Search Results for: καρναβάλι

To καρναβάλι, μια αναρχική γιορτή – Ex Negativo

[κείμενο δημοσιευμένο στο δεύτερο τεύχος της “ασύμμετρης απειλής”]

κάπου στην Ελλάδα

«Το γέλιο είναι μια αντίδραση ενάντια στην αυστηρότητα. Γελούσαμε και κοροϊδεύαμε τα πάντα. Κοροϊδεύαμε τους εαυτούς μας, όπως κοροϊδεύαμε τους καλοχορτασμένους και τους ψευτοειρηνοποιούς. Παίρναμε το γέλιο μας στα σοβαρά. Το γέλιο ήταν η μόνη εγγύηση της σοβαρότητας με την οποία, στο ταξίδι μας προς την ανακάλυψη του εαυτού μας, εξασκούσαμε την αντιτέχνη» – Hans Richter

1

Το καρναβάλι την εποχή της φεουδαρχικής Δύσης, είχε ανατρεπτικό χαρακτήρα. Η μεγάλη του ακμή συμπέφτει με την ανάπτυξη των πόλεων, της αυτονομίας τους και της νεοσχηματισμένης αστικής τάξης, η οποία το χρησιμοποιεί στον πολιτιστικό της αγώνα εναντίον της φεουδαρχικής και εκκλησιαστικής ιδεολογίας. Το καρναβάλι είναι για την αστική τάξη ότι η επιστήμη, το θέατρο, ο τύπος: όπλα ενάντια στη φεουδαρχία. Με την εγκαθίδρυσή της, τα τρία τελευταία γίνονται εργαλεία για την διατήρηση της θέσης της και της αύξησης της δύναμής της, ενώ το καρναβάλι, απλά απονευρώνεται και χάνει την επαναστατικότητα και τη λαϊκότητά του. Ο κόσμος που συμμετέχει σ’ αυτό, πλέον είναι διαχωρισμένος από την οργάνωσή του, την οποία αναλαμβάνουν κρατικοί φορείς. Το μόνο που μένει ίδιο είναι η μεταμφίεση και η μέθη. Η επαναστατικότητα του καρναβαλιού, όμως, τελικά δεν εξαφανίστηκε. Δραπέτευσε και μεταμορφώθηκε! Αποκομμένη πια απ’ το καρναβάλι, η καρναβαλική επαναστατικότητα, μπόλιασε στις οδομαχίες και βρήκε έδαφος να επιβιώσει και να αναπτυχθεί.

2

Η ανανέωση της ζωής που γιορτάζεται στα καρναβάλια της υπαίθρου, δίνει τη θέση της στη γιορτή της επανοικειοποίησης της στις οδομαχίες. Το ανάμα της φωτιάς και το κάψιμο του ανδρείκελου, αντικαθίσταται από τον εμπρησμό εχθρικών προς τη ζωή στόχων. Οι αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, τα σκατολογικά τραγούδια και η αθυροστομία, αντικαθίστανται απ’ τις φαλλοκεντρικές χειρονομίες (την επίδειξη των γενετικών οργάνων προς τα όργανα της τάξης), τα σκατολογικά συνθήματα και την αθυροστομία. Η μεταμφίεση αντικαθίσταται με το «κουκούλωμα». Το κράτημα της μαγκούρας για ξυλοφόρτωμα, από το κράτημα του ροπάλου ή του λοστού για ξυλοφόρτωμα, σπάσιμο κλπ Η εκτόξευση αντικειμένων, απ’ την εκτόξευση πετρών. Ο θόρυβος των κουδουνιών από το θόρυβο της σπασμένης μολότοφ. Η κριτική και η αμφισβήτηση της εξουσίας στο καρναβάλι, αντικαθίσταται από την ευθεία επίθεση σ’ αυτήν.

Για τη λογική του καρναβαλιού, όπως και για τη λογική των οδομαχιών, καμιά αξία δεν είναι ιερή και ακλόνητη. Κανένα γεγονός δε θεωρείται αρκετά τραγικό, ιερό ή επίσημο για να μην μπορεί να γίνει αντικείμενο γελοιοποίησης και χλεύης. Και στις δύο περιπτώσεις ισχύει το «τίποτα δεν είναι ιερό, τα πάντα επιτρέπονται».
Το καρναβάλι, όπως και οι οδομαχίες, είναι πρόσκαιρη διακοπή του επίσημου συστήματος των απαγορεύσεων και των ιεραρχικών φραγμών. Είναι ένας ανάποδος κόσμος που κρατάει κάποιες μέρες, στην περίπτωση του καρναβαλιού, και κάποιες ώρες ή λεπτά, στην περίπτωση των οδομαχιών.

3

Το καρναβάλι, εκτός από «ανάποδος κόσμος», είναι κι ένας κόσμος που τα αντίθετα ενώνονται, όπως η ζωή κι ο θάνατος, τα γηρατειά κι η νιότη, το “πάνω” και το “κάτω”, η γυναίκα και ο άνδρας. Γεγονός που αποκρυσταλλώνεται σε διάφορες φιγούρες του καρναβαλιού, όπως οι αρλεκίνοι, που είναι μισοί άντρες και μισοί γυναίκες ή ο μασκαράς του σλοβένικου καρναβαλιού, που είναι γριά και νέος ταυτόχρονα. Οι οδομαχίες, επίσης, χαρακτηρίζονται από την ένωση των αντιθέτων: της κατάφασης και της άρνησης, της θέσης και της αντίθεσης, της άμυνας και της επίθεσης, της αγάπης για την ελευθερία και του κινδύνου για ακόμα μεγαλύτερο περιορισμό της.

Ex Negativo
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 2007

[http://exnegativo.blogspot.com]


Η δύναμη της επαναστατικής βίας του R. Mineiro (για τις ταραχές στη Βραζιλία, 18/6/2013)

Μετάφραση του κειμένου Η δύναμη της επαναστατικής βίας του R. Mineiro [πηγή: a nova democracia μέσω: auba vermelha, μέσω jura libertaire] για τις ταραχές που ξέσπασαν στη Βραζιλία με αφορμή την αύξηση των τιμών των εισιτηρίων των μέσων συγκοινωνίας σε Σάο Πάολο και Ρίο ντε Τζανέιρο. Η αύξηση του κόστους ζωής (φόροι, ιδιωτικοποίηση των “δημοσίων αγαθών/υπηρεσιών”-“διαφθορά”, “ανταγωνιστικοί” μισθοί πείνας) που συμβαδίζει με την οικονομική ανάπτυξη, την κερδοφορία και τη συγκέντρωση του τεράστιου πλούτου της χώρας σε ολοένα και λιγότερα χέρια, την καθιστά φυσικά ολοένα και περισσότερο αβίωτη για τους φτωχότερους και όσους ξεπέφτουν, για τους οποίους δεν μένει παρά το συνεχές στρίμωγμα απ’ την αστυνομία. Η κοινή αίσθηση της απουσίας μέλλοντος στην νεότερη γενιά, δεν μπορεί πια να καλύπτεται απ’ τον πληθωρισμό θεαμάτων ποδοσφαιρικού, καρναβαλικού ή θρησκευτικού τύπου, απαιτεί την ίδια τη ζωή.

εξεγερμένοι καίνε τη σημαία του Εργατικού Κόμματος, Σάο Πάολο, 20/6/2013

Μπορούμε να δούμε, στους δρόμους, την μεγαλύτερη συνεισφορά του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών. Ευχαριστούμε Fifa.

Οι υπουργοί και τα μονοπώλια της ενημέρωσης, σαστισμένοι, ομολογούν την πλήρη αδυναμία τους να κατανοήσουν την τρέχουσα εξέγερση. Απομονωμένοι στους τεχνητούς παραδείσους τους, παρακολουθούν με τρόμο τα όσα διαδραματίζονται στη χώρα. Είναι εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια, που περιμέναμε να συμβεί κάτι τέτοιο. Η μέρα έφτασε, “κάθε νύχτα, δίνει τη θέση της στην αυγή, και το σκοτάδι στις ακτίνες του ήλιου”. “Η Βραζιλία ξύπνησε”, αυτές τις λέξεις βρίσκουμε σε πανώ σε κάθε διαδήλωση. Ξύπνησε για να αρχίσει να ονειρεύεται.

Στο τέλος αυτής της ιστορικής νύχτας, οι προνομιούχοι είναι εκείνοι που δεν μπορούν πια να κοιμηθούν. Η επαγρύπνηση των επιτιθέμενων γίνεται πια πολύ πιο γοητευτική από τους υπερασπιστές των παλιών οχυρών.

Οι κυρίαρχες και αντιδραστικές τάξεις, εκθέτουν στην μέση του δρόμου τη στρατηγική τους για να διαλύσουν το κίνημα. Την περασμένη εβδομάδα τους είδαμε να επιτίθενται μέσα απ’ τα φερέφωνά τους. Ο Arnaldo Jabor μας είπε ότι αυτή η νεολαία δε θέλει τίποτα, ο Luiz Datena μας περιέγραψε ως βάνδαλους και ταραχοποιούς. Έγινε σαφές ότι η καταστολή δεν κατάφερε παρά να δυναμώσει την εξέγερση, κι έτσι η συζήτηση άλλαξε. Χθες, ο Jabor έκανε λόγο για μια νέα γενιά που έχει ιδανικά. Ο Datena μίλησε στο CQC [1], για το ότι παρότι ασχολείται με την αστυνομική δημοσιογραφία, η ειδικότητά του είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τί αλλαγή μέσα σε μια βδομάδα! Τώρα, οι “ειδικοί σε θέμα ασφαλείας” προάγονται σε ειδικούς επί των διαδηλώσεων. Έχουμε εξοικειωθεί με το να βλέπουμε εκπομπές πάνω στο πώς πρέπει να φερόμαστε μπροστά σε μια κριτική επιτροπή, ή πώς να μας προσλάβουν σε μια επαγγελματική καριέρα. Αλλά τώρα η καινοτομία είναι να βλέπουμε τους δημοσιογράφους των ίδιων μέσων να μας δίνουν μαθήματα για το πώς πρέπει να διαδηλώνουμε, και τί να κάνουμε ή να μήν κάνουμε στις πορείες μας.

Οι ίδιοι τύποι που φιλοδοξούν να μας δώσουν μαθήματα, παίρνουν σήμερα μαθήματα από μας. Και το μάθημα επαναλαμβάνεται βαρετά, ασταμάτητα, σε όλα τα ΜΜΕ: “οι διαδηλωτές οφείλουν να είναι ειρηνικοί”, “είναι όμορφο να βλέπει κανείς τους νέους ντυμένους στα λευκά”, “η πλειοψηφία των νέων θέλει να διαδηλώσει ειρηνικά, αλλά μόνο μια μικρή ομάδα ακραίων πέταξε πέτρες ενάντια στους αστυνομικούς”.

Οι ειρηνευτικές συνομιλίες, κύριοι, ήρθαν πολύ αργά. Γιατί εσείς και οι δημοσιογράφοι των μέσων σας δεν ενθαρρύνατε τα ΜΑΤ να διαμαρτυρηθούν φορώντας λευκά αντί να καταστρέφουν τις φαβέλλες για χάρη της διεξαγωγής του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Ρίο ντε Τζανέιρο; Γιατί δε στείλατε την κρατική ασφάλεια του Rousseff να δώσει λουλούδια στους εξεγερμένους εργάτες του Jirau; Και γιατί η ομοσπονδιακή αστυνομία δεν αντέδρασε μ’έναν ειρηνικό και πολιτισμένο τρόπο αντί να δολοφονεί τους Ινδιάνους Terena του Mato Grosso do Sul;

“Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού, και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν;”

Η φιλειρηνική φλυαρία του Datena είναι θεατρική. Μην τους πάρετε στα σοβαρά, γιατί οι κύριοι και οι κυρίες θα είναι οι ίδιοι που θα ζητήσουν τα κεφάλια των πιο ριζοσπαστών διαδηλωτών ως παραδειγματική τιμωρία. Η εργατική τάξη γνωρίζει την αιμοδιψία της αντίδρασης των αστών. Στην Κομμούνα του Παρισιού, οι επαναστάτες πλήρωσαν ακριβά το τίμημα του να μη τσακίσουν την ηττημένη άρχουσα τάξη. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν όταν η μπουρζουαζία ξαναπήρε στα χέρια της τη γαλλική πρωτεύουσα.

Η ρητορική που υψώνεται ως απάντηση, υπερασπιζόμενη τις διαδηλώσεις μας ως ειρηνικές διατρέχει τον κίνδυνο να αποστειρώσει την εξέγερσή μας. Φτάνουν να ισχυριστούν πως “οι ειρηνικές διαδηλώσεις είναι ένα χαστούκι στο πρόσωπο των πολιτικών, γιατί έτσι δεν μπορούν να βρουν καμμιά δικαιολογία για να μας καταστείλουν”. Οι κύριοι αυτοί όμως δεν έχουν ανάγκη καμμιά διαδήλωση για να μας καταστείλουν, αρκεί να είναι κανείς φτωχός, μαύρος, απ’ τις φαβέλλες, για να νιώθει στο πετσί του καθημερινά τις απειλές και τη βία της αστυνομίας του παλιού καθεστώτος.

Να λέμε ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις είναι “πιο αποτελεσματικές” είναι απλά μαλακίες. Το να βγούμε απλά στους δρόμους δεν είναι αρκετό. Πάρτε για παράδειγμα τις διαδηλώσεις των “Diretas Já” το 1984. Εκατομμύρια άνθρωποι κατέβηκαν στον δρόμο, στο τέλος του στρατιωτικού καθεστώτος, για να διεκδικήσουν άμεσα προεδρικές εκλογές. Όλες οι συναθροίσεις διαπνέονταν από το ίδιο ειρηνικό και συντεταγμένο πνεύμα. Ένα χαστούκι στο πρόσωπο της δικτατορίας, είπαν φυσικά οι ειδικοί των διαδηλώσεων. Το αποτέλεσμα; Μια ήττα για τον λαό. Παρά τα πλήθη στους δρόμους, η τροπολογία απορρίφθηκε απ’ το εθνικό κογκρέσσο και ο Tancredo Neves εξελέγη πρόεδρος μέσω μιας έμμεσης ψηφοφορίας ενός ειδικού εκλογικού σώματος.

“Η βία είναι η μαμή της ιστορίας”

Γιατί η εξέγερση είναι η βία του λαού. Γιατί “είναι δίκαιο να εξεγείρεσαι”. Και γιατί η βία όλων των διαδηλώσεων που απλώνονται στη χώρα δεν είναι τίποτα μπροστά στη βία του φασίστα βουλευτή Alckmin. Γιατί μπρος στην αντίδραση της νεολαίας, οι βιτρίνες έγιναν θρύψαλα, οι τράπεζες λεηλατήθηκαν, τα λεωφορεία πυρπολήθηκαν. Εμείς ζωγραφίσαμε την απόγνωση στο πρόσωπο του Collor και τον αναγκάσαμε να παραιτηθεί, ώστε να αναλάβει ο βοηθός του ώστε να μην αλλάξει τίποτα. Τώρα, οι έφηβοι καλύπτουν τα πρόσωπά τους και εισβάλλουν στη Βουλή του Ρίο και καταλαμβάνουν την οροφή του Κογκρέσσου.

Η ιστορία ξαναγράφεται στα γκραφίτι πάνω στα μνημεία του παρελθόντος. Στις κραυγές των νέων ινδιάνων που χορεύουν γύρω από ένα αυτοκίνητο που καίγεται. Είμαστε όλοι ινδιάνοι Guarani-Kaiowas, Terena, Tapebas, Munduruku [2]

Κι αυτό είναι μόνο η αρχή, το ξεκίνημα μιας νέας ιστορίας για την ελευθερία μας. Τι ευτυχία να ζούμε αυτήν τη στιγμή. Αλλά κάπου εδώ πρέπει να τελειώσω το γράμμα μου γιατί ο κόσμος έχει βγει στον δρόμο και η παρουσία μου είναι πολυτιμότερη εκεί.

“Το όνομά μου είναι εξέγερση, και είναι γραμμένo σε μια πέτρα”.

Σημειώσεις:

Αποσπάσματα εντός εισαγωγικών: Castro Alves, Bertold Brecht, Karl Marx, Mao Tsetung και Carlos Drummond.

[1] CQC: μια χιουμοριστική εκπομπή.

[2] αυτόχθονες λαοί της Βραζιλίας

Τελευταία Νέα: 

20-21 Ιούνη: “Ένα εκατομμύριο διαδηλωτές στους δρόμους” σε πάνω από εκατό πόλεις. Σάο Πάολο: εξεγερμένοι πυρπόλησαν ένα όχημα τηλεοπτικού σταθμού κι ένα γραφείο της αστυνομίας. Πανηγυρικά καταστράφηκε μνημείο που είχε εγερθεί για το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου. Λεηλατήθηκαν ορισμένα καταστήματα. Το προηγούμενο βράδυ έγινε απόπειρα κατάληψης του Δημαρχείου. Φήμες λένε ότι ο δήμαρχος διέφυγε με ελικόπτερο. Ανάλογα σκηνικά στο Ρίο με πάνω από τριακόσιες χιλιάδες κόσμο στον δρόμο. Τριάντα χιλιάδες στην πρωτεύουσα Μπραζίλια, επιτέθηκαν στο υπουργείο εξωτερικών. Στο Μπέλο Οριζόντε, καταστράφηκε ένα τεράστιο ρολόι που μετρούσε αντίστροφα προς την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Εξεγερμένοι επιτέθηκαν στο Δημαρχείο, ενώ λεηλατήθηκαν μερικά καταστήματα. Στο Σάο Πάολο, συνδικαλιστές του κυβερνόντος Εργατικού Κόμματος, προκάλεσαν τους διαδηλωτές “να πάνε στην Κούβα, ή στη Βενεζουέλα να τα κάνουν αυτά” ενώ Ο Jérôme Valcke, γενικός γραμματέας της Fifa έκανε τις ακόλουθες δηλώσεις: “Η δημοκρατία μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα εμπόδιο στη διοργάνωση μεγάλων διεθνών αθλητικών γεγονότων όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου […] Όταν έχουμε έναν ισχυρό άνδρα επικεφαλής ενός Κράτους που μπορεί να επιβάλει τις αποφάσεις του, όπως θα μπορούσε να κάνει ο Πούτιν για το 2018, γίνεται πιο εύκολο και για μας τους διοργανωτές απ’ ότι με μια χώρα όπως η Γερμανία όπου θα πρέπει να διαπραγματευόμαστε σε περισσότερα επίπεδα“. Τέλος των διαπραγματεύσεων λοιπόν, ας τελειώνουμε και με τις αυταπάτες.

[youtube width=”600″ height=”400”]http://youtu.be/A95XiR63rqk[/youtube]

Κάποιες παλαιότερες αναφορές για την καταστολή στις φαβέλλες και στις φυλές του Αμαζονίου μπορείτε να βρείτε εδώ: Τάξη εναντίον Χάους στο Ρίο ντε Τζανέιρο: Ολυμπιακή ανάπλαση και καταστολή στις φαβέλες, 19/6/2011 & Εργατικές ταραχές στον Αμαζόνιο, 6/5/2012. Περισσότερα για τα γεγονότα στη Βραζιλία, στο blog της Κομμουνιστικοποίησης: Βραζιλία (όπως και Τουρκία): Οι ταραχές της “ανάπτυξης”.

Καταστολή μετά τη διαδήλωση του #OccupyRome της 15 Οκτώβρη, 21/10/2011

μια σημείωση για τις κατασταλτικές μεθοδεύσεις του ιταλικού κράτους μετά τις 15 οκτώβρη

15 Οκτώβρη: Ο υπ. εσωτερικών Maroni ανακοινώνει την πρόθεσή του να “ενισχύσει την νομική προστασία των αστυνομικών” στις διαδηλώσεις. Ακόμα, απεργάζεται την άμεση προφυλάκιση όσων συλλαμβάνονται με αντικείμενα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε “αστικές ταραχές”, χωρίς να προσδιορίζεται τί συνιστούν αυτά, αύξηση της διάρκειας της προφυλάκισης για όσους συλλαμβάνονται σε επεισόδια σε πορείες καθώς και στα γήπεδα, ορισμός της συναυτουργίας για όσους δρουν “εγκληματικά” στους δρόμους. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον σημείο: ο υπουργός επαναφέρει την γνωστή ιταλική συνταγή των θεωρημάτων, υποστηρίζοντας ότι η άτυπη FAI αποτελεί οργάνωση στην οποία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συμμετέχουν όλοι οι εξεγερσιακοί αναρχικοί της χώρας, ανοίγοντας τον δρόμο για μια εφαρμογή της συναυτουργίας για ενέργειες της οργάνωσης αυτής. Ανακοινώνεται επίσης 12 συλληφθέντες της διαδήλωσης θα προφυλακιστούν, με ποινές που προμηνύονται από 3-15 χρόνια, ενώ ένας Ρουμάνος έφηβος που συνελήφθη στις συγκρούσεις στη Ρώμη θα απελαθεί. Στη Ρώμη, η δημοτική αρχή ανακοίνωσε ότι οι ζημιές που προκάλεσαν οι διαδηλωτές -ή τα ζώα, κατά τον δήμαρχο Gianni Allemano- στην πόλη θα κοστίσουν τουλάχιστον 1 εκατομμύριο ευρώ, στρογγυλό-στρογγυλό. Μετά απ’ αυτό, ο Francesco Giro, υφυπουργός πολιτισμού δηλώνει: “επρόκειτο σαφώς για περίπτωση αστικής τρομοκρατίας, πρέπει να εφαρμόσουμε την αντιτρομοκρατική νομοθεσία”. Η κεντροδεξιά κυβέρνηση κατηγόρησε τα κόμματα της αριστεράς για υπόθαλψη των κουκουλοφόρων, λόγω της ρητορικής τους για την οποία “όλα δικαιολογούνται αρκεί να φύγει ο Berlusconi”. Για τα ΜΜΕ, οι υπεύθυνοι για τα επεισόδια δεν μπορεί παρά να είναι οι αναρχικοί, αλλά και “χούλιγκαν των γηπέδων”, στις περισσότερες εκδοχές ακροδεξιοί. Ο Mario Calabresi, εκδότης της εφ. La Stampa παρατηρεί “είναι αρκετά απλουστευτικό να λέμε ότι λειτουργεί υπέρ της κυβέρνησης, πάντως σήμερα, αντί να μιλάμε για τα προβλήματα της χώρας, όλοι μιλάνε για τη βία”.

Την αυγή της 17ης Οκτώβρη, μονάδες Digos και ROS (ιταλικά ΕΚΑΜ), εξαπολύουν ένα κύμα επιδρομών σε σπίτια και κατειλημμένους χώρους συντρόφων και συντροφισσών σ’ ολόκληρη την Ιταλία. Στη Ρώμη, τα ξημερώματα προσήχθησαν 7 σύντροφοι κατόπιν “υποψιών για κατοχή όπλων κι εκκρηκτικών”. Η επιχείρηση δεν απέφερε κανένα χειροπιαστό στοιχείο, παρολαυτά κατάσχονται ηλεκτρονικοί υπολογιστές, σκληροί δίσκοι, κάρτες μνήμης, έντυπο υλικό και ρούχα… Ακόμα επτά σπίτια στο Lecce θα γίνουν στόχος ερευνός από τους carabinieri, χωρίς ένταλμα, σύμφωνα με πρόφαση την έρευνα για “όπλα και εκκρηκτικά” και πάλι. Οκτώ ακόμα σύντροφοι προσάγονται για έρευνα στην Cosenza, 10 στο Teramo, Napoli, 14 στη Φλωρεντία όπου πολιορκείται η κατάληψη La Riottosa και οι καταληψίες έχουν ανέβει στη στέγη εν μέσω απειλών και τραμπουκισμών απ’ τις αστυνομικές δυνάμεις. 2 ακόμη σπίτια στο Rovereto, 6 στο Milano, 2 στη Senigallia και στο Livorno, 4 στο Palermo, 6 στη Ρώμη, 8 στη Bologna όπου οι μπάτσοι πήραν φωτογραφίες ή δείγματα του ρουχισμού. 6 σύντροφοι προσήχθησαν από την αγροκολλεκτίβα Gramigna έξω από την Padova. Εκατοντάδες μπάτσοι στο κυνήγι από τη Λομβαρδία μέχρι τη Σικελία.

Οι στόχοι της καταστολής; Πρόσωπα και ομάδες που σχετίζονταν με τον χώρο της αυτονομίας, με αυτοοργανωμένους αγώνες, όπως στην αντίσταση στην υπερταχεία και την ανάπτυξη στην κοιλάδα di Susa, στο Terzigno ενάντια στις παράνομες χωματερές κράτους και μαφίας, στο Pomigliano και στη Lampedusa ενάντια στα κέντρα κράτησης μεταναστών.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου: Μέσα σ’ όλο αυτό το κλίμα, η αστυνομία της Σαρδηνίας ξαναθυμάται το “θεώρημα Pisanu” όπου σύμφωνα με τον πρώην υπουργό εσωτερικών Beppe Pisanu στη Σαρδηνία έχει την έδρα του ένας πυρήνας εξεγερσιακών αναρχικών με προεκτάσεις στη “διεθνή τρομοκρατία”. (Η Ιταλία έχει παράδοση σε ανάλογα θεωρήματα, πχ το θεώρημα Marini και οι διώξεις του 2006). Το 2004 είχε συλληφθεί ένας νεαρός, ο Lucca Farris, που καταδικάστηκε σε 6 χρόνια κάθειρξης για 22 εμπρηστικές και άλλες ενέργειες για τις οποίες είχε μιλήσει με καμάρι στο τηλέφωνο με φίλη του. Βαριές ποινές μοιράστηκαν όμως και στα μέλη της τοπικής αναρχικής ομάδας Fraria, καθώς 7 απ’ τους 10 αρχικά φυλακισμένους βρίσκονται ακόμη (απ’ το 2005) σε κατ’ οίκον περιορισμό. Φαίνεται πως ο κίνδυνος της “διεθνούς τρομοκρατίας” ήρθε πάλι στο προσκήνιο μετά τις συγκρούσεις της 15ης Οκτώβρη.

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου: Ένας φοιτητής συλλαμβάνεται στη Ρώμη. Είχε φωτογραφηθεί από πολλούς φωτογράφους να βαστά έναν πυροσβεστήρα. Σύμφωνα με τους μπάτσους “θεωρείται από τους υπεύθυνους για τις ταραχές”. Το ίδιο πρωί, γύρω στις 6πμ έγιναν έρευνες σε δυο σπίτια στη Ravenna, πάντα για αναζήτηση “όπλων κι εκκρηκτικών”. Κατασχέθηκαν παλιές αντιασφυξιογόνες μάσκες, κράνη και προστατευτικά μηχανής, ελήφθησαν δακτυλικά αποτυπώματα. Συγκέντρωση αλληλεγγύης έξω απ’ τα κρατητήρια regina coeli της Ρώμης.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου: Η Susanna Camusso, γενική γραμματέας της FIOM CGIL γιουχάρεται από εργάτες όταν αποδοκιμάζει “τη βία των κουκουλοφόρων” σε ομιλία της CGIL στη Ρώμη. Ανακοίνωση των συνδικάτων βάσης (CoBas) του Taranto υπέρ των συλληφθέντων εξεγερμένων της Ρώμης, ασυνήθιστη καθώς οι συνδικαλιστές βάσης των Cobas είχαν σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν “συλλάβει” ταραχοποιούς τους οποίους και παρέδωσαν στην αστυνομία (ίσως τους θυμάται κανείς και στην Αθήνα, ήταν οι πιο ξεψαρωμένοι στο κοινωνικό φόρουμ του 2006).

Πηγές:
http://italy.indymedia.org
http://www.informa-azione.info/

Ρώμη, Ιταλία, 15 Οκτώβρη 2011: Η οργή εκκρήγνυεται ανεξέλεγκτα στη διάρκεια μιας διαδήλωσης ενάντια στα μέτρα λιτότητας που επέβαλε η κυβέρνηση εν όψει της οικονομικής κρίσης.

Οι επίσημοι οργανωτές, εμπνευσμένοι απ’ το ισπανικό κίνημα των “Indignados”, είχαν καλέσει σε μιαν “ειρηνική διαδήλωση” ώστε να εκφράσουν δημοκρατικά τη δυσαρέσκειά τους. Όμως μια τέτοια πρόσκληση δεν μπορεί πια να γίνεται αποδεκτή: εκατοντάδες εξοργισμένων ανθρώπων, οι περισσότεροι απ’ αυτούς παιδιά στην εφηβεία τους χωρίς καμμιά σχέση με πολιτικές ομάδες ή οργανώσεις, κατέβηκαν απλώς στους δρόμους της Ρώμης για να καταστρέψουν την μιζέρια του υπάρχοντος, χτυπώντας τράπεζες και καταστήματα, και τελικά συμμετέχοντας σε μια μάχη ενάντια στην αστυνομία στην Piazza San Giovanni.

Απ’ όσο ξέρουμε 12 παιδιά συνελήφθησαν εκείνη την ημέρα, σχεδόν όλα ανήλικα. Δυο μέρες αργότερα, στις 17 Οκτώβρη, η αστυνομία εισέβαλε στα σπίτια δεκάδων αναρχικών σ’ όλη την Ιταλία ψάχνοντας για “όπλα” που υποτίθεται χρησιμοποιήθηκαν στη διαδήλωση αυτή. Οι έρευνες, διεξήχθησαν χωρίς ένταλμα, χάρις στις ειδικές αρμοδιότητες που παραχωρεί των άρθρο 41 (“κατόπιν υπόνοιας για κατοχή όπλων και εκκρηκτικών υλών”), δεν κατέληξαν πουθενά. Η προκήρυξη που ακολουθεί είναι απ’ την κατάληψη Asilo Occupato, Via Alessandria 12, Torino.

Μερικοί το προτιμούν καυτό

Μια διαδήλωση οργανώθηκε στη Ρώμη στις 15 Οκτώβρη, ενάντια στα νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, τα μέτρα λιτότητα που υιοθετήθηκαν για να ξορκιστεί το φάντασμα της κρίσης. Στην ουσία, πολλοί άνθρωποι κατέβηκαν στον δρόμο για να αντιδράσουν κάπως στην απειλή ενός ακόμα χειμώνα δακρύων και αίματος, εξόντωσης των φτωχώτερων, που γι άλλη μια φορά αναγκάζονται να σφίξουν το ζωνάρι και να υπομείνουν την καθημερινή θυσία και εκμετάλλευση σ’ έναν κόσμο γεμάτο από αγαθά που όμως κυβερνιέται απ’ τα συμφέροντα των λίγων που είναι σε θέση να τα καταναλώνουν.

Για τους οργανωτές, το θλιβερό καρναβάλι της κοινωνίας των πολιτών και της ιταλικής εκδοχής των “αγανακτισμένων”, θα έπρεπε να είναι μια ειρηνική πορεία, μια ζωντανή αλλά ταυτόχρονα νομοταγής προσπάθεια να “καταθέσουμε τη φωνή μας”, να εκφράσουμε την ακίνδυνη οχλαγωγία των απόψεων μέσα απ’ τις γραμμές μας. Ένα προκατασκευασμένο σκηνικό, ένα έργο που έχουμε ήδη δει και που το βαρετό του τέλος είναι προβλέψιμο, μέσα στο πακέτο μιας καλά διευθετημένης κανονικότητας. Οι συμφωνίες κυρίων μεταξύ εξουσίας και επαναφομοιωτών της οργής καθιστούν λειτουργική την έρημο της πραγματικής δημοκρατίας πνίγοντας τις καταιγίδες των εχθρικών τους παθών.

Αυτήν τη φορά όμως δεν ήταν το γνωστό θεατράκι, η ειρηνική πορεία έλαβε τέλος με την πρώτη σπασμένη βιτρίνα, και το θέαμα αποτεφρώθηκε μεταξύ των καπνών των δακρυγόνων και του καταιγισμού από πέτρες.

Ένας χαοτικός ρυθμός από σπασίματα ΑΤΜ και μαγαζιών αντηχεί στη Via Cavour, ένα λεηλατημένο σουπερμάρκετ και αμάξια συνθλίβονται, με άλλα λόγια η έκφραση μιας καταπιεσμένης οργής ξεδιαλέγει τους στόχους της.

Το να οργανωθεί κανείς προκειμένου να χτυπήσει μερικές τράπεζες και άλλα σύμβολα πλούτου, είναι το πρώτο βήμα για να καταλάβει τους δρόμους γκρεμίζοντας τις υλικές μορφές της εκμετάλλευσης, μία προς μία. Να γνωρίζει το πώς και πότε να το κάνει, είναι ένα ζήτημα χρόνου, χώρου και μιας πληθώρας μεθόδων που μαθαίνονται πιο καλά με την πράξη: Το να βάλει φωτιά σ’ ένα αμάξι για να στήσει ένα οδόφραγμα είναι διαφορετικό απ’ το να κάψει ένα αμάξι στην μέση μιας πορείας, θέτοντας σε κίνδυνο άλλους διαδηλωτές και κατοίκους του διπλανού κτιρίου, πράγμα που αποθαρρύνει πάντα εν δυνάμει συνεργούς.

Οι μαύρες κουκούλες και τα κράνη, είναι χρήσιμα προκειμένου να προστατευτεί κανείς και να διατηρήσει την ανωνυμία του, αλλά προβληματικά ως στολή για αυτοεπίδειξη. Ας αφήσουμε την μιλιταριστική λογική στον καθεστωτικό τύπο και στις αναφορές της αστυνομίας, εμείς δεν είμαστε παρά οργισμένοι προλετάριοι. Και σήμερα το μίσος μας που στράφηκε προς τα αφεντικά και την αστυνομία, δεν ήταν απλά το μίσος μιλιταριστικών σεχτών που έχουν ξεφύγει λόγω μακροχρόνιας απομόνωσης και αναζήτησης της καθαρής γραμμής, αλλά η ίδια η πραγματικότητα που εισβάλει με τη βία της στη ζωή τόσο πολλών ανθρώπων.

Η 14η Δεκέμβρη 2010 στη Ρώμη, οι μάχες στη Val Susa ενάντια στο TAV, οι ταραχές στην Ελλάδα και οι μαζικές λεηλασίες στο Λονδίνο μας δείχνουν κάτι κοινό  πάνω στο κοινωνικό θερμόμετρο του παρόντος όπου ζούμε, ότι η ανοχή έχει ξεπεράσει τα όριά της. Έχουμε λοιπόν χεσμένες τις “σωστές στάσεις να δείξουμε τη δυσαρέσκειά μας” όπως και τις ψευδαισθήσεις εξέγερσης.

Καθώς ένας μακρύς χειμώνας ειρήνευσης φαίνεται επιτέλους να ραγίζει, η εξέγερση δεν μπορεί πια να μεσολαβηθεί από σύμβολα, ακόμα κι αν αυτά είναι πιο όμορφα κι ελκυστικά από τα ζόμπι της πολιτικής, αλλά περνά μέσα από δράσεις και πρακτικά κι αποτελεσματικά εργαλεία. Οι ταυτότητες και οι ιδεολογικοί φετιχισμοί έχουν πέραση ακριβώς λόγω της έλλειψης ιστορικής αντίληψης της εξέγερσης, καθώς σήμερα το να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας εξέγερσης σημαίνει να αναλάβει την ευθύνη να ξαναδουλέψει την αντίληψή του.

Η μάχη της Piazza San Giovanni ήταν μια ευκαιρία να μετρηθούμε με την αστυνομία, κι ήταν εκεί που η μέρα ρούφηξε την πιο μαζική της ανάσα. Υπήρχαν άνθρωποι κάθε λογής και κάθε ηλικίας, απέναντι στα χτυπήματα της αστυνομίας, πολλοί χωρίς κουκούλες, στην πρώτη τους εμπειρία στον δρόμο, καθώς τίποτα δεν είχε κανονιστεί ούτε αποφασιστεί εκ των πρωτέρων.

Η ισχυρότερη και πιο αποφασιστική στιγμή όλης της διαδήλωσης, αυτή που διέλυσε κάθε σχέδιο, άναψε τα αίματα κι ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα είχε μόνο πρωταγωνιστή της την αποφασιστικότητα να κρατήσουμε την πλατεία και να την υπερασπιστούμε, την ανεξέλεγκτη και γενικευμένη οργή.

