Tag Archives: παλιό κίνημα

Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη – Ένας Ανεξέλεγκτος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, Ισπανία 1937

Εισαγωγή:

“Μια συμμαχία μεταξύ δυο διαφορετικών μερών, στρέφεται υπέρ του πιο αντιδραστικού εκ των δυο. Η συμμαχία αναγκαστικά αποδυναμώνει το πιο προοδευτικό μέρος ελαχιστοποιώντας και διαστρέφοντας το πρόγραμμά του” -Μιχαήλ Μπακούνιν.

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από ένα μέλος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, μιας επαναστατικής πολιτοφυλακής που έδρασε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ως απάντηση προς την ακολουθούμενη στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών που επέβαλε η Δημοκρατική Κυβέρνηση. Αυτό σήμαινε την αναδιοργάνωσή τους σύμφωνα με τα πρότυπα τακτικού στρατού, με όλες τις ιεραρχικές βαθμίδες, και τον τρόπο λήψης και ακολούθησης αποφάσεων που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Η στρατιωτικοποίηση ήταν ένα κομβικό στοιχείο όσον αφορά την εδραίωση της εξουσίας των Σταλινικών επί της εργατικής τάξης κι ενάντια στην επανάσταση. Τους κατέστησε ικανούς να το πετύχουν λόγω της επιτυχίας της αντιφασιστικής ιδεολογίας της Δημοκρατίας που έπειθε πολλούς εργάτες να πολεμήσουν για λογαριασμό του Κράτους υπό τη δημοκρατική του μορφή ενάντια στην πιθανότητα ενός “φασιστικού” Κράτους, αφήνοντας κατά μέρους την επαναστατική πάλη. Τα αναρχικά αντικρατικά ιδεώδη δεν ήταν αρκετά για να εμποδίσουν τους ηγέτες της CNT να αναλάβουν κυβερνητικά υπουργικά πόστα. Η σταλινική Ρωσσία ήθελε περισσότερη εξουσία στην Ισπανία προκειμένου να ικανοποιήσει τους στόχους της δικής της μακροπρόθεσμης εξωτερικής πολιτικής. Τελικά ο Στάλιν ήταν πιο πρόθυμος να χαρίσει μια νίκη στον φασισμό παρά να ηττηθεί από την επανάσταση. Κάτι τέτοιο είναι φανερό στις απόπειρες των ισπανών εργατών, ιδιαίτερα στην Καταλωνία, να πάρουν τον έλεγχο και να κολλεκτιβοποιήσουν (να συλλογικοποιήσουν) τη γη και τη βιομηχανία, απόπειρες που η (δημοκρατική) κυβέρνηση κατέστειλε αιματηρά, όπως και στα γεγονότα του Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη, οπότε τα (δημοκρατικά) κυβερνητικά στρατεύματα επιτέθηκαν στις ένοπλες πολιτοφυλακές των εργατών που είχαν πάρει στα χέρια τους μεγάλο μέρος της πόλης. Η ήττα της ισπανικής επανάστασης και η νίκη του Φράνκο έδειξαν, όπως και κάθε κίνημα, εξέγερση κι επανάσταση της εργατικής τάξης έκτοτε, ότι το κράτος, οποιοδήποτε πολιτικό προσωπείο κι αν φέρει, παραμένει εχθρός μας.


Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη

Είμαι ένας δραπέτης των φυλακών του San Miguel de los Reyes, της αισχρής αυτής φυλακής που οικοδόμησε η μοναρχία για να θάβει ζωντανούς αυτούς που, καθώς δεν είναι δειλοί, δε σκύβουν το κεφάλι ποτέ στους διαβόητους νόμους που επιβάλλουν οι ισχυροί εναντίον των καταπιεσμένων. Εκεί με έβαλαν, όπως και τόσους άλλους, για να εξαλείψουν ένα έγκλημα, δηλαδή μια επανάσταση ενάντια στις ταπεινώσεις που υπέφερε ένα ολόκληρο χωριό, με λίγα λόγια, για τον φόνο ενός δυνάστη.

Νέα παιδιά όλοι τους όπως κι εγώ, που μπήκα στη φυλακή εικοσιτριών χρονών, για να βγω στα τριαντατέσσερα, όταν οι αναρχικοί σύντροφοι άνοιξαν τις θύρες. Για ένδεκα χρόνια υποβλήθηκα στο μαρτύριο του να μην είσαι άνθρωπος αλλά απλώς ένα πράγμα, ένας αριθμό!

Πολλοί κρατούμενοι που είχαν υποφέρει όπως κι εγώ την κακομεταχείριση ήδη απ’ τη γέννα, απελευθερώθηκαν μαζί μου. Κάποιοι απ’ αυτούς, ελεύθεροι πια, πήραν ο καθένας τον δρόμο του. Άλλοι, όπως κι εγώ, ενωθήκαμε με τους απελευθερωτές μας, που μας αντιμετώπισαν σαν φίλους και μας αγάπησαν σαν αδερφούς. Μαζί τους σχηματίσαμε βήμα-βήμα τη Σιδηρά Ταξιαρχία, μαζί τους, ολοένα και ταχύτερα, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα κι αφοπλίσαμε τους Εθνοφρουρούς. Και μαζί τους κυνήγσαμε τους φασίστες ως τα όρη που κρύβονται τώρα. Συνηθισμένοι να παίρνουμε ο καθένας οτιδήποτε χρειαζόταν, κατασχέσαμε προμήθειες και όπλα απ’ τους φασίστες καθώς τους απωθούσαμε. Κατά καιρούς τρεφόμασταν χάρις σε προσφορές των χωρικών, και φροντίζοντας οι ίδιοι για τον οπλισμό μας, όχι με όπλα που θα μας έδινε κανείς σα δώρο, αλλά μ’ αυτά που παίρναμε με τα ίδια μας τα χέρια απ’ τους αντιδραστικούς. Το αυτόματο που κρατώ και χαιδεύω, που με συνοδεύει απ’ την μέρα που εγκατέλειψα τη φυλακή, είναι δικό μου, μου ανήκει. Το πήρα σαν άνδρας απ’ τα χέρια του παλιού ιδιοκτήτη του, και με τον ίδιο τρόπο αποκτήθηκε κάθε όπλο που βαστάμε και ανήκει στους συντρόφους μου.

Ούτε ψυχή δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για μας. Η αποχαύνωση της αστικής τάξης όταν βγήκαμε απ’ τη φυλακή, μοιράζεται πλέον απ’ όλους. Αντί να μας προσεγγίσουν, αντί να μας βοηθήσουν και να μας υποστηρίξουν, μας συμπεριφέρθηκαν σαν παράνομους, μας κατηγόρησαν ότι είμαστε “ανεξέλεγκτοι”, επειδή δεν θελήσαμε να υποτάξουμε τους ρυθμούς της ζωής μας, την διαρκή επιθυμία μας να είμαστε ελεύθεροι, στις ηλίθιες ιδιοτροπίες εκείνων που, επειδή κατέχουν μια θέση σ’ ένα υπουργείο ή σε κάποια επιτροπή, θεωρούν αλαζονικά τους εαυτούς τους αφέντες μας. Επίσης επειδή, αφού απαλλοτριώσαμε τους φασίστες, αλλάξαμε τον τρόπο ζωής στα χωριά απ’ όπου περάσαμε: εξοντώνοντας τους βάρβαρους αστυνομικούς διευθυντές που λήστευαν και βασάνιζαν τους χωρικούς και θέτοντας τον πλούτο τους στα χέρια αυτών που ξέρουν πώς να τον παράγουν: στους εργάτες.

Κανείς, το εγγυώμαι αυτό, κανείς δε θα μπορούσε να είχε συμπεριφερθεί πιο σωστά προς αβοήθητους και ενδεείς, προς εκείνους που είχαν ληστευθεί και καταδιωχθεί καθ’ όλην τη ζωή τους, απ’ ό,τι εμείς, οι ανεξέλεγκτοι, οι παράνομοι και δραπέτες κατάδικοι. Κανείς, κανείς -προκαλώ τον οποιονδήποτε να αποδείξει το αντίθετο- δεν ήταν πιο στοργικός και πιο εξυπηρετικός προς τα παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους. Κανείς, απολύτως κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την ταξιαρχία αυτήν -η οποία μόνης της, χωρίς καμμιά βοήθεια, ακόμα και με εμπόδια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή απ’ την αρχή- για έλλειψη αλληλεγγύης, για αυθαιρεσίες, για δειλία ή απειθαρχία στην μάχη, για εχθρότητα απέναντι στους αγρότες, ή για μη επαρκή επαναστατικότητα, επειδή το θάρρος και η γενναιότητα υπήρξαν ο πήχυς μας, η μεγαλοθυμία προς τους ηττημένους ο νόμος μας, η εγκαρδιότητα προς τους αδερφούς και τις αδερφές το σύνθημά μας και η καλοσύνη κι ο σεβασμός το θεμελιώδες πλαίσιο των ζωών μας.

Προς τί η μαύρη φήμη που έχει εξαπλωθεί γύρω μας; Προς τί η αναίσθητη προθυμία να απαξιωθούμε, μια καταδικασμένη απόπειρα, όταν αυτή η απαξίωση θα λειτουργήσει μόνο σε βάρος της επαναστατικής υπόθεσης και του ίδιου του πολέμου;

Υπάρχει -και όσοι από μας ήταν στη φυλακή, έχοντας υποφέρει περισσότερο από κάθε άλλον στη γη, το γνωρίζουμε καλά- μια έντονη διάχυση των αστικών αξιών σε κάθε πλευρά. Το αστικό πρότυπο ατόμου στη ψυχή και στο σώμα, η προσωποποίηση της μετριότητας και της δουλικότητας, τρέμει στην ιδέα μιας απώλειας της ησυχίας και της ασφάλειας, του καφέ και των τσιγάρων, των ταυρομαχιών, των θεαμάτων και των πορνείων. Κι όταν ακούει για την Ταξιαρχία μας, για τη Σιδηρά Ταξιαρχία, πυλώνα της επανάστασης στο Λεβάντε, ή όταν ακούει ότι η Ταξιαρχία έρχεται στη Βαλένθια, κακαρίζει τρέμοντας μπρος στη σκέψη να δει αυτήν τη χαϊδεμένη κι άθλια ζωή του να χάνεται. Και η αστική τάξη -υπάρχουν πολλές ποικιλίες αστών σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους- υφαίνει ασταμάτητα τον ιστό της συκοφαντίας με τον οποίο μας εγκωμιάζει, επειδή αυτοί, και μόνο αυτοί, έχουν θιχτεί και είναι σε θέση να θίγονται απ’ τις δραστηριότητές μας, απ’ την επαναστατικότητά μας, κι απ’ τις άγριες ακαταμάχητες επιθυμίες που φέρουμε στις καρδιές μας να είμαστε ελεύθεροι σαν τους αετούς στις υψηλότερες βουνοκορφές, σαν τα λιοντάρια στη ζούγκλα.

Ακόμα κι αδερφοί μας, που υπέφεραν μαζί μας στα χωράφια και στα εργοστάσια και που τους εκμεταλλεύτηκε άγρια η μπουρζουαζία, αντηχούν τους τρομερούς φόβους αυτής της τελευταίας, κι αρχίζουν μάλιστα να πιστεύουν σ’ αυτούς, επειδή είναι τόσο ενημερωμένοι απ’ τους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν τους ηγέτες, ώστε πιστεύουν ότι οι άνδρες που πολεμούν με τη Σιδηρά Ταξιαρχία είναι ανελέητοι κακοποιοί. Ένα κύμα μίσους, φτάνοντας συχνά σε σημείο βαναυσότητας και ανηλεούς φανατισμού, δημιούργησε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι στη θέση του δρόμου της προέλασής μας ενάντια στον φασισμό.

Μερικές νύχτες, αυτές τις σκοτεινές νύχτες όταν οπλισμένος και σε εγρήγορση προσπαθώ να δω μέσα απ’ τα σκοτάδια των λιβαδιών και το μυστήριο των πραγμάτων, σηκώνομαι μέσα απ’ το στήθος μου σαν σε όνειρο, χωρίς να ξυπνήσω τα μουδιασμένα μου άκρα, που έχουν σφυρηλατηθεί στον πόνο σαν ατσάλι, ώστε να μην πιάσουν το αυτόματο με λύσσα, νιώθοντας μια επιθυμία να πυροβολήσω όχι μόνο στον εχθρό που έχει κατασκηνώσει μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, αλλά και στον άλλον εχθρό που κρύβεται στην πλευρά μου, που με αποκαλεί σύντροφο, την ίδια στιγμή που ξεπουλά τα συμφέροντά μου με τον πιο ύπουλο τρόπο, καθώς κανένα ξεπούλημα δεν είναι πιο δειλό απ’ αυτό που τρέφεται από προδοσία. Και θα ένιωθα μια επιθυμία να γελάσω και να κλάψω, και να τρέξω στα λιβάδια, φωνάζοντας και δακρύζοντας και ξεριζώνοντας λαρύγγια με τα σιδερένια μου δάχτυλα, όπως ακριβώς θα ξέσκιζα τα λαρύγγια όλων των βρωμερών πολιτικών αφεντάδων, και θα έκανα αυτόν τον άθλιο κόσμο θρύψαλα, έναν κόσμο στον οποίο είναι τόσο δύσκολο να βρεις ένα στοργικό χέρι να σου σκουπίσει τον ιδρώτα και να σταματήσει το αίμα που τρέχει απ’ τις πληγές του γυρνώντας απ’ το πεδίο του πολέμου, εξουθενωμένος και πληγωμένος.

Την νύχτα, μεταφέροντας τη θλίψη και τον πόνο μου στους άνδρες, στους αναρχικούς συντρόφους μου πάνω στα σκληρά βουνά, κρυμμένοι σε μικρές ομάδες κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του εχθρού, πόσο συχνά μια φιλική φωνή κι ένα στοργικό χέρι μου αποκαθιστούσε την αγάπη για τη ζωή! Και κάθε φορά που τα βάσανα του παρελθόντος, με όλον τον τρόμο και τα μαρτύρια που τσάκισαν το σώμα μου, θα ρίχνονταν στον άνεμο σαν να ανήκουν σε μιαν άλλη μακρυνή πλέον εποχή, και θ’ άφηνα τον εαυτό μου μετά χαράς στα όνειρα της περιπέτειας, προσμένοντας με αναζωπυρωμένη φαντασία έναν κόσμο που δε γνώριζα στη ζωή μα μονάχα στη φαντασία μου, έναν κόσμο που κανείς δεν έχει γνωρίσει στη ζωή αλλά πολλοί από μας γνωρίζουν στα όνειρά τους. Και στα όνειρα, ο καιρός περνούσε γοργά, και το σώμα μου άντεχε στην κούραση, και διπλασίαζα τον ενθουσιασμό μου και γινόμουν ατρόμητος, και ξανάβγαινα για αναγνώριση την αυγή να εντοπίσω τη θέση του εχθρού, και… Όλα αυτά προκειμένου να αλλάξουμε τη ζωή, να σφραγίσουμε έναν διαφορετικό ρυθμό στις ζωές όλων μας, κι αυτό γιατί οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν σαν αδέρφια κι εγώ ανάμεσά τους. Όλα αυτά επειδή η χαρά που ξεχειλίζει τα στήθη μας πρέπει ν’ αναβλύσει απ’ τη γη, επειδή η Επανάσταση, αυτή η Επανάσταση που ήταν ο φάρος και το σύνθημα της Σιδηράς Ταξιαρχίας, θα μπορούσε σύντομα να γίνει υλική πραγματικότητα.

Τα όνειρά μου όμως θα μαραζώσουν και θα χαθούν όπως τα χαρούμενα σύννεφα φεύγουν ψηλά πάνω απ’ τα όρη, και η απογοήτευσή μου θα επιστρέψει, μόνο για να δώσει χώρο την νύχτα πάλι στη χαρά. Κι έτσι η ζωή μου εναλλάσσεται μεταξύ θλίψης και χαράς, μεταξύ αγωνίας και θλίψης, μια χαρούμενη ζωή στην μέση του κινδύνου συγκρίνεται με τη ζωή στο σκοτάδι και την αθλιότητα της πιο σκοτεινής και πιο άθλιας φυλακής.

Μια μέρα -μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη- η είδηση ότι πρέπει να στρατιωτικοποιηθούμε έπεσε στις πλαγιές των ορέων σαν παγωμένος άνεμος που διαπερνά τη σάρκα. Διαπέρασε το σώμα μου σα στιλέτο, και πόνεσα προκαταβολικά απ’ την αγωνία της συγκεκριμένης στιγμής. Την νύχτα, πίσω στις σκηνές, τα νέα κυκλοφορούσαν: “έρχεται η στρατιωτικοποίηση!”

Στο πλευρό μου, άγρυπνος στη βάρδια του ενώ εγώ κοιμόμουν, ήταν ο εκπρόσωπος της ομάδας μου, αυτός θα γινόταν ο υπολοχαγός. Δυο βήματα πιο πίσω, ξαπλωμένος στο χώμα, με το κεφάλι ν’ ακουμπάει σ’ έναν σωρό από οβίδες, κοιμόταν ο εκπρόσωπος της εκατονταρχίας μου, αυτός θα ήταν ο συνταγματάρχης. Εγώ… θα συνέχιζα να είμαι ο εαυτός μου, ένα παιδί απ’ την επαρχία, ένας εξεγερμένος μέχρι τον θάνατο. Ούτε επιθυμούσα ποτέ ούτε επιθυμώ σταυρούς, παράσημα και διοικητικά πόστα. Είμαι αυτός που είμαι, ένας χωριάτης που έμαθε να διαβάζει στη φυλακή, που έχει δει τον πόνο και τον θάνατο από κοντά, που ήταν ένας αναρχικός χωρίς να το γνωρίζει, και που γνωρίζει ότι κάθε μέρα είναι και πιο αναρχικός από την προηγούμενη, απ’ όταν έπρεπε να σκοτώσω για να ελευθερωθώ.

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την μέρα, εκείνη την μακρυνή μέ΄ρα όταν τα θλιβερά νέα ήρθαν απ’ τις βουνοκορφές, διατρέχοντας τη ψυχή μου σαν παγωμένος άνεμος, όπως δε θα ξεχάσω ποτέ τόσες και τόσες μέρες της ζωής μου που πόνεσα. Εκείνη η μακρυνή μέρα… Μπά!

Έρχεται η στρατιωτικοποίηση!

Η ζωή έχει περισσότερα να διδάξει τους ανθρώπους απ’ ό,τι όλες οι θεωρίες και τα βιβλία μαζί. Εκείνοι που θα θέσουν σ’ εφαρμογή τα όσα έχουν μάθει από άλλους μέσω βιβλίων κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους. Εκείνοι που θα γράψουν σε βιβλία αυτά που έμαθαν στο ανεμοδαρμένο μονοπάτι της ζωής είναι ίσως σε θέση να γράψουν αριστουργήματα. Πραγματικότητα και όνειρα είναι δυο πράγματα διαφορετικά. Είναι καλό και όμορφο να ονειρεύεσαι, γιατί τα όνειρα είναι σχεδόν πάντα ένας υπαινιγμός για το τί πρέπει να γίνει, αλλά αυτό που είναι πραγματικά ονειρικό είναι να κάνουμε τη ζωή τόσο όμορφη, να πάρουμε τη ζωή και να την κάνουμε ένα πραγματικό αριστούργημα ομορφιάς.

Έχω ζήσει τη ζωή στην επιτάχυνση. Ποτέ δε γεύτηκα τα νιάτα, που σύμφωνα με τα όσα έχω διαβάσει, είναι χαρά κι ευγένεια, και μια αίσθηση ευημερίας. Απ’ τη φυλακή πήρα μόνο τη γεύση του πόνου. Ακόμα κι αν είμαι νέος στα χρόνια, έχω γίνει γέρος έχοντας περάσει τόσα, έχοντας κλάψει τόσο, έχοντας υποφέρει τόσο. Γιατί μέσα στη φυλακή, σπάνια κανείς γελά, μέσα στη φυλακή, είτε είναι σε κάποιο κλειστό κελί κανείς είτε κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό, το μόνο που έχει είναι το κλάμα.

Διαβάζοντας ένα βιβλίο μέσα στο κελί, απομονωμένος από κάθε ανθρώπινη επαφή, ονειρεύεσαι. Διαβάζοντας το βιβλίο της ζωής όπως στο ξεφυλλίζουν μπροστά σου οι φρουροί σελίδα-σελίδα, προσβάλλοντάς σε ή φτύνοντάς σε, έρχεσαι σε επαφή με την πραγματικότητα.

Μια μέρα έτυχε να διαβάσει, πού και από ποιόν δεν μπορώ να θυμηθώ πια, ότι δε θα μπορούσε κανείς να πει με σιγουριά ότι η γη είναι στρόγγυλη, εάν δεν έχει ταξιδέψει ολόγυρά της, δεν την έχει μετρήσει, δεν την έχει κατατρέξει από άκρη σ’ άκρη, εν συντομία δεν την έχει ανακαλύψει με τα χέρια του. Μια τέτοια απαίτηση μου φαινόταν γελοία. Ωστόσο αυτή η μικρή πρόταση μου τυπώθηκε τόσο έντονα στο μυαλό που τώρα όπως και τότε πάλι, στους αναγκαστικούς μονολόγους στην μοναξιά του κελιού μου, επιστρέφω σ’ αυτήν. Στο σημείο ότι μια μέρα, σαν να ‘χα κι εγώ ανακαλύψει κάτι τόσο θαυμάσιο και μέχρι τότε κρυφό απ’ τους άλλους ανθρώπους, ένιωσα τη χαρά να έχω ανακαλύψει με τα χέρια μου ότι η γη ειναι στρόγγυλη. Κι εκείνη την μέρα, όπως και ο άγνωστος συγγραφέας, ταξίδεψα ολόγυρά της, την μέτρησα, την ξαναμέτρησα, κι έμπηξα τα χέρια μου στη γη, η φαντασία μου φωτίστηκε με το “όραμα” της γης να περιστρέφεται στο άπειρο διάστημα, μέρος της κοσμικής αρμονίας του σύμπαντος.

Ο πόνος πρέπει να ζυγιαστεί, να μετρηθεί, να αγγιχθεί, να τον γευτεί κανείς για να τον κατανοήσει, να τον ανακαλύψει ώστε το μυαλό να έχει μια καθαρή ιδέα περί τίνος πρόκειται. Έχω σταθεί στο πλευρό ανθρώπων που σαν τα μουλάρια, τραβούσαν ένα κάρο στο οποίο άλλοι άνθρωποι επέβεναν, τραγουδώντας και διασκεδάζοντας. Κανείς δεν υπέφερε. Δεν υπήρχε καν έναα σιωπηλό βουητό διαμαρτυρίας. Το θεωρούσαν δίκαιο και λογικό, οι επιβάτες του κάρου, που ήταν Κύριοι, να τραβούν τα ηνία και να κρατούν το μαστίγιο στα χέρια τους, τους φαινόταν ακόμη δίκαιο και λογικό στους συντρόφους μου όταν ο αφέντης τους χτυπούσε στο πρόσωπο με το μαστίγιό του. Έκαναν τη δουλειά τους σαν τα ζώα, χτυπούσαν τις οπλές τους στο έδαφες και ξεκινούσαν τον καλπασμό. Και ω! τί σαρκασμός! όταν στο τέλος τους έβγαζαν τα χαλινάρια, έτρεχαν σα δουλοπρεπή σκυλιά να γλύψουν το χέρι που τους μαστίγωνε.

Όποιος δεν έχει ταπεινωθεί, δεν έχει κακοποιηθεί. Όποιος δεν έχει νιώσει το πιο κακότυχο ον πάνω στη γη, και την ίδια στιγμή το πιο ευγενικό, το πιο γεμάτο καλοσύνη, το πιο ανθρώπινο, κι όποιος, αυτή τη στιγμή της συνδυασμένης αθλιότητας, της καλοσύνης και της δύναμης, δεν έχεινιώσει ξαφνικά ένα κρύο χέρι να πιάνει τον ώμο ή το πρόσωπό του, το χέρι ενός κτηνώδους δεσμοφύλακα για να τον χτυπήσει ή να τον εξευτελίσει. Όποιος δεν έχει ριχτεί στα κάτεργα για την επαναστατικότητά του, και μέσα απ’ αυτά δεν έχει χτυπηθεί στο πρόσωπο και δεν έχει καταπατηθεί, δεν έχει ακούσει τα κόκκαλά του να σπάνε και το αίμα του να αναβλύζει, μέχρι τελικά να πέσει στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες. Όποιος, βασανισμένος στα χέρια των άλλων ανθρώπων, δεν έχει κυριευτεί από ένα αίσθημα αδυναμίας, και αντέδρασε βρίζοντας και εξαπολύοντας τις μεγαλύτερες ύβρεις, ως πρώτο βήμα για να μαζέψει ξανά τις δυνάμεις του. Όποιος, τιμωρημένος και προσβλητικά κακοποιημένος, δεν έχει συνειδητοποιήσει την αδικία της τιμωρίας και την ατίμωση της κακοποίησης, και έχοντας συνειδητοποιήσει αυτά, δεν έχει προτείνει να ξεμπερδεύουμε με τα προνόμια που δίνουν σε ορισμένους την εξουσία να τιμωρούν και να κακοποιούν τους άλλους… Εν συντομία, όποιον αιχμάλωτος στη φυλακή ή φυλακισμένος στον ίδιο τον κόσμο, δεν έχει αντιληφθεί την τραγωδία του ανθρώπου που είναι καταδικασμένος να περάσει τη ζωή του τυφλά και σιωπηλά υπακούωντας εντολές, δεν μπορεί να γνωρίσει ποτέ τον πόνο και τις τρομακτικές ουλές που αφήνει σ’ αυτούς που πρέπει να πιούν, να αγγίξουν, να γευτούν τον πόνο της σιωπής και της υπακοής. Να θες να μιλήσεις και να βγάζεις τον σκασμό, να θες να τραγουδίσεις και να μένεις αποσβολωμένος, να θες να μπορείς να γελάσεις και να πρέπει να στραγγαλίσεις την παραμικρή ώθηση με τη βία, να θες να αγαπήσεις και να είσαι καταδικασμένος να βυθίζεσαι στη λάσπη του μίσους.

Έχω ζήσει σε στρατώνες, κι εκεί έμαθα να μισώ. Έχω ζήσει στη φυλακή κι ήταν εκεί, παραδόξως, εν μέσω βασάνων και δακρύων, που έμαθα να αγαπώ, να αγαπώ έντονα.

Στον στρατώνα, ήμουν στα πρόθυρα να χάσω την προσωπικότητά μου, τόσο σκληρή ήταν η μεταχείριση και η ανόητη πειθαρχία που προσπάθησαν να μου επιβάλουν. Στη φυλακή, μετά από μεγάλο αγώνα, ξαναβρήκα την προσωπικότητά μου, για κάθε τιμωρία που μου επέβαλλαν, γινόμουν και πιο εξεγερμένος. Εκεί έμαθα να μισώ κάθε είδους ιεραρχία απ’ την κορφή ως τον πάτο, διατηρώντας το -μεγαλωμένο στους στρατώνες- μίσος μου για την ιεραρχία καθαρό κι ακέραιο. Οι φυλακές και οι στρατώνες σημαίνουν το ίδιο: τυραννία και απολυταρχία των πιο κακών ενστίκτων των λίγων, πάνω στα βάσανα όλων των άλλων. Όπως οι φυλακές δε διωρθώνουν τίποτα έτσι και οι στρατώνες δε διδάσκουν τίποτα παραπάνω απ’ όσα είναι επιβλαβή για τη σωματική και πνευματική υγεία.

Το μάθημα αυτής της εμπειρίας -που έχω ειλικρινά πάρει, επειδή έχω βουτήξει τη ζωή μου στον πόνο της- είναι όταν από μακρυά, ακούω μουρμουρητά για τη διαταγή στρατιωτικοποίησης, να νιώθω το σώμα μου να παραλύει, γιατί μπορώ να δω πώς η αντάρτικη αφοβία που έχω αποκομίσει από την Επανάσταση θα χαθεί, ότι η στέρηση όλων των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που γνώρισα στη φυλακή και στον στρατώνα θα αποκατασταθεί στη θέση της, και ότι θα πρέπει να πέσω ξανά στην άβυσσο της υπακοής, στο ζωώδη λήθαργο στον οποίον οδηγεί η πειθαρχία των στρατοπέδων και των φυλακών. Και, στις σκηνές μας, βαστώντας το όπλο μου με λύσσα καθώς κοιτώ προς τον εχθρό και προς τον “φίλο”, εμπροσθοφυλακή κι οπισθοφυλακή, βλαστημάω όπως βλαστημούσα όταν με έσερναν στα κάτεργα για την επαναστατικότητά μου, και μέσα μου χύνω ένα δάκρυ σαν τα δάκρυα που μου ‘φευγαν, απαρατήρητα μέσα στο αίσθημα αδυναμίας μου. Και μου έρχεται ξανά πως οι υποκριτές που θα θέλαν να κάνουν τον κόσμο ένα στρατώνα ή μια φυλακή είναι όλοι οι ίδιοι, οι ίδιοι, οι ίδιοι που χθες μες τη φυλακή σπάγαν τα κόκκαλά μας, τα κόκκαλα των ανθρώπων.

Φυλακές… στρατώνες… τί αξιοκαταφρόνητη και άθλια ζωή. Δεν μας κατάλαβε ποτέ κανείς, κι αυτή η έλλειψη κατανόησης δεν μας ανταμοίφθηκε με αγάπη. Πολεμήσαμε -και δεν υπάρχει λόγος εδώ για ψευδή μετριοφροσύνη που δε λέει τίποτα- πολεμήσαμε, επαναλαμβάνω, όπως λίγοι άλλοι. Η γραμμή πυρός μας ήταν πάντα στο μέτωπο, αν μή τί άλλο, επειδή από την πρώτη κιόλας μέρα ήμαστα οι μόνοι στον τομέα μας.

Δεν υπήρξε ποτέ καμμιά ανακούφιση για μας, κι ακόμα χειρότερα δεν ακούσαμε ποτέ μια ευγενική λέξη. Όλοι, φασίστες κι αντιφασίστες κι ακόμα και μέλη του κινήματός μας -τί ντροπή νιώσαμε!- μας αντιμετώπισαν με αποστροφή.

Δεν μας κατάλαβε ποτέ κανείς. Ή, ακόμα πιο τραγικό, μέσα σ’ αυτήν την τραγωδία που μας κυκλώνει, ίσως δεν μπορέσαμε ποτέ να γίνουμε κατανοητοί, επειδή έχοντας υποστεί από τη γένησή μας κάθε είδους περιφρόνηση και σκληρή κακομεταχείριση από τους δια βίου υποστηρικτές της ιεραρχίας, θελήσαμε, ακόμα και μέσα στη φωτιά του πολέμου, να ζήσουμε μια ζωή βασισμένη στις ελευθεριακές αρχές μας, ενώ άλλοι, προς δυστυχία δική τους και δική μας, μείνανε προσδεδεμένοι στο άρμα του κράτους.

Αυτή η αποτυχία να γίνουμε κατανοητοί, που δημιούργησε τεράστια ταλαιπωρία στις τάξεις μας, έστρωσε τον δρόμο μας με κακοτυχίες, κι έτσι δεν μας θεωρούσαν επικίνδυνους μοναχά οι φασίστες, γιατί τους αντιμετωπίζαμε όπως τους άξιζε, αλλά επίσης αυτοί που ονομάζουν τους εαυτούς τους αντιφασίστες, φωνάζοντας αντιφασιστικά μέχρι να βραχνιάσουν, μας βλέπουν ωστόσο υπό το ίδιο φως. Αυτό το μίσος γύρω μας οδήγησε σε οδυνηρές συγκρούσεις, η πλειονότητα των οποίων -και η θλιβερότητα των οποίων κάνει τα στομάχια μας να αναγουλιάζουν και τα χέρια μας να σφίγγουν τα όπλα- έλαβαν χώρα στην ίδια τη Βαλένθια όπου ορισμένοι κόκκινοι αντιφασίστες άνοιξαν πυρ εναντίον μας. Αχ και αν…μπα! αν και μόνο αν είχαμε βάλει ένα τέλος στην αντεπανάσταση τότε, πριν τα πράγματα εξελιχθούν σε πλήρη ανάπτυξη.

Η Ιστορία, που καταγράφει τα καλά και τα κακά που κάνουν οι άνθρωποι, θα μιλήσει μια μέρα. Και η Ιστορία θα πει ότι η Σιδηρά Ταξιαρχία ήταν ίσως η μόνη ταξιαρχία στην Ισπανία που είχε μια σαφή εικόνα του τί όφειλε να είναι η Επανάστασή μας. Θα πει επίσης ότι απ’ όλες τις ταξιαρχίες, η δική μας προσέφερε την μεγαλύτερη αντίσταση στη στρατιωτικοποίηση, και ότι εξαιτίας αυτής της αντίστασής της, εγκαταλήφθηκε μόνη στην μοίρα της, στο μέτωπο περιμένοντας την μάχη, λες και έξι χιλιάδες άνδρες, σκληραγωγημένοι απ’ τοον πόλεμο και έτοιμοι για την νίκη ή τον θάνατο, θα πρέπει να εγκαταληφθούν έτσι στον εχθρό να τους μακελέψει.

Η Ιστορία θα πει πολλά, πολλά πράγματα, και τόσο πολλές, πολλές προσωπικότητες που θεωρούν εαυτούς ένδοξους θα καταδικαστούν στην ατίμωση!

Η παλαιότερη αντίθεσή μας στη στρατιωτικοποίηση βασίστηκε σε όσα γνωρίζαμε για τους αξιωματικούς μας. Η παρούσα αντίθεσή μας βασίζεται στο τί γνωρίζουμε γι αυτούς τώρα. Οι επαγγελματίες αξιωματικοί αποτελούν, τώρα όπως και πάντα, εδώ όπως και στη Ρωσσία, μια κάστα. Είναι αυτοί που δίνουν εντολές, ενώ οι υπόλοιποι από μας δεν έχουμε παρά την υποχρέωση να υπακούσουμε. Μισούν με όλη τη θέλησή τους οτιδήποτε σχετικό με την πολιτική ζωή, που θεωρούν κατώτερη. Έχω δει -πάντα κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια- έναν αξιωματικό να τρέμει με οργή ή απαίχθια όταν του μιλώ φιλικά, και γνωρίζω περιπτώσεις ταγμάτων που αποκαλούνται προλεταριακά, οι αξιωματικοί των οποίων, να έχουν ξεχάσει την ταπεινή καταγωγή τους, να μην επιτρέπουν στους πολιτοφύλακες με ποινή φοβερές τιμωρίες, να τους μιλούν στον ενικό.

Ο προλεταριακός στρατός δεν μας καλεί σε μια πειθαρχία που θα σήμαινε να σεβόμαστε τα πολεμικά παραγγέλματα. Μας καλεί σε υποταγή, τυφλή υπακοή, εξάλειψη των προσωπικοτήτων μας. Έχω γνωρίσει την ίδια κατάσταση στους στρατώνες. Την έχω γευτεί ξανά, αργότερα, στη φυλακή. Ζούσαμε χαρούμενοι στα χαρακώματα. Είναι αλήθεια ότι είδαμε συντρόφους μας να πέφτουν νεκροί στο πλευρό μας, συντρόφους που πολεμήσαμε μαζί απ’ το ξεκίνημα, γνωρίζαμε ακόμα πως ανά πάσα στιγμή μια σφαίρα μπορεί να μας ξάπλωνε στην μέση ενός λιβαδιού -η ανταμοιβή που περιμένει κάθε επαναστάτης- αλλά ζούσαμε χαρούμενα. Τρώγαμε όποτε μπορούσαμε, και νηστεύαμε, όταν δεν είχαμε καλό ανεφοδιασμό. Κι όμως όλοι ήμασταν ευτυχισμένοι. Γιατί; Επειδή κανείς από μας δεν ήταν ανώτερος απέναντι στους άλλους, ήμασταν όλοι φίλοι, όλοι σύντροφοι, όλοι αντάρτες της Επανάστασης.

Ο εκπρόσωπος μιας ομάδας ή μιας εκατονταρχίας δεν μας επιβαλόταν, εκλεγόταν από μας. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του λοχία ή λοχαγό, αλλά σύντροφο. Ούτε οι εκπρόσωποι των Επιτροπών ή της Ταξιαρχίας θεωρούνταν συνταγματάρχες ή στρατηγοί, ήταν σύντροφοι. Τρώγαμε, μαλώναμε, γελούσαμε και βρίζαμε μαζί. Για ένα διάστημα δε λαμβάναμε μισθό, όπως δε λάμβαναν ούτε αυτοί. Αργότερα, ο μισθός μας ανήλθε στις δέκα πεσέτες, όπως κι ο δικός τους ο μισθός, ακόμα είναι δέκα πεσέτες.

Το μόνο που αποδεχόμαστε απ’ αυτούς είναι η αποδεδειγμένη ικανότητά τους, που είναι και ο λόγος που τους εκλέγουμε. Είναι επίσης αποδεδειγμένα γενναίοι, γι’ αυτό και είναι εκπρόσωποί μας. Δεν υπάρχει καμμιά ιεραρχία, κανένας επικεφαλής, δεν υπάρχουν εντολές, παρά μόνον συντροφικότητα, καλοσύνη και φιλία μεταξύ συντρόφων, μια χαρούμενη ζωή ανάμεσα στις καταστροφές του πολέμου. Κι έτσι, περικυκλωμένοι από συντρόφους που πιστεύουν ότι ο αγώνας αυτός δίνεται για κάτι, ο πόλεμος μοιάζει ικανοποιητικός, κι ακόμα και ο θάνατος γίνεται αποδεκτός με ευχαρίστηση. Όμως όταν βρίσκεσαι περικυκλωμένος από αξιωματικούς και τα πάντα είναι η ιεραρχία και οι διαταγές; Όταν στα χέρια σου κρατάς έναν μισθό φαντάρου, που μετά βίας μπορεί να συντηρήσει την οικογένειά σου στα μετόπισθεν, ενώ ο αξιωματικός, ο λοχαγός, ο διοικητής και ο στρατηγός παίρνουν όλοι τρεις, τέσσερις, δέκα φορές περισσότερα -χωρίς να συνεισφέρουν ούτε περισσότερο ενθουσιασμό, ούτε γνώση, ούτε θάρρος- τότε η ζωή έχει μια πικρή γεύση, τότε καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν είναι Επανάσταση, αλλά ότι μερικά άτομα επωφελούνται από μια δυσμενή κατάσταση εις βάρος του λαού.

Δεν γνωρίζω πως θα ζήσουμε από δω και πέρα. Δεν γνωρίζω εάν θα μπορέσουμε να εξοικειωθούμε με την καταπίεση των λοχαγών, των υπολοχαγών, των λοχίων. Δεν γνωρίζω εάν, αφού έχουμε νιώσει πώς είναι να είμαστε άνθρωποι με την πλήρη έννοια της λέξης, θα μπορέσουμε να συνηθίσουμε ξανά να είμαστε εξημερωμένα ζώα, γιατί αυτό που σημαίνει η στρατιωτικοποίηση και που οδηγεί η πειθαρχία.

Γνωρίζουμε ότι για μας θα είναι ολοκληρωτικά αδύνατον να υποταχθούμε στην τυραννία και την κακομεταχείριση, επειδή δεν είναι άξιο ενός άνδρα με όπλο στο χέρι να ανέχεται να καταπίνει προσβολές. Καταφτάνουν σε μας ωστόσο, ανησυχητικά νέα για στρατιωτικοποιημένους συντρόφους που αναγκάζονται -σαν να παίρνουν πλάκες μολύβδου- να δέχονται εντολές από ανθρώπους σε πολλές περιπτώσεις ακατάλληλους και σε κάθε περίπτωση εχθρικούς.

Πιστεύαμε ότι πολεμάμε για λύτρωση και σωτηρία, και βλέπουμε τον εαυτό μας να ολισθαίνει πίσω στο ίδιο πράγμα ενάντια στο οποίο πολεμάμε: την τυραννία, τη δύναμη της κάστας, τον πιο βάρβαρο και διάχυτο αυταρχισμό.

Όμως η ώρα είναι κρίσιμη. Έχουμε πιαστεί -δε γνωρίζουμε το γιατί, κι αν το γνωρίζαμε, δε θα λέγαμε τίποτα τώρα- έχουμε πιαστεί, επαναλαμβάνω, σε μια παγίδα, και πρέπει να βγούμε απ’ αυτήν, πρέπει να δραπετεύσουμε όσο καλύτερα μπορούμε, γιατί οι παγίδες μας περικυκλώνουν τώρα.

Οι μιλιταριστές, όλοι οι μιλιταριστές -και υπάρχουν φανατικοί τέτοιοι και στο δικό μας στρατόπεδο- μας περικυκλώνουν. Χθες ήμασταν οι κύριοι των ζωών μας, σήμερα είναι αυτοί. Ο λαϊκός στρατός, που δεν έχει τίποτα λαϊκό εκτός του ότι στρατολογείται απ’ τον λαό, κι αυτό ίσχυε πάντα, δεν ανήκει στον λαό αλλά στην κυβέρνηση και είναι η κυβέρνηση που τον ελέγχει, είναι η κυβέρνηση που δίνει τις εντολές. Ο λαός επιτρέπεται μόνο να υπακούει, όπως αναμένεται απ’ αυτόν να κάνει πάντα.

Πιασμένοι καθώς είμαστε στα δίχτυα των μιλιταριστών, υπάρχουν μόνο δύο πιθανές οδοί διαφυγής. Η πρώτη οδός οδηγεί στο να αποχωριστούμε από συντρόφους με τους οποίους πολεμάμε καιρό μαζί, διαλύοντας τη Σιδηρά Ταξιαρχία, η δεύτερη οδός οδηγεί στη στρατιωτικοποίησή της.

Η Ταξιαρχία, η δικής μας Ταξιαρχία, δεν πρέπει να διαλυθεί. Η ομοιογένεια που έχει επιδείξει σε κάθε περίπτωση ήταν αξιοθαύμαστη -μιλώ για τους εαυτούς μας μόνο, σύντροφοι- το αίσθημα της συντροφικότητας μεταξύ των μελών μας θα θεωρείται ένα λαμπρό παράδειγμα στην ιστορία της Ισπανικής Επανάστασης. Το θάρρος που επιδείξαμε στην πορεία πάνω από εκατό μαχών μπορεί ίσως να βρει αντάξιό του αλλά όχι να ξεπεραστεί. Από την πρώτη κιόλας μέρα ήμασταν φίλοι. Ακόμα περισσότερο, ήμασταν σύντροφοι κι αδέρφια. Να διαλυθούμε, να χαθούμε προς κάθε κατεύθυνση, να μη ξαναδούμε ο ένας τον άλλον, και να χάσουμε την ορμή για μάχη και νίκη, που είχαμε ως τώρα, όλα αυτά είναι αδύνατα.

Η Ταξιαρχία, η Σιδηρά Ταξιαρχία που έκανε την μπουρζουαζία και τους φασίστες απ’ τη Βαλένθια μέχρι το Τερουέλ να τρέμουν δεν πρέπει να διαλυθεί, πρέπει να συνεχίσει ως το τέλος.

Ποιός μπορεί να ισχυριστεί πως στην μάχη, χάρις στη στρατιωτικοποίηση, έγιναν ισχυρότεροι, πιο δυναμικοί και πιο γενναιόδωροι στο πότισμα του πεδίου των μαχών με το αίμα τους; Πολεμήσαμε σαν αδέρφια υπερασπιζόμενοι έναν ευγενή σκοπό. Ονειρευτήκαμε στα χαρακώματα μαζί σαν αδέρφια που μοιράζονται τα ίδια ιδανικά. Προωθηθήκαμε θαρραλέα σαν αδέρφια που μάχονται για έναν καλύτερο κόσμο. Να διαλύσουμε αυτήν την ομοιογενή μονάδα; Σύντροφοι, ποτέ. Όσο μένει έστω μια εκατονταρχία της Σιδηράς Ταξιαρχίας να προελαύνει στην μάχη, όσο μένει έστω κι ένας τελευταίος επιζών, εμπρός για την νίκη.

Το να πρέπει να συμφιλιωθούμε με το να δεχόμαστε εντολές από μη-αιρετούς αξιωματικούς θα είναι ένα κακό, αλλά θα είναι το μη χείρον. Ωστόσο… Το να είμαστε μια ταξιαρχία ή να γίνουμε μια μεραρχία είναι πάνω-κάτω το ίδιο πράγμα. Αυτό που δεν είναι το ίδιο είναι να δούμε ότι δεν έχουμε σεβασμό.

Εάν η ομάδα των ατόμων που αποτελούν σήμερα τον σχηματισμό μας μείνει μαζί, είτε ως Ταξιαρχία είτε ως διμοιρία, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Στην μάχη, κανείς δε θα χρειαστεί να μας εμπνεύσει ενθουσιασμό, και στην ανάπαυση, κανείς δε θα μας πει τί να κάνουμε, γιατί κάτι τέτοιο δε θα γίνει ανεκτό.

Είτε ο δεκανέας, ο υπολοχαγός κι ο λοχαγός θα προέρχονται απ’ το κίνημά μας, εν τοιάυτη περιπτώσει θα είμαστε όλοι σύντροφοι, είτε θα είναι εχθροί μας, οπότε και θα είναι αναγκαίο να τους αντιμετωπίσουμε ως τέτοιους.

Ταξιαρχία ή διμοιρία, είναι το ίδιο πράγμα για μας, εάν αυτό επιθυμούμε. Ήμασταν και θα συνεχίσουμε να είμαστε, χθες, σήμερα κι αύριο, αντάρτες της Επανάστασης.

Το τί θα συμβεί στο μέλλον εξαρτάται από μας και μόνο, απ’ τη συνοχή που υπάρχει μεταξύ μας. Κανείς δεν μπορεί να επιβάλλει έναν διαφορετικό ρυθμό πάνω μας, αντιθέτως, εμείς θα επιβάλουμε τους ρθυμούς μας στους γύρω μας, διατηρώντας την προσωπικότητά μας.

Σύντροφοι, πρέπει να λάβουμε ένα πράγμα υπόψιν: ο αγώνας απαιτεί τους μύς και τον ενθουσιασμό μας να μην αποσυρθούν από τον πόλεμο. Είτε σε δική μας ταξιαρχία ή διμοιρία, είτε σε κάποιο άλλο τάγμα ή διμοιρία, πρέπει να συνεχίσουμε την μάχη.

Εάν επρόκειτο να διαλύσουμε την Ταξιαρχία, να διαλυθούμε κι αργότερα να επανασυνταχθούμε, θα έπρεπε να βαδίσουμε όχι μ’ αυτούς που επιλέγουμε, αλλά μ’ αυτούς που θα μας διατάξουν να βαδίσουμε. Κι απ’ τη στιγμή που δεν πρόκειται και δεν επιθυμούμε να είμαστε απλώς εξημερωμένα ζώα, θα μπορούσε κάλλιστα να έρθουμε σε σύγκρουση με αυτούς που, καλώς ή κακώς, είναι οι σύμμαχοί μας.

Όπως κι αν αποκαλούμαστε, Ταξιαρχία, Διμοιρία, Τμήμα, η Επανάσταση, η αναρχική και προλεταριακή μας Επανάσταση, στην οποία έχουμε συνεισφέρει δοξασμένες σελίδες απ’ την πρώτη κιόλας μέρα, μας καλεί να μην παραδώσουμε τα όπλα και να μην εγκαταλείψουμε το συνεκτικό σώμα που αποτελούμε μέχρι σήμερα.

Από Έναν “Ανεξέλεγκτο” της Σιδηράς Ταξιαρχίας.

~~~

Σημειώσεις:

Το κείμενο στάλθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Nosotros της Βαλένθια, που διαχειρίζονταν από κοινού μέλη της Σιδηράς Ταξιαρχίας με την τοπική CNT-FAI και τη FIJL (ομοσπονδία ιβηρικών ελευθεριακών νεολαίων), τον Μάρτιο του 1937, λίγο πριν τη στρατιωτικοποίηση της ταξιαρχίας. Η Σιδηρά Ταξιαρχία διέθετε ακόμη μια δική της εφημερίδα, τη Línea de Fuego (Γραμμή Πυρός). Η χρήση του αρσενικού (άνδρες) έχει διατηρηθεί από το πρωτότυπο, αν και όπως και σε πολλές άλλες ταξιαρχίες, στη Σιδηρά Ταξιαρχία συμμετείχαν και πολλές γυναίκες.

Η Σιδηρά Ταξιαρχία σχηματίστηκε από την αρχή της επανάστασης από 150 αναρχικούς της Βαλένθια, ενώ έφτασε να αριθμεί μέχρι και 20.000 μέλη στην μάχη του Τερουέν, διέθεταν ωστόσο όπλα μόλις για 3.000. Η ταξιαρχία ήταν οργανωμένη σε “εκατονταρχίες” συνήθως βάσει επαγγελματικού “συναφιού” (υγειονομικοί, μεταλλεργάτες, καθαριστές, εργάτες στις μεταφορές κοκ), και κάθε εκατονταρχία εξέλεγε έναν εκπρόσωπο να μεταφέρει τις αποφάσεις των μελών της στο κεντρικό πολεμικό συμβούλιο.

Τα μέλη της Ταξιαρχίας γρήγορα κατηγορήθηκαν ως “ανεξέλεγκτοι”, αφενός λόγω της σύνθεσής τους, που είχε εμπλουτιστεί με πολλούς -απελευθερωμένους απ’ την ταξιαρχία- πρώην καταδίκους των φυλακών San Miguel de los Reyes, της ανοιχτής κριτικής της στη CNT-FAI για την είσοδο της τελευταίας στη Δημοκρατική Κυβέρνηση (η CNT ως συνέπεια έπαψε τον ανεφοδιασμό της Ταξιαρχίας, που αναγκάστηκε να αρκεστεί στη λεηλασία εχθρικών δυνάμεων και τη βοήθεια τοπικών κολλεκτίβων), καθώς και για τα γεγονότα της Βαλένθια το ’36 (Τον Σεπτέμβριο του 1936, και μετά από περιστατικά άγριας καταστολής εκ μέρους της δημοκρατικής αστυνομίας, η ταξιαρχία γύρισε απ’ το μέτωπο στη Βαλένθια, αφοπλίζοντας και διαλύοντας τα ένοπλα αστυνομικά σώματα και απαιτώντας την αποστολή τους στο μέτωπο όπου βρίσκεται ο εχθρός). Παρόμοια γεγονότα εξελίχθηκαν στη Βαρκελώνη τον Μάιο του 1937, όμως στο μεταξύ οι πολιτοφυλακές είχαν περάσει υπό τη διοίκηση του Υπουργείου Πολέμου της Δημοκρατικής Κυβέρνησης, είτε είχαν αφοπλιστεί και διαλυθεί. Η Σιδηρά Ταξιαρχία, η Tierra y Libertad και η ομάδα των “Φίλων του Ντουρρούτι” ήταν μάλλον οι πιο κριτικές απέναντι στη στρατιωτικοποίηση των επαναστατικών πολιτοφυλακών, που σφράγισε και την ολοκλήρωση της μετατροπής της επανάστασης σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ δυο κρατικών μορφωμάτων, με τις παραγωγικές δυνάμεις, την οικονομία, και τους στρατούς τους, και από την οποία δε θα μπορούσε να έβγαινε νικητής παρά αυτό που θα ήταν περισσότερο “κράτος”, με πιο ανεπτυγμένη παραγωγή, εκμετάλλευση, πειθαρχία κοκ.

Λέμε σε όλους τους εργάτες, σ’ όλους τους επαναστάτες, σ’ όλους τους αναρχικούς: στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν, όπου κι αν βρίσκεστε, πολεμήστε ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας σας κι εξολοθρέψτε τον φασισμό. Όμως επίσης, βεβαιωθείτε ότι οι προσπάθειές σας δε θα φέρουν την εγκαθίδρυση ενός δικτατορικού καθεστώτος που θα αντιπροσωπεύει τη συνέχιση, με όλα τα ελαττώματα και τις συμφορές της, της ίδιας κατάστασης πραγμάτων που προσπαθούμε να εξαλείψουμε. Τώρα με τα όπλα κι αργότερα με τα εργαλεία της δουλειάς, μάθετε να ζείτε χωρίς τυράννους κι αναπτύξτε για τον εαυτό σας τον μόνο δρόμο για την ελευθερία. Αυτά είναι τα συναισθήματα της Σιδηράς Ταξιαρχίας, κι έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.

Σύντροφοι: Θάνατος στον φασισμό! Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Αναρχία!

-Η Σιδηρά Ταξιαρχία, 1 Οκτώβρη 1936

~~~

Περισσότερα σχετικά με την Ισπανική Επανάσταση:

Το γκρέμισμα των οδοφραγμάτων (Ισπανία) – Paul Mattick

2 τραγούδια απ’ την ισπανική επανάσταση

Αδυναμίες και περιορισμοί της ισπανικής επανάστασης – Deirdre Hogan

Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη – Ένας Ανεξέλεγκτος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, Ισπανία 1937

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν – Gilles Dauvè

To MIL και τα εργατικά συμβούλια (Ισπανία) – Telesforo Tajuelo

 

Γράμμα από έναν αστουριανό ανθρακωρύχο, 22/6/2012

Πηγή: kaosenlared

Image

Έχω δουλέψει στα ορυχεία 25 χρόνια. Κατέβηκα για πρώτη φορά στα 18 μου, και θα ήθελα να σας πώ ότι εκπλήσσομαι από πολλά απ’ τα σχόλια που διαβάζω για τους ανθρακωρύχους και την πρόωρη συνταξιοδότηση που ισχύει γι αυτούς όπως και γι άλλες ομάδες εργαζομένων. Θα ήθελα να σας μεταφέρω τη δική μου οπτική, και αν μπορέσω να αποσαφηνίσω ορισμένες αμφιβολίες που βλέπω ότι υπάρχουν για το θέμα αυτό.

Image

1. Ο αγώνας που διεξάγουν αυτή τη στιγμή οι ανθρακωρύχοι, δεν είναι για να διεκδικήσουν χρήματα, αλλά για να γίνει σεβαστή η συμφωνία που υπέγραψε πέρυσι το υπουργείο βιομηχανίας και τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων, που προέβλεπε τη συνέχιση των επιδοτήσεων ως και το 2018.

Τα χρήματα αυτά προέρχονται απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση, κι όχι απ’ την ισπανική κυβέρνηση, μ’ αυτό θέλω να πώ ότι δε ζητάμε από κανέναν ισπανό να “στερηθεί για να μας βοηθήσει” όπως λένε πολλοί απ’ τους επικριτές μας. Όσον αφορά πάλι αυτά τα χρήματα που δικαιούνται οι οικογένειες των ανθρακωρύχων, καθώς προέρχονται από το Εξωρυκτικό Ταμείο που υποτίθεται αποσκοπούσε στη δημιουργία εναλλακτικών στον λιθάνθρακα, ώστε να μπορούμε να εργαστούμε στις περιοχές μας μετά το κλείσιμο των ορυχειών. Ε λοιπόν, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, τα χρήματα αυτά τα διαχειρίστηκαν οι πολιτικοί και τα συνδικάτα, όπως ήθελαν. Με μέρος αυτών, για παράδειγμα, ο κύριος Gabino de Lorenzo (πρώην δήμαρχος του Οβιέδο) πλήρωσε την ασφαλτόστρωση δρόμων της πόλης του, το νέο εκθεσιακό και συνεδριακό μέγαρο που έχτισε και μια σειρά από άλλα έργα. Η δε πρώην δήμαρχος της Χιχόν (η κυρία Felgeroso) επένδυσε ένα άλλο μερίδιο στην ίδρυση ενός τεχνικού εκπαιδευτικού ιδρύματος και σε άλλα έργα.

Στην κοιλάδα του Turón, στα ορυχεία της Cuenca del Caudal, όπου ζω, έχουμε πάνω από 600 νεκρούς εργάτες (μόνο αυτούς για τους οποίους γνωρίζουμε, καθώς στον εμφύλιο πόλεμο πυρπολήθηκαν τα επίσημα αρχεία) στα ορυχεία από το 1889 ως το 2009, όταν και έκλεισαν. Το μόνο που άνοιξε μετά ήταν ένα αθλητικό κέντρο, χωρίς καν εισόδους, όπου για να πάει να τρέξει κανείς πρέπει να περάσει από ένα μονοπάτι. Ολόκληρος ο χώρος είναι γεμάτος σκουπίδια, τα οποία σιγά-σιγά τον κατακλύζουν. Παρά την εκβιομηχάνιση, η οποία υποτίθεται ότι δημιουργεί σταθερές θέσεις εργασίας ώστε να υπάρχει μέλλον στην περιοχή, δεν υπάρχει τίποτα.

Image

2. Εκπλήσσομαι που τόσο πολλοί άνθρωποι μιλούν άσχημα γι αυτήν την επιδότηση, δεν ήθελα να το γράψω αυτό, αλλά επιδοτούνται κι άλλοι τομείς όπως η κτηνοτροφία, η γεωργία, η αλιεία και πολλοί ακόμα που δεν έχω όρεξη να αναφέρω, αλλά εγώ προσωπικά είμαι χαρούμενος γι αυτό, προτιμώ να ενισχύονται οι εργαζόμενοι παρά οι chorizos (στμ: ισπανικό αλλαντικό, μεταφορικά: οι κλέφτες, οι μαφιόζοι) που μας ληστεύουν κάθε μέρα.

Image

3. Με το πέρας του εμφυλίου πολέμου, φαίνεται πως πολλοί δε γνωρίζετε ότι ήταν οι ανθρακωρύχοι που εργάζονταν μια επιπλέον ώρα αμισθί κάθε μέρα για πολύ καιρό, ώστε να αποκαταστήσουν τις καταστροφές του φρανκισμού στη χώρα, όταν στα ίδια μας τα σπίτια δεν είχαμε καλά-καλά να φάμε.

Image

4. Το έτος 1962, οι ανθρακωρύχοι ξεκίνησαν μιαν απεργία που εξαπλώθηκε σ’ όλη την Ισπανία, και στην οποία κατακτήθηκαν πολλά απ’ τα δικαιώματα που όλοι οι ισπανοί έχουμε σήμερα και προσπαθούν να μας τα πάρουν πίσω. Στην απεργία αυτή, είχαμε πολλούς τραυματίες, συλληφθέντες, πεινασμένους και εξορισμένους σε άλλες επαργίες της Ισπανίας, μακριά απ’ τις οικογένειές τους, που άρχισαν να επιστρέφουν μόλις το 1980.

Image

5. Όσον αφορά την πρόωρη συνταξιοδότηση, είναι μύθος πως οι ανθρακωρύχοι βγαίνουν στη σύνταξη στα 40, με εφάπαξ ανάλογο του να πιάναμε τον πρώτο λαχνό στο λαχείο. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, οι άνθρωποι που συνταξιοδοτούνται νωρίς έχουν ήδη προκαταβάλει 50% αυξημένες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ούτως ώστε για κάθε διετία εργασίας, πληρώνουν εισφορές για ένα ακόμη έτος, έτσι για παράδειγμα, εγώ που εργάστηκα 25 χρόνια, έχω πληρώσει κοινωνική ασφάλιση για 37μισυ χρόνια. Πιστεύει κανείς από σας ότι θα ήθελε να πληρώνει όσα εμείς σ’ αυτήν την κοινωνική ασφάλιση;

Image
6. Ο λιθάνθρακας που εισάγεται απ’ το εξωτερικό είναι σύμφωνα μ’ εσάς φθηνότερος απ’ τον εγχώριο, προσωπικά δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος γι αυτό, όμως ας δεχθούμε ότι έχετε δίκιο. Θέλετε λοιπόν να μας βλέπετε να δουλεύουμε σα σκλάβοι όπως στις χώρες αυτές; Εγώ δεν το θέλω αυτό για κανέναν εργάτη στον κόσμο. Αυτά που θα σας γράψω τώρα είναι πραγματικότητα, έχω δουλέψει με συναδέλφους απ’ την Τσεχία και την Πολωνία, όταν ήρθαν μερικοί στις Αστούριες, κι όταν μπήκαν στα καταστήματα να ψωνίσουν τα είχαν παίξει, επειδή μπορούσαν να αγοράσουν κάποια ψιλοπράγματα που στις χώρες τους ήταν όμως αδιανόητα. Τα πρώτα χριστούγεννα που περάσανε μαζί μας, κρατούσαν στο κάθε χέρι κι από ένα μαντολάτο… Τους ρωτήσαμε γιατί αυτό, και μας εξήγησαν πως στις χώρες τους δεν θα άντεχαν με τίποτα οικονομικά να το αγοράσουν, επειδή οι μισθοί τους τους έφταναν ίσα-ίσα για ένα πιάτο φαί, κι αυτό φτωχικό. Θέλω να πω εδώ ότι αν δεν υπερασπιστούμε τα δικαιώματά μας, θα ισχύει σύντομα και για μας το ίδιο.

Image

7. Όσον αφορά τα οδοφράγματα στους αυτοκινητοδρόμους, θα ήθελα να απαντήσω σ’ όλους εκείνους που διαμαρτύρονται επειδή οι ανθρακωρύχοι τους εμποδίζουν να πάνε στη δουλειά ή στη σχολή τους, και λένε πως κι οι ίδιοι αν έχουν προβλήματα στη δουλειά τους, δεν πάνε να “ενοχλούν” άλλους στην εργασία τους. Θα πώ ότι κάθε φορά που κάποιοι συνάδελφοι από άλλους χώρους εργασίας μας ζήτησαν βοήθεια για να υπερασπιστούν τις θέσεις τους, σταματήσαμε τη δουλειά μας για ολόκληρα 24ωρα, στηρίζοντάς τους είτε βρίσκονταν στη χώρα είτε στο εξωτερικό. Όταν απεργούσαν οι Άγγλοι ανθρακωρύχοι, σταματήσαμε την εργασία μας και μαζέψαμε χρήματα για να στείλουμε στις οικογένειές τους για να μην πεινάσουν. Αμφιβάλλει κανείς ότι δε θα ενωθούμε με οποιονδήποτε κλάδο βάλλεται; Αλλά φαίνεται πως σήμερα είναι ξεπερασμένο να ζητάς τη βοήθεια των άλλων. Κι όμως, το να βοηθάμε ο ένας τον άλλον είναι κάτι θεμελιώδες, ενώ το να τρωγόμαστε ο ένας με τον άλλον ως συνήθως, είναι κάτι που οφελεί μόνο αυτούς που βρίσκονται από πάνω μας.

Αν όλοι οι Ισπανοί εργαζόμενοι ήταν τόσο ενωμένοι όσο οι ανθρακωρύχοι, οι κυβερνώντες αυτής της χώρας θα το σκέφτονταν πολύ καλά προτού προχωρήσουν στις περικοπές που τώρα κάνουν χωρίς δεύτερη σκέψη, μπορώ να σας διαβεβαιώσω γι αυτό. Σκεφτείτε λοιπόν ποιός πραγματικά σας εμποδίζει να πάτε στη δουλειά ή στη σχολή σας, ποιός είναι αυτός που απολύει εργαζομένους και πραγματοποιεί περικοπές στην εκπαίδευση, δεν είναι άλλοι απ’ τους πολιτικούς μας.

Θα ήθελα επίσης να πω σ’ αυτύς που λένε ότι πρέπει να πάμε να διαμαρτυρηθούμε στην Μαδρίτη αν θέλουμε, στις πόρτες του υπουργείου και να τους αφήσουμε αυτούς “στην ησυχία τους”, ότι αυτό το έχουμε κάνει προ πολλού, αλλά η λογοκρισία των ΜΜΕ φροντίζει να μην ενημερώνει με διαφάνεια για τίποτα.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ένας εργαζόμενος που υπερασπίζεται τα δικαιώματά του δεν είναι τρομοκράτης, όπως μας αποκαλούν σήμερα επειδή αγωνιζόμαστε για τη ζωή των οικογενειών μας.

Σας καλώ όλους να βγείτε απ’ τα σπίτια σας και να υπερασπιστείτε τις ζωές όλων μας. Όσο μας κρατούν κλεισμένους στο σπίτι, τους επιτρέπουμε να μας ρίξουν λίγο-λίγο, μέτρα μετά από άλλα μέτρα, στην πείνα.

Θέλουν τα παιδιά σας και τα παιδιά μας να μείνουν αμμόρφωτα σαν εμάς, που βλέπαμε τους τοίχους των σχολείων περισσότερο απ’ έξω παρά από μέσα, καθώς ένας αμμόρφωτος άνθρωπος είναι πιο εύκολο να υποταχθεί.

Να ενημερώνεστε, να αμφισβητείτε τα πάντα όσα βλέπετε στην τηλεόραση, τώρα που έχετε το διαδίκτυο, τα κινητά τηλέφωνα, μπορείτε μ’ αυτά να είστε σε συνεχή επαφή, να οργανώνεστε με όποιον τρόπο επιθυμείτε, ειρηνικά, στα οδοφράγματα απευθείας, όπως και να ‘χει οργανωθείτε! Θέστε στόχους και πραγματοποιήστε τους γρήγορα. Η κυβέρνηση κινείται κι αυτή πολύ γρήγορα όταν η κατάσταση είναι προς όφελός της, και το ξέρετε. Αφαιρέστε τη λέξη “φόβος” και τη φράση “και τί θα αλλάξει μ αυτό;” απ’ το μυαλό σας και πάρτε το μέλλον σας στα χέρια σας.

Αν κάποιος δεν καταλαβαίνει οτιδήποτε απ’ όσα έγραψα ή έχει κάποια συγκεκριμένη ερώτηση, ευχαρίστως αν μπορώ να σας απαντήσω.

Image

Πολλές ευχαριστίες σε όλους και όλες που μας στηρίζουν από κάθε επαρχία της χώρας και από άλλες χώρες.

Χαιρετισμούς!

Juan Jose Fernandes.
Asturias

***

Βλ. σχετικά: “Δεν είμαστε αγανακτισμένοι, δεν είμαστε πασιφιστές” – για την απεργία των ανθρακωρύχων στις Αστούριες, Ισπανία 12/6/2012

Mικρή υπενθύμιση για τους όψιμους(;) φίλους της δημοκρατίας,12/5/2012

μικρή υπενθύμιση για τους όψιμους(;) φίλους της δημοκρατίας

Image

Ο αποτροπιασμός των επίσημων εκπροσώπων της δημοκρατίας μπροστά στις πλέον απαρχαιωμένες μορφές του φασισμού (ναζιστικοί χαιρετισμοί, σβάστικες κλπ) δεν είναι αρκετός για να κρύψει την ουσιαστική συμφωνία δημοκρατών και φασιστών ως προς τα μέτρα και το περιεχόμενο που πρέπει να λάβει σήμερα η επίθεση του κεφαλαίου απέναντι στο προλεταριάτο: διαίρεση σε νόμιμους και παράνομους, εκμεταλλεύσιμους και πλεονάζοντες, επιχειρήσεις-σκούπες και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους πλεονάζοντες, στρατιωτική καταστολή των διαδηλώσεων και των αγώνων, φυλακίσεις, προληπτικές προσαγωγές και τρομονόμοι, δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων και υγειονομικών, οικονομικών και στρατιωτικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, “εθνική ενότητα”, ανασφάλεια, εμπορευματοποίηση του φόβου. Μέτρα δηλαδή που λαμβάνουν ήδη οι δημοκράτες σωτήρες του έθνους χωρίς να έχουν ανάγκη τους φασίστες συναδέλφους τους.

Κουνώντας μας το σκιάχτρο του φασισμού, οι δημοκράτες μας, πολιτικοί, δημοσιογράφοι κι αφεντικά, και ιδιαίτερα οι αριστεροί τέτοιοι, θέλουν σ’ αυτή τη φάση να μας πείσουν ότι δεν είναι και ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μας συμβεί, ενώ στο μέλλον είναι έτοιμοι να μας ζητήσουν να συσπειρωθούμε πίσω τους για να σώσουμε τη δημοκρατική μορφή του καπιταλισμού, ως το μη χείρον. Θα ήταν γελοίο αν δεν είχε επαναληφθεί τόσες φορές και με τόσο τραγικές συνέπειες στο παρελθόν. Σε κάθε περίπτωση μάλιστα, ήταν αυτοί οι ίδιοι που έστρωσαν τον δρόμο για τον φασισμό όποτε το καπιταλιστικό σύστημα βρέθηκε σε κρίση:

Στην Γερμανία: οι ναζί ανέρχονται στην εξουσία με τις εκλογές του 1932, μόνο αφότου προηγήθηκε η καταστολή στο αίμα της προλεταριακής εξέγερσης του 1918-19 απ’ τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση και το δημοκρατικό κράτος. τα Freikorps, τα τάγματα θανάτου που επιστράτευσαν οι σοσιαλδημοκράτες υπουργοί εναντίον των εξεγερμένων εργατών, ήταν το φυτώριο των μετέπειτα ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, που διέπρεψαν σε δολοφονίες κομμουνιστών όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λήμπνεχτ, υπό τη σοσιαλιστική κυβέρνηση. Με την εξάλειψη του προλεταριάτου απ’ το ιστορικό προσκήνιο, οι μικροαστοί και οι στρατιωτικοί, απελπισμένοι απ’ την οικονομική κρίση που επιδεινώθηκε απ’ τις εξευτελιστικές συνέπειες της ήττας στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο και το αδιέξοδο της αριστεράς, στρέφονται μαζικά στους ναζί. Ταυτόχρονα, οι ναζί στηρίζονται οικονομικά και πολιτικά από καθώς πρέπει δημοκράτες τραπεζίτες και βιομηχάνους όπως ο Hugo Boss, o Ford, τα αφεντικά της VolksWagen ή της Siemens (που μεταξύ άλλων είχε τη φαεινή ιδέα να λανσάρει το 2003 έναν φούρνο ονόματι Zyklon), ενώ οι δυτικές δημοκρατίες θα ξεπλύνουν στη συνέχεια τους ανανήψαντες ναζί στην εξουσία του μεταπολεμικού, δημοκρατικού κράτους (όπως για παράδειγμα ο μετέπειτα πρόεδρος του γερμανικού συνδέσμου βιομηχάνων Σλέυερ που θα απαχθεί και θα εκτελεστεί από τη RAF).

Στην Ιταλία: Ξανά, ο Μουσσολίνι ανέρχεται στην εξουσία μόνο αφότου η κυβέρνηση του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος κατέστειλε αποτελεσματικά το κύμα εργοστασιακών καταλήψεων κι εξεγέρσεων της “κόκκινης διετίας” 1919-20. Η ίδια η κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, συνθηκολόγησε με τους φασίστες του Μουσσολίνι, αφού πρώτα ενθάρρυνε τη βία τους απέναντι στους εξεγερμένους εργάτες, προκειμένου να σπρωχτούν αυτοί στην αγκαλιά της αριστερής κυβέρνησης για να τους προστατεύσει. Έτσι, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ενώ δεν έκανε τίποτα για τη φασιστική βία (η αστυνομία στο μεταξύ φρόντιζε να αφοπλίζει και να συλλαμβάνει τους αγωνιστές που έπεφταν θύματά της), καταδίκαζε κι αποθάρρυνε τα μέλη του απ’ το να συμμετέχουν στις προλεταριακές πολιτοφυλακές των Arditi del Popolo τη στιγμή που αυτές είχαν στριμώξει τους φασίστες, χαρακτηρίζοντάς τες μάλιστα ως “προβοκάτσιες των δρόμων, απ’ τις οποίες θα πρέπει να κρατηθούν αποστάσεις”.

Στην Ισπανία, το αδιαμφισβήτητο φετίχ κάθε οπαδού των αντιφασιστικών μετώπων, η επανάσταση ήταν η τελευταία αναλαμπή αυτού του ευρωπαϊκού κύματος του μεσοπολέμου, καθώς το προλεταριάτο είχε προφυλαχθεί απ’ την ουδετερότητα που κράτησε η χώρα στην ανθρωποσφαγή του Ά Παγκοσμίου Πολέμου. Απέναντι σ’ έναν απαρχαιωμένο κρατικό μηχανισμό που γινόταν ολοένα και πιο δικτατορικός, οι αναρχικοί της CNT/FAI επέλεξαν να υποστηρίξουν σιωπηλά την ανάδειξη μιας αριστερής κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου, αφενός εγκαταλείποντας την αντιεκλογική κι αντικρατική στρατηγική τους, κι αφεταίρου κλείνοντας τους εργάτες στα κατειλημένα εργοστάσια και τις αγροκολλεκτίβες, προκειμένου να διασφαλιστεί η παραγωγή που ήταν πλέον απαραίτητη στην πολεμική οικονομία του αντιφασιστικού μετώπου. Έτσι, ενώ η σοσιαλιστική κυβέρνηση συνέχιζε -όπως ακριβώς παρέλαβε απ’ τη δεξιά προκάτοχό της- τις απολύσεις και την καταστολή των εργατικών αγώνων γιατί “παίζουν το παιχνίδι των αφεντικών” (ενάντια στο αριστερό πλέον κράτος) και τα όργανα της αυτοδιαχείρισης γίνονται όργανα περιφρούρησης της παραγωγικότητας (στο όνομα πάντα του αντιφασισμού), το δημοκρατικό, αντιφασιστικό κράτος αφήνει τους εξεγερμένους της Σεβίλλης, της Αραγόνας, της Μαδρίτης να κατασφαγούν απ’ τους φασίστες. Με την κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου να εμφανίζεται ως διαμεσολαβητής μεταξύ των εργατικών αγώνων και του κεφαλαίου, όπως ακριβώς στην Ιταλία, η αριστερά πετυχαίνει να διαλύσει κάθε στοιχείο προλεταριακής αλληλεγγύης. Τον Οκτώβριο του ’34, το ίδιο το δημοκρατικό κράτος φέρνει απ’ το Μαρόκο τον στρατηγό και μετέπειτα δικτάτορα Φράνκο, με στρατεύματα εκπαιδευμένα σε αποικιοκρατικές σφαγές, να καταστείλει την εξέγερση των Αστουριών που κράτησε 15 μέρες απομονωμένη απ’ όλη την υπόλοιπη εργατική τάξη, που δεν μπόρεσε να κρατήσει ούτε μια γενική απεργία για να μη εκτεθεί το δημοκρατικό κράτος απέναντι στον κίνδυνο ενός φασιστικού πραξικοπήματος, απ’ τους ίδιους τους στρατιωτικούς που διατηρούσε η αριστερή κυβέρνηση στην πρώτη γραμμή ενάντια στους εξεγερμένους.

Τον Μάη του 1937, κι ενώ η αριστερή κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου είχε καταφέρει να επανεντάξει στο δημοκρατικό κράτος μέσω της οικονομίας του πολέμου τις “αυτοδιαχειριζόμενες” παραγωγικές μονάδες, η αστυνομία, υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος επιτέθηκε σ’ ένα απ’ τα τελευταία τηλεφωνικά κέντρα υπό εργατικό έλεγχο, ξεκινώντας ένοπλες αντιπαραθέσεις με τoυς αναρχικούς της CNT/FAI και τους αριστερούς αγωνιστές του POUM, σ’ όλη την πόλη. Ενώ οι φασίστες προέλαυναν, το δημοκρατικό κράτος έστειλε 10.000 στρατιώτες εναντίον των προλεταρίων της Βαρκελώνης, το ΚΚ κινητοποίησε όλες τις δυνάμεις του εναντίον τους, κατηγορώντας (όπως πχ η “Πασσιονάριά” του) τους αναρχικούς για “προβοκάτορες που συνωμοτούν με τον Χίτλερ και τον Φράνκο για να σαμποτάρουν με απεργίες κι αναταραχές τη δημοκρατία”. Οι φασίστες τήρησαν εκεχειρία για όσες μέρες χρειάστηκε στους δημοκράτες συναδέρφους τους να ξεμπερδέψουν με την προλεταριακή απειθαρχία προτού πάρουν οι ίδιοι υπό τον έλεγχό τους την Καταλωνία.

Την ίδια περίοδο, στις χώρες όπου η επανάσταση δεν ηττήθηκε αλλά παρήγαγε ένα “εργατικό κράτος” θα επικρατήσει ο σταλινισμός, επιβάλλοντας τη δική του πειθαρχία στο προλεταριάτο και στήνοντας τα δικά του στρατόπεδα εργασίας. Τα δε δημοκρατικά κράτη λαμβάνουν πάλι αντίστοιχα μέτρα για την υποταγή της εργατικής τάξης: η “κόκκινη απειλή” στις ΗΠΑ και η στρατιωτικοποίηση της εργασίας εν όψει του πολέμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κύπρο όπου έκλειναν οι Βρετανοί τους Εβραίους που αναζητούσαν στην Βρετανική τότε Παλαιστίνη ένα καταφύγιο απ’ τους ναζί, το “ιδιώνυμο” στην Ελλάδα… Η ιστορία του ελληνικού κράτους βρίθει από εναλλαγές όπου εμφανίζεται πότε ως δικτατορικό (Πάγκαλος, Μεταξάς, στρατιωτική χούντα) και πότε ως δημοκρατικό, ενώ δεν τηρεί ούτε τα προσχήματα στην εναλλαγή προσώπων πίσω απ’ τους θεσμούς (ο μόνος ειλικρινής δημοκράτης που πέρασε ποτέ, ανακοινώνοντας ότι σκόπευε να παρουσιάσει με στοιχεία τη συνέχεια των στελεχών της χούντας στο μεταπολιτευτικό καθεστώς, βρέθηκε νεκρός σ’ ένα “περίεργο” τροχαίο*)… Σε κάθε περίπτωση, εάν ο καπιταλισμός αναγκαστεί να πάρει δικτατορικά μέτρα ενάντια στο προλεταριάτο, θα το κάνει, είτε βρίσκονται στη κυβέρνηση φασίστες είτε όχι.

