είναι ένας γαμημένος λόγος του γιατί φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, και είναι αυτό που η πατριαρχική κοινωνία μας θέλει να κάνουμε από την αρχή της κιόλας. Από πολύ παλιά ο πολιτισμός μας θεωρούσε ότι οι γυναίκες είναι συναισθηματικές, παράλογες και πιο κοντά στη φύση απ’ ότι οι άνδρες που είναι ορθολογιστές, λογικοί και πιο κοντά στον παράδεισο… Προφανώς, αυτό είναι προβληματικό. Είμαστε όλοι ικανοί για μια ίση κατανόηση των συναισθημάτων και της λογικής και έχουμε ανάγκη να προσέξουμε και να σεβαστούμε τα συναισθήματα και τα ένστικτα που έχουμε λησμονήσει.

Και όχι, δεν ζητάω τα ρέστα από κανέναν, ούτε μιλώ από έναν «αρσενικό ρόλο» ως μια εξέγερση ενάντια στον προκαθορισμένο ρόλο μου ως θηλυκό. Δεν «κάνω σαν άνδρας» μόνο και μόνο επειδή δεν μ αρέσει αυτό που σημαίνει να είσαι γυναίκα σ αυτήν την κουλτούρα. Απλά εκφράζω αυτό που είναι το πιο ουσιώδες ανθρώπινο χαρακτηριστικό – η θέληση για ελευθερία – με τον τρόπο που θεωρώ τον πιο άμεσο, κι αυτό δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το φύλο μου, εκτός ίσως του ότι να είσαι γυναίκα το κάνει ακόμα πιο επείγον. Δρω βάσει των δικών μου επιθυμιών κι αυτές οι επιθυμίες δεν θα προγραμματιστούν από κανέναν.

Categories
Uncategorized

To σχέδιο Β ξεκίνησε ήδη – Διεθνείς Ταξιαρχίες

Το Σχέδιο Β ξεκίνησε ήδη, έλα στην μάχη της χαράς

Διεθνείς Ταξιαρχίες

Υπάρχουν κάποιες στιγμές όπου μοιάζει κατάλληλο, χωρίς να είναι καν ένα ζήτημα το οποίο έχει υπολογιστεί, να απευθύνεσαι στον καθένα μ έναν τρόπο όσο πιο άμεσο γίνεται. Μια απ αυτές τις στιγμές έχει φτάσει.

Θέλουμε να μιλήσουμε εν συντομία για τα όσα διαδραματίστηκαν στις 2 Ιούνη στην πόλη του Ρόστοκ, στη διάρκεια των διαδηλώσεων ενάντια στους G8. Μιλάμε, φυσικά, από μια θέση παρτιζάνου, πολλαπλασιασμένη ωστόσο επί τις χιλιάδες φωνές που σε συγκεκριμένες στιγμές κατάφεραν να γίνουν μια ενιαία. Μια από τις στιγμές αυτές είναι εδώ.

Στις 2 του Ιούνη, χιλιάδες άνθρωποι δεν περίμεναν για το τελετουργικό το οποίο συνηθίζουμε να ακολουθούμε σ αυτό το κίνημα: κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις, δράσεις λιγότερο από συμβολικές, συνελεύσεις όπου κυριαρχούν έτοιμα συμπεράσματα, προκατασκευασμένα πολλά χρόνια πριν από κάποιες σκοτεινές διαδικασίες. Ούτε πάλι περίμεναν να υιοθετήσουν τα στερεότυπα όσων υποκρίνονται τους ευαισθητοποιημένους σχετικά με την παγκόσμια κατάσταση και προορίζουν τους εαυτούς τους για ανήμπορους συμπαθούντες των λιγότερο προνομιούχων.

Αυτές οι χιλιάδες, αντιθέτως, δεν θα ευχαριστούνταν ποτέ με μια αντίδραση ή αντίσταση, αλλά πήραν την πρωτοβουλία, συνειδητά επιτέθηκαν στα μέρη όπου, μέρα με την μέρα, η καπιταλιστική εκμετάλλευση και οι υλικές συνέπειες του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου επεκτείνονται. Οι G8 δεν είναι μόνο μια έκφραση της κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στον κόσμο, ένα θέατρο αμφίβολης ποιότητας όπου οι ηγέτες θέτουν επί σκηνής ένα άλλο τελετουργικό, που εξυπηρετεί την κωδικοποίηση της εξουσίας τους πάνω στις ζωές των υπηκόων. Οι G8 είναι το σύμβολο του πόνου που εξασκείται καθημερινά σε εκατομμύρια ανθρώπους. Του ότι θα έπρεπε να εγκαλούμαστε για τη βία μας, όταν είναι αυτοί που τα χέρια τους είναι βαμμένα στο αίμα!

Αυτό που συνέβη στο τέλος, ήταν πολύ απλό: ελεύθεροι άνθρωποι αποφάσισαν να αντιπαρατεθούν συλλογικά και έμπρακτα στα σύμβολα του καπιταλισμού και του κράτους, όπως ενσαρκώνεται από όλες τις αστυνομίες του κόσμου. Οι συνελεύσεις και οι μακροσκελείς ομιλίες, αν δεν ακολουθούνται από ρήξεις στους δρόμους των μητροπόλεών μας, το μόνο που παράγουν είναι καχυποψία και παραίτηση.

Θέλουμε επίσης να θυμίσουμε μια άλλη αλήθεια σε σχέση με τους αγωνιστές της μάχης του Ρόστοκ: είναι γυναίκες και άνδρες από κάθε γωνιά της Γης και δεν έχουν ανάγκη από πιστοποιητικά για να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον, δημιουργούν συμμορίες, και πειραματίζονται με νέες μορφές ζωής. Είμαστε οι αεθνείς που αγωνίζονται για την καταστροφή των συνόρων -τόσο υλικών όσο και συμβολικών- που χωρίζουν τις ζωές μας, τη σκέψη και τα σώματά μας. Αποτελούμαστε από πολλαπλές ατομικότητες που επιθυμούν να ενωθούν ώστε να δημιουργήσουν τις συνθήκες για μια περισσότερο εκστατική ζωή. Ερχόμαστε από παντού, γι αυτό και είμαστε παντού. Αυτοί που μιλούν για το αντίθετο είναι διπρόσωποι ψεύτες.

Υπάρχει μια ακόμη αλήθεια: κάτω από κάθε κουκούλα βρισκόταν ένα χαμόγελο, σε κάθε πέτρα που εκτοξευόταν προς τον κοινό εχθρό υπήρχε η χαρά, σε κάθε σώμα που εξεγειρόταν ενάντια στην καταπίεση υπήρχε η επιθυμία. Δεν έχουμε τύψεις ούτε ενοχές, αν ήταν έτσι, δε θα πολεμούσαμε καθόλου, δε θα αντέχαμε τόσο. Λοιπόν, μη αφήνετε να σας εξαπατούν, κοιτάξτε με ποιους συνδέεστε, ποιους αγαπάτε: Ίσως να βρείτε ένα απ’ αυτά τα χαμόγελα, ένα απ’ αυτά τα σώματα, μια απ’ αυτές τις γροθιές που δένονται στον αγώνα. Τα χαρούμενα πάθη μοιράζονται κι ενώνονται στην εξουσία – αυτό είναι το μυστικό των μαχών που διεξάγονται στην καρδιά της ασύμμετρης σύγκρουσης όπου αντιπαλεύουμε τη θλίψη των όπλων και των σωμάτων της εξουσίας. Ο καθένας χωριστά, δεν είμαστε τίποτα, όλοι μαζί, είμαστε μια δύναμη. Μαζί, είμαστε μια κομμούνα: η κομμούνα του Ρόστοκ.

Όλοι μας φτάσαμε εδώ έχοντας πίσω μας μια προσωπική και συλλογική ιστορία, μια ιστορία αγώνων και μαχών που διεξάγονται σε κάθε γωνιά της Γης. Δε θέλουμε αυτό το γεγονός να γίνει αντιληπτό σαν μια απλή συνέχεια του παλιού κύκλου αγώνων που, από την 11η Σεπτεμβρίου, γνώρισε τόσες απογοητεύσεις. Πιστεύουμε αντιθέτως πως η 2α Ιούνη ήταν το σύμβολο μιας δυναμικής κι αποφασιστικής ρήξης με αυτή τη φάση της ήττας κι ότι η μάχη αυτή ανοίγει το πεδίο για νέες επιθετικές κινήσεις. Ότι αυτή η ρήξη μας επιτρέπει να πετάξουμε μαζί προς την άλλη μεριά του καθρέπτη, προς την μεριά της ελευθερίας,

Και τώρα σύντροφοι, μπλοκάρουμε τα ρεύματα…

Ζήτω η κομμούνα του Ρόστοκ και του Ρέντελιχ!

Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Οκτώβρης 2007

Σ.τ.μ. Το σχέδιο Β αφορούσε αποκεντρωμένες δράσεις στις γερμανικές μητροπόλεις με κύριο γεγονός την επίθεση μετά από ραντεβού στο κέντρο του Βερολίνου (Hackescher Markt) όπου γύρω στα 1.500 άτομα κατέβηκαν αιφνιδιαστικά στους δρόμους και εφοδιασμένοι από τα κοντινά εργοτάξια επιτέθηκαν στους μπάτσους, κατέστρεψαν βιτρίνες πολυτελών καταστημάτων, αμάξια χρησιμοποιήθηκαν για οδοφράγματα, ενώ παρέλυσε η κυκλοφορία στο κέντρο της πόλης.

Categories
Uncategorized

WEATHER UNDERGROUND: DAYS OF RAGE

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΟΡΓΗΣ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ:

WEATHER UNDERGROUND

Στις 8 Ιουνίου 1969,την μέρα που άρχιζε το Εθνικό συνέδριο του SDS, κυκλοφόρησαν οι New Left Notes με ένα άρθρο υπογραμμένο από έντεκα μέλη της οργάνωσης, ανάμεσά τους η Μπερναντίν Ντορν, ο Μαρκ Ραντ, ο Τζιμ Μέλλεν και ο Τερν Ρόμπινς, που είχε τον τίτλο «You don’t need a Weatherman to know wich way the wind blows…»(Δεν χρειάζεσαι μετεωρολόγο για να καταλάβεις προς τα πού φυσάει ο άνεμος), από μια φράση ενός τραγουδιού του Ντύλαν( Subterranean Homesick Blues, 1965). Σ’ αυτό το κείμενο επιβεβαιωνόταν αρχικά η τριτοκοσμική επιλογή των Weathermen: η αμερικάνικη κοινωνία στηρίζεται στην καταλήστευση του Τρίτου Κόσμου, επομένως δεν μπορεί να νοηθεί μια σοσιαλιστική στρατηγική αποκλειστικά εθνική. Το κίνημα των μαύρων αποτελεί την κυριότερη εσωτερική βάση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, μια και η μαύρη κοινότητα είναι εσωτερική αποικία της Αμερικής. Μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα το κίνημα δεν μπορεί να μείνει σε γενικές αναφορές για την εργατική τάξη, ούτε να παραμείνει φοιτητικό. Θα πρέπει να «περάσει από μια ελιτίστικη φοιτητικά βάση σε τομείς περισσότερο καταπιεζόμενους( λιγότερο προνομιούχους) της εργατικής νεολαίας». Επομένως οι επαναστάτες πρέπει να συνδεθούν στην καθημερινότητα με τους νέους προλετάριους. Όσο για τις μεθόδους πάλης, πριν απ’ όλα είναι η πράξη. Λίγο μετά το συνέδριο του Ιουνίου τρείς ηγέτες των Weathermen, οι Μπιλ ’υερς, Μαρκ Ραντ και Τζεφ Τζόουνς καυχώνται πως δεν διάβασαν ούτε ένα βιβλίο μέσα στο χρόνο που πέρασε. Στα τέλη Δεκεμβρίου στο Φλιντ διακηρύσσουν την ανάγκη να περάσουν στην ένοπλη πάλη. «Ο πόλεμος ενάντια στο Κράτος δημιουργεί ταυτόχρονα τη συνείδηση και τους όρους για την επέκταση του αγώνα, κάνοντας γνωστή την επαναστατική πολιτική, αποδεικνύοντας πως είναι δυνατό να προχωρήσεις και πως υπάρχει μια οργάνωση με μια στρατηγική».

Πρόκειται για μια καταπληκτική διακύρηξη του ενόπλου αυθορμητισμού που όμοιά της ίσως δεν θα συναντήσουμε πουθενά. Ο πόλεμος ενάντια στο κράτος δημιουργεί’ τις προϋποθέσεις του πολέμου! Αλλού περιγράφεται η εξέλιξη των Weathermen (που σύντομα ονομάστηκαν Weather Underground ή Weatherpeople για να αποφευχθεί το σεξιστικό men) και ιδιαίτερα στο κείμενο του Τζων Γκεράσι, που υπήρξε μέλος της οργάνωσης. Η ενέργεια στο Σικάγο τον Οκτώβρη του 1969 υπήρξε η πρώτη μεγάλη πανεθνική ενέργεια της οργάνωσης. Από το 1969-1970 αρχίζουν οι ένοπλες ενέργειες που εντάσσονται βέβαια σε ένα γενικότερο κλίμα βίας. Μόνο και μόνο στην περίοδο Οκτωβρίου 1969 – Ιουνίου 1970 καταγράφηκαν 174 ένοπλες και βομβιστικές επιθέσεις στις πανεπιστημιουπόλεις, ιδιαίτερα μετά την είσοδο των αμερικανών στην Καμπότζη(Μάης 1970) και τη σφαγή στο κρατικό πανεπιστήμιο του Κεντ, όπου η εθνοφρουρά του Οχάιο ανοίγει πυρ ενάντια στους διαδηλωτές (4 νεκροί, 9 βαρειά τραυματίες, ένας ισόβια παράλυτος). Το Μάη αναφέρονται 169 «τρομοκρατικές» ενέργειες από τις οποίες 95 στις πανεπιστημιουπόλεις και 36 ενάντια σε ομοσπονδιακά κτίρια. Οι Weatherpeople δεν αποτελούν παρά την κυριότερη από δεκάδες ή και εκατοντάδες οργανώσεις και ομάδες που αποφασίζουν να απαντήσουν βίαια στην κυβερνητική βία.

Παρά τις κυβερνητικές και αστυνομικές προσπάθειες, μέχρι το 1973 είχαν συλληφθεί μόνο τρία μέλη της οργάνωσης. Η Μπερναντίν Ντορν που θα αντέξει περισσότερο απ’ όλους (ο Παντ θα εγκαταλείψει την παρανομία ήδη από το 1972) θα «αναδυθεί το 1979, με δυο παιδιά…

…Οι μεγάλες εταιρείες και η κυβέρνηση συ­νεργούν από κοινού για να γεννηθεί ένα κλίμα κονφορμισμού που θεω­ρεί κάθε αντιπολιτευτική ιδέα αντιαμερικανική… Το FΒΙ και η CΙΑ εί­ναι οι πιο αξιοσημείωτοι υπεύθυνοι αλλά και λιγότερο λαμπρά αστέρια λάμπουν κι αυτά- το τηλέφωνο κάθε ομοσπονδιακής ή κρατικής υπηρε­σίας είναι αμφίβολο. Κάθε αίθουσα συνεδριάσεων μπορεί χωρίς υπερ­βολή να θεωρηθεί παρακολουθούμενη. Κάθε τηλέφωνο πρεσβείας είναι ένα ανοικτό μικρόφωνο. Μερικά ξενοδοχεία της Ουάσιγκτον έχουν ει­δικά κατασκευασμένα δωμάτια, με σύστημα ηχογράφησης και πολλές φορές καθρέφτες απ’ όπου μπορεί κανείς να ηχογραφήσει σε μαγνητό­φωνο ή να κινηματογραφήσει τους ενοίκους. Και ο δικαστής του Α­νώτατου Δικαστηρίου καταλήγει: «Ο Γεώργιος Γ’ ήταν το σύμβολο ε­νάντια στο οποίο οι ιδρυτές του έθνους μας έκαναν μια επανάσταση που τώρα θεωρούμε ένδοξη και διαπρεπή… Πρέπει να καταλάβουμε ότι το σημερινό κατεστημένο είναι ο καινούργιος Γεώργιος Γ’… Εκεί όπου τα παράπονα σωρεύονται και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι αντιπροσωπεύουν το κατεστημένο, η βία μπορεί να είναι η μόνη αποτελεσματική λύση», Οι Weathermen, φυσικά, είναι απόλυτα σύμφωνοι. Αλλά η ανάλυση των παλιότερων κινημάτων στις ΗΠΑ τους διδάσκει ότι αν δεν υιοθετήσουν το στυλ ζωής των επαναστατών, οι λευκοί επαναστάτες κινδυνεύουν να ενσωματωθούν -και πράγματι πάντα ενσωματώθηκαν-εξαιτίας της αφθονίας των προνομίων του λευκού χρώματος. Πράγματι, αφότου τον περασμένο χρόνο η καταστολή έγινε σκληρότερη στις Η­νωμένες Πολιτείες, οι ομάδες των διανοούμενων εξαφανίστηκαν. Οι δι­καιολογίες που παρουσίασαν ήταν πολλές: πρέπει να ξανασκεφτούμε προσεκτικά τις θεωρίες μας· πρέπει να περιμένουμε την κρίση που θα ριζοσπαστικοποιήσει τους εργαζόμενους- πρέπει να οργανώσουμε τις μάζες- δεν πρέπει να απομονωθούμε από τον τυχοδιωκτισμό που απομα­κρύνει τις μάζες κλπ.

Η ανάλυση των Weathermen αποκλείει τέτοιες ε­κλογικεύσεις, η εργατική τάξη απολαμβάνει πάρα πολλά από τα προ­νόμια του λευκού χρώματος για να αποτελέσει την πρωτοπορία· οι νέοι αποτελούν τη δύναμη που κατέχει τις περισσότερες, επαναστατικές δυ­νατότητες, γιατί τα προνόμια τους δεν είναι θεσμοποιημένα και γιατί είναι το πιο αλλοτριωμένο κομμάτι της λευκής εργατικής τάξης ο λό­γος μοναχά δεν θα μεταμορφώσει τους ανθρώπους της αριστεράς σε ε­παναστάτες, μόνο και η δράση και ο λόγος θα το κάνουν αλλά ακόμα και αυτό δεν αρκεί, γιατί μπορεί πάντα ένας λευκός νέος να προσχωρή­σει στην απατηλή αφθονία των προνομίων του λευκού χρώματος. Πά­ντα, εκτός κι αν έχει δοθεί ολοκληρωτικά στην επανάσταση, όχι μόνο με τις ιδέες του αλλά με όλο τον τρόπο ζωής του. Ακόμα και τότε λοι­πόν, λένε οι Weathermen, μπορεί να επιλέξει το αντίθετο, εκτός κι αν έχει τη βοήθεια των συντρόφων του στις στιγμές της αδυναμίας του. Αυ­τό σημαίνει ότι πρέπει να ζούμε, να δουλεύουμε και να παλεύουμε μέσα σε κολλεκτίβες. Οι Weathermen αποκάλυπταν τις βαθύτερες σκέψεις τους. Οργάνω­σαν κολλεκτίβες σε δώδεκα μεγάλες πόλεις, όχι κομψά αστικά κέντρα, όπως το Λος ’ντζελες και το Σαν Φραντζίσκο, αλλά σε εργατικές πό­λεις, σκληρές και άσχημες: Ντητρόιτ, Σικάγο, Πίτσμπουργκ, Μιλγουώκη, Κλήβελαντ, Κολόμπους (Οχάιο), Μπρούκλιν. Δώδεκα άνθρωποι, άνδρες ή γυναίκες, ομαδοποιημένοι σύμφωνα με την κρίση τους, ζουν σ ένα μόνο δωμάτιο. Το μετεωρολογικό γραφείο (Κεντρική Επιτροπή) δίνει το παράδειγμα: φυσική αγωγή, καράτε, πολιτική διαφώτι­ση, συνελεύσεις κριτικής και αυτοκριτικής, αυστηρή πειθαρχία στη μάχη και έξω απ’ αυτήν. Όλα είναι κοινωνικά, τίποτε ιδιωτικό, λένε. Έρωτας, αμφιβολίες, αδυναμίες, απογοητεύσεις, επιθυμίες, όλα πρέπει να γίνονται στο φως της ημέρας. Να έχει κανείς τέτοια συναισθήματα ή τέτοιες αδυναμίες δεν είναι αμάρτημα αλλά το φυσικό προϊόν μιας κοινωνίας διεφθαρμένης που μας διαμορφώνει έτσι. Να τις βγάζει κα­νείς ανοικτά για να τις συζητήσει συλλογικά, είναι ο μόνος τρόπος για να τις ξεπεράσει. Οι Weathermen είναι κοινωνικά όντα, σκοπός τους δεν είναι μόνο να φτιάξουν στελέχη του επαναστατικού στρατού που θα συντρίψει μια μέρα τον εθνικό καπιταλισμό- πρέπει επίσης να βοηθούν στη δημιουργία του σοσιαλιστικού ανθρώπου μέσα στη μάχη.Σε μερικές κολλεκτίβες οι Weathermen έπαιρναν LSD για να βγά­λουν στην επιφάνεια τις παράνοιες, τα συμπλέγματα, τα εσωτερικά προ­βλήματα των μελών τους. Αυτό δούλεψε. Επέτρεπε επίσης να αποκαλυ­φθούν όλοι οι πράκτορες που είχε στείλει η αστυνομία. Κι άλλες κολλε­κτίβες υιοθέτησαν αυτή τη μέθοδο. Οι αδυναμίες παραμερίστηκαν, οι α­γωνιστές κατάλαβαν τις ευθύνες τους, τις ίδιες τους τις δυνάμεις. Ένας παλιός καθηγητής 29 χρόνων, που τα περισσότερα πράγματα τα είχε γνωρίσει στο πανεπιστήμιο, ο Σίμγια Όνο, συγκρούστηκε με την ίδια του την ανωριμότητα και έμαθε να δέχεται σαν αρχηγό της κολλεκτι’6ας μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα, να υπακούει στις διαταγές της και να μην συζητά ποτέ τη γραμμή του γραφείου κατά τη διάρκεια της μάχης, ακό­μη κι όταν προερχόταν από τον «3.1.», που δεν ήταν παρά 21 ετών. Δια­νοούμενοι της αριστεράς έμαθαν να ζουν χωρίς να τους ανήκει τίποτε, μοιράζοντας τα πάντα, απορρίπτοντας την ιδιωτική ζωή (πράγμα που έ­γινε κανόνας, όχι μόνο για ψυχολογικούς και κοινωνικούς λόγους, αλ­λά και σαν μέτρο ασφαλείας). Οι νέες κοπέλες μάθαιναν να ξεχνούν τα αστικά γούστα τους στα ζητήματα της ένδυσης και να βάζουν αυτό που ήταν πιο πρακτικό. Όλοι εγκατέλειπαν τις μονογαμικές προκαταλή­ψεις που είχαν για χρόνια και καταλάβαιναν πως οι προσωπικές σχέσεις που βασίζονταν στην εξάρτηση δεν ήταν μόνο επικίνδυνες για τη μάχη, αλλά διέφθειραν και το σχηματισμό νέων αξιών. Είναι δύσκολο να ‘σαι Weatherman.. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να μάχεσαι σαν κι αυτούς. Η πρώτη μεγάλης κλίμακας ενέργεια των Weathermen κανονίστηκε να γίνει τον Οκτώβριο στο Σικάγο. Έλπιζαν πως χιλιάδες άνθρωποι θα έρχονταν και υπολόγισαν τουλάχιστον σε ένα σκληρό πυρήνα χιλίων ατόμων, συνηθισμένων στις οδομαχίες, που θα σχημάτιζαν μετά καινούργιες κολλεκτίβες. Ολόκληρο το καλοκαίρι α­ναζητούσαν υποστηρικτές -και πέρασαν ατέλειωτες ώρες συζητώντας με ανθρώπους από άλλα κινήματα που κατηγορούσαν για τυχοδιωκτι­σμό τον διακηρυγμένο στόχο τους να καταστρέψουν το Λουπ (την πλούσια συνοικία του Σικάγο). «Αν πρόκειται για έναν αγώνα παγκό­σμιας κλίμακας, αν οι Weathermen έχουν δίκιο σ’ αυτό το θεμελιακό σημείο, πως ο βασικός αγώνας στον σημερινό κόσμο είναι ο αγώνας των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, τότε είναι καθαρό πως τίποτε απ’ όσα μπορούμε να κάνουμε εδώ στη μητρόπολη δεν μπορεί να είναι τυχοδιωκτικό. Τίποτε απ’ όσα μπορούμε να κάνουμε γιατί πρόκειται για έναν πόλεμο που έχει ήδη αρχίσει και του οποίου οι όροι έχουν ήδη καθοριστεί», εξηγούσε τον Σεπτέμβριο ο Μπιλλ ’ιερς, μέλος του «μετεωρολογικού γραφείου». Και ο Καρλ Νταίηθιντσον, παλιός ηγέτης του SDS, ανταπαντούσε: «Τα τυχοδιωκτι­κά λάθη γίνονται όταν οι επαναστάτες ακολουθούν μια γραμμή δράσης που τους απομονώνει από το λαό, δείχνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στο λαό, αποκαλύπτει την περιφρόνηση τους για το λαό και πολλές φο­ρές τους οδηγεί στο να υποκαθιστούν το λαό». Και οι Weathermen τους απαντούσαν πως ο λαός δεν είναι φτιαγμένος μόνο από τους εργάτες που σας αγνοούν και σας αντιμάχονται, αλλά και από τους νέους, τους Βιετ­ναμέζους, τους Δομινικανούς, τους Κογκολέζους κλπ.

Τελικά η μέρα έφτασε: 8 Οκτώβρη του 1969 στο Σικάγο. Πού ήταν ο κόκκινος στρατός που προέβλεπαν οι Weathermen; Δεν υπήρχαν χι­λιάδες διαδηλωτές ούτε καν οι βασικοί χίλιοι. Ακριβώς πεντακόσια μέ­λη των ομάδων, έκπληκτοι και τρομαγμένοι από το γεγονός ότι η αστυ­νομία τους ξεπερνούσε σε αριθμό, σε σχέση δέκα προς έναν, και επι­πλέον την Εθνοφυλακή από δίπλα έτοιμη να επέμβει σε κάθε κάλεσμα. «Λοιπόν, φώναξε ένα στέλεχος των Weathermen, ξέρετε γιατί ήρθαμε εδώ και ξέρετε επίσης αυτό που υποσχεθήκαμε να κάνουμε. Δεν είναι παρά η αρχή. Τώρα εξαρτάται πια από μας αν θα είναι ή όχι και το τέ­λος. Πάμε». Και χτύπησαν. Η μάχη ήταν ίσως η πιο σκληρή στην ιστο­ρία της Νέας Αριστεράς.

Χιλιάδες αστυνομικοί, χρησιμοποιώντας γκλομπς, δακρυγόνα και κατόπιν πιστόλια, ενάντια σε μια ομάδα λευκών παιδιών, εξοργισμένων αλλά αυστηρά πειθαρχημένων, που προστα­τεύονταν από κράνη, μπότες, ασπίδες και χρησιμοποιούσαν σιδερογροθιές και αλυσίδες. Η πόλη κοίταγε έκπληκτη τους Weathermen που χτύ­παγαν, ντροπαλά στην αρχή, ύστερα όλο και πιο αποφασιστικά, δια­λύονταν, ξανασυγκεντρώνονταν, διαλύονταν και έφευγαν για να φτά­σουν στο Λουπ όπου έκαναν αυτό που είχαν πει σπάζοντας τις βιτρίνες και καταστρέφοντας τα καταστήματα. Περισσότεροι από διακόσιους Weathermen συνελήφθησαν, οκτώ πληγώθηκαν από σφαίρες (δεν υπήρξε κανένας νεκρός)· και παρ’ όλα αυτά την επομένη επέστρεψαν.

Αυτή τη φορά το κύριο χτύπημα έπρεπε να δοθεί από τις γυναίκες της οργάνωσης. Λεν ήταν παρά 65, περικυκλωμένες από 150 μπάτσους. Οι γυναίκες ήταν πιο φοβισμένες απ’ ό,τι την προηγούμενη μέρα, γιατί αισθάνονταν απομονωμένες. Τότε η Μπερναντίν Ντον είπε στις γυναίκες: Ο φόβος που οι άνθρωποι αισθάνονται σ’ αυτή τη διαδήλωση, πρέπει να προσφερθεί σαν αντάλλαγμα για την πείνα, τον φόβο της δυστυχίας που γνωρίζουν οι μαύροι, οι μεξικάνοι, οι κίτρινοι σ’ αυτή τη χώρα και στον υπόλοιπο κόσμο». Τις οδήγησε λοιπόν έξω από το πάρκο Γκραντ, μέσα από το ξενοδοχείο Χίλτον ώς τις αλυσίδες της αστυνομίας. Οι Weatherwomen αγωνίστηκαν καλά, χτύπησαν πολλούς μπάτσους, αλλά στο τέλος τις έπιασαν.

Παρ’ όλα αυτά ήταν εκεί και την επόμενη μέ­ρα, και την επόμενη, όλη την εβδομάδα. Στο τέλος 284 βρίσκονταν στη φυλακή, με ποσά εγγυήσεων που ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο δο­λάρια.

Αλλά η δύναμη των Weathermen μεγάλωνε. Νικημένοι, γελοιοποιη­μένοι και αντιμετωπίζοντας ακόμα και την κατηγορία του αντεπαναστάτη για τον τυχοδιωκτισμό τους, κέρδισαν πρώτα το σεβασμό των νέων εργατών και κατόπιν την προσοχή τους. Στο βαθμό που οι κολλεκτΐβες συνέχιζαν τον αγώνα, η επιρροή τους ακολουθούσε την ίδια πο­ρεία. Ακόμη μια άλλη τακτική έδειχνε να τους αποφέρει κέρδη, αλλά μακροπρόθεσμα. Ήταν το «σπάσιμο των φραγμάτων» στα σχολεία. Οι κολλεκτίβες των Weathermen κατελάμβαναν τα λύκεια όπου φοιτούσαν οι εργάτες, έκαναν οδοφράγματα στις πόρτες, εξηγούσαν τους λόγους της ενέργειας τους, τιμωρούσαν όποιον καθηγητή προσπαθούσε να τους αντιταχτεί και στη συνέχεια έδιναν μάχη ενάντια στην αστυνομία που περικύκλωνε το σχολείο. Συνάντησα μια κοπέλα που είχε τόσο εντυπω­σιαστεί από αυτή την επιχείρηση που ήθελε να πάει με τους Weathermen. Την ρώτησα αν συμφωνούσε πως μια τέτοια βίαιη τακτική δεν θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει φασιστική έκλαμψη. Μου απάντησε: «Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε με αυτό το φασιστική. Αυτό που ξέρω είναι πως θέλω να κάνω μια σειρά από πράγματα που δεν κάνουν κακό σε κανέναν και δεν μπορώ να τα κάνω και ξέρετε γιατί: οι γονείς μου με εμποδίζουν, το σχολείο με εμποδίζει, η αστυνομία με εμποδίζει. Οι φίλοι μου πρέπει να κόβουν τα μαλλιά τους” δεν μπορούμε να καπνί­ζουμε, πράγμα που δεν κάνει κακό σε κανέναν, αλλά αυτοί μπορούν να πίνουν κι όταν το κάνουν βαράνε. Γέρο μου, το μόνο που θέλω είναι να τινάξω στον αέρα αυτό το μπουρδέλλο, να ξεφορτωθώ όλα αυτά τα σκουλήκια, να είμαι σίγουρη πως κανένας δεν Θα στείλει ποτέ τους φί­λους μου να πεθάνουν στο Βιετνάμ ή οπουδήποτε αλλού». «Δεν σε πει­ράζει να μην έχεις τίποτα δικό σου, που να ανήκει μονάχα σε σένα;» τη ρώτησα. «Χριστέ μου, όχι, δεν θέλω να έχω δικά μου πράγματα. Το μόνο που σου κάνουν όλα αυτά είναι να θέλεις ακόμη περισσότερα. Γι’ αυτό δεν πήγαμε στο Βιετνάμ; Γιατί τα καθάρματα που κυβερνάνε αυτή τη μπουρδελλοχώρα θέλουν περισσότερα, ακόμη περισσότερα, πάντα πε­ρισσότερα». Πήγαινε στο Φλιντ του Μίτσιγκαν όπου οι Weathermen έκαναν το εθνικό τους συνέδριο στις 27 του περασμένου Δεκέμβρη (1969, σ.τ.μ.). Ήταν δεκατεσσάρων χρονών.

Τέτοιου είδους στρατολογίες αναζητούσαν κυρίως οι Weathermen. Οι νέοι των αστικών κολλεγίων μπορούν πάντα να αφομοιωθούν από το σύστημα. Όχι όμως και οι δραπέτες των λυκείων. Οι Weathermen, που θεωρούσαν τις κολλεκτίθες τους σαν οργανώσεις για την προετοιμασία του κόμματος, πίστευαν πως μέσα στην πάλη θα εμφανισθεί πιθανά αυ­τός ο τύπος των στελεχών που θα είναι ικανά να διευθύνουν ένα αυθεντι­κό επαναστατικό κόμμα, που θα συμπληρωνόταν από έναν κόκκινο στρατό ικανό να διεξάγει τον ένοπλο αγώνα ενάντια στο σύστημα. Βρί­σκονται ακόμα στην αρχή: όχι περισσότεροι από δύο χιλιάδες τον Μάρτη του 1970. Οι αντιφάσεις της οργάνωσης είναι ολοφάνερες, κυ­ρίως στα μάτια των αγωνιστών. Για τα άλλα ρεύματα της αριστεράς, ο μιλιταντισμός των Weathermen εμφανίζεται σαν απειλή και αυτοί που τους επιτίθενται πιο λυσσαλέα είναι οι ηγέτες του RΥΜ II, ή οι παλιοί διανοούμενοι της αριστεράς. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτοί οι πρώην αριστεριστές και εξτρεμιστές της πολυθρόνας θα έπρεπε να νιώ­θουν πως απειλούνται. Αλλά στην πραγματικότητα, όπως δεν έχουν κα­μία πρόθεση να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους για μια επανάσταση που μετατίθεται πάντα για αύριο, υπάρχει κάτι το άλογο στη μονολιθικότητα των Weathermen, αυτή τη μονολιθικότητα που εκφράζει έτσι ο πα­λιός πανεπιστημιακός Σΐνγια Όνο: «Για μας, σαν “λαϊκό κίνημα”, δεν υπάρχουν παρά δύο πιθανότητες: ή προετοιμαζόμαστε να γίνουμε στρα­τιώτες του παγκόσμιου επαναστατικού πολέμου, ή ξαναπέφτουμε ο κα­θένας στην αστική του τρύπα και γινόμαστε αντικομμουνιστικά γου­ρούνια». Είναι φανερό πως μια τέτοια πολιτική του «είτε… είτε» παρα­μερίζει δεκάδες οργανωτές, προπαγανδιστές, υποστηρικτές, που είναι καθ’ όλα επαναστάτες και μπορούν να παίξουν έναν αποφασιστικό ρόλο για να προετοιμάσουν το έδαφος στους κόκκινους στρατιώτες.

Η πραγματική επιρροή των Weathermen δεν μετριέται παρόλα αυτά με τον αριθμό των καταστημάτων που κατέστρεψαν, με τον αριθμό τωνγουρουνιών (μπάτσων) που έστειλαν στο νοσοκομείο, με τον αριθμό των ψευδοεπαναστατών που κατάγγειλαν, αλλά περισσότερο με το κλίμαπου δημιούργησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παίζοντας ίσως το ρόλο των Ναρόντνικων στο σύνολο της αμερικάνικης πολιτικής, οι Weathermen είναι οι κύριοι υπεύθυνοι της κλιμάκωσης των αντεπιθέσεων του κινήματος απέναντι στην αυξανόμενη καταστολή. Όχι μόνο ένας αυξα­νόμενος αριθμός μελών του κινήματος δουλεύει πια πιο επίμονα και πιο μακροπρόθεσμα σε ενέργειες όλο και πιο συλλογικές, αλλά και ο ένο­πλος αγώνας αρχίζει να περνάει όλο και περισσότερο στην κοινή κλη­ρονομιά. Και όχι μόνο με τη μορφή απλών σαμποτάζ, αλλά με αυτή της άμεσης επίθεσης ενάντια στις ένοπλες συμμορίες του συστήματος: την αστυνομία. Μερικές από τις ενέργειες που επιχειρήθηκαν έγιναν αντικείμενο μεγάλης διαφήμισης. Για παράδειγμα η βομβιστική επίθεση, που συνοδεύτηκε από μεγάλες υλικές ζημιές, στα ντοκ τηςUnited Fruit, των γραφείων δύο τραπεζών (Marine Mildland και Chase Manhattan), της Standard Oil, της RCΑ και της General Motors, στα κτίρια του Ο­μοσπονδιακού Γραφείου και του Ποινικού Δικαστηρίου, του Κέντρου Κατατάξεως του Γουάιτχωλ (που έπαθε τέτοιες ζημιές που η κυβέρνηση δεν θέλησε να το ξαναχρησιμοποιήσει), του πυρηνικού εργοστάσιου του Ρόκυ Πλαντ (που δεν θα είναι σε θέση να ξαναλειτουργήσει παρά μόνο μετά από ένα χρόνο), του εργοστάσιου πυρομαχικών του Hanover, των τριών εργοστασίων της General Electric στη Νέα Υόρκη. Κι αυτά δεν είναι παρά τα πιο θεαματικά από τα σαμποτάζ που έχουν γίνει καθη­μερινότητα στις ΗΠΑ. Σχεδόν κάθε μέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες κά­ποιο πολεμικό εργοστάσιο ή κάποια επιχείρηση που συμμετέχει άμεσα στις δραστηριότητες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, παθαίνει υλικές ζημιές ή τίθεται για κάποιο διάστημα εκτός λειτουργίας. Επιπλέον στις περισσότερες πόλεις γίνονται επιθέσεις ενάντια στους μπάτσους. Στη Νέα Υόρκη μέχρι σήμερα επτά αυτοκίνητα της αστυνομίας έχουν τινα­χτεί στον αέρα από βόμβες. Στην Καλιφόρνια καμιά δεκαριά μπάτσοι έχουν σκοτωθεί. Στο Χάρλεμ το Μέτωπο για την Απελευθέρωση των Μαύρων (BLF) διακήρυξε πως «ανάμεσα στους μαύρους και τις κατα­πιεστικές δυνάμεις και θεσμούς των λευκών υπάρχει κατάσταση πολέ­μου». Τα μέλη του τη στήνουν και πυροβολούν τους αστυνομικούς κάθε μέρα. Ακόμα κι όταν καμιά οργάνωση, καμιά ομάδα δεν συμμετέχει, η προσφυγή στην αντεπίθεση διαδίδεται σ’ όλη την Αμερική. Οι φοιτη­τές που διαδηλώνουν δεν μένουν ικανοποιημένοι με το να χτυπιούνται με την αστυνομία ώσπου να τους συλλάβουν. Προσφεύγουν στην τακτι­κή της αιφνιδιαστικής επίθεσης και επιτίθενται αδιάκοπα ενάντια στα σύμβολα της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Για παράδειγμα τον περασμένο Φλεβάρη (του 1970 σ.τ.μ.) στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλι­φόρνια, φοιτητές έκαψαν το τοπικό υποκατάστημα της Τράπεζας της Α­μερικής, της πρώτης τράπεζας στον κόσμο. Ένας φοιτητής που ρωτή­θηκε για τους λόγους αυτής της ενέργειας απάντησε: «Γιατί ήταν το πιο μεγάλο καπιταλιστικό κέρατο εδώ γύρω».

Φυσικά είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς σήμερα αν το σαμποτάζ και η επέκταση της ένοπλης πάλης θα οδηγήσουν στην πτώση του αμε­ρικάνικου καπιταλισμού. Φυσικά, επίσης, η παλιά αριστερά είναι ε­χθρική σε μια τέτοια τακτική. Το Κ.Κ.ΗΠΑ, για παράδειγμα, καταδίκα­σε τις βομβιστικές επιθέσεις σαν «έργο είτε ψυχασθενών είτε ενέργειες προβοκατόρων της αστυνομίας ή φασιστικών ομάδων που σκοπεύουν να δυσφημίσουν την αντιπολεμική διαμαρτυρία που συγκλονίζει τη χώρα». Οι Weathermen είναι φυσικά πεισμένοι πως το σαμποτάζ και η ένοπλη πάλη βοηθούν τα κινήματα απελευθέρωσης ολόκληρου του κόσμου και γι’ αυτό το λόγο συμβάλλουν, τουλάχιστον έμμεσα, στην ήττα της μητρόπολης. Και πείθουν πολλούς αριστεριστές που δεν είναι μέλη της οργάνωσης τους. Η ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα από αυτούς που έκαναν τις επιθέσεις στη Νέα Υόρκη, ήταν για παράδειγμα μέσα στη γραμμή των Weathermen. Δήλωνε πως «κατά τη διάρκεια της εβδομάδας διαμαρτυρίας ενάντια στον πόλεμο, τοποθετήσαμε εκρηκτι­κά στα γραφεία της Chase Manhattan, της Standard Oil και της General Motors».Οι φύλακες των κτιρίων και οι πράκτορες της αστυνομίας σ’ όλη την πόλη είχαν προειδοποιηθεί τηλεφωνικά τριάντα με εξήντα λε­πτά πιο πριν με τρόπο ώστε να είναι σίγουρα άδεια τα κτίρια από κόσμο. Ο πόλεμος του Βιετνάμ δεν είναι παρά η πιο εμφανής απόδειξη του τρόπου με τον οποίο η εξουσία που κυριαρχεί σ’ αυτόν τον τόπο κατα­στρέφει το λαό. Τα γιγαντιαία τραστ της Αμερικής έχουν πια εξαπλώ­σει την επιρροή τους σ’ όλο τον κόσμο αναγκάζοντας ολόκληρες οικο­νομίες ξένων χωρών σε ολοκληρωτική εξάρτηση από το αμερικάνικο νόμισμα και τα αμερικάνικα εμπορεύματα.

Στη χώρα μας τα ίδια τραστ μας έχουν μεταμορφώσει σε τρελούς κα­ταναλωτές που καταβροχθίζουν έναν τεράστιο αριθμό από πιστωτικές κάρτες και οικιακές συσκευές. Εξασκούμε επαγγέλματα χωρίς κανένα ενδιαφέρον, τεράστιες μηχανές μολύνουν τον αέρα μας, το νερό μας και την τροφή μας.

Το όνομα του Σπύρο ’γκνιου είναι γνωστό σε όλους, αλλά είναι οι άνθρωποι που σπάνια βρίσκονται στο προσκήνιο, όπως ο Νταίηθιντ Ροκφέλερ της Chase Manhattan,, ο Τζαίημς Ρος της General Motors , ο Μάικλ Χάιντεν της Standard Oil, που διευθύνουν το σύστημα από τα πα­ρασκήνια.

Η αυτοκρατορία καταρρέει στο μέτρο που οι λαοί ολόκληρου του κόσμου ετοιμάζονται να αμφισβητήσουν την εξουσία της. Στο εσωτερι­κό ο λαός των μαύρων διεξάγει εδώ και χρόνια την επανάσταση.

Και τέλος, στην ίδια την καρδιά της αυτοκρατορίας οι λευκοί Αμε­ρικάνοι δίνουν μάχες για την απελευθέρωση όλων.

Στην πραγματικότητα πολλοί από τους Weathermen έγιναν βομβιστές. Ενεργώντας σε ομάδες τεσσάρων έως εννέα ατόμων, εγκατέλειψαν την οργάνωση τους δημιουργώντας δικούς τους πυρήνες, παράνομους, χωρίς, επαφή μεταξύ τους, τόσο για λόγους ασφαλείας, όσο και για να μην εκθέτουν με τις ενέργειες τους την αρχική οργάνωση που σκοπό είχε τη δημιουργία στελεχών. Ένας από αυτούς τους πυρήνες ήταν φανε­ρά εγκατεστημένος σ’ ένα κομψό διαμέρισμα της δεύτερης Δυτικής Οδού στο Γκρήνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Στις 6 Μάρτη του 1970 μια έκρηξη καταστρέφει το κτίριο σκοτώνοντας τρεις από τους ενοίκους του. Στα ερείπια η αστυνομία ανακάλυψε τεράστιες ποσότητες δυναμίτη και μεγάλο αριθμό πυροκροτητών. Δήλωσε πως το σπίτι χρησίμευε σαν παράνομο εργαστήριο. Μόνο ένα από τα πτώματα έγινε δυνατό να αναγνωριστεί: αυτό του Θήοντορ Γκόλντ, 23 χρονών. Λίγες μέρες πιο πριν ο Γκόλντ είχε εμπιστευτεί σε ένα στενό του φίλο: «Έκανα τόσα συγκλονιστικά πράγματα παράνομα και τώρα ξέρω πως δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ο Γκολντ ήταν ένας Weatherman.

