Tag Archives: οχυρωμένες πόλεις - Page 2

Σκέψεις για την πόλη

Σκέψεις για την πόλη

Η πρόοδος ποτέ δεν καταστρέφει τόσο ολοκληρωτικά απ’ όσο όταν χτίζει

Η ανάγκη για χώρο είναι εγγενώς πολιτική. Τα μέρη στα οποία ζούμε καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, και, αντίστροφα, οι σχέσεις και οι δραστηριότητές μας καθορίζουν τους χώρους στους οποίους ζούμε. Είναι ζήτημα καθημερινής εμπειρίας, κι όμως φαινόμαστε ανίκανοι να βγάλουμε το παραμικρό συμπέρασμα. Αρκεί να κάνει κανείς μια βόλτα σε οποιαδήποτε πόλη για να καταλάβει τη φύση και τη φτώχεια του τρόπου ζωής μας. Σχεδόν κάθε αστικός[urban] χώρος ανταποκρίνεται αποκλειστικά σε δυο ανάγκες: το κέρδος και τον κοινωνικό έλεγχο. Τόποι κατανάλωσης οργανωμένοι σύμφωνα με τους ολοένα και πιο σκληρούς κανόνες μιας αγοράς σε διαρκή άνοδο: της αγοράς της ασφάλειας. Το μοντέλο είναι αυτό του εμπορικού κέντρου, ενός συλλογικά ιδιωτικοποιημένου χώρου, εποπτευόμενου από τους ανθρώπους και τα μέσα που παρέχει η σχετική υπηρεσία. Στα εμπορικά κέντρα, μια ολοένα και πιο «εξατομικευμένη» κοινωνικότητα χτίζεται γύρω από τον καταναλωτή και την οικογένειά τους, τώρα, μπορεί κανείς να φάει, να παίξει με τα παιδιά του, να διαβάσει κλπ σε τέτοιους τόπους. Όμως, αν κάποιος μπει χωρίς καθόλου χρήματα, θα ανακαλύψει ότι πρόκειται για μια τρομακτική ψευδαίσθηση ζωής.

Το ίδιο πράγμα συμβαίνει στις μητροπόλεις. Που άραγε μπορεί κανείς να βρεθεί για μια συζήτηση, που μπορεί να καθίσει χωρίς να είναι υποχρεωμένος να καταναλώσει, που μπορεί κάποιος να πιει, να κοιμηθεί, αν δεν έχει χρήματα; Για έναν μετανάστη, για έναν φτωχό, για μια γυναίκα, μια νύχτα στην πόλη μπορεί να είναι πολύ μακριά. Η μεσαία τάξη, βολεμένη στα διαμερίσματά της, αγνοεί πλήρως τον νυχτερινό κόσμο του δρόμου, τη σκοτεινή πλευρά των νέον, όταν η μπάτσοι σε ξυπνάνε στα παγκάκια, όταν τα πάντα μοιάζουν ξένα και εχθρικά για σένα. Όταν οι μεσαία τάξη κλείνεται στα bunkers της, οι πόλεις αποκαλύπτουν το πραγματικό πρόσωπό τους, των απάνθρωπων τεράτων που είναι.

Όλο και περισσότερο, οι ίδιες πόλεις τείνουν να μοιάζουν με οχυρά, και τα σπίτια με κελιά υψίστης ασφαλείας. Ο κοινωνικός πόλεμος, ο πόλεμος ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, τους κυβερνήτες και τους κυβερνώμενους θεσμοθετείται στο αστικό τοπίο. Οι φτωχοί απελαύνονται στις συνοικίες προκειμένου να αφήσουν το κέντρο στα γραφεία και τις τράπεζες (ή στους τουρίστες). Οι είσοδοι των πόλεων και ένα σωρό «ευαίσθητων» περιοχών εποπτεύονται από συμπλέγματα που εξελίσσονται κάθε μέρα και περισσότερο. Η έλλειψη πρόσβασης σε καθορισμένα επίπεδα κατανάλωσης – επίπεδα που προσδιορίζονται και ελέγχονται από ένα σταθερό σύστημα υπολογιστών όπου τα δεδομένα των τραπεζικών καταθέσεων, ασφαλειών, ιατρικών ασφαλίσεων και αστυνομικών καταγραφών επεξεργάζονται μαζί, καθορίζει, αρνητικά, τις νέες επικίνδυνες τάξεις, που περιορίζονται σε μια εξαιρετικά συγκεκριμένη αστική ζώνη. Ο χαρακτήρας της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων αντανακλάται στον μητροπολιτικό έλεγχο. Τα σύνορα μεταξύ χωρών και ηπείρων είναι ανάλογα με τα σύνορα μεταξύ γειτονιών ή με τις μαγνητικές κάρτες εισόδου σε συγκεκριμένα ιδιωτικά κτίρια ή, στις ΗΠΑ, σε συγκεκριμένες ζώνες κατοικιών.

Οι διεθνείς αστυνομικές επιχειρήσεις θυμίζουν τον πόλεμο ενάντια στο έγκλημα ή, πιο πρόσφατα, την πολιτική της «μηδενικής ανοχής» μέσω της οποίας κάθε μορφή αποκλίνουσα συμπεριφορά ποινικοποιήθηκε. Ενώ σε ολόκληρο τον κόσμο οι φτωχοί συλλαμβάνονται κατά εκατομμύρια, οι πόλεις παίρνουν την μορφή τεράστιων φυλακών. Μήπως, οι κίτρινες γραμμές που οι καταναλωτές οφείλουν να ακολουθούν σε συγκεκριμένα εμπορικά κέντρα του Λονδίνου δε σου θυμίζουν αυτές στις οποίες πρέπει να βαδίζουν οι γάλλοι κρατούμενοι; Μήπως η στρατιωτικοποίηση της Γένουας στη διάρκεια της συνόδου των G8 δεν είχε μια ιδέα από τα κέντρα ελέγχου στα παλαιστινιακά εδάφη; Προτάσεις για νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας στους ανηλίκους, έχουν προταθεί όχι μακριά μας (στη Γαλλία για παράδειγμα). Οι φυλακές ανηλίκων πολλαπλασιάζονται, ένα είδος ποινικής τιμωρίας για την νεότητα, ενώ η συνάθροιση στους εσωτερικούς διαδρόμους των λαϊκών πολυκατοικιών (ο μόνος χώρος για συλλογική ζωή σε πολλά πολεοδομικά τετράγωνα προορισμένα για ύπνο) απαγορεύεται. Ήδη, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι άστεγοι απαγορεύεται να εισέλθουν στο κέντρο της πόλης, ενώ οι επαίτες αναγκάζονται σε πρόστιμα, όπως στον μεσαίωνα. Έτσι κανείς προτείνει (όπως είχαν κάνει χθες οι ναζί, ή όπως έκανε σήμερα ο δήμαρχος του Μιλάνου) τη δημιουργία κατάλληλων κέντρων για τους ανέργους και τις οικογένειές τους, με πρότυπο τα κέντρα για τους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Μεταλλικοί φράχτες χτίζονται για να διαχωρίσουν τις πλούσιες (και λευκές) γειτονιές από τις φτωχές (και μη-λευκές). Το κοινωνικό απαρτχάιντ προελαύνει, από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη, από τον νότο στο βορρά του κόσμου. Όταν ένας στους τρεις μαύρους από την ηλικία των 20 ως τα 35 περνάει από τα κάτεργα (όπως στις ΗΠΑ, όπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι φυλακίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια), η πρόταση για αποκλεισμό των μεταναστών από το κέντρο της πόλης εδώ περνάει σχεδόν απαρατήρητη. Και αρκετοί ακόμα θα χειροκροτήσουν το ένδοξο πολεμικό ναυτικό, όταν θα βυθίσει τα πλοιάρια των ξένων χωρίς χαρτιά. Σε μια ανάμειξη ταξικών και φυλετικών διαχωρισμών, η κοινωνία στην οποία ζούμε, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ένα τεράστιο σύμπλεγμα από γκέττο.