Υπάρχουν πολλά μαθήματα να αντλήσουμε απ’ αυτή τη διαδήλωση, του θάρρους, που επέδειξαν τα παιδιά που έχουν μπουχτίσει, που δεν κουβαλάνε σημαίες, όπως και πολλοί απ’ τους συνομηλίκους τους σ’ όλον τον κόσμο. Ποιό μπλακ μπλοκ; Το ένστικτο, η πρακτική ευφυία και μια ξαφνική ταύτιση των προθέσεων: να χτυπήσουμε το περιπολικό, να πετάξουμε πίσω τα δακρυγόνα, να τσακίσουμε τους μπάτσους. Το σύνθημα είναι Roma Libera. Ο όχλος μπορεί και μόνος του.

Οργανωμένοι σε μικρές ομάδες, βάσει συνάφειας ή φιλίας, με την ακρίβεια στη στόχευση και την ευελιξία να αποτελούν κοινό τόπο που μας κάνει όλους σχεδόν αόρατους στα μάτια του κοινού εχθρού. Ο εμφύλιος πόλεμος που αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη της γης έχει καταπνίξει τη θολή εικόνα των ισπανικών διαδηλώσεων… το κόμμα των πολιτών έχασε. Το κάλεσμα της εξέγερσης είναι πιο ισχυρό. Και δεν υπάρχει επιστροφή… Vaffanculo!

Asilo occupato in via Alessandria 12
Torino 19-10-11

~

 Σχετικά:

Μια μαρτυρία απ’ το #OccupyWallStreet – ένας απ’ τους 700 συλληφθέντες, 3/10/2011

Πρώτη νύχτα οδοφραγμάτων – μια μαρτυρία απ’ το #OccupySanFrancisco, 6/10/2011

Αναφορές και σχόλια απ’το #OccupyRome, 15/10/2011

Καταστολή μετά τη διαδήλωση του #OccupyRome της 15 Οκτώβρη, 21/10/2011

#Οccupy Oakland: Η πρώτη γενική απεργία στις ΗΠΑ εδώ και 65 χρόνια, 2/11/2011

Καταστολή στα κινήματα Occupy στις ΗΠΑ, 6-15/11/2011

Κατηγορία “Καταλήψεις Πλατειών”

Καταστολή απεργιακών διαδηλώσεων στη Χιλή & ένας νεκρός, 26/8/2011

Ο 16χρονος Manuel Gutiérrez Reinoso έχασε τη ζωή του μετά από πυροβολισμούς αστυνομικών εναντίον διαδηλωτών, στη διάρκεια νυχτερινών συγκρούσεων κατά τη δεύτερη μέρα απεργιακών κινητοποιήσεων στη Χιλή. Οι κινητοποιήσεις έχουν επιθετικό χαρακτήρα, ενώ κυριαρχούν τα αιτήματα για δωρεάν δημόσια εκπαίδευση,αλλά και μείωση της φορολογίας, κοινωνικές παροχές όπως αναδιανομή των κερδών απ’ την κρατική εταιρία εξώρυξης χαλκού στις ερήμους στα βόρεια της χώρας, αυξήσεις στις συντάξεις, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, γενικά τον “έμμεσο μισθό”. Το κίνημα κρατάει απ’ τον Μάιο, αγκαλιάζει τόσο μαθητές όσο και φοιτητές, με μαζικές αποχές απ’ τα μαθήματα, καταλήψεις αιθουσών και σχολείων-σχολών, διαδηλώσεις κλπ. Οι περισσότεροι νέοι βλέπουν με αγανάκτιση την ήδη υποβαθμισμένη δημόσια εκπαίδευση να εγκαταλείπεται ενώ γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να σπουδάσεις, σχολεία και σχολές να κλείνουν λόγω έλλειψης πόρων, ενώ τα ιδιωτικά κολλέγια που στέλνει τα παιδιά της η αστική τάξη να δέχονται σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές και επιχορηγήσεις.

Πρόκειται για την μεγαλύτερη διαδήλωση στη Χιλή μετά τη δική της μεταπολίτευση (1988), με πάνω από 600.000 κόσμο εδώ και 2 μέρες στον δρόμο με πορείες, μουσική-χορό, εορταστικό και καρναβαλικό κλίμα που συνοδεύθηκε από επιθέσεις εναντίον των δυνάμεων καταστολής, μέσων μαζικής μεταφοράς (285 λεωφορεία σπάστηκαν), τραπεζών και πολυκαταστημάτων (επίσης εμφανίστηκαν περιορισμένες λεηλασίες προϊόντων από καταστήματα πολυτελείας και σούπερ-μάρκετ), στα πλαίσια μιας διήμερης απεργίας που στηρίζουν τα φοιτητικά σωματεία και τα συνδικάτα. Πρόκειται στην ουσία για μια επανάληψη με μεγαλύτερη ένταση των γεγονότων της 5ης και της 10ης Αυγούστου οποτε μαθητές και φοιτητές βγήκαν στους δρόμους ενάντια στην περαιτέρω φιλελευθεροποίηση της εκπαίδευσης, μια διαδικασία που ξεκίνησε από τη χούντα του Πινοσέτ. Οι φοιτητές εκείνο το βράδυ συναντήθηκαν στους δρόμους με τους “κατσερολάζος”, τη γενιά των γονιών τους, που βγήκαν την νύχτα στις γειτονιές χτυπώντας κατσαρόλες, μια μέθοδος διαμαρτυρίας που αναδείχθηκε κατά τη δικτατορία. Η επιθετική διάθεση των μαθητών και των φοιτητών κατάφερε να συμπαρασύρει μια πλειάδα οικολογικών, συντεχνιακών, αγώνων γειτονιάς και άλλων στο πλάι τους.

Το βράδυ της 26ης στους δρόμους των φτωχότερων συνοικιών της πρωτεύουσας Σαντιάγο, βρέθηκαν με χιλιάδες αποκλεισμένων, ανέργων, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, νέων προλεταρίων. Ήταν στις συγκρούσεις αυτές που οι αστυνομικοί πυροβόλησαν τον Manuel.


Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του δισεκατομμυριούχου Piñera καυχιέται για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των διαδηλώσεων, που συμπεριλαμβάνει 1.394 συλληφθέντες και 206 τραυματίες, σύμφωνα με τις αρχές. Η δημοτικότητα του Piñera, πρώτου δεξιού προέδρου μετά τη δικτατορία -που κέρδισε τις εκλογές υποσχόμενος να κάνει την χώρα να “πετάει” σαν τις επιχειρήσεις του- βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό, μετά την ώθηση που είχε λάβει απ’ τη θεαματική επιχείρηση διάσωσης των 33 ανθρακωρύχων περυσι, αλλά και τα 20 χρόνια (τουλάχιστον*) σοσιαλδημοκρατικής απονεύρωσης της προλεταριακής δυναμικής.

Η Χιλή είναι η χώρα με το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα στην Λατινική Αμερική, και ρυθμούς ανάπτυξης σταθερά στα 5-7% τα τελευταία χρόνια (6,6% το 2011, καθιστώντας τη χώρα “πόλο έλξης ξένων επενδυτών”), κάτι που αναμφισβήτητα θα κάνει το 29% των κατοίκων της που ζουν υπό το όριο της φτώχειας εθνικά υπερήφανους.

Περισσότερες πληροφορίες: lahaine, contrainfo, eagainst, classwar [1,2,3] και το σχετικό riotporn.

*για μια ιστορική ανάλυση της πολιτικής κατάστασης στη Χιλή πριν τη δικτατορία: http://libcom.org/library/strange-defeat-chilean-revolution-1973-pointblank

Εισαγωγή στη φαινομενολογία του τέρατος

ΠΡΟΣΟΧΗ:

Αυτό το μυθιστόρημα έχει κατασκευαστεί αποκλειστικά ως cut-up αποσπασμάτων από άλλα βιβλία και από λίγα τραγούδια. Οι μοναδικές επεμβάσεις που έγιναν ήταν η επιλογή και ο συνδυασμός των αποσπασμάτων, κάποιες μικρές αλλαγές σε ονόματα, στη στίξη, στην ορθογραφία και, σπανίως, στη γραμματική και τη σύνταξη και ορισμένες διορθώσεις μεταφραστικών σφαλμάτων. Στο τέλος του βιβλίου αναφέρονται οι πηγές δίχως συγκεκριμένες παραπομπές, ώστε να δυσκολευτεί περισσότερο ο αναγνώστης. Όλα αυτά έγιναν με παιγνιώδη διάθεση.

ΓΡΑΦΕΙΟΝ  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΩΝ ΙΝΔΙΑΝΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Εισαγωγή στη φαινομενολογία του τέρατος

Ένα εξολοκλήρου φανταστικό, αντιφατικό και καθόλου διδακτικό παραμύθι

Πρόλογος

Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται  στους ατελείς, καταδικασμένους μα ανίκητους και ακτινοβόλους ήρωες που επεχείρησαν το αδύνατο, κατέλαβαν τις ακροπόλεις τ’ ουρανού, άρπαξαν την τελευταία ευκαιρία στο τελευταίο και μεγαλύτερο ανθρώπινο όνειρο, στο ζαλισμένο απ’ τις γροθιές πυγμάχο που σηκώνεται από το καναβάτσο για να νικήσει μ’ ένα νοκάουτ, στο άλογο που από τελευταίο βγαίνει πρώτο, στους δολοφόνους του Χασάν ι Σαμπάχ, του Αφέντη των Ασασίνων, στους πράκτορες του Χαμγουάουα, Κυρίου των Βδελυγμάτων, Κυρίου της Φθοράς, Κυρίου του Μέλλοντος, του Πάνα, Θεού του Πανικού, της Μαύρης Τρύπας όπου δεν ισχύουν οι φυσικοί νόμοι, πράκτορες μιας ιδιαιτερότητας· στους τρελούς, εκείνους που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να τα χαρούν όλα μέσα σε μια και μόνη στιγμή, εκείνους που ποτέ δεν χασμουριούνται ή λένε ένα κοινότοπο πράγμα αλλά καίγονται, καίγονται, όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών, εκπυρσοκροτώντας σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στ’ άστρα και, στη μέση, βλέπουμε το μπλε φως του πυρήνα τους να σκάει· σε εκείνους που είναι έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους ολόκληρη την ανθρώπινη κωμωδία και να περπατήσουν στο άγνωστο χωρίς δεσμεύσεις· όσοι από τη στιγμή που γεννιούνται δεν τη μυρίστηκαν μια τέτοια θράκα, τί γυρεύουν ανάμεσά μας; Μόνο αυτοί που είναι έτοιμοι ν’ αφήσουν πίσω τους τα πάντα και όλους όσους ποτέ γνώρισαν μπορούν να κάνουν αίτηση. Δεν θ’ απορριφθεί κανείς απ’ όσους θα κάνουν αίτηση. Κανείς δεν μπορεί να κάνει αίτηση αν δεν είναι έτοιμος. Πάνω από τους λόφους και πέρα μακριά στις Δυτικές Χώρες. Σκότωσε όποιον μπει στο δρόμο σου. Θα χρειαστεί να σκοτώσεις καθώς θα βγαίνεις, γιατί ο πλανήτης αυτός είναι αποικία εξορίας καταδίκων και δεν επιτρέπεται να τον εγκαταλείψει κανείς. Σκότωσε τους φρουρούς και προχώρα.

Διάφορες παραστάσεις δίνονται  την ίδια στιγμή, μέσα σε πολλά δωμάτια, πάνω σε πολλά επίπεδα. Οι θεατές περιφέρονται από τη μια σκηνή στην άλλη, βάζοντας κοστούμια και μακιγιάζ για να πάρουν μέρος σε κάποια παράσταση, και όλοι οι ηθοποιοί περνούν από τη μια σκηνή στην άλλη. Υπάρχουν κινητές σκηνές και άρματα, πλατφόρμες που κατεβαίνουν με τροχαλίες από το ταβάνι, πόρτες που ανοίγουν ξαφνικά και χωρίσματα που γλιστρούν προς τα πίσω.

Παρεμπιπτόντως, έχω μερικά εξαιρετικά  έργα σε πολύ λογικές τιμές.  Εδώ θα βρείτε τα πάντα, ακόμα  και μυθιστορήματα: ο μύθος  είναι ένας Ναυτίλος που εξερευνά τις αβύσσους της πραγματικότητας, ο μύθος είναι το μοναδικό φως που μπορεί να φωτίσει ορισμένες ιδιαίτερα επικίνδυνες περιοχές του αόρατου κόσμου.

(-Παραμορφωτικό φως!

-Έστω, όμως ορισμένα πράγματα  μπορούμε να τα απεικονίσουμε μόνο παραμορφώνοντάς τα… Ωστόσο, μην περιμένετε να βρείτε εδώ ρεαλιστικά η ψυχολογικά μυθιστορήματα. Το σύμπαν δεν είναι ρεαλιστικό, εντάσσεται στη φανταστική λογοτεχνία.)

Ευρίσκεσθε ενώπιον ενός φρικτού  υποδείγματος ελευθέρας σκέψεως.

Συνέχισε. Τόλμησε. Για να υπάρξει ζωή…

Ι

Το ’φερε η περίσταση να πάω στην εκκλησία του αγίου Πέτρου να βρω τον Πατέρα Καλαμπρές, παπά με τρίπατο σκουφί σαν καθίκι, χοντρό ζωνάρι χαλαρά δεμένο στη μέση, τσαλακωμένα ακρομάνικα, κομποσκοίνι στο χέρι και μαστίγιο περασμένο στη μέση. (Άμα θέλετε να ξέρετε, ούτε που μπορώ να τους ανεχτώ τους παπάδες. Όσους γνώρισα σ’ όλα τα σχολεία που πήγαινα, βάζανε μια φωνή Όσιου Ονούφριου κάθε που μας κάνανε κήρυγμα. Θεούλη μου, πώς το σιχαίνομαι. Δεν μπορώ να καταλάβω τί διάολο τους πιάνει και δεν μιλάνε με την κανονική τους φωνή. Φαίνονται τόσο κάλπηδες άμα μιλάνε.) Τον βρήκα στο παρεκκλήσι μ’ έναν άνδρα που του ’χε δεμένα τα χέρια με το πολυσταύριο και στραβοφορεμένο το πετραχήλι. Ο άνδρας φώναζε και χτυπιόταν φρενιασμένα.

«Τί συμβαίνει;» ρώτησα έντρομος.

Μου απάντησε: «Ένας δαιμονισμένος άνθρωπος.»

Αλλά την ίδια στιγμή, το πνεύμα που βρισκόταν μέσα του και ροκάνιζε την ψυχή του, είπε: «Όχι άνθρωπος, χωροφύλακας. Να προσέχετε τα λόγια σας, γιατί απ’ αυτά που σας άκουσα να λέτε κατάλαβα πως δεν είστε καλά ενημερωμένοι. Μάθετε, λοιπόν, πως εμείς οι διάβολοι με το ζόρι βρισκόμαστε μέσα στους χωροφύλακες και δεν μας κάνει καθόλου ευχαρίστηση. Γι’ αυτό σωστότερο είναι ν’ αποκαλείτε εμένα χωροφυλακισμένο δαίμονα παρά τούτον εδώ δαιμονισμένο χωροφύλακα. Κι εσείς οι άνθρωποι, κακά τα ψέματα, τα πάτε καλύτερα μ’ εμάς παρά μ’ αυτούς. Εμείς τουλάχιστον το βάζουμε στα πόδια μπροστά στο σταυρό, ενώ αυτοί τον χρησιμοποιούν για να βλάψουν. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι δαίμονες και χωροφύλακες κάνουμε την ίδια δουλειά; Άμα το καλοεξετάσεις, εμείς προσπαθούμε να καταδικάσουμε τον κόσμο, το ίδιο κάνουν και οι χωροφύλακες. Εμείς επιδιώκουμε να υπάρχουν διαστροφές και αμαρτίες πάνω στη γη, αλλά και οι χωροφύλακες το εύχονται και το επιδιώκουν με μεγαλύτερο ζήλο, γιατί απ’ αυτό ζουν, ενώ εμείς το κάνουμε απλά για να έχουμε παρέα.

«Άλλωστε θα ’πρεπε να κατακρίνετε περισσότερο τους χωροφύλακες γι’ αυτή τη δουλειά παρά εμάς, γιατί αυτοί κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους, ενώ εμείς είμαστε άγγελοι – ξεπεσμένοι βέβαια. Εκτός αυτού, εμείς γίναμε δαίμονες επειδή θέλαμε να είμαστε ανώτεροι και από το Θεό, ενώ οι χωροφύλακες είναι αυτό που είναι επειδή ήθελαν να είναι κατώτεροι όλων. Άδικα λοιπόν κουράζεσαι, πάτερ μου, να βάζεις πετραχήλια κι εγκόλπια πάνω του, γιατί δεν υπάρχει κάτι που να ’πεσε στα χέρια του και να μην το καταχράστηκε. Κατάλαβέ το πώς αυτοί και η αφεντιά μας ανήκουμε στο ίδιο τάγμα, μόνο που οι χωροφύλακες ανήκουν στους παπουτσωμένους, ενώ εμείς στους ξυπόλητους, και περνάμε μαύρη ζωή στην Κόλαση.»

«Υπάρχουν βασιλιάδες στην Κόλαση;»  ρώτησα εγώ, κι αμέσως μου  έλυσε την απορία:

«Όλη η Κόλαση είναι σκέτη  φιγούρα, και υπάρχουν πάμπολοι, διότι η εξουσία, η ελευθερία  και η δύναμη καταδιώκουν τις  αρετές και εισάγουν τις διαστροφές. Βλέπουν το θαυμασμό και τη λατρεία του κόσμου, που τους θεωρεί σχεδόν θεούς, και θέλουν να γίνουν στ’ αλήθεια θεοί. Και είναι πολλοί οι δρόμοι που οδηγούν στην καταδίκη τους και άλλοι τόσοι που τους διευκολύνουν στην κατρακύλα.

«Με τους εμπόρους τί δουλειά έχεις τώρα;» έκανε ο Καλαμπρές.

«Α, τούτοι δω είναι φαΐ που  το ’χουμε σιχαθεί. Τόσο το  μπουχτίσαμε, που έχουμε αρχίσει  να το ξερνάμε. Καταφθάνουν μιλιούνια και καταδικάζονται και με τα λόγια και με τις πράξεις τους. Διότι δεν υπάρχει μερτικό που να μην απλώσουν το χέρι τους, και εξαφανίζεται ό,τι πέσει ανάμεσα στο λεπίδι του κοντυλοφόρου και στο μελάνι των τεφτεριών τους: μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Άσε το βρώμικο όνομα που έχουν, κι έτσι, όταν μιλούν για επενδύσεις, δεν ξέρουμε αν μιλούν για δουλειές ή για κάτι άλλο που ντρέπομαι να κατονομάσω. Ένας απ’ αυτούς που ήρθε στην Κόλαση και είδε πόσα ξύλα και φωτιά ξοδεύουμε, θέλησε να πάρει το μονοπώλιο, και ένας άλλος σκέφτηκε να καπαρώσει τους κεραυνούς πιστεύοντας πως θα ’βγαζε πολλά λεφτά αν τους νοίκιαζε. Τους έχουμε μαζί με τους δικαστικούς, γιατί εδώ πέρα τα κάνουν πλακάκια μαζί τους.»

«Δηλαδή υπάρχουν και δικαστές  στην Κόλαση;»

«Άκου λέει!» έκανε ο Σατανάς. «Οι δικαστές είναι σαν τους φασιανούς, το εκλεκτό μας πιάτο. Είναι ο σπόρος που δίνει τους περισσότερους καρπούς στους διαβόλους. Αναλογίσου: για κάθε δικαστή που σπέρνουμε, θερίζουμε έξι εισαγγελείς, δυο εφέτες, τέσσερις γραμματικούς, πέντε δικηγόρους και πέντε χιλιάδες εμπόρους, κι αυτό μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει. Από τον κάθε γραμματικό κερδίζουμε είκοσι γραφιάδες, από τον κάθε γραφιά τριάντα χωροφύλακες και από τον κάθε χωροφύλακα δέκα χαφιέδες. Και αν η χρονιά είναι γόνιμη σε απάτες, ξεχειλίζουν οι αποθήκες της Κόλασης και δεν χωρούν τη συγκομιδή ενός και μόνο διεφθαρμένου δικαστή.»

«Βρε, κοίτα θράσος!» έκανε νευριασμένος ο Καλαμπρές. «Αν τον αφήσεις το γλωσσοκοπάνα, θα σούρει ένα σωρό βλακείες στη δικαιοσύνη και θα κάνει κακό μεγάλο, γιατί με την καπατσοσύνη του ξέρει να κουμαντάρει τον κόσμο και να παίρνει με το μέρος του τις ψυχές.»

«Δεν το κάνω γι’ αυτό,» είπε ο Σατανάς, «αλλά γιατί ο εχθρός σου είναι αυτός, ο συνάνθρωπός σου. Λυπήσου με και βγάλε με από το κορμί του χωροφύλακα, γιατί εγώ είμαι διάβολος καθώς πρέπει και θα βγάλω άσχημο όνομα στην Κόλαση με τις κακές παρέες εδώ κάτω.»

«Η ιστορία,» είπα, «είναι ένας  εφιάλτης απ’ όπου προσπαθώ  να ξυπνήσω.»

Τα παιδιά από το γήπεδο  βγάλανε μια κραυγή. Ένα διαπεραστικό  σφύριγμα· γκολ. Τί θα γινόταν αν αυτός ο εφιάλτης σου έδινε μια κλωτσιά στα πισινά;

«Ανεξερεύνηται αι βουλαί του  Κυρίου,» είπε ο Καλαμπρές.  «Όλη η ιστορία οδεύει προς  ένα μεγάλο τέλος, την αποκάλυψη  του Θεού.»

Έδειξα το παράθυρο με τον  αντίχειρα λέγοντας: «Αυτό είναι  Θεός.»

Ζήτωωωω! Έ! Ζήτωωωωω!

«Τί;» ρώτησε ο Καλαμπρές.

«Μια κραυγή στο δρόμο,» απάντησα  σηκώνοντας τους ώμους.

Ο Σατανάς συνέχισε το μοχθηρό  του γέλιο κι έπειτα είπε: «Είναι  αξιοθαύμαστη εξέλιξη. Σε πέντε  ή έξι χιλιάδες χρόνια γεννήθηκαν  πέντε ή έξι αξιόλογοι πολιτισμοί, άνθισαν, τράβηξαν το θαυμασμό του κόσμου, έπειτα έσβησαν κι εξαφανίστηκαν. Και κανένας απ’ αυτούς, εκτός από τον πιο πρόσφατο, δεν σκάρωσε ποτέ ολοκληρωτικό και ικανοποιητικό τρόπο για να σκοτώνει τους ανθρώπους. Όλοι έκαναν ό,τι μπορούσαν –γιατί ο φόνος είναι η κυριότερη φιλοδοξία της ανθρώπινης φυλής και το πρώτο επεισόδιο στην ιστορία της- αλλά μόνο ο χριστιανικός πολιτισμός πέτυχε ένα θρίαμβο που γι’ αυτόν μπορεί να ’ναι περήφανος. Δυο-τρεις αιώνες από σήμερα, όλοι θ’ αναγνωρίζουν πώς κάθε επιδέξιος φονιάς είναι χριστιανός.

«Και ποιο είναι το αποτέλεσμα;» είπε ο Σατανάς, με το μοχθηρό του χάχανο. «Τίποτα απολύτως. Δεν κερδίζετε τίποτα. Πάντα καταλήγετε εκεί που είχατε αρχίσει. Ένα εκατομμύριο χρόνια η φυλή σας συνεχίζει τη μονότονη αναπαραγωγή της και την εξίσου μονότονη επανάληψη αυτών των βαρετών ανοησιών – για ποιο σκοπό; Κανένας σοφός δεν μπορεί να μαντέψει! Ποιός ωφελείται; Κανένας, παρά μια χούφτα σφετεριστές μονάρχες κι ευγενείς που σας περιφρονούν. Που θα ένιωθαν μαγαρισμένοι αν τους αγγίζατε. Που θα σας έκλειναν την πόρτα στα μούτρα αν θέλατε να τους επισκεφτείτε. Που γι’ αυτούς δουλεύετε σα σκλάβοι, γι’ αυτούς πολεμάτε, γι’ αυτούς σκοτώνεστε, και δεν ντρέπεστε γι’ αυτό αλλά καμαρώνετε. Που η ύπαρξή τους είναι συνεχής προσβολή για σας και φοβάστε να οργιστείτε. Που είναι ζητιάνοι που ζουν από την ελεημοσύνη σας, κι ωστόσο παριστάνουν τους ευεργέτες σας. Που σας μιλάνε σαν αφέντης στο δούλο του, και που τους απαντάτε σαν δούλος στον αφέντη. Που τους λατρεύετε με το στόμα, ενώ μέσα στην καρδιά σας –αν έχετε- περιφρονείτε τον εαυτό σας γι’ αυτό. Ο πρώτος άνθρωπος ήταν υποκριτής και δειλός, ιδιότητες που δεν εξαλείφτηκαν ακόμα από τους απογόνους του. Και πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια χτίστηκαν όλοι οι πολιτισμοί. Πιείτε στη συνέχιση! Πιείτε στην αύξηση! Πιείτε στο-»

«Σατανά!»

«Ω, είναι αλήθεια. Γνωρίζω τη  φυλή σας. Αποτελείται από πρόβατα.  Την κυβερνάνε οι μειοψηφίες, σπάνια ή ποτέ οι πλειοψηφίες.  Καταπιέζει τα αισθήματα και τις πεποιθήσεις της και ακολουθεί τη χούφτα που κάνει τον περισσότερο θόρυβο. Καμιά φορά η θορυβώδικη χούφτα έχει δίκιο, καμιά φορά άδικο. Αλλά δεν έχει σημασία, το πλήθος την ακολουθεί. Η πλατιά μειοψηφία της φυλής, είτε ανάμεσα στους αγρίους είτε ανάμεσα στους πολιτισμένους, είναι κρυφά καλόκαρδη, δεν θέλει να προκαλεί πόνο, αλλά μπροστά στην επιθετική κι αδυσώπητη μειοψηφία δεν τολμάει να επιβάλει τη θέλησή της. Σκέψου το! Το ένα καλόκαρδο πλάσμα κατασκοπεύει ένα άλλο, και φροντίζει να βοηθάει πιστά σε αδικίες που κάνουν και τους δύο να επαναστατούν.»

Έπειτα είδε από την έκφρασή  μας πόσο πολύ είχαμε πληγωθεί και σταμάτησε απότομα να μιλάει και να γελάει, κι ο τρόπος του άλλαξε. Είπε μαλακά: «Όχι, θα πιούμε ο ένας στην υγειά του άλλου και θ’ αφήσουμε ήσυχο τον πολιτισμό. Θα κάνουμε αυτή την πρόποση με κρασί που δεν έχει ξανάρθει σε τούτο τον κόσμο».

«Δώσε μας τα ποτήρια,» είπα  εγώ. «Στον καθένα το δικό  του.»

«Αυτό μου ανήκει,» είπε ο Τομ, «όπως είπε ο διάβολος στην ψυχή του αστυνομικού.»

«Περιμένοντας την κάθε στιγμή  ότι μπορεί να είναι η επόμενη,»  είπε ο Κιμ.

Η πρόποση:

Πάμε, παιδιά, στον ποταμό, εκεί που πνέουν οι αύρες,

Να  πιούμε και να πνίξουμε τις λύπες μας  τις μαύρες.

Έξω, μέσα στην αιμοσταγή  βροχή να θρέψουμε τη γη μας,

Ανάμεσα στου τραγουδιού του  νίτρου το μαινόμενο  βρυχηθμό

Και του θειαφιού το φοβερό άσμα.

Κέρνα στους ανεξάρτητους το θείο κρασί να πίνουν,

Σ’  εκείνους που δεν  νιώθουνε από Τζαμιά και Χάβρες!

(Εν τω μεταξύ, αναγκάζουν τώρα  τον ιερέα να χύσει αίμα  σ’ ένα δισκοπότηρο και να  ευλογήσει το ίδιο του το  αίμα, όχι στο όνομα του Θεού  αλλά του Σατανά. Επίσης κόβουν το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του και τον βάζουν να το κρατά σαν να ήταν όστια και να λέει «Αυτό είναι το σώμα μου,» ενώ ο δαιμόνιος Τομ Σόγερ παρατηρεί ότι είναι η πρώτη φορά που του λένε την αλήθεια ύστερα από τόσα χρόνια συστηματικού ψεύδους. Γενικά, μια κατεξοχήν αντικληρική σκηνή, ίσως με στόχο τον εμπαιγμό των Πουριτανών της εποχής εκείνης – μια άσκοπη χειρονομία αφού κανείς απ’ αυτούς δεν πήγαινε στο θέατρο, θεωρώντας το για κάποιο λόγο ανήθικο.

Ο Πατήρ Καλαμπρές, με μακρύ μεσοφόρι, με άμφια φορεμένα ανάποδα και με τα τακούνια των δύο αριστερών ποδιών του μπροστά, τελεί μια στρατιωτική λειτουργία. Ο Αιδεσιμώτατος Μπροκ Βοντ, διδάκτωρ Γραμμάτων και Τεχνών, με απλό ράσο και πανεπιστημιακό πίλο, με το κεφάλι του και το κολάρο του ανάποδα, κρατά πάνω από το κεφάλι του ιερουργούντος μια ανοιχτή ομπρέλα:

ΠΑΤΗΡ ΚΑΛΑΜΠΡΕΣ: Introibo ad altare diaboli.

ΑΙΔΕΣΙΜΩΤΑΤΟΣ ΜΠΡΟΚ ΒΟΝΤ: Εις  τον δαίμονα, όστις εχαροποίησεν  τας ημέρας της νεότητός μου.

ΠΑΤΗΡ ΚΑΛΑΜΠΡΕΣ: [Παίρνει μέσα από το δισκοπότηρο και υψώνει μια όστια που στάζει αίμα] Corpus Meum.

ΑΙΔΕΣΙΜΩΤΑΤΟΣ ΜΠΡΟΚ ΒΟΝΤ: [Ανασηκώνει από πίσω ψηλά το μεσοφούστανο του ιερουργούντος, αποκαλύπτοντας τα γκρίζα μαλλιαρά κωλομέρια του ανάμεσα στα οποία είναι σφηνωμένο ένα καρότο.] Διότι τούτο εστί το σώμα μου!)

Ο Σατανάς συνήθιζε να λέει  ότι η φυλή μας ζούσε μια  ζωή αδιάκοπης αυταπάτης. Κορόιδευε  τον εαυτό της  από την  κούνια μέχρι τον τάφο με  ψευτιές και χίμαιρες που τις  έπαιρνε για πραγματικότητες,  κι έτσι ολόκληρη η ζωή της  γινόταν μια ψευτιά. Από τα είκοσιτόσα προσόντα που νόμιζε πώς είχε και καμάρωνε, δεν είχε ούτε ένα καλά-καλά. Θαρρούσε πώς ήταν χρυσάφι και ήταν μόνο μπρούντζος. Μια μέρα που είχε τέτοια διάθεση, ανέφερε μια λεπτομέρεια – την αίσθηση του χιούμορ. Βρήκα το κέφι μου τότε και προσπάθησα να τον αντικρούσω. Είπα ότι την είχαμε.

«Ορίστε, μιλάει η ράτσα!» είπε. «Πάντα έτοιμη να ισχυριστεί  ότι έχει κάτι που δεν έχει  και να περάσει μια ουγγιά  για χρυσόσκονη. Έχετε μια τιποτένια  αίσθηση του χιούμορ, τίποτα  παραπάνω. Πολλοί από σας την έχουν. Αυτοί οι πολλοί βλέπουν την κωμική πλευρά μιας χιλιάδας φτηνών και ταπεινών καταστάσεων – τις κραυγαλέες ασυναρτησίες κυρίως, τις χοντροκοπιές, τις γελοιότητες, όλα αυτά που προκαλούν το χάχανο. Τα δέκα χιλιάδες λεπτά κωμικά πράγματα που υπάρχουν στον κόσμο είναι κρυμμένα από την περιορισμένη όρασή τους. Θα ’ρθει άραγε μια μέρα που η φυλή σας θα υποπτευτεί πόσο αστεία είναι όλα αυτά και θα γελάσει μαζί τους – και γελώντας θα τα καταστρέψει; Γιατί η φυλή σας, μέσα στη φτώχια της, έχει αναμφισβήτητα ένα πραγματικά αποτελεσματικό όπλο – το γέλιο. Η εξουσία, τα χρήματα, η πειθώ, η ικεσία, ο διωγμός – αυτά μπορούν να κάνουν τρομαχτική φασαρία, λίγο-πολύ, αιώνα τον αιώνα. Αλλά μόνο το γέλιο μπορεί να τα κάνει όλα σκόνη. Στην επίθεση του γέλιου τίποτα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί. Πάντα ταλαιπωρείστε και παλεύετε με τ’ άλλα σας όπλα. Αυτό το χρησιμοποιείτε ποτέ; Όχι, το αφήνετε να σκουριάζει. Ως φυλή, το χρησιμοποιείτε καθόλου; Όχι, δεν έχετε το μυαλό, ούτε το κουράγιο».

Για ένα χρόνο ολόκληρο, ο Σατανάς συνέχισε αυτές τις επισκέψεις, αλλά επιτέλους άρχισε να ’ρχεται λιγότερο συχνά, κι έπειτα για πολύ καιρό δεν ήρθε καθόλου. Αυτό μ’ έκανε πάντα να νιώθω μοναξιά και μελαγχολία. Καταλάβαινα ότι είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον του για το μικροσκοπικό μας κόσμο κι ότι οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσε να διακόψει εντελώς τις επισκέψεις του. Όταν, μια μέρα, ήρθε επιτέλους να με βρει, δεν ήξερα πώς να του δείξω τη χαρά μου, αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Είχε έρθει να με αποχαιρετήσει, μου είπε, και για τελευταία φορά. Είχε να κάνει έρευνες και διάφορες δουλειές σε άλλες γωνιές του σύμπαντος, είπε, κι αυτό θα τον απασχολούσε περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσα να περιμένω την επιστροφή του.

«Και θα φύγεις και δεν θα  ξανάρθεις πια;»

«Ναι,» είπε. «Κάναμε παρέα πολύ καιρό μαζί και ήταν ευχάριστο – ευχάριστο και για τους δυο μας. Αλλά πρέπει να φύγω τώρα και δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ πια.»

«Σ’ αυτήν τη ζωή, Σατανά, αλλά  στην άλλη; Θα συναντηθούμε σε μιαν άλλη ζωή, έτσι δεν είναι;»

Και τότε, ήρεμα και νηφάλια, μου έδωσε αυτή την αλλόκοτη απάντηση: «Δεν υπάρχει άλλη».

ΙΙ

Ένα σβέλτο επαρχιωτόπουλο, χορός αγγέλων στη λωρίδα του ήχου, που θα κατάφερνε ν’ αποκτήσει από νωρίς δύναμη μέσα στη λευκή μητρόπολη όπου θα γινόταν, όπως το είχε ονειρευτεί, το επιμελές προϊόν μεγαλύτερων ανδρών, ο εισαγγελέας Μπροκ Βοντ, ύψους μετρίου, λυγερός και ξανθομάλλης, κουβαλούσε μαζί του μια άγρυπνη, ποτέ απολύτως αξιόπιστη συντροφική προσωπικότητα, θηλυκή, υποανάπτυκτη, ενάντια στην οποία η αρρενωπή του εκδοχή, που υποτιθέμενα κυβερνούσε το σύνολο, όφειλε να είναι εξίσου άγρυπνη.