JOHN GERASSI

TEMPS MODERNES, ΑΠΡΙΛΗΣ 1970, ΤΕΥΧΟΣ 286

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΛΥΣΣΑΣ ( DAYS OF FURY)

Πάνω από τα μισά στελέχη του SDS, είμασταν περίπου καμιά εκατο­στή, πέρασαν στους Weather. Πυρήνες αναπτύχθηκαν στο πανεπιστή­μιο Κολούμπια, στο King State University, στο Μπόλντερ του Κολορά­ντο, στο Σικάγο. Οι weather είχαν αποφασίσει να συγκρουστούν και να οργανωθούν σε κολλεχτίβες των οποίων τα μέλη μοιράζονταν τα πάντα: τον έρωτα, τα αγαθά, τα τσιγαριλίκια. Εγώ κράτησα τις αποστάσεις αλ­λά όλοι μου οι φίλοι συμμετείχαν. Στο Ντένβερ ζούσαν σ’ ένα μεγάλο σπίτι από το οποίο χρησιμοποιούσαν τα δυο κάτω δωμάτια για να ζουν όλοι μαζί. Είχαν γκρεμίσει τους ενδιάμεσους τοίχους για να βάλουν τέ­λος στην ιδιωτική ζωή. Τουαλέττες, λουτρά, σεξουαλικές σχέσεις, κάθε «ιδιωτικότητα» είχε εξοριστεί. Ο τρόπος ομιλίας ήταν επίσης κοινός σε όλους. Γινόμασταν αυτοκαταστροφικοί. Ο Μαρκ Ραντ, που είναι σήμε­ρα στην παρανομία, συνήθιζε να λέει: «Αν σε μια συγκέντρωση κάνετε εχθρικούς μόνο κάποιους είναι αποτυχία, τους μισούς είναι ημι-επιτυχία, όλους είναι μια μεγάλη επιτυχία». Οι πιο αποτυχημένες διαδηλώ­σεις μας φαίνονταν επιτυχημένες, τουλάχιστον έτσι λέγαμε. Έτσι έγι­ναν τον Οκτώβρη του 1969 απ’ τις 9 ως τις 11 οι περίφημες «ημέρες λύσ­σας» των Weather, η τελευταία μη παράνομη πράξη τους. Η ιδέα ήταν να μεταφέρουμε τον πόλεμο στην ίδια τη χώρα. Αποχώρησα λέγοντας τους ότι έχουν τρελαθεί εντελώς. Ο καθένας υποπτευόταν τον άλλο ότι είναι χαφιές. Δεν μιλούσαν πια παρά για θάνατο- αν ήταν δυνατό. Οι υ­πεύθυνοι των Weather πίστευαν ότι στο κάλεσμα τους 25.000 άτομα θα διαδήλωναν στο Σικάγο. Θα είναι κάποιες εκατοντάδες μόνον που θα ξυλοκοπηθούν απ’ τους μπάτσους, θα συλληφθούν, θα αντιμετωπιστούν απ’ όλους σαν τυχοδιώκτες. Πριν απ’ αυτές τις περίφημες μέρες τα μέλη προετοιμάζονταν: ξύπνημα στις 6.00 το πρωί, γυμναστική, τρέξιμο στο πάρκο, μάθημα καράτε, κομμένο το κάπνισμα, πρόβα με τα κράνη. Το χειμώνα του 1969 οι Weather έκαναν μια συνδιάσκεψη στο Μίτσιγκαν. Μα είχαν χάσει πια κάθε αξιοπιστία. Μερικοί έφταναν μέχρι του ση­μείου να κάνουν με τα δάχτυλα το σήμα του πηρουνιού, αυτού του πηρουνιού που χρησιμοποίησε ο Τσαρλς Μάνσον για τη σφαγή. Έλεγαν: «όλα τα λευκά μωρά είναι γουρούνια». Πολλοί θα αφήσουν τότε τους Weather. Αυτοί που έμειναν θα φτιάξουν τους Weather Underground που συνεχίζουν να δρουν μέχρι σήμερα.(Αρχές του ’80 οπότε ουσιαστικά αυτοδιαλύθηκαν)

ΦΙΛΙΠ ΓΚΑΒΙ – Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΟΜΜΑΤΙΑΖΕΤΑΙ

TEMPS MODERNES, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ-ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1976

(κλεμμένα απ’ το βιβλίο «the movement» εκδ. κομμούνα)

Categories
Uncategorized

Υπερασπίζοντας το χάος της άμεσης δράσης – CGB

Ένα σμήνος πεταλούδων: μια απροκάλυπτη υπεράσπιση του χάους της άμεσης δράσης – Curious George Brigade

Παρά τις σημαντικές επιτυχίες που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια, αρκετές πρόσφατες αναρχικές κινητοποιήσεις καπελώθηκαν από μια ελεεινή μειοψηφία που επιθυμεί να υποβάλει οδηγίες, διαδρομές, εσωτερικές περιφρουρήσεις (π.χ. η «αστυνομία ειρήνης» στο Seattle), περιορισμό της δράσης σε προκαθορισμένες ζώνες κι άλλες τέτοιες μπούρδες, μετατρέποντας την οργή και τη δημιουργικότητά μας σε ένα καλοστημένο θέαμα για τα ΜΜΕ, ή στη χειρότερη περίπτωση σε μαζικές συλλήψεις. Φωνάζοντας συνέχεια και υποκριτικά για «αλληλεγγύη» και εξασφάλιση των άλλων, μετατρέπουν την αλλοτινή δυναμική μας αντίσταση, σε μια οργανωμένη εξάσκηση των ικανοτήτων τους – ελέγχου και πειθάρχησης του πλήθους.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι…

Μόλις λίγα χρόνια πριν, το RAND, αγαπημένο think-tank του αμερικανικού στρατού έγραφε:

«Οι Αναρχικοί [Στο Seattle το 1999] χρησιμοποιώντας ένα εκσυγχρονισμένο σύστημα επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένου του Internet, στάθηκαν ικανοί να πραγματοποιήσουν ταυτόχρονες επιθέσεις μέσα από παλμικές τακτικές και τακτικές διάχυσης συντονισμένες μέσα από ένα δίκτυο «ομάδων συγγενείας» χωρίς ηγεσία. Υπήρξαν καθώς φαίνεται παράδειγμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι ιεραρχικές οργανώσεις όταν έχουν να κάνουν με ένα δίκτυο πρωτοβουλιών με ταχύτερους κύκλους αντίδρασης. Αυτός ο χαλαρά οργανωμένος συντονισμός, αφομοιώνοντας τις δικτυακές τακτικές και οργάνωση, επέφερε σύγχυση σε κάθε απόπειρα της αστυνομίας να αποκτήσει μια συνολική αντίληψη της κατάστασης που απαιτούνταν προκειμένου να καταπολεμήσει αυτές τις φαινομενικά χαοτικές ταραχές του Seattle.»

Το RAND συμπερασματικά καταλήγει στο ότι ιεραρχικές οργανωτικές δομές όπως η αστυνομία δεν έχουν πολλές ελπίδες απέναντι σε ανάλογες χαοτικές τακτικές. Επιπλέον, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας πως τέτοιου τύπου ομαδοποιήσεις ευνοούν μια γρήγορη εξέλιξη των τακτικών και έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες «στρατολόγησης» νέων ατόμων, απ’ ότι οι παραδοσιακές διαδηλώσεις. Φοβήθηκαν, και με το δίκιο τους. Κερδίζαμε. Και για καλή μας τύχη, ακόμη μπορούμε να κερδίσουμε.

Δεν έχουμε τίποτα όμως να κερδίσουμε από ένα πισωγύρισμα στις τακτικές της περασμένης δεκαετίας: την πατροπαράδοτη, γνωστή και βαρετή παραδοσιακή αριστερίστικη διαδήλωση της πορείας-παρέλασης, με τους καθοδηγητές, τους ομιλητές, την εσωτερική περιφρούρησή της. Αυτό που θέλουμε είναι δημιουργική, αποκεντρωμένη και κυρίως χαοτική δράση.

Μια τακτική που χρησιμοποιήθηκε στο Seattle και αλλού, και που στηρίζεται στην πρακτική εφαρμογή του χάους είναι η «παλμική» τακτική. Παλμός είναι η ικανότητα ομάδων ανθρώπων να συγκεντρώνονται, να δρούν, κι έπειτα να απομακρύνονται κάπου σε ασφάλεια, για να σχηματίζουν νέες ομαδομοποιήσεις. Αν και μοιάζει κάπως στην αντάρτικη τακτική της «απορρόφησης», έχει ωστόσο μια ουσιαστική διαφορά.

Η νόηση του Che περί «απορρόφησης» έχει να κάνει απλά με κάτι σαν το «μια δύναμη που επιτίθεται στον εχθρό για ένα χρονικό διάστημα και μετά παύει την επίθεση και απορροφάται από την κοινότητα ή το περιβάλλον από το οποίο προήλθε». Η παλμική δράση είναι μια συνεχής ροή ανθρώπων που ενώνονται, χωρίζουν και ξαναενώνονται, συχνά σε νέους συνδυασμούς ομαδοποιήσεων. Ο πιο σίγουρος τρόπος που μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι μέσα από μικρές αποκεντρωμένες αυτόνομες ομάδες (π.χ. ομάδες συγγενείας) που έχουν την ικανότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για τον εαυτό τους, για το πότε και με ποιόν θα συνεργαστούν.

Το RAND σημειώνει ότι η παλμική τακτική καθιστά τον έλεγχο του πλήθους σχεδόν αδύνατο καθότι συνεχώς «ανασυντάσσει το πλέγμα απειλών» και ότι δεν αντιστοιχεί σε ένα προκαθορισμένο μοντέλο που η αστυνομία θα μπορούσε να αναλύσει και τελικά να εξουδετερώσει. Αυτή η μη-προβλεψιμότητα είναι που αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο της θεωρίας του χάους.

Ένα αγαπημένο παράδειγμα των θεωρητικών του χάους στη βιολογία είναι τα βακτήρια. Τα βακτήρια λειτουργούν παλμικά, δημιουργώντας ολοένα και διαφορετικά μοντέλα σύνδεσης. Ο στοχαστής του χάους M. Planc έγραφε: «κάθε μοντέλο είναι οργανικό και αποτέλεσμα τυχαίων δυνάμεων στο περιβάλλον, η ολοένα και διαφορετική σύσταση και η πυκνότητα (παλμός) των βακτηρίων είναι που κάνουν τους οργανισμούς τους τόσο ανθεκτικούς και προσαρμόσιμους».

Η διάχυση είναι ακόμη ένας τρόπος να εμφυσήσουμε το χάος στις πράξεις μας. Είναι η τακτική κατά την οποία πλήττεται ένας μεγάλος αριθμός στόχων, χωρίς να ακολουθείται κάποιο προκαθορισμένο σχέδιο. Οι αποκεντρωμένες διάχυτες δράσεις φέρνουν σύγχυση στις δυνάμεις της τάξης και μειώνουν την ικανότητά τους στην προστασία στόχων και την παρεμπόδιση των δραστηριοτήτων μας. Αναγκάζονται έτσι να «αντιδρούν» στις δικές μας δράσεις αντί να επιβάλλουν το δικό τους στόχο για «έλεγχο των διαδηλώσεων». Και πάλι, ο μόνος τρόπος για να δουλέψει αυτό με χιλιάδες ανθρώπους είναι να οργανωθούμε με έναν ριζικά αποκεντρωτικό τρόπο. Αποκεντρωμένη δουλειά και δράσεις ομάδων συγγενείας επιτρέπουν στις ικανότητες και το πάθος μικρών ομάδων να αναπτύσσονται ανεμπόδιστα, έτσι ώστε οι ομάδες να επιλέγουν τις δράσεις που ταιριάζουν στα ενδιαφέροντα και τις ικανότητές τους.

Στις διαδηλώσεις, οι ιεραρχικές οργανώσεις μπορούν να παραλύσουν τάχιστα, όταν το κεντρικό νευρικό τους σύστημα παραδοθεί στο χάος που προκαλούν οι απρόβλεπτες, παλμικές επιθέσεις. Εδώ, οι αναρχικοί αποκτούμε το πλεονέκτημα τέτοιων προνομιακών πεδίων που ανοίγονται από αυτόνομες ομάδες, δίνοντάς μας μια ώθηση ενάντια στις δυσκίνητες ιεραρχικές δομές όπως η αστυνομία.

Τόσο οι παλμικές όσο και οι διάχυτες δράσεις, σπέρνουν το κρίσιμο στοιχείο του χάους στις διαδηλώσεις. Το χάος βέβαια, δεν μπορεί παρά να είναι αφιλόξενο τόσο για την αστυνομία όσο για κάθε ιεραρχική οργάνωση, κι έτσι μειώνεται η ικανότητα αντίδρασής τους. Αυτές οι τακτικές ανοίγουν στις ομάδες συγγενείας πιθανότητες τις οποίες δε θα μπορούσαν να σχεδιάσουν, ή δε θα προσδοκούσαν ποτέ: όπως υπήρξαν για παράδειγμα: η χρήση ενός σκουπιδοτενεκέ και μιας μπάρας που μετατράπηκαν ευφάνταστα σε πολιορκητικό κριό, ή η εύρεση μιας ξεκλείδωτης εισόδου στο ξενοδοχείου που έμεναν τα μέλη του IMF.

Το χάος επίσης επιτρέπει στις μικρές δράσεις να πολλαπλασιαστούν και να επεκταθούν. «Κάθε μικρή αρχική αλλαγή μπορεί να μετατραπεί συσσωρευτικά σε τεράστια και βαθιά ρήγματα και απρόβλεπτες αλλαγές, όπως το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στην Αργεντινή μπορεί να προκαλέσει έναν τυφώνα στην Νέα Υόρκη».

Δεν είμαστε ρομπότ, δεν είμαστε επαγγελματίες οργανωτές διαδηλώσεων: είμαστε ένας δημιουργικός παλμός διάχυτων επιθέσεων, είμαστε οι πεταλούδες της ελευθερίας. Πολεμάμε για τις ζωές μας και χορεύουμε για την ελευθερία.

Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Μάρτης 2007

Categories
Uncategorized

Χάος – ?

Χάος

Η ένταξη μας σε μια ομάδα για το χάος είναι η προσπάθειά μας να ξεφύγουμε από την διαδρομή που μας προγραμμάτισαν ή μας προγραμματίσαμε.

Καταστρέψαμε τις αξίες μας γιατί κάποιος έπρεπε να κάψει τα παλιά.

Διαλύουμε τα έργα μας γιατί δεν θέλουμε να βολευτούμε.

Ψάχνουμε και παρουσιάζουμε το διαφορετικό γιατί δεν περιμένουμε τίποτα.

Εάν ο κ. Switters ζητούσε από τα ερείπια των πάντων να ανθίσει μια νέα ζωή, εμείς όχι. Και αν ζητάμε κάτι σ’ αυτήν την συνεύρεση, είναι το αντίθετο. Η νέα μας ζωή να καρπίσει μόνο αμφιβολίες και παραμέτρους.

Εάν αυτός μάζευε σκουπίδια για να βλαστήσουν και να δώσουνε έργα νέα, έργα φρέσκα, έργα σπουδαία, που η μόνη τους διαφορά από τα προηγούμενα να ήταν ότι δεν ήταν καμωμένα από καταξιωμένα υλικά, εμείς, αντίθετα, σκουπίδια κάνουμε τα έργα μας, τα κομματιάζουμε, την ομορφιά τους κορφολογούμε και τα σκορπάμε στο σύμπαν.

Σσσσσς! Σιγά. Το σύμπαν κοιμάται ακουμπώντας στο μπράτσο το τεράστιο αυτί του, κατάστικτο από τα τσιμπούρια των άστρων. (Β.Μ)

Χάος.

Όλοι μας φτάνουμε από παντού στο μικρό του χάους αδιέξοδο.

(βρέθηκε στο περιέργως κνίτικο site kneagn.tripod.org)

 

Categories
Uncategorized

Περί τίνος λοιπόν πρόκειται, σύντροφε;

Περί τίνος πρόκειται, σύντροφε; – Mr. Dupont

“Οι επαναστατικές πράξεις επιτίθενται ενάντια στο σύστημα ως ολότητα – για την ανατροπή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει μια γενική αποδιοργάνωση της κοινωνίας που διαφεύγει από κάθε πολιτικό έλεγχο. Μέχρι τώρα, ανάλογες επαναστατικές πράξεις έχουν εμφανιστεί μόνο συνδεδεμένες με μια κοινωνική καταστροφή, όπως μετά από πολεμικές ήττες και τις σχετικές οικονομικές δυσχέρειες. Αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες καταστάσεις αποτελούν μια ικανή προϋπόθεση για την επανάσταση, αλλά καταδεικνύει το βαθμό της κοινωνικής εκτροπής που προηγείται των επαναστατικών ξεσηκωμών. Η επανάσταση πρέπει να περιλαμβάνει μια πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού. Όχι κάποια ιδεολογία αλλά η αναγκαιότητα φέρνει τις μάζες στην επαναστατική κίνηση. Οι προκύπτουσες δραστηριότητες παράγουν τη δική τους επαναστατική ιδεολογία, η οποία υποτίθεται ότι είναι η κατανόηση του τι πρέπει να γίνει ώστε να προκύψει μια νικηφόρα έκβαση του αγώνα ενάντια στους υποστηρικτές του συστήματος”. – Από συνέντευξη του Paul Mattick με τη Lotta Continua, Οκτώβρης του 1977.

Ως ριζοσπάστες κι ως επαναστάτες, τί είναι αυτό που κάνουμε στην πραγματικότητα; Σε ποιον απευθυνόμαστε; Με ποιον σχετιζόμαστε; Πόσο αποτελεσματικοί είμαστε; Τί αποτέλεσμα θα έπρεπε να επιδιώκουμε; Γιατί είμαστε τόσο λίγοι, και ποιός είναι ο στόχος μας;

Το άρθρο αυτό είναι μια μικρή εξερεύνηση στα ανδραγαθήματα ανθρώπων σαν εμάς. Είναι για το τί προσπαθούμε να κάνουμε και τί κάνουμε στ’ αλήθεια. Οι επαναστάτες είναι πιο επικίνδυνοι, πιο αποτελεσματικοί και πιο ευκίνητοι όταν είναι σαφείς σχετικά με το τί κάνουν και που έγκειται η αποτελεσματικότητά τους. Ευελπιστεί ότι αυτοί που θα το διαβάσουν θα ανταποκριθούν, δημιουργώντας μια συζήτηση από την οποία μπορούμε όλοι να μάθουμε κάτι χρήσιμο στην καθημερινότητά μας κι επίσης στην παρέμβασή μας στην ταξική πάλη.

Υπάρχουν δυο βασικά θεωρητικά μοντέλα του πως μια επανάσταση (που μπορεί να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να τον αντικαταστήσει με μια ελεύθερη ανθρώπινη κοινωνία) μπορεί να ζωογονηθεί. Θα επιχειρηθεί μια γενική περιγραφή των θεωρητικών μοντέλων αυτών, δεν είναι αναγκαίο στη φάση αυτή να εξεταστεί κάθε πολιτική ομάδα που ενδεχομένως αποδέχεται σε διαφορετικό βαθμό το ένα ή το άλλο μοντέλο. Αν κάποιος έχει μια ανάμειξη σε πολιτικούς, ταξικούς αγώνες ή επαναστατικές πρακτικές, μπορεί εύκολα να καταλάβει για τί πράγμα μιλάμε.

Μοντέλο 1

Θα αναφερθώ στο μοντέλο αυτό ώς το μοντέλο εξύψωσης της συνείδησης. Στην κάπως πιο αγνή, ή σκληρή, μορφή του, η βασική ιδέα του μοντέλου αυτού είναι ότι οι ριζοσπάστες οφείλουν να μορφώσουν και να εμπνεύσουν “τις μάζες”, ή την εργατική τάξη. Αυτοί οι ριζοσπάστες ελπίζουν να κερδίσουν μαζική αποδοχή των ιδεών τους ώστε τελικά η πλειοψηφία του πληθυσμού να μπορέσει να αλλάξει τον τρόπο της ζωής μας. Οι θιασώτες του μοντέλου αυτού τείνουν να υιοθετούν μια διττή άποψη γι αυτούς που ελπίζουν να επηρεάσουν. Από την μια νιώθουν διανοητικά ανώτεροι από “τις μάζες”, και απεγνωσμένοι που ο “μέσος ανθρωπάκος” δε θα φτάσει ποτέ σε ένα υψηλό επίπεδο αντίληψης (εξ αιτίας της σχεδόν εσκεμμένης βλακείας του!). Από την άλλη, οι ριζοσπάστες αυτοί τείνουν να πιστεύουν με έναν σχεδόν θρησκευτικό τρόπο, στο “καλό” που αντιπροσωπεύουν γενικά οι άνθρωποι. Βασίζουν την πίστη τους ότι ο καθένας μια μέρα θα αλλάξει μυαλά, στο ότι μόνο ο Διάβολος ο ίδιος θα μπορούσε να αντισταθεί στην αλήθεια της προπαγάνδας τους για πάντα.

Η χρήση “θρησκευτικών” μεταφορών είναι ενδεικτική. Ο κύριος λόγος που το μοντέλο αυτό είναι τόσο δημοφιλές, ίσως, έχει να κάνει με τις παραδόσεις της οργανωμένης θρησκείας. Εδώ, έχω υπόψη μου ιδιαίτερα τον χριστιανισμό και όλες τις χιλιάδες αιρέσεις του. Ο χριστιανισμός είναι μια θρησκεία προσηλυτισμού, κι άλλες σημαντικές θρησκείες, όπως το ισλάμ, είναι επίσης οργανώσεις προσηλυτισμού, αλλά ίσως μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο χριστιανισμός παρείχε τις βασικές τακτικές για άλλες θρησκείες προσηλυτισμού, σίγουρα όμως, μέχρι σήμερα καμία άλλη θρησκεία δεν στάθηκε τόσο επιτυχημένη (ή τόσο δολοφονική), σ αυτό το θέμα.

Οι οργανωμένες θρησκείες προσηλυτισμού βασίζουν αρκετές από τις δραστηριότητές τους στην εξύψωση της συνείδησης: φιλοδοξούν να δείξουν στον κόσμο, κάθε προέλευσης, “το φως το αληθινό”. Φιλοδοξούν, όπως το βλέπουν οι ίδιες, να φέρουν τις μάζες σε ένα ψηλότερο ηθικό επίπεδο, ένα επίπεδο στο οποίο ένας βαθμός ειρήνης κι αρμονίας μεταξύ των πιστών θα επιτυγχανόταν. Έχοντας μεγαλώσει κάτω από τη σκιά μιας θρησκείας προσηλυτισμού όπως ο χριστιανισμός ή το ισλάμ, όπως πολλοί από μας που κατοικούμε στις περιοχές αυτές, θα ήταν αρκετά εύκολο ακόμα και για έναν άθεο θιασώτη της πάλης των τάξεων να πάρει ως δεδομένη αυτή την ιδέα μαζικού προσηλυτισμού, το μοντέλο της εξύψωσης της συνείδησης.

Ένα στοιχείο γι αυτήν τη “θρησκευτική” φύση του μοντέλου εξύψωσης της συνείδησης είναι η ανταπόκριση που είναι έμφυτη σε μερικούς ανθρώπους όταν εμείς οι ριζοσπάστες και επαναστάτες στεκόμαστε αρκετά αφελείς ώστε να λογομαχήσουμε για την άποψή μας με “μη πολιτικούς” συζητητές σε κοινωνικές συνθήκες. Σε κοιτάζουν σαν μάρτυρα του ιεχωβά και εύχονται να το βουλώσεις. Τί σκέφτεστε για έναν μάρτυρα του ιεχωβά που σε πιάνει σε μια γωνία και προσπαθεί με το ζόρι να σου χώσει την “αλήθεια” του στο κεφάλι;

Ένας άλλος λόγος που το μοντέλο εξύψωσης της συνείδησης είναι ακόμα και σήμερα δημοφιλές ανάμεσα στους ριζοσπάστες που προσπαθούν να αλλάξουν τον τρόπο που σκέφτονται “οι μάζες” είναι γιατί χρησιμοποιείται συνεχώς από ολόκληρη την εξουσιαστική αριστερά παγκοσμίως. Οι ριζοσπάστες όλου του φάσματος κατά παράδοση επηρεάζονται από τις τακτικές και την επιτυχία των οργανώσεων της εξουσιαστικής αριστεράς. Δεν έχουμε παρά να δούμε τη συκοφάντηση των αναρχικών κι ελευθεριακών σε όλο τον κόσμο από αντι-προλεταριακές οργανώσεις όπως ο IRA, το ANC, η ΕΤΑ, και τον μοντέρνο ενθουσιασμό της μόδας για το φιλό-καπιταλιστικό κίνημα των Ζαπατίστας. Ένα σωρό αναρχικοί δεν μπορούν να αντισταθούν στην εκμηδένιση κάθε κριτικής ικανότητάς τους με το που βλέπουν κάθε επίδοξο δικτάτορα να κρατά ένα όπλο στο όνομα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και της αστικής δημοκρατίας. Ο λόγος που οι οργανώσεις της εξουσιαστικής αριστεράς λατρεύουν το μοντέλο εξύψωσης της συνείδησης είναι λόγω της ευκολίας με την οποία μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία της οικοδόμησης του Κόμματος και της δημιουργίας πειθήνιων υποστηρικτών. Για την αριστερά, η εξύψωση της συνείδησης στην πραγματικότητα σημαίνει να διδάσκεις στους ανθρώπους την αναγκαιότητα κατάληψης της εξουσίας από το εκάστοτε Κόμμα.

Μοντέλο 2

Το αντίθετο του μοντέλου που περιγράφεται παραπάνω μπορεί να οριστεί ως οικονομιστικό ντετερμινιστικό μοντέλο. Το μοντέλο αυτό είναι υλιστικό στην ουσία του κι όχι ηθικιστικό ή “θρησκευτικό”. Δεν ενδιαφέρεται να συζητήσει διεξοδικά το πόσο “καλοί” (ή το πόσο “αναμάρτητοι”) είναι οι άνθρωποι. Λέει ότι οι άνθρωποι καθορίζονται από τις συνθήκες κι ό,τι τους έπιβάλλεται να κάνουν. Λέει ότι δεν έχει νόημα να προσπαθείς να αλλάξεις τα μυαλά “των μαζών” με προπαγάνδα είτε με τη θεωρία είτε με τη δράση. Λέει ότι τα τμήματα του πληθυσμού (ή τα κομμάτια της εργατικής τάξης) θα μπορέσουν να αλλάξουν την κοινωνία μόνο όταν οι οικονομικές συνθήκες προκαλέσουν μια αντίδραση. Βασίζοντας τις ιδέες τους σε ιστορικά γεγονότα, οι θιασώτες του οικονομιστικού μοντέλου ισχυρίζονται ότι η συνείδηση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης θα αλλάξει μόνο όταν η κοινωνία βρεθεί αντιμέτωπη με μια πολιτική και οικονομική κρίση. Μια τέτοια σκέψη προκύπτει μερικώς από μια αντίληψη της προσέλευσης των σημαντικών πολιτικών (ή καλύτερα, επαναστατικών) ιδεών. Για παράδειγμα, ήταν οι εργάτες του Παρισιού που στα 1871 επινόησαν την Κομμούνα σαν μια πρακτική, επαναστατική μορφή οργάνωσης. Ο Karl Marx απλώς την κατέγραψε και την ανέδειξε, μετά την πραγματοποίησή της. Κι όταν οι πολιτικοποιημένοι ζητούσαν την εγκαθίδρυση σοβιέτ στη Ρωσία το 1917, ήταν ικανοί να το κάνουν μόνο και μόνο επειδή οι ρώσοι εργάτες τα είχαν ανακαλύψει στα 1905. Εκτός μιας επαναστατικής κατάστασης, οι θιασώτες του μοντέλου αυτού αναγνωρίζουν βέβαια την αξία του διαλόγου και της προπαγάνδας, αλλά πρωταρχικά ως έναν τρόπο να συγκροτηθεί ο (συνήθως μικρός) αριθμός επαναστατών, και οι ικανότητές τους, ούτως ώστε όταν συμβούν κάποιες σημαντικές ταξικές συγκρούσεις, να είναι ικανοί να επηρεάσουν θετικά τα γεγονότα. (Το μοντέλο αυτό χάνει τη χρησιμότητά του όταν ένα είδος αφελούς ντετερμινισμού γίνεται το κυρίαρχο εργαλείο ανάλυσης. Θύματα αυτού του φαινομένου είναι ομάδες όπως η Διεθνής Κομμουνιστική Τάση στη Βρετανία, για παράδειγμα. Η ομάδα αυτή τραβά τον ντετερμινισμό στα άκρα, σε σημείο απόλυτης πίστης στους “ιστορικούς νόμους”. Έτσι, γι αυτούς, ο ιστορικός νόμος που κυριαρχεί τις ζωές μας σήμερα είναι αυτός που λέει ότι ο Καπιταλισμός είναι στη φάση παρακμής του και ότι ο διογκούμενος αριθμός πολιτικών και οικονομικών κρίσεων σύντομα θα τον γονατίσει. Όμως η εικόνα που έχουν για τον κόσμο δεν ταιριάζει στην πραγματικότητα. Για να υιοθετήσεις το οικονομιστικό ντετερμινιστικό μοντέλο δε χρειάζεται να ξαναγράφεις την ιστορία και τα τρέχοντα γεγονότα ώστε να ταιριάξουν σε ένα παραμυθάκι με ευχάριστο τέλος που θες να έχεις για αλήθεια).

Η Ανθρώπινη Βούληση

Οι υπερασπιστές της εξύψωσης της συνείδησης θα προσέξουν ιδιαίτερα την προφανή υποτίμηση της “ανθρώπινης βούλησης” που σημειώνεται στο δεύτερο μοντέλο. Θα ισχυριστούν ότι μια “επανάσταση” δεν γίνεται να πραγματοποιηθεί χωρίς τις συνειδητές και πεφωτισμένες πράξεις μιας πλειοψηφίας (ή ενός μεγάλου αριθμού) του λαού. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πουν ίσως, πρέπει να προηγηθούν χρόνια εκπαίδευσης για να το εμπεδώσει η εργατική τάξη. Η αιτιολόγηση είναι προβληματική, και χρειάζεται μόνο μια ματιά στην ιστορία και τον κόσμο γύρω μας για να δούμε το γιατί. Καταρχήν, αν οι μάζες δεν αντιλαμβάνονται την επαναστατική πολιτική μέχρι τώρα, μετά από 150 χρόνια προπαγάνδας, και πολλά ιστορικά παραδείγματα, τότε πότε σκοπεύουν να το αντιληφθούν; του χρόνου ίσως; Δεύτερον, αν ρίξουμε μαι προσεχτική ματιά στα προηγούμενα επαναστατικά γεγονότα (κι εννοώ επαναστατικά, όχι εθνικιστικά πραξικοπήματα) θα δούμε τότε ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων δεν ήταν “επαγγελματίες” επαναστάτες. Ήταν άνθρωποι που, μέσα σε μια μικρή χρονική περίοδο, και στο μέσον πολιτικής και οικονομικής αποδιάρθρωσης, κατανόησαν την πρακτική ανάγκη για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης και έδρασαν αναλόγως. Η “εκπαίδευσή” τους ήταν το αποτέλεσμα της μαρτυρίας πραγματικών γεγονότων, κι όχι χρόνων ανάγνωσης προπαγανδιστικού υλικού (που φυσικά δε διάβαζαν ποτέ). Οι ιδέες των ανθρώπων μπορούν να αλλάξουν πολύ γρήγορα σε σχέση με τις συνθήκες στις οποίες εμπλέκονται, μια επανάσταση θα είναι αδύνατη χωρίς ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης να πάει πέρα από τα γεγονότα και να δημιουργήσει το μέλλον του με την ίδια της βούλησή του. Ήταν, είναι, και θα είναι για πάντα, τα γεγονότα που φέρνουν την εργατική τάξη σε μια επαναστατική συνείδηση, κι όχι η προπαγάνδα. Όμως είναι στο σημείο αυτό που η βούλησή της γίνεται ο κυρίαρχος παράγοντας, καθώς αποφασίζει με ποιον τρόπο θα δράσει σύμφωνα με την νέα συνείδησή της, στις συνθήκες που βρέθηκε.

Είναι μόνο μέσα στον καταιγισμό της σοβαρής, συλλογικής δράσης της εργατικής τάξης που συμβαίνει μια αλλαγή. Αλλαγή της συνείδησης και αλλαγή της πραγματικής ζωής.

Ποιά είναι η θέση του μακροχρόνιου “επαναστάτη” στην κατάσταση αυτή; Λοιπόν, είναι σ αυτό το σημείο της ταξικής σύγκρουσης (όταν η δυνατότητα καταστροφής της οικονομίας φαντάζει πραγματική και άμεση) που είναι ουσιαστικό για τους επαναστάτες να γίνουν ακουστοί. Είναι επίσης στο σημείο αυτό που ένα ολόκληρο φάσμα άλλων εκλήσεων στην εργατική τάξη θα γίνει κάτω από κάθε απόχρωση όλων εκείνων που θέλουν να σώσουν τον καπιταλισμό. Έχοντας μελετήσει καιρό τη φύση της αντεπανάστασης και των πρωταρχικών στοιχείων της, θα είναι οι επαναστάτες που θα εμπλακούν στην καταστολή κάθε πρωτοβουλίας που μοιάζει να απειλεί την αυτονομημένη δραστηριότητα των ίδιων των επαναστατών. Μπορούμε να αντιπαραβάλλουμε αυτή τη στρατηγική με στιγμές έντονης ταξικής αντιπαράθεσης που προκύπτουν χωρίς κάποιο ίχνος γενικευμένης εξέγερσης να επίκειται. Είναι καλό για την τάξη μας να εξοικειώνεται με τους ταξικούς αγώνες και τη βιομηχανική σύγκρουση και θα έπρεπε να παρεμβαίνουμε οπουδήποτε μπορούμε προκειμένου να παρέχουμε αυτού του είδους την προοπτική που ελπίζουμε να παρέχει μια επαναστατική κατάσταση.

Προκειμένου να είμαστε αποτελεσματικοί σ αυτό, είναι απαραίτητο να διαθέτουμε όσο περισσότερους επαναστάτες γίνεται, όμως πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτός ο αριθμός δε θα σχηματίσει ποτέ ένα μαζικό κίνημα. Τα γεγονότα είναι που κάνουν τις επαναστάσεις, κι όχι τα νούμερα των πολιτικοποιημένων με κάρτα μέλους. Ένα οργανωμένο μαζικό κίνημα, από τη φύση του, δεν μπορεί ποτέ να είναι επαναστατικό μέσα σ αυτήν την κοινωνία. Απλά δεν μπορεί. Για να δούμε γιατί ένα μαζικό κίνημα σε μη-επαναστατικούς καιρούς δεν μπορεί να είναι επαναστατικό, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στην “επαναστατική” συνδικαλιστική παράδοση, την άνοδο των “επαναστατικών” σοσιαλ-δημοκρατικών κομμάτων στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γερμανία, και την άνοδο και πτώση της αναρχο-συνδικαλιστικής CNT στην Ισπανία, μεταξύ άλλων παραδειγμάτων. (Ο ρόλος της CNT στην ισπανική ιστορία συχνά διαστρεβλώνεται στην αναρχική φιλολογία. Η CNT ήταν ένα ρεφορμιστικό βιομηχανικό συνδικάτο το οποίο, όπως τα περισσότερα συνδικάτα στις αρχές του αιώνα, ανά την Ευρώπη, χρησιμοποιούσαν μια “επαναστατική” ρητορική. Η ισπανική επαναστατική περίοδος του 1920 και 30 αποδείχτηκε να είναι ενάντια στη CNT. Το 1936, η CNT προσπάθησε να παρεμποδίσει ένα επαναστατικό ξέσπασμα, το οποίο δεν ήταν τόσο προϊόν της προπαγάνδας και οργάνωσης της CNT, όσο αποτέλεσμα των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του ισπανικού προλεταριάτου και της καταστροφικής επίδρασης των κυβερνήσεων για πολλά χρόνια.

Στην κοινωνία αυτή, μπορούν να υπάρξουν μαζικά κινήματα, αλλά δε θα είναι ποτέ επαναστατικά. Πάρτε για παράδειγμα το οικολογικό κίνημα: αυτό το κίνημα εξαπλώνεται χρόνια τώρα, κι έχει αρκετή υποστήριξη από τομείς της καπιταλιστικής τάξης. Ωστόσο, δεν είναι ένα κίνημα που ζητά την κατάργηση της εργασίας και των τάξεων. Παρόλο που οι ακτιβιστικές περιπέτειές του πρόσφατα ξεκίνησαν να θέτουν σε αμφισβήτηση την θεμελιώδη φύση του κινητήριου άξονα της παγκόσμιας οικονομίας, δεν υπάρχει ακόμα κάποιο σημάδι στον ορίζοντα, που να υποδεικνύει ότι η “αντι-καπιταλιστική” ρητορική του θα ξεφύγει από την αριστερίστικη επανανακάλυψη του “αντιϊμπεριαλισμού” που χαρακτηρίζει αυτό το κίνημα. Στην πραγματικότητα, η αντίστροφη διαδικασία μοιάζει πολύ πιο πιθανή, καθώς οι παλιομοδίτικες αριστερές ομάδες (πχ το SWP στη Βρετανία) μπαίνουν ξανά στο παιχνίδι, και η ηγεσία του νέου “αντικαπιταλιστικού” συνοθυλεύματος (πχ το RTS στη Βρετανία) μάχονται για αναγνωρισιμότητα και έλεγχο στο εσωτερικό των δραστηριοτήτων “τους”.

“Οι μάζες” θα γίνουν επαναστατικές μόνο (ή αλλιώς θα υπάρξει ένα επαναστατικό μαζικό κίνημα στην κοινωνία μόνο) όταν η κοινωνία αυτή βυθιστεί στην κρίση της εργοστασιακής αναταραχής, της οικονομικής κατάρρευσης και της πολιτικής αστάθειας. Ρίξτε μια ματιά σε κάθε επαναστατική περίοδο της ιστορίας και θα το δείτε. Η εποχή που το προλεταριάτο έφτασε πιο κοντά στο να δημιουργήσει μια παγκόσμια κομμουνιστική κοινωνία ήταν στο τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Τα χειρότερα στοιχεία της εξύψωσης της συνείδησης δείχνουν μια προτίμηση στους αναγνώστες της The Guardian (στμ “έγκριτη βρετανική εφημερίδα”) απέναντι στους αναγνώστες της The Sun (κουτσομπολίστικη) καθώς νομίζουν ότι το αναγνωστικό κοινό της The Guardian είναι πιο “προχωρημένο”, και καλύπτουν οτιδήποτε βλέπουν με τον γλοιώδη ηθικισμό και τον πολιτιστικό ολοκληρωτισμό τους. Πιστεύουν ότι άνθρωποι με ένα φιλο-αριστερό προφίλ είναι πιθανότεροι “επαναστάτες” από αυτούς με ένα πιο δεξιό προφίλ. Δηλαδή, θεωρούν τον Tony Blair, πιθανότερο επαναστάτη από έναν αντιδραστικό φορτηγατζή. Ή πάλι, θεωρούν έναν ψηφοφόρο των Εργατικών (το κόμμα του Tony Blair) από την εργατική τάξη ως πιθανότερο επαναστάτη από έναν ψηφοφόρο των Tories (φιλελεύθερη δεξιά) της εργατικής τάξης. Μια τέτοια αξιολόγηση γίνεται από την μεριά ανθρώπων που βλέπουν τους εαυτούς τους ως ηθικά ανώτερους από τους υπόλοιπούς μας και που διαθέτουν μικρή κατανόηση της δυναμικής της ταξικής σύγκρουσης, και του πώς δουλεύει η οικονομία. Μήπως οι απεργοί πρέπει να περάσουν από κάποια πολιτιστική επιμόρφωση, προκειμένου να κατανοήσουν τα ήθη της πολιτικής ορθότητας, προτού γίνουν μια υλική απειλή για την κυρίαρχη τάξη και το Κράτος; ή απλώς κατεβαίνουν σε απεργία;

Κάποιες τελικές σκέψεις

Μπορούμε να επικοινωνήσουμε μόνο με τους ανθρώπους που θα μας ακούσουν και θα μας καταλάβουν. Μπορούμε να αναμειχθούμε σε αγώνες στο χώρο εργασίας μας, για παράδειγμα, και να φέρουμε ένα αποτέλεσμα. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να συζητήσουμε και να συνδεθούμε με ανθρώπους στις γειτονιές μας για ζητήματα που μας επηρεάζουν εκεί. Και μπορούμε να μιλήσουμε σ αυτούς που νιώθουν ότι όλα χρειάζεται να αλλάξουν αλλά δεν έχουν κάνει το πνευματικό άλμα να δουν τον κόσμο με επαναστατικούς ταξικούς όρους, ανθρώπους που ήδη ασχολούνται κατά κάποιο τρόπο με την “πολιτική”. Όμως δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να κάνουμε τους ανθρώπους που μας προσπερνάνε στο δρόμο, και δεν έχουν καμία περαιτέρω επαφή μαζί μας, να πάρουν ένα φύλλο χαρτί, να το διαβάσουν και να δράσουν πάνω σ’ αυτό. Αν τα επαναστατικά κείμενα ήταν δημοφιλές υλικό ανάγνωσης τότε τα ράφια των βιβλιοπωλείων θα ήταν γεμάτα με επαναστατικά έντυπα από χρόνια ήδη. Ακόμα και σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία, όπου τα πρακτορεία τύπου είναι αναγκασμένα να πουλούν “επαναστατικά” έντυπα, οι μάζες δεν έχουν καταληφθεί από κανέναν επαναστατικό πυρετό.

Αυτό που ισχύει παντού είναι ότι οι κυρίαρχες ιδέες (στα κεφάλια των ανθρώπων) είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης, μέχρι δηλαδή τα πάντα να αρχίσουν να πηγαίνουν, σε υλικό επίπεδο, στραβά για την κυρίαρχη τάξη, και η νομιμοποίησή της τεθεί υπό αμφισβήτηση. Αυτή η ρωγμή στην πανοπλία της νομιμότητάς της έρχεται συνήθως όταν υπάρχει μια ευρείας κλίμακας βιομηχανική εξέγερση, όταν οι εργάτες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται που έγκειται η δύναμή τους, όπως στη Γαλλία το 1968, όπου 10 εκατομμύρια εργατών κατέβηκαν σε απεργία και ο πρόεδρος De Gaulle ένιωσε την ανάγκη να διασφαλίσει την υποστήριξη του στρατού σε μια συνάντηση με τον στρατηγό Masou. (Ο γαλλικός καπιταλισμός μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο παρέμεινε σε μια επισφαλή κατάσταση και το 1958 ο De Gaulle ηγήθηκε ενός ειρηνικού πραξικοπήματος και έχρισε τον εαυτό του Πρόεδρο, η εργατική τάξη δεν έκανε και πολλά για να τον εμποδίσει πιστεύοντας ότι τα πράγματα μπορεί να βελτιωθούν, ωστόσο δεν βελτιώθηκαν κι έτσι το ξέσπασμα της εργατικής τάξης του 1968 τέθηκε σε κίνηση. Ο Μάης του 1968 έδειξε ότι μια εκτεταμένη εξέγερση ήταν εφικτή σε ένα “σύγχρονο” κράτος. Όμως αυτό που παραβλέπεται συνήθως είναι ότι συνέβη εξαιτίας των ειδικών προβλημάτων και της ευαισθησίας της γαλλικής οικονομίας, κι όχι λόγω του συχνά παρατονισμένου κύματος νεανικού ριζοσπαστισμού και των διαμαρτυριών που φάνηκαν να εγείρονται προς το τέλος της δεκαετίας του 1960. Ο Μάης του 1968 δεν ήταν σύμπτωμα του “ριζοσπαστικού μύθου” που δημιουργήθηκε γύρω από τα γεγονότα των τελών του 60 και των αρχών του 70, αλλά χρησιμοποιήθηκε στο έπακρο για να στερεώσει τον μύθο αυτόν).

Ένα βασικό καθήκον μιας οργάνωσης σαν την (βρετανική) Αναρχική Ομοσπονδία, είναι τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, και το οποίο πετυχαίνει σε κάποιο βαθμό σήμερα, είναι να καταπολεμήσει την ιδεολογία της αριστεράς. Οι επαναστατικές ιδέες δεν είναι αριστερές, δεν είναι σοσιαλδημοκρατικές, δεν είναι λενινιστικές. Παρόλο που οι αριθμοί των “επαγγελματιών” επαναστατών θα είναι πάντοτε αναγκαστικά μικροί, τους θέλουμε όσο πιο μέσα στα πράγματα γίνεται (για παράδειγμα, όσο πιο αντι-αριστερούς γίνεται, όσο πιο αντιεξουσιαστές, αντι-εθνικιστές, αντι-καπιταλιστές, αντι-μυστικιστές γίνεται κλπ). Τα άτομα κάνουν τη διαφορά στα πράγματα. Τι θα συνέβαινε αν ο Durruti είχε δώσει βάση στις επιφυλάξεις του για την πολιτική της CNT που πρότασσε την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας αντί για πόλεμο για την επανάσταση στην Ισπανία το 1936; Αν οι “επαναστάτες” κάνουν λάθη, ή είναι ηλίθιοι, ή πολύ δειλοί, τότε γίνονται περισσότερο μια απειλή για την εργατική τάξη παρά μια βοήθεια.

Πρέπει να δώσουμε βάση στο γιατί ομάδες όπως η Αναρχική Ομοσπονδία θα έχουν πάντοτε λίγα μέλη. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ένδειξη “αποτυχίας”. Αντιθέτως, αν οι “μάζες” συνωστίζονταν στην Α.Ο. αύριο, ζητώντας να ενταχθούν σ’ αυτή, αυτό μάλιστα, θα ήταν μια αποτυχία. Η εργατική τάξη γίνεται επαναστατική στη δράση, και μόνο στη δράση. Οι επαναστάτες θα είναι εκεί όταν το γεγονός αυτό συμβεί και θα δράσουν σαν μια υποστήριξη στο επαναστατικό σχέδιο. Την παρούσα στιγμή, φαίνεται πως ο κύριος ρόλος μας είναι να κρατήσουμε μια δυναμική ταξική ανάλυση ζωντανή μέσα στο δίκτυο των ριζοσπαστών, κι έτσι να προσελκύσουμε όσο περισσότερους συντρόφους γίνεται. Αν και είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να αυξήσουμε των συνειδητοποιημένων επανααστατών δεν μπορούμε να περιμένουμε ένα μαζικό επαναστατικό κίνημα να αναπτυχθεί μέχρις ώτου η οικονομία βρεθεί σε σοβαρούς μπελάδες και τα αφεντικά αρχίσουν να χάνουν τον έλεγχό τους πάνω μας. Η επιτυχία ενός τέτοιου επαναστατικού μαζικού κινήματος θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό στη δουλειά την οποία κάνουμε τώρα. Αυτός είναι ο λόγος που η δουλειά μας θα είναι πάντοτε επίκαιρη και που όσοι έχουν μια επαναστατική τοποθέτηση θα πρέπει να συνεργαστούν. Αν χάνουμε τον καιρό μας τότε το μόνο που θα την πληρώσει θα είναι η επαναστατική κριτική. Όπως πάντα, πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά τί κάνουμε στην πραγματικότητα και τί μπορούμε να πετύχουμε έτσι. Πρέπει συνεχώς να αξιολογούμε ό,τι θεωρούμε επαναστατικό, ή δυνητικά επαναστατικό, και τί δεν θεωρούμε ως τέτοιο. Δε θα πρέπει να φοβόμαστε να πούμε τί σκεφτόμαστε, και δε θα πρέπει να φοβόμαστε να κριτικάρουμε τις υπάρχουσες τάσεις στο παγκόσμιο ριζοσπαστικό στερέωμα. Δε πρέπει να φοβόμαστε να αντιληφθούμε ότι “η επανάσταση” μπορεί να μη συμβεί αύριο, και ότι είναι πιθανό το μόνο που θα μπορούμε να κάνουμε θα είναι να κρατάμε ζωντανή μια επαναστατική κριτική της κοινωνίας μέσα από ένα συνεχή διάλογο, λόγου και παρέμβασης, με αυτούς που θα έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά. Κάτι τέτοιο δε σημαίνει να μιλάμε μόνο με όσους έχουν ήδη καταβάλει μια προσπάθεια να αναζητήσουν ποιοί μηχανισμοί ενδεχομένως μια μέρα θα ανατρέψουν τον καπιταλισμό, αλλά επίσης να δρούμε μέσα σε καταστάσεις όπου υπάρχει μια καλή πιθανότητα ριζοσπαστικοποίησης της αυθεντικής ταξικής πάλης (κι όχι, ας πουμε, εξτρεμιστικής ποζεριάς).

Πηγή: κείμενο του “mr Dupont” από το διαδικτυακό τοπο Libcom.org

Categories
Uncategorized

Γράμμα πάνω στα εργατικά συμβούλια (1952)

Anton Pannekoek

Γράμμα πάνω στα εργατικά συμβούλια (1952)

Θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες κριτικές και συμπληρωματικές παρατηρήσεις πάνω στις τοποθετήσεις του συντρόφου Kondor στο «Αστική ή Σοσιαλιστική Οργάνωση» στο τεύχος Δεκεμβρίου 1951 του “Funken”. Όταν κριτικάρει αρχικά το σημερινό ρόλο των συνδικάτων και των κομμάτων, είναι απολύτως σωστός. Με τις αλλαγές στην οικονομική δομή, η λειτουργία των διαφόρων κοινωνικών δομών πρέπει επίσης να αλλάζει. Κάτω από τα μονοπώλια και τον κρατικό καπιταλισμό, προς τα οποία αναπτύσσεται συνεχώς ο καπιταλισμός, τα συνδικάτα γίνονται ένα κομμάτι του κυρίαρχου γραφειοκρατικού συμπλέγματος, επιφορτισμένα με την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο όλον. Ως οργανώσεις που συντηρούνται και αναπτύσσονται από τους ίδιους τους εργάτες, είναι πολύ πιο ικανά από κάθε άνωθεν επιβεβλημένο οργανισμό στην εγκόλπωση της εργατικής τάξης ως ένα τμήμα της κοινωνικής δομής, όσο πιο αφαίμακτα γίνεται. Στην μεταβατική περίοδο που διάγουμε σήμερα, αυτός ο νέος χαρακτήρας έρχεται στο προσκήνιο ολοένα και πιο ισχυρός. Αυτή η πραγματοποίηση δείχνει ότι θα ήταν χαμένος κόπος να προσπαθήσουμε να διορθώσουμε τους παλιούς συσχετισμούς. Όμως την ίδια στιγμή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να δώσει στους εργάτες μεγαλύτερη δύναμη να διαλέξουν τις μορφές του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό.