Για μια ακόμη φορά, ο σύνδεσμος μεταξύ των μορφών της ζωής και των χώρων της ζωής είναι στενός. Η αυξανόμενη επισφάλεια ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας προχωρά με το ίδιο βήμα με την απομόνωση των ατόμων, με την εξαφάνιση των χώρων συνάντησης (και συνεπώς των αγώνων) και στο τέλος, με τις παραγκουπόλεις στα οποία οι περισσότεροι από τους φτωχούς θα πεταχτούν. Από αυτήν την κοινωνική συνθήκη, δυο τυπικά ολοκληρωτικά φαινόμενα γεννιούνται: ο πόλεμος μεταξύ των εκμεταλλευομένων, που αναπαράγει άκριτα τον άγριο ανταγωνισμό και τον αγώνα για ανέλιξη στον οποίο χτίζονται οι καπιταλιστικές σχέσεις, και την απαίτηση για τάξη και ασφάλεια, παραγόμενη και χορηγούμενη από μια προπαγάνδα που σφυροκοπάει από παλιά τον πληθυσμό. Με το τέλος του «ψυχρού πολέμου», ο εχθρός μετατοπίστηκε, τόσο πολιτικά, όσο και μιντιακά, στο εσωτερικό του «ελεύθερου κόσμου». Η κατάρρευση του τοίχους του Βερολίνου αναλογεί στην οικοδόμηση του τοίχους μεταξύ ΗΠΑ-Μεξικού ή με την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών συστημάτων εισόδου στις συνοικίες των κυρίαρχων τάξεων. Η εκληματοποίηση του φτωχού περιγράφηκε ανοιχτά ως ένας «πόλεμος χαμηλής έντασης», όπου ο εχθρός, ο «εξωτικός τρομοκράτης», γίνεται εδώ ο παράνομος ξένος, ο τοξικο-εξαρτημένος, η πόρνη. Ο απομονωμένος κάτοικος, πασχίζοντας μεταξύ δουλειάς και κατανάλωσης τρέχοντας από τον έναν ανώνυμο χώρο στον άλλο, κι από μέσο μεταφοράς σε μέσο, καταπίνοντας τρομακτικές εικόνες για απείθαρχους νεολαίους, κλεφτρόνια, μαχαιροβγάλτες, και ένα συγκεχυμένο και ασυνείδητο αίσθημα φόβου που παίρνει τη θέση της ατομικής και συλλογικής ζωής.

Οι φαινομενικά ειρηνικές πόλεις μας, μας δείχνουν ολοένα και περισσότερο τα σημάδια αυτής της πλανητικής τάσης της διακυβέρνησης μέσω του φόβου, αν ξέρουμε βέβαια πώς να κοιτάμε.

Αν πολιτική σημαίνει η τέχνη της κυριαρχίας, μια εξειδικευμένη δραστηριότητα που είναι το μονοπώλιο των γραφειοκρατών και των στελεχών, τότε οι πόλεις στις οποίες ζούμε είναι η πολιτική οργάνωση του χώρου. Αν, από την άλλη, σημαίνει μια κοινή σφαίρα συζήτησης και λήψης αποφάσεων σχετικά με κοινά ζητήματα, τότε μπορεί να πει κανείς ότι η αστική[urban] δομή σχεδιάζεται με βάση την από-πολιτικοποίηση των ατόμων προκειμένου να μένουν απομονωμένα και ταυτόχρονα χαμένα μέσα στην μάζα. Στη δεύτερη περίπτωση λοιπόν, η κατεξοχήν πολιτική δράση είναι η εξέγερση ενάντια στον αστικό σχεδιασμό ως αστυνομική επιστήμη και λειτουργία. Είναι η εξέγερση που δημιουργεί νέους χώρους συνάντησης κι επικοινωνίας. Με κάθε έννοια, το ζήτημα του χώρου είναι ένα εγγενώς πολιτικό ζήτημα.

Μια μεστή ζωή είναι μια ζωή, ικανή να αναμειγνύει περίτεχνα τις απολαύσεις της μοναχικότητας με τις χαρές της συνάντησης. Μια σοφή ανάμειξη χωριών και υπαίθρου, πλατειών και ελεύθερων εκτάσεων που θα μπορούσε να κάνει την τέχνη του χτισίματος και της κατοικίας συναρπαστική. Αν με ένα ουτοπικό άλμα, προβάλλουμε τους εαυτούς μας έξω από το βιομηχανικό πλαίσιο στο οποίο πάνω οικοδομήθηκε η κοινωνία, θα μπορέσουμε να φανταστούμε μικρές κοινότητες, βασισμένες στις προσωπικές σχέσεις που συνδέονται μεταξύ τους χωρίς ιεραρχίες μεταξύ ανθρώπινων όντων, χωρίς κυριαρχία πάνω στη φύση. Το ταξίδι θα έπαυε να είναι μια τυποποιημένη μεταφορά μεταξύ οικειότητας και βαρεμάρας και θα γινόταν μια περιπέτεια απαλλαγμένη από κάθε ρολόι. Κρήνες και καταφύγια θα καλωσόριζαν τους διαβάτες. Η άγρια φύση θα γινόταν ξανά ένας τόπος για ανακαλύψεις και επαγρύπνηση, για ανάμνηση και απόδραση από την ανθρωπότητα. Τα χωριά θα γεννιόντουσαν από τα σπλάχνα των δασών χωρίς βία, για να επιστρέψουν αργότερα στο δάσος και την ύπαιθρο. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε πως τα ζώα και τα φυτά θα άλλαζαν χωρίς την αίσθηση της απειλής από τον άνθρωπο. Μόνο μια αλλοτριωμένη ανθρωπότητα θα μπορούσε να πάρει την συσσώρευση, το κέρδος και την εξουσία ως τη βάση για τη ζωή στη Γη. Ενώ ο κόσμος των εμπορευμάτων ρευστοποιείται, απειλούμενος από την αποσύνθεση κάθε ανθρώπινης επαφής και από την οικολογική καταστροφή, ενώ οι νέοι άνθρωποι αλληλο-σφαγιάζονται και οι μεγαλύτεροι βαλτώνουν στα ψυχο-φάρμακα, το διακύβευμα γίνεται ολοένα και πιο προφανές: η ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων σημαίνει τη δημιουργία νέων χώρων για τη ζωή και αντίστροφα. Με την έννοια αυτή, μια «εκτεταμένη επιχείρηση επείγουσας καταστροφής» μας περιμένει.

Η μαζική βιομηχανική κοινωνία καταστρέφει την ατομικότητα και την ευχαρίστηση της συνεύρεσης την ίδια στιγμή. Όλο και περισσότερο σπρωχνόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, λόγω των αναγκαστικών μετακινήσεων, του τυποποιημένου ωραρίου, των μαζικής-παραγωγής επιθυμιών. Κι όμως, όλο και περισσότερο απομονωνόμαστε, ανίκανοι να επικοινωνήσουμε, σπαραγμένοι από την αγωνία και το φόβο, ανίκανοι πάνω απ’ όλα να αγωνιστούμε μαζί. Κάθε πραγματική επικοινωνία, κάθε πραγματικά ισότιμος διάλογος μπορεί να λάβει χώρα μόνο μέσα από την ρήξη με την κανονικότητα και τη συνήθεια, μόνο στην εξέγερση.

Σε διάφορα μέρη του κόσμου, οι εκμεταλλευόμενοι αρνούνται κάθε ψευδαίσθηση, περί του καλύτερου κόσμου στα πλαίσια του δυνατού, στρέφοντας το αίσθημα της ολοκληρωτικής υποτίμησής τους ενάντια στην εξουσία. Εξεγειρόμενοι ενάντια στους εκμεταλλευτές τους και τα μαντρόσκυλά τους, ενάντια στην ιδιοκτησία και τις αξίες της, οι εκμεταλλευόμενοι ανακαλύπτουν νέους και παλιούς τρόπους για να βρίσκονται μαζί, να συζητούν, να αποφασίζουν και να είναι φτιάχνουν την ευτυχία τους.

Από τα παλαιστινιακά εδάφη στις aarch (συνελεύσεις χωριών) των αλγερινών εξεγερμένων: μια ανταρσία ελεύθερων χώρων για κοινωνική αυτό-οργάνωση. Συχνά, οι επαν-ανακαλυπτόμενες συνελευσιακές μορφές μοιάζουν σαν εφαρμογές της παλιάς παράδοσης της πρόσωπο-με-πρόσωπο σχέσης, της εχθρικής σε κάθε αντιπροσώπευση, που εντοπίζεται ακόμα στην περηφάνια άλλων αγώνων του καιρού μας. Αν μια βίαια ρήξη είναι η βάση της εξέγερσης, η ικανότητά τους να πειραματιστούν με άλλους τρόπους ζωής, ελπίζοντας ότι οι εκμεταλλευόμενοι άλλων περιοχών θα μεταλαμπαδεύσουν τη φλόγα τους, είναι αυτό που τους προσδίδει την αντοχή τους, αφού ακόμα και η πιο γοητευτική ουτοπική πρακτική, απομονωμένη, πεθαίνει.