Αυτό που παρουσιάζεται σαν αντίθεση δημοκρατίας και φασισμού, ελευθερίας και ολοκληρωτισμών, καλού και κακού, δεν είναι παρά διαφορετικές μορφές που πήρε το ίδιο το καπιταλιστικό κράτος προκειμένου να διαχειριστεί την μεσοπολεμική κρίση του καπιταλισμού. Στις χώρες που ξέσπασαν επαναστάσεις και καταστάλθηκαν βίαια, ο μόνος τρόπος να ενοποιηθεί ξανά η διερρηγμένη καπιταλιστική κοινωνία ήταν η δικτατορία. Μακροπρόθεσμα όμως η ωμή βία δεν είναι ικανή από μόνη της να ενσωματώνει το προλεταριάτο και το κράτος γίνεται και πάλι δημοκρατικό, ως την επόμενη φορά που θα τεθεί σε κίνδυνο. Η δημοκρατία άλλωστε είναι μέχρι σήμερα η πιο αποτελεσματική μορφή του κράτους απέναντι στο προλεταριάτο, καθώς στο όνομά της καταστάλθηκαν οι προλεταριακές επαναστάσεις, οδηγήθηκαν οι λαοί σε πολέμους και βαρβαρότητες, απ’ τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, μέχρι τις ανθρωπιστικές εκστρατείες στη Σερβία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν. Σήμερα, υπό τον μανδύα της δημοκρατίας, ο καπιταλισμός προσπαθεί να ξαναθέσει υπό τον έλεγχό του το προλεταριάτο των αραβικών χωρών, που εξεγείρεται τόσο ενάντια σε δικτατορικά όσο και σε δημοκρατικά καθεστώτα, για τους ίδιους λόγους που εξεγείρεται το προλεταριάτο στις ΗΠΑ, στη Χιλή, στην Κίνα, στην Ισπανία, κι εδώ στην Ελλάδα… Το διακύβευμα σήμερα, δεν είναι απλά ένα ακόμα Ιράκ (όπου στην καμμένη γη που άφησαν πίσω τους οι εκδημοκρατιστές καλλιεργήθηκε απ’ τους ίδιους ένα ξεσάλωμα του πολέμου όλων εναντίον όλων, και η γενικευμένη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και ανθρώπινων ζωών), αλλά μια ανοιχτή μαύρη τρύπα (ήδη προεικονίζεται απ’ τον διαρκή εμφύλιο πόλεμο στη Συρία) όπου αυτή η καταστροφή θα παίρνει ολοένα και μεγαλύτερη έκταση, καταπίνοντας ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, ώστε ο καπιταλισμός να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση μέσω μιας φυγής προς τα μπρος.

Αν καλούμαστε να πάρουμε σήμερα θέση, δεν είναι μεταξύ δημοκρατίας ή φασισμού, αλλά μεταξύ της -δημοκρατικής ή δικτατορικής- καπιταλιστικής καταστροφής του πλούτου και εξάπλωσης της φτώχειας και του πολέμου όλων εναντίον όλων, και του αγώνα που έχουν ξεκινήσει ήδη τα αδέρφια μας στη Συρία, στο Μπαχρέιν, την Τυνησία, την Αίγυπτο, την Αλγερία και αλλού: μεταξύ καπιταλισμού και παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Στον αγώνα αυτόν θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να περάσουμε πάνω απ’ τα κεφάλια τόσο των φασιστών, όσο και των υπερασπιστών του καπιταλισμού που θα παρουσιάζονται ως δημοκράτες ή ακόμα κι ως αντιφασίστες. Με τα λόγια του Μαλατέστα: αν δεν προχωρήσουμε μέχρι τέλους, θα πληρώσουμε τον φόβο που προκαλέσαμε στην μπουρζουαζία με δάκρυα και αίμα.