Αυτή η ανάπτυξη προς τον κρατικό καπιταλισμό – συχνά διαφημιζόμενο υπό το όνομα «Σοσιαλισμός» στη δυτική Ευρώπη – δε σημαίνει διόλου την απελευθέρωση της εργατικής τάξης, παρά μόνον ακόμα μεγαλύτερη δουλεία. Αυτό που αποζητά η εργατική τάξη στους αγώνες της, ελευθερία και ασφάλεια, το να είναι κυρίαρχη της ζωής της, γίνεται εφικτό μόνο μέσα από τον έλεγχο των μέσων παραγωγής. Ο κρατικός σοσιαλισμός δεν σημαίνει τον έλεγχο των παραγωγικών μέσων από τους εργάτες, αλλά από τα όργανα του κράτους. Αν είναι ταυτόχρονα δημοκρατικός, αυτό σημαίνει ότι οι εργάτες θα μπορούν ακόμη να επιλέγουν τους αφέντες τους. Αντιθέτως, ο άμεσος έλεγχος στην παραγωγή από τους εργάτες σημαίνει ότι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι διευθύνουν τις επιχειρήσεις και οικοδομούν την υψηλότερη και κεντρική οργάνωση από τα κάτω. Αυτό είναι που αποκαλούμε το σύστημα των εργατικών συμβουλίων. Ο συγγραφέας είναι λοιπόν απολύτως σωστός όταν το τονίζει αυτό ως την νέα και μελλοντική αρχή των οργανώσεων της εργατικής τάξης. Η οργανωμένη αυτονομία των παραγωγικών μαζών είναι σε αντίθεση με την οργάνωση από τα πάνω του κρατικού σοσιαλισμού. Όμως πρέπει κανείς να το χει καλά στο μυαλό του. «Εργατικά συμβούλια» δε σημαίνει μια μορφή οργάνωσης με συγκεκριμένες γραμμές, προσδιορισμένες μια και καλή, που απαιτούν μόνο μια μετέπειτα προσαρμογή στις λεπτομέρειες. Σημαίνει μια αρχή – την αρχή της εργατικής αυτοδιεύθυνσης των επιχειρήσεων και της παραγωγής.

Αυτή η αρχή δεν μπορεί με τίποτα να υποκατασταθεί από μια θεωρητική αναζήτηση για την καλύτερη πρακτική εφαρμογή που θα μπορούσε να πάρει. Αφορά έναν έμπρακτο αγώνα ενάντια στο σύστημα της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Στις μέρες μας, το σύνθημα των «εργατικών συμβουλίων» δε σημαίνει μια συναδέλφωση στη δουλειά με συνεργασία, σημαίνει τον ταξικό αγώνα – στον οποίο η συναδέλφωση παίζει τον ρόλο της – σημαίνει την επαναστατική δράση των μαζών ενάντια στην κρατική εξουσία. Οι επαναστάσεις, δεν μπορούν φυσικά να έρχονται κατόπιν παραγγελίας. Εγείρονται αυθόρμητα σε στιγμές κρίσης, όταν οι καταστάσεις γίνονται ανυπόφορες. Συμβαίνουν μόνο όταν αυτή η αίσθηση του ανυπόφορου κατοικοεδρεύει στις μάζες, κι αν την ίδια στιγμή υπάρχει μια γενικά αποδεκτή συνείδηση του τι μέλει να γίνει. Είναι σ’ αυτό το επίπεδο που η προπαγάνδα και η δημόσια συζήτηση παίζουν το ρόλο τους. Κι αυτές οι δράσεις δεν μπορούν να διασφαλίσουν μια μακροπρόθεσμη επιτυχία εκτός αν μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης έχουν μια καθαρή κατανόηση της φύσης και του στόχου του αγώνα τους. Ιδού η αναγκαιότητα του να κάνουμε τα εργατικά συμβούλια ένα θέμα για κουβέντα.

Έτσι, η ιδέα των εργατικών συμβουλίων δεν περιλαμβάνει ένα πρόγραμμα πρακτικών οδηγιών που μένει να εφαρμοστούν – είτε αύριο είτε σε μερικά χρόνια -, χρησιμεύει μοναχά ως μια πυξίδα για τον μακρύ και σκληρό αγώνα για την ελευθερία, που ανοίγεται μπροστά στην εργατική τάξη. Ο Μαρξ κάποτε το έθεσε ως εξής: Η ώρα του καπιταλισμού έχει έρθει, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ώρα αυτή σημαίνει στην πραγματικότητα μια ολόκληρη ιστορική εποχή.

Categories
Alfredo M. Bonanno Uncategorized

Εργατικά συμβούλια και προλεταριακή αυτονομία

Εργατικά συμβούλια, αυτό-διαχείριση και ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας

Τι έχει να μας πει η θεωρία των εργατικών συμβουλίων σήμερα; Οδηγεί σε ένα πιθανό ρήγμα προς την προλεταριακή αυτονομία;

Οι σύντροφοι που θεωρητικοποίησαν αυτή την μορφή προλεταριακής οργάνωσης δεν έχουν παρά μια στατική και έμμονη οπτική, όμως αυτό που βλέπουν πέρα από το κάθε τι στα συμβούλια είναι μια μορφή οργάνωσης βασισμένη στην εργατική αυτό-διαχείριση. Τα συμβούλια αναπαριστούν έτσι ένα εργατικό κράτος, μια δικτατορία του προλεταριάτου, ένα εργαλείο με το οποίο το προλεταριάτο μπορεί να εξασκήσει την ταξική εξουσία του οργανωμένο καθ αυτόν τον τρόπο στους χώρους εργασίας (και στο έδαφος συνολικά θα προσθέταμε). Ποια είναι η κεντρική ιδέα στην οποία βασίζονται; Ότι οι εργαζόμενοι/ες παίρνουν στην κατοχή τους τις παραγωγικές δομές και την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, ώστε να αναπτύξουν ένα νέο μοντέλο παραγωγής. Στην πραγματικότητα, στην αντίληψή τους περί κομμουνιστικής οικονομίας, τα συμβούλια δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα όρια μέσα στα οποία γεννήθηκαν και τα οποία δικαιολογούν την ύπαρξή τους, δηλαδή, το εργοστάσιο και η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, και δεδομένης της μη-αλλαγής της μορφής της παραγωγής, επιτυγχάνουν μόνο στο σχηματισμό ενός διαφορετικού κριτηρίου για την κατανάλωση.

Ακόμα και η σοσιαλιστική κοινωνία που οραματίζονται οι συμβουλιακοί κομμουνιστές έχει μια μεγάλη ομοιότητα με τον καπιταλισμό, και ο υπολογισμός της κατανάλωσης κάθε εργαζομένου/ης βάσει των ωρών εργασίας δεν έχει την αξία της ρήξης με την μισθωτή εργασία που υποτίθεται, μιας και στην πραγματικότητα η εργασία παραμένει ένα εμπόρευμα που δεν ανταλλάσσεται πλέον με χρήμα, αλλά με ένα άλλο εμπόρευμα.

Τα συμβούλια, κατά την περίοδο που αναπτύχθηκαν σε όλη την Ευρώπη, δημιούργησαν μια κατάσταση αναταραχής η οποία από την μία στόχευε στην αντιπαράθεση με την αστική τάξη στα εργοστάσια, και από την άλλη άφηνε τις συνθήκες της ύπαρξής τους αναλλοίωτες, με λίγα λόγια συνέχιζε την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας.

Η ουτοπία των συμβουλίων είναι λοιπόν ο έλεγχος του Κράτους και της αστικής τάξης από το προλεταριάτο, ενός Κράτους και μιας αστικής τάξης που δεν έχει τη δύναμη να εξολοθρεύσει. Έτσι αναγκάζεται να σταματά στο εργοστάσιο, ανταγωνιζόμενο με την αστική τάξη για την εξουσία μέσα στα όρια που το ίδιο θέτει στον εαυτό του.

Με αυτούς τους όρους, τα συμβούλια είναι μόνο μια μορφή αντι-εξουσίας, οργανωμένης εργατικής εξουσίας αντιτιθέμενης στην αστική εξουσία. Οι μαρξιστές-λενινιστές δε δυσκολεύονται να κριτικάρουν τη θεωρία και την πρακτική της αντι-εξουσίας, να καταγγείλουν τον ρεφορμισμό της, λέγοντας πως δεν είναι θέμα αντιπαράθεσης της μιας εξουσίας με μια άλλη, αλλά του να πάρουμε από της αστική τάξη τα μέσα και να εγκαθιδρύσουμε μια δικτατορία του προλεταριάτου μέσω του κόμματος, η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα υποβοηθηθεί από τις οργανωτικές μορφές των εργατικών συμβουλίων. Με τον τρόπο αυτό βρίσκουμε τους εαυτούς μας πάλι πίσω στο πρώτο βήμα, πίσω στις θεωρίες των μπολσεβίκων των οποίων η απόλυτη σύγχυση αποδείχτηκε περίτρανα μέσα από άλλα έργα υποστηρικτών των εργατικών συμβουλίων.

Όμως υπάρχει κάτι σταθερό: ότι τα συμβούλια, ως μια μορφή αντι-εξουσίας, δεν μπορούν να παν παραπέρα από τον ρεφορμισμό, εμπλεκόμενα σε έναν πόλεμο φθοράς με την αστική τάξη χωρίς στην πραγματικότητα να αμφισβητούν την ύπαρξή τους. Τα συμβούλια είτε θα καταλήξουν εξαντλημένα, είτε θα ανοίξουν το έδαφος για την καταστολή, όπως συνέβη στη Γερμανία και στη Ρωσία. Οι περιορισμοί τους έγιναν αισθητοί από τον Λένιν, ο οποίος ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να μην τους επιτεθεί. Στην πραγματικότητα τα ανακήρυξε ως υπέρτατα όργανα εξουσίας, αγωνιώντας να επεκτείνει μέσω αυτών την Κρατική εξουσία καθώς κι αυτήν της κυρίαρχης τάξης, της γραφειοκρατίας, όπως προσωποποιούνταν στο μπολσεβικικό κόμμα. Η αιματηρή καταστολή στη Γερμανία και η γραφειοκρατική αντεπανάσταση στη Ρωσία απέδειξαν τους περιορισμούς του συμβουλιακού κομμουνιστικού κινήματος που παίρνει την μορφή της ακραίας συνέπειας της συνδικαλιστικής λογικής. Το συμβουλιακό κομμουνιστικό κίνημα αναμφισβήτητα αντιπροσώπευσε ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα σε σύγκριση με την συνδικαλιστικού τύπου οργάνωση, αλλά, όπως και τα συνδικάτα, πήρε ως δεδομένη την ύπαρξη ενός εργοδότη με τον οποίο θα μπορούσε να διαπραγματεύεται. Τα συμβούλια λοιπόν έμελλε να επιβεβαιώσουν την αδυναμία του περάσματος πέρα από την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, και για τον ίδιο λόγο πέρα από την ύπαρξη μιας αστικής τάξης.

Η απαλλοτρίωση και αυτό-διεύθυνση των μέσων παραγωγής από το προλεταριάτο είναι μια παραίσθηση: τα μέσα παραγωγής ως τέτοια (μηχανές, φυτά, κλπ) είναι στην πραγματικότητα εφήμερα και φθαρτά. Υπόκεινται σε συνεχείς αναβαθμίσεις μέσα στην καπιταλιστική οργάνωση, κι αυτό συμπεριλαμβάνει την αντικατάσταση των φυτών, την αναδιάρθρωση, τις μηχανικές τροποποιήσεις, την ανοικοδόμηση.

Αυτό που θα κληρονομούσαν οι εργαζόμενοι/ες στην περίπτωση μιας «απαλλοτρίωσης» των μέσων παραγωγής δεν είναι τίποτα άλλο από την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας και τη λογική της, της ιεραρχίας και της εκμετάλλευσης. Για να αυτό-διευθυνθεί μια τέτοια πραγματικότητα δε θα επιτρεπόταν καμία βελτίωση για τον/την εργαζόμενο/η, που θα έπρεπε να δουλεύει λίγο ή πολύ με τον ίδιο τρόπο που δούλευε πριν, ακόμα κι αν πλέον επρόκειτο για την ανοικοδόμηση της «σοσιαλιστικής κοινωνίας», κάτι τέτοιο θα ήταν μικρή παρηγοριά.

Δεν είναι τυχαίο που η «αυτό-διαχείριση» έχει τεθεί στη συζήτηση σε διάφορα αστικά κράτη (Ελβετία, Γαλλία) ή ψευδο-σοσιαλιστικά (πρώην Γιουγκοσλαβία, Αλγερία) προτείνοντας στο προλεταριάτο την αυτό-εκμετάλλευσή του. Επίσης, όπως θα δούμε παρακάτω, οι δομικές βάσεις για μια πραγματική συζήτηση για την αυτό-διεύθυνση με τον τρόπο που θα μπορούσε να τεθεί στις αρχές του αιώνα λείπουν. Σε κάθε περίπτωση θα είναι πλέον ένα ζήτημα πάντοτε ψευδών μορφών αυτό-διαχείρισης. Εκτός από απομονωμένες περιπτώσεις μικρών εργοστασιακών ή αγροτικών συμπλεγμάτων.

Η μόνη έγκυρη αυτό-διαχειριζόμενη δραστηριότητα για τους/τις εργαζόμενους/ες είναι λοιπόν αυτή της αυτό-διαχείρισης του αγώνα, δηλαδή, η άμεση δράση. Είναι δηλαδή ένα ζήτημα όχι επιβολής κάποιου επί των καπιταλιστικών δομών ούτως ώστε να τις χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς του σοσιαλισμού, αλλά οικοδόμησης νέων σχέσεων μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης.

Δεν εννοούμε απλά έναν «εξαγνισμό μέσω της φωτιάς» του παρελθόντος, καθώς αν οι παρούσες δομές καταστραφούν χωρίς να δημιουργηθεί κάτι νέο, τότε το πιο πιθανό είναι ένα πισωγύρισμα στα παλιά μοντέλα, ακόμα κι αν τους δοθούν διαφορετικά ονόματα. Η συζήτηση πλέον μας οδηγεί στο πρόβλημα των μέσων και των σκοπών: Αν κάποιος δρα με όρους διαπραγμάτευσης και αγώνα για την εξουσία (συνδικαλισμός, εργατικά συμβούλια, αντι-εξουσία), το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι μια επιστροφή στο σημείο εκκίνησης. Είναι λοιπόν απαραίτητο να συνθέσουμε τα μέσα με τους επιθυμητούς σκοπούς, και να οικοδομήσουμε το νέο κοινωνικό μοντέλο τώρα, στους αγώνες του προλεταριάτου μέσα στην παρούσα κοινωνία.

Οι συμβουλιακοί κομμουνιστές δεν μπορούν να θεωρητικοποιήσουν καμία μορφή προλεταριακού αγώνα πέρα από την άγρια απεργία, που ίσως να μην είναι συνδικαλιστική στην μορφή της, αλλά στο περιεχόμενο παραμένει τέτοια λόγω της σημασίας της διαπραγμάτευσης και του παζαριού που είναι εγγενές στην ίδια την απεργία ως μορφή αγώνα. Ακόμα και μια εξέγερση (με την έννοια του ένοπλου αγώνα) δεν λύνει πάντοτε το πρόβλημα καθώς, από μόνη της δεν είναι παρά ένας τρόπος για ένα κόμμα, θεωρητικά εκπροσωπώντας το προλεταριάτο, να φτάσει στην εξουσία. Η προλεταριακή αυτονομία (εννοούμενη ως ένα πραγματικό μαζικό κίνημα και όχι ως ταμπέλα ιδεολογικής ομαδοποίησης) κατάφερε πρόσφατα να επιβάλει κάποιες δραστηριότητες ικανές να ξεπεράσουν την διαπραγμάτευση και τον συνδικαλισμό σε όλες τις μορφές τους.

Έχουμε ακούσει για τον αγώνα ενάντια στην παραγωγή (αυτό-μείωση στον χώρο εργασίας κλπ) δηλαδή δραστηριότητες που αναπαριστούν την ικανοποίηση των συμφερόντων του εργαζομένου (υγιεινή στο εργοστάσιο, το μπλοκάρισμα της αναδιάρθρωσης και κατά συνέπεια των απολύσεων κλπ) χωρίς να καταφεύγουν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα στην διαμεσολάβηση των συνδικάτων.

Με τον τρόπο αυτό, η σύνθεση μέσα-σκοποί επιτυγχάνεται: οι αγώνες δεν τελειώνουν με τις διεκδικήσεις ή τις διαπραγματεύσεις, αλλά επιτυγχάνουν άμεσα το τέλος τους, και επικυρώνονται ως τέτοιοι. Αυτοί οι αγώνες είναι επαναστατικοί και κομμουνιστικοί, ακόμη κι αν αναπαριστούν την υπεράσπιση μικρο-συμφερόντων. Τείνουν προς την κατεύθυνση της άρνησης, μέσα από την άμεση δράση και τη συλλογική επαγρύπνηση του προλεταριάτου αναφορικά με καθημερινά προβλήματα, της καπιταλιστικής οργάνωσης, και την άρνηση του πιο ουσιώδους συστατικού της, της μισθωτής εργασίας.

Στην πρόοδο της αυτονομίας του, το προλεταριάτο δεν επιβεβαιώνεται ως τάξη, αλλά αρνείται και αυτό-ακυρώνεται ως τέτοια. Πραγματοποιείται όμως πλήρως ως ανθρωπότητα, τραβώντας κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το μόνο στήριγμά της, την υποτελή τάξη που εργάζεται, παράγει, καταναλώνει. Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι αδύνατη γιατί τα συμφέροντα του προλεταριάτου είναι να αυτό-αναιρεθεί ως τάξη. Να γίνει ανθρωπότητα με την πιο πλήρη έννοια της λέξης. Μια τελική επίδοξη δικτατορία του προλεταριάτου (ακόμη κι αν αναπαριστόταν ως «αντι-κρατική» ή ως «από-τα-κάτω»), δε θα μπορούσε να εξασκηθεί παρά μόνο από τους εκπροσώπους του προλεταριάτου, τους υποτιθέμενους κατόχους της πραγματικής ουσίας και της θέλησής του. Το προλεταριάτο λοιπόν, αγωνίζεται για τα δικά του συμφέροντα, αυτό-αναιρούμενο ως τάξη, και αρνούμενο την ίδια στιγμή ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα. Στην ολική άρνηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας μέσω της άμεσης δράσης, οι προλετάριοι/ες αναπτύσσουν σοσιαλιστικές κομμουνιστικές σχέσεις, ένα εναλλακτικό κοινωνικό μοντέλο. Με άλλα λόγια, η άμεση δράση είναι ήδη κομμουνισμός: η αυτό-οικοδόμηση από το προλεταριάτο της συνείδησης και της κομμουνιστικής οργάνωσης, των νέων κοινωνικών σχέσεων σαν μια εναλλακτική έναντι στον καπιταλισμό.

Η απόκτηση της ικανότητας αυτής από το προλεταριάτο, είναι το αποτέλεσμα της ιστορικής προόδου που έχει καταφερθεί μέσα από πολυάριθμες εμπειρίες, λάθη και θεωρητικές αναζητήσεις τις οποίες έχει επηρεάσει επίσης η ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων. Οι σχέσεις παραγωγής που υπήρχαν στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα, όπου η δουλειά στο εργοστάσιο καταμεριζόταν ανά κομμάτι, επέτρεπαν στον/ην εργάτη/τρια ένα δικό του γνωστικό πεδίο, έστω συρρικνωμένο. Είχε μια αυτό-συνείδηση που τον έκανε να νιώθει δεμένος με την οργάνωση της εργασίας με έναν τέτοιο τρόπο που τον απέτρεπε από το να θέσει ρεαλιστικά το ζήτημα της καταστροφής της, αλλά μάλλον το να τη θέσει υπό την κατοχή του. Αυτή η εργατική φιγούρα βρήκε αρχικά έκφραση μέσα στα συνδικάτα, κι έπειτα στα συμβούλια, κανένα εκ των οποίων όπως είδαμε, δεν κατάφερε να διαρρήξει τα μοντέλα του καπιταλισμού. Καθώς οι λενινιστικές και κομματικές εμπειρίες δεν είχαν καμία σχέση με τους/τις εργάτες/τριες και συνιστούν κυρίως μια παρέμβαση της μεσαίας τάξης, ο συνδικαλισμός και τα εργατικά συμβούλια ήταν αντίθετα εμπειρίες προλεταριακής αυτονομίας, μιας και αποτέλεσαν την πρώτη βάση για μια διάκριση των ταξικών συμφερόντων. Δεν τίθεται ζήτημα άρνησής τους, αλλά ξεπεράσματός τους, ως πρώιμες προλεταριακές εμπειρίες.

Οι παρούσες παραγωγικές σχέσεις έχουν καταστρέψει ολόκληρο αυτόν τον προλεταριακό γνωστικό χώρο, και συνεχίζουν να το κάνουν με ένα τρόπο που, προκειμένου ο/η εργάτης/τρια να διασφαλίσει την ανθρωπιά του, είναι αναγκασμένος/η να επιστρατεύσει την ατομική και συλλογική διάνοια ενάντια στην παραγωγή και την καπιταλιστική οργάνωση της κατανάλωσης στο έδαφος, το οποίο παίρνει μια ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στον σημερινό εκμεταλλευτικό σύστημα.

Αγωνιζόμενο ενάντια στην οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, το προλεταριάτο δημιουργεί νέους γνωστικούς χώρους, νέες κοινωνικές σχέσεις με μορφές ασυμβίβαστες με τον καπιταλισμό. Αυτές οι έννοιες οδήγησαν αρκετούς να δηλώσουν ότι η αυτονομία είναι μια πρακτική για χρήση και κατανάλωση από τον λεγόμενο μαζικό (ανειδίκευτο) εργάτη, και ότι, δεδομένου ότι αυτή η φιγούρα είναι προορισμένη να εξαφανιστεί προς όφελος μιας επιστροφής στον/ην ειδικευμένο/η εργαζόμενο/η λόγω της αναδιάρθρωσης, είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα νέο κόμμα ή μια οργάνωση ικανή να γίνει η «μνήμη» των περασμένων εμπειριών του αγώνα, έτσι ώστε να τις επαν-επεξεργαστεί και να δώσει στο προλεταριάτο νέες ενδείξεις προσαρμοσμένες στις συνθήκες που έχουν αλλάξει. Μια τέτοια θέση δεν φέρει υπόψη της ορισμένα στοιχεία:

1) Τα τελευταία χρόνια, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση κατάφερε ήδη σημαντικές αλλαγές τόσο στην οργάνωση της παραγωγής όσο και στη λειτουργία της εργασιακής διαδικασίας. Όμως αυτές οι αλλαγές πάντοτε έτειναν προς μια κινητικότητα, απευθυνόμενες σε ένα σώμα γενικά θεωρούμενων ως τεχνικών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο κύριος στόχος αυτής της αναδιάρθρωσης είναι η ικανότητα να διαθέτει ένα ευρύ σώμα «ευέλικτων» ανειδίκευτων εργατών/τριων που θα χρησιμοποιούνται για σύντομες περιόδους με ιδιαίτερα έντονη εργατική απόδοση. Αυτό επιτρέπει στους καπιταλιστές να απολύουν εργαζόμενους/ες από την παραγωγική πρόοδο όχι μόνο μέσω απολύσεων, αλλά επίσης μέσα από την υπερ-εκμετάλλευση που ωθεί τους εργαζόμενους/ες να παραιτηθούν οι ίδιοι. Η παρουσία ενός διευρυμένου σώματος ανέργων που προκύπτει, αυξάνει την υπο-απασχόληση και την κακοπληρωμένη εργασία στις ανταγωνιστικές παραγωγικές δραστηριότητες (π.χ. οικιακοί βοηθοί). Θα έπρεπε να έχουμε υπόψη μας επίσης, ότι η συνεχής αναπροσαρμογή της παραγωγής εκ μέρους των καπιταλιστών σήμερα, απαιτεί ένα προλεταριάτο που να μην είναι δεμένο με την παραγωγή με κανέναν τρόπο, αλλά το οποίο θα είναι ικανό να προσαρμόζεται στα διάφορα συστήματα που τίθενται σε κίνηση (όχι πάντα με το να ανανεώνει τις τεχνικές του γνώσεις, αλλά σίγουρα με το να προσαρμόζεται σε μια αυξανόμενη καταπίεση). Στο πλαίσιο αυτό, οι ικανότητες και τα πτυχία είναι μόνο ένα μέσο για τη διαίρεση των εργαζομένων και την όξυνση του ανταγωνισμού. Ωστόσο, η παρούσα αναδιάρθρωση μοιάζει να αντιτίθεται στο κριτήριο της εξειδικευμένης εργασίας, προς μια επέκταση της κινητικότητας, της μήτρας κάθε εμπορίου, ακόμα και στους τομείς που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν εξειδικευμένοι. Ένα ελαστικό σύστημα παραγωγής δεν μπορεί να βασιστεί στην εξειδικευμένη εργασία, λόγω της στατικής φύσης της.

2) Η ίδια η πραγματικότητα καθιστά τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις και διαπραγματεύσεις, με τις ανάλογές τους μορφές αγώνα (απεργίες, καταλήψεις εργοστασίων κλπ) άχρηστες. Είναι όργανα που δεν μπορούν να παν παραπέρα από τον μερικό έλεγχο ή την αντι-εξουσία, μπροστά σε έναν καπιταλισμό ικανό για έναν ολοκληρωτικό έλεγχο της διεύθυνσης της παραγωγής. Η διαρκής αναδιάρθρωση, με την ελαχιστοποίηση του εργοστασιακού περιβάλλοντος, και την εργασιακή κινητικότητα, θέτει τον/την εργάτη/τρια σε μια ασταθή θέση και του στερεί κάθε διαπραγματευτική ισχύ. Για το λόγο αυτόν, η προλεταριακή αυτονομία έχει εκφραστεί μέσα στους αγώνες που τίθενται άμεσα ενάντια στην παραγωγή: την αυτό-μείωση στον χώρο εργασίας, την άμεση και έμμεση άρνηση της κινητικότητας και του εργατικού μόχθου, το μποϋκοτάζ και το σαμποτάζ της παραγωγής και της αναδιάρθρωσης κλπ… Αυτοί οι αγώνες, που ξεκίνησαν οργανικά στα 1967/68 και αρχικά αναπτύχθηκαν παράλληλα με τον «κοινωνικό διάλογο» και τη λήξη των συμβολαίων, αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο από το προλεταριάτο ως το μόνο έγκυρο εργαλείο άμυνάς του, όχι ως ένα συμπλήρωμα, αλλά ως μια εναλλακτική στον συνδικαλισμό. Οι αγώνες ενάντια στην παραγωγή δε στοχεύουν μόνο στο να κερδίσουν μια καλύτερη διαπραγματευτική αξία, αλλά στην αντιπαράθεση, με τον καιρό, στα σχέδια των εργοδοτών για την αύξηση της εκμετάλλευσης και την απαξίωση της εργασίας. Δεν είναι τυχαίο που η δράση των συνδικάτων σήμερα έγκειται στην καταστολή αυτών των αγώνων, τόσο ανακοινώνοντας παραπλανητικά προγράμματα και εξαγγελίες, όσο και μέσα από τη φυσική αντιπαράθεση.

3) Οι προλεταριακές εμπειρίες, ακόμα κι αν με τον καιρό ξεφτίζουν, δεν εξαλείφονται απόλυτα αλλά κυκλοφορούν και μεταλλάσσονται από τον έναν τομέα στον άλλον, μπορούμε λοιπόν να δούμε πως μια κριτική του αγώνα στα εργοστάσια μπορεί να γενικευτεί στο κοινωνικό πεδίο με τις ανάλογες μορφές αγώνα: Καταλήψεις, αυτό-μείωση ενοικίων, λογαριασμών, τιμών τροφίμων κλπ, που ισχύουν τόσο για τους/τις άνεργους/ες όσο και για τους/τις ημι-απασχολήσιμους/ες. Ο αγώνας ενάντια στην παραγωγή λοιπόν επεκτείνεται στο κοινωνικό πεδίο δίνοντας στους/τις άνεργους/ες και στους/τις ημι-απασχολήσιμους/ες τη δυνατότητα να αγωνιστούν. Όχι για μια θέση εργασίας, αλλά για μια πραγματική υπεράσπιση των συνθηκών της ζωής. Οι θέσεις για τον αγώνα ενάντια στην παραγωγή προφανώς δεν εφαρμόζουν στις υπηρεσίες (μεταφορές, νοσοκομεία κλπ) όπου η αστική τάξη έχει συμφέρον να τις κρατά σε ανεπαρκείς συνθήκες. Πρόκειται για μη παραγωγικούς τομείς που ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί ως δεξαμενές για κερδοσκοπία.

4) Ακόμα και μια ριζική αναδιάρθρωση του καπιταλισμού δε θα μπορούσε να απαλείψει την κυκλοφορία και τις εμπειρίες των αυτόνομων αγώνων. Για παράδειγμα, η εξολόθρευση του συνελευσιακού χαρακτήρα προς όφελος της συν-διαχείρισης ή της ψευδούς αυτό-διαχείρισης της παραγωγής θα μπορούσε ίσως να εκμηδενίσει τον συγκεκριμένο αγώνα από την αυτό-μείωση στους χώρους εργασίας, αλλά όχι και κάποιες ενέργειες άμεσης δράσης τον σπόρο για τις οποίες θα άφησε η μείωση της έντασης της εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι το προλεταριάτο διαθέτει μια δική του «μνήμη», και ως τέτοιο δεν εξαρτάται από τις δομικές προσαρμογές του καπιταλισμού για την ανάπτυξη της ταξικής αυτονομίας, όσο στις εμπειρίες αυτονομίας που έχει συσσωρεύσει. Μορφές «αυτό-διαχείρισης» και συν-διαχείρισης υπάρχουν ήδη σε ορισμένες καταστάσεις, όμως αδυνατούν να πάρουν έναν πιο γενικό χαρακτήρα.

5) Τα διάφορα κόμματα και οι οργανώσεις που θεωρούν τον εαυτό τους ως «μνήμη» της εργατικής τάξης πάντοτε τείνουν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα μέσα από την πολωτική οπτική των ομάδων εξουσίας, κι έχουν κατά συνέπεια ένα αρνητικό αποτέλεσμα στο προλεταριάτο. Από την κατηγορία αυτή προφανώς εξαιρείται ο ρόλος της ενεργούς μειονότητα (ή εξειδικευμένων οργανισμών), όμως τους απευθύνεται μάλλον ο ρόλος ενδεικτικών πράξεων, κυκλοφορίας των πληροφοριών και γενίκευσης των εμπειριών της άμεσης δράσης. Εκτός φυσικά από τους λίγους εκείνους που θεωρούν ότι είναι άχρηστο να χάνει κανείς τον καιρό του με αυτόνομους αγώνες, θεωρώντας ότι είναι απαραίτητο να οικοδομηθεί το κόμμα και δε θα ‘πρεπε να τους αποσπούν από αυτό τα κινήματα και οι αναταραχές. Οι έμμεσοι αγώνες ενάντια στην παραγωγή γίνονται αποδεκτοί σχεδόν ομόφωνα από τον λεγόμενο «χώρο της αυτονομίας». Αυτοί οι έμμεσοι αγώνες, αν και αποδεκτοί, σχεδόν πάντοτε μεταφράζονται ως υποστηρικτικοί ή συμπορευόμενοι με τις «πολιτικές» διεκδικήσεις των οργανώσεων: το 35ωρο, τον ένοπλο αγώνα, το κόμμα, τις εργοστασιακές επιτροπές και τις επιτροπές στέγασης, αντιμετωπίζονται όλα μαζί ως όργανα μιας αντι-εξουσίας.

Ο στόχος του 35ωρου ανά εβδομάδα, παρουσιάζεται σαν ένα αδιαμφισβήτητο όραμα των σύγχρονων αγώνων ενάντια στην παραγωγή, αντιπροσωπεύει την τυπική συμπεριφορά αυτών που, θέλοντας να ντύσουν τις προτάσεις τους με μια αίσθηση ρεαλισμού, καταλήγουν να κατρακυλούν στο αφηρημένο και ακατανόητο.

Η αυτό-μείωση στις ώρες εργασίας θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετικά έγκυρη μορφή αγώνα, όπως οι έμμεσοι αγώνες που έχουμε ήδη αναφέρει, αλλά γι αυτόν ακριβώς το λόγο δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε έναν στόχο: γιατί 35 ώρες, κι όχι, για παράδειγμα 30; Ποιος είναι που αποφασίζει; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Η δυναμική του ταξικού αγώνα στην συγκεκριμένη κατάσταση, οπότε θεωρητικές κι εκ των προτέρων αποφάσεις σε τέτοια ζητήματα δεν έχουν κανένα νόημα.

Η γραμμή του ένοπλου αγώνα (με την μορφή του στρατιωτικού κόμματος) ξεκινά ακριβώς από μια έλλειψη πίστης στο περιεχόμενο των αγώνων αυτών και η μόνη εγκυρότητα που τους αποδίδει είναι αυτή της πιθανότητας για ένοπλη σύγκρουση. Φυσικά, η εργατική αυτονομία θέτει το ζήτημα της βίας, και μπορεί κανείς να πει ότι όλες οι μορφές αυτόνομης δράσης τίθενται μέσα στη λογική της βίας και της παρανομίας. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι εκτός συζήτησης, αλλά οι ομάδες που προτείνουν μια τέτοια γραμμή οικοδομούν, με δική τους πρωτοβουλία, μια πρακτική βίας την οποία θέλουν να επιβάλλουν ως τον υπέρτατο στόχο στη διαδικασία της προλεταριακής αυτονομίας, αυτό-ανακηρυσσόμενες ως ειδικοί και ελεγκτές. Είναι το ζήτημα του κόμματος και πάλι, που αντί να κινείται με κάθε πιθανό δρόμο, βασίζεται αυτή τη φορά στον πιο στρατιωτικό και εξεγερσιακό.

Αυτοί που επιθυμούν ένα κόμμα είναι αυτοί που έχουν την ελάχιστη εμπιστοσύνη σε μια πιθανή γενίκευση της άμεσης δράσης και του έμμεσου αγώνα ενάντια στην παραγωγή, ονομάζοντάς τα παροδικά κινήματα μικρής σημασίας: ένα προλεταριάτο που έχει εξοικειωθεί με την αντιμετώπιση έμμεσων προβλημάτων άμεσα και χωρίς τη διαμεσολάβηση ειδικών είναι όντως ένας πολύ κακός αποδέκτης εντολών, και πολύ δύσκολα θα υποταχτεί στη θέληση ενός κόμματος.

Πιο κοινές ωστόσο, είναι οι θέσεις αυτών που επιθυμούν να οργανώσουν την προλεταριακή αυτονομία σε εργοστασιακές επιτροπές και σε οργανώσεις από διάφορους τομείς. Σ αυτή την κατηγορία συμπεριλαμβάνονται αυτοί που θεωρούν ότι οι μαζικές οργανώσεις είναι θεμελιώδεις ως ένα σημείο εκκίνησης για τους αυτόνομους αγώνες, κι αυτοί που μετρούν την εγκυρότητα ενός αγώνα με τη δυναμική των οργανώσεων που αφήνει πίσω του. Οι πρώτοι δίνουν την εργολαβία στις δράσεις συντονισμού της «πρωτοπορίας» που οικοδομεί τις οργανώσεις, οι δεύτεροι στις οργανώσεις που οικοδομούνται στη διάρκεια του αγώνα. Συχνά πάλι, οι δυο θέσεις αναμειγνύονται με διάφορες αναλογίες.

Το αποτέλεσμα της πρώτης είναι μια σειρά από ψευδο-μαζικές οργανώσεις (αυτόνομες συλλογικότητες, εργατικές επιτροπές και διάφορες οργανώσεις συχνά ονομαζόμενες προλεταριακές, αυτόνομες, οργανωμένες) και οι οποίες στην πραγματικότητα είναι μειοψηφίες (ειδικές οργανώσεις) ή πολύ απλά πολιτικές ομάδες. Η μη-συνειδητοποίηση του ρόλου τους τις καθιστά αυτόματα άχρηστες κι επίσης επικίνδυνες. Από την άλλη, το αποτέλεσμα των δεύτερων είναι συνήθως ψευδαισθήσεις, καθώς οι μαζικές οργανώσεις, όταν είναι αυθεντική έκφραση της άμεσης δράσης του μαζικού κινήματος, γεννιούνται και πεθαίνουν ή αναπτύσσονται στους αγώνες και για τους αγώνες, συχνά χωρίς την πρακτική δυνατότητα να χαρακτηρίσουν έτσι τους εαυτούς τους ή να χαρακτηριστούν ως τέτοιες, και στη συνέχεια να μπουν στη φορμόλη μιας συγκεκριμένης δομής.

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι μια οργανωσιακή αντίληψη της προλεταριακής αυτονομίας είναι αντι-παραγωγικής και έμμεσα κατασταλτική, καταλήγοντας στη θέσμιση των λεγόμενων οργανώσεων εργατικής εξουσίας και αντι-εξουσίας, οι οποίες δεν μπορούν παρά να δράσουν ως μικρά εναλλακτικά συνδικάτα, και κατ’ επέκταση να αγωνιστούν σε ένα παιχνίδι εξισορρόπησης των διεκδικήσεων και των συμβολαίων με τα επίσημα συνδικάτα.

Τέλος, η οπτική τους, της αντι-εξουσίας δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε μια ανάμειξη στα εργατικά συμβούλια και στην αυτό-διαχείριση. Ένας πιθανός συμβουλιακός κομμουνιστικός και αυτό-διαχειριζόμενος νέο-συνδικαλιστικός δρόμος ήδη έχει ηττηθεί και ξεπεραστεί από τις εμπειρίες του προλεταριάτου, και σήμερα είναι αδύνατον να βρεθεί η παραμικρή δομική βάση για να ξαναπιαστεί, και μπορεί να φτάσει εκεί μόνο μέσα από μια θέσμιση με την έννοια μιας ψευδούς θεσμικής αυτό-διαχείρισης.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η άμεση δράση γεννιέται και αναπτύσσεται σε δυνατότητες και επίπεδα του αγώνα, επιβεβαιώνοντας τον από καιρό σε καιρό. Μπορεί να εκφραστεί μινιμαλιστικά, όπως μπορεί και να φτάσει σε υψηλά επίπεδα ταξικής αντιπαράθεσης, αλλά καμιά από τις εμπειρίες αυτές δεν μπορεί να εγκλωβιστεί μέσα σε δομές ή πρότυπα, σε οργανωτικά προγράμματα ή στόχους. Αντιθέτως, αυτό που αφήνουν πίσω τους είναι η σπορά για νέες και συχνά απρόβλεπτες υψηλότερα ανεπτυγμένες και αυτόνομες οργανωμένες συνειδήσεις, κομμουνιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Τα αδιέξοδα του συμβουλιακού κομμουνισμού, η ανικανότητά του να δει παραπέρα από τον ανταγωνισμό για την εξουσία με την αστική τάξη μέσα στο εργοστάσιο, χωρίς να καταφέρει να θέσει την ύπαρξη της τελευταίας σε κρίση, έγιναν επίσης κατανοητά από ένα ρωσικό αναρχικό ρεύμα (Dielo Truda) που το 1926 χάραξε μια οργανωτική πλατφόρμα η οποία έγινε γνωστή λανθασμένα ως η πλατφόρμα του Αρσίνωφ. Στη συνέχεια προτάθηκε η ίδρυση μιας ειδικής αναρχικής κομμουνιστικής πολιτικής οργάνωσης, η οποία παράλληλα με την απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής από το προλεταριάτο, οργανωμένο σε εργατικά συμβούλια, θα αναλάμβανε το καθήκον της αντιπαράθεσης με την πολιτική υπερ-δομή, το Κράτος, σε άμεση σύγκρουση όπου θα το κατέστρεφε. Η σύλληψη της οργάνωσης (σε δυο επίπεδα, ένα ειδικό, πολιτικό, κι ένα μαζικό) δεν φτάνει στη ρίζα του αδιεξόδου του συμβουλιακού κομμουνισμού, και περιορίζεται στην προσπάθεια να αποφύγει ορισμένα προβλήματα στη δράση. Επίσης εισάγει μια σειρά από ενδιαφέροντα στοιχεία στη συζήτηση που μεταξύ άλλων είναι αρκετά έγκυρα και αξιοσημείωτα. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να εμβαθύνουμε στα προβλήματα σχετικά με τη Dielo Truda και το ζήτημα της οργάνωσης εν γένει, αλλά θα ήταν κατάλληλο να τονίσουμε μερικά σημεία πάνω στο ζήτημα.

Η πολυπλοκότητα της αστικής εξουσίας δεν τελειώνει στην οργανωμένη βία του Κράτους. Όχι μόνο δεν είναι αρκετό για το προλεταριάτο να απαλλοτριώσει τα μέσα παραγωγής για να εκμηδενίσει την αστική εξουσία, αλλά ακόμα και η άμεση ρευστοποίηση του Κράτους δεν θα έλυνε το πρόβλημα. Όπως είδαμε ήδη, το κύριο στήριγμα της αστικής εξουσίας στην οικονομική και κρατική της μορφή, είναι η αποδοχή από το προλεταριάτου του ρόλου του ως τέτοιο. Για το λόγο αυτό, προκειμένου να αρνηθεί και να αναιρέσει την αστική εξουσία, το προλεταριάτο πρέπει σε πρώτο επίπεδο να αυτό-αναιρεθεί ως τάξη, να πραγματωθεί πλήρως ως ανθρωπότητα μέσα από την οικοδόμηση της άμεσης δράσης και των κομμουνιστικών σχέσεων. Αυτό το ζήτημα θίγεται αρκετές φορές στην πλατφόρμα, αλλά ποτέ δεν ωθείται στο έπακρο λογικό του συμπέρασμα. Ο λόγος μπορεί να βρεθεί στο πιο αδύνατο σημείο της πλατφόρμας, την ασυνείδητη αποδοχή ορισμένων λενινιστικών αρχών. Δεν είναι ζήτημα εξουσιο-μανίας (όπως θεωρούν ορισμένοι αναρχικοί), αλλά αναφοράς σε μια θεωρία που βρίσκεται εκτός του προλεταριάτου, δηλαδή, σε μια ιδεολογία. Σε κάτι που έγινε για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Λένιν, με τις θέσεις του για το κόμμα σαν μια συνείδηση από τα έξω της τάξης.

Είναι ακριβώς η μετακίνηση της πλατφόρμας σε ένα ιδεολογικό επίπεδο που ώθησε κάποιους που έβλεπαν κριτικά την πλατφόρμα προς το συμβουλιακό κομμουνιστικό κίνημα, ώστε να την ξεπεράσουν, κι όχι προς την κατεύθυνση της μαζική δυνατότητας της άμεσης δράσης, ή προς την πολιτική δράση αναρχικών κομμουνιστικών αγωνιστών με μια ισχυρή ελευθεριακή ιδεολογία, που όμως οι όροι της οποίας γίνονται αφηρημένοι και ασαφείς.

THE COMRADES OF KRONSTADT EDITIONS


Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας (Νοέμβρης 2007)

Categories
Uncategorized

3 τραγούδια του Μάη 1968

Το τραγούδι του Συμβουλίου για τη διατήρηση των καταλήψεων

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

(Ρεφρέν):
Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόλια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Πες μου τι διάολο παιχνίδι παίζεις
ή έστω προσπαθείς να παίξεις
Ω! τώρα άλλαξες τους κανόνες
Τι παιχνίδι! Τι σπουδαίο παιχνίδι!

-Επανάσταση, γλυκιά μου
Αυτό είναι το σπουδαίο παιχνίδι που λες.
Το παίζουμε στα στενάκια
Με κοτρόνες από το ξηλωμένο πεζοδρόμιο

Ο παλιός κόσμος και τα συντρίμμια του,
Θα τα σαρώσουμε όλα.
Πρέπει να είμαστε αδίστακτοι
Θάνατος στα γουρούνια και στους παπάδες.

Μας κατακλύζουν με μια κόλαση
από χειροβομβίδες και δακρυγόνα
Και το μόνο που έχουμε είναι τα φτυάρια
και μαχαίρια για να οπλιστούμε.

Φτωχή μου αγάπη, είπε
Πανέμορφοι χτίστες οδοφραγμάτων
Η καρδιά μου, η καρδιά μου με προδίδει.
Δεν έχω τίποτα να σας χαρίσω.

Αλλά έχω πίστη στον αγώνα
Δε με φοβίζουν οι μπασκίνες.
Ας γίνει ο αγώνας μας, αγώνας
Των εργατών συντρόφων μας.

Ο πατριωτισμός είναι ένα μπουρδέλο,
κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει πια.
Ρίχτε τους γραφειοκράτες στα σκουπίδια
Αν δεν ήταν αυτοί, θα είχαμε κερδίσει!

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόλια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Σ.τ.μ: το συμβούλιο για τη διατήρηση των καταλήψεων (CMDO), ήταν μια προσωρινή ένωση Καταστασιακών, Λυσσασμένων* και ριζοσπαστών που έδρασε στη διάρκεια της εξέγερσης του 1968 στη Γαλλία, στοχεύοντας στην υπεράσπιση και τη διεύρυνση της αυτοδιάθεσης ενάντια στις γραφειοκρατικές και επαν-αφομοιωτικές τάσεις, και τη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος. Στα οδοφράγματα της οδού Guy-Lussac οι φοιτητές πέτυχαν μια ιστορική νίκη απέναντι στην αστυνομία, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν τόσο στη συμμετοχή εργατών και «blouson-noir»** στις οδομαχίες, όσο και στην απουσία των κομματικών γραφειοκρατών, λόγω της σύλληψης κάποιων από αυτούς τις προηγούμενες μέρες.

*Οι λυσσασμένοι, πήραν το όνομά τους από μια ομάδα εξτρεμιστών της επανάστασης του 1789, αντιπάλων των ιακωβίνων που θεωρούσαν ότι μια απλή κατοχύρωση συνταγματικών δικαιωμάτων σημαίνει στην πράξη πολύ λιγότερα από την ελευθερία. Οι Λυσσασμένοι του 1968 ήταν μια ομάδα φοιτητών της Nanterre, που μοιράζονταν τις ιδέες των καταστασιακών και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο ξέσπασμα τις εξέγερσης στο πανεπιστήμιο της Nanterre, στην κατάληψη της Σορβόννης και την εξάπλωση της εξέγερσης.

**Οι blouson-noir, ήταν για τους καταστασιακούς οι αυθεντικοί απόγονοι του Dada, ριζοσπαστικό κομμάτι της μητροπολιτικής νεολαίας, με συχνά παραβατική συμπεριφορά. Κάτι ανάλογο με την «άγρια νεολαία» ή τους χούλιγκανς των μετέπειτα χρόνων.

[μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Φλεβάρης 2007]

Το πολυβόλο – Τραγούδι του Μάη 1968

Η μαμά έμεινε στο σπίτι της,
Φωνάζοντας “ζήσε τα πάθη σου”
Απ’ το παράθυρο.

Έτσι φωνάζω όλους τους φίλους μας,
Και τις μικρές κόρες των γειτόνων,
Πάρτε στα χέρια σας, παιδιά,
Το πολυβόλο.

Ήταν ενός ξαδέρφου γέρου
Που είχε πλύνει τα χέρια του
Με το αίμα πολλών σταλινικών
Στην μεγάλη γιορτή της Ισπανίας.

Να παν να γαμηθούν τα συνδικάτα
Μας κυνήγησαν στα δρομάκια
Ήθελαν τα κεφάλια μας.

Ήμασταν ήδη επαναστάτες
Και είχαμε γεμίσει τον σκουπιδοντενεκέ
Με ιδέες, παλιές και νέες,
Χωρίς πολυβόλα.

Παπάδες, ειδικοί, αφεντικά
Οι μέρες της καλής ζωής σας είναι μετρημένες
Η γιορτή ξεκινά

Κι εμείς θα παίξουμε το πιο σκληρό παιχνίδι
Θα βαλσαμώσουμε τον “αστυνομικό-πρότυπο”
Για να θυμόμαστε κατόπιν
Πόσο γελοίος μας φαινόταν.

Θα παίξουμε με την καρδιά μας
Τα κορίτσια με τις μολότωφ είναι αδερφές μας
Τι σπουδαία καταιγίδα που έρχεται.

Ο Μάχνο, ο Βίλλα κι ο Ντουρρούτι
Ήξεραν πως να χειρίζονται αυτό το εργαλείο
Που δίνει στην ποίηση ζωή,
Το πολυβόλο.