Οι χώροι της εξουσίας, ακόμα κι αυτοί που δεν είναι άμεσα καταπιεστικοί καταστρέφονται στο διάβα των ταραχών, όχι μόνο εξαιτίας του συμβολικού τους βάρους, αλλά και καθώς στο βασίλειο της εξουσίας, δεν μπορεί να υπάρξει ζωή. Πίσω από το πρόβλημα της κατοικίας και των συλλογικών χώρων, υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία. Είναι γιατί τόσο πολλοί δουλεύουν χρόνια και χρόνια για να μπορέσουν να ξεπληρώσουν ένα δάνειο ώστε να έχουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους, που δεν μπορούν να βρουν ούτε τη θέληση ούτε το χώρο για να μιλήσουμε με τους άλλους για την κενότητα μιας τέτοιας ζωής. Από την άλλη, όσο περισσότεροι οι συλλογικοί χώροι περιορίζονται, ιδιωτικοποιούνται ή περνούν υπό τον έλεγχο του κράτους, τόσο περισσότερο τα σπίτια τα ίδια γίνονται μικρά, γκρίζα ομοιόμορφα και ανθυγιεινά οχυρά. Χωρίς αντίσταση, το κάθε τι υποβαθμίζεται με την ταχύτητα του φωτός. Εκεί που ζούσαν άποροι χωρικοί, και καλλιεργούσαν τη γη για τους πλουσίους πριν πενήντα χρόνια μόλις, τώρα ζουν οι ευκατάστατοι άνθρωποι. Οι σημερινές ζώνες κατοικίας είναι οι πιο ανυπόφορες από τα κοινά σπίτια της προηγούμενης τριακονταετίας. Τα ξενοδοχεία πολυτελείας μοιάζουν με στρατώνες. Η λογική συνέπεια του ολοκληρωτισμού στον αστικό[urban] σχεδιασμό είναι οι τάφοι εκείνοι στους οποίους οι ιάπωνες υπάλληλοι ξαναγεμίζουν τις μπαταρίες τους. Οι τάξεις που εκμεταλλεύονται τους φτωχούς με τη σειρά τους παραμελούνται από το σύστημα που με τόσο ζήλο υπηρετούν. Η άμεση δράση για την εκτροπή των χώρων της ζωής από την εξουσία και το κέρδος, η κατάληψη σπιτιών και ο πειραματισμός ανατρεπτικών σχέσεων είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από μια λίγο-πολύ μοδάτη εναλλακτική εφηβεία. Είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους τους εκμεταλλευόμενους, τους αποκλεισμένους, όσους δεν έχουν φωνή. Είναι ένα ζήτημα συζήτησης και οργάνωσης χωρίς διαμεσολαβητές, τοποθέτησης του αυτό-καθορισμού των σχέσεων και των χώρων μας ενάντια στην κατεστημένη τάξη, επίθεσης στα αστικά[urban] κελιά. Στην πραγματικότητα, δεν νομίζουμε ότι είναι πιθανό να στερηθούμε ούτε έναν χώρο σ αυτήν την κοινωνία που να είναι αυθεντικά αυτό-οργανωμένος, κι όπου μπορούμε να ζήσουμε με τον τρόπο που επιλέγουμε, όπως οι ινδιάνοι στους καταυλισμούς. Οι επιθυμίες μας είναι πολύ ακριβές. Θέλουμε να δημιουργήσουμε ρήγματα, να βρούμε στους δρόμους, να μιλήσουμε στις πλατείες, να ψάξουμε για συντρόφους για να επιτεθούμε μαζί στον παλιό κόσμο. Η ζωή στην κοινωνία πρέπει να επαν-εφευρεθεί. Αυτό είναι το παν.

Πηγή: Venomous Butterfly


Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Γενάρης 2008

Για την πόλη ως φυλακή

Οι τοίχοι της πόλης – C. G.

Μετάφραση από τα ιταλικά στα αγγλικά: Diavolo in Corpo #3
Μετάφραση στα ελληνικά: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας (Νοέμβρης 2007)

Η φυλακή είναι μόνο επιφανειακά η εξαίρεση στον κανόνα: η τιμωρία του εγκλήματος που διαπράχτηκε ή της αθωότητας έγκειται πραγματικά στην ολότητα της κοινωνίας όπου ο καθένας τιμωρεί τον άλλον επειδή απλώς βρίσκεται εκεί και όπου ο καθένας που διαθέτει μια σκέψη αναρωτιέται αυτό το πράγμα κάθε μέρα: γιατί με έριξαν εδώ; Τι έχω κάνει; Και όπου η τρομακτική εμμονή της απόδρασης είναι ίδια μ αυτή των φυλακισμένων. Ίσως κι ακόμα πιο έντονη. Η εξέλιξη του σωφρονιστικού συστήματος με την κατασκευή τόσων πολλών νέων χώρων τιμωρίας έχει μια σημασία πέρα από αυτή του «πιο ανθρωπιστικού και σωφρονιστικού» που είναι η διαχείριση του πόνου. Η απόσταση, ο διαχωρισμός μεταξύ της πόλης και της φυλακής της, που ήταν πάντοτε μεγάλος- μειώνεται, καθώς οι κάτοικοι της πόλης ολοένα και μοιάζουν (μέσα από την εργασία, την οικογένεια, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τα κέντρα διασκέδασης, τα θέατρα, τα στάδια) με φυλακισμένους κάποιων φυλακών-προτύπων στους οποίους χαρίζονται περιστασιακά άδειες (σαββατοκύριακα, διακοπές, αργίες), με την υποχρέωση πάντοτε να επιστρέφουν σε συγκεκριμένη ημερομηνία, χωρίς περιθώρια λάθους. Ακόμα κι ο «προαυλισμός» αποτελεί έναν καθρέπτη της πόλης στη φυλακή και της φυλακή στην πόλη. Οι άνθρωποι περιορισμένοι στα πεζοδρόμιά τους, περικυκλωμένοι από πανύψηλους τοίχους, περπατούν θλιβερά και μονότονα μέσα κι έξω σε μαγαζιά, φορτωμένοι με άχρηστες αλλά υποχρεωτικές αγορές. Οι άνθρωποι παρακολουθούνται με κάμερες μέσα κι έξω από τα μαγαζιά αυτά, υποχρεώνονται να περάσουν από ανιχνευτές μετάλλων για να μπουν σε μια τράπεζα, είναι αναγκασμένοι να χτυπούν εισιτήρια για το μετρό ή το τρένο, με σφυρίγματα για κάθε λάθος ανάγνωση των προσωπικών μας στοιχείων στον κωδικό μιας κάρτας, επινόησης των γκούλαγκ. Νομίζεται ακόμα ότι είναι πολύ διαφορετικό απ’ ότι μια φυλακή;

Μπορώ να δω το προαύλιο του Newgate όπου οι κρατούμενοι με τις πιτζάμες τους περπατούν γύρω γύρω στη σειρά, στον περίφημο κύκλο επινόησης του Dore, σε κάθε φορά που περπατώ σ ένα ευωδιαστό πεζοδρόμιο, από αυτά τα οποία ο δήμαρχος ασχολήθηκε με το να τα γεμίσει ζαρντινιέρες σύμφωνα με το μοντέλο της «εδέμ», μέσα στην απέραντη αστική φυλακή που κυβερνά. Μήπως έχουμε βγει από το προαύλιο του Newgate; Το χουμε αφήσει πίσω μας, ή απλά αφήσαμε τις πιτζάμες στο καθαριστήριο;

Το μοντέλο της «εδέμ» έχει να κάνει με την δημιουργία πάρκων – τα οποία ακόμα κουβαλούν ετυμολογικά την ανάμνηση του παραδείσου (το πάρκο δεν είναι παρά μια σύντμηση του παραδείσου, στα περσικά πάρντες σημαίνει κήπος…) μέσα στην αποπνικτική αστική κόλαση. Αυτά τα πάρκα, αργότερα υποβαθμίστηκαν ονομαζόμενα ως «ζώνες πρασίνου». Όμως τι αλλάζουν αυτά τα περιορισμένα παρτέρια πράσινου; Το αστικό πράσινο δεν είναι δάσος, ελευθερία, καταφύγιο, ελεύθερο παιχνίδι του πνεύματος μεταξύ ζωών διαφορετικών από την ανθρώπινη. Δεν είναι παρά εικόνες του ανθρώπου και με έναν ολοένα και πιο βάναυσο τρόπο, ανθρώπινες εικόνες που σηματοδοτούν αυτό από το οποίο υποφέρουμε: τοίχοι, τοίχοι που μας περικυκλώνουν και μας περιορίζουν, φυλακές.