Εναλλακτικά, μπορούμε να ετοιμαστούμε να αλληλοεξοντωθούμε με τους “ξένους” γιατί προβλέπεται να μας “παίρνουν τη θέση” στις ουρές για το συσσίτιο.

~~~

* Πρόκειται βέβαια για τον Αλ. Παναγούλη

Συνέντευξη του Paul Mattick στη Lotta Continua (οικ. κρίση & επαναστατική βία), 1977

Συνέντευξη του Paul Mattick στη Lotta Continua, 1977

 

Ερώτηση: Φαίνεται πως μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο δριμείας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Ποιά είναι τα νέα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου, σε σύγκριση με εκείνην του 1930′;

Απάντηση: Η βασική αιτία της τρέχουσας κρίσης [1977] είναι η ίδια με κάθε προηγούμενη καπιταλιστική κρίση. Ωστόσο, κάθε κρίση έχει δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όσον αφορά το ξεκίνημά της, τις αντιδράσεις που προκαλεί, και το αποτέλεσμά τους. Η μεταβαλλόμενη διάρθρωση του κεφαλαίου είναι ο λόγος αυτών των ιδιαιτεροτήτων. Σε γενικές γραμμές, μια κρίση ακολουθεί μια περίοδο επιτυχούς συσσώρευσης κεφαλαίου, όπου τα κέρδη που παράγονται και πραγματοποιούνται είναι εφικτά να διατηρήσουν έναν δεδομένο ρυθμό επέκτασης. Αυτή η κατάσταση καπιταλιστικής ευφορίας απαιτεί μια ολοένα αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, αρκετά μεγάλη ώστε να αντισταθμίσει τη σχετική μείωση της κερδοφορίας που προέκυψε απ’ την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου. Το ανταγωνιστικό κι ως εκ τούτου τυφλό κυνήγι του κέρδους εκ μέρους κάθε μεμονωμένου κεφαλαίου δεν μπορεί παρά να αγνοήσει την μεταβαλλόμενη σύνθεση κεφαλαίου/εργασίας, τη σύνθεση του κοινωνικού κεφαλαίου. Η κρίση ξεσπά, όταν μια ραγδαία δυσαναλογία μεταξύ του απαιτούμενου ρυθμού κερδοφορίας του κοινωνικού κεφαλαίου και του αναγκαίου ρυθμού συσσώρευσης απαγορεύει την περαιτέρω επέκτασή του. Αυτή η υποβόσκουσα μα αψηλάφητη εμπειρικά απόκλιση έρχεται στο προσκήνιο με όρους αγορών, ως έλλειψη πραγματικής ζήτησης, κάτι που είναι μια άλλη έκφραση για την έλλειψη συσσώρευσης πάνω στην οποία συσσώρευση βασίζεται η πραγματική ζήτηση.

Οι πριν το 1930 περίοδοι ύφεσης, αντιμετωπίστηκαν με αποπληθωριστικές πολιτικές, δηλαδή, αφήνοντας τους “νόμους της αγοράς” να κάνουν τον κύκλο τους με την προσδοκία ότι αργά ή γρήγορα η φθίνουσα οικονομική δραστηριότητα θα αποκαθιστούσε την παλιά ισορροπία προσφοράς και ζήτησης κι έτσι να αναζωογονήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Η κρίση του 1930 ωστόσο, ήταν τόσο βαθυά κι εκτεταμένη που απέτρεπε μια αντιμετώπισή της μ’ αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο. Η απάντηση ήταν αυτήν τη φορά πληθωριστικές πολιτικές -δηλαδή, κυβερνητικές παρεμβάσεις στους μηχανισμούς της αγοράς, μέχρι το σημείο ενός παγκοσμίου πολέμου, ώστε να αναδιαρθρωθεί η παγκόσμια οικονομία μέσω μιας βίαιας συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, εις βάρος των πιο αδύναμων εθνικών κεφαλαίων, και μέσω της άπλετης καταστροφής κεφαλαίου τόσο σε νομισματική όσο και σε φυσική μορφή. Χρηματοδοτημένα μέσω των δημοσιονομικών ελλειμάτων, δηλαδή με πληθωριστικές μεθόδους, τα αποτελέσματα ήταν και πάλι αποπληθωριστικά, όμως σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ αυτήν που είχε επιτευχθεί ως τότε με την παθητική προσκόλληση στους “νόμους της αγοράς”. Η μακρά περίοδος ύφεσης και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, και η συνεπαγόμενη τεράστια καταστροφή κεφαλαίου, δημιούργησε τις συνθήκες για μια εξαιρετικά μακροχρόνια περίοδο καπιταλιστικής επέκτασης στις πιο προηγμένες δυτικές χώρες.

Τόσο ο αποπληθωρισμός όσο και ο πληθωρισμός οδηγούσαν μετέπειτα στο ίδιο αποτέλεσμα, σε μια νέα άνοδο του κεφαλαίου, και συνεπώς χρησιμοποιήθηκαν εναλλάξ στις προσπάθειες διασφάλισης της καινούριας οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας. Αναμφίβολα, είναι εφικτό μέσω χρηματοδότησης του ελείμματος, δηλαδή μέσω πίστωσης, να ζωογονηθεί μια στάσιμη οικονομία. Αλλά δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί ο ρυθμός κερδοφορίας του κεφαλαίου καθ’ αυτόν τον τρόπο και κατά συνέπεια να διαιωνιστούν οι συνθήκες της ευημερίας. Ήταν λοιπόν απλά θέμα χρόνου μέχρι ο μηχανισμών των κρίσεων της καπιταλιστικής παραγωγής να επιβεβαιωθεί ξανά. Είναι προφανές ότι η απλή διαθεσιμότητα πίστωσης ώστε να επεκταθεί η παραγωγή δεν αποτελεί λύση για την κρίση, αλλά μια εφήμερη αντανακλαστική πολιτική με μόνο προσωρινά “θετικά” αποτελέσματα. Αν δεν ακολουθηθεί από μια αυθεντική ανάκαμψη του κεφαλαίου, με βάση μεγαλύτερη κερδοφορία, είναι αναγκασμένη να καταρρεύσει από μόνη της. Το “Κεϋνσιανό αντίδοτο” έχει οδηγήσει απλώς σε μια νέα κατάσταση κρίσης με αυξανόμενη ανεργία και αύξοντα πληθωρισμό -και τα δυο εξίσου επιζήμια για το καπιταλιστικό σύστημα.

Η παρούσα κρίση δεν έχει φτάσει ακόμα το επίπεδο των αναταραχών που, στη δεκαετία του 1930, οδήγησαν απ’ την ύφεση στον πόλεμο. Παρά το ότι δεν μπορούν να ξεπεράσουν την τρέχουσα κρίση, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ύφεσης ανακουφίζουν σε κάποιον βαθμό την κοινωνική αθλιότητα που προκαλείται απ’ την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας. Όμως, σε μια στάσιμη καπιταλιστική οικονομία, αυτά τα μέτρα γίνονται τα ίδια παράγοντες περαιτέρω επιδείνωσης. Καθιστούν πιο δύσκολη την ανάκτηση ενός οριακού σημείου για μια νέα άνοδο. Επίσης, ο βαθμός της διεθνούς “ενσωμάτωσης” της καπιταλιστικής οικονομίας, μέσω των φιλελεύθερων εμπορικών πολιτικών και των νομισματικών συμφωνιών, υπονομεύεται σταθερά από το βάθεμα της ύφεσης. Τάσεις προστατευτισμού διαταράσσουν την παγκόσμια αγορά ακόμη περισσότερο. Καθώς η ύφεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί, παρά μόνον εις βάρος του εργαζόμενου πληθυσμού, η αστική τάξη θα πρέπει να δοκιμάσει όλα τα διαθέσιμα μέσα, οικονομικά όσο και πολιτικά, προκειμένου να υποβαθμίσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η άυξηση της ανεργίας, αν και βοηθά, δεν είναι ικανή να περικόψει αποτελεσματικά τους μισθούς και να αυξήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Τα εισοδήματα όλων των στρωμάτων της κοινωνίας πλην των καπιταλιστικών θα πρέπει να μειωθούν, η λεγόμενη κοινωνική πρόνοια να συρρικνωθεί, σε μια προσπάθεια να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου πάνω από ένα νέο όριο που θα επιτρέπει την περαιτέρω επέκταση. Αν και ένα γρήγορο ανέβασμα του πληθωρισμού έχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, είναι περιορισμένο λόγω της αύξουσας αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής και της κοινωνίας εν γένει. Ως μόνιμη πολιτική θα μπορούσε να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του συστήματος.

Ερώτηση: Σ’ αυτά τα πλαίσια, πώς βλέπετε τον ρόλο της Αριστεράς, και ιδιαίτερα του Κομμουνιστικού Κόμματος; Ποιά η έννοια του ευρωκομμουνισμού;

Απάντηση: Πρέπει να διακρίνει κανείς μεταξύ μιας “αντικειμενικά αριστεράς” στην κοινωνία, που είναι το προλεταριάτο ως τέτοιο, και της οργανωμένης αριστεράς που δεν είναι απαραίτητα προλεταριακής φύσης. Μέσα στην οργανωμένη αριστερά, σε κάθε περίπτωση στην Ιταλία, το ΚΚ κρατά την κυρίαρχη θέση. Σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή, πιθανότατα καθορίζει τις “αριστερές πολιτικές” παρά την αντίθεση άλλων οργανώσεων στα αριστερά ή τα δεξιά του. Αλλά το ΚΚ δεν είναι μια κομμουνιστική οργάνωση με την παραδοσιακή έννοια. Εδώ και καιρό έχει μετατραπεί σε έναν σοσιαλδημοκρατικό σχηματισμό, ένα ρεφορμιστικό κόμμα, που βρίσκεται σαν στο σπίτι του εντός του καπιταλιστικού συστήματος κι ως εκ τούτου προσφέρει τον εαυτό του ως μηχανισμό στήριξης. Πρακτικά, υπάρχει για να εξυπηρετεί τις αστικές φιλοδοξίες της ηγεσίας του και τις ανάγκες της γραφειοκρατίας του, μεσολαβώντας μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου προκειμένου να διασφαλίσει την τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων. Το γεγονός της μεγάλης εργατικής βάσης του είναι ενδεικτικό της ανετοιμότητας ή της απροθυμίας των εργαζομένων να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα, και του πόθου τους, αντ’ αυτού, να βολευτούν μέσα σ’ αυτό. Η ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, ενισχύει τις καιροσκοπικές πολιτικές του ΚΚ. Επειδή μια παρατεταμένη ύφεση, θα απειλούσε να τινάξει στον αέρα το καπιταλιστικό σύστημα, είναι ουσιώδες για το ΚΚ, όπως και για κάθε άλλη ρεφορμιστική οργάνωση, να βοηθήσει την αστική τάξη να ξεπεράσει τις συνθήκες της κρίσης. Κατά συνέπεια, είναι αναγκασμένοι να εμποδίζουν τις δράσεις της εργατικής τάξης που θα μπορούσαν να καθυστερήσουν, ή να εμποδίσουν μια καπιταλιστική ανάκαμψη. Οι ρεφορμιστικές και καιροσκοπικές πολιτικές τους αποκτούν έναν ανοιχτά αντεπαναστατικό χαρακτήρα μόλις το σύστημα τίθεται σε κίνδυνο από τις δραστηριότητες της εργατικής τάξης που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν εντός του καπιταλιστικού συστήματος σε συνθήκες κρίσης.

Ο “Ευρωκομμουνισμός” που πλασάρει το ΚΚ είναι άνευ νοήματος, καθώς ο κομμουνισμός δεν είναι γεωγραφική αλλά κοινωνική κατηγορία. Αυτός ο κενός όρος σηματοδοτεί  μια προσπάθεια εκ μέρους των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων να διαφοροποιήσουν τις σημερινές πολιτικές τους απ’ αυτές του παρελθόντος. Αποτελεί μια δήλωση ότι ο παλιός και ξεχασμένος στόχος του κρατικού καπιταλισμού, έχει εγκαταληφθεί προς όφελος μιας μεικτής οικονομίας του σημερινού καπιταλισμού. Ο “Ευρωκομμουνισμός” είναι ένα αίτημα για επίσημη αναγνώριση και πλήρη ενσωμάτωση στο καπιταλιστικό σύστημα, που συνεπάγεται φυσικά, μια ενσωμάτωση στα διάφορα έθνη-κράτη που απαρτίζουν την ευρωπαϊκή ζώνη. Είναι ένα αίτημα για περισσότερες “αρμοδιότητες” εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού συστήματος και των κυβερνήσεών του, και μια δέσμευση να μη διαταράξουν έναν ελάχιστο βαθμό συνεργασίας μεταξύ των καπιταλιστικών εθνών στα ευρωπαϊκά πλαίσια, καθώς και να απέχουν από κάθε είδους δραστηριότητα που μπορεί να διαταράξει τη φαινομενική συναίνεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Δε συνεπάγεται μια ριζική ρήξη με τις κρατικοκαπιταλιστικές χώρες του κόσμου, αλλά απλώς τη διαπίστωση ότι κι αυτές οι χώρες επίσης, δεν ενδιαφέρονται για την επέκταση του κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος με επαναστατικά μέσα, αλλά μάλλον για μια πλήρη ενσωμάτωση στην καπιταλιστική παγκόσμια αγορά, παρά τις υπόλοιπες κοινωνικο-οικονομικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων του ιδιωτικού και του κρατικού καπιταλισμού.

Ερώτηση: Τί δυνατότητες υπάρχουν για επαναστατική δράση, ή για δράση προετοιμασίας για μια μελλοντική επανάσταση; Ποιές δυνατότητες βλέπετε στους εργάτες, τους ανέργους, τους φοιτητές, τις ακροαριστερές ομάδες;

Απάντηση: Οι επαναστατικές δράσεις στρέφονται κατά του συστήματος ως σύνολο – για την ανατροπή του. Αυτό προϋποθέτει μια γενική αποδιοργάνωση της κοινωνίας, η οποία ξεφεύγει από κάθε πολιτικό έλεγχο. Μέχρι στιγμής, τέτοιες επαναστατικές δράσεις έχουν συμβεί μόνο σε σχέση με κοινωνικές καταστροφές, όπως αυτές που εξαπέλυσαν χαμένοι πόλεμοι και οι σχετικές οικονομικές καταρρεύσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες καταστάσεις αποτελούν και απόλυτες προϋποθέσεις για την επανάσταση, αλλά είναι ενδεικτικό του βαθμού της κοινωνικής αποσύνθεσης που προηγείται των επαναστατικών ξεσηκωμών. Η επανάσταση πρέπει να περιλαμβάνει την πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού. Δεν είναι κάποια ιδεολογία αλλά η αναγκαιότητα που θέτει τις μάζες σε επαναστατική κίνηση. Οι δραστηριότητες που προκύπτουν παράγουν τη δική τους επαναστατική ιδεολογία, δηλαδή μια αντίληψη του τί πρέπει να γίνει για να νικήσει ο αγώνας ενάντια στους υπερασπιστές του συστήματος. Προς το παρόν, οι πιθανότητες για επαναστατική δράση είναι εξαιρετικά χαμηλές, καθώς οι πιθανότητες επιτυχίας είναι πρακτικά μηδαμινές. Χαρις στις προηγούμενες εμπειρίες, οι άρχουσες τάξεις περιμένουν μια επαναστατική δραστηριότητα και έχουν εξοπλιστεί καταλλήλως. Η στρατιωτική ισχύς τους δεν απειλείται ακόμα από εσωτερική λιποταξία. Πολιτικά έχουν ακόμα την υποστήριξη των μεγάλων εργατικών οργανώσεων και της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Δεν έχουν εξαντλήσει ακόμα τους μηχανισμούς χειραγώγησης της οικονομίας, και παρά τον αύξοντα διεθνή ανταγωνισμό για τα συρρικνούμενα κέρδη της οικονομίας της εργασίας, είναι ενωμένοι παγκόσμια ενάντια στις προλεταριακές εξεγέρσεις οπουδήποτε κι αν συμβούν. Σ’ αυτό το κοινό μέτωπο βρίσκονται επίσης τα λεγόμενα σοσιαλιστικά καθεστώτα, προκειμένου να υπερασπιστούν τις δικές τους ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης.

Ενώ μια σοσιαλιστική επανάσταση σ’ αυτό το στάδιο ανάπτυξης φαίνεται κάτι παραπάνω από αμφίβολη, το σύνολο των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει η εργατική τάξη για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της διαθέτουν έναν εν δυνάμει επαναστατικό χαρακτήρα καθώς ο καπιταλισμός περνάει σε μια κατάσταση παρακμής που ενδέχεται να διαρκέσει για αρκετό καιρό. Κανείς δεν είναι ικανός να προβλέψει τις διαστάσεις της ύφεσης λόγω έλλειψης των σχετικών δεδομένων. Όμως ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική κρίση και αναγκάζεται ν’ αντιδράσει σ’ αυτήν, η αστική τάξη το κάνει με τον τρόπο της, η εργατική τάξη με αντίθετους τρόπους. Σε περιόδους σχετικής οικονομικής σταθερότητας ο αγώνας των εργαζομένων επιταχύνει τη συσσώρευση του κεφαλαίου, αναγκάζοντας την αστική τάξη να υιοθετήσει πιο αποτελεσματικούς τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, προκειμένου να διατηρήσει το απαραίτητο ποσοστό κέρδους. Οι μισθοί μπορεί να αυξάνονται μαζί με τα κέρδη, χωρίς κάτι τέτοιο να διαταράσσει την επέκταση του κεφαλαίου. Μια ύφεση όμως, φέρνει αυτήν την ταυτόχρονη (αν και δυσανάλογη) αύξηση μισθών και κερδών σ’ ένα τέλμα. Η κερδοφορία του κεφαλαίου πρέπει να αποκατασταθεί προτού η συσσωρευτική διαδικασία μπορέσει να συνεχιστεί. Η πάλη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου τώρα αγκαλιάζει την ίδια την ύπαρξη του συστήματος, προσδεδεμένο καθώς είναι στη διαρκή επέκταση. Αντικειμενικά, η κανονική οικονομική πάλη παίρνει επαναστατικές προεκτάσεις κι έτσι, πολιτικές μορφές, καθώς μια τάξη μπορεί να πετύχει κάτι μόνο εις βάρος της άλλης. Η εργατική τάξη δε χρειάζεται να αντιλαμβάνεται τον αγώνα της ως τον δρόμο προς την επανάσταση, εντός μιας κατάστασης επίμονης καπιταλιστικής παρακμής ο αγώνας της παίρνει επαναστατική χροιά, άσχετα από κάθε συνειδητοποίηση.

Φυσικά, οι εργαζόμενοι μπορεί να είναι έτοιμοι ν’ αποδεχθούν, εντός κάποιων ορίων, ένα ολοένα και μικρότερο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος, έστω και μόνο για να αποφύγουν τα δεινά μιας ανοιχτής σύγκρουσης με την αστική τάξη και το κράτος της. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να φέρει μια νέα οικονομική ανάκαμψη κι ως εκ τούτου δεν είναι αρκετό για να κάμψει την διογκούμενη ανεργία. Αυτό το χάσμα μεταξύ εργαζομένων και ανέργων, αν και αποτελεί αναγκαιότητα για το κεφάλαιο, αποβαίνει πραγματικό δίλημμα για τον καπιταλισμό, φέροντας μια σταθερά αυξανόμενη ανεργία σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας και παρακμής. Αν κάποιος επιθυμεί να προτείνει στους εργαζόμενους πώς να αντιδράσουν στο βάθεμα της κρίσης, το μόνο που θα αρκούσε να πεί θα ήταν να οργανωθούν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι άνεργοι σε οργανώσεις υπό τον δικό τους άμεσο έλεγχο, και να αγωνιστούν για τις άμεσες ανάγκες τους, ασχέτως της κατάστασης της οικονομίας και της ταξικής συνεργασίας του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια, να αγωνιστούν στην πάλη των τάξεων όπως αγωνίζεται η αστική τάξη. Το πλεονέκτημα είναι με την πλευρά της αστικής τάξης, καθώς ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από μια ισχυρότερη δύναμη, που, αρχικά τουλάχιστον, μπορεί να είναι η διαρκής διαταραχή της παραγωγικής διαδικασίας, που αποτελεί τη βάση κάθε καπιταλιστικής εξουσίας, και οι ακατάβλητες δραστηριότητες των ανέργων να πάρουν απ’ την αστική τάξη τα μέσα της επιβίωσής τους. Όσον αφορά τους ριζοσπάστες φοιτητές και τις επαναστατικές ομάδες, προκειμένου να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να διαχέονται στα κινήματα των εργαζομένων και των ανέργων. Όχι για να προπαγανδίσουν κάποιο ιδιαίτερο δικό τους πρόγραμμα, αλλά για να εκφράζουν σε κάθε περίπτωση το νόημα της επικείμενης ταξικής πάλης και τις κατευθύνσεις που πρέπει να πάρει λόγω των εγγενών νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής.

Ερώτηση: Ποιό ρόλο αποδίδετε στη βία, και συγκεκριμένα στον ένοπλο αγώνα, στη ριζοσπαστική δραστηριότητα;

Απάντηση: Δεν πρόκειται για ένα ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί αποδίδοντας στη βία έναν θετικό ή έναν αρνητικό ρόλο. Η βία είναι εγγενής στο σύστημα κι ως εκ τούτου αναγκαία τόσο για το κεφάλαιο όσο και για την εργασία. Έτσι, η αστική τάξη μπορεί να υπάρξει μόνο χάρη στην έλεγχο επί των μέσων παραγωγής, είναι λοιπόν υποχρεωμένη να υπερασπιστεί αυτόν τον έλεγχό της με μέσα όχι αποκλειστικά οικονομικά, μέσω του μονοπωλίου της επί των μέσων καταστολής επίσης. Ήδη μια άρνηση της εργασίας καθιστά την κατοχή των μέσων παραγωγής άνευ νοήματος, καθώς δεν είναι παρά η διαδικασία της εργασίας που παράγει καπιταλιστικό κέρδος. Ένας “καθαρά οικονομικός” αγώνας μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου είναι λοιπόν εκτός της συζήτησης. Η αστική τάξη θα συμπληρώνει πάντα με βία αυτόν τον αγώνα όποτε νιώθει πως η ύπαρξή του απειλεί σοβαρά την κερδοφορία του κεφαλαίου. Δεν επιτρέπει η ίδια στους εργάτες να επιλέξουν μεταξύ μή βίαιων και βίαιων μεθόδων ταξικού αγώνα. Είναι η αστική τάξη, έχοντας στα χέρια της τον κρατικό μηχανισμό, που αποφασίζει τί απ’ τα δύο θα ισχύσει σε κάθε περίπτωση. Η βία μπορεί να απαντηθεί μόνο με βία, ακόμα κι αν τα όπλα που επιστρατεύονται είναι εξαιρετικά άνισα. Δεν τίθεται θέμα αρχών εδώ, είναι απλά η πραγματικότητα της κοινωνικής ταξικής δομής.

Ωστόσο, το ζήτημα που μπαίνει εδώ είναι εάν τα ριζοσπαστικά στοιχεία στους αντικαπιταλιστικούς αγώνες θα πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία στη χρήση βίας, αντί να αφήσουν την απόφαση στην αστική τάξη και τους μισθοφόρους της. Μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις, φυσικά, που η αστική τάξη θα πιαστεί απροετοίμαστη κι όπου μια βίαιη σύγκρουση με τις ένοπλες δυνάμεις της μπορεί να οφελήσει τους επαναστάτες. Όμως ολόκληρη η ιστορία των ριζοσπαστικών κινημάτων δείχνει καθαρά πως τέτοια τυχαία συμβάντα δεν έχουν σταθερό αποτέλεσμα. Με στρατιωτικούς όρους, η αστική τάξη θα έχει πάντοτε το πάνω χέρι, εκτός εάν το επαναστατικό κίνημα πάρει τέτοιες διαστάσεις που να επηρεάζει τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, διχάζοντας ή διαλύοντας τις ένοπλες δυνάμεις του. Είναι μόνο σε συνδυασμό με τα μεγάλα μαζικά κινήματα, που διαταράσσουν ολοκληρωτικά τον κοινωνικό ιστό, που γίνεται εφικτό να αποσπάσει τα μέσα καταστολής και μαζί τους τα μέσα παραγωγής από τις άρχουσες τάξεις.

Η ματαιότητα της άνισης στρατιωτικής αντιπαράθεσης δε στάθηκε ποτέ ικανή από μόνη της να αποτρέψει τη διεξαγωγή τους. Εγείρονται ωστόσο καταστάσεις, όπου τέτοιες αντιπαραθέσεις δίνουν το έναυσμα για σπουδαιότερα πράγματα και μπορεί να οδηγήσουν σε μαζικά κινήματα, όπως είναι γενικά οι προϋποθέσεις για την επαναστατική βία. Είναι γι αυτόν τον λόγο που είναι τόσο επικίνδυνο να επιμένει κανείς πάνω στην μη-βία και να καθιστά τη βία αποκλειστικό προνόμιο της άρχουσας τάξης. Όμως εδώ μιλούμε για κρίσιμες καταστάσεις, όχι σαν αυτές που υφίστανται σήμερα [1977] στις καπιταλιστικές χώρες, κι επίσης για ευρείες και ικανώς εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις ικανές να διεξάγουν τον αγώνα τους για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Απουσία τέτοιων κρίσιμων καταστάσεων, οι δράσεις αυτές δεν είναι τίποτα παραπάνω από συλλογικές αυτοκτονίες, καθόλου ανεπιθύμητες για την αστική τάξη. Μπορεί μάλιστα να τις εκτιμήσει σε ηθικό ή αισθητικό επίπεδο, παρολαυτά δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς της προλεταριακής επανάστασης, παρά μόνο την αναζήτηση μιας θέσης στο επαναστατικό φολκόρ.

Για τους επαναστάτες είναι ψυχολογικά αρκετά δύσκολο, αν όχι απίθανο, να υψώσουν τις φωνές τους ενάντια στην μάταιη εφαρμογή της “επαναστατική δικαιοσύνης” από τερροριστικές ομάδες και άτομα. Ακόμα και ο Μαρξ, που απεχθανόταν κάθε μορφή μηδενιστικής δράσης, δεν μπορούσε να αποφύγει να συνεπαρθεί από τα τερροριστικά χτυπήματα της ρωσσικής “Λαϊκής Θέλησης”. Πράγματι, η αντι-τρομοκρατία των επαναστατικών ομάδων δεν μπορεί να αποφευχθεί απλά και μόνο αναγνωρίζοντας την ματαιότητά της. Οι δράστες της δεν κινητοποιούνται απ’ την πεποίθηση ότι οι δράσεις τους θα οδηγήσουν άμεσα στην κοινωνική αλλαγή, αλλά απ’ την ανικανότητά τους να αποδεχθούν το αδιαμφισβήτητο της διαρκούς τρομοκρατίας της αστικής τάξης. Κι απ’ τη στιγμή που θα εμπλακούν στην παράνομη τρομοκρατία, η νόμιμες τρομοκρατικές δυνάμεις θα τους αναγκάσουν να συνεχίσουν τις δράσεις τους μέχρι το πικρό τέλος. Αυτός ο τύπος ανθρώπων είναι ο ίδιος προϊόν της ταξικά διαχωρισμένης κοινωνίας και μια απάντηση στην αύξουσα αποκτήνωσή της. Δεν υπάρχει νόημα στη διαμόρφωση μιας συναίνεσης με την αστική τάξη, και την καταδίκη των δράσεών τους από προλεταριακή προοπτική. Είναι αρκετό να αναγνωρίσουμε την ματαιότητά τους και να αναζητήσουμε πιο αποτελεσματικούς τρόπους ξεπεράσματος του πανταχού παρόντα καπιταλιστικού τρόμου, μέσα από τις ταξικές δραστηριότητες του προλεταριάτου.

Ο ανταρτοπόλεμος στην Ισπανία, 1854 – Καρλ Μαρξ

Ο ανταρτοπόλεμος στην Ισπανία – Καρλ Μαρξ

Πηγή: http://marxists.org/archive/marx/works/1854/revolutionary-spain/ch05.htm

Η κεντρική κυβέρνηση απέτυχε στην υπεράσπιση της χώρας της, ακριβώς επειδή απέτυχε στην επαναστατική αποστολή της. Έχοντας επίγνωση της αδυναμίας της, του ρευστού περιεχομένου της εξουσίας της, και της ακραίας έλλειψης δημοφιλίας της, πώς θα μπορούσε να επιχειρήσει να ανταποκριθεί στις έριδες, τις αντιζηλίες και τις δεσποτικές αξιώσεις των στρατηγών της, συνηθισμένες για κάθε επαναστατική εποχή, παρά μέσω ελεεινών τεχνασμάτων και δολοπλοκιών; Παραμένοντας, ως είχε, κάτω από έναν διαρκή φόβο και καχυποψία προς την ίδια τη στρατιωτική ηγεσία της, δεν μπορούμε παρά να πάρουμε τοις μετρητοίς τα λόγια του Ουέλλινγκτον που έγραφε στον αδερφό του, τον Μαρκήσιο του Wellesley, την 1η Σεπτέμβρη 1809:

“Φοβάμαι πολύ, απ’ όσα έχω δει από τα πρακτικά της κεντρικής κυβέρνησης, ότι στην κατανομή των δυνάμεών της, δεν υπολογίζει τη στρατιωτική άμυνα και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τόσο όσο την πολιτική δολοπλοκία και την επίτευξη ασήμαντων πολιτικών σκοπιμοτήτων”.

Σε επαναστατικούς καιρούς, όταν όλοι οι δεσμοί της υποταγής χαλαρώνουν, η στρατιωτική πειθαρχία μπορεί να αποκατασταθεί μόνο μέσω μιας πολιτικής πειθαρχίας που επωμίζονται οι στρατηγοί. Καθώς η κεντρική κυβέρνηση, χάρις στην ασύμμετρη διαπλοκή της, ποτέ δεν κατόρθωσε να ελέγξει πραγματικά τους στρατηγούς, αυτοί ποτέ δεν κατάφεραν να ελέγξουν τους στρατιώτες, και προς το τέλος του πολέμου ο ισπανικός στρατός δεν πέτυχε ποτέ να φτάσει σ’ ένα μέσο επίπεδο πειθαρχίας και υποταγής. Αυτή η απειθαρχία συντηρήθηκε απ’ την έλλειψη τροφίμων, ενδυμάτων, κι όλων των υλικών απαιτουμένων ενός στρατού – καθώς το ηθικό ενός στρατού, όπως το έθεσε ο Ναπολέων, εξαρτάται απόλυτα απ’ τις υλικές συνθήκες του. Η κεντρική κυβέρνηση ήταν ανίκανη να ανεφοδιάζει τακτικά τον στρατό, καθώς τα μανιφέστα του καημένου ποιητή Quintana (στμ: Μαδριλένος ποιητής της εποχής, γνωστός για μια σειρά εύπεπτα ποιήματα που υμνούν τον πατριωτισμό, την μοναρχία κλπ) δεν επαρκούσαν γι αυτό, και για να αποδώσει κάποια συνοχή στα διατάγματά της θα ήταν αναγκασμένη να καταφύγει στα ίδια επαναστατικά μέτρα που καταδίκαζε στην επαρχία. Ακόμη και η γενική επιστράτευση ανεξαρτήτως προνομίων και εξαιρέσεων, και οι διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν σ’ όλους τους Ισπανούς προκειμένου να αποκτήσουν κάθε πιθανό βαθμό στον στρατό, ήταν έργο των επαρχιακών διοικήσεων, κι όχι της κεντρικής κυβέρνησης. Άν οι ήττες των ισπανικών στρατευμάτων λοιπόν παρήχθησαν από τις αντεπαναστατικές ανικανότητες της κεντρικής κυβέρνησης, αυτές οι πανωλεθρίες με τη σειρά τους συνέθλιψαν ακόμη περισσότερο την ίδια την κυβέρνηση, και καθιστώντας την το αντικείμενο της λαϊκής περιφρόνησης και καχυποψίας, αύξησαν την εξάρτησή της από αλαζονικούς αλλά ανίκανους στρατιωτικούς αρχηγούς.

Ο ισπανικός τακτικός στρατός, αν και ηττήθηκε παντού, παρολαυτά ήταν παρών σ’ όλα τα σημεία. Περισσότερες από είκοσι φορές διαλύθηκε, κι ήταν πάντοτε ικανός να ξανασυγκεντρωθεί απέναντι στον εχθρό, και συχνά μάλιστα επανεμφανιζόταν με αυξημένο δυναμισμό μετά από μια ήττα. Δεν είχε νόημα πλέον να τους κερδίζει, καθώς, τόσο γρήγορα διασκορπίζονταν, που η απώλειά τους σε άνδρες ήταν γενικά ελάχιστη, ενώ η απώλειές τους επί του εδάφους, τους ήταν παντελώς αδιάφορες. Αποσυρόμενοι άτακτα στις οροσειρές, ήταν βέβαιοι πως θα ξανασυγκεντρωθούν και θα εμφανιστούν και πάλι όταν δε θα τους περιμένανε, αναζωογονημένοι με νέες ενισχύσεις, και ικανοί, αν όχι να αντισταθούν στον γαλλικό στρατό, τουλάχιστον να τον κρατήσουν σε μια διαρκή κινητικότητα, και να τον υποχρεώσουν να διασκορπίσει τις δυνάμεις του εδώ κι εκεί. Πιο τυχεροί από τους Ρώσσους, δε χρειάστηκε καν να πεθάνουν προτού αναστηθούν.

Η καταστροφική μάχη της Ocaña, στις 19 Νοέμβρη του 1809, ήταν η τελευταία άνιση μάχη που έδωσαν οι Ισπανοί. Από κει και πέρα, περιορίστηκαν στον ανταρτοπόλεμο. Το γεγονός και μόνο της εγκατάλειψης του τακτικού πολέμου δείχνει την εξαφάνιση του εθνικού μπρος στα τοπικά κέντρα της διοίκησης. Όταν οι καταστροφές του τακτικού στρατού έγιναν ο κανόνας, η εμφάνιση των ανταρτών γενικεύθηκε, και το σώμα του λαού, ανακαλώντας με οδύνη τις εθνικές ήττες, ευφράνθηκε απ’ τις τοπικές επιτυχίες των ηρώων του. Στο σημείο αυτό τουλάχιστον, η κεντρική κυβέρνηση μοιράστηκε το λαϊκό συναίσθημα. Πληρέστερες εκτιμήσεις δίνονται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως σχετικά με τους αντάρτες, παρά για την μάχη της Ocaña.

Όπως ο Δον Κιχώτης αντιστεκόταν με τη λόγχη του ενάντια στην πυρίτιδα, έτσι και οι αντάρτες αντιστέκονταν στον Ναπολέοντα, αλλά με διαφορετική επιτυχία.

“Αυτοί οι αντάρτες”, λέει η Αυστριακή Στρατωτική Εφημερίδα (Τόμος 1, 1821), “μεταφέρουν τη βάση τους οπουδήποτε βρίσκονται, στον εαυτό τους, και κάθε επιχείρηση εναντίον αυτής έληγε με την εξαφάνιση του αντικειμένου της”.

Υπάρχουν τρεις περίοδοι στις οποίες μπορεί να διακριθεί η ιστορική εξέλιξη του ανταρτοπολέμου. Στην πρώτη περίοδο ο πληθυσμός ολόκληρων περιοχών παίρνει τα όπλα και σχηματίζει παρτιζάνικες στρατιές, όπως στη Γαλικία και στις Αστούριες. Στη δεύτερη περίοδο, ομάδες ανταρτών σχηματίζονται απ’ τα απομεινάρια του ισπανικού στρατού, από Ισπανούς λιποτάκτες απ’ τον γαλλικό στρατό, από λαθρεμπόρους κλπ. που διεξάγουν τον πόλεμο σαν δικό τους, ανεξάρτητα από κάθε εξωτερική παρέμβαση και σύμφωνα με τα άμεσα συμφέροντά τους. Ευνοικά γεγονότα και περιστάσεις, συχνά φέρνουν ολόκληρες περιοχές στο πλευρό τους. Όσο οι αντάρτες συγκροτούνται, δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη εμφάνιση σαν σώμα, είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνοι για τους Γάλλους. Σχηματίζουν τη βάση ενός πραγματικού εξοπλισμού του λαού. Μόλις παρουσιαστεί μια ευκαιρία, ή μια ανοιχτή επιχείρηση διεξαχθεί, οι πιο ενεργοί και τολμηροί μεταξύ του λαού θα βγουν και θα ενωθούν με τους αντάρτες. Τρέχουν με την πιο ξέφρενη ταχύτητα προς τον εχθρό, ή παίρνουν θέση μάχης, σύμφωνα με το αντικείμενο της επιχείρησης που αναλαμβάνουν. Δεν ήταν ασυνήθιστο να τους δει κανείς να στέκονται έξω μια ολόκληρη μέρα παραμονεύοντας για την εμφάνιση ενός εχθρού, προκειμένου να συλλάβουν έναν αγγελιαφόρο ή να κατάσχουν τις προμήθειές του. Ήταν έτσι που ο νεώτερος Mina συνέλαβε τον αντιβασιλέα της Ναβάρρας, διορισμένο απ’ τον Ιωσήφ Βοναπάρτη, και που ο Julian πήρε κρατούμενο τον διοικητή της πόλης Rodrigo. Μόλις η επιχείρηση ολοκληρώθηκε, ο καθένας πήρε τον δρόμο του, κι ένοπλοι άνδρες φαίνονταν ν’ αποχωρούν προς πάσα κατεύθυνση. Όμως οι σύμμαχοί τους χωρικοί επέστρεψαν ήρεμα στις συνήθεις ασχολίες τους “σαν να μην απουσίασαν ποτέ απ’ αυτές”. Έτσι ήταν που έκλεισε η κυκλοφορία σ’ όλους τους δρόμους και χιλιάδες εχθροί βρέθηκαν επί τόπου, αν και κανείς απ’ αυτούς δεν μπορούσε να αναγνωριστεί. Έτσι κανένας αγγελιαφόρος δεν μπορούσε να μετακινηθεί χωρίς να συλληφθεί. Προμήθειες δεν μπορούσαν να σταλλούν χωρίς να κλαπούν. Εν συντομία, καμμία κίνηση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς να παρακολουθείται από εκατό μάτια. Την ίδια στιγμή, δεν υπήρχαν τα μέσα για ένα συνδυαστικό χτύπημα στη ρίζα αυτού του πράγματος. Οι Γάλλοι ήταν υποχρεωμένοι να είναι διαρκώς οπλισμένοι εναντίον ενός εχθρού που, συνεχώς αποχωρώντας και πάντοτε επανεμφανιζόμενος, κατάφερνε να βρίσκεται παντού χωρίς να γίνεται ορατός, με τα βουνά να παίζουν τον ρόλο άπειρων πέπλων μυστηρίου.

“Δεν ήταν”, λέει ο Αββάς de Pradt “ούτε οι συγκρούσεις ούτε οι αντιπαραθέσεις που εξάντλησαν τα γαλλικά στρατεύματα, αλλά οι αδιάκοπες παρενοχλήσεις ενός αόρατου εχθρού, τον οποίον, εάν καταδίωκαν, αυτός χανόταν μέσα στον λαό, απ’ τον οποίο αμέσως μετά ξεπηδούσε με ανανεωμένες δυνάμεις”. Το λιοντάρι του μύθου που βασανίζεται μέχρι θανάτου από ένα κουνούπι, δίνει μια πραγματική εικόνα της κατάστασης του γαλλικού στρατού”.

Στην τρίτη περίοδο, οι αντάρτες έτειναν προς την κανονικότητα ενός τακτικού στρατού, διόγκωσαν τα σώματά τους σε αριθμούς από 3.000 εώς 6.000 άνδρες, έπαψαν να είναι το ζήτημα ολόκληρων περιοχών, κι έπεσαν στα χέρια μερικών ηγετών, οι οποίοι τους χρησιμοποίησαν κατά πώς συνέφερε τους σκοπούς τους. Αυτή η αλλαγή στο σύστημα των ανταρτών, έδωσε στους Γάλλους, στην αντιπαράθεση μαζί τους, σημαντικά πλεονεκτήματα. Όντας πλέον ανίκανοι, χάρις στον μεγάλο αριθμό τους, να κρυφτούν και να εξαφανιστούν ξαφνικά χωρίς να υποχρεωθούν σε μάχη, όπως έκαναν προηγουμένως, οι αντάρτες πλέον συχνά αιφνιδιάζονταν, ηττούνταν, διασκορπίζονταν, καθίσταντο ανίκανοι να καταφέρουν περαιτέρω παρενοχλήσεις για αρκετό καιρό.

Συγκρίνοντας τις τρεις περιόδους του ανταρτοπολέμου με την πολιτική ιστορία της Ισπανίας, διαπιστώνει κανείς ότι αντιπροσωπεύουν τους σχετικούς βαθμούς στους οποίους το αντεπαναστατικό πνεύμα της κυβέρνησης πετύχαινε να διαβρώνει το πνεύμα του λαού. Αρχίζοντας με την εξέγερση ολόκληρων πληθυσμών, ο παρτιζάνικος πόλεμος στη συνέχεια διεξήχθη από αντάρτικες ομάδες, των οποίων ολόκληρες περιοχές απαρτίζαν τις εφεδρείες τους και και κατέληξαν σε παραστρατιωτικά σώματα ισορροπώντας μεταξύ κλεφτουριάς και καθίζησης σε επίπεδο τακτικού στρατού.

Αποξένωση απ’ την ανώτατη Κυβέρνηση, χαλαρή πειθαρχία, συνεχείς καταστροφές, διαρκής σχηματισμός, αποσύνθεση, κι ανασύνθεση στη διάρκεια των έξι χρόνων του cadrez θα πρέπει να σφράγισαν ανεξίτηλα το σώμα του ισπανικού στρατού με τον χαρακτήρα του πραιτοριανισμού, κάνοντάς τον επίσης έτοιμο να αναλάβει χρέη υποτακτικού ή μπάτσου των αρχηγών του. Οι ίδιοι οι στρατηγοί είχαν αναγκαστικά συμμετάσχει, λογομαχώντας ή μη, ή συνομωτήσει ενάντια στην κεντρική κυβέρνηση, και πάντοτε μετατόπιζαν με το βάρος του ξίφους τους την πολιτική ισορροπία. Ετσι ο Cuesta, που αργότερα φάνηκε να κερδίζει την εμπιστοσύνη της κεντρικής κυβέρνησης με τον ίδιο βαθμό που έχανε τις μάχες της χώρας, είχε ανελιχθεί συνομωτώντας με τον Consejo Real και συλλαμβάνοντας τους βουλευτές της Λεόν στην κεντρική κυβέρνηση. Ο στρατηγός Morla ο ίδιος, μέλος της κεντρικής κυβέρνησης, πέρασε με το στρατόπεδο του Βοναπάρτη, αφού παρέδωσε την Μαδρίτη στους Γάλλους. Ο τραγελαφικός Μαρκήσιος de las Romerias, επίσης μέλος της κυβέρνησης, συνομωτούσε με τον ματαιόδοξο Francisco Palafox, τον ελεεινό Montijo και την ταραχώδη κυβέρνηση της Σεβίλλης εναντίον της κεντρικής κυβέρνησης. Οι στρατηγοί Castaños, Blake, La Bisbal (και O’Donnell) διαπλέκονταν σε διαδοχικές ίντριγκες την εποχή των Cortes ως αντιβασιλείς, και ο Γενικός Διοικητής της Βαλένσια Don Javier Elío, παρέδωσε τελικά την Ισπανία στο έλεος του Φερδινάνδου του Ζ’. Ο πραιτοριανός χαρακτήρας ήταν σίγουρα πιο ανεπτυγμένος μεταξύ των στρατηγών απ’ ότι μεταξύ των στρατιωτών τους.

Απ’ την άλλη, ο στρατός και οι αντάρτες – οι οποίοι δέχθηκαν στη διάρκεια του πολέμου μέρος των αξιωματικών τους, όπως τους Porlier, Lacy, Eroles και Villacampa, από τις τάξεις των διακεκριμένων αξιωματικών του μετώπου, ενώ το μέτωπο μετέπειτα δέχθηκε αντάρτες αρχηγούς όπως οι Mina, Empecinado κ.α. – ήταν η πιο επαναστατικοποιημένη μερίδα της ισπανικής κοινωνίας, στρατολογημένη καθώς ήταν από κάθε στρώμα, συμπεριλαμβανομένης και της περήφανης, φιλόδοξης και πατριωτικής νεολαίας, που ήταν απρόσιτη για την υπνωτική επίδραση της κεντρικής κυβέρνησης, χειραφετημένη απ’ τα δεσμά του απαρχαιωμένου καθεστώτος, εν μέρει, όπως ο Riego, έχοντας επιστρέψει μετά από μερικά χρόνια αιχμαλωσίας στη Γαλλία. Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει η επιρροή που εξασκεί ο ισπανικός στρατός στις επερχόμενες ταραχές, ούτε όταν αναλαμβάνει την επαναστατική πρωτοβουλία, ούτε όταν διαβρώνει την επανάσταση με τον πραιτοριανισμό.

Ως προς τους αντάρτες, είναι προφανές ότι, έχοντας περάσει κάποια χρόνια στο θέατρο αιματηρών συγκρούσεων, σε ένα εύρος μεταβλητών συνηθειών, ενδίδοντας ελεύθερα σ’ όλα τα πάθη και το μίσος τους, την εκδίκηση, την αγάπη της λεηλασίας, είναι αναγκασμένοι, σε καιρούς ειρήνεις, να σχηματίσουν το πιο επικίνδυνο πλήθος, πάντα έτοιμο για ένα νεύμα, στο όνομα του κάθε κόμματος και ιδανικού, να βάλει πλάτη γι αυτόν που θα σταθεί ικανός να τους προσφέρει ικανές ανταμοιβές ή ένα πρόσχημα για λεηλασίες.

Εγχειρίδιο για μια ένοπλη εξέγερση, 1866 – Louis Auguste Blanqui

Πηγή: marxists.org (αγγλική μετάφραση του Andy Blunden, 2003)
Tίτλος πρωτοτύπου: Auguste Blanqui. Instruction pour une prise d’armes, 1866

Ο Λουδοβίκος-Αύγουστος Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, 1805-1881) ήτανε γιός ενός υποέπαρχου της περιοχής της Νίκαιας, στα σύνορα της Γαλλίας με την Ιταλία. Από την εφηβεία του ήδη συμμετείχε σε οδομαχίες στο πλευρό των Καρμπονάρων και ενάντια στην μοναρχία, τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στα μπάχαλα της οδού Saint-Denis το 1827. Στη συνέχεια συμμετείχε στην έκδοση εφημερίδων και στις περισσότερες αντιμοναρχικές “συνωμοσίες” της εποχής. Το 1830 συμμετείχε στην Ιουλιανή Επανάσταση που αποκαθήλωσε τον Κάρολο τον Ί. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Φίλων του Λαού (Amis du Peuple) και την Λίγκας των Δικαίων, που πυροδότησε την εξέγερση του Μάη 1839 στο Παρίσι. Στη συνέχεια ακολουθεί μια μακρά πορεία φυλακίσεων και μια σύντομη απελευθέρωση με την επανάσταση του 1848, που του επέτρεψε και να συνεχίσει τη δράση του πρωτοστατώντας σε ακόμα δυο αποτυχημένες εξεγέρσεις το 1870. Με την ανακήρυξη της Κομμούνας το 1871, οι Κομμουνάροι τον εκλέγουν τιμητικά σε πρόεδρο, ο ίδιος όμως δε θα κατορθώσει να παίξει πραγματικό ρόλο στα γεγονότα, καθώς είχε συλληφθεί λίγες μέρες πριν από τον Θιέρσο. Οι εξεγερμένοι προτείνουν την απελευθέρωση όλων των εθνοφρουρών που κρατούν ομήρους σε αντάλλαγμα για τον Μπλανκί, ωστόσο ο Θιέρσος αρνείται. Ο Μπλανκί θα αποφυλακιστεί τελικά το 1872 βαρυά άρρωστος, για να πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα, χωρίς να σταματήσει στιγμή την επαναστατική προπαγάνδα. Ο Μαρξ θα γράψει πως ο Μπλανκί ήταν ο ηγέτης που έλειπε από την Κομμούνα. Ωστόσο ο Μπλανκί δεν είναι μαρξιστής. Σε αντίθεση με τον Μαρξ, δεν αποδίδει έναν επαναστατικό ρόλο στο προλεταριάτο, καθώς πιστεύει ότι για την επανάσταση αρκεί η κινητοποίηση μιας μειοψηφίας που θα εγκαταστήσει μια προσωρινή δικτατορία με τη βία, ώστε εξολοθρεύοντας όλα τα στοιχεία του παλιού κόσμου, να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός, για τον οποίον, σε αντίθεση με τους Ουτοπιστές Σοσιαλιστές της εποχής, θεωρούσε ότι θα παραχθεί σχεδόν αυτόματα την “επόμενη μέρα”.

Ένας στρατός καθ’ εικόνα και ομοίωση του καπιταλιστικού, για έναν σοσιαλισμό καθ’ εικόνα και ομοίωση του καπιταλισμού.

Αναπόσπαστο μέρος της οπτικής του, οι προτροπές του Μπλανκί για “οργάνωση”, με την έννοια μιας συγκεντρωτικής ιεραρχίας, είναι για τις σημερινές ταραχές εξίσου ξένες όσο και αδιανόητες. Προέρχονται άλλωστε από μια εποχή στην οποία ο αναπτυσσόμενος καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει παράγει κοινωνικά δυο αρκετά σαφή στρατόπεδα: αυτό του κόσμου της εργασίας, των παραγωγών αυτού του κόσμου (και μαζί αρκετών φτωχοδιαβόλων, μικροαπατεώνων κλπ αλλά με μια έστω και περιοδική σχέση με τη χειρωνακτική εργασία και σχεδόν πάντα μια “εργατική ταυτότητα” που αναπτύσσεται σε μια “δική της” οριοθετημένη χωροταξία και κουλτούρα, στις εργατικές γειτονιές, στις μπυραρίες, στα λαϊκά τραγούδια, στη γλώσσα, στην ενδυμασία κλπ), κι απ’ την άλλη τα “παράσιτα”: Μονάρχες, ευγενείς, πλουσίους που διακρίνονται απ’ τους φτωχούς απ’ το γεγονός ότι κατέχουν τα μέσα παραγωγής, κι άρα απομυζούν ένα μέρος της εργασία τους. Για ένα μεγάλο μέρος του επαναστατικού κινήματος της εποχής, η προλεταριακή δικτατορία δεν μπορεί να στόχευε λοιπόν παρά στην -με τα όπλα των αφεντικών, την εργασιακή πειθαρχία και τα τεχνολογικά θαύματα- αφαίρεση αυτής της παρασιτικής κάστας, που συχνά (όπως καλή ώρα στη Γαλλία) ήταν εμφανώς ανίκανη να διαχειριστεί την ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων, και την ακόλουθη αυτοδιαχείριση αυτού του κόσμου από τους ίδιους τους εργάτες (που άλλωστε ήταν κι αυτοί που τον παρήγαγαν). Κόσμος υλικός, συναισθηματικός κλπ που ακόμα δεν είχε αποικιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό απ’ το κεφάλαιο, με αποτέλεσμα ο εργάτης, φεύγοντας για παράδειγμα απ’ την εργασία του, να έχει ακόμα μέρη και τρόπους μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο όπου μπορούσε να νιώσει “ο εαυτός του”, ανθρώπινος. Πρόκειται για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο του παλιού επαναστατικού κινήματος που αντιμετωπίζει την επανάσταση ως στρατιωτική επικράτηση ενός (προλεταριακού) στρατού επί ενός άλλου (αστικού) για τον έλεγχο της παραγωγής, που σε περίπτωση νίκης, περνάει ως έχει στον νικητή (κι άρα δε χρειάζεται να “σπάσει ούτε τζάμι”). Η τελευταία μαζική αναλαμπή του παλιού κινήματος και της ιδέας που είχε για την επανάσταση αντοπίζεται στην Ισπανία του 1934-36. Έκτοτε, η καθολική υπαγωγή στο Κεφάλαιο και η συνακόλουθη γενίκευση της αλλοτρίωσης, αλλά και η εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων και του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας, έχουν καταστήσει κάθε τέτοια οπτική έναν αρχαϊσμό γραφικών κομμάτων κι αποκομμάτων σε κρίση ταυτότητας. Σε αντίθεση με την εποχή του Μπλανκί, σήμερα δεν υπάρχει τίποτα που να θέλουμε να διαχειριστούμε, τίποτα που να θέλουμε να διατηρήσουμε.

Εγχειρίδιο για μια ένοπλη εξέγερση – Auguste Blanqui

Ι. Προετοιμασία

Το πρόγραμμα αυτό είναι καθαρά στρατιωτικό και αφήνει κατά μέρους το πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, για το οποίο δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος: πέραν αυτού, περιττό να πούμε ότι η επανάσταση οφείλει (να εργαστεί αποτελεσματικά ενάντια στην τυραννία του κεφαλαίου και) να ανασυγκροτήσει την κοινωνία στη βάση της δικαιοσύνης.

Μια εξέγερση στο Παρίσι που θα επαναλάβει τα ίδια παλιά λάθη δεν έχει σήμερα ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας. Το 1830, η θέρμη του λαού και μόνον, ήταν ικανή να γονατίσει μια εξουσία αιφνιδιασμένη και τρομοκρατημένη από μια ένοπλη εξέγερση, ένα γεγονός εξαιρετικό, που συνέβαινε μία φορά στο εκατομμύριο.

Αυτό από μόνο του αρκούσε για τότε. Το μάθημα το πήρε η κυβέρνηση, που παρέμεινε μοναρχική κι αντεπαναστατική, παρόλο που ήρθε ως αποτέλεσμα της επανάστασης. Άρχισε να μελετά τις οδομαχίες, και η φυσική ανωτερότητα της τεχνικής και της πειθαρχίας επί της απειρίας και της σύγχυσης σύντομα αποκαταστάθηκε ξανά.

Ωστόσο, θα ειπωθεί ότι το 1848 ο λαός θριάμβευσε επιστρατεύοντας τις μεθόδους του 1830. Ας είναι. Αλλά ας μην τρέφουμε αυταπάτες! Η νίκη του Φεβρουαρίου [1848] δεν ήταν παρά μια εύνοια της τύχης. Αν ο Λουδοβίκος-Φίλιππος είχε υπερασπιστεί στα σοβαρά τον εαυτό του, η υπεροχή θα είχε παραμείνει στην μεριά των ενστόλων.

Απόδειξη: οι μέρες του Ιουνίου. Εκεί είναι που μπορεί να δει κανείς πόσο καταστροφικές ήταν οι τακτικές, ή μάλλον η απουσία κάθε τακτικής απ’ την εξέγερση. Ποτέ δεν είχαμε τόσο ευνοϊκή θέση, οι πιθανότητες μας ήταν δέκα εναντίον μιας. Απ’ την μια πλευρά, η Κυβέρνηση σε πλήρη διάλυση, το ηθικό του στρατεύματος παραλυμένο. Απ’ την άλλη, όλοι οι εργάτες ήταν αποφασισμένοι και σχεδόν βέβαιοι για την επιτυχία. Γιατί υπέκυψαν; Λόγω της έλλειψης οργάνωσης. Για να κατανοήσουμε την ήττα τους, αρκεί να αναλύσουμε τη στρατηγική τους.

Ο ξεσηκωμός ξεσπά. Άμεσα, στις εργατικές γειτονιές, τα οδοφράγματα στήνονται εδώ κι εκεί, στην τύχη, σ’ ένα σωρό σημεία. Πέντε, δέκα, είκοσι, τριάντα, πενήντα άνδρες, που βρέθηκαν μαζί τυχαία, οι περισσότεροι άοπλοι, ξεκινούν να αναποδογυρίζουν άμαξες, να ξηλώνουν πλάκες και να τις σωριάζουν μπλοκάροντας τους δρόμους, μερικές φορές στην μέση ενός δρόμους, πιο συχνά στις διασταυρώσεις. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα φράγματα δε θα αποτελέσουν σοβαρό εμπόδιο για το ιππικό.

Μερικές φορές, μετά το αμήχανο ξεκίνημα της προετοιμασίας της άμυνάς τους, οι χτίστες των οδοφραγμάτων αποχωρούν προς αναζήτηση τουφεκιών και πυρομαχικών. Τον Ιούνιο, μπορούσε να μετρήσει κανείς περισσότερα από εξήντα οδοφράγματα. Περίπου τριάντα απ’ αυτά μόνα τους σήκωναν τον φόρτο της μάχης. Απ’ τα υπόλοιπα, δεκαεννιά ή είκοσι δεν έριξαν ούτε έναν πυροβολισμό. Απο κει, ένδοξες εφημερίδες κάναν μπόλικο θόρυβο για τη διάλυση πενήντα οδοφραγμάτων, όταν πια δεν είχε μείνει ούτε ψυχή σ’ αυτά.

Ενώ μερικοί ξήλωναν τις πλάκες απ’ τους δρόμους, άλλες μικρές παρέες αφόπλιζαν τα σώματα της φρουράς ή απαλλοτρίωναν μπαρούτι και όπλα απ’ τα οπλοστάσια. Όλα αυτά γίνονταν χωρίς κανέναν συντονισμό ή οδηγία, στο έλεος της ατομικής φαντασίας. Λίγο-λίγο όμως, ένας αριθμός οδοφραγμάτων, τα ισχυρότερα, τα ψηλότερα, τα καλύτερα χτισμένα, διαλέχτηκαν απ’ τους υπερασπιστές τους που συγκεντρώθηκαν σ’  αυτά. Δεν ήταν προϊόν υπολογισμών αλλά της τύχης που διάλεξε την τοποθεσία αυτών των βασικών οχυρώσεων. Μόνο λίγα απ’ αυτά, χάρις σ’ ένα είδος στρατιωτικής  έμπνευσης παρά αρχικού σχεδιασμού, καταλαμβάνουν τις μεγάλες διασταυρώσεις.

Στη διάρκεια αυτής της πρώτης περιόδου της εξέγερσης, τα στρατεύματα, απ’ την πλευρά τους συγκεντρώθηκαν. Οι στρατηγοί πήραν και μελέτησαν τις αστυνομικές αναφορές. Πρόσεξαν ιδιαίτερα να μην αφήσουν τα αποσπάσματά τους να περιπλανώνται έξω χωρίς αδιαμφισβήτητα στοιχεία, φοβούμενοι την παραμικρή αποτυχία που θα έριχνε το ηθικό των στρατιωτών. Μόλις κατάφεραν να προσδιορίσουν τις θέσεις των εξεγερμένων, παρέταξαν τις διμοιρίες τους σε διάφορα σημεία που θα συνιστούσαν στο εξής τη βάση των επιχειρήσεών τους.

Και οι δυο στρατιές έχουν λάβει θέση. Ας ρίξουμε μια ματιά στους χειρισμούς τους. Εδώ θα φανεί απογυμνωμένη η ανικανότητα των λαϊκών τακτικών, η αδιαμφισβήτητη αιτία της καταστροφής. Δεν υπήρχε καμμία κατεύθυνση ούτε γενικός έλεγχος, ούτε καν ένας συντονισμός μεταξύ των μαχητών. Κάθε οδόφραγμα είχε μια συγκεκριμένη ομάδα, περισσότερο ή λιγότερο μεγάλη, αλλά πάντοτε απομονωμένη. Είτε επρόκειτο για δέκα ή εκατό άνδρες, δεν είχε καμμία επικοινωνία με τις άλλες θέσεις. Συχνά δεν υπήρχε καν ένας ηγέτης να κατευθύνει την άμυνα, κι αν υπήρχε, η επιρροή του ήταν μηδαμινή. Οι μαχητές κάνουν ό,τι τους κατεβεί στο μυαλό. Μένουν, φεύγουν, επιστρέφουν, ανάλογα με τα κέφια τους. Το βράδυ, πηγαίνουν για ύπνο.

Συνέπεια αυτών των συνεχών πηγαινέλα, ο αριθμός των πολιτών που παραμένουν στα οδοφράγματα μπορεί να πέφτει ταχύτατα κατά ένα τρίτο, το ήμισυ ή και τα τρία τέταρτα των αρχικών. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίζει σε κανέναν. Απ’ αυτό μεγαλώνει η δυσπιστία απέναντι στην ίδια την ικανότητά τους να κερδίσουν, κι έτσι αποθαρρύνονται.

Δεν μαθαίνεται τί γίνεται αλλού και κανείς δεν κάνει τον κόπο να ψάξει να μάθει. Μόνο φήμες κυκλοφορούν, μερικές μελανές, άλλες ρόδινες. Ακούν χαλαρά τα κανόνια και την πυρίτιδα, ενώ πίνουν στα κρασοπουλειά. Όσο για την αποστολή βοήθειας σε θέσεις που δέχονται επίθεση, δεν υπάρχει καν σαν σκέψη. “Ας υπερασπιστεί ο καθένας το πόστο του, κι όλα θα πάνε καλά”, λένε οι ισχυρότεροι. Αυτή η μοναδική συλλογιστική προκύπτει επειδή η πλειοψηφία των εξεγερμένων πολεμάνε στις γειτονιές τους, ένα πρωτεύον σφάλμα με καταστροφικές συνέπειες, επιφέροντας ιδιαίτερα την αποκήρυξη απ’ τους γείτονές τους, μετά την ήττα.

Μ’ ένα τέτοιο σύστημα, η ήττα είναι βέβαια. Έρχεται στο τέλος, στο πρόσωπο των δυο ή τριών διμοιριών που θα την πέσουν στο οδόφραγμα συντρίβοντας τους λίγους εναπομείναντες υπερασπιστές του. Ολόκληρη η μάχη γίνεται η μονότονη επανάληψη αυτής της αμετάβλητης σκηνής. Ενώ οι εξεγερμένοι καπνίζουν τις πίπες τους πίσω από σωρούς λίθων, ο εχθρός επιτυχώς συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις του εναντίον ενός σημείου, κι έπειτα ενός δεύτερου, ενός τρίτου, τέταρτου, εξολοθρεύοντας σταδιακά την εξέγερση κομμάτι-κομμάτι.

Οι μαχητές του λαού δεν φρόντισαν να ανταπεξέλθουν σ’ αυτό το εύκολο καθήκον. Κάθε ομάδα περιμένει τη σειρά της με ματαιότητα, και δεν αποτολμά να τρέξει προς βοήθεια μιας γειτονικής που κινδυνεύει άμεσα. Όχι! “ο καθένας υπερασπίζεται το πόστο του, δεν μπορούμε να εγκαταλείπουμε τα πόστα μας”. Έτσι χάνει κανείς μέσω της αφέλειας!

Όταν, χάρις σε τέτοια σοβαρά λάθη, η μεγάλη Παρισινή εξέγερση του 1848 τσακίστηκε σαν από γυαλί, απ’ την πιο αξιολύπητη των κυβερνήσεων, πόσο μεγάλη καταστροφή διακινδυνεύουμε ξεκινώντας ξανά με την ίδια ανοησία, εν όψει ενός βάρβαρου μιλιταρισμού που πλέον έχει στην υπηρεσία του τα πρόσφατα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας: σιδηροδρόμους, ηλεκτρικό τηλέγραφο, μυδραλιοβόλα, τουφέκια;

Για παράδειγμα, κάτι που δε θα έπρεπε να υπολογίζουμε τόσο στις νέες προόδους του εχθρού είναι οι στρατηγικοί οδικοί άξονες που πλέον προεκτείνουν την πόλη προς κάθε κατεύθυνση. Εμπνέουν φόβο, αλλά άδικα. Δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούμε απ’ αυτούς. Μακράν του να αποτελούν έναν κίνδυνο για την εξέγερση, όπως νομίζουν οι άνθρωποι, αντιθέτως προσφέρουν ένα μείγμα πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων καί για τις δυο πλευρές. Εάν τα στρατεύματα κυκλοφορούν σ’ αυτούς με μεγαλύτερη ευκολία, απ’ την άλλη είναι πολύ πιο ανοιχτά εκτεθειμένοι. Τέτοιοι δρόμοι είναι άχρηστοι όταν πέφτει πυρ. Επιπλέον, τα μπαλκόνια αποτελούν μίνι-πολεμίστρες, παρέχοντας μια γραμμή πυρός απ’ τους εξώστες τους, που τα συνηθισμένα παράθυρα δεν προσφέρουν. Τέλος, αυτές οι μακρές ευθείες λεωφόροι αξίζουν πλήρως το όνομα βουλεβάρδα που τους έχει δωθεί [στμ. απ’ το φλαμανδικό bolwerk=οχυρό]. Πρόκειται όντως για πραγματικά οχυρά, τα οποία συνιστούν φυσικό σύνορο μιας τεράστιας ισχύος.

Το κατ’ εξοχήν όπλο στις οδομαχίες είναι το αυτόματο. Τα κανόνια κάνουν πιο πολύ φασαρία παρά φέρνουν αποτέλεσμα. Το πυροβολικό μπορεί να επιφέρει σοβαρές ζημιές μόνο με τη χρήση εμπρηστικών πυρών. Όμως μια τέτοια ακρότητα, αν εφαρμοστεί συστηματικά σε μεγάλη κλίμακα, θα στραφεί γρήγορα εναντίον των φορέων της και θα συμβάλει στην ήττα τους.

Η χειροβομβίδα, την οποία η άνθρωποι έχουν την κακή συνήθεια να αποκαλούν βόμβα, είναι γενικά δευτερεύουσας σημασίας, και υπόκειται σε ένα σωρό μειονεκτήματα. Απαιτεί μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας επιφέροντας τελικά περιορισμένο αποτέλεσμα, είναι αρκετά δύσκολη στον χειρισμό, δεν έχει εμβέλεια, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο από παράθυρα. Οι πέτρες απ’ το λιθόστρωτο κάνουν σχεδόν την ίδια ζημιά, χωρίς να είναι τόσο δαπανηρές. Οι εργάτες δεν έχουνε χρήμα για πέταμα.

Για το εσωτερικό των σπιτιών, το περίστροφο και η ξιφολόγχη, το σπαθί, το ξίφος και ο σουγιάς. Για τις επαύλεις, ένα κοντάρι ή ένας πέλεκυς 8 πόδων θα θριαμβεύσει επί της ξιφολόγχης. Ο στρατός δεν έχει παρά δύο σπουδαία πλεονεκτήματα επί του λαού. Γρήγορα επαναγεμιζόμενα τουφέκια και οργάνωση. Αυτό το τελευταίο ειδικά είναι τεράστιο, ακαταμάχητο. Ευτυχώς, είναι εφικτό να στερηθεί αυτό το πλεονέκτημά του, και σ’ αυτήν την περίπτωση η τύχη περνά με το μέρος της εξέγερσης.
Στις αστικές ταραχές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι στρατιώτες προελαύνουν με μόνα όπλα το μίσος, την ισχύ και το μπράντυ. Θα προτιμούσαν να βρίσκονται κάπου αλλού, και συχνά κοιτούν περισσότερο πίσω παρά μπροστά. Όμως ένα σιδερένιο χέρι τους κρατά σα σκλάβους και θύματα μιας ανελέητης πειθαρχίας. Χωρίς καμμιά συμπάθεια για την εξουσία, υπακούν μόνο από φόβο και στερούνται κάθε πρωτοβουλίας. Ένα απόσπασμα που απομονώνεται είναι ένα απόσπασμα χαμένο. Οι διοικητές τους το γνωρίζουν, και ανησυχούν πάνω απ’ όλα για το πώς θα κρατήσουν την επικοινωνία μεταξύ όλων των δυνάμεών τους. Αυτή τους η ανάγκη και μόνο ακυρώνει πρακτικά ένα μέρος της δυναμικής τους.

Στις γραμμές του λαού, δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Εκεί κανείς μάχεται για μια ιδέα. Εκεί μόνο εθελοντές μπορούν να βρεθούν, κι αυτό που τους καθοδηγεί είναι ο ενθουσιασμός, όχι ο φόβος. Ανώτεροι του αντιπάλου στην αφοσίωση, και πολύ περισσότερο δε στην νοημοσύνη. Έχουν το πάνω χέρι ηθικά και ακόμα και σωματικά, στην προσήλωση, στη δύναμη, τη χρήση των εφοδίων, την ετοιμότητα των σωμάτων και του πνεύματος, έχουν ταυτόχρονα το μυαλό και την καρδιά. Κανένας στρατός στον κόσμο δεν μπορεί να σταθεί απέναντι σ’ αυτούς τους εξαιρετικούς ανθρώπους.

Οπότε, τί είναι αυτό που τους λείπει προκειμένου να θριαμβεύσουν. Τους λείπει η ενότητα και η συνοχή που, καθώς όλοι τους συνεισφέρουν στον ίδιο στόχο, αναδεικνύει όλα εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που η απομόνωση καθιστά αδύναμα. Τους λείπει η οργάνωση. Χωρίς αυτήν, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Η οργάνωση είναι νίκη, το ξεχαρβάλωμα είναι θάνατος.

Ο Ιούνιος του 1848 κατέστησε αυτήν την αλήθεια πέραν κάθε αμφισβήτησης. Πώς έχουν τα πράγματα σήμερα; Με τις παλιές μεθόδους, ολόκληρος ο λαός θα υποταχθεί εάν ο στρατός αποφασίσει να κρατήσει, και θα το κάνει, όσο βλέπει εναντίον του μόνον άτακτες δυνάμεις, χωρίς διεύθυνση. Απ’ την άλλη, και μόνον η θέα μιας Παρισινής στρατιάς σε οργανωμένη διάταξη που να επιχειρεί με τάξη, θα παρέλυε τους στρατιώτες και θα τους έκανε να εγκαταλείψουν κάθε αντίσταση.

Μια στρατιωτική οργάνωση, ειδικά όταν πρέπει να στηθεί επί τόπου στο πεδίο της μάχης, δεν είναι μικρή υπόθεση για το κόμμα μας. Προϋποθέτει έναν στρατιωτικό διοικητή και, μέχρις ένός βαθμού, τη συνήθη σειρά αξιωματικών κάθε βαθμίδας. Πού μπορεί να βρεθεί αυτό το προσωπικό; Οι επαναστάτες και σοσιαλιστές της μεσαίας τάξης είναι σπάνιοι και οι λίγοι που υπάρχουν πολεμούν μόνο στον πόλεμο του κονδυλοφόρου. Αυτοί οι κύριοι φαντάζονται ότι μπορούν να φέρουν τα πάνω κάτω με τα βιβλία τους και τις εφημερίδες τους, και για εξήντα χρόνια τώρα λερώνουν χαρτιά ως εκεί που φτάνει το μάτι, χωρίς να κουράζονται ποτέ απ’ τις δυσκολίες τους. Με μια υπομονή γαϊδουριού υφίστανται τα χαστούκια, τις σπιρουνιές, τις καμτσικιές, χωρίς ποτέ να κλωτσήσουν πίσω! Ανάθεμά τους! Να επιστρέψουν τα χτυπήματα; αυτά είναι για τους ανεγκέφαλους.

Αυτοί οι ήρωες του μελανοδοχείου έχουν κάνει επάγγελμα την ίδια περιφρόνηση για το σπαθί με αυτήν των αξιωματικών για το ψωμί και το βούτυρο. Δεν φαίνεται να υποπτεύονται ότι η ισχύς είναι η μόνη εγγύηση της ελευθερίας. Ότι οι άνθρωποι είναι σκλάβοι οπουδήποτε οι πολίτες δεν κατέχουν την τέχνη του πολέμου και παρατούν το προνόμιο αυτό σε μια κάστα ή σε ένα κυβερνητικό σώμα.

Στις δημοκρατίες της αρχαιότητας, μεταξύ των Ελλήνων και των Ρωμάιων, όλοι γνώριζαν και εφάρμοζαν την τέχνη του πολέμου. Ο επαγγελματίας στρατιώτης ήταν ένα άγνωστο είδος. Ο Κικέρων ήταν στρατηγός, ο Καίσαρ δικηγόρος. Βγάζοντας την τόγκα και φορώντας τη στολή, ξεκίνησαν ως ταξίαρχοι ή λοχαγοί και διέπρεψαν. Όσο δεν μαθαίνουμε απ’ αυτούς στη Γαλλία, θα παραμείνουμε πολίτες στο έλεος της κάστας των αξιωματικών.

Εκατοντάδες μορφωμένων νέων, της εργατικής τάξης ή αστοί δεινοπαθούν κάτω από έναν μισητό ζυγό. Για ν’ απαλλαγούν απ’ αυτόν, σκέφτονται άραγε να πάρουν το σπαθί; Όχι! τον κονδυλοφόρο, πάντοτε τον κονδυλοφόρο, μόνο τον κονδυλοφόρο. Γιατί το ένα και όχι το άλλο, όπως απαιτεί το καθήκον ενός δημοκράτη; Σε καιρούς τυραννίας, το να γράφεις είναι καλό, το να πολεμάς είναι όμως καλύτερο, όταν ο σκλαβωμένος κονδυλοφόρος παραμένει ανίσχυρος. Μα και βέβαια όχι! Θα δημοσιεύσουν ένα φυλλάδιο, έπειτα θα μπουν φυλακή, όμως δε θα σκεφτούν ποτέ να ανοίξουν ένα εγχειρίδιο στρατιωτικών τακτικών, να μάθουν σ’ ένα εικοσιτετράωρο την τέχνη που αποτελεί όλη τη δύναμη των καταπιεστών μας, και που στα χέρια μας θα φέρει την εκδίκηση και την τιμωρία τους.

Όμως πού οφελούν αυτές οι διαμαρτυρίες; είναι η ανόητη πρακτική των καιρών μας να κλαψουρίζουμε για κάτι αντί να κάνουμε κάτι δραστικό γι’ αυτό. Οι Ιερεμιάδες είναι της μόδας [στμ: θρηνητικές προφητείες του προφ. Ιερεμία για την άλωση της Ιερουσαλήμ και τα δεινά της Ιουδαίας]. Οι Ιερεμίες παίρνουν κάθε πιθανή πόζα, κλαίνε, γκρινιάζουν, δογματίζουν, προστάζουν, κεραυνοβολούν, είναι η υπέρτατη πανούκλα. Ας αφήσουμε αυτούς τους συκοφάντες, τους νεκροθάφτες της ελευθερίας! Το καθήκον ενός επαναστάτη είναι να πολεμά, να πολεμά όπου βρεθεί, να πολεμά μέχρι θανάτου.

Λείπουν λοιπόν τα στελέχη για τον σχηματισμό ενός στρατού; Eh bien! Θα πρέπει να αυτοσχεδιάσουμε επί τόπου τότε, πάνω στη δράση. Ο λαός του Παρισιού θα μας δώσει όλα τα στοιχεία, πρώην στρατιώτες, απόστρατους εθνοφρουρούς. Η σπάνη τους θα μας αναγκάσει να μειώσουμε στο ελάχιστο τον αριθμό των αξιωματικών. Δεν έχει σημασία όμως. Ο ζήλος, η θέρμη, η ευφυία των εθελοντών, θα υπερκαλύψουν αυτό το κενό.

Το βασικό μας μέλημα είναι η οργάνωση. Αρκετά μ’ αυτά τα άτακτα ξεσπάσματα, με δέκα χιλιάδες μεμονωμένα κεφάλια, να δρουν στην τύχη, σε πλήρη αταξία, χωρίς κανέναν συνολικό σχηματισμό, ο καθένας στην περιοχή του και σύμφωνα με τα καπρίτσια του! Αρκετά μ’ αυτά τα απερίσκεπτα και κακοφτιαγμένα οδοφράγματα, που σπαταλούν τον χρόνο, επιβαρύνουν την κίνηση και μπλοκάρουν την κυκλοφορία, που δεν είναι λιγότερο απαραίτητη στην μια πλευρά απ’ ότι στην άλλη. Όσο και ο στρατός, οι Δημοκράτες χρειάζονται επίσης την ελευθερία κινήσεων.

Αρκετά με τα άχρηστα πηγαινέλα, γύρω-γύρω, βαριεστημένα! Κάθε λεπτό και κάθε βήμα είναι εξίσου πολύτιμο. Πάνω απ’ όλα, να μην αποκλειστούμε στην περιοχή μας όπως προς μεγάλη ζημία τους πάντα κατάφερναν να κάνουν οι εξεγέρσεις. Αυτή η εμμονή, αφού προκαλέσει την ήττα, διευκολύνει τον εντοπισμό και τις συλλήψεις.

Πρέπει να γιατρευτούμε απ’ αυτό διαφορετικά δεν υπάρχει παρά η καταστροφή.

Ζήτω η επανάσταση του 1834 – Λέσχη ‘Νδρεδικής Λογοτεχνίας

Ζήτω η επανάσταση του 1834

Από τις 30 Απρίλη του 1834 και για περίπου έναν μήνα τράβηξε η δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και άλλων ταραχοποιών στοιχείων της εποχής, για “συνωμοσία επί σκοπώ του να ταράξουν την κοινήν ησυχίαν, και καταφέρουν τους υπηκόους της Α.Μ. εις την ληστείαν και τον εμφύλιον πόλεμον, και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα, και υπογραψάντων εις Τριπολιτσάν περί τα τέλη Ιουλίου του αυτού έτους αναφοράν προς ξένην δύναμιν και παρακινησάντων και άλλους υπηκόους της Α.Μ. να υπογράψουν επί σκοπώ καταργήσεως της Υψηλής Αντιβασιλείας, ήγουν του καθεστώτος πολιτεύματος“. Η κατηγορία μοιάζει περίεργη καθώς αφορά τον “αρχιστράτηγο” της επανάστασης του 1821, καταξιωμένο μέσω μιας σειράς στρατιωτικών νικών που ωστόσο δε στάθηκαν ικανές να εξασφαλίσουν μια επιτυχία της επανάστασης, που πολύ γρήγορα απώλεσε κάθε κοινωνικό ανατρεπτικό περιεχόμενο (“Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν, και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν… Ο κόσμος να γλυτώση, απ’ αύτην την πληγή, κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη“) για να καταλήξει στην εδραίωση μιας νέας εξουσίας μέσω ασκήσεων εθνοκάθαρσης, με αποκορύφωμα την άλωση της Τριπολιτσάς, στο πλιάτσικο της οποίας ο Κολοκοτρώνης επίσης διέπρεψε. Συνέπεια αυτής της συρρίκνωσης της επαναστατικής διαδικασίας και προκειμένου να “εξασφαλιστεί” η έκβαση της “επανάστασης”, χωρίς επανάσταση, μέσω μιας πολεμικής ανάμειξης των “Μεγάλων Δυνάμεων” (όχι πολύ διαφορετικής απ’ τη σημερινή στη Λιβύη) ήταν και η βαυαροκρατία ως επιβεβλημένη κρατική ρύθμιση των ανταγωνισμών μεταξύ των διαφόρων φατριών που εποφθαλμιούσαν την εξουσία (και είχαν οδηγήσει ήδη σ’ έναν εμφύλιο στα 1825) και των προστατιδών “Μεγάλων Δυνάμεων” με τις οποίες η καθεμιά ταύτιζε τα συμφέροντά της. Το σύρσιμο ενός παλιού αγωνιστή ευρείας αποδοχής όπως ο Κολοκοτρώνης στα δικαστήρια, δεν ήταν απλά μια ευνοϊκή κίνηση προς τα αγγλικά συμφέροντα εις βάρος των ρωσσικών που μάλλον εξέφραζε, αλλά και μια σαφής προειδοποίηση προς κάθε οπλαρχηγό -και όχι μόνο- που ενδεχομένως ν’ αμφισβητούσε το ποιός έχει πλέον το κουμάντο.

Η καταδίκη εις θάνατον του Κολοκοτρώνη (μετατράπηκε στη συνέχεια σε ισόβια κάθειρξη), ήταν ταυτόχρονα και μια ταπείνωση όλων των παλιών αγωνιστών της επανάστασης που τέθηκαν μετεπαναστατικά στο περιθώριο και πολλοί μάλιστα ξανά στην παρανομία, αυτή τη φορά απέναντι στη ελληνική χωροφυλακή και μετέπειτα την αστυνομία, σε μια γραμμή παράλληλη προς τους κοινωνικούς αγώνες, που περνάει απ’ τον Νταβέλη και φτάνει μέχρι τις μέρες μας με τους Παλαιοκωσταίους. Εκτός απ’ την οργή των περιφρονημένων οπλαρχηγών όμως (υπό το πρίσμα και της δημιουργίας μισθοφορικού στρατού από Γερμανούς και τον αποκλεισμό έτσι απ’ το στρατιωτικό εισόδημα των παραδοσιακά μωραϊτικων οικογενειών) υπήρχαν και μιά σειρά κοινωνικών συνθηκών. Η βαυαρική συγκεντρωτική νομοθεσία που καταργούσε τις παραδοσιακές μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης και αστικοποιούσε το κοινωνικό υλικό εξαθλιώνοντας τους αγρότες και υποτάσσοντας την ύπαιθρο στην πόλη, η ληστρική φορολογία (25-35% αντί της οθωμανικής δεκάτης=10%), τα επαχθή δάνεια του 1824-5 και 1832 και η ακρίβεια, ενέτειναν τον αναβρασμό.

Οι παλιοί αγωνιστές φίλοι και συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δεμένοι μεταξύ τους με σχέσεις συμπολεμιστή, ήταν και που αποτέλεσαν τη σπίθα της επανάστασης του 1834, που ξέσπασε τέλη Ιουλίου στην Μεσσηνία. Τοποθεσία καθόλου τυχαία, μιας και τα αρβανίτικα Σουλιμοχώρια της, αποτελούσαν τα “Εξάρχεια” της εποχής, με τους στρατιωτικο-κοινωνικά αυτοδιοικούμενους΄Νδρέδες να βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τις οθωμανικές αρχές κρατώντας μακριά τους εντεταλμένους τους, κάτι που εξασφάλιζε παραδοσιακά ένα είδος “άσυλου” στα χωριά τους για τους κάθε φυλής και θρησκείας καταδιωγμένους απ’ τον νόμο.

Απεφασίσαμε, να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνάμεως, του μόνου και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιεζομένου λαού

Ο Γιαννάκης Γκρίζαλης κι ο πεθερός του Μητρο-Πέτροβας, ο Μήτρος κι ο Κόλιας Πλαπούτας, ο Νικήτας Ζερμπίνης (ανηψιός του Κολοκοτρώνη) κι ο Αναστάσης Τζαμαλής μαζεύοντας μικρές δυνάμεις παλιών αγωνιστών κηρύσσουν την επανάσταση στα Σουλιμοχώρια, με μια προκήρυξη στην οποία πρωτοεμφανίζονται με επιθετικό τρόπο κοινωνικές διεκδικήσεις στο ελληνικό κράτος, ενάντια στην καταπίεση, τη ληστρική φορολογία, την απουσία Συντάγματος, τις καταχρήσεις της εξουσίας και την εξαθλίωση του λαού, αλλά και θρησκευτικές, που αντανακλούσαν σ’ έναν βαθμό τη λαϊκή καχυποψία απέναντι στους Βαυαρούς. Η εξέγερση ξεκινά απ’ τον παλιό οπλαρχηγό της επανάστασης Ασημάκη Σεργιόπουλο, ενώ οι δυνάμεις των εξεγερμένων περνούν από χωριό σε χωριό, καταλύοντας τις τοπικές αρχές και παίρνοντας με το μέρος τους οπλισμένους χωρικούς. Οι εξεγερμένοι μπαίνουν την νύχτα στα χωριά και κρύβονται σε σπίτια συμπαθούντων, ενώ την άλλη μέρα ενώνονται με τις δυνάμεις των οπλαρχηγών που καταλαμβάνουν τα χωριά και καταλύουν τις κρατικές αρχές, με την ίδια τακτική που θα επιστρατεύσουν στα 1877 στο Gallo και στα χωριά του Benevento στην Ιταλία οι αναρχικοί της “προπαγάνδας της πράξης” (Cafiero, Malatesta και λίγες δεκάδες ακόμα), πριν η φράση αυτή ταυτιστεί με τις απελπισμένες ατομικές πράξεις αντίδρασης που ακολούθησαν την καταστολή αυτού του κινήματος.

Την Κυριακή 29 Ιούλη, οι δυνάμεις του Γκρίζαλη μπαίνουν στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία), διοικητικό κέντρο της εποχής και απαγάγουν τον Νομάρχη, τον στρατιωτικό διοικητή και τον έφορο παίρνοντάς τους μαζί τους πίσω στα Σουλιμοχώρια. Στην Κυπαρισσία καταργούνται όλα τα κρατικά όργανα και αντικαθίστανται από μια αιρετή κι άμεσα ανακλητή επιτροπή. Το ίδιο σκηνικό αναφέρεται απ’ τον έπαρχο Ολυμπίας Λ. Κρεστενίτη για όλα τα χωριά της περιοχής.

Ο 83χρονος Μητρο-Πέτροβας καταλαμβάνουν με τον Τζαμαλή την Μεσσήνη που εγκαταλείπουν άρον-άρον οι κυβερνητικοί. Οι Πλαπουταίοι με τον Ζερμπίνη αφού ταπείνωσαν δυνάμεις της χωροφυλακής στον Αλφειό, μπαίνουν στην Ανδρίτσαινα και συλλαμβάνουν τον μοίραρχο, ενώ μετά από εξέγερση των γύρω χωριών, περνάει στα χέρια των επαναστατών και η Μεγαλόπολη. Η Ανδρούσα πέφτει χωρίς αντίσταση, και λεηλατείται η έπαυλη του τοπικού δικαστή. Στον Ασλαναγά, οι κάτοικοι διώχνουν τα κυβερνητικά στρατεύματα και υποδέχονται τους εξεγερμένους. Στο Δερβούνι, στρατιώτες που είχαν σταλεί να πολιορκήσουν το χωριό, στρέφονται ενάντια στους αξιωματικούς τους και περνούν με το μέρος των εξεγερμένων που καταφθάνουν από παντού.

Στις 4 Αυγούστου, οι κάτοικοι της Δημητσάνας παρακούν τις στρατιωτικές εντολές οχύρωσης της πόλης τους εναντίον των εξεγερμένων “που θα έρθουν και θα σας λεηλατήσουν το βιός” (τα μαγαζιά τότε δεν ήταν τόσο πολλά όσο εν έτει 2008) και κυνηγούν τους τοπικούς άρχοντες μέχρι την Τρίπολη.

Η Κυβέρνηση της αντιβασιλείας υπό την προεδρία του Κωλέττη κινήθηκε όμως αποτελεσματικά. Εξασφάλισε τα νώτα της, παραχωρώντας αμνηστεία στους Μανιάτες αντάρτες και προαγωγές στους Ρουμελιώτες, και απέλυσε τον Υπουργό Παιδείας Σχινά, που συγκέντρωνε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και είχε “στοχοποιηθεί” απ’ την προκήρυξη των επαναστατών. Ταυτόχρονα, πέρασε στην επίθεση, κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο στην Μεσσηνία και σε περιοχές της χώρας όπου εκδηλωνόταν συμπάθεια προς την εξέγερση, και οχύρωσε την Τρίπολη. Οι οπλαρχηγοί της εξέγερσης επικηρύχθηκαν με το εντυπωσιακό για την εποχή ποσό των 30.000 δραχμών (μιας και το γενικά καταχρεωμένο ελλ. κράτος αποδεικνύεται διαχρονικά γενναιόδωρο ως προς τις επικηρύξεις του), και οι 2.000 κυρίως Γερμανοί μισθοφόροι του σ/χη Σμαλτς που συμμετείχαν στην καταστολή των Μανιατών μαζί με κυβερνητικούς (παρακρατικούς θα λέγαμε σήμερα) Μανιάτες και πρώην επαναστατημένους που αυτομόλησαν τσάκισαν τις δυνάμεις των Μητροπέτροβα και Τζαμαλή στην μάχη του Ασλάναγά που πυρπολήθηκε απ’ τους Γερμανούς, και των υπολοίπων οπλαρχηγών έξω απ’ την Μεγαλόπολη, ενώ τις επόμενες μέρες ακολούθησε ένα κύμα συλλήψεων και αντιποίνων.

Οι Γκρίζαλης, Τζαμαλής και Μητρο-Πέτροβας καταδικάσθηκαν εις θάνατον σε έκτακτο στρατοδικείο στην Πύλο. Οι δυο πρώτοι εκτελέσθηκαν επί τόπου, ενώ η ποινή του τρίτου μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, λόγω γήρατος. Οι υπόλοιποι καταδικάσθηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Η κυβέρνηση απαγορεύει την ταφή του σώματος του Γκρίζαλη, προς αποφυγίν επεισοδίων. Αργότερα, ο Όθωνας θα στείλει μια καμπάνια για την εκκλησία του χωριού του για να εξευμενίσει τους κατοίκους.

Φαίνεται όμως πως η κοινωνική επανάσταση του 1834 άφησε τα ίχνη της στους αγώνες της περιοχής, ξεγυμνώνοντας για πάντα την εθνική μυθολογία που θέλει τη δημιουργία εθνικού κράτους, ευτυχή δικαίωση της επανάστασης του 1821. Την επόμενη χρονιά, οι κάτοικοι των χωριών της Μεγαλόπολης αρνήθηκαν να καταβάλουν φόρους κι έδιωξαν τους εφοριακούς. Στην Μεθώνη, βοσκοί επιτέθηκαν σε κυβερνητικούς και κατάφεραν να πιάσουν μάλιστα ομήρους και δυο στρατιώτες από απόσπασμα που στάλθηκε να τους συλλάβει. Άρνηση καταβολής φόρων κι επιθέσεις-απαλλοτριώσεις εφοριακών και συγκρούσεις με κυβερνητικά στρατεύματα είχαμε και την επόμενη χρονιά σε χωριά της περιοχής. Οι δυνάμεις του κράτους θα επιβληθούν ολοκληρωτικά, χρησιμοποιώντας την αποτυχημένη ανταρσία των οπλισμένων κατοίκων της περιοχής ως ακόμη ένα μέσο για την κοινωνική και οικονομική υποτίμησή τους, οδηγώντας ιστορικά πολλούς απ’ αυτούς στη φτώχεια και την μετανάστευση, στην μαύρη οικονομία κι άλλους, ακόμα χειρότερα, στο στρατό και τα σώματα ασφαλείας.

*

Τα περισσότερα στοιχεία μπορούν να βρεθούν και στις σελίδες των σχολείων Δωρίου(λινκ) και Ψαρίου (λινκ).

Για τις απόπειρες των Ιταλών αναρχικών, προτείνεται η ταινία των αδερφών Taviani: San Michele aveva un gallo

φωτο: πρακτορείο rioters

Λέσχη ‘Νδρεδικής Λογοτεχνίας

ndred(παπάκι)mail.com