Θα ξαναφέρουμε ακόμα τον Μπονό
Και θα δώσουμε ένα και σ΄αυτόν
Ώστε να έρθει με το αυτοκίνητό του
Να πάρει μερικά κεφάλια.

Μέχρι να δούμε αυτή την κοινωνία του θεάματος
Να ψυχορραγεί τελικά, δολοφονημένη
Απ’ τα συμβούλια, σε όλο τον κόσμο
Με τις ριπές του πολυβόλου.

[μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007]


Πέντε το πρωί, το Παρίσι ξυπνά (τραγούδι του 1968)

Τους γυρίσαμε τα 16ιντσα όπλα στην μούρη
Η άγρια απεργία μας είναι πια γενική
Οι Πόρσε τους καίγονται σαν προσανάμματα
Η άγρια νεολαία έκανε την αρχή
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Ο πύργος του ’ιφελ νιώθει την αγωνία
Αναποδογυρίσαμε την αψίδα του θριάμβου
Εκεί που ήταν η Βαντόμ πλέον δεν έχει παρά στάχτες
Ενώ το πάνθεον έγινε σκόνη
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Οι μαχητές της υπόγειας αντίστασης είναι στο σταθμό των τραίνων
Στην Νοτρ-Νταμ κόπηκε το λαρδί
Το Παρίσι βρήκε ξανά τους εκδικητές του
τους κομμουνάρους και τους εμπρηστές του
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Περιμένουν εκείνοι με τις μαύρες σημαίες
ρίχνοντας πέτρες στους μπάτσους με τα δακρυγόνα
που ψοφάνε στις γωνίες των δρόμων
Τα κορίτσια μας γίνονται βασίλισσες
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Εισβάλαμε στις φυλακές
και εξολοθρεύσαμε τους γραφειοκράτες
Κρεμάσαμε δίχως οίκτο τα γουρούνια
με τα έντερα των παπάδων
Είναι πέντε το πρωί… το Παρίσι ξυπνά…

Ο παλιός κόσμος θα εξαφανιστεί
μετά το Παρίσι, είναι η σειρά του
Οι εργάτες, χωρίς θεό ούτε αφέντη
διευθύνουν την πόλη για τους ίδιους.

Είναι πέντε το πρωί
Ο νέος κόσμος ξυπνά
Είναι πέντε το πρωί
και κανείς δεν νιώθει κουρασμένος πια.

[μετάφραση στα αγγλικά: JML (Live free or buy trying)]
[μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007]



Categories
Uncategorized

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ

[Αναγκαια διευκρίνιση: το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια κάπως ελεύθερη μετάφραση μιας κουτσουρεμένης εκδοχής ενός κείμενου εμπνευσμένου από την καταστασιακή θεωρία, προσαρμοσμένο κατά τα γούστα του αρχικού αναρχοσυνδικαλιστή εκδότη, που σημειώνει ότι “το απάλλαξε από τα δυσνόητα και πομπώδη αρχικά στολίδια του”. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε το αρχικό κείμενο μέχρι σήμερα…]

1. Όσοι, συχνά ασυνείδητα, υποθέτουν ότι είναι αδύνατο να πραγματώσουν τις επιθυμίες της ζωής τους-και συνεπώς ότι είναι μάταιο να παλέψουν για τον εαυτό τους- συνήθως καταλήγουν να παλεύουν για ένα ιδανικό ή έναν σκοπό. Μπορεί να νομίζουν ότι απασχολούνται με τις «δικές τους» υποθέσεις, αλλά στην πραγματικότητα έχουν αποδεχτεί τον διαχωρισμό των επιθυμιών του από την καθημερινή ζωή τους. Κάθε υποταγή των προσωπικών επιθυμιών στις προσταγές ενός ιδανικού ή μιας υπόθεσης είναι αντιδραστική όσο «επαναστατική» κι αν φαίνεται η δραστηριότητα που αυτή παράγει.

Κι όμως, ένα απ τα μεγάλα μυστικά της θλιβερής, αλλά εν δυνάμει εκπληκτικής εποχής μας είναι ότι η σκέψη μπορεί να είναι απολαυστική. Παρά την ασφυκτική δυσωδία των κυρίαρχων θρησκευτικών και πολιτικών ιδεολογιών, όλο και περισσότερα άτομα σκέφτονται οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Έτσι-σκεφτόμενοι ενεργητικά και κριτικά αντί να χωνεύουν παθητικά προκατασκευασμένες αντιλήψεις-επαναδιεκδικούν το πνεύμα τους για δικό τους.

Στα χέρια σου κρατάς ένα εγχειρίδιο για όποιον επιθυμεί να σκέφτεται για τον εαυτό του, ένα εγχειρίδιο για την δημιουργία ενός προσωπικά, αντί για ιδεολογικά, κατασκευασμένου συνόλου κριτικής σκέψης για ιδία χρήση, ένα σύνολο σκέψης που θα σε βοηθήσει να καταλάβεις γιατί η ζωή σου και ο κόσμος είναι όπως είναι. Κυρίως, κατασκευάζοντας την δική σου θεωρία θα αναπτύξεις μια πρακτική: μια μέθοδο για να αποκτήσεις ό,τι θέλεις για τη ζωή σου. Επομένως, η θεωρία θα είναι ή πρακτική ή τίποτα, ένα ενυδρείο ιδεών, μια ιδεολογική ερμηνεία του κόσμου. Οι ιδέες διαχωρισμένες απ την πράξη είναι σαν μια αιώνια αίθουσα αναμονής για την πραγματοποίηση των επιθυμιών. Η κατασκευή της δικής σου «αυτοθεωρίας» είναι αλληλένδετη με την πραγματοποίηση των επιθυμιών σου. Γι αυτό, η κατασκευή της «αυτοθεωρίας» σου δεν μπορεί παρά να είναι μια επαναστατική απόλαυση.

Είναι μια καταστροφική και δημιουργική απόλαυση, γιατί δημιουργείς μια πρακτική θεωρία-δράση για την καταστροφή και επαναδημιουργία αυτής της κοινωνίας. Είναι μια θεωρία περιπέτειας, γιατί βασίζεται σ αυτό που ζητάς από τη ζωή και στην επινόηση των αναγκαίων μέσων για την επίτευξή του. Είναι ερωτική και πνευματώδης σαν μια αυθεντική επανάσταση.

2. Κάθε σύστημα ιδεών που έχει για κεντρική ιδέα μια αφαίρεση-μια αφαίρεση που σου αναθέτει έναν ρόλο ή καθήκοντα-είναι μια ιδεολογία. Μια ιδεολογία εφοδιάζει αυτούς που την δέχονται με μια ψευδή συνείδηση, αναγκαίο συστατικό της οποίας είναι ο ετεροπροσδιορισμός. Αυτό οδηγεί τους αποδέκτες της ιδεολογίας να συμπεριφέρονται ως αντικείμενα παρά ως υποκείμενα, να αφήνονται να χρησιμοποιούνται παρά να ενεργούν για να εκπληρώσουν τις δικές τους επιθυμίες. Οι διάφορες ιδεολογίες είναι όλες δομημένες γύρω από διάφορες αφαιρέσεις, ωστόσο όλες εξυπηρετούν τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης ή επίδοξης κυρίαρχης τάξης, με το να δίνουν στα άτομα (ή ακριβέστερα «μέλη του κοπαδιού») την αίσθηση ότι προορίζονται για θυσίες, βάσανα και υποταγή.

Η θρησκευτική ιδεολογία είναι το παλαιότερο παράδειγμα: η φανταστική προβολή που ονομάζεται «θεός» είναι το υπέρτατο υποκείμενο στο σύμπαν, αντιμετωπίζοντας κάθε ανθρώπινο ον σαν αντικείμενό του. Στις «επιστημονικές» και «δημοκρατικές» ιδεολογίες της «ελεύθερης αγοράς» η επένδυση κεφαλαίου είναι το «παραγωγικό» υποκείμενο που κατευθύνει την παγκόσμια ιστορία-το «αόρατο χέρι» που οδηγεί την ανθρώπινη εξέλιξη. Προκειμένου να ευημερήσουν οι πρώτοι καπιταλιστές, έπρεπε να επιτεθούν και να αποδυναμώσουν την εξουσία που κατείχε η τότε θρησκευτική ιδεολογία. Ξεγύμνωσαν την μυθοποίηση του θρησκευτικού κόσμου και την αντικατέστησαν με την μυθοποίηση της τεχνολογικής προόδου και του εμπορευματικού καπιταλισμού, όπου το Κέρδος καθίσταται το υπέρτατο υποκείμενο του κόσμου.

Οι 57 παραλλαγές του λενινισμού είναι οι «επαναστατικές» ιδεολογίες όπου το Κόμμα είναι το υπέρτατο υποκείμενο που δικαιωματικά κατευθύνει την παγκόσμια ιστορία με το να καθοδηγεί τα αντικείμενα του, εσένα τον προλετάριο-στην γη της επαγγελίας μέσω της αντικατάστασης του μηχανισμού του καπιταλισμού των εταιρειών με τον λενινιστικό μηχανισμό ενός κρατικού καπιταλισμού.

Καθημερινά συναντάμε παραλλαγές των κυρίαρχων ιδεολογιών. Οι νέες μορφές του θρησκευτικού μυστικισμού βοηθούν στην διατήρηση της κατεστημένης τάξης μ έναν κυκλικό τρόπο. Προσφέρουν έναν φθηνό και νοικοκυρεμένο τρόπο απόκρυψης του κενού της καθημερινής ζωής, και όπως και τα ναρκωτικά, κάνουν ευκολότερη την επιβίωση μ αυτό το κενό-εμποδίζοντας μας έτσι ν αναγνωρίσουμε τον πραγματικό μας ρόλο στην λειτουργία του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος.

Όλες οι ιδεολογίες που βασίζονται σε μια αφαίρεση(θεός, οικονομία, δικτατορία του προλεταριάτου, πατρίδα κλπ) προτείνουν θυσίες και καθήκοντα για τον σκοπό τους. Και η χρήση κάθε ιδεολογίας είναι να προστατεύει την κυρίαρχη κοινωνική τάξη. Η ιδεολογία είναι η αντιστροφή της αυτοθεωρίας. Δεν μας προσφέρει παρά μια θέση ηδονοβλεψία της ζωής μας. Η άρνηση της ζωής που συνεπάγεται σερβίρεται με την μορφή απαιτήσεων για το «κοινό καλό», το «εθνικό συμφέρον», την «επανάσταση»�

3. Ξεφορτωνόμαστε τις παρωπίδες της ιδεολογίας εύκολα με το να ρωτάμε τον εαυτό μας συνεχώς: Μ αρέσει η ζωή μου; παίρνω ότι θέλω; Αν όχι, γιατί; Αυτό σημαίνει να αποκτάς συνείδηση της κοινοτοπίας, επίγνωση της καθημερινής σου ρουτίνας. Το ότι η πραγματική ζωή υπάρχει-ζωή όπου είσαι ένα ενεργό υποκείμενο που δρα για να πραγματώσει τις επιθυμίες του-είναι ένα κοινό μυστικό που αποκαλύπτεται κάθε μέρα καθώς γίνεται ολοένα και πιο εμφανής η διάλυση μιας καθημερινής ζωής δομημένης σε ιδεολογίες.

4. Η δημιουργία της αυτοθεωρίας σου βασίζεται στην προσωπική σκέψη, στην πλήρη συνείδηση των επιθυμιών σου και της ριζικότητάς τους. Η αυθεντική «ανύψωση συνειδήσεων» μπορεί να σημαίνει μόνο την «ανύψωση» της ανθρώπινης σκέψης στο επίπεδο της θετικής (χωρίς ενοχές) αυτογνωσίας, απαλλαγμένης από οποιαδήποτε μορφή επιβαλλόμενης ηθικής. Αυτή η μορφή συνείδησης μπορεί να ονομαστεί «ριζοσπαστική υποκειμενικότητα».

Αντίστροφα, αυτό που πολλοί αριστεριστές, θεραπευτές εκπαιδευτές ενάντια στο ρατσισμό (racicm awareness trainers) και sisterizers αποκαλούν «ανύψωση της συνείδησης» αφορά την πρακτική της βίαιης κατεύθυνσης των ανθρώπων στην απάθεια με ενοχοποιητικά ιδεολογικά κλομπ.

Το μονοπάτι από την αυτοάρνηση στην αυτοαποδοχή περνάει από το σημείο μηδέν, την πρωτεύουσα του μηδενισμού. Αυτό είναι ο χωροχρονικός ανεμοδείκτης, το κοινωνικό αέναο στο οποίο κάποιος αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει καμία πραγματική ζωή στην καθημερινή του ύπαρξη. Ένας μηδενιστής γνωρίζει την διαφορά ανάμεσα στο να επιβιώνεις και στο να ζεις.

Οι μηδενιστές αντιστρέφουν την οπτική για τη ζωή τους και τον κόσμο. Τίποτα δεν είναι αληθινό γι’ αυτούς εκτός από τις επιθυμίες τους, τη θέληση τους να ζήσουν. Απορρίπτουν κάθε ιδεολογία, μέσα στο μίσος τους για τις άθλιες κοινωνικές σχέσεις στην σύγχρονη κοινωνία. Απ’ αυτή την αντεστραμμένη οπτική βλέπουν καθαρά τον αναποδογυρισμένο κόσμο του εμπορευματικού καπιταλισμού, στον οποίο αντικείμενο και υποκείμενο αντιστρέφονται, ενώ άνθρωποι και αφηρημένες έννοιες μετατρέπονται σε «εμπορεύματα», προϊόντα προς πώληση. Βλέπουν την καθημερινή ζωή σαν μια βιτρίνα στο οποίο «ο καθένας έχει την τιμή του», ο θεός (μέσω της εκκλησιαστικής επιχείρησης) και η ευτυχία (χάπια έκσταση) γίνονται προϊόντα, οι ραδιοσταθμοί λένε ότι σε αγαπούν, και τα καθαριστικά νοιάζονται για τα χέρια σου.

Καθημερινές συζητήσεις προσφέρουν ηρεμιστικά όπως «δεν μπορείς πάντα να έχεις αυτό που θέλεις», «η ζωή έχει τις χαρές και τις λύπες της», και άλλα κλισέ της δογματικής (σεκταριστικής) θρησκείας της επιβίωσης. Η «κοινή λογική» είναι απλώς ο παραλογισμός της κοινής αποξένωσης. Οι καθημερινοί άνθρωποι στερούνται (αλλά και αρνούνται στους εαυτούς τους) μια αυθεντική ζωή και αγοράζουν την αναπαράσταση μιας τέτοιας ζωής.

Οι μηδενιστές συνεχώς νοιώθουν την ανάγκη να καταστρέψουν το σύστημα που τους καταστρέφει. Δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι όπως είναι. Σύντομα, οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να επινοήσουν ένα συμπαγές σύνολο τακτικών προκειμένου να μετασχηματίσουν τον κόσμο.Αν όμως ένας μηδενιστής δεν αναγνωρίσει την πιθανότητα μεταμόρφωσης του κόσμου, η υποκειμενική οργή του θα απολιθωθεί σ’ ένα ρόλο: του αυτόχειρα, του μοναχικού δολοφόνου, του βάνδαλου των δρόμων, του νεοντανταϊστή, του επαγγελματία ψυχασθενούς… σε όλους αυτούς αναζητώντας παρηγοριά για μια ζωή νεκρού χρόνου. Το λάθος των μηδενιστών είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν άλλοι μηδενιστές με τους οποίους μπορούν να συνεργαστούν. Συνεπώς υποθέτουν ότι η συμμετοχή σε μια συλλογική προσπάθεια αυτογνωσίας είναι αδύνατη. 5. Αυτή η προσπάθεια συλλογικής αυτογνωσίας, η αλλαγή της ίδιας της ζωής μέσα από τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων μπορεί ορθά να ονομαστεί «πολιτική». Ο όρος βέβαια σημαίνει επίσης μία μυθοποιημένη ξεχωριστή κατηγορία της ανθρώπινης δραστηριότητας, μια απομονωμένη ενασχόληση με τους δικούς της ειδικούς (πολιτικοί, πολιτικοί σύμβουλοι κτλ). Είναι πιθανόν (ή όχι) να ενδιαφέρεται κανείς γι’ αυτό το είδος πολιτικής όπως είναι πιθανό να ενδιαφέρεται (ή όχι) για το ποδόσφαιρο, τη συλλογή γραμματοσήμων, τη μουσική ή τη μόδα. Αυτό που οι άνθρωποι αναγνωρίζουν σήμερα ως πολιτική είναι η κοινωνική παραποίηση της προσπάθειας για μια συλλογική αυτοπραγμάτωση. αυτό που έχει απομείνει είναι ένα θέαμα, μια παρωδία. Και αυτό εξυπηρετεί απόλυτα τους έχοντες την εξουσία. Η αυθεντική συλλογική αυτοπραγμάτωση είναι το επαναστατικό σχέδιο. Είναι ο συλλογικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων και του φυσικού κόσμου σύμφωνα με τις επιθυμίες όλων όσων συμμετέχουν.Κατά τον ίδιο τρόπο ο όρος «θεραπεία» σήμερα συνήθως αναφέρεται σε απόπειρες «βοήθειας» στα άτομα ώστε να «προσαρμοστούν» στους περιοριστικούς κοινωνικούς τους ρόλους και στην κοινοτυπία της καθημερινής ζωής. Η αυθεντική θεραπεία περιλαμβάνει το ν’ αλλάζεις τη ζωή σου αλλάζοντας τη φύση της κοινωνικής ζωής. Η θεραπεία πρέπει να είναι κοινωνική αν θέλει να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Η κοινωνική θεραπεία (η θεραπεία της κοινωνίας) και η προσωπική θεραπεία (η θεραπεία του ατόμου) είναι άρρηκτα συνδεδεμένες: η μία απαιτεί την άλλη, η καθεμία είναι απαραίτητο κομμάτι της άλλης.

Για παράδειγμα η σημερινή κοινωνία περιμένει από εμάς να καταπιέσουμε τα πραγματικά συναισθήματα και να παίξουμε ένα ρόλο. Αυτό ονομάζεται «κοινωνικός ρόλος» (πόσο αποκαλυπτικός χαρακτηρισμός). Τα άτομα ντύνονται την «θωράκιση του χαρακτήρα» -κάτι σαν μεταλλικό κουστούμι που αποτελείται από την εκτέλεση του ρόλου, την προσποίηση και την απόκρυψη των προσωπικών επιθυμιών ως άμυνα προς τα άλλα άτομα. Ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων και το ξεπέρασμα του παιχνιδιού των ρόλων απαιτεί την συνειδητή απόφαση των περισσοτέρων, αν όχι όλων, των ατόμων να αποτινάξουν αυτούς τους ρόλους και αληθινά να επικοινωνήσουν. γι’ αυτό η απαλλαγή από τους προσωπικούς ρόλους συνδέεται άμεσα με το τέλος του κοινωνικού ρόλου.

6. Η ενεργητική κριτική σκέψη σημαίνει να τοποθετήσεις την ζωή σου – όπως είναι τώρα και όπως θα ήθελες να είναι-στο κέντρο της σκέψης σου. Αυτός ο θετικός εγωκεντρισμός επιτυγχάνεται με μία συνεχή αποτίναξη εξωτερικών εμμονών σε πλαστά θέματα που επιβάλλονται στην κοινωνική ζωή:(«ποιοι επιβουλεύονται το έθνος μας»), πλαστές συγκρούσεις («οι ξένοι μας παίρνουν τις γκόμενες!»), πλαστές ταυτότητες («έλληνας», «πατριώτης», «χριστιανός ορθόδοξος»), πλαστές διχοτομήσεις («οικονομική πρόοδος» εναντίον «ενός καθαρού περιβάλλοντος»). Τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης (μαζί με καταναλωτικές έρευνες, σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, γκάλοπ κλπ)σαν σωστά ιερατεία φροντίζουν να παρεμποδίζουν την ανάλυση της ολότητας της καθημερινής ζωής, επιμένοντας πεισματικά σε θεαματικές ασημαντότητες, ψεύτικες διαμάχες και γελοία σκάνδαλα. Είστε υπέρ ή κατά των ομοφυλόφιλων, του Μπιν Λάντεν, των νέων ταυτοτήτων; Ποιά η γνώμη σας για τα μαλακά ναρκωτικά, τις πλαστικές εγχειρήσεις, τα UFO, τον κρατικό προϋπολογισμό, το τελευταίο σουξέ της βανδή ή την τελευταία μαλακία του θοδωράκη�

Πρόκειται για αντιπερισπασμούς, πλαστά θέματα. Το μόνο ζήτημα για μας είναι το πως ζούμε. Ένα παλιό εβραϊκό γνωμικό λέει: «αν έχεις μόνο δύο επιλογές, διάλεξε την τρίτη». Παρακινεί τους ανθρώπους να ψάξουν για νέες προοπτικές. Μπορούμε να διακρίνουμε την κατασκευή πλαστών διλημμάτων ψάχνοντας γι’ αυτή την τρίτη επιλογή.

Η συναίσθηση της τρίτης επιλογής επιτρέπει την άρνηση της επιλογής ανάμεσα σε δύο υποτιθέμενα αντίθετες αλλά όμοια αποκρουστικές πιθανότητες οι οποίες παρουσιάζονται σε μας ως οι μόνες πιθανές επιλογές. Στην απλούστερη μορφή της η συνείδηση της «τρίτης επιλογής» εκφράζεται από την γυναίκα που δικάζεται για ένοπλη ληστεία και ερωτάται: «δηλώνεις ένοχη ή αθώα;»και απαντά «Είμαι πεινασμένη και άνεργη». Μια πιο θεωρητική, αλλά το ίδιο κλασσική απεικόνιση αυτής της συνείδησης είναι η άρνηση να επιλέξεις ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη των δυτικών πολυεθνικών και στην κρατική καπιταλιστική άρχουσα τάξη αυτού που απέμεινε από το ανατολικό μπλοκ. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε τις βασικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη από την μια, και από την άλλη την Κίνα, τη Β. Κορέα, την Κούβα, ώστε να διακρίνουμε πως ουσιαστικά είναι ίδιες: εκεί, όπως και εδώ, η μεγάλη πλειοψηφία δουλεύει για ένα μεροκάματο ή ένα μισθό, με αντάλλαγμα την παραίτηση από τον έλεγχο πάνω στην εργασία τους, έλεγχο στο τι παράγουν και πως το παράγουν. Βέβαια, αυτό που οι άνθρωποι παράγουν τόσο σε ανατολή όσο και σε δύση ξαναπωλείται σε αυτούς με τη μορφή εμπορεύματος. Στη δύση η υπεραξία ή η αξία που παράγεται πέρα και πάνω από την αξία των εργατικών μισθών, είναι ιδιοκτησία της διοίκησης της επιχείρησης και των μετόχων, οι οποίοι συντηρούν το θέαμα του εσωτερικού ανταγωνισμού. Στην ανατολή η υπεραξία αποτελεί ιδιοκτησία της κρατικής γραφειοκρατίας, η οποία δεν επιτρέπει τον εσωτερικό ανταγωνισμό. Μεγάλη διαφορά. Οι πλαστές ταυτότητες είναι ίσως η πιο δραστική μορφή μυθοποίησης. Καθώς απουσιάζει η πραγματική κοινότητα, οι άνθρωποι προσκολλώνται σε κάθε είδους ψεύτικες κοινωνικές ταυτότητες για τις οποίες παίζουν ή χαζεύουν μία τεράστια γκάμα ρόλων που παρουσιάζονται σ’ αυτούς στο σχολείο, την εκκλησία και ιδιαίτερα στα ψυχαγωγικά Μ.Μ.Ε.. Αυτές οι κοινωνικές ταυτότητες μπορεί να είναι εθνικές (αμερικανός, έλληνας), τοπικιστικές (σαλονικιός), εθνικιστικές (πατριώτης), σεξουαλικές (γκέι), πολιτισμικές (ΠΑΟΚτζής, ροκάς), και ούτω καθ’ εξής, αλλά όλες προέρχονται από μια κοινή επιθυμία για σύνδεση, για την αίσθηση του ανήκειν.

Φανερά το να αισθάνεσαι «μαύρος» είναι μια πιο πραγματική ταυτότητα από το να είσαι «βάζελος» αλλά πέρα από ένα σημείο μια τέτοια ταυτότητα εξυπηρετεί την απόκρυψη της πραγματικής θέσης κάποιου μέσα στην κοινωνία. Για ν΄ αναγνωρίσεις την πραγματική θέση πρέπει να αρνηθείς τις πλαστές ταυτότητες, πλαστές συγκρούσεις και πλαστές εναλλακτικές και ν’ αρχίσεις τοποθετώντας τον εαυτό σου στο κέντρο. Από εκεί μπορείς να εξετάσεις την υλική βάση της ζωής σου, ξεγυμνωμένη από κάθε μυθοποίηση.

Ένα παράδειγμα: έστω ότι θέλεις ένα ποτήρι καφέ από το μηχάνημα όταν είσαι στη δουλειά. Πρώτα υπάρχει ένα ποτήρι καφές. αυτό εμπλέκει τους εργάτες στην φυτεία καφέ, αυτούς στη φυτεία ζάχαρης και στη διύλιση, αυτούς στο χαρτεργοστάσιο κ.ο.κ. Μετά είναι οι εργάτες που κατασκεύασαν τα ξεχωριστά κομμάτια της μηχανής και αυτοί που τα συναρμολόγησαν. Μετά αυτοί που εξόρυξαν το σίδερο και το βωξίτη, σμίλεψαν το ατσάλι και δούλεψαν για την ηλεκτρική παροχή που θέτει σε λειτουργία το μηχάνημα. Μετά όλους τους εργάτες που μετέφεραν τον καφέ, τα κύπελλα και την μηχανή. Μετά τους υπαλλήλους, τους γραμματείς και τους εργαζόμενους στην επικοινωνία που συντόνισαν την παραγωγή και την μεταφορά. Τέλος έχεις όλους τους εργάτες που παρήγαγαν κάθε άλλο είδος απαραίτητο για να επιβιώσουν οι άλλοι. Αυτοί οι συνειρμοί σου δίνουν την άμεση υλική σχέση σου με εκατομμύρια ανθρώπων, στην πραγματικότητα με την αχανή πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτοί παράγουν την ζωή σου και εσύ βοηθάς ώστε να παραχθεί η δική τους. Σ’ αυτή την οπτική όλες οι κατασκευασμένες συλλογικές ταυτότητες και τα συμφέροντα των ομάδων φαντάζουν ασήμαντα. Φαντάσου τον πιθανό εμπλουτισμό της ζωής τους η οποία προς το παρόν είναι κλειδωμένη στην διαταραγμένη δημιουργικότητα εκατομμυρίων μισθωτών σκλάβων, συγκρατημένη από τις απαρχαιωμένες και εξαντλητικές μεθόδους παραγωγής, καταπνιγμένη από την απουσία ελέγχου πάνω στην ίδια τους την παραγωγικότητα, δεμένη στον παράλογο ορθολογισμό της συσσώρευσης κεφαλαίου που στρέφει τον ένα ενάντια στον άλλο και καθιστά την ζωή ένα τρελό αγώνα για οικονομική επιβίωση. Εδώ αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε μια πραγματική κοινωνική ταυτότητα – στους ανθρώπους που αγωνίζονται για να επανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους, εκεί βρίσκουμε τον εαυτό μας.

Αυτοί που έχουν συμφέρον, νομιμοποιημένο από το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο συνεχώς μας παρουσιάζουν πλαστές επιλογές, επιλογές δηλαδή μέσα από τις οποίες μπορούν να διατηρήσουν την εξουσία τους (ψήφισε αριστερούς, ψήφισε δεξιούς – πάντως ψήφισε). Συνεχώς μας ζητούν να επιλέξουμε μια πλευρά σε ψεύτικες συγκρούσεις. Κυβερνήσεις, εταιρείες, πολιτικά κόμματα και προπαγανδιστές κάθε είδους μας βομβαρδίζουν με επιλογές που δεν είναι αληθινές επιλογές. Μας δίνεται η ψευδαίσθηση της επιλογής, όσο όμως οι έχοντες την εξουσία ελέγχουν ποιες θα είναι αυτές οι επιλογές («επιλογές» τις οποίες αντιλαμβανόμαστε-μας προσφέρουν-ως τις μόνες εναλλακτικές), θα ελέγχουν επίσης και το αποτέλεσμα των «αποφάσεων» μας.

Οι νεοηθικιστές αρέσκονται να λένε σε όσους από εμάς ζούμε στη δύση το πως πρέπει να «κάνουμε θυσίες», πως «εκμεταλλευόμαστε» τα πεινασμένα παιδιά του τρίτου κόσμου. Η επιλογή που μας προβάλουν είναι ανάμεσα σε μια αλτρουιστική αυτοθυσία ή σ’ ένα στενό ατομισμό (οι φιλανθρωπικοί οργανισμοί εξαργυρώνουν την ενοχή που προέρχεται απ’ αυτούς τους συλλογισμούς). Ναι, ζώντας στην πλούσια, σπάταλη δύση πράγματι εκμεταλλευόμαστε τους φτωχούς του τρίτου κόσμου – αλλά όχι προσωπικά, όχι συνειδητά. Μπορούμε να κάνουμε κάποιες αλλαγές στη ζωή μας, μποϋκοτάζ, θυσίες, αλλά το αποτέλεσμα είναι οριακό. Κατανοούμε την πλαστή σύγκρουση που μας παρουσιάζεται όταν διαπιστώσουμε ότι κάτω από το παγκόσμιο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα εμείς ως άτομα βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στο ρόλο του «εκμεταλλευτή» ακριβώς όπως οι άλλοι είναι φραγμένοι στο ρόλο του «εκμεταλλευόμενου». Έχουμε ένα ρόλο και πολύ μικρή δύναμη να τον αλλάξουμε, τουλάχιστον ατομικά. Γι’ αυτό το λόγο απορρίπτουμε την πλαστή επιλογή ανάμεσα στο «θυσία ή εγωισμός», με το να ζητούμε την καταστροφή του παγκόσμιου κοινωνικού συστήματος η ύπαρξη του οποίου μας επιβάλλει αυτή την επιλογή. Ψευτοδιορθώνοντας το σύστημα στις λεπτομέρειες, ή προσφέροντας συμβολικές θυσίες, ή ζητώντας «λιγότερο εγωισμό» απλά δεν κάνουμε τίποτα. Οι διάφορες φιλανθρωπίες που το ίδιο το σύστημα «ανέχεται» ή πριμοδοτεί ανοιχτά δεν πηγαίνουν ποτέ πέρα από τις πλαστές επιλογές (τύπου «θυσία ή εγωισμός») – αλλά αν είναι να επέλθει μια αληθινή κοινωνική αλλαγή πρέπει όλοι εμείς να πάμε πέρα απ’ αυτές.

Αυτοί που έχουν την εξουσία συνεχώς χρησιμοποιούν τέτοιες παραποιήσεις για να μας αποπροσανατολίσουν και να μας αποδυναμώσουν. Διαδίδοντας μύθους όπως «αν όλοι μοιράσουμε τα πάντα δεν θα υπάρχουν αρκετά για όλους» προσπαθούν να αρνηθούν την ύπαρξη κάθε αληθινής επιλογής και να κρύψουν από εμάς το γεγονός ότι οι υλικές προϋποθέσεις για την κοινωνική επανάσταση ήδη υπάρχουν. 7. Κάθε διαδρομή προς την απομυθοποίηση του εαυτού μας πρέπει να αποφύγει το δίδυμο τέλμα της απολυταρχίας και του κυνισμού.

Η απολυταρχία εκφράζει την ολοκληρωτική αποδοχή ή άρνηση του συνόλου των συστατικών συγκεκριμένων ιδεολογιών, ή τελικά κάθε συνόλου ιδεών ή εννοιών. Ένας οπαδός της απολυταρχίας δεν μπορεί να διακρίνει καμιά άλλη επιλογή εκτός από την πλήρη αποδοχή ή άρνηση. Βλέπει τα πράγματα μονολιθικά σαν σωστό ή λάθος. Περιπλανιέται ανάμεσα στα ράφια του ιδεολογικού σούπερμάρκετ ψάχνοντας για το ιδανικό εμπόρευμα, και το αγοράζει έτοιμο, κονσέρβα. Αλλά το ιδεολογικό σουπερμάρκετ – όπως κάθε σουπερμάρκετ – είναι χρήσιμο μόνο για πλιάτσικο. Είναι πιο πρακτικό για μας να κινούμαστε ανάμεσα στα ράφια, να σκίζουμε τα πακέτα, να παίρνουμε ότι δείχνει αυθεντικό και χρήσιμο και να πετάμε τα υπόλοιπα.

Ο κυνισμός αποτελεί αντίδραση σ’ ένα κόσμο που κυριαρχείται από την ιδεολογία και την «ηθικότητα». Αντιμέτωπος με αλληλοσυγκρουόμενες ιδεολογίες, ο κυνικός λέει «χολέρα και στα δυό σας τα σπίτια να πέσει». Ο κυνικός είναι τόσο καταναλωτής όσο και ο απολυταρχικός, ωστόσο έχει εγκαταλείψει την σκέψη ότι υπάρχει ελπίδα να βρεθεί το ιδανικό εμπόρευμα.

8. Η διαδικασία της συνθετικής σκέψης είναι μια διαρκούς εμπλουτισμού και τροποποίησης του τρέχοντος σώματος της αυτοθεωρίας καθώς και της επίλυσης των αντιθέσεων ανάμεσα στις νέες σκέψεις και τις αντιλήψεις των προηγούμενων πεποιθήσεων. Η τελική σύνθεση είναι κάτι περισσότερο από το σύνολο των μερών της.

Η συνθετική αυτή μέθοδος κατασκευής μιας θεωρίας είναι αντίθετη της εκλεκτικής μεθόδου στην οποία κάποιος συλλέγει σε μια κουρελιασμένη τσάντα τα αγαπημένα του κομματάκια από τις αγαπημένες του ιδεολογίες χωρίς ποτέ ν’ αντιμετωπίζει τις επακόλουθες αντιφάσεις. Σύγχρονα παραδείγματα περιλαμβάνουν τον «αναρχό-καπιταλισμό», «χριστιανό-μαρξισμό», και τον φιλελευθερισμό γενικώς. Εάν έχουμε διαρκώς συνείδηση του πως θέλουμε να ζούμε, μπορούμε κριτικά να οικειοποιηθούμε στοιχεία από οτιδήποτε: ιδεολογίες, πολιτισμικές κριτικές, τεχνοκράτες, κοινωνιολογικές μελέτες, ακόμα και μυστικισμό (αν και τα ενδιαφέροντα στοιχεία πιθανώς να είναι λίγα). Όλα τα σκουπίδια του παλιού κόσμου μπορούν να ελεγχθούν για χρήσιμα υλικά από αυτούς που επιθυμούν να τον ξαναφτιάξουν.

9. Η φύση της σύγχρονης κοινωνίας παγκοσμιοποιημένης μέσω του καπιταλιστικού συστήματος της, καθιστά αναγκαία μια προσωπική θεωρία η οποία να ασκεί κριτική σε κάθε υπαρκτή μορφή κοινωνικο-οικονομικής κυριαρχίας (τόσο στον εταιρικό καπιταλισμό του «ελεύθερου» κόσμου όσο και στον κρατικό καπιταλισμό του «κομμουνιστικού» κόσμου) όπως και σε κάθε μορφή αποξένωσης (σεξουαλική μιζέρια, καταναγκαστική συμμετοχή στην άλογη κούρσα για επιβίωση-καριέρα κλπ). Μ’ άλλα λόγια χρειαζόμαστε μια κριτική στο σύνολο της καθημερινής ύπαρξης από την οπτική της ολότητας των επιθυμιών μας.

Αντίθετοι σ’ αυτό το σχέδιο είναι όλοι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες, παπάδες και γκουρού, πολεοδόμοι και μπάτσοι, ρεφορμιστές και λενινιστές, κεντρικές επιτροπές και λογοκριτές, μάνατζερ εταιρειών και καραγκιόζηδες των συνδικάτων, άρρενες υπερ-αρσενικοί και κομπλεξικές φεμινίστριες, ιδιοκτήτες γης και οικο-καπιταλιστές, οι οποίοι εργάζονται για να υποτάξουν τις ατομικές μας επιθυμίες σ’ αυτή την χυδαία αφαίρεση: «το κοινό καλό» του οποίου αυτοί είναι οι υποτιθέμενοι φύλακες.

Όλοι αυτοί είναι οι δυνάμεις του παλιού κόσμου – αφεντικά, παπάδες και άλλοι αλήτες που έχουν να χάσουν κάτι αν οι άνθρωποι επεκτείνουν το παιχνίδι της επανοικειοποίησης του πνεύματος τους στην διεκδίκηση της ύπαρξης τους. Κάθε συνειδητός κάτοχος της επαναστατικής θεωρίας είναι εχθρός κάθε αφαιρετικής βάσης ιδεολογίας και το ξέρει.

10. Θα πρέπει να έχει γίνει ξεκάθαρο ως τώρα ότι η αυτο-απομυθοποίηση και η δημιουργία της προσωπικής μας επαναστατικής θεωρίας δεν ξεριζώνει την αποξένωση μας: ο «κόσμος» με τις καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις να διεισδύουν σε κάθε πτυχή της ζωής συνεχίζεται και αναπαράγεται καθημερινά με την συναίνεση δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Αν και αυτό το κείμενο επικεντρώνεται στην δημιουργία μιας αυτοθεωρίας, αυτό δεν σημαίνει ότι υπονοούμε πως η επαναστατική θεωρία μπορεί να υπάρχει ξέχωρα από την επαναστατική πρακτική. Προκειμένου να είναι συνεπής, προκειμένου να ανοικοδομήσει αποτελεσματικά τον κόσμο, η πρακτική πρέπει να στηρίζεται στη θεωρία και η θεωρία να εφαρμόζεται στην πράξη.

Το επαναστατικό σχέδιο της κατάργησης της αποξένωσης και του μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων απαιτεί την ύπαρξη της θεωρίας, ως θεωρία πράξης η οποία πραγματοποιείται σ’ αυτό που κάνουμε και στο πως ζούμε. Διαφορετικά η θεωρία θα εκφυλιστεί σε μια ασήμαντη ενατένιση του κόσμου και τελικά σ’ ένα μηχανισμό επιβίωσης -μια διανοουμενίστικη θωράκιση, μια προστατευτική γυάλα ανάμεσα στο καθημερινό κόσμο και τον εαυτό. Και αν η επαναστατική πρακτική δεν είναι η πρακτική της επαναστατικής θεωρίας, εκφυλίζεται στην καλύτερη περίπτωση σ’ ένα αλτρουϊστικό μιλιταρισμό – «επαναστατική» δραστηριότητα σαν κοινωνικό καθήκον ή ρόλος. Στην χειρότερη εκφυλίζεται σε οπαδισμό.

Δεν στοχεύουμε σε μια συνεπή θεωρία ως αυτοσκοπό. Για μας η αξία της συνέπειας είναι το ότι διευκολύνει στην κριτική και αποτελεσματική σκέψη. Για παράδειγμα, είναι πιο εύκολη η κατανόηση των μελλοντικών εξελίξεων του κοινωνικού ελέγχου εάν υπάρχει μια συνεπής κατανόηση των σημερινών ιδεολογικών και κοινωνικών τεχνικών ελέγχου. Το να έχεις μια συνεπή θεωρία κάνει πιο εύκολη την εφαρμογή της στρατηγικής σου για την πραγμάτωση των επιθυμιών σου.  11. Στη διαδικασία κατασκευής μιας αυτοθεωρίας, οι τελευταίες θεωρίες που θα πρέπει να διαπραγματευτούμε (διστάζει κανείς να τις πει ιδεολογίες καθώς δεν βασίζονται σε αφαιρέσεις με τα επακόλουθα «πρέπει» και «καθήκοντα») είναι αυτές που έχουν την μεγαλύτερη ομοιότητα με την επαναστατική θεωρία. Πρόκειται για την καταστασιακή θεωρία και τον επαναστατικό συνδικαλισμό.

Η καταστασιακή διεθνής (1958-1971) ήταν μια οργάνωση θεωρητικών αντιεξουσιαστών ευρωπαίων και κυρίως γάλλων μαρξιστών. Πολλοί όπως και η παρούσα έκδοση, εκτιμούν ότι οι καταστασιακοί «συνέβαλαν καταλυτικά στην δημιουργία της επαναστατικής θεωρίας». Η εκτίμηση αυτή όμως φαίνεται υπερβολικά γενναιόδωρη. Σχεδόν όλες οι σκέψεις-κλειδιά που αποδίδονται σε καταστασιακούς συγγραφείς μπορούν να βρεθούν στις εργασίες προηγούμενων αναρχικών, σοσιαλιστών και φιλοσόφων, όπως ο Alexander Berkman, η Emma Goldman, ο Oscar Wilde, ο George Bernard Shaw, ο Wilhelm Reich και ο Frederich Nietzche (αν και τα επίμαχα σημεία ήταν σκόρπια, και ανεπτυγμένα χωρίς την ορμή την οποία βρίσκεις στα πιο δυνατά καταστασιακά κείμενα. Ο κύριος λόγος που αυτό το γεγονός δεν αναγνωρίζεται ευρέως είναι το ότι οι περισσότεροι από τους πρώτους καταστασιακούς, όπως και αυτοί που τους ακολούθησαν είχαν μαρξιστικό παρελθόν και απλά δεν ήταν εξοικειωμένοι με το αχανές σώμα μη μαρξιστικών προοδευτικών γραπτών το οποίο είχε παραχθεί στις προηγούμενες δεκαετίες. Οι νεότεροι οπαδοί των καταστασιακών είχαν συχνά πολύ μικρή πολιτική εμπειρία και είναι ανεξοικείωτοι με πρώιμα κείμενα όσο και οι μαρξιστές πρόγονοι τους.

Ένας δευτερεύων λόγος υπερεκτίμησης της σημασίας των καταστασιακών είναι ότι αυτός εκφράζει μια γαλλική ιδεολογία η οποία χρησιμοποιεί μια αργκό μαρξιστικών κλισέ: («αθλιότητα του…», «κοινωνία θεάματος», «υποστασιοποίηση», «διαλεκτικός» κλπ.). επίσης σχεδόν όλα τα καταστασιακά κείμενα είναι γραμμένα σε δυσνόητο ύφος, κορακίστικο και θολό, γεγονός που καθιστά την ανάγνωση δυσπρόσιτη για τους περισσότερους. Έτσι ο καταστασιασμός είχε μια σνόμπ απήχηση σε αυτούς που ήδη είχαν διανοουμενίστικες προδιαθέσεις. Μόλις εξοικειωθείς με την «διάλεκτο» και διαβάσεις (ή ισχυριστείς ότι διαβάζεις) τα «ιερά» κείμενα μπορείς άνετα να παραστήσεις τον διανοούμενο. Οπότε δεν εκπλήσσει που οι «φιλοκαταστασιακοί», κολλημένοι στους «καταστασιακούς» ρόλους του ειδικού, σε πολιτικές αντιπαραθέσεις καταφεύγουν επίτηδες σε ανωμαλίες, κατασκευές και κατά πρόσωπο επιθέσεις εναντίον αυτών που έχουν την υπομονή ν’ ασκήσουν κριτική στις ιδέες τους στρεβλώνοντας το σλόγκαν «το προσωπικό είναι πολιτικό».Τα καταστροφικά και εσχάτως αυτοκαταστροφικά αποτελέσματα αυτών των αφελών τακτικών είναι τόσο φανερά ώστε δεν χρειάζονται περαιτέρω σχολιασμό.

Στην καλύτερη της η καταστασιακή θεωρία προσέφερε μια κριτική της «θεαματικής» κοινωνίας, της κοινωνίας δηλαδή όπου οι άνθρωποι υποβιβάζονται σε παθητικούς παρατηρητές και καταναλωτές αντί για ενεργούς συμμέτοχους. Έκανε μια εκτεταμένη κριτική στο πως η ιδεολογία και η εμπορευματοποίηση μετατρέπουν τους ανθρώπους σε αποξενωμένους παρατηρητές της ίδιας τους της ζωής. Λοιπόν, η καταστασιακή θεωρία είναι ένα κομμάτι κριτικής σκέψης το οποίο μπορεί να ενσωματωθεί στην προσωπική θεωρία του καθενός, αλλά τίποτα παραπάνω. Οτιδήποτε πιο πέρα – η άκριτη αποδοχή των καταστασιακών θεωριών και η ταυτοποίηση κάποιου με αυτές τις θεωρίες- αποτελεί την ιδεολογική κατάχρηση γνωστή ως φιλοκαταστασιασμός. Ο φιλοκαταστασιασμός μπορεί να γίνει η πιο πλήρης ίσως ιδεολογία επιβίωσης. Και μέσα στην ιδεολογία περιλαμβάνεται και ο θεαματικός ρόλος του να είσαι καταστασιακός, δηλαδή ένας παθιασμένος και μυστικοπαθής «σπάστης»

Το άλλο σώμα ιδεών που έχει μεγάλη ομοιότητα με την επαναστατική προσωπική θεωρία είναι ο συνδικαλισμός. Οι παραλλαγές περιλαμβάνουν τον αναρχοσυνδικαλισμό, τον επαναστατικό συνδικαλισμό και τον συμβουλιακό κομμουνισμό, με τον αναρχοσυνδικαλισμό να είναι ο πιο σημαντικός απ’ τους τρεις.

Αληθινή αυτοδιαχείριση είναι η άμεση διαχείριση (χωρίς κάποια ξεχωριστή ηγεσία ή ειδικούς) της κοινωνικής παραγωγής, διανομής και επικοινωνίας από τους εργαζομένους και τις κοινότητες τους. Το κίνημα για αυτοδιαχείριση έχει επανέλθει ξανά και ξανά κατά διάρκεια της κοινωνικής επανάστασης: Ρωσία το 1905 και 1916-17, Ισπανία 1936-39, Ουγγαρία το 1956, Αλγερία το 1960, Χιλή το 1972 και Πορτογαλία το 1975. Η μορφή οργάνωσης που συχνότερα δημιουργείται στην πρακτική της αυτοδιαχείρισης είναι τα εργατικά συμβούλια: αυτόνομες συνελεύσεις παραγωγών και γειτόνων που εκλέγουν αντιπροσώπους για να συντονίσουν τις δραστηριότητες τους. Οι αντιπρόσωποι μπορεί να ανακαλούνται οποτεδήποτε, εάν η γενική συνέλευση αισθανθεί ότι οι αποφάσεις δεν εκτελούνται αυστηρά, και δεν εκπροσωπούν υπό καμία έννοια τη συνέλευση. Υπέρμαχοι όλων των μορφών συνδικαλισμού που αναφέρθηκαν παραπάνω συνηγορούν σε τέτοιες πρακτικές. Οι μεγάλες αρετές του συνδικαλισμού είναι πρώτον, το ότι προσπαθεί να καταστρέψει κάθε καταπιεστική εξουσία, καθώς και την εμπορευματική (καπιταλιστική οικονομία). Δεύτερον, ότι πραγματικά παρέχει ένα πρακτικό μέσο για «να πας από εδώ εκεί». Και, τρίτον, αναγνωρίζει ότι η ουσιαστική λειτουργία της κοινωνικής οργάνωσης είναι να παράγει την οικονομική βάση -παραγωγή και διανομή αγαθών και υπηρεσιών – και σε αυτή επάνω στηρίζονται όλα τ’ άλλα. Ο συνδικαλισμός γνωρίζει ότι αυτή είναι μια περιοχή όπου χρειάζεται εκτεταμένη οργάνωση (της προαναφερθείσας ελευθεριακής μορφής) και ότι είναι καλύτερο να αφήνεις τις άλλες πλευρές της ζωής όσο το δυνατό πιο απαλλαγμένα από οργανωτικές επιρροές. Σχεδόν όλοι οι επικριτές του συνδικαλισμού, μαζί και οι αρχικοί συγγραφείς αυτής της μπροσούρας, χάνουν αυτό το σημαντικό σημείο. (Είναι αληθινό βέβαια ότι μια ενδελεχής κριτική όλων των τύπων κυριαρχίας και μυθοποίησης είναι απαραίτητη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, δεν έχει όμως κανείς παρά να ρίξει μια ματιά στις καλύτερες συνδικαλιστικές εκδόσεις για να αντιληφθεί ότι τουλάχιστον μερικοί συνδικαλιστές κάνουν αυτή την κριτική). Με δεδομένα την καταστροφή κάθε καταπιεστικής εξουσίας (ένας απ’ τους κεντρικούς στόχους του συνδικαλισμού) και μια επαρκή προετοιμασία (δηλ. απομυθοποίηση), θα ήταν παράλογο να μην περιμένουμε μια έκρηξη δημιουργικότητας σε όλους τους τομείς της ζωής -τέχνη, μουσική, λογοτεχνία, αρχιτεκτονική, οικογενειακές σχέσεις, σεξουαλικές σχέσεις, δομή της κοινότητας κλπ, κλπ.