Η κατασκευή νέων φυλακών (λιγότερο σκοτεινών, και μερικές φορές λιγότερο αποπνικτικών) ξεκίνησε από το φασιστικό καθεστώς (πειραματικά, σε μικρές πόλεις) ούτως ώστε να μειωθεί η απόσταση μεταξύ πόλης και φυλακής, ώστε να σχηματιστεί μια ενιαία, συμπαγή, ολοκληρωτική φυλακή. Βλέπουμε τις φυλακές του Orvieto, χτισμένες στα 1936 τη χρονιά του μεγαλύτερου φασιστικού θριάμβου, δε διαφέρουν από το ιταλικό μπαρ, το πανεπιστήμιο της Ρώμης ή κάθε εστία νεότητας… Όμως η πρότυπη ολοκληρωτική πόλη, όπου το αστικό τοπίο ενοποιήθηκε ως αντίδοτο στην επέλαση της ελονοσίας, ήταν η Littoria (Latina) όπου η φυλακή, χτισμένη στα 1939, είναι ένα τυπικό κτίριο μιας ανώνυμης υπηρεσίας, ένα πραγματικό και υποδειγματικό δείγμα αρχιτεκτονικής των μελλοντικών προαστίων. Κι ένα σύγχρονο συγκρότημα διαμερισμάτων στα προάστια ανταποκρίνεται ευρύτατα στις συνθήκες των φυλακών. Από το ισόγειο μέχρι το ρετιρέ, παντού η ίδια μαγειρική: μακαρόνια-μπριζόλες-σαλάτα-επιδόρπιο, όπως ακριβώς και σε μια κανονική φυλακή.

Η διαφορά είναι ότι η οικογένεια στο διαμέρισμα δεν πετάει πολύ φαγητό, διατηρεί τα αποφάγια, μαγειρεύει με περισσότερη σύνεση. Στη φυλακή, όπως και στο στρατόπεδο ή στο νοσοκομείο, έχουμε εξαιρετικές σπατάλες φαγητών που μαγειρεύονται ωστόσο με έναν χυδαίο τρόπο. Κανείς δε θα έγλειφε εκείνα τα πιάτα, που τόσο συχνά επιστρέφονται γεμάτα.

Ανάμεσα στα επιτεύγματα των φιλελεύθερων δημοκρατιών των αρχών του 20ου αιώνα, αυτό το στοιχειό υπάρχει ακόμα: αν και οι ειδικές συνθήκες των φυλακών μπορούν να αλλάξουν με κάθε πιθανό τρόπο, μέσα στην ασταμάτητη υποβάθμιση της κοινής ζωής και της γενικής κοινωνικότητας στο εξωτερικό, στην εγκατάλειψη της πόλης, τίποτα δεν μπορεί να γίνει για να εμποδιστεί αυτή η αναπόφευκτη μεταμόρφωση της ολότητας του αστικού περιβάλλοντος σε μια φυλακή που έχει γίνει ηλεκτρονική εδώ και καιρό, και στοιχειώνεται από όλα τα τυπικά φαινόμενα της φυλακής όπως οι βιασμοί, οι σεξουαλικές «χάρες», η ανταλλαγή υποχρεώσεων που καταλήγει να γίνεται ακόμα πιο σημαντική κι από την χρηματική ανταλλαγή. Σε κάθε σημείο της πόλης, σε κάθε ώρα της ημέρας, εκατομμύρια αστικών κρατουμένων παρακολουθούν το ίδιο πράγμα στις τηλεοράσεις τους όπως οι κρατούμενοι που έχουν καταδικαστεί σε μια ποινή κι αυτοί που κρατούνται προφυλακισμένοι περιμένοντας να δικαστούν. Οι δικαστές οι ίδιοι κάνουν το ίδιο, ζητωκραυγάζουν μαζί για το γκολ της μιας ή της άλλης ποδοσφαιρικής ομάδας.

Σήμερα κάθε αστικός χώρος παρακολουθείται, ελέγχεται, περιπολείται, φρουρείται, κινδυνεύει, απειλείται. Στο όνομα της ασφάλειας, έχει σταδιακά φτάσει στο σημείο της δημιουργίας μιας απόλυτης τεχνολογικής-στρατοκρατούμενης φυλακής. Μπορεί να πει κανείς, ότι αυτός ο μακρύς πόλεμος θα σταματήσει μόνο προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ένα είδος τερατώδους φυλακής ως μια ακραία μορφή «απαραίτητης» προστασίας. Κι όλο αυτό συμβαίνει κάτω από μια δημοκρατία που προσπαθεί να φανεί ανίσχυρη, κάτω από την εξισωτική ρητορική με την οποία παινεύεται, ώστε να αποτρέψει, μιας και αυτό θέλει και χρειάζεται προκειμένου να διατηρηθεί, κάθε πόλη των ονείρων της απ’ το να γίνει μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, όπου η κυκλοφορία των υποκειμένων θα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με την κυκλοφορία των κρατουμένων γύρω γύρω στο προαύλιο με τους ψηλούς τοίχους χωρίς παράθυρα και τα εξαντλημένα, μίζερα ρυθμικά βήματα.



Βιοτεχνολογία και ψηφιοποίηση της ζωής

Βιοτεχνολογία και ψηφιοποίηση της ζωής

Πηγή: Wilful Disobedience #2

Για χρόνια υποστήριζα ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, ότι φέρει μέσα της την ιδεολογία των επικρατέστερων μορφών κυριαρχίας και εκμετάλλευσης για λογαριασμό των οποίων δημιουργείται. Αν κάτι τέτοιο δεν ήταν προφανές σε προηγούμενα τεχνολογικά επιτεύγματα, η ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας το κάνει σαφές.

Ακολουθώντας την μεθοδολογία της σύγχρονης επιστήμης, η οποία τείνει να κατατέμνει τα πάντα στα μικρότερα στοιχεία τους σε μια υποτιθέμενη προσπάθεια να τα «κατανοήσει», η βιοτεχνολογία υποσκάπτει την ανεξαρτησία του ατόμου και την δυνατότητα ελεύθερης αλληλεπίδρασης, ενδυναμώνοντας παράλληλα μια μηχανική θέαση της ζωής και μια εξάρτηση στους «ειδικούς» προκειμένου να συντηρηθεί αυτός ο μηχανισμός.

Από τις καταβολές της, η σύγχρονη επιστήμη είδε το σύμπαν σαν μια τεράστια μηχανή. Σε μια τέτοια μηχανιστική προοπτική, η μέθοδος για να κατανοήσεις σε έναν βαθμό τη λειτουργία των πραγμάτων είναι να τα σπάσεις σε μικρά κομματάκια και να τα μελετήσεις απομονωμένα. Έτσι, η επιστημονική μέθοδος δεν ήταν ποτέ απλώς μια εμπειρική μέθοδος-η μέθοδος της παρατήρησης. Η εμπειρική παρατήρηση έπρεπε να επιβεβαιωθεί στην απομόνωση του εργαστηρίου μέσα από ελεγχόμενους πειραματισμούς.

Η μηχανιστική θέαση του σύμπαντος συναντά τις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης με μεγάλη επάρκεια. Καθώς προχωρά ο καπιταλισμός και μαζί του αναπτύσσονται τα τεχνολογικά μέσα με τα οποία ελέγχει τις εκμεταλλευόμενες τάξεις και τις πρώτες ύλες, η επιστημονική κατανόηση της συμπαντικής μηχανής μεταλλάσσεται επίσης, παρέχοντας μια ιδεολογική δικαίωση για τις αναπτυσσόμενες μεθόδους εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Ενώ κάποιοι προσπάθησαν να πλασάρουν τις, ηλικίας σχεδόν εκατό ετών πια, «νέες» επιστημονικές προοπτικές της σχετικότητας και της κβαντικής φυσικής ως ένα τέλος στις μηχανιστικές προοπτικές κι ένα πέρασμα στον «μυστικισμό» της επιστήμης, θα ήταν πιο ακριβές να λέγαμε ότι η νευτώνεια μηχανική άνοιξε το δρόμο για την κυβερνητική μηχανική (cybernetic mechanicism), το σύμπαν μεταμορφώθηκε σε μια μαθηματική κατασκευή από bits πληροφοριών, από κβάντα.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα υποατομικά σωματίδια είναι, στην πραγματικότητα, μόνο μαθηματικές εξισώσεις που φαίνεται να λύνουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και να σημαίνουν ένα σημείο στην οθόνη μιας μηχανής που δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο σκοπό παρά την προβολή τέτοιων σημείων σε ένα γιγαντιαίο εργαστήριο. Εδώ η επιστήμη ολοκληρωτικά χάνει κάθε προσανατολισμό πάνω στην εξίσωση των υποτιθέμενων αποτελεσμάτων των «θεωρητικών πειραμάτων» (και πλέον αναπαραστάσεων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές) με τα υλικά πειράματα. Ο συνεκτικός κόσμος του οποίου έχουμε την εμπειρία δεν είναι τίποτα. Ο κόσμος των δεδομένων (data), των bits πληροφοριών, είναι τα πάντα, είναι η πραγματικότητα.