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν – Gilles Dauvé

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν

Τίτλος πρωτοτύπου: Gilles Dauvé, Quand Meurent les Insurrections. ADEL, Paris, 1998 [link]. Για την ελληνική μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική τoυ Loren Goldner, επιθεωρημένη απ’ τον ίδιο τον συγγραφέα, εκδ. Antagonism Press, 1999. Καθώς η έντυπη έκδοση του κειμένου έχει ήδη εξαντληθεί [σημεία διάθεσης], παρουσιάζουμε το πλήρες κείμενο και διαδικτυακά.

“… κι εάν η Ρωσσική Επανάσταση δώσει το σινιάλο για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, ούτως ώστε η μια να συμπληρώσει την άλλην, η σημερινή κοινοκτημοσύνη της γης στη Ρωσσία, μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο μιας κομμουνιστικής ανάπτυξης” [1]

Η προοπτική αυτή δεν υλοποιήθηκε. Το Ευρωπαϊκό προλεταριάτο έχασε το ιστορικό του ραντεβού με μια αναδημιουργία της ρωσσικής αγροτικής κομμούνας [2].

Μπρεστ-Λιτόφσκ, 1917 και 1939

Μπρεστ-Λιτόφσκ, Πολωνία, Δεκέμβρης 1917: Σε μια Γερμανία που σχεδιάζει να ανοίξει ένα χαράκωμα μέσα στην αυλή της παλιάς Τσαρικής αυτοκρατορίας, από τη Φιλανδία μέχρι τον Καύκασο, οι Μπολσεβίκοι προτείνουν ειρήνη χωρίς αμοιβαίες προσαρτήσεις εδαφών. Κι όμως τον Φλεβάρη του 1918, οι Γερμανοί στρατιώτες, αν και “προλετάριοι με στολή”, υπάκουσαν τελικά τους αξιωματικούς τους και εξαπέλυσαν μιαν ακόμα επίθεση εναντίον της σοβιετικής πλέον Ρωσσίας, σαν να είχαν ακόμα απέναντί τους τον ίδιο τσαρικό στρατό. Καμία συναδέλφωση δεν έλαβε χώρα, και ο επαναστατικός πόλεμος που προπαγάνδιζε η Μπολσεβικική Αριστερά αποδείχθηκε αδύνατος. Τον Μάρτη, ο Τρότσκυ αναγκάστηκε να υπογράψει εκεχειρία με τους όρους των στρατηγών του Κάιζερ. “Ανταλλάσσοντας χώρο με χρόνο”, όπως το έθεσε ο Λένιν, και πράγματι, τον επόμενο Νοέμβρη, η γερμανική ήττα μετέτρεψε στην πράξη την εκεχειρία σε ένα παλιόχαρτο άνευ αξίας. Παρόλ’ αυτά, μια έμπρακτη απόδειξη μιας κάποιας διεθνούς σύνδεσης μεταξύ των εκμεταλλευομένων απέτυχε να υλοποιηθεί. Μερικούς μήνες αργότερα, επιστρέφοντας στην ζωή τους ως πολίτες, με το τέλος του πολέμου, οι ίδιοι αυτοί προλετάριοι ήρθαν αντιμέτωποι με την συμμαχία του επίσημου εργατικού κινήματος και των Freikorps. Η μία ήττα ακολούθησε την άλλη: στο Βερολίνο, την Βαυαρία και την Ουγγαρία το 1919. Έπειτα, ο Κόκκινος Στρατός του Ρουρ το 1920. Η Δράση του Μάρτη το 1921…

(Σημείωση της μετάφρασης: αναφορά στις εξεγέρσεις που οδήγησαν σε εργατικά συμβούλια και βραχύβιες σοβιετικές δημοκρατίες στην μεσοπολεμική Ευρώπη: Η Γερμανία, μετά την ήττα της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θα μπει σε μια τροχιά κοινωνικής αναταραχής κι εξεγέρσεων, όπου το 1918 θα ξεσπάσει επανάσταση αποκαθηλώνοντας τον Κάιζερ και οδηγώντας τον Αύγουστο στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το κυβερνόν Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD φοβούμενο το ξέσπασμα εμφυλίου και πιθανώς μια επικράτηση του κομμουνιστικού KPD που είχε προέλθει απ’ τις τάξεις των Σπαρτακιστών, αρνήθηκε να συνεργαστεί με “υποστηρικτές των Μπολσεβίκων” και προτίμησε μια συμμαχία με παλιά αυτοκρατορικά κι αντιδραστικά στρώματα. Η συντηρητικοποίηση του SPD, ήδη προφανής απ’ τη συστράτευσή του με τον εθνικό σκοπό στον πόλεμο, θα οδηγήσει τον Γενάρη του 1919 σε μια δεύτερη επανάσταση, που θα γεννήσει πολλές συμβουλιακές δημοκρατίες, όπως του Μονάχου (Βαυαρία) και του Ρουρ, εναντίον των οποίων η σοσιαλδημοκρατία θα αμολύσει τα “τάγματα θανάτου”-freikorps, παραστρατιωτικά σώματα απόστρατων, συντηρούμενα απ’ το κράτος, που επιδόθηκαν στο κυνήγι κομμουνιστών κι εξεγερμένων εργατών -μεταξύ των οποίων και οι ηγέτες του σπαρτακιστικού κινήματος Καρλ Λίμπνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στα freikorps του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Έμπερτ και του υπουργού δημοσίας τάξης Νόσκε, θα διέπρεπαν πολλά μελλοντικά στελέχη του ναζισμού. Ενώ η εξέγερση καταπνιγόταν στο αίμα κατά το 1920, στην έντονα βιομηχανική περιοχή του Ρουρ, πάνω από 50.000 εργάτες θα σχηματίσουν τον Κόκκινο Στρατό του Ρουρ που τον Μάρτη θ’ αναμετρηθεί με τα freikorps τρέποντάς τα σε φυγή κι αιχμαλωτίζοντας 600 παρακρατικούς, υπερασπίζοντας τη Γενική Απεργία που καλέστηκε ενάντια στο φιλομοναρχικό πραξικόπημα που είχε εκδηλωθεί στο μεταξύ. Στην Ουγγαρία, μια βραχύβια συμβουλιακή δημοκρατία θα καταπνιγεί από την εισβολή ρουμανικών στρατευμάτων που θα αποκαταστήσουν την μοναρχία.)

Σεπτέμβρης του 1939: Ο Χίτλερ κι ο Στάλιν μόλις τεμάχισαν την Πολωνία. Στη συνοριακή γέφυρα του Μπρεστ-Λιτόφσκ, αρκετές εκατοντάδες μέλη του KPD, πρόσφυγες στην ΕΣΣΔ κι εν συνεχεία συλληφθέντες εκεί ως “αντεπαναστάτες” ή ακόμα και φασίστες, συγκεντρώνονται απ’ τις διάφορες Σταλινικές φυλακές και παραδίδονται στην Γκεστάπο. Χρόνια αργότερα, μία απ’ αυτούς, θα μιλήσει για τις πληγές στην πλάτη της – “αυτά είναι της GPU” – και για τα βγαλμένα νύχια της – “κι αυτά της Γκεστάπο”. Ένας ακριβοδίκαιος απολογισμός του πρώτου μισού του αιώνα.

1917-37: Είκοσι χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο. Η τρομακτική άνοδος του φασισμού, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και οι εξεγέρσεις που ακολούθησαν, ήταν το αποτέλεσμα μιας γιγαντιαίας κοινωνικής κρίσης που άνοιξε με τις λιποταξίες του 1917 και ξανάκλεισε με τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Όχι “ή Δημοκρατία ή Φασισμός” αλλά και Δημοκρατία Και Φασισμός

Μοιάζει με κοινοτοπία, ότι ο φασισμός δεν είναι παρά ωμή κρατική βία κι απροκάλυπτη κατασταλτική βαρβαρότητα στις υπηρεσίες των κυρίαρχων τάξεων, σύμφωνα και με τη γνωστή ανάλυση του Daniel Guérin στο Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο. Κατά συνέπεια ο μόνος δρόμος για να ξεμπερδεύουμε με τον φασισμό είναι να ξεφορτωθούμε τον καπιταλισμό μία και καλή.

Ως εδώ, κανένα πρόβλημα. Δυστυχώς όμως, η ανάλυση αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις αυτομολεί απ’ τη λογική της: απ’ τη στιγμή που ο φασισμός είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στη χειρότερη εκδοχή του, οφείλουμε λέει να τον αποτρέψουμε απ’ το να πάρει τη χειρότερη μορφή του, δηλαδή, οφείλουμε προάγουμε έναν “κανονικό”, μη-φασιστικό καπιταλισμό, ή ακόμα και να στηρίζουμε τους μη-φασίστες καπιταλιστές.

Επιπλέον, καθώς ο φασισμός είναι ο καπιταλισμός στην πιο αντιδραστική του μορφή, μια τέτοια οπτική συνεπάγεται και το να προσπαθούμε να προάγουμε τον καπιταλισμό στην πιο μοντέρνα, μη-φεουδαρχική, μη-μιλιταριστική, μη-ρατσιστική, μη-καταπιεστική, μη-αντιδραστική μορφή του, με άλλα λόγια, έναν πιο φιλελεύθερο καπιταλισμό, ή αν προτιμάτε έναν …πιο καπιταλιστικό καπιταλισμό.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος πώς ο φασισμός εξυπηρετεί το “μεγάλο κεφάλαιο” [3], ο αντιφασισμός θεωρεί πως ο φασισμός θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί το 1922 ή το 1933, χωρίς να καταστραφούν οι μεγάλες εταιρίες, εάν το εργατικό κίνημα και/ή οι δημοκράτες είχαν εξασκήσει αρκετή πίεση ώστε να σταματήσουν τον Μουσσολίνι ή τον Χίτλερ απ’ το να ανέλθουν στην εξουσία. Αν στα 1921 το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το νεοϊδρυθέν Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχαν συμμαχήσει με τις Δημοκρατικές δυνάμεις ώστε να σταματήσουν τον Μουσσολίνι… Αν, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, το KPD δεν είχε εξαπολύσει έναν αδελφοκτόνο αγώνα ενάντια στο SPD, η Ευρώπη τότε θα είχε γλυτώσει από μια απ’ τις πιο απάνθρωπες δικτατορίες της ιστορίας, έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μια σχεδόν διηπειρωτική ναζιστική αυτοκρατορία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την εξολόθρευση των Εβραίων…

Πέρα απ’ τις καθ’ όλα αληθείς παρατηρήσεις του για τις τάξεις, το κράτος, τις σχέσεις του φασισμού με το μεγάλο κεφάλαιο, η οπτική του αποτυγχάνει να δει την ανάπτυξη του φασισμού μέσα από μια διπλή ήττα: την αποτυχία των επαναστατών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τσακισμένων απ’ την σοσιαλδημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, κι έπειτα, κατά τη δεκαετία του 1920, την αποτυχία των “κερδισμένων” σοσιαλδημοκρατών και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να διαχειριστούν το κεφάλαιο. Ιδωμένος έξω απ’ τα πλαίσια της προηγούμενης περιόδου, των προγενέστερων φάσεων της ταξικής πάλης και των περιορισμών της, ο ερχομός στην εξουσία, κι ακόμα περισσότερο η ίδια η φύση του φασισμού, παραμένουν ακατανόητα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ματιά του Guérin δε βλέπει παρά μια “χαμένη επανάσταση” στις περιπέτειες του Λαϊκού Μετώπου, χάνοντας τη βαθύτερη ουσία του φασισμού.

Ποιά είναι λοιπόν η πραγματική ορμή του φασισμού, αν όχι η τάση οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης του κεφαλαίου, μια τάση που γενικεύτηκε μετά το 1914; Ο φασισμός ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να επιβληθεί αυτή η ενότητα σε χώρες – όπως η Ιταλία και η Γερμανία – όπου, ακόμα κι αν η επανάσταση είχε ξεριζωθεί, το κράτος ήταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης.

Ο Μουσσολίνι δεν ήταν κανένας Θιέρσος, καθισμένος αναπαυτικά στην εξουσία του, να διατάζει τον τακτικό στρατό να σφαγιάσει του Κομμουνάρους. Μια ουσιώδης όψη του φασισμού είναι η γέννησή του στους δρόμους, η χρήση του στοιχείου της αταξίας προκειμένου να επιβληθεί η τάξη, η κινητοποίηση της παλιάς μεσαίας τάξης που παρανοούσε υπό το βάρος της ίδιας της αποσύνθεσής της, και η αναγέννηση ενός κράτους ανίκανου να αντιμετωπίσει την κρίση του καπιταλισμού.

Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί μεθόδους κινητοποίησης της εργατικής τάξης προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού.

Επρόκειτο στ’ αλήθεια για μια κρίση του κράτους, στην μετάβαση προς μια ολοκληρωτική υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο. Στην αρχή, οι εργατικές οργανώσεις ήταν απαραίτητες προκειμένου να διαχειριστούνε την προλεταριακή απειθαρχία. Έπειτα, ο φασισμός υποχρεώθηκε να θέσει ένα οριστικό τέλος στην γενική αναταραχή. Αναταραχή που φυσικά, δεν ήταν από μόνη της επαναστατική, αλλά παρέλυε το κράτος, μπλοκάροντας τις κινήσεις του που – κατά συνέπεια – δεν μπορούσαν πλέον παρά να είναι ολοένα και πιο βίαιες. Η κρίση αυτή μπόρεσε να ξεπεραστεί επιφανειακά και μόνο προς στιγμήν: Το φασιστικό κράτος έμοιαζε αποτελεσματικό μόνον εξ όψεος, καθώς ενσωμάτωνε με τη βία την εργατική δύναμη, και ενταφίαζε τεχνητά τις συγκρούσεις προβάλλοντάς τες στον μιλιταριστικό παλικαρισμό. Ωστόσο, η κρίση ξεπεράστηκε, σχετικά πάντα, με το πολυπλόκαμο δημοκρατικό κράτος που επικράτησε στα 1945, το οποίο μπορούσε δυνητικά να μεταχειρίζεται κάθε μέθοδο του φασισμού, αλλά και νέες δικές του, καταφέρνοντας με τη σειρά του να εξουδετερώνει τις οργανώσεις των μισθωτών εργατών χωρίς να τις τσακίζει ανοιχτά. Το κοινοβούλιο έχασε σταδιακά τον έλεγχο προς όφελος της εκτελεστικής εξουσίας. Με σύγχρονες τεχνικές επιτήρησης ή με “κοινωνική πρόνοια”, κρατική υποστήριξη σε εκατομμύρια άτομα, δημιουργώντας ένα σύστημα που κάνει τον καθένα ολοένα και πιο εξαρτημένο, η κοινωνική ενοποίηση προχώρησε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να ονειρευτεί ο φασιστικός τρόμος, αλλά ο ίδιος ο φασισμός, ως συγκεκριμένο κίνημα οδηγήθηκε προς την εξαφάνιση. Ανταποκρινόταν στην -με τη βία- πειθάρχηση της μπουρζουαζίας, υπό την πίεση του κράτους, μέσα στο τότε συγκεκριμένο πλαίσιο νεοδημιουργηθέντων κρατών που αγωνίζονταν να εγκαθιδρυθούν ως έθνη.

Η μπουρζουαζία δανείστηκε ακόμα και τη λέξη “φασισμός” από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης της Ιταλίας, οι οποίες ονομάζονταν fasci (Στμ: στα λατινικά, δέσμες ξύλων σφιχτοδεμένες ώστε να μη σπάνε). Η λέξη αναφερόταν στο σύμβολο κρατικής εξουσίας στην αρχαία Ρώμη, και κυρίως στην απόπειρα συνένωσης των ανθρώπων σε ομάδες. Το μόνο πρόγραμμα του φασισμού είναι η οργάνωση, η με τη βία σύγκλιση των διαφόρων στοιχείων της κοινωνίας.

Η δικτατορία δεν είναι απλά ένα όπλο του κεφαλαίου (που το κεφάλαιο θα μπορούσε να αντικαταστήσει με άλλα, λιγότερο βάρβαρα): η δικτατορία είναι μια απ’ τις τάσεις του, μια τάση που πραγματοποιείται οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο. Μια “επιστροφή” στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως συνέβη στη Γερμανία μετά το 1945, υποδεικνύει ότι η δικτατορία είναι ανίκανη να ενσωματώσει τις μάζες στο κράτος (τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά…). Το ζήτημα τίθεται λοιπόν όχι ως ζήτημα της διασφάλισης απ’ τη δημοκρατία μιας πιο βιώσιμης εκμετάλλευσης απ’ ότι στη δικτατορία: ο καθένας θα προτιμούσε να την υφίσταται στο σουηδικό μοντέλο παρά να τον απαγάγουν οι εκτελεστές του δικτάτορα Πινοτσέτ. Όμως, είναι στο χέρι του να διαλέξει; Ακόμα και οι γλυκερές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μετατραπούν σε δικτατορίες, εάν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Το κράτος έχει μία και μόνη λειτουργία, την οποίο διεκπεραιώνει είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός απ’ τον άλλον, δε σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να αποφύγει τον άλλον όταν του χρειαστεί. Η Βαϊμάρη υποδέχθηκε τον Χίτλερ με ανοιχτές αγκάλες. Το Λαϊκό Μέτωπο του Léon Blum δεν “απέφυγε τον φασισμό” στ’ αλήθεια, καθώς στα 1936 η Γαλλία δεν είχε πραγματικά ανάγκη μιαν απολυταρχική ενοποίηση του κεφαλαίου ούτε μια συρρίκνωση της μεσαίας τάξης της.

Δεν υπάρχει πολιτική “επιλογή” την οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι προλετάριοι ή να επιβάλλουν με τη βία. Η δημοκρατία μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζει τον ίδιο τον εαυτό της γι’ αυτήν.

Η ουσία του αντιφασισμού έγκειται στην αποφυγή του φασισμού μέσω μιας υπεράσπισης της δημοκρατίας: δεν αγωνίζεται έτσι ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά προσπαθεί να πιέσει τον καπιταλισμό να αποφύγει την απολυταρχική επιλογή του. Καθώς ο σοσιαλισμός ταυτίζεται με την πλήρη δημοκρατία, και ο καπιταλισμός με μια καλπάζουσα πορεία προς τον φασισμό, ο ανταγωνισμός μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, κομμουνισμού και μισθωτής εργασίας, προλεταριάτου και κράτους, θυσιάζονται στο βωμό μιας αντιπαράθεσης δημοκρατίας και φασισμού που αναπαρίσταται ως η πεμπτουσία της επαναστατικής προοπτικής. Η επίσημη αριστερά και άκρα αριστερά, μας λέει ότι μια αυθεντική αλλαγή θα ήταν η πραγματοποίηση, τουλάχιστον, των ιδανικών του 1789, που διαρκώς προδίδονται απ’ την μπουρζουαζία. Η νέα κοινωνία; Ε, αυτή βρίσκεται ήδη εδώ, σ’ ένα βαθμό, εμβρυακό προς το παρόν, σε σπόρους που πρέπει να καλλιεργήσουμε: τα ήδη υπάρχοντα δημοκρατικά δικαιώματα που πρέπει να επεκτείνουμε ολοένα και πιο πέρα, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς βελτιώνεται, με ολοένα και μεγαλύτερες ημερήσιες δόσεις δημοκρατίας, μέχρι την επίτευξη της απόλυτης δημοκρατίας: του σοσιαλισμού.

Περιορισμένη έτσι, σε ένα είδος αντιφασιστικής αντίστασης, η κοινωνική κριτική ξέπεσε σε διθυράμβους προς κάθε τί που κάποτε χτυπούσε, κι εγκατέλειψε την παλιομοδίτικη ιδέα της επανάστασης, για χάρη μιας πολιτικής βαθμιαίων αλλαγών, μια παραλλαγή της “ειρηνικής μετάβασης προς τον σοσιαλισμό”, που άλλοτε διακήρρυταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, κερδίζοντας τον χλευασμό όσων ήθελαν πραγματικά ν’ αλλάξουν τον κόσμο, πριν το ’68. Η παλινδρόμηση είναι προφανής.

Δεν θα προσεγγίσουμε τη γελοιότητα, κατηγορώντας την αριστερά και την άκρα αριστερά για εγκατάλειψη μιας κομμουνιστικής προοπτικής για την οποία άλλωστε δε γνώριζαν παρά το πώς να της αντιτίθενται. Είναι ήδη προφανές ότι ο αντιφασισμός αποτελεί άρνηση κάθε επανάστασης. Αλλά ο αντιφασισμός αποτυγχάνει εκεί ακριβώς όπου ο ρεαλισμός του ισχυρίζεται ότι είναι αποτελεσματικός: στο να αποτρέπει μια δικτατορική μετάλλαξη της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία είναι μια φάση στην κατάκτηση της εξουσίας απ’ το κεφάλαιο, και η επέκτασή της στον 20ό αιώνα ολοκληρώνει την κυριαρχία του κεφαλαίου εντείνοντας την απομόνωση των ατόμων. Προτεινόμενη ως γιατρικό για την αποξένωση μεταξύ ατόμου και κοινότητας, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας, και μεταξύ των τάξεων, η δημοκρατία δεν κατάφερε ποτέ να λύσει τα προβλήματα της πιο διαχωρισμένης κοινωνίας στην ιστορία. Ως μορφή παντοτινά ανίκανη να διαμορφώσει το περιεχόμενό της, η δημοκρατία είναι απλά ένα μέρος του προβλήματος, του οποίου ισχυρίζεται ότι αποτελεί τη λύση. Κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι ενισχύει τους “κοινωνικούς δεσμούς”, η δημοκρατία συμβάλει στη διάλυσή τους. Κάθε φορά που σουλουπώνει τις αντιθέσεις του εμπορεύματος, το κάνει συσφίγγοντας τον κλοιό του κρατικού ελέγχου πάνω σε κάθε κοινωνική σχέση.

Ακόμα και με τους ίδιους τους δικούς τους, ηττοπαθείς όρους, οι αντιφασίστες, για να γίνουν πιστευτοί, θα πρέπει να εξηγήσουν πώς η δημοκρατία σε τοπική κλίμακα είναι συμβατή με την αποικιοποίηση του δημόσιου χώρου και το άδειασμα κάθε περιεχομένου του, από το εμπόρευμα που τον γεμίζει με τα malls του. Οφείλουν να εξηγήσουν πώς ένα πανταχού παρόν και παντοδύναμο κράτος, στο οποίο οι άνθρωποι θα απευθύνονται για ασφάλεια και στήριξη, μια τέτοια πραγματική μηχανική παραγωγής κοινωνικού “καλού”, δε θα στραφεί στο “κακό” όταν εκρηκτικές αντιθέσεις θα κάνουν απαραίτητη τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της τάξης. Ο φασισμός είναι η κολακεία του κρατικού Λεβιάθαν, του οποίου ο αντιφασισμός παρέχει τους πιο τολμηρούς απολογητές. Ο αγώνας για ένα δημοκρατικό κράτος είναι αναπόφευκτα αγώνας για την εδραίωση και σταθεροποίηση του κράτους, και μακράν του να σαμποτάρει τον ολοκληρωτισμό, ένας τέτοιος αγώνας αυξάνει τον στραγκαλιστικό εναγκαλισμό της κοινωνίας με τον κρατικό ολοκληρωτισμό.

Ρώμη: 1919-1922

Ο φασισμός θριάμβευσε σε χώρες όπου η επαναστατική έφοδος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξελίχθηκε σε μια σειρά ενόπλων εξεγέρσεων. Στην Ιταλία, ένα αξιοσημείωτο κομμάτι του προλεταριάτου, με τις δικές του μεθόδους και τους δικούς του στόχους, αντιμετώπισε ευθέως τον φασισμό. Δεν υπήρχε κάτι το συγκεκριμένα αντιφασιστικό στον αγώνα αυτόν: Ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο οδήγησε μερικούς εργάτες αλλά και το νεοϊδρυθέν ΚΚΙ (γεννημένο στο Λιβόρνο, τον Γενάρη του 1921, και καθοδηγούμενο λοιπόν απ’ τον Μπορντίγκα) να πολεμήσει τους Μελανοχίτωνες όσο και τους μπάτσους της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας [4].

Ο φασισμός είναι μοναδικός στο να παρέχει στην αντεπανάσταση μια μαζική βάση και στο να μιμείται την επανάσταση. Ο φασισμός γυρνάει το κάλεσμα στην “μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ταξικό, εμφύλιο πόλεμο” σε πραγματικό πόλεμο, ενάντια στο εργατικό κίνημα, ενώ εμφανίστηκε σαν μια αντίδραση βετεράνων του πολέμου που επέστρεφαν στην ζωή τους ως πολίτες, όπου πια δεν μετράν μία, το μόνο που τους ενώνει είναι η συλλογική βία, και η εμμονή για τσάκισμα οτιδήποτε φαντάζονται ότι αποτελεί αιτία για την μιζέρια τους: οι ανατρεπτικοί, οι εχθροί του έθνους, κλπ. Τον Ιούλιο του 1918, η φυλλάδα του Μουσσολίνι, “Il Popolo d’ Italia”, πρόσθεσε στον υπότιτλό της “η καθημερινή εφημερίδα των βετεράνων και των παραγωγών”.

Κάπως έτσι, ήδη απ’ τις απαρχές του ο φασισμός έγινε ο σύμμαχος της αστυνομίας στις αγροτικές περιοχές, κρατώντας με σφαίρες το αγροτικό προλεταριάτο καθηλωμένο, ενώ την ίδια στιγμή ανέπτυσσε την πιο φρενήρη αντικαπιταλιστική δημαγωγία. Το 1919, δεν αντιπροσώπευε τίποτα: στο Μιλάνο, στις γενικές εκλογές του Νοέμβρη, πήρε λιγότερες από 5.000 ψήφους, ενώ οι σοσιαλιστές πήραν 170.000. Ωστόσο, απαιτούσε στους λόγους του την κατάργηση της μοναρχίας, της συγκλήτου και κάθε τίτλου ευγενείας, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, τη δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, και την απαλλοτρίωση των μεγάλων γαιοκτημόνων και βιομηχάνων. Πολεμώντας ενάντια στους εργάτες, στο όνομα των “παραγωγών”, ο Μουσσολίνι τόνιζε πάντα την μνήμη της Κόκκινης Βδομάδας του 1914 (που σημαδεύτηκε από ταραχές σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα στην Αγκώνα και την Νάπολι), και εξήρε τον ρόλο των συνδικάτων στο να συνδέεουν τον εργάτη με το έθνος. Ο στόχος του φασισμού ήταν μια απολυταρχική επανίδρυση του κράτους, προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα κρατική δομή, ικανή (σε αντίθεση με τη δημοκρατία, όπως έλεγε ο Μουσσολίνι) να περιορίσει το μεγάλο κεφάλαιο και να τιθασεύσει την εμπορευματική λογική που κατακρήμνιζε τις αξίες, τους κοινωνικούς δεσμούς και την εργασία.

Παραδοσιακά, η μπουρζουαζία αρνούταν την ύπαρξη κοινωνικών αντιθέσεων. Ο φασισμός αντίθετα, τις διεκήρρυτε ανοιχτά με τη βία, αρνούμενος όμως την ύπαρξή τους μεταξύ των τάξεων και μεταθέτοντάς τες στον ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών, κλαψουρίζοντας για την μοίρα της Ιταλίας ως χώρα φτωχή, “προλεταριακό έθνος”. Ο Μουσσολίνι ήταν ταυτόχρονα ένας απαρχαιομένος θιασώτης παραδοσιακών αξιών που είχαν ήδη καταστραφεί απ’ το κεφάλαιο, και μοντερνιστής υποστηρικτής των κοινωνικών δικαιωμάτων των ανθρώπων.

Ποιός τσάκισε τους προλετάριους; Η φασιστική καταστολή ξετυλίχθηκε μετά από μια προλεταριακή ήττα που κατάφερε κατά κύριο λόγο η δημοκρατία, και τα βασικά αναχώματά της: τα κόμματα και τα συνδικάτα, που από μόνα τους μπορούν να τσακίσουν τους εργάτες με άμεσες ή έμμεσες μεθόδους. Η άνοδος του φασισμού στην εξουσία δεν ήταν αποτέλεσμα μαχών στο δρόμο. Οι ιταλοί και οι γερμανοί προλετάριοι είχαν νικηθεί πολύ νωρίτερα, τόσο με σφαίρες όσο και με ψηφοδέλτια.

Το 1919, συνασπίζοντας προϋπάρχοντα στοιχεία με κοντινούς του ανθρώπους, ο Μουσσολίνι ιδρύει τα φάσσι του. Απέναντι στα ρόπαλα και τα ρεβόλβερ, ενώ η Ιταλία εκρήγνυτο όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, η δημοκρατία έκανε έκκληση για …ψήφους, κι απ’ τις εκλογές προέκυψε τελικά μια μετριοπαθής σοσιαλιστική πλειοψηφία. Σαράντα χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά, ο Μπορντίγκα σχολίαζε:

“Η ενθουσιώδης προσέλευση στην εκλογική φιέστα του 1919 ήταν τέτοια που αφαίρεσε κάθε εμπόδιο απ’ τον δρόμο του φασισμού, ο οποίος προέλαυνε ενώ οι μάζες αποκοιμίζονταν περιμένοντας την μεγάλη εκλογική αναμέτρηση… Η νίκη, η εκλογή των 150 σοσιαλιστών βουλευτών, κατακτήθηκε με κόστος την άμπωτη του εξεγερτικού κινήματος και της γενικής πολιτικής απεργίας, και την οπισθοδρόμηση από κεκτημένα παλιότερων μαχών.”

Την εποχή των εργοστασιακών καταλήψεων του 1920, το κράτος, υπομονετικό πριν εξαπολύσει μιαν ολομέτωπη επίθεση, άφησε το προλεταριάτο να εξουθενωθεί, με τη στήριξη του CGL (του βασικού σοσιαλιστικού συνδικάτου), που οδήγησε μία μία τις απεργίες στην εξάντληση, όταν δεν τις έσπαγε ανοιχτά.

Αφεντικά και συνδικάτα εργάστηκαν μαζί για να θεσμοθετήσουν έναν “εργατικό έλεγχο” υπό την επίβλεψη του Κράτους.

Από την εμφάνιση των fasci κι έπειτα, η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια μπροστά στις λεηλασίες των φασιστών στα εργατικά κέντρα, συχνά επενέβαινε έπειτα κατάσχοντας τα όπλα που κρατούσαν για την άμυνά τους οι εργάτες, ενώ η δικαστική εξουσία επιδείκνυε την πιο γενναιόδωρη επιείκια, και ο στρατός τουλάχιστον ανεχόταν αν δε συμμετείχε κι ανοιχτά στις φασιστικές επιθέσεις.

Αυτή η ανοιχτή αν και ανεπίσημη υποστήριξη απ’ το κράτος, έγινε ημιεπίσημη με την “εγκύκλιο Bonomi”. Μετά την αποπομπή του απ’ το σοσιαλιστικό κόμμα το 1912, από τον τότε σοσιαλιστή Μουσσολίνι, για την υποστήριξη του στον ιταλικό επεκτατικό πόλεμο ενάντια στη Λιβύη, ο Ivanoe Bonomi, πέρασε από διάφορα υπουργικά πόστα, και έφτασε μέχρι επικεφαλής της κυβέρνησης του 1921-22. Η εγκύκλιός του της 20 Οκτώβρη 1921, επέτρεψε σε 60.000 απόστρατους αξιωματικούς να περάσουν στα τάγματα εφόδου του Μουσσολίνι, εξασφαλίζοντάς του τον έλεγχο της κατάστασης.

Στο μεταξύ, τί έκαναν τα κόμματα; Οι φιλελεύθεροι που συμμάχησαν με τη δεξιά, δε δίστασαν να σχηματίσουν ένα “εθνικό μπλοκ”, με τη συμμετοχή των φασιστών, για τις εκλογές του 1921. Τον Ιούνη-Ιούλη της ίδιας χρονιάς, απέναντι σ’ έναν αντίπαλο που δεν επεδείκνυε τον παραμικρό δισταγμό, το PSI (σοσιαλδημοκράτες) σύνηψε ένα μάταιο “σύμφωνο ειρήνευσης” του οποίου το μόνο συμπαγές αποτέλεσμα ήταν να αποπροσανατολίσει περαιτέρω τους εργάτες.

Αντιμέτωπη με μια προφανή πολιτική αντίδραση, η CGL διάλεξε μια α-πολιτική. Νιώθοντας ότι ο Μουσσολίνι μπορούσε να φτάσει εύκολα στην εξουσία, οι συνδικαλιστές ηγέτες ονειρεύονταν ένα σιωπηλό συμβόλαιο αμοιβαίας ανοχής με τους φασίστες, και κάλεσαν το προλεταριάτο να απέχει απ’ την αντιπαράθεση μεταξύ CP (το ιταλικό ΚΚ) και Εθνικού Φασιστικού Κόμματος.

Μέχρι τον Αύγουστο το 1922, ο φασισμός σπάνια αποκτούσε υπόσταση μακριά απ’ τις αγροτικές περιοχές, κυρίως του βορρά, όπου είχε καταφέρει να ξεριζώσει κάθε ίχνος αυτόνομου αγροτο-εργατικού συνδικαλισμού. Το 1919, οι φασίστες όντως έκαιγαν τα γραφεία της σοσιαλιστικής ημερήσιας εφημερίδας, αλλά απείχαν απ’ τον ρόλο του απεργοσπάστη που θα έπαιρναν στα 1920, ενώ ακόμα υποστήριζαν και -στα λόγια τουλάχιστον- τις εργατικές διεκδικήσεις: ο Μουσσολίνι έκανε τεράστιο κόπο να μείνει πίσω απ’ τους απεργούς και φυσικά να μην ταυτιστεί με ταραχοποιά στοιχεία, δηλαδή κομμουνιστές. Στις αστικές περιοχές, τα φάσσι σπάνια κυριαρχούσαν. Η “Πορεία προς τη Ραβέννα” του Σεπτέμβρη του 1921 δρομολογήθηκε εύκολα. Στη Ρώμη τον Νοέμβρη του 1921, μια γενική απεργία αποθάρρυνε το προγραμματισμένο φασιστικό συνέδριο που τελικά δε διεξήχθη. Τον Μάη του 1922 οι φασίστες προσπάθησαν ξανά, και σταματήθηκαν ξανά.

Το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε χωρίς πολλές αλλαγές. Μια τοπική φασιστική έφοδος, απαντιέται με μια αντεπίθεση της εργατικής τάξης, η οποία αργότερα κάμπτεται, ακολουθώντας τις εκκλήσεις για μετριοπάθεια από τις ρεφορμιστικές εργατικές οργανώσεις, καθώς η αντιδραστική πίεση μειώνεται σταδιακά: οι προλετάριοι εμπιστεύονταν στους δημοκράτες να διαλύσουν τις ένοπλες ομάδες. Η φασιστική απειλή δεν υποχωρούσε, ανασυντασσόταν και μεταφερόταν αλλού, ενώ με το πέρασμα του χρόνου καθιέρωνε τον εαυτό της απέναντι στο κράτος αυτό απ’ το οποίο οι μάζες περίμεναν να δώσει λύση. Οι προλετάριοι αναγνώρισαν πολύ πιο γρήγορα τον εχθρό στο μελανό πουκάμισο του τραμπούκου του δρόμου, παρά στην “κανονική” στολή ενός μπάτσου ή στρατιωτικού, τυλιγμένη σε μια νομιμότητα καθαγιασμένη απ’ τη συνήθεια, τον νόμο και το δικαίωμα της ψήφου. Οι εργάτες ήταν μαχητικοί, πήραν στα χέρια τους τα όπλα, και οχύρωσαν πολλές Casa di Popolo κι εργατικά κέντρα σε φρούρια, παραμένοντας ωστόσο πάντα στην άμυνα, διεξάγοντας έναν πόλεμο χαρακωμάτων, απέναντι σ’ έναν αεικίνητο αντίπαλο.

Τις αρχές του Ιούλη του 1922, η CGL, με πλειοψηφία δυο τρίτων (ενάντια σε μια μειοψηφία ενός τρίτου, των κομμουνιστών), δήλωσε την υποστήριξή της “σε κάθε κυβέρνηση που θα εγγυηθείι την αποκατάσταση των βασικών ελευθεριών”. Τον ίδιο μήνα, οι φασίστες κλιμάκωσαν πραγματικά τις απόπειρές τους να διεισδύσουν στις πόλεις του βορρά…

Την 1η Αυγούστου, η Συμμαχία της Εργασίας, που συμπεριλάμβανε το συνδικάτο των σιδηροδρομικών, τη CGL και την αναρχική USI, κάλεσε σε γενική απεργία. Παρά την ευρεία επιτυχία, η συμμαχία επίσημα ανέστειλε την απεργία στις 3 του μηνός. Σε πολλές πόλεις ωστόσο, συνεχίστηκε παίρνοντας μια εξεγερσιακή μορφή, η οποία τελικά περιορίστηκε μόνο μετά από μια συνδυασμένη απόπειρα της αστυνομίας και του στρατού, με την υποστήριξη ναυτικών κανονιών, και φυσικά, των φασιστών.

Ποιός τσάκισε την προλεταριακή ενεργητικότητα; Η γενική απεργία τσακίστηκε από το κράτος και τα φάσσι, αλλά επίσης στραγγαλίστηκε απ’ τη δημοκρατία, και η ήττα του αυτή άνοιξε τον δρόμο για μια φασιστική διέξοδο απ’ την κρίση.

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν τόσο ένα πραξικόπημα όσο μια μεταβίβαση της εξουσίας, υποστηρισσόμενη από ένα φάσμα δυνάμεων. Η “Πορεία προς τη Ρώμη” του Duce (ο ίδιος στην πραγματικότητα αρκέστηκε να πάει με το τραίνο) ήταν λιγότερο μια επίδειξη δύναμης όσο μια πράξη θεατρική: οι φασίστες υποκρίνονταν ότι επιτίθενται στο κράτος, το κράτος υποκρίθηκε ότι αμύνεται, και ο Μουσσολίνι βρέθηκε στην εξουσία. Ο κολοφώνας του, στις 24 Οκτώβρη (“Θέλουμε να γίνουμε το Κράτος!”) δεν ήταν μια απειλή εμφυλίου πολέμου, αλλά ένα σινιάλο στην άρχουσα τάξη ότι το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα αντιπροσώπευε την μόνη δύναμη που ήταν ικανή να αποκαταστήσει την κρατική εξουσία, και να διασφαλίσει την εθνική ενότητα. Ο στρατός ήταν ακόμα σε θέση να περιορίσει τις φασιστικές ομάδες που μαζεύτηκαν στη Ρώμη, οι οποίες ήταν πενιχρά εξοπλισμένες και διαβόητα κατώτερες σε στρατιωτικό επίπεδο. Το κράτος θα μπορούσε έτσι να εκτονώσει την πίεση των στασιαστών. Το παιχνίδι όμως, δεν παιζόταν σε στρατιωτικό επίπεδο. Κάτω απ’ την επιρροή του Badoglio συγκεκριμένα (του αρχιστράτηγου κατά το 1919-21), η επίσημη αρχή αυτοκαταργήθηκε. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να κυρήξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, και στις 30 ζήτησε τελικά απ’ τον Duce να σχηματίσει νέα κυβέρνηση.

Οι φιλελεύθεροι, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που ο αντιφασισμός λογαριάζει για να σταματήσουν τον φασισμό, συμμετείχαν στην νέα κυβέρνηση. Με την εξαίρεση των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών, όλα τα κόμματα προσέτρεξαν για μια επαναπροσέγγιση με τον PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα) και υπερψήφισαν τον Μουσσολίνι: το κοινοβούλιο, με μόλις 35 φασίστες βουλευτές, υποστήριξε την τελετή απονομής του Μουσσολίνι με 306 υπέρέναντι 116 κατά. Ο Giolitti ο ίδιος, αυτό το φιλελεύθερο πρότυπο της εποχής, ένας εξουσιαστικός μεταρρυθμιστής που πήρε τα ηνία του κράτους πολλές φορές πριν τον πόλεμο, κι έπειτα ξανά στα 1920-21, τον οποίο η τρέχουσα διανόηση ακόμα λιμπίζεται ως τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε ν’ αντισταθεί στον Μουσσολίνι, τον υποστήριξε ανοιχτά το 1924. Η δημοκρατία όχι μόνο παρέδοσε τα όπλα της στον δικτάτορα, αλλά και τα λείανε προτού το  κάνει με κάθε επισημότητα.

Πρόσωπο με πρόσωπο με τη θύελλα (μετά από την απόλυση 17.000 σιδηροδρομικών, την απαγόρευση και κλείσιμο των κομμουνιστικών εφημερίδων, αμέτρητες συλλήψεις, το PC πρότεινε μια γενική απεργία για τις 26 Οκτώβρη, για να λάβει την απάντηση της CGL:

“Σε μια στιγμή που τα πολιτικά πάθη έχουν ανάψει, κι όπου δυο δυνάμεις ξένες προς τον συνδικαλισμό μάχονται για την κατάκτηση της εξουσίας, η CGL αισθάνεται ότι το καθήκον της είναι να κρατήσει τους εργαζομένους σε επαγρύπνηση ενάντια στις μεθοδεύσεις των πολιτικών κομμάτων ή ομάδων που επιθυμούν να εμπλέξουν το προλεταριάτο σ’ έναν αγώνα στον οποίο θα έπρεπε να παραμείνει αδιάφορο αν θέλει να διατηρήσει την ανεξαρτησία του”.

Μπρος σε μια ολοφάνερα πολιτική αντιδραστική εξουσία, η CGL αυτοανακηρύσσεται α-πολιτική, κι ελπίζει στην ανοχή της. Σύντομα θα ταρακουνηθεί απ’ την ονειροπόλησή της. Στους μήνες που θ’ ακολουθήσουν, συνδικαλιστές, όπως των σιδηροδρομικών και των ναυτικών, θ’ αναγκαστούν να δηλώσουν την πίστη τους στο έθνος, την πατρίδα και κατά συνέπεια στο καθεστώς: η καταστολή δε θα τους χαριστεί.

Τορίνο: 1943

Αν η ιταλική δημοκρατία παρέδωσε στον φασισμό χωρίς ούτε μια μάχη, ο φασισμός κυοφόρησε εκ νέου τη δημοκρατία όταν ο ίδιος βρέθηκε ασύμβατος με τις νέες ισορροπίες κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Το κεντρικό ερώτημα μετά το 1943, όπως και στα 1919, ήταν το πώς θα τεθεί υπό έλεγχο η εργατική τάξη. Στην Ιταλία, περισσότερο απ’ ότι αλλού, το τέλος του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου επιδείκνυε την ταξική διάσταση μιας διεθνούς σύγκρουσης, η οποία δεν μπορεί ποτέ να ερμηνευτεί από μια στρατιωτική όψη και μόνο. Μια γενική απεργία που ξέσπασε στη FIAT τον Οκτώβρη του 1942. Τον Μάρτη του 1943, ένα κύμα απεργιών που τάραξε το Τορίνο και το Μιλάνο, περιλαμβάνοντας και απόπειρες δημιουργίας εργατικών συμβουλίων. Στα 1943-45, εργατικές ομάδες προέκυψαν, μερικές φορές ανεξάρτητες από το CP, και κάποιες φορές αυτοαποκαλούμενες “Μπορντιγκιστικές”, συχνά ταυτόχρονα αντιφασιστικές, κόκκινες, κι ένοπλες. Το καθεστώς δεν μπορούσε πια να διατηρήσει την κοινωνική ισορροπία, όπως ακριβώς η γερμανική συμμαχία κατέρρευσε υπό την πίεση των Αγγλο-Αμερικάνων, οι οποίοι φαίνονταν σε κάθε γωνιά ως οι αυριανοί αφέντες της Δυτικής Ευρώπης. Η αλλαγή πλευράς, σήμαινε τη συμμαχία με τον εκάστοτε διαφαινόμενο νικητή, αλλά επίσης σήμαινε τον επαναπροσανατολισμό της εργατικής ανυποταξίας και των παρτιζάνικων ομάδων σε έναν πατριωτικό στόχο με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Στις 10 Ιούλη 1943, οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία. Στις 24, ευρισκόμενος σε μειοψηφία 17 έναντι 19 στο Υψηλό Φασιστικό Συμβούλιο, ο Μουσσολίνι παραιτήθηκε. Σπάνια ένας δικτάτορας αναγκάστηκε να παραιτηθεί για μια ψήφο πλειοψηφίας.

Ο αστυνόμος Badoglio, που υπήρξε ευνοούμενος του καθεστώτος ήδη από τότε που εκδήλωσε την υποστήριξή του στην Πορεία προς τη Ρώμη, και που ήθελε να αποτρέψει, αυτό που περιέγραφε ο ίδιος ως “μια κατάρρευση του καθεστώτος εξαιτίας μιας υπερβολικής απόκλισης προς τα αριστερά”, σχημάτισε μια κυβέρνηση η οποία ήταν ακόμα φασιστική αλλά στο εξής δε συμπεριλάμβανε τον Duce, κάνοντας ανοίγματα προς τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Οι δημοκράτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, θέτοντας ως προϋπόθεση την αποχώρηση του βασιλιά. Μετά και μια δεύτερη μεταβατική κυβέρνηση, ο Badoglio σχηματίσε μια τρίτη, τον Απρίλη του 1944, που συμπεριλάμβανε τον ηγέτη του CP, Togliatti. Υπό την πίεση των Συμμάχων και του CP, οι δημοκράτες συμφώνησαν ν’ αποδεχθούν τον βασιλιά (η Δημοκρατία θα κυρρηχθεί αργότερα με δημοψήφισμα, στα 1946). Ωστόσο το όνομα του Badoglio σημαδεύθηκε από πολλές άσχημες αναμνήσεις. Τον Ιούνη, ο Bonomi, που 23 χρόνια νωρίτερα είχε δόσει εντολή στους αξιωματικούς να ενωθούν με τα φάσσι, σχημάτισε τώρα το πρώτο υπουργείο που στην πραγματικότητα απέκλεισε τους φασίστες. Έτσι ακριβώς ο Bonomi, πρώην σοσιαλιστής, πρώην πολεμοκάπηλος, πρώην υπουργός, πρώην βουλευτής του φασιστικού “εθνικού μπλοκ”, πρώην επικεφαλής της κυβέρνησης Ιούλη 1921-Φλεβάρη 1922, πρώην οτιδήποτε, έφτασε σε άλλο ένα αξίωμα, πλέον ως αντιφασίστας. Αργότερα, η κατάσταση επαναπροσανατολίσθηκε γύρω απ’ την τριμερή συμμαχία Σταλινικών, Σοσιαλιστών και Χριστιανοδημοκρατών, οι οποίοι κι έμελλε να κυβερνήσουν τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία, τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο.

Αυτό το παιχνίδι των καρεκλών, όπου σε κάθε παύση της μουσικής οι εμπλεκόμενοι τρέχουν να πιάσουν μια θέση, συνήθως ενορχηστρομένο από την ίδια ακριβώς πολιτική τάξη, υπήρξε το θεατρικό πίσω απ’ το οποίο η δημοκρατία μεταμορφωνόταν σε δικτατορία κι αντίστροφα. Οι φάσεις ισορροπίας κι ανισορροπίας μεταξύ ταξικών αναμετρήσεων επέφεραν και μια διαδοχή πολιτικών μορφών που στόχευαν στη διατήρηση της ίδιας κατάστασης, διαφορετικές μορφές με το ίδιο περιεχόμενο. Κανείς δεν ήταν πιο κατάλληλος να μιλήσει γι’ αυτό, απ’ το ισπανικό KK, όταν δήλωνε -από κυνισμό ή αφέλεια- κατά την μετάβαση από τον Φρανκισμό στη δημοκρατική μοναρχία στα μέσα του ’70:

“Η ισπανική κοινωνία θέλει να μετασχηματιστούν τα πάντα, έτσι ώστε να εξασφαλισθούν οι βασικές λειτουργίες του κράτους, χωρίς περιστροφές ή κοινωνικές αναταραχές. Η συνέχιση του κράτους απαιτεί την μη-συνέχιση του τρέχοντος καθεστώτος”.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen

Η αντεπανάσταση θριαμβεύει αναπόφευκτα στο πεδίο της επανάστασης. Μέσα απ’ την “κοινότητα του έθνους” ο Εθνικοσοσιαλισμός θα διεκύρρητε ότι έχει εξουδετερώσει τον κοινοβουλευτισμό και την αστική δημοκρατία, εναντίον των οποίων εξεγέρθηκε μετά τα 1917 το προλεταριάτο. Όμως η συντηρητική επανάσταση πήρε επίσης αρχαϊκές αντικαπιταλιστικές τάσεις (η επιστροφή στη φύση, η φυγή από τις πόλεις…) που τα εργατικά κόμματα, ακόμα και τα πιο εξτρεμιστικά, είχαν υποτιμήσει αρνούμενα να ενσωματώσουν την α-ταξική και κοινοτιστική διάσταση του προλεταριάτου, και ανίκανα να αντιληφθούν τη φύση ως οτιδήποτε άλλο από ένα εξάρτημα της βαριάς βιομηχανίας. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αυτά τα θέματα βρίσκονταν στο επίκεντρο της σκέψης του σοσιαλιστικού κινήματος, προτού ο Μαρξισμόος τα εγκαταλείψει στο όνομα της προόδου και της επιστήμης, κι έτσι επιβίωσαν μόνο στον αναρχισμό και σε μικρότερες φράξιες.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen, η εθνική κοινότητα εναντίον της ανθρώπινης κοινότητας… Το 1933 δεν ήταν η ήττα, αλλά η κατανάλωση της ήττας. Ο Ναζισμός διογκώθηκε και θριάμβευσε στο να αφοπλίσει, να καταλύσει και να κλείσει μια κοινωνική κρίση τόσο βαθυά, που ακόμα δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το μέγεθός της. Η Γερμανία, λίκνο της ευρυτερης σοσιαλδημοκρατίας στον κόσμο, ήταν ο τόπος όπου άνθισε επίσης το ισχυρότερο αντικοινοβουλευτικό, αντισυνδικαλιστικό κίνημα, ένα κίνημα που πίστευε σ’ έναν “εργατικό” κόσμο, αλλά επίσης ικανό να εγκολπώνει πολλές άλλες πράξεις εξέγερσης ενάντια στον αστισμό και τον καπιταλισμό. Η παρουσία πρωτοποριακών καλλιτεχνών στις τάξεις της “Γερμανικής Αριστεράς” δεν είναι τυχαία. Ήταν συμπτωματική μιας επίθεσης στο κεφάλαιο ως ολόκληρο “πολιτισμό” με τον τρόπο της κριτικής του Fourier. Η απώλεια της κοινότητας, η εξατομίκευση και το αγελαίο πνεύμα, η σεξουαλική φτώχεια, η οικογένεια τόσο ως στόχος της κριτικής όσο κι ως καταφύγιο, η αποξένωση απ’ τη φύση, η βιομηχανικοποιημένη διατροφή, η διόγκωση της τεχνολογικής πλαστότητας, η εργαλειοποίηση του ανθρώπου, η υπαγωγή στην πειθαρχία του χρόνου, η ολοένα και μεγαλύτερη διαμεσολάβηση κάθε κοινωνικής σχέσης απ’ το χρήμα και την τεχνολογία: όλες αυτές οι όψεις της αλλοτρίωσης πέρασαν από τα πυρά μιας διάχυτης και πολύμορφης κριτικής. Μόνο μια επιπόλαια κι εκ των υστέρων ματιά μπορεί να αναγνώσει ολόκληρην αυτήν την ζύμωση με διαύγεια, μέσα από το πρίσμα της αναπόφευκτης επαναφομοίωσης.

Η αντεπανάσταση θριάμβευσε στα 1920 μόνο θέτοντας τα θεμέλια, στη Γερμανία και στις ΗΠΑ, μιας καταναλωτικής κοινωνίας και του Φορντισμού, και τραβώντας εκατομμύρια Γερμανών, και των εργατών μαζί, στον βιομηχανικό, εμπορικοποιημένο εκσυγχρονισμό. Δέκα χρόνια εύθραυστης κυριαρχίας, όπως δείχνει κι ο παρανοϊκός υπερπληθωρισμός του 1923. Που διαδέχθηκε μια έκρηξη στην οποία όχι μόνο το προλεταριάτο αλλά κι ολόκληρη η καπιταλιστική πρακτική αναγκάστηκε να κρατήσει αποστάσεις απ’ την ιδεολογία της προόδου κι ενός ιδεώδους ολοένα αυξανόμενης κατανάλωσης αντικειμένων και σημασιών.

Ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός τέθηκε υπό αμφισβήτηση δυο φορές μέσα σε δέκα χρόνια. Μια πρώτη απ’ τους προλεταρίους, κι έπειτα απ’ το κεφάλαιο. Ο εξτρεμισμός των Ναζί, όπως και η βία τους, ήταν ανάλογα του βάθους του επαναστατικού κινήματος επί του οποίου κυριάρχησε ο Εθνικοσοσιαλισμός και την άρνηση του οποίου αποτελούσε. Όπως οι ριζοσπάστες του 1919-21, ο Ναζισμός πρότεινε κι αυτός με τη σειρά του μια κοινότητα μισθωτών εργατών, αλλά αυτή τη φορά απολυταρχική, κλειστή, εθνική, και φυλετική, και για δώδεκα χρόνια πέτυχε να μεταμορφώσει τους προλεταρίους αρχικά σε μισθωτούς εργάτες και στη συνέχεια σε στρατιώτες.

Ο Φασισμός γεννήθηκε μέσα απ’ το κεφάλαιο, αλλά από ένα κεφάλαιο που κατέστρεφε τις παλιές σχέσεις χωρίς να παράγει νέες σταθερές σχέσεις κατά το πέρασμά του στον καταναλωτισμό. Τα εμπορεύματα ήταν ανίκανα από μόνα τους να γεννήσουν μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Βερολίνο: 1919-33

Η δικτατορία έρχεται πάντα μετά την ήττα κοινωνικών κινημάτων, όταν έχουν παραλύσει και σφαγιασθεί απ’ τη δημοκρατία, τα αριστερά κόμματα και τα συνδικάτα. Στην Ιταλία, αρκετούς μήνες μετά τις τελευταίες προλεταριακές αποτυχίες από τον διορισμό του Μουσσολίνι ως επικεφαλής του κράτους. Στη Γερμανία, η συσκότιση μιας ντουζίνας ετών που προηγήθηκαν έσπασε τη συνέχεια κι έκανε την 30ή Γενάρη 1933 να μοιάζει ως ένα κατά κύριο λόγο πολιτικό ή ιδεολογικό φαινόμενο, κι όχι ως το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης κοινωνικής έκρηξης. Η λαϊκή βάση του Εθνικοσοσιαλισμού και η θανατηφόρος ενέργεια που κινητοποίησε παραμένουν μυστηριώσεις, αν αγνοεί κανείς το ζήτημα της υποταγής, της εξέγερσης, και του ελέγχου της εργασίας.

Η γερμανική ήττα του 1918 και η πτώση της αυτοκρατορίας έθεσαν σε κίνηση μια προλεταριακή επίθεση, αρκετά ικανή να ταρακουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας, αλλά όχι επαρκώς ικανή να την επαναστατικοποιήσει, φέρνοντας έτσι τη σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα στην κεντρική σκηνή, ως υπεύθυνους για την πολιτική ισορροπία. Οι ηγέτες τους αναδείχθηκαν σε ανθρώπους της τάξης, και δεν είχαν ενδοιασμούς να καλούν τα Freikorps, πλήρως φασιστικές ομάδες με πολλούς μελλοντικούς ναζί στις τάξεις τους, για να καταπιέσουν μια ριζοσπαστική εργατική μειοψηφία στο όνομα των συμφερόντων μιας ρεφορμιστικής πλειοψηφίας. Ηττημένοι αρχικά από την αστική δημοκρατία, οι κομμουνιστές ηττήθηκαν εύκολα από την εργατική δημοκρατία: τα “εργατικά συμβούλια” εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις παραδοσιακές οργανώσεις, οχι στους επαναστάτες που εύκολα στιγματίστηκαν ως αντιδημοκρατικοί.

Σ’ αυτήν την ιστορική τομή, η δημοκρατία και οι σοσιαλδημοκράτες ήταν απαραίτητοι στον γερμανικό καπιταλισμό προκειμένου να εξουδετερώσει το πνεύμα της εξέγερσης στις εκλογικές κάλπες, παραχωρώντας εκ μέρους των αφεντικών μια σειρά μεταρρυθμίσεων, και απομονώνοντας τους επαναστάτες. [5]

Μετά το 1929, απ’ την άλλη, ο καπιταλισμός είχε ανάγκη να καταστρέψει μέρος της μεσαίας τάξης, και να πειθαρχήσει τους προλεταρίους, ακόμα και την μπουρζουαζία. Το εργατικό κίνημα, υπερασπιζόμενο όπως συνήθιζε, τον πολιτικό πλουραλισμό και τα άμεσα εργατικά συμφέροντα, είχε γίνει πια εμπόδιο. Ως διαμεσολαβητές μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, οι οργανώσεις της εργατικής τάξης αναγνωρίζονταν ως τέτοιοι κι απ’ τα δυο αυτά μέρη, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσαν να μένουν ανεξάρτητες κι απ’ τους δυο αλλά κι απ’ το κράτος. Η σοσιαλδημοκρατία έχει νόημα μόνο ως μια δύναμη που αντιπαρατίθεται στην εργοδοσία και το κράτος, κι όχι ως ένα όργανό τους ενσωματωμένο. Απέβλεπε στη διαχείρηση ενός τεράστιου πολιτικού, δημοτικού, αλληλοβοηθητικού και πολιτιστικού δικτύου. Το KPD, επιπλέον, είχε στήσει ταχύτατα τη δικιά του αυτοκρατορία, μικρότερη ίσως αλλά όχι επίσης αχαννή. Όμως, καθώς το κεφάλαιο γίνεται ολοένα και πιο οργανωμένο, τείνει να συνενώνει όλες τις διαφορετικές τάσεις του, φέρνοντας ένα κρατικιστικό στοιχείο στις επιχειρήσεις, ένα αστικό στοιχείο στις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, κι ένα κοινωνικό στοιχείο στη δημόσια διοίκηση. Το βάρος του ρεφορμισμού της εργατικής τάξης, το οποίο τελικά διαπότισε το κράτος και η ύπαρξή του ως μια “αντι-κοινωνία” τον κατέστησαν ένα στοιχείο κοινωνικής συντήρησης το οποίο το κεφάλαιο έπρεπε να καταστρέψει προκειμένου να αναπτυχθεί. Υπερασπιζόμενοι την μισθωτή εργασία ως στοιχείο του κεφαλαίου, το SPD και τα συνδικάτα, έπαιξαν έναν απαραίτητο στο κεφάλαιο αντικομμουνιστικό ρόλο στα 1918-21, αλλά αυτή η ίδια τους λειτουργία αργότερα, τα οδήγησε στο να βάλουν το συμφέρον της μισθωτής εργασίας πάνω από οτιδήποτε άλλο, εις βάρος δηλαδή της προτεραιότητας που έθετε το κεφάλαιο για την ολική αναδιοργάνωσή του.

Ένα ισχυρό αστικό κράτος θα είχε προσπαθήσει ίσως να επιλύσει αυτό το πρόβλημα με αντισυνδικαλιστικές νομοθεσίες, με επανακατάληψη των “εργατικών οχυρών”, και στρέφοντας την μεσαία τάξη, στο όνομα του εκσυγχρονισμού, ενάντια στην καθυστέρηση των προλεταρίων, όπως έκανε πολύ αργότερα η Αγγλία της Θάτσερ. Μια τέτοια επίθεση προϋποθέτει όμως ότι το κεφάλαιο είναι σχετικά ενοποιημένο υπό τον έλεγχο λίγων κυρίαρχων φραξιών. Μα η γερμανική μπουρζουαζία του 1930 ήταν βαθιά διαχωρισμένη, η μεσαία τάξη είχε καταρρεύσει και το έθνος-κράτος ήταν συντετριμμένο.

Με διαπραγματεύσεις ή με τη βία, η σύγχρονη δημοκρατία αντιπροσωπεύει και συμφιλιώνει ανταγωνιστικά συμφέροντα, στο βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Ατελείωτες κοινοβουλευτικές κρίσεις και πραγματικές ή φανταστικές πραξικοπηματικές συνομωσίες (των οποίων σκηνή ήταν η Γερμανία ήδη από την πτώση του τελευταίου σοσιαλιστή καγγελάριου το 1930), σε μια δημοκρατία είναι το χαρακτηριστικό σημάδι μακροχρόνιας διαμάχης μεταξύ των κύκλων της άρχουσας τάξης. Με το ξεκίνημα της δεκαετίας του 1930, η κρίση κατέτμησε την μπουρζουαζία σε ασυμφιλίωτα κοινωνικά και γεωπολιτικά στρατόπεδα: είτε υπέρ μιας αύξουσας ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος, είτε με τον πλήρη αφανισμό του. Διεθνές εμπόριο και φιλειρηνισμός, είτε ένα αυταρχικό καθεστώς που θα θέσει τα θεμέλια μιας στρατιωτικής επέκτασης. Η λύση δε συμπεριλάμβανε αναγκαστικά έναν Χίτλερ, αλλά προϋπέθετε μια συγκέντρωση της εξουσίας και της βίας στα χέρια μιας ισχυρής κυβέρνησης. Απ’ τη στιγμή που η συμβίωση κεντρώων-ρεφορμιστών είχε δώσει ό,τι είχε να δώσει, η μόνη επιλογή που έμενε ήταν αυτή του κρατικισμού, του προτεξιονισμού και της ανοιχτής καταστολής.

Ένα πρόγραμμα αυτού του είδους θα απαιτούσε τη βίαια διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία μέσα απ’ την εξημέρωση των εργατών που η ίδια προωθούσε άλλωστε, είχε φτάσει να εξασκεί εκτεταμένη επιρροή, αν και ήταν ακόμα ανίκανη να ενοποιήσει όλη τη Γερμανία πίσω απ’ το πρόγραμμά της. Αυτή ακριβώς η ενοποίηση ήταν το κεντρικό καθήκον του ναζισμού, που στάθηκε ικανός στο να επεκτείνει την απεύθυνσή του σ’ όλες τις τάξεις, απ’ τους ανέργους μέχρι τους μεγιστάνες της βιομηχανίας, με μια δημαγωγία που ξεπερνούσε αυτή των παραδοσιακών αστών πολιτικών, κι έναν αντισημιτισμό που χρησίμευε στο να οικοδομεί τη συνοχή μέσ’ απ’ τον αποκλεισμό.

Πώς θα μπορούσαν τα κόμματα της εργατικής τάξης να σταθούν εμπόδιο σε μια τέτοια ξενοφοβική και ρατσιστική παράνοια, μετά από τόσο καιρό που υπήρξαν οι συνοδοιπόροι του εθνικισμού; Για το SPD, κάτι τέτοιο ήταν σαφές ήδη απ’ την αρχή του αιώνα, έγινε φανερό το 1914, και γράφτηκε με αίμα στη συνθήκη του 1919 με τα Freikorps, που είχαν πλαστεί στο ίδιο πολεμικό καλούπι με τα fasci.

Πέραν αυτών, οι σοσιαλιστές δεν υπήρξαν τόσο απρόσβλητοι απ’ τον αντισημιτισμό. Το βιβλίο του Abraham Berlau “Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 1914-1921 (Columbia 1949) περιγράφει πόσο πολλοί ηγέτες του SPD ή των συνδικάτων που ήλεγχε, κι ακόμα και η σοβαρή Neue Zeit, επιτίθονταν ανοιχτά εναντίον των “ξένων” (δηλαδή Πολωνών και Ρώσσων) Εβραίων. Τον Μάρτη του 1920 η αστυνομία του Βερολίνου (υπό σοσιαλιστική διοίκηση) επέδραμε στην εβραϊκή συνοικεία και έστειλε περίπου 1000 κατοίκους της σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι τελικά, αλλά το εργατικό κίνημα συμμετείχε σ’ αυτήν την εξάπλωση του αντισημιτισμού.

Το KPD, στο μέτρο που το αφορά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί απ’ το να συμμαχήσει με τους εθνικιστές ενάντια στη Γαλλική κατοχή του Ρουρ το 1923. Κανείς θεωρητικός της Κομιντέρν δε βρέθηκε να αντιταθεί στον Radek όταν δήλωνε ότι “μόνο η εργατική τάξη μπορεί να σώσει το έθνος”. Ο ηγέτης του KPD Thalheimer έκανε σαφές ότι το κόμμα θα ‘πρεπε να πολεμήσει στο πλευρό της γερμανικής μπουρζουαζίας, η οποία έπαιζε έναν “αντικειμενικά επαναστατικό ρόλο μέσω της εξωτερικής πολιτικής της”. Αργότερα, γύρω στο 1930, το KPD ζητούσε πια “Εθνική και κοινωνική απελευθέρωση” και κατηγορούσε τους φασίστες ως “προδότες του έθνους”. Οι συζητήσεις για “εθνική επανάσταση” ήταν τόσο συχνές μεταξύ των γερμανών σταλινικών, που ενέπνευσαν τον Τρότσκυ να γράψει το 1931 μια μπροσούρα ενάντια στον εθνικο-κομμουνισμό.

Τον Γενάρη του 1933, ο κύβος ερρίφθη. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η δημοκρατία της Βαϊμάρης παραδόθηκε συνειδητά στον Χίτλερ. Τόσο η δεξιά, όσο και το κέντρο έφθασαν να τον βλέπουν ως μια βιώσιμη λύση για να βγάλει τη χώρα απ’ το αδιέξοδο, ως ένα προσωρινό “μικρότερο κακό”. Το “μεγάλο κεφάλαιο”, επιφυλακτικό απέναντι σε τυχόν απρόβλεπτες αναταραχές, δεν υπήρξε ως τότε, περισσότερο γενναιόδωρο απέναντι στο NSDAP του Χίτλερ, απ’ ότι στα άλλα εθνικιστικά και δεξιά κόμματα. Μόνο μετά τον Νοέμβρη του 1932, ο Schacht, ένας έμπιστος σύμβουλος της αστικής τάξης, έπεισε τους επιχειρηματικούς κύκλους να υποστηρίξουν τον Χίτλερ (ο οποίος προς το παρόν έβλεπε την εκλογική υποστήριξή του να μειώνεται ελαφρώς), καθώς διείδε στον Χίτλερ μια δύναμη ικανή να ενοποιήσει το κράτος και την κοινωνία. Το γεγονός ότι οι μεγιστάνες της βιομηχανίας δεν κατάφεραν να προβλέψουν που θα κατέληγαν όλ’ αυτά, στον πόλεμο και την ήττα σ’ αυτόν, είναι ένα άλλο ζήτημα, όπως και να ‘χει πάντως, κάτι τέτοιο δεν τους ώθησε φυσικά στις αντιστασιακές ομάδες κατά τον πόλεμο.

Στις 30 Γενάρη 1933, ο Χίτλερ διορίσθηκε καγγελάριος με κάθε νομιμότητα από τον Hindenburg, ο οποίος είχε εκλεγεί συνταγματικά πρόεδρος ένα χρόνο νωρίτερα με την υποστήριξη των σοσιαλιστών, που είδαν σ’ αυτόν ένα αντίπαλο δέος απέναντι στον… Χίτλερ. Οι ναζί δεν ήταν παρά μια μειοψηφία στην πρώτη κυβέρνηση του ηγέτη του NSDAP.

Τις επόμενες εβδομάδες, οι μάσκες έπεσαν: Αγωνιστές της εργατικής τάξης κυνηγήθηκαν, τα γραφεία τους καταστράφηκαν, κι ένα κλίμα τρόμου επικράτησε. Στις εκλογές του Μάρτη 1933, που προκυρήχθηκαν ενάντια στην κλιμάκωση της βίας από τα τάγματα εφόδου και την αστυνομία, 288 βουλευτές του NSDAP εξελέγησαν στο Ράιχσταγκ (το KPD διατήρησε 80 και το SPD 120).

Οι αφελείς άνθρωποι μπορεί να εκπλήσσονται με την ευκολία με την οποία το κατασταλτικό σύμπλεγμα περνάει στα χέρια της δικτατορίας, όμως η κρατική μηχανή υπακούει πάντα πλήρως την αρχή που τη διευθύνει. Μήπως δεν απολάμβανε η νέα ηγεσία πλήρους νομιμοποίησης; Μήπως οι εξέχοντες νομικοί δεν έβγαζαν τα βουλεύματά τους σε συμφωνία με τις ανώτερες αρχές του κράτους; Σ’ ένα δημοκρατικό κράτος -και η Βαϊμάρη ήταν ένα τέτοιο- αν προκύψει μια σύγκρουση μεταξύ των δυο στοιχείων της αντινομίας, δεν είναι η δημοκρατία που θα βγεί κερδισμένη. Σ’ ένα κράτος “βασισμένο στην νομιμότητα”, και η Βαϊμάρη ήταν επίσης ένα τέτοιο κράτος, είναι η νομιμότητα που πρέπει να προσαρμοσθεί στο να εξυπηρετεί το κράτος, και ποτέ το αντίθετο.

Τί έκαναν αυτές τις μέρες οι δημοκράτες άραγε; Οι προσκείμενοι στη δεξιά αποδέχθηκαν πλήρως την νέα κατάσταση. Το Zentrum, το Καθολικό κόμμα του κέντρου, που είχε δει την επιρροή του να αυξάνεται στις εκλογές του Μάρτη 1933, ψήφισε υπέρ της έκτακτης απόδοσης για πέντε χρόνια κάθε εξουσίας στον Χίτλερ, απόφαση που έγινε η νομική βάση της ναζιστικής δικτατορίας.

Οι σοσιαλιστές, απ’ την μεριά τους, προσπάθησαν να αποφύγουν την μοίρα του KPD, που κυρρήχθηκε παράνομο στις 28 Φλεβάρη, μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Στις 30 Μάρτη 1933, αποχώρησαν από τη Δεύτερη Διεθνή, προκειμένου να αποδείξουν την προσήλωσή τους στο γερμανικό έθνος. Στις 17 Μάη, η κοινοβουλευτική ομάδα τους ψήφισε υπέρ της εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ.

Στις 22 Ιούνη, το SPD τελικά διαλύθηκε ως “εχθρός του λαού και του κράτους”. Λίγες βδομάδες αργότερα, το Zentrum αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί.

Τα συνδικάτα ακολούθησαν, στα χνάρια του ιταλικού CGL, ελπίζοντας να σώσουν ό,τι μπορούσαν, επιμένοντας πως είναι α-πολιτικά. Το 1932, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες διακήρρυξαν ότι είναι ανεξάρτητες από κάθε πολιτικό κόμμα και αδιάφορες για την εκάστοτε μορφή του κράτους. Αυτό φυσικά, δεν τις εμπόδισε απ’ το να φτάσουν σε μια συμφωνία με τον Schleicher, που ήταν καγγελάριος απ’ τον Νοέμβρη του 1932 μέχρι τον Γενάρη του 1933, κι ο οποίος έψαχνε για κάποια κοινωνικά ερείσματα να κάνουν πιο πιστευτή την φιλεργατική δημαγωγία του. Απ’ τη στιγμή που οι ναζί σχημάτισαν κυβέρνηση, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες πείσθηκαν ότι αν αναγνώριζαν τον εθνικοσοσιαλισμό, το καθεστώς θα τους άφηνε λίγο χώρο να υπάρξουν. Αυτή η στρατηγική εξελίχθηκε σε φάρσα, με τους συνδικαλιστές να παρελαύνουν κάτω από τη σβάστικα την πρωτομαγιά του 1933, που μετονομάστηκε σε “Φεστιβάλ της Γερμανικής Εργατιάς”. Χαμένος κόπος. Τις επόμενες μέρες, οι ναζί διέλυσαν τα συνδικάτα και συνέλαβαν τους πιο μαχητικούς συνδικαλιστές.

Όντας μαθημένη να σαλαγά τις μάζες και να μιλά στο όνομά τους, ή όταν αποτύγχανε αυτό, να τις καταστέλλει, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είχε ακόμα πολεμήσει για το έθνος στον τελευταίο πόλεμο. Οι συνδικαλιστές δεν λοιδωρούνταν για έλλειψη πατριωτισμού. Αυτό που ενοχλούσε την μπουρζουαζία δεν ήταν τόσο το αναμάσημα του παλιού προ-1914 διεθνισμού, αλλά κυρίως η ίδια η ύπαρξη των συνδικάτων, που όσο δουλικά κι αν ήταν, διατηρούσαν έναν βαθμό ανεξαρτησίας, σε μια εποχή που ακόμα κι ένα τέτοιο εργαλείο ταξικής συνεργασίας είχε καταστεί υπερβολικό έξοδο για ένα κράτος που δε θα το ήλεγχε πλήρως.

Βαρκελώνη: 1936

Στην Ιταλία και τη Γερμανία, ο φασισμός πήρε στα χέρια του το κράτος με κάθε νομιμότητα. Η δημοκρατία κεφαλαιοποιήθηκε σε δικτατορία, ή, ακόμα χειρότερα, υποδέχθηκε τη δικτατορία μ’ ανοιχτές αγκάλες. Τί έγινε όμως στην Ισπανία; Μακράν του να αποτελεί την εξαιρετική περίπτωση μιας αποφασιστικής δράσης η οποία δυστυχώς, ηττήθηκε, η Ισπανία ήταν η ακρογωνιαία περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού στην οποία η φύση του αγώνα παρέμεινε η ίδια σύγκρουση δυο μορφών καπιταλιστικής ανάπτυξης, δυο πολιτικών μορφών του καπιταλιστικού κράτους, δυο κρατικές δομές που πολέμησαν για την νομιμοποίησή τους στην ίδια χώρα.

Ένσταση! -“Οπότε, λοιπόν, ο Φράνκο και η πολιτοφυλακές της εργατικής τάξης ήταν το ίδιο πράγμα; Οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι πάμπτωχοι αγρότες που κολλεκτιβοποιούσαν τη γη ήταν ένα και τ’ αυτό;”

Πρώτ’ απ’ όλα, η αντιπαράθεση συνέβη μόνο επειδή οι εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στον φασισμό. Όλες οι αντιφάσεις του κινήματος ήταν πρόδηλες ήδη απ’ τις πρώτες βδομάδες: ένας αναντίρρητος ταξικός πόλεμος μετασχηματιζόταν σ’ έναν καπιταλιστικό εμφύλιο πόλεμο (ασφαλώς χωρίς σαφή απόδοση των ρόλων με τους οποίους οι δυο αντιμαχόμενες μπουρζουάδικες φράξιες θα ενορχήστρωναν κάθε πράξη: η ιστορία δεν είναι θεατρικό έργο) [6].

Η δυναμική μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας πλάθεται τελικά από την ανάγκη της να ενοποιήσει αυτές τις τάξεις. Όταν, όπως συνέβη στην Ισπανία, μια λαϊκή έκρηξη συνδυάζεται με την αποσύνθεση της άρχουσας τάξης, μια κοινωνική κρίση γίνεται αμέσως κρίση του κράτους. Ο Μουσσολίνι κι ο Χίτλερ θριάμβευσαν σε χώρες με ασθενικά, πρόσφατα ενοποιημένα έθνη-κράτη, με πανίσχυρες τοπικιστικές αποσχιστικές τάσεις. Στην Ισπανία, από την Αναγέννηση μέχρι τη σύγχρονη εποχή, το κράτος ήταν πάντοτε η αποικιακή ένοπλη βούληση μιας εμπορικής κοινωνίας που τελικά καταβυθίσθηκε, αποστερημένη από μια βασική προϋπόθεση της βιομηχανικής ανάπτυξης: μια αγροτική μεταρρύθμιση. Στην πραγματικότητα, η ισπανική βιομηχανοποίηση έπρεπε να σκάψει το δρόμο της μέσα από μονοπώλια, διασπάθιση κρατικού χρήματος, παρασιτισμό.

Δεν είναι εδώ ο χώρος για να επεκταθούμε στην αλλόκοτη συρραφή αμέτρητων μεταρρυθμίσεων και φιλελεύθερων αδιεξόδων, εξουσιαστικών φιλονικιών, των Καρλικών Πολέμων, της κωμικοτραγικής διαδοχής καθεστώτων και κομμάτων μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και του κύκλου εξεγέρσεων και καταστολής που ακολούθησε την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στα 1931. Πίσω απ’ όλη αυτή τη βαβούρα έδραζε η αδυναμία της ανατέλλουσας αστικής τάξης, εγκλωβισμένης καθώς ήταν μεταξύ της έχθρας της προς την ολιγαρχία των γαιοκτημόνων και της απόλυτης ανάγκης περιορισμού των αγροτικών κι εργατικών εξεγέρσεων. Το 1936, το ζήτημα της γης δεν είχε ακόμα επιλυθεί: αντίθετα με τη Γαλλία μετά το 1789, στην Ισπανία η απαλλοτρίωση και μεταπώληση της γης της Εκκλησίας στα μέσα του 19ου αιώνα, ανέδειξε ευνοημένη μια άρχουσα τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Η αναταραχή του 1936-39 δε θα έφτανε ποτέ σε τέτοια πολιτικά άκρα, περιλαμβανομένης της σχάσης του κράτους σε δυο φράξιες που θα αντιπαρατεθούν ένοπλα σ’ έναν τριετή εμφύλιο πόλεμο, χωρίς τις σεισμικές δονήσεις ενός εγκελάδου που βρισκόταν καταχωνιασμένος εδώ κι έναν τουλάχιστον αιώνα.

Η Ισπανία δεν είχε κάποιο μεγάλο κεντροαριστερό αστικό κόμμα σαν το Parti Radical που υπήρξε το κέντρο βάρους της γαλλικής πολιτικής σκηνής για πάνω από 60 χρόνια. Πριν τον Ιούλη του 1936, η ισπανική σοσιαλδημοκρατία κράτησε ένα πολύ λιγότερο μαχητικό προφίλ, σε μια χώρα όπου δεν ήταν σπάνιο η γη να καταλαμβάνεται απ’ τους εργάτες, όπου οι απεργίες ήταν άγριες κι ένοπλες, όπου οι εργαζόμενοι στα τραμ της Μαδρίτης αποπειρώνταν να διαχειριστούν αυτόνομα την επιχείρηση, κι όπου τεράστια πλήθη εφορμούσαν στις φυλακές για να ελευθερώσουν όσους μπορούσαν απ’ τους 30.000 πολιτικούς κρατουμένους. Όπως το έθεσε ένας σοσιαλιστής ηγέτης: “Οι πιθανότητες σταθεροποίησης ενός δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα μας λιγοστεύουν κάθε μέρα. Οι εκλογές δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση του εμφυλίου πολέμου” (ή μια εφησυχαστική καρικατούρα του θα μπορούσε να προσθέσει κανείς).

Το καλοκαίρι του 1936, ήταν πια κοινό μυστικό ότι ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν στον ορίζοντα. Αφού έδωσε στους στασιαστές κάθε ευκαιρία να προετοιμασθούν, το Λαϊκό Μέτωπο, εκλεγμένο τον Φλεβάρη, ήταν πρόθυμο να διαπραγματευθεί κι ίσως ακόμα να παραδοθεί. Οι πολιτικοί θα έκαναν τις δικές τους συνθηκολογήσεις με τους στασιαστές, όπως έκαναν με τη δικτατορία του Primo de Riveira (1923-31), που απολάμβανε τη στήριξη των σοσιαλιστών (ο Caballero είχε υπηρετήσει στην κυβέρνηση ως τεχνικός σύμβουλος, πριν να γίνει Υπουργός Εργασίας το 1931, κι έπειτα επικεφαλής της δημοκρατικής κυβέρνησης απ’ τον Σεπτέμβρη 1936 ως τον Μάη 1937). Μετά απ’ αυτό, ο στρατηός που υπάκουε δημοκρατικές εντολές δυο χρόνια νωρίτερα όταν συνέθλιβε την εξέγερση των Αστουριών -ο Φράνκο- πόσο κακός θα μπορούσε να είναι;

Όμως το προλεταριάτο στάθηκε όρθιο, εμπόδισε το πραξικόπημα στην μισή χώρα, και παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας. Στη δράση τους αυτή, οι εργάτες προφανώς πολεμούσαν τον φασισμό, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δρουσαν ως ααντιφασίστες, καθώς οι δράσεις τους σημάδευαν εξίσου ενάντια στον Φράνκο όσο κι ενάντια σ’ ένα δημοκρατικό κράτος που ανησυχούσε πιο πολύ για την πρωτοβουλία των μαζών παρά απ’ τη στάση των στρατιωτικών. Τρεις πρωθυπουργοί πέρασαν μέσα σ’ ένα 24ωρο πριν γίνει δεκτή η ήδη αποφασισμένη απ’ το λαό εξόπλισή του.

Γι’ ακόμα μια φορά, το ξετύλιγμα της εξέγερσης έδειξε ότι το πρόβλημα της βίας δεν είναι πρωταρχικά ένα τεχνικό πρόβλημα. Η νίκη δεν ανήκει στην πλευρά με το προβάδισμα όπλων, ή αριθμών, αλλά μάλλον σ’ αυτήν που τολμά να πάρει την πρωτοβουλία. Εκεί όπου οι εργάτες εμπιστεύθηκαν τις τύχες τους στο κράτος, το κράτος παρέμεινε παθητικό ή απλά υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα, όπως έγινε στη Σαραγόσα. Όμως όταν οι αγώνες τους ήταν συνεκτικοί και οξείς, όπως στην Μάλαγα, οι εργάτες κέρδιζαν. Όπου υστερούσαν σε σθένος, το πλήρωναν σε αίμα -20.000 νεκροί στη Σεβίλλη.

Έτσι, ο ισπανικός εμφύλιος ξεκίνησε με μια αυθεντική εξέγερση, αλλά ένας τέτοιος χαρακτηρισμός συλλήβδην είναι ατελής. Αληθεύει μόνο όσον αφορά την εναρκτήρια πράξη: μια ουσιαστική προλεταριακή ανταρσία. Αφού τσάκισαν τις δυνάμεις τις αντίδρασεις σε μια σειρά από πόλεις, οι εργάτες είχαν την εξουσία. Όμως, τί σκόπευαν να την κάνουν; Θα πρεπε άραγε να την αποδώσουν πίσω στο δημοκρατικό κράτος, ή θα πρεπε να περάσουν ίσως σε μια κομμουνιστική δικτατορία;

Δημιουργημένη αμέσως μετά την εξέγερση, η Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών συμπεριλάμβανε αντιπροσώπους από την CNT, τη FAI, την UGT (σοσιαλιστικό συνδικάτο), το POUM, το PSUC (προϊόν της πρόσφατης συνένωσης μεταξύ του ΚΚ και των Σοσιαλιστών της Καταλωνίας), και τεσσάρων αντιπροσώπων της Generalitat, της καταλανικής τοπικής κυβέρνησης. Ως μια ευθυτενής γέφυρα μεταξύ του εργατικού κινήματος και του κράτους, κι επιπλέον, προσδεδεμένη αν όχι ενσωματωμένη στο Υπουργείο Άμυνας της Generalitat, από την παρουσία μέσα της του συμβούλου του υπουργείου άμυνας, του κομμισσάριου δημοσίας τάξης κλπ. Η Κεντρική Επιτροπή των Πολιτοφυλακών σύντομα άρχισε να διαλύεται.

Ασφαλώς, καθώς απεμπολούσαν την αυτονομία τους, οι περισσότεροι προλετάριοι πίστευαν ότι, παρά τα φαινόμενα, προσδένονταν περισσότερο στην πραγματική εξουσία, ενώ απέδιδαν στους πολιτικούς και μόνο το προσωπείο της εξουσίας, το οποίο βεβαίως δεν εμπιστεύονταν και το οποίο θεωρούσαν ότι μπορούν να ελέγξουν και να προσανατολίσουν προς μια ευνοϊκή διεύθυνση. Άλλωστε, τί τα είχαν τα όπλα;

Αυτό ήταν ένα μοιραίο λάθος. Το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν ποιός έχει τα όπλα, αλλά μάλλον: τί κάνουμε με τα όπλα; 10.000 ή 100.000 προλετάριοι οπλισμένοι ως τα δόντια δεν είναι τίποτα εάν εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους σε οτιδήποτε πέραν της ίδιας της δύναμής τους ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα ή τον επόμενο χρόνο, η δύναμη της οποίας την εξουσία αναγνωρίζουν θα τους πάρει μέσ’ απ’ τα χέρια τα όπλα που απέτυχαν να στρέψουν εναντίον της.

“Στην πραγματικότητα, η μάχη στην Ισπανία μεταξύ μιας “νόμιμης” κυβέρνησης και “στασιαστικών δυνάμεων” δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια μάχη για διαφορετικά ιδανικά, όσο ένας αγώνας μεταξύ αποφασισμένων καπιταλιστικών ομάδων ενσωματωμένων στην αστική δημοκρατία κι άλλων καπιταλιστικών ομάδων… Το ισπανικό υπουργικό συμβούλιο δεν έχει καμιά διαφορά ως προς τις αρχές του από το αιμοσταγές καθεστώς Leroux που σφάγιασε χιλιάδες ισπανούς προλεταρίους το 1934… Οι ισπανοί εργάτες συνεχίζουν να καταπιέζονται με τα όπλα στα χέρια τους!” [7]

Οι εξεγερμένοι δεν επιτέθηκαν στην νόμιμη κυβέρνηση, μ’ άλλα λόγια στο κράτος ως είχε τότε, και κάθε δράση τους που ακολούθησε, έλαβε χώρα κάτω απ’ την ομπρέλα του. “Μια επανάσταση ξεκίνησε χωρίς να ξετυλιχθεί ποτέ” όπως έγραψε ο Orwell. Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο που καθόρισε την έκβαση ενός ολοένα χειροτερεύοντος ένοπλου αγώνα ενάντια στον Φράνκο, όπως επίσης και η εξάντληση και καταστροφή κι απ’ τα δυο στρατόπεδα των κολλεκτίβων και των συνεταιρισμών. Μετά το καλοκαίρι του 1936, η πραγματική εξουσία στην Ισπανία εξασκούταν από το κράτος, κι όχι από οργανώσεις, συνδικάτα, κολλεκτίβες, επιτροπές κλπ. Ακόμα κι αν ο Νιν, ο επικεφαλής του POUM, ήταν σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, “Το POUM δεν κατάφερε πουθενά να έχει την όποια επιρροή επί της αστυνομίας”, όπως παραδέχθηκε ένας υπερασπιστής του κόμματος αυτού [8]. Ενώ οι εργατικές πολιτοφυλακές ήταν πράγματι ο ανθός του δημοκρατικού στρατού και πλήρωναν βαρύ το τίμημα στα πεδία των μαχών, δεν τους έπεφτε κανένας λόγος στις αποφάσεις της ηγεσίας, που σταθερά τις ενσωμάτωνε σε τακτικές μονάδες (μια διαδικασία που είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του 1937), προτιμώντας να τις οδηγήσει στην εξόντωση παρά να ανεχθεί την αυτονομία τους. Όσον αφορά την πανίσχυρη CNT, έχασε βαθμιαία έδαφος προς όφελος ενός ΚΚ που ήταν εντελώς αδύναμο πριν τον Ιούλη 1936 (έχοντας μόλις 14 βουλευτές στην κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου, απέναντι σε 85 σοσιαλιστές), όμως το οποίο κατάφερνε να πλασάρεται ολοένα και περισσότερο ως αναπόσπαστο στοιχείο του κρατικού συμπλέγματος και να επωφελείται από το κράτος απέναντι στους ριζοσπάστες, και ιδιαίτερα απέναντι στους μαχητές της CNT. Το ερώτημα ήταν: ποιός διευθύνει την κατάσταση; και η απάντηση ήταν: το κράτος όποτε το βρίσκει απαραίτητο εξασκεί την εξουσία του, είτε ύπουλα είτε βάναυσα.

Αν η δημοκρατική αστική τάξη και οι σταλινικοί έχασαν πολύτιμο χρόνο διαλύοντας τις αγροτικές κολλεκτίβες, αφοπλίζοντας τις πολιτοφυλακές του POUM, και κυνηγώντας τροτσκιστές “σαμποτέρς” και άλλους “πράκτορες του Χίτλερ” ακόμα και τη στιγμή που ο αντιφασισμός θα ΄πρεπε να τα ρίχνει όλα στον αγώνα ενάντια στον Φράνκο, αυτό δεν ήταν τόσο από ένα αυτοκτονικό ένστικτο. Για το κράτος και το ΚΚ (το οποίο καθίστατο γοργά η ραχοκοκκαλιά του κράτους μέσα απ’ τον στρατό και την αστυνομία), αυτές οι επιχειρήσεις δεν ήταν χάσιμο χρόνου. Ο επικεφαλής του PSUC λέγεται ότι είπε: “Πριν τη Σαραγόσα, πρέπει να πάρουμε τη Βαρκελώνη”. Ο κύριος στόχος τους δεν ήταν ποτέ να τσακισθεί ο Φράνκο, αλλά να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις μάζες, γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν άλλωστε τα κράτη, και μ’ αυτόν τον τρόπο ο σταλινισμός χτίζει τη δύναμή του. Η Βαρκελώνη έπεσε από τα χέρια των προλεταρίων. Η Σαραγόσα παρέμεινε στα χέρια των φασιστών.

Βαρκελώνη: Μάης 1937