Υπάρχουν παρ’ όλα αυτά δύο μεγάλοι κίνδυνοι στον συνδικαλισμό. Ο πρώτος είναι ότι πολλοί συνδικαλιστές αναπτύσσουν μια μυωπική οπτική: παθιάζονται τόσο πολύ με τους εργασιακούς αγώνες και τα οικονομικά σχέδια αυτοδιεύθυνσης που όχι μόνο αποτυγχάνουν να αναλύσουν μορφές κυριαρχίας και μυθοποίησης που δεν σχετίζονται με τον χώρο εργασίας ή αναπαράγοντάς τες, επιπλέον δρουν σαν αυτά τα προβλήματα να μην υπάρχουν. Έτσι, εάν αυτή η συνδικαλιστική τάση πετύχαινε τους σκοπούς της, θα μπορούσε κάλλιστα να παράγει μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία στην οποία μη οικονομικές μορφές κυριαρχίας και μυθοποίησης να ασκούν ακόμα τις οδυνηρές συνέπειες τους, π.χ. είναι εύκολο να οραματιστείς ένα οικονομικό σύστημα υπό εργατικό έλεγχο να συνυπάρχει με την θρησκευτική μυθοποίηση, την ομοφυλοφοβία και τον σεξισμό. Αυτό θα ήταν αντίθετο στις αναρχικές ιδέες, όμως πολλοί συνδικαλιστές είναι συνδικαλιστές πρώτα και μετά αναρχικοί (ή «αντιεξουσιαστές»), κάτι που μοιάζει πολύ με τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.

Ο δεύτερος κίνδυνος έχει σχέση με τον πρώτο: οι συνδικαλιστές μερικές φορές ξεχνούν ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι απλά ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού. Μερικές φορές λοιπόν αναπτύσσουν ένα οργανωτικό φετιχισμό. αυτό μπορεί να ονομαστεί «οργανωσίτιδα» – μια διανοητική αυταπάτη στην οποία μέσα και σκοπός αντιστρέφονται, στην οποία η συνδικαλιστική οργάνωση γίνεται αντιληπτή σαν ένας σκοπός από μόνη της, σαν σημαντικότερη απ’ τον ίδιο της τον στόχο (την ελεύθερη κοινωνία). Δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις ο στόχος ξεχνιέται τελείως. Και, ακόμα χειρότερα, η «οργανωσίτιδα» μερικές φορές, όχι όμως αναπόφευκτα, οδηγεί σε μια χειρότερη ασθένεια, την «γραφειοκρατικοποίηση».

Αυτά τα λόγια όμως δεν αποτελούν αφορισμούς της συνδικαλιστικής θεωρίας. απλά δείχνουν ότι ακόμα και η καλύτερη θεωρία από μόνη της δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι οι ακόλουθοι της θα ενεργούν πάντοτε με βάση τις αρχές της ή ότι θα αποκτήσουν ιδέες πέραν αυτών που περιέχονται στην θεωρία. Αυτό δεν μας εκπλήσσει και πολύ. Όλοι ζούμε στον κόσμο του εμπορευματικού καπιταλισμού και θα ήταν τρομακτικό ο χαρακτήρας μας να μην έχει φορτωθεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με τα χαρακτηριστικά που μια τέτοια ζωή γεννά. και θα ήταν επίσης τρελό αυτά τα χαρακτηριστικά να μην δημιουργούν προβλήματα στις συνδικαλιστικές οργανώσεις – σε κάθε μορφής οργάνωση μάλιστα, ακόμα και την πιο άτυπη.

Πάλι όμως η κατάσταση δεν είναι εντελώς απελπιστική. Ένας υψηλός βαθμός προσωπικής συνειδητοποίησης των συμμετεχόντων μπορεί να μειώσει τους κινδύνους της «οργανωσίτιδας» και της «γραφειοκρατικοποίησης». Υπάρχουν επίσης πολλοί μηχανισμοί αποτελεσματικοί στην μείωση αυτών των κινδύνων, όπως η αποκέντρωση, η υποχρεωτική εναλλαγή στα αξιώματα, περιορισμοί επανεκλογής, αυστηρό προσδιορισμό των ευθυνών, η άμεση ανάκληση. Με τέτοιους φύλακες η συμμετοχή σε συλλογικά σχέδια προσωπικής απελευθέρωσης είναι όχι μόνο εφικτή, αλλά και επιθυμητή.

Η αυθόρμητη εξέγερση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Χωρίς μια εκ των προτέρων επαρκή προετοιμασία ο παλιός κόσμος απλώς θα επανεμφανιστεί μετά από οποιαδήποτε ανταρσία εγκιβωτισμένος, καθώς είναι εγκιβωτισμένος στην ψυχή των φανταστικών ανθρώπων

[μεταφράστηκε στα ελληνικά, το φθινόπωρο του 2005 στη Σαλονίκη]

Categories
Uncategorized

2 τραγούδια της ισπανικής επανάστασης

A las barricadas / Στα οδοφράγματα

Ισπανικά:

Negras tormentas agitan los aires
nubes oscuras nos impiden ver.
Aunque nos espere el dolor y la muerte
contra el enemigo nos llama el deber.

El bien mas preciado
es la libertad
hay que defenderla
con fe y con valor.

Alza la bandera revolucionaria
que llevara al pueblo a la emancipacion
En pie obrero a la batalla
hay que derrocar a la reaccion

A las Barricadas!
A las Barricadas!
por el triunfo
de la Confederacion.

Απόδοση στα ελληνικά:

Μαύροι κεραυνοί τραντάζουν τον ουρανό
Σκούρα σύννεφα μας τυφλώνουν
Κι ας μας περιμένει ο θάνατος κι ο πόνος
Πρέπει να βαδίσουμε κόντρα στον εχθρό

Το πιο πολύτιμο αγαθό
Είναι η ελευθερία
Πρέπει να την υπερασπίζεσαι
Με πίστη και με αξία

Ψηλά η σημαία της επανάστασης
Που οδηγεί το λαό στη χειραφέτηση
Του εργαζόμενους στην μάχη
Πρέπει να τσακίσουμε την αντίδραση

Στα οδοφράγματα!
Στα οδοφράγματα!
Για το θρίαμβο
της Συνομοσπονδίας



Ο ύμνος των Mujeres Libres – Ελευθέρων Γυναικών

Ισπανικά:

Puno en alto mujeres de Iberia
hacia horizontes prenados de luz
por rutas ardientes,
los pies en la tierra
la frente en lo azul.

Afirmando promesas de vida
desafiamos la tradiciΫn
modelemos la arcilla caliente
de un mundo que nace del dolor.

°Que el pasado se hunda en la nada!
°Que nos importa del ayer!
Queremos escribir de nuevo
la palabra MUJER.

Puno en alto mujeres del mundo
hacia horizontes prenados de luz
por rutas ardientes
adelante, adelante
de cara a la luz.

Απόδοση στα ελληνικά:

Ψηλά τις γροθιές, γυναίκες της Ιβηρίας
Προς τους ορίζοντες που φεγγοβολούν
Στους φλεγόμενους δρόμους,
Τα πόδια στη Γη
Το πρόσωπο στον γαλανό ουρανό.

Φέρνουμε την υπόσχεση της ζωής
Αρνούμαστε την παράδοση
Πλάθουμε το ζεστό πηλό
Ενός κόσμου που γεννιέται στον πόνο.

Το παρελθόν ας χαθεί στο μηδέν!
Τι μας νοιάζει πια για το χθες!
Θέλουμε να χαράξουμε εκ νέου
Τη λέξη ΓΥΝΑΙΚΑ.

Ψηλά τις γροθιές, γυναίκες της Ιβηρίας
Προς τους ορίζοντες που φεγγοβολούν
Στους φλεγόμενους δρόμους
Ψηλά, πιο ψηλά
Το πρόσωπο στο φώς.



Categories
Uncategorized

Το Πανκ ως αυτο-αξιοποίηση

Το Πανκ ως αυτο-αξιοποίηση (πηγή: το κείμενο PUNK AND AUTONOMIA, κυκλοφορεί στο διαδίκτυο)

Ιδωμένο α-ιστορικά, το ιταλικό κίνημα των μαζικών καταλήψεων, διαδηλώσεων και οδομαχιών δεν έχει πολλές επιδερμικές ομοιότητες με την ανάπτυξη του πανκ ροκ στο ηνωμένο βασίλειο. Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ του πανκ και των μητροπολιτικών ινδιάνων αλλά η ιστορία των δυο χωρών εξελίχτηκε εντελώς ξεχωριστά. Γενικά, η Ιταλία αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση, ιδιαίτερα όσον αφορά τη μακροζωία του κινήματος. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια άμεση κυκλοφορία επιρροών μεταξύ των δυο κινημάτων, τουλάχιστον όχι μέχρι τα 80es οπότε οι πανκ και αυτόνομες επιρροές αναμείχθηκαν σε πολλές χώρες, με πιο σπουδαία παραδείγματα το ολλανδικό καταληψιακό κίνημα και τους γερμανούς αυτόνομους. Στην Ιταλία το πανκ ήταν μια επιρροή μόνο από τη στιγμή που η δημοτικότητά του και η χρήση του ως ένα στοιχείο ενότητας βοήθησε να επανεκκινήσει ένα κίνημα που γυρνούσε γύρω από τις ιδέες της αυτονομίας και βασισμένο στα Centri Sociali, “αυτοδιαχειριζόμενα, κατηλειμένα κοινωνικά κέντρα” από τις αρχές του 70. Ωστόσο, και για τις δυο χώρες, και για το διεθνή καπιταλισμό ως όλον, τα μέσα του 70 ήταν μια περίοδος δραματικών αλλαγών. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 σηματοδότησε την αρχή του τέλους για το μεταπολεμικό στάτους. Το κεφάλαιο ξεκίνησε ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης που θα υπέσκαπτε την κευνσιανή πολιτική η οποία βασιζόταν στην αντιμετώπιση παλιότερων μορφών εξουσίας της εργατικής τάξης. Το πανκ ήταν ένα κίνημα που γνώριζε τα μίντια, γνώριζε τον εαυτό του και μυθοποιούσε τον εαυτό του ήδη από τη γέννησή του. Προσπαθώντας να εξετάσουμε την ιστορία και το νόημα μιας τόσο σύνθετης και ποικίλης σειράς εμπειριών είναι περίπλοκο μιας και η γνώση μας προέρχεται από πηγές ήδη διαμεσολαβημένες. Το κίνημα της αυτονομίας ήταν εξίσου περίπλοκο και δεδομένης της έλλειψης βιβλιογραφίας στα αγγλικά είναι πιθανό να χάνουμε τη ραχοκοκκαλιά της ιστορίας με έναν γενικό και προβλέψιμο τρόπο. Η υπερ-αναλυμένη κατάσταση του πανκ, το κάνει άλλωστε ακόμη πιο δύσκολο να δώσουμε ένα επαρκές πορτραίτο του. Τα πρόσφατα γραπτά για το πανκ (Sabine, 1999) τείνουν να κάνουν ακόμα πιο προβληματική αυτή την κατάσταση, παίρνοντας ως δεδομένο ότι πολλές “part time” πανκ εμπειρίες μπορούσαν να είναι εξίσου αυθεντικές και έγκυρες όσο αυτές του John Lydon (Johnny Rotten). Φυσικά, υπήρξαν διάφορες “γραμμές πτήσης” από το πανκ. Ωστόσο αν επιστρέψουμε στη θεωρία των αυτόνομων, το τελικό οχυρό δεν είναι μια απαίτηση αυθεντικότητας αλλά η αποτελεσματικότητα.

Ένα απ’ αυτά τα χρήσιμα πράγματα του να αντιμετωπίζουμε το πανκ ως ένα κίνημα αυτο-αξιοποίησης είναι ότι δίνει έμφαση στη συνέχεια μεταξύ των αγώνων που ίσως αλλιώς δε γινόταν ορατή. Ένα από τα ερωτήματα που πάντοτε ήταν αμφιλεγόμενο είναι αν το πανκ ήταν μια αντίδραση ή μια συνέχεια του κύκλου τω αγώνων του ’60. Φυσικά αυτό έχει να κάνει με το πως μεταφράζουμε το ’60. Οι αυτόνομοι το μετέφραζαν σαν την ανάπτυξη των αναγκών και των επιθυμιών που πήγε πέρα απ’ αυτό που μπορούσε να παρέχει το μεταπολεμικό στάτους. Όπως γράφουν οι Negri και Hardt σε ένα πρόσφατο βιβλίο του: “Το dropping out (να τα παρατάς) ήταν πράγματι μια πολύ φτωχή έκφραση μπροστά σ’ αυτό που συνέβαινε στο Haight Ashbury και σε όλες τις ΗΠΑ στα 1960. Οι δυο βασικές λειτουργίες ήταν η άρνηση του πειθαρχικού καθεστώτος και η εμπειρία με νέες μορφές παραγωγικότητας”. Αυτοί οι αγώνες διέκοψαν το μεταπολεμικό καθεστώς πειθαρχίας, αρνούμενοι τη μαζική βιομηχανία και την πυρηνική οικογένεια και ευνοώντας ένα είδος άυλης και κινητής παραγωγικότητας που στη διαστρεβλωμένη του μορφή αφομοιώθηκε από το κεφάλαιο ως νέο παραγωγικό μοντέλο.

Το γνωστό ρητό του Jamie Reid “Never trust a hippy” (“ποτέ μην εμπιστεύεσαι έναν χίππη”) στόχευε πρώτα και κύρια τον Richard Branson, αλλά συνόψιζε μια γενικότερη αποστροφή εκείνης της γενιάς για τους χίππηδες. Όπως λεεί η βετεράνος των 60es Caroline Coon: “Δεν περίμενα να δω τον ιδεαλισμό της γενιάς μου να διώκεται με τόσο επιθετική αρνητικότητα. Όταν αυτά τα παιδιά κοροιδεύαν τους χίππηδες, αντιλήφθηκα ότι μεγάλωσαν διαβάζοντας για τους χίππηδες στις εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, κι αυτό που έκαναν ήταν να περιγελούν τους “βρωμερούς και καμμένους” χίππηδες. Έτσι, τους είπα “οι κωλοφυλλάδες έκαναν στους χίππηδες αυτό ό,τι θα κάνουν και σε σας”.

Ωστόσο, το πανκ ήταν μια συνέχεια αρκετών από τις ιδέες και των θεμάτων του ’60 σε μια αντι-60 μορφή. Αυτό στο οποίο το πανκ αντιδρούσε ήταν η επαναφομοίωση των αγώνων του ’60. Ήταν η συνέχιση των ιδεών της αντικουλτούρας του ’60 σε μια μορφή μηδενισμού ενάντια στη μιντιακή φιγούρα του χίππη. Αυτό που αρνούνταν οι πανκς στους χίππηδες ήταν η ψεύτικη, η γελοία και απολυταρχική καλοσύνη του χίππη στην οποία είχε περιοριστεί. Που ενδεχομένως συμβολιζόταν από το λογότυπο με τη χαμογελαστή κίτρινη φατσούλα. Στην αφίσα του Jamie Reid για το δίσκο California Uber Alles της αμερικανικής πανκ μπάντας Dead Kennedys η χαμογελαστή φατσούλα γίνεται η μάσκα της απειλής του χαλαρού καλιφορνέζικου στυλ του Φασισμού. Μοιάζει αντιπροσωπευτικό ενός βασικού θέματος του πανκ. Η επίδειξη του κοινωνικού ρεαλισμού ενάντια στην μεταφυσικότητα της χαμογελαστής φάτσας. Ήταν φυσικά μια εποχή που η αναδιοργάνωση του κεφαλαίου έκανε τη ψηλομύτικη αυτο-ικανοποίηση των αφομοιωμένων χίππηδων ανυπόφορη.

Η μορφή που αυτή η αντίδραση πήρε ήταν μια μηδενιστική οργή ενάντια στις ήττες της προηγούμενης γενιάς. Η απόρριψη των χίππηδων μπορεί να ειδωθεί στις προηγούμενες εκδηλώσεις του πανκ γύρω από το κλαμπ CBGB στην Νέα Υόρκη. Στυλιστικά αυτή αντιπροσωπευόταν από κοντά μαλλιά καρφάκια και στενά παντελόνια, “like trouser like mind” (τα παντελόνια όπως και τα μυαλά) τραγουδούσε άλλωστε ο Joe Strummer, όμως επίσης ενός στυλιζαρισμένου μητροπολιτικού χαρακτήρα, βίαιου και ανικανοποίητου. Αυτή η απόρριψη των χίππηδων φυσικά δεν ήταν ξένη στην αντικουλτούρα του ’60. Οι Diggers του Σαν Φρανσίσκο έκαναν ακόμη μια θεατρική κηδεία στα 1967, κηρρύσοντας το “θάνατο των χίππηδων, αφιοσιωμένων τέκνων των ΜΜΕ”. Ωστόσο στη σκηνή του CBGB η άρνηση των χίππηδων συχνά κατέληγε σε αντιδραστικές και ακόμη και ρατσιστικές χειρονομίες.

Στο Λονδίνο υπήρχε μια ομάδα ανθρώπων συσπειρωμένων γύρω από τους Sex Pistols που ήταν ακόμη ενθουσιασμένοι με το ελευθεριακό πνεύμα του Μάη του 1968. Ίσως, χρειάστηκε αυτή την επανασύνδεση του πανκ με τους πιο ριζοσπάστες προγόνους του για να φέρει στην επιφάνεια την επαναστατική δυναμική του πανκ. Η επιρροή των καταστασιακών ιδεών, συνήθως ανιχνεύεται μέσα από τις διασυνδέσεις του Malcolm McLaren και του Jamie Reid με την ομάδα King Mob στις αρχές του 1970. Στην ομάδα King Mob περιλαμβάνονταν πρώην μέλη της Καταστασιακής Διεθνούς που είχαν εκδιωχτεί απ’ αυτήν για τις έντονες επιρροές τους από την ομάδα Black Mask, “συμμορία δρόμου με ανάλυση”, από την οποία αργότερα θα προέλθουν οι Up Against the Wall Motherfucker.

Γύρω από τoυς Sex Pistols, βρίσκονταν κι άλλοι επίσης επιρρεασμένοι από τα 60es: η Sophie Richmond είχε επίσης συμμετάσχει στα καταστασιακά έντυπα και εκδόσεις της Suburban press με τον Jamie Reid, όμως είχε προηγουμένως υπάρξει μέλος της ελευθεριακής σοσιαλιστικής ομάδας Solidarity. Κι άλλοι ακόμα, όπως ο Bernie Rhodes, μάνατζερ των Clash, ο John Tiberi μάνατζερ των Sex Pistols και ο Fred Vermorel, φίλος του McLaren και εκδότης του προ-καταστασιακού περιοδικού “International Vandalism”. Ο Vermorel είπε αργότερα για τη φάση: “Ολόκληρο το θέμα των Pistols ήταν βασικά μια μαρξιστική συνωμοσία, ίσως ακούγεται γελοίο, αλλά αυτό ήταν. Είχες τον Jamie Reid, τη Sophie Richmond και τον Malcolm να κάθονται κάτω και να μιλούν για ριζοσπαστική πολιτική, και για το πως να ριζοσπαστικοποιήσουμε αυτό ή το άλλο, πόσο μακριά μπορούμε να το τραβήξουμε κλπ”.

Το μέγεθος της επιρροής που είχαν στη μπάντα είναι αμφιλεγόμενο πάντως σίγουρα παρείχαν ένα οπλοστάσιο ιδεών γύρω από το πανκ όταν αυτό γεννιόταν και τα τραγούδια του γράφονταν. Η συγγένεια μεταξύ του πανκ και των ιδεών που κυκλοφορύσαν λίγα χρόνια νωρίτερα από τους King Mob είναι σαφής. Εφαρμόζονταν έναν ενεργό μηδενισμό, κινητοποιούσαν τα πιο εξωφρενικά σχέδια, όπως την ανατίναξη ενός καταρράκτη σε μια λίμνη, ως διαμαρτυρία ενάντια στο ρομαντισμό. Χαρακτηριστικό της στάσης του: “Καλύτερα να είσαι απαίσιος παρά ένας ευχάριστος αλτρουιστής χίππης, να ένα είδος μη-διαλεκτικής υπερ-αντίδρασης στους χίππηδες”. Αυτός ο μηδενισμός ήταν επίσης προφανής στο πανκ, όπως αντανακλούσε άλλωστε και στο όνομά του (πανκ: αλήτικο). Στις αρχές του ’70, ο Chris Gray, μέλος των King Mob είχε κυκλοφορήσει την ιδέα για τη δημιουργία ενός “εντελώς δυσάρεστου ποπ συγκροτήματος”. Δεν πήγε ποτέ παραπέρα από την αναγραφή μερικών γκραφφίτι που ανείγγελαν τη δημιουργία της μπάντας του αλλά η ιδέα ήταν μια από τις πολλές που έθρεψαν τους Sex Pistols. Σχεδιαζόταν ως μια κριτική του καταναλωτισμού, μια επίδειξη των σκουπιδιών που είναι έτοιμος να μετατρέψει σε εμπόρευμα ο καπιταλισμός, μια αποκάλυψη του τρόπου που δουλεύει η μουσική βιομηχανία και μια αποκήρυξη των καλλιτεχνικών άλλοθί της. Η επιρροή της ιδεάς του είναι εμφανής στην μετέπειτα ερμηνεία του πανκ από τον McLaren ως ένα αγκάθι στη μουσική βιομηχανία. Οι Pistols ως οι αντι-Bay City Rollers, παίζοντας με πλέι μπακ τις ανταποκρίσεις για το πανκ ακροδεξιών εφημερίδων, τα μίντια δημιουργούσαν πρόθυμα το χειρότερο εφιάλτη τους.

Φυσικά το πανκ ήταν πολλά παραπάνω από τις μηχανοραφίες μερικών υποκινητών. Μια ομάδα προαστειακών και μητροπολιτικών εφήβων είχε ήδη εκμεταλλευτεί τα κενά στην ποπ κουλτούρα για να δημιουργήσει το δικό της στυλ και τρόπο ζωής. Η αυτοδίδακτη ευφυία της περσόνας του Johnny Rotten είναι ένα από τα πράγματα εκείνα που δεν μπορείς να προγραμματίσεις. Αυτό είναι το πρόβλημα με την ρητορική του πανκ, οι Sex Pistols ήταν πολύ καλοί. Η κριτική τους ήταν τόσο ισχυρή που υπέσκαψε όλη την προηγουμένως υπάρχουσα ποπ κουλτούρα, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής ροκ. Ο Greil Marcus θεωρεί ότι οι Sex Pistols έσκαψε το λάκο της ποπ. Υπονομεύοντας τις συμβάσεις της ποπ και της ροκ, οι Sex Pistols απελευθέρωσαν έναν τεράστιο γόνιμο χώρο. Μουσικά, αρνούμενοι να μάθουν να παίζουν σωστά τα όργανά τους, το πανκ κατέρριψε τις συμβάσεις που ήθελαν τους μουσικούς ανθρώπους καταρτισμένους. Απομυθοποιώντας την κουλτούρα το πανκ δημιούργησε ένα χώρο πρόσφορο για μια έκρηξη της αυτο-δραστηριότητας. Άνθρωποι εμπνεύστηκαν να δημιουργήσουν δικές τους μπάντες, φανζίν ή ρούχα ή να στήσουν δικές τους συναυλίες. Η κληρονομιά της δύναμης που ένιωσαν αυτοί οι άνθρωποι στα χέρια τους μας ακολουθεί ακόμα. Όπως έγραψε ο δημοσιογράφος του πανκ Richard Boon: Η απειλή που έθεσε το πρώιμο πανκ ήταν ότι έξυπνοι νέοι άνθρωποι της εργατικής τάξης μπορούσαν να τινάξουν τα δεσμά της καταπίεσης! και να περάσουν στην ιστορία!

Υπό την έννοια αυτή, το πανκ μπορεί να ειδωθεί σαν μια στιγμή αυτο-αξιοποίησης ανάλογη με τους μητροπολιτικούς ινδιάνους στην Ιταλία. Μια πανίσχυρη αυτο-θεσμιζόμενη εμπειρία νέων τρόπων ύπαρξης. Το πανκ, μέσα από δίσκους, φανζίν, συναυλίες, μπορεί να ειδωθεί ως ένα σημείο απεδαφικοποιημένης ενότητας μεταξύ μιας νέας κοινότητας που προέβαλλε μέσα από την απομονωτική επίδραση της νεανικής ανεργίας. Η ηθική του DIY: ‘Do It Yourself’ στέγασε μια δημιουργικότητα πέρα από το βασίλειο της εργασίας. Η άρνηση της εργασίας επεκτάθηκε στην ανεργία: τελικά η εργασία της ανεργίας ήταν να ψάχνεις για δουλειά και να δρας σαν μια πίεση προς τα κάτω στους μισθούς που διεκδικούν οι εργαζόμενοι. Το στοιχείο ενότητας που παρείχε το πανκ φάνηκε πιο δραματικά όταν ο δίσκος των Sex Pistols “God Save the Queen”, έφτασε το νούμερο ένα στις πωλήσεις, στη διάρκεια των εορτασμών του ιωβηλαίου της βασίλισσας. Το γεγονός ότι το όνομα του δίσκου έγινε διάσημο για τη διαγραφή του από τα τσαρτς, είναι ενδεικτικό του σημαντικού ρόλου που έπαιξε αντιπροσωπεύοντας υποκειμενικότητες αποκλεισμένες από τον επίσημο διάλογο.

Μια από τις δυνατότες της αυτο-αξιοποίησης ως αντίληψη είναι η αντίληψη των ίδιων των ορίων της. Αν δεχτούμε τον μαρξισμό ως μια διαρκή κριτική του καπιταλισμού τότε η εφαρμογή του στους αγώνες που ωθούνται πέρα από τον καπιταλισμό είναι περιορισμένη. Εγχειρήματα αυτο-αξιοποίησης πρέπει να κριθούν με τους ίδιους τους τους όρους. Αυτό που μπορούν να κάνουν οι αυτόνομοι μαρξιστές είναι να βρίσκουν τις πληγές που φέρουν εγχειρήματα αυτο-αξιοποίησης ήδη από τη γέννα τους μέσα στον καπιταλισμό. Όπως ο Harry Cleaver το θέτει: “Φτιάχνουμε αυτόνομα περιβάλλοντα και δραστηριότητα αλλά το κάνουμε αυτό μέσα σε χώρους που έχει φτιάξει η καπιταλιστική εκμετάλλευση και με εμπορεύματα και πρόσωπα που έχουν έστω ελάχιστα διαμορφωθεί από τη διαδικασία αξιοποίησης”. Όταν εφαρμόζεται αυτό στο πανκ, μπορεί να βοηθήσει να εντοπίσουμε τις πληγές από τη γέννα του στην μουσική βιομηχανία και να ρίξουμε φως σε μερικές από τις κατευθύνσεις του που το ωθούσαν πέρα από τη βιομηχανία αυτή. Μια από τις πληγές αυτές στην οποίες πνίγηκε το πανκ ήταν η ανικανότητά του να πάει πέρα από την μορφή της ροκ μπάντας.

Μέρος του κίνητρου για το πανκ ήταν η εμπειρία των ροκ σταρς του ’60 που χάνονται μέσα σε στάδια και γνωρίζουν τηνα ποθέωση. Το πανκ στα καλύτερά του περιλάμβανε μια δικλείδα που απέτρεπε το διαχωρισμό μεταξύ κοινού και μπάντας. Μια γραμμή που ανιχνεύεται πίσω μέχρι την απαίτηση του Lautreamont για μια “ποίηση” που να “φτιάχνεται απ’ όλους”. Αυτή η δικλείδα εντοπίζεται στις αρχικές συναυλίες όπου το ακρωατήριο ήταν εξίσου σημαντικό όσο οι μπάντες, στη δημιουργία του στυλ και του χαρακτήρα του πανκ. Όντως το κοινό της μιας βδομάδας θα σχημάτιζε τις μπάντες που θα έπαιζαν την άλλη βδομάδα. Ενδεικτικό της πολιτισμικής ενδυνάμωσης που έδωσε το πανκ. Ωστόσο ανίκανο να ξεπεράσει τη μορφή της μπάντας, συναυλίας, δισκογραφίας, οι απαιτήσεις της μουσικής βιομηχανίας και η καπιταλιστική αξιοποίηση σταδιακά το επανενσωμάτωσαν.

Από το αρχικό αίσθημα των μπάντων που είναι όλες μαζί, μέρη του ίδιου κινήματος, πρόβαλε ένας αποκρουστικός ελιτισμός το καλοκαίρι του 1976 καθώς οι μπάντες άρχισαν να ανταγωνίζονταν για μια θέση στη σειρά των δισκογραφικών εταιριών. Η ανικανότητα του πανκ να ξεφύγει από τις πληγές της γέννας του μέσα στην μουσική βιομηχανία κατέληξαν τελικά να του δώσουν έναν ρόλο μερικής κριτικής στον καπιταλισμό. Ανίκανο να δει ξεκάθαρα πέρα από την καταγωγή του το πανκ κινήθηκε προς μια αντίθεση μεταξύ των ανεξάρτητων και των κυρίαρχων δισκογραφικών εταιριών. Αν και οι ανεξάρτητες μπορούσαν να παρέχουν κάποιο πολύτιμο χώρο, και ίσως κάποιες φορές για χωρίς κέρδος δουλειές, 25 χρόνια σκληρών εμπειριών απέδειξαν ότι οι μικρές δισκογραφικές εταιρίες υπόκεινται στους ίδιους γενικούς νόμους με τις μεγάλες. Αυτό δε σημαίνει ότι αν οι πανκς ήταν καλύτεροι μαρξιστές θα έβρισκαν μια λύση στις αντιφάσεις αυτές. Δεν υπάρχει καθαρή αυτο-αξιοποίηση. Ωστόσο ο, κατά τους αυτόνομους, ορισμός αυτών των αντιθέσεων ως εγγενών στο καπιταλιστικό μοντέλο βοηθά να υπονομεύουμε τις ψεύτικες γραμμές στην άμμο μεταξύ των ανεξάρτητων και των κυρίαρχων εταιριών που χαράζεται ακόμη και σήμερα.

Η θέση των Sex Pistols στην μιντιακή καρδιά του κτήνους έφτασε το κρίσιμο σημείο της μετά την εμφάνισή τους στην τηλεόραση με τον Bill Grundy. Αρκετές από τις πολυπλοκότητες και τις αντιφάσεις του πανκ ισοπεδώθηκαν. Ο χώρος που άνοιξαν στένεψε με τη διαστρέβλωση των ιδεών του πανκ μέσα από τη διαμεσολαβημένη μορφή των ταμπλόιντ. Όμως, όπως σχολιάζει ο Jon Savage:

“Φτάσαμε στο σημείο που αναλαμβάνουν τα μίντια, μια αναγκαία διαδικασία αν είναι το κίνημα να γίνει ποπ. Μέσα στην μετάβαση αυτή, η απλότητα εαναπόφευκτα επιβάλλεται πάνω σε σύνθετα φαινόμενα, όμως υπάρχει πάντα μια φρέσκια αύρα ενέργειας που απελευθερώνεται με απρόβλεπτα, λυτρωτικά αποτελέσματα”.

Οι Sex Pistols πολέμησαν ενάντια στη διαδικασία μεσολάβησής τους αποφεύγοντας να τους βάλουν κάτω για να τους μελετήσουν, κρύβοντας τις επιρροές τους και διαφεύγοντας μια εύκολη ταυτότητα όμως και πάλι το κενό που άνοιξαν έκλεισε σε μεγάλο μέρος μέχρι το 1979. Ωστόσο, ακόμα και στη μεσολαβημένη μορφή του το μήνυμα του πανκ ήταν αρκετά ισχυρό για να προκαλέσει ένα νέο κύμα δημιουργικότητας που έφτασε ακόμα και στις μικρότερες πόλεις του ηνωμένου βασιλείου. Μετά τη διάλυση των Sex Pistols και την περίληψη των πανκ συγκροτημάτων στην ιστορία του ροκ έμεινε αρκετός χώρος για να φιλοξενήσει νέα κύματα αυτο-αξιοποίησης. Το ίδιο το πανκ δε θα μπούσε να υπάρξει χωρίς την αυτο-αξιοποίηση των 60es. Τόσο στην πράξη, η εκτεταμένη κατάληψη σπιτιών στο Λονδίνο ήταν μια υλική συνθήκη προϋπάρχουσα του πανκ, όσο και θεωρητικά. “Αν και δεν ήταν πια “ρεαλιστικό” το να “ζητάς το αδύνατο”, η μνήμη της φαντασίας του αδύνατου παρέμεινε δυνατή. Ήταν ίσως αυτό που έκανε εφικτή την πολιτική του πανκ”.

Με τη σειρά τους, ο χώρος και οι υποκειμενικότητες που αναπτύχθηκαν στο πανκ παρείχαν τη βάση για νέους αγώνες και αυτο-αξιοποιήσεις. Από τους πιο αξιόλογους του δεύτερου κύματος των πανκ συγκροτημάτων ήταν οι Crass. “Κάνοντας την πρώτη, και μόνη, συνεκτική απόπειρα να ξεπεράσουν τα μηδενιστικά αρχέτυπα της εποχής”, δημιούργησαν την υποκουλτούρα του αναρχοπανκ και βοήθησαν να σχηματιστούν γραμμές ανυπακοής που οδήγησαν κατευθείαν στους αντι-καπιταλιστικούς αγώνες των μετέπειτα χρόνων. φυσικά αυτή ήταν μόνο μια από τις γραμμές του χάους του πανκ. Μια ακόμα γραμμή μπορεί να τραβηχτεί από τον μηδενισμό της πανκ άρνησης του χιππισμού μέσα από ακροδεξιές μπάντες μέχρι την νεοναζιστική σκηνή της white power rock του σήμερα. Μια γραμμή για την οποία η κατηγορία της αυτο-αξιοποίησης δεν ταιριάζει και πολύ.

“Αρκετοί από τους ανθρώπους στις καλλιτεχνικές σπουδές του σήμερα μου θυμίζουν τους ανθρώπους του FBI του ’50: βρίσκουν την ανατροπή παντού. Ενώ η θεωρία των αυτόνομων όντως βλέπει την ανατροπή παντού αποφεύγει την άκριτη και αόριστη ιδέα της ανατροπής στην οποία αναφέρεται παραπάνω ο Marcus. Μια από τις δυνατότητές της είναι ότι ενισχύει την ανάλυση των συνδέσεων μεταξύ αγώνων στην σφαίρα της κουλτούρας και έξω απ’ αυτήν. Εφαρμόζοντας την αυτονομίστικη θεωρία στο πανκ δείχνει τη σύνδεση μεταξύ δυο εντελώς διαφορετικών κινημάτων. Το να βλέπεις το πανκ σαν ένα κίνημα αυτο-αξιοποίησης είανι χρήσιμο στο διαχωρισμό των πιο ουτοπικών παρορμήσεών του από τις πειθαρχικές στις οποίες υποβλήθηκε από τον καπιταλισμό. Το να αντιμετωπίζεις τον μαρξισμό σαν μια διαρκή κριτική του καπιταλισμού βοηθά να βρεις τα όρια της χρησιμότητάς του για μια ανάλυση της κουλτούρας.

Categories
Uncategorized

Για την πόλη ως φυλακή

Οι τοίχοι της πόλης – C. G.

Μετάφραση από τα ιταλικά στα αγγλικά: Diavolo in Corpo #3
Μετάφραση στα ελληνικά: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας (Νοέμβρης 2007)

Η φυλακή είναι μόνο επιφανειακά η εξαίρεση στον κανόνα: η τιμωρία του εγκλήματος που διαπράχτηκε ή της αθωότητας έγκειται πραγματικά στην ολότητα της κοινωνίας όπου ο καθένας τιμωρεί τον άλλον επειδή απλώς βρίσκεται εκεί και όπου ο καθένας που διαθέτει μια σκέψη αναρωτιέται αυτό το πράγμα κάθε μέρα: γιατί με έριξαν εδώ; Τι έχω κάνει; Και όπου η τρομακτική εμμονή της απόδρασης είναι ίδια μ αυτή των φυλακισμένων. Ίσως κι ακόμα πιο έντονη. Η εξέλιξη του σωφρονιστικού συστήματος με την κατασκευή τόσων πολλών νέων χώρων τιμωρίας έχει μια σημασία πέρα από αυτή του «πιο ανθρωπιστικού και σωφρονιστικού» που είναι η διαχείριση του πόνου. Η απόσταση, ο διαχωρισμός μεταξύ της πόλης και της φυλακής της, που ήταν πάντοτε μεγάλος- μειώνεται, καθώς οι κάτοικοι της πόλης ολοένα και μοιάζουν (μέσα από την εργασία, την οικογένεια, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τα κέντρα διασκέδασης, τα θέατρα, τα στάδια) με φυλακισμένους κάποιων φυλακών-προτύπων στους οποίους χαρίζονται περιστασιακά άδειες (σαββατοκύριακα, διακοπές, αργίες), με την υποχρέωση πάντοτε να επιστρέφουν σε συγκεκριμένη ημερομηνία, χωρίς περιθώρια λάθους. Ακόμα κι ο «προαυλισμός» αποτελεί έναν καθρέπτη της πόλης στη φυλακή και της φυλακή στην πόλη. Οι άνθρωποι περιορισμένοι στα πεζοδρόμιά τους, περικυκλωμένοι από πανύψηλους τοίχους, περπατούν θλιβερά και μονότονα μέσα κι έξω σε μαγαζιά, φορτωμένοι με άχρηστες αλλά υποχρεωτικές αγορές. Οι άνθρωποι παρακολουθούνται με κάμερες μέσα κι έξω από τα μαγαζιά αυτά, υποχρεώνονται να περάσουν από ανιχνευτές μετάλλων για να μπουν σε μια τράπεζα, είναι αναγκασμένοι να χτυπούν εισιτήρια για το μετρό ή το τρένο, με σφυρίγματα για κάθε λάθος ανάγνωση των προσωπικών μας στοιχείων στον κωδικό μιας κάρτας, επινόησης των γκούλαγκ. Νομίζεται ακόμα ότι είναι πολύ διαφορετικό απ’ ότι μια φυλακή;

Μπορώ να δω το προαύλιο του Newgate όπου οι κρατούμενοι με τις πιτζάμες τους περπατούν γύρω γύρω στη σειρά, στον περίφημο κύκλο επινόησης του Dore, σε κάθε φορά που περπατώ σ ένα ευωδιαστό πεζοδρόμιο, από αυτά τα οποία ο δήμαρχος ασχολήθηκε με το να τα γεμίσει ζαρντινιέρες σύμφωνα με το μοντέλο της «εδέμ», μέσα στην απέραντη αστική φυλακή που κυβερνά. Μήπως έχουμε βγει από το προαύλιο του Newgate; Το χουμε αφήσει πίσω μας, ή απλά αφήσαμε τις πιτζάμες στο καθαριστήριο;

Το μοντέλο της «εδέμ» έχει να κάνει με την δημιουργία πάρκων – τα οποία ακόμα κουβαλούν ετυμολογικά την ανάμνηση του παραδείσου (το πάρκο δεν είναι παρά μια σύντμηση του παραδείσου, στα περσικά πάρντες σημαίνει κήπος…) μέσα στην αποπνικτική αστική κόλαση. Αυτά τα πάρκα, αργότερα υποβαθμίστηκαν ονομαζόμενα ως «ζώνες πρασίνου». Όμως τι αλλάζουν αυτά τα περιορισμένα παρτέρια πράσινου; Το αστικό πράσινο δεν είναι δάσος, ελευθερία, καταφύγιο, ελεύθερο παιχνίδι του πνεύματος μεταξύ ζωών διαφορετικών από την ανθρώπινη. Δεν είναι παρά εικόνες του ανθρώπου και με έναν ολοένα και πιο βάναυσο τρόπο, ανθρώπινες εικόνες που σηματοδοτούν αυτό από το οποίο υποφέρουμε: τοίχοι, τοίχοι που μας περικυκλώνουν και μας περιορίζουν, φυλακές.

Η κατασκευή νέων φυλακών (λιγότερο σκοτεινών, και μερικές φορές λιγότερο αποπνικτικών) ξεκίνησε από το φασιστικό καθεστώς (πειραματικά, σε μικρές πόλεις) ούτως ώστε να μειωθεί η απόσταση μεταξύ πόλης και φυλακής, ώστε να σχηματιστεί μια ενιαία, συμπαγή, ολοκληρωτική φυλακή. Βλέπουμε τις φυλακές του Orvieto, χτισμένες στα 1936 τη χρονιά του μεγαλύτερου φασιστικού θριάμβου, δε διαφέρουν από το ιταλικό μπαρ, το πανεπιστήμιο της Ρώμης ή κάθε εστία νεότητας… Όμως η πρότυπη ολοκληρωτική πόλη, όπου το αστικό τοπίο ενοποιήθηκε ως αντίδοτο στην επέλαση της ελονοσίας, ήταν η Littoria (Latina) όπου η φυλακή, χτισμένη στα 1939, είναι ένα τυπικό κτίριο μιας ανώνυμης υπηρεσίας, ένα πραγματικό και υποδειγματικό δείγμα αρχιτεκτονικής των μελλοντικών προαστίων. Κι ένα σύγχρονο συγκρότημα διαμερισμάτων στα προάστια ανταποκρίνεται ευρύτατα στις συνθήκες των φυλακών. Από το ισόγειο μέχρι το ρετιρέ, παντού η ίδια μαγειρική: μακαρόνια-μπριζόλες-σαλάτα-επιδόρπιο, όπως ακριβώς και σε μια κανονική φυλακή.

Η διαφορά είναι ότι η οικογένεια στο διαμέρισμα δεν πετάει πολύ φαγητό, διατηρεί τα αποφάγια, μαγειρεύει με περισσότερη σύνεση. Στη φυλακή, όπως και στο στρατόπεδο ή στο νοσοκομείο, έχουμε εξαιρετικές σπατάλες φαγητών που μαγειρεύονται ωστόσο με έναν χυδαίο τρόπο. Κανείς δε θα έγλειφε εκείνα τα πιάτα, που τόσο συχνά επιστρέφονται γεμάτα.

Ανάμεσα στα επιτεύγματα των φιλελεύθερων δημοκρατιών των αρχών του 20ου αιώνα, αυτό το στοιχειό υπάρχει ακόμα: αν και οι ειδικές συνθήκες των φυλακών μπορούν να αλλάξουν με κάθε πιθανό τρόπο, μέσα στην ασταμάτητη υποβάθμιση της κοινής ζωής και της γενικής κοινωνικότητας στο εξωτερικό, στην εγκατάλειψη της πόλης, τίποτα δεν μπορεί να γίνει για να εμποδιστεί αυτή η αναπόφευκτη μεταμόρφωση της ολότητας του αστικού περιβάλλοντος σε μια φυλακή που έχει γίνει ηλεκτρονική εδώ και καιρό, και στοιχειώνεται από όλα τα τυπικά φαινόμενα της φυλακής όπως οι βιασμοί, οι σεξουαλικές «χάρες», η ανταλλαγή υποχρεώσεων που καταλήγει να γίνεται ακόμα πιο σημαντική κι από την χρηματική ανταλλαγή. Σε κάθε σημείο της πόλης, σε κάθε ώρα της ημέρας, εκατομμύρια αστικών κρατουμένων παρακολουθούν το ίδιο πράγμα στις τηλεοράσεις τους όπως οι κρατούμενοι που έχουν καταδικαστεί σε μια ποινή κι αυτοί που κρατούνται προφυλακισμένοι περιμένοντας να δικαστούν. Οι δικαστές οι ίδιοι κάνουν το ίδιο, ζητωκραυγάζουν μαζί για το γκολ της μιας ή της άλλης ποδοσφαιρικής ομάδας.

Σήμερα κάθε αστικός χώρος παρακολουθείται, ελέγχεται, περιπολείται, φρουρείται, κινδυνεύει, απειλείται. Στο όνομα της ασφάλειας, έχει σταδιακά φτάσει στο σημείο της δημιουργίας μιας απόλυτης τεχνολογικής-στρατοκρατούμενης φυλακής. Μπορεί να πει κανείς, ότι αυτός ο μακρύς πόλεμος θα σταματήσει μόνο προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ένα είδος τερατώδους φυλακής ως μια ακραία μορφή «απαραίτητης» προστασίας. Κι όλο αυτό συμβαίνει κάτω από μια δημοκρατία που προσπαθεί να φανεί ανίσχυρη, κάτω από την εξισωτική ρητορική με την οποία παινεύεται, ώστε να αποτρέψει, μιας και αυτό θέλει και χρειάζεται προκειμένου να διατηρηθεί, κάθε πόλη των ονείρων της απ’ το να γίνει μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, όπου η κυκλοφορία των υποκειμένων θα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με την κυκλοφορία των κρατουμένων γύρω γύρω στο προαύλιο με τους ψηλούς τοίχους χωρίς παράθυρα και τα εξαντλημένα, μίζερα ρυθμικά βήματα.



Categories
Uncategorized

Αναρχοπάνκ, το ALF και η απεργία των ανθρακωρύχων

Αναρχοπάνκ, το ALF και η απεργία των ανθρακωρύχων – μια διδακτική ιστορία από τα 80s

«Έχω μια αίσθηση φόβου μαζί κι απέχθειας, όταν βλέπω συντρόφους που μισούν το παρελθόν τους, ή ακόμη χειρότερα, που το αποκρύπτουν. Δεν αρνούμαι το παρελθόν μου, για παράδειγμα την εργατίστικη περίοδό μου, αντιθέτως, το αποδέχομαι. Αν πετάμε τα πάντα μακριά, θα ζούμε σε μια κατάσταση μόνιμης σχιζοφρένειας.» (Sergio Bologna, «Wright» 1996)

Αυτός ο απολογισμός του κινήματος από το αναρχοπάνκ στους ταξικούς αγώνες των 1980s, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις δικές μας εμπειρίες. Πιστεύουμε ότι αξίζει να μιλήσουμε γι αυτό, γιατί σχετίζεται επίσης με διαφορετικές εποχές και καταστάσεις. Τα ζητήματα των ζώων και της φύσης συχνά συνδυάζονται με τις λεγόμενες «αντικουλτούρες», και τείνουν να παραβλέπονται καθώς οι άνθρωποι εμπλέκονται σε κάποια πιο παραδοσιακή ριζοσπαστική πολιτική. Μπορούμε να δούμε τον παραλληλισμό στο σημαντικό αριθμό πολιτικοποιημένων «χίππηδων» που απορροφήθηκαν από το SWP (σοσιαλιστικό κόμμα) και από άλλες παρεμφερείς ομάδες στα τέλη του ’60/ αρχές ’70. Σήμερα ο αριθμός των διαδηλωτών ενάντια στην επέκταση των αυτοκινητοδρόμων που υιοθετεί ή προσεγγίζει κομμουνιστικές θέσεις, είναι επίσης μια ένδειξη των λαθών που έγιναν από τη γενιά του ’80. Η υιοθέτηση μιας κομμουνιστικής θεώρησης μπορεί να είναι ένα βήμα μπροστά, αλλά όχι αν αυτό σημαίνει να εγκαταλείπεις οτιδήποτε ανατρεπτικό υπήρχε στη δράση σου.