Η βιοτεχνολογία ταιριάζει τέλεια σε μια τέτοια κυβερνητική θέαση του σύμπαντος. Η επιστήμη της γενετικής έχει κάνει με τη ζωή αυτό που η ατομική και υποατομική φυσική έκανε με το σύμπαν – την έσπασε σε μικρά κομματάκια, σε bits ανταλλασσομένων πληροφοριών. Και όπως ακριβώς στην «νέα» φυσική, το υλικό σύμπαν όπως το εκλαμβάνουμε παύει να έχει σημασία, εκτός ως ένα όχημα για την αλληλεπίδραση των κβάντα, έτσι και για την προοπτική των γενετιστών, η ατομική ύπαρξη, το ον και οι σχέσεις του με το περιβάλλον δεν έχουν καμία σημασία γι αυτούς. Το πολύ που του αναγνωρίζουν είναι ως όχημα της γενετικής πληροφορίας, η οποία θα πρέπει να ιδωθεί ως η ουσία της ζωής, υποσκάπτοντας κάθε έννοια ατομικότητας, ζωτικότητας, ελευθερίας των σχέσεων και ολιστικής συνοχής.

Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει μια τέτοια προοπτική είναι να ψηφιοποιεί τη ζωή. Η ύπαρξή μας δεν νοείται πλέον σαν μια συνοχή του σώματος, του μυαλού, των παθών, των επιθυμιών, των δράσεων κι επιλογών μας, της θέλησης και των σχέσεων σε έναν μοναδικό χορό μέσα στον κόσμο, αλλά μάλλον σαν μια διαδοχή ανταλλαγής βιο-πληροφοριών που δύνανται να προσαρμοστούν μέσα από την χειραγώγηση των ειδικών.

Το κοινωνικό πλαίσιο για μια τέτοια προοπτική είχε αρχίσει να σχηματίζεται ήδη πριν την «ανακάλυψη» του DNA που επέφερε το ακριβές υλικό για τα bits πληροφορίας. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, μετέτρεψε τον πολίτη (ήδη κομμάτι του συμπλέγματος του έθνους-κράτους) σε παραγωγό-καταναλωτή, βασικά αναλώσιμο, που μπορεί να αντικατασταθεί με κάθε άλλον, μετασχηματίζοντας την κοσμοθεώρηση της κοινωνικής τάξης. Η συνοχή του υποκειμένου είχε ήδη υποβαθμιστεί, ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνικής μηχανής. Είναι λοιπόν τότε, τόσο σπουδαίο το πέρασμα στον μετασχηματισμό του υποκειμένου σε κάτι που δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα άθροισμα γενετικών πληροφοριών οι οποίες είναι ανταλλάξιμες με κάθε άλλο «ζωντανό» εργαλείο;

Οι πρώτοι σύγχρονοι επιστήμονες ήταν συνήθως πιστοί χριστιανοί. Έτσι, όταν φαντάζονταν την μηχανή του σύμπαντος, ήταν γι αυτούς μια μηχανή κατασκευασμένη απ’ τον θεό και μ έναν σκοπό που ξεπερνούσε τον εαυτό της. Έκτοτε, οι επιστήμονες έχουν αφήσει πίσω τους τη σύλληψη ενός ανώτερου σκοπού. Το κυβερνητικό σύμπαν δεν εξυπηρετεί άλλον σκοπό παρά τη διατήρηση του εαυτού του, ούτως ώστε να διατηρήσει τη ροή των bits πληροφοριών. Αυτό, σε ένα πρακτικό κοινωνικό επίπεδο σημαίνει ότι κάθε ον υπάρχει μόνο και μόνο για να διατηρεί την κυρίαρχη κοινωνική τάξη. Κάθε υποκείμενο είναι ένα εργαλείο για τον σκοπό αυτό, και τα εργαλεία αυτά μπορούν να προσαρμοστούν όταν είναι ανάγκη, ώστε να διατηρήσουν την ροή πληροφοριών – σαν να λέμε το κέρδος – που επιτρέπει στην κοινωνία να αναπαράγεται.

Ωστόσο, αν και υποβαθμισμένα, τα υποκείμενα συνεχίζουν να υφίστανται. Αυτοί που προωθούν την βιοτεχνολογία πιέζονται να μας πείσουν για τα οφέλη της. Αν η ιδέα της βιοτεχνολογίας ως ένα μέσο για την καταπολέμηση της πείνας στον κόσμο έχει χάσει κάθε πειστικότητα μπροστά στους τρόμους της τεχνολογίας-εξολοθρευτή και του πατενταρισμένου γενετικού υλικού, στον τομέα της ιατρικής, η βιοτεχνολογία έχει κατορθώσει να παρουσιάσει ένα πολύ πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Οι υποθετικές γενετικές καταβολές του καρκίνου, του αλκοολισμού, της σχιζοφρένειας, της εξάρτησης απ’ τα ναρκωτικά και ενός αύξοντος αριθμού άλλων ασθενειών, διαταραχών και συμπεριφορών είναι πλέον αποδεκτές ως κοινοτοπίες παρά τα γεγονός ότι δεν υπάρχουν χειροπιαστές αποδείξεις για κάτι τέτοιο, και βασίζεται κυρίως σε θεωρήματα. Ωστόσο η μιντιακή προπαγάνδα δουλεύει καλά, παράγοντας μια συγκατάβαση σε πολλούς να αποδεχτούν την «θετική» ιατρική χρήση της βιοτεχνολογίας, δηλαδή, τη συγκατάβασή τους να τους διαχειριστούν ως κυβερνητικές μηχανές που μπορούν να λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά μετά από μια εξωτερική χειραγώγηση κάποιων bits πληροφοριών.

Ο μελλούμενος τρόμος της βιοτεχνολογίας – η γενετική επιμόλυνση, η διάχυση γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών στο περιβάλλον, η απολυταρχική χρήση της κλωνοποίησης – τους κάνουν να ζητούν μόνο μια ρύθμιση αυτού του τεχνολογικού συστήματος, ώστε να αποτραπεί μια «κακή» χρήση του. Όμως αν είναι η βασική ιδεολογία που κρύβεται πίσω από την τεχνολογία αυτή, αυτό που αμφισβητούμε, αν είναι η υποβάθμιση της υποκειμενικής ύπαρξης σε έναν προσαρμόσιμο μηχανισμό για τη ροή των πληροφοριών, τότε μια τέτοια ρύθμιση είναι άχρηστη. Αν πρέπει να διασώσουμε την αξιοπρέπεια του ατόμου, την ομορφιά της ζωής, το θαύμα του σύμπαντος, τότε πρέπει να δράσουμε για την καταστροφή της τεχνολογίας αυτής, και του κοινωνικού συστήματος που την παράγει. Και δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι η βιοτεχνολογία είναι απλώς η τελευταία, πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της ίδιας υποβαθμιστικής ιδεολογίας που είναι έμφυτη στο βιομηχανικό τεχνολογικό σύστημα – και στην εξημέρωση την ίδια – από την αρχή του.

Για όσους από μας η ζωή δεν είναι απλώς επιβίωση, για όσους το θαύμα, η ομορφιά, το πάθος και η χαρά είναι η ουσία της ύπαρξης, για όσους η μοναδικότητα κάθε είδους είναι η βάση για έναν κόσμο ελευθερίας των σχέσεων, το καθήκον είναι τεράστιο: η καταστροφή της ψηφιοποιημένης ύπαρξης που μας έχει επιβληθεί και η δημιουργίας μιας νέας κάθε μέρα που περνά, ως μοναδικά και υπέροχα όντα σχετιζόμενα με όσους/ες και όσα αγαπάμε.

[Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Νοέμβρης 2007]

To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Wilful Disobedience

Εξέγερση και σώμα – Massimo Passamani

Εξέγερση και σώμα – Massimo Passamani

Ολόκληρη η ιστορία του δυτικού πολιτισμού μπορεί να διαβαστεί σαν μια συστηματική απόπειρα να αποκλειστεί και να απομονωθεί το σώμα. Από τον Πλάτωνα κιόλας, κάτι τέτοιο έγινε από καιρό σε καιρό φανερό, ως τρέλα που πρέπει να ελεγχθεί, παρόρμηση που πρέπει να καταπιεστεί, εργατική δύναμη που πρέπει να διευθυνθεί, ασυνείδητο που πρέπει να ψυχαναλυθεί.

Η πλατωνική διάκριση μεταξύ σώματος και πνεύματος, μια διάκριση που τραβήχτηκε μέχρι την απόλυτη υπεροχή του τελευταίου («το σώμα είναι ο τάφος του πνεύματος»), συνοδεύει ακόμα και τις πιο ριζοσπαστικές εκφράσεις στη σκέψη.

Τώρα, αυτή η θέση υποστηρίζεται σε πολυάριθμα φιλοσοφικά κείμενα, σχεδόν σε όλα, εκτός από κείνα που είναι ξένα προς την επιλεκτική και μερική ατμόσφαιρα των πανεπιστημίων. Μια ανάγνωση του Νίτσε και των συγγραφέων όπως η Hannah Arendt βρήκε τη δική της σχολαστική συστηματοποίηση (φαινομενολογική ψυχολογία, ιδέα της διαφοροποίησης κλπ). Ωστόσο, ή καλύτερα εξ αιτίας αυτού, δεν νομίζω ότι αυτό το πρόβλημα, οι συνέπειες του οποίου είναι πολλές και εντυπωσιακές, έχει διερευνηθεί εις βάθος.