Η αστυνομία προσπάθησε να καταλάβει το τηλεφωνικό κέντρο που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο αναρχικών (και σοσιαλιστών) εργατών. Στην καταλανική μητρόπολη, καρδιά και σύμβολο της επανάστασης, οι νόμιμες αρχές δε σταματούσαν πουθενά προκειμένου να αφοπλίσουν κάθε τι που παρέμενε ζωντανό, ανεξέλεγκτο και αντι-αστικό. Η τοπική αστυνομία, επιπλέον, ήταν στα χέρια του PSUC (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικο Κόμμα Καταλωνίας – αδελφό κόμμα του ισπανικού ΚΚ). Αντιμέτωποι με μια ανοιχτά εχθρική εξουσία, οι προλετάριοι τελικά κατάλαβαν ότι η εξουσία αυτή δεν ήταν δική τους, ότι της είχαν παραχωρήσει το δώρο της εξέγερσής τους δέκα μήνες νωρίτερα, και ότι πια η εξέγερσή τους είχε στραφεί εναντίον τους. Ως αντίδραση στην αρπαγή αυτής της εξουσίας από το Κράτος, μια γενική απεργία παρέλυσε τη Βαρκελώνη. Ήταν πια αργά. Οι εργάτες είχαν ακόμη την ικανότητα να εξεγείρονται ενάντια στο Κράτος (που είχε πάρει αυτή τη φορά τη δημοκρατική του μορφή), αλλά δεν μπορούσαν πλέον να ωθήσουν τους αγώνες τους προς ένα σημείο ανοιχτής ρήξης.

Όπως πάντα, το «κοινωνικό» ζήτημα κυριάρχησε εκ των προτέρων επί του στρατιωτικού. Η νόμιμες αρχές δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τις οδομαχίες. Μέσα σε λίγες ώρες, στη θέση ενός πεδίου ανταρτοπολέμου, ενός πολέμου θέσεων, στήθηκε μια κούρσα καταλήψεων κτιρίων έναντι κτιρίων. Κυριάρχησε μια αμυντική εκεχειρία στην οποία κανείς δεν μπορούσε να νικήσει μιας και κανείς δεν επιτιθόταν. Με την ίδια την επιθετική της δυνατότητα μειωμένη, η αστυνομία δε ριψοκινδύνευε να εμπλακεί σε επιθέσεις κτιρίων που είχαν καταλάβει οι αναρχικοί. Γενικά μιλώντας η τοπική αστυνομία και το κράτος κατείχαν το κέντρο της πόλης, ενώ η CNT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας – υπό τον έλεγχο των αναρχοσυνδικαλιστών) και το POUM (μαρξιστές) κατείχαν τις εργατικές συνοικείες. Το στάτους κβο τελικά κρίθηκε με πολιτικά μέσα. Οι μάζες κατέθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις δυο οργανώσεις που δέχονταν επίθεση, ενώ οι τελευταίες, φοβισμένες πως θα έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με το κράτος, έπεισαν τους ανθρώπους να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους (αν και όχι χωρίς κάποια δυσκολία) κι έτσι υπέσκαψαν την μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τους σώσει τόσο πολιτικά όσο και «φυσικά». Αμέσως μόλις τελείωσε η απεργία, γνωρίζοντας ότι πλέον έχει το πάνω χέρι της κατάστασης, η κυβέρνηση έφερε 6.000 φρουρούς των Ταγμάτων Επίθεσης, επίλεκτο τμήμα της αστυνομίας. Από τη στιγμή που αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση των «αντιπροσωπευτικών οργανώσεων» και των μεσολαβητικών συμβουλίων του POUM και της CNT, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που είχαν νικήσει τον φασιστικό στρατό τον Ιούλη του 1936 παραδόθηκαν αμαχητί στην Δημοκρατική Αστυνομία τον Μάη του 1937.

Στο σημείο εκείνο, η καταστολή μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της. Μόνο μερικές εβδομάδες ήταν αρκετές ώστε να τεθεί εκτός νόμου το POUM, να συλληφθούν οι ηγέτες του, και να θανατωθούν είτε νόμιμα είτε όχι, και να εξαφανιστεί ο Νιν (πρόεδρος του POUM). Ένας παράλληλος αστυνομικός μηχανισμός στήθηκε κρυφά σε τοπικό επίπεδο, οργανωμένος από το NKVD (Σ.τ.μ: Narodnii Komissariat Vnoutrennikh Diél – υπηρεσία πληροφοριών της ΕΣΣΔ) και τον μυστικό σχηματισμό της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), που έδινε λογαριασμό απευθείας στην Μόσχα και μόνο. Από το σημείο εκείνο, καθένας που έδειχνε την παραμικρή αντίθεση στο Δημοκρατικό Κράτος και τον βασικό σύμμαχό του, την ΕΣΣΔ, αποκηρυσσόταν και καταδιωκόταν ως «φασίστας», καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο ένας στρατός από καλοπροαίρετες, ευγενικές ψυχές ήταν πρόθυμος να επαναλάβει την ανθρωποσφαγή, κάποιοι από άγνοια, άλλοι από προσωπικό συμφέρον, αλλά όλοι τους πεπεισμένοι πως καμιά τέτοια αποκήρυξη δεν ήταν περιττή, τη στιγμή που ο φασισμός προέλαυνε. Η λύσσα που απελευθερώθηκε απέναντι στο POUM δεν ήταν απροσδόκητη. Αντιτιθέμενο στις δίκες της Μόσχας, το POUM είχε καταδικαστεί στο να καταστραφεί από έναν Σταλινισμό που επιδόθηκε σε έναν ανελέητο παγκόσμιο αγώνα ενάντια στους αντιπάλους του, για τον έλεγχο των μαζών. Τη στιγμή εκείνη, τα περισσότερα κόμματα, σχολιαστές κι ακόμα και η Λίγκα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δε δίσταζαν να συνηγορήσουν στην ενοχή των κατηγορουμένων. Εξήντα χρόνια αργότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία καταδικάζει αυτές τις δίκες και τις βλέπει σαν ένα σημάδι του παρανοϊκού κυνηγιού της εξουσίας του Κρεμλίνου. Λες και τα σταλινικά εγκλήματα δεν είχαν καμιά σχέση με τον αντιφασισμό! Η αντιφασιστική λογική πάντοτε θα ευθυγραμμίζεται με τις πιο συμβατικές δυνάμεις και πάντοτε θα πολεμάει τις πιο ριζοσπαστικές.

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, τον Μάη του 1937, δόθηκε ένα στίγμα, αυτού που λίγους μόνο μήνες νωρίτερα, θα ήταν αδιανόητο: Ένας σοσιαλιστής πολύ δεξιότερος ακόμα κι από τον Caballero, ο Negrin, θα ηγείτο μιας κυβέρνησης η οποία θα γινόταν συνώνυμη του «νόμου και της τάξης», περιλαμβάνοντας φυσικά την καταστολή ενάντια στους εργαζομένους. Ο Orwell, ο οποίος κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του στα γεγονότα αυτά, αντιλήφθηκε ότι ο πόλεμος «για τη δημοκρατία» είχε προφανώς τελειώσει. Αυτό που έμενε ήταν ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε δυο φασισμούς, με τη διαφορά ότι ο ένας ήταν λιγότερο απάνθρωπος από τον άλλον. Ωστόσο, ο Orwell υπέκυψε στην αναγκαιότητα να αποφευχθεί ο «πιο απογυμνωμένος και ανεπτυγμένος φασισμός του Φράνκο και του Χίτλερ». Από το σημείο αυτό κι έπειτα, το μόνο ζήτημα ήταν ο αγώνας για έναν φασισμό λιγότερο άσχημο από τον αντίπαλό του…

Ο πόλεμος κατατρώει την επανάσταση

Η εξουσία δεν βρίσκεται πια στις κάννες των όπλων, όπως δε βρίσκεται ούτε στα εκλογικά παραβάν. Καμιά επανάσταση δεν είναι ειρηνική, αλλά και ποτέ η “στρατιωτική” της διάσταση δεν είναι η κεντρική. Το ζήτημα δεν είναι εάν οι προλετάριοι θα πραγματοποιήσουν τελικά το πέσιμο στα οπλοστάσια, αλλά εάν θα πραγματοποιήσουν αυτό που είναι: όντα εμπορευματοποιημένα που πια δεν μπορούν ούτε και θέλουν να υπάρχουν ως εμπορεύματα, και των οποίων η εξέγερση ξεπερνά την καπιταλιστική λογική. Τα οδοφράγματα και τα αυτόματα προκύπτουν όλα απ’ αυτό το “όπλο”. Όσο μεγαλύτερη η αλλαγή στην κοινωνική ζωή, τόσο λιγότερα όπλα θα χρειαστούν, και τόσο λιγότερες απώλειες θα υπάρξουν. Μια αυθεντικά κομμουνιστική επανάσταση δε θα μοιάζει ποτέ με ανθρωποσφαγή: όχι από υποτιθέμενα μη-βίαια ιδεώδη, αλλά επειδή η επανάσταση περισσότερο ανατρέπει (συμπεριλαμβανομένου του στρατού) παρά καταστρέφει.

Το να φανταζόμαστε ένα προλεταριακό μέτωπο απέναντι σ’ ένα αστικό μέτωπο σημαίνει ν’ αντιλαμβανόμαστε το προλεταριάτο με αστικούς όρους, στα πρότυπα μιας πολιτικής επανάστασης ή ενός πολέμου (που παίρνει την εξουσία κάποιου, καταλαμβάνει τα εδάφη του). Καθ’ αυτόν τον τρόπο, επαναφέρει κανείς στο παιχνίδι όσα το εξεγερτικό κίνημα είχε ξεπεράσει: την ιεραρχία, τον σεβασμό για τους ειδικούς, για την ειδική γνώση, για τις τεχνικές που επιλύουν τα προβλήματα, κατά κάποιο τρόπο για κάθε τι, που θα ξαλάφρωνε τον ρόλο του κοινού ανθρώπου. Στην Ισπανία, απ’ το φθινόπωρο του 1936 κι έπειτα, η επανάσταση εξελίχθηκε σε έναν πολεμικό ανταγωνισμό, και σ’ ένα είδος αναμέτρησης τυπικό των κρατών: ένας πόλεμος μετώπων. Σύντομα η “πολιτοφυλακή” της εργατικής τάξης θα εξελισσόταν σ’ έναν τυπικό “στρατό”.

Χωρισμένοι σε “ταξιαρχίες”, οι εργάτες αποχωρούσαν απ’ τη Βαρκελώνη για να νικήσουν τους φασίστες και στις άλλες πόλεις, ξεκινώντας απ’ τη Σαραγόσα. Η επέκταση της επανάστασης και σε περιοχές πέραν του δημοκρατικού ελέγχου ωστόσο, θα σήμαινε κι ότι η επανάσταση εντός των δημοκρατικών περιοχών έχει ολοκληρωθεί. Όμως ακόμα κι ο Ντουρρούτι δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι το κράτος παρέμενε παντού ανέπαφο. Καθώς η ταξιαρχία του (ένα 70% της οποίας αποτελούταν από αναρχικούς) προχωρούσε, επέκτεινε τις κολλεκτιβοποιήσεις: οι πολιτοφύλακες βοηθούσαν τους χωρικούς και έσπειραν τις επαναστατικές ιδέες. Ωστόσο, όσο κι αν δήλωνε ο Ντουρρούτι ότι “αυτές οι πολιτοφυλακές δε θα υπερασπιστούν ποτέ την μπουρζουαζία”, η αλήθεια είναι ότι δεν της επιτίθονταν κιόλας. Δυο βδομάδες πριν το θάνατό του, μίλησε στο ραδιόφωνο, στις 4 Νοέμβρη 1936, λέγοντας:

“Στο μέτωπο και στα χαρακώματα, μια ιδέα μόνο υπάρχει κι ένας σκοπός -η καταστροφή του φασισμού”.

“Καλούμε τον λαό της Καταλωνίας να σταματήσει κάθε εσωτερική διαμάχη και φιλονικία, να ξεχάσει κάθε ζήλια και κάθε πολιτική διαφορά, και να σκεφτεί τον πόλεμο και μόνον. Οι πολιτικοί δεν κάνουν άλλο απ’ τα γνωστά τους κόλπα για να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους μια άνετη ζωή. Αυτή η αμφίβολη τέχνη πρέπει ν’ αντικατασταθεί απ’ την τέχνη της εργασίας. Ο λαός της Καταλωνίας πρέπει να φανεί αντάξιος των αδελφών του που μάχονται στο μέτωπο. Αν οι εργάτες της Καταλωνίας ανέλαβαν το ύψιστο καθήκον να πολεμήσουν στα διάφορα μέτωπα, αυτοί που ζουν στις πόλεις και τα χωριά θα πρέπει επίσης να κινητοποιηθούν για να πράξουν το μερίδιό τους. Η ηρωική πολιτοφυλακή μας, έτοιμη να χάσει τη ζωή της στα πεδία των μαχών, πρέπει να είναι σίγουρη για το ποιόν έχει πίσω της. Νιώθουν ότι κανείς δε θα πρεπε να απέχει απ’ τα καθήκοντά του εξαιτίας μη καταβολής αυξήσεων στον μισθό του ή μη ελάτωσης των ωρών εργασίας. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι του μόχθου κι ιδιαίτερα αυτοί της CNT, πρέπει να είναι έτοιμοι για την μέγιστη θυσία. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα θριαμβεύσουμε κατά του φασισμου”.

“Απευθύνομαι σ’ όλες τις οργανώσεις, ζητώντας τους να θάψουνε τις συγκρούσεις και τους καυγάδες τους…”

“Η στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών επικυρώθηκε. Εάν αυτό έγινε για να μας τρομοκρατήσει, να μας επιβάλει μια σιδηρά πειθαρχία, τότε ήταν μια λανθασμένη πολιτική. Προκαλούμε αυτούς που επικύρωσαν αυτό το διάταγμα να έρθουν στο μέτωπο και να δουν με τα μάτια τους το ηθικό και την πειθαρχία μας και να τα συγκρίνουν με το ηθικό και την πειθαρχία στα μετόπισθεν. Δεν έχουμε καμμιά πρόθεση να δεχθούμε μια πειθαρχία που μας επιβάλεται ετσιθελικά. Κάνουμε το καθήκον μας. Ελάτε στο μέτωπο να δείτε την οργάνωσή μας! Αργότερα μπορούμε να έρθουμε στη Βαρκελώνη να εξετάσουμε με τη σειρά μας τη δική σας οργάνωση, την πειθαρχία και τον έλεγχό σας!”

“Δεν υπάρχει κανένα χάος στο μέτωπο, καμμιά έλλειψη πειθαρχίας. Έχουμε όλοι μας ψηλά το αίσθημα της υπευθυνότητας. Γνωρίζουμε τί μας έχετε εμπιστευθεί. Μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι. αλλά να θυμάστε ότι δεν έχουμε εγκαταλείψει τη Βαρκελώνη στα χέρια σας. Απαιτούμε υπευθυνότητα και πειθαρχία κι από την μεριά σας. Αφήστε μας να αποδείξουμε την ικανότητά μας να αποφύγουμε τη δημιουργία νέων διαφορών μετά τον πόλεμό μας ενάντια στον φασισμό. Αυτοί που επιθυμούν την ανάδειξή της δικής τους οργάνωσης ώς ισχυρότερη, δουλεύουν στη λάθος κατεύθυνση. Ενάντια στην τυραννία υπάρχει μόνο ένα μέτωπο, μια οργάνωση και μια πειθαρχία” [10]

Οι ακροατές θα πίστευαν ότι μια επανάσταση πραγματικά λαμβάνει χώρα, πολιτικά και οικονομικά, και η οποία απλώς χρειάζεται τη στρατιωτική ολοκλήρωσή της: το τσάκισμα των φασιστών. Ο Ντουρρούτι και οι σύντροφοί του ενσωμάτωναν μια ενέργεια η οποία δεν περίμενε το 1936 για την έφοδό της στο υπάρχον σκηνικό. Κι όμως, ολόκληρη η μαχητική βούληση του κόσμου αυτού δεν είναι αρκετή, όταν οι εργάτες στοχεύουν μ’ όλη τους την ενέργεια ενάντια σε μια συγκεκριμένη μορφή του κράτους, κι όχι ενάντια στο κράτος καθεαυτό. Στα μέσα του 1936, αποδεχόμενοι να διεξάγουν έναν πόλεμο χαρακωμάτων σήμαινε να παρατήσουν τα κοινωνικά και πολιτικά όπλα στα χέρια της μπουρζουαζίας που έμενε στα μετόπισθεν, κι επίσης σήμαινε να στερήσουν τη στρατιωτική δράση από την πρωταρχική ώθηση που αντλεί από ένα άλλο πεδίο, το μόνο στο οποίο το προλεταριάτο έχει το πάνω χέρι. Όπως έγραφε η “Ολλανδική Αριστερά”:

“Αν οι εργάτες πραγματικά επιθυμούν να οικοδομήσουν ένα αμυντικό μέτωπο ενάντια στους λευκούς, ο μόνος τρόπος να το κάνουν είναι να πάρουν την πολιτική εξουσία οι ίδιοι, αντί να την αφήσουν στα χέρια μιας κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου. Μ’ άλλα λόγια, η υπεράσπιση της επανάστασης είναι εφικτή μόνο μέσ’ από τη δικτατορία του προλεταριάτου, κι όχι από μια συνεργιασία όλων των αντιφασιστικών κομμάτων… Η προλεταριακή επανάσταση περιστρέφεται γύρω απ’ την καταστροφή του παλιού κρατικού μηχανισμού, και την ανάληψη των κεντρικών λειτουργιών της εξουσίας από τους ίδιους τους εργάτες”. [11]

Το καλοκαίρι του 1936, μακράν του να απολαμβάνουν μια αποφασιστική στρατιωτική υπεροχή, οι εθνικιστές δεν κατείχαν ακόμη καμιά μεγάλη πόλη. Η δύναμή τους έδραζε στην Λεγεώνα των Ξένων και στους “Μαυριτανούς” του Μαρόκκου. Το 1912, το Μαρόκκο είχε διαμοιραστεί απ’ τη Γαλλία και την Ισπανία σε δύο προτεκτοράτα, αλλά είχε από καιρό εξεγερθεί ενάντια στις αποικιακές φιλοδοξίες καί των δυο χωρών. Ο ισπανικός βασιλικός στρατός είχε ηττηθεί βαριά εκεί το 1921, κυρίως λόγω της λιποταξίας των μαροκκινής καταγωγής στρατιωτών του. Παρά τη Γαλλο-Ισπανική συνεργασία, ο Πόλεμος του Ριφ στον οποίον διακρίθηκε ένας στρατηγός ονόματι Φράνκο) τελείωσε μόνο μετά την παράδοση του Abd el-Krim, το 1926. Δέκα χρόνια αργότερα, οι διακηρύξεις άμεσης και άνευ όρων ανεξαρτησίας για το ισπανικό Μαρόκκο έφεραν απογοήτευση και οργή στα τάγματα εφόδου των αντιδραστικών. Η δημοκρατία προφανώς βρήκε μια εύκολη προσωρινή λύση, υπό την πίεση των συντηρητικών κύκλων και της Αγγλικής και Γαλλικής Δημοκρατίας, που δεν έβλεπαν μ’ ενθουσιασμό κάθε πιθανή υπαναχώρηση απ’ τις δικές τους αποικιακές αυτοκρατορίες. Την ίδια στιγμή επιπλέον, το γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο όχι μόνο αρνήθηκε να παραχωρήσει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση άξια του ονόματός του στους υπηκόους των γαλλικών αποικιών, αλλά διέλυσε και το Βορειοαφρικανικό Αστέρι, ένα προλεταριακό κίνημα στην Αλγερία.

Ο καθένας γνωρίζει ότι η πολιτική της “μη-ανάμειξης” στην Ισπανία ήταν της πλάκας. Μια βδομάδα μετά τη στρατιωτική στάση, το Λονδίνο ανακοίνωσε την αντίθεσή του σε κάθε πώληση όπλων στην τότε νόμιμη ισπανική κυβέρνηση, καθώς και την ουδετερότητά του σε περίπτωση που η Γαλλία εμπλακεί σε μια σύγκρουση. Η δημοκρατική Αγγλία έθετε έτσι τη δημοκρατία και τον φασισμό στο ίδιο επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, η Γαλλία του Blum και του Thorez έστειλε μερικά αεροπλάνα, όταν η Ιταλία και η Γερμανία έστειλαν ολόκληρα τάγματα με τα πολεμοφόδιά τους. Όσο για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ελεγχόμενες από τη Σοβιετική Ένωση και τα ΚΚ, η στρατηγική τους αξία επήλθε μ’ ένα ιδιαίτερα βαρύ τίμημα, συγκεκριμένα την εξόντωση κάθε αντιπολίτευσης στον σταλινισμό, προερχόμενης μέσα από την εργατική τάξη. Ήταν στο ξεκίνημα του 1937, μετά την πρώτη παραλαβή όπλων, που η Καταλωνία κατήργησε τον Νιν απ’ τη θέση του ως σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Σπάνια η στενή αντίληψη της ιστορίας ως μια σειρά από μάχες, πολέμους και στρατηγικές ήταν πιο άτοπη προκειμένου να εξηγήσει την πορεία ενός άμεσα “κοινωνικού” πολέμου, διαμορφωμένου καθώς ήταν από την εσωτερική δυναμική του αντιφασισμού. Ο επαναστατικός ζήλος αρχικά έσπασε την ορμή των εθνικιστών. Έπειτα οι εργάτες αποδέχθηκαν την νομιμότητα: η σύγκρουση πάγωσε και στη συνέχεια θεσμοθετήθηκε. Απ’ τον χειμώνα του 1936 κι έπειτα, οι ταξιαρχίες της πολιτοφυλακής καθηλώθηκαν στην πολιορκεία της Σαραγόσα. Το κράτος εξόπλιζε μόνο τις στρατιωτικές μονάδες που απολάμβαναν την εμπιστοσύνη του, δηλαδή αυτές που δεν απαλλοτρίωναν την μεγάλη ιδιοκτησία. Απ’ τις αρχές του 1937, στις πενιχρά εξοπλισμένες πολιτοφυλακές του POUM που μάχονταν με παλιά τυφέκια, το ρεβόλβερ ήταν ήδη πολυτέλεια. Στις πόλεις, οι πολιτοφύλακες βρίσκονταν ώμο με ώμο με τους άρτια εξοπλισμένους τακτικούς στρατιώτες. Τα μέτωπα πληθαίναν, όπως και μέσα στη Βαρκελώνη, μεταξύ προλεταρίων και μπάτσων. Η τελευταία ανάσα ήταν η νίκη των δημοκρατικών στην Μαδρίτη. Αμέσως μετά, η κυβέρνηση διέταξε τους μη-στρατολογημένους πολίτες να παραδώσουν τα όπλα τους. Το διάταγμα είχε περιορισμένα άμεσα αποτελέσματα, αλλά ήταν ενδεικτικό της αμείωτης θέλησης αφοπλισμού του πληθυσμού. Η απογοήτευση και η καχυποψία διέβρωναν το ηθικό. Ο πόλεμος περνούσε ολοένα και περισσότερο στα χέρια των ειδικών. Τελικά, η Δημοκρατία έχανε ολοένα και περισσότερο έδαφος, καθώς κάθε κοινωνικό περιεχόμενο και κάθε επαναστατική σημασία εξανεμιζόταν στο αντιφασιστικό στρατόπεδο.

Ο περιορισμός της επανάστασης σε πόλεμο, απλοποιεί και διαστρεβλώνει το κοινωνικό ζήτημα σε μια λογική κέρδους ή απώλειας, σε μια λογική επικράτησης του “ισχυρότερου”. Το ζήτημα πλέον τίθεται στο ποιός θα έχει τους πιο πειθαρχημένους στρατιώτες, τα καλύτερα οικονομικά, τους πιο ικανούς αξιωματικούς και την υποστήριξη συμμάχων των οποίων η πολιτική φύση μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία, τραβάει τελικά τη σύγκρουση μακριά απ’ την καθημερινή ζωή. Είναι μια συγκεκριμένη μορφή πολέμου που, ακόμα και μεταξύ των υποστηριχτών του από κάθε πλευρά, κανείς δε θέλει να χάσει, αν και όλοι επιθυμούν να τελειώσει. Σε αντίθεση με την επανάσταση, εκτός από την περίπτωση ήττας, ο πόλεμος δεν διαβαίνει το κατώφλι μου. Μεταμορφωμένος σε μια στρατιωτική διαμάχη, ο πόλεμος ενάντια στον Φράνκο σταμάτησε να είναι μια προσωπική δέσμευση, έχασε κάθε απτή πραγματικότητά του, κι έγινε μια κινητοποίηση από τα πάνω, όπως σε κάθε άλλη κατάσταση πολέμου. Μετά τον Γενάρη του 1937, η εθελοντική κατάταξη έκανε “κοιλιά”, και ο εμφύλιος πόλεμος, και στα δυο στρατόπεδα, έφθασε σε μια γενική υποχρεωτική στρατολόγηση. Ως αποτέλεσμα, τυχόν πολιτοφύλακες του 1936 που θα εγκατέλειπαν τις ταξιαρχίες ένα χρόνο αργότερα, αηδιασμένοι με τον πολιτικαντισμό της Δημοκρατίας, μπορούσαν να συλληφθούν και να εκτελεσθούν επί τόπου ως “λιποτάκτες”.

Σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, η στρατιωτική εξέλιξη αυτή, από μια εξέγερση σε πολιτοφυλακές κι έπειτα σε τακτικό στρατό, θυμίζει τους “αντάρτικους” πολέμους “guerrilla” ενάντια στον Ναπολέοντα (εξ ού και ο όρος guerilla από το ισπανικό guerra, ο “μικρός πόλεμος” δηλαδή), που περιράφει ο Μαρξ:

“Συγκρίνοντας τις τρεις περιόδους του guerrilla με την πολιτική ιστορία της Ισπανίας, ανακαλύπτουμε ότι αναπαριστούν και τον ανάλογο βαθμό στον οποίο το αντεπαναστατικό πνεύμα της Κυβέρνησης είχε επιτύχει να παγώσει το πνεύμα του λαού. Ξεκινώντας με την εξέγερση ολόκληρων πληθυσμών, ο παρτιζάνικος πόλεμος συνεχίστηκε στη συνέχεια από ανταρτοομάδες, που είχαν πίσω τους ολόκληρες επαρχίες για εφεδρείες, και τελείωσε με παραστρατιωτικά σώματα που βρίσκονταν πάντα με το ένα πόδι στο να κυλήσουν στην ληστεία και την πειρατεία, ή έφθιναν στο επίπεδο ταγμάτων τακτικού στρατού”. [12]

Για το 1936, όπως και για το 1808, η εξέλιξη της στρατιωτικής κατάστασης δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ή ακόμα και κατά κύριο λόγο από την τέχνη του πολέμου, αλλά προκύπτει από την ισορροπία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, και τον μετασχηματισμό τους σε μια αντεπαναστατική κατεύθυνση. Ο συμβιβασμός που επικαλούταν ο ΝΤουρρούτι, η αναγκαιότητα ενότητας με κάθε κόστος, δεν μπορούσε παρά να παραδώσει πρώτα την νίκη στο Δημοκρατικό κράτος (επί του προλεταριάτου κι έπειτα στο Φρανκικό κράτος (επί της Δημοκρατίας).

Υπήρξε στο ξεκίνημά της μια επανάσταση στην Ισπανία, που όμως γρήγορα αντιστράφηκε καθώς οι προλετάριοι, πεπεισμένοι ότι είχαν ήδη αρκετή δύναμη, εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στο κράτος σ’ έναν αγώνα ενάντια στον Φράνκο. Σ’ αυτή τη βάση, η πολυμορφία των ανατρεπτικών πρωτοβουλιών και των μέτρων που λήφθηκαν στην παραγωγή και στην καθημερινή ζωή καταδικάστηκαν απ’ το απλό και τραγικό γεγονός ότι λάμβαναν χώρα στη σκιά ενός κράτους εκτάκτου ανάγκης, το οποίο αρχικά είχε τεθεί στην αναμονή, κι έπειτα ξαναπήρε μπρος στο βωμό της αναγκαιότητας του πολέμου εναντίον του Φράνκο, ένα παράδοξο που παρέμεινε σκοτεινό για τις περισσότερες επαναστατικές ομάδες της εποχής. Προκειμένου να σταθεροποιηθεί και να επεκταθεί, οι μετασχηματισμοί χωρίς τους οποίους η επανάσταση θα γινόταν ένα άδειο κέλυφος, έπρεπε να τεθούν ανταγωνιστικά προς ένα κράτος που σαφέστατα αντιλαμβανόταν ως αντίπαλος.

Το πρόβλημα ήταν ότι, μετά τον Ιούλη του 1936, η δυαδική εξουσία υπήρχε μόνο εξ όψεος. Όχι μόνο οι θεσμοί της προλεταριακής εξουσίας που είχαν γεννηθεί από την εξέγερση, κι αυτά που αμέσως μετά προέκυψαν μέσ’ απ’ τις κοινωνικοποιήσεις, ανέχθηκαν το κράτος, αλλά παρέδωσαν και στο κράτος την αρμοδιότητα του αντιφασιστικού αγώνα, λες και ήταν έστω τακτικά αναγκαίο να περάσει μέσα από το κράτος ο αγώνας για τη συντριβή του Φράνκο. Με όρους “ρεαλισμού”, η καταφυγή στις παραδοσιακές στρατιωτικές μεθόδους που έγινε αποδεκτή από την άκρα αριστερά (περιλαμβανομένου του POUM και της CNT), στο όνομα της αποτελεσματικότητας αποδείχθηκε σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναποτελεσματική. Εξήντα χρόνια αργότερα, οι άνθρωποι ακόμα δεν το χουν λήξει. Κι όμως το δημοκρατικό κράτος είναι τόσο ακατάλληλο για να διεξάγει ένοπλο αγώνα ενάντια στον φασισμό, όσο και για να σταματήσει την ειρηνική του άνοδο στην εξουσία. Τα κράτη είναι κατά κανόνα διστακτικά απέναντι στον κοινωνικό πόλεμο και συνήθως φοβούνται παρά ενθαρρύνουν την αδελφοποίηση. Όταν στην Γουαδαλαχάρα, οι αντιφασίστες απευθύνθηκαν στους ιταλούς στρατιώτες που έστειλε ο Μουσσολίνι για να τους καταστείλουν, ως εργάτες προς εργάτες, μια ομάδα ιταλών πράγματι λιποτάκτησαν. Το επεισόδιο αυτό παρέμεινε η εξαίρεση.

Από την πολιορκεία της Μαδρίτης (Μάρτης ’37), μέχρι την τελική πτώση της Καταλωνίας (Φλεβάρης ’39), το πτώμα της ματαιωμένης επανάστασης σάπιζε στα πεδία των μαχών. Μπορεί να μιλά σήμερα έτσι κανείς για πόλεμο στην Ισπανία, αλλά όχι για επανάσταση. Πόλεμος που άνοιγε μια ολοένα και μεγαλύτερη πληγή καθώς τελούσε την κύρια λειτουργία του, που ήταν η επίλυση του τρέχοντος καπιταλιστικού προβλήματος: της εγκαθίδρυσης στην Ισπανία ενός κράτους νομιμότητας που θα κατάφερνε να αναπτύξει το εθνικό κεφάλαιο ενώ θα κρατούσε τις μάζες υπό έλεγχο. Τον Φλεβάρη του 1939, ο Σουρρεαλιστής και Τροτσκιστής (τότε) ποιητής Benjamin Péret ανέλυε την τελική πράξη της ήττας:

“Η εργατική τάξη… έχοντας χάσει απ’ τα μάτια της τους ίδιους της τους στόχους, δεν έβλεπε πια για ποιο λόγο θα πρεπε να σκοτωθεί υπερασπιζόμενη την μαφία της αστικής δημοκρατίας ενάντια στη φασιστική μαφία, σε τελική ανάλυση, υπερασπιζόμενη το Αγγλο-Γαλλικό κεφάλαιο ενάντια στον Ιταλο-Γερμανικό ιμπεριαλισμό. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε μετατραπεί ραγδαία σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο” [13]

Την ίδια χρονιά, ο Bruno Rizzi έκανε ένα παρόμοιο σχόλιο στην έκθεσή του για την “κολλεκτιβιστική γραφειοκρατία” στην ΕΣΣΔ:

“Οι παλιές δημοκρατίες παίζουν το παιχνίδι της αντιφασιστικής πολιτικής προκειμένου να νανουρίζουν τα πλήθη. Είναι αναγκασμένες να κρατούν τους προλεταρίους ήσυχους… ανά πάσα στιγμή, οι παλιές δημοκρατίες μπουκώνουν την εργατική τάξη με αντιφασισμό… Η Ισπανία μετατράπησε σ’ ένα σφαγείο από προλεταρίους όλων των εθνικοτήτων, προκειμένου να εξοντωθούν οι απείθαρχοι επαναστάτες εργάτες, και να πουληθούν τα προϊόντα της βαριάς βιομηχανίας”.

Τα δυο στρατόπεδα αναμφίβολα είχαν αρκετά διαφορετική κοινωνιολογική σύνθεση. Αν και η μπουρζουαζία ήταν παρούσα και στις δυο μεριές, η τεράστια πλειοψηφία των εργατών και των φτωχών γεωργών υποστήριζαν τη Δημοκρατία, ενώ τα παρωχημένα κι αντιδραστικά στρώματα (οι γαιοκτήμονες, οι μικρο-ιδιοκτήτες, ο κλήρος) συνασπίσθηκαν πίσω από τον Φράνκο. Αυτή η ταξική πόλωση προσέδιδε μια αύρα προοδευτισμού στο Δημοκρατικό κράτος, αλλά δεν είναι ικανή να πεί κάτι παραπάνω για την ιστορική σημασία της σύγκρουσης, όπως και τα πολλά εργατικής καταγωγής μέλη των σοσιαλιστικών ή σταλινικών κομμάτων δεν είναι αποκαλυπτικά στοιχεία για την φύση των κομμάτων αυτών: στην πραγματικότητα, καθώς είναι σχηματισμοί βάσης, είναι ικανοί να χειραγωγήσουν ή να αντιτεθούν σε κάθε προλεταριακή έφοδο. Αναλόγως, ο Δημοκρατικός στρατός διέθετε έναν μεγάλο αριθμό εργατών, αλλά σημασία έχει το για τί, με ποιόν και κάτω από ποιές εντολές πολεμούσαν αυτοι. Να θέτουμε την ερώτηση σημαίνει ταυτόχρονα να την απαντούμε, εκτός κι αν θεωρεί κανείς ότι είναι εφικτό να πολεμά την μπουρζουαζία μέσα από μια συμμαχία με την μπουρζουαζία.

“Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η υψηλότερη έκφραση του ταξικού πολέμου”, έγραφε ο Τρότσκυ στο Τα ιδανικά τους και τα δικά μας (1938). Αρκεί φυσικά να προσθέσει κανείς ότι απ’ τους “θρησκευτικούς πολέμους” μέχρι τις Ιρλανδικές ή τις ταραχές στο Λίβανο των ημερών μας, ο εμφύλιος πόλεμος είναι επίσης, και μάλιστα συχνότερα, η μορφή που παίρνει ένας αδύνατος ή κι αποτυχημένος κοινωνικός αγώνας: όταν οι ταξικές αντιφάσεις δεν μπορούν να εκδηλωθούν ως τέτοιες, ξεσπούν μέσα σε ιδεολογικά ή εθνικά πλαίσια, καθυστερώντας ακόμη περισσότερο κάθε ανθρώπινη χειραφέτηση.

Αναρχικοί στην Κυβέρνηση

Η σοσιαλδημοκρατία δε “συνθηκολόγησε” τον Αύγουστο του 1914, όπως ένας μαχητής που ρίχνει τα όπλα του: ακολούθησε την τροχιά ενός πανίσχυρου κινήματος που ήταν διεθνιστικό στη ρητορεία του, ενω στην πραγματικότητα είχε μετατραπεί σε βαθιά εθνικό, καιρό πριν. Το SPD μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την κυρίαρχη εκλογική δύναμη στη Γερμανία του 1912, όμως η ισχύς του εξαντλούταν στους σκοπούς των μεταρρυθμίσεων, μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού και σύμφωνα με τους νόμους του, που περιλάμβαναν για παράδειγμα την αποδοχή της αποικιοκρατίας, κι επίσης τον πόλεμο, που ακολούθησε όταν έμεινε πια η μόνη λύση για την αποσυμπίεση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η ενσωμάτωση του ισπανικού αναρχισμού στο κράτος το 1936 αποτελεί έκπληξη μόνο αν λησμονεί κανείς τη φύση του: η CNT ήταν ένα συνδικάτο, ένα αυθεντικό συνδικάτο αναμφίβολα, ωστόσο παρέμενε ένα συνδικάτο, και εν υπάρχει συνδικάτο που να μην είναι συνδικάτο. Η λειτουργία δίνει μορφή στο όργανο κι όχι το αντίθετο. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα αρχικά ιδεώδη του, κάθε μόνιμη οργάνωση για την υπεράσπιση των μισθωτών εργατών ως τέτοια είναι προορισμένη να μετατραπεί σε μεσολαβητή, κι εν συνεχεία σε συμφιλιωτή. Ακόμα κι αν είναι στα χέρια ριζοσπαστών, ακόμα κι αν κυνηγιέται, η  οργάνωση αυτή είναι καταδικασμένη να ξεφύγει απ’ τον άμεσο έλεγχο της βάσης της και να μετατραπεί σε όργανο διαμεσολάβησης. Ακόμα κι αν υπήρξε αναρχικό συνδικάτο, η CNT ήταν πρώτα συνδικάτο κι έπειτα αναρχικό. Υπάρχει ένα ολόκληρο σύμπαν από τον εργάτη της σειράς μέχρι τον ηγέτη που θα καθήσει να συζητήσει στο τραπέζι των αφεντικών, η CNT πάντως δεν είχε τεράστιες διαφορές από την UGT. Και οι δυο εργάζονταν για τον εκσυγχρονισμό και την ορθολογική διαχείρηση της οικονομίας: με μια λέξη, για να κοινωνικοποιήσουν τον καπιταλισμό. Υπάρχει ένα λεπτό νήμα που ενώνει τη σοσιαλιστική ψήφο υπέρ του πολέμου τον Αύγουστο του 1914, με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση των αναρχικών ηγετών, πρώτα στην Καταλωνία (Σεπτέμβρης ’36), κι έπειτα στην Ισπανική Δημοκρατία (Νοέμβρης ’36). Ήδη από το 1914, ο Μαλατέστα είχε στιγματίσει όσους απ’ τους συντρόφους του (όπως ο Κροπότκιν) αποδέχονταν τη στράτευση στο όνομα της εθνικής άμυνας “κυβερνητικούς αναρχικούς”.

Η CNT υπήρξε για πολύ καιρό ταυτόχρονα θεσμική και ανατρεπτική. Η αντίφαση αυτή έλαβε τέλος στις γενικές εκλογές του 1931, όπου η CNT παράτησε την αντικοινοβουλευτική της στάση, καλώντας της μάζες να ψηφίσουν τους Δημοκρατικούς υποψηφίους. Η αναρχική οργάνωση μετατρεπόταν σε “ένα συνδικάτο που φιλοδοξούσε να κατακτήσει την εξουσία”, το οποίο “αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε μια δικτατορία επί του προλεταριάτου”. [14]

Απ’ τον έναν συμβιβασμό στον άλλον, η CNT κατέληξε να αποκηρρύξει τον αντικρατισμό που ήταν ο βασικός λόγος ύπαρξής της, ακόμα και μετά που η Δημοκρατία και οι Ρώσσοι σύμμαχοι ή μάλλον αφέντες της, έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο τον Μάη του ’37, χωρίς να αναφέρουμε καν τα όσα ακολούθησαν, στις φυλακές και τα μυστικά κρατητήρια. Όπως το POUM, η CNT υπήρξε αποτελεσματική στο να αφοπλίσει τους προλεταρίους, να τους καλέσει να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους ενάντια στην επίσημη και τη σταλινική αστυνομία που ήταν πια έτοιμοι να τους αποτελειώσουν. Όπως το έθεσε το GIC:

“Η CNT ήταν ανάμεσα στους κύριους υπεύθυνους για το τσάκισμα της εξέγερσης. Έριξε το ηθικό του προλεταριάτου σε μια στιγμή που αυτό εφορμούσε εναντίον των δημοκρατικών αντιδραστικών” [15]

Ορισμένοι ριζοσπάστες γεύτηκαν ακόμα τη δυσάρεστη έκπληξη να ριχθούν σε μια φυλακή που διευθυνόταν από έναν παλιό αναρχικό σύντροφο, απογυμνωμένο από κάθε ουσιαστική εξουσία πάνω στο τί γινόταν μέσα στη φυλακή φυσικά. Στις βλάβες που προκάλεσε η CNT μπορεί να προστεθεί και μια απλή προσβολή, όταν ο απεσταλμένος της CNT στη Σοβιετική Ένωση για υλική βοήθεια, δεν έθεσε καν το ζήτημα των δικών της Μόσχας.

Τα πάντα για τον αντιφασιστικό αγώνα!

Τα πάντα για τις σφαίρες και τα όπλα!

Όμως ακόμη κι έτσι, κάποιοι μπορεί να διαφωνήσουν, αφού οι αναρχικοί είναι απ’ τη φύση τους απρόσβλητοι απ’ τον ιό του κρατισμού. Δεν είναι άλλωστε ο αναρχισμός η άρνηση του κράτους; Ναι μεν, αλλά…

Ορισμένοι μαρξιστές επίσης μπορούν να επικαλεστούν ολόκληρες σελίδες απ’ τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία (του Κ. Μαρξ) για την καταστροφή του κρατικού μηχανισμού, και να επαναλάβουν το χωρίο απ’ το Κράτος κι Επανάσταση όπου ο Λένιν λέει ότι μια μέρα οι μάγειρες θα διευθύνουν την κοινωνία κι όχι οι πολιτικοί. Όμως αυτοί οι ίδιοι μαρξιστές μπορούν στην πράξη να εφαρμόζουν την πιο δουλοπρεπή λατρεία του κράτους, όταν βλέπουν το κράτος ως τον φορέα της προόδου ή της ιστορικής αναγκαιότητας. Καθώς φαντάζονται το μέλλον ως μια καπιταλιστική κοινωνία χωρίς καπιταλιστές, ως έναν κόσμο που ακόμα βασίζεται στην μισθωτή εργασία αλλά αυτή τη φορά εξισωτική, εκδημοκρατισμένη και σχεδιασμένη, όλα τους οδηγούν στο να δεχθούν ένα κράτος (μεταβατικό βέβαια), και να παν στον πόλεμο για ένα κράτος που θεωρούν κακό, εναντίον ενός άλλου που τους φαίνεται χειρότερο.

Ο αναρχισμός υπερεκτιμά το κράτος, θεωρώντας την εξουσία ως τον κύριο εχθρό, ενώ την ίδια στιγμή υποτιμά τη ροπή αδράνειας του κράτους.

Το κράτος είναι ο εγγυητής, αλλά όχι ο δημιουργός των κοινωνικών σχέσεων. Αντιπροσωπεύει και ενοποιεί το κεφάλαιο, δεν είναι ούτε ο κινητήρας του ούτε η καρδιά του. Απ’ το αναντίρρητο γεγονός ότι οι ισπανικές μάζες ήταν οπλισμένες μετά τον Ιούλη του 1936, ο αναρχισμός συμπεραίνει ότι το κράτος είχε πια χάσει την υπόστασή του. Όμως η υπόσταση του κράτους δεν εδρεύει στον έναν ή τον άλλον θεσμό του, αλλά στην λειτουργία της ενοποίησης που φέρνει συνολικά εις πέρας. Το κράτος διασφαλίζει τους δεσμούς που οι άνθρωποι δεν μπορούν και δεν τολμούν να δημιουργήσουν μεταξύ τους, και δημιουργεί ένα δίκτυο υπηρεσιών, οι οποίες είναι ταυτόχρονα παρασιτικές όσο και αναγκαίες.

Το καλοκαίρι του 1936, το κρατικό σύμπλεγμα φαινόταν να παραπαίει στη Δημοκρατική Ισπανία, μιας και φυτοζωοούσε μόνο ώς ένα πιθανό πλαίσιο ικανό να μαζέψει τα συντρίμμια της καπιταλιστικής κοινωνίας και να τα επαναδιευθετήσει μια μέρα. Στο μεταξύ, συνέχιζε να υπάρχει, σε κοινωνική νάρκη. Έπειτα, κέρδισε έδαφος όταν οι σχέσεις που δημιουργήθηκαν με την εξέγερση χαλάρωσαν ή διαλύθηκαν. Αναζωογόνησε τα όργανά του, και μόλις το επέτρεψε η κατάσταση, πήρε τον έλεγχο των οργάνων αυτών που η ανατροπή είχε φέρει στην επιφάνεια και λειτουργήσει. Αυτό που έμοιαζε μ’ ένα άδειο κέλυφος, αποδείχθηκε ικανό όχι μόνο να αναγεννηθεί, αλλά και να αδειάσει τις παράλληλες μορφές εξουσίας στις οποίες η επανάσταση πίστευε ότι είχε ενσωματωθεί και να τις αποικίσει το ίδιο.

Η ύστατη δικαιολογία της CNT για τον ρόλο της συνοψίζεται στην ιδέα ότι η κυβέρνηση δεν είχε πια καμμιά εξουσία στ’ αλήθεια, καθώς το εργατικό κίνημα είχε πάρει την εξουσία εκ των πραγμάτων.

“…η κυβέρνηση έχει πάψει να είναι μια δύναμη που καταπιέζει την εργατική τάξη, με τον ίδιο τρόπο που το κράτος δεν είναι πια η οργάνωση που διαιρεί την κοινωνία σε τάξεις. Κι αν τα μέλη της CNT εργασθούν μέσα στο κράτος και την κυβέρνηση, οι άνθρωποι θα είναι ολοένα και λιγότερο καταπιεσμένοι”. [16]

Όχι λιγότερο απ’ τον μαρξισμό, ο αναρχισμός φετιχοποιεί το κράτος και το φαντάζεται να παίρνει σάρκα και οστά σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Ο Μπλανκί είχε προηγουμένως οδηγήσει τον μικρό στρατό του σε επιθέσεις εναντίον δημαρχείων ή στρατώνων, τουλάχιστον όμως χωρίς να ισχυρίζεται ποτέ ότι βασίζει τις δράσεις του στο προλεταριακό κίνημα, αλλά μόνο σε μια μειοψηφία που θα ξυπνούσε τον κόσμο. Έναν αιώνα αργότερα, η CNT δήλωνε ότι το ισπανικό κράτος είναι ένα φάντασμα σε σχέση με την απτή πραγματικότητα των “κοινωνικών οργανώσεων” (δηλαδή των πολιτοφυλακών, των συνδικάτων κλπ). Όμως, η λειτουργία του κράτους, ο λόγος ύπαρξής του, είναι να χαρτογραφεί τις ελλείψης και της αδυναμίες της “κοινωνίας” μέσω ενός συστήματος σχέσεων, δεσμών, συγκέντρωσης εξουσιών, διοίκησης, αστυνομίας, δικαιοσύνης, και στρατιωτικών δικτύων τα οποία παραμένουν σε αναμονή για καιρούς κρίσεων, περιμένοντας για τη στιγμή που ένας αστυνομικός ανακριτής θα βρει το δρόμο του μέσα στα αρχεία κάποιου κοινωνικού λειτουργού. Η επανάσταση δεν έχει Βαστίλλη να γκρεμίσει, αστυνομικό τμήμα ή θερινά ανάκτορα να “καταλάβει”: το καθήκον της είναι να καταστήσει ακίνδυνα ή να καταστρέψει τα πάντα απ’ τα οποία τέτοια μέρη αντλούν την υπόστασή τους.

Άνοδος και πτώση της κολλεκτιβοποίησης

Το βάθος και το εύρος των βιομηχανικών και αγροτικών κολλεκτιβοποιήσεων μετά τον Ιούλη του 1936 δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Ο Μαρξ υπογράμμιζε την ισπανική παράδοση λαϊκής αυτονομίας, και το χάσμα μεταξύ του λαού και του κράτους το οποίο εκδηλώθηκε στους αντι-Ναπολεονικούς πολέμους, κι έπειτα στις εξεγέρσεις του 19ου αιώνα, που αναζωογονούσαν μια πατροπαράδοτη κοινοτική αντίσταση στην εξουσία του στέμματος. Η απόλυτη μοναρχία, παρατηρούσε, δεν ανακινούσε διάφορα στρώμματα για να δημιουργήσει ένα σύγχρονο κράτος, αλλά άφηνε τις ζωτικές δυνάμεις της χώρας ανέπαφες. Ο Ναπολέων έτσι μπορούσε να βλέπει την Ισπανία ως ένα “κουφάρι,

…κι όμως, όσο νεκρό ήταν στ’ αλήθεια το ισπανικό κράτος, η ισπανική κοινωνία ήταν γεμάτη ζωή” και “αυτό που λέμε κράτος με τη σύγχρονη έννοια της λέξης είχε πραγματοποιηθεί μόνο σε ότι αφορά το στράτευμα, που έπρεπε να συμβαδίσει με την ιδιαίτερη ταραχώδη “επαρχιακή” ζωή του λαού” [17]

Στην Ισπανία του 1936, η αστική επανάσταση είχε γίνει, κι ήταν μάταιο να κάνει κανείς υποθέσεις τύπου 1917, η ακόμα χειρότερα 1848 ή 1789. Ωστόσο, αν και η μπουρζουαζία ήταν κυρίαρχη πολιτικά, και το κεφάλαιο οικονομικά, απείχαν πολλύ απ’ τη δημιουργία μιας ενοποιημένης εσωτερικής αγοράς και μιας σύγχρονης κρατικής δομής, ώστε να υπαχθεί η κοινωνία ως ολότητα, και να εξημερωθεί η τοπική ζωή με όλες τις ιδιαιτερότητές της. Για τον Μαρξ στα 1854, μια “δεσποτική” κυβέρνηση συνηπήρχε με μια έλλειψη ενότητας που έφθανε μέχρι το σημείο διαφορετικών νομισμάτων ή διαφορετικών φορολογιών ανά περιοχή: οι παρατηρήσεις του διατηρούσαν ακόμα κάποια εγκυρότητα ογδόντα χρόνια αργότερα. Το κράτος δεν ήταν ικανό ούτε να αναπτύξει τη βιομηχανία ούτε να αναλάβει αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορούσε να βγάλει απ’ τη γεωργία ούτε τα αναγκαία έσοδα για καπιταλιστική συσσώρευση, ούτε να ενοποιήσει την επαρχία, ούτε καν να κρατήσει υποταγμένους τους προλεταρίους των πόλεων και της υπαίθρου.

Ήταν λοιπόν σχεδόν φυσικό ότι η κρίση του Ιούλη 1936 θα έδινε άνθιση, στα περιθώρια της πολιτικής εξουσίας, σε ένα κοινωνικό κίνημα του οποίου οι πραγματικές εκδηλώσεις, αν και συμπεριλάμβαναν κομμουνιστικές δυνατότητες, αργότερα απορροφήθηκαν από το κράτος στο οποίο επέτρεψαν να παραμείνει αλώβητο. Οι πρώτοι μήνες μιας επανάστασης που ήδη παρήκμαζε, αλλά της οποίας η έκταση έκρυβε ακόμα την αποτυχία της, φαίνονταν σαν μια διαδικασία κατακερματισμού: κάθε περιοχή, κάθε κομμούνα, κάθε επιχείριση, κολλεκτίβα ή κοινότητα διέφευγε της κεντρικής εξουσίας χωρίς να της επιτίθεται άμεσα, και κινούσε να ζήσει διαφορετικά. Ο αναρχισμός, ακόμα και η περιφερειακή πολιτική του POUM, εκφράζουν αυτήν την ισπανική ιδιομορφία, που θα ταν λάθος να δει κανείς αποκλειστικά υπό το αρνητικό πρίσμα της “καθυστερημένης” καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ακόμα και η άμπωτη του 1937 δεν έσβησε το ζήλο εκατοντάδων χιλιάδων εργατών και χωρικών που καταλάμβαναν τη γη, τα εργοστάσια, τις γειτονιές, τα χωριά, απαλλοτριώνοντας την ιδιοκτησία και κοινωνικοποιώντας την παραγωγή με μια αυτονομία και μια αλληλεγγύη στην καθημερινή ζωή που εξέπλησσε τόσο τους παρατηρητές όσο και τους συμμετέχοντες [18]. Ο κομμουνισμός είναι επίσης η επανοικειοποίηση των συνθηκών της ίδιας της ύπαρξης.

Θλιβερό να το λέει κανείς, αλλά αν αυτές οι αμέτρητες πράξεις και καθήκοντα, ορισμένες φορές διάρκειας αρκετών ετών, αποτελούν απόδειξη (όπως, με τον δικό τους τρόπο, η ρωσσική και η γερμανική εμπειρία) ενός κομμουνιστικού κινήματος που ξαναπλάθει ολόκληρη την κοινωνία, των υπέροχων ανατρεπτικών ικανοτήτων όταν διευρύνονται, είναι επίσης αληθές πως η μοίρα τους είχε ήδη σφραγισθεί από το καλοκαίρι του 1936 κι έπειτα. Ο ισπανικός εμφύλιος απέδειξε ταυτόχρονα το επαναστατικό σθένος που δίνουν οι κοινοτικοί δεσμοί και οι μορφές που είχαν διαβρωθεί απ’ το κεφάλαιο αλλά δεν αναπαράγονταν ακόμη καθημερινά για λογαριασμό του, αλλά κι επίσης την ανικανότητά τους να φέρουν από μόνες τους την επανάσταση. Η απουσία μιας επίθεσης ενάντια στο κράτος καταδίκασε την εγκαθίδρυση διαφόρων σχέσεων σε μια αποσπασματική αυτοδιαχείριση που διατηρούσε το περιεχόμενο και συχνά ακόμα και την μορφή του καπιταλισμού, κατά κύριο λόγο το χρήμα και τον καταμερισμό των δραστηριοτήτων ανά κάθε επιχείρηση. Κάθε επιβίωση της μισθωτής εργασίας διαιωνίζει την ιεραρχία των λειτουργιών και των εσόδων.

Τα κομμουνιστικά μέτρρα θα μπορούσαν να υποσκάψουν την κοινωνική βάση και των δυο κρατών (του Δημοκρατικού και του Εθνικιστικού), μόνο μέσα από μια επίλυση του αγροτικού ζητήματος: στα 1930, περισσότερο απ’ το ήμισυ του πληθυσμού λιμοκτονούσε. Μια ανατρεπτική δύναμη προέκυψε, φέρνοντας στο προσκήνιο τα πιο καταπιεσμένα στρώματα, αυτά που ήταν πιο μακρυά απ’ την “πολιτική” (πχ οι γυναίκες), αλλά δεν κατάφερε να συνεχίσει μέχρι τέλους, ξεριζώνοντας ολόκληρο το σύστημα απ’ τα θεμέλια.

Την εποχή εκείνη, το εργατικό κίνημα αντιστοιχούσε σ’ εκείνες τις περιοχές του κόσμου που είχαν κοινωνικοποιηθεί μέσα από μια ολοκληρωτική κυριαρχία του κεφαλαίου επί της κοινωνίας, όπου ο κομμουνισμός ήταν ταυτόχρονα πιο κοντά λόγω αυτής της κοινωνικοποίησης, όσο και πιο μακρυά εξ αιτίας της διάλυσης κάθε σχέσης μέσα στην εμπορευματική μορφή. Η νέα κοινωνία, σ’ αυτές τις χώρες, γινόταν συνήθως αντιληπτή ως ένας εργατικός κόσμος, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε έναν κόσμο βιομηχανικό.

Το ισπανικό προλεταριάτο, απ’ την άλλη, συνέχισε να διαπλάθεται από μια καπιταλιστική διείσδυση στην κοινωνία που ήταν περισσότερο ποσοτική παρά ποιοτική. Από την πραγματικότητα αυτή αντλούσε τόσο τη δύναμή του όσο και την αδυναμία του, όπως μαρτυρά η παράδοση και το αίτημα αυτονομίας που αντιπροσωπεύει ο αναρχισμός.

“Στα τελευταία εκατό χρόνια, δεν υπήρξε ούτε μια εξέγερση στην Ανδαλουσία που να μην οδήγησε στη δημιουργία κομμούνων, στο μοίρασμα της γης, την κατάργηση του χρήματος και τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας… ο αναρχισμός των εργατών δεν ήταν πολύ διαφορετικός. Κι αυτοί επίσης διεκδικούσαν, πάνω απ’ όλα, τη δυνατότητα να διαχειρίζονται τη βιομηχανική τους κοινότητα ή το συνδικάτο τους αυτοί οι ίδιοι, κι έπειτα την μείωση των ωρών εργασίας και του μόχθου που απαιτούταν απ’ όλους…” [19]

Μια απ’ τις κύριες αδυναμίες ήταν η στάση απέναντι στο χρήμα. Η “κατάργηση του χρήματος” έχει νόημα μόνο όταν σημαίνει κάτι παραπάνω απ’την αντικατάσταση ενός μέσο υπολογισμού της αξίας με ένα άλλο (όπως υπήρξαν για παράδειγμα τα κουπόνια εργασίας). Όπως οι περισσότερες ριζοσπαστικές ομάδες, είτε λέγονταν μαρξιστικές είτε αναρχικές, οι ισπανοί προλετάριοι δεν είδαν το χρήμα ως την -αφαιρετική- έκφραση υπαρκτών σχέσεων, αλλά ως ένα εργαλείο μέτρησης, υπολογισμού, κι έτσι περιόρισαν τον σοσιαλισμό σε μια διαφορετική διαχείριση των ίδιων κατηγοριών και των ίδιων βασικών στοιχείων του καπιταλισμού.

Η αποτυχία των μέτρων που λήφθηκαν ενάντια στις εμπορευματικές σχέσεις δεν είχε να κάνει με την ισχύ της UGT (που ούτως ή άλλως αντιτέθηκε στις κολλεκτιβοποιήσεις) έναντι των τραπεζών. Το κλείσιμο των ιδιωτικών τραπεζών και της κεντρικής τράπεζας θέτει ένα τέλος στις εμπορευματικές σχέσεις μόνον εφόσον η παραγωγή και η ζωή οργανώνονται μ΄ έναν τρόπο που δε διαμεσολαβείται πια απ’ το εμπόρευμα, και μόνον αν μια τέτοια κοινοτική παραγωγική και ζωή σταδιακά φθάσουν να κυριαρχήσουν την ολότητα των κοινωνικών σχέσεων. Το χρήμα δεν είναι το “κακό” που πρέπει να παταχθεί από μια κατά τ’ άλλα “καλή” παραγωγή, αλλά η εκδήλωση (σήμερα ολοένα και πιο άυλη) του εμπορευματικού χαρακτήρα κάθε πλευράς της ζωής. Δεν μπορεί να εξαφανισθεί καταστρέφοντας χαρτονομίσματα, αλλά μόνον όταν η ανταλλαγή εγκαταληφθεί ως κοινωνική σχέση.

Στην πραγματικότητα, μόνο οι αγροτικές κολλεκτίβες κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα χωρίς χρήμα, κι αυτό μερικές φορές με τη βοήθεια τοπικών συναλλαγμάτων, ή κουπονιών που χρησιμοποιήθηκαν ως “εσωτερικό νόμισμα”. Μερικές φορές το χρήμα παραδόθηκε στην κολλεκτίβα. Άλλες φορές οι εργάτες έπαιρναν κάρτες ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειάς τους, κι όχι του έργου που παρήγαγαν (“στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του”). Ορισμένες φορές το χρήμα δεν έπαιζε κανέναν ρόλο: τα αγαθά μοιράζονταν. Ένα πνεύμα ισοτιμίας κυριαρχούσε, όπως επίσης και απόρριψης της “πολυτέλειας” [20]. Ωστόσο, ανίκανοι να διευρύνουν την μη-εμπορευματική παραγωγή πέρα από διάφορες αυτόνομες ζώνες, χωρίς προοπτική για παγκόσμια δράση, τα σοβιέτ, οι κολλεκτίβες και τ’ απελευθερωμένα χωριά μεταμορφώθηκαν σε προσωρινές κοινότητες κι αργά ή γρήγορα είτε θα κατέρρεαν από τα μέσα είτε θα καταστέλλονταν με τη βία απ’ τους φασίστες… ή τους Δημοκρατικούς. Στην Αραγώνα, η ταξιαρχία του σταλινικού Lister το έθεσε στις αρμοδιότητές της. Μπαίνοντας στο χωριό της Calanda, η πρώτη του πράξη ήταν να γράψει σ’ έναν τοίχο την επιγραφή: “Η κολλεκτιβοποίηση είναι κλοπή”.

Κολλεκτιβοποίηση ή κομμουνιστικοποίηση;

Ήδη από την Πρώτη Διεθνή, ο αναρχισμός αντέταξε τη συλλογική απαλλοτρίωση των παραγωγικών μέσων στον κρατισμό των σοσιαλδημοκρατών. Και τα δυο οράματα, παρόλ’ αυτά, μοιράζονται την ίδια αφετηρία: την ανάγκη για μια συλλογική διαχείριση. Το πρόβλημα είναι: διαχείριση τίνος πράγματος; Ασφαλώς, αυτό που οι σοσιαλδημοκράτες έκαναν από τα πάνω, γραφειοκρατικά, το ισπανικό προλεταριάτο εφάρμοζε στη βάση, ένοπλο, με το κάθε άτομο υπέυθυνο απέναντι στο διπλανό του, παίρνοντας έτσι τη γη και τα εργοστάσια από τα χέρια μιας μειοψηφίας που ειδικευόταν στην οργάνωση της εκμετάλλευσης των άλλων. Το αντίθετο, με λίγα λόγια, από τη συνδιαχείριση του συμβουλίου άνθρακα απ’ τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των σοσιαλιστών και των σταλινικών. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια συλλογικότητα, κι όχι το κράτος ή μια γραφειοκρατία, παίρνει την παραγωγή της υλικής ζωής της στα δικά της χέρια, δε σημαίνει από μόνο του κι ότι ξεμπερδεύει με τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ζωής αυτής.

Η μισθωτή εργασία συνεπάγεται την μεσολάβηση μιας δραστηριότητας, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, το όργωμα ενός αγρού ή το τύπωμα μιας εφημερίδας, μέσα απ’ την μορφή του χρήματος. Αυτό το χρήμα, ενώ κάνει τη διεξαγωγή της δραστηριότητας αυτής εφικτή, επεκτείνεται μέσω αυτής. Εξισώνοντας τους μισθούς, αποφασίζοντας για τα πάντα συλλογικά, κι αντικαθιστώντας το συνάλλαγμα με κουπόνια δεν ήταν ποτέ αρκετό για να ξεμπερδεύουμε οριστικά με την μισθωτή εργασία. Αυτό που στηρίζεται στο χρήμα, δεν μπορεί να υπάρξει δωρεάν, κι αργά ή γρήγορα το χρήμα θα ξαναγίνει ο αφέντης του.

Υποκαθιστώντας τον ανταγωνισμό με τον συνεταιρισμό σε τοπική βάση ήταν μια εγγυημένη συνταγή καταστροφής. Γιατί, αν και οι κολλεκτίβες όντως καταργούσαν την ιδιωτική ιδιοκτησία στο εσωτερικό τους, υψώνονταν οι ίδιες σε ξεχωριστές οντότητες, εναντίον άλλων, σε μια παγκόσμια οικονομία, κι έπειτα ως μια μεμονωμένη κολλεκτίβα αναγκασμένη να πουλά και ν’ αγοράζει, να συναλλάσσεται με τον έξω κόσμο, γινόμενη έτσι με τη σειρά της μια επιχείρηση που είτε το θέλει είτε όχι, οφείλει να παίξει σύμφωνα με τους κανόνες του τοπικού, εθνικού και διεθνούς ανταγωνισμού, είτε να εξαφανισθεί.

Μπορεί κανείς να χαμογελάσει μπροστά στο γεγονός ότι η μισή Ισπανία εξερράγη: αυτό που η καθώς πρέπει άποψη αποκαλεί “αναρχία” δεν είναι παρά μια αναγκαία συνθήκη για την επανάσταση, όπως έγραψε ο Μαρξ στην εποχή του. Όμως αυτά τα κινήματα πραγματοποίησαν την ανατρεπτική τους έκκρηξη στη βάση μιας φυγόκεντρου δύναμης. Οι ανανεωμένοι κοινοτικοί δεσμοί, οδήγησαν επίσης τον κόσμο στα χωριά του και στις συνοικείες του, λες κι αναζητούσαν ν’ ανακαλύψουν έναν χαμένο κόσμο, μια ξεπεσμένη ανθρωπιά, να αντιτάξουν τις εργατογειτονιές στην μεγαλούπολη, τις αυτοδιαχειριζόμενες κομμούνες στην χαώδη καπιταλιστική ιδιοκτησία, την ήπαιθρο του λαού στην εμπορικευμένη πόολη, με μια λέξη τους φτωχούς στους πλουσίους, το μικρό στο μεγάλο και το τοπικό στο παγκόσμιο, ξεχνώντας εντωμεταξύ ότι μια συνεταιριστική λογική δεν είναι συχνά παρά ο πιο μακρύς δρόμος για τον καπιταλισμό.

Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς την καταστροφή του κράτους. Πώς όμως; Χτυπώντας τις ένοπλες δυνάμεις του, εγκαταλείποντας τις κρατικές δομές και τις συνήθειες, βρίσκοντας νέους τρόπους διαλόγου και λήψης αποφάσεων; Όλ’ αυτά τα καθήκοντα είναι ανίκανα εάν δεν πηγαίνουν χέρι χέρι με την κοινωνικοποίηση. Δε θέλουμε “την εξουσία”, θέλουμε την εξουσία ν’ αλλάξουμε πλήρως τις ζωές μας. Σε μια ιστορική προοπτική, ποιός θα ‘θελε να φαντάζεται οι επόμενες γενιές να είναι αναγκασμένες να πληρώνουν με τους μισθούς τους για φαγητό ή στέγαση; Αν μια επανάσταση υποθέσουμε ότι είναι πρώτα πολιτική κι έπειτα κοινωνική, θα δημιουργούσε ένα σύστημα του οποίου η μόνη λειτουργία θα ήταν ο αγώνας ενάντια στους υποστηρικτές του παλιού κόσμου, δηλαδή έναν μηχανισμό καταστολής στο αρνητικό του, ένα σύστημα ελέγχου με μόνο περιεχόμενο το “πρόγραμμά” του και τη θέλησή του να πραγματοποιήσει τον κομμουνισμό την ημέρα που οι συνθήκες τελικά θα το επιτρέψουν. Έτσι μια επανάσταση ιδεολογικοποιείται κι έτσι νομιμοποιεί τη γέννηση ενός στρώματος ειδικών που αναλαμβάνουν ως αποστολή την επίβλεψη της ωρίμανσης και την προσμονή της προσδοκώμενης μέρας που δεν έρχεται ποτέ. Η ίδια η ουσία της πολιτικής δεν είναι η ικανότητα, ούτε η θέληση, για αλλαγή των πάντων: είναι της συνένωσης όσων υφίστανται ήδη διαχωρισμένα, χωρίς να προχωρά παραπέρα. Η εξουσία είναι παρούσα, διαχειρίζεται, διευθύνει, επιβλέπει, χειραγωγεί, καταστέλλει: υφίσταται.

Η πολιτική κυριαρχία (την οποία μια ολόκληρη σχολή σκέψης βλέπει ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα) προκύπτει απ’ την ανικανότητα των ανθρώπινων όντων να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να οργανώσουν τις ζωές και τη δραστηριότητά τους. Η κυριαρχία αυτή διαιωνίζεται μόνο μέσα απ’ τη ολοκληρωτική φτώχεια που χαρακτηρίζει το προλεταριάτο. Όταν ο καθένας συμμετέχει στην παραγωγή της ίδιας της ύπαρξής του, η χειραγωγική και καταπιεστική ικανότητα του κράτους παύει να είναι λειτουργική. Είναι επειδή η κοινωνία της μισθωτής εργασίας μας στερεί απ’ όλα τα μέσα της ύπαρξης, της παραγωγής και της επικοινωνίας, μη σταματώντας την άλωση κάθε χώρου που κάποτε ήταν ιδιωτικός όπως και της ίδιας της συναισθηματικής μας ζωής, που το κράτος διατηρεί την παντοδυναμία του. Η καλύτερη εγγύηση απέναντι στην επανεμφάνιση μιας νέας δομής εξουσίας πάνω μας, είναι η βαθύτερη εφικτή επανοικειοποίηση των συνθηκών της ύπαρξης, σε κάθε επίπεδο. Για παράδειγμα, ακόμα κι αν δε θέλουμε ν απαράγει ο καθένας την ενέργειά του στο υπόγειό του, μια τέτοια εξημέρωση του Λεβιάθαν προκύπτει απ’ το γεγονός ότι η ενέργεια (ας σημειωθεί ότι στην αγγλική γλώσσα η λέξη για την ηλεκτρική ενέργεια: “energy”, είναι μερικώς ταυτόσημη με τη λέξη για την εξουσία: “power”) μας καθιστά εξαρτημένους από τα βιομηχανικά συγκροτήματα που, πυρηνικά ή όχι, αναπόφευκτα παραμένουν εξωτερικά προς εμάς, και πέραν κάθε ελέγχου μας.

Το να αντιλαμβανόμαστε την καταστροφή του κράτους ως μια ένοπλη σύγκρουση με την αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις σημαίνει να ταυτίζουμε το μερικό με το όλον. Ο κομμουνισμός είναι πρώτ’ απ’ όλα δραστηριότητα, κίνηση. Ένας τρόπος να παράγουν οι άνθρωποι την κοινωνική τους ζωή και ύπαρξη με τρόπο που να παραλύει ή να απορροφά την εμφάνιση διαχωρισμένων εξουσιών.

Η εναλλακτική που προέτεινε ο Μπορντίγκα: “Θα πρεπε άραγε να πάρουμε τα εργοστάσια, ή να πάρουμε την εξουσία;” (Il Soviet, 20 Φλεβάρη 1920) μπορεί και πρέπει να ξεπερασθεί. Δε λέμε: δεν έχει σημασία ποιος διαχειρίζεται την παραγωγή, είτε ένας εξεκιουτιβ είτε ένα εργατικό συμβούλιο, επειδή αυτό που έχει σημασία είναι να έχουμε παραγωγή χωρίς ανταλλακτική αξία. Αυτό που λέμε είναι: όσο συνεχίζεται η παραγωγή για την αξία, όσο είναι διαχωρισμένη απ’ το υπόλοιπο της ζωής, όσο το ανθρώπινο είδος δεν παράγει συλλογικά τους τρόπους και τα μέσα της ύπαρξής του, όσο υπάρχει “οικονομία”, κάθε εργατικό συμβούλιο είναι καταδικασμένο να χάσει την εξουσία του σ’ έναν εξέκιουτιβ. Εδώ διακρινόμαστε τόσο απ’ τους “συμβουλιακούς” όσο κι απ’ του μπορντιγκιστές κομμουνιστές, κι εδώ μπορεί να μας αποκαλούν μπορντιγκιστές οι πρώτοι, και συμβουλιακούς οι δεύτεροι.

Αφήνοντας τον 20ό αιώνα;

Η ισπανική αποτυχία του 1936-37 είναι συμμετρική προς την ρωσσική αποτυχία του 1917-21. Οι ρώσσοι εργάτες ενώ βρέθηκαν ικανοί να πάρουν την εξουσία, δεν μπόρεσαν να τη χρησιμοποιήσουν για μια κομμουνιστική κοινωνική αλλαγή. Η οπισθοδρομικότητα, η οικονομική καταστροφή και η διεθνής απομόνωση, από μόνα τους δεν μπορούν να εξηγήσουν την ήττα. Η προοπτική που έθεσε ο Μαρξ, ενδεχομένως εφαρμόσιμη μ’ έναν διαφορετικό τρόπο μετά το 1917, της αναγέννησης σε μια νέα μορφή των κοινοτικών αγροτικών δομών, ήταν για την εποχή εκείνη αδιανόητη. Κι ας παραμερίσουμε εδώ τη λατρεία του Λένιν για τον Ταιηλορισμό, και τη δικαιολόγηση του Τρότσκυ στη στρατιωτικοποιημένη εργασία, για όλους σχεδόν τους Μπολσεβίκους και για τη πλειοψηφία της Τρίτης Διεθνούς, μαζί και της Κομμουνιστικής Αριστεράς, σοσιαλισμός σήμαινε κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού συν σοβιέτ, ενώ η γεωργία του μέλλοντος φάνταζε πιο πολύ σα δημοκρατικά διαχειριζόμενα μεγάλα υποστατικά. Η -τεράστια- διαφορά μεταξύ της γερμανικής κι ολλανδικής Αριστεράς και της Κομιντέρν, ήταν ότι οι πρώτοι εννοούσαν τα σοβιέτ και την εργατική δημοκρατία στα σοβαρά, ενώ οι ρώσσοι κομμουνιστές, όπως απέδειξαν τα έργα τους, δεν έβλεπαν σ’ αυτά παρά μορφές τακτικών ελιγμών.

Οι Μπολσεβίκοι είναι η καλύτερη απεικόνιση του τί συμβαίνει σε μια εξουσία που δεν τίποτ’ άλλλο από μια εξουσία, και που πρέπει να κρατηθεί απ’ τις συνθήκες χωρίς να τις μεταβάλλει ιδιαίτερα.

Αυτό που ξεχωρίζει τις μεταρρυθμίσεις, τον ρεφορμισμό απ’ την επανάσταση, δεν είναι ότι η επανάσταση είναι βίαια, αλλά ότι συνδέει την εξέγερση με την κοινωνικοποίηση. Ο ρωσσικός εμφύλιος πόλεμος κερδήθηκε στα 1919, αλλά σφράγισε το τέλος της επανάστασης, καθώς η νίκη επί των λευκών επετεύχθη χωρίς να κοινωνικοποιηθεί η κοινωνία, και κατέληξε σε μια νέα κρατική εξουσία. Στο έργο του του 1939 Μαύρος φασισμός, Κόκκινος Φασισμός, ο Otto Rühle έδειξε πώς η Γαλλική Επανάσταση έδωσε φως σε μια στρατιωτική δομή και μια στρατηγική προσαρμοσμένη στα τρέχοντα κοινωνικά πλαίσια. Ένωσε την μπουρζουαζία με τον λαό, ενώ η ρωσσική επανάσταση απέτυχε να δημιουργήσει έναν στρατό βασισμένο σε προλεταριακές αρχές. Ο Κόκκινος Στρατός που νίκησε η Πολωνία στα 1920 δεν είχε καμμιά επαναστατική σημασία. Ήδη απ’ τα μέσα του 1918, ο Τρότσκυ συνόψισε το πνεύμα σε τρεις λέξεις: “Δουλειά, πειθαρχία, τάξη”.

Πολύ λογικά και, τουλάχιστον αρχικά, με πλήρη καλή πίστη, το σοβιετικό κράτος επιδίωξε να διασφαλίσει την ίδια την ύπαρξή του με κάθε κόστος, πρώτα ενώπιον μιας προοπτικής παγκόσμιας επανάστασης, κι έπειτα για τον εαυτό του, με την απόλυτη αναγκαιότητα να πηγαίνει στη διατήρηση της ενότητας μιας κοινωνίας που κατέρρεε. Αυτό εξηγεί, απ’ την μια, τις παραχωρήσεις προς τους μικροϊδιοκτήτες γης, κι έπειτα την επίταξη των γαιών τους, κινήσεις που κατέληξαν σ’ ένα επιπρόσθετο ξεχαρβάλωμα κάθε κοινοτικής ζωής ή παραγωγής. Απ’ την άλλη, εξηγεί επίσης την καταπίεση εις βάρος των εργατών και κάθε αντιπολίτευσης μέσα στο κόμμα.

Τον Γενάρη του 1921, η ιστορία είχε κλείσει έναν ολόκληρο κύκλο. Το επαναστατικό κύμα του 1917 που τέθηκε σε κίνηση από ανταρσίες του στρατού και βασικές δημοκρατικές διεκδικήσεις τελείωσε με τον ίδιο τρόπο, μόνο που αυτήν τη φορά, οι προλετάριοι καταστάλθηκαν από ένα “προλεταριακό” κράτος. Μια εξουσία η οποία έφθασε στο σημείο να σφαγιάσει τους στασιαστές της Κροστάνδης στο όνομα ενός σοσιαλισμού που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει, ενώ η επιδίωξή της να συνεχίσει να δικαιολογεί τις πράξεις της με ψέμματα και συκοφαντίες, δείχνουν ότι είχε απωλέσει πλέον κάθε κομμουνιστικό χαρακτηριστικό. Ο Λένιν πέθανε το 1924, αλλά ο επαναστάτης Λένιν είχε ήδη θαφτεί ως επικεφαλής του κράτους στα 1921, αν όχι νωρίτερα. Ο μπολσεβικισμός δεν είχε πια άλλη επιλογή απ’ το να γίνει μάνατζερ του καπιταλισμού.

Καθώς η υπερτροφία μιας πολιτικής προοπτικής αγκιστρωμένης στα εμπόδια που αδυνατούσε ν’ ανατρέψει, η Οκτωβριανή Επανάσταση κατασπάραξε τον εαυτόν της σ’ έναν κανιβαλιστικό εμφύλιο πόλεμο. Το πάθος της ήταν αυτό μιας εξουσίας που, αδυνατώντας να μετασχηματίσει την κοινωνία, εκφυλίσθηκε σε μια αντεπαναστατική δύναμη.

Στην ισπανική τραγωδία, οι προλετάριοι, έχοντας αφήσει το έδαφός τους, πιάστηκαν αιχμάλωτοι μιας μάχης στην οποία η μπουρζουαζία και το κράτος της ήταν παρόντες στα μετόπισθεν καί των δυο πλευρών. Το 1936-37, οι προλετάριοι της Ισπανίας δεν πολεμούσαν μόνο ενάντια στον Φράνκο, αλλά κι ενάντια στα φασιστικά κράτη, στα δημοκρατικά και το παραμύθι της “μη-ανάμειξης”, ενάντια στο κράτος τους, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ενάντια…

Η “ιταλική” και η “γερμανική-ολλανδική” κομμουνιστική Αριστερά (περιλαμβανομένου του Mattick στις ΗΠΑ) ήταν μεταξύ των λίγων που όρισαν την περίοδο μετά το 1933 ως απόλυτα αντεπαναστατική, ενώ πολλές ομάδες (για παράδειγμα τροτσκιστές) διέβλεπαν ανατρεπτικές δυνατότητες στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αμερική κλπ.

Το 1933 έκλεισε την ιστορική εποχή που άνοιξε το 1917. Απο ‘κει κι έπειτα, το κεφάλαιο δε θα αναγνώριζε καμμιά κοινότητα εκτός απ’ τη δική του, που σήμαινε ότι δε θα μπορούσαν πια να υπάρχουν ριζοσπαστικές προλεταριακές ομάδες ενός αξιόλογου μεγέθους. Ο θάνατος του POUM ήταν ανάλογος του τέλους του παλιού εργατικού κινήματος.

Σε μια μέλλουσα επαναστατική περίοδο, οι πιο ύπουλοι και οι πιο επικίνδυνοι υπερασπιστές του καπιταλισμού δε θα είναι άνθρωποι που θα φωνάζουν συνθήματα υπέρ του κεφαλαίου ή του κράτους, αλλά αυτοί που έχουν απόλυτη γνώση της πιθανότητας μιας ολικής ρήξης. Δεν πρόκειται να εγκωμιάζουν τις τηλεοπτικές διαφημήσεις ή την κοινωνική υποταγή, αλλά θα προτείνουν να αλλάξουμε τη ζωή… γι’ αυτό το σκοπό όμως, θα μας καλούν να χτίσουμε ένα πραγματικά δημοκρατικό κράτος πρώτα… Αν κατορθώσουν να πάρουν τα ηνία της κατάστασης, και η δημιουργίας μιας τέτοιας νέας πολιτικής μορφής καταναλώσει την ενέργεια των ανθρώπων, αποχαιρετίστε τις ριζοσπαστικές ουτοπίες και, με τα μέσα να γίνονται σκοπός, η επανάσταση θα μετατραπεί γι’ ακόμη μια φορά σε ιδεολογία. Εναντίον τους, και φυσικά εναντίον της ανοιχτά καπιταλιστικής αντίδρασης, ο μόνος δρόμος για την νίκη των προλεταρίων θα είναι ο πολλαπλασιασμός των συνεκτικών κομμουνιστικών πρωτοβουλιών, που εντελώς φυσικά θα κατηγορηθούν ως αντιδημοκρατικές ή ακόμα κι ως …”φασιστικές”. Ο αγώνας για την εγκαθίδρυση χώρων και στιγμών απελευθέρωσης και συλλογικής λήψης αποφάσεων, είναι που καθιστούν εφικτή την αυτονομία του κινήματος, και θ’ αποδειχθεί αδιαχώριστος από τα πρακτικά μέτρα που θα παρθούν με στόχο την αλλαγή της ζωής.

“…σ’ όλες τις περασμένες επαναστάσεις, ο τρόπος της παραγωγής παρέμεινε ανέπαφος και το μόνο ζήτημα ήταν μια διαφορετική κατανομή των προϊόντων, κι αναδιανομή της εργασίας μεταξύ διαφόρων ατόμων, ενώ η κομμουνιστική επανάσταση στοχεύει αυτόν τον τρόπο παραγωγής όπως έχει υπάρξει ως τα τώρα, και καταργεί την εργασία και την κυριαρχία όλων των τάξεων καταργώντας τις τάξεις καθ’ αυτές, καθώς διεξάγεται από την τάξη που δεν μετράει πια σαν τάξη εντός της κοινωνίας, που δεν αναγνωρίζεται ως τάξη, και που είναι η ίδια, έκφραση της διάλυσης κάθε τάξης, εθνικότητας κλπ μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία…” [21]

Σημειώσεις του πρωτότυπου και της αγγλικής μετάφρασης

1. Μαρξ & Έγκελς, πρόλογος στη ρωσσική έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, 1882, σελ. 426.

2. Μια προηγούμενη εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε το 1979 ως πρόλογος σε μια συλλογή άρθρων του Bilan για την Ισπανία του 1936-39.  Κεφάλαια αυτού του προλόγου έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί ως “Φασισμός και Αντιφασισμός” από διάφορους εκδότες, πχ. στα αγγλικά από την Unpopular Books.

3. Για παράδειγμα, βλ. Daniel Guérin, Fascism and Big Business (New International 4ος τόμος αρ. 10, 1938)

4. Αngelo Tasca, The Rise of Italian Fascism 1918-1922 (Gordon 1976). Phillip Bourrinet, The Italian Communist Left 1927-45 (ICC 1992).

5. Βλ. Serge Bricianer, Anton Pannekoek and the Workers’ Councils (Telos 1978) και Phillip Bourrinet, The German/Dutch Left (NZW 2003).

6. Vernon Richards, Lessons of the Spanish Revolution 1936-1939 (Freedom Press 1953). Michael Seidman, Workers Against Work during the Popular Front (UCLA 1993).

7. Proletariër, εκδόσεις της συμβουλιακής ομάδας της Χάγης, Hague, Ιούλης 27, 1936.

8. Victor Alba, Spanish Marxism versus Soviet Communism: a History of the POUM (Transaction Press, 1988).

9. Φόρος τιμής στη Καταλωνία: Homage to Catalonia, April 1938. Μέχρι το 1951, είχε πουλήσει λιγότερο από 1,500 αντίτυπα. Πρωτοδημοσιεύτηκε στις ΗΠΑ το 1952. Στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη.

10. Boletín de Información, CNT-ait-FAI, Via Layetana, 32 y 34, Barcelona, November 11, 1936.

11. P.I.C., εκδόσεις GIC, Amsterdam, October 1936

12. Marx, Revolutionary Spain, 1854 (MECW 13), σελ. 422.

13. Clé, 2nd issue.

14. P.I.C., Γερμανική έκδοση, Δεκέμβρης 1931.

15. Räte-Korrespondenz, Ιούνης 1937.

16. Solidaridad Obrera, Νοέμβρης 1936.

17. Marx, παράθεση της Marie Laffranque στο ‘Marx et l’Espagne’ (Cahiers de l’ISEA, série S. n°15).

18. Μεταξύ άλλων: Orwell, και Low & Brea, Red Spanish Notebook, (City Lights, 1979).

19. Gerald Brenan, The Spanish Labyrinth (Cambridge, 1990).

20. Franz Borkenau, The Spanish Cockpit (Faber & Faber, 1937).

21. Μαρξ & Έγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία (MECW 5), σελ. 52.

Λεβιάθαν (Illuminatus!, Μέρος ΙΙΙ), ένα ψυχεδελικό μυθιστόρημα – Robert Shea & Robert Anton Wilson

Από τον πρόλογο των μεταφραστών:

“To (ίσως κάτι παραπάνω από) μυθιστόρημα ψυχεδελικής φαντασίας Illuminatus! (1975) των Robert Shea (1933-1994) και Robert Anton Wilson (1932-2007) αποτελεί το ένα από τα δύο βασικά κείμενα του Nτισκορντιανισμού (Discordianism). Το άλλο βασικό κείμενο είναι το περίφημο Principia Discordia του Malaclypse the Younger, ένα από τα πρώτα (ίσως και το πρώτο) φανζίν στην ιστορία, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στη Νέα Ορλεάνη το 1965 σε πέντε αντίτυπα και στο οποίο εκτίθενται με κωμικό τρόπο οι κύριες διδασκαλίες μιας υποτιθέμενης παγκόσμιας θρησκείας του Χάους. Άν το Principia Discordia είναι το Μανιφέστο του Ντισκορντιανισμού, το τρίτομο Illuminatus! είναι το Κεφάλαιό του, ένα εξωφρενικό έπος όπου ο μυστικισμός, ο αναρχισμός, η επιστημονική φαντασία, η παράνοια, η σάτιρα, η ψυχανάλυση, η ψυχεδέλεια, το Νταντά, ο Νίτσε και το μαύρο χιούμορ ανακατεύονται σε ένα διαβολικά συνεκτικό, αιχμηρό και αυτοσαρκαζόμενο σύνολο, στην υπηρεσία της Επιχείρησης Ταρακούνημα του Νου (Operation Mindfuck).

Ο Ντισκορντιανισμός είναι, από μια οπτική γωνία, η μόνη αληθινή θρησκεία, από μια άλλη οπτική γωνία, μια καλοστημένη φάρσα και, από μια τρίτη οπτική γωνία, μαλακίες για να περνάν την ώρα τους οι χασικλήδες. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αποτελεί το αποκορύφωμα, τουλάχιστον στο θεωρητικό-φιλοσοφικό επίπεδο, εκείνου του χαρακτηριστικά αμερικανικού «ψυχεδελικού αναρχισμού» που διαποτίζει σχεδόν το σύνολο του αμερικανικού κινήματος της δεκαετίας του 1960 και εμφανίζεται σε οργανώσεις όπως οι Yippies, οι White Panthers, οι Motherfuckers, οι Diggers και ο Συμβιωνικός Απελευθερωτικός Στρατός, σε συγγραφείς και διανοούμενους όπως ο Timothy Leary, ο W.S. Burroughs, ο J. Heller και ο H.S. Thompson και σε rock ’n’ roll μπάντες όπως οι MC5, οι Up και οι Fifty Foot Hose. Θάποιος άλλος θα μπορούσε να πει ότι οι βασικοί Ερισιανοί συγγραφείς αξιοποίησαν την παράδοση του μυστικισμού, το rock ’n’ roll και την αμερικανική ιστορία με τρόπο και με σκοπούς που θυμίζουν αρκετά (χωρίς να μπορούμε να παραβλέψουμε κάποιες θεμελιώδεις διαφορές) τη μεταστροφή των καλλιτεχνικών πρωτοποριών του 20ου αιώνα, του κλασικού μαρξισμού και της μαζικής κουλτούρας από την Καταστασιακή Διεθνή. Κατά τη γνώμη μας πρόκειται απλώς για ένα απολαυστικό λογοτεχνικό ταξίδι που δεν κρύβει σε ποια πλευρά του οδοφράγματος ανήκει, και αυτό μας αρκεί.

Μέχρι τώρα κυκλοφορούσαν μεταφρασμένοι στα ελληνικά μόνο οι δύο πρώτοι τόμοι του μυθιστορήματος (Οι Ιλουμινάτοι: To Μάτι της Πυραμίδας και Οι Ιλουμινάτοι: Το Χρυσό Μήλο από τις εκδόσεις Aquarius) τους οποίους ίσως βρείτε κάπου, αν ψάξετε καλά. Ώυτή η μετάφραση αναλαμβάνει να καλύψει το κενό που υπήρχε μέχρι σήμερα για τον τρίτο τόμο.”

Μετάφραση-Επιμέλεια-Σχόλια:
Γραφείον Καθημερινών Ινδιάνικων Yποθέσεων

Δεκέμβριος 2010

Λεβιάθαν (πλήρης έκδοση)

~

Δείτε επίσης: Εισαγωγή στη φαινομενολογία του τέρατος, ένα cut-up μυθιστόρημα από το Γραφείον Καθημερινών Ινδιάνικων Yποθέσεων.

Το ζήτημα της Βίας – Jacques Camatte

Το ζήτημα της βίας

Το κίνημα που αναπτύχθηκε μεταξύ των μαθητών λυκείων (στμ. του 1973, το πρώτο μετά τον “Μάη” μαζικό κίνημα στη Γαλλία), ήταν μια κατάφαση της κομμουνιστικής επανάστασης στην ανθρώπινη διάστασή της. Οι μαθητές έθεσαν το ζήτημα της βίας (αν και ίσως όχι σε πλήρη εφαρμογή) στην άρνησή τους στον στρατό, άρνηση της στρατιωτικής θητείας και άρνηση του οικουμενικού δικαιώματος στον φόνο. Αντίθετα, τα γκρουπούσκουλα της αριστεράς και της άκρας αριστεράς, αλλά όχι και οι αναρχικοί, συνέχισαν το κύρηγμα για την αναγκαιότητα του να σκοτώνεις, επειδή πίστευαν ότι θα μπορούσαν να πετύχουν κάποια “αντίποινα” θανάτου στο κεφάλαιο. Ωστόσο κανείς τους (κι αυτό ισχύει και για τα πιο ακραία στοιχεία τους) δεν υπολόγισε ποτέ το γεγονός ότι αυτό που πρότειναν ήταν η αναγκαιότητα καταστροφής ανθρώπινων όντων, προκειμένου να επιτευχθεί η επανάσταση.

Πως μπορείς να γιορτάζεις μια επανάσταση με ένα άδειασμα γεμιστήρων; Η αποδοχή του στρατού για οποιοδήποτε λόγο, ενισχύει την καταπιεστική δομή σε κάθε επίπεδο. Κάθε είδους επιχείρημα σ’ αυτό το θέμα εξυπηρετεί μόνο την εμπέδωση του δεσποτισμού της αυτοκατασταλτικής συνείδησης, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι πρέπει να καταπιέζουν την επιθυμία τους να μην σκοτώνουν επειδή οι φόνοι θα γίνουν απαραίτητοι σε κάποιο μελλοντικό στάδιο. (Και πράγματι μερικοί άνθρωποι όντως αγαλλιάζουν με μια τέτοια προοπτική). Η αυτοκατασταλτική συνείδηση με αναγκάζει να γίνομαι απάνθρωπος με την πρόφαση ότι κάποια μέρα που θα οριστεί από ένα θεωρητικό πεπρωμένο, θα μεταμορφωθώ επιτέλους σε ανθρώπινο ον.

Οι διάφορες αριστερές κι ακροαριστερές τάσεις προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι δεν υπάρχει καμμιά σύγκλιση μεταξύ της “αστικής” επιθυμίας για κατάργηση της στρατιωτικής θητείας και της ελευθεριακής ειρηνοφιλίας που βρίσκεται κάτω απ’ τη συνειδητή άρνηση στράτευσης, που ενυπάρχει λανθάνουσα όλο και περισσότερο μέσα στην νεολαία. (T. Pfistner, Le Monde, 27 Mar ’73)

Η βία είναι αδιαμφισβήτητο μέρος της ζωής στην σημερινή κοινωνία. Το ζήτημα είναι το πώς αυτή η βία μπορεί να καταστραφεί. Η επανάσταση εξαπολύει φυσικά βία, αλλά αυτή η βία πρέπει να είναι κάτω από τον έλεγχο και την διεύθυνσή μας. Δεν μπορούμε να της επιτρέψουμε να δρα τυφλά, και ασφαλώς όχι να δοξάζεται και να ξεφεύγει από το πεδίο δράσης της.