Στις αρχές του ’80 το αναρχικό κίνημα στη Βρετανία πήρε μια τεράστια ώθηση σαν κλωτσιά στον κώλο, λόγω της εισροής πολιτικοποιημένων πανκ ακτιβιστών. Ο αναρχοπανκ χώρος ήταν συνδεδεμένος με διάσημες μπάντες όπως οι Crass, οι Poison Girls, και οι Conflict αλλά ακόμα και σε επαρχιακές πόλεις σε όλη τη χώρα (κι ακόμα σε όλη την Ευρώπη και παραπέρα) χιλιάδες άνθρωποι σχημάτιζαν δικές τους μπάντες, έστηναν συναυλίες σε καταλήψεις και γενικά βρίζαν το σύστημα. Σε πολιτικό επίπεδο, δινόταν έμφαση σε ένα μείγμα lifestyle αποκοπής από το «σύστημα» (άρνηση της εργασίας, μποϋκοτάζ στα πάντα κλπ) και άμεσης δράσης ενάντια στις «πολυεθνικές του θανάτου». Το απόγειο στη Βρετανία ήταν στα 1983/84 όταν εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο οικονομικό κέντρο του Λονδίνου για τη δράση “Stop The City”, βάζοντας στο στόχαστρό τους κυρίως εταιρίες που σχετίζονταν με το εμπόριο όπλων, την οικολογική καταστροφή και την εκμετάλλευση των ζώων. Η απελευθέρωση των ζώων (Animal liberation) ήταν κεντρικό ζήτημα για το αναρχοπάνκ. Σχεδόν κάθε συγκρότημα είχε ένα τραγούδι για το κυνήγι ή τα πειράματα στα ζώα, και πολλά εξώφυλλα δίσκων φιλοξενούσαν εικόνες ζώων σε διάφορες μορφές κακοποίησης. Πολλοί πανκς υιοθέτησαν ένα χορτοφαγικό lifestyle και ρίχτηκαν στον ακτιβισμό υπέρ των ζώων  οι πανκς αποτελούσαν την πλειοψηφία των ομάδων που σαμποτάραν τα οργανωμένα κυνήγια.

Την περίοδο αυτή, το κίνημα της άμεσης δράσης για την απελευθέρωση των ζώων κορυφώθηκε. Το Μέτωπο Απελευθέρωσης Ζώων (ALF-Animal Liberation Front) ιδρύθηκε στα 1976 και στις αρχές του ’80 οι πρακτικές διάρρηξης και απελευθέρωσης ζώων από εργαστήρια, το οικονομικό σαμποτάζ ενάντια στο κυνήγι, τις βιομηχανοποιημένες φάρμες και τα πειράματα σε ζώα, έφτασαν σε πρωτόγνωρα επίπεδα και απολάμβαναν ευρεία υποστήριξη. Το ALF ήταν, και παραμένει, μια οργάνωση αποκεντρωμένων πυρήνων, με μια παράλληλη δομή ομάδων υποστηρικτών που φέρνει τους ανθρώπους σε επαφή μεταξύ τους, βγάζει δελτία τύπου, και υποστηρίζει τους φυλακισμένους αγωνιστές. Παράλληλα με τον πυρήνα των κανονικών ακτιβιστών υπήρχε ένα πιο εκτεταμένο πλαίσιο ανθρώπων που χρησιμοποιούσαν την υπογραφή αυτή σε δράσεις και σαμποτάζ χαμηλής έντασης όπως σπάσιμο τζαμιών και κόλλημα κλειδαριών.

Ταυτόχρονα με το ALF υπήρχε ένα ευρύτερο κίνημα άμεσης δράσης, περιλαμβάνοντας μαχητικές διαδηλώσεις (όπως η έφοδος 2.000 ανθρώπων στο στρατιωτικό εργαστήριο του Porton Down στα 1982) και μαζικές εισβολές σε εργαστήρια, όχι τόσο για να απελευθερωθούν τα ζώα, όσο για να συγκεντρωθούν στοιχεία για την κακοποίηση που υφίσταται εκεί. Στα 1984 εκατοντάδες άνθρωποι πήραν μέρος στις εισβολές του Βόρειου, Νοτιοανατολικού και Ανατολικού Αγώνα για την απελευθέρωση των Ζώων, στα κυριότερα εργαστήρια της χώρας, όπως αυτά των εταιριών ICI, Unilever και Wickham. Αναπόφευκτα η κρατική καταστολή και η ποινικοποίηση του κινήματος εντάθηκε – 25 άνθρωποι φυλακίστηκαν για τη δράση στη Unilever.

Το 1984 επίσης, έκανε την εμφάνισή του ο πιο διαρκής και σφοδρός αγώνας στην πρόσφατη ιστορία της ταξικής πάλης στη Βρετανία – Η απεργία των ανθρακωρύχων. Η απεργία έθεσε μια κεντρική και τελειωτική πρόκληση για την αναρχοπάνκ ιδεολογία. Χονδρικά, η κοσμοθεωρία αυτή έτεινε να χωρίζει ηθικά τον κόσμο αυτό σε δυο στρατόπεδα – τους καλούς (αυτούς που σκέφτονταν ή δρούσαν όπως οι αναρχοπανκς) και τους κακούς (που συνεργάζονταν με το σύστημα). Στο ξεκίνημα της απεργίας, πολλοί πανκς θα τοποθετούσαν τους ανθρακωρύχους στη δεύτερη κατηγορία – άλλωστε, μήπως και οι περισσότεροι από τους ανθρακωρύχους δεν έτρωγαν κρέας και μάχονταν μόνο και μόνο για να μη χάσουν τη δουλειά τους; Αντιμέτωποι με την αυξανόμενη κοινωνική πόλωση που αναπτυσσόταν γύρω από την απεργία, και την ενθουσιώδη αντίσταση των μαχητικών ανθρακωρύχων, σχεδόν όλοι πέρασαν στην άλλη πλευρά. Γύρω από τους Chumbawamba από το Leeds (πολλά χρόνια πριν τις μέρες της Top of the Pops κατάντιάς τους), τα περισσότερα αναρχικά συγκροτήματα, συμπεριλαμβανομένων των Crass, είχαν παίξει για υποστήριξη των ανθρακωρύχων μέχρι το τέλος της απεργίας τους.

Η βία της απεργίας των ανθρακωρύχων επίσης αποδυνάμωσε την επιρροή του ειρηνισμού στην πανκ σκηνή. Το νέο κλίμα εκφράστηκε μέσα από την εφημερίδα Class War, που στήθηκε στα 1983, συνδυάζοντας πανκ αισθητική με έναν λόγο ταξικής βίας και επανάστασης. Η αρχική Class War ήταν απολύτως σαφής ότι η απελευθέρωση των ζώων ήταν μέρος του επαναστατικού κινήματος ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Θέτοντας σε κίνηση την «εαρινή εκστρατεία» της εναντίον των πλουσίων, το εξώφυλλό της απεικόνιζε μια φωτογραφία ενός κυνηγού και το σλόγκαν «γαμημένο πλούσιο κάθαρμα, δε θα μας τη γλιτώσεις». Ένα άρθρο στο ίδιο τεύχος δήλωνε: «Η Class War υποστηρίζει ολόψυχα το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων. Πολλοί από μας συμμετέχουν στους «Σαμποτέρς του Κυνηγιού» και αναλαμβάνουν δράσεις σε εργαστήρια και φάρμες εκμετάλλευσης ζώων, σε όλη τη χώρα».

Η Class War παρενέβαινε σε πορείες ενάντια στα πειράματα καταγγέλλοντας τους «γραφειοκράτες του BUAV (Βρετανική Ένωση για την Κατάργηση των Πειραμάτων σε ζώα) και τον φόβο τους για την «αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση του κινήματος απελευθέρωσης των ζώων, την παράτολμη εμμονή του στις επιθέσεις ενάντια στην ιδιοκτησία και στις συγκρούσεις με την αστυνομία». Για τα προβλήματα που δημιουργούσαν αποκηρύχθηκαν από τη BUAV ως προβοκάτορες, μετά τις συγκρούσεις με την αστυνομία στα εργαστήρια της Biorex στο Islington. H Class War έβλεπε την μαχητικότητα του κινήματος με ενθουσιασμό, εκφράζοντας την ελπίδα ότι: «οι βίαιες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης ζώων θα διαχυθούν σε βίαιες επιθέσεις προς κάθε τομέα αυτής της σκατο-κοινωνίας». Ωστόσο με την μετατροπή της Class War σε εθνικής εμβέλειας ομοσπονδία (και την αποχώρηση μερικών από τα ιδρυτικά της μέλη) υιοθέτησε πιο παραδοσιακές εργατίστικες θέσεις, και η απελευθέρωση των ζώων χάθηκε από τον ορίζοντα των αναφορών της. Η αναρχοπάνκ σκηνή άρχισε να διαλύεται. Οι Crass αποσύρθηκαν, και οι επαρχιακές σκηνές συχνά καταντούσαν μίζερες κλίκες. Κάποιοι προσπάθησαν απλώς να συνεχίσουν να κάνουν ότι έκαναν και πριν – μια αναρχοπάνκ σκηνή προσδιορισμένη βάσει των δεδομένων του 1980 συνεχίζει ακόμα και σήμερα, αλλά πια δεν αποτελεί επιθετικό κίνημα παρά μια ρηχή υποκουλτούρα. Κάποιοι άλλοι, τράβηξαν αυτόν τον τρόπο ζωής στα άκρα, ταξιδεύοντας από το ένα μέρος στο άλλο, άλλοι πήγαν να γίνουν καλλιεργητές στην Ιρλανδία. Μερικοί πέσανε στα ναρκωτικά. ’λλοι απλά τα διέγραψαν όλα πίσω τους, σαν μια νεανική απερισκεψία. Κάποιοι από αυτούς που παρέμειναν συγκεντρωμένοι πρωταρχικά στο ζήτημα των ζώων, εγκλωβίστηκαν σε μια σπείρα ολοένα αυξανόμενης καταστολής από την μία και της απομόνωσης στην μαχητικότητα ενός μικρού πυρήνα ακτιβιστών. Η μαζική άμεση δράση γρήγορα εξέλειψε κι υποκαταστάθηκε από μια σειρά εμπρησμούς, απειλές για δηλητηριασμένα προϊόντα, κι ακόμα βομβιστικών επιθέσεων, την ευθύνη των οποίων αναλάμβανε η ARM – Animal Rights Militia.

Οι περισσότεροι από τους (πρώην) αναρχοπάνκς, που παρέμειναν πολιτικά ενεργοί κινήθηκαν προς μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, ανακαλύπτοντας από την αρχή διάφορες μορφές ταξικής σύγκρουσης. Από τη διαδικασία αυτή, περισσότερο επωφελήθηκε η Class War, αλλά και όλες οι τάσεις του αντιεξουσιαστικού, κομμουνιστικού χώρου γνώρισαν μια αναζωογόνηση, ακόμα και το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα άμεσης δράσης, η αναρχοκομμουνιστική ομοσπονδία και οι διάφορες ακροαριστερές ή μετακαταστασιακές ομάδες.

Από την άποψη της ανάπτυξης ενός ριζοσπαστικού αντι-καπιταλιστικού κινήματος, αυτός θα μπορούσε να είναι ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, αναλογιζόμενοι την ανατρεπτική πρακτική και τη φαντασία της αναρχοπάνκ σκηνής με μια πιο ξεκάθαρη κατανόηση του καπιταλισμού και του κομμουνισμού. Αλλά κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη. Αντίθετα, οι περισσότεροι άνθρωποι απλά διέγραψαν τις προηγούμενες απόψεις τους και υιοθέτησαν τις παραδοσιακές αναρχικές ή μαρξιστικές ιδεολογίες εξ ολοκλήρου. Τα κουρέματα, τα ρούχα και το διαιτολόγιο άλλαξαν με μιας καθώς οι άνθρωποι βιάζονταν να προσαρμοστούν στην αδιέξοδη ταυτότητα της «εργατικής τάξης» από την οποία είχαν προηγουμένως προσπαθήσει τόσο επίμονα να ξεφύγουν.

Τα ζώα πλέον ήταν εκτός θέματος, κι αν μη τι άλλο, το να τρως κρέας ήταν πια στην ταυτότητα του «καθημερινού ανθρώπου». Μερικοί φανατικοί χορτοφάγοι που είχαν καταδικάσει ηθικά τους άλλους γιατί έτρωγαν κρέας, τώρα κριτικάραν τους χορτοφάγους που δεν τρώνε κρέας. Το διαιτολόγιο μπορεί να άλλαξε αλλά η στάση της αυθεντίας είχε παραμείνει η ίδια. Το ενδιαφέρον για τα ζώα αποκηρύχθηκε σαν βίτσιο μεσοαστικό και φιλελεύθερο. Οι απόψεις αυτές συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις αντιλήψεις αρκετών ριζοσπαστών σήμερα, ιδιαίτερα αυτές που ανιχνεύουν την πολιτική τους συγκρότηση πίσω στο σχίσμα της αναρχοπάνκ σκηνής στα 1980.

Κοιτάζοντας πίσω, το πολύ που μπορούμε να πούμε για τις εξελίξεις του 1980 είναι ότι αντανακλούσαν ένα βήμα από μια σύγχυση ιδεών σε μια άλλη. Οι άνθρωποι δεν γίνονται περισσότερο ή λιγότεροι «εργατική τάξη» όταν υιοθετούν το πατροναρισμένο μοντέλο «προλεταριακού» τρόπου ζωής, απ’ ότι όταν είναι πανκς. Το να είσαι μέρος της εργατικής τάξης δεν έχει να κάνει με το τι φοράς, τι τρως ή πως μιλάς – έχει να κάνει με το να υφίστασαι μια ζωή κυριαρχούμενη από την εργασία (πράγμα που ισχύει όχι μόνο για τους μισθωτούς εργαζόμενους, αλλά και για τους άνεργους, οι συνθήκες ύπαρξης των οποίων κυριαρχούνται από τη σχέση τους με την αγορά εργασίας). Οι πρώην πανκς άρχισαν να τρώνε κρέας όπως και η αποδοχή του ειρηνισμού μετατράπηκε σε μια αποθέωση της βίας και του τρόμου, σε επίπεδο «αιμοσταγούς κομμουνιστή». Αλλά αυτό που ήταν (και είναι) απαραίτητο, δεν είναι η αντικατάσταση μιας λανθασμένης θέσης με την άρνησή της, αλλά μια σύνθεση που πάει πέρα από την εικονική αντίθεση του αντικατοπτρισμού αντικειμένου-ειδώλου.

Οι αναρχικοί της «ταξικής πάλης» αναγνώρισαν ότι οι βασικές κοινωνικές συγκρούσεις διαμορφώνουν τις εμπειρίες των ανθρώπων. Σπάνια όμως, η κριτική τους για τον κόσμο αυτό πήγαινε λίγο παραπέρα από ένα κάλεσμα στην εργατική τάξη να «πάρει τα πράγματα στα χέρια της», σαν να λέμε δηλαδή τα εργαστήρια και τις φάρμες εκμετάλλευσης ζώων, τα σφαγεία κλπ. συνεπώς γι αυτούς, το πρόβλημα με τα McDonalds ήταν ότι δεν διευθύνονταν δημοκρατικά και σε μια μη κερδοσκοπική βάση. Παρά τις ατομικιστικές και ηθικιστικές εμμονές του, το αναρχοπάνκ έθεσε σε μερικές περιπτώσεις μια ευρύτερη κριτική του καπιταλισμού σαν τρόπο ζωής. Αρνήθηκε να πάρει τα προϊόντα των σουπερμάρκετ σαν αυτό-αξία, μερικές φορές εντοπίζοντας σχολαστικά την αλυσίδα της ανθρώπινης και ζωικής σφαγής που παράγει το χάμπουργκερ. Και παρά το γεγονός ότι είχαν μια πιο συνεκτική κοσμοθεωρία, πολλοί όψιμοι αναρχικοί ανέπτυσσαν μια λιγότερο ανατρεπτική σχέση με τον κόσμο απ’ ότι πριν. Το αναρχοπάνκ περιλάμβανε μια πρακτική κριτική των πραγμάτων ως έχουν, όχι απλά στο επίπεδο της άμεσης δράσης, αλλά επίσης στην ανάπτυξη διαφορετικών τρόπων να κάνουμε κάτι, όπως με τη δημιουργία εναλλακτικών στην εμπορευματική διανομή της μουσικής. Για πολλούς αναρχικούς, η ανάπτυξη ανατρεπτικών ανθρώπινων σχέσεων περιοριζόταν για το μετά της επανάστασης, ή τουλάχιστον μετά την πώληση της επόμενης εφημερίδας. Μπορούμε ακόμα να δούμε την αναβίωση παραδοσιακών εργατίστικων ιδεολογιών σαν ενταφιασμό της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης της ζωής στον καπιταλισμό.

Η απελευθέρωση ζώων μπορεί να έχει διαγραφεί από τις προσωπικές βιογραφίες και την πολιτική ιστοριογραφία της επαναστατικής φιλολογίας, αλλά μπορούμε να πούμε ότι έχει συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Έχει εφοδιάσει τους ανθρώπους με μια γκάμα πρακτικών ικανοτήτων που μπορούν να εφαρμοστούν σε διαφορετικές συνθήκες. Έχει βοηθήσει τέλος, στο να τεθεί το θεμελιακό κοινωνικό ζήτημα της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων και του υπόλοιπου φυσικού κόσμου.

 

[Το άρθρο αυτό των Beasts of Burden μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε σε live την 1 Ιούνη 2007 στη Σαλονίκη, από τις «Εκδόσεις για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας»]

Categories
Uncategorized

Επιστήμη ίσον Κεφάλαιο – Dot Matrix

Επιστήμη ίσον Κεφάλαιο – Dot Matrix

[Πηγή: Anarchy magazine]

Η Επανάσταση δεν μπορεί πλέον να σημαίνει απλά την καταστροφή κάθε τι παλιού και συντηρητικού, καθώς το κεφάλαιο το έχει ήδη κάνει αυτό για τον εαυτό του. Μάλλον θα φαίνεται σαν η επιστροφή σε κάτι (μια επανάσταση με την μαθηματική έννοια του όρου – σ.τ.μ. revolution=περιστροφή), μια επιστροφή στην κοινότητα, όμως όχι σε κάποια από τις μορφές τις οποίες έχει πάρει ιστορικά. Η Επανάσταση θα γίνει αισθητή μέσα από την καταστροφή κάθε τι που είναι ότι πιο «σύγχρονο» και «προδευτικό» (μιας και επιστήμη ίσον κεφάλαιο). Jacques Camatte [1]

Η επιστήμη είναι ένα σύστημα συσσώρευσης γνώσης βασισμένο στον εμπειρισμό, τον πειραματισμό, την εξατομίκευση, την εκλογίκευση, την αιτιολόγηση και τον μεθοδολογικό νατουραλισμό, με στόχο την εξεύρεση της αλήθειας. Οι θεωρίες -υποθέσεις πρόβλεψης- είναι η βασική γνωστική μονάδα του συστήματος αυτού. Η επιστήμη επίσης αναφέρεται στο σώμα της γνώσης που έχει βρεθεί μέσα από την έρευνα.

«Οι περισσότεροι επιστήμονες πιστεύουν πως η επιστημονική έρευνα πρέπει να ενταχθεί στην επιστημονική μέθοδο, μια διαδικασία αξιολόγησης εμπειρικών γνώσεων κάτω από την λειτουργική υπόθεση του μεθοδολογικού υλισμού, ο οποίος εξηγεί τα υπό παρατήρηση γεγονότα στην φύση υπό φυσικές συνθήκες χωρίς να υποθέτει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του υπερφυσικού. Ειδικά εξειδικευμένες μελέτες που κάνουν χρήση εμπειρικών μεθόδων αναφέρονται επίσης ως επιστήμες…[2]

Συζητήσεις σχετικά με την επιστήμη περιπλέκονται ακόμα περισσότερο μιας και η λέξη αναφέρεται σε διακριτά κι όμως συνδεδεμένα αντικείμενα. Για παράδειγμα, η φυσική είναι μια επιστήμη (ένα πεδίο εξειδικευμένης μελέτης) που δεν είναι πάντοτε επιστημονική (σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό), μιας και η κβαντική φυσική διαφεύγει της διαφοροποίησης μεταξύ παρατηρητή και αντικειμένου που είναι θεμελιώδης σ ένα πείραμα. Ωστόσο, στο βαθμό που οι φυσικοί απορρίπτουν αυτούς τους υπαινιγμούς, η φυσική συνεχίζει στα βήματα που η επιστήμη (ως τρόπος σκέψης) έχει βαδίσει.

Η κριτική που πρέπει να ασκηθεί στην επιστήμη θα είναι ως η σύγχρονη τεχνική επίλυσης των προβλημάτων. Η επιστήμη είναι τόσο ευρέως αποδεκτή που για πολλούς ανθρώπους έχει γίνει συνώνυμο της επίλυσης προβλημάτων. Ακόμα και άνθρωποι που προσεγγίζουν κριτικά την κουλτούρα στην οποία ζούμε, βρίσκονται να καταφεύγουν στην επιστήμη όταν πιέζονται να υπερασπιστούν τις ιδέες τους. Για παράδειγμα ορισμένοι αντι-πολιτισμικοί αναρχικοί που αναφέρονται στη βιολογία προκειμένου να πείσουν κάποιον για μια συγκεκριμένη διατροφή, ή στην ανθρωπολογία για να αποδείξουν την ανωτερότητα του προτύπου τους για την μελλοντική κοινωνία.

Από τους πολλούς τρόπους που έχει κανείς να ασκήσει κριτική στην επιστήμη, ο πιο βασικός απευθύνεται στην επιστημονική μέθοδο, η οποία δίνει έμφαση α) στην αναπαραγωγικότητα, β) την αιτιότητα (ότι δηλαδή κάτι προκαλεί κάτι άλλο), και γ) τη σχετικότητα των αντικειμένων (υλική πραγματικότητα) πάνω από κάθε τι άλλο. Πιο συγκεκριμένα δίνει έμφαση σε μια συγκεκριμένη προοπτική αντιμετώπιση της υλικής πραγματικότητας, την μόνη προοπτική που οι επιστήμονες αναγνωρίζουν ως έγκυρη. Ένα πρόβλημα του επιστημονικού μοντέλου είναι το πώς διατηρείται και βασίζεται σε μια προοπτική του κόσμου σαν ένα παγωμένο (στατικό) σύμπαν. Επίσης προβληματική είναι η ιδέα ότι τα πάντα μπορούν να κατατμηθούν σε ξεχωριστά, μετρήσιμα μέρη, όπου το όλο δεν είναι ποτέ περισσότερο από τα μερικά. Πίσω από τις δυο αυτές προοπτικές βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο καλύτερος ή ακόμα, ο μοναδικός τρόπος να γνωρίσεις τον κόσμο είναι να απομακρυνθείς από αυτόν, να είσαι έξω από αυτόν. Ότι είναι η αποστασιοποίηση που μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε τον κόσμο, κι ότι αυτή η χρησιμοποίηση είναι στην πραγματικότητα η πλέον αρμοστή σχέση που μπορούμε να αναπτύξουμε με τον κόσμο.

Σε ένα πρακτικό επίπεδο καταλαβαίνουμε ότι οι επιστήμονες λειτουργούν μέσα σ ένα σύστημα το οποίο βασίζεται τόσο (αν όχι περισσότερο) στην ιεραρχία και τις χορηγίες, όσο στην προσοχή στο τι συμβαίνει γύρω μας. Υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές (ακόμα κι από καθεστωτικές πηγές) που δείχνουν ότι αυτός που χρηματοδοτεί μια έρευνα, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το αποτέλεσμά της, από την επίπτωση του καπνού στην υγεία, ως την δυνατότητα περιορισμού της εξάπλωσης των Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (ΓΤΟ), αλλά αυτά τα παραδείγματα δεν είναι παρά τα πιο προφανή. Για να πάρει κάποιος μια ιδέα αρκεί να υποψιαστεί ανάλογα, το ρόλο που παίζει ο τρόπος με τον οποίον κάνουμε μια ερώτηση (Πότε σταματήσατε να χτυπάτε το παιδί σας;), το πρόσωπο στο οποίο απευθύνουμε την ερώτηση (πως σχετίζεται με την ικανότητα του ερωτώντα, τον τρόπο, τις λέξεις κλπ), τι ερωτήσεις θέλουμε να κάνουμε και πως θα επεξεργαστούμε τις απαντήσεις που θα πάρουμε, καθώς και τα συμφέροντα που θα εξυπηρετήσουν αυτές.

«Η δυτική εκπαίδευση μας προδιαθέτει να σκεφτόμαστε τη γνώση με όρους πραγματικής πληροφορίας, πληροφορίας που μπορεί να κατασκευαστεί και να τοποθετηθεί σε βιβλία, διαλέξεις και μαθήματα. Η γνώση είναι κάτι που μπορεί να αποκτηθεί και να συσσωρευτεί, όπως οι μετοχές ή τα ομόλογα. Αντιθέτως, για τον κόσμο των ιθαγενών, η πράξη της κατανόησης κάποιου πράγματος περιλαμβάνει μια προσωπική μεταμόρφωση. Το υποκείμενο και το αντικείμενο της γνώσης δένονται αδιάρρηκτα και μεταλλάσσονται με έναν θεμελιώδη τρόπο. Έτσι οι γνώσεις των ιθαγενών δεν μπορούν ποτέ να περιοριστούν σε μια βάση δεδομένων μέσα σε έναν υπερ-υπολογιστή, καθώς είναι μια δυναμική και ζώσα διαδικασία, μια όψη της αέναης μεταμόρφωσης, της αέναης αναγέννησης της φύσης».[3]

Και σ ένα φιλοσοφικό επίπεδο, η γνώση δημιουργείται από θεσμούς που την περιορίζουν και την κατασκευάζουν με συγκεκριμένους τρόπους. Ενώ από την μια μεριά, η επιστήμη είναι μα απάντηση στην προκατάληψη και την ιεραρχία που σχετίζεται με τη θρησκεία, συνεχίζει επίσης το μοτίβο του χριστιανισμού, αυτό μιας καθαρής αφηρημένης και παγκόσμιας αλήθειας, διαχωρισμένης από την εμπειρία της καθημερινής ζωής, με τους επιστήμονες και τους γιατρούς στη θέση του ιερατείου, δηλαδή των ανθρώπων που γνωρίζουν περισσότερα απ όσα εμείς.

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στην επιστήμη με τρόπους παρόμοιους με αυτούς που άλλοι πιστεύουν στο θεό (σαν κάτι που δεν καταλαβαίνουν αλλά μπορεί να λύσει τα προβλήματά τους). Κάποιοι καταφεύγουν σε επιστημονικά συμπεράσματα, όπως άλλοι καταφεύγουν στις «γραφές».

Παραδοσιακά, η επιστήμη παρουσιάζεται ως έναν ουδέτερος αντικειμενικός παρατηρητής, ένα φανταστικό ον, όπως οι άγγελοι ή οι δαίμονες. Ως αντικειμενικός παρατηρητής λοιπόν, δεν οφείλει να έχει άλλο συμφέρον από την αλήθεια, η οποία αποκαλύπτεται μέσα από την πληροφορία, και η πληροφορία φτάνει σε μας μέσα από τα εργαστήρια, όπου πολύ προσεκτικά επιλέγεται, διαχειρίζεται και ελέγχεται. (Η μυστικοποίηση αυτού του φανταστικού παρατηρητή μονάχα μεγεθύνεται, και δε βελτιώνεται, με την προσθήκη μιας επιπλέον έρευνας, στην οποία ένα σώμα από γνώστες συναδέλφους εξετάζει το πείραμα και τα δεδομένα ώστε να επιβεβαιώσει την εγκυρότητά τους). [4]

Η επιστήμη παίρνει παράδειγμα την τάση της κουλτούρας για εξειδίκευση, και κατά συνέπεια δημιουργεί ειδικούς, ανθρώπους που γνωρίζουν την παραμικρή λεπτομέρεια για ένα τομέα, που όμως, αυτοί οι μικροί τομείς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, ως αποτέλεσμα της αντίληψης ότι τα πάντα βασίζονται σε αντικείμενα (κι όχι για παράδειγμα σε σχέσεις). Έτσι, για παράδειγμα, οι πρακτικοί της αλλοπαθητικής ιατρικής γράφουν πολλαπλές συνταγές σε ανθρώπους, συχνά μην έχοντας ιδέα για το πώς αυτά τα συγκεκριμένα φάρμακα θα επιδράσουν το ένα σε συνδυασμό με το άλλο, κι ακόμα περισσότερη άγνοια σχετικά με το πώς σχετίζονται τα συναισθήματα του ανθρώπου με την φυσική υγεία του.

Στο «Η Προέλευση του Ολοκληρωτισμού», η Hanna Arendt χρησιμοποιεί τη λέξη επιστημονισμός για να εκφράσει την λογική προέκταση της επιστημονικής σκέψης, η οποία κάνει δέχεται ηθικά ή κοινωνικά ζητήματα που ειδάλλως δε θα είχαν υπόσταση. (Για παράδειγμα: «Γίνεται κάποιος να μην αξίζει τίποτα; Κι αν ναι, μπορούμε να του κάνουμε ευθανασία;»). Με άλλα λόγια η απάνθρωπες όψεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων σχετίζονται με την εξάρτησή τους από την επιστήμη ως απόλυτο ορισμό της αξίας: πράγματι, η ιδέα ότι τα πάντα πρέπει να αξιολογηθούν είναι μέρος του επιστημονικούς μοντέλου.



Γιατί η ανθρωπολογία δεν μπορεί να είναι αναρχική

Εξ ορισμού, οι ανθρωπολόγοι μελετούν επιστημονικά ανθρώπινες ομάδες, τις σχέσεις, τα ήθη, τις συμπεριφορές και τα κοινωνικά πρότυπά τους. (Αυτό το «επιστημονικά» είναι που τους ξεχωρίζει από τους, ας πούμε, καλλιτέχνες, κωμικούς ή απλά τους περίεργους). Η ιστορία της ανθρωπολογίας είναι αυτή του πολιτισμένου ανθρώπου που επισκέπτεται κουλτούρες ξένες προς αυτόν και γυρνώντας πίσω, δίνει αναφορά στους χρηματοδότες του. Ως επιστήμονες, με όλους τους ποσοτικούς και λογικούς υπαινιγμούς της λέξης, οι ανθρωπολόγοι είναι υπεύθυνοι για την ενσωμάτωση των πρωτόγονων και άλλων λαών στον πολιτισμό. Στο βαθμό που οι ανθρωπολόγοι αποτελούν διαμεσολαβητές ανάμεσα στο πολιτισμένο και στο άγριο, είναι μέρος μιας πολιτισμικής κληρονομιάς που παράγει ιεραποστόλους.

Οι ανθρωπολόγοι, καθώς επίσης κι άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες, επεκτείνουν την επιστημονική πραγματικότητα μετατρέποντας τα σπίτια ων ανθρώπων σε εργαστήρια πειραμάτων, υποθέτοντας ότι είναι εφικτό και κατάλληλο να παρατηρήσεις αντικειμενικά ανθρώπους με πολύ διαφορετική κουλτούρα από την δική σου (η ακόμα και ανθρώπους με τη δική σου κουλτούρα), για τους σκοπούς της απόκτησης των πιο σημαντικών πληροφοριών. Και, όπως και με όλες τις επιστήμες, το πιο σημαντικό μέρος εδώ (καλύπτοντας πολλά ανεξερεύνητα ερωτήματα), μέρος μιας συζήτησης που μπλοκάρεται από τους χορηγούς, τόσο από τους ιδιώτες όσο κι από τα μεγάλα πανεπιστήμια, είναι Γιατί μερικοί άνθρωποι πληρώνονται για να μελετήσουν άλλους ανθρώπους; Τι κερδίζουν οι χρηματοδότες για τα λεφτά που δίνουν; Αυτό που κερδίζουν είναι επέκταση της αγοράς (στους πληθυσμούς της μελέτης), επέκταση του ελέγχου στην υπάρχουσα αγορά (περισσότερες πληροφορίες για το τι κινητοποιεί τους ανθρώπους, δηλαδή πως μπορείς να τους πουλήσεις κάτι πιο αποτελεσματικά), και περισσότερα προϊόντα (από τον τουρισμό μέχρι τα βιβλία ή τα ναρκωτικά).

Σαν εργαλείο, η ανθρωπολογία χρησιμοποιείται για έναν αριθμό αρκετά φανερών λόγων, όπως το ότι παρέχει μια περισσότερο ολιστική άποψη της ανθρωπότητας, απ ότι αυτή της οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας κλπ. Πιο σημαντικό, παρέχει αποδείξεις ότι οι επιλογές μας σαν είδος, είναι πιο εκτεταμένες απ ότι διδαχτήκαμε να πιστεύουμε. Κι αυτό, μιας και η ανθρωπολογία επιτρέπει στους ανθρώπους (σε όσους τουλάχιστον από αυτούς γίνουν ανθρωπολόγοι) να πληρώνονται για να κάνουν ενδιαφέρονται πράγματα, και να έχουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις, παρέχει επίσης ανθρώπους που μαθαίνουν για άλλες κουλτούρες κι άρα είναι ενδιαφέροντες, καθώς μπαίνεις στον πειρασμό να μπερδεύεις τους ανθρώπους και τις εμπειρίες τους με την ανθρωπολογία την ίδια. Όμως η επιστημονική μελέτη των ανθρώπων, η δημιουργία των ειδικών αυτών, το πλαίσιο της εύρεσης και της γνώσης γύρω από τους ανθρώπους και πάνω σε μια χρηματοδότηση εταιριών, είναι αναπόφευκτα προβληματικό και χειραγωγικό, όποιες κι αν είναι οι προθέσεις ή ο χαρακτήρας των ανθρώπων που εμπλέκονται σ αυτό.

Στο «Anthropologists and Other Friends», ο αξιόλογος ινδιάνος συγγραφέας Deloria Jr. καταρρίπτει έξυπνα την προοπτική της ουδέτερης μελέτης των ανθρώπων, περιγράφοντας το τι συνέβη όταν οι φορείς της διαμεσολάβησης (στην περίπτωσή μας, οι ανθρωπολόγοι) και το αντικείμενό της (στην περίπτωσή μας, οι ινδιάνοι), συναντήθηκαν. Ο Deloria εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι ανθρωπολόγοι, έχοντας μια συμπαγή εικόνα στο μυαλό τους για το πώς είναι έπρεπε να είναι οι ινδιάνοι (π.χ. αυθεντικοί) και μελετώντας μονάχα εκείνους τους ινδιάνους που δέχονταν να συμπεριφερθούν με τον τρόπο που περίμεναν οι ανθρωπολόγοι, ενθάρρυναν ουσιαστικά τους ινδιάνους αυτούς να συμπεριφέρονται «αυθεντικά», πράγμα που τελικά εξέλαβαν ως επιβεβαίωση των εκτιμήσεών και των ορισμών τους οι ανθρωπολόγοι.

Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, ένα κλειστό χάσμα όπου οι άνθρωποι δυο ομάδων δημιουργούν και υποστηρίζουν αμοιβαίες κρίσεις (τις οποίες μάλιστα λαμβάνουν ως δεδομένες) ο ένας για τον άλλο. Δυο από τις κρίσεις αυτές είναι εδώ: «οι πραγματικοί ινδιάνοι έχουν συγκεκριμένο τελετουργικό» και «οι πραγματικοί ανθρωπολόγοι είναι ειδικοί στην κουλτούρα που μελετούν». Είναι ακριβώς η πεποίθηση της καθαρότητας, μιας στατικής ταυτότητας (μια πεποίθηση της επιστήμης), που είναι τόσο παραμορφωτική στις εμπειρίες και τόσο περιοριστική στο είδος των πληροφοριών που οι ερευνητές μπορούν να συλλέξουν από το αντικείμενο της μελέτης τους.

Αυτό το μοντέλο γνώσης δημιουργεί επίσης μια παρόμοια δυναμική ανάμεσα στους ακτιβιστές και τους στόχους του ακτιβισμού τους, καλώντας τους ανθρώπους να αποδεχτούν έννοιες όπως «αληθινή γυναίκα», «αληθινή εργατική τάξη» ή «αληθινή φύση». Στο βαθμό που ένας ακτιβιστής διαμεσολαβείται, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, από αφαιρετικές έννοιες κι όχι από πραγματικές σχέσεις, τόσο απομακρύνονται από αυτούς ή αυτά που προσπαθούν να «σώσουν». Και η διαμεσολάβηση από αφαιρέσεις (κι όχι από πραγματικές σχέσεις) είναι αυτό που δίνει αξία σε πράγματα όπως η χορηγίες και η σχολές. Είναι αυτό που κάνει μια δουλειά επιστημονική.

Οι ανθρωπολόγοι θα δίνουν πάντα έμφαση στη διαφορά ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο της μελέτης. Η τάση αυτή αποδεικνύεται και σε όλους τους ανθρώπους που επιζητούν (για λόγους πλουτισμού ή κοινωνικής αναρρίχησης, ή και τα δύο) να γίνουν ειδικοί της μιας ή της άλλης ομάδας ανθρώπων, και συνήθως σημαίνει την υποταγή, ή έστω το πάγωμα, του αντικειμένου της μελέτης, ώστε να διατηρηθεί, καθαρό, αυθεντικό.

Στο αποσπάσματα από μια Αναρχική Ανθρωπολογία, ο David Graeber μας προτρέπει να «γκρεμίσουμε τα τείχη» μεταξύ των κουλτούρων που μελετούν οι ανθρωπολόγοι (κουλτούρες που συχνά περιγράφονται με τις λέξεις «πρωτόγονες» ή ιθαγενικές) και στις πολιτισμένες κοινωνίες. Βλέπει τον τοίχο αυτόν σαν την πεποίθηση πως κάποια έμφυτη, ουσιαστική αλλαγή συνέβη ώστε να δημιουργηθεί η σύγχρονη κουλτούρα ως θεμελιωδώς διαφορετική από τις προηγούμενες κουλτούρες. Ισχυρίζεται ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον και χρήσιμο να δούμε με ποιους τρόπους μοιάζουμε με τους ανθρώπους που μελετάμε. Ενώ η θέση του για την αχρηστία του «τείχους» είναι αναντίρρητη, το θέμα είναι ότι η δημιουργία και η συντήρηση του τείχους αυτού είναι το κύριο έργο της ανθρωπολογίας. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Graeber, έχουμε να κάνουμε με την ανθρωπολογία όταν οι άνθρωποι μιλούν για τους «πρωτόγονους», αλλά με την κοινωνιολογία, τις πολιτικές επιστήμες, την οικονομία, την αρχιτεκτονική, την ψυχολογία κλπ όταν μιλάμε γι αυτούς που τους μελετούν. Η επιστήμη επιμένει ότι πρέπει να διαχωριζόμαστε -τόσο ως ομάδες, όσο και ως υποκείμενα- από τον υπόλοιπο κόσμο, ώστε να τον χρησιμοποιήσουμε πιο αποτελεσματικά. Ο κοινωνικός ρόλος των ανθρωπολόγων είναι αυτό ακριβώς το έργο της αποστασιοποίησης που περιλαμβάνει κουλτούρες που είναι ’λλες, όπως αυτές των «πρωτόγονων» ή των ιθαγενών.

Ενώ πολλά μοντέλα αναπτύσσουν πάντοτε τάσεις που φυτρώνουν αντίθετα προς τη λειτουργία τους, αυτοί οι κλάδοι αναπτύσσονται μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητοι στο κυρίως σώμα. Ενδιαφέροντες άνθρωποι που ίσως θέλουν να κάνουν ενδιαφέροντα πράγματα με τις παραδόσεις, αλλά στο βαθμό που αυτοί οι άνθρωποι εργάζονται για την αναγνώριση στο πεδίο τους, στο βαθμό που αξιολογούνται από τα δεδομένα του τομέα τους, στο βαθμό που το έργο τους το διαχειρίζονται οι εταιρίες, θα είναι πάντοτε κομμάτι της επιστημονικής κληρονομιάς και όλων όσων συνεπάγεται αυτή.

Ο μόνος λόγος να αποστασιοποιηθούμε από το ’Aλλο, την όλη σύλληψη ενός ’Αλλου, είναι ο έλεγχος και η χειραγώγηση, τόσο του ’Αλλου, όσο και του Εαυτού. Πολύ απλά, είναι ευκολότερο να σκοτώσεις έναν ’Αλλο (όπως κι αν αντιμετωπίζεται ένας φόνος), κι όσο πιο εύκολο είναι να τον σκοτώσεις, τόσο και οι δυο πλευρές του διαχωρισμένου Εαυτού/’Αλλου νιώθουν περισσότερη πίεση να συμβιβαστούν.

Η Ανθρωπολογία, όπως οι άλλες επιστήμες, είναι χρήσιμη στην παρούσα τάξη πραγμάτων ώστε να μετατρέπει τα αντικείμενα της μελέτης σε αντικείμενα διαχείρισης, χειραγώγησης και κατανάλωσης από το κυρίαρχο σύστημα, και στην επέκταση του ελέγχου του πάνω στα υποκείμενα της μελέτης.

Σημειώσεις:
[1] Camatte, Against Domestication, This World We Must Leave, 113
[2] http://en.wikipedia.org/wiki/Science, 1/4/2006
[3] βλ. F. David Peat (ένας αξιοσημείωτος φυσικός) – Blackfoot Physics, 2. «Understanding knowledge as an individual thing, a matter of a relationship and personal transformation, and not something that an expert can use to fill up empty containers (a.k.a. students), is a fundamental challenge to the over-emphasis on Mass that currently effects our lives so intensely – from questions of democracy and social change, to industrialization and how work is structured, to our sense of our own personal relevance in the world».
[4] http://www.aip.org/tip/INPHFA/vol-8/iss-6/p12.html

Categories
Uncategorized

Nikos Maziotis statement to the court (1999)

Dear comrades,

The following text is the translation of what Nikos Maziotis said to the court during his trial which took place on the 5th to 7th of July 1999 in Athens, Greece. He was convicted and given a 15-year prison sentence for “attempted explosion with danger for human lives” and “possession of guns and explosives” for his action of placing a bomb in the Ministry of Industry and Development on December 12, 97, in solidarity with the revolt of the villages in Strymonikos against the installation of a gold metallurgy by multinational company TVX GOLD. During the trial he again supported his choices politically, as he did from the beginning when he had sent a letter from prison with which he took responsibility of the action against the Ministry. Though he never accepted the charges the state was accusing him of, as revolutionary acts cannot be described in terms of the penal code. In that sense, this trial was not a typical procedure of convicting someone who pleads “guilty” but it turned into a political confrontation as much between Nikos and his prosecutors, as between his comrades, anarchists and revolutionaries and the state and its mechanisms. This confrontation was strongly supported by the presence of comrades from Sardinia (Costantino Cavalleri), Italy (Alfredo Bonanno) and France (Hellyette Bess) who testified in the court in solidarity with Nikos and by the letters sent in support by the imprisoned militants of Action Directe, France, by the ABC of Barcelona and by other anarchist groups from Spain. All these together, along with the presence inside and outside the court of anarchist comrades and of course the speech of Nikos Maziotis against his prosecutors, gave a sense of the international struggle for freedom and of solidarity with all the people in revolt, with all political prisoners captured in moments of the social and class war against the state and the capital.

Solidarity,

Comrades from the Anarchist Circle and the collective Anarchists in Solidarity

***

Excerpts from Nikos Mazotis’ Statement to the Athens Criminal Court

First, I do not intend to pretend to be the “good guy” here when I was forced to come. I will not apologize for anything, because I do not consider myself a criminal. I am a revolutionary. I have nothing to repent. I am proud of what I have done. The only thing I regret is the technical error that was made so the bomb didn’t explode, so that my fingerprint was found on it later and I ended up here. This is the only thing I repent.

You must keep in mind that although you are judges and sitting higher than me, many times the revolutionaries, and myself specifically, have judged you long before you judge me. We are in opposite camps, hostile camps.

The revolutionaries and revolutionary justice -because I don’t believe that this court is justice, it’s the word justice in quotation marks- many times judge their enemies more mercilessly, when they get the chance to impose justice. I will begin from many years ago. We don’t have any crime of mine to judge here. On the contrary, we will talk about crimes, but not mine. We will talk about the crimes of the State, of its mechanisms, of justice and police crimes…

The biggest lie of all time is that the State is society. I think Nietzsche has also said that the State lies. We are opposed to the division of society into classes, we are against a separation between those who give orders and others who obey orders. This authoritarian structure penetrates the whole of society and it is this structure that we want to destroy. Either with peaceful or with violent means, even with guns. I have no problem with that.

I will contradict my brother who said before, that he didn’t want the guns in order to make war. They were for war. Maybe they were just kept there. But guns are for war, you don’t just have them to keep them at home. I might have kept them as they were, but they are to make war and I make war… The bomb in the ministry was an act of war.

Our purpose, within the anti-State and anti-capitalist struggle, is to connect ourselves with different social struggles. Our purpose when interfering in these struggles is also to attempt to make things reach the edge, which means to culminate with the conflict of these social parts with the State and the police. To urge the people fighting to surpass the institutional frames, the trade-unions, the local administrations and all these manipulators who are enemies of human freedom. Many comrades of mine, with their small forces, were engaged in such struggles. I will tell you about them more specifically. In 1989, in a struggle of environmental interest in the village of Aravissos, the residents of the area didn’t want their water sources to be exploited by the Water Company of Thessaloniki. They clashed with the police and the riot police, they burnt water pumps, they set fires and put up barricades. And some of our comrades from Thessaloniki took part in this struggle and they were even arrested…

Generally, wherever there are disturbances, there are conflicts we want to be in. To subvert things. For us, this is not a crime. In a real sense, these disturbances are the “popular sovereignty” that professional politicians keep talking about. That’s where freedom is expressed…

Now let’s talk about the struggle of the people in Strymonikos. Long before I placed the bomb, other comrades had been to the villages, they had been talking with the people there, they had published a brochure about this revolt, about the clashes in October of 1996. But I will talk more specifically about the struggle in Strymonikos in a little while. First, I want to talk exclusively about the action.

To tell the truth, I was inspired to place this bomb for a specific reason: The people of the villages had surpassed the limits, by themselves. If it was a struggle inside institutional frames, in the way that trade unions and local administrations try to keep these struggles restricted, if it was confined in a mild, harmless and not dangerous protest, maybe I wouldn’t have done anything.

But the comrades up there in the villages -who are not anarchists of course, but I don’t care about that, they are citizens who also want their freedom- had surpassed every limit. They had conflicts with the police three times -in the 17th of October 1996, in the 25th of July ’97 and in November 9 ’98-, they had set fire to police cars and riot police vans, they had burnt machinery belonging to TVX, they had invaded in the mines of Olympiada and destroyed part of the installations. Some of them also became a sort of guerrilla. In the nights, they were going out with guns, shooting in the air to frighten the policemen. And I thought, these people are cool, they’ve gone even further than us. And then repression followed, especially in ’97 when marshal law was imposed in the area.

The Chief of Police in Halkidiki gave an order according to which all gatherings and demonstrations were forbidden. They also sent special police units and police tanks, which came in the streets for the first time since 1980. And now they were sending them out again there, in the villages of Halkidiki. So, I thought, we must do something here, in Athens. It is not possible that the others are under repression and we here staying passive. The ministry of Industry and Development, in Papadiamadopoulou and Michalakopoulou streets, was one of the centers of this case. The struggle in Strymonikos was a struggle against “development”, against “modernization” and all this crap they keep saying. What is hidden behind all these expressions is the profits of multinationals, the profits of “our own” capitalists, Greek capitalists, the profits of states’ officials, of the Greek state, of the bureaucrats, of all those who take the money, of technical companies… There is no relation between this “development” and “modernization” they are talking about and the covering of popular needs. No relation at all. So, I placed a bomb.

The purpose was the one I said in the letter with which I took responsibility for the action. In the passage of February ’98 I say: in placing the explosive device my purpose was to send a double political message. Everything is political. Even if you use such means, the messages are political. War itself is a means of political pressure. In this case, this was also a political means, a political practice. First of all, it was a message to the people of Strymonikos that “you are not alone, there are also others who may live 600 km away from you but they care”. Not for personal reasons… I don’t know anyone from there personally. Other comrades know people from there. I haven’t even been there. It was not my house that was threatened, but this is not the point.