Σε όνειρα που δεν μπορούσε να ελέγξει, στα οποία ήταν αδύνατη η παρέμβαση της λογικής, όνειρα ανόθευτα από ναρκωτικά ή οινόπνευμα, η ταραγμένη του ψυχή τον επισκεπτόταν με αρκετές μεταμορφώσεις και κυρίως ως η Τρελή στη Σοφίτα. Ο Μπροκ έβλεπε τον εαυτό του να μετακινείται μέσα στα δωμάτια ενός μεγάλου, υπέροχου σπιτιού, που ανήκε σε ανθρώπους τόσο πλούσιους και ισχυρούς που δεν τους είχε δει ποτέ. Για όσο του επέτρεπαν να κατοικεί εκεί, δουλειά του ήταν να βεβαιώνεται πως όλες οι πόρτες και τα παράθυρα, δωδεκάδες από δαύτα, παντού, ήταν ασφαλισμένα, και πως κανείς και τίποτα δεν είχε περάσει μέσα από αυτά. Αυτό έπρεπε να γίνεται κάθε μέρα και να έχει ξεμπερδέψει προτού νυχτώσει. Έπρεπε να ελέγχει κάθε ντουλάπι και κάθε γωνιά, κάθε πισινή σκάλα και μπροστινή αποθήκη, μέχρι που να μην έχει πια μείνει παρά η σοφίτα. Στο μεταξύ, η μέρα είχε περάσει και τώρα ήταν αργά. Χωρίς σχεδόν καθόλου φως. Ήταν εκείνη η φάση του σούρουπου, η γεμάτη ανησυχία, κατά την οποία το έλεος, σε τούτον τον κόσμο καθώς και στους άλλους, δείχνει λιγότερο διαθέσιμο. Οι ενέργειες ήταν χαλαρωμένες, οι μάζες μπορούσαν να υλοποιηθούν. Ανέβαινε στα σκοτεινά τα σκαλιά της σοφίτας, σταματούσε μπροστά στην πόρτα. Μπορούσε να την ακούσει ν’ αναπνέει, περιμένοντάς τον –την άνοιγε, απροστάτευτος, έμπαινε, και εκείνη προχωρούσε εναντίον του, θολή, κακοφωτισμένη εκτός από τα μάτια της που πέταγαν σπίθες, το αδυσώπητο, ζωώδες χαμόγελο, και παίρνοντας φόρα πηδούσε προς το μέρος του, απάνω του, και κάτω από την επίθεσή της αυτός πέθαινε, και ξυπνούσε πια στο δικό του δωμάτιο, όπου το κάλυμμα του κρεβατιού ήταν λευκό και διπλωμένο τακτικά σαν χασαπόχαρτο γύρω από ένα κομμάτι κρέας – ανάσκελα τέζα, κάθιδρος, να τινάζεται στο κάθε του χτυποκάρδι.

Έξω στον κανονικό κόσμο, βεβαίως,  ήταν ένας τελείως διαφορετικός  άνθρωπος, με τόσο μάλιστα προσήνη  όψη που ήταν δύσκολο, ακόμα  και για τους εκφυλισμένους  εγκληματίες στον εγκλεισμό των  οποίων συνέβαλλε, να αντιπαθήσουν  τον κύριο εισαγγελέα. Εξέπεμπε μια γοητεία που φαινόταν να υπερβαίνει την πολιτική και ήταν γνωστός τόσο στο περιβάλλον του όσο και στο πεδίο δράσης του ως ένας περιζήτητος αφηγητής και μπον-βιβέρ, ο οποίος εκτιμούσε τη λεπτή ποιότητα σε φαγητά, κρασιά, μουσική. Οι γυναίκες τον έβρισκαν αφάνταστα θελκτικό για λόγους που αργότερα δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να προσδιορίσουν. Γραφικές γιαγιάδες του τρίτου κόσμου που διατηρούσαν πάγκους με λουλούδια σε γωνίες άθλιων δρόμων έτρεχαν να τον αγκαλιάσουν και να προσφέρουν με υποκλίσεις μπουκέτα από βιολέτες στις μόνιμα εντυπωσιακές συνοδούς του, συνήθως υψηλής μόδας πακέτα που στην ανάμνηση της εμφάνισής τους στο δρόμο την ημέρα εκείνη πολλοί άνδρες έτρεχαν να χωθούν στην πρώτη μοναχική τρύπα για να μαλακιστούν όσο το δυνατόν ταχύτερα, χωρίς πολλές ερωτήσεις.

Αν και πολλά ήταν τα ελαττώματα  του χαρακτήρα του, κανένα δεν  ήταν τόσο ενοχλητικό όσο η  μονομανία του με το κυριλίκι, που τη φλόγα της κρατούσε άσβεστη με μουλαρίσιας επιμονής άρνηση να παραδεχτεί εκείνο που όλοι ήξεραν – ότι δηλαδή, ασχέτως από το πόσα χρήματα έβγαζε, πόσα πολλά πολιτικά αξιώματα ή διπλώματα γοητείας κέρδιζε, κανείς από εκείνους στους κύκλους των οποίων ήθελε να ανήκει δεν θα τον θεωρούσε ποτέ τίποτε άλλο από έναν πληρωμένο κακοποιό.

(Παρατηρήσαμε ότι τα περισσότερα προβλήματα σε τούτο τον κόσμο τα προκαλεί ένα ποσοστό ανθρώπων γύρω στο δέκα με είκοσι τα εκατό, που δεν κοιτούν τη δουλειά τους, γιατί δεν έχουν δουλειά να κοιτάξουν, ούτε καν όση έχει ο ιός της ευλογιάς. Λοιπόν, ο ιός σου είναι ένα υποχρεωτικό παράσιτο των κυττάρων, και εγώ ισχυρίζομαι ότι αυτό που αποκαλούμε κακό είναι στην ουσία ένας παρασιτικός ιός που καταλαμβάνει μια ορισμένη περιοχή του εγκεφάλου, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε κέντρο του ΔΙΚΑΙΟΥ. Γνώρισμα ενός πραγματικού σκατού είναι ότι πρέπει να έχει δίκιο. Και εδώ οφείλουμε να κάνουμε στη διάγνωση τη διάκριση μεταξύ ενός σκληροπυρηνικού σκατού κατειλημμένου από τον ιό και ενός κοινού συνηθισμένου ακαμάτικου παλιοτόμαρου. Μερικά παλιοτόμαρα δεν δημιουργούν καθόλου προβλήματα, θέλουν να τους αφήνουν ήσυχους. Άλλοι κάνουν μικροφασαρίες, όπως καβγάδες στα μπαρ και ληστείες τραπεζών. Και, για να το πούμε απλά – ο εισαγγελέας Μπροκ Βοντ ήταν ένα υποχρεωτικό σκατό. Ο Τζέσε Τζέημς, ο Μπίλι δε Κιντ και ο Ντίλιντζερ ήταν απλώς παλιοτόμαρα.)

Έμεινε ώρα πολλή να κοιτάζει το βουνό, με τ’ απέραντα λιβάδια του, με τα ειρηνικά του έλατα, με τα γάργαρα νερά των χειμάρρων του, με τη χιονισμένη του κορυφή. Κάθε χειμώνα ο Μπροκ έφευγε και πήγαινε στο Σαμονί, αλλά δεν είχε ποτέ δώσει την παραμικρή σημασία στην ομορφιά των βουνών. Μέχρι σήμερα τα μάτια του τα είχε χρησιμοποιήσει μόνο και μόνο για να δένει τα σκι του και να κατεβαίνει τις πλαγιές πιο γρήγορα.

Ο Μπροκ, κουλουριασμένος από το κρύο κάτω από τις γιρλάντες, με τα γένια μούσκεμα απ’ τα δάκρυα, χωνόταν μέσα στις αναμνήσεις του, έβρισκε ζεστασιά στη χαμένη παιδική του ηλικία. Σήμερα το ποτάμι ήταν ένας οχετός, δεχόταν τα λύματα μιας φαρμακοβιομηχανίας. Στο λιβάδι όπου έπαιζε τους Ινδιάνους υψωνόταν ένα βενζινάδικο. Η αγροικία είχε γίνει κέντρο αποκατάστασης αναπήρων από τροχαία. Αντί για κελαηδίσματα αηδονιών άκουγες μόνο το θόρυβο των αυτοκινήτων. Κι ο ήλιος δεν βασίλευε πια πίσω από τα στάχια αλλά πίσω από τον αυτοκινητόδρομο. Στο όνομα τίνος πράγματος είχαν καταστρέψει τα παιδικά του χρόνια; Στο όνομα τίνος πράγματος είχε ζήσει; Στο όνομα τίνος πράγματος επρόκειτο να πεθάνει, με τον παχυλό τραπεζικό του λογαριασμό, με το καινούριο του αυτοκίνητο και τη συλλογή του από γραβάτες;

Εκδοχή  πρώτη:

Ήταν ένα ήσυχο βράδυ, κανένα τηλεφώνημα δεν τους ενόχλησε όσο κράτησε η ταινία του ματς, μετά τη συντριπτική κατάληξη του οποίου ο Χάκλμπερι και ο Κιμ χάλασαν μεταξύ τους ένα μεγάλο κουτί Κλίνεξ. Γύρω στα μεσάνυχτα χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε ο Χακ και, όταν το έκλεισε, ανοιγόκλεισε τα μάτια και τράνταξε το κεφάλι του. «Ξέρεις ποιος ήταν, έτσι;»

«Αν είναι να ραγίσει κι  άλλο η καρδιά μου, μη μου  το πεις, Χακ.»

«Ήταν ο Μπροκ Βοντ, άνθρωπέ  μου. Αυτοπροσγείωσε το Χιούι  του στην πλαγιά, το αυτοκίνητό  του στο χαντάκι.»

«Ώρα να κλειδώνουμε και να φορτώνουμε, Χακ.»

«Φύγαμε, Κιμ.»

Ο Μπροκ ήταν λίγο αόριστος, στο τηλέφωνο, για το πώς ξεκίνησε  με ελικόπτερο και κατέληξε  με αυτοκίνητο. Δεν είχε αντιληφθεί  καμία μετάβαση. Επρόκειτο όμως  για ένα ασυνήθιστο είδος αυτοκινήτου,  σχεδόν χωρίς καθόλου συμπίεση, αδύναμο στις όποιες σοβαρότερες κλίσεις, που τελικά σιγάνεψε μέχρι ακινησίας και δεν είπε να ξαναπάρει μπρος. Και εκεί, δίπλα στο δρόμο, υπήρχε το τηλέφωνο, και η αναμμένη ταμπέλα που έλεγε ΠΑΡ’ ΤΟ, έτσι λοιπόν, το πήρε και να ο Χακ στην άλλη την άκρη. Αισθανόταν μια απόσπαση, μια ανικανότητα να συγκεντρωθεί, ή, περίεργο, να θυμηθεί τί είχε γίνει προτού βρεθεί στο τιμόνι αυτού του ανίκανου, άγνωστου αυτοκινήτου που τώρα η μπαταρία του άδειαζε καθώς τα φώτα του χαμήλωναν αδύναμα μέσα στο σκοτάδι.

Επιτέλους είδε από μακριά  φώτα, σαν τα φώτα ενός πλοίου  που προχωρούν έξω, στη θάλασσα…  Τίποτε άλλο δεν υπήρχε στο  τοπίο μέχρι στιγμής – ο Μπροκ μετά βίας διέκρινε το δρόμο. Το F/350 El Mil Amores πλησίασε με ολοένα και περισσότερο θόρυβο, και τελικά σταμάτησε γι’ αυτόν.

«Πήδα μέσα, Μπροκ.»

«Και τί θα γίνει το αυτοκίνητο;»

«Ποιό αυτοκίνητο;»

Ο Μπροκ κοίταξε γύρω μα  δεν είδε αυτοκίνητο πουθενά.  Σκαρφάλωσε και κάθισε δίπλα  στον Κιμ και έβαλαν μπρος  πάνω στον σχεδόν θεοσκότεινο δρόμο. Σε λίγο το τσιμέντο άρχισε να παραχωρεί τη θέση του στο απλό χώμα και τα δέντρα άρχισαν να τους πιέζουν και από τις δύο πλευρές. Εκεί που οδηγούσε, ο Χακ είπε μια παλιά ιστορία των Γιουρόκ, για κάποιον άντρα από το Τούριπ, στο Κλάμαθ, ψηλά, κάπου δέκα μίλια από τη θάλασσα, ο οποίος έχασε τη νέα γυναίκα που αγαπούσε και πήγε να τη βρει στη χώρα του θανάτου. Όταν βρήκε τη βάρκα του Ιλάια, που περνούσε τους νεκρούς απέναντι στο τελευταίο ποτάμι, την τράβηξε έξω από το νερό και έσπασε τον πάτο της με μια πέτρα. Και για δέκα χρόνια δεν πέθανε κανένας στον κόσμο, γιατί δεν υπήρχε βάρκα να τους περάσει απέναντι.

«Την έφερε πίσω;» θέλησε να  μάθει ο Μπροκ τώρα. Μπα, που  να τη φέρει. Αλλά ξαναγύρισε  πίσω στη ζωή του στο Τούριπ, όπου όλοι νόμιζαν ότι είχε πεθάνει και έγινε διάσημος, και είπε την ιστορία του πολλές φορές. Πάντα φρόντιζε να τους προειδοποιεί όλους να προσέχουν το Μονοπάτι των Φαντασμάτων που οδηγούσε στο Τσόρεκ, τη Χώρα του Θανάτου, που τόσοι το είχαν περάσει που είχε κιόλας γεμίσει μέχρι το στήθος. Από τη στιγμή που περνούσες κάτω απ’ τη γη, δεν υπήρχε τρόπος επιστροφής.

Χαζεύοντας έξω από το παράθυρο, ο Μπροκ συνειδητοποίησε ότι ολούθε γύρω τους όλη αυτή την ώρα, ένας τοίχος από χώμα ορθωνόταν από την κάθε πλευρά του δρόμου που στένευε, μέσα στον οποίο ρίζες δέντρων συστρέφονταν πάνω από τα κεφάλια τους και η λάσπη, κάποτε γλιτσερή, τώρα είχε ξεραθεί και όσο πήγαινε σκούραινε, μέχρι που μόνο η μυρωδιά της ήταν παρούσα. Και σε λίγο, από μπροστά, ακούστηκε ο ποταμός, σκληρός, ασταμάτητος, και πίσω από αυτόν η τυμπανοκρουσία, οι φωνές που δεν έψελναν μαζί αλλά θυμόνταν, έκαναν προβλέψεις, συζητούσαν, έλεγαν παραμύθια, έριχναν κατάρες, τραγουδούσαν τραγούδια, όλα όσα κάνουν οι φωνές, χωρίς όμως να επιτρέπουν ούτε την πιο σύντομη ανάσα σιωπής. Όλες αυτές οι φωνές, για πάντα.

Στην αντίπερα όχθη του ποταμού  ο Μπροκ μπόρεσε και διέκρινε  φώτα, στρώσεις από στραβά ανερχόμενες  και σφιχτά στριμωγμένες κατοικίες  που κυριολεκτικά σωριάζονταν  η μία πάνω στην άλλη. Μέσα  στο φως του πυρσού που έκαιγε και στις φλόγες της φωτιάς έβλεπε ανθρώπους να χορεύουν. Τότε τους πλησίασαν μια γριά και ένας γέρος. Ο άνδρας κρατούσε στα χέρια του πράγματα που στην αρχή δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά ο Μπροκ. Σιγά-σιγά όμως ξεχώρισε, παντού γύρω τους μέσα στη σκοτεινιά, κόκκαλα, ανθρώπινα κόκκαλα, κρανία και σκελετούς. «Τί είναι αυτά;» ρώτησε. «Σας παρακαλώ.»

«Θα σου βγάλουν έξω τα κόκκαλα,» εξήγησε ο Χακ. «Τα κόκκαλα πρέπει να μείνουν απ’ αυτή την πλευρά. Ό,τι περισσέψει από σένα θα περάσει απέναντι.

«Έχε γεια, Μπροκ,» είπε ο Κιμ…

Εκδοχή  δεύτερη:

Δεν ήταν η πρώτη φορά που  ο εισαγγελέας αντίκριζε ένα  τέτοιον σκοτεινό διάδρομο ούτε  που ανέπνεε αυτήν την απαίσια  μυρωδιά. Η σταδιοδρομία του  ήταν γεμάτη από τέτοιες θλιβερές  εικόνες που τον είχαν αφήσει  ασυγκίνητο. Όμως αυτή την φορά αισθανόταν να τον κυριεύει μια ταραχή που όλο και περισσότερο μεγάλωνε παίρνοντας ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο. Άκουσε το κλάμα ενός παιδιού από μια από τις δύο πόρτες του διαδρόμου. Μη μπορώντας να σιγουρευτεί από ποια ερχόταν, χτύπησε στην τύχη μια από τις δύο.

Το διαμέρισμα είχε δυο κολλητά  δωμάτια, στενά σαν διαδρόμους. Το πρώτο φωτιζόταν μόνον από  την ενδιάμεση τζαμόπορτα και  ήταν πιο σκοτεινό από τον  εξωτερικό διάδρομο. Μια λεπτή  γυναίκα με νεανικό αλλά ταλαιπωρημένο πρόσωπο υποδέχτηκε τον Μπροκ. Μέσα στα φουστάνια της στεκόταν ένα παιδί που τον κοίταζε με τα κλαμένα μάτια του. Το θέαμα του νεοφερμένου του φάνηκε τόσο περίεργο που αμέσως ξέχασε τον καημό του. Η γυναίκα οδήγησε τον εισαγγελέα στο δεύτερο δωμάτιο. Η επίπλωσή του ήταν ένα ράντζο, ένα ξύλινο άσπρο τραπεζάκι και μια παλιά ραπτομηχανή τοποθετημένη κοντά στο παράθυρο της σοφίτας που έβλεπε στις στέγες. Η αθλιότητα αυτού του σπιτιού δεν ήταν τίποτα περισσότερο απ’ αυτή που είχε δει ο Μπροκ χιλιάδες φορές. Όμως, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωθε αμηχανία καθώς έμπαινε στο σπίτι ενός φτωχού.

Συνήθως οι επισκέψεις ελεημοσύνης  ήταν πολύ σύντομες. Χωρίς να  κάτσει, έκανε μερικές ερωτήσεις,  σκάρωνε μια φρασούλα για να  δώσει θάρρος και έφευγε αφήνοντας  τον οβολό του. Αυτή τη φορά δεν ήξερε καλά-καλά γιατί είχε έρθει και δεν σκεφτόταν να πιάσει το πορτοφόλι του. Το μυαλό του ήταν πλημμυρισμένο από σκέψεις και τίποτα δεν ερχόταν στα χείλη του. Δεν τολμούσε καν να σηκώσει το βλέμμα του προς την μοδιστρούλα καθώς αναλογιζόταν το επάγγελμά του τού εισαγγελέα. Από την πλευρά της, η γυναίκα δεν αισθανόταν λιγότερη αμηχανία αν και η φήμη του σαν αγαθοεργού ανθρώπου ήταν γνωστή σε όλους από πολύ καιρό. Το παιδάκι ανέλαβε να τους βγάλει από την αμηχανία. Ενώ στην αρχή ήταν φοβισμένο, δεν άργησε να αισθανθεί άνετα και σκαρφάλωσε στα γόνατα του Μπροκ. Ο εισαγγελέας κυριεύτηκε από τύψεις που δεν είχε καραμέλες και αισθάνθηκε μια περίεργη επιθυμία να κλάψει. Ξαφνικά ακούστηκαν βροντερά χτυπήματα στην πόρτα, σαν να ήταν μπαστουνιές. Η μοδίστρα ταράχτηκε και πέρασε στο άλλο δωμάτιο κλείνοντας την ενδιάμεση πόρτα.

«Λοιπόν;» είπε μια βαριά σκληρή  φωνή, που ο Μπροκ αναγνώρισε  στη στιγμή πως ήταν του  Γκορζερέν. «Λοιπόν; Ελπίζω ότι  θα το τακτοποιήσεις σήμερα;»

Η απάντηση έφτασε στα αυτιά του εισαγγελέα σαν ένας ακαθόριστος ψίθυρος, που όμως καταλάβαινε εύκολα το νόημά του. Ο Γκορζερέν άρχισε να ουρλιάζει με μια απαίσια φωνή που τρόμαξε το παιδί και έκανε όλο το σπίτι να βουίζει:

«Α! Όχι! Αυτό πάει πολύ! Δεν θα συνεχίσεις να με πληρώνεις με υποσχέσεις. Θέλω τα χρήματά μου! Δώσε τα λεφτά μου αμέσως. Λοιπόν, δείξε μου που βάζεις τις οικονομίες σου. Θέλω να τις δω.»

Μια άλλη εποχή ο Μπροκ θα  αισθανόταν θαυμασμό γνωρίζοντας  με τί ζήλο ο Γκορζερέν ασκούσε  το σκληρό επάγγελμα του να εισπράττεις νοίκια από τους φτωχούς. Όμως τώρα ένιωθε το ίδιο συναίσθημα φόβου, όπως και του παιδιού που καρδιοχτυπούσε βρίσκοντας καταφύγιο στην αγκαλιά του.

«Λοιπόν, βγάλε τα λεφτά σου!» βρυχόταν ο Γκορζερέν. «Δώστα, γιατί διαφορετικά θα τα βρω μόνος μου.»

Ο εισαγγελέας σηκώθηκε, ακούμπησε  το παιδί στην καρέκλα και  μπήκε στο διπλανό δωμάτιο  χωρίς να έχει μια συγκεκριμένη  πρόθεση.

«Νάτος!» φώναξε ο Γκορζερέν.  «Στον ουρανό σε γύρευα, στη  γη σε βρήκα.»

«Δίνε του!» διέταξε ο εισαγγελέας.

Ο Γκορζερέν, κατάπληκτος, άνοιξε  διάπλατα τα ηλίθια μάτια του.

«Δίνε του!» επανέλαβε ο Μπροκ.

«Τί τρέχει, έχασες τα λογικά  σου; Είμαι ο ιδιοκτήτης.»

Αληθινά ο Μπροκ είχε χάσει  τα λογικά του, γιατί όρμησε  πάνω στον Γκορζερέν και τον πέταξε έξω από την πόρτα μουγκρίζοντας:

«Ούστ από εδώ γουρούνι ιδιοκτήτη. Κάτω οι ιδιοκτήτες! Κάτω οι ιδιοκτήτες!»

Ο Γκορζερέν, νιώθοντας να απειλείται  η ζωή του, τράβηξε ένα ρεβόλβερ  και σημαδεύοντας τον εισαγγελέα  τον σώριασε νεκρό πάνω στο στενό διάδρομο, δίπλα στην σκάφη και το σφουγγαρόπανο.

Ο Θεός βρισκόταν ήδη στην  αίθουσα των ακροάσεων όταν  ο Μπροκ κλήθηκε να παρουσιαστεί.

«Α!» είπε, «νά ’τος πάλι ο  κύριος εισαγγελέας. Και ποια  ήταν η διαγωγή του;»

«Μα την πίστη μου,» απάντησε ο άγιος Πέτρος, «δεν θα μας πάρει καθόλου χρόνο για να τακτοποιήσουμε την υπόθεσή του.»

«Ωραία, ας δούμε λίγο τις καλές  του πράξεις.»

«Ω! Ας μην μιλάμε στον πληθυντικό. Δεν υπάρχει παρά μόνο μία  στο ενεργητικό του.» Εδώ, ο  άγιος Πέτρος κοίταξε τον Μπροκ μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο. Ο εισαγγελέας θέλησε να διαμαρτυρηθεί και να αναφερθεί σ’ όλες τις καλές του πράξεις που έγραψε στα τετράδια αλλά ο άγιος δεν τον άφησε να μιλήσει.

«Ναι, μόνο μία καλή πράξη που  να αξίζει. Φώναξε, αυτός, ένας  εισαγγελέας: “Κάτω οι ιδιοκτήτες”.»

«Τι ωραίο,» μουρμούρισε ο Θεός. «Τι ωραίο.»

«Το φώναξε δύο φορές και  πέθανε τη στιγμή που υπεράσπιζε  μια φτωχή από την κτηνωδία  του ιδιοκτήτη της.»

Ο Θεός, γεμάτος θαυμασμό, διέταξε  τους αγγέλους να παίξουν προς  τιμήν του Μπροκ. Μετά είπε  να ανοίξουν και τα δυο φύλλα  της πόρτας του ουρανού όπως  γίνεται με τους απόκληρους, τους  αλήτες, τους κυνηγημένους και  τους καταδικασμένους σε θάνατο. Ο κύριος εισαγγελέας μπήκε στον Παράδεισο μ’ ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι ακουμπώντας πάνω στους ήχους της μουσικής…

Εντωμεταξύ, στον μάταιο τούτο κόσμο:

Επί τρεις ημέρες ο Τομ έσκαγε στην κυριολεξία για την κατάσταση του εισαγγελέα, και διψούσε να μάθει νέα για την υγεία του. Μερικές φορές οι ελπίδες του αναζωπυρώνονταν. Όμως η υγεία του εισαγγελέα είχε μάλλον απογοητευτικές διακυμάνσεις. Στο τέλος, ανακοινώθηκε πως την είχε γλιτώσει φτηνά – και, λίγο μετά, πως ανάρρωνε. Ο Τομ είχε εξοργιστεί κι ένιωσε και κατά κάποιον τρόπο θιγμένος. Υπέβαλε στη στιγμή την παραίτησή του. Όμως, την ίδια νύχτα, ο εισαγγελέας έπαθε μια κρίση και πέθανε. Ο Τομ έβγαλε το συμπέρασμα πως δεν επρόκειτο ποτέ να εμπιστευτεί τέτοιον άνθρωπο ξανά.

Η κηδεία ήταν υπέροχη…

ΙΙΙ

Μερικές φορές, αν και όχι  συχνά, έβλεπε κι αυτός όνειρα, αλλά τα δικά του ήταν πιο  οδυνηρά από τα όνειρα των  άλλων παιδιών. (Μια έντονη αηδιαστική μυρωδιά. Στο κέντρο ενός δωματίου που ’ναι στρωμένο με κόκκινο χαλί βλέπω ένα κομμάτι γης γύρω στα τρία τετραγωνικά μέτρα που πάνω του φυτρώνουν παράξενα βολβοειδή φυτά.) Μπορούσε να ονειρεύεται για ώρες και να κλαίει γοερά χωρίς να ξυπνάει. (Σαρανταποδαρούσες σέρνονται ανάμεσα σε πέτρες από ασβεστόλιθο και κάτω από μια πέτρα προβάλλει το κεφάλι μίας από αυτές, πελώριας.) Είχε να κάνει, νομίζω, κι αυτό με το αίνιγμα της ύπαρξής του. (Οπλίζομαι μ’ ένα γιαταγάνι και κάποιος που δεν μπορώ να τον διακρίνω σηκώνει ένα κούτσουρο.) Σε τέτοιες στιγμές η Γουέντυ τον σήκωνε και τον κάθιζε στα γόνατά της κι έβρισκε τρόπους να τον παρηγορεί και να τον ησυχάζει· (αναποδογυρίζω την πέτρα με μια κλοτσιά μα η σαρανταποδαρούσα χώνεται πιο βαθιά στο χώμα και βλέπω πως είναι τεράστια, ίσως ένα μέτρο) κι όταν ηρεμούσε, τον έβαζε στο κρεβάτι αμέσως, για να μην ξυπνήσει και ντραπεί που τον είχε δει εκείνη σε τέτοια κατάσταση. (Τώρα βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι μου και ξυπνώ ουρλιάζοντας. Καταλαβαίνω πως πρέπει ν’ αρχίσω τις προετοιμασίες για έναν πόλεμο που νόμιζα πως είχε τελειώσει…)

Έφτασα πολύ νωρίς, κι έτσι  πήγα κι έκατσα σ’ έναν από κείνους τους πέτσινους καναπέδες που είναι στο σαλόνι, δίπλα στο ρολόι, και χάζευα τα κορίτσια. Είχανε κλείσει κιόλας ένα σωρό σχολεία για διακοπές, και είχε κάπου ένα εκατομμύριο κορίτσια που καθόντουσαν ή γυρόφερναν, και περίμεναν τα ραντεβουδάκια τους. Κορίτσια με σταυρωμένα πόδια, κορίτσια χωρίς σταυρωμένα πόδια, κορίτσια με απίθανα πόδια, κορίτσια με φριχτά πόδια, κορίτσια που φαίνονταν πως άμα τις γνώριζες θα ’τανε σωστές στρίγγλες. Ωραίο θέαμα, μα την αλήθεια, καταλαβαίνετε τί θέλω να πω. (Δυο, δυο, πέρασαν, να τα, τα κορίτσια / Όλο ντρέπονται, ντρέπονται τα κορίτσια / Τα κορίτσια, τα κορίτσια, δύο-δύο βιαστικά / στρίβουν από τη γωνία για να μπουν στο σινεμά…) Από ένα μέρος ήτανε και λιγάκι λυπητερό, γιατί αναρωτιόσουν συνέχεια τί διάολο τις περίμενε όλες τους. Θέλω να πω, αν τελείωναν τα σχολεία και τα κολέγια. Έβαζες με το νου σου πώς οι περισσότερες θα παντρευόντουσαν μάλλον τίποτα μάπες. Κάτι τύπους που λένε όλη την ώρα στα πόσα καίει το γαλόνι το κωλάμαξό τους. Κάτι τύπους που τσαντίζονται και κάνουνε σαν μωρά άμα τους νικάς στο γκολφ ή έστω σε κανένα ηλίθιο παιχνίδι σαν το πινγκ-πονγκ. Τύπους πολύ στριμμένους. Τύπους πολύ βαρετούς.  (Στέκουν πίσω από το τζάμι και ζητάνε παγωτό / τα κορίτσια που ’χουν γίνει δεκατέσσερα χρονώ / Σε λευκώματα όμορφα γράφουν τα κορίτσια / Πριν πλαγιάσουν κλείνουν, κλειδώνουν τα κορίτσια…)

Και ξαφνικά τους βλέπω. Η εξωτερική τους όψη κονιορτοποιείται, εισχωρώ στο είναι τους. Ένας φοιτητής: ένας νεαρός διανοούμενος κόκορας, μεθυσμένος από τις ολοκαίνουριες γνώσεις του, ένας δογματικός ήδη εκπαιδευμένος στη μισαλλοδοξία. Ένας καθηγητής: ένας σοβαροφανής ηλίθιος, απόστολος του εαυτού του, μια ψυχρή ψυχή, κορεσμένη από λέξεις, μια διακεκριμένη μετριότητα, οχυρωμένη πίσω από την πολυμάθειά της, ένας στομφώδης αδιάφορος, που αρνείται πεισματικά οτιδήποτε βρίσκεται έξω από τις έρευνές του, που είναι αναίσθητος στη δυστυχία του κόσμου επειδή αυτή δεν εντάσσεται στην ειδικότητά του. Ο επιστάτης που σκουπίζει: σκιά ανθρώπου, χτυπημένη από τη ζωή, ένα αηδιασμένο πιόνι του παιχνιδιού, που βλέπει τους γλουτούς των περαστικών φοιτητριών σαν τους καρπούς του χαμένου παραδείσου, που ανυπομονεί να πιει το λίτρο το κρασί του μπροστά στην τηλεόραση και ύστερα να πλαγιάσει μεθυσμένος, για να βγει επιτέλους ελεύθερος στη σχολική αυλή του ύπνου. Ένας άσχημος σκοτεινός τύπος, με βλέμμα κυνηγημένου ζώου, με έκφραση δραπέτη βρυκόλακα – εγώ μέσα σ’ έναν καθρέφτη. Μια γραμματέας: μια φλύαρη φραγκόκοτα, που τρέχει διαρκώς να διεκπεραιώσει τιποτένια πράγματα, που προκαλεί κάθε είδους δυσκολίες σε όλους για να φαίνεται σπουδαία, που εκδικείται για την ασημαντότητα της ζωής της αποθαρρύνοντας όλους όσοι αναπνέουν γύρω της, μια γυναίκα ειδικευμένη στη διοικητική παραφροσύνη και περήφανη που αποτελεί ένα απαραίτητο γρανάζι σ’ έναν άχρηστο μηχανισμό. (Στον καθρέφτη κάθε βράδυ στα κρυφά / βλέπουνε να μεγαλώνουν μ’ ένα φόβο στη καρδιά…)
Όλοι δαιμονισμένοι! Κυριευμένοι από το δαίμονα του ορθολογισμού, το δαίμονα του εγωισμού, το δαίμονα της απελπισίας, το δαίμονα της πολυπραγμοσύνης! Αυτό είναι το σύστημα που μετατρέπει τους ανθρώπους σε εξαρτήματα των μηχανών, σε τηλεχειριζόμενους τυφλοπόντικες, σε πολυδύναμα ανδρείκελα, σε αυτοϊκανοποιημένους ηλίθιους. (Τη μαμά τους τη ρωτάνε κάθε μήνα μια φορά / τα κορίτσια που περνάνε δύο-δύο βιαστικά…)

Μήπως αυτό το σύστημα είναι ο Διάβολος;

Τότε είδα την παλιόφιλη την  Γουέντυ που ανέβαινε τις σκάλες (το πόμολο της πόρτας γυρίζει ως δια μαγείας), και κατέβηκα να τη συναντήσω. Ήταν απίθανη. Αλήθεια.

(ΤΟ ΠΟΜΟΛΟ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ: Προς Σε.

ΖΩΗ: Ο Διάβολος μπήκε απ’ αυτή την πόρτα.

ΣΤΗΒΕΝ: Ο Εωσφόρος. Ευχαριστώ. Άκου! Ο φίλος μας, ο θόρυβος στο δρόμο!)

«Στήβεν!» μου λέει. «Αχ, είναι υπέροχο που σε βλέπω! Χρόνια και ζαμάνια!» Είχε μια από εκείνες τις πολύ δυνατές κι ενοχλητικές φωνές, άμα τη συναντούσες πουθενά. Κι έτσι πάλι τα κατάφερνε, γιατί ήταν πολύ όμορφη ο Διάολος, αλλά εμένα πάντα μου γύριζε το άντερο.

«Κι εγώ χαίρομαι που σε  βλέπω,» της λέω. Και το πίστευα. «Τί γίνεσαι λοιπόν;»

«Τέλεια! Άργησα;»

Της είπα όχι, αλλά μ’ είχε στήσει κάπου δέκα λεπτά, για να λέμε την αλήθεια. Δεν μ’ ένοιαζε όμως.

Άξαφνα τότε έπαψα ν’ ανάβω σπίρτα, κι έσκυψα πάνω στο τραπέζι, έτσι, να ’ρθω πιο κοντά της. Είχα ένα σωρό πράγματα στο νου μου. «Ψιτ, Γουέντυ», της λέω.

«Τι;» μου λέει. Κοιτούσε ένα κορίτσι που καθόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας.

«Έχεις νιώσει ποτέ μπουχτισμένη;»  της λέω. «Θέλω να πω, φοβήθηκες  ποτέ πως όλα θα γίνουν σκατά,  εκτός κι αν κάνεις κάτι; Θέλω  να πω, σ’ αρέσει το σχολείο  και τα ρέστα;»

«Είναι τρομακτικά βαρετό».

«Θέλω να πω, το μισείς όμως; Το ξέρω πως είναι τρομαχτικά βαρετό, αλλά το μισείς; Αυτό ήθελα να πω».