Τέτοιες προτάσεις μπορεί να φαίνονται αρκετά λογικοφανείς, ωστόσο δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμες εκτός αν προχωρήσουμε παραπέρα, σε μια πιο συγκεκριμένη συνειδητοποίηση της πραγματικής φύσης της βίας, η οποία εκ πρώτης καθορίζεται από το αντικείμενό της: έτσι, η βία που  κατευθύνεται ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα θα πρέπει να εξυμνείται και να ενθαρρύνεται, αλλά όχι και η βία εναντίον ανθρώπων. Το καπιταλιστικό σύστημα βέβαια, αποτελείται από ανθρώπους, και είναι αυτοί οι άνθρωποι που θα τους πάρει σβάρνα η βία. Εδώ έγκειται το ζήτημα των ορίων της βίας. Αν δεν εγερθεί ένα τέτοιο ζήτημα, σημαίνει ότι βρισκόμαστε ακόμα υπό τις προστακτικές του κεφαλαίου. Δεδομένου του ότι ο δεσποτισμός του κεφαλαίου συντηρείται μέσω της γενικευμένης βίας εναντίον των ανθρώπων, είναι γεγονός ότι αυτή η κυριαρχία επί των ανθρώπων επιτυγχάνεται με το να τους φέρει πρώτα σε αντίθεση τον έναν με τον άλλον, κι έπειτα να τους αναθέσει διαφορετικούς ρόλους. Όταν ξεσπούν συγκρούσεις, κάθε πλευρά αναπαριστά την αντίπαλη ως μη-ανθρώπινη (όπως για παράδειγμα οι Αμερικανοί έβλεπαν τους Βιετναμέζους). Όταν πρόκειται να καταστραφούν ανθρώπινα όντα, το πρώτο μέλημα είναι να αποστερηθούν την την ανθρωπιά τους. Έτσι, αν στον επαναστατικό αγώνα οι άνθρωποι εξακολουθούν να πορεύονται βάσει αυτής της οπτικής, δεν σημαίνει ότι απλά μιμούνται τις μεθόδους των καπιταλιστών, κι απλά επιτείνουν την καταστροφή ανθρώπινων όντων;

Έτσι, μπορούμε να αναρωτηθούμε, πού το πάνε οι αριστεριστές όταν θεωρητικοποιούν την καταστροφή της κυρίαρχης τάξης (κι όχι των δομών της), ή των μπάτσων (“μπάτσος καλός, μόνο νεκρός”); Μπορεί κανείς να κάνει την εξίσωση CRS=SS (σημ. Τα CRS είναι τα γαλλικά ΜΑΤ. Τον Μάη του 1979, μια νέα παραφθορά του γνωστού σλόγκαν εμφανίστηκε όταν οι τροτσκιστές της Ligue Communiste Révolutionaire (LCR) ενώθηκαν με τους σταλινικούς και τα CRSστη βίαιη καταστολή ενάντια στους “αυτόνομους” στις διαδηλώσεις στο Παρίσι ενάντια στους μεταλλεργάτες του Longwy και του Denain: LCR=CRS, ή LCRS) σε επίπεδο συνθήματος, επειδή αντιπροσωπεύει με ακρίβεια την πραγματικότητα των δυο ρόλων, αλλά δεν δικαιολογεί την καταστροφή των ανθρώπων που συμπεριλαμβάνει, κι αυτό για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί εκμηδενίζει κάθε πιθανότητα υπόσκαψης των δυνατοτήτων της αστυνομίας. Όταν οι αστυνομικοί νιώθουν ότι μειώνονται σε μια κατάσταση μη-ανθρώπινης, τότε οι ίδιοι καταφεύγουν σε ένα είδος “εξέγερσης” ενάντια στους νέους προκειμένου να κατοχυρώσουν μια ανθρώπινη ιδιότητα την οποία τους αρνούνται, και κάνοντας αυτό, πάνε πέρα από τον ρόλο τους ως μηχανές που καταστέλλουν/σκοτώνουν. Δεύτερον, κάθε ΜΑΤάς, και κάθε άλλου είδους μπάτσος, εξακολουθεί να είναι ένας άνθρωπος. Καθένας τους είναι ένας άνθρωπος με έναν συγκεκριμένο ρόλο, όπως οποιοσδήποτε άλλος. Είναι επικίνδυνο να ορίζει κανείς την ανυπαρξία ανθρωπιάς σε ένα μέρος της κοινωνικής ολότητας, και τον εντοπισμό όλης αυτής σ’ ένα άλλο.

Φυσικά, δεν τίθεται θέμα μη-βίας (σημ. η οποία είναι άλλωστε απλά μια ύπουλη και υποκριτική μορφή βίας, ένα σημάδι της ανικανότητας ορισμένων ανθρώπων να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ως ανθρώπινα όντα), αλλά μάλλον ενός ακριβούς προσδιορισμού του είδους και των σκοπών της βίας που πρέπει να ασκηθεί. Τα επόμενα σημεία θα διευκρινίσουν αυτήν τη θέση περισσότερο: Πρώτον, πρέπει όλα τα στερεότυπα και οι λειτουργίες να αποκαλυφθούν ως αυτό που είναι -ρόλοι, που επιβάλλονται πάνω μας απ’ το κεφάλαιο. Δεύτερον, πρέπει να απορρίψουμε τις θεωρητικές κατασκευές που αξιώνουν την καταστροφή όλων εκείνων των ατόμων που υπερασπίζονται το κεφάλαιο. Τρίτον, δεν μπορούμε να κάνουμε εξαιρέσεις, με τη λογική ότι ορισμένοι άνθρωποι δενε ίναι ελεύθεροι, ότι είναι “το σύστημα” που παράγει τόσο τους μπάτσους όσο και τους επαναστάτες. Αν κάτι τέτοιο ήταν αληθές, η λογική συνέπειά του θα ήταν είτε μια θέση μη-βίας, ή μια κατάσταση όπου τα ανθρώπινα όντα θα μειώνονται σε ρομπότ οπότε κάθε βία εναντίον τους θα ήταν δικαιολογημένη. Αν εξ αρχής αρνούμαστε κάθε πιθανότητα ανθρωπιάς σε ορισμένους ανθρώπους, τότε πως μπορούμε να περιμένουμε να συμπεριφερθούν ως πραγματικά ανθρώπινα όντα; Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπιστούν ως ανθρώπινα όντα. Ωστόσο, αυτήν την εποχή, η πλειοψηφεία των ανθρώπων σκέφτεται με τους όρους της ύστατης λύσης που προσφέρει η ταξική κοινωνία -δηλαδή, της καταστολής των αντιπάλων- ακόμα όμως και σε μια τέτοια περίπτωση, που η επανάσταση επιβαλλόταν, θα επιβαλλόταν και επί της πραγματικής φύσης της, επί του ανθρώπινου.

Όταν έρχεται η σύγκρουση, όπως αναπόφευκτα γίνεται, δεν είναι χρήσιμο να προσπαθούμε να μειώνουμε τα διάφορα άτομα που υπερασπίζονται το κεφάλαιο στο επίπεδο του “ζώου” ή των “ρομπότ”. Πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε στα πλαίσια της ανθρώπινης φύσης τους, γιατί είναι αυτή που κι αυτοί γνωρίζουν ότι αποτελούν κομμάτι της, κι ότι θα μπορούσαν δυνητικά να την βρουν ξανά.

Υπ’ αυτήν την έννοια, η σύγκρουση λαμβάνει χώρα επίσης στη διάσταση του πνεύματος και της διάνοιας. Οι αναπαραστάσεις που δικαιολογούν την υπεράσπιση του κεφαλαίου από ένα άτομο, πρέπει να αποκαλύπτονται και να απομυστικοποιούνται. Οι άνθρωποι που βρίσκονται σ’ αυτήν την κατάσταση, πρέπει να έρχονται αντιμέτωποι με τις αντιφάσεις τους, και να γεννηθούν αμφιβολιές στα μυαλά τους.

Η τρομοκρατία πρέπει επίσης να ειδωθεί σ’ αυτήν την προοπτική. Δεν αρκεί απλά να την καταγγέλει κανείς ως αποτρόπαια. Αυτοί που δέχονται την τρομοκρατία έχουν συνθηκολογήσει μπροστά στην εξουσία του κεφαλαίου. Η τρομοκρατία πάει παραπέρα απ’ την καταστροφή απλά μερικών ανθρώπων: είναι επίσης μια έκκληση στο θάνατο προκειμένου να προωθηθεί μια υποθετική εξέγερση. Αυτή η προοπτική πρέπει να τονιστεί, πέρα από καταδίκες ή επευφημίες, πρέπει να απορριφθεί γενικά ως τρόπος δράσης. Η τρομοκρατία υπαινίσσεται ότι ο “τοίχος” (το προλεταριάτο και η αναπαράστασή του) είναι ένα φράγμα απρόσβλητο και αδιάτρητο, άφθαρτο. Η τρομοκρατία είναι η παραδοχή της ήττας, κι όλες οι πρόσφατες εκδηλώσεις της αποτελούν επαρκή απόδειξη γι αυτό.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η κατα-θλιπτική κυριαρχία του κεφαλαίου επιρρεάζει τους πάντες, δίχως εξαιρέσεις. Δεν είναι δυνατόν να ορίσουμε συγκεκριμένες ομάδες ως “εκλεκτούς” που εξαιρούνται απ’ τον δεσποτισμό του κεφαλαίου. Ο επαναστατικός αγώνας είναι ένας ανθρώπινος αγώνας, και οφείλει να αναγνωρίζει σε κάθε άτομο τη δυνατότητα του εξανθρωπισμού του. Μέσα στη σύγκρουση με τις πολιτικές ηγεσίες, τους “καπιταλιστές” και όλες τις αστυνομίες, το κάθε ένα απ’ αυτά τα άτομα πρέπει να γίνει βίαιο με τον εαυτό του, προκειμένου να απορρίψει, ως εξωτερική του, την εξημέρωση του κεφαλαίου και κάθε βολική “δικαιολογία” αυτοαξιοποίησής του.

***

Πρόκειται για απόσπασμα απ’ το έργο του Camatte Για την Εξημέρωση. Κάποια κομμάτια μετεφρασμένα παλιότερα μπορείτε να βρείτε εδώ: http://rioter.info/category/jacques-camatte/

Ιταλία 1977 και μια κριτική του ενόπλου – Alfredo Bonanno κ.α.

Μερικές σημειώσεις για το κίνημα στην Ιταλία

Πηγή: http://turbellaria.blogspot.com

Παρότι γειτονεύουν, οι χώρες τις Ευρώπης είναι παραδοσιακά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Αυτός ο διαχωρισμός και η συνακόλουθη άγνοια της μιας για την άλλη, ισχύει και στην περίπτωση των επαναστατικών κινημάτων που αγωνίζονται ενάντια στο ένα ή το άλλο Κράτος. Τα ονόματα που έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτεται κανείς την Ιταλία των περασμένων χρόνων, σπάνια πάνε μακρύτερα από την Lotta Continua (Συνεχής Αγώνας), την Prima Linea (Πρώτη Γραμμή) και τις Brigate Rosse (Ερυθρές Ταξιαρχίες), άντε ίσως σήμερα την Αυτονομία και τα (συνδικάτα βάσης) Cobas.

Προκειμένου να έχουμε μια εικόνα του τί συμβαίνει σήμερα στο κίνημα, είναι απαραίτητο να ρίξουμε μια ματιά στους αγώνες στη χώρα απ’ τις αρχές του ’70 μέχρι σήμερα. Μετά την εξεγερσιακή έκρηξη του ’68, εκτυλίχθηκαν έντονοι κοινωνικοί αγώνες που κορυφώθηκαν το 1977 στα -κατά τα μίντια- λεγόμενα “χρόνια του μολύβδου”, φολκλορικά συμβολισμένα στο περίστροφο p38. Οι Ινδιάνοι Μητροπολιτάνοι, οι μαζικές διαδηλώσεις που συγκρούονταν με την αστυνομία, οι επιθέσεις στους συνδικαλιστές ηγέτες, οι λεηλασίες των σούπερμάρκετ, η διάχυση μικρών χειρονομιών σαμποτάζ σε διάφορους χώρους εκμετάλλευσης, βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Σκληρές πορείες στο δρόμο, που διαλύονταν μόνο μετά από άπειρα δακρυγόνα και σφαίρες της αστυνομίας. Δολοφονίες συντρόφων. Οδομαχίες μέχρι θανάτου μεταξύ φασιστών και κομμουνιστών νεολαίων.

Διάφορες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις προέκυψαν εκείνη την περίοδο: Η Lotta Continua, η Potere Operaio (Εργατική Εξουσία), η Potere Rosso (Κόκκινη Εξουσία) στα πλαίσια του κομμουνιστικού χώρου, και σ’ έναν βαθμό η παρανομία έγινε το επόμενο βήμα για πολλούς νέους συντρόφους, κι εξαπλώθηκε ως αποτέλεσμα και της έντονης στρατολόγησης από τις ίδιες τις οργανώσεις. Όχι μόνο οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, που έστηναν μεραρχίες σε διάφορα σημεία της χώρας, αλλά και άλλες πολλές κομμουνιστικές τάσεις πέρασαν στην με την πεποίθηση ότι είχε έρθει η στιγμή της επίθεσης στην “καρδιά του Κράτους”, της ανατροπής ενός διεφθαρμένου πολιτικού και οικονομικού συστήματος, την θέσου του οποίου θα έπαιρναν αυτές.

Ένα τέτοιο ζήτημα, απείχε φυσικά απ’ τις προθέσεις των αναρχικών που, παρ’ ότι παρόντες στους κοινωνικούς αγώνες, σε επιθέσεις, σαμποτάζ, συνελεύσεις και διάφορες πρωτοβουλίες, διατηρούσαν μια κριτική του ένοπλου κόμματος με πράξεις και με λόγο. Στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος είχε ανάψει για τα καλά η συζήτηση. Στο επίκεντρό της βρέθηκε η κριτική των “οργανώσεων σύνθεσης” όπως οι αναρχοσυνδικαλιστικές και οι φεντεραλιστικές, και περιλάμβανε περαιτέρω ζητήματα σχετικά με τη χρήση της επαναστατικής βίας, δηλαδή της ανάγκης για επίθεση στην εξουσία υπό κάθε μορφή της, χρησιμοποιώντας μεθόδους σύμφωνες με τους σκοπούς των αναρχικών, την καταστροφή της εξουσίας σε κάθε μορφή, μέσα από μαζικές αυτοοργανωμένες εξεγέρσεις που θα οδηγήσουν σε μια κοινωνική επανάσταση βαθιά ριζωμένη μέσα σε κάθε άτομο, που οφείλει να γίνει τελικά πρωταγωνιστής της ζωής του.

Έτσι προέκυψε μια απόπειρα να οργανωθεί μια ελευθεριακή παράνομη δομή, η Azione Rivoluzionaria (Επαναστατική Δράση), η οποία εν συνεχεία διεξήγαγε πολυάριθμες επιθέσεις. Αυτή με τη σειρά της ξεσήκωσε έντονες συζητήσεις μέσα στο αναρχικό κίνημα: Είναι δυνατόν μια τέτοια δομή να εξελίσσεται με έναν αναρχικό τρόπο, ή απλά παρέχει μια ελευθεριακή ιδεολογική μυστικοποίηση της γνωστής κλειστής γκρούπας ειδικών, απλά με μη-σταλινικό περιτύλιγμα;

Αρκετές συνελεύσεις έγιναν, παρ’ όλα αυτά η αναρχική κριτική συνήθως ήταν φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Η συζήτηση κρατήθηκε ζωντανή στις σελίδες μερικών απ’ τις εκδόσεις της εποχής. Η αναρχική επιθεώρηση Anarchismo ιδίως, ήταν ο φορέας μια ολοένα και πιο συγκροτημένης μεθοδικής κριτικής και, εμπνεόμενη από το εύρος των ανώνυμων δράσεων σαμποτάζ σε όλη τη χώρα, μικρών δράσεων που δεν απαιτούσαν κάποια ιεραρχική εξειδίκευση αλλά μόνο την προσωπική απόφαση μακράν της βαριάς ατμόσφαιρας εκδίκησης της σταλινικής ιδεολογίας που στόχευε στο χτύπημα στην καρδιά του Κράτους. Στην πραγματικότητα, οι κοινωνική και οικονομική αναταραχή εξελισσόταν με τέτοιο τρόπο, που περισσότερο απ’ όσο ποτέ απλωνόταν σ’ ολόκληρη τη χώρα, και δεν έζωναν πια μοναχά τις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις όπως στα χρόνια του ’50 ή του ’60. Το ζήτημα των αριθμών “να οργανωθούμε πρώτα και μετά βλέπουμε” έγινε ορατό κάτω από ένα διαφορετικό φως, αυτό της πολιτικής, μακριά απ’ την πραγματικότητα της επαναστατικής αποτελεσματικότητας.

Φυσικά μια τέτοια εξέλιξη λάμβανε χώρα παράλληλα με τις εξελίξεις στην επιστήμη και την τεχνολογία, που πλέον εφαρμόζονταν σε κάθε σφαίρα της ζωής. Επίσης είδαμε αυτήν την εποχή μια ευρεία άρνηση του μιλιταρισμού, συγκεκριμένα της στρατιωτικής θητείας σε ατομικό επίπεδο. Οι αναρχικοί ήταν ξεκάθαροι σ’ αυτό το θέμα. Ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στον μιλιταρισμό (οποιουδήποτε χρώματος) αλλά όχι εναντίον των όπλων που, παρόλο που δεν είχαν την κεντρική σημασία που αποκτούν για τα ένοπλα κόμματα (τους “ένοπλους βραχίονες του προλεταριάτου”), εξακολουθούν να είναι απαραίτητα για την επίθεση στον εκμεταλλευτή εχθρό. Δράσεις σ’ αυτόν τον τομέα, εκτείνονται από ολικές αρνήσεις της στρατιωτικής θητείας, λιποταξίες, εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον στρατοπέδων, γελοιοποίηση της στρατιωτικής εικονογραφίας κλπ.

Τα χρόνια πέρασαν. Η ένοπλη επίθεση στο Κράτος με όρους κεντρικότητας έφτασε στο αδιέξοδό της και πολλοί από τους 5.000 συλληφθέντες των αρχών του ’80 άρχισαν να διαπραγματεύονται ατομικά με το Κράτος προκειμένου να γλυτώσουν από μια προοπτική δεκαετιών φυλάκισης που προέκυψε από μαζικές καταδίκες σε πολλάκις ισόβια. Έτσι άρχισαν να εμφανίζονται και οι πρώτες αποκηρύξεις (εδώ επικεντρώθηκε η τακτική των “μετανοημένων”, των “ανανηψάντων”. Είτε μετά από βασανιστήρια που μέχρι τότε επιφυλάσσονταν μόνο σε προλετάριους, ή από φόβο κι απόγνωση μπρος σε μια προοπτική ισόβιας κάθειρξης, συναισθήματα που υπήρξαν άμεση συνέπεια της τακτικής της στρατολόγησης έναντι της ώριμης ανοιχτής επιλογής στον ταξικό πόλεμο), οδήγησαν σ’ αυτή τη διάρρηξη μιας κατάστασης η οποία, αν έμενε συμπαγής, μπορεί να είχε αναγκάσει το Κράτος να βρει αυτό μια λύση, για τους δικούς του λόγους και για τις ανάγκες της γειτονίας του με Κράτη που έβαζαν πλώρη για μια οικονομικά ωφέλιμη ταξική ειρήνη, αφομοιώνοντας μέσω μιας ιεροποίησης των αγώνες του παρελθόντος. 5.000 άνθρωποι είναι πάρα πολλοί για να τους κρύψει κανείς κάτω απ’ το χαλάκι. Αντίθετα, ειδικά κελιά και φυλακές χτίστηκαν, νόμοι έκτακτης ανάγκης ψηφίστηκαν. Η πραγματικότητα της φυλακής γρήγορα έκαμψε τις ανταρσίες, τις μαζικές απόπειρες απόδρασης και τις εξεγέρσεις με εισαγωγές σε προγράμματα αναμόρφωσης των μετανοημένων πρώην αγωνιστών που υπέγραφαν τελικά την αποκήρυξη του ενόπλου αγώνα.

Ιταλία 1977: Μια έφοδος στους ουρανούς

Πηγή: η ιταλική επιθεώρηση “Insurrezione” – Νοέμβρης 1977

http://turbellaria.blogspot.com

Αν αφενός διεκδικούμε αναμφίβολα τον πλούτο των βίαιων κι ένοπλων εκφράσεων του κινήματος (της γενικευμένης κλοπής κι απαλλοτρίωσης ως κριτική της μισθωτής εργασίας, της ριζοσπαστικοποίησης της σύγκρουσης στο δρόμου, του σαμποτάζ κλπ) είμαστε αφετέρου πεπεισμένοι, ότι το πεδίο της βίας δεν μπορεί από μόνο του να συγκροτήσει μια ποιοτική στιγμή, μια στιγμή, με άλλα λόγια, που να χαρακτηρίζει τους νέους επαναστάτες ως τέτοιους. “Η ανυπομονησία να πάρουμε τα όπλα με κάθε κόστος σήμερα, στην πραγματικότητα καθυστερεί τη στιγμή στην οποία το προλεταριάτο ως όλον θα καταφύγει στα όπλα, επειδή περιμένει την καταστολή. Αυτοί που αλληλοσυγχαίρονται για την βλακώδη χρήση των όπλων δεν είναι η επαναστατική πρωτοπορεία, αλλά η τελευταία γραμμή της θεωρητικής και στρατηγικής συνείδησης”. (Μανιφέστο που μοιράστηκε στην Μπολώνια, στις 23 Σεπτέμβρη 1977 με υπογραφή: Ένωση για την μετάδοση της κολλητικής λύσσας).

Κατά τη γνώμη μας, είναι ακριβώς η κοινωνική αποσύνθεση που ωθεί προς ολοκληρωτικές επιλογές -ο ένοπλος αγώνας, ως μια ειδική και διαχωρισμένη διάσταση- που, περιορίζοντας την πολυπλοκότητα της σύγκρουσης σε μια βεντέτα μεταξύ αντιπάλων συμμοριών, εγκλωβίζεται σ’ ένα πεδίο όπου το κεφάλαιο μπορεί να διαχειριστεί προς όφελός του. Αν για παράδειγμα, όσον αφορά τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, είναι δύσκολο να μη νιώσουμε μια συμπάθεια για το βαθμό στον οποίον καταφέρνουν μερικές φορές να γελοιοποιούν και να χτυπούν το Κράτος στο ίδιο το παιχνίδι του, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε την απόσταση μεταξύ του νεοσταλινικού προγράμματός τους, γεμάτου μιλιταριστική ιδεολογία, από το σχέδιο της προλεταριακής επανάστασης, με το οποίο δεν έχει τίποτα κοινό.

Και στη βάση της αποτυχίας του κινήματος του ’68, μπορούμε να καταλάβουμε το παρόν κύμα τρομοκρατίας. Όταν, στις αρχές των 70es, η προοπτική μιας ολικής επανάστασης φαινόταν να απομακρύνεται, μερικές ομάδες το θεώρησαν εφικτό να καταστρέψουν το Κράτος, σε μια στρατιωτικού τύπου αναμέτρηση. Η ανικανότητα να αντιληφθούν πως κανένας ένοπλος βολονταρισμός όπως και τίποτα άλλο δεν μπορεί να λάβει τη θέση βηματοδότη του πραγματικού κινήματος, οδήγησε σε μια παρανοϊκή ιδεολογία-κολλάζ που συγχωνεύει διάφορα στοιχεία, από μια αφελή εξεγερσιακή τάση μέχρι υπερ-μπολσεβικικά χαρακτηριστικά, σε ένα αποτρόπαιο ποτ-πουρί. Στο ξεκίνημά τους, οι ένοπλες ομάδες τουλάχιστον αναλάμβαναν ως στόχο τους να δείξουν ότι το Κράτος δεν είναι άτρωτο, καθώς όμως όλο και γρηγορότερα η ορθολογικοποίηση του αστυνομικού μηχανισμού έκανε την καταστολή όλο και πιο ασφυκτική, σύντομα οι πρακτικές τους μετασχηματίζονταν σ’ έναν προσωπικό πόλεμο, αυτονομημένο από κάθε πραγματικό αγώνα. Επιπλέον, αυτό το τυπικό σλόγκαν “να χτυπήσουμε στην καρδιά του Κράτους”, συσκοτίζει τον πραγματικό στόχο: το κεφάλαιο, του οποίου το Κράτος δεν είναι παρά μια φαινομενική εκδήλωσή του.

Στην πραγματικότητα, οι ένοπλες ομάδες έγιναν ένα εμπόδιο για την ανάπτυξη του κινήματος, το οποίο κατέληξαν οι ίδιες (πχ οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) να κατηγορούν ως αυθορμητιστικό και επιπόλαιο! Αυτοί οι κριτικισμοί φέρνουν στην μνήμη τους κλαυθμηρισμούς της επίσημης αριστεράς, της οποίας άλλωστε αυτοί οι άνθρωποι δεν αποτελούν παρά την ακραία πτέρυγά της. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις επαναστατικές περγαμηνές του κάθε ατόμου, ένα τέτοιο είδος ένοπλου αγώνα φυτεύει τους σπόρους της επαναφομοίωσης. Όχι μόνο και όχι τόσο, με την έννοια του αστυνομικού καννιβαλισμού, αλλά με την έννοια της μείωσης σε μια επαναλαμβανόμενη κι απόλυτα λειτουργική για την εξουσία εικόνα της επανάστασης ως μια απλή στρατιωτική αντιπαράθεση. Είναι αλήθεια ότι οι ομάδες της αυτονομίας δεν ταυτίζονται με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, όμως είναι επίσης αλήθεια κι ότι η άκριτη υποστήριξη της στρατιωτικοποίησης του κινήματος ενέχει τα ίδια προβλήματα.

Είναι εμφανές ότι το Κράτος θέλει να ωθήσει έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων στην παρανομία. Κάτι τέτοιο αντιστοιχεί με την μείωση του κινήματος στην στρατιωτική του διάσταση, όπου η εξουσία έχει ακόμα το πάνω χέρι, τουλάχιστον σ’ αυτήν τη φάση. Ομάδες όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, πιστεύουν ότι η στρατηγική τους βρίσκει ανταπόκριση. Και είναι σημαντικό ότι ο τελευταίος καιρός χαρακτηρίζεται από μια αύξουσα σύγχυση κι ένα είδος επιστροφής στον παραδοσιακό μιλιταρισμό που στιγματίστηκε απ’ την πιο ηλίθια τρομοκρατία (Casalegno και Acca Laurentia).

Είναι προφανές ότι οι παράνομες ομάδες αυτή τη στιγμή παίζουν στο πεδίο των αντινομιών μεταξύ κρίσης κι επανάστασης, μεταξύ μιας νεοσταλινικής διεύθυνσης κι ενός ριζικού μετασχηματισμού προς τον κομμουνισμό.

Parafulmini e controfigure

Γενάρης 1980

Αυτό το κείμενο είναι μια απάντηση στην προκήρυξη της Azione Rivoluzionaria “Σημειώσεις για μια εσωτερική κι εξωτερική συζήτηση” που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 13-14 του περιοδικού Counterinformazione. Τα άρθρα “Parafulmini e controfigure” και “L.A.xC.=Nihil” συνιστούν μια άμεση απάντηση 2 συντρόφων στο κείμενο της AR. Μετά την άρνηση 2 εφημερίδων του κινήματος να δημοσιεύσουν τις κριτικές τους, κατέστη αναγκαίο να διαδοθούν αυτόνομα. Η μετάφραση των κειμένων στα αγγλικά, όπου μπορούν να βρεθούν στο http://pantagruel-provocazione.blogspot.com, είναι της Jean Weir.

Έχουμε εδώ τη δεύτερη έκδοση αυτού του φιλόδοξου μικρού βιβλίου που, στο σκοτάδι και χωρίς πολύ θόρυβο, σηματοδοτεί ένα αυθεντικό ξεκαθάρισμα της εξεγερσιακής τάσης μέσα στο ιταλικό αναρχικό κίνημα. Με αυτό εννοώ, ας είμαστε σαφείς, το επαναστατικό εξεγερσιακό αναρχικό, όχι τις προσδοκίες ενός γιγαντιαίου μαζικού κινήματος που μέλει να καταστρέψει το υπάρχον σύστημα, ή όσο απ’ αυτό είναι απαραίτητο να καταστραφεί μέσα σε μια μεγάλη νύχτα, προκειμένου να πάρουν τα πράγματα το δρόμο τους προς την αναρχική κοινωνία. Δεν υπάρχει κανένα ίχνος ενός τέτοιου τρόπου κατανόησης του εξεγερσιακού σ αυτό το βιβλιαράκι άλλου εκτός απ’ την αναβολή μέχρι τη γενίκευση της σύγκρουσης, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να μην επιφέρει τίποτα απολύτως -ή σε συνθήκες τρομακτικής καταστολής- να μην εξασφαλίζει ούτε καν ότι υπάρχει σήμερα. Έτσι, αυτές οι λίγες, πολύτιμες σελίδες σηματοδοτούν τα πρώτα βήματα που πρέπει να πάρουμε προκειμένου να φωτίσουμε ορισμένες κριτικές, που έχουν γίνει αυτή τη στιγμή απολύτως επείγουσες (1977), και αφορούν τις λεγόμενες ένοπλες οργανώσεις (μαχητικές ή οτιδήποτε).

Ελπίζω ότι αυτή η ανατύπωση θα είναι εξίσου χρήσιμη σε όλους όσους γεμάτοι συναισθηματική φόρτιση αποθεώνουν τον ρόλο του αντάρτη, ο οποίος, ενδεχομένως να ξεκινά με τις καλύτερες φιλοδοξίες, ωστόσο καταλήγει να παίρνει μια εντελώς απαράδεκτη τροπή. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην μεγάλη θεωρητική πρακτική εμπειρία της Azione Rivoluzionaria. Και η κριτική που εγείρεται εδώ ενάντια σε θέσεις που γρήγορα προέκυψαν μέσα στην οργάνωση αυτή, μετά από μερικούς μήνες δραστηριότητας και αναλυτικής σκέψης, έγινε εκείνη τη στιγμή, ενώ το σίδερο ήταν ακόμη καυτό, χωρίς υποχωρήσεις μπρος στους νεκρούς ή τους φυλακισμένους συντρόφους, ούτε στις ψευδαισθήσεις που περιστρέφονταν γύρω απ’ το “τώρα πυροβολούμε κι εμείς, άρα μπορούμε να τους “νικήσουμε” κι εμείς”.

Ο συγγραφέας αυτής της εισαγωγής (και μαζί με άλλους και του προαναφερθέντος βιβλίου), συμβαίνει να είναι αυτός που είχε γράψει το σύνθημα “μόνο πυροβολώντας νικάει κανείς”, και το προσυπογράφει, ακόμα και μετά την ποινή φυλάκισης 2,5 ετών το 1972 την οποία του κόστισε. Στην πραγματικότητα είναι όντως έτσι, πυροβολώντας που νικάει κανείς. Όμως τί σημαίνει νικάει; Ασφαλώς όχι κατακτάει, κερδίζει κάτι. Να νικάς, σημαίνει επίσης να ξεφορτώνεσαι έναν αριθμό εμποδίων απ’ το πεδίο της μάχης (ανθρώπους και αντικείμενα), προκειμένου να ξαναμοιραστεί το παιχνίδι, της δημιουργίας ενός νέου κόσμου ελεύθερου από κάθε εξουσία και την καταπίεσή της, ενός κόσμου που δεν μπορεί να προέλθει ολοκληρωτικά από την “νίκη” στο πεδίο αυτό, αλλά που χρειάζεται όπως φαίνεται πολύ περισσότερους αγώνες, αίμα, παρεξηγήσεις κλπ.

Μπορείς να νικήσεις μόνο πυροβολώντας, αν θεωρήσουμε ως νίκη αυτό το πρώτο, ταπεινό βήμα προς το ξεκίνημα ενός πραγματικά σπουδαίου, που όμως βρίσκεται αλλού, πέρα απ’ τους πολιτικού υπολογισμούς και τους ανταγωνισμούς δυνάμεων, πέρα απ’ την εκθαμβωτική δράση που μπορεί να μας συναρπάζει σήμερα, αλλά δεν μας πείθει εξ ολοκλήρου. Ο αγώνας που αναπτύσσεται προς την εξεγερσιακή, κι έπειτα επαναστατική γενίκευση, είναι κάτι που παίρνει πολύ καιρό και δεν μπορεί να κλειστεί στο πλαίσιο μιας “νίκης”.

Το ίδιο ισχύει και για τη λεγόμενη “προλεταριακή δικαιοσύνη”. Γύρισα πίσω σ’ αυτόν τον ορισμό αρκετές φορές, μιλώντας για την AR, και πρέπει να χουμε στο μυαλό μας ότι πρόκειτα για μια πεπερασμένη έννοια που, στην εποχή της, ήταν ενδεικτική της επείγουσας ανάγκης για μια πρακτική η οποία δεν ήταν σε καμία περίπτωση κεντρική: το να κολλήσουμε τους υπεύθυνους για συγκεκριμένες αδικίες στον τοίχο, χωρίς να επιδιώκουμε μέσω αυτού να εγκαθιδρύσουμε μια “αγνότερη” έννοια δικαιοσύνης (αντικειμενικά δικαστήρια, δίκαιους νόμους, λογικές ποινές: όλα τους σκουπίδια που δε σημαίνουν τίποτα κι ούτε μας ενδιέφεραν ποτέ), αλλά μόνο να αναλάβουμε ένα αδιάλλακτο καθήκον ξεκαθαρίσματος, ακόμα και σε μεγάλη κλίμα

κα, τη στιγμή κατά την οποία η γενίκευση του εξεγερτικού αγώνα είχε τεθεί σε κίνηση. Σε συνθήκες μιας ενδιάμεσης σύγκρουσης, αυτού του είδους η απάντηση σε συγκεκριμένες κατασταλτικές κινήσεις μπορεί να ιδωθεί σαν μια πρακτική μεγάλης σημασίας, αν μη τι άλλο σαν μια προετοιμασία για τα μελλοντικά, πολύ δυσκολότερα και πιο σύνθετα καθήκοντα. Εξ άλλου, ιδιαίτερα σ’ αυτό το “παραμελημένο” βιβλιαράκι μπορεί να βρει κανείς μια κριτική της έννοιας της “προλεταριακής δικαιοσύνης”, περιορισμένης και ορθώς κατά τη γνώμη μου, στην πιθανή σύγχυση με μια πιο εξειδικευμένη έννοια δικαιοσύνης, αυτής των δικαστηρίων, εννοώ αυτήν που “χτυπάει” τον καθέναν καθημερινά. Κι άλλα προβλήματα προκύπτουν. Το να “βγεις στην παρανομία”, όπως είπαμε παραπάνω, είναι το ένα απ’ αυτά. Το να κλειστεί κανείς στον εαυτό του σαν μύδι, κόβοντας την επαφή με την ανθρώπινη συνθήκη που είναι τόσο δύσκολο να επανορθωθεί, εν όψει των διαρκών προσπαθειών της εξουσίας να μας απομονώσει. Φυσικά, η εξειδίκευση, προκύπτει πάντα ως ο συντομότερος δρόμος για άμεσα αποτελέσματα. Είναι όμως αυτά τα αποτελέσματα όντως τα επιθυμητά; Χρειαζόμαστε όντως να κάνουμε συνεχώς “σαχ” για να δείξουμε πόσο ικανοί είμαστε; Το να αλλάζει κανείς ταυτότητα, τρόπο ζωής, στέκια, να χτίζει ένα φανταστικό σύμπαν γύρω του πλασμένο από επιβίωση και στρατιωτικού τύπου αποφάσεις είναι όλα εφικτά, όμως δεν μας στερούν κάτι στοιχειώδες; Αυτό που πραγματικά είμαστε, αυτό που πραγματικά θέλουμε να γίνουμε. Μου φαίνεται πως σήμερα αυτό το πρόβλημα, κι αυτά τα ερωτήματα βρίσκουν διαφορετικές απαντήσεις απ’ ότι σ’ αυτούς που έθεσαν το ζήτημα στο τέλος των 70es.

Αυτή είναι βεβαίως μια προφανής αλλαγή. Το να μην μπορεί να ευθυγραμμίζει κανείς τη ζωή του με αυτό που θεωρεί επαναστατικό σχέδιο είναι μια πραγματικά αντίξοη κατάσταση. Ζει κανείς έτσι σε μια φαντασιακή εκδοχή του τί θα αποτελούσε μια περιπέτεια με την πιο αυθεντική έννοια της λέξης. Αυτή είναι η κατάσταση που, αργά ή γρήγορα, οδηγεί στην μεταμέλεια και την αποκήρυξη. Η πληρότητα της ζωής που φαντασιωνόταν κανείς, εξαφανίζεται σαν τη φρεσκάδα μέσα από ένα κομμένο λουλούδι. Σε καιρούς σαν τον δικό μας, όταν γύρω μας υπάρχουν ακόμη σύντροφοι που έχουν μείνει με τη γεύση της πικρίας στο στόμα τους, θα πρεπε να σκεφτόμαστε περισσότερο. Τί έκαναν (κάποιοι απ’ αυτούς) με τις ζωές τους; Πέρα απ’ αυτό, επεκτείνεται το είδωλο. Η εικόνα που πρέπει να υπερασπιστεί με κάθε κόστος. Ο μικρός άγιος, η φίρμα, ο όρκος πίστης. Όποιος δεν πίνει νερό στ’ όνομά τους, δεν μπορεί να μιλάει. Πως τολμάει μια τέτοια προδοσία; Κι ύστερα, αν τους δείξουμε ότι δε γίνεται να προδόσεις κάτι με το οποίο δεν συμφώνησες ποτέ απ’ την αρχή, το απαστράπτον είδωλο κυριεύεται από ιερό μένος. Δεν έχουν κάτι να συζητήσουν, απλά ορκίζονται στην πίστη τους.

[…]

Έπειτα, έρχονται οι θεωρούμενες ως σημαντικές, ή ακόμα και σπουδαίες, μεγάλες δράσεις (όπως για παράδειγμα η απαγωγή του Μόρο), που γεμίζουν σελίδες και σελίδες εφημερίδων. Αν μια ειδική οργάνωση λαμβάνει μια τέτοια επιλογή, αντί να περιοριστεί σε “μικρές” δράσεις επίθεσης και σαμποτάζ, δεν είναι τόσο θέμα ανάλυσης ή επιλογής της οργανωτικής λειτουργίας ως πεδίο δράσης, όσο μια αναπόφευκτη εξέλιξη προς το οργανωτικό “κλείσιμο”. Αν οι μικρές δράσεις μπορούν εύκολα να γενικευθούν (όπως μπορούσε να δει ο καθένας στο τέλος των 80es και την αρχή των 90es), δε θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο για τις “κεντρικές” πράξεις, οι οποίες με την γεωμετρική απόσταση του μιλιταρισμού τους από τον κόσμο, το πολύ που μπορούν να περιμένουν δεν είναι παρά ζητωκραυγές απ’ το φιλοθεάμον πλήθος στις κερκίδες.

Η κριτική σχετικά με οποιοδήποτε οργανωτικό μοντέλο μιας ειδική αναρχικής ένοπλης οργάνωσης που σκιαγραφείται στο βιβλιαράκι αυτό (αλλά και σε άλλα γραπτά μου της εποχής που επίσης στιγματίζονταν στις “προκηρύξεις” της Azione Rivoluzionaria) είναι έγκυρη ακόμη. Εν πάσει περιπτώσει, πρόκειται για ζητήματα μεγάλης σημασίας και ανεξάντλητης επικαιρότητας, που θεωρώ πως θα πρεπε να απασχολούν εις βάθος κάθε σοβαρό σύντροφο.

Τεργέστη, 23 Δεκέμβρη 2000

Alfredo M. Bonanno

(στμ. το βιβλιαράκι έχει εκδοθεί στα ελληνικά με τίτλο “Ένοπλη πάλη και επαναστατικό κίνημα”)



Αλεξικέραυνα και κασκαντέρ

…για τον καθένα, που έστω και αργά, δέχθηκαν τον καταναλωτισμό στο ρόλο που προηγουμένως επεφύλασσαν στις πρωτοπορίες των διανοουμένων κι επιθυμούν να σταματήσουν, δεν υπάρχει άλλο απ’ το να εμπλακούν σε μια απελπισμένη και ξέφρενη κούρσα όλων των κέντρων του θεάματος: Να προσληφθούν ως ηθοποιοί ή να εισβάλουν στη σκηνή αυτοσχεδιάζοντας. Άμμισθα ανδρείκελα ή κομπάρσοι, και τελικά αναλώσιμοι, και σε κάθε περίπτωση ρευστοποιημένοι. Σ’ αυτό συνίσταται η πολυπόθητη και εξωραϊσμένη “ποιοτική” διαφοροποίηση. (G. Cesarano – G. Collu, Apocalisse e rivoluzione, Dedalo, Bari 1973, σελ. 93).

1. Το κίνημα του ’77 και το “αντάρτικο”

Η εκδίωξη του Lama απ’ το πανεπιστήμιο της Ρώμης, τον Φλεβάρη

του 1977 σηματοδοτεί την ιστορική ρήξη του ιταλικού προλεταριάτου με τις πολιτικές μαφίες που ισχυρίζονταν ότι το ελέγχουν και το αντιπροσωπεύουν. Μ’ αυτό το επεισόδιο, ένα νέο κίνημα εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά, το οποίο ήταν ακατανόητο για την κατεστημένη εξουσία. Τα προηγούμενα χρόνια, το κεφάλαιο και τα επιτελεία του, είχαν δημιουργήσει in vitro δυο βασικά μοντέλα με τα οποία η αντιπολίτευση στη συμμαχία μεταξύ DC-PCI (χριστιανοδημοκράτες-κομμουνιστικό κόμμα) και το πρόγραμμά της λιτότητας και θυσιών προοριζόταν να ταυτιστεί: το πρώτο, σχεδιασμένο στο συνέδριο της Lotta Continua στο Ρίμινι και οι διαδηλώσεις της αντικουλτούρας των Circoli del proletariato giovanile (κύκλοι νεανικού προλεταριάτου) έτεινε στο καναλιζάρισμα της μάζας των νέων και των ανέργων προς διεκδικήσεις ενός ουσιαστικά πολιτιστικού χαρακτήρα. Το λιγότερο κακό για το σύστημα ήταν οι νέοι να παλεύουν για το δικαίωμά τους σε μια νέα ταυτότητα και για να τους αναγνωριστεί η ελευθερία σ’ ένα εναλλακτικό life-style, στο οποίο μπλέκονταν η ιδεολογία του τριπ, η σύγχυση των ναρκωτικών, το κλαψούρισμα για την περιθωριοποίηση και την “πτώση των αξιών”, η διεκδίκηση των πιο ανούσιων κι αντιφατικών δικαιωμάτων. Μερικές αναφορές στην αυτομείωση θα μπορούσαν ακόμη να συμπεριληφθούν σ’ αυτήν την ιδεολογία. Το μόνο πράγμα που σόκαρε τους δημοσιογράφους της  “L’Unità” και της “Corriere della sera” ήταν οι απαλλοτριώσεις όπου ο κόσμος έκλεβε σαμπάνιες και χαβιάρι, περιφρονώντας έτσι τα “πλαίσια” μες τα οποία η νεολαία θα μπορούσε να “ενωθεί”: οι ιδεολογικές και νεοχριστιανικές ηθικές αξίες του να είναι κανείς φτωχός, ολιγαρκής, σε κρίση. Στη σφαίρα αυτών των “νέων” ιδανικών οι μάζες της νεολαίας παραπονιούνταν και συζητούσαν διαρκώς, όχι τόσο προκειμένου να εξεγερθούν εναντίον τους καταστρέφοντάς τες, όσο για να επιβεβαιώσουν την διεγνωσμένη αξιοπρέπεια της υπαρξιακής συνθήκης τους και την ελευθερία να την στολίζουν με όσα φτερά και μάσκες θέλουν.

Ο άλλος πόλος αυτής της αντιπολίτευσης την οποία η εξουσία προετοιμαζόταν να εξουδετερώσει υπέρ της, ήταν η διαχωρισμένη και εξειδικευμένη μιλιταριστική πρακτική. Για αρκετό καιρό, οι κοινωνιολόγοι έλεγαν πως, με το χειροτέρεμα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, την αύξηση της ανεργίας και την προοδευτική εγκληματοποίηση των δυνητικών εχθρών του μπλοκ εξουσίας της χριστιανοδημοκρατίας-κομμουνιστικού κόμματος, μια άνοδος της τρομοκρατίας θα έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψιν. Ο ιταλικός καπιταλισμός θα ήταν παραπάνω από πρόθυμος να δεχθεί μια τέτοια πρόκληση, όσο παρέμενε στο πεδίο μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Στην πραγματικότητα, μια τέτοιου είδους σύγκρουση (όπου μετά από ένα ξεσάλωμα μπορεί πάντοτε να περιοριστεί σε ένα απλό τεχνικό πρόβλημα, όπου οι δυνάμεις του κεφαλαίου είναι ανώτερες απ’ αυτές του εχθρού, απ’ το ξεκίνημα ακόμη), ακόμα κι αν σήμαινε μερικά ζόρια για ορισμενους κρατικούς λειτουργούς και μπάτσους, απ’ την άλλη παρείχε τόσα πλεονεκτήματα ώστε να την καθιστά το λιγότερο κακό, ασύγκριτα προτιμητέο απ’ τον κίνδυνο της αντιπολίτευσης ενός μαζικού κινήματος που κάνει χρήση παράνομης βίας.

Πρώτα απ’ όλα, ο ουσιωδώς θεαματικός χαρακτήρας των περισσότερων απ’ τις τρομοκρατικές επιθέσεις (ιδιαίτερα των φόνων: το κοινό λατρεύει το αίμα), παρέχει στο σύστημα την δυνατότητα να στρέφει ακόμα και τις πιο αξιοθρήνητες φιγούρες του κατασταλτικού μηχανισμού σε μεγάλες προπαγανδιστικές επιτυχίες. Επιπλέον, η εξέλιξη ενός περιορισμένο εμφυλίου πολέμου πιέζει όλους τους εχθρούς της εξουσίας να αποφύγουν τον πραγματικό καθημερινό πόλεμο στρεφόμενοι προς την παρανομία και να δώσει στο Κράτος την ευκαιρία να εξαπολύσει τη δική του τρομοκρατία σε πλήρη ισχύ, στα πλαίσια μιας διαρκούς κατάστασης πολιορκίας και γενικευμένης επιστράτευσης. Πάνω απ’ όλα, παγώνει το μεγάλο μέρος του πληθυσμού -τις μάζες, τον λαό, το προλεταριάτο, την κοινωνία, σε οτιδήποτε αναφέρονται οι ένοπλοι αντάρτες τέλος πάντων- καθηλώνοντάς το σ’ έναν ρόλο παθητικών θεατών, είτε υποστηρικτών (εξιταρισμένω

ν απ’ τις συναισθηματικές επιπλοκές και γοητευμένων καθώς ζουν τις δικές τους περιπέτειες με την φαντασία τους, ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουν τις ίδιες της συνθήκες της αδυναμίας τους), σε κάθε περίπτωση δεν είναι παρά παθητικοί δέκτες. Τελικά, η οικονομία των αντιμαχόμενων στρατοπέδων είναι καθ’ εαυτόν μια λειτουργική οικονομία, όπου ο καθένας απαιτείται να ταυτιστεί απόλυτα με την κατεύθυνση της κρίσης, ενώ δεν υπάρχει πιο τέλεια λαϊκή εντολή απ’ αυτήν που πραγματώνεται στους εκτελεστές και στα μπλόκα. Καθώς ο εχθρός μπορεί πάντα να κρύβεται στην επόμενη γωνία, ο καθένας κλείνεται στο σπίτι του, υπομένοντας μέχρι τη στιγμή που θα εξαπολύσει όχι το επαναστατικό πάθος, αλλά τη συμπιεσμένη οργή και την αλυσίδα των αντιποίνων. Στην Ευρώπη, το προηγούμενο της Β. Ιρλανδίας έχει ήδη επιδείξει το πώς η στρατιωτικοποίηση του αγώνα -επιθυμητή τόσο απ’τον IRA όσο κι απ’ τον στρατό κατοχής- δίνει οικονομικά και επιχειρισιακά το πάνω χέρι στο κεφάλαιο, καθαρίζει τους δρόμους από τις μαχητικές παρέες των νέων ανέργων και μπλοκάρει και διαχωρίζει τους εργάτες βάσει υπερφίαλων αιτημάτων.

Το κίνημα του ’77 διέψευσε ριζοσπαστικά όλα τα προγνωστικά των ειδικών του ιταλικού καπιταλισμού. Η επίθεση στον συνδικαλιστικό ηγέτη Lama είναι η έκφραση της ανεξέλεγκτης, αυθόρμητης και γενικευμένης βίας, που με θράσσος έτριξε όλα τα πολιτιστικά στεγανά και τις τυποποιημένες γενικεύσεις: οι “ινδιάνοι μητροπολιτάνοι” και οι αγωνιστές της Αυτονομίας, οι νέοι “χίππηδες” και οι οργανωμένοι εργάτες συναντιούνταν στην πράξη, πέρα απ’ τις ειδικές κοινωνιολογικές κατηγοριοποιήσεις τους -που για τους επαναστάτες δεν έπρεπε να τονιστούν αλλά να ξεπεραστούν- όπως ακριβώς το προλεταριάτο, ως ιστορική κίνηση που καταστρέφει και ξεπερνά το κεφάλαιο και την σχιζοφρενική κοινωνία που παράγει αυτό. Ο εφιάλτης κάθε εξουσιαστικής δομής παίρνει σάρκα και οστά: οι προλετάριοι συναντιούνται χωρίς διαμεσολαβητές, παίρνοντας την ευθύνη στα χέρια τους για την επίλυση των προβλημάτων τους, και αρνούμενοι όλους αυτούς -εργατοπατέρες, σταλινικούς γραφειοκράτες, ένοπλες μικροομάδες και ιδεολόγους της αντικουλτούρας- που ισχυρίζονται ότι μιλούν στ’ όνομά τους, και ξεκινούν να οργανώνονται συλλογικά. Εδώ, σε αντίθεση με τις αυτοαποκαλούμενες πρωτοπορείες και τους πολιτικούς ειδήμονες, των κίνημα των ανεξέλεγκτων εργατών βρίσκει τους φυσικούς του συμμάχους και συντρόφους, στους νέους ανέργους, στον όχλο των προαστείων και των πανεπιστημίων.

Η διεφθαρμένη συμπαιγνεία του “ιστορικού συμβιβασμού” (χριστιανοδημοκράτες και κομμουνιστικό κόμμα) υποφέρει από τα χτυπήματα ενός μαζικού κινήματος που είναι βίαιο και οπλισμένο. Αυτό το κίνημα, που μόλις έναν μήνα μετά την επίθεση στην πορεία του Lama, εξεγέρθηκε στις 12 Μάρτη στη Ρώμη και την Μπολόνια, και μέσα από τη βία του έδειξε την ολική του απόρριψη όχι μόνο στις κλαψιάρικες προβληματικές των σπεσιαλιστών του “προσωπικού” και της προβλέψιμης “ειρωνίας” τόσο πολλών φιλόδοξων “δημιουργικών” διανοουμένων, όσο και στη λογική των παράνομων ένοπλων οργανώσεων.

Απ’ τις σελίδες του τελευταίου τεύους της “Controinformazione”: Η Azione Rivoluzionaria κατηγορεί την εφημερίδα “Insurrezione” για την αποκάλυψη της πλήρους ασυμβατότητας μεταξύ των εξεγερμένων του Μάρτη και των ειδικών της ένοπλης πάλης: “…το κίνημα του ’77 δεν εμφανίστηκε απ’ το πουθενά, έχει μια ιστορία πίσω του η οποία επιρρεάστηκε, είναι αδιαμφισβήτητο αυτό, από τις δράσεις του ανταρτοπολέμου. Αν οι άνθρωποι στη Ρώμη είχαν περιοριστεί στην ειρωνία, ο Lama θα είχε δώσει τη διάλεξή του στο πανεπιστήμιο και αυτό που έμεινε τελικά ως ιστορικό συμβάν, ο διωγμός του Lama απ’ το πανεπιστήμιο, δε θα ήταν σήμερα παρά μια ομιλία με μερικές ενοχλήσεις, ακόμα κι έξυπνες, αυτό που θα έμενε θα ήταν μια πορεία, και κατ’ επέκταση μια νίκη για τον Lama και τους ομοίους του. Είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε το κίνημα του ’77 με όλα όσα λέχθηκαν και ειπώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, ιδιαίτερα από τις ένοπλες ομάδες και το αυτόνομο αντάρτικο”. (Azione Rivoluzionaria, Σημειώσεις για μια εσωτερική κι εξωτερική συζήτηση στο “Controinformazione”, τεύχος 13-14, Μάρτης 1979 σελ. 90).

Μακράν του να περιοριστούμε στην ειρωνία, χιλιάδες αγωνιστές δε δίστασαν να πάρουν τα όπλα μόνοι τους όταν αυτό έγινε αναγκαίο, λεηλατώντας τα οπλοπωλεία στις 12 Μάρτη, ενώ οι ένοπλοι αντάρτες ανησυχούσαν μήπως καταρριφθούν οι κριτικές τους γι αυτές τις εκδηλώσεις ως “αυθορμητισμούς” και “χαβαλέ”, με άλλα λόγια ξέφευγαν από τον έλεγχό τους κι έρχονταν σε έμπρακτη αντίθεση με κάθε ανάθεση για την επίλυση των προβλημάτων τους σε ειδικούς, κι ιδιαίτερα στους ένοπλους τέτοιους.

Η εξουσία δε χρησιμοποίησε διαφορετικά ερμηνευτικά σχήματα απ’ αυτά που εφάρμοσε στους ένοπλους αντάρτες της AR: για ολόκληρο το ’77, προσπάθησε να αντιπροτείνει τις δυο προκατασκευασμένες ταυτότητες -της αντικουλτούρας και του μιλιταρισμού- που το κίνημα είχε ήδη αρνηθεί, επιδιώκοντας να φέρει σε αντίθεση ένα “δημιουργικό” πνεύμα με ένα “μαχητικό” χέρι του κινήματος. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και κοινωνιολόγοι, που ως συνήθως δεν καταλάβαιναν την τύφλα τους απ’ την πραγματικότητα, αλλά ως αντίκρυσμα προσπάθησαν, αφενός να χειραγωγήσουν τους εξεγερμένους της αντικουλτούρας -το νεολαιϊστικο κίνημα, τους ινδιάνους μητροπολιτάνους, τις φεμινίστριες κλπ- ενάντια στην ανάπτυξη μιας αποφασιστικότητας και συνοχής του επαναστατικού κινήματος, και στην άλλη να πιστοποιήσει την ηλιθιότητα των συνομωσιών των παραθρησκευτικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων. Το κίνημα γνώριζε πώς να φωνάζει μες τα μούτρα όλων των πληρωμένων γραφιάδων που το παρατηρούσαν, αυτό που πραγματικά ήταν: ΜΑΛΑΚΕΣ!

Ως προς αυτό, ούτε οι πολιτιστικές πρωτοπορείες ούτε οι ένοπλες τέτοιες ήταν ικανές να διαχωριστούν απ’ τους υπηρέτες της εξουσίας, στην κατανόηση της πραγματικότητας. Ακόμα λιγότερο, μπορεί να ειπωθεί σήμερα ότι οι κριτικές της AR ήταν έξυπνες: “…είναι πιθανό να κάνει κανείς την αντίθετη υπόθεση: το κίνημα θα είχε τσακισθεί στις ρίζες του, στα κοινωνικά κέντρα, στις εφημερίδες, τους ραδιοσταθμούς του, αν το αντάρτικο δεν είχε δράσει σαν αλεξικέραυνο, τραβώντας ολόκληρο τον κατασταλτικό μηχανισμό πάνω του” (οπ.π. σελ. 90)

Στο πρόσφατο κύμα συλλήψεων κατά της Autonomia Operaia (Εργατική Αυτονομία), αγωνιστές που κατηγορούνταν για την απαγωγή του Μόρο, ξεκαθάρισαν την κατάσταση απ’ όλες αυτές τις ανοησίες, έχει σημασία λοιπόν για ένα λεπτό να εξετάσουμε την πιο φιλόδοξη απ’ όλες τις ενέργειες του αντάρτικου πόλης, την απαγωγή του Μόρο. Σύμφωνα με την Azione Rivoluzionaria, για την απόπειρα αυτήν, της οποίας “η ουσία έγκειται στην ικανότητα του επαναστατικού κινήματος ως όλον (και των Ερυθρών Ταξιαρχιών ως μέρος του κινήματος) να καταφέρουν ένα χτύπημα στην καρδιά” (οπ.π. σελ.88). “Το παράνομο κίνημα πλήρωσε το τίμημα του ψυχολογικού πολέμου που εξαπόλυσε, την καχυποψία, το κυνήγι του ταξιαρχίτη, την έξαρση της αστυνομοκρατίας” (οπ.π. σελ. 89). Εκτός από αδιαμφισβήτητο, το γεγονός ότι με τη δολοφονία του Μόρο η εξουσία δικαιολόγησε εκατοντάδες επί εκατοντάδων συλλήψεις, κατηγορίες και προφυλακίσεις εις βάρος του κινήματος, και περιοριζόμενοι στο να υπενθυμίσουμε ότι το μόνο συνεκτικό αίτημα κεντρικής κατασταλτικής σημασίας από το κομμουνιστικό κόμμα προς την κυβερνώσα χριστιανοδημοκρατία είχε να κάνει με το κλείσιμο των στεκιών και τη σύλληψη μιας σειράς αγωνιστών -οι οποίοι κατονομάζονταν πλήρως από το κόμμα- της Εργατικής Αυτονομίας στη Ρώμη, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν γυρίσει το χτύπημα “στην καρδιά” της επαναστατικής τάσης που επέμενε, ακόμα και υπό πίεση, στη Ρώμη, για πάνω από ένα χρόνο, να φέρνει το θέαμα ή τα σύμβολα του επαναστατικού αγώνα στην προσοχή του καθενός. Στο απίστευτο κλίμα εκείνων των ημερών, που έγινε αντιληπτό από τους επαναστάτες ως αδιανόητο, δηλαδή ακατανόητο, μη αντιληπτό, κατέστη εφικτό να καθηλωθούν οι μάζες ξανά στην παθητικότητά τους, σαν να παρακολουθούν ένα έργο. Μετά από έναν χρόνο αποφασιστικών αγώνων από υποκείμενα που δρούσαν αυτόνομα σε μια καθημερινή πραγματικότητα κοινή στον καθένα, κλείστηκαν στον εαυτό τους, στο έλεος εξωτερικών δυνάμσεων που συνέπαιρναν όχι μόνο τη θέληση αλλά και τη συνείδηση του καθενός, τραβώντας τη σ’ αυτές. Παγιδευμένοι ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο ακραίες δυνάμεις, ο καθένας πιεζόταν να διαλέξει πλευρά, υπό την πίεση ενός αυθεντικού εκβιασμού: ο καθένας έπρεπε να διαλέξει ποιός τον αντιπροσωπεύει. Αν το Κράτος θα μπορούσε να επιβάλει τον δικό του διαβόητο εκβιασμό στον καθένα (“με μας ή με την τρομοκρατία”), ή αν θα ονειρευόταν όπως του ζητούσαν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες: να τους χειροκροτάει, ή ακόμα, να προχωρήσει στην πλέον “ριζοσπαστική” επιλογή και μια μέρα να εισέλθει στον κόσμο των ηρώων. Αυτό ήταν το μήνυμα των Ερυθρών Ταξιαρχιών: καταταγείτε, ή τουλάχιστον καθήστε σπίτι, δείτε τηλεόραση και χειροκροτήστε, αυτό ήταν πάντοτε το μήνυμα των ένοπλων οργανώσεων. Η απαγωγή του Μόρο απλώς το έφερε στα σπίτια όλων, υποχρεώνοντας έτσι όσους ήθελαν να μείνουν πιστοί στην επαναστατική τους υποκειμενικότητα να το αρνηθούν ριζοσπαστικά.

2. Η “Λαικό-μετωπική” ιεραρχία της ένοπλης οργάνωσης

Ηθοποιοί και κασκαντέρς. Με άγαρμπο ζήλο, η AR κάνει τον εκβιασμό που απέκρυβε πάντοτε η πολιτική-γραφειοκρατική γλώσσα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, φανερό: “Η κριτική κριτική που τείνει να απομονώνει το αντάρτικο από το κίνημα είναι απόλυτα λειτουργική στο σχέδιο της καταστολής που χρησιμοποιεί βία ενάντια στο αντάρτικο και κριτική για να το απομονώσει. Η “κριτική κριτική”, που γνωρίζει τα πάντα, δε γνωρίζει πως με την απομόνωση του αντάρτη προετοιμάζει τις συνθήκες για τη δική της ώθηση στην παρανομία, εκτός αν το κεφάλαιο, μες την μεγαλειώδη εφευρετικότητά του, όπως ακριβώς δε ξέρει σήμερα πώς να αναγνωρίσει τους φίλους του και τους βασανίζει, σκοτώνει, καταδιώκει τους τρομοκράτες, αύριο δε θα ξέρει να αναγνωρίσει τον μόνο εχθρό του, την κριτική κριτική και του εξασφαλίσει θέσεις κι αξιώματα” (οπ.π. σελ. 90). Χωρίς να ασχοληθούμε με τον χριστιανικό κρετινισμό αυτών που ζουν για να δουν την αλήθεια της πίστης τους να αποδεικνύεται μέσα απ’ τα μαρτύρια των πιστών της, αυτό που μας έρχεται στο μυαλό, διαβάζοντας αυτό το θλιβερό κείμενο, είναι ο εκβιασμός που εξαπολύει εδώ και 50 χρόνια ο σταλινισμός ενάντια σε κάθε διεθνιστική αντιπολίτευση (ο ίδιος εκβιασμός που εξαπόλυσε ο Λένιν ενάντια στην Κροστάνδη και ολόκληρη την Εργατική Αντιπολίτευση): “Η Ρωσσία, η πατρίδα του σοσιαλισμού, απειλείται απ’ τους ιμπεριαλιστές και για να την υπερασπιστούμε χιλιάδες προλετάριοι απ’ όλον τον κόσμο θυσιάστηκαν. Οπότε, αν ασκείς κριτική στη Ρωσσία, είσαι υποχείριο πολιτικών παραγόντων, χρήσιμος στον ιμπεριαλισμό, ή ακόμα καλύτερα δεν είσαι τίποτα, παρά ένα προκάλυμμα, ένα φερέφωνο του διεθνούς φασισμού”. Η Azione Rivoluzionaria αναπτύσσει την ίδια συλλογιστική ενάντια σ’ όποιον κριτικάρει τον ένοπλο αγώνα σ’ ένα κείμενο που δεν κάνει καμία κριτική στους σταλινικούς των Ερυθρών Ταξιαρχιών, προφανώς συμμάχων στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του αντάρτικου.

Η συνενοχή των αναρχικών στην αντεπανάσταση στην Ισπανία το 1936-7, αποδεικνύει με τρανταχτά παραδείγματα, ότι όποιος ανακατεύεται με τα πίττουρα τον τρών οι κότες, κι όποιος συμμαχεί με τους σταλινικούς, μαθαίνει να συκοφαντεί τους επαναστάτες. Όπως και στην Ισπανία, υφίσταται σήμερα στην Ιταλία ένα Λαϊκό Μέτωπο, μειοψηφικό και παράνομο φυσικά, το οποίο ελπίζει, όπως αυτό του παρελθόντος, να γίνει πλειοψηφικό και να ‘ρθει στην εξουσία, να κλείσει στις γραμμές του το επαναστατικό προλεταριάτο. Ακόμα και μια ελάχιστη γνώση των επαναστάσεων και των αντεπαναστάσεων του παρελθόντος, αποσαφηνίζει ότι μέσα σε κάθε λαϊκό μέτωπο υπάρχουν πολύ συμπαγείς ιεραρχίες που αντανακλούν τις διαφορετικές ειδικές βαρύτητες των οργανώσεων που τα αποτελούν. Για παράδειγμα, στην Ισπανία του 1936-7, το μικρό κομμουνιστικό κόμμα, είχε τεράστια εξουσία εντός του Λαϊκού Μετώπου, ανώτερη απ’ αυτήν των αναρχικών, ακόμα κι αν οι τελευταίοι ήταν η κύρια δύναμη του ισπανικού προλεταριάτου. Το σημερινό μέτωπο των ενόπλων οργανώσεων έχει ένα ουσιαστικά θεαματικό αποτέλεσμα: Γι’ αυτόν τον λόγο το θέμα που τίθεται δεν είναι το μοίρασμα των υπουργείων μιας αντεπαναστατικής κυβέρνησης, αλλά της εσωτερικής ιεραρχίας: Ενώ ο ρόλος των πρωταγωνιστών και των μεγάλων αστέρων κερδίζεται επάξια απ’ τους σταλινικούς, δεν μένει για τους αλλόκοτους ελευθεριακούς της AR παρά ένας ρόλος κασκαντέρ. Πρωτοσέλιδα και επευφημίες των παθητικών θαυμαστών για τους ταξιαρχίτες, απώλειες και τρέξιμο για τους αναρχικούς.

3. Κριτική της καθημερινής ζωής

“Η μόνη (κι ας μας συγχωρεί η κριτική κριτική εδώ) πραγματική αυτονομία είναι στο ένοπλο εγχείρημα ενάντια σε κάθε όψη της κοινωνικής ζωής, στη συγκρότηση ενός δικτύου αντίστασης κι επίθεσης στα ζωτικά κέντρα της εκμετάλλευσης και του θανάτου, στο να ζει τη ζωή του κανείς στο έπακρο, γνωρίζοντας ότι είναι ήδη μόνο εν μέρει εκτός της αιχμαλωσίας του κεφαλαίου, μόνο αυτός είναι ο δρόμος της πραγματικής απελευθέρωσης. Όμως ακόμη, κι εδώ, στο επίπεδο του δρώντος υποκειμένου, όπως και στο κοινωνικό επίπεδο, είναι απαραίτητο να γκρεμίζει κανείς τις γέφυρές του με την καθημερινή κανονικότητα, δημιουργώντας μια κατάσταση χωρίς επιστροφή, να περάσει στην παρανομία” (οπ.π. σελ. 90). Έτσι περιεργάζονται οι ένοπλοι αντάρτες της Azione Rivoluzionaria την κριτική της καθημερινής ζωής. Έχουμε ήδη δείξει πως, στην πραγματικότητα, η “στρατηγική επιλογή της παρανομίας” δεν προσέφερε καμμία “απελευθέρωση” εκτός απ’ την ελευθερία να αναλάβουν τον καταστροφικό ρόλο του κασκαντέρ. Είναι αντίθετα, η ριζοσπαστική κριτική, την οποία η AR στα κείμενά της (όπου μεταξύ άλλων αντιγράφει όλες τις κριτικές θεματικές της “Insurrezione”, προσθέτοντας απλώς μερικές προσβολές για την ίδια την πηγή τους, στην οποία καταλογίζει θέσεις πλήρως επινοημένες) προσπαθεί να αφομοιώσει ορισμένες θέσεις, για παράδειγμα, του Vanegeim, ο οποίος ουδέποτε έχει εκφράσει την οποιαδήποτε συμπάθεια για την πολιτική τρομοκρατία, κι έχει αντιθέτως καταπολεμήσει σκληρά τις θέσεις των ένοπλων διαμεσολαβητών, σαν αυτές του κειμένου της Azione Rivoluzionaria. Είναι σαφές λοιπόν, ότι όταν μια πρακτική που αυθαίρετα τοποθετεί τον διαχωρισμό της στη “στρατηγική επιλογή της παρανομίας” υιοθετεί θέσεις άλλων, για παράδειγμα αναφορικά με την κριτική της καθημερινής ζωής, γίνεται με μόνο σκοπό την επαναφομοίωσή τους.

Η μόνη ριζοσπαστική θέση που μπορεί να πάρει κανείς σήμερα, αυτών που απ’ τη θέση τους στην κοινωνία (την κατάσταση στην οποία αυθόρμητα και ειλικρινά αναπτύσσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις, την επικοινωνία, την αγάπη, τη φιλία) υφίστανται έναν πραγματικό πόλεμο -καθημερινό και χωρίς καταφύγια- ενάντια στο κεφάλαιο και τους επαναφομοιωτές του. Αυτό σημαίνει πάνω απ’ όλα, αγώνα ενάντια στην οργάνωση της ζωής του καθενός όπως αυτή ρυθμίζεται από τον κόσμο των εικόνων, του θεάματος, κατ’ επέκταση αγώνας ενάντια στους αφομοιωτές των κωδικών συμπεριφοράς που το κεφάλαιο διαρκώς παράγει, ανανεώνει και διαδίδει. Αν θέλουμε να ‘μαστε επαναστάτες, δηλαδή, αν θέλουμε να ζήσουμε την εφικτή περιπέτεια της ζωής σύμφωνα με τα υλικά μας πάθη και τις ζωτικές μας αισθήσεις, σημαίνει να αρνηθούμε ριζοσπαστικά κάθε τάυτιση με τις κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις του κεφαλαίου, με κάθε ταυτότητα, κάθε προσχεδιασμένη και φαντασιακή μάσκα, που αποκρύπτει και μυστικοποιεί τη δυναμική της ζωής. Με το να αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως σώματα σε κίνηση, να αναγνωρίζουμε τα πάθη μας ως έχουν, δηλαδή ακαταδάμαστα στην κοινωνία των συμβόλων και της οργάνωσής τους, και με το να οπλιζόμαστε εναντίον τους, πραγματώνεται η πιθανότητα για τον καθένα να βρει την αίσθηση μιας μοναδικής και συγκεκριμένης ζωής. Και είναι σ’ αυτό το σημείο που η αναγκαιότητα παρουσιάζεται και μαζί της φέρνει τη δυνατότητα επικοινωνίας του ένοπλου εγχειρήματος ενάντια στο κεφάλαιο και ζει στην κοινότητα που μας περιβάλλει. Κάθε συνεκτική επαναστατική πράξη που αναγνωρίζει το ψεύδος όλων των κοινωνικών ταυτοτήτων που προτάσσει το κεφάλαιο, και τις αντιμάχεται όλες τους, έχοντας συνείδηση πως όλες τους, στην πιο βίαια και αποκομμένη μορφή τους είναι απολύτως παράνομες για το κεφάλαιο, γνωρίζει πως δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί. Ασφαλώς, όποιος το βιώνει αυτού απ’ έξω, με έμμεσους ή γεωγραφικούς όρους, δεν μπορεί να έχει την παραμικρή ιδέα για το που βρίσκεται: Δεν υπάρχει άλλο πεδίο μάχης απ’ τον κόσμο που κυριαρχείται συνολικά απ’ το κεφάλαιο, εντός κι εκτός των ατόμων, κι απ’ τον κόσμο αυτό, απ’ αυτήν την μάχη, δεν υπάρχει έξοδος διαφυγής. Όποιος συνειδητά πολεμάει στον πραγματικό πόλεμο τόσο εντός όσο κι εκτός του, μπορεί να βρει σε ορισμένες περιπτώσεις την παρανομία μπροστά του ως αναπόφευκτη αναγκαιότητα, αλλά πάντοτε παραμένει ένα ακόμη εμπόδιο στην μάχη, όσον αφορά τη διαφάνεια και τη συνοχή. Αυτοί που άφησαν την “κανονική” κοινωνική τους ταυτότητα επιλέγοντας μια πιο ηρωική και θεαματικά υπεραξιοποιημένη, αυτή του “ένοπλου αντάρτη”, κρυφά απ’ το πραγματικό κίνημα όσο κι απ’ την αστυνομία, βρίσκουν τους εαυτούς τους σήμερα, χάρη στα παιχνίδια της θεαματικής οπτικής, όχι απλά μπρος στις κάνες των εκτελεστικών αποσπασμάτων, αλλά και μπρος στις κάμερες των καναλιών, στο κέντρο του θεάματος. Ότι ξεκίνησε ως αγώνας ενάντια στην αξία, κατέληξε η υπέρτατη αξιοποίηση, της προσωπικότητας του αντάρτη, της ύψιστης αυτοθυσίας που μπορεί να απαιτεί η παραγωγή αξίας. Όπως δηλώνουν και οι περίεργοι ελευθεριακοί της Azione Rivoluzionaria, είναι αλήθεια ότι η εξάπλωση της μιλιταριστικής αντάρτικης πρακτικής εκ-δημοκρατίζει σήμερα αυτήν την ικανότητα αυτο-αξιοποίησης: “Κάθε χωριό, κάθε πόλη, αποκτά τώρα τη σκηνή και τους πρωταγωνιστές της. Η βία είναι ένα θέαμα διαθέσιμο σε όποιον έχει τη θέληση” (οπ.π. σελ. 90). Με τον ίδιο τρόπο, αλλά από μια αντίθετη οπτική γωνία, αληθεύει ότι η επαναστατική βία, αν επιθυμεί να είναι τέτοια, οφείλει να καταστρέψει κάθε σκηνή και κάθε θέαμα, και γνωρίζει πως σε όλους τους ηθοποιούς βλέπει τους φυσικούς εχθρούς της αλήθειας και του ξεπεράσματος.

Μάης 1979

***

Βλ. και: Κείμενα και σημειώσεις του Α. Bonanno

1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία

Καίγεται το Ράιχσταγκ; – Καταστασιακή Διεθνής

Καίγεται το Ράιχσταγκ;

Σύντροφοι:

Το πραγματικό κίνημα του επαναστατικού ιταλικού προλεταριάτου οδεύει προς το σημείο πέρα απ’ το οποίο θα είναι αδύνατη -για το ίδιο και για τους εχθρούς του- κάθε επιστροφή. Καθώς, μια μετά την άλλη, οι αυταπάτες για μια επιστροφή στην “ομαλότητα” της προηγούμενης κατάστασης διαλύονται η μια μετά την άλλη, ωριμάζει και στα δυο η συναίσθηση της αναγκαιότητας να διακινδυνεύσουν το ίδιο το παρόν τους για να κερδίσουν το μέλλον τους.

Αντιμέτωπη με την άνοδο του επαναστατικού κινήματος, και παρά την μεθοδική δράση για επαναφομοίωση από τα συνδικάτα και τους γραφειοκράτες της παλιάς και νέας “Αριστεράς”, η εξουσία αναγκάστηκε να παίξει γι’ ακόμα μια φορά το γελοίο θεατράκι της νομιμότητας, και να ρίξει αυτήν τη φορά το τελευταίο της χαρτί, το κόλπο της τρομοκρατίας, σε μια προσπάθεια να θολώσει τα νερά προσπαθώντας να αποκρύψει τα κόλπα της μπρος στη διαύγεια της επανάστασης.

Οι αναρχικές επιθέσεις του 1921, οι απεγνωσμένες ενέργειες των επιζήσαντων της ήττας του επαναστατικού κινήματος του τότε, εξυπηρέτησαν ως μια πολύ βολική αφορμή για την ιταλική αστική τάξη, ώστε να θέσει σε κίνηση, μαζί με τον φασισμό, μια κατάσταση πολιορκείας ολόκληρης της κοινωνίας. Παρόλη την ανικανότητά της, έμαθε το μάθημα του παρελθόντος για τα καλά η ιταλική μπουρζουαζία του 1969, ώστε πρωτού καν αναγκαστεί να ξαναζήσει τον μεγάλο της φόβο του επαναστατικού ξεσηκωμού, ή να περιμένει να ενδυναμωθεί από την ήττα του, για να απελευθερωθεί από τις δημοκρατικές ψευδαισθήσεις. Την σήμερον ημέρα, η ιταλική μπουρζουαζία δεν έχει ανάγκη πια τα λάθη των παλιών αναρχικών για να βρει ένα πρόσχημα να πραγματοποιήσει την πολιτική της ολοκληρωτικής πραγματικότητάς της, αλλά αυτό το πρόσχημα ψάχνει να το καταστευάσει από μόνη της, μπλέκοντας τους νέους αναρχικούς σε μια αστυνομική σκευωρία, μανιπουλάροντας τους πιο αφελείς μεταξύ τους σε μια χοντροκομμένη προβοκάτσια. Οι αναρχικοί, στην πράξη, παρέχουν τις καλύτερες προϋποθέσεις για την ύπαρξη της εξουσίας: φαντασιακή και ιδεολογικοποιημένη απεικόνιση του πραγματικού κινήματος, ο θεαματικός “εξτρεμισμός” τους, το κάνει εφικτό να τσακιστεί στο πρόσωπό τους ο πραγματικός εξτρεμισμός του κινήματος.

Η ΒΟΜΒΑ ΣΤΟ ΜΙΛΑΝΟ ΕΞΕΡΡΑΓΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ

Στόχευε να τραυματίσει τις λιγότερο ριζοσπαστικοποιημένες κατηγορίες, σπρώχνοντάς τις να συμμαχήσουν με την εξουσία, και να περάσει το παραμύθι της αστικής τάξης του “όλοι ενωμένοι ενάντια στην τρομοκρατία”: Ανά περίπτωση, με μια ανθρωποσφαγή για τους αγρότες (στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα), αλλά μόνο φόβο για τους αστούς (στην Εμπορική Τράπεζα). Τα αποτελέσματα, άμεσα και έμμεσα, των επιθέσεων, είναι και ο στόχος τους.

Στο παρελθόν, η τρομοκρατική πράξη -ως μια πρωτόγονη και νηπιακή εκδήλωση της επαναστατικής βίας σε αδιέξοδες καταστάσεις, ή ως βία που έχασε το δρόμο της στο πεδίο ανεπιτυχών επαναστάσεων- δεν έγειρε ποτέ κάτι παραπάνω από μια μερική άρνηση, κι ως εκ τούτου, χαμένη από χέρι: μια άρνηση της πολιτικής στο ίδιο το πεδίο της πολιτικής. Αντιθέτως, στο πεδίο της πραγματικότητας, αντιμέτωπη με την ανάδυση μιας νέας επαναστατικής περιόδου, είναι η ίδια η Εξουσία που, προκειμένου να αναλάβει τον πλήρη ολοκληρωτισμό της, εκφράζει έτσι θεαματικά την τρομοκρατική της άρνηση. Σε μια εποχή που βλέπει τη γέννηση του κινήματος που καταργεί κάθε διαχωρισμένη από τα άτομα εξουσία, η εξουσία είναι αναγκασμένη να ανακαλύψει, ως πράξη συνειδητή, πως αυτό που δεν τη σκοτώνει την κάνει πιο δυνατή. Όμως η ιταλική μπουρζουαζία δεν είναι η πιο αξιοθρήνητη της Ευρώπης. Ανίκανη σήμερα να πραγματοποιήσει τον ενεργητικό τρόμο της ενάντια στο προλεταριάτο, δεν της μένει παρά να προσπαθεί να επικοινωνήσει στην πλειοψηφία του πληθυσμού τον δικό της παθητικό τρόμο, τον φόβο του προλεταριάτου. Ανίκανη και αδέξια, στην προσπάθειά της να μπλοκάρει καθ’ αυτόν τον τρόπο την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος και ταυτόχρονα να δημιουργήσει τεχνητά μια δύναμη που δεν κατέχει, ρισκάρει να χάσει για ένα της κόλπο, κάθε τέτοια πιθανότητα. Έτσι ακριβώς, οι πιο προχωρημένες φράξιες της εξουσίας (εσωτερικές ή παράλληλες, κυβερνητικές ή της αντιπολίτευσης) έμελλε να εξαπατηθούν. Η υπερβολική αδεξιότητα φέρνει την ιταλική μπουρζουαζία στο πεδίο του αστυνομικού κράτους, καθώς αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η μόνη πιθανή έξοδος από μια αγωνία δίχως τέλος περνάει μέσα από το ρίσκο ενός αιφνίδιου τέλους της αγωνίας της. Έτσι η Εξουσία πρέπει να κάψει πριν το τέλος το τελευταίο της πολιτικό χαρτί, ώστε να παίξει πρώτη, κάνοντας την κίνηση προς τον εμφύλιο πόλεμο ή προς ένα πραξικόπημα για το οποίο είναι ανίκανη, με το διπλό χαρτί του “κινδύνου των αναρχικών” (για τη δεξιά) και της ψευδούς “φασιστικής απειλής” (για την αριστερά), με σκοπό να μασκαρέψει και να καταστήσει δυνατή τη δική της επίθεση ενάντια στον πραγματικό κίνδυνο, στο προλεταριάτο. Επιπλέον, η πράξη με την οποία η μπουρζουαζία προσπαθεί σήμερα να αποσωβήσει τον εμφύλιο πόλεμο είναι στην πραγματικότητα η πρώτη πράξη του εμφυλίου πολέμου ενάντια στο προλεταριάτο. Για το προλεταριάτο λοιπόν, το ζήτημα πια δεν είναι να τον αποφύγει, ούτε να τον ξεκινήσει, αλλά να τον κερδίσει. Κι αυτό αρχίζει ήδη να συνειδητοποιεί ότι δεν είναι με την μερική βία που μπορεί να κερδίσει, αλλά με την γενική αυτοδιεύθυνση της επαναστατικής βίας και τον γενικό εξοπλισμό των εργαζομένων, οργανωμένων σε Εργατικά Συμβούλια. Γνωρίζει λοιπόν από δω και πέρα, ότι οφείλει να αρνηθεί, μέσα από την επανάσταση, την ιδεολογία της βίας μαζί με τη βία της ιδεολογίας.

Σύντροφοι: μην επαναπαυθείτε εδώ: η εξουσία και οι σύμμαχοί της φοβούνται μη χάσουν τα πάντα. Εμείς δε χρειάζεται να τους φοβόμαστε ούτε αυτούς, ούτε πάνω απ’ όλα τους εαυτούς μας: “Δεν έχουμε να χάσουμε παρά μόνον τις αλυσίδες μας, κι έχουμε να κερδίσουμε έναν ολόκληρο κόσμο”.

Ζήτω η απόλυτη εξουσία των Εργατικών Συμβουλίων!

Οι φίλοι της Διεθνούς

Σημειώσεις:

Το κείμενο μεταφράστηκε απ’ τα ιταλικά, από το http://www.nelvento.net/archivio/68/isocluddcom/internazionale.htm. Ράιχσταγκ λέγεται το κτίριο του γερμανικού κοινοβουλίου, η πυρπόληση του οποίου στις 27/2/1933, κατά τα φαινόμενα απ’ τον Ολλανδό εξεγερσιακό κομμουνιστή Marinus Van Der Lubbe αποτέλεσε την αφορμή για την εγκαθίδρυση του ναζιστικού καθεστώτος (που λίγο καιρό πριν είχε εκλεγεί δημοκρατικά στην κυβέρνηση), και την εξόντωση μεγάλου μέρους των γερμανών κομμουνιστών.

Η παραπάνω προκήρυξη μοιράστηκε στην Ιταλία από το ιταλικό τμήμα της Καταστασιακής Διεθνούς, μετά τη βόμβα που εξερράγη στην Piazza Fontana του Μιλάνου στις 12/12/1969, σκοτώνοντας 17 ανθρώπους και τραυματίζοντας δεκάδες άλλους. Το ίδιο απόγευμα τρεις ακόμη βόμβες έσκασαν στο Μιλάνο και τη Ρώμη. Ήταν η πρώτη ανάλογης εμβέλειας πράξη της “στρατηγικής της έντασης” του ιταλικού κράτους, ως απάντηση στην ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος. Η βόμβα αρχικά αποδώθηκε στους αναρχικούς, 80 συνελήφθησαν, μεταξύ των οποίων ο Pietro Valpreda (έμεινε 3 χρόνια φυλακή) κι ο σιδηροδρομικός εργάτης Giuseppe Pinelli που στη διάρκεια της ανάκρισής του “πέταξε” απ’ το παράθυρο του τετάρτου ορόφου του Α.Τ. (“Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού” του Dario Fo βασίζεται σ’ αυτό το γεγονός).

Ο αστυνόμος Luigi Calabrese που κατηγορήθηκε για τον φόνο του Pinelli, αθωώηκε δικαστικά, ωστόσο εκτελέστηκε το 1972 από την οργάνωση Lotta Continua. Λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Pinelli, οι έρευνες κινήθηκαν προς την νεοφασιστική οργάνωση Ordine Nuovo. Η υπόθεση τραβήχτηκε δικαστικά μέχρι και το 2005, οπότε και έληξε χωρίς να υποδεικνύει κάποιον ένοχο. Χριστιανοδημοκράτες βουλευτές δήλωσαν πως οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν για τα χτυπήματα, και πιθανότατα είχαν προμηθεύσει και τα υλικά σε ακροδεξιούς που συντηρούνταν στα πλαίσια της επιχείρησης Gladio. Τα χρόνια (του μολυβιού) που θ’ ακολουθήσουν, καταγράφουν μια μεθοδικά αυξανόμενη ένταση ανάλογων ενεργειών που θα οδηγήσει στην αποκλιμάκωση και παράλυση του ταξικού αγώνα, και την επιστροφή της Ιταλίας στην καπιταλιστική ομαλότητα: η Στρατηγική της Έντασης.

Αδυναμίες και περιορισμοί της Ισπανικής Επανάστασης – Deirdre Hogan

Αδυναμίες και περιορισμοί της Ισπανικής Επανάστασης

…Η επανάσταση στην επαρχία ήταν πιο προχωρημένη απ’ το επίπεδο των κολλεκτιβοποιήσεων στις βιομηχανικές περιοχές. Πολλές απ’ τις αγροτικές κολλεκτίβες πέτυχαν να φτάσουν σ’ ένα στάδιο ελευθεριακού κομμουνισμού, λειτουργώντας βάσει της αρχής “απ’ τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του”. Τόσο η κατανάλωση όσο και η παραγωγή είχαν κοινωνικοποιηθεί. “Μέσα τους δεν ερχόταν κανείς αντιμέτωπος με διαφορετικές υλικές συνθήκες ζωής ή αποδοχών, αντικρουόμενα συμφέροντα λιγότερο ή περισσότερο διαχωρισμένων ομάδων” [19]. Δεν ήταν έτσι όμως η κολλεκτιβοποίηση στις πόλεις, όπου όψεις της καπιταλιστικής οικονομίας του χρήματος ακόμα υπήρχαν μαζί με μεγάλα κομμάτια της μπουρζουαζίας, των κρατικών θεσμών και των καθιερωμένων πολιτικών κομμάτων.

Η κολλεκτιβοποίηση περιοριζόταν στην εργατική αυτοδιαχείριση των χώρων εργασίας μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, με τους εργάτες να διευθύνουν τα εργοστάσια, να πουλάν τα προϊόντα τους και να μοιράζονται τα κέρδη. Αυτό οδήγησε τον Gaston Leval να περιγράψει αυτές τις βιομηχανικές κολλεκτίβες, σαν ένα είδος “εργατικού νεοκαπιταλισμού, ένα αυτοδιαχειριζόμενο μείγμα καπιταλισμού και σοσιαλισμού, το οποίο θα ξεπερνιόταν μόνο αν η Επανάσταση κατάφερνε να εξαπλωθεί πλήρως υπό την καθοδήγηση των Συνδικάτων [20].

Τί συνέβη λοιπόν;

Η επανάσταση, βέβαια, δεν κατάφερε να εξαπλωθεί κυρίως εξ αιτίας του γεγονότος ότι ενώ οι μισθωτοί πήραν υπό τον έλεγχό τους τα εργοστάσια και προσπάθησαν να τα κοινωνικοποιήσουν, υπήρξε μια αποτυχία να σταθεροποιηθούν αυτές οι νίκες σε πολιτικό επίπεδο. Αντί να καταργήσει το κράτος στο απώγειό της η επανάσταση, όταν αυτό είχε απωλέσει κάθε νομιμοποίηση και υπήρχε μόνο κατ’ όνομα, επετράπηκε στο κράτος να συνεχίσει να υπάρχει, ενώ η ταξική συνεργασία που προώθησε η ηγεσία της CNT (στο όνομα της αντιφασιστικής ενότητας) του αποκατέστησε τελικά την χαμένη κοινωνική νομιμοποίησή του. Έτσι, υπήρξε μια περίοδος δυαδικής εξουσίας, όπου οι εργάτες διατηρούσαν έναν εκτεταμένο έλεγχο στα εργοστάσια και τους δρόμους, αλλά το κράτος μπορούσε αργά -αργά να ξαναχτίσει την εξουσιαστική δομή του μέχρι να μπορέσει να εναντιωθεί στην επανάσταση και να επανακτήσει την εξουσία. Οι οικονομικοί περιορισμοί της επανάστασης: το γεγονός ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν κοινωνικοποιήθηκε, ότι η κολλεκτοβοποιήσεις δεν συνενώθηκαν σε εθνικό επίπεδο, ότι οι βιομηχανικές κολλεκτίβες δεν προχώρησαν από έναν -στην καλύτερη περίπτωση- συντονισμό σε επίπεδο κάθε βιομηχανίας ξεχωριστά, είναι αλληλένδετα με αυτό το τεράστιο πολιτικό λάθος που πρόδοσε τις αναρχικές αρχές.

Προκειμένου να επιτύχει έναν ελευθεριακό κομμουνισμό με την παραγωγή βασισμένη στις ανάγκες και την κοινοτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής καθώς και των παραγόμενων προϊόντων, ήταν απαραίτητο να αντικαταστήσει ολόκληρο το καπιταλιστικό χρηματοπιστωτικό σύστημα με μια εναλλακτική κοινωνική οικονομία βασισμένη στην ομοσπονδιακή ενότητα ολόκληρης της εργατικής τάξης, και με ένα μέσο λήψης συλλογικών αποφάσεων για ολόκληρη την οικονομία. Αυτό, θα απαιτούσε τη δημιουργία εργατικών συμβουλίων και ενός ομοσπονδιακού συντονιστικού που θα ένωνε όλες τις κολλεκτίβες της χώρας και θα επέτρεπε έναν αποτελεσματικό συντονισμό και σχεδιασμό ολόκληρης της οικονομίας. Αυτό το νέο σύστημα οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης θα έπρεπε να αντικαταστήσει την κυβέρνηση και την καπιταλιστική οικονομία της αγοράς. Καθώς το είπε ο Κροπότκιν, “μια νέα μορφή οικονομικής οργάνωσης θα χρειαστεί αναπόφευκτα και μια νέα μορφή πολιτικής δομής”[21]. Ωστόσο, όσο η καπιταλιστική πολιτική δομή – η κρατική εξουσία – παρέμενε ανέπαφη, η νέα οικονομική οργάνωση δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και κάθε πλήρης συντονισμός της οικονομίας εμποδιζόταν.

Αντεπανάσταση.

Οι βιομηχανικές κολλεκτίβες δεν μπορούσαν να προχωρήσουν, για τον ίδιο λόγο με τις αγροτικές κολλεκτίβες “ως συνέπεια των αντιφατικών παραγόντων και της αντιπαράθεσης που δημιουργήθηκε από τη συνύπαρξη κοινωνικών ρευμάτων προερχόμενων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις”[22]. Στη βιομηχανική πόλη του Alcoy, για παράδειγμα, όπου τα Συνδικάτα είχανε άμεσα πάρει υπό τον έλεγχό τους όλες τις βιομηχανίες χωρίς εξαίρεση, η οργάνωση της παραγωγής ήταν εξαιρετική. Ωστόσο, ο Leval σημειώνει: “Το αδύναμο σημείο ήταν, όπως και σε άλλα μέρη, η οργάνωση της διανομής. Αν δεν ήταν η εναντίωση των εμπόρων και των πολιτικών κομμάτων, που είχαν εξεγερθεί ενάντια σε μια επαπειλούμενη πλήρη κοινωνικοποίηση, πολεμώντας ένα τέτοιο “υπερεπαναστατικό” πρόγραμμα, θα ήταν όλα πολύ ευκολότερα… Ακόμα και με τους σοσιαλιστές, τους δημοκρατικούς και τους κομμουνιστές πολιτικούς,  να προσπαθούν με κάθε τρόπο να σαμποτάρουν την επιτυχία μας, ακόμα και να αποκαταστήσουν την παλιά τάξη πραγμάτων ή να διατηρήσουν ότι απέμενε απ’ αυτήν
[23].