Simply, my principle, and generally the principle of the anarchists and of other non-anarchist revolutionaries is that social freedom is one and inseparable. So, if freedom is partially offended, in essence it is offended as a whole. If their freedom is offended, mine is offended too. Their war will be my war, especially in an area where the “sovereign people” -again an expression used by professional politicians- does not want what the state and the capital want: the gold metallurgy of TVX. On the other hand, I have said that, OK, there would be some damage – I knew that. Yes, I had the intention to cause material damage. So, what damage would that be? On the windows, in that specific place, what kind of damage? Or outside the storehouse where I placed the bomb? According to me, the damages would be minimal. But even if they were more than minimal, for me it is not important at all. Because freedom can’t be compared with the material damages of some windows, of a state car or state-property. For me, the ministry is not an institution of common benefit as the charges say. Of state benefit yes, but not of any social benefit. However, even if the device did not explode, I sent my message…

I will refer a little to the technical aspects. Exactly because I am a social revolutionary, and when you say that it is like talking for the benefit of society. Not like. It is for the social benefit. As I have this principle I couldn’t harm any citizen. I could harm a policeman. I consider them my enemies. And you are my enemies too. I separate you. I make a clear class separation. On one hand we have those, on the other hand, we have the others. In this occasion though I didn’t intend to harm either the policeman who guarded the ministry or anybody else; and of course not a citizen.

The procedure that is used by groups or individuals, in general, is exactly this: you first place the bomb in your target and then you call to a newspaper. In that case, I called to ‘Eleftherotypia’ and said: In half an hour a bomb will explode there. Exactly what is written in the evidence: In 30 minutes there will be an explosion in the Ministry of Industry and Development, for the case of TVX in Strymonikos. Whether the bomb exploded or not there was absolutely no danger for human lives. In case that it exploded, there would be only material damages. So, it would happen exactly as I intended. Objectively, if the device had exploded there was no chance of an accident, like exploding before or after the time given…

I want to refer more to what I call solidarity, to the motives that I had. What is this solidarity. I believe that human society was created, based on three components: solidarity, mutuality and helping each other. So, that’s what human freedom is based on. Any social group in struggle, in a different place and time, whether they are pupils or farmers or citizens of local societies, for me and for the anarchists these struggles are very important. It doesn’t have to do with whether I am a worker and identifying my interests with the interests of that class. If someone asks for a higher salary or has a trade-unionist demand for me it is not important. For me, solidarity means the unreserved acceptance and support with every means of the right that the people must have to determine their lives as they wish, not letting others decide in their place, like the State and the Capital do.

That means that in this specific case, of the struggle of Strymonikos but also in every social struggle, for me what counts mostly is that they are struggles through which the people want to determine their fate alone. And not having any police chief or state official or capitalist deciding what they should do. It is of secondary importance if they want or don’t want the factory, if the focal point of the struggle is environmental. The important thing is that they don’t want the factory because they don’t like something imposed to them with violence.

Concerning the matter of political violence now… From the very beginning they tried to present a case of “repulsive criminals” and “terrorists” who “placed ‘blind’ bombs”.: something that doesn’t exist. If theoretically terrorism is exercising violence against citizens and an unarmed population, that definition applies exclusively for the State. Only the State attacks civilians, that’s what the repression mechanisms are for: the riot police, special repression police units, the army, special forces… Mechanisms that also rob the people. They finance armed professionals, policemen. Aren’t they trained to shoot real targets? Aren’t the riot police armed with chemical gas? To use them where? On citizens, in the demonstrations. So, only the State exercises violence against the citizens. I didn’t use any violence against any citizen. I will say exactly what terrorism is.

Terrorism is when occupations, demonstrations and strikes are being attacked. When the riot police attacked the pensioners who demonstrated outside Maximou four years ago…

Terrorism is when special police forces invade the Chemistry School and beat up anarchists and youth…

Terrorism is when citizens are murdered by the police in simple ‘identification controls’…

Terrorism is when Ali Yumfraz, a Pomak from Vrilisia suburb of Athens, was arrested for being drunk and later was found dead in his cell in the police station…

Terrorism is this court, here. Every trial of a militant, every trial of a revolutionary is terrorism, a message of intimidation for society. I said it again in my statements yesterday, when you called me to say if I accept the charges, and I will repeat it. Because of my persecution being political, the message is clear: whoever fights against the State and the Capital will be penalized, criminalized and given the characterization of terrorist. The same for any solidarity to any social struggle: it will be penalized and crushed down. This is the message of this trial and by this sense it is terrorism. Terrorism against me, terrorism against the anarchists, terrorism against the people of Strymonikos, who are also receiving similar messages this period, as they have similar trials for their mobilizations. This is terrorism. The fact that I put a bomb as an action of solidarity is not terrorism. Because no citizen was harmed by this action.

What the state wants is to deal with everyone alone. You must have heard an expression that the prime minister Simitis is using a lot, talking about “social automatism” whenever social reactions burst out.. He uses this expression in order to present these social reactions -the blockades in the streets, the squatting of public buildings and all the actions of this kind- as being in contrast with the interests of the rest of society. Something that is a total lie. It is just the tactics of “divide and rule”, which means “spread the discord to break solidarity”. Because solidarity is very important as anyone who is alone becomes an easy target. When a workers’ strike takes place and there is no solidarity it is easier for it to be attacked. They talk about a “minority”. This is the argument of the state, that it is ´a trade-unionist minority having retrogressive interests which turn against modernization, against development, against all the reforms and all that nonsense. Well, there hasn’t been one social part or social group that didn’t come up in conflict with the state, especially during the 90’s, and that hasn’t been faced with the argument that “you are just a minority”, that “your struggle is in contrast with the rest of society’s interests”. That is exactly what happened in all cases… The same thing happened of course with the people of Strymonikos.

What is really being attacked is solidarity. And that’s what is also attacked, without any disguise, through my trial. The state wants to attack everyone alone. Because when it finds them together things are much more difficult.

Finally, I am not on trial because I placed a bomb, nor because I possessed three guns and ten kilograms of dynamite. After all, the army and the police have a lot more guns than me and they use them. The one can’t be compared with the other.

I have nothing else to say. The only thing I’ll say more is that no matter what sentence I am convicted with, because it is certain that I will be convicted, I am not going to repent for anything. I will remain who I am. I can also say that prison is always a school for a revolutionary. His ideas and the endurance of his soul are experienced. And if he surpasses this test he becomes stronger and believes more in those things for which he was brought to prison. I have nothing more to say.

I want to complete what I was telling the public prosecutor before, about terrorism on an international level. In reality, at this moment, the US is the global gendarme and terrorist, as the only great world power left. Which means it is the worst thing on earth. And according to our perception -as anarchists- the State, all the states and all the governments are antisocial, terrorist mechanisms, since they have organized armies, police, hired torturers. I also want to complete what I was saying about having two weights and two measures. For example, the US provides with weapons, finances and instigates every dictatorial regime all over the world. And in Greece as well. In Latin America, Chile, Argentina, Bolivia, Peru…. This is Terrorism. Terrorism is to arm dictators, to arm death squads in Argentina or in Bolivia in order to kill people of the Left, citizens, revolutionaries. Those who equip the death squads to torture, those are the terrorists. Terrorism is when they bombard Yugoslavia for ten days, killing civilians.

Excuse me, Mr. prosecutor, but the US are the ones who say who is a terrorist and who isn’t. Their State Department issues official directions, advising Greece about who is a terrorist. At this time, they place pressure on the Greek state to make an anti-terrorist law, a model of law which will criminalize those who fight, to make laws which are more draconian than those already existing…These are Terrorism.

The revolutionaries and the militants are not terrorists. Terrorists are the states themselves. And with this accusation, with this stigmatizing (of terrorism) all the states and governments try to criminalize the social revolutionaries and the militants inside their countries. The internal social enemy… In fact, the State, justice and the police face me also as this kind of enemy. As an internal social enemy. On the basis of the division I described before. That’s the way the state sees it. This is what is ventured in this trial. Public prosecutor: What do you have to oppose to the existent?

Social revolution. By any means necessary. It is generally proven, because I am well versed in Greek as well as in international social and political history, that no changes have ever come about, never did humanity achieve any progress -progress as I conceive it- through begging, praying or with words alone.

In the text I sent to claim the action, when I said that I placed the bomb, which was published in “Eleftherotypia” newspaper, I said that the social elite, the mandarins of the capital, the bureaucrats, all these useless and parasitic people -that should disappear from the proscenium of history- they will never give up their privileges through a civilized discussion, through persuasion. I don’t want to have a discussion because you can’t have a discussion with that kind of people…

I would like to add something. Exactly because I have studied a lot, (I know that) during the events of July of ’65, a conservative congressman of the National Radical Union came out and said about those who went down to the streets and caused disturbances, when Petroulas was killed, that “democracy is not the red tramps but we, the participants in the parliament”, which means the congressmen who are well paid.

I will reverse that. Popular sovereignty, sir judges, is when molotov cocktails and stones are thrown at the police, when state cars, banks, shopping centers and luxury stores are burnt down…. This is how the people react. History itself has proven that this is the way people react. This is popular sovereignty. When Maziotis goes and places a bomb in the ministry of Industry and Development, in solidarity with the struggle of the people in Strymonikos. This is the real popular sovereignty and not what the Constitution says…

July 7, 1999

[copy/paste]

Categories
Uncategorized

Η “απολογία” του Νίκου Μαζιώτη

Η “ΑΠΟΛΟΓΙΑ” ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΖΙΩΤΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΙΚΤΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – 1999

Καταρχήν, εγώ δε θέλω να το παίξω καλό παιδί εδώ που αναγκάστηκα να έρθω. Δε θα απολογηθώ, γιατί δε θεωρώ τον εαυτό μου εγκληματία. Είμαι επαναστάτης. Δεν έχω να μετανιώσω για τίποτα. Είμαι περήφανος γι αυτό που έκανα. Για το μόνο που έχω να μετανιώσω είναι για το τεχνικό λάθος που έγινε και δεν εξερράγη η βόμβα, στην οποία μετά βρέθηκε το αποτύπωμα και κατέληξα εδώ που κατέληξα. Είναι το μόνο για το οποίο έχω να μετανιώσω. Και για κάτι άλλο έχω να μετανιώσω: τα πράγματα δεν έπρεπε να ήταν στο σπίτι μου, έπρεπε να ήταν αλλού.

Πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι, παρόλο που είστε δικαστές και κάθεστε πιο ψηλά από μένα, πολλές φορές οι επαναστάτες, κι εγώ συγκεκριμένα, σας έχω κρίνει πολύ πριν με κρίνετε εσείς. Είμαστε σε αντίθετα στρατόπεδα, εχθρικά στρατόπεδα.

Οι επαναστάτες, η επαναστατική δικαιοσύνη -επειδή δεν πιστεύω ότι αυτό το δικαστήριο είναι δικαιοσύνη, είναι δικαιοσύνη με πολλά εισαγωγικά- οι επαναστάτες λοιπόν, πολλές φορές κρίνουν πολύ πιο ανελέητα τους εχθρούς τους, όταν έχουν την ευκαιρία να αποδώσουν δικαιοσύνη.

Θα ξεκινήσω από πολλά χρόνια πριν. Εδώ δεν έχουμε να δικάσουμε κανένα έγκλημα δικό μου. Αντίθετα, θα πούμε για εγκλήματα, αλλά όχι δικά μου. Θα πούμε για εγκλήματα του Κράτους, των μηχανισμών, της δικαιοσύνης, της αστυνομίας…

Πρώτη φορά που μπορώ να πω ότι πολιτικοποιήθηκα ήταν όταν έλαβα μέρος σε μια διαδήλωση το 1985. Ήταν 17 Νοεμβρίου. Tότε ήμουν δεκατεσσάρων- δεκαπέντε χρονών, και κάποιος αστυνομικός, ο κύριος Μελίστας, είχε σκοτώσει έναν δεκαπεντάχρονο, τον Μιχάλη Καλτεζά. Φόνος! Δεν είχα λάβει μέρος στα επεισόδια εκείνης της νύχτας. Το ίδιο βράδυ έγινε κατάληψη του Χημείου και μπήκαν ειδικές αστυνομικές δυνάμεις και έβγαλαν τους αναρχικούς και τους νεολαίους. Την επομένη έγινε κατάληψη του Πολυτεχνείου από πέντε χιλιάδες άτομα – αν θυμάμαι καλά, ήμουνα και μικρός τότε, δεν είχα καλές πληροφορίες. Οι καταλήψεις αυτές έγιναν ακριβώς σαν αντίδραση για το φόνο του Καλτεζά από τον αστυνομικό Μελίστα. Η δικαιοσύνη, πέντε χρόνια αργότερα, το Γενάρη του ’90, τον αθώωσε τον Μελίστα.

Ήθελα να πω με αυτό ότι στην ουσία εσείς είστε ηθικοί αυτουργοί εγκλημάτων, για μένα τουλάχιστον. Γι αυτό έβαλα χίλια εισαγωγικά στη λέξη δικαιοσύνη.

Τότε, το Γενάρη-Φλεβάρη του ’90 είχα λάβει κι εγώ μέρος στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, που είχε γίνει ως αντίδραση στην αθώωση του Μελίστα για το φόνο του Καλτεζά. Είχαν γίνει επεισόδια, καταστροφές, είχαν σπαστεί μαγαζιά, είχαν πέσει πέτρες, μολότοφ… Στα γεγονότα αυτά συμμετείχα κι εγώ. Από τότε και μετά μπορούσα να πω συνειδητοποιημένα ότι είμαι αναρχικός.

Κι όταν λέω αναρχικός, εννοώ ότι είμαι εναντίον του Κράτους και του Κεφαλαίου. Ότι σκοπός μας είναι η ανατροπή του Κράτους και του καπιταλιστικού καθεστώτος. Θέλουμε μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς ιεραρχία και χωρίς κυριαρχία.

Το μεγαλύτερο ψέμα όλων των εποχών είναι ότι το Κράτος είναι η κοινωνία. Απ’ ό,τι θυμάμαι και ο Νίτσε το είπε αυτό, ότι το Κράτος λέει ψέματα, ψεύδεται.

Είμαστε αυτοί που εναντιωνόμαστε στο διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, είμαστε ενάντια στο διαχωρισμό σε αυτούς που διατάζουν κι αυτούς που εκτελούν διαταγές. Αυτή η εξουσιαστική δομή διαπερνά την κοινωνία και αυτή τη δομή θέλουμε να την καταστρέψουμε. Είτε με ειρηνικά είτε και με βίαια μέσα, ακόμα και με τα όπλα· δεν έχω κανένα πρόβλημα πάνω σε αυτό.

Θα διαψεύσω τον αδερφό μου, που είπε πριν από λίγο ότι “δεν τα ήθελε τα όπλα για πόλεμο αυτός”. Για πόλεμο ήταν. Μπορεί όντως να κάθονταν κι εκεί που ήταν. Τα όπλα όμως είναι όπλα πολέμου, δεν τα έχεις για να τα κρατάς στο σπίτι, αλλά μπορεί και να τα κρατούσα έτσι όπως ήταν. Αλλά είναι όντως όπλα πολέμου, και πόλεμο κάνω… Και η βόμβα στο υπουργείο ήταν πράξη πολέμου.

*

Από το ’90 μέχρι σήμερα έχω καταδικαστεί μερικές φορές για τη δράση μου, για πολλαπλές μορφές δράσης.

Έχω καταδικαστεί για άρνηση στράτευσης. Όχι γιατί είχα πρόβλημα με τα όπλα και τη βία, το έχω επαναλάβει και στο στρατοδικείο αυτό. ’λλωστε το γεγονός ότι αυτή τη φορά είχα όπλα σημαίνει ότι δεν έχω πρόβλημα με τα όπλα και τη βία, και δεν είμαι καθόλου ειρηνιστής. Γιατί επίσης, ούτε η κοινωνία είναι ειρηνική, ούτε το Κράτος είναι ειρηνικό. Εφόσον λοιπόν δέχομαι βία, θα απαντήσω με βία.

Έχω περάσει εφτά μήνες σε στρατιωτικές φυλακές, έχω καταδικαστεί για ανυποταξία και λιποταξία. Τη δεύτερη φορά βγήκα μετά από 51 ημέρες απεργία πείνας.

Έχω συλληφθεί το ’94 στην κατάληψη της ΑΣΟΕΕ μαζί με 51 άλλους συντρόφους μου, όταν έκαναν απεργία πείνας ο Γιώργος Μπαλάφας και ο Οδυσσέας Καμπούρης. Ήταν και αυτή, η κατάληψη της ΑΣΟΕΕ, μια πράξη αλληλεγγύης. Σε μια κατάσταση που δεν μπορούσαμε ούτε να συγκεντρωθούμε πουθενά, ούτε να διαδηλώσουμε, είχαμε αποφασίσει να καταλάβουμε ένα πανεπιστήμιο και να το χρησιμοποιήσουμε ως εστία αντιπληροφόρησης, για την υπόθεση του Γιώργου Μπαλάφα και του Οδυσσέα Καμπούρη, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι.

Το ’95 με συνέλαβαν μαζί με άλλους πεντακόσιους στην εξέγερση του Νοέμβρη στο Πολυτεχνείο. Η κατάληψη εκείνη είχε γίνει γιατί υπήρχαν διάφοροι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές – ο Κώστας Καλαρέμας, ο Οδυσσέας Καμπούρης, ο Γιώργος Μπαλάφας που είχε ξανασυλληφθεί, ο Σπύρος Δαπέργολας, κάποιοι διαδηλωτές από τη Θεσσαλονίκη που είχαν συλληφθεί όταν χτυπήθηκε μια πορεία στις 14 Νοέμβρη, ο Χριστόφορος Μαρίνος-, και γιατί είχε γίνει εξέγερση των κρατουμένων στις φυλακές Κορυδαλλού. Γι αυτό καταδικάστηκα σε ένα χρόνο μαζί με πολλούς άλλους συντρόφους μου. Για όλες αυτές τις πράξεις, και εγώ και οι σύντροφοί μου, αναλάβαμε στο ακέραιο τις ευθύνες μας.

Σε όλη λοιπόν τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, από τότε που μπορώ να πω ότι λέγομαι αναρχικός, έχω χρησιμοποιήσει διάφορους τρόπους δράσης. Έχω γράψει κι έχω μοιράσει προκηρύξεις, έχω κάνει αφισοκολλήσεις, έχω συμμετάσχει σε καταλήψεις, είτε βίαιες είτε ειρηνικές. Για παράδειγμα, η κατάληψη της ΑΣΟΕΕ δεν είχε κανένα βίαιο στοιχείο, κι όμως μπήκαν τα ΕΚΑΜ και τα ΜΑΤ και μας έβγαλαν. Μπήκαν μάλιστα κουκουλοφόροι των ΕΚΑΜ με κόφτη για να κόψουν τις αλυσίδες.

Στο Πολυτεχνείο δεν το παίξαμε καλά παιδιά, χωρίς όμως να αποδεχθούμε τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Είπαμε γιατί μπήκαμε μέσα. Εγώ μάλιστα μετά από καιρό, στο στρατοδικείο που έγινε το ’98, πήρα ευθύνη και για τη σημαία· είπα ότι εγώ την έκαψα. Τη θεωρώ σύμβολο εχθρικής δύναμης. Στον καθένα που βλέπω την ελληνική σημαία βλέπω τον εχθρό μου, γιατί τη φοράνε οι αστυνομικοί, τη φοράνε οι στρατιωτικοί… Είναι το σύμβολο του εχθρού.

*

Σκοπός δικός μας, στα πλαίσια αυτού του αγώνα του αντικρατικού και αντικαπιταλιστικού, είναι να συνδεθούμε με διάφορους κοινωνικούς αγώνες. Σκοπός μας επίσης είναι, μπαίνοντας σε αυτούς τους αγώνες, να προσπαθούμε να φτάσουμε τα πράγματα στα άκρα, δηλαδή να οξύνουμε τις συγκρούσεις αυτών των κοινωνικών κομματιών με το Κράτος και την αστυνομία. Να ωθήσουμε τους αγωνιζόμενους ανθρώπους να ξεπεράσουν τα θεσμικά πλαίσια, τα συνδικάτα, τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, όλους αυτούς τους χειραγωγούς, που για μας είναι εχθροί της ανθρώπινης ελευθερίας. Πολλοί σύντροφοί μου, με τις μικρές τους δυνάμεις, έχουν εμπλακεί σε πολλούς αγώνες. Θα σας τους πω συγκεκριμένα.

Το 1989, σε έναν αγώνα περιβαλλοντικού χαρακτήρα πάλι, στην Αραβησσό Γιαννιτσών, οι κάτοικοι δεν ήθελαν να εκμεταλλευτεί τις πηγές τους ο Οργανισμός Ύδρευσης της Θεσσαλονίκης για να υδρεύσει τη Θεσσαλονίκη. Είχαν συγκρουστεί τότε με την αστυνομία και τα ΜΑΤ, είχαν κάψει αντλίες νερού, είχαν ανάψει φωτιές, είχαν στήσει οδοφράγματα… Και κάποιοι σύντροφοί μας από τη Θεσσαλονίκη είχαν συμμετάσχει σε αυτό τον αγώνα, και είχαν συλληφθεί μάλιστα.

Το 1990, άρχισε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα (αυτή η επίθεση που παγκόσμια είχε αρχίσει από το ’80 με τις κυβερνήσεις Ρήγκαν-Θάτσερ) η οποία συνίσταται στην αποβιομηχάνιση, την απόλυση εργαζομένων, τις ιδιωτικοποιήσεις, τον περιορισμό του κράτους πρόνοιας, δηλαδή το “κόψιμο” μισθών, συντάξεων, ιατρικής περίθαλψης… Αυτή η επίθεση, ενώ στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική γινόταν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, στην Ελλάδα ξεκίνησε από το 1990.

Το πρώτο σχέδιο ήταν οι “προβληματικές” επιχειρήσεις. Κι εδώ το 1990-91 είχαν γίνει καταλήψεις σε πολλά εργοστάσια της χώρας, στο Μαντούδι, στο Λαύριο, στην Πάτρα. Πάλι κάποιοι σύντροφοί μας, με τις μικρές τους δυνάμεις, ήταν και εκεί. Συγκεκριμένα, στο Μαντούδι και στην Πειραϊκή-Πατραϊκή στην Πάτρα.

Μετά έχουμε το μαθητικό κίνημα του ’90-’91, το οποίο ήταν μεγαλειώδες κίνημα, κατά τη γνώμη μου. Κατάφερε να ανατρέψει το νόμο του τότε υπουργού Παιδείας, του Κοντογιαννόπουλου, που παραιτήθηκε μάλιστα. Η τότε κυβέρνηση της Δεξιάς, στην προσπάθειά της να καταστείλει το κίνημα, έβαλε παρακρατικούς να σπάσουν τις καταλήψεις, με αποτέλεσμα το φόνο του καθηγητή Τεμπονέρα στην Πάτρα. ’λλο ένα έγκλημα του κράτους.

Εδώ θα μετρήσουμε εγκλήματα του κράτους, κανένα έγκλημα δικό μου.

Σαν απάντηση στη δολοφονία του Τεμπονέρα είχε γίνει μια διαδήλωση χιλιάδων ατόμων. Συμμετείχαμε κι εμείς, που οξύναμε τα πράγματα. Έγιναν συγκρούσεις με την αστυνομία, καταλήφθηκε πάλι το Πολυτεχνείο για δυο μέρες. Φωτιές, οδοφράγματα, σπασίματα… Μάλιστα έγινε κι άλλο έγκλημα εκείνες τις μέρες, στις 10 Γενάρη του ’91. Επάνω στις συγκρούσεις, τα ΜΑΤ πυρπόλησαν με δακρυγόνα το κτίριο του Κ. Μαρούση, το πολυκατάστημα στην Πανεπιστημίου. Τέσσερις πολίτες απανθρακώθηκαν. Και γι αυτό το έγκλημα κανένας δεν πλήρωσε, καμία δικαιοσύνη δεν είπε τίποτα. Το “κουκούλωσαν”.

Ένα χρόνο μετά, σύντροφοί μου -εγώ δεν ήμουνα προσωπικά, αλλά δεν έχει σημασία- συμμετέχουν στις συμπλοκές στο αμαξοστάσιο του Βοτανικού, το καλοκαίρι του 1992, όταν η κυβέρνηση θέλησε να ιδιωτικοποιήσει την ΕΑΣ. Και έγιναν συγκρούσεις μαζί με τους υπαλλήλους της ΕΑΣ. Και τότε κάποιοι υπάλληλοι της ΕΑΣ είχαν φυλακιστεί για δολιοφθορά, σαμποτάζ… Έσπαγαν τα λεωφορεία των ΣΕΠιτών, των ρουφιάνων ιδιοκτητών που είχαν αγοράσει τα λεωφορεία. Κι εκεί, με τις μικρές τους δυνάμεις, οι αναρχικοί ήταν παρόντες.

Πριν αναφερθώ στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού, θέλω να πω τα τελευταία παραδείγματα με τους καθηγητές πέρυσι και με το πρόσφατο μαθητικό κίνημα, το χειμώνα του ’98-’99. Κι εκεί ήμασταν παρόντες. Ένας σύντροφος που κατέθεσε χτες, ο Βασίλης Ευαγγελίδης, προσπάθησε να μιλήσει γι αυτό. Είχε συλληφθεί στις συμπλοκές που έγιναν το Γενάρη του ’99, στο μαθητικό συλλαλητήριο.

Γενικά, όπου υπάρχουν ταραχές, όπου υπάρχουν συγκρούσεις, θέλουμε να είμαστε μέσα. Να εκτρέπουμε τα πράγματα. Για μας, δεν είναι έγκλημα αυτό. Στην ουσία, οι ταραχές είναι η “λαϊκή κυριαρχία” που λένε οι επαγγελματίες πολιτικοί. Εκεί εκφράζεται η ελευθερία…

*

Ας πάμε τώρα και στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού. Πολύ πριν εγώ βάλω τη βόμβα, άλλοι σύντροφοι είχαν πάει στα χωριά, είχαν μιλήσει με τους κατοίκους, είχαν βγάλει μπροσούρα για την εξέγερση, για τα επεισόδια τον Οκτώβρη του 1996. Πιο συγκεκριμένα όμως στον αγώνα του Στρυμονικού θα αναφερθώ λίγο πιο μετά. Πρώτα θέλω να μιλήσω για την ενέργεια αυτή καθεαυτή.

Εμπνεύστηκα, για να πω την αλήθεια, να βάλω αυτή τη βόμβα για τον εξής λόγο: Επειδή οι ίδιοι οι κάτοικοι είχαν ξεπεράσει τα όρια, από μόνοι τους. Αν ήταν ένας αγώνας μέσα στα θεσμικά πλαίσια, έτσι όπως προσπαθούν να κρατούν περιορισμένους τους αγώνες τα συνδικάτα και οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, αν περιοριζόταν δηλαδή σε μια διαμαρτυρία χλιαρή, ακίνδυνη, ανώδυνη, ίσως και να μην έκανα τίποτα.

Αλλά οι σύντροφοι εκεί πάνω – που δεν είναι βέβαια αναρχικοί αλλά δεν με ενδιαφέρει εμένα αυτό, πολίτες είναι που θέλουν κι αυτοί την ελευθερία τους – είχαν ξεπεράσει κάθε όριο. Είχαν συγκρουστεί τρεις φορές με την αστυνομία – μία στις 17 Οκτώβρη του ’96, μια στις 25 Ιούλη του ’97 και μια στις 9 Νοέμβρη του ’97 -, είχαν κάψει περιπολικά, κλούβες των ΜΑΤ, είχαν κάψει γεωτρύπανα της TVX, είχαν μπει μέσα στα μεταλλεία στην Ολυμπιάδα και είχαν καταστρέψει μέρος των εγκαταστάσεων. Κάποιοι έκαναν κι ένα είδος αντάρτικου. Tα βράδια έβγαιναν με κυνηγετικές καραμπίνες και πυροβολούσαν στον αέρα για εκφοβισμό των αστυνομικών. Και λέω, πολύ μάγκες είναι αυτοί· μας έχουν ξεπεράσει κι εμάς δηλαδή.

Και ακολούθησε καταστολή, ειδικά το ’97, όταν κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος στην περιοχή. Ο αστυνομικός διευθυντής Χαλκιδικής έβγαλε διάταγμα με το οποίο απαγορεύονταν οι διαδηλώσεις, οι συναθροίσεις. Είχαν πάει ΕΚΑΜ επάνω, είχαν πάει και αστυνομικές αύρες, για πρώτη φορά μετά το 1980. Και τις είχαν στείλει τώρα εκεί, στα χωριά της Χαλκιδικής. Και λέω, κάτι πρέπει να κάνουμε κι εμείς, εδώ στην Αθήνα. Δεν μπορεί να δέχονται καταστολή οι άλλοι εκεί πάνω κι εμείς να καθόμαστε…

Το υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης, στην οδό Παπαδιαμαντοπούλου και Μιχαλακοπούλου, ήταν ένα από τα κέντρα αυτής της ιστορίας. Ο αγώνας του Στρυμονικού ήταν ένας αγώνας ενάντια στην “ανάπτυξη”, τον “εκσυγχρονισμό”, όλες αυτές τις μπούρδες που λένε. Πίσω από αυτές τις εκφράσεις, κρύβονται τα κέρδη των πολυεθνικών, τα κέρδη και των “δικών μας” καπιταλιστών, των Ελλήνων, τα κέρδη των κρατικών αξιωματούχων, του ελληνικού κράτους, των γραφειοκρατών, αυτών που παίρνουν τις μίζες, των τεχνικών εταιρειών… Όλων αυτών. Καμία σχέση δεν έχει η “ανάπτυξη” και ο “εκσυγχρονισμός” που λένε με την κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Καμία σχέση.

Οπότε έβαλα κι εγώ μια βόμβα. Ο σκοπός ήταν αυτός που είχα πει και στην ανάληψη ευθύνης. Στο κείμενο του Φεβρουαρίου του ’98 λέω: Η τοποθέτηση του μηχανισμού σκοπό είχε την αποστολή ενός διπλού πολιτικού μηνύματος. Τα πάντα είναι πολιτικά. Ακόμη κι όταν χρησιμοποιείς τέτοια μέσα, πολιτικά είναι τα μηνύματα. Κι ο πόλεμος ο ίδιος είναι ένα μέσο πολιτικής πίεσης. Και σε αυτή την περίπτωση, ένα πολιτικό μέσο ήταν κι αυτό, μια πολιτική πρακτική. Μήνυμα καταρχήν προς τους κατοίκους του Στρυμονικού, ότι “μάγκες, δεν είστε μόνοι σας, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, που μπορεί να βρίσκονται 600 χιλιόμετρα μακριά από εσάς, αλλά που ενδιαφέρονται”. Όχι για προσωπικούς λόγους… Εγώ δεν ξέρω κανέναν από κει προσωπικά. ’λλοι σύντροφοί μου ξέρουν. Εγώ δεν έχω πάει ποτέ εκεί. Δε θίχτηκε το δικό μου το σπίτι στο φινάλε, αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα.

Απλά η αρχή μου και γενικά η αρχή των αναρχικών, και άλλων επαναστατών μη-αναρχικών, είναι η εξής: η κοινωνική ελευθερία είναι μία και αδιαίρετη. Όπου λοιπόν θίγεται ένα επιμέρους κομμάτι της ελευθερίας, στην ουσία είναι σα να θίγεται στο σύνολό της. ’ρα, εφόσον θίγονται οι ελευθερίες αυτών, θίγονται και οι δικές μου. Ο πόλεμος ο δικός τους θα είναι και δικός μου, σε μια περιοχή που ο “κυρίαρχος λαός” -μια έκφραση που πάλι χρησιμοποιούνε οι επαγγελματίες πολιτικοί- δε θέλει αυτό που θέλουνε το κράτος και το κεφάλαιο, τη μεταλλουργία χρυσού της TVX.

Από την άλλη έχω πει ότι, εντάξει, κάποιες ζημιές θα γίνονταν -εν γνώσει μου. Ναι, είχα πρόθεση να κάνω υλικές ζημιές. Δηλαδή τι υλικές ζημιές; Στη τζαμαρία, στο συγκεκριμένο σημείο, τι υλικές ζημιές; Ή στην αποθήκη έξω από την οποία τοποθέτησα το μηχανισμό; Κατ’ εμέ, οι ζημιές θα ήταν ελάχιστες. Αλλά ακόμα κι αν ήταν μεγαλύτερες από ελάχιστες, δεν παίζει για μένα κανένα ρόλο. Γιατί η ελευθερία δε συγκρίνεται με τις υλικές ζημιές μιας τζαμαρίας, ενός κρατικού αυτοκινήτου ή μιας κρατικής ιδιοκτησίας. Για μένα, το υπουργείο δεν είναι εγκατάσταση κοινής ωφέλειας, όπως λένε οι κατηγορίες. Κρατικής ωφέλειας ναι, κοινωνικής ωφέλειας όχι.

Ουσιαστικά όμως, ακόμη κι αν δεν εξερράγη ο μηχανισμός, εγώ το μήνυμά μου το έστειλα. Βέβαια πιάστηκα, γιατί έκανα αυτό το τεχνικό λάθος κι άφησα ένα αποτύπωμα. Ακόμη όμως κι αν δεν εξερράγη ο μηχανισμός και δεν έγιναν καθόλου υλικές ζημιές, το μήνυμα το έστειλα. Και το λάβατε και εσείς και το κράτος, αλλά και οι κάτοικοι του Στρυμονικού. Ξέρω πως λένε ότι είμαι δικός τους άνθρωπος, χωρίς να με έχουν δει ποτέ, κι ας μην με γνώριζαν ποτέ. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα απ’ αυτό. Και φυσικά, το επαναλαμβάνω, δε μετανιώνω καθόλου.

*

Θα αναφερθώ λίγο στα τεχνικά. Ακριβώς επειδή είμαι κοινωνικός επαναστάτης και στην ουσία όταν λες ότι είσαι κοινωνικός επαναστάτης, είναι σαν να μιλάς για το καλό της κοινωνίας. Όχι σαν δηλαδή. Μιλάς για το καλό της κοινωνίας. Εφόσον έχω αυτή την αρχή λοιπόν, δε θα μπορούσα να βλάψω κανέναν πολίτη. Θα μπορούσα να βλάψω αστυνομικό. Αυτούς τους θεωρώ εχθρούς μου. Κι εσείς είστε εχθροί μου. Σας διαχωρίζω δηλαδή. Κάνω σαφέστατο ταξικό διαχωρισμό. Απ’ τη μια έχουμε αυτούς, απ’ την άλλη τους άλλους. Παρόλ’ αυτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχα καμία πρόθεση να βλάψω ούτε τον κύριο αστυνομικό φρουρό του υπουργείου, ούτε κανέναν άλλο· πόσο μάλλον πολίτη.

Η διαδικασία που χρησιμοποιείται από τις οργανώσεις ή τα άτομα γενικά, όταν γίνονται τέτοιου τύπου ενέργειες είναι η εξής: βάζεις τη βόμβα στο στόχο σου και τηλεφωνείς σε μια εφημερίδα. Εγώ συγκεκριμένα, παίρνω τηλέφωνο την “Ελευθεροτυπία” και λέω: Σε μισή ώρα θα σκάσει βόμβα εκεί. Ό,τι ακριβώς λένε τα στοιχεία: Σε μισή ώρα θα σκάσει στο υπουργείο Ανάπτυξης βόμβα, για το ζήτημα της TVX και του Στρυμονικού. Με την έννοια αυτή, όπως αποδείχτηκε από την πράξη κι όχι υποθετικά, η αστυνομία πήγε εκεί· πρώτα η ’μεση Δράση έκλεισε την περιοχή γύρω-γύρω σε ακτίνα 200 μέτρων -όπως λέει ο πυροτεχνουργός-, έτσι ώστε να μην περνάει κανένας πεζός και κανένα αμάξι. Και περίμενε να σκάσει η βόμβα. Όπως έχουν πει οι κύριοι, περίμεναν να εκπνεύσει ο χρόνος ασφαλείας, δηλαδή, ΤΟ ΜΙΣΑΩΡΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΘΕΣΕΙ ΕΓΩ! Είτε έσκαγε, είτε δεν έσκαγε η βόμβα, ουσιαστικά δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές. Αν έσκαγε, μόνο υλικές ζημιές θα είχαμε. Ουσιαστικά δηλαδή από την πρόθεση που είχα, αυτό θα γινόταν. Αντικειμενικά, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει λάθος τυχαία, ούτε -αν εκρηγνυόταν ο μηχανισμός- να εκραγεί πιο πριν ή πιο μετά.

Κι επειδή ακριβώς το μήνυμα ήταν πολιτικό και συμβολικό, δεν είχα σκοπό να κάνω μεγάλες υλικές ζημιές· γι αυτό έβαλα λίγη ποσότητα. Και είχα τη δυνατότητα να βάλω και πέντε και εφτά και δέκα κιλά… Δεν έβαλα όμως. Εφόσον βρέθηκαν και πράγματα στο σπίτι μου, είχα τη δυνατότητα να κάνω μεγάλη ζημιά, υλική πάντα! Και πάλι δεν την έκανα. Αν μπορούσα δηλαδή να κατεδαφίσω ολόκληρο το υπουργείο χωρίς να σκοτωθεί κανένας, δεν θα είχα καμία αντίρρηση να το κάνω. Ένα άχρηστο κτίριο είναι και αυτό για το λαό και την κοινωνία. Για το μόνο που έχω μετανιώσει, όπως είπα, είναι γι αυτό το τεχνικό λάθος.

Θέλω να πω προκαταβολικά και κάτι άλλο τώρα. Την ενέργεια την έκανα μόνος μου, δεν υπήρχε κανένας άλλος. Βέβαια το μήνυμα έλεγε “Αναρχικοί Αντάρτες Πόλης”. Αυτό δεν έχει να κάνει όμως με το ότι υπήρχαν άλλα πρόσωπα, εκτός από μένα. Ήταν μια έκφραση που απλώς υποδήλωνε το χώρο από τον οποίο προέρχομαι εγώ. Δε θα έβαζα φυσικά την υπογραφή μου “Νίκος Μαζιώτης”, και δε θα έλεγα στην εφημερίδα ότι έβαλα τη βόμβα εκεί. Θα έλεγα, “Αναρχικοί”. Αυτό. Για να ξεκαθαρίσουμε, δηλαδή, ότι για την ενέργεια την πρωτοβουλία την πήρα μόνος μου. Ούτε ομάδα υπήρχε, ούτε οργάνωση, ούτε τίποτα. Και από τα αποδεικτικά στοιχεία πουθενά δεν προκύπτει ότι υπήρχε οργάνωση, ή ότι εγώ θα εφοδίαζα τους τάδε, την τάδε ομάδα ή οργάνωση. Ήμουν μόνος μου και τα πράγματα ήταν ατομικά.

*

Θέλω να αναφερθώ τώρα πιο εκτεταμένα σε αυτό που λέω αλληλεγγύη. Τα κίνητρα δηλαδή τα οποία είχα. Τι σημαίνει αυτή η αλληλεγγύη.

Πιστεύω ότι οι άνθρωποι κοινωνικοποιήθηκαν, ότι δημιουργήθηκε η ανθρώπινη κοινωνία πάνω σε τρία βασικά συστατικά: την αλληλεγγύη, την αμοιβαιότητα, την αλληλοβοήθεια. Πάνω σε αυτά λοιπόν βασίζεται η ανθρώπινη ελευθερία. Όταν θίγεις ένα επιμέρους κομμάτι της ανθρώπινης ελευθερίας, είναι σα να θίγεις το σύνολο.

Όποια κοινωνική ομάδα, σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, κάνει έναν αγώνα -είτε λέγονται μαθητές, είτε λέγονται αγρότες, είτε πολίτες τοπικών κοινωνιών, είτε εργαζόμενοι-, για μένα και για τους αναρχικούς έχει τεράστια σημασία.

Δεν έχει σχέση με το αν εγώ είμαι εργαζόμενος και ταυτίζω τα συμφέροντά μου με τα συμφέροντα αυτής της τάξης. Αν κάποιος ζητάει παραπάνω μισθό, αν έχει κάποιο συντεχνιακό αίτημα, δεν έχει καμιά σημασία για μένα. Για μένα, αλληλεγγύη σημαίνει ανεπιφύλακτη αποδοχή και υποστήριξη, με οποιοδήποτε μέσο, του δικαιώματος που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι να μπορούν να καθορίζουν τη ζωή τους όπως θέλουν, και όχι να αποφασίζουν κάποιοι άλλοι ερήμην τους, όπως το Κράτος και το Κεφάλαιο.

Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, σε αυτό τον αγώνα του Στρυμονικού, αλλά και σε κάθε κοινωνικό αγώνα, για μένα μετράει πιο πολύ ότι είναι αγώνες που οι άνθρωποι θέλουν να καθορίζουν τις τύχες τους μοναχοί τους. Και να μην αποφασίζει ο κάθε αστυνομικός διευθυντής, ο κάθε κρατικός αξιωματούχος, ο κάθε καπιταλιστής τι θα κάνουν. Δευτερεύουσα σημασία έχει για μένα αν το θέλουν ή δεν το θέλουν το εργοστάσιο, αν είναι περιβαλλοντική η αιχμή του αγώνα. Σημασία έχει ότι δε θέλουν το εργοστάσιο, επειδή δε γουστάρουν κάτι που τους επιβάλλουν με τη βία.

*

Όσον αφορά στο θέμα της πολιτικής βίας τώρα. Από την αρχή πήγε να παρουσιαστεί μια ιστορία “αποκρουστικών εγκληματιών”, “τρομοκρατών”, οι οποίοι “βάζουν στα τυφλά βόμβες”. Κάτι το οποίο δεν ισχύει.

Εάν τρομοκρατία θεωρητικά είναι η βία κατά πολιτών και άμαχου πληθυσμού, ε, αυτό ισχύει αποκλειστικά και μόνο για το Κράτος. Μόνο το Κράτος επιτίθεται ενάντια σε πολίτες, γι αυτό υπάρχουν και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, τα ΜΑΤ, τα ΕΚΑΜ, ο στρατός, οι ειδικές δυνάμεις… Μηχανισμοί οι οποίοι κλέβουνε και το λαό. Χρηματοδοτούνε δηλαδή επαγγελματίες οπλοφόρους, αστυνομικούς. Δεν εκπαιδεύονται για να σημαδεύουν στόχους; Για να τα χρησιμοποιούν τα ‘χουν τα όπλα οι άνθρωποι. Δεν εξοπλίζονται τα ΜΑΤ με χημικά αέρια; Για να τα ρίχνουν πού; Στους πολίτες. Στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις. Οπότε βία εναντίον των πολιτών χρησιμοποιεί μόνο το Κράτος. Εγώ δε χρησιμοποίησα καμία βία εναντίον πολίτη.

Θα πω συγκεκριμένα τι σημαίνει τρομοκρατία.

Tρομοκρατία είναι όταν χτυπιούνται οι καταλήψεις, οι διαδηλώσεις, οι απεργίες. Όταν τα ΜΑΤ χτύπησαν τους συνταξιούχους πριν 4-5 χρόνια στο Μέγαρο Μαξίμου. Όταν ο Μελίστας σκότωσε τον Καλτεζά. Όταν σκοτώθηκαν ο Κουμής και η Κανελλοπούλου από τα ΜΑΤ, στις 16 Νοεμβρίου 1980, στην πορεία του Πολυτεχνείου. Κι αν θυμάμαι καλά, δε σκοτώθηκαν από σφαίρες, σκοτώθηκαν από το ξύλο. Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώθηκε ο Χρήστος Κασίμης. Αλλά θα αναφερθώ πιο συγκεκριμένα σε αυτή την ιστορία.

Μια ομάδα επαναστατών, τότε, είχε προσπαθήσει να πυρπολήσει το γερμανικό εργοστάσιο της AEG, στον ’γιο Ιωάννη Ρέντη. Ήταν μια πράξη αλληλεγγύης κι αυτή. Δεν ξέρω αν τη γνωρίζετε, θα σας την πω εγώ όμως. Τότε, το ’77, κάποιοι αντάρτες της RAF, της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, είχαν πεθάνει μέσα στα λευκά κελιά του Σταμχάιμ, στη Στουτγάρδη, της Δυτικής Γερμανίας. Τα λευκά κελιά από μόνα τους είναι τρομοκρατία. Οι φυλακές ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ. Και τότε κάποιοι Έλληνες επαναστάτες, ως ένδειξη αλληλεγγύης στη RAF, αλλά και ως αντίδραση στη δολοφονία των ανταρτών στις φυλακές της Στουτγάρδης, είχαν πάει να πυρπολήσουν το εργοστάσιο της AEG. Σε αυτή την απόπειρα, που ήταν ανεπιτυχής, κάποιος σκοτώθηκε. Σκοτώθηκε ο Χρήστος ο Κασίμης από τους δύο αστυνομικούς, φρουρούς του εργοστασίου, τον Πλέσσα και το Στεργίου. Και μάλιστα, απ’ ό,τι έχω διαβάσει, δεν τον σκότωσαν επειδή απειλήθηκε η ζωή τους. Τον σκότωσαν πισώπλατα, με μια σφαίρα στην πλάτη.

Τρομοκρατία είναι όταν μπαίνουν στο Χημείο ειδικές αστυνομικές δυνάμεις το ’85 και χτυπούν τους αναρχικούς και τους νεολαίους. Τρομοκρατία είναι όταν δολοφονείται ο Τεμπονέρας στην Πάτρα. Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώθηκε ο Χρήστος Τσουτσουβής το ’85. Αλλά κι αυτή η περίπτωση έχει κάτι ιδιαίτερο και θέλω να την τονίσω. Για το Χρήστο Τσουτσουβή ισχύει η φράση του Θουκυδίδη – του αρχαίου ιστορικού που κατέγραψε την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου -, ότι “ο θάνατος στη μάχη είναι τίτλος τιμής και συνοδεύεται από τις επευφημίες των πολιτών”. Σκοτώθηκε μεν από τους αστυνομικούς, αλλά πήρε και δυο-τρεις μαζί του. Για μένα, ήταν ένας πολεμιστής, ένας μαχητής. Πιστεύω ότι η κοινωνία χρειάζεται κι άλλους τέτοιους.

Τρομοκρατία είναι όταν σκοτώνονται πολίτες σε απλές εξακριβώσεις στοιχείων. Θα αναφέρω κι εδώ μερικά παραδείγματα. Θα αναφέρω το Χρήστο Μουράτη, ένα Τσιγγάνο στη Λιβαδειά, ο οποίος πυροβολήθηκε σε μπλόκο της Τροχαίας τον Οκτώβριο του 1996. ’οπλος πολίτης… Αυτό είναι ένα έγκλημα. Αλλά η δικαιοσύνη δεν έκανε τίποτα, τι να κάνει; Απλώς το επιβράβευσε.

Το 1997, ο Ηλίας Μέξης, περνώντας από το τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά, πυροβολήθηκε από τον φρουρό του τμήματος, τον Τσαγκράκο.

Ο Θόδωρος Γιάκας σκοτώθηκε, στις 10 Γενάρη του ’94, από τον αστυνομικό του τμήματος Μοσχάτου, Λαγογιάννη. Έχει έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα κι αυτή η περίπτωση. ’οπλος πολίτης. Σε εξακρίβωση στοιχείων. Τον σταμάτησαν, αλλά εκείνος έτρεξε και τον πυροβόλησαν. Είπαν πάλι ότι του βρήκαν μαχαίρι κι άλλες τέτοιες μπούρδες… Απ’ ό,τι ξέρω γι αυτή την περίπτωση, πυροβολήθηκε αρχικά τρεις φορές. Και οι τρεις πιθανότατα ήταν θανατηφόρες. Κι ενώ ο Γιάκας ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος, τον πυροβόλησε ο Λαγογιάννης άλλες δύο φορές και του φόρεσε και χειροπέδες! Ξέρετε τι έκανε η δικαιοσύνη γι αυτό; Τον καταδίκασε 12 χρόνια με αναστολή. Γι αυτό λέω ότι η δικαιοσύνη σας είναι δικαιοσύνη με εισαγωγικά.