Μια ριζική απελευθέρωση των υποκειμένων εμπεριέχει έναν εξίσου ριζικό μετασχηματισμό του τρόπου με τον οποίον αντιλαμβανόμαστε το σώμα, τις εκφράσεις και τις σχέσεις του.

Εξαιτίας μια πολεμικής χριστιανικής κληρονομιάς, οδηγούμαστε στην πεποίθηση ότι η κυριαρχία ελέγχει και εκμεταλλεύεται ένα μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης χωρίς όμως να επηρεάζει την εσωτερική της φύση (και θα μπορούσαν κι εδώ να ειπωθούν πολλά για τη διάκριση μεταξύ μιας υποτιθέμενης εσωτερική κι εξωτερικής φύσης). Φυσικά, οι καπιταλιστικές σχέσεις και οι κρατική επιβολή μολύνουν και βλάπτουν τη ζωή, όμως εμείς θεωρούμε ότι η αντίληψη του εαυτού μας και του κόσμου έχει παραμείνει αναλλοίωτη. Έτσι, ακόμα κι όταν φανταζόμαστε μια ριζική ρήξη με το υπάρχον, είμαστε σίγουροι ότι είναι το σώμα μας όπως το αντιλαμβανόμαστε τώρα που θα δράσει κάπως έτσι.

Αντίθετα, νομίζω ότι το σώμα μας υπέφερε και συνεχίζει να υποφέρει από έναν τρομαχτικό ακρωτηριασμό. Κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στις φανερές όψεις του ελέγχου και της αλλοτρίωσης που συνδέονται με την τεχνολογία. (ότι τα σώματα έχουν υποβιβαστεί σε ρεζερβουάρ οργάνων είναι κάτι το προφανές αν αναλογιστούμε το θρίαμβο της επιστήμης των μεταμοσχεύσεων, η οποία περιγράφεται μέσα από έναν πονηρό ευφημισμό ως το «τελευταίο όριο της ιατρικής». Για μένα η πραγματικότητα μοιάζει πολύ χειρότερη από την φαρμακευτική κερδοσκοπία και τη δικτατορία της ιατρικής όπως μαρτυρά ένα διαχωρισμένο και ανίσχυρο σώμα). Η τροφή, ο αέρας, οι καθημερινές σχέσεις έχουν ατροφήσει τις αισθήσεις μας. Η αναισθησία της εργασίας, η βεβιασμένη κοινωνικότητα, η φριχτή υλικότητα του κουτσομπολιού, κυριαρχούν τόσο τη σκέψη όσο και το σώμα, μιας και δεν είναι εφικτή καμιά διάκριση ανάμεσά τους.

Η πειθήνια υποταγή στον νόμο, τα μονοπάτια που εγκλωβίζονται οι επιθυμίες μας, οι οποίες στην αιχμαλωσία μετατρέπονται σε θλιβερά φαντάσματα του εαυτού τους, αδυνατίζουν τον οργανισμό όπως ακριβώς η μόλυνση ή η βεβιασμένη χορήγηση φαρμάκων.

«Η ηθική είναι εξάντληση», είπε ο Νίτσε.

Για να ζήσει κανείς τη ζωή του, αυτή η υπερβολή που πρέπει να της αποδοθεί, εμπεριέχει έναν μετασχηματισμό των αισθήσεων όχι λιγότερο απ’ όσο των ιδεών ή των σχέσεων.

Έχω πρόσφατα αρχίσει να βλέπω τους ανθρώπους ως κάτι το όμορφο, ακόμα και σωματικά, κάτι που φαινόταν σχεδόν ασήμαντο λίγο καιρό πριν. Όταν προβάλεις τη ζωή σου και δοκιμάζεσαι σε μια πιθανή εξέγερση μαζί με κάποιον, βλέπεις στους συμπαίκτες σου πανέμορφα υποκείμενα, κι όχι τις σκυθρωπές φάτσες και τα σβησμένα κορμιά της συνήθειας και της υποταγής. Πιστεύω ότι γίνονται πραγματικά όμορφοι (κι όχι ότι απλά μου φαίνονται έτσι) τη στιγμή στην οποία βιώνουν τις επιθυμίες τους και πραγματώνουν τις ιδέες τους.

Η ηθική κατάληξη ενός που εγκαταλείπει το σύστημα της εξουσίας και του επιτίθεται είναι μια αντίληψη, μια στιγμή στην οποία δοκιμάζει κανείς την ομορφιά των συντρόφων του και την μιζέρια του καταναγκασμού και της υποταγής. «Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω», μια φράση του Καμύ που ποτέ δεν έπαψε να με γοητεύει όπως μόνο ένας λόγος για να υπάρχεις θα μπορούσε.

Μόνο ένα διαφορετικό σώμα μπορεί να πραγματοποιήσει αυτή την τελική άποψη για τη ζωή που ανοίγεται στις επιθυμίες και στην αμοιβαιότητα, και μόνο μια προσπάθεια προς την ομορφιά και προς το άγνωστο μπορεί να απελευθερώσει τα αιχμαλωτισμένα σώματά μας.


Συνέντευξη του Mike Davis στο Occupied London

Αντίσταση, Ανατροπή και Καταστροφή του Συμπλέγματος της Επιτήρησης και του Ελέγχου: μια συνέντευξη με τον Mike Davis

Ο Mike Davis είναι καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Ιρβάιν, και συγγραφέας μεταξύ άλλων των: “City of Quartz: Excavating the Future in Los Angeles” (1990), “Dead Cities, And Other Tales” (2003) και πιο πρόσφατα, “Buda’s Wagon: A Brief History of the Car Bomb” (2007). Παρακάτω, ακολουθεί ένα απόσπασμα από συνέντευξή του στο περιοδικό Voices of Resistance from the Occupied London στις 23/2 στο Λονδίνο.

Ασχολείσαι συχνά με την εύρεση αναλογιών μεταξύ διάφορων τάσεων αστικού ελέγχου στον κόσμο. Θα μπορούσες να συγκρίνεις την κατάσταση στο Λος ’Αντζελες, την καταστολή και την επιτήρηση που διεξάγεται εκεί στην περίοδο που γράφεις το “City of Quartz” με την κατάσταση στο Λονδίνο σήμερα;