«Ε, βέβαια, δεν το μισώ ακριβώς. Ωστόσο πάντα πρέπει να-»

«Ε, λοιπόν, εγώ το μισώ,» της λέω. «Μάγκα μου, πως το μισώ. (Το πρωί της Δευτέρας έβρισκε τον Στήβεν σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Κάθε πρωί Δευτέρας τον έβρισκε έτσι, κι αυτό γιατί άρχιζε άλλη μια εβδομάδα αργών βασανιστηρίων στο σχολείο. Γενικά, ξεκινούσε εκείνη τη μέρα του ευχόμενος να μην είχε μεσολαβήσει η αργία, γιατί έκανε πολύ πιο μισητή την επιστροφή του στη σκλαβιά και στα δεσμά του. Μετά από μισή ώρα, ο Στήβεν είχε μια αμυδρή και πολύ γενική ιδέα περί του μαθήματος, αλλά τίποτα περισσότερο, γιατί το μυαλό του διέσχιζε όλη την αχανή έκταση της ανθρώπινης σκέψης και τα χέρια του ήταν μονίμως απασχολημένα σε απίστευτες σκανταλιές.) Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Όλα μου φταίνε. Ας πούμε, μισώ τη Νέα Υόρκη που μένω. Μισώ τα ταξί και τα λεωφορεία της Μάντισον Άβενιου, με τους οδηγούς και τα ρέστα που όλο σου βάζουν τις φωνές να κατεβαίνεις απ’ την πίσω πόρτα, και σιχαίνομαι να με συστήνουν σε κάλπηδες που λένε τους Λαντς αγγέλους, και ν’ ανεβοκατεβαίνω με το ασανσέρ όταν όλο κι όλο που θέλω είναι να βγω έξω, και τους τύπους που μου προβάρουν κάθε τρεις και λίγο τα βρακιά μου στου Μπρουκς, και τους άλλους που πάντα-»

«Σε παρακαλώ, μη φωνάζεις», μου κάνει η παλιοΓουέντυ. Κι αυτό ήταν πολύ περίεργο, γιατί εγώ ούτε που φώναζα.

«Πάρε να πούμε τ’ αυτοκίνητα,»  της λέω. Της το ’πα με  εκείνη την πολύ ήρεμη φωνή. «Δες να πούμε τους περισσότερους  πώς τρελαίνονται για τ’ αυτοκίνητα. Πέφτουνε του θανατά έτσι και τα γρατζουνίσουνε λιγάκι, κι όλη την ώρα κουβεντιάζουν στα πόσα καίνε το γαλόνι, και μόλις πάρουν καινούργιο αυτοκίνητο αρχίζουν αμέσως να σκέφτονται να τ’ αλλάξουν μ’ ένα άλλο, που να είναι ακόμα πιο καινούργιο. Εμένα ούτε τα παλιά αυτοκίνητα μ’ αρέσουν. Θέλω να πω, μ’ αφήνουν ασυγκίνητο. Καλύτερα να ’χα ένα παλιάλογο. Το άλογο έχει τουλάχιστον ψυχή, στον Θεό σου. Με το άλογο μπορείς τουλάχιστον-»

«Δεν καταλαβαίνω τί λές,» μου  κάνει η παλιοΓουέντυ. «Πηδάς  απ’ το ένα-»

«Ξέρεις κάτι;» της λέω. «Είσαι ίσως ο μοναδικός λόγος που βρίσκομαι αυτήν τη στιγμή στη Νέα Υόρκη ή οπουδήποτε αλλού… Αν δεν ήσουν εσύ, τώρα θα ’χα πάει στον Διάολο. Στα δάση ή σε κάποιο βρωμότοπο, μακριά από δω. Γνωρίζεις πόσο πόνο μου προκαλείς; Είσαι κυριολεκτικά ο μοναδικός λόγος που βρίσκομαι εδώ πέρα».

«Είσαι πολύ γλυκός,» μου λέει. Το καταλάβαινες όμως ότι ήθελε  ν’ αλλάξουμε κουβέντα.

Η Γουέντυ, που πάντα της  άρεσε να κάνει το σωστό,  με ρώτησε πόσων χρονών είμαι.  Δεν θα ’λεγα πως ήταν η  πιο κατάλληλη ερώτηση. Ήταν σαν να σου ζητάνε σε γραπτές εξετάσεις ν’ απαντήσεις πάνω στη γραμματική, όταν εσύ το μόνο που θες να σε ρωτήσουν είναι για τους ινδιάνικους πολέμους.

«Δεν ξέρω,» απάντησα αμήχανα,  «πάντως είμαι πολύ μικρός.»

Στην πραγματικότητα δεν ήξερα τίποτα πάνω σ’ αυτό· είχα απλώς μερικές υποψίες, αλλά είπα χωρίς δισταγμό: «Γουέντυ, σηκώθηκα κι έφυγα απ’ το σπίτι μου μόλις γεννήθηκα». Της εξήγησα με χαμηλή φωνή: «Έφυγα γιατί άκουσα τον μπαμπά και τη μαμά να κουβεντιάζουν για το τί θα γινόμουν όταν θα μεγάλωνα.» Τώρα είχα νευριάσει για τα καλά. «Δεν θέλω να μεγαλώσω ποτέ,» λέω με πάθος. «Θέλω να είμαι πάντα ένα μικρό αγόρι και να περνάω ωραία. Γι’ αυτό έφυγα και πήγα στο πάρκο του Κένσινγκτον και έζησα για πολύ καιρό μαζί με τις νεράιδες.»

Τώρα βρισκόμασταν και οι δυο μαζί στην πολυθρόνα και η Γουέντυ με βομβάρδιζε μ’ όλο και πιο πολλές ερωτήσεις.

«Δεν μένεις πια στον κήπο του Κένσινγκτον;»

«Μένω καμιά φορά και τώρα.»

«Μα πού μένεις τώρα τον  περισσότερο καιρό;»

«Μαζί με τα χαμένα παιδιά.»

«Ποιοι είναι αυτοί;»

Καμιά φορά, σαν απάντηση στις θεωρίες μου, ανέφερε γεγονότα της δικής της ζωής και εμπειρίας. Με μια σχεδόν μητρική φροντίδα, με υποκινούσε να ανοιχτώ εντελώς… Της είχα εξομολογηθεί, π.χ., πώς για ένα διάστημα είχα παραβρεθεί και λάβει μέρος στις συνεδριάσεις του ιρλανδέζικου Σοσιαλιστικού Κόμματος, όπου αισθάνθηκα κι εκεί απομονωμένος, ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά σκυθρωπούς εργάτες, μαζεμένους σε μια κρύα αποθήκη κάτω από το φως μιας αδύνατης λάμπας πετρελαίου. Όταν το κόμμα διασπάστηκε σε τρία μέρη, καθένα με δικό του αρχηγό και τη δική του αποθήκη, σταμάτησα να πηγαίνω. Οι συζητήσεις των εργατών ήταν πολύ περιορισμένου ενδιαφέροντος και τελικά φοβισμένες. Όλο το βάρος έπεφτε στα ημερομίσθια. Αυτό ήταν υπερβολικό… Μια μέρα με ρώτησε γιατί δεν έγραφα τις σκέψεις μου. «Για ποιον;» απάντησα με συγκρατημένη περιφρόνηση. «Για να συναγωνισθώ τους νεοσσούς της γραφίδος, ανίκανους να εκφρασθούν με συνέπεια για εξήντα δευτερόλεπτα; Να υποβάλω εαυτόν εις τας κρίσεις κριτικών, μιας ειδεχθούς και νωθράς μικροαστικής κοινωνίας που εμπιστεύεται την ηθική της εις τους χωροφύλακας και τας καλάς τέχνας εις τους ιμπρεσάριους και τους μεσάζοντας;»

Έπειτα, άξαφνα, μου κατέβηκε εκείνη  η ιδέα.

«Κοίτα δω,» της λέω. «Έχω  μια ιδέα. Θες να φύγουμε από εδώ; Μα τον Θεό, θα περάσουμε απίθανα. Τί λές; Πες μου. Πώς σου φαίνεται; Θα έρθεις μαζί μου; Σε παρακαλώ!»

«Αυτά δεν γίνονται,» μου λέει η παλιοΓουέντυ. Φαινόταν άγρια τσαντισμένη.

«Γιατί δεν γίνονται; Γιατί Διάολε;»

«Πάψε να ξεφωνίζεις. Σε παρακαλώ,» μου λέει. Κι αυτό ήταν μεγάλη βλακεία, γιατί εγώ ούτε που ξεφώνιζα.

«Γιατί δεν γίνονται; Γιατί όχι;»

«Γιατί δεν μπορείς, αυτό είναι  όλο. Πριν απ’ όλα είμαστε  και οι δύο κυριολεκτικά παιδιά. Και μήπως σκέφτηκες ποτέ τί θα κάνεις αν δεν βρεις δουλειά, όταν τελειώσουν τα λεφτά σου; Θα πεθάνουμε της πείνας. Έχουμε ένα σωρό καιρό μπροστά μας για όλα αυτά τα πράγματα – όλα. Θέλω να πω, όταν τελειώσεις το πανεπιστήμιο και τα λοιπά, κι αν παντρευτούμε. Κι έπειτα θα έχουμε ένα σωρό θαυμάσια μέρη να πάμε. Αρκεί να-»

(Που να πάμε άραγε; Στην πνευματική ασφυξία; Στον ικανοποιημένο εγωισμό, στην κατάθλιψη μέσα στις ανέσεις, στη χρυσή απομόνωση μέσα σε μια πόλη-μηχανή, όπου οι τοξικοί καπνοί κρύβουν τ’ άστρα; Σε μια προκατασκευασμένη ύπαρξη, καρυκευμένη με λίγη διανόηση, για να περνάει πιο ευχάριστα η ώρα μέσα στη σκλαβιά της ρουτίνας; Στην αγωνία της μύγας κάτω από το αναποδογυρισμένο ποτήρι; Στην υποχρέωση να πουλιέται για να μπορεί ν’ αγοράζει; Σε μια πυρετώδη ζωή, γεμάτη περιορισμούς αλλά χωρίς καθήκοντα, γεμάτη σχέδια αλλά χωρίς ιδανικά, γεμάτη επιλογές αλλά χωρίς νόημα; Στον απελπισμένο αγώνα για να μην είναι μόνη, για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της, για να κρύψει το φόβο της, για ν’ αναπνεύσει, για να γλιτώσει;Πόσο όμορφα βλέπεις τα κορίτσια / Πόσο άτυχα βλέπεις τα κορίτσια…)

«Μα, δεν θα έχουμε. Δεν θα  έχουμε ένα σωρό μέρη να  πάμε. Θα είναι εντελώς αλλιώτικα,»  της λέω. «Αχ, αν μπορούσες  μόνο να σκεφτείς περισσότερο  και με περισσότερη ευθύτητα  και συνοχή! Άφησε ελεύθερα τα χαλινάρια του μυαλού σου, μην το καταπιέζεις με βολικές προκαταλήψεις! Ή θέλεις να είσαι ένα στολίδι σαλονιού για το υπόλοιπο της ζωής σου; Απάντησέ μου όσο μπορείς πιο καθαρά, κι αν η λίγη εμπιστοσύνη που μου έχεις είναι ακόμα ζωντανή, τότε θα σου πρότεινα – ξέρεις τί…» Είχε αρχίσει να με πιάνει πάλι εκείνη η διαολεμένη πλάκωση.

Τότε μου είπε τα πάντα για την Κόλαση κι εγώ της είπα ότι πολύ θα ήθελα να πάω εκεί. Νευρίασε, αλλά δεν είχα κακό σκοπό. Το μόνο που ήθελα ήταν να πάω κάπου· ήθελα μόνο μια αλλαγή, όχι κάτι συγκεκριμένο. Είπε ότι ήταν αμαρτωλό να λέω αυτό που είχα πει· είπε ότι δεν θα το έλεγε ακόμα κι αν της χάριζαν όλο τον κόσμο· εκείνη θα ζούσε έτσι ώστε να πάει στον Παράδεισο. Λοιπόν, δεν έβρισκα κανένα όφελος στο να πάω εκεί, έτσι αποφάσισα να μην το προσπαθήσω. Αλλά δεν της το είπα, γιατί μόνο μπελάδες θα έφερνε και τίποτα καλό.

Πήρε φόρα και συνέχισε και  μου είπε τα πάντα για τον Παράδεισο. Είπε ότι το μόνο που είχε να κάνει εκεί ένα παιδί ήταν να τριγυρνά όλη μέρα με μια άρπα και να τραγουδά για όλη την αιωνιότητα. Έτσι δεν το πολυσκέφτηκα. Αλλά δεν της το είπα. Τη ρώτησα αν πίστευε ότι ο Τομ Σόγερ θα πήγαινε εκεί και εκείνη είπε, σε καμία περίπτωση. Χάρηκα, γιατί ήθελα να είμαστε μαζί, εκείνος και εγώ.

«Βλέπεις, Στήβεν,» συνέχισε, «γερνάμε και τα προβλήματα στοιβάζονται. Μια μέρα, εσύ κι εγώ, θα τριγυρνάμε μέσα σ’ ένα στενό, μαζί, στη δύση του ήλιου, και θα ψάχνουμε στα σκουπίδια».

«Θες να πεις πώς θα καταλήξουμε  σαν τους γεροαλήτες;» της λέω.  «Ναι. Όλοι προς τα εκεί πηγαίνουμε τώρα». Ρυτίδες στην ανάποδη κόψη του χάους, αυτό έπρεπε να πω. Το χρυσάφι είναι στο βάθος του κόσμου κι ο κόσμος είναι άνω-κάτω. «Γιατί όχι, μωρό μου; Φυσικά και θα καταλήξουμε εκεί αν το θέλουμε, κι όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να τελειώνεις έτσι. Περνάς όλη σου τη ζωή χωρίς ν’ ασχολείσαι με το τί θέλουν οι άλλοι, μαζί και οι πολιτικοί και οι πλούσιοι, και κανείς δεν σκοτίζεται για σένα και προχωράς μονάχος και ανοίγεις το δικό σου δρόμο. Θέλω να σου πω, Γουέντυ, ξεκάθαρα, δεν έχει σημασία που μένω, η βαλίτσα μου εξέχει πάντα κάτω απ’ το κρεβάτι, είμαι έτοιμος να φύγω ή να πάρω πόδι. Αποφάσισα να τ’ αφήσω όλα να κυλήσουν μέσα απ’ τα χέρια μου. Με είδες, εσύ, ν’ αγωνίζομαι και να χτυπάω τον κώλο μου κάτω για να πετύχω και ξέρεις, εσύ, πώς είναι χωρίς σημασία και πως έχουμε την αίσθηση του χρόνου, τον τρόπο να κόβουμε ταχύτητα και να περπατάμε και να ψάχνουμε και ν’ αρκούμαστε στις απλές απολαύσεις, και τί είναι οι άλλες απολαύσεις; Εμείς, ξέρουμε».

«Τί;» μου λέει. «Δεν σ’ άκουσα. Τη μια στιγμή ξεφωνίζεις και την άλλη-»

Λοιπόν, λέω στον εαυτό μου  τελικά, θα το ρισκάρω· αυτή  τη φορά θα πω την αλήθεια,  αν και μοιάζει πολύ σαν  να κάθεσαι πάνω σε ένα βαρέλι  με μπαρούτι και να το ανάβεις  για να δεις πού θα πας.  Λέω λοιπόν:

«Είπα όχι, δεν θα ’χουμε να πάμε σε θαυμάσια μέρη όταν θα ’χω τελειώσει το πανεπιστήμιο και τα ρέστα. Άνοιξε τ’ αυτιά σου. Τότε θα είναι εντελώς άλλο πράγμα. Θα πρέπει να κατεβαίνουμε με ασανσέρ, όλο βαλίτσες και τέτοια. Θα πρέπει να τηλεφωνούμε σ’ όλους και να τους λέμε αντίο, και να τους στέλνουμε κάρτες από ξενοδοχεία και τα ρέστα. Και εγώ θα δουλεύω σε κανένα γραφείο και θα βγάζω ένα σωρό λεφτά, και θα πηγαίνω στη δουλειά με ταξί και με λεωφορεία της Μάντισον Άβενιου, και θα διαβάζω εφημερίδες, και θα παίζω μπριτζ όλη την ώρα, και θα πηγαίνουμε σινεμά και θα βλέπουμε ένα κάρο ντοκιμαντέρ και προσεχώς και επίκαιρα και σκατά. Άκου επίκαιρα! Θεέ και κύριε! Έχουν όλο κάτι ηλίθιες ιπποδρομίες και κάτι μεγαλοκυράδες που σπάνε μπουκάλες σε βαπόρια, και κάτι χιμπατζήδες που κάνουν ποδήλατο με κοντά παντελονάκια. Δεν θα είναι διόλου ίδιο. Δεν κατάλαβες καθόλου τί ήθελα να πω.»

«Ήρθα,», λέει εκείνη, «ελπίζοντας  ότι θα μ’ έβγαζες από μια  φαντασίωση.»

«Απόλαυσέ την!» φωνάζω άγρια.  «Τί άλλο έχετε εσείς όλοι; Κράτησέ την γερά από τη μικρή κεραία, μην αφήνεις τους φροϋδιστές να σε καλοπιάσουν και να σου την πάρουν ή τους φαρμακοποιούς να σε δηλητηριάσουν και να σου την πάρουν μετά. Οτιδήποτε κι αν είναι, κράτησέ το σαν κάτι πολύτιμο, γιατί αν το χάσεις θα γίνεις από την έλλειψή του σαν τους άλλους, θ’ αρχίσεις να παύεις να υπάρχεις. Α, να πάρει η ευχή, πιστεύω στον Διάβολο, ναι, πιστεύω, ιδιαίτερα όταν βλέπω τα μούτρα σας και, ακόμα κι αν κάνω λάθος, είμαι περισσότερο άνθρωπος απ’ ό,τι εσείς, που ζείτε σαν σάντουιτς ανάμεσα στα παπούτσια και στα καπέλα σας! Θα το μετανιώσετε κάποτε πικρά! Όμως εγώ σκέφτομαι, φανταστείτε! Ο νους μου δεν είναι ένα εργαλείο που μου χρησιμεύει για τα συμφέροντά μου ή τις απολαύσεις μου, είναι ένα όργανο για την απόσταξη της αλήθειας. Και δεν έχει καμία σημασία αν θα γίνει έκρηξη στο εργαστήριο! Μπράβο, κύριοι ορθολογιστές, και καλή όρεξη! Όταν θα πεθαίνετε ολομόναχοι μέσα σ’ ένα τεράστιο νοσοκομειακό κέντρο κι ένα ανοξείδωτο ρομπότ θα έρχεται να σας κάνει την τελευταία σας ένεση, μην ξεχάσετε να έχετε πάνω σας την πιστωτική σας κάρτα!»

(«Ο κόσμος δεν γνωρίζει πόσο επικίνδυνα μπορούν να γίνουν τα ερωτικά τραγούδια,» προειδοποίησε αποκρυφικά ο πίνακας στον τοίχο. «Οι διεργασίες που προκαλούν τις επαναστάσεις στον κόσμο γεννιούνται από τα όνειρα και τα οράματα της καρδιάς ενός χωρικού στην πλαγιά ενός λόφου. Γι’ αυτόν, η γη δεν είναι ένα έδαφος προς εκμετάλλευσιν αλλά μια ζωντανή μητέρα.»)

«Άντε, πάμε να φύγουμε,» της λέω. «Άμα θες να ξέρεις, μου γυρίζει το άντερο που σε βλέπω.»

Γέλασα για να ελευθερώσω το  νου μου από τα δεσμά του  νου μου…

Τί είναι αυτό το συναίσθημα  που σας σφίγγει όταν φεύγετε  με τ’ αμάξι αφήνοντας πίσω  σας ανθρώπους που τους βλέπετε  να μικραίνουν μέσα στη πεδιάδα  μέχρι που τελικά εξαφανίζονται; Είναι ο απέραντος κόσμος που μας βαραίνει και είναι ο αποχαιρετισμός.

Για να σας πω την αλήθεια  μου πάντως, ούτε που ξέρω γιατί  της άρχισα όλες αυτές τις  ιστορίες. Θέλω να πω, που της  έλεγα να φύγουμε για κάπου,  για την Μασαχουσέτη και το  Βέρμοντ και τα ρέστα. Το πιο πιθανό είναι πως δεν θα την έπαιρνα μαζί μου, ακόμα και αν το ήθελε. Το φοβερό είναι όμως ότι το πίστευα όταν της το έλεγα. Αυτό είναι το πιο φοβερό απ’ όλα. Μα τον Θεό, είμαι για δέσιμο.

Στο τέλος, το πρόσωπό της  συσπάστηκε και ένιωσε τα μάτια της να υγραίνονται. Εν άκρως ρομαντικόν περιστατικόν συνέβη, ότε νεαρός τις απόφοιτος της Οξφόρδης, γνωστός δια τα ιπποτικά του αισθήματα προς το ωραίον φύλον, επροχώρησε και, προτείνων το επισκεπτήριόν του, το βιβλιάριον των τραπεζικών καταθέσεών του και το γενεαλογικόν του δένδρον, ητήσατο την χείρα της ατυχούς κόρης, παρακαλών αυτήν όπως η ιδία καθορίσει την ημερομηνίαν του γάμου. Ο Λόρδος Μπούρμπουρυ ένιωσε μεγάλη συμπάθεια (την ασχήμια των γονιών τους θα πληρώσουνε ακριβά). Αφού αντήλλαξαν μερικά λόγια, (κάποια μέρα σαν χαμένα θα σταθούν στην εκκλησιά) την ρώτησε αν θα ήθελε να γίνει γυναίκα του, (η μαμά τους θα δακρύζει – συγγενείς, πεθερικά) γιατί είχε ένα εισόδημα διακόσιες χιλιάδες λίρες στερλίνες το χρόνο, πρότασιν την οποίαν αυτή απεδέχθη ασμένως (τα κορίτσια τα καημένα, κι ούτε λέξη πια γι’ αυτά…)

Παρ’ όλα αυτά, στρέφουμε προς  τα μπρος, για την επόμενη  τρελή περιπέτεια κάτω απ’  τους ουρανούς. Πού πάμε; Να κάνουμε  τί; Για ποιό σκοπό; -Να κοιμηθούμε. Αλλά αυτή η τρελοσυμμορία  κατευθυνόταν προς τα μπρος…

IV

Είναι σ’ αυτό το σημείο  του έργου που τα πράγματα  γίνονται περίεργα, κι ένα ελαφρό  ρίγος, μια αμφισημία, αρχίζει  να έρπει ανάμεσα στις λέξεις. Έως τότε τα ονόματα λέγονταν  είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Αλλά τώρα μια νέα μορφή έκφρασης κυριαρχεί που μπορεί μόνο να οριστεί ως ένα είδος τελετουργικών δισταγμών. Ορισμένα πράγματα, γίνεται καθαρό, δεν θα λέγονται φωναχτά· ορισμένα γεγονότα δεν θα δείχνονται στη σκηνή· αν και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, λαμβάνοντας υπόψη τις υπερβολές στις προηγούμενες πράξεις, τί θα μπορούσαν να είναι αυτά τα πράγματα. Ο Δούκας δεν μας διαφωτίζει, ίσως να μην μπορεί.

Ο Χάκλμπερι έκανε τσάρκες όποτε του έκανε κέφι. Κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών όταν είχε καλό καιρό, και σε άδεια κρασοβάρελα όταν έβρεχε. Δεν ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στο σχολείο ή στην εκκλησία, ή να δίνει λογαριασμό σε αφεντικό ή να υπακούει σ’ οποιονδήποτε. Μπορούσε να πηγαίνει για ψάρεμα ή κολύμπι, όποτε και όπου ήθελε, και να κάθεται όσο του έκανε όρεξη. Κανένας δεν του απαγόρευε να τσακώνεται. Ξενυχτούσε όσο ήθελε. Ήταν πάντα ο πρώτος που εμφανιζόταν ξυπόλητος την άνοιξη κι ο τελευταίος που έβαζε σόλα κάτω από τα ποδάρια του το χειμώνα. Ποτέ του δεν υποχρεωνόταν να πλυθεί, ούτε και να βάλει καθαρά ρούχα. Μπορούσε να βρίζει μια χαρά. Με δυο λόγια, αυτό το παιδί είχε ό,τι πολυτιμότερο μπορούσε να ζητήσει κανείς απ’ τη ζωή. (Τα πιο ωραία παραμύθια
απ’ όσα μου ’χεις διηγηθεί
/ αχ είν’ εκείνα που μιλούσαν για τα παιδιά που ’χουν χαθεί…)
Θα χρειαζόταν μια ολόκληρη νύχτα για να μιλήσει κανείς για τον Κιμ Κάρσονς· (για τα παιδιά που χάθηκαν στο στοιχειωμένο δάσος / στις λίμνες στο βορρά / για τα παιδιά που χάθηκαν στου δράκου το πηγάδι / στης στρίγκλας τη σπηλιά…)
για την ώρα, ας πούμε μονάχα πώς ήταν δάσκαλος και μπορεί να βεβαιώσει κανείς πως είχε κάθε δικαίωμα να διδάσκει γιατί όλο του τον καιρό τον περνούσε μαθαίνοντας· και τα πράγματα που μάθαινε ήταν αυτά που έκρινε πώς πρέπει και που όριζε ως «τα γεγονότα της ζωής», τα οποία μάθαινε όχι μόνο από ανάγκη αλλά επειδή το ήθελε. (Η πρώτη λογοτεχνική του προσπάθεια είχε τον τίτλο Η Αυτοβιογραφία ενός Λύκου. Όλοι γελούσαν και του έλεγαν: «Εννοείς η βιογραφία ενός λύκου». Όχι, εννοούσε η αυτοβιογραφία ενός λύκου.) Είχε περιφέρει το μακρύ αδύνατο κορμί του σε κάθε γωνία των ΗΠΑ και, στον καιρό του, στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και της Βόρειας Αφρικής, απλώς για να δει τί γινόταν· είχε παντρευτεί μια Λευκορωσίδα κοντέσα στη Γιουγκοσλαβία για να τη βοηθήσει να ξεφύγει απ’ τους Ναζί κατά τη δεκαετία του ’30. Υπάρχουν φωτογραφίες δικές του όπου τον βλέπουμε ανάμεσα σε μια διεθνή σπείρα κοκαΐνης της δεκαετίας του ’30 – συμμορίτες με υπερβολικές μαλλούρες, στηριγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο· σ’ άλλες φωτογραφίες φοράει ένα καπέλο παναμά και ατενίζει τους δρόμους στο Αλγέρι· δεν ξανάδε ποτέ τη Λευκορωσίδα κοντέσα. Είχε χρηματίσει επαγγελματίας φονιάς στο Σικάγο, ιδιοκτήτης μπαρ στη Νέα Υόρκη, δικαστικός κλητήρας στο Νιούαρκ. Στο Παρίσι την άραζε στα τραπέζια των καφέ, εξετάζοντας τις κατσούφικες φάτσες των Γάλλων που περνούσαν. Στην Αθήνα παρατηρούσε, καθώς έπινε το ούζο του, αυτό που ονόμαζε: οι πιο άσχημοι άνθρωποι του κόσμου. Στην Ισταμπούλ είχε ανοίξει δρόμο ανάμεσα απ’ το πλήθος των οπιομανών και των εμπόρων χαλιών, σ’ αναζήτηση γεγονότων. (Σε συμμορίες με ζητιάνους, σε αχυρώνες και σ’ αυλές / και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές…) Μέσα στα αγγλικά ξενοδοχεία διάβασε Σπένγκλερ και Μαρκήσιο ντε Σαντ. Στο Σικάγο σχεδίαζε να διαρρήξει ένα τούρκικο χαμάμ, καθυστέρησε δυο λεπτά παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε για να πιει κάτι και βούτηξε μόνο δυο δολάρια, και αναγκάστηκε να το βάλει στα πόδια. Ολ’ αυτά τα έκανε απλώς για την εμπειρία του πράγματος. Τώρα βρισκόταν στη Νέα Ορλεάνη σερνάμενος στους δρόμους, συντροφιά με ύποπτους τύπους και συχνάζοντας με «συνδέσμους» σε μπαρ. Η Αμερική του άλλοτε ήταν για τον Κιμ το ευαίσθητο σημείο του, και ιδιαίτερα η Αμερική του 1910, όταν μπορούσες να αγοράσεις μορφίνη σ’ ένα ντράγκστορ χωρίς συνταγή και όταν οι Κινέζοι κάπνιζαν όπιο το βράδυ στο παράθυρο τους και η χώρα ήταν άγρια και σαματατζού κι ελεύθερη και είχε άφθονες τις ελευθερίες κάθε είδους για όλο τον κόσμο. Το μίσος του στρεφόταν καταρχήν εναντίον της γραφειοκρατίας, έπειτα εναντίον των φιλελευθέρων και μετά εναντίον των μπάτσων. (Για τα παιδιά που τα ’συραν στης Αφρικής τις αγορές / εμπόροι και ληστές / και φοβισμένα κι ορφανά, στη Σμύρνη και στη Βενετιά, / τα πιάσαν οι φρουρές…)

Ο Στήβεν πήγαινε συχνά μόνος έξω και, όταν γυρνούσε, δεν μπορούσες ποτέ να είσαι βέβαιος αν είχε μια περιπέτεια ή όχι. Μπορούσε να την ξεχάσει τόσο ολοκληρωτικά που να μην πει τίποτα γι’ αυτήν. Και μετά, όταν πήγαινες έξω, έβρισκες το πτώμα. Κι άλλες φορές πάλι, μπορούσε να σου πει ένα σωρό γι’ αυτή, κι εσύ να μην μπορείς να βρεις μετά το πτώμα. (Ψωμί ζητήσαν του φουρνάρη,
λίγο νερό του καφετζή
/ τα διώχνει ο πρώτος μ’ ένα φτυάρι κι ο άλλος λύνει το σκυλί…)
Μερικές φορές γύριζε σπίτι με το κεφάλι του δεμένο, και τότε η Γουέντυ τον χαϊδολογούσε και του το ’πλενε με χλιαρό νερό, ενώ εκείνος διηγείτο μια συναρπαστική ιστορία. Αλλά εκείνη, ξέρετε, δεν τον πολυπίστευε. Υπήρχαν όμως και αρκετές περιπέτειες που ήξερε ότι ήταν αληθινές, επειδή είχε πάρει μέρος και η ίδια, και υπήρχαν κι άλλες που μάλλον δεν ήταν ολότελα ψεύτικες αφού είχαν πάρει μέρος και τα άλλα παιδιά και έλεγαν ότι ήταν εκατό τοις εκατό αληθινές. Αν καθόμασταν να τις περιγράψουμε όλες αυτές, δεν θα μας έφτανε ούτε ένα βιβλίο χοντρό σαν το Αγγλο-Λατινικό, Λατινο-Αγγλικό Λεξικό· γι’ αυτό θα περιγράψουμε μία, για να δείτε τί μπορούσε συνήθως να γίνει μέσα σε μια ώρα σ’ αυτό το νησί.

Μια μέρα λέει ο Τομ Σόγερ:

«Τώρα θα φτιάξουμε μια συμμορία  ληστών. Όποιος θέλει να μπει  πρέπει να δώσει όρκο και  να γράψει το όνομά του με  αίμα.»

Όλοι ήθελαν να μπουν. Έτσι  ο Τομ έβγαλε ένα φύλλο χαρτί  όπου είχε γράψει τον όρκο και τον διάβασε. Κάθε παιδί έπρεπε να ορκιστεί ότι θα είναι πιστό στη συμμορία και ότι ποτέ δεν θα αποκαλύπτει τα μυστικά της· και ότι αν κάποιος έβλαπτε ένα μέλος της συμμορίας, όποιο παιδί έπαιρνε εντολή να σκοτώσει αυτόν τον τύπο και την οικογένειά του έπρεπε να το κάνει, και δεν έπρεπε να φάει ούτε να κοιμηθεί πριν να τους σκοτώσει και να χαράξει ένα Χ στο στήθος τους, που ήταν το σύμβολο της συμμορίας. Και κανείς που δεν ανήκε στη συμμορία δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί αυτό το σύμβολο, κι αν το έκανε θα του κάναμε μήνυση· κι αν το έκανε ξανά, έπρεπε να πεθάνει. Κι αν κάποιο μέλος της συμμορίας αποκάλυπτε τα μυστικά, έπρεπε να του κόψουμε το λαιμό και μετά να κάψουμε το κουφάρι του και να σκορπίσουμε παντού τις στάχτες του, και να σβήσουμε το όνομά του από τη λίστα με αίμα και ποτέ να μην αναφερθεί ξανά από τη συμμορία, αλλά να του ρίξουμε κατάρα και να τον ξεχάσουμε για πάντα.

«Ψάχνουμε μια Ριζική Λύση,»  συνέχισε ο Τομ, «στο Πρόβλημα  των Σκατών: Σφάξτε τα σκατά  όλου του κόσμου σαν αγελάδες  που έχουν αφθώδη πυρετό. Οι ταραχές για την υποκίνηση των οποίων βρισκόμαστε εδώ δεν αποτελούν παρά το προοίμιο της γενικής επίθεσης ενάντια στον κόσμο. Επιδιώκουμε μια τελική λύση. Δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός. Ακόμα και η ανάμνηση του παλαιού κόσμου πρέπει να σβήσει, σαν να μην υπήρξε ποτέ μια τέτοια πόλη.

«Διαθέτουμε επαρκή αποθέματα από τα νέα όπλα για ν’ αρχίσουμε την εκστρατεία μας και θα ’ταν ασύνετο να καθυστερήσουμε άλλο. Αργά ή γρήγορα, ο εχθρός κάτι θα μάθει για τα σχέδιά μας και τα μέσα που έχουμε για να τα πραγματοποιήσουμε. Θα εφαρμόσουμε τους κλασικούς κανόνες του ανταρτοπολέμου ενάντια σε μια ισχυρότερη δύναμη, παρασύροντάς την όλο και πιο βαθιά μέσα στο δικό μας έδαφος, ενώ ταυτόχρονα θα κάνουμε επιδρομές και θα κόβουμε τις γραμμές ανεφοδιασμού. Αυτή είναι η τακτική που λύγισε τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Κράσσου στην καταστροφική εκστρατεία κατά των Πάρθων. Οι Πάρθοι εμφανίζονταν ξαφνικά σ’ ένα ύψωμα καβάλα σ’ άλογα, έριχναν μια βροχή από βέλη και τρέπονταν σε φυγή, τραβώντας τους Ρωμαίους όλο και πιο βαθιά μέσα στην έρημο, ενώ η δίψα, η πείνα και οι αρρώστιες τους αποδεκάτιζαν. Ελάχιστοι λεγεωνάριοι κατάφεραν να φτάσουν πίσω στη θάλασσα.

«Μόλις η τακτική αυτή αποδυναμώσει αρκετά τον εχθρό, θα επιτεθούμε με όλες μας τις δυνάμεις σε μια σειρά από εχθρικές θέσεις. Η αδυναμία να ολοκληρώσεις μια επίθεση που άρχισε ευνοϊκά είναι εξίσου καταστροφική με το να επιχειρήσεις μια επίθεση υπό δυσμενείς συνθήκες. Αυτό ήταν το λάθος που έκανε τον Αννίβα να χάσει τον πόλεμο με τη Ρώμη. Δεν συνειδητοποίησε πως είχε νικήσει όλο το ρωμαϊκό στρατό και, αντί να βαδίσει προς την αφρούρητη πόλη χωρίς καθυστέρηση, οχυρώθηκε για να κρατήσει τη θέση του – αποτέλεσμα: στο τέλος δεν του ’μεινε καμιά θέση.

«Έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως πολλοί λιποτάκτες θα περάσουν στις γραμμές μας, και τότε πρέπει χωρίς αναβολή να καταφέρουμε μια σειρά από συντριπτικά χτυπήματα. Ούτε πρέπει να δώσουμε καιρό στους Γάλλους και τους Άγγλους ν’ αντιληφθούν τον κίνδυνο και να ενωθούν με την Ισπανία ενάντια σ’ έναν κοινό εχθρό. Τη στιγμή που θα δούμε τη νίκη να διαγράφεται στο νότιο ημισφαίριο της αμερικανικής ηπείρου, θα χτυπήσουμε στο βόρειο.»

Όλοι είπαν ότι ήταν ένας  πραγματικά υπέροχος όρκος και  ένα εκπληκτικό σχέδιο και  ρώτησαν τον Τομ αν τα είχε  βγάλει απ’ το κεφάλι του.  Εκείνος είπε ότι ένα μέρος το είχε βγάλει αυτός αλλά τα υπόλοιπα ήταν από βιβλία με πειρατές και ληστές και ότι κάθε σοβαρή συμμορία αυτά έκανε.