Τρομοκρατία είναι όταν τον Πομάκο Αλή Γιουμφράζ από τα Βριλήσσια τον συνέλαβαν μεθυσμένο και μετά βρέθηκε νεκρός στο κρατητήριο. Είπαν ότι δήθεν πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Όταν το Γενάρη του ’91, θυμάμαι, κάποιος Τούρκος πολιτικός πρόσφυγας, ο Σουλεϊμάν Ακιάρ, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης είπε ότι είχε κάποιο καρδιακό πρόβλημα. Αλλά από την ιατροδικαστική εξέταση βρέθηκε ότι ήταν μελανιασμένος παντού.

Τρομοκρατία είναι κι αυτό το ίδιο το δικαστήριο εδώ. Κάθε δίκη αγωνιστή, κάθε δίκη επαναστάτη είναι τρομοκρατία, ένα μήνυμα εκφοβισμού προς την κοινωνία. Το είπα και χθες στις δηλώσεις μου, όταν με καλέσατε να πω αν αποδέχομαι τις κατηγορίες. Θα το επαναλάβω. Επειδή η δίωξη είναι πολιτική, το μήνυμα είναι σαφέστατο: οποιοσδήποτε αγωνίζεται εναντίον του Κράτους και του Κεφαλαίου θα ποινικοποιείται, θα εγκληματοποιείται, θα βαφτίζεται τρομοκράτης. Οποιαδήποτε αλληλεγγύη σε οποιονδήποτε κοινωνικό αγώνα, το ίδιο: θα ποινικοποιείται και θα συντρίβεται. Αυτό είναι το μήνυμα αυτής της δίκης. Και με αυτή την έννοια είναι τρομοκρατία. Τρομοκρατία προς εμένα, τρομοκρατία προς τους αναρχικούς, τρομοκρατία προς τους κατοίκους του Στρυμονικού, οι οποίοι λαμβάνουν κι αυτοί ανάλογα μηνύματα αυτό τον καιρό, γιατί έχουν παρόμοιες δίκες σε σχέση με τις κινητοποιήσεις τους. Αυτά είναι τρομοκρατία. Δεν είναι τρομοκρατία που έβαλα μια βόμβα σαν πράξη αλληλεγγύης. Γιατί κανένας πολίτης δε θίχτηκε απ’ αυτή την πράξη.

Πολλές φορές, ειδικά τα ΜΜΕ, πιο πολύ κι απ’ τους αστυνομικούς καμιά φορά, σε κάθε ενέργεια που γίνεται, για παράδειγμα σε ενέργειες με γκαζάκια, προβάλλουν την άποψη ότι “παραλίγο να είχαμε θύματα, παραλίγο το ένα, παραλίγο το άλλο”. Ποτέ όμως δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο πραγματικά. Όλα αυτά βέβαια γίνονται για τη δημιουργία εντυπώσεων, για να εμπεδωθεί η κοινωνική συναίνεση, για να υπάρξει καταστολή. Για να καταδικαστώ εγώ, για παράδειγμα, σε βαριά ποινή. “Βρήκαμε και κάποιον που έκανε το λάθος, άφησε το αποτύπωμά του, τον πιάσαμε· είπε κιόλας ότι το έκανε αυτός; Ε, θα τον γαμήσουμε τώρα”! Μιλάω λίγο λαϊκά…

*

Θέλω να αναφερθώ λίγο στον αγώνα του Στρυμονικού. Παρόλο που δεν έχω πάει ποτέ εκεί, θα σας δώσω κάποια ιστορικά στοιχεία. Τα μεταλλεία που έχει αγοράσει η πολυεθνική TVX Gold υπάρχουν από το 1927· τα είχε ο Μποδοσάκης. Σε αυτά τα μεταλλεία, όπου γίνονταν αμέτρητα εργατικά ατυχήματα και πολλοί μεταλλωρύχοι πάθαιναν πνευμονοκονίαση, είχε γίνει μια μεγάλη αιματηρή απεργία το 1977. Η απεργία ήταν για αύξηση μισθών, για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, για μέτρα ασφαλείας στις στοές. Και τότε είχαν κατέβει αύρες και τότε είχαν γίνει συλλήψεις και είχαν υπάρξει καταδίκες, και τότε είχε εφαρμοστεί τρομοκρατία στην περιοχή.

Κάποια στιγμή, χαρακτηρίζεται κι αυτή η εταιρεία “προβληματική”, όπως γίνεται και με πολλές άλλες. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το κράτος μέσω της ΜΕΤΒΑ, σχεδιάζει την εγκατάσταση μεταλλουργίας χρυσού. Το ’92 περνά ως “προβληματική” στα χέρια του κράτους και αυτό πουλά τα μεταλλεία στην TVX το Δεκέμβρη του ’95. Όμως οι κάτοικοι των χωριών του Στρυμονικού δεν την ήθελαν την εγκατάσταση της μεταλλουργίας χρυσού. Εβδομήντα χρόνια μεταλλευτικής δραστηριότητας, είχαν προκαλέσει σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα.

Αυτός ο αγώνας έχει τεράστια σημασία, και αποδείχθηκε ότι έχει τεράστια σημασία. Για διεθνείς λόγους.

Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από τις αρχές του ’96. Οι κάτοικοι μπλόκαραν την εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας, έστησαν φυλάκια απ’ όπου επιτηρούσαν τα μεταλλεία για να μην περάσει κανένα φορτηγό της επιχείρησης και να μην αρχίσουν οι γεωτρήσεις. Με αυτές τις πρακτικές, με τα μπλόκα και τα φυλάκια, οι κάτοικοι δήλωναν: “Εδώ είμαστε. Δεν περνάτε”!

Έτσι ανάγκασαν την εταιρεία να αναστείλει προσωρινά τις δραστηριότητές της. Στις 21 Οκτώβρη ’96, η TVX στέλνει τελεσίγραφο στο ελληνικό κράτος και το υπουργείο Ανάπτυξης, λέγοντας ότι “αν δεν αρχίσουν άμεσα οι εργασίες, εμείς φεύγουμε”. Η επένδυσή τους, που είναι η μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση που έγινε στη χώρα, 65 δις, θα έφευγε από την Ελλάδα.

Όταν έγιναν τα πρώτα επεισόδια, στις 17 Οκτωβρίου, και κατάφεραν οι κάτοικοι να απωθήσουν με τη βία τους αστυνομικούς από την περιοχή, ο Ιάσων Στράτος, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, δήλωνε ότι “τα επεισόδια αυτά τραυματίζουν το κύρος της χώρας στο εξωτερικό”. Και είχε δίκιο, γιατί “δεν μπορεί δυο χιλιάδες βλάχοι” -βλάχοι για μένα δεν είναι, έτσι τους βλέπουν ο υπουργός, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, έτσι πιστεύω μιλάνε γενικά οι επαγγελματίες πολιτικοί και τα κόμματα για τον απλό λαό- “δεν μπορεί λοιπόν δυο χιλιάδες άνθρωποι τώρα, να μας χαλάνε τις επενδύσεις μας και να μην μπορεί να έρθει μια καναδική εταιρεία, μια οποιαδήποτε ξένη εταιρεία να επενδύσει· πρέπει τέλος πάντων να κοπεί αυτή η αντίδραση”.

Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ο αγώνας δεν είχε πια έναν περιορισμένο τοπικό χαρακτήρα. Είχε διεθνείς προεκτάσεις, γιατί θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο: “Αν δεν μπορούμε να κάνουμε μια επένδυση στη Χαλκιδική, οπουδήποτε βρεθεί ένας ξένος επενδυτής, δε θα μπορεί να κάνει την επένδυσή του. ’μα ο λαός εξεγείρεται και δε θέλει αυτά που θέλει το κράτος, πάει η οικονομία, τελείωσε”.

Ένα χρόνο μετά, ξαναεπιχειρείται να αρχίσουν οι εργασίες για την εγκατάσταση της μεταλλουργίας χρυσού. Τον Ιούλη του ’97, οι κάτοικοι καταστρέφουν ένα γεωτρύπανο του Ι.Γ.Μ.Ε. και συγκρούονται με την αστυνομία. Το Νοέμβρη, συγκεντρώνονται και κάνουν πορεία προς τα μεταλλεία. Όμως, ήδη από μερικούς μήνες πιο πριν -από το Σεπτέμβρη του ’97 αν θυμάμαι καλά-, το κράτος, προβλέποντας ότι οι αντιδράσεις του κόσμου θα οξυνθούν, είχε στείλει εκατοντάδες αστυνομικούς από τη Θεσσαλονίκη. Είχε στείλει ΜΑΤ από την Αθήνα, είχε στείλει ΕΚΑΜ, αύρες, που όπως είπα είχαν να εμφανιστούν από το 1980 στους δρόμους για την καταστολή των διαδηλώσεων. Ένας στρατός κατοχής είχε εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Ξέρανε οι αστυνομικοί ότι πάλι θα γίνονταν επεισόδια, οπότε έπρεπε να έχουν έτοιμη μια στρατιωτική δύναμη για να καταστείλουν τους κατοίκους. Όπως κι έγινε. Βέβαια μερικώς έγινε, γιατί πάλι στρατιωτικά δεν τα κατάφεραν. Έγιναν τα επεισόδια στις 9 Νοεμβρίου και όπως είπα και προηγουμένως καταστράφηκαν περιπολικά, κλούβες των ΜΑΤ, κάηκε γεωτρύπανο της εταιρείας, και έγινε το αντάρτικο αυτό, όπου πέσανε και κάποιοι πυροβολισμοί για εκφοβισμό.

Όπως είπα και πριν, εμπνεύστηκα πάρα πολύ απ’ αυτά τα γεγονότα για να βάλω τη βόμβα στο υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης. Με βάση αυτό λοιπόν, θέλω να επαναλάβω ότι δεν είχε απλά τοπικό χαρακτήρα αυτός ο αγώνας. Τον είχε ξεπεράσει πια.

Για μας τους αναρχικούς, οι κοινωνικοί αγώνες και η αλληλεγγύη ξεπερνάνε και τα εθνικά όρια. Για μένα δηλαδή και για τους συντρόφους μου, έχουν τεράστια σημασία αγώνες που γίνονται και έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους.

Τεράστια σημασία έχει για μένα το αντάρτικο των Ζαπατίστας που έχει ξεκινήσει στην Τσιάπας από το 1994. Είναι άλλος ένας αγώνας ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος γίνεται με όπλα, με μάσκες.., ένας πόλεμος κανονικός. Εντάσσεται στην πολιτική βία και δεν είμαι ενάντια σε αυτό. Ποτέ δεν έχω δηλώσει ότι είμαι ενάντια και ούτε θέλω να το παίξω καλό παιδί.

Τεράστια σημασία έχει για μένα και το κίνημα των Βραζιλιάνων αγροτών που είναι ακτήμονες και καταλαμβάνουν τη γη των τσιφλικάδων για να την καλλιεργήσουν συλλογικά.

Μεγάλη σημασία έχει για μένα και το κίνημα των ανέργων στη Γαλλία, που έκαναν καταλήψεις σε γραφεία ευρέσεως εργασίας και συγκρούστηκαν με τις αστυνομικές δυνάμεις, το χειμώνα του ’97-’98.

Σημασία έχει και κάτι που έγινε στην Τουρκία ανάλογο με την TVX και το Στρυμονικό. Μια παρόμοια επένδυση προσπάθησε να κάνει μια άλλη εταιρεία, μια πολυεθνική κοινοπραξία, η EUROGOLD, στην Πέργαμο. Κι έχει σημασία αυτό που θα πω τώρα. Πιο συγκεκριμένα, αν θυμάμαι καλά, στο χωριό Οβαντσίκ της Περγάμου. Το ίδιο πράγμα ακριβώς. Επένδυση μεταλλουργίας χρυσού. Οι κάτοικοι της περιοχής, οι Τούρκοι αγρότες, με τους ίδιους ακριβώς τρόπους που οι κάτοικοι του Στρυμονικού έχουν αποτρέψει μέχρι στιγμής την εγκατάσταση της μεταλλουργίας, έχουν ματαιώσει την επένδυση της EUROGOLD. Με μπλόκα στο δρόμο Σμύρνης-Κωνσταντινούπολης, με συγκρούσεις με τις δυνάμεις της στρατοχωροφυλακής. Και επίσης, κατά σύμπτωση, πάλι κάποιος έβαλε μια βόμβα στα γραφεία της επενδύτριας εταιρείας στη Σμύρνη. Σαν εμένα δηλαδή.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, όλες αυτές οι πρακτικές είναι μέρος των κοινωνικών αγώνων, γίνονται παντού. Και για μας, όχι μόνο δεν είναι εγκλήματα, αλλά τίτλος τιμής. Είμαστε περήφανοι γι αυτές τις πρακτικές.

Για το εργοστάσιο της Περγάμου μάλιστα, υποκριτικά, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, το ΥΠΕΧΩΔΕ και το υπουργείο Αιγαίου έλεγαν ότι, άμα γίνει αυτό το εργοστάσιο στην Πέργαμο, θα μολυνθεί το Αιγαίο. Δεν έλεγαν όμως το ίδιο και για τον Στρυμονικό κόλπο. Δηλαδή να μη γίνει εργοστάσιο στην Τουρκία, αλλά να γίνει στην Ελλάδα! Κι εδώ φαίνεται η υποκρισία του ελληνικού κράτους, των Μέσων, των πολιτικών.

*

Δεν πιστεύω ότι στην πραγματικότητα με δικάζετε για “τρομοκράτη”. Δεν πιστεύω ότι με δικάζετε για το ότι “είχα σκοπό να βλάψω ανθρώπινες ζωές”. Αυτό είναι πρόσχημα και προκάλυμμα. Στην πραγματικότητα, με δικάζετε γι αυτά που έχω πει μέχρι τώρα. Γι αυτό που είμαι. Για το ότι είμαι αναρχικός, για το ότι πιστεύω αυτά ή ακόμα και για το παρελθόν μου. Γιατί όλα αυτά είναι επιβαρυντικά στοιχεία: “ε, αφού ήσουν στο Πολυτεχνείο, αφού ήσουν στην ΑΣΟΕΕ, αφού ήσουν αρνητής στράτευσης και ήσουν κι εκεί και αλλού…” Δεν έχω πρότερο έντιμο βίο.., για σας βέβαια, γιατί για μένα είμαι πολύ έντιμος άνθρωπος. Δε με δικάζετε στην πραγματικότητα γιατί υποτίθεται ότι θα έβλαπτα ανθρώπους.

Στην ουσία, το κράτος έχει αποδείξει ότι δεν ενδιαφέρεται για τους πολίτες. Ίσα-ίσα, όταν είναι να εμπεδωθεί η κυριαρχία του, το κράτος αφαιρεί ανθρώπινες ζωές, όπως είπα στα προηγούμενα παραδείγματα. Στην ουσία, το κράτος το μόνο που θέλει είναι να διατηρήσει ένα μονοπώλιο, το μονοπώλιο ότι “μόνο εμείς, μόνο εγώ, το Κράτος, μπορώ να αφαιρώ ανθρώπινες ζωές”. Μόνο τα κρατικά όργανα, οι ένστολοι αστυνομικοί, οι ασφαλίτες, τα ΜΑΤ ή τα ΕΚΑΜ μπορούν να αφαιρούν ανθρώπινες ζωές. Οποιοσδήποτε άλλος το κάνει, είναι εγκληματίας. Όταν όμως το κάνει το κράτος, μένει στο απυρόβλητο.

Όποτε έχουν σκοτωθεί πολίτες, η δικαιοσύνη έχει δεχτεί τους ισχυρισμούς της αστυνομίας. Όχι επειδή τους πίστευε, αλλά για λόγους συμφέροντος. Έχει δεχτεί τους ισχυρισμούς ότι τάχα “εξοστρακίστηκε η σφαίρα”, ότι τάχα “εκπυρσοκρότησε το όπλο του αστυνομικού”, ότι τάχα “ο αστυνομικός βρισκόταν σε νόμιμη άμυνα”, ότι τάχα… Ένα σωρό τάχα. Αλλά στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα παραδείγματα που είπα, και θα αναφέρω κι άλλα πιο συγκεκριμένα, είναι στυγνές δολοφονίες. Ελάχιστοι αστυνομικοί έχουν βρεθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου και όλοι είναι έξω και περήφανοι. Περήφανοι!

Ειπώθηκε και προηγουμένως από κάποιον μάρτυρα για την περίπτωση Παναγούλη – και είναι όντως πραγματικότητα- ότι την απόπειρα φόνου του δικτάτορα Παπαδόπουλου από τον Παναγούλη, ο ελληνικός λαός την είχε επικροτήσει. Απόπειρα δολοφονίας έγινε. Ε, και; Ποιον πήγε να σκοτώσει; Έναν δικτάτορα!

Εύλογα μπορεί να μου αντιπαρατεθεί το επιχείρημα ότι τότε ήταν στρατιωτική δικτατορία. E, αν αυτό το μέσο πολιτικής βίας δικαιολογείτο να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πολιτικής πίεσης στα χρόνια της δικτατορίας, τώρα έχουμε “κοινοβουλευτική δημοκρατία”. Έχουμε “ελευθερίες” και “δικαιώματα”! Ε, δεν νομίζω ότι είναι έτσι… Με όλα όσα είπα, δεν πιστεύω ότι υπάρχουν δικαιώματα. Στα χαρτιά μπορεί να υπάρχουν, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα.

Θα αναφέρω περιπτώσεις από τη μεταπολιτευτική ιστορία, την εποχή της υποτιθέμενης δημοκρατίας -δημοκρατίας με χίλια εισαγωγικά λέω εγώ-, όπου πάλι άνθρωποι σκοτώθηκαν σε κοινωνικούς αγώνες. Και πάλι αποδείχτηκε ότι δεν ορίζει κανένας λαός την τύχη του επειδή άλλαξε το πολίτευμα το ’74. Συγκεκριμένα παραδείγματα: Πρώτες ταραχές είχαν γίνει, αν θυμάμαι καλά, τον Ιούλη του 1975. Και το Μάη του 1976 επίσης για μια ακόμη φορά εμφανίστηκαν οι αύρες στην Αθήνα. Ο τότε υπουργός Απασχόλησης της κυβέρνησης Καραμανλή, ο Λάσκαρης, είχε βγάλει εκείνο το νόμο, τον 330, τον αντεργατικό και αντιαπεργιακό. Στις 25 Μάη του ’76 είχε πραγματοποιηθεί πανεργατικό συλλαλητήριο. Είχαν γίνει και τότε συγκρούσεις, είχε γίνει επίθεση στα γραφεία της “Βραδυνής”…, πάλι μολότοφ, φωτιές… Τότε, μια αύρα της αστυνομίας, ενώ καταδίωκε διαδηλωτές, είχε σκοτώσει μια μικροπωλήτρια, την 67χρονη Αναστασία Τσιβίκα. Κανείς δε βρέθηκε σε κανένα εδώλιο κατηγορουμένου.

Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε νομοσχέδια που περνιούνται χωρίς να ζητηθεί η γνώμη κανενός. Για παράδειγμα, το 1990 έγινε η αναθεώρηση της συμφωνίας για τη συνέχιση της λειτουργίας των αμερικάνικων βάσεων στην Ελλάδα. Ο λαός των Χανίων δεν το δέχτηκε αυτό. Τον Ιούνιο του 1990 έκανε διαδήλωση, χτυπήθηκε από τα ΜΑΤ, και ως αντίδραση συγκρούστηκε με την αστυνομία και πυρπόλησε τη Νομαρχία Χανίων.

Το 1991, αν θυμάμαι καλά, οι αγρότες του Νομού Ηρακλείου πυρπόλησαν τη Νομαρχία Ηρακλείου. Όπως βλέπετε, η πολιτική βία εξασκείται απ’ όλους. Απ’ όλη την κοινωνία και απ’ όλα τα κοινωνικά κομμάτια και τις τάξεις. Απ’ όποιον θίγεται.

Κι αυτό που επιδιώκει το Κράτος είναι να χτυπάει τον καθένα μόνο του. Θα έχετε ακούσει τη φράση που λέει ο νυν πρωθυπουργός, ο Σημίτης, για “κοινωνικό αυτοματισμό”, κάθε φορά που ξεσπούν κοινωνικές αντιδράσεις. Για να παρουσιάσει αυτές τις κοινωνικές αντιδράσεις, τα μπλόκα που στήνονται, τις καταλήψεις που γίνονται, όλες αυτές οι ενέργειες, να τις παρουσιάσει σαν να έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της υπόλοιπης κοινωνίας. Πράγμα που είναι ψέμα. Απλά είναι η τακτική του “διαίρει και βασίλευε”. Δηλαδή “να σπείρουμε τη διχόνοια, να σπάσουμε την αλληλεγγύη”. Γιατί έχει τεράστια σημασία η αλληλεγγύη. Γιατί ο καθένας μόνος του χτυπιέται πιο εύκολα.

Όταν γίνεται μια απεργία και δε βρίσκει αλληλεγγύη, χτυπιέται πιο εύκολα. Μιλάνε για μια “μειοψηφία”. Αυτό είναι το επιχείρημα του κράτους, ότι είναι μια “μειοψηφία συντεχνιακή, με οπισθοδρομικά συμφέροντα που στρέφονται ενάντια στον εκσυγχρονισμό την ανάπτυξη, τις μεταρρυθμίσεις” και όλες αυτές τις μπούρδες. Ε, δεν υπάρχει κοινωνικό κομμάτι ή κοινωνική ομάδα που να μην έχει έρθει σε σύγκρουση με το κράτος, ειδικά τη δεκαετία του ’90, που να μην έχει χτυπηθεί μόνο του, κι όπου να μην έχει προβληθεί το επιχείρημα ότι “μια μειοψηφία είστε”, ότι “ο αγώνας σας έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της υπόλοιπης κοινωνίας”.

Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτό έγινε. Με τους εργαζόμενους των “προβληματικών” που έκαναν καταλήψεις το ’90-’91, με τους μαθητές που έκαναν καταλήψεις το ’90-’91 και τελευταία το ’98-’99. Με τους υπαλλήλους της ΕΑΣ το ’92 αυτό έγινε, με τα αγροτικά μπλόκα το ’95 και το ’96, με τις κινητοποιήσεις των καθηγητών ενάντια στην κατάργηση της επετηρίδας και ενάντια στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Και φυσικά με τους κατοίκους του Στρυμονικού.

Ουσιαστικά, αυτό είναι που χτυπιέται: η αλληλεγγύη. Και αυτό χτυπιέται και στη δική μου δίκη· απροκάλυπτα. Το κράτος θέλει να χτυπάει τον καθένα μόνο του, γιατί άμα τους βρίσκει όλους μαζί είναι πιο δύσκολα τα πράγματα.

Και βέβαια, δε φτάνει μόνο η αστυνομική βία για την καταστολή. Τελικά έχω καταλήξει, για να επανέλθω σε αυτό που έλεγα, πως η διαφορά της δικτατορίας με την κοινοβουλευτική δημοκρατία -ή μάλλον καπιταλιστική ολιγαρχία είναι η ονομασία που ταιριάζει καλύτερα-, είναι ότι η μεν στρατιωτική δικτατορία επιβάλλεται κυρίως με την ωμή βία, η δε δημοκρατία -σε εισαγωγικά- επιβάλλεται περισσότερο με το διανοητικό έλεγχο των πολιτών, με όπλο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, με την εξαπάτηση. Γιατί δεν πιστεύω ότι με το να ψηφίζει τους αφέντες του ο λαός κάθε τέσσερα χρόνια σημαίνει ότι έχει την ελευθερία του. Τους ψηφίζει, αλλά όταν δεν κάνουν αυτά που λένε, δε μπορεί να τους βγάλει απ’ την πλάτη του.

Στην αρχαία Αθήνα δε γινόταν αυτό. Στην αρχαία Αθήνα, ο οποιοσδήποτε μπορούσε να μιλήσει στην εκκλησία του δήμου. Οποιοσδήποτε έλεγε τη γνώμη του, όσο ταπεινή θέση κι αν είχε. Και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ανακληθεί οποιοσδήποτε κατείχε ένα αξίωμα.

Αλλά η δημοκρατία έχει επίσης αποδείξει ότι, όπου δε φτάνει η εξαπάτηση και ο διανοητικός έλεγχος των πολιτών, δεν έχει κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσει και την αστυνομοκρατία και την αστυνομική βία και να σκοτώσει και να βασανίσει και να τρομοκρατήσει.

Εντέλει, δε δικάζομαι επειδή έβαλα μια βόμβα, ούτε γιατί κατείχα τρία όπλα και δέκα κιλά δυναμίτη. Στο κάτω-κάτω, ο στρατός και η αστυνομία έχουν πολύ περισσότερα όπλα από εμένα και τα χρησιμοποιούν. Δε συγκρίνεται το ένα με το άλλο.

Δεν έχω να πω τίποτε άλλο. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι σε όποια ποινή κι αν με καταδικάσετε, που θα με καταδικάσετε, δεν πρόκειται να μετανιώσω για τίποτα. Θα παραμείνω αυτό που είμαι. Μπορώ να πω μάλιστα ότι η φυλακή είναι πάντα για τον επαναστάτη ένα σχολείο. Δοκιμάζεται η ψυχική του αντοχή, οι ιδέες του. Κι άμα ξεπεράσει αυτή τη δοκιμασία, γίνεται δυνατότερος και πιστεύει πιο πολύ σε αυτά για τα οποία βρέθηκε στη φυλακή. Δεν έχω να πω τίποτα παραπέρα.

*

Πρόεδρος: Να μην είναι οι κάμερες στραμμένες προς την έδρα!

Εισαγγελέας: Στην αρχή της απολογίας σας είπατε ότι τα όπλα τα είχατε για πόλεμο. Δε βλέπετε κάποια αντίφαση όταν λέτε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές;

Ξεκαθάρισα ότι καμία δραστηριότητά μου δε στρέφεται εναντίον πολιτών. Το ξεκαθάρισα αυτό. Ποια είναι η αντίφαση που μου λέτε;

Εισαγγελέας: Εσείς είπατε ότι τα όπλα είναι για πόλεμο.

Ναι. Όχι για πολίτες όμως. Για τους ταξικούς μου εχθρούς. Ξεκαθάρισα για μένα ποιά είναι τα ερίφια και ποιά είναι τα πρόβατα.

Κοιτάξτε, εγώ δεν είπα ποτέ ότι είμαι ανθρωπιστής έτσι γενικά και αόριστα. Ούτε και φιλάνθρωπος, γιατί είναι ξεφτιλισμένες έννοιες αυτές. Σε ό,τι έχω γράψει -αν έχετε διαβάσει- και σε ό,τι έχω πει, έχω ξεκαθαρίσει ποιοι είναι οι φίλοι μου και ποιοι είναι οι εχθροί μου. Όχι προσωπικά, αλλά σε κοινωνικό επίπεδο. Ποιοι είναι οι κοινωνικοί και ταξικοί φίλοι μου και ποιοι είναι οι κοινωνικοί και ταξικοί εχθροί μου. Και στο κείμενο της ανάληψης ευθύνης, αλλά και στην απολογία μου, είπα ότι άλλο είναι η κοινωνία και άλλο το Κράτος.

Θα συνεχίσω, για να γίνω πιο σαφής και στους ενόρκους. Απ’ τη μια έβαλα το Κράτος, τους κρατικούς αξιωματούχους, την αστυνομία, το στρατό, τα σώματα ασφαλείας, τους καπιταλιστές, κι απ’ την άλλη έβαλα τους υπόλοιπους: τους εργαζόμενους, τους αγρότες, τους μαθητές, όλη την κοινωνία, την πλειοψηφία δηλαδή του λαού, τους καταπιεσμένους.

Εισαγγελέας: Μιλήσατε για δικαιοσύνη εντός εισαγωγικών. Τι παράπονο έχετε εσείς από τη δικαιοσύνη;

Είμαι δεκαοχτώ μήνες φυλακή. Εγώ προσωπικά έχω κάνει δεκαοχτώ μήνες στη φυλακή και άλλους εφτά σε στρατιωτικές φυλακές. Απλά και κοντινά παραδείγματα. Τι άλλο θέλετε; Για μένα προσωπικά, δε μιλάτε;

Οι νόμοι αυτοί είναι για να συμφέρουν εσάς. Απ’ αυτούς βγάζετε το ψωμί σας. Η δουλειά σας είναι να φυλακίζετε πολίτες. Και αντιπαρέβαλα το επιχείρημα ότι αστυνομικοί έχουν σκοτώσει, αλλά δεν έχουν μπει φυλακή. Αντιπαρέβαλα το επιχείρημα, τι δουλειά είναι αυτή η δικαιοσύνη που λέτε. Ότι υπάρχουν τελικά δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν είναι θέμα τι γράφει ο νόμος και ο ποινικός κώδικας, αλλά τι γίνεται στην πράξη. Όπως και στο θέμα της τρομοκρατίας.

Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ θεωρούν το ΡΚΚ τρομοκρατική οργάνωση, ενώ τον UCK όχι. Και ενώ στην αρχή τον θεωρούσαν τρομοκρατική οργάνωση, μετά δεν τον θεωρούσαν, γιατί τους βόλευε στα σχέδιά τους. Έτσι; Οι ΗΠΑ δε θεωρούσαν τους Κόντρας τρομοκράτες, όταν πήγαιναν να μπουν στη Νικαράγουα, αλλά θεωρούσαν τρομοκράτες όλα τα αριστερά επαναστατικά κινήματα και αντάρτικα.

Εισαγγελέας : Θέλω να αναφερθώ τώρα και στον κίνδυνο που λέτε. Δεν ξέρατε ότι μπορούσε να δημιουργήσει κίνδυνο η βόμβα;

Αν ήξερα ότι θα δημιουργούσε κίνδυνο; Ήξερα ότι ΔΕΝ θα δημιουργούσε. Ακριβώς αυτή είναι η στερεότυπη διαδικασία, το να παίρνεις τηλέφωνο προειδοποιητικά στην εφημερίδα κι αυτή μετά να ειδοποιεί την αστυνομία και να αποκλείεται η περιοχή. Εφόσον αποκλείστηκε η περιοχή και εφόσον οι κύριοι πυροτεχνουργοί είπαν ότι στα 200 μέτρα ήταν ασφαλής ο αποκλεισμός, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές. Για υλικές ζημιές, σας έχω πει…

*

Θέλω να συμπληρώσω γενικά, αυτό που έλεγα και στον εισαγγελέα πριν, για την τρομοκρατία σε διεθνές επίπεδο. Ότι στην πραγματικότητα παγκόσμιος χωροφύλακας και τρομοκράτης είναι οι ΗΠΑ, αυτή τη στιγμή, ως η μοναδική υπερδύναμη. Ουσιαστικά δηλαδή, είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο. Και σύμφωνα με την αντίληψη τη δική μας, ως αναρχικοί, το Κράτος, τα κράτη και όλες οι κυβερνήσεις είναι αντικοινωνικοί, τρομοκρατικοί μηχανισμοί, εφόσον έχουν οργανωμένους στρατούς, αστυνομίες, βασανιστές μισθοφόρους.

Και θέλω να συμπληρώσω αυτό που έλεγα πάνω στα δύο μέτρα και σταθμά. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ εξοπλίζουν, χρηματοδοτούν ή υποκινούν όλα τα δικτατορικά καθεστώτα σε όλο τον κόσμο. Και στην Ελλάδα επίσης. Στη Λατινική Αμερική, τη Χιλή, την Αργεντινή, τη Βολιβία, το Περού… Αυτό είναι Τρομοκρατία. Τρομοκρατία είναι να εξοπλίζεις δικτάτορες, να εξοπλίζεις τα τάγματα θανάτου στην Αργεντινή ή τη Βολιβία για να σκοτώνουν αριστερούς, πολίτες, επαναστάτες. Αυτοί που εξοπλίζουν τάγματα θανάτου για να βασανίζουν, αυτοί είναι τρομοκράτες. Τρομοκρατία είναι όταν βομβαρδίζουν τη Γιουγκοσλαβία επί δεκάδες ημέρες και σκοτώνουν πολίτες.

Συγνώμη, κύριε εισαγγελέα, αλλά οι ΗΠΑ λένε ποιος είναι τρομοκράτης και ποιος δεν είναι. Αυτές βγάζουν επίσημες οδηγίες από το State Department και κάνουν παραινέσεις στην Ελλάδα για το ποιος είναι τρομοκράτης. Αυτό τον καιρό πιέζουν το ελληνικό κράτος να φτιάξει αντιτρομοκρατικό νόμο, να φτιάξει ένα μοντέλο νόμου που να ποινικοποιεί τους αγωνιστές, να φτιάξει νόμους πιο δρακόντειους απ’ αυτούς που υπάρχουν. Ακόμα και η σύλληψη του Οτσαλάν και η καταδίκη του αυτό δείχνει. Αυτά είναι Τρομοκρατία.

Τρομοκράτες δεν είναι οι επαναστάτες, ούτε οι αγωνιστές. Τρομοκράτες είναι τα ίδια τα κράτη. Και με αυτή την κατηγορία, με αυτό το στιγματισμό, όλα τα κράτη και όλες οι κυβερνήσεις προσπαθούν να εγκληματοποιήσουν στο εσωτερικό των χωρών τους τούς κοινωνικούς επαναστάτες και τους αγωνιστές. Τον εσωτερικό κοινωνικό εχθρό. Στην ουσία και εμένα το Κράτος, η δικαιοσύνη και η αστυνομία σαν τέτοιο εχθρό με βλέπουν. Σαν εσωτερικό κοινωνικό εχθρό. Με βάση το διαχωρισμό που έκανα προηγουμένως. Έτσι το βλέπει και το κράτος. Ότι εγώ είμαι εσωτερικός εχθρός του. Αυτό διακυβεύεται σε αυτή τη δίκη.

Εισαγγελέας: Τι έχεις να αντιπαραθέσεις σε αυτό που υπάρχει;

Την κοινωνική επανάσταση. Με όποιο μέσο κι αν χρειαστεί.

Έχει αποδειχτεί γενικότερα, επειδή κατέχω και την ελληνική και τη διεθνή κοινωνική και πολιτική ιστορία, ότι ποτέ δεν έγιναν αλλαγές, ποτέ δεν πήγε η ανθρωπότητα προς την πρόοδο -πρόοδο όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ- ούτε με παρακάλια, ούτε με προσευχές, ούτε με τα λόγια μόνο.

Είχα πει μάλιστα και στο κείμενο ανάληψης της ευθύνης που είχε δημοσιευτεί στην “Ελευθεροτυπία”, τότε που είπα ότι εγώ έβαλα τη βόμβα, ότι η κοινωνική αυτή ελίτ, οι μανδαρίνοι του κεφαλαίου, οι γραφειοκράτες, όλοι αυτοί οι άχρηστοι και παρασιτικοί -οι οποίοι πρέπει να εξαφανιστούν από το προσκήνιο της ιστορίας-, ποτέ δεν πρόκειται να παραιτηθούν από τα προνόμιά τους με το διάλογο και με την πειθώ. Εγώ δε θέλω να κάνω διάλογο, γιατί δεν γίνεται διάλογος με τέτοιους…

Ήθελα να προσθέσω κάτι. Επειδή πάλι έχω διαβάσει αρκετά, στα Ιουλιανά του ’65, είχε βγει ένας συντηρητικός βουλευτής της ΕΡΕ και είχε πει γι αυτούς που βγήκαν στο δρόμο και τα έσπασαν, τότε που σκοτώθηκε ο Πέτρουλας, ότι “δημοκρατία δεν είναι η ερυθρά αλητεία, είμαστε εμείς, που είμαστε στο κοινοβούλιο”, δηλαδή οι βουλευτές που τα παίρνουνε και χοντρά.

Εγώ θα το αντιγυρίσω αυτό. Λαϊκή κυριαρχία, κύριοι δικαστές, είναι όταν πέφτουν μολότοφ, πέτρες στην αστυνομία, όταν καίγονται κρατικά αμάξια, τράπεζες, εμπορικά κέντρα με τα πολυτελή καταστήματα… Έτσι αντιδράει ο λαός. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι έτσι αντιδράει ο λαός.

Αυτή είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όταν ο Μαζιώτης πάει και βάζει βόμβα στο υπουργείο Βιομηχανίας και Ανάπτυξης για αλληλεγγύη στον αγώνα των κατοίκων του Στρυμονικού. Αυτή είναι η πραγματική λαϊκή κυριαρχία και όχι αυτό που λέει το Σύνταγμα….

*

Ξέχασα να μνημονεύσω κάποιους αγωνιστές που έχουν δολοφονηθεί.

Είναι ο Χριστόφορος Μαρίνος που δολοφονήθηκε στο λιμάνι του Πειραιά, μέσα στο πλοίο Πήγασος, τον Ιούλη του 1996.

Ο Μιχάλης Πρέκας που δολοφονήθηκε από ΕΚΑΜίτες τον Οκτώβριο του 1987 στην Καλογρέζα.

Και ο Τσιρώνης που δολοφονήθηκε στη Ν. Σμύρνη το 1978.

*

Επίσης, θέλω να προσθέσω κάτι πάνω σε αυτό που είπε ο κύριος εισαγγελέας χθες στην αγόρευσή του, για το θέμα του ανθρωπισμού.

Θα αναφέρω ένα περιστατικό που έγινε στο εξωτερικό, για να αποδειχθεί τελικά ποιοι είναι ανθρωπιστές και ποιοι όχι, ποιοι είναι στην πραγματικότητα εγκληματίες.

Οι αντάρτες Τουπάκ Αμάρου είχαν μπει στην ιαπωνική πρεσβεία στο Περού, το Δεκέμβρη του 1996. Είχαν πιάσει περισσότερους από εκατό ομήρους, όχι απλούς πολίτες. Είχαν πιάσει πρέσβεις και διπλωμάτες πολλών κρατών, Ιάπωνες επιχειρηματίες και αξιωματούχους του περουβιανού καθεστώτος -που κάθε άλλο παρά δημοκρατικό είναι. Ζητούσαν την απελευθέρωση των συναγωνιστών τους, του αρχηγού της οργάνωσης και άλλων συντρόφων τους οι οποίοι βρίσκονται φυλακισμένοι σε υπόγεια κελιά.

Όχι μόνο δεν πείραξαν κανέναν, αλλά τους απελευθέρωσαν σχεδόν όλους -για να πούμε ποιοι είναι πραγματικά οι ανθρωπιστές. Αντίθετα, οι περουβιανές ειδικές δυνάμεις, μετά από ατέρμονες ψυχοφθόρες διαπραγματεύσεις, μπήκαν μέσα στην πρεσβεία και τους εκτέλεσαν όλους εν ψυχρώ. Για να ξέρουμε, δηλαδή, ποιοι είναι οι εγκληματίες και ποιοι οι ανθρωπιστές -εντός εισαγωγικών, γιατί δε μου αρέσει αυτός ο όρος και γι αυτό δεν τον πολυχρησιμοποιώ.

Θέλω επίσης να αναφέρω κάποια γεγονότα που έγιναν εδώ, στην Ελλάδα. Θέλω να πω για τον Χάρη Τεμπερεκίδη, ο οποίος δεν ήταν πολιτικός αγωνιστής, αλλά για μένα ήταν ένας ποινικός εξεγερμένος. Κρατήθηκε για χρόνια στις φυλακές. Πέθανε κι αυτός με το όπλο στο χέρι, κατά την καταδίωξη που ακολούθησε τη ληστεία της Αγροτικής Τράπεζας στην Κλειτορία Αχαϊας. Παρ’ όλο που έπεσε ζωντανός στα χέρια της αστυνομίας, δεν κατέδωσε κανέναν. Είχε συμμετάσχει σε εξεγέρσεις, όπως αυτή που έγινε το 1987 στις φυλακές της Κέρκυρας για την κατάργηση αυτού του κολαστηρίου.

Και μια άλλη περίπτωση -για να πούμε πάλι περί εγκλημάτων-, αυτή του Σορίν Ματέι. Όταν ο Ματέι είχε πιάσει όμηρο αστυνομικό, η αστυνομία δεν έκανε καμιά κίνηση για να τον συλλάβει. Τον άφησε ελεύθερο. Όταν ο Ματέι έπιασε για ομήρους πολίτες, η αστυνομία έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια τους πολίτες. Και για να τονώσει το κύρος της, εισέβαλε στο σπίτι που είχε καταφύγει ο Ματέι, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί μια κοπέλα. Στην πραγματικότητα, οι εγκληματίες ήταν κυρίως οι ίδιοι οι αστυνομικοί και τα ΕΚΑΜ, παρά ο Σορίν Ματέι. Όπως εγκληματίας ήταν και ο διευθυντής του νοσοκομείου της Νίκαιας, ο Αλεξίου, ο οποίος διέταξε να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο του Αγίου Παύλου όπου πέθανε είτε από τα χτυπήματα των αστυνομικών είτε από τα φάρμακα.

Αυτά για το ποιος είναι εγκληματίας…

7 Ιουλίου 1999

Categories
Uncategorized

Για τη βιοτεχνολογία – Αναρχικός πυρήνας Χαλκίδας

Η ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΦΟΡΕΑΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΙ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

Ως μια σύγχρονη τεχνολογία εξουσίας αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια με ταχείς ρυθμούς η βιοτεχνολογία. Αποτελώντας μέρος των αποκαλούμενων τεχνολογιών εξουσίας και συνδεόμενη άμεσα με τους τομείς επιτήρησης κι ελέγχου προσθέτει ακόμα ένα είδος καταστολής, την βιο-καταστολή. Αυτό πραγματοποιείται μέσω της διατροφής και συγκεκριμένα μέσω των μεταλλαγμένων τροφίμων, όπου εταιρείες όπως οι Syngenta, Aventis, Monsanto, επιδιώκουν να ελέγξουν παραγωγούς και καταναλωτές αποκτώντας τον πλήρη έλεγχο της αγοράς τροφίμων. Επιπλέον προσπαθούν να πείσουν ότι με την καλλιέργεια Γ.Τ.Ο. (Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών) αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά το ζήτημα της πείνας (κι εμείς νομίζαμε ότι για την πείνα έφταιγε η απληστία των λίγων, οι πόλεμοι, η αφαίμαξη πρώτων υλών κι αγαθών και τόσα άλλα). Αρωγοί τους, φυσικά, σε αυτή την προσπάθεια είναι βεβαίως και τα κράτη επιτρέποντας οι αποστολές τροφίμων υπό τον μανδύα της «ανθρωπιστικής βοήθειας» να γίνονται με την χρήση Γ.Τ.Ο.. Οι πεινασμένοι αποτελούν – γι ακόμη μια φορά � τα σύγχρονα πειραματόζωα των δοκιμών τους. ’λλωστε όταν πριν από λίγο καιρό η Ζάμπια αρνήθηκε την εισαγωγή Γ.Τ.Ο. της επιβλήθηκε ως κύρωση η μη αποστολή βοήθειας. Όμως, η κυριότερη μορφή αιχμαλωσίας κι εξάρτησης των αγροτών από τις εταιρείες βρίσκεται στην διανομή των σπόρων. Ανατρέποντας την αποκτημένη εμπειρία αιώνων του ανθρώπου που του επιτρέπει να αναπτύσσει κατάλληλους για το φυσικό περιβάλλον σπόρους (π.χ. σπόροι που επιβιώνουν στη ξηρασία), οι εταιρείες βιοτεχνολογίας απαγορεύουν στον καλλιεργητή να κρατά σπόρους για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο ή να δίνει σπόρους σε τρίτους υποχρεώνοντάς τον να αγοράζει σπόρους κάθε φορά. Σαν ένας σύγχρονος μεταλλαγμένος μπάτσος μπορεί να εισβάλει και να ψάχνει στους χώρους του καλλιεργητή για να βεβαιωθεί ότι δεν έχει κρατήσει σπόρους ενώ ταυτόχρονα δεν επιτρέπει την χρήση φυτοφαρμάκων άλλης εταιρείας (σε πολλές περιπτώσεις οι Γ.Τ.Ο μιας εταιρίας είναι έτσι φτιαγμένοι ώστε να δέχονται χημικά μόνο της εταιρίας που τα δημιούργησε). Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι, με τον έναν ή άλλο τρόπο, οι σπόροι είναι μονής καλλιεργητικής διάρκειας και μόνο. Παράλληλα, επίθεση δέχονται και ομάδες πληθυσμού με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα οι ιθαγενείς της Βραζιλίας, όπου η άγνωστη σε αυτούς � ως έννοια � ατομική ιδιοκτησία προσπερνιέται κι επιβάλλονται οι «νόμοι για τα πνευματικά δικαιώματα που σχετίζονται με το εμπόριο» – TRIPS. Με τα trips εταιρείες κατοχυρώνουν την ιδιοκτησία και πατεντάρουν φυτικές ποικιλίες, φυλές ζώων, γονίδια, βακτήρια κλπ. Για παράδειγμα στη Βραζιλία δύο μεγάλες εταιρείες έχουν πατεντάρει 55.000 φυτικά είδη της χώρας, ενώ μια άλλη έχει πάρει ευρεσιτεχνία για ένα πανάρχαιο δένδρο στην Ινδία. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι αγρότες είναι υποχρεωμένοι να αγοράσουν σπόρους από την εταιρεία αν θέλουν να συνεχίσουν να καλλιεργούν. Η εξάρτηση, δηλαδή, του καλλιεργητή από τις εταιρείες είναι απόλυτη κι ολοκληρωτική δημιουργώντας ασφυκτικές συνθήκες επιβίωσης. Στον ελλαδικό χώρο, τώρα, οι κριτικές που ακούγονται συνήθως περιορίζονται στο πόσο βλαβεροί είναι οι Γ.Τ.Ο. για την υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον, ενώ αναφέρονται ελάχιστα στις συνθήκες επιβολής κι αιχμαλωσίας που διαμορφώνουν οι εταιρείες με την σύμπραξη του κράτους.

Γεγονός είναι ότι στο όνομα της «προόδου» και της «καταπολέμησης της πείνας» προσπαθούν να ελέγξουν απόλυτα τις διατροφικές συνήθειες κι επιλογές μέσω της επιβολής μεγαλύτερου ελέγχου και δημιουργώντας εξάρτηση στους καλλιεργητές. Αιτήματα του στιλ «υποχρεωτική σήμανση στα μεταλλαγμένα τρόφιμα» και οι θεαματικές τηλε-παρεμβάσεις αναδεικνύουν μόνο ένα μερικό � και πολλές φορές ανώδυνο – ζήτημα του προβλήματος. Απέναντι σε αυτή την κοινή στάση εταιρειών και κράτους η αντίσταση προέχει να έχει χαρακτηριστικά ολικής αντιπαράθεσης με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και το πλέγμα σχέσεων που τους περιβάλλει.

Στην κατεύθυνση αυτή κινούνται διάφορες ομάδες όπως το ELF στις ΗΠΑ ή οι Rezende Hazen στην Ολλανδία, πραγματοποιώντας δυναμικές ενέργειες � σαμποτάζ � όπως κάψιμο καλλιεργημένων με Γ.Τ.Ο. εκτάσεων, καταστροφή μεταλλαγμένων προϊόντων κ.α., αντιστεκόμενοι έμπρακτα στην εξουσιαστική/καπιταλιστική φαυλότητα. Εμμονές σε αποσπασματικά αιτήματα (π.χ. σήμανση προϊόντων Γ.Τ.Ο.), χωρίς το πρόταγμα της κοινωνικής απελευθέρωσης μπορούν, ίσως, να κερδίσουν μάχες αλλά όχι τον πόλεμο.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Πηγές:

Περιοδικό ξ5

Η άλλη Αμερική, εκδόσεις Νησίδες

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Διαδρομή Ελευθερίας (Αριθμός φύλλου 26 – Ιούνιος 2004)απ’ όπου και αναπαράχθηκε εδώ.

//

<img src=”http://visit.geocities.yahoo.com/visit.gif?us1251030618″ mce_src=”http://visit.geocities.yahoo.com/visit.gif?us1251030618″ alt=”setstats” border=”0″ width=”1″ height=”1″>1