Δεν υπάρχει καμιά απολύτως σχέση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το σύμπλεγμα της επιτήρησης που υφίσταται στο Λονδίνο. Ακόμα και οι κάμερες CCTV μόνο τώρα τελευταία τέθηκαν στο προσκήνιο στις ΗΠΑ. Η συνολική επιτήρηση των κεντρικών περιοχών αμερικανικών πόλεων είναι κάτι για το οποίο έχω γράψει στις αρχές του ’90 όμως μόνο όσον αφορά μικρές περιοχές, ελάχιστα στρέμματα στο κεντρικό Λος ’Αντζελες για παράδειγμα. Αν ο Giuliani (Σ.τ.μ. Rudolf Giuliani, συντηρητικός δήμαρχος της Νέας Υόρκης) γίνει πρόεδρος θα έρθουμε πιο κοντά στην ιδέα της συνολικής επιτήρησης και του ελέγχου στο κέντρο των πόλεων όμως το Λονδίνο είναι τουλάχιστον μια αν όχι δυο γενιές πιο μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη, στις ΗΠΑ η υποδομή ήδη υπάρχει: οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας έχουν πλέον συστήματα επιτήρησης που καταγράφουν το μποτιλιάρισμα. Όμως θεωρώ ότι το Λονδίνο είναι πραγματικά σοκαριστικό με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, δεν είχα ιδέα, πριν έρθω εδώ, ότι τα υπόγεια περάσματα παρακολουθούνται και τα δεδομένα αποθηκεύονται. Στις ΗΠΑ τα πράγματα πήραν μια διαφορετική κατεύθυνση. Προφανώς, σε κάθε οικονομική συναλλαγή που έχεις, και ιδιαίτερα στο διαδίκτυο, υπάρχει μεταφορά δεδομένων ή ακόμα και πώλησή τους για λόγους μάρκετινγκ. Πιστεύω ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα μπορεί να είναι το πιο προχωρημένο του κόσμου, με αυτήν την έννοια, χρησιμοποιώντας τα δεδομένα του μάρκετινγκ για να κατηγοριοποιήσει ανθρώπους και να τους περάσει πολιτικά μηνύματα. Επίσης, υπάρχει πολύ μεγαλύτερος προϋπολογισμός και περισσότερα ερευνητικά προγράμματα στις ΗΠΑ. Για να δώσω ένα παράδειγμα του πως λειτουργεί αυτό: Η κυβέρνηση Bush χρειάζεται προγράμματα υποδοχής μεταναστών ώστε να ικανοποιήσει την ανάγκη για εργατικά χέρια σε κρίσιμους τομείς όπως οι καλλιέργειες. Όμως, βρίσκεται εκτεθειμένη από μια εξέγερση της βάσης των ρεπουμπλικάνων ενάντια στους δημοκρατικούς. Ένα από τα πράγματα που ζητούν είναι η ανέγερση ενός τοίχους σε όλο το μήκος των μεξικανικών συνόρων και το Κογκρέσσο πράγματι εξουσιοδότησε την κατασκευή μέρους του, αν και άνθρωποι που εργάζονται στον έλεγχο των συνόρων και στην επιτήρηση το κοροϊδεύουν μιας και οι τοίχοι αυτοί θα είναι ολότελα αναποτελεσματικοί: Μεταλλικά αναχώματα ύψους 12 ποδιών (σ.τ.μ: 4 μέτρα) που θα μπορούσε να σκαρφαλώσει ο καθένας. Εργάζονται σε κάτι εξ ολοκλήρου διαφορετικό: ένα εικονικό σύνορο, περισσότερο σαν τον εικονικό έλεγχο που υφίσταται αυτή τη στιγμή στο Λονδίνο. Έπρεπε να ταΐσουν κουτόχορτο τους συντηρητικούς των προαστείων που ήθελαν κάτι σε φυσικό τοίχος α-λα Βερολίνο, να τους δίνει την αίσθηση ασφάλειας του ελέγχου των συνόρων. Ο πραγματικός έλεγχος πάνω στις κινήσεις των ανθρώπων δεν έχει τόση ανάγκη από τα τείχη αυτά όσο έχει την τεχνολογία. Αυτή είναι και η σφαίρα όπου πιστεύω ότι οι ΗΠΑ είναι πιο προχωρημένες προς την δημιουργία μιας κοινωνίας ολοκληρωτικού ελέγχου. Ο Perry, ο κυβερνήτης του Τέξας, εξουσιοδότησε την τοποθέτηση καμερών σε περιοχές των συνόρων όπου περνούν άνθρωποι συχνά και τις συνέδεσε στο διαδίκτυο. Έτσι δημιούργησε ψηφιακούς ρουφιάνους. Ο καθένας μπορεί να σπαταλήσει το χρόνο του χαζεύοντας στην έρημο, κι αν δει έναν μεξικάνο να έρχεται μπορεί να καλέσει κάποιο παράρτημα της τεξανής πολιτείας που θα ειδοποιήσει τους συνοριοφύλακες.

Έτσι το ίντερνετ μπορεί να απειλεί την ελευθερία χάρις στον τρόπο που μπορούμε όλοι να εποπτεύουμε, να καταπιέζουμε και να φυλακίζουμε ο ένας τον άλλον: είμαστε πλέον όλοι δεσμοφύλακες, επιτηρώντας ο ένας τις κινήσεις του άλλου. Είναι μια αποκρουστική ιδέα και η ακρο-δεξιά την λατρεύει, να έχει κάποιο ρόλο να παίξει στην αστυνόμευση της μετανάστευσης και της κοινωνίας. Ο καθένας, υπό μια έννοια, αρέσκεται να φοράει ένα αστυνομικό σήμα.

Στο Λ.Α. έβαλαν πρόσφατα ψηφιακές εικόνες στους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας ώστε να μεταδίδουν προειδοποιήσεις για την κίνηση, παρόλο που είμαστε ακόμη πολύ πίσω από την Ευρώπη στο ζήτημα αυτό. Τώρα τους χρησιμοποιούν για συναγερμούς για απαγωγές κλπ. Το πρόβλημα με το να τοποθετηθούν ένα σωρό από αυτές στις ΗΠΑ και ιδιαίτερα στα κέντρα των πόλεων, είναι ότι δε θα άντεχαν ούτε μια μέρα! Θα ήταν αναγκασμένοι κατά κάποιο τρόπο να εξοπλίσουν, να οχυρώσουν και να προστατεύσουν τις κάμερες επιτήρησης. Το επίπεδο βανδαλισμού στα κέντρα των αμερικανικών πόλεων είναι πολύ προχωρημένο κι εκτενές… Κάποτε υπολόγισα την κάλυψη ανά τετραγωνικό μέτρο των γκράφφιτι στο Λ.Α. και πήρα συνεντεύξεις από ανθρώπους που καθάριζαν τα γκράφφιτι κλπ. Μπορούν να βάλουν κάμερες όμως θα σπαστούν και θα κατεβούν. Μπορεί να γίνεται με την μεσαία τάξη – ίσως περάσει στα κυριλέ προάστεια του Santon ή στις συνοικείες των λευκών του Johannesburg όμως αν αρχίσεις να βάζεις κάμερες στις γειτονιές των αμερικανικών γκέτο, θα πρέπει να βάλεις κι από έναν αστυνομικό να φυλάει την καθεμιά τους. Είναι μια από τις αντιφάσεις της κοινωνίας του ελέγχου. Οι κάμερες CCTV δεν είναι τόσο προχωρημένες στις ΗΠΑ όσο στην Ευρώπη. Οι άνθρωποι επαναπαύονται περισσότερο στην ιδιωτική αστυνομία στις ΗΠΑ.

Γιατί δεν υπάρχουν βανδαλισμοί ενάντια στις κάμερες στο Λονδίνο;

Αυτό θα ήταν κι ένα απ τα δικά μου ερωτήματα. Νομίζω ότι πρέπει να προπαγανδίσουμε και να αγωνιστούμε για την ιδέα μιας παγκόσμιας εξέγερσης ενάντια στη συνθήκη της επιτήρησης, ενάντια στην καταστρατήγηση των αστικών ελευθεριών. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους και να βρούμε κάθε πιθανό τρόπο να αντισταθούμε, να ανατρέψουμε και να καταστρέψουμε το σύμπλεγμα της επιτήρησης και του ελέγχου. Σιγουρα, εκατομμύρια εφήβων το κάνουν έτσι κι αλλιώς. Ο Kevin Lynch έγραψε ένα βιβλίο πάνω στον βανδαλισμό. Τον ενδιέφερε πολύ ο βανδαλισμός σαν μια αστική διαδικασία, οι βανδαλισμοί κάθε είδους. Τον μελέτησε στα ’70, σε έναν βαθμό ώστε να καταλάβει πως οι αρχιτέκτονες θα μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν και μερικώς επειδή τον ενδιέφερε η ίδια η λογική του. Θεώρησε πως οτιδήποτε ενέπλεκε τους ανθρώπους και το τεχνητό περιβάλλον, ακόμα και η καταστροφή του, ήταν κάτι το θεμιτό. Αν θες να δημιουργήσεις μια θεωρία συμμετοχικής αρχιτεκτονικής ή πολεοδομίας, ο βανδαλισμός φαίνεται να είναι η πιο συνηθισμένη και δημοφιλής μορφή συμμετοχής στο τεχνητό περιβάλλον, εξεγειρόμενος ενάντια στην απανθρωποποίησή του, με την συγκέντρωση της εργατικής τάξης στα κέντρα των αμερικανικών πόλεων κλπ.

Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε μια στρατηγική ώστε να υποστηρίξουμε ο ένας τον άλλον: θα έπρεπε να βανδαλίζουμε και να ανατρέπουμε τη συνθήκη της επιτήρησης και την μεσαία τάξη που τη στηρίζει. Το να κατεβάζεις τις προειδοποιητικές πινακίδες “ένοπλης αυτοάμυνας” (σ.τ.μ. συνηθίζεται στην αμερικανική επαρχία, ιδιαίτερα στον νότο, μια εσκεμμένη παρεξήγηση της “νόμιμης αυτοάμυνας”, που εμφανίζεται σε πινακίδες στα χωράφια με επιγραφές όπως “Αν πατήσεις στην ιδιοκτησία μου, σε περιμένι μολύβι” κλπ) απ΄ τα χωράφια τρελαίνει τους ανθρώπους… Όχι ότι η ένοπλη αυτή αυτοάμυνα θα πραγματοποιηθεί σίγουρα, αλλά οι άνθρωποι νιώθουν εξαιρετικά εξασφαλισμένοι έχοντας την πινακίδα εκεί. Αν τους την αφαιρέσεις νιώθουν πως όλες οι δυνάμεις του σύμπαντος θα κινητοποιηθούν εναντίον τους, και πιθανό να δολοφονηθούν την επόμενη μέρα. Έχω ξεκινήσει μια σειρά από βανδαλισμού μαύρων σκιάχτρων – που είναι ένα φαινόμενο αμερικάνικου σωβινισμού και ρατσισμού. Πρόκειται για φιγούρες μαύρων που τις βάζουν στα χωράφια, και είναι δημοφιλείς μεταξύ ανθρώπων που νοσταλγούν την παλιά φυλετική τάξη, όταν όλοι οι μαύροι ήταν υπηρέτες ή σκλάβοι. Όταν γύρισα στο Λ.Α. στα τέλη του ’80 ανακάλυψα ότι υπήρχαν αρκετά τέτοια σε σπίτια στο Beverly Hills. Είναι κάτι στο οποίο μπορεί να εφαρμοστεί όλη η δημιουργική ενέργεια της νεολαίας: στο να βρεθούν τρόποι να αντιμετωπιστεί και να ανατραπεί η κοινωνία της επιτήρησης.