Στρατιωτικές επιχειρήσεις του  ενός ή του άλλου είδους  βρίσκονταν συνεχώς σ’ εξέλιξη,  οι περισσότερες χωρίς κανένα απολύτως νόημα ή, μάλλον, μ’ ένα διαφορετικό νόημα που δεν λέει τίποτε σ’ έναν Δυτικό. Ωστόσο, αν σκεφτόταν στ’ αραβικά, ο Κιμ μπορούσε να διακρίνει ένα σχέδιο, έμοιαζε με τη συσκευή που είχε επεξεργαστεί για να βοηθήσει τους τυφλούς να βλέπουν. Δεν έβλεπαν με το συνηθισμένο τρόπο, αλλά συνελάμβαναν σχηματισμούς από κηλίδες, σαν τον πουαντιγισμό στην αφηρημένη ζωγραφική.

Μερικοί σχηματισμοί παραμένουν  ακατανόητοι, οι ρίζες τους  είναι θαμμένες στην άγραφη  αρχαιότητα. Ένιωθε τους μύες  και περιοχές του μυαλού του ν’ αναδεύονται, όπως όταν κάνεις ιππασία για πρώτη φορά και χρησιμοποιείς μύες που δεν χρησιμοποιούνται στο περπάτημα και ξυπνάς πιασμένος, έτσι ξυπνούσε με πόνους σε σημεία που δεν μπορούσε καν να τα βρει ή να τα προσδιορίσει…

Φόβοι και εξάρσεις και θλίψεις από τις άγριες ανεξερεύνητες περιοχές του νου…

«Ξέρεις τον Ρομπέν των Δασών,  Χακ;» ρώτησε ο Τομ.

«Όχι. Ποιος είναι ο Ρομπέν  των Δασών;»

«Να, ήταν ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες που έζησαν ποτέ στην Αγγλία – κι από τους καλύτερους. Ήταν κλέφτης.»

«Ωραίος! Μακάρι να ’μουνα  κι εγώ. Και ποιούς έκλεβε;»

«Μόνο άρχοντες κι επισκόπους  και πλούσιους και βασιλιάδες. Αλλά ποτέ του δεν πείραζε  τους φτωχούς. Τους αγαπούσε. Και  πάντα μοιραζόταν δίκαια μαζί  τους τα πλούτη».

«Καλά, πρέπει να ήταν πολύ  καλόψυχος ο τύπος.»

«Αν ήτανε λέει; Σίγουρα, Χακ.  Α, ήταν ο πιο ευγενικός άντρας  που πέρασε ποτέ. Τέτοιοι άντρες  δεν υπάρχουν πια, στο λέω  εγώ. Εμείς, όμως, θα παίξουμε  τον Ρομπέν των Δασών, έχει  τρομερή πλάκα. Θα σου δείξω.»

«Έγινε.»

Κι έτσι έπαιξαν τον Ρομπέν  των Δασών το απόγευμα, κι έριχναν  πού και πού ματιές γεμάτες  λαχτάρα κατά το στοιχειωμένο  σπίτι κι έκαναν κάποιο σχόλιο  σχετικά με τα σχέδιά τους  της επόμενης μέρας εκεί.

«Το έχετε αντιληφθεί;» είπε καθώς έφευγαν ο Κιμ. «Είμαστε η σκιά μιας σκιάς. Αυτοί, οι συνωμότες του σπιτιού της Χήρας, αν πράγματι υπάρχει τέτοια συνωμοσία, είναι μια σκιά, χωρίς σαφή χαρακτηριστικά, χωρίς ξεκάθαρους σκοπούς, τουλάχιστον απ’ όσο ξέρουμε, κι εμείς που τους ακολουθούμε πότε-πότε, λίγο στα κουτουρού, σαν παιδιά που ’χουν χαθεί παίζοντας και παθαίνουν όλο ατυχήματα, είμαστε η σκιά αυτής της σκιάς. Το έχετε αντιληφθεί;»

Παίζαμε τους ληστές πότε-πότε, για κάνα μήνα, κι έπειτα παραιτήθηκα. Το ίδιο και όλοι οι άλλοι. Δεν είχαμε ληστέψει κανέναν, δεν είχαμε σκοτώσει κανέναν, μόνο παίζαμε τους ληστές. Πεταγόμασταν μέσα απ’ τα δέντρα και χιμούσαμε σε οδηγούς κοπαδιών και σε γυναίκες με κάρα που μετέφεραν λαχανικά στην αγορά, αλλά ποτέ δεν τους ληστεύαμε πραγματικά. Ο Τομ Σόγερ αποκαλούσε τα γουρούνια «ράβδους χρυσού» και τα γογγύλια και τα άλλα λαχανικά «κοσμήματα», και πηγαίναμε στη σπηλιά για να συζητήσουμε σχετικά με αυτά που είχαμε κάνει και με το πόσους είχαμε σκοτώσει και σημαδέψει. Μα δεν έβλεπα κανένα όφελος στην υπόθεση.

Μια φορά ο Τομ έστειλε ένα  αγόρι να τρέχει γύρω-γύρω στην  πόλη με ένα φλεγόμενο κλαδί, το «σύνθημα» όπως το ονόμαζε (ήταν το σημάδι ότι έπρεπε να μαζευτεί η συμμορία), και μετά είπε ότι κατάσκοποί του είχαν φέρει μυστικά νέα, ότι την επόμενη μέρα ένα ολόκληρο καραβάνι με Ισπανούς εμπόρους και πλούσιους Άραβες θα κατασκήνωνε στο Κέιβ Χόλοου με διακόσιους ελέφαντες και εξακόσιες καμήλες και πάνω από χίλια πολεμικά μουλάρια, όλα φορτωμένα με διαμάντια, και είχαν μόνο τετρακόσιους στρατιώτες να τους φυλάνε, οπότε θα ενεδρεύαμε, όπως το έλεγε, θα τους σκοτώναμε όλους και θα αρπάζαμε τα λάφυρα. Είπε ότι έπρεπε να ακονίσουμε τα σπαθιά και τα όπλα μας και να ετοιμαστούμε. Δεν μπορούσε να κλέψει ούτε από κάρο με γογγύλια αλλά όλα τα σπαθιά και τα όπλα έπρεπε να γυαλίζουν για την επίθεση· αν και ήταν μόνο σανίδες και σκουπόξυλα, κι έτσι θα παρέμεναν ακόμα κι αν τα γυάλιζες μέχρι να σαπίσεις.

Δεν πίστευα ότι μπορούσαμε  να τα βάλουμε με τόσους Σπανιόλους και Άραβες αλλά ήθελα να δω τις καμήλες και τους ελέφαντες, κι έτσι παρουσιάστηκα την επόμενη μέρα, το Σάββατο, στην ενέδρα. Κι όταν ακούσαμε το σύνθημα (Και ο Σατανάς είπε: «Εμπρός, ας πάμε να βρούμε τον αρχαίο εχθρό στα ψηλά του παλάτια.» Και οδήγησε μέσα από τις ουράνιες πεδιάδες την αναρίθμητη στρατιά των αγγέλων, μεταφέρων επί των βραχιόνων αυτού τας δέλτους του νόμου, κεχαραγμένας εις την γλώσσαν των παρανόμων…) χιμήξαμε μέσα απ’ το δάσος και τρέξαμε κάτω στο λόφο. Γεροδεμένοι νέοι αρπάζουν πέτρες. Γιουχαητά και σφυρίγματα εκτοξεύονται από τη μάζα των διαδηλωτών. Αυτόματα όπλα σηκώνονται. Αυτό ήταν…

Ο γιατρός Ρενάρ ήταν ένας  στητός καστανομάλλης, κλασικός  τύπος της αθόρυβης αλλά δραστήριας  τάξης των ελεύθερων επαγγελματιών,  που η Γαλλία είχε διατηρήσει  ακόμα πιο τέλεια απ’ την  Αγγλία. Όταν του εξήγησαν την υπόθεση γέλασε με τον πανικό του Μαρκησίου και με ακέραιο γαλλικό σκεπτικισμό απεφάνθη ότι, λογικά, δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα για Αναρχική Επανάσταση. «Η Αναρχία,» είπε, «είναι παιδαριώδης».

«Κι αυτό;» φώναξε ο συνταγματάρχης  και έδειξε με το δάχτυλο πίσω απ’ την πλάτη των άλλων. «Κι αυτό εκεί παιδαριώδες είναι;»

Γύρισαν όλοι και είδαν μια  καμπύλη από μαύρο ιππικό να  κατηφορίζει ορμητικά απ’ την  κορφή του λόφου μ’ όλη τη  βιαιότητα ορδής του Αττίλα. Παρ’  ότι όμως κάλπαζαν με μεγάλη ταχύτητα, εξακολουθούσαν να βρίσκονται ο ένας δίπλα στον άλλο τόσο που οι μαύρες μάσκες της πρώτης σειράς φάνταζαν σαν μια ενιαία γραμμή…

Ακολουθεί ο παραδοσιακός τονισμός της έκστασης της καταστροφής: νεανίες τσόγλανοι ροκενρολάδες ξεχύνονται στις λεωφόρους των εθνών. Ορμάνε μέσα στο Λούβρο και πετάνε βιτριόλι στο μούτρο της Μόνα Λίζα· ανοίγουν τις πόρτες των ζωολογικών κήπων, των τρελάδικων, των φυλακών, σπάνε με κομπρεσέρ τους κεντρικούς αγωγούς της ύδρευσης, τσακίζουν τα δάπεδα κάτω από τουαλέτες αεροπλάνων, πυροβολούν τους φάρους, λιμάρουν τα συρματόσχοινα των ασανσέρ αφήνοντας ένα-δυο συρματάκια μόνο, διοχετεύουν τους αγωγούς λυμάτων στο δίκτυο του πόσιμου νερού, ρίχνουν σκυλόψαρα και δηλητηριώδη σελάχια, χέλια ηλεκτρικά και καντιρού μέσα σε πισίνες, ντυμένοι με κουστούμια ναυτικά πάνε και ρίχνουν το Queen Mary πρόσω ολοταχώς πάνω στην προβλήτα του λιμανιού της Νέας Υόρκης, σαμποτάρουν αεροπλάνα και λεωφορεία, ορμάνε στα νοσοκομεία με άσπρες μπλούζες κραδαίνοντας πριόνια, τσεκούρια και νυστέρια μήκους ενός μέτρου· οδηγούν κοπάδια γουρουνιών που γρούζουν ασταμάτητα μέσα στην Μπόρσα, χέζουν στα πατώματα των Ηνωμένων Εθνών και κωλοσφουγγίζονται με χάρτες συνθηκών, συμφωνιών, συμμαχιών…

Με αεροπλάνα, αυτοκίνητα, άλογα,  καμήλες, ελέφαντες, τρακτέρ, ποδήλατα κι οδοστρωτήρες, με τα πόδια, με σκι, πάνω σε έλκηθρα, με πατερίτσες ή με πόγκο οι τουρίστες κατακλύζουν τα σύνορα, απαιτώντας με αγέρωχο ύφος εξουσίας να τους δοθεί άσυλο για να γλιτώσουν από τις «ακατονόμαστες συνθήκες που επικρατούν στον παλαιό κόσμο», το Εμπορικό Επιμελητήριο του κάκου να πασχίζει να ανακόψει τη ροή της πλημμυρίδας ανακοινώνοντας: «Παρακαλούμε όπως διατηρήσετε την ψυχραιμία σας. Δεν είναι παρά ολίγοι σαλεμένοι που έχουν καταφέρει να το σκάσουν από το τρελάδικο…»

Μέσα σε λίγες ώρες έχει επικρατήσει απόλυτα η φρίκη, μέσα σε λίγες μέρες τίποτα πια δεν έχει όνομα: οι μελλοθάνατοι υπαγορεύουν της διαθήκες τους από τα παράθυρα, οι άρρωστοι νομίζουν ότι έχουν καταληφθεί από δαίμονες, συμμετέχουν σε φανταστικούς χορούς κι ύστερα ανοίγουν μόνοι τους τις κοιλιές τους με κουζινομάχαιρα, οι λεπροί κατάδικοι πετούν τους πεθαμένους από τα μπαλκόνια κι ύστερα σέρνουν τα πτώματα στους δρόμους με γάντζους· δεν γίνεται πια διάκριση ανάμεσα σε νεκρούς και ζωντανούς, θάβουν όλους εκείνους που δεν σαλεύουν πια, μαζί μ’ αυτούς που σαλεύουν ακόμα λίγο· στους μαζικούς τάφους η γη ανεβοκατεβαίνει σαν ν’ αναπνέει, οι λιτανείες εκφυλίζονται σε όργια, οι λειτουργίες σε αισχρά καρναβάλια, κανένας δεν  γνωρίζει πια κανέναν, οι άνθρωποι το μόνο που θέλουν είναι να κάνουν έρωτα σαν τα κουνέλια, πριν να ψοφήσουν σαν τα ποντίκια· σ’ όλες τις γωνίες μελλοθάνατοι σέρνονται, αφρίζουν, ουρλιάζουν, στριγκλίζουν από ηδονή ή πόνο, οι λύκοι κατεβαίνουν τη νύχτα στους δρόμους, χώνονται στα σπίτια κι αρπάζουν τα νεογέννητα, οι ανώτατοι κληρικοί μετατρέπονται σε γουρούνια, οι πτωχοί τω πνεύματι σε άγιους, οι άρρωστοι δαγκώνουν το λιθόστρωτο, ξεριζώνουν τα μαλλιά τους, γκρεμίζονται στα πηγάδια, σπάνε τα κεφάλια τους στους τοίχους, συνουσιάζονται σε κάθε σημείο, αλληλοσκοτώνονται για το τίποτε, επικίνδυνοι τρελοί γυρίζουν στους δρόμους, τσαρλατάνοι πλουτίζουν πουλώντας φάρμακα ώσπου να ψοφήσουν και οι ίδιοι, οι άνθρωποι ξεθάβουν αρχαίους ξεχασμένους θεούς, προσεύχονται στην Σελήνη, ικετεύουν την Μαύρη Παρθένο στην εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής, κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους και ράβουν τα ίδια τους τα σάβανα, οι χωριάτες σκοτώνουν με τα δικράνια όσους προσπαθούν να ξεφύγουν από την πόλη, τα νεκροταφεία είναι γεμάτα, τα εξομολογητήρια μυρίζουν σπέρμα, κάποιοι μανιακοί εντοιχίζονται ζωντανοί, δεν υπάρχουν πια ούτε νόμοι ούτε κανόνες, οι άνθρωποι δεν θέλουν να πεθάνουν και επειδή ξέρουν πως θα πεθάνουν, δεν θέλουν να πεθάνουν μόνοι…

Ένα απόσπασμα πιθηκοπαθών σαλτάρει  ουρλιάζοντας από κλαδί σε  κλαδί κι από εκεί σε μπαλκόνια και σε πολυελαίους, χέζοντας στη διαδρομή και κατουρώντας τους διαβάτες· άτομα σε κατάσταση αμόκ καλπάζουν παίρνοντας κεφάλια, πρόσωπα γλυκά κι απόμακρα σφραγισμένα με το μισοχαμόγελο του ονείρου· πολίτες με αρτιφανή σημάδια Μπανγκ-ουτότ χουφτώνουν γερά τα πέη τους και ζητούν βοήθεια απ’ τους τουρίστες· Άραβες διαδηλωτές με ουρλιαχτά κι αλαλαγμούς ευνουχίζουν, ξεκοιλιάζουν, λούζουν με βενζίνη και βάζουν φωτιά· αγόρια τυλιγμένα με εντόσθια λικνίζονται και κάνουν στριπτίζ, γυναίκες παραγεμίζουν το μουνί τους με κομμένα γεννητικά όργανα, το τρίβουν επιδεικτικά, το κουνάνε και το χώνουν στον άντρα που διαλέγουν· φανατισμένοι θρησκόληπτοι αγορεύουν με στόμφο στο πλήθος από ελικόπτερα και τους πετάνε κατακέφαλα πέτρινες πλάκες λαξεμένες με μηνύματα που δεν βγάζουν νόημα· Άνθρωποι-Λεοπαρδάλεις με σιδερένια νύχια κομματιάζουν ανθρώπους, βήχοντας και γρυλίζοντας· μυημένοι στην Κανιβαλική Εταιρεία των Κουακιούτλ κόβουν με τα δόντια τους μύτες κι αυτιά (Σε κάποιες τουαλέτες υπήρχε μια διαφήμιση της KEK, μαζί μ’ έναν αριθμό ταχυδρομικής θυρίδας και μια ταχυδρομική σάλπιγγα. Μια φορά το μήνα διάλεγαν κάποιο θύμα από τους αθώους, τους ενάρετους, τους κοινωνικά αφομοιωμένους και προσαρμοσμένους, τον χρησιμοποιούσαν σεξουαλικά, και τον θυσίαζαν. H Γουέντυ δεν κράτησε τον αριθμό…)

Ορισμένοι πλούσιοι απομονώνονται στα παλάτια τους: μέσα στ’ αρώματά τους, κοιτάζουν κάτω στο δρόμο τους λεπρούς που τσακώνονται για τα ρούχα των νεκρών και, ξαφνικά, σωριάζονται κι οι ίδιοι με τη μύτη μέσα στα πλούσια εδέσματά τους, κεραυνοβολημένοι από την αρρώστια· ενώ η μάχη μαίνεται στους δρόμους έξω από το παλάτι, ο Πασκουάλε είναι κλειδωμένος στο αριστοκρατικό του θερμοκήπιο, έχοντας ένα όργιο· στο πανηγύρι παίρνει μέρος κι ένας άγριος μαύρος πίθηκος, φερμένος από ένα πρόσφατο ταξίδι στην Ινδία· φυσικά είναι κάποιος μεταμφιεσμένος σε πίθηκο, ο οποίος μ’ ένα σινιάλο πηδάει από έναν πολυέλαιο πάνω στον Πασκουάλε, την ίδια στιγμή καθώς μισή ντουζίνα άντρες, παριστάνοντας τις γυναίκες, που μέχρι εκείνη την ώρα περιφέρονταν ντυμένοι σαν χορεύτριες, ορμάνε κι αυτοί στον σφετεριστή απ’ όλες τις μεριές της σκηνής· για δέκα λεπτά περίπου το εκδικητικό τσούρμο αρχίζει να πετσοκόβει, να στραγγαλίζει, να δηλητηριάζει, να τσαλαπατά, να τυφλώνει και άλλα τέτοια τον Πασκουάλε, ενώ αυτός περιγράφει λεπτομερώς αυτά που του συμβαίνουν για τη διασκέδασή μας· τελικά πεθαίνει μέσα σε φοβερούς πόνους, καθώς κάποιος Τζενάρο, εντελώς ασήμαντος, μπαίνει θριαμβευτικά και ανακηρύσσει τον εαυτό του προσωρινό ηγέτη του κράτους έως ότου βρεθεί ο νόμιμος Δούκας, ο Νίκολο…

(Ήταν σαν να διάβαζες για τη Γαλλία και τους Γάλλους στην αείμνηστη και ευλογημένη επανάσταση, που έσβησε χίλια χρόνια τέτοιας αθλιότητας με ένα σαρωτικό κύμα αίματος – ένα: ο διακανονισμός αυτού του παμπάλαιου χρέους με αναλογία μια σταγόνα αίμα για κάθε βαρέλι αίμα που είχαν απομυζήσει με αργά βασανιστήρια από το λαό μέσα στους δέκα αιώνες λαθών και ντροπής και δυστυχίας που όμοιά τους μόνο στην Κόλαση βρίσκεις. Υπήρξαν δύο «Βασιλείες του Τρόμου», αν μπορείτε να θυμηθείτε. Η μία επεξεργάστηκε το φόνο εν βρασμώ, η άλλη το φόνο εν ψυχρώ. Η μία κράτησε λίγους μήνες, η άλλη χίλια χρόνια. Η μια έριξε το θάνατο πάνω σε δέκα χιλιάδες άτομα, η άλλη πάνω από εκατό εκατομμύρια.)

Μέσα στο χάος και την καταστροφή  της φλεγόμενης και λεηλατημένης  πόλης, μέσα σε δρόμους γεμάτους νεκρούς και ετοιμοθάνατους, παιδιά του δρόμου χορεύουν και χοροπηδούν σαν αμέριμνα χαρούμενα πνεύματα, πολλά απ’ αυτά με αποκριάτικες μάσκες στα πρόσωπά τους· ένα αγόρι με κοστούμι σκελετού σωριάζεται δίπλα σ’ ένα κοκαλωμένο πτώμα μιμούμενο με γκροτέσκο τρόπο τη στάση του: «είσαι ψόφιος και βρωμάς·» πετάγεται όρθιο και απομακρύνεται με χοροπηδητά· χοροπηδούν γύρω από έναν ετοιμοθάνατο αστυνομικό και μιμούνται τον επιθανάτιο ρόγχο του: «σήκω πάνω ντε να σταματήσεις τον καβγά!» Αρπάζουν το καπέλο και το σήμα του, και κυνηγούν το ένα τ’ άλλο· «σταματήστε εν ονόματι του νόμου,» φωνάζουν κοροϊδευτικά…

Στους δρόμους έχουν ρίξει  στρατιές ολόκληρες από αγόρια  που συντηρούν τις φλόγες του ενθουσιασμού· και αυτοί οι νεαροί ταραχοποιοί θα περιποιηθούν αργότερα κάθε εξυπνάκια πολίτη που θα δοκιμάσει να πάρει πίσω την ιδιοκτησία του και να ξαναχτίσει· τ’ αγόρια περιλούζουν με βρισιές τους επισκέπτες: «πιάνω τη σύφιλη γκαμώντας κωλοτρυπίδα σου·» σκαρφαλώνουν στους τοίχους των σπιτιών σαν πίθηκοι, μπανίζουν από τα παράθυρα, λιθοβολούν τους περαστικούς από τη στέγη, ουρούν και αυνανίζονται στα μπαλκόνια…

Καθώς ο ήλιος ανεβαίνει, η  πλατεία μοιάζει μ’ ένα Χόλιγουντ σ’ έξαλλη κατάσταση· Ρωμαίοι λεγεωνάριοι υπό τον Κόιντο Κούρτιο μάχονται με γαλλικά σώματα ασφαλείας· Βίκινγκ και πειρατές χτυπιούνται με σταυροφόρους και έφιππους Τεξανούς αστυνομικούς· πιστολάδες από παλιά γουέστερν μονομαχούν με τους Black and Tans και την Ειδική Αστυνομία της Κένυας· οι ελέφαντες του Αννίβα επιτίθενται σ’ ένα τρένο γεμάτο πεζοναύτες του 1920 που πάνε να προστατεύσουν τα συμφέροντα της United Fruit Co· πολεμικές κραυγές και τραγούδια αντηχούν από παντού· πεόνες με μασέτες αποκεφαλίζουν μπουλούκια που βγήκαν για λυντσάρισμα· πολεμικές κραυγές και τραγούδια αντηχούν μαζί με γρυλίσματα και μουγκρητά, πολεμικές ιαχές, γκάιντες, η μπόχα από άλογα, τσίλι και σκόρδο· οι άνδρες του Πάντσο Βίλα καταρρίπτουν ένα ελικόπτερο από την Επιχείρηση Αναχαίτιση· μια στρατιά από Κινέζους σερβιτόρους που κραδαίνουν μπαλτάδες ορμάει από ένα κινέζικο μαγέρικο με παραπλανητική πρόσοψη, ουρλιάζοντας: «Γλαμιέστε! Γλαμιέστε! Γλαμιέστε!» Πέφτουν πάνω σε μπάτσους της δίωξης ναρκωτικών και μαφιόζους και τους κάνουν κιμά· δηλητηριασμένα βελάκια από ινδιάνικα φυσοκάλαμα ξεπαστρεύουν μια συγκέντρωση της Κου Κλουξ Κλαν· σερίφηδες απ’ το Νότο που χαίρονται να σκοτώνουν αράπηδες κομματιάζονται από γυμνούς έφιππους Σκύθες…

Ο Τομ βρίσκεται στο επίκεντρο  της μάχης, αλλάζοντας κοστούμι κάθε λίγα λεπτά· τώρα οδηγεί ένα απόσπασμα από νεαρούς Μαλαίσιους σε κατάσταση αμόκ με κρις στα χέρια ενάντια στη Σαβάκ του Σάχη· αμέσως μετά, καβάλα σ’ ένα ψηλό μαύρο άλογο και φορώντας μεσαιωνική πανοπλία, καλπάζει στους δρόμους του Μίντλταουν σουβλίζοντας με το κοντάρι του θεοφοβούμενες γυναίκες και σερίφηδες· μετά γίνεται ένας πιστολάς με 44άρι διπλής κίνησης φτιαγμένο κατά παραγγελία που οδηγεί την Άγρια Συμμορία για να διαλύσουν ένα auto-da-fé στη Λίμα· τώρα πηδάει στο κατάστρωμα ενός ισπανικού πολεμικού πλοίου με γιαταγάνι και πιστόλι με ακτίνες λέιζερ· σφαίρες πολυβόλων, δηλητηριασμένα βελάκια, ακόντια, βέλη, μπούμερανγκ, μπόλος, μαχαίρια σκοποβολής, πέτρες· ρουκέτες σφυρίζουν στον αέρα, έντονη μυρωδιά από αγριόχορτα και στεγνή ζέστη από παλιά γουέστερν…

Οι επαναστάτες έχουν μεγάλες  απώλειες, μα αναπτύσσονται και συνεχίζουν την έφοδο· έχουν γίνει αποβάσεις σ’ όλο το μήκος του ποταμού και ο παλαιός κόσμος έχει περικυκλωθεί από σαστισμένα στρατεύματα δίχως σχέδιο επίθεσης…

Τα Αγόρια-Κύκλωπες μπαίνουν σε δράση· τα όντα αυτά έχουν ένα μάτι στο κέντρο του μετώπου· μπορούν να ενεργοποιήσουν το τσάκρα του θανάτου στο σβέρκο τους μέχρι να εκτοξευτεί από το τρίτο μάτι μια ακτίνα λέιζερ, που διαπερνά πέτρες και μέταλλα, προσπαθώντας να εντοπίσει τα ηλεκτρονικά κέντρα ελέγχου της πόλης…

Καντράν οργάνων διαλύονται, αποθήκες πυρομαχικών ανατινάζονται· το πλήθος ξεχύνεται ουρλιάζοντας μέσα από τα τείχη, που έχουν τώρα γκρεμιστεί σε πολλά σημεία…

Ένα άρμα που παριστάνει μια  ισπανική γαλέρα κυλάει αργά  και μεγαλόπρεπα στο πάτωμα του γυμναστηρίου· στο κατάστρωμα, βλέπουμε την Ιερά Εξέταση με πασσάλους και γκαρότες, τους Κονκισταδόρες, τους πατρόν και τους κυβερνήτες, αξιωματούχους και γραφειοκράτες, και τα σύγχρονα ισοδύναμά τους, machos και politicos που κατεβάζουν ουίσκι Old Parr και κραδαίνουν 45άρια με μαργαριταρένιες λαβές· αστυνομικοί της Υπηρεσίας Μετανάστευσης με μαύρα γυαλιά…

Στα παρασκήνια, μια φωνή βρυχιέται:

Τέρμα τ’ αστεία, γαμιόληδες… Σε θέσεις μάχης.

Ο Στήβεν και οι δίδυμοι βρίσκονται στον πυργίσκο βολής κάνοντας υπολογισμούς, μετρώντας την απόσταση…

-Μέτρα: είκοσι μία χιλιάδες…  Σκόπευση καθ’ ύψος: μηδέν κόμμα  έξι…

Η γαλέρα είναι ακριβώς πάνω στο σταυρό της διόπτρας· ο Χακ γίνεται κατακόκκινος καθώς πατάει το κουμπί πυροδότησης· η γαλέρα τινάζεται στον αέρα και βυθίζεται σε μια θάλασσα-σκηνικό…

ΚΙΜ: Ah non, par exemple! Διανοητικό παραλήρημα! Εγώ τα θέλω όλα ή τίποτα. Non serviam!

Η ΜΗΤΕΡΑ: (Σφίγγει τα χέρια και βογκάει απελπισμένα.) Ω, Ιερή Καρδιά του Ιησού, σπλαχνίσου τον. Σώσε τον από την Κόλαση, Θεία Ιερή Καρδιά!

ΚΙΜ: Όχι, όχι, όχι! Όσοι κι αν είστε, λοιπόν, προσπαθήστε να με δαμάσετε. Όλους θα σας κανονίσω. Η πάλη για τη ζωή είναι ο νόμος της ύπαρξης, αλλά οι σύγχρονοι φιλειρηνιστές, ιδίως ο τσάρος και ο βασιλιάς της Αγγλίας, έχουν επινοήσει τη διαιτησία. (Χτυπάει το μέτωπό του.) Αλλά εδώ μέσα είναι γραμμένο ότι εγώ πρέπει να σκοτώσω τον ιερέα και τον βασιλιά.

ΚΑΛΑΜΠΡΕΣ: (Στους στρατιώτες, μαλακά.) Δεν ξέρει τί λέει. Έχει πιει λίγο παραπάνω απ’ όσο μπορεί ν’ αντέξει. Αψέντι, το πρασινομάτικο τέρας. Τον ξέρω. Είναι κύριος, ποιητής. Μην του δίνετε σημασία.  (Στον Κιμ.) Πάμε σπίτι. Θα έχεις φασαρίες.

ΚΙΜ: (Ασταθής.) Δεν μπορώ να το αποφύγω. Προσβάλλει τη νοημοσύνη μου.

Η ΜΗΤΕΡΑ: (Μέσα στον επιθανάτιο ρόγχο της.) Για δική μου χάρη, Κύριε, σπλαχνίσου τον Κιμ. Ανέκφραστη στάθηκε η αγωνία μου όταν εσύ ξεψυχούσες από αγάπη, πόνο και θλίψη πάνω στο Γολγοθά.

ΚΙΜ: Nothung!

(Κραδαίνει ψηλά με τα δυο του χέρια το μπαστούνι του και θρυμματίζει τον πολυέλαιο· η στερνή χλωμή φλόγα του χρόνου αναπηδά και στο σκοτάδι που επακολουθεί το διάστημα γκρεμίζεται συθέμελα, θρυμματισμένα γυαλιά και κατεδαφισμένος τοίχος…)

«Τελείωσε;» ρωτά ο Στήβεν.

«Δεν το νομίζω,» απαντά ο Τομ. «Βλέπετε αυτό που βλέπω;»

Η γη τραντάζεται· ο Κθούλου αναδύεται από τα Βάθη ανεμίζοντας καλτσοδέτες σημαδεμένες από λευκούς λεκέδες και μετοχές, ομόλογα και νομίσματα όλων των εθνών, εταιρειών και συμβουλίων· κυβερνήσεις ανατρέπονται σαν κορίνες του μπόουλινγκ· (θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, / θα ’ναι όλη η παλιά μας συντροφιά…) το χρηματιστήριο καταρρέει· ανώνυμες αναρχικές ορδές σαρώνουν τους δρόμους φωνάζοντας «ψηλά τα χέρια, γαμιόληδες!» την ώρα που εκτελούν τραπεζίτες προέδρους εταιρειών δικηγόρους πολιτικούς σπιτονοικοκύρηδες ιερείς ραβίνους υπουργούς παίκτριες του γκολφ και οποιονδήποτε φορούσε καθαρό λευκό πουκάμισο· (…και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι / και την πιο πικρή γουλιά…)
όργια ξεσπούν σε κοινοβούλια, κογκρέσα, αντικερί, μπουτίκ, γραφεία επιχειρήσεων, χασάπικα, μοναστήρια, βαγόνια του τραμ, νοσοκομεία, αλογάκια του λούνα παρκ, πανεπιστήμια, ακαδημίες, εργαστήρια, αρτοποιεία, καθεδρικούς, δικηγορικά γραφεία, εργοστάσια· τεράστιοι βάναυσοι φαλλοί μπήγονται σε μουνιά, κωλοτρυπίδες, στόματα χυμωδών ηθοποιών, γερο-παραλημένων χήρων, έξοχων φιλοσόφων, βασιλιάδων, επισκόπων, αγοριών, κοριτσιών, στρατιωτών, ηγουμένων, τραπεζιτών, κλαψιάρηδων ποιητών· μουνιά γαμιούνται, ρουφιούνται, μασιούνται, γλείφονται, φιλιούνται· (ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη / ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά…)
η βασίλισσα Βικτώρια βιάζεται ομαδικά από 358 πολεμιστές Βατούσι· παράφρονες αφοδεύουν σε τοίχους, σιντριβάνια, μπολ κοκτέιλ, σε δρόμους και κατώφλια· σαλιωμένα αγροτόπαιδα που κραδαίνουν πλακάτ με το σύνθημα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΤΗΝΟΒΑΣΙΑ ορμούν σε καταστήματα ζώων για να σοδομίσουν σκυλιά, γατιά, μαϊμούδες, πουλιά, ταραντούλες· ο Αντρέ Μπρετόν περιφέρεται στο Παρίσι πυροβολώντας περαστικούς στην τύχη· ο τελευταίος δικηγόρος στραγγαλίζεται με τα εντόσθια του τελευταίου πολιτικού· ο Πάπας εμφανίζεται σε κατάσταση παραληρήματος στο μπαλκόνι που βλέπει στην πλατεία του αγίου Πέτρου ψέλνοντας ακατάληπτα ενόσω αυτοσοδομίζεται με ένα δονητή τριάντα εκατοστών της εταιρείας Γιοκοχάμα Δερμάτινα Είδη & Αξεσουάρ Σεξ· νοικοκυρές δολοφονούν τους συζύγους τους και τρέχουν στις αποθήκες να το κάνουν με τράγους ενώ ουρλιάζουν Ιώ Παν Ιώ Παν Ο Τράγος με τα Χίλια Μικρά! (…ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη / και η παρθένα με τον Σατανά…) μηδενιστές επιτίθενται σε άσυλα ανιάτων με αυτόματα όπλα, δολοφονούν το προσωπικό και απελευθερώνουν τους ασθενείς προκειμένου να κυκλοφορούν ελεύθεροι στους δρόμους και να βάζουν φωτιά σε γραφεία ψυχιάτρων· ποιητές της πρωτοπορίας καταλαμβάνουν τις εφημερίδες και δημοσιεύουν περίεργους, ανησυχητικούς τίτλους: Μήπως είναι Ένα Νέο Ηλεκτρομαγνητικό Φαινόμενο ή Πεθαίνει η Καρδιά και το Μυαλό της Ευρώπης; Μόνο οι Παράφρονες είναι Απόλυτα Ελεύθεροι· Οι Άνθρωποι των Άστρων Επιστρέφουν Όμως Εγώ Έχασα τη Μία και Μοναδική μου Αγάπη· Πού είναι ο Θεός Τώρα που Τον Χρειαζόμαστε; Την επόμενη μέρα οι γυναίκες οργανώνονται και ολοκληρώνουν τη σφαγή.

Και ο ουρανός μετατράπηκε στο σώμα της Νουίτ, μαύρος, όμορφος, η μητέρα των άστρων: και όλα άλλαξαν σε μια στιγμή, με το παίξιμο των ματιών…

…μα δεν υπήρχαν Σπανιόλοι και Άραβες, δεν υπήρχαν καμήλες ούτε ελέφαντες. Ήταν μόνο ένα πικ-νικ του κατηχητικού, και μάλιστα τάξης του δημοτικού. Τα κάναμε όλα λίμπα και κυνηγήσαμε τα παιδιά στην κοιλάδα· αλλά τα μοναδικά μας λάφυρα ήταν κάτι ντόνατς με μαρμελάδα, αν και ο Στήβεν βρήκε μια πάνινη κούκλα και ο Τζο Χάρπερ ένα βιβλίο με ύμνους και ένα θρησκευτικό φυλλάδιο· μετά έκανε έφοδο η δασκάλα και μας υποχρέωσε να τ’ αφήσουμε όλα και να κόψουμε λάσπη.