Οι δυνάμεις της αντεπανάστασης κατάφεραν να ενωθούν όλες στην αντίθεσή τους με τις επαναστατικές αλλαγές που λάμβαναν χώρα στην Ισπανία και να χρησιμοποιήσουν την κρατική εξουσίια για να χτυπήσουν τις κολλεκτίβες. Απ’ την αρχή κιόλας, το Κράτος είχε αφεθεί να ελέγχει συγκεκριμένα αποθέματα, όπως αυτά του χρυσού. Μέσω του ελέγχου των αποθεμάτων σε χρυσό και του πιστωτικού μονοπωλίου, το δημοκρατικό κράτος στάθηκε ικανό να κρατήσει ζώνες της οικονομίας εκτός του ελέγχου της εργατικής τάξης, υποσκάπτωντας έτσι αποτελεσματικά την επαναστατική διαδικασία. Προκειμένου να αποκτήσει το πάνω χέρι απέναντι στις κολλεκτίβες, να ελαχιστοποιήσει το έργο τους, και να μπλοκάρει τις πρωτοβουλίες κινήσεων της εργατικής τάξης προς την κατεύθυνση της οικονομικής ενοποίησης και μιας συνολικής ρύθμισης της οικονομίας από τα κάτω, το Καταλανικό Κράτος εξέδωσε τον νόμο των κολλεκτιβοποιήσεων τον Οκτώβρη του 1936. Αυτός ο νόμος που “νομιμοποιούσε” τις κολλεκτίβες, στην ουσία εμποδίζοντάς τες απ’ το να αναπτυχθούν πλήρως στον ελευθεριακό κομμουνισμό, υποχρεώνοντας κάθε εργαστήριο και κάθε εργοστάσιο να πουλούν ξεχωριστά τα προϊόντα τους, ως ανεξάρτητοι παραγωγοί. Το κράτος προσπάθησε να ελέγξει τις κολλεκτίβες μέσω της νομιμοποίησής τους, δημιουργώντας επίσης διευθυντικές επιτροπές οι οποίες λογοδοτούσαν στο Υπουργείο Οικονομίας. Ο νόμος επίσης επέτρεπε την κολλεκτιβοποίηση εργοστασίων με πάνω από 100 εργάτες.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, οι αγωνιστές της CNT πολεμούσαν ενάντια σ’ αυτό το σύστημα και υπέρ ενός μεγαλύτερου συντονισμού μεταξύ διαφορετικών χώρων εργασίας. Στα έντυπά τους και στις συνελεύσεις των συνδικάτων και των κολλεκτίβων προσπαθούσαν να πείσουν τους συναδέλφους τους για τους κινδύνους μιας μερικής μόνο κολλεκτιβοποίησης, για την αναγκαιότητα του να κρατήσουν τον έλεγχο της παραγωγής αποκλειστικά στα χέρια τους και να εκμηδενίσουν την εργατική γραφειοκρατία που η νομιμοποίηση προσπαθούσε να δημιουργήσει. Ήταν μερικώς επιτυχείς, και οι βιομηχανικές κολλεκτίβες γρήγορα κινήθηκαν προς μια μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση. Ωστόσο, υπέφεραν από από μια αύξουσα δυσκολία εξεύρεσης φυσικών πόρων καθώς κι απ’ τις συνεχείς αντεπαναστατικές επιθέσεις. Γίνονταν διαρκώς προσπάθειες να σαμποταριστεί η λειτουργία των κολλεκτίβων. Αυτές περιλάμβαναν εκτεταμένες παρεμποδίσεις των ανταλλαγών μεταξύ αστικών και αγροτικών ζωνών και μια συστηματική άρνηση τροφοδοσίας είτε με παραγωγικά κεφάλαια είτε με πρώτες ύλες, πολλών κολλεκτίβων, ακόμα και της πολεμικής βιομηχανίας, μέχρι να υποκύψουν στο να περιέλθουν υπό κρατικό έλεγχο.

Έπειτα, τον Μάη του 1937, ξέσπασαν οδομαχίες καθώς κυβερνητικά στρατεύματα επιτέθηκαν σε κολλεκτίβες όπως το -υπό τον έλεγχο της CNT- κολλεκτιβοποιημένο τηλεφωνικό κέντρο της Βαρκελώνης. Τον Αύγουστο του 1938, κάθε σχετική πολεμική βιομηχανία τέθηκε υπό πλήρη κυβερνητικό έλεγχο.”Σε κάθε περίπτωση όπου οι κολλεκτίβες υποσκάφτηκαν, καταγράφηκαν τεράστιες πτώσεις τόσο στην παραγωγικότητα όσο και στο ηθικό των εργαζομένων: ένας παράγοντας που με βεβαιότητα συνεισέφερε στην τελική ήττα της Ισπανικής Δημοκρατίας από τις δυνάμεις του Φράνκο το 1939 [24].

Σαν Συμπέρασμα:

Παρά τους περιορισμούς της βιομηχανικής επανάστασης στην Ισπανία, αποδείχθηκε με σαφήνεια ότι η εργατική τάξη ήταν απολύτως ικανή να διευθύνει τα εργοστάσια, τις βιοτεχνίες και τις δημόσιες υπηρεσίες χωρίς αφεντικά ή μάνατζερς να δίνουν εντολές. Απέδειξε ότι οι αναρχικές μέθοδοι οργάνωσης, η λήψη αποφάσεων από τα κάτω, μπορούν να είναι αποτελεσματικές σε μια εκτεταμένη βιομηχανία περιλαμβάνοντας το συντονισμό χιλιάδων εργαζομένων σε πολλές διαφορετικές πόλεις κι επαρχίες. Η επανάσταση μας δίνει επίσης μια εικόνα της δημιουργικής δυναμικής καθημερινών ανθρώπων με το που παίρνουν τον έλεγχο των ζωών τους στα χέρια τους. Η ισπανική εργατική τάξη, δεν κατάφερε απλά να συνεχίσει την παραγωγή εν μέσω του πολέμου, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις κατάφερε να την αυξήσει, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τις συνθήκες εργασίας και εισάγοντας νέες τεχνολογίες και διαδικασίες στους χώρους εργασίας. Δημιούργησαν εκ του μηδενός, μια πολεμική βιομηχανία, χωρίς την οποία δε θα μπορούσε να διεξαχθεί ένας πόλεμος ενάντια στον φασισμό. Η επανάσταση ακόμα, απέδειξε ότι χωρίς τον ανταγωνισμό που φέρει ο καπιταλισμός, η βιομηχανία μπορεί να λειτουργήσει με έναν πολύ πιο ορθολογικό τρόπο. Τελικά έδειξε, πως η οργανωμένη εργατική τάξη εμπνευσμένη από ένα σπουδαίο ιδανικό έχει τη δύναμη να μετασχηματίσει την κοινωνία.



(19) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, ch 11, pg227.
(20) ibid, ch 11, pg 227.
(21) Kropotkin, anarchist FAQ, I.8.14,
http://www.geocities.com/CapitolHill/1931/secI8.html#seci814
(22) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, ch 11, pg227
(23) οπ.π. ch 11, pg239.
(24) Lucien Van Der Walt, The Collectives in Revolutionary Spain, http://www.struggle.ws/spain/coll_l.html

Απόσπασμα από το Industrial Collectivisation during the Spanish Revolution – Deirdre Hogan

Κείμενα και σημειώσεις του Alfredo M. Bonanno

Εισαγωγικό σημείωμα:

Ο Alfredo Maria Bonanno, γεννημένος το 1937 στην Κατάνη της Σικελίας, είναι απ’ τους πιο πολυγράφους σύγχρονους αναρχικούς, υπεύθυνος των εκδόσεων Anarchismo, αλλά και άλλων εκδοτικών εγχειρημάτων. Το 1977 καταδικάστηκε για το βιβλίο του La Gioia Armata (Οπλισμένη Ευτυχία), σε 18 μήνες φυλάκισης. Το βιβλίο αυτό είχε κυκλοφορήσει σε μια ιστορική στιγμή που το ιταλικό επαναστατικό κίνημα περνούσε ανοιχτά στην επίθεση, ενώ ανάλογες ήταν οι συνθήκες και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Ισπανία, Αγγλία) και το ζήτημα της βίας βρισκόταν στην καθημερινή διάταξη. Η συνεισφορά του έγκειται σε έναν εορτασμό της διάχυτης ταξικής βίας που απελευθερώνει και ικανοποιεί το άτομο, αλλά ταυτόχρονα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την εμφάνιση του ένοπλου κόμματος, που περιορίζει την ταξική σύγκρουση σε μια μιλιταριστική διάσταση, επιβάλλοντας τη μεσολάβηση μιας μικρής μειοψηφίας ένοπλων στην πολυπλοκότητα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που αγωνίζονταν με κάθε μέσο ενάντια στην τρέχουσα αναδιοργάνωση του Κεφαλαίου, που εκείνη τη στιγμή φαινόταν ασθενής. Στο πνεύμα του βιβλίου, κάθε αυθεντική απελευθερωτική και καταστροφική δράση, προέρχεται από μια λογική ικανοποίησης απ’ τον αγώνα, κι όχι ενός αυτοθυσιαζόμενου καθήκοντος σύμφωνου με τις ντιρεκτίβες μιας μικρο-γραφειοκρατίας. Το ιταλικό ανώτατο δικαστήριο διέταξε την καταστροφή των αντιτύπων του βιβλίου που κυκλοφορούσαν στο εμπόριο, ενώ απέστειλε εγκύκλιο στις δημόσιες βιβλιοθήκες να ξεφορτωθούν τα αντίτυπα που πιθανώς είχαν. Αρκετοί βιβλιοθηκάριοι αντιτάθηκαν σ’ αυτήν την ναζιστικής έμπνευσης τακτική. Απαγορεύτηκε γενικά η κυκλοφορία του, ενώ κατασχέθηκαν αντίτυπα που διέθεταν στα σπίτια τους αναρχικοί αγωνιστές στα πλαίσια αστυνομικών επιχειρήσεων-εισβολών κατ’ οίκων. Λίγο αργότερα, ο συγγραφέας κατηγορήθηκε ως “υποκινητής” της Azione Rivoluzionaria, μιας ένοπλης οργάνωσης του 1976-79, που δρούσε βάσει “ομάδων συγγενείας” σε όλη την κεντρική Ιταλία, εναντίον κυρίως εφημερίδων και κομματικών γραφείων, και ανάλογων “χειραγωγικών μηχανισμών κατασκευής της συναίνεσης”. Στα 1979 η οργάνωση πρακτικά διαλύεται με την προσαγωγή 86 ατόμων και τη σύλληψη των Salvatore Cinieri και Gianfranco Faina.  Ο πρώτος θα πεθάνει στη φυλακή σε συμπλοκή με ποινικούς κρατουμένους, όταν υπερασπίστηκε έναν κρατούμενο που θεωρούνταν ύποπτος για κατάδοση σχεδίου απόδρασης, ενώ ο δεύτερος θα αφεθεί ελεύθερος να πεθάνει από καρκίνο του πνεύμονος, όταν του διαγνώστηκε όγκος κατά την κράτησή του.

Με την υποχώρηση του κινήματος, το ενδιαφέρον του συγγραφέα στράφηκε στην κριτική των παραδοσιακών συνδικαλιστικών και οργανωτικών δομών, καθώς και στις νέες μητροπολιτικές εξεγέρσεις, που επανεμφανίζονται στη δύση σταθερά μετά το ’80, χωρίς την καθοδήγηση κανενός κόμματος, χωρίς φανερά αιτήματα κλπ. Κάποια απ’ τα πιο γνωστά έργα του, που κυκλοφορούν στα αγγλικά χάρη στο μεταφραστικό έργο της Jean Weir, είναι και τα The Anarchist Tension, Anarchism and the National Liberation Struggle, A Critique of Syndicalist Methods, For An Anti-authoritarian Insurrectionalist International (Μάλλον εξαντλημένη στα ελληνικά μπροσούρα Για μια Αντιεξουσιαστική Εξεγερτική Διεθνή, από τις εκδόσεις Επαναστατική Αυτοοργάνωση), Let’s Destroy Work, Let’s Destroy the Economy, Palestine Mon Amour, Locked Up, From Riot to Insurrection, κείμενα για τον Χέγκελ, τον Στίρνερ, τον συνδικαλισμό και την εργατική αυτονομία κ.α. Η γνωστή πολύχρονη δραστηριότητά του τον καθιστά και στόχο των κατασταλτικών οργανισμών, έτσι στις 2 Φλεβάρη 1989, στα πλαίσια μιας επιχείρησης των Digos (κάτι σαν ιταλικά εκάμ) μετά από ληστεία επιφανούς κοσμηματοπωλείου, με εισβολές σε καταλήψεις και σπίτια αναρχικών, θα συλληφθεί μαζί με τον Giuseppe Stasi και θα καταδικαστούν σε 68 και 54 μήνες φυλάκισης, αντίστοιχα. Ξανά την νύχτα της 19ης Ιούνη 1997, σε επιχείρηση-“σκούπα” των ιταλικών υπηρεσιών ασφαλείας εναντίον αναρχικών καταλήψεων και εκατοντάδων σπιτιών σε όλη τη χώρα, που θα ακολουθήσει την βόμβα στο Palazzo Marino του Μιλάνο, ο Bonanno συλλαμβάνεται μαζί με εκατοντάδες άλλους αναρχικούς.

Στις 2 Φλεβάρη του 2003, επίσης, θα καταδικαστεί σε 6 χρόνια φυλάκισης και 2.000 ευρώ πρόστιμο για ένοπλη ληστεία, στα πλαίσια της “Δίκης Marini”, στην οποία αναρχικοί αγωνιστές καταδικάστηκαν βάσει του ιταλικού θεωρήματος Marini, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι αναρχικοι της χώρας (καταλήψεις, ομάδες αλληλεγγύης σε φυλακισμένους, σε μετανάστες κλπ) είναι μέλη μιας “ένοπλης οργάνωσης με σκοπό την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος”. Για την οργάνωση αυτήν, επινόησαν μέχρι κι ένα (ανύπαρκτο μέχρι τότε και γελοίο) όνομα: ORAI-“Εξεγερσιακή αναρχική επαναστατική διεθνής”. Ο φήμη του Bonanno ως “θεωρητικού” και καταδικασμένου συγγραφέα του χάρισε τη θέση του “ιδεολογικού ηγέτη” αυτής της ανύπαρκτης οργάνωσης, σύμφωνα με τις κατηγορίες. Στο εφετείο, η ποινή του έπεσε στα 3,5 χρόνια. Στην 1 Οκτώβρη, ο Alfredo Bonanno συνελήφθη κοντά στα Τρίκαλα, μετά από σύλληψη του αναρχικού Χρήστου Στρατηγόπουλου μετά από ένοπλη ληστεία τράπεζας. Ο Χρήστος Στρατηγόπουλος διατηρεί επίσης αναρχικές εκδόσεις (Σίσυφος, Επαναστατική Αυτοοργάνωση), ενώ ο Alfredo βρισκόταν ως προσκεκλημένος του στην Ελλάδα, για μια σειρά ομιλιών με αφορμή το βιβλίο του “Κυριαρχία και εξέγερση στην μεταβιομηχανική κοινωνία” που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις του “Ελευθεριακου Ινστιτούτου Κοινωνικών Μελετών Ιωαννίνων” το οποίο λειτουργούσε ο Χρήστος Στρατηγόπουλος, ο οποίος από την σύλληψή του ήδη, ανέλαβε την πλήρη ευθύνη για την ληστεία της τράπεζας, αναφέροντας ότι κατέφυγε στην ενέργεια αυτή για προσωπικούς βιοποριστικούς λόγους, για την αποπληρωμή επαχθών τραπεζικών δανείων. Ο Χρήστος Στρατηγόπουλος, είχε συλληφθεί στα 1994 με τους αναρχικούς Antonio Budini, Jean Weir, Carlo Tesseri, και Βαγγελιώ Τζιούτζια κοντά στο Rovereto της Β. Ιταλίας, για ληστεία της τοπικής Αγροτικής Τράπεζας, και είχαν καταδικαστέι σε ποινές φυλάκισης, στα πλαίσια του θεωρήματος Marini, στο οποίο χρησιμοποιήθηκε μια νεαρή κοπέλα προκειμένου να “αναγνωρίσει” τους τέσσερεις αγωνιστές. Σε επόμενη φάση του θεωρήματος “διερευσε” φωτογραφία του Alfredo Bonanno (προ εικοσαετίας) σε σκίτσο των αρχών, στην κορυφή μιας πυραμίδας με γραμμές να τον συνδέεουν με τους συλληφθέντες και άλλους αγωνιστές.

Είμαστε μάρτυρες μιας επανάληψης τέτοιων μεθοδεύσεων και στην Ελλάδα, με τα δημοσιεύματα που “διαρρέουν” ανά λίγες μέρες σχετικά με πιθανή συμμετοχή του Alfredo Bonanno και σε άλλη ληστεία στο Αργοστόλι, καθώς στήνεται ένα κλίμα φυσικής εξόντωσης του “παππού” Alfredo, που παρά τα 73 του χρόνια και τη βεβαρυμένη υγεία του, δεν εγκαταλείπει τα “όπλα” του. Ορισμένα απ’ αυτά τα όπλα κρίνουμε θεμιτό να ρίξουμε στην μάχη που μαίνεται στην χώρα μας, καθώς το Κεφάλαιο αναδιαρθρώνεται, επιχειρώντας μια πρωτοφανή υποτίμηση της εργασίας και κατεπέκτασι των βιοτικών συνθηκών, μέσα σ’ ένα κλίμα εθνικής συναίνεσης των ιδεολογικών, συνδικαλιστικών και πολιτικών παραγόντων του, εκθέτοντάς τους έτσι σε κρίση. Ο διευθυντής τράπεζας-πασόκος-πρόεδρος της γσεε-και πρόσφατα προπυλακισμένος από απεργούς στην πορεία της 5/3, κάτι παραπάνω θα ξέρει επ’ αυτού. Να πάρουμε πίσω τους αιχμαλώτους μας, το απελευθερώσουμε το μέλλον, να αντιστρέψουμε την κρίση. Ακολουθούν κείμενα του Alfredo M. Bonanno. Σημείωση: Τα κείμενα αυτά (παρουσιάζουμε εδώ λόγω περιορισμένης άνεσης μερικά σύντομα κείμενα και σημειώσεις κι όχι τα κύρια έργα του συγγραφέα) γράφτηκαν δεκαετίες πριν, κι ανήκουν σε μια εποχή (της καπιταλιστικής αθωότητας-της υποθηκευμένης ευμάρειας και της επαναστατικής υποχώρησης) που για την Ελλάδα πέρασε ανεπιστρεπτί τον Δεκέμβρη του 2008. Με την έννοια αυτή, όπως σημειώνει κι ο συγγραφέας σε μια επανέκδοση του La Gioia Armata, πολλά απ’ τα ερωτήματα της εποχής έχουν απαντηθεί απ’ την ίδια την Ιστορία. Ωστόσο, η σκέψη παραμένει άξια ιδιαίτερης αναφοράς.

Δείτε επίσης:

Εργατικά συμβούλια και προλεταριακή αυτονομία, ένα εξαιρετικό κείμενο του Alfredo και άλλων συντρόφων

Ιταλία 1977 και μια κριτική του ενόπλου – Alfredo Bonanno κ.α.

Ασθένεια και Κεφάλαιο, του Alfredo M. Bonanno

Η αναρχική δυναμική, του ιδίου

Για μια κριτική του ενόπλου, πρόλογος

Οι νέοι σε μια μεταβιομηχανική κοινωνία, του ιδίου

Ένα χρονολόγιο της δίωξης Marini

Μια χοντροκομμένη μεθόδευση εναντίον ιταλών αναρχικών

Για τους συλληφθέντες A.M.B. και Χ.Ζ από το blog απο-δραση

Aπό την εκπομπή Κραυγές Απ’ τα Κελιά του ράδιο 98fm

Ας καταστρέψουμε την εργασία…, του Alfredo M. Bonanno (Εκδόσεις Σίσυφος)

Pantagruel-Provocazione: Αγγλικές μεταφράσεις έργων του Alfredo M. Bonanno

After Trikala: Blog διεθνούς ενημέρωσης για τους συλληφθέντες συντρόφους

Μετά τα Τρίκαλα…

Ανεργία: Πως και δεν εκρήγνυνται τα πάντα;

Ένα ερώτημα που θέτουμε συχνά στους εαυτούς μας. Η επαναφομοίωση της ανεργίας από τον τριτογενή τομέα δεν είναι αρκετά ικανοποιητική εξήγηση. Ούτε η ανάπτυξη της παραγωγικότητας, ο έλεγχος του πληθωρισμού ή η ανάπτυξη της εργασιακής ελαστικότητας και της επισφαλούς (μαύρης) εργασίας. Ιδωμένες ξεχωριστά, αυτές οι απαντήσεις ενδεχομένως είναι όλες σωστές, αλλά καμία τους δεν μπορεί να εξηγήσει το θέμα από μόνη της, αλλά ούτε και όλες τους μαζί. Οι αρχές των 80es ήταν αναμφίβολα μια εποχή υλικών δυσκολιών για ολόκληρο το οικονομικό σύστημα. Ο βιομηχανικός τομέας είχε υπερφορτωθεί, ο πληθωρισμός κάλπαζε, φόβοι κοινωνικών συνεπειών από την μείωση του εργασιακού κόστους βραχυπρόθεσμα ήταν φανεροί, και τα συνδικάτα επέμεναν στην υπεράσπιση της εργασίας και της πραγματικής αξίας της εργασίας. Την ίδια εποχή έγινε έκδηλο κάτι που ήταν ήδη σαφές για μας από το τέλος του 1977: Το πέρασμα από μια κατάσταση υλικών δυσκολιών σε ένα ξύπνημα της εργατικής συνείδησης ως τάξης, δεν είχε λάβει χώρα. Ήταν μια κρίση; Είναι αδύνατον να δώσουμε απάντηση, αν όχι για κάποιον άλλο λόγο, πολύ απλά επειδή δεν ξέρουμε πώς ακριβώς είναι μια κρίση. Οι εργάτες θα έπρεπε να είχαν πάει παραπέρα από έναν απλό οικονομικό αγώνα -τουλάχιστον σύμφωνα με μια μαρξιστική ανάλυση- και να περάσουν στον κοινωνικό. Κάτι τέτοιο θα έπρεπε αρχικά να είχε γίνει μέσω του κόμματος και σε δεύτερη φάση μέσω των συνδικάτων. Με άλλα λόγια, ένα επαναστατικό υποκείμενο θα ‘πρεπε να προκύψει από την κρίση. Στην πραγματικότητα, τίποτε τέτοιο δεν συνέβη. Όχι μόνο δεν υπήρχε πια θέληση να αγωνιστεί κανείς για τη διαμόρφωση των οικονομικών πλαισίων, αλλά πιο σημαντικό, δεν υπήρξε κανένα πραγματικό εμπόδιο στην ανάπτυξη και την αναδιοργάνωση της καπιταλιστικής εξυγείανσης.

Δεν προέκυψε τελικά μια εγκατάλειψη της παραίσθησης ενός δίκαιου ξεπουλήματος της εργατικής δύναμης, που περίμενε ο Μαρξ. Κάτι τέτοιο απλά έδωσε στα αφεντικά λίγο χρόνο, ακριβώς τη στιγμή που η κατάσταση σοβάρευε. Για την ακρίβεια, κάτι τέτοιο δεν συνέβη επίσης χάρη στην παρέμβαση της τεχνολογίας πληροφοριών. Σήμερα οι συνθήκες της αγοράς εργασίας θα μπορούσαν να συνοψιστούν στην αυξημένη ικανότητα του κεφαλαίου να αφομοιώνει και να διαχειρίζεται τον στρατό των ανέργων. Οι ικανότητές του σ’ αυτό το πεδίο είναι ενδεικτικές, κι έχουν να κάνουν κυρίως με πρωτοβουλίες μιας “εναλλακτικής” τάσης που κάποτε αποτελούνταν από λιγοστούς γραφικούς ονειροπόλους. Η “ευφυία” του Κεφαλαίου είναι επληκτική: Ο Μάρξ θα έλεγε μάλλον συναρπαστική. Εγκολπώνει ολόκληρους αγώνες, τους χρησιμοποιεί ενάντια σ’ αυτούς που τους διεξάγουν, κι ενάντια στο κυρίως σώμα της εργατικής τάξης. Ξεχωρίζει τους πιο απομονωμένους αγωνιστές, τους μεταμορφώνει σε “εγκληματίες” και τους χρησιμοποιεί ως φόβητρο για να μαζέψει όλους τους υπόλοιπους ξανά πίσω στο κοπάδι.

Έπειτα, το νέο concept της ποιότητας, θα αναλάβει το ρετουσάρισμα. Η πολιτική σταθεροποιείται, καθώς συμπεριφορές που θεωρούνταν ανήθικες επαναρρυθμίζονται ώστε να συμβιώνουν πλέον με την τρέχουσα φόρμα, κάνοντας τα στραβά μάτια σε κάποιες απ’ τις πιο ακραίες εκδοχές τους. Δεν είναι δυνατόν να μιλά κανείς για μια “αποτυχία” του κόμματος ή του συνδικάτου ως λειτουργία. Κατά την άποψή μου, είναι μέρος μιας ιστορικής διαδρομής που φτάνει στις φυσικές συνέπειές της. Το τέλος μιας εποχής. Το τέλος μιας μεγάλης ψευδαίσθησης. Η λειτουργία του Κεφαλαίου είναι χαοτική. Διαπερνά το σχολείο, την οικογένεια, την εκκλησία κι οτιδήποτε άλλο. Δεν υπάρχει χώρος που να μην καταλαμβάνει, καθώς εξορίσει κάθε αντίσταση με όρους πάλης. Ο καταπιεστικός μηχανισμός του, καλωσορίζει αποτρόπαιες πρακτικές όπως η ρουφιανιά, η “μεταμέλεια” μετά κατάδοσης, για να εξωθήσει στα όρια ορισμένες συνέπειες των αντιφάσεών του, που, οσοδήποτε περιθωριακές, μπορούν και πάλι να δημιουργήσουν μια σχετική ανισορροπία.

Αντίθετα, προκειμένου να τσακίσει την αντίσταση των πιο ριζοσπαστικών και λιγότερο θεσμοθετημένων, εξαναγκάζοντάς τους στη σιωπή, επιστρατεύει ωμή και σκέτη καταστολή, ειδικές φυλακές και σφαίρες στο ψαχνό. Έχει δείξει ξεκάθαρα και για πάντα, ότι είναι ένα ψέμμα το ότι η εξέγερση είναι πιο δύσκολη σε στιγμές υλικής δυσκολίας για ολόκληρο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Κι αυτό ήταν ένας απ’ τους πολιορκητικούς κριούς του μαρξισμού.

Το γεγονός ότι το Κράτος και το Κεφάλαιο όμως είναι πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι θα σκεφτόταν κανείς και πολύ πιο αλληλένδετα απ’ ότι ακόμη κι ο Μαρξ θα μπορούσε να περιγράψει στην εποχή του, παραμένει. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τον ρόλο του Κράτους στην επαναφομοίωση. Από μόνος του, ένα οικονομικό σύστημα θα προσπαθούσε να κατατμήσει και να υποτιμήσει τα εργοστάσια. Όμως το Κράτος ως συνεργός της οικονομίας, έκανε πράξη ένα απίθανο πρόγραμμα ανασυγκρότησης των εργοστασίων. Σήμερα, είμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση που θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε πρακτικά ως συνεταιριστική. Δεν υπάρχει πραγματική πολιτική αντιπολίτευση, εκτός ως θέαμα, ούτως ώστε η κυβέρνηση να μπορεί να παίρνει σκληρές αποφάσεις για το καλό της οικονομίας. Αυτή είναι και η δικλείδα ασφαλείας που κρατά το σύστημα απ’ το να εκραγεί, αυτό είναι και το γιατί ανεχόμαστε ένα τέτοιο ποσοστό ανεργίας παραιτημένοι, θεωρώντας φυσιολογικό ένα ακόμη τεράστιο ποσοστό προσωρινά ή επισφαλώς εργαζομένων. Η αποσύνθεση της τάξης κάνει εφικτή την ενσωμάτωση των ατόμων, τον μετασχηματισμό των προσωπικών σχέσεων, έναν βίαιο μετασχηματισμό της ζωής για τον καθένα. Δεν υπάρχει πια ένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς για τους αγώνες. Η κατάρρευση των παλιών μύθων οδηγεί σε μια αποδοχή της ζωής ως συνεχή κατάρρευση. Κι ενάντια σε μια κατάσταση που έχουμε όλοι συνηθίσει να θεωρούμε φυσιολογική, δεν εξεγείρεται κανείς.

[Από το: La disoccupazione in Italia. Perché non salta tutto, in “Anarchismo”, no. 63, 1989. Αγγλική μετάφραση της Jean Weir, στο “Let’s destroy work, let’s destroy economy”, Elephant Editions, London.]

***

Προς μια συμβίωση με την κρίση

Η ανάγκη να συμβαδίζουν με τα πλάνα παραγωγικότητας που βασιζόταν σε μια προηγούμενη οικονομική οργάνωση και τους ανάλογους οικονομικούς νόμους έκανε την κατάσταση για τις καπιταλιστικές εταιρίες (που αποτελούν το βασικό στοιχείο αυτού που συνήθως αποκαλούμε “κεφάλαιο”) ιδιαίτερα επίφοβη. Έτσι, η παραμικρή απόκλιση από τα πλάνα θεωρείτο ύποπτη και αποτέλεσμα απρόσμενων καταστάσεων, και ως αποτέλεσμα η επίμονη, διαχρονική φύση των συμβάντων που οι ειδικοί ισχυρίζονταν πως αποτελούν εξαιρέσεις στον κανόνα, τους διέφευγε. Μεταβολές στα επίπεδα της ζήτησης, ο ενδο-ολιγοπωλιακός ανταγωνισμός, η πολυεθνικοποίηση των αγορών, η ταλάντωση των επιπέδων των τιμών, του κόστους, των ρυθμίσεων, της περιβαλλοντικής ρύθμισης: όλα αυτά έπαψαν να θεωρούνται “στοιχεία αποσταθεροποίησης” που αντιβαίνουν στις βεβαιότητες της μόνης θεωρίας που εξουσιοδοτείται να ερμηνεύει την πραγματικότητα.

Έτσι το κεφάλαιο βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με ορισμένες εκπλήξεις σ’ έναν στρατηγικό τομέα. Αντιμετώπισε συνεχείς μεταβολές στα πλάνα του, κάνοντάς το ολοένα και πιο δύσκολο να προσαρμόζει εκ νέου τον εαυτό του στην διαμορφούμενη οικονομική πραγματικότητα. Άρχισε έτσι να εξαπλώνεται μια υποψία ότι ενδεχομένως να υπήρχε μια πιθανότητα οικονομικής συμπεριφοράς αυτού του όλου αποσταθεροποιητικού “παραλογισμού”. Ο κρατικός παρεμβατισμός, ειδικά στα τέλη των 70es υποδείχθηκε ως ένα εργαλείο που θα μπορούσε να συνεισφέρει σε μια αποκατάσταση των ισορροπιών, αλλά από μόνο του δεν ήταν επαρκές. Ο κρατικός παρεμβατισμός, στόψευε σ’ έναν περιορισμό των αρνητικών όψεων του “καπιταλιστικού ανταγωνισμού”, που είχε καταλήξει να απαιτεί γενναία ποσότητα κοινωνικού ελέγχου. Βασικά, το κράτος είναι μια οικονομική επιχείρησει που εξειδικεύεται στον περιορισμό της συνολικής οικονομικής (και κοινωνικής) πραγματικότητας στην παραγωγή ενός και μόνου προϊόντος: της κοινωνικής ειρήνης.

Το κεφάλαιο, βλέποντας τον εαυτό του μέσα από την αντανάκλασή του στον παραμορφωτικό καθρέπτη των ΑνατολικοΕυρωπαικών κρατών, γνωρίζει πολύ καλά πως ο κρατικο-καπιταλιστικός δρόμος προς την αναδιοργάνωση είναι απλά ένα μη-χειρότερο κακό. Εγγυείται τον έλεγχο της εξουσίας, αλλά διαστρεβλώνει τις ταξικές όψεις του καπιταλισμού σε τέτοιο βαθμό, που τις υποτάσσει στους περιορισμούς της απόλυτης ανάγκης της εξουσίας να ασκεί έλεγχο.

Βασικά τότε, αν το σκεφτεί κανείς, ολόκληρη η φάση του πλασαρίσματος του “Κράτους” ως ένα φορέα εξυγείανσης, ο οποίος με καθαρά οιικονομικούς όρους είχε χρεωκοπήσει μέχρι το τέλος των 80es, στόχευε κυρίως στο να υποστηριχθεί (τουλάχιστον όσον αφορά τις τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες) από τα μεγαλύτερα ως τότε τεχνολογικά επιτεύγματα της ιστορίας: τα ηλεκτρονικά. Αυτό έγινε το αναπόσπαστο υλικό της συμβίωσης με το τέρας. Η λύση που πρότεινε έγκειται στην επίτευξη της μέγιστης ελαστικότητας στον ελάχιστο χρόνο.

Επαναστάτες

Αν το “τέλος” της κρίσης σημαίνει ότι ο καπιταλισμός επιβιώνει με το να προσαρμόζεται σε μια οικονομική πραγματικότητα που προηγουμένως φαινόταν χαοτική, δεν μπορούμε να μιλάμε για ντετερμινισμό, προβλεψιμότητα και οικονομικούς “νόμους”. Δεν μπορούμε να μιλάμε καν για “κρίσεις”, εννοώντας καταστάσεις που συμβαίνουν προς όφελός μας. Δεν είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε τον ταξικό πόλεμο ως κάτι με εναλλασόμενες φάσεις. Ασφαλώς, η σύγκρουση δεν είναι “διαρκής” στο πέρασμα του χρόνου, δηλαδή μέσα της υπάρχουν στιγμές μεγαλύτερης και μικρότερης έντασης, αλλά μάλλον είναι ένα θέμα ποιοτικών και ποσοτικών αλλαγών που δεν μπορούν να ανιχνευτούν ντετερμινιστικά ως προς απλούς οικονομικούς παράγοντες. Ένα τεράστιο κουβάρι κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται στη βάση του ταξικού πολέμου. Καμμιά ανάλυση δεν μπορεί να μας δώσει την μέθοδο για να υπολογίζουμε την έκταση ή την πιθανότητα των συμπεριφορών. Ο χρόνος είναι πάντοτε γόνιμος για επίθεση, ακόμα κι αν οι συνθήκες μπορεί να διαφέρουν δραστικά.

Υπ’ αυτήν την έννοια, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας το ζήτημα της επαναστατικής οργάνωσης που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της ταξικής σύγκρουσης όπως έχει σήμερα. Οι οργανωτικές δομές του παρελθόντος -από τα κόμματα μέχρι τις ομοσπονδίες, κι απ’ τα συνδικάτα μέχρι τα εργατικά συμβούλια- λιγότερο ή περισσότερο ανταποκρίνονταν στην ιδέα μιας οικονομικής πραγματικότητας που αντιστοιχούσε στην καπιταλιστική επιχείρηση ως κέντρο, συμπύκνωση της εξουσίας και της εκμετάλλευσης. Έτσι, φαινόταν πως μια εξίσου μονολιθική δομή (συνδικάτο, κόμμα, ομοσπονδία) ήταν ο πλέον λογικός τρόπος αντίθεσης. Ακόμα και στο παρελθόν όμως, με τους “αιώνιους” κι ακλόνητους οικονομικούς νόμους, η πραγματικότητα της παραγωγής ήταν χαοτική, και κάθε διαφορετική προσέγγισή της επέφερε συστηματική τιμωρία. Ίσως οι ιδέες των “οικονομικών κύκλων” και των “κρίσεων” να μπορούν να εξηγηθούν κάτω απ’ αυτό το φως.

Έτσι, έχουμε έναν μετασχηματισμό στην πραγματικότητα της παραγωγής, αλλά πάνω απ’ όλα έναν διαφορετικό τρόπο να αντικρύζουμε αυτήν την πραγματικότητα. Είναι λοιπόν ξανά ώρα να αναπτύξουμε έναν διαφορετικό τρόπο να επεξεργαζόμαστε την πραγματικότητα από επαναστατική σκοπιά. Λέω ξανά, επειδή, ειδικά για τους αναρχικούς, μια ριζοσπαστική κριτική δεν έλειψε ολότελα ποτέ, ιδιαίτερα όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τις μονολιθικές και ποσοτικές ιδέες του αναρχοσυνδικαλισμού και της ημι-κομματικής πολιτικής των μεγάλων αναρχικών φεντερασιόν.

Μια διαφορετική οργανωτική δομή πρέπει σε μεγάλο μέρος της να δημιουργηθεί και να πραγματωθεί στο εδώ και τώρα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα γίνει κι εκ του μηδενός. Κάθε προσπάθεια να ξεπεράσουμε τα κουφάρια των περασμένων οργανωτικών διαδικασιών θα πρέπει να περιέχει ένα ξεκαθάρισμα του πώς ήρθαν αντιμέτωπα με την όψη μιας οικονομικής (και κοινωνικής) πραγματικότητας που γίνετια πιο εύκολα αντιληπτή με όρους μη-προβλεψιμότητας, κι όχι συμπαγείς οικονομικούς νόμους. Κάθε φορά που μια ντετερμινιστική ερμηνεία επανεμφανίζεται, κάθε φορά που μια επαναστατική οργανωτική πρόταση εκκινά δεμένη στα είδωλα του παρελθόντος (κόμματα, φεντερασιόν, οργανώσεις, συνδικάτα κλπ), αντιλαμβανόμαστε πως η κοινή αντίληψη περί οικονομικής πραγματικότητας είναι συνδεδεμένη με μια κοινή αντίληψη περί οικονομικής πραγματικότητας που λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη αυστηρών οικονομικών νομοτελειών. Αν αυτοί οι νόμοι λαμβάνονται ως δεδομένοι, ή κρύβονται δειλά πίσω από τις διακηρύξεις, η πίστη στους οικονομικούς κύκλους των “κρίσεων” έρχεται στο προσκήνιο. Κι αυτή η πίστη, όπως και κάθε άλλη, καταλήγει πολύ βολική σε καιρούς δυσκολιών.

Υποβάλλοντας το οικονομικό μοντέλο του παρελθόντος σε μια ριζοσπαστική κριτική, μπορούμε να οξύνουμε την κριτική μας στις παρούσες πεποιθήσεις σχετικά με τις οργανωτικές δομές του επαναστατικού κινήματος γενικά, και τις αναρχικές ειδικότερα. Δύσκολα όμως, καθώς οι επαναστάτες συχνά τείνουν να είναι πιο συντηρητικοί απ’ τους συντηρητικούς.

[από το La “fine” della crisi, in “Anarchismo”, no. 57, 1987. Αγγλική μετάφραση: Jean Weir στο “Let’s destroy work, let’s destroy economy”, Elephant Editions, London.]

***

Τέλος του ρεφορμισμού, Τέλος του κόμματος.

Το κόμμα είναι βασισμένο στην υπόθεση του ρεφορμισμού. Απαιτεί μια κοινή γλώσσα κι απ’ τις δυο μεριές, αν όχι και μια κοινότητα ενδιαφέροντος. Αυτή είναι η υπόθεση για τα κόμματα, όπως και για τα συνδικάτα. Κοινή γλώσσα, δηλαδή μια φαντασιακή ταξική αντιπαράθεση η οποία χαρακτηρίζεται από την μια μεριά, από μια διεκδίκηση να βελτιώσει τη θέση της, κι από μια αντίσταση να της το παραχωρήσει απ’ την άλλη. Για να ζητάς κάτι όμως προϋποθέτει ότι έχει και μια κοινή γλώσσα μ’ αυτόν που του το ζητάς. Πλέον παγκόσμια, η ένταση της καταστολής στοχεύει στη ρήξη αυτής της κοινότητας. Όχι τόσο με τους τοίχους των ειδικών φυλακών, τα γκέττο, τις πόλεις-δορυφόρους, τα βιομηχανικά κάτεργα, αλλά αντιθέτως, με την αποκέντρωση της παραγωγής, τη βελτίωση των υπηρεσιών, την εφαρμογή οικολογικών αρχών στην παραγωγή, όλα με τον πιο απόλυτο διαχωρισμό απ’ αυτά των αποκλεισμένων. Κι αυτός ο διαχωρισμός θα επιτυγχάνεται με την προοδευτική αποστέρηση της γλώσσας που είχαν κοινή με την υπόλοιπη κοινωνία. Κι έπειτα δε θα μείνει τίποτα να ζητά κανείς.

[Από το: From Riot to Insurrection, αγγλική μετάφραση της Jean Weir]

***

Σκέψεις για την παρανομία

το γενικό πλαίσιο της παρανομίας

Ακόμα και απλή διάδοση πληροφοριών που διαστρεβλώνονται ή κρατούνται κρυφές από τα μίντια μπορεί να θεωρηθεί “παράνομη”. Χωρίς να αντιβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο νόμο (εκτός από περιπτώσεις όπου οι πληροφορίες αυτές θεωρούνται “κρατικό μυστικό”), ενδέχεται να αντιτίθενται στην κρατική διαχείριση του κοινωνικού ελέγχου, ή στην επιβολή του νόμου. Έτσι, ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων τραβάει την προσοχή των κατασταλτικών οργάνων του κράτους στον ίδιο βαθμό (αν όχι περισσότερο) από μια συμπεριφορά που εκ των πραγμάτων αντιβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο νόμο. Σε ορισμένες στιγμές, η κυκλοφορία της πληροφορίας μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για τους σχεδιασμούς του κρατικού ελέγχου, τουλάχιστον (αν όχι παραπάνω) στον ίδιο βαθμό με την πραγματική δράση που θεωρείται από τις αρχές ως παρανομία. Απ’ αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η λεπτή γραμμή μεταξύ “τυπική” και “πραγματικής” παρανομίας είναι ιδιαίτερα ευέλικτη, σύμφωνα με τους κατασταλτικούς σχεδιασμούς της εξουσίας. Έτσι, το κράτος και το κεφάλαιο, τόσο εθνικά όσο και διεθνώς, καθορίζουν το επίπεδο της παρανομίας -ή, αν προτιμάτε, το επίπεδο της “νομιμότητας”- το οποίο δεν καθορίζεται τόσο από συγκεκριμένα νομικά πλαίσια (οι νόμοι ενεργοποιούνται άλλωστε σε ορισμένες περιπτώσεις), αλλά από μια καθημερινή πρακτική ελέγχου και πειθάρχησης που μόνο σε ορισμένες στιγμές πραγματοποιείται ανοιχτά ως καταστολη.

Η σχέση πολιτικής-παρανομίας

Βασικά, κάθε κριτική της πολιτικής συμπεριλαμβάνεται στα όρια της νομιμότητας. Στην πραγματικότητα, ενισχύει τον θεσμικό ιστό επιτρέποντάς του να ξεπεράσει τα αδύναμα σημεία και τις οπισθοδρομήσεις του που διαμορφώνονται από τις αντιφάσεις του κεφαλαίου και ορισμένες εκτενώς βάρβαρες όψεις του Κράτους. Καμία “πολιτική” κριτική δεν μπορεί να φτάσει σε μια σαφή άρνηση του Κράτους και του Κεφαλαίου. Για να κάνει κάτι τέτοιο -όπως για παράδειγμα η αναρχική κριτική- θα έπρεπε να θέσει ζήτημα κοινωνικής κριτικής, θα έπαυε να θεωρείται δημιουργική συνεισφορά στον θεσμικό ιστό και κατά συνέπεια θα γινόταν -εκ των πραγμάτων- παράνομη. Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μπορούν να φτάσουν σε μια τέτοια ισορροπία μεταξύ των πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να δεχτούν μια κοινωνική κριτική, ακόμα και μια ριζοσπαστική, αναρχική, αφομοιώνοντάς την. Όμως αυτό δεν αλλάζει την κατ’ ουσίαν “παράνομη” θέση αυτής μιας τέτοιας κριτικής. Απ’ την άλλη, ακόμα και συμπεριφορές που είναι εμφανώς εκτός του νόμου, μπορούν να ιδωθούν κάτω από ένα διαφορετικό φως ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες. Για παράδειγμα, ο ένοπλος αγώνας ενός μαχητικού κόμματος, είναι μια αναμφίβολα παράνομη συμπεριφορά, όμως σε ορισμένες στιγμές μπορεί να αποτελεί δημιουργικό στοιχείο στον σχεδιασμό επαναφομοίωσης κι αναδιοργάνωσης του Κράτους και του κεφαλαίου. Σε τέτοιες στιγμές, μια τελική συμφωνία μεταξύ μαχητικού κόμματος και Κράτους δεν είναι απίθανη (καθώς το τελευταίο εμφανίζεται ως εγγυητής κάθε προνομίου στον καπιταλισμό).

Κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο αφηρημένο όσο μοιάζει, μιας και το μαχητικό κόμμα τοποθετεί εαυτόν στη λογική της αποσταθεροποίησης της κυρίαρχης εξουσίας, προκειμένου να κατασκευάσει μια δομή εξουσίας διαφορετική στην μορφή αλλά ολόιδια κατ’ ουσίαν. Σ’ ένα τέτοιου είδους εγχείρημα, μόλις γίνεται αντιληπτό ότι η στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεση δεν μπορεί να συνεχιστεί επειδή δεν υπάρχει μεσοπρόθεσμα αποτέλεσμα, έρχεται κάποιου είδους συμφωνία. Η αμνηστία που σηζητούσε το ιταλικό κίνημα των 70es, είναι μια πιθανή τέτοια συμφωνία. Άλλες μορφές μπορούν εύκολα να βρεθούνε υπό το δημιουργικό φως της σοσιαλδημοκρατίας: Μια συμβίωση με αυτούς που μέχρι χθες ήταν πεπεισμένοι ότι μπορούσαν να καταλάβουν την παλιά δομή εξουσίας και να την θέσουν υπό τη διαχείρισή τους. Όπως μπορούμε να δούμε, ενώ μια απλή αναρχική και ριζοσπαστική κριτική είναι εξ’ ορισμού “παράνομη”, ακόμα και ο ένοπλος αγώνας των μαχητικών κομμάτων μπορεί -κατά περιπτώσεις- να συμπεριληφθεί στα πλαίσια της “νομιμότητας”. Κάτι τέτοιο αποδεικνύει ξανά τα “ρευστά” πλαίσια της νομιμότητας και της πρόθεσης του Κράτους να τα προσαρμόζει στην επιβολή του ελέγχου του.

Η επιβολή του ελέγχου

Τα όργανα καταστολής μόνο σ’ έναν ελάχιστο βαθμό είναι άμεσα συνδεδεμένα με το καθ’ εαυτό κατασταλτικό έργο. Τα περισσότερα απ’ αυτά λειτουργούν ως αποτρεπτικά όργανα ελέγχου. Αυτό, κατά συνέπεια, επιδρά σε κάθε πιθανή μορφή παρανομίας -μέσω μιας σειράς μέτρων- καθώς και σε κάθε μορφή διαφορετικής, από την κυρίαρχη, συμπεριφοράς. Η παρανομία συμπεριλαμβάνεται ως πιθανότητα στην νομιμότητα σήμερα, επιτρέποντας την μακροπρόθεσμο μάτι του νομοθέτη να υπολογίσει το πιθανό αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει και για τις διαφορετικές “αποκλίνουσες” συμπεριφορές (η απόκλιση ορίζεται από την κυρίαρχη που επιβάλλουν οι παραγωγοί της συναίνεσης), σήμερα ίσως ένα πεδίο μελετών ή θαυμασμού, στο μέλλον όμως “σημείο μηδέν” κοινωνικών ανατροπών. (Σ.τ.μ: προφητικός ο “Παππούς”, καθώς το κείμενο έχει γραφτεί αρκετά χρόνια πριν τις κοινωνικές εκρήξεις σε Γαλλία και Ελλάδα). Τώρα, η επιβολή του ελέγχου βασίζεται στη συσσώρευση δεδομένων: συμπεριφορές, αποκλίσεις, προτιμήσεις, ιδεολογίες, δράσεις κλπ. Συσσώρευση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, και όσο πιο κατεργασμένων και συσχετισμένων πληροφοριών που βρίσκεται στη βάση κάθε μακροχρόνιου σχεδιασμού ελέγχου. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, κάθε έλεγχος θα ήταν πρακτικά αδύνατος, α-συνεχής και άσχετος από τις γενικότερες συνθήκες.

Ο χώρος της μυστικότητας

Αντίθετα στην άποψη αρκετών -δεν έχει σημασία ποιών- θεωρώ την μυστικότητα ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της επαναστατικής δράσης. Εδώ όμως είναι απαραίτητο να εμβαθύνουμε. Για αρχή, υπάρχει η ιδέα ότι όταν μιλάμε για μυστικότητα, σκέφτεται κανείς μόνο την παράνομη δράση. Η μυστικότητα είναι επίσης αδιαχώριστη από την δραστηριότητα της αντιπληροφόρησης, της πρακτικής που στρέφεται σ’ έναν αδιαμεσολάβητο αγώνα. Στην πραγματικότητα, ένας αδιαμεσολάβητος αγώνας, για παράδειγμα μια κατάληψη εργοστασίου, δεν είναι ο “πραγματικός” στόχος των αναρχικών, κάτι τέτοιο έρχεται στη συνέχεια ως συνέπεια που μπορεί να αναπτυχθεί. Αυτές οι συνέπειες δεν μπορούν να προβλεφτούν στη διάρκεια του έργου της αντιπληροφόρησης, και με την στενή έννοια, δεν είναι μέρος της αδιαμεσολάβητης δράσης, αλλά ανήκουν σε μια συνακόλουθη φάση που μπορεί μόνο με δυσκολία να επιτευχθεί από τους συμμετέχοντες στον αγώνα, προκειμένου να ικανοποιήσουν μια επιτακτική, άμεση ανάγκη. Κατά δεύτερον, ακόμα κι αν πάρουμε ως δεδομένο ότι οι κατασταλτικές δυνάμεις αργά ή γρήγορα θα μάθουν κάθε όψη του αγώνα μας -από τη φάση της αντιπληροφόρησης μέχρι τις συνακόλουθες αυτής- αυτό δεν είναι λόγος για να μην υιοθετήσουμε μια μέθοδο που να δίνει όσο το δυνατόν λιγότερες πληροφορίες στον εχθρό. Το να δουλεύουμε στο φως της ημέρας δε σημαίνει κι ότι χρειάζεται να τροφοδοτούμε με πληροφορίες για τα πάντα την αστυνομία. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα, μια κατάσταση όπου πολλές δράσεις πρέπει να λάβουν χώρα ταυτόχρονα, σε διαφορετικά μέρη. Με την κατάλληλη φροντίδα των μέσων πληροφόρησης (φυλλαδίων, αφισσών, προκηρύξεων κλπ) μπορεί να γίνει πολύ πιο δύσκολο για την αστυνομία να χαρτογραφήσει τη σχέση μεταξύ των δράσεων αυτών. Είναι ένα θέμα απλής αυτοπροστασίας προκειμένου να επιβραδύνουμε κάθε κατασταλτικό μέτρο.

Το να εκπαιδεύεται κανείς στη φρόνηση και στη σωφροσύνη, είναι επομένως βασικό για κάθε επαναστάτη, οποιαδήποτε δράση κι αν σκοπεύει να διεξάγει. Αν σταματήσουμε για ένα λεπτό να το σκεφτούμε, ακόμα κι όταν σχεδιάζουμε ένα τρικάκι μπορούμε να πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποφύγουμε όψεις της καταστολής. Απ’ την άλλη, η γνώση τέτοιων τεχνικών μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε στοιχεία περιφρόνησης ή αποκήρυξης σε ορισμένες στιγμές όταν το θεωρούμε σημαντικό, μ’ έναν τέτοιο τρόπο που το συμπεριλαμβανόμενο ρίσκο να γίνεται ένα ρίσκο υπολογισμένο, όχι απλά ένα απλό σφάλμα του μολυβιού ή των ιδεών, που θα μετανιώσουμε αμέσως μετά. Όπως βλέπουμε, ο χώρος για μυστικότητα είναι εκτεταμένος και ξεπερνά κατά πολύ το βασίλειο της παρανομίας.

Το αναρχικό κίνημα και το πρόβλημα της μυστικότητας

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι το αναρχικό κίνημα στην ουσία του δεν είναι ένα παράνομο κίνημα είναι άσκοπο. Ένα επαναστατικό κίνημα τόσο σύνθετο και πλούσιο σε στοιχεία για τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτό σαν μια απλή παρέμβαση που γίνεται υπό το φως της ημέρας ώστε ο καθένας να μπορεί να λάβει τις ιδέες του υπόψιν. Το γεγονός ότι το αναρχικό κίνημα έχει περιοριστεί, ορισμένες φορές, αποκλειστικά στην παρανομία, ήταν άμεσα εξαρτημένο με τις αλλαγές στις ιστορικές και πολιτικές συνθήκες σε κάθε χώρα που συνέβη αυτό. Κάτι τέτοιο όμως δε σημαίνει κι ότι το αναρχικό κίνημα δεν μπορεί να αναπτύσσει την πολιτική κι επαναστατική δραστηριότητά του με τη φροντίδα που ανέφερα νωρίτερα. Επίσης αναπτύσσει πιο συγκεκριμένες δραστηριότητες οι οποίες δε στοχεύουν άμεσα στην προπαγάνδα ή τη συμμετοχή σε κοινωνικούς αγώνες, αλλά έχουν διαφορετικούς στόχους που προφανώς δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτούς. Κατ’ αρχήν, όσον αφορά το πρόβλημα της εύρεσης των αναγκαίων μέσων για τον αγώνα. Κατά δεύτερον, την επίθεση εναντίον στόχων και υποκειμένων που ενεργά συντελούν στην εκμετάλλευση, κλπ.

Τέτοιου είδους δραστηριότητες δεν μπορεί να θεωρούνται κάτι “διαφορετικό” ή “διαχωρισμένο” απ’ τις υπόλοιπες. Η ανάγκη για μυστικότητα, που μοιάζει να ταυτίζεται με το ζήτημα τέτοιων δραστηριοτήτων, οδηγεί αυτούς που θεωρούν την μυστικότητα αδύνατη να συμπεράνουν ότι κάθε δραστηριότητα πρέπει τελικά να εγκαταληφθεί, θυσιάζοντας έτσι μια δυναμική, και εντείνοντας την μείωση του καθένα μας σε έναν απλό φορέα ορισμένων ιδεών, με μια θλιβερή ανακολουθία μέσων.

Τεχνολογία και μυστικότητα

Μπορούν όμως τα πανίσχυρα τεχνολογικά μέσα του εχθρού να καταστήσουν κάθε μυστικότητα πραγματικά απίθανη; Αυτό το ερώτημα ανήκει στο πεδίο των επιπλοκών των περασμένων ετών μιας έλλειψης τεχνολογικής γνώσης εκ μέρους μας, και μιας φαντασιακής και υπερβολικής εικόνας για την χρήση των μέσων αυτών. Όπως και για κάθε τί άλλο, που ο καθένας δεν πολυγνωρίζει, η τεχνολογία των περασμένων λίγων ετών με τους υπολογιστές, τα κέντρα παρακολουθήσεων επικοινωνιών, την τεχνολογία λέιζερ, τα ραντάρ κλπ έχει γοητεύσει αρκετούς συντρόφους που οι περισσότεροι υπήρξαν και λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας. Η ευχαρίστηση που έβρισκαν παλιότερα στην ανάλογη λογοτεχνία βρίσκεται τώρα στην ανάγνωση, συχνά χωρίς μια αναγκαία βασική γνώση, λιγότερο ή περισσότερο εξειδικευμένων άρθρων εφημερίδων (συχνά απλά παραφιλολογίας) για τις τεράστιες δυνατότητες της τεχνολογίας σήμερα. Χωρίς να προσπαθούμε να υποτιμήσουμε τις κατασταλτικές δυνατότητες που θέτουν στη διάθεση της εξουσίας τα σημερινά τεχνολογικά επιτεύγματα, πρέπει απλά να έχουμε μιαν ορισμένη σοβαρότητα σ’ αυτά που λέμε κατά καιρούς. Αν μη τί άλλο, τουλάχιστον προκειμένου να μην εμποδίζουμε τον ανατρεπτικό δυναμισμό άλλων ανθρώπων, προσθέτοντας ένα καρφί στο φέρετρό τους. Ο απόλυτος έλεγχος είναι ένα όνειρο για την εξουσία που κρατάει απ’ τον καιρό του μεγάλου Λεβιάθαν. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Το κύριο εμπόδιο δεν είναι τόσο η έλλειψη των αναγκαίων τεχνολογιών ελέγχου ή ακόμα οι περιορισμοί αυτών που λειτουργούν τους ανάλογους μηχανισμούς. Οι περιορισμοί του ελέγχου είναι ότι, προκειμένου να επεκτείνεται, χρειάζεται και το μπορεί μόνο με το να διεισδύει στο μυαλό των ελεγχόμενων. Έτσι, ο πραγματικός ελεγκτής δεν είναι τόσο ο αστυνομικός, ο δικαστής, ή ο δεσμοφύλακας, αλλά το ίδιο το άτομο που υφίσταται τον έλεγχο, επί του εαυτού του. Οποιοσδήποτε εξασκεί έλεγχο, φιλοδοξεί να αποικιοποιήσει την νοοτροπία του ατόμου που ελέγχει, χτίζοντας αντιστάσεις στην ελευθερία και την ελεύθερη σκέψη, εμπόδια σε κάθε ανατρεπτικό αγώνα. Αφ’ ης στιγμής γίνει δυνατό κάτι τέτοιο, είναι μάλλον το ελεγχόμενο άτομο που θα λογοκρίνει τις ίδες του τις σκέψεις και τις πράξεις. Τελικά, σε μια επόμενη φάση, που το ελεγχόμενο άτομο θα θελήσει επεκτείνει τον έλεγχό του σε άλλους, ενδεχομένως να απευθυνθεί σε μια απ’ τις σχετικές υπηρεσίες αποθήκευσης κι επεξεργασίας πληροφοριών. Μια τέτοια συμμετοχή, που συνιστά το μέγιστο επίπεδο ελέγχου, γίνεται εφικτή μόνο όταν τα δυο προηγούμενα επίπεδα έχουν εσωτερικευθεί. Το επίπεδο αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται τόσο ως συμμετοχή στη λειτουργία των “μηχανισμών” όσο ως μια συνεισφορά στη διαχρονική εμπλούτισή τους, που γίνεται διαθέσιμη στο κεφάλαιο και θα αποτελέσει μια βάση για τη διαχείριση της καπιταλιστικής συσσώρευσης του μέλλοντος. Σε μια τέτοια προοπτική, κάθε πεδίο που εξαιρείται από τις εσχατιές του ελέγχου ή που προστατεύεται από τη διαδικασία πολιτιστικής ενσωμάτωσης πρέπει να υπερασπίζεται με κάθε μέσο, ακκόμα και με τεχνικές βασισμένες στην μυστικότητα. Το να αρνούμαστε εκ των προτέρων τέτοιες τεχνικών σημαίνει ότι τις αντιμετωπίζουμε με την κοντόφθαλμη οπτική των συνωμοσιών και των ρομαντικών εποχών που έχουν περάσει. Φυσικά δεν είναι έτσι όμως, θα ήταν γελοίο σήμερα να κωδικοποιούμε μηνύματα με τον παραδοσιακό τρόπο, όχι μόνο τον τρόπο του Μπακούνιν ή του Μαλατέστα, αλλά οποιονδήποτε τρόπο, για τον πολύ απλό λόγο ότι κάθε επικοινωνία που είναι πολύ παραπάνω από 2-3 γραμμές, είναι εύκολο να αποκωδικοποιηθεί από έναν υπολογιστή. Όμως, ακόμα κι αυτοί, οι κώδικες του Μπακούνιν και του Μαλατέστα ακόμα κρατάνε και όταν αναφερόμαστε σε μηνύματα λίγων λέξεων, δεν μπορούν να αποκωδικοποιηθούν εύκολα. Βέβαια, δεν μας ενδιαφέρει εδώ ειδικά το θέμα των κωδικοποιημένων μηνυμάτων, απλώς αναφέρεται ως ένα παράδειγμα που δε θα πρεπε να εξαιρεθεί από συγκεκριμένες στιγμές όπου οι επαναστάτες θα ήταν αναγκασμένοι να επικοινωνήσουν κάτι που δε θα ήθελαν να γίνει γνωστό στον εχθρό. Κάτι τέτοιο λοιπόν θα ήταν ακόμη εφικτό, όταν μιλάμε φυσικά για ένα σύντομο μήνυμα ώστε να μην υπάρχει μια αναγνωρίσιμη αλληλουχία χαρακτήρων, και καμία τεχνολογία στον κόσμο δε θα μπορούσε να σπάσει ακόμα και τους πιο απλούς κώδικες.

Γιατί να στρώνουμε το χαλί της καταστολής;

Αυτοί που θεωρούν την μυστικότητα αδύνατη, λένε συχνά ότι κάθε αναρχική και επαναστατική δράση πρέπει να δημοσιοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο. Για παράδειγμα, αυτοί που δεν βλέπουν κάτι κακό στο να δημοσιεύουν πλήρεις λίστες με τα μέλη των οργανώσεών τους, όπως η FAI, η ιταλική αναρχική ομοσπονδία. Σε ένα εντελώς αφηρημένο επίπεδο ιδεών, όντως δεν υπάρχει κάτι κακό. Αλλά στην πράξη, αρκετές αντιφάσεις προκύπτουν. Καταρχήν, για ποιό λόγο να στρώνουμε το χαλί στην καταστολή; Δεύτερον, αν οι αναρχικοί είναι σήμερα σχετικά ανεκτοί μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο κατασταλτικό περιβάλλον, αν αύριο κάτι τέτοιο αλλάξει, για ποιό λόγο θα πρέπει η αστυνομία ήδη να βρίσκεται με καλογραμμένες λίστες ώστε να διευκολύνει το καθήκον της. Γιατί θα έπρεπε εμείς να τους βοηθήσουμε στο κατασταλτικό τους έργο; Ασφαλώς, τα ονόματα πολλών συντρόφων είναι ήδη γνωστά, αλλά πολλών άλλων όχι, και θα έπρεπε η αστυνομία να καταβάλλει αρκετό κόπο για  να τα μάθει. Κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει αθώα για ποιό λόγο να κρυβόμαστε, αφού η κινηματική δουλειά γίνεται -κατά κύριο λόγο- στο φως της ημέρας. Κάτι τέτοιο όμως θα παραήταν αφελές: Κάθε συσσώρευση πληροφοριών εμπλουτίζει κι ενισχύει το κατασταλτικό έργο.

Η λειτουργία του ελέγχου

Όταν βλέπουμε ότι ο έλεγχος δεν είναι απλά ένα γεγονός καταστολής, αλλά επίσης και συχνά κατ’ ουσίαν, συμμετοχής, είναι εφικτό να εκτιμήσουμε το πρόβλημα της μυστικότητας διαφορετικά. Βασικά, είναι ένα ζήτημα του κατά πόσο εμείς “συμμετέχοντας” αναπαράγουμε τον πραγματικό έλεγχο. Αν αρνηθούμε να συνεργαστούμε, αν εμποδίσουμε τη δημιουργία ενός πολιτιστικού γκέττο με κάθε πιθανό μέσο, αν δημιουργήσουμε μια κοινή γλώσσα για την αποκλειστική χρήση αυτών που αποκλείονται από την τεχνολογική διεύθυνση της παραγωγής, κι επομένως της εξουσίας, τότε ο πραγματικός έλεγχος θα είναι αδύνατος. Δεν είναι τόσο το πρόβλημα του να αναλογιστούμε σήμερα τα περιθώρια που αφήνει το κράτος με την μη-αστυνόμευσή τους, για παράδειγμα της δύναμης που θα μπορούσε να εφαρμόσει προληπτικά αλλά δεν το κάνει, ώστε να μένουμε με την εντύπωση ότι τουλάχιστον υπάρχει μια περιοχή που δεν ασκείται τόσος έλεγχος. Στην ουσία, αυτή η περιοχή μπορεί να υπάρχει, μπορεί και όχι. Είναι όμως ο κοινωνικός έλεγχος σα σύνολο που δεν είναι ακόμα πλήρης. Ακόμα κι αυτά που μας προτάσσει -οι φυλακές για παράδειγμα- είναι ακόμα ατελή και χοντροκομμένα εργαλεία ελέγχου. Δεν είναι λοιπόν ένα ζήτημα του πλήθους των μέσων ελέγχου αλλά της ποιότητας του ελέγχου αυτού. Η λειτουργία της κοινής μυστικότητας των ανατρεπτικών θα μπορούσε λοιπόν να είναι αυτή της άρνησης συμμετοχής, της αποφυγής της ενσωμάτωσης της γλώσσας και των αξιών που το Κράτος μεταδίδει για να τελειοποιήσει τον έλεγχό του.

Αποχαιρετισμός στις διεκδικήσεις

Ασφαλώς ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος Larizza (UIL) το ‘πε πριν δέκα χρόνια: ευθυγράμμιση με τα γερμανικά συνδικάτα, διεκδίκηση συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων. Την ίδια στιγμή ο Carniti, αναλογιζόμενος την αγωνιστική παράδοση των ιταλικών συνδικάτων (στην Γερμανία αντίστοιχα, δεν είχαν κάποια άξια λόγου απεργία απ’ το 1956), χαμογέλασε συγκαταβατικά. Σήμερα όλοι συμφωνούν σ’ αυτή τη σπουδαία κίνηση. Τα ιταλικά συνδικάτα θέλουν να μετασχηματιστούν σε κάτι σαν μετόχους, ανάλογα με τους γερμανούς συναδέλφους τους, αποκτώντας όχι απλά ειδικό βάρος στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων των εταιριών, αλλά επίσης μετοχές, φτάνοντας ίσως έτσι να κατέχουν εταιρίες και περιουσίες στο τέλος τα ίδια. Ο πρόεδρος του SCIL D’ Antonio είπε κάποτε ότι σ’ έναν παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό με διεθνείς ανταγωνιστές, οι μισθολογικές διεκδικήσεις θα χτυπηθούν. Το εργοστάσιο πρέπει να αναπνέει, διαφορετικά θα ρισκάρουμε μια επιστροφή στα 50es, όπως έγινε με την περίπτωση των άγγλων ανθρακωρύχων στον αγώνα τους ενάντια στη Θάτσερ. Η σύγκρουση, συνέχισε, υφίσταται ακόμα, αλλά έχει μετατοπιστεί από τους δρόμους στα γραφεία της διεύθυνσης, μ’ έναν τέτοιο τρόπο, μέσω της συνδιαχείρισης, που το βάρος της αναδιοργάνωσης θα ρυθμίζεται πιο ισότιμα. Πρέπει να εγκαταληφθεί η πίεση στη διαπραγμάτευση, δηλώνει ο Larizza (σύμφωνα με τον οποίον το νέο συμμετοχικό μοντέλο μπορεί να επεκταθεί κι έξω απ’ τα εργοστάσια, σε τοπικούς θεσμούς που αφορούν τη διαχείριση αστικών ζωνών, την επένδυση στον Νότο κλπ). Τελικά, ο πρόεδρος του CGIL, Cofferati υποδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να αποφευχθεί ο κίνδυνος της λεγόμενης ιαπωνικής λύσης: άμεση συνεργασία μεταξύ εργαζομένων κι αφεντικών. Η συμμετοχή, λέει, πρέπει να φιλτράρεται μέσα από τα συνδικάτα.

Όπως βλέπουμε, παρά τις μικροδιαφορές, το συμπέρασμα του συνδικάτου είναι αρκετά ομοιογενές. Κάθε υποψία αγώνα στους δρόμους, κάθε σύγκρουση βασισμένη σε απεργίες και τη συνακόλουθη ζημιά στον επιχειρηματία, όσο απόμακρη κι αν είναι η πιθανότητα, πρέπει να εγκαταληφθεί για τα καλά. Η συμμετοχικότητα σημαίνει λήψη αποφάσεων σύμφωνων με των ιδιοκτητών, αποφασιστική για τα όσα αναφέρονται ως “τεχνικά προβλήματα της επιχείρησης”, για παράδειγμα, η ιδανική σύνθεση των διαφόρων συστατικών της παραγωγής: κεφάλαιο, μηχανές, εργασία. Το αποτέλεσμα δεν είναι πανομοιότυπο με το γερμανικό μοντέλο, αλλά είναι πάνω κάτω εξίσου ολοκληρωτικά μοντέλο κοινωνικής ειρήνης, ή τουλάχιστον σ’ αυτήν την κατεύθυνση τείνει.

Και τώρα ένα σημαντικό ερώτημα που προκύπτει.Όσο οι τρεις μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις δρούσαν σε διεκδικητικό επίπεδο, αυτόνομα συνδικάτα βάσης όπως οι Cobas με σύνθημα την άμεση δράση, είχαν ακόμη λόγο ύπαρξης, καθώς αναπαριστούσαν μια πιθανότητα για την ανάπτυξη ενός πεδίου άμεσης σύγκρουσης, σαμποτάζ και μέγιστης ζημιάς στα αφεντικά. Βασικά, τα αφεντικά, ήταν ακόμη φοβισμένα γνωρίζοντας πως, ακόμα και στα πλαίσια λιγότερο κεντρικών συγκρούσεων, μια τέτοια ζημιά δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Μια τέτοια λειτουργία όμως, χάνει κάθε νόημα πλέον. Στην πραγματικότητα, τώρα που οι μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις αρνούνται να συνεχίσουν τη λογική των διεκδικήσεων, είιναι αδύνατο αυτές να συνεχιστούν από τα μικρά συνδικάτα μόνα τους. Θα κατέληγαν να επιστρατεύουν όλη τη δυναμική τους απλώς και μόνο για να στηρίξουν την απλούστερη πρόταση διεκδικήσεων.

Ας γίνω όμως πιο σαφής. Αν αυτό που χαρακτήριζε κάποτε αυτές τις μικρές συνδικαλιστικές δομές ήταν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν, καθώς δε διαφοροποιούνται στους σκοπούς, το μόνο που θα μπορέσει να επιβιώσει θα είναι τελικά οι σκοποί (οι σκοποί έναντι της συμμετοχής), επιβεβαιώνοντας δυστυχώς ότι το να κάνεις διεκδικήσεις δεν είναι αρκετό για να είσαι “άκρο-“, και κατά συνέπεια σε αντίθεση με τα τρία βασικά συνδικάτα. Έτσι, αυτα τα μικρά συνδικάτα φαίνονται προορισμένα να αναλάβουν τον πλεονάζοντα και ασθενικό ρόλο των διεκδικητών. Πλεονάζων, καθώς δεν είναι αναγκαίος σ’ αυτή τη φάση της εξέλιξης της οικονομίας ως σύνολο (όπως έξυπνα το κατάλαβαν τα συνδικάτα), και ασθενικός γιατί τα μειοψηφικά και μικρά συνδικάτα (παρ’ όλη την επαναστατική φιλολογία τους) ούτε επιθυμούν, ούτε ειναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν μεθόδους που μπορούν να φτάσουν σε μια δυναμική αποτελεσματική μόνο με την πλάτη των μεγάλων μαζικών συνδικαλιστικων οργανώσεων, παρόλες τις αδυναμίες του. Και κάθε δομή που χάνει κάθε λειτουργία της, ακόμα και την πιο αξιολύπητη, του να τρέχει πίσω απ’ την ουρά ενός άλλου, οδεύει προς την εξαφάνιση.

[Αυθεντικός τίτλος: Addio alla rivendicazione, στο περιοδικό “Canenero”, no. 11, 20 Γενάρη 1995. Μετάφραση στα αγγλικά: Jean Weir στο “Let’s destroy work, let’s destroy economy”, Elephant Editions, London.]

***

Για την κοινωνική ληστεία

“Καταδιωγμένοι απ’ τον Νόμο, φόβος και τρόμος για τους πλουσίους, ενώ τα κατορθώματά τους να υμνούνε οι φτωχοί, οι ληστές υπήρξαν από παλιά αντικείμενο μελέτης για τους κοινωνιολόγους και πρώτη ύλη για δημοφιλή άσματα”. Ένα απόσπασμα απ’ το αρχικό κείμενο, που αντίθετα απ’ την αστική-ατομιστική οπτική του ληστή ως κάτι ξεχωριστό (αρνητικά ή θετικά) απ’ το λαό, αναζητά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ κοινωνικής ληστείας και αντιστάσεων. “Έχουμε επίσης έναν δημοφιλές ελληνικό τραγούδι που εξυμνεί τον μύθο των παρανόμων των ορέων (κλέφτικα, απ’ το αρχαίο ελληνικό κλέπτες=ληστές).

Να μουν το Μάη πιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης,
κι εις την καρδιά του χειμωνιού νά μουνα κρασοπούλος.
Μα πλιό καλά ‘ταν να ‘μουνα αρματωλός και κλέφτης.
Αρματωλός μέσ’ τα βουνά, και κλέφτης, μέσ’ τους κάμπους
νά χα τα βράχια αδέρφια μου, τα δέντρα συγγενάδια,
να με κοιμάν οι πέρδικες, να μ’ εξυπνάν τ’ αηδόνια,
κι εις την κορφή της Λιάκουρας να κάνω το σταυρό μου,
να τρώγω τούρκικα κορμιά, σκλάβο να μη με λένε.

Κι ακόμα:

O πλούσιος έχει τα φλουριά, έχει o φτωχός τα γλέντια.
Άλλοι παινάνε τον πασά και άλλοι το βεζίρη,
μα γώ παινάω το σπαθί το τουρκοματωμένο,
το χει καμάρι η λεβεντιά, κι’ ο κλέφτης περηφάνεια.

Άτυπα ντοκουμέντα του μυθικού μετασχηματισμού του πραγματικού υποκειμένου της κλεφτουριάς. Οι κλέφτες ήταν πολεμιστές των ορέων που πολεμούσαν ενάντια στους τούρκους κυρίαρχους και τους έλληνες που είχαν ξεπουληθεί σ΄ αυτούς: Είναι ληστές που ζουν από λεηλασίες και επιδρομές. Πέραν του σημαντικού ρόλου που έπαιξαν αυτοί οι άνθρωποι στον αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία, είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ το πώς το θρησκευτικό στοιχείο ενσωματώνεται στον μύθο του κλέφτη, μεταφέροντάς τον σε μια διάσταση που οι συμβατικές κριτικές κατά του εγκλήματος χάνουν την αποτελεσματικότητά τους. Ο Hobsbawm γράφει “Ο κλέφτης είναι ένα άτομο που αρνείται να κάνει πίσω, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Η πλειοψηφία των ανθρώπων αυτών θα δελεαστεί, αργά ή γρήγορα, ευρισκόμενη σε μη-επαναστατικές συνθήκες, να πάρει τον γρήγορο δρόμο του κοινού εγκλήματος που στοχεύει αδιάκριτα τους πλούσιους και τους φτωχούς (με την εξαίρεση ίσως αυτών που είναι ακόμα συνδεδεμένοι με τα χωριά τους), ή ακόμα να γίνουν ρουφιάνοι της αστυνομίας, πληρωμένοι δολοφόνοι των γαιοκτημόνων κλπ…

***

Το αυτόνομο κίνημα των σιδηροδρομικών εργατών του Τορίνο

Μια συνεισφορά στην απόπειρα ορισμένων σιδηροδρομικών εργατών να οργανώσουν τον αγώνα τους βάσει αυτόνομων εργατικών πυρήνων.

Η παρούσα κατάσταση χαρακτηρίζεται από μια συμμαχία μεταξύ εργοδοτών, συνδικάτων και ρεφορμιστικών κομμάτων.

Οι πρώτοι χρησιμοποιούν τη βοήθεια των κομμάτων και των λεγόμενων αριστερών κομμάτων προκειμένου να συνεχίσουν την εκμετάλλευση, βρίσκοντας έναν τρόπο να κάνουν τους εργάτες να πληρώσουν το τίμημα της οικονομικής κρίσης μέσω της χρηματοδότησης με ένα σεβαστό ποσό των βιομηχάνων από το Κράτος, επιτρέποντάς τους έτσι να τα βγάλουν πέρα για μερικά ακόμη χρόνια. Για να συμπληρωθεί η εικόνα, τα κόμματα της Αριστεράς (με επικεφαλής το Κομμουνιστικό Κόμμα) ζητούν από την εργατική τάξη να κάνει θυσίες προκειμένου να σωθεί η εργοδοσία και οι υπηρέτες της.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες μας είναι φανερό ότι το συνδικάτο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όργανο αγώνα.

Τα τρία κύρια συνδικάτα, SFI, SAUFI και SIUF, συνεργάζονται πρακτικά ξεπουλώντας τους σιδηροδρομικούς εργάτες, σε ένα σχέδιο εξυγείανσης που σημαίνει ένα μεγαλύτερο βάρος εργασίας για τους υπαλλήλους (αύξηση της παραγωγικότητας), για λιγότερα χρήματα (περικοπές μισθών), και μια αύξηση της ανεργίας.

Αυτοί οι αντεργατικοί στόχοι καλύπτονται από μια δημαγωγία και μια μανιασμένη καταδίκη κάθε ανεξάρτητης πρωτοβουλίας. Καθ αυτόν τον τρόπο, επιδιώκουν να κλείσουν τη συμφωνία που πρότεινε η διεύθυνση, ότι δηλαδή δεν έχει τα χρήματα για αυξήσεις μισθών, κι ότι είναι ανάγκη να αυξηθεί η παραγωγικότητα με τις ώρες εργασίας να παραμείνουν αναλλοίωτες, με το να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της λούφας, και με το να ελέγχονται πιο αποτελεσματικά οι εργάτες μέσω μιας αξιολόγησης των εργασιακών ικανοτήτων τους και μιας ελαστικοποίησης της εργασίας που θα πρέπει να αναδιοργανωθεί.

Είναι σαφές ότι θέλουν να τσακίσουν κάθε θέληση για αγώνα, δημιουργώντας μια οικονομική κατάσταση αβάσταχτη για τους περισσότερους, ωθώντας πολλούς να δουλεύουν υπερωρίες, παραχωρώντας στα αφεντικά να τελειοποιήσουν τα όπλα του εκβιασμού τους, μέσω διαδικασιών πρόσληψης που θα διώχνουν αποτελεσματικά όσους κρίνονται ως όχι αρκετά ικανοί ή πειθαρχημένοι (μ’ άλλα λόγια, όσους δε δέχονται να τους χρησιμοποιούν και να βαράνε προσοχές στα αφεντικά). Το αυτόνομο συνδικάτο FISAFS, ανέπτυξε έναν αγώνα σε αντίθεση με τα τρία κύρια συνδικάτα, και ισχυρίζεται ότι είναι αυτόνομο. Το FISAFS προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την οργή και τη δυσαρέσκεια των εργατών προκειμένου να αναδειχθεί μαζικά η κορπορατιστική κι αντιδραστική γραμμή του, κερδίζοντας νέα μέλη. Ο συνδικαλισμός αυτής της λεγόμενης αυτόνομης οργάνωσης είναι ένα τελικό χαρτί για την καθυστέρηση των αυθεντικών δυνατοτήτων των εργατικών αγώνων βάσης, που είναι ιδιαίτερα ισχυρές τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο σκοπός του FISAFS είναι λοιπόν να χειραγωγήσει τους εργάτες σε μια κορπορατιστική λογική λογική, που είναι τόσο απαραίτητη για τους βιομηχάνους, τα πολιτικά κόμματα, την κυβέρνηση και τον καπιταλισμό, προκειμένου να εδραιώσουν την εκμετάλλευση διαχρονικά.

Το FISAFS λοιπόν, στην υπεράσπιση των συμφερόντων των εργοδοτών, δεν μπορεί να κάνει χρήση των μεθόδων αγώνα που χαρακτηρίζουν την ποιότητα της εργατικής αυτονομίας. Σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων και συμμαχιών, καθίσταται αδύνατο για το FISAFS να διαφοροποιηθεί από τις άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις που βρίσκονται σε αντίθεση με τις τρεις κύριες πλειοψηφικές συνδικαλιστικές οργανώσεις (για παράδειγμα, το USFI-CISNAL).

Η πραγματική προλεταριακή αυτονομία είναι η μόνη πιθανή διέξοδος για τη συνέχιση του αγώνα ενάντια στους εργοδότες και τους λακέδες τους. Για να φτάσουμε εκεί όμως, είναι απαραίτητο να αρχίσουμε να σχηματίζουμε Αυτόνομους Εργατικούς Πυρήνες. Αυτοί οι πυρήνες, όπως αυτοί που θέλουμε να δημιουργήσουμε μεταξύ των εργατών του Τορίνο, γεννιούνται μέσα από μια συγκεκριμένη παραγωγική πραγματικότητα, και θα έπρεπε να θεωρούν εαυτούς ένα διαρκές σημείο αναφοράς για την πραγματικότητα κι έξω απ’ αυτήν, στους χώρους που ζούμε, στο δρόμο, στα σχολεία και ούτω καθεξής, τραβώντας τους χώρους αυτούς στον αγώνα.

Ξεκινώντας από μια σαφή αντίληψη της προλεταριακής αυτονομίας, αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά δυο κινδύνους έμφυτους στις διαχωρισμένες ή συνδικαλιστικές μεθόδους αγώνα.

1. Τη γραφειοκρατικοποίηση της υποδομής
2. Την τάση προς μια κορπορατιστική αντίληψη του αγώνα.

Οι αυτόνομοι εργατικοί πυρήνες οργανώνονται ανεξάρτητα από τα πολιτικά κόμματα και συνδικάτα, προκειμένου να υπερασπιστούν πιο αποτελεσματικά τον εργάτη ως άνθρωπο. Οι προοπτικές τους οργάνωσης και αγώνα, έχουν υπόψι τη διπλή αναγκαιότητα της διεξαγωγής της σύγκρουσης τόσο σε επίπεδο παραγωγής (στους μισθούς, τις συμφωνίες κλπ), όσο και σε επίπεδο καθημερινής ζωής του κάθε εργαζομένου (οι κίνδυνοι στην εργασία του, η αποξένωση, η αναγκαιότητα των δεσμών μεταξύ γειτονιάς, χώρου εργασίας, σχολείου κλπ).

Η αυτονομία είναι λοιπόν μια επανεξέταση του ανθρώπινου στον εργάτη, με μια καθαρή ματιά του αγώνα του αγώνα προς τη διασφάλιση των συνθηκών που διέπουν την εργασία και την ίδια τη ζωή.

Ο αυτόνομος εργατικός πυρήνας

α) Χαρακτηριστικά

Πρόκειται για μια οργανωτική μορφή που επιθυμεί να διαχωριστεί από τα συνδικάτα, καθώς και την αυτόνομη εκδοχή τους. Η αυτονομία τους βασίζεται σε μια αντι-γραφειοκρατική υποδομή. Βασίζεται στην ανυπαρξία μόνιμων εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων και επαγγελματικών στελεχών. Όλοι οι εργάτες δεσμεύονται στον αγώνα ενάντια στα αφεντικά και τους λακέδες τους. Αυτή η δέσμευση στον αγώνα είναι διαρκής και δεν περιορίζεται στις μέρες των απεργιών, όπως καθορίζονται από τα συνδικάτα. Κάθε στοιχείο των αυτόνομων εργατικών πυρήνων θεωρεί εαυτόν σε διαρκή πάλη ενάντια στην εργοδοσία και τους λακέδες της, με τον ίδιο τρόπο που αυτοί βρίσκονται σε διαρκή πάλη ενάντια στους εργάτες, στην προσπάθειά τους να διαιωνίσουν την εκμετάλλευση. Ο αυτόνομος εργατικός πυρήνας, δε σχετίζεται με τη συνδικαλιστική ιδεολογία και πρακτική, ενώ η σαφής θέση του ενάντια στην εργοδοσία τον καθιστά ξεκάθαρο και αναμφίβολο εργαλείο που οι εργάτες οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει για τη χειραφέτησή τους. Οι δράσεις προπαγάνδας και αγώνα οργανώνονται σύμφωνα με την εκπλήρωση ρητών στόχων, και η επιλογή των μέσων για τη διεξαγωγή του αγώνα, προσδιορίζεται και διασαφηνίζεται από τον ίδιο τον πυρήνα. το να γίνουν μέρος του αυτόνομου εργατικού πυρήνα, είναι το λογικό βήμα για όλους όσους αντιλαμβάνονται ότι έχουν προδοθεί από τις διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις και που επιθυμούν να συνεχίσουν τον αγώνα ενάντια στην εργοδοσία και το Κράτος, διευρύνοντάς τον σε μια προοπτική ολότελα διαφορετική απ’ αυτή της συνδικαλιστικής εξουσίας.

β) Μέθοδοι

Η καταστολή που θέτουν σε εφαρμογή τα αφεντικά με τη βοήθεια των λακέδων τους είναι διαρκής. Εξασκείται πάνω μας με πολλούς τρόπους: Μειώνοντας δραστικά την αγοραστική δύναμη των μισθών μας εξαφανίζοντας τις αυξήσεις που κερδίζουμε, αρνούμενοι κάθε νόμιμη αύξηση, ξεζουμίζοντας τους εργαζομένους προκειμένου να μη προσλάβουν παραπάνω προσωπικό, αυξάνοντας έτσι τους κινδύνους ατυχήματος, εκμηδενίζοντας τους αγώνες μας μέσα απ’ τη συνδικαλιστική πολιτική της επαναφομοίωσής τους. Αυτή η καταστολή πρέπει να καταπολεμηθεί με έναν εξίσου διαρκή αγώνα.Διαρκής καταστολή-Διαρκής αγώνας. Οι σύντροφοι που απαρτίζουν τον αυτόνομο εργατικό πυρήνα, πρέπει να επεξεργάζονται μια σαφή ιδέα για τον προσανατολισμό που θα ‘πρεπε να πάρει ο αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση. Η εργοδοσία χτυπά τον εργαζόμενο ως μέρος ενός όλου (της παραγωγικής δύναμης), όταν λοιπόν τον χτυπά ως σιδηροδρομικό εργάτη, η εταιρία προσαρμόζει την εκμετάλλευσή της στις γενικότερες συνθήκες παραγωγής. Γι’ αυτόν το λόγο, ένας διαχωρισμένος και κορπορατιστικός αγώνας δεν αποδίδει. Η μέθοδος της εργατικής αυτονομίας βασίζεται στην εξαγωγή του αγώνα, ακόμα κι αν τα άμεσα αποτελέσματα (οικονομικά και συνθήκες εργασίας) παραμένουν εντός του τομέα της παραγωγής. Η μέθοδος λοιπόν είναι αυτή της διαρκούς σύγκρουσης και της μεταφοράς του αγώνα και έξω από τον χώρο εργασίας. Οι στόχοι που πρέπει να προσεγγιστούν έξω απ’τον χώρο εργασίας είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι χρήστες του σιδηροδρόμου, και ιδιαίτερα οι κάτοικοι της περιοχής που πρέπει διαρκώς να ενημερώνονται για την εξέλιξη της σύγκρουσης στο εσωτερικό της εταιρίας. Το ίδιο ισχύει και για άλλους τομείς της παραγωγής, κοντινούς σ’ αυτόν των σιδηροδρόμων (οι υπηρεσίες των αεροδρομίων, οι ταχυδρομικοί, υπάλληλοι τηλεφωνικών κέντρων, και κάθε σχετική υπηρεσία). Εδώ έγκειται η τεράστια σημασία της πληροφόρησης για την αυτόνομη οργάνωση του αγώνα. Προφανώς, στο ξεκίνημα, τα διαθέσιμα μέσα γι’ αυτήν την μέθοδο αγώνα θα είναι ανεπαρκή σε σύγκριση μ’ αυτά των μεγάλων συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών. Ωστόσο, ακόμα κι αν χρειάζεται να καταφύγουμε στα φωτοτυπημένα φυλλάδια, αυτό που μετράει είναι το να δουλεύουμε προς τη σωστή κατεύθυνση, με το να παρεμβαίνουμε διαρκώς ανάμεσα στους χρήστες που οφείλουμε τελικά να ευαισθητοποιήσουμε προς τον αγώνα των σιδηροδρομικών γενικά, και προς την προοπτική μας.

Το ίδιο ισχύει και για τους συγγενείς τομείς με τους οποίους είναι αναγκαίο να κρατάμε επαφή, ενισχύοντας, όπου είναι εφικτό, τη δημιουργία άλλων αυτόνομων πυρήνων, οι οποίοι μπορούν να διεξάγουν μια τέτοιου είδους δουλειά. Σε μια τέτοια προοπτική, μια απεργία διατηρεί την ισχύ της ως μέσο αγώνα, αλλά πρέπει να την αντιμετωπίζουμε κριτικά, κι όχι ως ένα επίσημο μέσο που αυτόματα θέτει σε κίνηση τη σύγκρουση όποτε το αποφασίσει η συνδικαλιστική ηγεσία. Η (επίσημη) απεργία με μια τέτοια έννοια, μπορεί να γίνει ένα εργαλείο αποσυμπίεσης μιας κατάστασης σύγκρουσης, χρήσιμο ως τέτοιο στην εργοδοσία και σε όλους όσους έχουν συμφέρον να εξαφανίσουν κάθε συνεκτικό αγώνα. Ένα άλλο στοιχείο ενάντια στην (επίσημη) απεργία ως μέσο αγώνα, είναι το γεγονός ότι πρόκειται για ένα “διάλειμμα” για το οποίο ο αντίπαλος πάντοτε προειδοποιείται εκ των προτέρων, ώστε να μπορεί να διευθετήσει ανάλογα την κατάσταση (για παράδειγμα, με το να μειώνει το προσωπικό στα τραίνα που μεταφέρουν προϊόντα, ενισχύοντας τα τραίνα για το κοινό). Υπάρχουν εναλλακτικά μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη διάρκεια μιας απεργίας, ή στη θέση της, που επιτίθενται στην παραγωγή της εταιρίας άμεσα και συνιστούν μια πρώτης τάξεως απειλή. Στη διάρκεια μιας απεργίας, η τεχνική διαδικασία κανονίζεται στα meetings των συνδικάτων. Αν ρίξουμε μια ματιά στα πρακτικά τους, θα μείνουμε έκπληκτοι από τη λεπτομερή μέριμνά τους να αποφευχθεί κάθε παραγωγική ζημιά στην εταιρία. Απ’ την άλλη όμως, τί κάνει η εταιρία για να μειώσει την εκμετάλλευση των εργαζομένων; Όλες αυτές οι προλήψεις μειώνουν τελικά την αποτελεσματικότητα της απεργίας ως μέσο επίθεσης ενάντια στ’ αφεντικά, με υπέυθυνα τα νομιμόφρονα και συντηρητικά συνδικάτα. Στη σκληρή και διαρκή καταστολή, πρέπει να αντιτάξουμε έναν αγώνα χωρίς ημίμετρα και προειδοποιήσεις: σκληρός και διαρκής αγώνας. Η επιλογή των μέσων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σ’ έναν συγκεκριμένο αγώνα, και ο βασικός προσανατολισμός του που πρέπει να διαδίδεται διαρκώς προς τα έξω, αποφασίζεται από τους συμμετέχοντες στον αυτόνομο εργατικό πυρήνα, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται σε τακτικές συναντήσεις.

γ) Προοπτική