Δεν είδα πουθενά διαμάντια και το είπα στον Τομ Σόγερ. Εκείνος είπε ότι υπήρχαν ολόκληρα φορτία, κι ότι υπήρχαν και Άραβες και ελέφαντες και ένα σωρό πράγματα. «Τότε γιατί δεν μπορούσαμε να τα δούμε;» τον ρώτησα. Είπε ότι, αν δεν ήμουν τόσο άσχετος και είχα διαβάσει ένα βιβλίο που λέγεται Δον Κιχώτης, θα το ήξερα χωρίς να ρωτήσω. Είπε ότι όλα γίνονταν με μαγεία. Είπε ότι εκεί υπήρχαν εκατοντάδες στρατιώτες και ελέφαντες και θησαυροί και τα λοιπά, αλλά είχαμε εχθρούς που ήταν μάγοι και είχαν μεταμορφώσει το όλο πράγμα σε κατηχητικό για νήπια, από καθαρή μοχθηρία. Απάντησα ότι, αν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε εμείς έπρεπε να κυνηγήσουμε τους μάγους. Ο Τομ Σόγερ με αποκάλεσε κουφιοκέφαλο.

Οι διαφωνίες πάνω σ’ αυτό  το θέμα ήταν πολλές. Φιλόσοφοι,  μαθηματικοί, γιατροί, θεολόγοι, φυσικοί, μεταφυσικοί, θεόσοφοι, ακαδημαϊκοί και γκαραζιέρηδες  έγραψαν πάνω σ’ αυτό το  ζήτημα ένα μεγάλο αριθμό θέσεων, παραθέσεων, αντιθέσεων και συνθέσεων. Στο τραίνο που πήγαινε από τη Χάβρη στο Παρίσι διάβασα τρεις μπροσούρες που μελετούσαν το θέμα.

Το σκέφτηκα για δύο-τρεις μέρες,  και τελικά έκρινα ότι όλα  αυτά ήταν απλά άλλο ένα  ψέμα του Τομ Σόγερ. Μάλλον  εκείνος πίστευε στους Άραβες και στους ελέφαντες αλλά, αν με ρωτήσετε, εγώ σκέφτομαι διαφορετικά. Το πράγμα είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός κατηχητικού.

Ξεχωρίζεις όμως ένα σύντροφο από έναν παλιοκερατά.

Τα παιδιά φόρεσαν τα ρούχα τους, έκρυψαν τα σύνεργά τους κι έφυγαν θλιμμένοι γιατί δεν υπήρχαν πια παράνομοι, κι αναρωτιόντουσαν τί είχε να προσφέρει ο μοντέρνος πολιτισμός σε αντιστάθμισμα για την απώλειά τους. Είπαν πως καλύτερα να ήταν ένα χρόνο παράνομοι στο Δάσος του Σέργουντ, παρά να γίνονταν Πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών για όλη τους τη ζωή…

V

Για δύο ατέλειωτες εβδομάδες ο Τομ κειτόταν αιχμάλωτος, αποκομμένος από τον κόσμο και απ’ όσα συνέβαιναν σ’ αυτόν. Ήταν πολύ άρρωστος, δεν ένιωθε για τίποτα το παραμικρό ενδιαφέρον. Όταν στάθηκε ξανά στα πόδια του κι αξιώθηκε να περπατήσει αδύναμα στην πόλη, μια μελαγχολική αλλαγή είχε πέσει πάνω σε όλα τα πράγματα και τους ανθρώπους. Είχε συντελεστεί μια «ανάσταση» κι ο καθένας είχε «ξαναβρεί την πίστη του», όχι μόνο οι μεγάλοι, αλλά ακόμα και τα αγόρια και τα κορίτσια. Ο Τομ τριγυρνούσε, με την κρυφή ελπίδα να συναντήσει κάποιον θεόσταλτο αμαρτωλό, αλλά από παντού τα νέα ήταν απογοητευτικά. Βρήκε τον Στήβεν Ντένταλους να μελετάει τη Βίβλο και γύρισε απογοητευμένος τα μούτρα του σ’ αυτό το λυπηρό θέαμα. Αναζήτησε τον Κιμ Κάρσονς, που του τόνισε ότι η ιλαρά που μόλις είχε περάσει ήταν μια ευλογημένη θεία προειδοποίηση. Κάθε παιδί που συναντούσε πρόσθετε κι ένα λιθαράκι στη βαριά κατάθλιψή του. Κι όταν, στην απελπισία του, έτρεξε στο τέλος να βρει καταφύγιο στην αγκαλιά του Χάκλμπερι Φιν κι έγινε δεκτός με ένα εδάφιο από τη Βίβλο, ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει. Έτρεξε κυνηγημένος στο σπίτι του και χώθηκε στο κρεβάτι του, πεισμένος πως μόνο εκείνος απ’ όλο το χωριό είχε χάσει κάθε ελπίδα να σώσει την ψυχή του, στους αιώνες των αιώνων…

Φυσικά τα παιδιά πήγαν στο σχολείο. Απ’ την πρώτη κιόλας εβδομάδα κατάλαβαν πόσο ανόητοι ήταν που δεν έμειναν στο νησί. Αλλά τώρα πια ήταν πολύ αργά. Γρήγορα όμως προσαρμόστηκαν και έγιναν κανονικοί σαν εσάς και σαν εμένα. Το λυπηρό μόνο είναι πως σιγά-σιγά ξέμαθαν να πετούν. Στην αρχή η Γουέντυ τους έδενε τα πόδια στα κάγκελα του κρεβατιού για να μην πετάξουν τη νύχτα και φύγουν. Και ένα από τα πιο αγαπημένα τους παιχνίδια την ημέρα ήταν να κάνουν δήθεν πως πέφτουν απ’ το λεωφορείο. Με τον καιρό όμως έπαψαν να τραβολογάνε τα σκοινιά που τους έδεναν στο κρεβάτι και ανακάλυψαν ότι έπεφταν και χτυπούσαν μ’ εκείνο το παιχνίδι στο λεωφορείο. Έφτασαν στο σημείο να μην μπορούν να κυνηγάνε τα καπέλα τους στον αέρα. Χρειάζονταν εξάσκηση, λέγανε. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι δεν μπορούσαν να πετάξουν γιατί δεν πίστευαν πια.

Τώρα όλα τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και είχαν καταθέσει τα όπλα· γι’ αυτό και δεν αξίζει τον κόπο να πούμε πολλά γι’ αυτούς. Μπορείτε να δείτε τους διδύμους να πηγαίνουν στα γραφεία τους κρατώντας ένα χαρτοφύλακα και μια ομπρέλα. Ο Κιμ είναι μηχανοδηγός. Ο Στήβεν παντρεύτηκε μια Λαίδη κι έτσι έγινε Λόρδος. Τον βλέπετε αυτόν το δικαστή με την περούκα που βγαίνει απ’ την επιβλητική πόρτα; Αυτός κάποτε ήταν ο Τζο Χάρπερ. Και ο άντρας με το γένι που δεν ξέρει ούτε μια ιστορία να πει στα παιδιά του ήταν κάποτε ο Χόλντεν Κόλφιλντ. Γιατί όλοι οι Πράκτορες αυτομολούν κι όλοι οι Αντιστεκόμενοι στο τέλος ξεπουλιούνται

Η Γουέντυ παντρεύτηκε ντυμένη  στα άσπρα και μ’ ένα ροζ  πέπλο. Είναι παράξενο που δεν πέταξε ο Στήβεν μέσα στην εκκλησία να σταματήσει το γάμο.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια και  η Γουέντυ απέκτησε μια κόρη. Την έλεγαν Τζέην και είχε  πάντα μια ερωτηματική έκφραση,  λες και ήθελε, απ’ τη στιγμή  που πάτησε το πόδι της στη Μεγάλη Στεριά, ν’ αρχίσει τις ερωτήσεις.

Μια φορά την εβδομάδα η  κουβερνάντα της Τζέην είχε  έξοδο, και έβαζε την Τζέην  για ύπνο η Γουέντυ. Ήταν  η ώρα των παραμυθιών. Η Τζέην  είχε ανακαλύψει ένα παιχνίδι: να σηκώνει το σεντόνι πάνω  απ’ το κεφάλι της μαμάς της και το δικό της και να γίνεται κάτι σαν σκηνή και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι να ψιθυρίζει:

«Τί βλέπουμε τώρα;»

«Δεν νομίζω ότι βλέπω τίποτα  απόψε,» έλεγε η Γουέντυ, έχοντας  την αίσθηση πως αν ήταν  η μητέρα της εδώ δεν θα  επέτρεπε άλλες συζητήσεις.

«Βλέπεις, βλέπεις,» έλεγε η Τζέην.  «Βλέπεις τότε που ήσουν κοριτσάκι.»

«Έχει περάσει πολύς καιρός  από τότε, χρυσό μου,» έλεγε  η Γουέντυ. «Ω Θεέ μου, πώς  πετάνε τα χρόνια!»

«Πετάνε όπως πετούσες κι εσύ  όταν ήσουν κοριτσάκι;» ρωτούσε  η παμπόνηρη μικρή.

«Όπως πετούσα εγώ! Να σου  πω κάτι, Τζέην, μερικές φορές  αναρωτιέμαι αν πράγματι πέταξα  ποτέ.»

«Πέταξες.»

«Α, ο καλός παλιός καιρός που  μπορούσα να πετάω!»

«Γιατί δεν μπορείς να πετάξεις  τώρα, μαμά;»

«Γιατί τώρα είμαι μεγάλη, αγάπη μου. Όταν οι άνθρωποι μεγαλώνουν, ξεχνούν τον τρόπο να πετούν.»

«Γιατί τον ξεχνούν;»

«Γιατί δεν είναι πια χαρούμενοι  και αθώοι και άκαρδοι. Μόνο  οι χαρούμενοι, αθώοι και άκαρδοι  μπορούν και πετούν.»

«Τι σημαίνει χαρούμενοι, αθώοι και άκαρδοι; Θα ’θελα να είμαι χαρούμενη, αθώα και άκαρδη!»

Τα πλούτη του Χακ Φιν και  το γεγονός ότι τώρα πια  βρισκόταν υπό την προστασία  της Χήρας, του άνοιξαν τις  πόρτες της καλής κοινωνίας  –ή μάλλον τον έσυραν, τον εκσφενδόνισαν  με το ζόρι στην καλή κοινωνία- και τα βάσανά του ήταν σχεδόν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να αντέξει. Οι υπηρέτες της Χήρας τον φρόντιζαν και τον έπλεναν, τον χτένιζαν και τον βούρτσιζαν, και τον ξάπλωναν τα βράδια σε αντιπαθέστατα σεντόνια που δεν είχαν ούτε ένα λεκεδάκι, ούτε μια βρομιά πάνω τους, που θα μπορούσε να τη σφίξει στην καρδιά του και να την αναγνωρίσει σαν μια γνώριμη, φιλική παρουσία. Έπρεπε να τρώει με μαχαίρι και πιρούνι. Ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί πετσέτα, ποτήρι και πιάτο. Έπρεπε να διαβάζει τη Βίβλο του, να πηγαίνει στην εκκλησία. Έπρεπε να μιλάει τόσο καθαρά και καλά, που οι λέξεις είχαν χάσει κάθε γεύση στο στόμα του. Όπου κι αν έστρεφε το κεφάλι, τα εμπόδια και τα δεσμά του πολιτισμού τον έζωναν και τον έδεναν χειροπόδαρα.

Άντεξε με γενναιότητα τα βάσανά του τρεις ολάκερες εβδομάδες, ώσπου μια μέρα χάθηκε. Η Χήρα, απελπισμένη, τον αναζήτησε παντού επί σαράντα οκτώ ώρες. Ο κόσμος στενοχωρήθηκε πολύ. Έψαξαν παντού, χτένισαν ως και το ποτάμι μήπως έβρισκαν το πτώμα του.

Νωρίς το τρίτο πρωί, ο Τομ Σόγερ πήγε, σοφά, να ψάξει σε κάτι άδεια βαρέλια, πίσω από το εγκαταλειμμένο σφαγείο, και μέσα σ’ ένα από αυτά βρήκε τον φυγάδα. Ο Χακ είχε κοιμηθεί εκεί. Είχε μόλις πάρει το πρωινό του (κάτι κλεμμένα αποφάγια) και ήταν ξαπλωμένος, αναπαυτικά, με την πίπα του. Ήταν αχτένιστος, κατασκονισμένος, και στολισμένος με τα ίδια κουρελιασμένα ρούχα που του είχαν εξασφαλίσει τη γραφικότητά του εκείνες τις παλιές καλές μέρες που ήταν ελεύθερος κι ευτυχισμένος. Ο Τομ τον έβγαλε από το βαρέλι με το ζόρι, του είπε πόσα προβλήματα είχε δημιουργήσει, και τον πίεσε να γυρίσει σπίτι. Το πρόσωπο του Χακ είχε χάσει την ήρεμη ικανοποίηση και είχε πάρει μια έκφραση μελαγχολική. Είπε:

«Μη μιλάς έτσι, Τομ. Το δοκίμασα  και δεν δουλεύει το σύστημα.  Δεν δουλεύει, Τομ. Δεν είναι για μένα αυτά. Η Χήρα είναι καλή μαζί μου, και φιλική, δεν λέω, αλλά δεν αντέχω τον τρόπο που ζούνε, μωρέ. Με βάζει να σηκώνομαι κάθε πρωί την ίδια ώρα. Με βάζει να πλένομαι, κι ύστερα με χτενίζουνε μέχρι που ξεφωνίζω πια. Δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ στην ξυλαποθήκη. Πρέπει να φοράω εκείνα τα αναθεματισμένα ρούχα που μου φέρνουν ασφυξία, Τομ. Λες και δεν αφήνουν ούτε λίγο αέρα να περάσει ανάμεσά τους, ξέρω κι εγώ; Κι είναι τόσο αναθεματισμένα ωραία, που δεν μπορώ ούτε να κάτσω χάμω, ούτε να ξαπλώσω, ούτε και να κυλιστώ πουθενά. Δεν έχω γλιστρήσει κάτω από την πόρτα μιας αποθήκης εδώ και… – μου φαίνεται σα να ’χουν περάσει χρόνια. Πρέπει να πηγαίνω στην εκκλησία και ιδρώνω και ξιδρώνω – τα σιχαίνομαι κείνα τα ακαταλαβίστικα κηρύγματα. Δεν μπορώ να πιάσω μια μύγα, δεν μπορώ να μασήσω λίγο ταμπάκο. Πρέπει να φοράω παπούτσια όλη την Κυριακή. Η χήρα τρώει με το καμπανάκι. Πάει για ύπνο με το καμπανάκι. Σηκώνεται από το κρεβάτι με το καμπανάκι – όλα είναι τόσο αναθεματισμένα τακτικά, που δεν αντέχει κανείς.»

«Στάσου Χακ, όλοι έτσι ζούνε.»

«Τομ, δεν έχει σημασία. Εγώ  δεν είμαι σαν τους άλλους, και δεν το αντέχω. Ο ίδιος νόμος για το Λιοντάρι και το Βόδι είναι τυραννία. Είναι φριχτό να είσαι έτσι δεμένος χειροπόδαρα. Δεν ξέρεις τί μου έκαναν σ’ αυτή τη φυλακή; Με είχαν κλείσει στην απομόνωση με μια Βίβλο· τη χρησιμοποιούσα για να κάθομαι στο πέτρινο έδαφος· μόλις το πήραν είδηση τί έκανα, μου πήραν τη Βίβλο κι έφεραν ένα μικρό αντίτυπο τσέπης πολύ χοντρό. Δεν μπορούσα να καθίσω επάνω του κι έτσι διάβασα όλη τη Βίβλο και τις Διαθήκες. Χέ, χέ… Ξέρεις, είναι κάτι πράγματα αληθινά ενδιαφέροντα μέσα σ’ αυτή τη Βίβλο.

«Και το φαΐ, κι αυτό εύκολο είναι. Τί με νοιάζουν εμένα οι προμήθειες και τα ψώνια; Θέλω να ψαρέψω; Πρέπει να ρωτήσω· να κολυμπήσω; Να ρωτήσω – αλίμονό μου αν πρέπει να ρωτάω για να κάνω το παραμικρό. Ε, λοιπόν, τί ευχαρίστηση μπορεί να νιώσω άμα μιλάω πάντα ευγενικά; Αναγκάζομαι ν’ ανεβαίνω στη σοφίτα και να ξεφωνίζω λίγο, κάθε μέρα, έτσι, να νοστιμίσει λίγο το στόμα μου, αλλιώς θα πέθαινα, Τομ. Η Χήρα δεν μ’ αφήνει να καπνίσω. Δεν μ’ αφήνει να φωνάξω, δεν μ’ αφήνει να χασμουρηθώ, ή να τεντωθώ ή να ξυστώ μπροστά σε κόσμο.»

Και ύστερα, μ’ ένα ξέσπασμα  νεύρων και θυμού: «Και, μα την  πίστη μου, προσευχόταν όλη  μέρα! Δεν έχω ξαναδεί τέτοια γυναίκα! Έπρεπε να το σκάσω, Τομ – δεν γινόταν διαφορετικά. Κι έπειτα, σε λίγο ανοίγει το σχολείο και θα έπρεπε να πάω κι εκεί – ε, λοιπόν, δεν θα το άντεχα, Τομ. Και που ’σαι, Τομ, το να είσαι πλούσιος δεν είναι δα και τίποτα το τόσο σπουδαίο. Μονάχα έγνοιες κι άλλες έγνοιες, και ιδρώτας, που παρακαλάς να πεθάνεις, να ησυχάσεις.

«Τομ, στα νιάτα μου, όταν είχα συνήθειο να περνάω απ’ αυτή τη γωνιά του δρόμου και να βουτάω χρήματα απ’ το κιόσκι των εφημερίδων για να πηγαίνω να τρώω μοσχάρι ραγού, αυτός ο άγριος τύπος που βλέπεις όρθιο εκεί, άλλο δεν ονειρευόταν από φόνο, έβγαινε από ένα φοβερό καβγά για να ριχτεί σ’ έναν άλλο, θυμάμαι ακόμα και τις πληγές του, και τώρα, ύστερα από χρόνια και χρόνια που πέρασε καρφωμένος στη γωνιά του δρόμου και που τον μαλάκωσαν τελικά και τον εξάγνισαν φριχτά, να τον που έγινε απόλυτα γλυκός και πρόθυμος και υπομονετικός με όλους, έγινε ένα εξάρτημα της γωνιάς, βλέπεις πώς προχωράει ο κόσμος; Λοιπόν, τα ρούχα που βλέπεις με βολεύουνε, και το βαρέλι με βολεύει, και δεν πρόκειται πια να τα αποχωριστώ. Όχι, Τομ, δεν θέλω πλούτη, και δεν πρόκειται να ζήσω σ’ εκείνα τα καταραμένα σπίτια που σε πνίγουνε από παντού. Μ’ αρέσουν το δάσος, και το ποτάμι, και τα βαρέλια, και σ’ αυτά θα μείνω. Στα κομμάτια! Πάνω που βρήκαμε πιστόλια, βρήκαμε και σπηλιά, και ήταν όλα έτοιμα για τις ληστείες, ξεφυτρώνει αυτή η κουταμάρα και μας τα χαλάει όλα!»

Ο Τομ βρήκε την ευκαιρία  του:

«Άκου δω, Χακ, επειδή έγινα  πλούσιος δεν σημαίνει πως  θα εγκαταλείψω την ιδέα να  γίνω ληστής.»

«Τί μου λες τώρα; Μου λες αλήθεια, Τομ;»

«Όσο αλήθεια είναι ότι είμαι  εδώ, τούτη τη στιγμή. Όμως, Χακ,  δεν μπορούμε να σ’ αφήσουμε  να μπεις στη συμμορία, αν δεν  γίνεις αξιοσέβαστος.

«Τώρα, Χακ, τ’ αφήνουμε όλα πίσω μας και εγκαινιάζουμε μια νέα και άγνωστη φάση των πραγμάτων. Όλ’ αυτά τα χρόνια, τις φασαρίες και τ’ αφηνιάσματα – και τώρα αυτό! Γι’ αυτό μπορούμε άφοβα ν’ απομακρύνουμε κάθε άλλη σκέψη και απλώς να προχωρήσουμε μπροστά, με τα πρόσωπα προτεταμένα έτσι, βλέπεις, και να καταλάβουμε τον κόσμο…»

Ολόκληρος ο πληθυσμός μιας  πόλης εξαφανίζεται, άλλοι τους  αντικαθιστούν, μα κι αυτοί  είναι περαστικοί· πάνε κι  έρχονται. Σπίτια, σειρές σπιτιών,  δρόμοι, χιλιόμετρα από πεζοδρόμια, σωροί τούβλων, πέτρες. Αλλάζουν  χέρια. Πρώτα αυτός ο ιδιοκτήτης, ύστερα ο άλλος. Λένε ότι ο ιδιοκτήτης δεν πεθαίνει ποτέ. Κάποιος άλλος παίρνει τη θέση του, όταν εκείνος πάρει το μήνυμα για την αναχώρηση. Αγοράζουν πληρώνοντας χρυσάφι κι όμως το χρυσάφι παραμένει στα χέρια τους. Πρέπει να υπάρχει κάποιο κόλπο σ’ αυτή τη συναλλαγή. Κάτι που συσσωρεύτηκε μέσα στις πόλεις και ξεθώριασε μέσα στους αιώνες. Πυραμίδες στην άμμο. Χτισμένες με σκέτο ψωμί και κρεμμύδι. Οι σκλάβοι στο Σινικό Τείχος. Η Βαβυλώνα. Οι ογκόλιθοι που διασώθηκαν. Οι στρογγυλοί πύργοι. Απέμειναν σπασμένες πέτρες, προάστια που επεκτείνονται, πρόχειρες κατασκευές, σπίτια που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, χτισμένα με σκέτο αέρα. Καταφύγια της νύχτας.

Κανείς δεν είναι κάτι…

Επίλογος

Η ταινία τελειώνει με τον  εθνικό ύμνο παιγμένο απαλά  σ’ ελάσσονα τόνο… Η μηχανή δείχνει εικόνες νεκρών πόλεων τραβηγμένες από ψηλά ενώ παρεμβάλλονται αστραπιαία κοντινά πλάνα τραβηγμένα από δορυφόρο. Η κάμερα απομακρύνεται συνεχώς, η μουσική σβήνει σιγά-σιγά. Το τελευταίο πλάνο δείχνει τα στοιχειωμένα πρόσωπα των συνωμοτών με φόντο το φωτεινό άδειο ουρανό. Χαιρετάνε κουνώντας τα χέρια τους και χαμογελούν…

Όλαι αυταί αι συγκινητικαί  σκηναί, ακόμη και σήμερον, παραμένουν  οραταί επί του υφάσματος και  μας φαίνονται ακόμη ωραιότεραι  εξ αιτίας των θλίψεων, αίτινες  απετυπώθησαν επ’ αυτών, και εξ αιτίας της πλούσιας επιστρώσεως, ήν εναπέθεσεν ο χρόνος.

Αν όλα αυτά συνιστούν αμαρτίες  ή αρετές, αυτό θα μας το  πει την ημέρα της κρίσεως  ο γερο-Μπαρμπακανένας.-

Πηγές

Marcel Aymé, O τοιχο-διαπεραστής, ο νάνος και άλλες ιστορίες, μετάφραση Ντ. Βατικιώτης, εκδόσεις Αίολος, 1983

James M. Barrie, Πήτερ Παν, μετάφραση Π. Διαμαντοπούλου, εκδόσεις Ύψιλον, 1990

William Blake, Οι γάμοι του ουρανού και της κόλασης, μετάφραση Χ. Βλαβιανός, εκδόσεις Νεφέλη, 1997

Henri-Frédéric Blanc, Δαιμονομανία, μετάφραση Α. Βερυκοκάκη-Αρτέμη, εκδόσεις Γνώση, 1994

Henri-Frédéric Blanc, Τ’ αγρίμια παλεύουν στο λυκόφως, μετάφραση Μ. Καραβίτη, εκδόσεις Γνώση, 1992

William S. Burroughs, Γυμνό γεύμα, μετάφραση Γ. Γούτας, εκδόσεις Απόπειρα, 2003

William S. Burroughs, Ο απολυμαντής, μετάφραση Ν. Μπαλής, εκδόσεις Απόπειρα 1992

William S. Burroughs, Ο τόπος των νεκρών δρόμων, μετάφραση Ε. Καλλιφατίδη, εκδόσεις Απόπειρα, 1990

William S. Burroughs, Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας, μετάφραση Ν. Ρέγκας-Δ. Κουμανιώτης, εκδόσεις Απόπειρα, 1987

G.K. Chesterton, Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη, μετάφραση Κ. Ροντογιάννη, εκδόσεις Αστάρτη, 1989

Anatole France, Η ανταρσία των αγγέλων, μετάφραση Λ. Αβαγιανου, εκδόσεις Αστάρτη, 1994

James Joyce, Δουβλινέζοι, μετάφραση Μ. Αραβαντινού, εκδόσεις Ηριδανός, 1977

James Joyce, Οδυσσέας, μετάφραση Σ. Καψάσκης, εκδόσεις Κέδρος, 1990

Ομάρ  Καγιάμ, Ρουμπαγιάτ, μετάφραση Π. Γνευτός, εκδόσεις Ερατώ, 1997

Jack Kerouac, Στο δρόμο, μετάφραση Δ. Νικολοπούλου, εκδόσεις Πλέθρον, 1996

Επιστολές του Σεργκέι Νετσάγεφ προς τη Ναταλί Χέρτσεν (27/3/1870, χωρίς ημερομηνία, χωρίς  ημερομηνία-ελήφθη 26/5/1870), περιοδικό Εποπτεία, 1979

Thomas Pynchon, Η συλλογή των 49 στο σφυρί, μετάφραση Δ.–Χ. Δημηρούλη, εκδόσεις Ύψιλον, 1986

Thomas Pynchon, Vineland, μετάφραση Α. Β. Βαχλιώτης, εκδόσεις Χατζηνικολή, 1996

Francisco de Quevedo, Όνειρα και λόγοι της αλήθειας, μετάφραση Ι. Κανσή, εκδόσεις Αίολος, 1994

Διονύσης  Σαββόπουλος, Βρώμικο ψωμί, L.P., Lyra, 1972

Διονύσης  Σαββόπουλος, Το περιβόλι του τρελλού, L.P., Lyra, 1969

Διονύσης  Σαββόπουλος, Φορτηγό, L.P., Lyra, 1966

J.D. Salinger, Ο φύλακας στη σίκαλη, μετάφραση Τζ. Μαστοράκη, εκδόσεις Επίκουρος, 1978

Paco Ignacio Taibo II, Η σκιά της σκιάς, μετάφραση Κ. Καψαμπελη, εκδόσεις Άγρα, 2006

Mark Twain, Ένας γιάνκης στην αυλή του Βασιλιά Αρθούρου, μετάφραση Μ. Σαχλή, εκδόσεις Οδηγητής, 1987

Mark Twain, Διηγήματα Β΄, μετάφραση Ρ. Χατχούτ, εκδόσεις Γράμματα, 1979

Mark Twain, Τομ Σόγερ, μεταφραση Α. Παπασταύρου, εκδόσεις Παπαδόπουλος, 1996

Mark Twain, The Adventures of Huckleberry Finn, εκδόσεις Penguin, 1994

Robert A. Wilson, Οι μάσκες των πεφωτισμένων, μετάφραση Χ. Καψάλης, εκδόσεις Λιβάνη, 2006

Μπάχαλα του Notting Hill, 1957, 1976, 2008…

Για τα μπάχαλα στο Notting Hill 1958, 1976, 2008…


μικρή εισαγωγή: Μετά το ’50, πλήθος μεταναστών από τα νησιά της Καραϊβικής κατέφτασαν στη Βρετανία, πλημμυρίζοντας τους δρόμους γειτονιών του Λονδίνου (μετά από κάλεσμα της “μητέρας πατρίδας” που είχε στο μεταξύ ξεκληρίσει μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης της στον πόλεμο, πάνω από 100.000 εγκαταστάθηκαν εδώ μέχρι το 1961) και συχνά κεντρίζοντας τα ξενοφοβικά χαρακτηριστικά του ντόπιου στοιχείου. Δεν ήταν σπάνιες οι επιθέσεις σε μεμονωμένους μαύρους από φασιστικές ομάδες ή ακόμα και παρέες teddy-boys (κωλοπαιδαρίστικη υποκουλτούρα της εποχής και πιθανόν η πρώτη στιγμή που ένα νεολαιίστικο υποκείμενο εισβάλλει στο προσκήνιο συνειδητά ως όχημα της ανταλακτικής αξίας, ως καταναλωτές στυλ δηλαδή. Τα επόμενα χρόνια οι καυγάδες με τους punks θα μείνουν ιστορικοί, στα πλαίσια πάντα των υποκουλτούρων του δρόμου). Το καλοκαίρι του 1958 (στο μεταξύ η βιομηχανική ανάπτυξη του μεταπολέμου είχε ξεφουσκώσει ολότελα) οι επιθέσεις συμμοριών λευκών σε μαύρους θα ενταθούν με την ανοχή της αστυνομίας (σύμφωνα με στοιχεία που ήρθαν στο φώς το 2002), οδηγώντας στο πολυήμερο ξέσπασμα της μαύρης νεολαίας του Notting Hill, που θα καταστείλει τελικά η Metropolitan Police με εκατοντάδες προσαγωγές και δεκάδες συλλήψεις. Προκειμένου να καταλαγιάσουν τα πνεύματα, οργανώνεται έκτοτε το ετήσιο καρναβάλι του Notting Hill από την Claudia Jones (αναγνωρισμένη περσόνα του φεμινιστικού και του μαύρου κινήματος και στελεχάρα του κομμουνιστικού κόμματος, με λίγα λόγια επαναφομιώτρια πρώτου βεληνεκούς). Και πράγματι, με την “πρόσκληση” στην περιοχή του επίσημου κράτους (μέσω του καρναβαλιού και άλλων διορθωτικών μέτρων-7 χρόνια αργότερα θα ψηφιστεί η πρώτη Race Relations Act που ποινικοποιούσε τις ρατσιστικές επιθέσεις ως αντιστάθμισμα στον νόμο του ’62 για τον έλεγχο και περιορισμό των μεταναστών, με λίγα λόγια η σύγκρουση πλέον ρυθμίζεται σε κεντρικό επίπεδο, ενώ το ίδιο το Notting Hill θα μετατραπεί από γκέττο της εργατικής τάξης σε μια τρέντυ και “ασφαλή” γειτονιά) οι φασιστικές συμμορίες παραχωρούν τη θέση τους σ’ έναν επαγγελματία επιτέλους: Τα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν η Metropolitan Police αναλαμβάνει τον έλεγχο των δρόμων και μαζί την υποτίμηση και την τρομοκράτηση του αφρο-καραιβικού πληθυσμού. Το επόμενο ξέσπασμα δε θα αργήσει, και στα 1976 με την λήξη του καρναβαλιού ομάδες μαύρων νεολαίων επιτίθενται σε μπάτσους που είχαν μόλις συλλάβει βίαια έναν πορτοφολά. Οι οδομαχίες επεκτείνονται και οι μπάτσοι μετράνε πάνω από 100 τραυματίες. Στις συγκρούσεις συμμετέχουν και δυο μετέπειτα γνωστά μέλη των The Clash, οι Paul Simonon και Joe Strummer, ενώ το τραγούδι τους White Riot αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτά τα γεγονότα. Τα κείμενα που ακολουθούν δίνουν καλά το πνεύμα της εποχής. Ας σημειωθεί ότι στα 2008 ανάλογες ταραχές ξέσπασαν και πάλι μετά το καρναβάλι του Notting Hill, αν και αυτή τη φορά πιο περιορισμένες σε έκταση και σε συμμετοχή, οι μηχανισμοί της αφομοίωσης πλέον δουλεύουν ρολόι, κι έτσι “αυτές οι ταραχές ήταν απλά βίτσιο ορισμένων παιδιών, που προφανώς έχουν ανάλογη συμπεριφορά κάθε μέρα του χρόνου, όχι μόνο σήμερα, και δεν έχουν καμία σχέση με τις αντίστοιχες του ’70 που είχαν ένα ταξικό περιεχόμενο”-από συνέντευξη ενός παρευρισκομένου στην τηλεόραση, ή κι αντίστροφα (προσοχή στο ρόλο που παίζει η αντιπαραβολή με το παλιό, εξιλεωμένο πλέον γεγονός, στην απαξίωση του σημερινού).

Πηγές: en.wikipedia.org, www.geocities.com/londonriots, www.libcom.org

1958: Ένα μικρό χρονικό:

Οι επιθέσεις ξέσπασαν πρώτα στο Nottingham, όπου πάνω από 1.000 λευκοί προκάλεσαν βανδαλισμούς γύρω από την περιοχή της St Ann, εξοργισμένοι στη θέα ενός μαύρου άνδρα να έχει πιάσει κουβέντα με μια λευκή γυναίκα σε μια παμπ. Το επόμενο σαββατοκύριακο οι επιθέσεις μεταφέρονται προς το Notting Hill. Στις 30 Αυγούστου, η σουηδή Majbritt Morrison, δέχεται επίθεση από μια συμμορία λευκών νέων, επειδή ήταν παντρεμένη με έναν τζαμαϊκανό “Nigger lover! Kill her!” Ενώ την ίδια νύχτα πάνω από 400 άτομα συμμετείχαν σε ένα “nigger hunt” (κυνήγι αράπηδων) επιτιθέμενοι σε μαύρους στο δρόμο, ενώ έριχναν πέτρες και μολότοφ μέσα σε παράθυρα σπιτιών μαύρων, με τη διακριτική ανοχή της αστυνομίας. Οι μαύροι και ορισμένοι λευκοί αντιφασίστες για πρώτη φορά απαντούν ανοιχτά στις προκλήσεις. Οι μάχες κρατούν για πέντε μερόνυχτα.

Την επόμενη χρονιά ένας μαύρος ξυλουργός απ’ την Αντίγκουα, ο Kelso Cochrane, θα μαχαιρωθεί από μια συμμορία νεαρών λευκών στην Notting Hill Gate. Η αστυνομία κάνει λόγο για “απόπειρα κλοπής” ως το μόνο κίνητρο, αποφεύγοντας κάθε υπόνοια για ρατσιστικό κίνητρο. Πάνω από 1.200 μαύροι και λευκοί θα παραβρεθούν στην κηδεία του Cochrane.

Αναμνήσεις από τις μάχες με ρατσιστές και φασίστες, του Baker Baron
κατοίκου της περιοχής και πρώην στρατιωτικού της RAF (βασιλική στρατιωτική αεροπορία) για τέσσερα χρόνια (από τα 15 του). Στη συνέχεια ο Baker επέστρεψε στο Λονδίνο, έπιασε δουλειά στους σιδηροδρόμους και συμμετείχε ενεργά στο αντιφασιστικό κίνημα στις γειτονιές του δυτικού Λονδίνου.

“Ο Mosley προσπάθησε να υποδαυλίσει μια αντιπαράθεση μεταξύ λευκών και μαύρων μιας και ο σκοπός του ήταν να διώξει τους μαύρους από το βόρειο Kensington, να τους πετάξει έξω από τις ακτές της Αγγλίας. Δεν συμφωνούσα με κάτι τέτοιο, αν και είχα γυρίσει κι εγώ στην πατρίδα… Ο Mosley ξεκίνησε μια ολόκληρη εκστρατεία μίσους, οι υποστηρικτές του, οι Teddy Boys έτρεχαν πάνω-κάτω με αλυσίδες μοτοσυκλετών φωνάζοντας Keep Britain White-κρατήστε τη βρετανία λευκή. Τριγυρίζαν σε ομάδες ψάχνοντας για κάποιον έγχρωμο να δείρουν, να επιτεθούν, να εκφοβίσουν τους έγχρωμους άνδρες και γυναίκες, τριγύριζαν κλωτσώντας τους και δέρνοντάς τους.

Λοιπόν, οι μαύροι, ήταν τόσο τρομοκρατημένοι εκείνη την εποχή που δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους, δεν τολμούσαν να βγουν, δεν τολμούσαν να περπατήσουν στα δρομάκια της Portobello Road. Έτσι αποφασίσαμε να σχηματίσουμε μια αμυντική δύναμη για να πολεμήσουμε αυτή τη συμπεριφορά και το κάναμε. Οργανώσαμε μια ομάδα για να συνοδεύουμε σπίτι του κάθε έγχρωμο όπου κι αν έμενε στην περιοχή. Δεν ήταν ότι θα βγαίναμε από το σπίτι μας να πάμε να χτυπήσουμε κάποιον, αλλά, αν χτυπούσες το σπίτι μας θα σε βρίσκαμε, αυτός ήταν ο τύπος της ομάδας κρούσης μας. Μας πληροφορούσαν ότι ήταν να έρθει κανείς και πάντοτε φυλάγαμε τα αρχηγεία μας.

Όταν μας είπαν ότι έρχονται να μας χτυπήσουν εκείνη την νύχτα βγήκα στους δρόμους και είπα σε όλον τον κόσμο που έμενε στην περιοχή να φυλάγεται εκείνο το βράδυ. Είπα στις γυναίκες να κρατήσουν γλάστρες, κατσαρόλες με καυτό νερό να βράζει, να βρουν λίγη καυστική σόδα κι αν προσπαθούσε κανείς να παραβιάσει την πόρτα τους να του τα αδειάσουν στη μούρη. Όσο για τους άνδρες, ημασταν που λέτε οπλισμένοι. Στη διάρκεια της μέρας έβγαιναν κι έπαιρναν το γάλα τους, ότι μπορούσαν να βρουν, και τα υλικά για κοκτέιλ μολότοφ. Μην νομίζετε, είχαμε σιδερόβεργες, ματσέτες, είχαμε απ’ όλα τα όπλα, είχαμε όπλα, είχαμε πιστόλια.

Προετοιμαζόμασταν στα αρχηγεία για την επίθεση. Είχαμε δικούς μας ανθρώπους στην ταράτσα που τους περίμεναν, εγώ στεκόμουν στο δεύτερο όροφο με σβησμένα τα φώτα, σαν καρτέρι, όταν είδα ένα σωρό κόσμο από μακριά. Παρατηρούσα τη συμπεριφορά του όχλου πίσω από τις κουρτίνες, έλεγαν “Πάμε να κάψουμε τους αράπηδες, πάμε να τους λιντσάρουμε”. Τότε έδωσα εντολή να ανοίξουν οι πόρτες και να τους στείλουμε από κει που ήρθαν. Ήμουν πρώην στρατιωτικός, ήξερα από ανταρτοπόλεμο, ήξερα τα πάντα για το παιχνίδι τους και ήταν πολύ, πολύ αποτελεσματικό.

Είπα “Ρίχτε τους τις βόμβες”. Όταν είδαν τις μολότοφ να τους έρχονται πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να τρέχουν. Ήταν πολύ τρομακτικά εκείνη την νύχτα, ήμασταν αποφασισμένοι να πολεμήσουμε με όλα τα μέσα, όλα τα όπλα, οτιδήποτε μπορούσαμε να βρούμε για την ελευθερία μας. Δεν επρόκειτο να τους περιμένουμε σαν αρρωστιάρικα σκυλιά που αργοπεθαίνουν. Και τελικά δούλεψε, ρίξαμε στον Sir Oswald Μosley και στους teddy boys του ένα τέτοιο βρωμόξυλο που δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ στο Notting Hill. Ένα πράγμα ξέρω, το επόμενο μεσημέρι βγήκαμε στους δρόμους και περπατούσαμε ελεύθεροι γιατί ήξεραν ότι δε θα ανεχόμασταν τέτοιες συμπεριφορές ξανά.

1976: Σχετικό βίντεο:

[youtube=http://www.youtube.com/watch?v=YTSuCeKBnCc&hl=en_US&fs=1&]

Ένας απολογισμός των ταραχών

…στο δημοφιλές καρναβάλι του Δυτικού Λονδίνου που εκπυρσοκροτήθηκαν από την αστυνομική αυθαιρεσία και το κύμα συλλήψεων νεαρών μαύρων παρευρισκομένων. Αν τις δούμε συνολικά, μαζί με τις ταραχές στο Broadwater Farm και το Brixton στα 1981 σηματοδοτούν μια τομή στις μεθόδους αστυνόμευσης στην πρωτεύουσα.

Κάθε χρόνο, μετά τις διακοπές του Αυγούστου, η κοινότητα των δυτικών ινδιών στη Βρετανία οργανώνει ένα καραϊβικού στυλ καρναβάλι με πολύχρωμα άρματα, μουσική, χορό και δεκάδες παράλληλων εκδηλώσεων. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλη τη χώρα προσέρχονται για το γεγονός στο Βόριο Kensington.

Το 1976 ωστόσο, οι εκδηλώσεις διακόπηκαν την τελευταία μέρα. Νεαροί μαύροι που παρενοχλούνταν από αστυνομικούς η παρουσία των οποίων αριθμούσε 1.600 άτομα, υπερασπίστηκαν τους εαυτούς τους ενάντια στις προληπτικές συλλήψεις των μπάτσων. Γύρω στις 5 το απόγευμα ξέσπασαν συγκρούσεις, που απλώθηκαν σε ολόκληρο το Ladbroke Grove και κράτησαν μέχρι την νύχτα. Πάνω από 300 μπάτσοι τραυματίστηκαν, 35 οχήματα της αστυνομίας καταστράφηκαν, αρκετά μαγαζιά λεηλατήθηκαν και 60 άνθρωποι συνελήφθησαν.

Αυτή είναι μια προσπάθεια να δούμε πέρα από τα γεγονότα όπως παρουσιάστηκαν στα μίντια. Η τεράστια αστυνομική παρουσία “δικαιολογήθηκε” με σκιώδεις ισχυρισμούς για δραματική αύξηση του μικρο-εγκλήματος από νεαρούς μαύρους μέσα στο πλήθος. Όμως κάτι τέτοιο δεν αποτελεί δικαιολογία για την μαζική αστυνομική παρουσία. Οι νεαροί μαύροι, άνθρωποι με καλή μνήμη, γνωρίζουν ότι η αστυνομία βρισκόταν εκεί με μόνο σκοπό την τρομοκράτησή τους. Η μαζικές συλλήψεις νεαρών μαύρων ήταν (και είναι ακόμη) τόσο κοινότυπες και η αστυνομία τόσο μισητή, που οι αστυνομικές δυνάμεις ολόκληρης της χώρας είχαν λιγότερους από 20αριά μαύρους αστυνομικούς. Περιπτώσεις μαζικών συλλήψεων μόνο στο Λονδίνο, οι 9 του Mangrove, 4 του Metro, 4 του Oval, 3 του Brockwell Park, 7 του Swan Disco, 12 του Cricklewood, 10 του Stockwell, περιπτώσεις που συμπεριλαμβάνουν σκευωρίες και αστυνομική κακοποίηση, είναι ακραίες περιπτώσεις της παρενόχλησης που υφίστανται οι νεαροί μαύροι. Μεμονωμένα περιστατικά, τυχαίες εξακριβώσεις στοιχείων και αστυνομικοί ξυλοδαρμοί πρέπει να ξεπερνούν τις δεκάδες χιλιάδες. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα του πόσοι αστυνομικοί θα έπρεπε να είναι εκεί, αυτό είναι ένα ερώτημα για τις λογομαχίες των φιλελεύθερων, το πραγματικό ερώτημα είναι: Τί δουλειά είχε η αστυνομία εκεί; Μόνο οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο καρναβάλι μπορούν να το απαντήσουν αυτό. Οποιοσδήποτε συμμετείχε στην εκδήλωση θα πρεπε να προσβληθεί από τη θάλασσα αστυνομικών κρανών και στολών, όπως και να χει επρόκειτο για ένα καρναβάλι κι όχι μια πολιτική διαδήλωση.

Ας ρίξουμε μια ματιά τώρα στις οδομαχίες. Οι πραγματικές συγκρούσεις ήταν οι πιο δυναμικές και ανεξέλεγκτες οδομαχίες στη Βρετανία από τις ταραχές της Cable Street του 1936. Ποιός κέρδισε; Από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων φαίνεται σαν να πήραν οι μπάτσοι ένα καλό μάθημα. Οι μάχες που μαίνονταν εκείνη την ημέρα δεν έμοιαζαν με τις κλασσικές αντιπαραθέσεις αστυνομίας Vs αριστερών, αλλά μάλλων περισσότερο με τις οδομαχίες της Falls Road των αρχών του ’70. Οι μπάτσοι σωριάζονταν σαν κορίνες από καταιγισμούς τούβλων και μπουκαλιών (οι γειτονικές οικοδομές παρείχαν άπλετα πολεμοφόδια). Τα χτυπήματα με ρόπαλο δεν μπορούσαν να κάμψουν αποτελεσματικά τον ενθουσιασμό των ταραξιών καθώς έπαιρναν την εκδίκησή τους από την αστυνομία για χρόνια κακοποίησης. Παρά το ότι η απόπειρα να υψωθούν οδοφράγματα δεν τελεσφόρησε, το φλογερό μίσος και η κινητικότητα των ταραξιών μαζί με το συνεχή καταιγισμό πετρών κατάφερε την υποχώρηση της αστυνομίας. Οι αστυνομικοί δεν είχαν εξοπλισμό αστικών ταραχών, όπως ασπίδες, κι έπρεπε να πάρουν καπάκια από σκουπιδοτενεκέδες και πινακίδες του δρόμου για να προστατευτούν, ενώ προσπάθησαν ακόμα και να χτυπήσουν το πλήθος με τα οχήματά τους, πατώντας κόρνες, αλλά ήταν τόσο έντονος ο πετροπόλεμος που οι μπάτσοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν αρκετά απ’ αυτά, τα οποία πυρπολήθηκαν και αρκετά έγιναν στάχτη. Το παιχνίδι ήταν στα χέρια της νεολαίας μέχρι τα μεσάνυχτα, όταν οι ταραχοποιοί αποσύρθηκαν.

Την επόμενη μέρα, μαθεύτηκε ότι αρκετά μαγαζιά είχαν λεηλατηθεί, αλλά αυτό ήταν μια απλή παρενέργεια, στην οποία συμμετείχαν εξίσου λευκοί και μαύροι. Οι περισσότεροι από τον κόσμο που είχε βρεθεί εκεί προσπαθούσαν είτε να βρουν μια διέξοδο από το πεδίο των ταραχών είτε πολεμούσαν τους μπάτσους. Οι εγκαταστάσεις κάτω από το Portobello δεν λεηλατήθηκαν, αλλά σπάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα. Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε τον μεγάλο αριθμό αστυνομικών της μισητής Transport Police που τραυματίστηκαν και πυρπολήθηκαν τα οχήματά τους. (H Transport Police παραδοσιακά συμμετείχε σε ξυλοδαρμούς και σκευωρίες εις βάρος νεαρών μαύρων ιδιαίτερα στο νότιο Λονδίνο). Η Special Patrol Group φαίνεται να προκάλεσε τους περισσότερους τραυματισμούς, χτυπώντας τυχαία -κατά κύριο λόγο- μέσα στο πλήθος, βοηθώντας έτσι την εξάπλωση των ταραχών, αλλά η κανονική αστυνομία ήταν αποφασισμένη να πάρει την κατάσταση υπό τον έλεγχό της. Οι γέφυρες του Τάμεση αποκλείστηκαν από την αστυνομία και αμάξια με νεαρούς μαύρους μέσα δεν αφήνονταν να προσεγγίσουν. Ήταν όμως αργά, μιας και μαύροι από ολόκληρο το Λονδίνο, και ίσως ολόκληρη τη χώρα βρίσκονταν ήδη στο Notting Hill.

Οι ταραχές του Notting Hill ήταν μια συλλογική απάντηση της νεολαιίστικης μαύρης κοινότητας στα χρόνια αστυνομικής καταπίεσης. Δεν είχαν φυλετικό περιεχόμενο αλλά αντι-αστυνομικό, καθώς συμμετείχαν εκτός από τους (συχνά) άνεργους, ή από κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας, νεαρούς μαύρους, οι άνθρωποι από τον πάτο του οικονομικού και κοινωνικού οικοδομήματος. Δυο βδομάδες αργότερα στο Birmingham 300 νεαροί από τις δυτικές ινδίες συγκεντρώθηκαν στο δημαρχείο μετά τη σύλληψη ενός νέου για την κλοπή ενός σταχτοδοχείου. Μερικές μέρες αργότερα 50 πιτσιρικάδες επιτεθηκαν με πέτρες εναντίον ενός αστυνομικού τμήματος μετά από μερικές συλλήψεις, ενώ δεν κατορθώθηκε να τους απωθήσουν παρά μόνο το επόμενο πρωί. Φαίνεται ότι ανάλογα περιστατικά θα γίνονται όλο και πιο συχνά, πιθανώς να διαχέονται και σε άλλα τμήματα του πληθυσμού που δυσανασχετούν. Το Notting Hill ήταν μόνο η αρχή.

Πηγή: εφημερίδα Anarchy του 1976

Η ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΛΗ)

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1975-2008


( Ο κατάλογος εμπλουτίστηκε με νέα στοιχεία, αλλά συνεχίζει να είναι ελλιπής. Γι αυτό και ζητάμε τη βοήθειά σας για να συμπληρώσουμε τον κατάλογο και να διορθώσουμε ορισμένα λάθη και παραλήψεις)

1975
22-05-1975
Συμπλοκές διαδηλωτών με μπάτσους, στο χώρο που δολοφονήθηκε ο Γρ. Λαμπράκης. Άγριος ξυλοδαρμός χωροφύλακα που τραβούσε φωτογραφίες.

1976
– εμπρησμός αυτοκινήτων αμερικάνικων υπηρεσιών
– καταστροφή λεωφορείων του ΟΑΣΘ, την περίοδο αύξησης των εισιτηρίων

1977
21-04-1977
Εμπρησμός 4 αμερικάνικων οχημάτων από τον Λαϊκό Αγώνα (επέτειος του πραξικοπήματος του 1967)

-05-1977
Εμπρησμός 4 αμερικάνικων αυτοκινήτων

31-05-1977
Εμπρησμός σε κινηματογράφο που πρόβαλε τη φιλοσιωνιστική ταινία «Στη φωλιά του λύκου»

18-09-1977
Εκρηξη βόμβας στα γραφεία του οργανισμού ύδρευσης (ΟΥΘ) από τον Λαϊκό Αγώνας σαν έμπρακτη διαμαρτυρία για την παροχή μεγάλων ποσοτήτων νερού, την ώρα που στις φτωχογειτονιές υπήρχε σοβαρή έλλειψη.

15-11-1977
Εμπρησμός των γραφείων της ακροδεξιάς ΕΝΕΠ στη Χαριλάου, από τον Λαϊκό Αγώνα

1978

18-01-1978
Διπλή βομβιστική επίθεση από τον Επαναστατικό Λαϊκό Αγώνα (ΕΛΑ) στα γραφεία της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών και σε υποκατάστημα της American Express. Η ενέργεια έγινε ως «υποδοχή» του υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ Βανς.

-05-1978
Εμπρησμός στα γραφεία της Φοιτητικής Εστίας

20-05-1978
Καταστροφή οχήματος της αμερικάνικης υπηρεσίας από τον Λαϊκό Επαναστατικό Αγώνα (ΛΕΑ)

24-10-1978
Τοποθέτηση βόμβας σε έκθεση της AEG

24-10-1978
Τοποθέτηση βόμβας στο Μηχανοκίνητο Τμήμα της Χωροφυλακής στο Ντεπώ, από τον ΛΕΑ

17-11-1978
Έκρηξη βόμβας στις εγκαταστάσεις της coca cola και εμπρησμός ενός αυτοκινήτου της εταιρείας. Την ευθύνη ανέλαβε ο ΛΕΑ

-11-1978
Εμπρησμός ΙΧ εργολάβου οικοδομών

1979

24-07-1979
Τοποθέτηση εμπρηστικού μηχανισμού σε σκαλωσιά νεοαναγειρόμενης οικοδομής στην οδό Δελφών, σε ένδειξη διαμαρτυρίας γιατί το οικόπεδο άνηκε σε δημοτικό σχολείο και καταπατήθηκε. Την ευθύνη ανέλαβε ο ΛΕΑ

16-10-1979
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε όχημα της AEG από την «κόκκινη πρωτοβουλία» του ΛΕΑ

17-11-1979
Τοποθέτηση τριών εκρηκτικών μηχανισμών στον κιν/φο Ηλύσια (στον οποίο είχε προγραμματιστεί φασιστική συγκέντρωση), στο γραφείο του ακροδεξιού δικηγόρου Διαλυνά και στα γραφεία της Ελληνικής Αμνηστίας, από τον ΛΕΑ

1980
30-01-1980
Έκρηξη βόμβας στο νέο δικαστικό μέγαρο, από τον ΛΕΑ

15-02-1980
Καταστροφή των απουσιολογίων στο λύκειο Χαριλάου

15-02-1980
Απόπειρα εμπρησμού κτιρίου της χωροφυλακής. Συλλαμβάνονται οι δράστες

03-03-1980
Τοποθέτηση βόμβας στο γραφείο του καθηγητή του ΑΠΘ Λ. Χουσιάδα από τον ΛΕΑ. Ο Χουσιάδας είχε αναλάβει την οργάνωση συνεδρίου του ΝΑΤΟ για την ψυχιατρική.

05-03-1980
Κάτοικοι της Νέας Βρασιάς κατέστρεψαν ένα περιπολικό

05-05-1980
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε κτίριο που συστεγαζόταν τρία δημοτικά σχολεία στην οδό Μπότσαρη.
22-08-1980
Καταστροφή των γραφείων της BP και της SHELL από τον ΛΕΑ

1981
11-02-1981
Έκρηξη βόμβας στο ΙΧ του προσωπάρχη του εργοστασίου της Βάλκαν- Εξπόρτ, που παλιότερα είχε χρηματίσει αξιωματικός στη χωροφυλακή. Την ευθύνη ανέλαβε ο ΛΕΑ

18-04-1981
Τοποθέτηση εμπρηστικού μηχανισμού στην είσοδο της Φυσικομαθηματικής Σχολής στο ΑΠΘ

05-05-1981
Τοποθέτηση βόμβας στη σιδηροδρομική γραμμή που χρησιμοποιούσαν οι πολυεθνικές ΕΘΥΛ και ΕΣΣΟ ΠΑΠΑΣ. Τοποθέτηση βόμβας στο ΙΧ του υπεύθυνου δημοσίων σχέσεων της ΕΘΥΛ. Την ευθύνη ανέλαβε ο ΛΕΑ

27-05-1981
Έκρηξη βόμβας στο Βρετανικό Συμβούλιο, ως ένδειξη συμπαράστασης στους αγωνιστές του IRA. Την ευθύνη ανέλαβε ο ΛΕΑ

1982

29-04-1982
Έκρηξη βόμβας σε υποκατάστημα της American Express από τον ΛΕΑ

1983

20-03-1983
Πυρπολήθηκαν με δύο εμπρηστικές βόμβες δυο αυτοκίνητα πού άνήκαν στήν αμερικάνικη βάση του Χορτιάτη. Η ενέργεια έγινε στην οδό Βασιλίσσης Ολγας στη Θεσσαλονίκη, από τον Λαϊκό Επαναστατικό Αγώνα .

1985

02-05-1985
Επίθεση με μολότοφ σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην οδό Εγνατία, από την Αναρχική Ομάδα Κοινωνική Επανάσταση

10-05-1985
Κατάληψη της Θεολογικής Σχολής και συγκρούσεις με τα ΜΑΤ (7 μπάτσοι τραυματίζονται)

28-05-1985
Επίθεση με πέτρες και μολότοφ εναντίον της Εθνικής Τράπεζας στην πλατεία Συντριβανίου κι ενός οχήματος της τράπεζας. Επίθεση και σε μπάτσους στον Λευκό Πύργο.

18-06-1985
Συγκρούσεις με μπάτσους στο Ντορέ. Τραυματισμός 8 μπάτσων. Σύλληψη 11 αναρχικών και προφυλάκιση των δύο: του Ν. Στεφανίδη και του Η. Μπουτσιαβάρα. Κατηγορούντε για επίθεση με μολότοφ σε περιπολικά

18-11-1985
Στη διάρκεια πορείας διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του 15χρονου Μ. Καλτεζά από μπάτσο, έγιναν επιθέσεις με μολότοφ σε 6 τράπεζες στην Εγνατία , την Ερμού και την Αγ. Σοφίας, στα γραφεία της ΕΠΕΝ και στον ΟΥΘ. Συγκρούσεις έγιναν και το βράδυ, γύρω από τη Θεολογική Σχολή.

1986

08-03-1986
Την ευθύνη για τρεις βομβιστικές επιθέσεις, σε δυο υποκαταστήματα τραπεζών και στο πολυκατάστημα Κλαουδάτος, αναλαμβάνει η ομάδα Ελευθερία

14-05-1986
Στη διάρκεια πορείας διαμαρτυρίας για το Τσέρνομπιλ, σπάζεται το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην πλατεία Συντριβανίου και πυρπολείται με μολότοφ το φιλοσοβιετικό βιβλιοπωλείο «Κουλτούρα»

22-05-1986
Συγκρούσεις με τα ΜΑΤ στην πλατεία Αριστοτέλους και γύρω από τη Θεολογική Σχολή

25-05-1986
Με αφορμή τη συγκέντρωση φασιστών για την αποφυλάκιση των πραξικοπηματιών της 21ης Απρίλη, γίνονται συγκρούσεις με μολότοφ γύρω από τη Θεολογική

04-06-1986
Επίθεση με μολότοφ σε γραφεία του ΠΑΣΟΚ, στη ΔΕΘ και σε μπάτσους στην περιοχή Συντριβανίου και στη Θεολογική Σχολή

05-06-1986
Συγκρούσεις με τα ΜΑΤ ξεκινούν από την πλατεία Χημείου και διευρύνονται σε όλο το ΑΠΘ. Πυρπολείται με μολότοφ κλούβα των ΜΑΤ. Κατάληψη στη ΦΜΣ

08-06-1986
Πυρπολείται με μολότοφ ασφαλίτικο που ήταν σταθμευμένο έξω από το ΑΠΘ και τραυματίζονται σοβαρά οι δύο μπάτσοι. Οι μπάτσοι εισβάλουν στην κατάληψη της ΦΜΣ και συλλαμβάνονται και προφυλακίζονται οι αναρχικοί Κ. Πέτρου, Χ. Κυριακού, Π. Λιάλιαρης, Μ. Τάχος, Μ. Στεφανίδης, Ι. Σιμιτζής, Α. Μουρατίδης, Α. Βαϊνδιρλής, Α. Τσαμπάζη και Α. Σφέτκος.

1987

24-05-1987
Εμπρησμός σε γραφεία «ρατσιστικού προπαγανδιστικού κέντρου», στην οδό Φιλικής Εταιρείας, από τους «Αντικρατιστές Θεσσαλονίκης για την κοινωνική επανάσταση».
2 -06- 1987
Εμπρησμός με υλικές ζημιές κτιρίου του ΥΠΕΧΩΔΕ (πολεοδομία), στην οδό Μανουσογιαννάκη και Εθνικής Αμυνας από τους «Αντικρατιστές Θεσσαλονίκης».

1988

27-04-1988
Έκρηξη βόμβας στη Ζ και Η οικονομική εφορεία από τον ΕΛΑ

1989

21-05-1989
έκρηξη βόμβας προκαλεί υλικές ζημιές στο κεντρικό κτίριο του ΙΚΑ στην οδό Αριστοτέλους. Ο ΕΛΑ αναλαμβάνει την ευθύνη με προκήρυξη που τοποθέτησε σε παρεκκλήσιο επι της οδού Ικτίνου, στη διασταύρωση με τη Μακένζυ Κίνγκ.

1991

11-01-1991
Συγκρούσεις με τα ΜΑΤ γύρω από τη θεολογική, την περίοδο των μαθητικών καταλήψεων

1993

23-11-1993
Πυρπολείται το αυτοκίνητο του πρύτανη του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης. Την ευθύνη αναλαμβάνει η ομάδα «Επαναστατική Δράση».

1994

21-2-1994
Επίθεση με βόμβες μολότοφ πραγματοποιείται έξω από την αίθουσα τελετών στα πανεπιστήμια στην Θεσσαλονίκη την ώρα που ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Ράλλης αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της Νομικής του Α.Π.Θ. παρουσία πολιτικών και εκπροσώπων εκκλησιαστικών και στρατιωτικών αρχών. Από την επίθεση τραυματίζεται στο πόδι ο οδηγός του υπουργού Μακεδονίας-Θράκης.

10-10-1994
Πυρπολείται σχολικό λεωφορείο των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων «Παλλάδιον» στην περιοχή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου στη Θεσ/νίκη.

– επίθεση σε υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην Τριανδρία
– επίθεση με δυναμίτες σε πυλώνες της ΔΕΗ
– τρεις εμπρηστικές επιθέσεις από την Επαναστατική Δράση: σε τουριστικό πούλμαν, σε φορτηγό της Μπάγιερν και σε ΙΧ γιατρού (επειδή έπαιρνε φακελάκια)
– επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε γραφεία του ΠΑΣΟΚ και σε ΙΧ πρασινοφρουρού
– επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε πρατήριο προσκόπων

1995

14-11-1995
συγκέντρωση αναρχικών χτυπιέται από τους μπάτσους, όταν επιχειρεί να κατεβεί στο δρόμο. Συλλαμβάνονται 4 άτομα ( Σοφός, Χατζηιωαννίδης, Αναγνώστου και Κυρίτση. Το βράδυ καταλαμβάνεται η θεολογική και ξεσπούν συγκρούσεις με τα ΜΑΤ.

1996

07-03-1996
Ξυλοδαρμός από 20 κουκουλοφόρους του βουλευτή της ΝΔ, Πάνου Καμμένου και του αστυνομικού φρουρού, στο ΑΠΘ, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της ακροδεξιάς κυπριακής οργάνωσης ΠΕΟΦ

1997

17-11-1997
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στο δημαρχείο της Νεάπολης

30-11-1997
Πυρπολείται σχολικό αυτοκίνητο στις Συκιές από τον Αντικρατικό Αγώνα:«με την τωρινή επίθεση, θέλουμε να φύγουν οι μπάτσοι και οι ρουφιάνοι από τα σχολεία»

1998

21-01-1998Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε ΕΛΤΑ στη Σταυρούπολη

25-01-1998
Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς στα γραφεία της πολυεθνικής Hewlett-Packard και της Interamerican από την ομάδα Κομάντο Unabomber της Επαναστατικής Φράξιας για την Ανατροπή: «θα γίνουμε όλοι Unabombers. Burns go home. Η κρατική τρομοκρατία δε θα περάσει»

30-01-1998
Επίθεση σε σχολικό όχημα στις 40 εκκλησιές

01-02-1998
Πυρπολείται βαν στις Συκιές από τους Ακτιβιστές Συνείδησης

07-02-1998
Πυρπολείται σχολικό όχημα στις 40 εκκλησιές

16-02-1998
Πυρπολείται πολυτελές ΙΧ στην Καλαμαριά

13-03-1998
Εξουδετερώνεται αυτοσχέδιος μηχανισμός έξω από υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στην Πολίχνη. Την ευθύνη ανέλαβαν οι Μαχητές του Πνεύματος του Κιλελέρ

22-04-1998
Πυρπολούνται δύο αυτοκίνητα του Εθνικού Θεάτρου

14-05-1998
Έκρηξη αυτοσχέδιου μηχανισμού σε υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας και στην είσοδο του Στρατοδικείου

30-05-1998
Συλλαμβάνεται ο Δ. Κόκας, ο οποίος κατηγορείται για 5 επιθέσεις σε τράπεζες και σχολικά οχήματα.

14-06-1998
Επίθεση με μολότοφ σε γραφεία του ΠΑΣΟΚ στη Μενεμένη, από την Οργάνωση για τη Μαζική Αντίσταση: « για τον αγώνα των αδιόριστων εκπαιδευτικών και για την απελευθέρωση των συναδέλφων τους»

19-06-1998
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία του Στόχου, από την Αντιφασιστική Δράση, ως αντίποινα για την φασιστική επίθεση στο άγαλμα του Γρ. Λαμπράκη, αλλά και του ξυλοδαρμού του αριστερού φοιτητή Κουσουρή, από χρυσαυγίτες.

19-06-1998
Πυρπολούνται τα γραφεία της δευτροβάθμιας εκπαίδευσης, από τους Επαναστατικούς Πυρήνες: « για τον αδίστακτο εμπαιγμό που γίνεται στους αδιόριστους καθηγητές. Ήρθε η ώρα να αντιληφθεί η κυβέρνηση ότι η υπομονή του λαού έχει όρια. Το επόμενο χτύπημα θα δώσει τη λύση δυναμικότερα και αποτελεσματικότερα. Ο λαός συμπαραστέκεται στους αδιόριστους καθηγητές και επιθυμεί μαζικότερες αντιδράσεις για ισοκοινωνία και ισοπολιτεία»

15-08-1998
Επίθεση με μολότοφ στο κέντρο ιστορίας του δήμου Θεσσαλονίκης

18-09-1998
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στο δημαρχείο Ευόσμου, από την Επαναστατική Φράξια για την Ανατροπή: « εκεί που θέλουν να πάνε τους τσιγγάνους του Ευόσμου, να πάνε οι υποψήφιοι δήμαρχοι, νομάρχες και οι παρατρεχάμενοί τους»

11-12-1998
Πυρπολείται φορτηγό ιδιωτικής εταιρίας

1999

08-01-1999
Πυρπολείται το αυτοκίνητο του διοικητή του ΙΚΑ Κατερίνης, στη Θεσσαλονίκη

15-01-1999
Επίθεση με μολότοφ στο Δικαστικό Μέγαρο, κατά τη διάρκεια μαθητικής πορείας. Ταυτόχρονα σπάζονται τράπεζες, ένα αστυνομικό τζιπ και πολιτικά γραφεία. Ένας 40χρονος συλλαμβάνεται για απόπειρα εμπρησμού με γκαζάκια σε κρατικό όχημα

04-02-1999
Πυρπολείται πολυτελές ΙΧ

02-04-1999
Συλλαμβάνεται φοιτήτρια, όταν τοποθετεί γκαζάκια στην είσοδο του Αμερικάνικου Προξενείου, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Σερβία

04-04-1999
Χούλιγκανς πυρπολούν περιπολικό της ΕΛΑΣ

26-04-1999
Εξουδετερώνεται εκρηκτικός μηχανισμός έξω από το αμερικάνικο ίδρυμα Φουλμπράιτ. Την ευθύνη ανέλαβε η οργάνωση Ρήγας Φεραιός

02-05-1999
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε υποκατάστημα της europbank, στο κέντρο

05-05-1999
Επίθεση με πέτρες σε οχήματα του ΝΑΤΟ στο λιμάνι

15-09-1999
Εμπρησμός τεσσάρων διπλωματικών οχημάτων της Ρωσίας, και της Αλβανίας, από το Λαϊκό Επαναστατικό Μέτωπο

25-10-1999
Πυρπολούνται τα γραφεία της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Θες/νίκης. Στην είσοδο γράφεται: «23-10-98. Για τον Μπουλάντοβιτς» και υπογραφή ΛΕΜ (ΛΑΪΚΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ). (Ο Μπουλάντοβιτς, ήταν σέρβος μαθητής που δολοφονήθηκε από μπάτσο)

08-12-1999
Επιθέσεις στη διάρκεια μαθητικής πορείας, σε τράπεζες και στο Δικαστικό Μέγαρο

2000

04-02-2000
Πυρπολούνται δύο αυτοκίνητα στο ΑΠΘ

07-02-2000
Επίθεση σε γραφεία του ΠΑΣΟΚ

14-02-2000
Πυρπολούνται τα γραφεία φαρμακευτικής εταιρίας από τα Αντιεξουσιαστικά Ερωτικά Κύτταρα

18-02-2000
επίθεση σε γραφεία του ΠΑΣΟΚ, στη Σταυρούπολη και τους Αμπελόκηπους, από την Επαναστατική Πάλη

26-02-2000
Πυρπολείται ΑΤΜ της Εμπορικής

28-02-2000
Επίθεση σε υποκατάστημα του ΟΤΕ από τη Φράξια Γενικευμένης Αυτοδιάθεσης

05-03-2000
Πυρπολείται υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας

13-03-2000
Απόπειρα εμπρησμού κέντρου απεξάρτησης

26-03-2000
Επίθεση από 100 αναρχικούς με πέτρες και ξύλα στο αστυνομικό τμήμα Άνω Πόλης, μετά τη δολοφονία του 18χρονου Ν. Λεωνίδη από μπάτσο

26-03-2000
Πυρπολείται ελληνική σημαία, έξω από τράπεζα στο κέντρο.26-03-2000Επίθεση στα γραφεία της δημοτικής αστυνομίας στην Πολίχνη

05-04-2000
Οι Αντιπολεμικοί Πυρήνες Δράσης Ενάντια στον Πόλεμο στα Βαλκάνια, πυρπολούν κατάστημα της miele

08-05-2000
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε αντιπροσωπεία αυτοκινήτων «υπέρ της Διεθνούς Αμνηστίας και του προλεταριάτου των Κορεατών»

09-05-2000
Εξουδετερώνεται εμπρηστικός μηχανισμός σε αντιπροσωπεία αυτοκινήτων
12-05-2000Εμπρησμός σε φασιστικό βιβλιοπωλείο, το οποίο έχει σχέσεις με τον νυν βουλευτή του ΛΑΟΣ Κ. Βελοπούλo

19-05-2000
Επίθεση στα γραφεία του ΚΚΕ στην Τριανδρία

27-05-2000
Πυρπολείται ελληνική σημαία έξω από εκκλησία

16-06-2000
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε υποσταθμό της ΔΕΗ στο Κορδελιό

04-10-2000
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία της Ένωσης Πλοιοκτητών Β.Ελλάδος, ως εκδίκηση για το ναυάγιο του Δαμινά

08-10-2000
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία της Μίνοαν

23-10-2000
έκρηξη αυτοσχέδιου μηχανισμού στο περίπτερο της ΕΛΑΣ στη ΔΕΘ, από το Λαϊκό Επαναστατικό Μέτωπο

28-10-2000
Συλλαμβάνεται ο 20χρονος Χρήστος Παππάς για εμπρησμό σημαίας σε καφενείο

10-12-2000
Πυρπολείται αυτοκίνητο ιδιωτικής εταιρίας στην Καλαμαριά

21-12-2000
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία της TVX GOLD

28-12-2000
Πυρπολείται υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στη Σταυρούπολη

31-12-2000
Πυρπολούνται υποκαταστήματα της Εθνικής και της eurobank

2001

12-01-2001
Πυρπολείται αυτοκίνητο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στην Τούμπα

14-01-2001
Επίθεση με γκαζάκια στα γραφεία του Συλλόγου Δικαστικών Επιμελητών Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από την έκρηξη καταστράφηκε η πρόσοψη των γραφείων

15-01-2001
Επίθεση με γκαζάκια στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ στην Άνω Πόλη και σε άλλα τρία αυτοκίνητα του περιφεριακού υπηρεσιακού συμβουλίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην οδό Στρωμνίτσης και στην οδό Τζαβέλα.

07-02-2001
Γκαζάκια στον σύνδεσμο «μακεδόνες» του ΠΑΟΚ και στα γραφεία της ΠΑΕ ΑΡΗΣ στο γήπεδο Χαριλάου

09-02-2001
Εμπρησμός του αυτοκινήτου του προέδρου του «Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης», Νίκου Γιαννόπουλου.Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε λεωφορείο της Ιντερσαλόνικα ΑΕ και στην είσοδο εγκαταστάσεων της Εξπρές Σέρβις

28-02-2001
Επίθεση με μολότοφ στο αστυνομικό τμήμα Λαγκαδά

09-03-2001
Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς στα γραφεία της Επιθεώρησης Υγείας-Πρόνοιας Μακεδονίας-Θράκης, στην οδό Αγίας Σοφίας 46, στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, στην οδό Αλεξάνδρου Παπαναστασίου 122 και στα γραφεία του τηλεοπτικού σταθμού STAR CHANNEL στην οδό Μητροπόλεως 110. Στο χώρο των επιθέσεων, οι αστυνομικοί βρήκαν μικρά χαρτάκια 4 επί 8 εκατοστών, στα οποία αναφερόταν ότι οι επιθέσεις γίνονται σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το θάνατο του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη. Στην Επιθεώρηση Υγείας κυριαρχούσε το σύνθημα «Δολοφόνοι» και στην Τράπεζα «Θησαυρίστε». την ευθύνη ανέλαβε η «Κίνηση ενάντια στις κρατικές αυθαιρεσίες»: «από αφορμή το θάνατο του μικρού Παναγιώτη». Με προκήρυξη, που άφησε μέσα σε σφραγισμένο φάκελο στο γραμματοκιβώτιο των Γραφείων της «Ε» στη Θεσσαλονίκη, η «Κίνηση» χαρακτηρίζει «εμπρησμούς» ό,τι η αστυνομία είχε περιγράψει ως «εκρήξεις που προκλήθηκαν με γκαζάκια». Οι ενέργειες έγιναν τη νύχτα της 8ης Μαρτίου, η προκήρυξη φέρει ημερομηνία «8/3/01» και για την υπόθεση συνελήφθησαν και έχουν ήδη προφυλακιστεί οι Θωμάς Φουρλής και Θόδωρος Γκινάλας, 27 και 21 χρόνων, αντίστοιχα.