Η συνεκτική ανάπτυξη του αγώνα πρέπει να εκτιμάται από καιρό σε καιρό, υπό το φως της αντικειμενική κατάστασης, και να μη χρησιμοποιείται σαν έδαφος για αόριστες κι αυθαίρετες ιδεολογικές δομές. Οι αυξήσεις στους μισθούς είναι ένα απ’ τα πιο σημαντικά σημεία του αγώνα, καθώς επιτρέπουν στον εργάτη μεγαλύτερη άνεση για να αντισταθεί και δυνατότητα να συμμετάσχει σε άλλες μάχες εξίσου σημαντικές για την ύπαρξή του. Αυτή η μάχη δεν είναι αναγκαστικά ο κύριος στόχος του αυτόνομου εργατικού πυρήνα, αλλά, για προφανείς λόγους δεν μπορεί να αφεθεί σε δεύτερη μοίρα. Ο αγώνας για μια διαφορετική οργάνωση της εργασίας είναι αναμφίβολα πολύ πιο ενδιαφέρων, καθώς έμμεσα ενισχύει τον πραγματικό μισθό με τέτοιο τρόπο που δεν μπορεί να παρθεί πίσω απ’ τους μηχανισμούς της υποτίμησης. Αυτές οι έμμεσες αυξήσεις των μισθών είναι εργαλεία τεράστιας αξίας στη διάρκεια της σύγκρουσης. Μια μείωση των ωρών εργασίας, μια γενική άρνηση της ελαστικότητας ή της ανάληψης παραπάνω καθηκόντων, μια κάλυψη όλου του προσωπικού, μια βελτίωση των συνθηκών εργασίας, μια ρύθμιση των κανονισμών και των ωραρίων των οδηγών, των ελεγκτών κλπ, η βελτίωση των εγκαταστάσεων, των βοηθητικών υποδομών κλπ είναι όλα στοιχεία που βελτιώνουν τις γενικές συνθήκες ενός σιδηροδρομικού εργάτη και μπορούν να αποτελέσουν μέρος του πραγματικού μισθού ο οποίος είναι σήμερα πολύ χαμηλότερος απ’ το ποσό που αναγράφει η πληρωμή του.

Η βασική προοπτική πάνω στην οποία μπορεί να σχεδιαστεί ένας μακροχρόνιος αγώνας θα μπορούσε να είναι αυτή του ελέγχου της επιχείρησης από την εργατική βάση της, με την έξοδο προοδευτικά των αφεντικών και των επιστατών-τσιρακιών τους που βρίσκονται σε εξασφαλισμένες θέσεις με την έγκριση των συνδικάτων. Καθ αυτόν τον τρόπο, θα δινόταν ένα παράδειγμα μέσω μιας σειράς προτάσεων αναδιοργάνωσης της διεύθυνσης, και με την οργανωτική ικανότητα των εργαζομένων, αποκηρύσσοντας του υπεύθυνους για τις παρούσες υποβαθμισμένες υπηρεσίες με κόστος του επιβατικού κοινού και του κάθε εμπλεκόμενου. Πρέπει να ερμηνευτεί η προβληματική κατάσταση των αγώνων των συνδικάτων και η ανάγκη τους να συνεργάζονται με την επιχείριση, η αδυναμία τους για οποιαδήποτε αλλαγή στο κοντινό μέλλον, και μια επιστροφή στην αγώνα της βάσης. Αγώνας ενάντια στις συνδικαλιστικές δομές και τους γραφειοκράτες, κι όχι ενάντια στα μέλη των συνδικάτων. Η τελική προοπτική μας είναι λοιπόν αυτή μιας αυτόνομης διεύθυνσης του αγώνα μας, τόσο στην μάχη των μισθών και των συνθηκών εργασίας, όσο και προοδευτικά για τον έλεγχο της διεύθυνσης συνολικά. Ξεκάθαρα, αυτή η αυτονομία του αγώνα μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μέσα από μια έγκυρη κριτική της θέσης των συνδικάτων ως συνεργάτες της εργοδοσίας.

Συμπεράσματα

Ο αυτόνομος εργατικός πυρήνας είναι ένα εργαλείο αγώνα για την υπεράσπιση των σιδηροδρομικών εργατών που επιθυμούν να διεξάγουν έναν αυτόνομο αγώνα. Για το λόγο αυτό, αρνείται την εκπροσώπηση των συνδικάτων και καταγγέλει την ενσωμάτωσή τους στο σύστημα.

Στη βάση της Αυτονομίας, ο αυτόνομος εργατικός πυρήνας πραγματώνει την ανάγκη για διαρκή σύγκρουση με την πραγματικότητα της παραγωγής, και την ανάγκη για εξαγωγή των ουσιαστικών χαρακτηριστικών του αγώνα και έξω απ’ τους χώρους εργασίας. Οι στόχοι αυτής της επικοινωνίας με το εξωτερικό, είναι οι χρήστες των σιδηροδρομικών υπηρεσιών και οι συγγενείς παραγωγικοί τομείς. Οι αναγκαίες μέθοδοι για την πραγματοποίηση της υπεράσπισης των συμμετεχόντων και κατ’ επέκτασι ολόκληρης της παραγωγικής συλλογικότητας, επιλέγονται σε αρμονία με τις αρχές της αυτονομίας του αγώνα και της διαρκούς σύγκρουσης. Η αποτελεσματικότητα της κάθε απεργίας θα πρέπει να εξετάζεται κριτικά, και να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αναζήτηση κι άλλων αποτελεσματικών μορφών πάλης, που δεν ελέγχονται τόσο εύκολα από την επιχείρηση. Η προοπτική του αυτόνομου εργατικού πυρήνα είναι διαρκής, τείνει στην αύξηση των μισθών και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, με σκοπό την υπεράσπιση των πραγματικών μισθών που είναι η βάση για κάθε συνεκτική δυνατότητα του αγώνα των εργαζομένων.

Για την μάχη της Cable Street

Μικρή σημείωση για τον αντιφασισμό στην Αγγλία

Το 1936 ήταν μια χρονιά όξυνσης των ανταγωνισμών, τόσο μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών -που μετά την κρίση του 1929 είχαν μπει σε μια τροχιά πολεμικής οικονομικής ανάπτυξης- όσο και κυριότερα στο εσωτερικό τους, ενάντια στο προλεταριάτο. Στην Αγγλία, η εργατική τάξη έδειχνε να μην έχει αναρρώσει ακόμη από την ήττα της Γενικής Απεργίας του 1926 και τη συνακόλουθη αποσύνθεση μέρους της Αριστεράς. Οι φιλελεύθεροι Τόρυς πατούσαν γερά στην κυβέρνηση, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος της επίθεσης στην εργατική τάξη που έβλεπε τα πιο περιθωριοποιημένα κομμάτια της (άνεργοι κλπ) να υποτιμούνται ακόμα περισσότερο. Εκτός όμως από την κεντρική πολιτική σκηνή, μια άλλη δύναμη έκανε την εμφάνισή της, οικειοποιούμενη χαρακτηριστικά του εργατικού κινήματος (πχ. διαδηλώσεις, βία στο δρόμο): οι φασίστες.

Στα 1932, ο Sir Oswald Mosley ενοποιεί τις διάφορες φασιστικές συμμορίες σε ένα “νόμιμο” και αναγνωρίσιμο κόμμα: τη Βρετανική Ένωση Φασιστών, που θα εδραιωθεί στο δρόμο μέσω της δράσης “ομάδων περιφρούρησης”/μελανοχιτώνων που επιτίθεντο σε αντιφασίστες διαδηλωτές, και θα φτάσει τα 50.000 μέλη. Υπόψην ότι πανευρωπαϊκά, ο ολοκληρωτισμός θα προβάλει ως μια καλή λύση για την πειθάρχηση του κεφαλαίου-σε-κρίση, αλλά κυρίως της εργασίας: εξόντωση συνδικαλιστών, αναρχικών, κομμουνιστών και γενικά αντικαθεστωτικών, ήταν το πρώτο βήμα τόσο της ναζιστικής Γερμανίας, όσο και της φασιστικής Ιταλίας. Στην Ισπανία, ο εμφύλιος ακόμα μαίνεται. Επιστρέφουμε στην Αγγλία λοιπόν, και μάλιστα στην καρδιά του Λονδίνου, στην Cable Street, όπου θα επιλέξουν οι φασίστες του Mosley να κάνουν μια επίδειξη δύναμης στις 4/10/1936.

Η επιλογή της Cable Street στο East End, εκλήφθηκε άμεσα από το οργανωμένο προλεταριάτο ως πρόκληση. Επρόκειτο για μια συνοικεία σε μεγάλο βαθμό μεταναστών (κατά κύριο λόγο Εβραίοι -πάνω από 100.000-), ενώ το γειτονικό Limehouse ήταν η Chinatown της εποχής, με επίσης μεγάλο αριθμό αφρικανών μεταναστών. Οι μετανάστες, Εβραίοι, Ιρλανδοί, Ελληνοκύπριοι, ήταν ο κύριος στόχος των φασιστικών κηρυγμάτων μίσους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς εργάζονταν στο λιμάνι και στα εργοστάσια της περιοχής. Μιλάμε δηλαδή για μια “ζωντανή” γειτονιά μεταναστών, με έντονη παρέμβαση από την Αριστερά (την εποχή εκείνη οι εφημερίδες της Αριστεράς μπαίνουν σε πάνω από 1.000.000 σπίτια) και το αγγλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ωστόσο, η πρώτη αντίδραση ήταν τουλάχιστον “αμήχανη”. Το Εβραϊκό συμβούλιο καλεί τα μέλη του να παραμείνουν στα σπίτια τους κλειδαμπαρωμένοι και να αποφύγουν κάθε δημόσια εκδήλωση (“Εβραίοι που θα θεαθούν να λαμβάνουν μέρος σε έκτροπα, οσοδήποτε άθελά τους, θα ενισχύσουν τον αντισημιτισμό”: η ίδια τακτική που είχαν ακολουθήσει τα Εβραϊκά Συμβούλια της Γερμανίας, με τραγικά αποτελέσματα μόλις λίγα χρόνια πριν), ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα θα καλέσει μια “αντιφασιστική” συγκέντρωση στην Trafalgar Square, πολλά χιλιόμετρα μακρυά από το Stepney, ως ένδειξη συμπαράστασης στους αντιφασίστες -σταλινικούς- της Ισπανίας! (αρκετοί ήταν οι άγγλοι που συμμετείχαν στις διεθνείς ταξιαρχίες). Παρόμοια η κατάσταση και στο Εργατικό Κόμμα, ενώ από διάφορους κύκλους των παραπάνω κυκλοφορεί μια Συλλογή Υπογραφών που καλεί την αστυνομία να απαγορεύσει την πορεία των φασιστών! Πάνω από 100.000 άνθρωποι θα βάλουν την υπογραφή τους. Τελευταία στιγμή, κι ενώ η Αριστερά κινδυνεύει να εκτεθεί ανεπανόρθωτα απέναντι στην εργατική τάξη, αντιτιθέμενη στον φασισμό στην Ισπανία αλλά αφήνοντάς τον να δράσει στο Λονδίνο, οι συγκεντρώσεις ακυρώνονται και ο κόσμος αρχίζει να μαζεύεται στην Cable Street. Τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος φτάνουν στην περιοχή για να αντικρύσουν μια λαοθάλασσα από κατοίκους αποφασισμένους να αντισταθούν στους φασίστες με την φυσική παρουσία τους στους δρόμους: No Pasaran-They shall not pass!

Η αστυνομία θα στείλει άμεσα 4.000 έφιππους+6.000 πεζούς μπάτσους, ενώ οι εκτιμήσεις για το μέγεθος της αντιδιαδήλωσης αναφέρουν από 350.000-500.000 αντιφασίστες. Ξηλώνονται πεζοδρόμια, αναποδογυρίζονται λεωφορεία για να στηθούν οδοφράγματα, γυναίκες πετάνε γλάστρες και σκουπίδια απ’ τα παράθυρά τους στους έφιππους αστυνομικούς, ενώ πιτσιρικάδες της γειτονιάς αδειάζουν σακούλες με πιπέρι στα μούτρα των αλόγων, και με μπίλιες στο δρόμο, κάνοντάς τα να χάνουν τον έλεγχο και να πέφτουν! Η αστυνομία θα καταφέρει παρολαυτά να σχηματίσει “κορδόνι” γύρω από το σημείο της συγκέντρωσης προστατεύοντας τον Mosley και τους μελανοχιτώνες του. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς κατάφεραν να την πουλέψουν αλώβητοι προς το Hyde Park (ο ίδιος ο Mosley φυγαδεύτηκε με αυτοκίνητο μετά από συντονισμένες επιθέσεις έφιππων μπάτσων ώστε να σπάσει το πλήθος τριγύρω), ενώ οι μεγαλύτερες συμπλοκές καταγράφηκαν μεταξύ της έφιππης αστυνομίας που επέδραμε σε αντιφασίστες διαδηλωτές.

“Και δεν ήταν το θέμα απλά οι Εβραίοι που βρέθηκαν εκεί στις 4 Οκτώβρη, το πιο εκπληκτικό πράγμα ήταν να βλέπεις έναν καλοντυμένο Ορθόδοξο Εβραίο να στέκεται δίπλα σ’ έναν Ιρλανδό λιμενεργάτη με μια σιδερόβεργα στα χέρια. Αυτό ήταν κάτι το απίστευτο. Κι αυτό γιατί, δεν είχαμε να κάνουμε με μια αναμέτρηση μεταξύ Εβραίων και φασιστών, αλλά ήταν ένα ζήτημα όλων των ανθρώπων που καταλάβαιναν τί είναι ο φασισμός. Και για μένα, ήταν η συνέχεια του αγώνα στην Ισπανία”Charlie Goodman,  “The Battle Of Cable Street, 1936”

Σύμφωνα επίσης με το -τότε- στέλεχος του ΚΚ Joe Jacobs: “Η ήττα του Mosley είχε δρομολογηθεί πολύ νωρίτερα, όταν απέτυχε να κερδίσει έδαφος στο Shadwell και το Wapping, όπου ζούσαν ιρλανδικής καταγωγής λιμενεργάτες, με ισχυρό το στοιχείο του καθολικισμού, αλλά και μια μακρά ιστορία εργατικων αγώνων πίσω τους. Οι Εβραίοι του Ανατολικού Λονδίνου δε θα μπορούσαν, κατά τη γνώμη μου, να διώξουν τον Mosley χωρίς την υποστήριξη αυτών των γειτονιών στα νότια της Εβραϊκής συνοικείας…”.

Μόλις κατακάθησε η σκόνη των οδοφραγμάτων, ως μεγάλος νικητής της μάχης αναδείχτηκε… η α σ τ υ ν ο μ ί α. Με τον κόσμο αρκετά οργισμένο ώστε να αναμετρηθεί με τους φασίστες αλλά να τα έχει χαμένα μπροστά στις επιθέσεις των bobbies της φιλελεύθερης δημοκρατίας, η μητροπολιτική αστυνομία κατόρθωσε να μαζέψει πάνω από 160 επιλεγμένες συλλήψεις, να στείλει δεκάδες κατοίκους και αντιφασίστες στο νοσοκομείο. Η νομοταγής Αριστερά, που μπροστά στην άνοδο του φασισμού στους δρόμους είχε παραλύσει, με το ίδιο το ΚΚ να περιθωριοποιεί τελικά τις “αριστερίστικες” φωνές στο εσωτερικό του που ήθελαν να τσακίσουν το φασισμό στο δρόμο, θα χαρίσει τη συναίνεσή της (με την ελπίδα να την απαλλάξει το δημοκρατικό Κράτος* απ’ τον φασισμό) στις διαδικασίες που έναν μήνα αργότερα θα φέρουν σε ισχύ την Public Order Act του 1936, πρακτικά: Απαγόρευση κάθε πορείας που δεν έχει πάρει προηγουμένως άδεια από την αστυνομία. Έτσι με πρόφαση τον φασιστικό κίνδυνο, η αστυνομία απέκτησε τον πλήρη κι αδιαμφισβήτητο έλεγχο του δημόσιου χώρου, των δρόμων, των διαδηλώσεων.

Περιττό να προσθέσουμε, ότι απ’ αυτήν την ήττα, το βρετανικό κίνημα δεν έχει συνέλθει ακόμα.

* Την ίδια στιγμή, οι φιλελεύθεροι άγγλοι δημοκράτες στήριζαν ποικιλοτρόπως τα φασιστικά καθεστώτα στην Ευρώπη. Ενδεικτικό είναι το δημοσίευμα του Guardian της 13/10/2009 που παρουσιάζει κάποια στοιχεία που θέλουν τον Μουσσολίνι να είναι στο “payroll” της MI5 (βρετ. μυστικές υπηρεσίες), με αφετηρία της συνεργασίας τους την αγγλο-ιταλική συμμαχία κατά τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μουσσολίνι τότε, λάμβανε γύρω στις 6.000 λίρες -με τα σημερινά δεδομένα- την εβδομάδα για να προβοκάρει τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις, αλλά και να “στέλνει τα boys” να τις διαλύσουν, όποτε κρινόταν αναγκαίο. Κατά σύμπτωση(;) ο Βρετανός πράκτορας που “έκοβε τον μισθό” του Μουσσολίνι θα είναι ο ίδιος που θα υπογράψει τη συνθήκη παράδωσης της Αβυσσηνίας από την Μ. Βρετανία στη φασιστική Ιταλία. Ανάλογες σχέσεις μαρτυρούνται για τον ισπανό στρατηγό Φράνκο την εποχή που ήταν ένας απλός καραβανάς που ανελισσόταν στην στρατιωτική ιεραρχία ξεκληρίζοντας βεδουίνους νομάδες, αλλά και τον έλληνα δικτάτορα Μεταξά. Για την ιστορία, στα 1940, που ο Mosley θα γίνει ασύμφορος για την βρετανική εξουσία, θα συλληφθεί μαζί με τα πρωτοπαλίκαρά του και ο οργανωμένος φασισμός θα εξουδετερωθεί στη Βρετανία.

Για την αυτομείωση στην Ιταλία – Bruno Ramirez

Αυτομείωση τιμών: ο αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια στην κρίση – Bruno Ramirez

Ακολουθει μια μετάφραση της ανάλυσης του Bruno Ramirez (για την επιθεώρηση ZeroWork) πάνω στην απάντηση της ιταλικής εργατικής τάξης στην οικονομική κρίση της δεκαετίας οτυ 1970, με ιδιαίτερη έμφαση στην “άρνηση να αποδεχτεί την αύξηση τιμών των βασικών προϊόντων”, ή αλλιώς “αυτομείωση”.

Με έναν πληθωρισμό άνω του 25%, ευρεία ανεργία και αυξανόμενη καταστολή, η κατάσταση της οικονομικής κρίσης στην Ιταλία είναι (1970) ενδεικτική του πόσο μακριά είναι πρόθυμο να τραβήξει τα πράγματα το κεφάλαιο, προκειμένου να επιτεθεί στις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης.

Ένα από τα ιδιαίτερα σημάδια της κρίσης αυτής -τόσο στην Ιταλία όσο και σε άλλα καπιταλιστικά κράτη- είναι ο βαθμός στον οποίο η ταξική σύγκρουση έχει διευρυνθεί, περιλαμβάνοντας άμεσα τον τομέα της κοινωνικής κατανάλωσης. Η δραματική αύξηση του κόστους ζωής έχει στην πραγματικότητα πυροδοτήση ένα κύμα αγώνων που ορίζονται από την ανάγκη της εργατικής τάξης να υπερασπιστεί τα οικονομικά της ωφέλη και να διασφαλίσει μια άνετη πρόσβαση στα βασικά αγαθά και υπηρεσίες όπως η διατροφή, η στέγαση, οικιακές συσκευές και μεταφορές. Δεν είναι σύμπτωσ που -ιδιαίτερα στην Ιταλία- η κυρίως κίνηση του κεφαλαίου σ αυτόν τον τομέα έρχεται μετά από έναν μακρύ κύκλο εργοστασιακών αγώνων οι οποίοι απέφεραν αξιοσημείωτα κέρδη στους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας. Δείχνει την συνοχή της καπιταλιστικής κοινωνίας -μια συνοχή που έχει αναγκαστεί σε άμυνα από την οργανωμένη αντίσταση μεγάλων κομματιών της εργατικής τάξης.

Η πρακτική της “αυτομείωσης” -δηλαδή της άρνησης πληρωμής των αυξημένων τιμών των αναγκαίων υπηρεσιών- είναι μια απάντηση που έχει προκύψει απ’ αυτό το πεδίο αγώνα. Ο χαρακτήρας του αγώνα αυτού εγείρει σημαντικά πολιτικά ζητήματα τόσο για το κεφάλαιο όσο και για την εργατική τάξη. Πως μπορεί ο αγώνας αυτός να διαμεσολαβηθεί και να τεθεί υπό έλεγχο; Σε ποιό βαθμό το βάρος του αγώνα πέφτει πρωταρχικά σε ένα κομμάτι της εργατικής τάξης -πχ στις νοικοκυρές-, ως κεντρικές πρωταγωνίστριες της κοινωνικής κατανάλωσης;

Η αυτομείωση

Η αυτομείωση δεν είναι ένα ολότελα νέο φαινόμενο στην Ιταλία. Για παράδειγμα, στην Magliana, μια από τις μεγαλύτερες εργατογειτονιές της Ρώμης, κάπου 2.000 οικογένειες εφάρμοζαν αυτομείωση στην πράξη εδω και δυο χρόνια, πληρώνοντας τα μισά από τα νοίκια τους. Κι αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση μεμονωμένο περιστατικό. Η καινοτομία της υπόθεσης είχε να κάνει με τον τρόπο που αυτή η πρακτική διαδόθηκε σε άλλους τομείς της βασικής κοινωνικής κατανάλωσης, όπως οι δημόσιες συγκοινωνίες, ο ηλεκτρισμός, και η οικιακή θέρμανση.

Αν το εξετάσουμε μαζί με παράλληλες πρακτικές που αναπτύχθηκαν -όπως η καταλήψεις στέγης και οι οργανωμένες μαζικές απαλλοτριώσεις τροφίμων από σουπερμάρκετ- αυτός ο αγώνας είναι πολύ περισσότερα από απλά μια αμυντική κίνηση. Είναι -όπως τον ονομάζουν ορισμένοι αγωνιστές- ένας αγώνας για την επανοικειοποίηση του κοινωνικού πλούτου που παράγει η εργατική τάξη χωρίς να πληρώνεται απ’ το κεφάλαιο.

Όταν μια Δευτέρα του Αυγούστου του 1974 εκατοντάδες εργάτες ανακάλυψαν πως το εισητήριο για το λεοφωρείο από το Piperolo ως το Torino είχε αυξηθεί κατά περίπου 30%, ελάχιστοι θα προέβλεπαν ότι ένα τέτοιο φαινομενικά ασήμαντο γεγονός θα γινόταν η αφορμή για ένα νέο κύμα αγώνων. Για τους εργάτες αυτούς, η αύξηση των εισητηρίων, που αποφάσισε η εταιρία των λεωφορείων στη διάρκεια των 2 εβδομάδων που ήταν κλειστή για το καλοκαίρι, τους φάνηκε σαν μια θρασύδειλη πρόκληση. Χρειάστηκαν μοναχά λίγες μέρες για να οργανώσουν μερικές δράσεις και να κινητοποιήσουν τους υπόλοιπους επιβάτες της γραμμής. Την επόμενη δευτέρα, το σχέδιο δράσης ήταν έτοιμο.  Εργάτες σήκωσαν ταμπλώ κοντά στον σταθμό λεωφορείων του Piperolo με πινακίδες που έγραφαν “Αρνηθείτε την αύξηση!” Όμως, το πιο σημαντικό ήταν ότι εξέδωσαν οι ίδιοι ένα “υποκατάστατο” εβδομαδιαίο εισητήριο, πουλώντας το στην μισή τιμή από το παλιό. Η εταιρία απάντησε σταματώντας τη λειτουργία της, κι έτσι εκατοντάδες εργάτες του Piperolo δεν πήγαν στη δουλειά, και συνέχισαν την κινητοποίησή τους. Το ίδιο απόγευμα έστειλαν μια επιτροπή στην τοπική διεύθυνση μεταφορών, ώστε να απαιτήσει την επαναφορά των παλιών τιμών, και μέχρι να γίνει κάτι τέτοιο, να γίνονται δεκτά τα “υποκατάστατα” εισητηρίων. Μετά από μερικές μέρες πίεσης, η διεύθυνση έδωσε εντολή για ακύρωση της αύξησης τιμών στα εισητήρια.

Η σπίθα είχε γίνει  πυρκαγιά. Μέσα σε λίγες μέρες, παρόμοια περιστατικά συνέβησαν σε όλη την βαριά βιομηχανοποιημένη ζώνη γύρω απ’ το Τορίνο. Στις 17 Σεπτέμβρη, η τοπικές αρχές εξέδωσαν νέες οδηγίες για τις τιμές των συγκοινωνιών για όλες τις 106 γραμμές που λειτουργούσαν στην περιοχή – οδηγίες που μείωναν ουσιαστικά τις αυξήσεις που είχαν ξεκινήσει ή πρότειναν οι εταιρίες.

Ο πρώτος γύρος αγώνων αυτομείωσης είχε ήδη αποφέρει καρπούς. Η πρακτική ωστόσο, διαδιδόταν γρήγορα σε άλλες περιοχές της Ιταλίας, προκαλώντας χάος στις δημοτικές και τοπικές αρχές αλλά και στις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Ως το τέλος του Σεπτέμβρη, τα μίντια καταδικάζαν με υστερία αυτό το ξέσπασμα “πολιτικής ανυπακοής” ενώ το κομμουνιστικό κόμμα νουθετούσε τους εργάτες ότι ο μόνος δρόμος αγώνα είναι η απεργία.

Ηλεκτρισμός

Το επόμενο λογικό βήμα για τους εργάτες ήταν να εφαρμόσουν αυτή την μορφή αγώνα και σε άλλους τομείς κοινωνικής κατανάλωσης. Ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ρεύματος ήταν απ’ τα σημαντικότερα έξοδα ενός εργατικού νοικοκυριού, και στάθηκε το αντικείμενο της επόμενης στροφής του αγώνα. Δύσκολο να σκεφτεί κανείς μια περισσότερο εκκρηκτική πολιτικά επιλογή. Καταρχήν, στην Ιταλία η βιομηχανία ηλ. ενέργειας ήταν κρατική και εφάρμοζε τις τιμές της σε ολόκληρη την χώρα. Το κράτος λοιπόν έγινε ο άμεσος στόχος αυτού του αγώνα που η πιθανότητα γενίκευσής του μεταξύ της εργατικής τάξης ήταν τεράστια. Επιπλέον, το λαϊκό αίσθημα απέναντι στην υπό κρατικό έλεγχο Εταιρία Ηλεκτρισμού (ENEL) ήταν ιδιαίτερα αρνητικό εξαιτίας πρόσφατων αυξήσεων στους λογαριασμού σε μια περίοδο που η εταιρία είχε αποκαλυφθεί να εμπλέκεται σε σκάνδαλο υπόγειας χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων. Η πολιτική της ENEL να χορηγεί ρεύμα με μειωμένες τιμές στις βιομηχανίες ως μια μορφή στήριξης (περίπου 75% φθηνότερα απ’ ότι στα νοικοκυριά) επίσης εξόργιζε πολλούς, καθώς έμοιαζε με μια εντελώς προκλητική διακριση.

Η πρωτοβουλία ήρθε από τον βιομηχανικό βορά, το Τορίνο και το Μιλάνο. Η υποστήριξη -αρχικά- των τοπικών συνδικαλιστών αλλά και κάποιων συνδικαλιστικών οργάνων (όπως το Συμβούλιο Εργασίας του Τορίνο) ήταν πολύ χρήσιμη στη διευκόλυνση των κινητοποιήσεων των εργατών στα εργοστάσια. Έκανε εφικτή τη χρησιμοποίηση του οργανωτικού μηχανισμού των εργατικών συμβουλίων για τον σκοπό αυτό, ειδικά μετά την ανοιχτή συμπαράσταση των στελεχών των συμβουλίων, στον αγώνα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η κινητοποίηση περιλάμβανε το στήσιμο “επιτροπών αυτομείωσης” με καθήκον να συλλέγουν τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος των εργατών, συχνά με τη σφραγίδα του συνδικάτου. Οι εργάτες τότε έγραφαν από πάνω το νέο ποσό, συνήθως το 50% του λογαριασμού, και κατέθεταν τα χρήματα.

Επιτροπές Αυτομείωσης

Και αυτή η κινητοποίηση, δεν άρχιζε και τελείωνε στα εργοστάσια. Καθώς η πρακτική αυτή διαδιδόταν στην υπόλοιπη Ιταλία, επιτροπές αυτομείωσης άνθιζαν στις μητροπολιτικές συνοικείες, αλλά και σε μικρές αγροτικές πόλεις. Σε μερικές από τις μεγάλες πόλεις, το στήσιμο τέτοιων επιτροπών ήταν πιο εύκολο χάρη στην προηγούμενη εμπειρία των επιτροπών γειτονιάς, που είχαν μια μακρά παράδοση συλλογικών αγώνων. Οι περισσότερες από τις επιτροπές αυτές αποτελούνταν από εκπροσώπους, λίγους από κάθε τετράγωνο ή κάθε πολυκατοικία, με καθήκον να κινητοποιούν τους γείτονες, να συντονίζουν τις δράσεις των διαφόρων κτηρίων, και να επικοινωνούν με γειτονικές επιτροπές και εργοστάσια. Η υποστήριξη των εργαζομένων της ENEL που συχνά αρνούνταν να φέρουν εις πέρας τις εντολές της εταιρίας και να κόψουν το ρεύμα σε νοικοκυριά, ήταν επίσης ένας σημαντικός παράγοντας που συνεισέφερε στην επιτυχία του αγώνα. Μέσα από αυτόν τον συνδυασμό εργοστασιακών κινητοποιήσεων και κινητοποιήσεων στις γειτονιές, μέχρι το τέλος του Δεκέμβρη δεκάδες χιλιάδες μειωμένοι λογαριασμοί είχαν γίνει δεκτοί σε κάθε μεγάλη ιταλική πόλη. Μονο στο Τορίνο, που είχε την πρωτοκαθεδρία του αγώνα αυτού, 140.000 λογαριασμοί είχαν μειωθεί.

Σε μεγάλο βαθμό, η πολιτική σημασία αυτού του κύματος αγώνων βρίσκεται στην εδαφική σύνδεση που ήταν δεδομένη για τα εργοστάσια και τις εργατογειτονιές. Ένας εργάτης απ’ την Νάπολη αναφέρει: “Στην Νάπολη, αποκομίσαμε τελευταία εμπειρίες αυτομείωσης στους λογαριασμούς του νερού, του αερίου, του ηλεκτρικού. Όλες τους όμως είχαν να κάνουν με  κάποιο συγκεκριμένο κτίριο ή κάποια γειτονιά, και μέχρι σήμερα δεν υπήρχε καμία σχέση με τα εργοστάσια ή τα συνδικάτα. Αλλά πλέον η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική και παρέχει μια σπουδαία πολιτική δυναμική” (Lotta Continua, 4 Οκτώβρη 1974, σελ. 2).

Εντατικοποίηση στη δουλειά στο σπίτι

Είναι ωστόσο στις γειτονιές που αυτή η κινητοποίηση θα έχει τα πιο σπουδαία αποτελέσματα, καθώς εκεί περιπλέκεται με άλλους αγώνες όπως των καταλήψεων και της αυτομείωσης στα νοίκια. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι συχνά οι βιομηχανικοί εργάτες ήταν η ξιφολόγχη των αγώνων, είναι τελικά στο επίπεδο του νοικοκυριού που πέφτει το βάρος ενός αγώνα. Εκεί είναι που οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπίσουν τους υπεύθυνους της ENEL που θα έρθουν είτε για να πληρωθούν τους λογαριασμούς είτε για να κόψουν το ρεύμα. Και είναι εκεί που πρέπει να αντιμετωπίσουν την αστυνομία ή τις φασιστικές ομάδες που στέλνονται για να σπάσουν την κινητοποίηση. Είναι αυτή η διάσταση του αγώνα που έχει αναδείξει τον κύριο ρόλο των νοικοκυρών ως κεντρικές πρωταγωνίστριες. Ο ρόλος τους προκύπτει επίσης κι από άλλους παράγοντες. Αν υπάρχει ένα αντικείμενο παραγωγικής κατανάλωσης που βαραίνει αποκλειστικά την εργασία των νοικοκυρών, αυτό είναι ο ηλεκτρισμός. Η αύξηση της τιμής του ρεύματος έχει ώς αποτέλεσμα μια εντατικοποίηση επιβεβλημένη από το κράτος στις νοικοκυρές, καθώς τις εξαναγκάζει να κάνουν τον ίδιο κόπο σε οικιακές εργασίες (μαγείρεμα, πλύσιμο, σιδέρωμα, καθάρισμα κλπ) σε λιγότερο χρόνο, ή σε μια επέκταση της εργάσιμης μέρας του, καθώς θα έπρεπε να κάνουν περισσότερες δουλειές στο χέρι.

Είναι προφανές ότι η επίθση του κεφαλαίου στο επίπεδο της παραγωγικής κατανάλωσης προκύπτει από τη δυσκολία του να σταματήσει την αύξηση μισθών που κέρδισαν οι εργάτες στα εργοστάσια. Παρόλο που αυτή η επίθεση κατευθύνεται ενάντια στην εργατική τάξη ως σύνολο, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τον διαχωρισμό της εργασίας (εργασία στο εργοστάσιο ενάντια στην απλήρωτη εργασία στο σπίτι) πάνω στον οποίο πατάει ο καπιταλισμός, για να χτυπήσει ένα πιο αδύναμο κομμάτι της ταξης -στην περίπτωσή μας, εξαναγκάζοντας τις νοικοκυρές σε περισσότερη απλήρωτη εργασία. Το να αντιμετωπίζουμε τον ρόλο των νοικοκυρών σ’ αυτό το κύμα αγώνων αυτομείωσης ως απλά ένα ρόλο αλληλέγγυων στους βιομηχανικούς αγώνες θα συσκότιζε με αριστερίστικη ρητορική μιά πολύ σημαντική ταξική διαδικασία.

Ο ρόλος τους ως κεντρικές πρωταγωνίστριες μπορεί να γίνει κατανοητός από το γεγονός ότι οι υλικές συνθήκες της εργασίας είναι ο άμεσος στόχος της επίθεσης του κεφαλαίου, κι ως εκ τούτου, ο αγώνας της αυτομείωσης είναι ένας αγώνας ενάντια στην ένταση της εκμετάλλευσης συνολικά. Μόνο αφού διασαφηνιστεί αυτό το σημείο μπορεί κανείς να μιλάει για αλληλεγγύη.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο αγώνας για μια ουσιαστική μείωση του κοινομικού κόστους της παραγωγικής κατανάλωσης μιας οικογένειας, είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την επιβίωση πολλών εργατικών νοικοκυριών. Κάτι τέτοιο ισχύει κατ’ εξοχήν στις περισσότερες μητροπολιτικές συνοικείες, όπως στης Ρώμης και της Νάπολης, όπου πολλοί άνθρωποι βγάζουν τα προς το ζην από περιθωριακές ενασχολήσεις (μικρεμπόριο, μαύρη αγορά, πορνεία κλπ). Το γεγονός ότι στις περισσότερες απ’ αυτές τις περιπτώσεις η μισθωτή σχέση μεταξύ κεφαλαίου και του αρσενικού “κουβαλητή” είναι είτε ανύπαρκτη είτε ιδιαίτερα ασταθής, έχει παράγει μια δυναμική που ξεφεύγει των διαμεσολαβητικών μηχανισμών των συνδικάτων. Αυτό εξηγεί γιατί σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι πρακτικές αυτομείωσης εφαρμόζονταν με έναν πολύ μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας, τόσο ως προς τον στόχο όσο και ως προς το περιεχόμενο, επιτρέποντας στις νοικοκυρές να πάρουν τα ηνία των αγώνων αυτών, σε ένα έδαφος που το ξέρουν καλύτερα από όλους. Είναι επίσης σημαντικό να σημειώσουμε, πως ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις το κύριο σύνθημα ήταν “αυτομείωση 50%” (η οδηγία που προωθούσαν οι συνδικαλιστές στις εργοστασιακές κινητοποιήσεις), στην περίπτωση αυτή κυριαρχούσε το “Ας πληρώσουμε όσα και τ’ αφεντικά” (δηλαδή όχι πάνω από 25%).

Εργοστάσιο/Γειτονιά

Η αντίθεση μεταξύ κινητοποιήσεων στα εργοστάσια και αυτών στις γειτονιές μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή όταν κανείς ρίξει μια ματιά στη στρατηγική που ακολούθησαν τα συνδικάτα προκειμένου να ελέγξουν και να καναλιζάρουν τους αγώνες αυτομείωσης -μια στρατηγική που θυμίζει τις εργοστασιακές απεργίες του 1969.

Το αρχικό ξέσπασμα των αγώνων αυτομείωσης και η χρησιμοποίηση των εργατικών συμβουλίων απ’ τους εργάτες (τα περισσότερα υπό των έλεγχο των συνδικάτων) ανάγκασε τα στελέχη των συνδικάτων να πάρουν θέση. Αναλόγως, σε πολλές μεγάλες εργατογειτονιές, το κομμουνιστικό κόμμα ήρθε αντιμέτωπο με μια κατάσταση πολλών μελών του να συμμετέχουν στους αγώνες αυτομείωσης και συχνά ακόμη και οι τοπικές οργανώσεις του να διευκολύνουν τις κινητοποιήσεις. Αλλά ενώ η ηγεσία του ΚΚΙ δεν άργησε να καταδικάσει αυτή την πρακτική, ονομάζοντάς την “διασπαστική” και “προβοκάτσια” λιγοστών εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, η κατάσταση ήταν πολύ πιο σύνθετη για τις συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι ο ρόλος που έπαιξαν στελέχη συνδικάτων -πολλά απ’ τα οποία ήταν μέλη μαρξιστικών οργανώσεων- ήταν πολύ χρήσιμος στο να κερδηθεί η υποστήριξη διαφόρων εργατικών οργάνων, ιδιαίτερα στο Τορίνο και το Μιλάνο. Αλλά, όσον αφορά πολλούς άλλους επίσημους συνδικαλιστές, το ξέσπασμα των αγώνων αυτομείωσης έγινε αντιληπτό μέσα στο πλαίσιο της αυξανόμενης δυσαρέσκειας μεταξύ των εργτών για τον παρεμποδιστικό ρόλο των συνδικάτων στην ανάπτυξη μιας ευρύτερης κινητοποίησης ενάντια στο υψηλό κόστος ζωής. Κάτι τέτοιο εκφράστηκε ξεκάθαρα από την γραμματεία του Εργατικού Συμβουλίου του Τορίνο: “…το διακύβευμα σήμερα είναι η σχέση μας με τον λαό, αυτό που τίθεται σε κρίση είναι η ικανότητά μας να χτίσουμε μια εναλλακτική. Αυτούς τους μήνες η εμπιστοσύνη στα συνδικάτα έπιασε πάτο. (προκειμένου να ξανακερδηθεί) δεν είναι αρκετό να ζητάμε 50.000 ή 100.000 λίρες για τους εργάτες, πρέπει αντίθετα να προτείνουμε μια εναλλακτική πολιτική λύση”. (L’ Espresso, 29 Σεπτέμβρη 1974, σελ 8).

Οταν αυτή η “εναλλακτικη λύση” άρχισε να κυλά, ήταν γι’ ακόμα μια φορά η παλιομοδίτικη πολιτική των συνδικάτων στην Ιταλία. Ενώ τα στελέχη χαμηλά στην ιεραρχία γενικά αναγκάζονταν να υποστηρίξουν το νέο κύμα αγωνιστικότητας -βρισκόμενοι άμεσα απέναντι στην νέα έκρηξη των αγώνων- η κεντρική ηγεσία κέρδιζε χρόνο, αποφεύγοντας να πάρει μια ξεκάθαρη θέση. Αυτή η στάση ήταν αποτέλεσμα σε μεγάλο μέρος της αναγκαιότητας να διατηρήσουν τις τρεμάμενες ισορροπίες μεταξύ των τριών πανεθνικών συνδικαλιστικών ομοσπονδιών, οι οποίες επανειλλημένα απειλήθηκαν από την “αδυναμία τους να ελέγξουν” την εργατική τάξη, και κατά συνέπεια, από την κατάσταση κρίσης στην οποία όλα τα πολιτικά κόμματα είχαν περιέλθει.

Οι κυβερνήσεις πέφτουνε

Αυτή η πολιτική του είδους “βλέποντας και κάνοντας” άρχισε να αποδίδει όταν η κυβέρνηση παραιτήθηκε στις αρχές του Οκτώβρη, ξεκινώντας μια μακροχρόνια κυβερνητική κρίση που κράτησε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του μήνα. Η απουσία ενός σταθερού υπουργείου, την περίοδο που το κίνημα αυτομείωσης απλωνόταν ταχύτατα σε όλη τη χώρα, αναμφισβήτητα είχε ένα αντίκτυπο στην μεγέθυνση του νέου κύματος αγώνων. Επίσης, συνέβαλε στο να δωθεί στα συνδικάτα -τον μόνο θεσμό που θα μπορούσε ενδεχομένως να ελέγξει και να διαχειριστεί την κινητοποίηση- η αναγκαία ώθηση ώστε να επιρρεάσουν το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Η πολιτική συνταγή που κατέστησε την νέα κυβέρνηση Μόρο σε θέση να πάρει την εξουσία στα τέλη του Οκτώβρη είναι πολύ περίπλοκη για να αναπτυχθεί εδώ. Ένα βασικό στοιχείο της συνταγής αυτής πάντως, είναι η στήριξη που έλαβε από τα συνδικάτα, με την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση του Μόρο θα δεσμευόταν σε μια εθνική επαναδιαπραγμάτευση του κόστους των συνθηκών ζωής και των μισθών. Μια ακόμα συνθήκη ήταν η αναθεώρηση των λογαριασμών ρεύματος. Από δω και πέρα, ο έλεγχος των αυτόνομων και ανένταχτων πάνω στην ανάπτυξη του κινήματος αυτομείωσης έπρεπε να σταματηθεί. Η λογική της ταξικής διαμεσολάβησης και η εντιμότητα των συνδικάτων απέναντι στην κυβέρνηση το απαιτούσαν.

Στη διάρκεια της μακράς περιόδου διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και των τριών συνδικαλιστικών ομοσπονδιών -που οδήγησαν τελικά σε συμφωνία στα τέλη του Δεκέμβρη- η επιρροή της νέας πολιτικής των συνδικάτων απέναντι στο κίνημα αυτομείωσης έγινε φανερή στα εργοστάσια. Η μεγαλη πλειοψηφία των στελεχών των εργατικών συμβουλίων έδωσαν εντολή να σταματήσει κάθε κινητοποίηση. Αυτό σήμαινε ότι όποιοι εργάτες ήθελαν να συνεχίσουν θα έπρεπε να το κάνουν ερχόμενοι σε σύγκρουση με αυτά τα συνδικαλιστικά όργανα. Η αντιπαράθεση ήταν συχνά σκληρή, αποδεικνύοντας ότι τα συνδικάτα ενδιαφέρονταν πολύ περισσότερο για το πρόσωπό τους απέναντι στην κυβέρνηση παρά απέναντι στους εργάτες. Στην αυτοκινητοβιομηχανία ALFA SUD κοντά στην Νάπολη για παράδειγμα, 2.500 αυτομειωμένοι λογαριασμοί έφτασαν το στόχο τους, προσπερνώντας το εργατικό συμβούλιο. Στη βιομηχανία ατσαλιού ITALSIDER, στο Bagnoli, αρκετά στελέχη εργατικών συμβουλίων, αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τη θέση τους, λόγω εναντίωσης στην κινητοποίηση.

Πίσω στις γειτονιές

Παρά την μία ή την άλλη επιτυχία των αυτόνομων αγώνων βάσης σε ορισμένα εργοστάσια, ήταν σαφές ότι το κίνημα αυτομείωσης στα εργοστάσια είχε πληγεί σοβαρά από τη γραμμή των συνδικάτων. Σε μεγάλο βαθμό πάντως, η συνέχιση του αγώνα έμενε στις κινητοποιήσεις γειτονιάς, όπου η διαμεσολάβηση των συνδικάτων δεν λειτουργούσε, και η ανθεκτικότητα της αντίστασης στις άμεσες κατασταλτικές επιθέσεις του κράτους ήταν μεγαλύτερη.

Η νέα συμφωνία για ένα εθνικό πακέτο “COLA”, που περιλάμβανε ανατιμημένα τιμολόγια για οικιακή κατανάλωση ρεύματος, έδωσε μια σημαντική ώθηση στη διαδικασία ενσωμάτωσης των συνδικάτων στον καπιταλιστικό κρατικό μηχανισμό. Η επέκταση της διαπραγματευτικής λειτουργίας τους στον πολιτικά επισφαλή τομέα της βασικής κατανάλωσης, έκανε τα συνδικάτα έναν σημαντικό εταίρο στον καπιταλιστικό σχεδιασμό. Όχι μόνο συνδιαχειρίζονται τον καθορισμό των μισθών και τη διανομή τους, αλλά επίσης συναποφασίζουν για τον τρόπο με τον οποίο οι μισθοί θα χρησιμοποιούνται στο πεδίο της κοινωνικής κατανάλωσης.

Εκ των υστέρων, το πρόγραμμα δράσης των συνδικάτων είχε άλλες σημαντικές επιπλοκές στη δυναμική του αγώνα. Η εμπλοκή τους λειτούργησε ως διαχωριστική μεταξύ των αρχικών αυτόνομων συνδέσμων μεταξύ εργοστασίων και γειτονιών, κι έπειτα αποπειράθηκε να επιβάλλει ένα νέο σύνδεσμο “από τα πάνω” συνδιαχειριζόμενα μαζί με το κράτος τις νέες πολιτικές χρέωσης ρεύματος και την αποδοχή τους. Αυτό είναι ενδεικτικό της κεντρικής πολιτικής σημασίας των συνδικάτων στα πλαίσια της ιταλικής οικονομικής και πολιτικής κρίσης: είναι οι μόνοι θεσμοί που μπορούν να διαμεσολαβήσουν μεταξύ του εργάτη ως μισθωτού, και του εργάτη ως καταναλωτή αγαθών και υπηρεσιών, και ως συνέπεια, να συνεχίσουν να διασφαλίζουν την εκμετάλλευση των απλήρωτων εργατών -πρώτα απ’ όλα των νοικοκυρών.

Ένα κεφάλαιο κλείνει

Αυτή η συμφωνία, ωστόσο, απλά κλείνει ένα αλλο κεφάλαιο του αγώνα. Δεν θέτει το τέλος της πρακτικής της αυτομείωσης, που ιδιαίτερα στις γειτονιές, έχει συνεχίσει σχεδόν ανεπιρρέαστη από τις πολιτικές των συνδικάτων-της κυβέρνησης. Ούτε η κινητοποίηση στα εργοστάσια έχει έρθει σε ένα αμετάκλητο τέλος. Τους τελευταίους μήνες, στην πραγματικότητα υπήρξε μια αναγέννηση των αγώνων σε όλο και περισσότερα εργοστάσια. Μια κίνηση υποστήριξης των αγώνων αυτομείωσης στο ρεύμα εγκρίθηκε από μια ειδική συνέλευση 1.000 εργατικών αντιπροσώπων απ’ την περιοχή του Μιλάνο, αποδεικνύοντας το εύρος της εργατικής αντίστασης που τα συνδικάτα έχουν ακόμα να αντιμετωπίσουν. Εν μέρει, αυτή η νέα έκρηξη προέρχεται από την αντίδραση των εργατών στις νέες χρεώσεις για το ρεύμα, που εφαρμόστηκαν τον Γενάρη. Οι νέες τιμές βασίζονται σε ένα διαβαθμισμένο σύστημα, βάσει του επιπέδου κατανάλωσης του κάθε νοικοκυριού. Για παράδειγμα, για μια τυπική εργατική οικογένεια που καταναλώνει κατά μέσο όρο 450 κιλοβατώρες/τετραγωνικό, οι νέες τιμές έχουν αυξηθεί κατά 33%.

Αρκετοί νιώθουν ότι μια τέτοια άυξηση αξίζει απάντησης. Ιδιαίτερα τα εκατομμύρια νοικοκυρών για τις οποίες μια αναγκαστική μείωση στην κατανάλωση ηλεκτρισμού σημαίνει ότι όλες εκείνες οι δουλειές που γίνονταν κανονικά μέσω οικιακών συσκευών, θα τις κάνουν στο χέρι.

Αν η παρούσα πολιτική του ιταλικού καπιταλισμού είναι να μειώσει τα επίπεδα της κατανάλωσης προκειμένου να ανταποκριθεί στην τρέχουσα οικονομική κρίση, έχει γίνει σαφές σε πιο βαθμό το βάρος αυτής της κρίσης θα πέσει στις πλάτες των νοικοκυρών. Προκειμένου να ξεζουμίσει απ’ αυτές νέες ποσότητες απλήρωτης εργασίας, χωρίς σοβαρές πληθωριστικές συνέπειες. Η παρούσα ιταλική κρίση (δεκαετία ’70) έχει δείξει  με σπάνια διαύγεια τη σημασία του σπιτιού ως μονάδα παραγωγής, και των νοικοκυρών ως πρωταγωνιστριών του αγώνα ενάντια στον καπιταλιστικό σχεδιασμό σ’ αυτή τη σφαίρα.

Comunismo

(Ο Bruno Ramirez ήταν ένας από τους εκδότες του ZEROWORK -μαζί με τον John Zerzan, τον Harry Cleaver κ.α.-, τον καιρό που εκδόθηκε αυτό το άρθρο, τον Φλεβάρη του 1975)

Μικρή αναφορά στην Παρισινή Κομμούνα, 1871 – LibCom

Μια σύντομη ιστορία της πρώτης σοσιαλιστικής εξέγερσης της εργατικής τάξης. Οι εργάτες του Παρισιού, ενωμένοι με λιποτάκτες της Εθνικής Φρουράς, κατέλαβαν την πόλη και άρχισαν να αναδιοργανώνουν την κοινωνία βάσει των δικών τους συμφερόντων μέσα από εργατικά συμβούλια. Ωστόσο, δεν μπόρεσαν να αντέξουν την καταστολή καθώς ισχυρότερα στρατεύματα κατέκτησαν εκ νέου την πόλη σφαγιάζοντας 30.000 εργάτες σε μια αιμοσταγή εκδίκηση.

Η Κομμούνα του Παρισιού, αναφέρεται συχνά ως το πρώτο παράδειγμα που η εργατική τάξη παίρνει την εξουσία στα χέρια της. Για τον λόγο αυτή αποτελεί ήδη ένα αξιοσημείωτο γεγονός, ακόμα κι αν αγνοείται συχνά στην επίσημη γαλλική ιστορία. Στις 18 Μάη του 1871, μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσσία, στον Γαλλο-Πρωσσικό πόλεμο, η Γαλλική κυβέρνηση στέλνει στρατεύματα στο Παρίσι ώστε να διασφαλίσουν τα κανόνια της Παρισινής Εθνικής Φρουράς, πριν τα πάρει στα χέρια του ο λαός της πόλης. Προς δυσαρέσκεια της γαλλικής κυβέρνησης, ο λαός είχε ήδη στα χέρια του τα κανόνια και δεν φαινόταν πρόθυμος να τα εγκαταλείψει εύκολα. Οι στρατιώτες τότε αρνήθηκαν να στρέψουν τα όπλα τους ενάντια στον λαό, αντίθετα τα έστρεψαν προς τους αξιωματικούς τους.

Εκλογές προκηρύχθηκαν και οι κάτοικοι του Παρισιού εξέλεξαν ένα συμβούλιο αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από Ιακωβίνους και Δημοκράτες (αν και μεταξύ τους ήταν ορισμένοι αναρχικοί και σοσιαλιστές επίσης). Το συμβούλιο ανακήρυξε το Παρίσι ανεξάρτητη Κομμούνα και πρότεινε ότι η Γαλλία θα έπρεπε να μετατραπεί σε μια συνομοσπονδία κομμουνών. Εντός της Κομμούνας, όλα τα εκλεγμένα μέλη του συμβουλίου ήταν άμεσα ανακλητά, ενώ πληρώνονταν με έναν μέσο μισθό και είχαν ίσα προνόμια με κάθε άλλο μέλος της κομμούνας.

Οι αναρχικοί της εποχής εκείνης, συνεπάρθηκαν με τις εξελίξεις αυτές. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των παριζιάνων είχαν οργανώσει τις ζωές τους χωρίς καμιά υποστήριξη από το κράτος και παρότρειναν τον υπόλοιπο κόσμο να κάνει το ίδιο ήταν συγκλονιστικό. Η Κομμούνα του Παρισιού στάθηκε ένα υπόδειγμα μιας εφικτής νέας κοινωνίας, οργανωμένης από τα κάτω. Οι μεταρρυθμίσεις που έβαλε μπρος η Κομμούνα, για παράδειγμα η μετατροπή των χώρων εργασίας σε κοπερατίβες, έθεσε τις αναρχικές θεωρίες στην πράξη. Μέχρι το τέλος του Μάη, 43 εργαστήρια είχαν μετατραπεί σε κοπερατίβες και το μουσείο του Λούβρου μετατράπηκε σε εργοστάσιο πολεμοφοδίων που διευθυνόταν από το συμβούλιο των εργατών του.

Το συνδικάτο των μηχανικών και η ένωση των μεταλλεργατών δήλωναν “η οικονομική χειραφέτησή μας… μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα απ’ το σχηματισμό εργατικών ενώσεων, που από μόνες τους μπορούν να μεταμορφώσουν τη θέση μας, από κυνηγούς του μισθού σε συνεργαζόμενους συναδέλφους”.  Επίσης συμβούλευαν την Επιτροπή της Κομμούνας για τις Εργατικές Οργανώσεις να υποστηρίξει τους ακόλουθους στόχους: “Την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο… Την οργάνωση της εργασίας σε ενώσεις αμοιβαιότητας και μη-διαχωρισμένου κεφαλαίου”. Έτσι, ήλπιζαν πως μέσα στην Κομμούνα η ισότητα δε θα ταν μια λέξη κενή νοήματος. Με τα λόγια του πιο γνωστού αναρχικού της εποχής, του Μιχαήλ Μπακούνιν, η Παρισινή Κομμούνα ήταν “μια σαφέστατα διαρθρωμένη άρνηση του κράτους”.

Ωστόσο, άλλοι αναρχικοί διαφωνούν για το κατά πόσο η Κομμούνα έφτασε τόσο μακριά. Οι κάτοικοί της, δεν έσπασαν ποτέ τα δεσμά τους με την ιδέα της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Όπως έλεγε ένας άλλος γνωστός αναρχικός, ο Πέτρ Κροπότκιν “αν δεν ήταν απαραίτητη μια κεντρική κυβέρνηση για την ομοσπονδία των κομμουνών… τότε και μια κεντρική δημοτική κυβέρνηση φαίνεται εξίσου άχρηστη… η ίδια ομοσπονδιακή αρχή θα μπορούσε να λειτουργήσει και μέσα στην Κομμούνα”.

Καθώς η Κομμούνα διατήρησε ορισμένες από τις παλιές ιδέες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, παρεμπόδιζαν τους ανθρώπους στο εσωτερικό της από το να δράσουν αυτόνομα, αντί να εμποστεύονται τους κυβερνήτες ότι θα βολέψουν κάπως τα πράγματα για όλους. […] Το συμβούλιο απομονωνόταν ολοένα και περισσότερο από αυτούς που το εξέλεξαν. Όσο περισσότερο διαχωριζόταν, τόσο πιο εξουσιαστικό γινόταν. Έπειτα, το συμβούλιο οργάνωσε μια “Επιτροπή Λαϊκής Ασφάλειας” ώστε “να υπερασπιστεί [μέσω του τρόμου] την “επανάσταση”. Αυτή η επιτροπή συνάντησε την αντίθεση της αναρχικής μειοψηφίας του συμβουλίου και αγνοήθηκε από το λαό του Παρισιού που, καθόλου περίεργο, ήταν περισσότερο απασχολημένος με το πώς θα υπερασπιστεί την πόλη από μια εισβολή του γαλλικού στρατού. Τελικά αποδείχθηκε ότι καμιά μορφή κυβέρνησης, μικρής ή μεγάλης, δεν μπορεί να είναι επαναστατική, κατά το παλιό επαναστατικό κλισέ.

Στις 21 Μάη, τα κυβερνητικά στρατεύματα εισέβαλαν στην πόλη και ήρθαν αντιμέτωπα με επτά ημέρες σκληρών οδομαχιών. Το τελευταίο οχυρό των Κομμουνάρων, ήταν τα κοιμητήρια της Μοντμάρτης, και μετά την ήττα τους, στρατιωτικοί και οπλισμένοι παλιοί καπιταλιστές λεηλάτησαν την πόλη, πυροβολόντας κατά βούληση εναντίον των κατοίκων. 30.000 Κομμουνάροι σκοτώθηκαν στις μάχες, αρκετοί ακόμα και μετά την παράδοση, ενώ τα σώματά τους πετάχτηκαν σε μαζικούς τάφους.

Ωστόσο, η κληρονομιά της Κομμούνας παραμένει ζωντανεί στους αγώνες, ενώ η ιαχή Vive la Commune! γέμισε με σπρέυ τους τοίχους του Παρισιού, στην εξέγερση του 1968, και όχι για τελευταία φορά…

Πηγή: η διαδικτυακή κοινότητα LibCom [www.libcom.org]

1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία

Αντιμέτωπες με μια αλματώδη άυξηση της εξουσίας της εργατικής τάξης, με απεργίες, καταλήψεις, αυτομείωση τιμών και μαζικές καταλήψεις στέγης και στεκιών, οι μυστικές υπηρεσίες έθεσαν σε κίνηση μια σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων με τη βοήθεια φασιστικών ομάδων. Για τις επιθέσεις κατηγορήθηκαν αναρχικοί και η αριστερά, και συνελήφθηκαν αγωνιστές εργάτες. Η μεγαλύτερη τέτοια επίθεση ήταν και η χειρότερη τρομοκρατική πράξη στην Ευρώπη τον 20ο αιώνα: η βόμβα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολώνια που σκότωσε 85 ανθρώπους.

“Ορισμένοι φασίστες των εξεταζόμενων τρομοκρατικών ομάδων εργάζονταν στους Carabinieri (ιταλική στρατιωτική αστυνομία) ενώ άλλοι είχαν επαφές με το στρατό ή την αστυνομία διασφαλίζοντας πολύτιμες και έγκαιρες πληροφορίες για την πρόοδο των ερευνών σχετικά με τις δραστηριότητές τους [1]” – από την αναφορά μιας ιταλικής κοινοβουλευτικής ερευνητικής επιτροπής.

“Οι εργατικοί αγώνες του 1968-69, το Autumno Caldo (θερμό φθινόπωρο) της Ιταλίας, υπονόμευσε βαθιά την οικονομική εξουσία της χώρας και άλλαξε τον συσχετισμό ισχύος. Μετά τους αγώνες αυτούς, ισχυροποιήθηκε η αριστερά, ενώ εξασθένησε η εξουσία… Αντικειμενικά. Η ζημιά που επέφερε η εργατική απειθαρχία ήταν σοβαρότατη.

“Ακόμα και πριν το ’69 αρκετοί μαχητικοί και αυτόνομοι αγώνες αναπτύχθηκαν, ιδιαίτερα στην Pirelli στο Μιλάνο, που δεν ελέγχονταν από τα συνδικάτα ούτε σε επίπεδο οργάνωσης, ούτε όσον αφορά το περιεχόμενο ή τα αιτήματά τους. Ουσιαστικές αυξήσεις μισθών, συν λιγότερη εργασία, αυτά ήταν τα κυρίως ζητούμενα της περιόδου. Η όλη στάση του προλεταριάτου μπορεί να συνοψιστεί στο σύνθημα της εποχής: Καλύτεροι μισθοί, λιγότερη δουλειά!… Βίαιες απεργίες ξέσπασαν στην Alfa Romeo και στη Fiat. Ταραχές ξέσπασαν σε πολλές πόλεις, οι πιο σοβαρές στο Reggio Calabria όπου δεκάδες χιλιάδων ανθρώπων συγκρούστηκαν με τα στρατεύματα [2].”

Η ακροδεξιά πολιτική βία εμφανίστηκε δυναμικά κυρίως στα τέλη του 1960 και τις αρχές του ’70. Ήταν μια περίοδος φοιτητικές και νεανικής αναταραχής, με νέα κοινωνικά κινήματα, όπως της γυναικείας ή της ομοφυλοφιλικής χειραφέτησης, ευρείας κοινωνικής αναταραχής και συνδικαλιστικής μαχητικότητας σε όλη την Ιταλία. Όλα αυτά συνοδευόμενα από μια μαζική αύξηση στην εκλογική στήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος – που έφτασε το ένα τρίτο όλων των ψήφων στις εκλογές του 1976. Οι νεοφασιστικές τρομοκρατικές ομάδες της περιόδου ήταν μια αντίδραση ενάντια σε όλη αυτήν την αριστερόστροφη δραστηριότητα κι επίσης ενάντια στην εμφάνιση αριστερών τρομοκρατικών ομάδων όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες. Οι ακροδεξιοί τρομοκράτες συχνά έβαζαν βόμβες σε δημόσιους χώρους που σκότωναν δεκάδες αθώους περαστικούς. Όλο αυτό ήταν μέρος μιας λεγόμενης “Στρατηγικής της Έντασης”, μιας εκστρατείας σχεδιασμένης να οδηγήσει σε μια κατάρρευση του νόμου και της τάξης και συνεπακόλουθα της λαϊκής εμπιστοσύνης στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ευνοώντας ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Πράγματι στα 1960-70 υπήρξαν αρκετές τέτοιες απόπειρες [3]”.

Στις 12 Δεκέμβρη 1969 ξεκινησαν οι βομβιστικές επιθέσεις, με μία βόμβα να σκάει στο Μιλάνο και άλλες τρεις στη Ρώμη. Οι βόμβες στη Ρώμη άφησαν πίσω τους 18 τραυματίες, ενώ στο Μιλάνο σκοτώθηκαν 17 άνθρωποι και τραυματίστηκαν άλλοι 88. Η αστυνομία ενεργώντας βάσει πληροφοριών της SID (υπηρεσία πληροφοριών) συνέλαβε δυο αναρχικούς για τη βόμβα στο Μιλάνο, τον έναν εκ των οποίων, Giuseppe Pinelli, τον “αυτοκτόνησε” αργότερα, εκπαραθυρώνοντάς τον απ’ τον έκτο όροφο του αστυνομικού τμήματος όπου ανακρινόταν – μια πράξη που έγινε διάσημη από το έργο του Dario Fo Ο Τυχαίος Θάνατος Ενός Αναρχικού. Παρά τις ολοένα και περισσότερες αποδείξεις ότι επρόκειτο για έργο φασιστών, η επίσημη γραμμή του κόμματος για χρόνια μετά ήταν πως έφταιγαν οι αναρχικοί. Αργότερα η καθεστωτική άποψη άλλαξε, και η ιδέα ότι επρόκειτο για μια συνεργασία μεταξύ αναρχικών και φασιστών φαινόταν βολική! Τελικά δικάστηκαν κάποιοι φασίστες, ορισμένοι απ’ αυτούς καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν ενώ άλλοι αθωώθηκαν, όπως και ο ένας εναπομείνας αναρχικός. Ένας από τους βομβιστές που αθωώθηκε λόγω “έλλειψεις αποδεικτικών στοιχείων” ηταν ο Guido Giannette, πράκτορας της SID. Όταν ο Giannette κρίθηκε ύποπτος, η κρατική μυστική υπηρεσία τον έστειλε στο εξωτερικό συνεχίζοντας να του πληρώνει τους μισθούς του παρά την έκδοση εντάλματος σύλληψης στο μεταξύ.

Στα 12 χρόνια μεταξύ του 1969 και του 1980, 4.298 τρομοκρατικές επιθέσεις έλαβαν χώρα. Για το 68% αυτών υπέυθυνοι ήταν οι φασίστες, όπως και για τους περισσότερους θανάτους. Το βασικό μοτίβο που επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά είναι το ίδιο μ αυτό που είδαμε παραπάνω, κατηγορείται η αριστερά, επικρατεί σύγχυση, και οι υπεύθυνοι συνήθως την σκαπουλάρουν και μάλιστα με πολύ λιγότερη προσοχή των μίντια απ’ ότι οι διάσημες Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Τον Σεπτέμβρη του 1974, ο επικεφαλής της SID Vito Micelli φάνηκε να εμπλέκεται σε μια απόπειρα φασιστικού πραξικοπήματος το 1970, μετά που μια μυστική αναφορά από την ίδια την υπηρεσία του έφτασε στο γραφείου του πρωθυπουργού. Μετά απ’ αυτό, κατέφυγε σε μια αλλαγή καριέρας θέτοντας υπψηφιότητα με το MSI (φασιστικό κόμμα) με το οποίο και κέρδισε μια θέση στο κοινοβούλιο! Όλο αυτό το διάστημα, ο κρυφός νεοφασιστικός στρατός της Gladio που πήρε μπρος στο τέλος του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου, αναπτυσσόταν στο παρασκήνιο.

Στα 1977, η SID ήταν τόσο μπλεγμένη σε σκάνδαλα που αντικαταστάθηκε από μια “νέα” μυστική υπηρεσία, την SISMI. Τότε συνέβη και η πιο αποτρόπαια τρομοκρατική ενέργεια στην Ευρωπαϊκή ιστορία. Στις 2 Αυγούστου 1980 μια βόμβα εξερράγη στην αναμονή της δεύτερης θέσης του σιδηροδρόμου της Μπολώνια. 85 άνθρωποι σκοτώθηκαν και πάνω από 200 τραυματίστηκαν. Η Μπολώνια ήταν εκλογικό προπύργιο του ΚΚΙ, και διέθετε ένα ισχυρό εργατικό κίνημα, που είχε βρεθεί στο στόχαστρο πολλές φορές νωρίτερα. 10 χρόνια αργότερα, ένας αριθμός αξιωματικών της SISMI κάθησαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου για τη φρικαλεότητα αυτή, μεταξύ τους ο Γενικός Γραμματέας, ένας στρατηγός κι ένας συνταγματάρχης. Αργότερα οι ποινές τους έπεσαν. Όπως είδαμε, αυτή την ήταν η μόνη περίπτωση ακροδεξιάς τρομοκρατίας και κρατικής συνεργασίας στην Ιταλία τον καιρό αυτό, για παράδειγμα επανειλημένες φορές οι μυστικές υπηρεσίες δημιουργούσαν πλαστά ίχνη που να οδηγούν τις υποψίες μακριά από τους δράστες ακροδεξιών επιθέσεων…

Στη διάρκεια ερευνών για ένα τραπεζικό σκάνδαλο, η αστυνομία έκανε μια έρευνα στην κατοικία του Licio Gelli. Ο Gelli είχε πολεμήσει για την “Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία” του Μουσσολίνι στην Ισπανία, τη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία, και όταν ο ιταλικός φασισμός κατέρρεε, κατετάγη στα ναζιστικά SS. Μετά τον πόλεμο, ο Gelli δούλεψε στις “ποντικότρυπες”: τις διόδους διαφυγής διωκώμενων ναζιστών που χρηματοδοτούσε η CIA και το Βατικανό. Αργότερα ασχολήθηκε με το εμπόριο όπλων στη Λατινική Αμερική, και λέγεται ότι ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ της CIA και του Juan Peron, δικτάτορα της Αργεντινής. Στη διάρκεια της έρευνας, η αστυνομία βρήκε μια λίστα πάνω από 600 ονομάτων και στοιχείων που τους συνέδεαν με μια μασωνική στοά, ονόματι Προπαγάνδα-2 ή p2. Πλέον η μασωνία και κάθε άλλη μυστική κοινωνία δεσμευμένη με όρκους απαγορεύεται στην Καθολική Ιταλία, αν και κάτι τέτοιο είναι ολότελα δευτερεύουσας σημασίας για ένα μέλος της P2.

Η P2 στρατολογούσε από την “ελίτ” της Ιταλικής κοινωνίας. Περιελάμβανε στις τάξεις της 195 αξιωματικούς του στρατού, 2 ενεργούς υπουργούς, 3 πρώην υπουργούς, έναν γενικό γραμματέα κόμματος, 16 ανώτερους δικαστικούς, 426 κρατικούς λειτουργούς, 36 βουλευτές, και διάφορους ανώτερους μυστικών υπηρεσιών καθώς και τραπεζίτες και καπιταλιστές [4]. Οι δικαστικοί που ερεύνησαν την βομβιστική επίθεση της Μπολώνια βρήκαν ότι η P2 κατεύθυνε μεγάλο μέρος της φασιστικής βίας και των σχετικών συγκαλύψεων και παραποιήσεων στοιχείων. Ο Gelli ήταν ο “Μεγάλος Μαγίστρος” της στοάς (ή απλά αυτός που έκανε κουμάντο, για μας τους απλούς θνητούς), και στα 1986 δικάστηκε για τη συμμετοχή του στη βομβιστική επίθεση της Μπολώνια και αφέθηκε ελεύθερος αν και βρέθηκε ένοχος για ορισμένες κατηγορίες. Στις 4 Αυγούστου 1974, μια βόμβα σε τραίνο κοντά στην Μπολώνια σκότωσε 12 άτομα και τραυμάτισε 48. Το σχετικό δικαστήριο του 1983 ανέφερε: ”

“Κατά τη γνώμη των θυμάτων, τα κατηγορούμενα μέλη της Ordine Nuovo (Νέα Τάξη) παροτρύνθηκαν, οπλίστηκαν και χρηματοδοτήθηκαν για να διεξάγουν την επίθεση από το μασονικό κίνημα, που εκμεταλλεύεται τον ακροδεξιό ανατρεπτισμό και την τρομοκρατία, μέσα στα πλαίσια της αποκαλούμενης “στρατηγικής της έντασης” σε μια απόπειρα να ανακόψουν την σταδιακή ροπή της χώρας προς τα αριστερά, και να θέσουν τις βάσεις για ένα μελλοντικό πραξικόπημα [5]”.

Αυτό ήταν το σχέδιο της P2, μέσω προβοκατόρικων τρομοκρατικών επιθέσεων να προάγει μια ατζέντα “νόμου και τάξης” δίνοντας το πρόσχημα για το τσάκισμα της αντίστασης και των εργατικών αγώνων, ακόμα και μέσω ενός πραξικοπήματος αν κρινόταν απαραίτητο. Ωστόσο, δεδομένου ότι η P2 ήταν ένα “κράτος στην καρδιά του κράτους”, ένα πραξικόπημα δεν ήταν παρά μια λύση εσχάτης ανάγκκης και θα συνέβαινε για παράδειγμα αν το ΚΚΙ έμπαινε σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό. Ένα τέτοιο πραξικόπημα αναμφίβολα θα περιελάμβανε την Gladio, μια άλλη οργάνωση των σκιωδών μυστικών υπηρεσιών της Ιταλίας με τα ίδια μέσα και σκοπούς όπως και η P2.

H Στρατηγική της Έντασης του ιταλικού κράτους δείχνει πώς οι ελίτ που μας κυβερνούν κι εκμεταλλεύονται τον μόχθο μας δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό προκειμένου να διατηρήσουν την εξουσία και την θέση τους, ακόμα και να καταφύγουν στην τρομοκρατία ενάντια στους ίδιους τους λαούς τους, μεσα σε ένα “δημοκρατικό” δυτικό κράτος. Ο κάθε άνθρωπος που επιθυμεί έναν καλύτερο κόσμο σήμερα, πρέπει να το έχει υπόψην του και να επαγρυπνά.

Υστερόγραφο: Τον Μάρτιο του 2001, ο στρατηγός Maletti, διοικητής της ιταλικής κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών, δήλωσε στη δίκη κάποιων φασιστών για μια απ’ τις βομβιστικές επιθέσεις του 1969 ότι “η CIA, ακολουθώντας τις οδηγίες της κυβέρνησής της, επιδίωκε να δημιουργήσει έναν ιταλικό εθνικισμό ικανό να μπλοκάρει αυτό που θεωρούσε ως “παρέκκλιση προς τα αριστερά”, και για τον σκοπό αυτό πιθανό να έκανε χρήση της ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Θεωρώ ότι αυτό συνέβη και σε άλλες χώρες επίσης”. (από την εφημερίδα The Guardian, 26/5/2001)

Πηγή: Free Earth website, με επεξεργασία από την κοινότητα του libcom


Υποσημειώσεις:
1. Από το ‘The Darkside of Europe’ by Geoffrey Harris σσ 113.
2. ‘The Ripening of Time no.12: Italy Documents of Struggle’ σσ 11.
3. ‘The Fascist Experience in Italy’ του John Pollard σσ 132
4. Μεταξύ τους και ο Silvio Berlusconi, ο μετέπειτα ιταλός πρωθυπουργός. Ο Μπερλουσκόνι ήταν επικεφαλής του Group 17, του τομέα δημοσίων σχέσεων της P2 με τη βοήθεια της οποίας ανέβηκε στις τηλεοπτικές επιχειρήσεις, ενώ οι εταιρίες του σήμερα κυριαρχούν στα ιταλικά μίντια και έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην εκλογή του σε συμμαχία με την “Εθνική Συμμαχία”, απομεινάρι του παλιού φασιστικού κόμματος. Είναι αγαπημένη η συνηθεια των ιταλικών μίντια σήμερα να συνδέουν πάντοτε τη σημερινή ριζοσπαστική αριστερά με “τα χρόνια του σιδήρου”, δηλαδή της τρομοκρατίας του ’70. Ουδέν σχόλιον.

βλ. ακόμα:

Καίγεται το Ράιχσταγκ; Το ιταλικό τμήμα της Καταστασιακής Διεθνούς για τη στρατηγική της έντασης

Η επιχείρηση Gladio και το ΝΑΤΟικό παρακράτος σε Ιταλία και Ελλάδα

Σημειώσεις για το ιταλικό κίνημα στα 70es και μια κριτική του ενόπλου

και

Giuseppe «Pino» Pinelli και Pietro Valpreda από τον αναρχικό πυρήνα “Ξανά στους δρόμους”

1958-1990: H επιχείρηση Gladio, Ιταλία

Εισαγωγή:

Μετά τον ‘Β Παγκόσμιο Πόλεμο, η επιχείρηση Gladio ήταν μέρος του σχεδίου “Stay Behind” του ΝΑΤΟ, της CIA, και της MI6 προκειμένου να “καταπολεμήσουν την κομμουνιστική/αριστερή επιρροή στην Ευρώπη”. Μικροί μυστικοί στρατοί επιχορηγούμενοι από τα κράτη τους, έκαναν χρήση προβοκατόρικων συνήθως “τυφλών” τρομοκρατικών χτυπημάτων, προκειμένου να επιρρεάσουν εκλογικά αποτελέσματα και κρατικούς σχεδιασμούς, αλλά και να δικαιολογήσουν μέτρα “ασφάλειας”. (Στην Ελλάδα, ένας τέτοιος στρατός ενταγμένος στο δίκτυο Stay Behind από το 1952 ήδη οπότε και τέθηκαν υπό ΝΑΤΟική αιγίδα επίσημα, ήταν τα ΛΟΚ του Παπάγου, για τα οποία λέγεται ότι απέκλειε “οποιονδήποτε άνδρα με απόψεις από μετριοπαθείς συντηρητικές εώς αριστερές”)Τα τελευταία χρόνια η δράση της Gladio έχει επίσημα επιβεβαιωθεί από αρκετές κυβερνήσεις και καταδικαστεί από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο (το 1990 παραδέχθηκε την ύπαρξη της οργάνωσης και έδωσε εντολή να εξιχνιαστούν οι σχετικές υποθέσεις χωρίς βέβαια να γίνει η παραμικρή κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση). Τα χτυπήματα των πρακτόρων της Gladio περιλαμβάνουν:

-Το 1969 στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνο,βόμβα σκοτώνει 16 και τραυματίζει 80. Στη δίκη που θ ακολουθήσει, ο στρατηγός Giandelo Maletti πρώην επικεφαλής της ιταλικής υπηρεσίας πληροφοριών παραδέχεται ότι η σφαγή είχε έρθει σε πέρας από πράκτορες του δικτύου stay-behind σε συνεργασία με ιταλούς ακροδεξιούς, υπό τις εντολές της CIA προκειμένου να καμφθεί η υποστήριξη που έχαιραν οι κομμουνιστές.

-2 Αυγούστου 1980: Βόμβα στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολώνια. 85 νεκροί. Αρχικά κατηγορούνται οι “Ερυθρές Ταξιαρχίες” ενώ αργότερα συλλαμβάνονται κάποιοι φασίστες. Τελικά καταδικάζονται τρεις πράκτορες του ιταλικού κράτους, μεταξύ των οποίων ο Lucio Gelli (επικεφαλής της παρακρατικής μασωνικής στοάς Ρ2).Η βόμβα είχε κατασκευαστεί στα εργαστήρια της Gladio.

-1985, στο Βέλγιο παρακρατικοί πυροβολούν πελάτες σουπερμάρκετ στην τύχη σκοτώνοντας 28. Μεταγενέστερες έρευνες σταματούν στη διασύνδεση του γεγονότος με την δράση του βελγικού δικτύου stay-behind SDRA8, της βελγικής αστυνομικής μονάδας SDRA6, της βελγικής φασιστικής οργάνωσης WNP και της υπηρεσίας του αμερικανικού πενταγώνου DIA.

Με τα λόγια του καταδικασμένου ακροδεξιού βομβιστή Vincenzo Vinciguerra που δούλευε για την Gladio: “Ο λόγος ήταν πολύ απλός. Έπρεπε ν’ αναγκαστούν αυτοί οι άνθρωποι, ο ιταλικός λαός, να στραφεί στο κράτος του για να ζητήσει μεγαλύτερη ασφάλεια. Αυτή είναι η πολιτική λογική πίσω από όλες τις σφαγές και τις βομβιστικές επιθέσεις που έμειναν ατιμώρητες, μιας και το κράτος δεν μπορεί να καταδικάσει τον εαυτό του ή να αναλάβει την ευθύνη για όσα συνέβησαν”. (από συνέντευξη στην εφημερίδα The Guardian)

Ακολουθεί μια σύντομη αναφορά στον μυστικό νεο-φασιστικό στρατό στην Ιταλία, που στήθηκε προκειμένου να αντισταθεί σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε ενάντια στην ανάπτυξη της μαχητικής εργατικής τάξης.

Μετά το τέλος του ‘Β Παγκοσμίου Πολέμου, το ιταλικό εργατικό κίνημα κέρδιζε συνεχώς δύναμη. Σε ορισμένες πόλεις, οι φασίστες εκδιώκονταν από τις δυνάμεις της Αντίστασης (όπως και πριν τον πόλεμο, συνήθως σ’ αυτές πρωταγωνιστούσαν σοσιαλιστές και αναρχικοί), και εμβρυακές μορφές εργατικών συμβουλίων έπαιρναν τον έλεγχο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ιδιαίτερα, κατάφερε να αποσπάσει μεγάλη συμπάθεια για την συμμετοχή του στο κίνημα αυτό.

Όταν οι συμμαχικές δυνάμεις εισέβαλλαν στη χώρα, η καταστροφή αυτού του είδους “λαϊκής εξουσίας” ήταν το αμέσως επόμενο πράγμα στην ατζέντα τους, μετά το ξεκαθάρισμα με το καθεστώς του Μουσσολίνι. Όταν το φιλελεύθερο ιταλικό κράτος ξαναστήθηκε, μαζί του οργανώθηκαν και οι μηχανισμοί που θα διεσφάλιζαν ότι οι εργαζόμενοι δε θα ‘παιρναν την εξουσία. Σε συνδυασμό με τους προϋπάρχοντες παρακρατικούς κύκλους: το Ρ2, που ήταν βαθιά μπλεγμένο στη Στρατηγική της Έντασης το 1960-70, ενάντια στην εργατική τάξη, μέσα από την μυστική και ταυτόχρονα επίσημη οργάνωση “Gladio” (“ξίφος”).

Η Gladio ιδρύθηκε το 1958 από την S.I.F.O.R (Ιταλική μυστική υπηρεσία, αργότερα αντικαταστάθηκε καθώς υπήρχαν υποψίες για ανάμειξή της σε ένα σχέδιο πραξικοπήματος το 1964) και την CIA. Τα 15.000 μέλη της στρατολογήθηκαν από ομάδες βετεράνων φασιστών του ‘Β Π.Π. και είχαν πρόσβαση σε 151 στρατιωτικές γιάφκες. Σκοπός της Gladio ήταν (καθώς επισήμως έχει τεθεί εκτός λειτουργίας το 1990, αν και επισήμως δεν υπήρχε πριν τη χρονολογία αυτή) καθώς λέγεται, να δράσει ως ένας πυρήνας αντίστασης σε περίπτωση επίθεσης από τις χώρες του “συμφώνου της Βαρσοβίας”, σε περίπτωση “σοβιετικής κατάληψης”. Ωστόσο, το τί ενδιαφέρον θα μπορούσαν να έχουν οι Ρώσοι στην ραδιενεργή έρημο που θα χε μείνει από την Ιταλία μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο, που θα ήταν το αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμα μιας σοβιετικής επίθεσης σε οποιοδήποτε κράτος του ΝΑΤΟ είναι ένα ερώτημα. Στην πραγματικότητα, μέχρι να έφταναν τα “σοβιετικά τανκς” στην Ιταλία δε θα είχε μείνει ούτε πεντάγωνο, ούτε κρεμλίνο να δίνουν εντολές.

Απόρρητα έγγραφα για τη Gladio που ήρθαν στο φώς το 1990 πάντως μιλούν για έναν διαφορετικό κίνδυνο: αυτόν της “κατάληψης από τα μέσα”: την άυξηση του ελέγχου των καθημερινών ανθρώπων πάνω στις αποφάσεις για τις ζωές τους, τη δύναμη της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με τον στρατηγό Gerardo Serravalle, διοικητή της Gladio στη δεκαετία του 1970, τα καθήκοντά του είχαν να κάνουν με:

“Τον εσωτερικό έλεγχο: δηλαδή το επίπεδο ετοιμότητας να αντιμετωπιστούν διαδηλώσεις στο δρόμο, γενικές απεργίες και κάθε εσωτερικός ξεσηκωμός”.

Ενώ ο γενικότερος ρόλος της Gladio ήταν:

“Να γεμίζει τους δρόμους, δημιουργώντας μια κατάσταση τέτοιας έντασης ώστε να απαιτείται επέμβαση του στρατού [1].

Με άλλα λόγια, να διεξάγει μια “Στρατηγική της Έντασης”, δημιουργώντας μια χαοτική κατάσταση ως ένα πρόσχημα, μια δικαιολογία για την καταστολή. Όλα αυτά έγιναν γνωστά ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων δικαστικών ερευνών με αφορμή τον θάνατο τριών αστυνομικών από παγιδευμένο αμάξι το 1972. Παλιά, σκονισμένα υπηρεσιακά αρχεία έδειξαν τελικά ότι οι βομβιστές ήταν μέλη της Gladio. Ακόμη και τα εκρηκτικά που χρησιμοποίησαν ήταν της οργάνωσης. Ένας απ’ τους βομβιστές, ο Vincenzo Vinciguerra αποκάλυψε ότι η φασιστική ομάδα που θεωρούνταν υπεύθυνη, η Ordine Nuovo (“Νέα Τάξη”) ήταν στην πραγματικότητα επινόηση των μυστικών υπηρεσιών.

Η Gladio ήταν μέρος ενός δικτύου μυστικών στρατών που απλωνόταν σε ολόκληρη την Ευρώπη, υπό την κάλυψη του ΝΑΤΟ, ενώ θεωρείται ότι έχει συμμετάσχει ενεργά σε τρομοκρατικές ενέργεις και πραξικοπήματα στην Ελλάδα, την Τουρκία και το Βέλγιο. Ο Γερμανικός τομέας αποτελούταν από βετεράνους των Waffen S.S. που σχεδίαζαν τη δολοφονία σοσιαλδημοκρατών πολιτικών, σε περίπτωση “σοβιετικού κινδύνου”.

Σύμφωνα με τον Mike Peters, που γράφει στο Lobster τεύχος 32[2]:

“Ελάχιστοι υπήκοοι χωρών μελών του ΝΑΤΟ γνωρίζουν όλες τις παραμέτρους στις οποίες τα κράτη τους δεσμεύονται. Για παράδειγμα, τα σχέδια 10-G και 100-1 σύμφωνα με τα οποία σε “καταστάσεις έκτακτης ανάγκης” ειδικές μονάδες του αμερικάνικου στρατού νομιμοποιούνται να δράσουν προκειμένου να κατασταλεί άμεσα οποιοδήποτε κίνημα “απειλεί στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ”.

Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι αυτή μια τέτοια κατάσταση εφαρμόστηκε προκειμένου να παρεμποδίσει μια υποχωρηση της πρωτοφανούς τότε αμερικανικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή της Ιταλίας, που συμπεριλάμβανε 100 εκ. δολάρια σε “κάτω απ’΄το τραπέζι” επιδοτήσεις των δεξιών πολιτικών σχηματισμών, κι ένα τέλειο παράδειγμα εξαγωγής δημοκρατίας, κατά τις πρώτες μετά-τον-Μουσσολίνι εκλογές, οπότε και ο 6ος αμερικανικός στόλος είχε προσεγγίσει την ακτή κοντά στη Ρώμη, έτοιμος να στείλει τους πεζοναύτες σε περίπτωση που το εκλογικό σώμα δεν έπαιρνε τις πρέπουσες αποφάσεις και ψήφιζε τους κομμουνιστές.

[…]

Όπως και να χει, τα φαντάσματα του ελληνικού πραξικοπήματος του 1967 αναρριχώνται πάνω απ’ τους σκιώδεις βάλτους όπου συναντιώνται οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες και ο φασιστικός υπόκοσμος. Το πραξικόπημα αυτό υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Παπαδόπουλου-πράκτορα της CIA, απολάμβανε την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ. Ελάχιστα πριν το πραξικόπημα και στη διάρκεια μιας διαφωνίας με τον έλληνα πρέσβη σχετικά με την αμερικανική πρόταση για διχοτόμηση της Κύπρου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Lyndon Johnson έστειλε το ακόλουθο μήνυμα:

“Γαμώ το κοινοβούλιο και το σύνταγμά σου. Η Αμερική είναι ένας ελέφαντας, η Κύπρος είναι μια ψείρα, η Ελλάδα μια ψείρα. Αν αυτά τα δυο φιλαράκια συνεχίσουν να ενοχλούνε τον ελέφαντα, μπορεί κάλλιστα να τα λιώσει η προβοσκίδα του, να τα ισοπεδώσει… Αν ο πρωθυπουργός σου μου κάνει κι άλλο κύρηγμα για τον δημοκρατία, το κοινοβούλιο και το σύνταγμα μπορεί κι αυτός, και το κοινοβούλιό του και το σύνταγμα να μη κρατήσουν για πολύ ακόμα [3].
Πηγή: άρθρο της Free Earth επεξεργασμένο απ’ την διαδικτυακή κοινότητα LibCom.

Σημειώσεις:
1. Πηγή: ‘The Beast Reawakens’ του Martin Lee σελίδα 206.
2. Lobster 32 σελίδα 3 (υποσημείωση)
3. Από το ‘Turning the Tide’ του Noam Chomsky

Η εξέγερση της Μπολώνια το 1977

anni-di-piombo1

Autonomia! Η Ιταλία το 1977 έγινε μάρτυρας ενός αυθόρμητου και δημιουργικού ξεσπάσματων εξεγέρσεων που επεδείκνυαν ότι η δυναμική μιας επανάστασης είναι υπαρκτή, μεταξύ της εργατικής τάξης στην εκβιομηχανισμένη δύση – οτιδήποτε κι αν λένε οι κυνικοί αριστεριστές. Η ένταση ανέβηκε σε όλο το 1976 με την ανάπτυξη των Αυτόνομων (ομάδες έξω από τους σχηματισμούς της παραδοσιακής αριστεράς και των συνδικάτων), και των λεγόμενων Circollο Del Proletariato Giovanile (“κύκλος νεανικού προλεταριάτου”), επίσης ισχυρών στις φτωχογειτονιές των μεγάλων πόλεων του βιομηχανικού βορά.

Αυτοί επινοούσαν διάφορες συγκρουσιακές τακτικές, άμεσα συνδεδεμένες με της ανάγκες της εργατικής τάξης. Οι πιο επιτυχημένες απ’ αυτές ήταν η “Αυτομείωση”: η άρνηση πληρωμής των αυξημένων τιμών βασικών προϊόντων, ή η υιοθέτηση μιας “δίκαιης” τιμής από την κοινότητα, ώστε να καταβάλλεται το πολύ αυτή. Επίσης δημοφιλές ήταν το άμεσο σαμποτάζ της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας – εμπρησμοί οχημάτων και ξυλοδαρμοί συγκεκριμένων αυταρχικών αφεντικών, κλείσιμο του δρόμου τους καθώς μπαίναν στο εργοστάσιο και απαγόρευση εισόδου… Ανάλογες τακτικές γίνονταν ολοένα και πιο δημοφιλείς, δημιουργώντας ανησυχία τόσο στους αριστερούς όσο και στους καπιταλιστές, καθώς κάθε σχέση κυριαρχίας τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Η κατάσταση αυτή έφτασε το σημείο έκρηξης στην Μπολώνια το 1977, όταν ο Λάμα, ο ηγέτης του σταλινικού συνδικάτου CGIL επισκέφτηκε το πανεπιστήμιο για να δώσει μια ομιλία. Τότε μέλη του “κύκλου”¨και Αυτόνομοι (που τον χρησιμοποιούσαν ως βάση) και άλλοι φοιτητές διαφώνησαν προφανώς με τις νουθεσίες του να γραφτούν στο κομμουνιστικό κόμμα.

Ο Λάμα κυνηγήθηκε έξω από το κτήριο και διασώθηκε από την ομάδα περιφρούρησής του και τελικά τους αστυνομικούς που είχε κουβαλήσει μαζί του. Το πανεπιστήμιο κάλεσε τους μπάτσους προκειμένου να “αποκαταστήσουν την τάξη”, βάζοντας τη σπίθα για να πυροδοτηθεί μια σκληρή μάχη που οδήγησε στην κατάληψη όλων των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων, που μετατράπηκαν σε εστίες συνάντησης εργατών και φοιτητών (όπως στο Παρίσι το 1968). Γρήγορα οργανώθηκαν ευρύτερες διαδηλώσεις, οδηγώντας στην ουσιαστική κατάληψη του κέντρου της Μπολώνια για τρεις μέρες τον Μάρτιο, μετά τον πυροβολισμό ενός διαδηλωτή. Ένας αυτόπτης μάρτυρας έγραψε: “Στο κέντρο, πολυάριθμα μαγαζιά και πολυτελή εστιατόρια λεηλατήθηκαν. Δίπλα στους νεαρούς προλετάριους, γέροι συνταξιούχοι έφευγαν χαρούμενοι, σπρώχνοντας καρότσια γεμάτα νοστιμιές. Για πρώτη φορά σ’ αυτούς τους δρόμους οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μεταξύ τους…

Μέσα στις επόμενες μέρες η αστυνομία βρήκε όπλα και πολυβόλα σε κάθε απίθανο μέρος, μετά από έρευνές της. Παρόμοια επεισόδια ξέσπασαν στη Ρώμη, το Μιλάνο, το Τορίνο… Το Ράδιο Αλίκη στήθηκε εκείνες τις μέρες, και μετέδιδε τις κινήσεις της αστυνομίας και του στρατού, βοηθώντας στην επέκταση των καταλήψεων. Τελικά το κίνημα καταστάλθηκε, ενώ όλα τα πολιτικά κόμματα συνεργάζονταν άμεσα με τον νόμο. Το μάθημα παρέμεινε – τα πάντα είναι δυνατά!

Πηγή: άρθρο της Anarchist Federation