11-03-2001
Καταστροφές και βανδαλισμοί σε αίθουσες της ΦΜΣ και του Βιολογικού, μετά από πανκ συναυλία

16-04-2001
Επίθεση με μολότοφ σε παράρτημα του ΑΠΘ στη Σταυρούπολη

01-05-2001
Συγκρούσεις με τα ΜΑΤ σε πάρτι δρόμου στη Ναυαρίνου. Γίνονται επιθέσεις με πέτρες και μολότοφ

17-11-2001Επίθεση με πέτρες σε τράπεζες, εκκλησιαστικά βιβλιοπωλεία και άλλα κτήρια, στη διάρκεια της πορείας για το πολυτεχνείο

2002

– επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε ταχυδρομικό ταμιευτήριο και σε κομμωτήριο, ιδιοκτησίας της γυναίκας του μπάτσου που δολοφόνησε το 2001 ληστή, όταν αποπειράθηκε να απαλλοτριώσει το παραπάνω ταμιευτήριο.
17-01-2002
επίθεση με μολοτοφ στην Ελληνική Τράπεζα, ιδιοκτησίας της κυπριακής εκκλησίας.

15-03-2002
επίθεση με μολότοφ στο αστυνομικό τμήμα στην Άνω Πόλη

06-04-2002
επίθεση με μολότοφ εναντίον οχήματος του υπουργείου πολιτισμού στην Τριανδρία

20-04-2002
επίθεση 100 περίπου αναρχικών, αντιεξουσιαστών και αυτόνομων σε συγκέντρωση χρυσαυγιτών στην πλατεία Αριστοτέλους. Μάχες σώμα με σώμα και 20 περίπου τραυματισμοί κι από τις δυο πλευρές

16-05-2002
επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε ΑΤΜ της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Β. Όλγας

22-05-2002
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ στην περιοχή Παπάφη: «Για το χτύπημα στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ στην Κορυτσάς στέλνουμε τις χειρότερες ευχές μας στον Κώστα Σημίτη και στον Κώστα Λαλιώτη για τη γιορτή τους. Την ευθύνη αναλαμβάνουν τα κομάντο ΒΙΑ και ΧΑΟΣ».

12-07-2002
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στην τράπεζα Πειραιώς στην οδό Παπαναστασίου 117. η ενέργεια ήταν «μια έμπρακτη διαμαρτυρία απέναντι στην τηλετρομοκρατία και τα κοράκια της» (ομάδα “φτου ξελευτερία”)

15-07-2002
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στην είσοδο του διαρκούς Στρατοδικείου – Ναυτοδικείου – Αεροδικείου Θεσσαλονίκης

17-07-2002
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στην Τ.Ο της Νέας Δημοκρατίας Αγίας Τριάδας, στην Οδό Σπάρτης. την ευθύνη αναλαμβάνει η οργάνωση «Λυσσασμένα αδέρφια του Τζουλιάνι» και υποσχέθηκε «ένα θερμό καλοκαίρι και ακόμα θερμότερο χειμώνα».

-08-2002
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στην Τ.Ο. του ΠΑΣΟΚ στα Κυβέλεια, από την ομάδα «Ως Εδώ»

-08-2002
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε αυτοκίνητο του δήμου Τριανδράς

05-12-2002
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία της ΝΔ στην Καλαμαριά, στην οδό Κωφίδου, από τους «πυρήνες επαναστατικής κρούσης»

08-12-2002
Δύο επιθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε κρατικό αυτοκίνητο και στα γραφεία του κυπριακού κόμματος Δημοκρατικός Συναγερμός, από την ομάδα «Καυτός Χειμώνας», ως ένδειξη αλληλεγγύης στον αναρχικό Γιώργο Καρακασιάν ( φυλακισμένο στην Κύπρο) και τους αμετανόητους της 17Ν

15-12-2002
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία του ΚΚΕ στην Τριανδρία, από την Πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός νέου εμφυλίου πολέμου.

– (την ίδια χρονιά έγινε και εισβολή αναρχικών στα γραφεία του ΛΑΟΣ, τα οποία “ανακαινίστηκαν”)

2003

20-01-2003
Επίθεση με 11 εμπρηστικούς μηχανισμούς κάτω από οχήματα και μηχανήματα της εταιρείας «Προοδευτική ΑΤΕ» των αδελφών Κούτλα, που έχει αναλάβει τη διάνοιξη και την κατασκευή του κόμβου της περιφερειακής οδού με την οδό Κατσιμίδη. Την κατασκευή του έργου ανέλαβε η εταιρεία «Προοδευτική ΑΤΕ» ύστερα από δημοπράτηση που έκανε η «Εγνατία Οδός Α.Ε.», που είναι και ο φορέας που ανέλαβε την κατασκευή του έργου. Την ευθύνη αναλαμβάνει ο «Μαχόμενος Οικολογικός Ακτιβισμός» : «Αυτοί που έκαψαν το δάσος πριν από μερικά χρόνια σήμερα συνεχίζουν το έργο τους, κάνοντάς το οικόπεδα και δρόμους για τις ανάγκες της οικονομίας και του εμπορίου τους. Το ρεφορμιστικό οικολογικό κίνημα δεν μπορεί να τους σταματήσει».

26-01-2003
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στο «κέντρο συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης». Την ευθύνη ανέλαβε η οργάνωση «Καυτός Χειμώνας», «αποχαιρετώντας έτσι το ευρωπαϊκό συνέδριο για την ανεργία στο Ναύπλιο». «Εκφράζουμε την αληλλεγγύη μας σε όλους τους ομήρους του κράτους. Όσο θα απειλείτε με συλλήψεις εμείς θα απειλούμε με εκρήξεις και όχι μόνο».

05-02-2003
εμπρησμός οχήματος του ΑΠΘ στην Τούμπα

14-04-2003
Εμπρησμός δύο ΙΧ κι ενός αυτοκινήτου της Νομαρχίας από τον «Καυτό Χειμώνα»

17-04-2003
εμπρησμός αυτοκινήτου της βουλγαρικής πρεσβείας

-06-2003
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε ΑΤΜ στην οδό Ι. Δραγούμη

-06-2003
επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε ΑΤΜ στην Καλαμαριά

21-06-2003
κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων ενάντια στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, σημειώθηκαν συμπλοκές με τα ΜΑΤ και εμπρησμοί σε τράπεζες, καταστήματα, σουπερμάρκετ και σε ένα εθνικιστικό βιβλιοπωλείο. Έγιναν 7 συλλήψεις διαδηλωτών

Ο3-07-2003
εμπρησμός σε ένδειξη συμπαράστασης στους επτά προφυλακισμένους για τα επεισόδια της αντισυνόδου πυροδότησαν άγνωστοι κάτω από υπηρεσιακό αυτοκίνητο του ΙΚΑ, στη Θεσσαλονίκη. Η εμπρηστική επίθεση έγινε τις πρώτες πρωινές ώρες στην οδό Χαλκιδικής 51 και τη φωτιά έσβησε η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Το όχημα υπέστη υλικές ζημιές. «Εγινε ένας εμπρησμός χθες στη Θεσσαλονίκη στην οδό Χαλκιδικής, σε κρατικό αυτοκίνητο. Οι φυλακές απανθρακώνουν σώματα και ψυχές, αλλά οι λυσσασμένες καρδιές μας θα μείνουν ζωντανές. Λευτεριά στους επτά φυλακισμένους της 21ης Ιούνη στη Θεσσαλονίκη. Εις το επανιδείν

05-07-2003
Η «Αναρχική Ομάδα Κομάντο» ανέλαβε την ευθύνη για το «χτύπημα» με βόμβα μολότοφ σε μηχάνημα αυτόματης ανάληψης τράπεζας, στο ισόγειο του δημαρχείου Αγίου Παύλου Θεσσαλονίκης που είχε αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρές ζημιές. «Ο αγώνας για τους επτά συλληφθέντες συνεχίζεται»

31-07-2003
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε οχήματα της Ασπίς Σεκιούριτι: «Η επίθεση στην Τριανδρία ενάντια σε οχήματα της “Aspis Secutity” έγινε ως ένδειξη αλληλεγγύης στους 7 φυλακισμένους της Θεσσαλονίκης και στους επαναστάτες της “17 Νοέμβρη” και του ΕΛΑ. Την ευθύνη αναλαμβάνουν οι Ανεξέλεγκτοι Πυρομανείς».

01-08-2003
Διερχόμενος πολίτης εξουδετέρωσε εμπρηστικό μηχανισμό, που τοποθέτησε η «αντίστροφη Μέτρηση» σε υποκατάστημα της Eurobank στην Καλαμαριά: «Στη σάπια κοινωνία αναλαμβάνουμε την ευθύνη να καταστρέψουμε ό,τι μας καταστρέφει».

05-09-2003
Επίθεση με βόμβες μολότοφ σε υποκατάστημα της EUROBANK στις Συκιές, για την απελευθέρωση των 7 της 21ης Ιούνη. Οι ζημιές ξεπέρασαν τις 50.000 ευρώ

14-09-2003
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρίας Φοίνιξ από τους «Ανεξέλεγκτους Πυρήνες», για τους 7 συλληφθέντες της 21ης Ιούνη

08-10-2003
εμπρηστική επίθεση με γκαζάκια σε υποκατάστημα των ΕΛ.ΤΑ. στην κάτω Τούμπα Θεσσαλονίκης. «Χτυπήσαμε χθες τα ΕΛ.ΤΑ. στην Τούμπα σε ένδειξη αλληλεγγύης στους 7 συλληφθέντες από τους οποίους οι τέσσερις κάνουν απεργία πείνας, και στους επαναστάτες της 17Ν. Χτύπησε ο “Επαναστατικός Εθελοντισμός” που βάζει ένα λιθαράκι με το δικό του τρόπο ως εθελοντής στην ολυμπιακή ονείρωξη των κρατιστών. Λευτεριά σε όσους είναι στα κελιά».

14-10-2003
Μηχάνημα ανάληψης χρημάτων της Αγροτικής Τράπεζας καταστράφηκε ολοσχερώς από έκρηξη αυτοσχέδιας εμπρηστικής κατασκευής τα ξημερώματα στη Θεσσαλονίκη. Οι άγνωστοι δράστες πυροδότησαν τα γκαζάκια με το εύφλεκτο υλικό σε ιδιαίτερο χώρο της τράπεζας, στην οδό Μανουσογιαννάκη 6, όπου βρίσκεται και η είσοδος της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης. Το ωστικό κύμα έσπασε και ορισμένα τζάμια της εισόδου, ενώ την πυρκαγιά έσβησε η Πυροσβεστική Υπηρεσία. «την ευθύνη για την έκρηξη αναλαμβάνει η οργάνωση “Νυχτερινοί Επισκέπτες” σαν ένδειξη αλληλεγγύης σε όλους τους ομήρους του κράτους».

21-10-2003
Εμπρησμός 10 αυτοκινήτων σε αντιπροσωπεία της Νισσάν Κεχαγιάς στην Τούμπα, από τους «λυσσασμένους καμικάζι», για τους 7.

22-10-2003
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία της Τ.Ο. Αγ. Φανουρίου της ΝΔ, στην Κάτω Τούμπα

28-10-2003
Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς κατά τουριστικού λεωφορείου στο Αλεξάνδρειο και υποκαταστήματος του ΟΤΕ στην Καλαμαριά, από την “Η Επιτροπή για την προώθηση της αδιαλλαξίας”: « ως ελάχιστη απάντηση στο κύμα καταστολής σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία. Λευτεριά στους “7”»

29-10-2003
Επίθεση με δυο εμπρηστικούς μηχανισμούς, απ’ τους οποίους εξερράγη ο ένας, στο ΚΕΠ Τριανδρίας. Την ευθύνη ανέλαβε η «επιτροπή για την προώθηση της αδιαλλαξίας»: «Λευτεριά στους 7 και στους επαναστάτες της 17 Νοέμβρη και του ΕΛΑ».

07-11-2003
Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε αυτοκίνητο του ΥΠΕΧΩΔΕ στην οδό Ψελλού και σε Εμπορική Τράπεζα στη Σταυρούπολη

17-11-2003
Συμπλοκές αναρχικών με τα ΜΑΤ στη Φιλοσοφική.

29-11-2003
Επίθεση με βόμβες μολότοφ εναντίον δύο τραπεζών (εμπορικής και ασπίς) στην Καλαμαριά, την ημέρα της απελευθέρωσης των 7. Από την επίθεση καταστράφηκε ολοσχερώς το τμήμα δανείων της Εμπορικής. Οι ζημιές ξεπέρασαν τις 40.000 ευρώ

-12-2003
επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς εναντίον τζιπ κατασκευαστικής εταιρίας και υποκαταστήματος της ΔΕΗ στην Καλαμαριά

09-12-2003
Τετραπλή επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε δυο τοπικές του ΠΑΣΟΚ, σε κτήριο του ΟΤΕ και σε υποκατάστημα του Μασούτη, την ημέρα της απόφασης της δίκης της 17Ν. Οι «Πυρήνες Επαναστατικής Βίας» ανέλαβαν την ευθύνη: « ότι και να αποφασίσουν τα έκτακτα στρατοδικεία του κράτους και της δημοκρατίας, δεν θα σταματήσουν το διαρκή κοινωνικό πόλεμο. Αλληλεγγύη στους φυλακισμένους για την υπόθεση 17Ν και ΕΛΑ. Αλληλεγγύη στους συλληφθέντες του Ηρακλείου, με αφορμή την επίθεση στην Ασφάλεια. Οι κρατικές δολοφονίες δεν θα μείνουν αναπάντητες. Ηρθε η ώρα να γευτούν το μίσος των κολασμένων. Λευτεριά σε όσους είναι στα κελιά».

19-12-2003
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στα γραφεία της ΝΔ στην οδό Σπάρτης.

-12-2003
επίθεση με γκαζάκια στο ΑΤΜ της Γενικής Τράπεζας στη Στρατολογία

-εμπρησμός στα γραφεία της κυπριακής εθνικιστικής οργάνωσης ΠΕΟΦ

2004

01-01-2004
Επίθεση στη διεύθυνση πολεοδομίας στην οδό Εθνικής Αμύνης. Οι δράστες τοποθέτησαν από έναν εμπρηστικό μηχανισμό σε κάθε όροφο. Οι ζημιές ξεπέρασαν τις 30.000 ευρώ.Λίγες μέρες αργότερα έγινε επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε όχημα της Ερμής Σεκιούριτι στην Τριανδρία. Και για τις δύο επιθέσεις, την ευθύνη ανέλαβε η «διμοιρία Νετσάγιεφ».

08-01-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε όχημα της εταιρίας σεκιούριτι Μακεδονική Σάρισα, στην Ολυμπιάδος. Την ευθύνη της επίθεσης στο αυτοκίνητο ανέλαβε η «Επιτροπή για την προώθηση της αδιαλλαξίας»: «τόσο η απόπειρα κατά της ζωής του Νίκου Μαζιώτη όσο και τα υπερεθνικά όργανα δίωξης επαναστατών που δημιουργούνται δεν πρόκειται ούτε να μας φοβίσουν ούτε να ανακόψουν στο ελάχιστο την επαναστατική δράση. Λευτεριά σε όσους είναι στα κελιά».

21-01-2004
Επθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε τέσσερις εκκλησίες: Στον Ι. Ν. Αγίου Παντελεήμονος, στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Αγ. Παντελεήμονος στην Καλαμαριά, στον Ι. Ν. Προφήτη Ηλία, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Προφήτη Ηλία και Ολυμπιάδος, στον Ι. Ν. Μεταμορφώσεως-Γεννήσεως Σωτήρος, στη διασταύρωση των οδών Δελφών και Μιαούλη. Ο τέταρτος μηχανισμός βρέθηκε άθικτος έξω από τον Ι. Ν. Παναγούδας, στην οδό Εγνατία 132, στο κέντρο της πόλης.«Την ευθύνη για την επίθεση στις εκκλησίες στη Θεσσαλονίκη αναλαμβάνει η ομάδα “Οι Απόστολοι της επανάστασης”. Χτυπήσαμε τα υποκαταστήματα της επιχείρησης που ονομάζεται εκκλησία όπως θα χτυπούσαμε κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, και κάθε ολοκληρωτική εξουσία».

29-01-2004
Επίθση με μολότοφ σε τράπεζα στην οδό Αρτάκης στην Τούμπα: : «Η επίθεση στην “Alphabank” στην Κάτω Τούμπα Θεσσαλονίκης έγινε ως ένδειξη της θερμής μας υποδοχής στον Γιωργάκη Παπανδρέου. Πέρα όμως από το προεκλογικό καρναβάλι, η εντεινόμενη κρατική καταστολή συνεχίζεται με διώξεις αγωνιστών. Η απάντησή μας στις νέες δίκες θα δοθεί στο δρόμο. Αλληλεγγύη σ’ όλους τους διωκόμενους»

-01-2004
απόπειρα εμπρησμού σε γραφεία του ΠΑΣΟΚ

-01-2004
εμπρησμός οχήματος των ΕΛΤΑ

-01-2004
επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε υποκατάστημα του ΟΤΕ

01-02-2004
Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς στην αντιπροσωπεία αυτοκινήτων «Νισσάν Κεχαγιάς» στην οδό Λαμπράκη και σε γραφεία του ΠΑΣΟΚ στην οδό Σερρών.

09-02-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην Βας. Όλγας: «Η επίθεση στην Εθνική Τράπεζα στη Θεσσαλονίκη έγινε τόσο ως ένδειξη τιμής στη μνήμη του Χάρη Τεμπερεκίδη που δολοφονήθηκε πριν πέντε χρόνια από τα ένστολα γουρούνια όσο και ως ένδειξη αλληλεγγύης στους κατηγορουμένους για την υπόθεση του ΕΛΑ. Την ευθύνη αναλαμβάνει η “Φράξια Μητροπολιτικού Αντάρτικου”.

12-02-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε φορτηγό χρηματαποστολής της GROUP 4: «Οι σαμποτέρ του μεσονυχτίου προτιμούμε τα βανάκια της χρηματαποστολής Group 4 να πέφτουν πρώτα στα χέρια των ληστών και μετά των εμπρηστών. Με το μίσος σας να μας τρέφει και με την οργή να μας δυναμώνει προτείνουμε τους όρους της καταστροφής και της απαλλοτρίωσης ως βίωμα για την άμεση απελευθέρωση της καθημερινής μιζέριας και ρουτίνας. Εμείς οι φτωχοί, με τα πλούσια όνειρα γεμάτα φωτιά, θα τιμούμε για πάντα το λήσταρχο Χάρη Τεμπερεκίδη. Λευτεριά στον Κώστα Πάσσαρη. Λευτεριά σε όλους».

13-02-2004
Απόπειρα εμπρησμού με εμπρηστικούς μηχανισμούς στα γραφεία των βουλευτών της ΝΔ Σάββα Τσιτουρίδη και Ερωτόκριτου Θεοτοκάτου, στην οδό Τσιμισκή.Εμπρησμός στα γραφεία της Ευαγγελικής Εκκλησίας στην οδό Ιουστινιανού 11

20-02-2004
Με τρία γκαζάκια χτυπήθηκε υπηρεσιακό αυτοκίνητο, που χρησιμοποιούσε ανώτερος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ανάπτυξης και Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP). Την ευθύνη ανέλαβε η ομάδα Αδάμαστοι Μαρξιστές: «την ίδια ώρα που γνήσιοι λαϊκοί αγωνιστές σαν τον Χρήστο Τσιγαρίδα δικάζονται και καταδικάζονται, οι πραγματικοί δολοφόνοι του κράτους και του κεφαλαίου συνεχίζουν να δολοφονούν δεκάδες εργάτες στη μεγαλύτερη τρομοκρατική επιχείρηση που έχει στηθεί στην Ελλάδα, τους Ολυμπιακούς Αγώνες». Λόγω της έκρηξης, το όχημα που έφερε διπλωματικές πινακίδες κυκλοφορίας και ήταν σταθμευμένο στη λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, έξω από το ξενοδοχείο «Μακεδονία Παλάς», πήρε φωτιά και καταστράφηκε, ενώ προκλήθηκαν ζημιές και σε παρακείμενο αυτοκίνητο.

04-03-2004
Διπλό χτύπημα με γκαζάκια εναντίον δύο εκλογικών κέντρων της ΝΔ, στο Ντεπώ και την Α.Πόλη

05-03-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε ΑΤΜ της Eurobank στην Καλαμαριά

09-03-2004
Επίθεση με μολότοφ σε κατάστημα του Μασούτη στην Τριανδρία: «Την ευθύνη για την επίθεση στο “Μασούτη” στη Θεσσαλονίκη αναλαμβάνει η “Επαναστατική Λαμπαδηδρομία”. Σε αυτή την κοινωνία του θριάμβου του χρήματος και του εμπορεύματος που οι πάντες εκπορνεύσουνε και εκπορνεύονται με σκυμμένο το κεφάλι συνεχίζουμε να καταθέτουμε την ψήφο της επαναστατικής φωτιάς και της αέναης λύσσας. Αντίσταση στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Λευτεριά στους κατηγορούμενους για την υπόθεση 17 Νοέμβρη και ΕΛΑ».

17-03-2004
Επίθεση με τρείς εμπρηστικούς μηχανισμούς σε αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της «Μερσέντες Ιωαννίδης», στην οδό Βας. Όλγας: «Απόψε τα ξημερώματα χτυπήσαμε ένα από τα σύμβολα της θεαματικής μιζέριας και της καταναλωτικής μαστούρας, την αντιπροσωπεία της Μερσεντές. Την ευθύνη γι’ αυτό το χτύπημα όσο και για το ΑΤΜ της Eurobank Καλαμαριάς στις 5 Μαρτίου αναλαμβάνει η “Επιτροπή για την προώθηση της αδιαλλαξίας”. Η καταστολή με πρόσχημα την αιματοβαμμένη Ολυμπιάδα δεν πρόκειται να ανακόψει την επαναστατική δράση. Αντίσταση».

26-03-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε αυτοκίνητο της «Ζεύς Σεκιούριτι» στο προαύλιο του ιερού ναού Αγίας Τριάδας: «Την ευθύνη για τον εμπρησμό αυτοκινήτου της “Ζευς Σεκιούριτι”, στη Θεσσαλονίκη, αναλαμβάνει η “αντιολυμπιακή φλόγα”. Καλούμε όλη τη νεολαία να υποδεχτεί την τρομοκρατία των Ολυμπιακών Αγώνων με σκυταλοδρομία καταστροφών και εμπρησμών σε σύμβολα του κράτους, της εμπορευματικής κοινωνίας και κάθε εξουσίας. Λευτεριά στους φυλακισμένους για υποθέσεις της 17 Νοέμβρη και του ΕΛΑ».

29-03-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό κατά λογιστικών και δικηγορικών γραφείων, στην οδό Λ. Σοφού.

31-03-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό εναντίον οχήματος της EUROSECURITY στην Ανάληψη :
“άγνωστος με δύο τηλεφωνήματα στην «Ε» ανέλαβε την ευθύνη του εμπρηστικού χτυπήματος για λογαριασμό των «Σαμποτέρ του Μεσονυχτίου», επειδή η εν λόγω εταιρεία «παρείχε φύλαξη σε μετρό-ηλεκτρικό, και για διάφορα άλλα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων». «Στην Ολυμπιάδα της καταστολής -ανέφερε- ανάβουμε τη φλόγα της καταστροφής. Ο λόγος και η πράξη είναι από τους “Σαμποτέρ του Μεσονυχτίου”, μέγας χορηγός για την αποτυχία της Ολυμπιάδας». Με τηλεφωνικό υστερόγραφο ανέφερε: «Αποδεχόμαστε το κάλεσμα της αντιολυμπιακής φλόγας ως νεολαίοι για την υποδοχή της ολυμπιακής τρομοκρατίας με σκυταλοδρομία εμπρησμών και καταστροφών στα σύμβολα του κράτους και κάθε μορφής εξουσίας. Εις το επανιδείν».

13-04-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε διπλωματικό αυτοκινητο του κυπριακού προξενείου, στην οδό Α. Μιχαηλίδη, από την «Αντι-ολυμπιακή φλόγα»: «Σε Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία οι εχθροί εντοπίζονται στις τράπεζες και στα υπουργεία. Να συντρίψουμε τα πατριωτικά σκουπίδια και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου». Το αυτοκίνητο υπέστη ζημιές αξίας 12.000 ευρώ.

16-04-2004
Απόπειρα εμπρησμού σε όχημα της εταιρίας σεκιούριτι GROUP 4. Σύλληψη του Πολύκαρπου Γεωργιάδη.

28-05-2004
Εμπρηστικός μηχανισμός σε αυτοκίνητο της τουρκικής παρευξείνιας τράπεζας στην Καλαμαριά, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς.

15-06-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε εκκλησία στην Πυλαία:«Οι φωτιές της κολάσεως αναλαμβάνουν την ευθύνη για τον εμπρησμό στον Προφήτη Ηλία, στην Πυλαία Θεσσαλονίκης. Τα πλούτη τους είναι το αίμα μας και προσευχές στο σκοτάδι για εμάς. Λευτεριά στις πύλες της κολάσεως και στον Πολύκαρπο Γεωργιάδη».

04-10-2004
Δύο αυτοκίνητα του Δήμου Πολίχνης υπέστησαν υλικές ζημιές από εκρήξεις αυτοσχέδιων εμπρηστικών κατασκευών.Την ευθύνη για τους εμπρησμούς ανέλαβε η «Επιτροπή για την προώθηση της αδιαλλαξίας»:«ενάντια στους παράγοντες που στηρίζουν την εξουσία, ας καταστρέψουμε ό,τι συμβάλλει στη στέρηση της ελευθερίας. Οι μικρές τοπικές διοικητικές οργανώσεις αποτελούν ένα μέρος του κρατικού μηχανισμού. Ας ξεκινήσει από μικρές ομάδες αντίστασης η γενικευμένη φλόγα της εξέγερσης. Χαιρόμαστε που συμβάλλουμε στην αρχή ενός χαρούμενου χειμώνα. Ζητάμε πάνω απ’ όλα την ελευθερία των ζωών μας. Λευτεριά στον Πολύκαρπο Γεωργιάδη, αλληλεγγύη στους απεργούς πείνας της επαναστατικής οργάνωσης 17Ν. Λευτεριά σε όλους».

01-11-2004
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στην αντιπροσωπεία «Μερσέντες Ιωαννίδης», στη Β.Όλγας: «Τα ξημερώματα της Κυριακής επιτεθήκαμε σε αντιπροσωπία της Μερσεντές σε ένδειξη αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους απεργούς όλως των φυλακών. Αμεση απελευθέρωση στον αναρχικό Πόλυ Γεωργιάδη. Κάθε μας κίνηση, ένα βήμα για την καταστροφή του πολιτισμού σας. Την ευθύνη αναλαμβάνουν οι Εμπρηστές Κοινωνικής Ειρήνης».

-εμπρησμός κρατικού οχήματος στην Καλαμαριά

2005

22-01-2005
επίθεση από 100 αναρχικούς στα γραφεία της Χρυσής Αυγής
28-03-2005
Επιθεση με μολότοφ κατά 2 ΑΤΜ, ενός καφάο κάμερας και μιας Μερσέντες, μετά από πανκ συναυλία στο ΑΠΘ. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων με τα ΜΑΤ συνελλήφθη ένας 21χρονος φοιτητής.

12-06-2005
Επίθεση με βόμβες μολότοφ κατά του κτηρίου της ΕΤ3 στην Εγνατία. Από την επίθεση κάηκε τεχνικός εξοπλισμός, καθώς κι ένα στούντιο. Λίγο μετά, οι ίδιοι δράστες, επιτέθηκαν στο φυλάκιο της πρυτανείας του ΑΠΘ και σε ΑΤΜ της Πειραιώς, της Αγροτικής και της Εθνικής.

28-06-2005
επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό από την ταξιαρχία Σάκκο-Βαντσέτι:
“αναλαμβανουμε την ευθυνη για το συμβολικο χτυπημα την τριτη 4 το πρωι στο τελλογλειο ιδρυμα στη θεσσαλονικη. το κρατος και ο βουλγαρακης μεθοδευουν την φυσικη εξοντωση του συντροφου zulkuf murat bora στερωντας του το πολιτικο του ασυλο ακομα και μετα απο 43 ημερες απεργιας πεινας. ας εχουν υποψη τους οτι στον αγωνα του, δεν ειναι μονος. αλληλεγγυη στον προσφυγα αγωνιστη bahoz. να δοθει το πολιτικο ασυλο αμεσα. οσο εντεινεται η κρατικη κτηνωδια ο αγωνας συνεχιζεται”

22-06-2005
επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε όχημα του δήμου αγίου παύλου

23-06-2005
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στο δημαρχείο Συκεών.

13-07-2005
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό στο γραφείο του δικηγόρου και πρώην αξιωματικού της αστυνομίας Α. Κοσμίδη, στην οδό Β. Ουγκώ.

-09-2005
Συγκρούσεις με τα ΜΑΤ μπροστά στην πύλη εμπορίου της ΔΕΘ. Εμπρησμός αστυνομικής μοτοσυκλέτας και 2 εταιρικών ΙΧ

10-10-2005
Με γκαζάκια έστειλε μήνυμα κατά των μεταλλαγμένων προϊόντων η οργάνωση «Μέτωπο Απελευθέρωσης της Γης», που «χτύπησε» φορτηγό της εταιρείας «Pioneer Hi-Bred Hellas Α.Ε.», την οποία κατηγορεί ότι ασχολείται με πειράματα γύρω από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, την παραγωγή και διάθεση μεταλλαγμένων φυτών.Στις 3.15 τα ξημερώματα της Κυριακής εκδηλώθηκε εμπρηστική επίθεση με γκαζάκια σε φορτηγό αυτοκίνητο (βαν) της εταιρείας, που ήταν σταθμευμένο έξω από τα γραφεία της, στην εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Μουδανιών, στο ύψος της Γεωργικής Σχολής. Το φορτηγό λειτουργούσε ως κινητό συνεργείο μετρήσεων σε γεωργικά προϊόντα, ήταν εφοδιασμένο με μηχανήματα και οι ζημιές που προκλήθηκαν ανέρχονται σε 80.000 ευρώ.Προχθές το βράδυ, άγνωστος τηλεφώνησε στα γραφεία της «Ελευθεροτυπίας» στη Θεσσαλονίκη, ανέλαβε την ευθύνη για λογαριασμό του «Μετώπου Απελευθέρωσης της Γης» και υπέδειξε το μέρος (εγκαταλειμμένη οικοδομή στη διασταύρωση των οδών Δελφών και Κωνσταντινίδη), όπου είχαν αφήσει cd με το κείμενο της προκήρυξης.Το cd βρέθηκε και στην προκήρυξή της η οργάνωση τονίζει ότι η «Pioneer hi-Bred Hellas» είναι θυγατρική του κολοσσού της γενετικής «Dupont» και ευθύνεται για την επιμόλυνση από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς έκτασης 1.071 στρεμμάτων συμβατικών καλλιεργειών καλαμποκιού στη Δράμα και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, η οποία έπληξε πάνω από 100 παραγωγούς. «Η παρέμβαση στο γενετικό υλικό ανθρώπων, ζώων ή φυτών αποτελεί προσβολή στην ίδια τη ζωή και την εξέλιξή της», υπογραμμίζει. Οπως εξηγεί, στόχος του εμπρησμού του αυτοκινήτου ήταν να προκαλέσει μόνο οικονομική ζημιά στην εταιρεία και να προειδοποιήσει οποιονδήποτε άλλον εμπλέκεται ή σχεδιάζει να εμπλακεί σε οποιοδήποτε στάδιο παραγωγής και διακίνησης γενετικά τροποποιημένων οργανισμών.Από την πλευρά της εταιρείας αρνήθηκαν να κάνουν οποιοδήποτε σχόλιο.

11-11-2005
επίθεση με πέτρες και μπογιές στο Γαλλικό Ινστιτούτο, για τους εξεγερμένους στη Γαλλία

14-11-2005
Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς στην Εθνική Τράπεζα, στην οδό Β. Γεωργίου και στην Τράπεζα Πειραιώς, στην Γρ. Λαμπράκη. Την ευθύνη ανάλαβε η «κολεκτίβα εμπρηστών»: «όπως το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, έτσι και οι εμπρηστές δεν έχουν πατρίδα».

15-11-2005
Επίθεση με βόμβες μολότοφ σε αντιπροσωπεία της ΡΕΝΩ στην οδό Καραολή και Δημητρίου. Ζημιές υπέστησαν 8 αυτοκίνητα: «Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για το χτύπημα στην αντιπροσωπεία Renault, στην Καραολή και Δημητρίου. Αλληλεγγύη στους εξεγερμένους στη Γαλλία. Λευτεριά στους συλληφθέντες του κράτους και στην Action Direct. “Ταξιαρχία – Δολιοφθορείς χωρίς σύνορα”».

15-11-2005
Εμπρηστικός μηχανισμός εξερράγη σε υποκατάστημα της CHAMPION, στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, προκαλώντας ζημιές 12.000 ευρώ. Άγνωστος, ανέλαβε την ευθύνη «στο γαλλικών συμφερόντων σουπερμάρκετ “Μαρινόπουλος-Champion” ως ένδειξη αλληλεγγύης στους εξεγερμένους μετανάστες της Γαλλίας»

16-12-2005
Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε δύο υποκαταστήματα της eurobank, στη Νεάπολη και τη Τούμπα.

2006

14-01-2006
Επίθεση με μολότοφ σε ΑΤΜ της Εμπορικής τράπεζας στο κέντρο, από την «αναρχική φάλαγγα»: «Οι τράπεζες οδηγούν πολλούς ανθρώπους στην οικονομική εξαθλίωση. Πολλές οικογένειες έχουν καταστραφεί και πολλοί οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία εξαιτίας των υπέρογκων χρεών. Κράτος και Κεφάλαιο, οι μόνοι τρομοκράτες. Αλληλεγγύη στην Ε.Ο. 17Ν. Τιμή και μνήμη στον Βαγγέλη Γκουλούση που δολοφονήθηκε απ’ το κράτος μετά από ξυλοδαρμό στο Α.Τ. Ανω Πόλης προκειμένου να μη συμμετάσχει στην πορεία του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου 2005».

14-01-2006
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, στην οδό Ρεμπέλου

24-02-2006
Εμπρησμός με μολότοφ δύο διπλωματικών οχημάτων της σουηδικής πρεσβείας στην ευαγγελίστρια. Επίθεση με εμπρηστικούς μηχανισμούς σε γραφεία της ΝΔ και σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, στη β. όλγας.

-03-2006
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε ATM της eurobank σε σουπερμάρκετ στην Ιασωνίδου

15-05-2006
Επίθεση με εμπρηστικό μηχανισμό σε υποκατάστημα της ALPHABANK στην οδό Σάαδη Λεβί: << Αλληλεγγύη σε όλους τουs διωκομενουs. Λευτεριά στουs συλληφθεντεs του Κοινωνικού Φόρουμ. Αναρχικοί για την κοινωνική εκτρ&omic