Στο κεντρικό σας ερώτημα δεν έχω καμία απάντηση. Έζησα στο Λονδίνο στα ’80, αρκετά δυστυχισμένος και φτωχός, όπως είχα κάποιες σπουδαίες στιγμές. Ήμουν στη Fleet Street στην μάχη του Fortress Murdoch, όπου οι εργάτες των τυπογραφείων μάχονταν τους μπάτσους κάθε νύχτα… Υπέροχα πράγματα. Απέραντη ενέργεια στην πόλη. Έτσι, δεν με έλκει να γυρίσω πίσω και να δω τους ανθρώπους πειθήνιους και καθυποταγμένους. Το Λονδίνο είναι ένα μέρος όπου καταφτάνουν τόσοι άνθρωποι… Μετανάστες έρχονται για δουλειά, φοιτητές για να σπουδάσουν, μια συνεχής ροή ανθρώπων προς τα μέσα και προς τα έξω. Αναρωτιόμασταν αν αυτό έχει να κάνει με την καθυπόταξή του – ή αν, από την άλλη, προσφέρει πιθανότητες αντίστασης… Θα ΄λεγα ναι, αν και οι μετανάστες σήμερα είναι τόσο ριζοσπαστικά εκτεθειμένοι στο Λονδίνο όσο είναι και στις ΗΠΑ. Σε μια ομιλία μου προχθές προσπάθησα να εξηγήσω ότι δύσκολα μπορούμε να βρούμε μια άλλη στιγμή στην αμερικάνικη ιστορία που οι μετανάστες (περιλαμβανομένων των νομιμοποιημένων) να ήταν τόσο εκτεθειμένοι. Η κυβέρνηση του Bush υιοθετεί τη θέση ότι ακόμα και οι νόμιμοι μετανάστες δεν περιλαμβάνονται στην αμερικανική χάρτα των δικαιωμάτων ή στο σύνταγμα. Δεν απολαμβάνουν την προστασία της πολιτείας, τις αγγλοσαξονικές ελευθερίες κλπ. Γιγαντιαίες διαδηλώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών έλαβαν χώρα πέρισι στις ΗΠΑ εκφράζοντας την υπαρξιακή αγωνία των ανθρώπων, την αναγνώριση του δικαιώματος στην ύπαρξη. Από την άλλη μεριά, αυτή η λογική στο Λονδίνο είναι σαφής: περισσότερο απ όσο η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο είναι η απόλυτη παιδική χαρά των πλουσίων. Ρώσσοι δισεκατομμυριούχοι κατακλύζουν το Λονδίνο, κι όχι την Ν.Υ.. Γίνεται το παν για να διαβεβαιώσουν ότι είναι ένας απόλυτα ασφαλής τόπος για να αφήσεις τα λεφτά σου. Το Λονδίνο έπαιζε πάντοτε αυτόν τον ρόλο, σε ένα βαθμό μιας και θεωρούταν ότι η Νέα Υόρκη είναι ο απόλυτος τέτοιος προορισμός. Το Λονδίνο αμφισβητεί αυτή την πρωτιά με μεγάλη ένταση, και η ειρωνία πίσω από αυτό είναι ότι η ένταση αυτή είναι κατά ένα μέρος αποτέλεσμα της πολιτικής του Ken Livingstone.

Στη διάλεξή σου στο RIBA μίλησες για τις πόλεις, ως την μόνη ρεαλιστική λύση για το μέλλον, αναφορικά με το περιβάλλον. Θα μπορούσες να το εξηγήσεις λίγο;

Αναπόφευκτα, οδεύουμε προς έναν κόσμο όπου τουλάχιστον τα δυο τρίτα του πληθυσμού θα ζουν σε πόλεις. Μακάρι να μπορούσα να πιστέψω τις ιδέες του Kropotkin για μια επιστροφή στην αλληλοβοήθεια και στην αποκέντρωση… Γι αυτό πιστεύω ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες αυτής της σπουδαίας συζήτησης για τις εναλλακτικές πόλεις ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τους αναρχικούς ανάμεσα στα 1880 και στα 1930. Οι πόλεις είναι ο μόνος τρόπος να τετραγωνίσουμε τον κύκλο ανάμεσα στην απαίτηση της ανθρωπότητας για ισότητα και ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο σε έναν βιώσιμο πλανήτη. Η εναλλακτική για την ολοένα και εντονότερη ιδιωτική ή ατομική κατανάλωση είναι η δημόσια πολυτέλεια της πόλης. Είμαι πολύ επιρρεασμένος από τις ιδέες των κονστρουκτιβιστών προερχόμενων από τη Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα. Ήρθαν αντιμέτωποι με το γεγονός ότι η Ρωσία δεν είχε τις δυνατότητες να χτίσει πολυτελείς κατοικίες για την εργατική τάξη, αλλά θα την παρηγορούσαν με τη τη δημιουργία των πιο υπέροχων, ουτοπικών δημοσίων χώρων. Κάθε εργοστάσιο θα είχε κι ένα μεγάλο αθλητικό κέντρο, έναν κινηματογράφη ή μια βιβλιοθήκη. Οι δημόσιοι χώροι δε θα κάλυπταν μόνο τις κοινές ανάγκες, αλλά θα παρήγαγαν και θα ικανοποιούσαν και νέες. Είναι διαφορετικό να είσαι μόνος σου στο σπίτι με μια απεριόριστη πορνογραφία στο ίντερνετ και αρκετά διαφορετικό να είσαι νέος, στην πλατεία ή στο δημόσιο χώρο μαζί με ανθρώπους της ηλικίας σου και όλες τις πιθανότητες που συνεπάγεται κάτι τετοιο…

Στην ουσία της, η πόλη είναι η οικονομία της κλίμακας: παράγει τις πιο ολοκληρωμένες σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Παράγει ένα δημόσιο ή κοινωνικό πλούτο που δεν αποτελεί απλά υποκατάστατο της ιδιωτικής κατανάλωσης ή του ιδιωτικού πλούτου, αλλά επίσης τη βάση για ανάγκες που δεν μπορούν να υπάρξουν ή να εκπληρωθούν στον καπιταλισμό. Αν οι άνθρωποι είχαν δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε ολόκληρη την πορνογραφία που μπορείς να καταναλώσεις σε μια ζωή και στο φλερτάρισμα με ανθρώπους σε μια τεράστια πισίνα, τι θα επέλεγαν; Αυτός είναι ο πλούτος της πόλης. Ο Patrick Geddes, ο μεγάλος στοχαστής της πολεοδομίας από το Εδιμβούργο και φίλος του Kropotkin, ήταν ο πρώτος που είδε ότι η ανάπτυξη της πόλης και η ευάλωτη κατάσταση στην ενδοχώρα της είναι αλληλένδετες, ότι η πολεοδομική πυκνότητα υποστήριζε την διατήρηση του ανοιχτού χώρου και εξυπηρετεί τη φύση. ‘Ηταν ο πρώτος που επεξεργάστηκε σοβαρά την πολιτική των υποδομών και της ανακύκλωσης, της μη-εξαγωγής των σκουπιδιών, της βιωσιμότητας… Που είδε ότι υπήρχε μια σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν αυτός που πήγε στην Ινδία με τον βρετανικό στρατό ερευνώντας τα συστήματα υγειινής στη χώρα. Οι ινδοί είχαν λύσει τα προβλήματά τους – ξέρουν τι να κάνουν με τα σκατά τους. Το πρόβλημα το έχουν αυτοί που θέλουν να τα ρίχνουν στο νερό! Ιδού η άμεση σύνδεση μεταξύ του Geddes και του Kropotkin και μια ολόκληρη, μερικώς χαμένη αναρχική παράδοση για την αυτο-οργάνωση του αστικού πεδίου, τις αυτοδιευθυνόμενες πόλεις και την περιβαλλοντική λειτουργία των πόλεων. Δεν υπάρχει άλλη πιθανή λύση: Η Γη δε θα σωθεί από συλλογές υπογραφών. Η οικοδόμηση πόλεων που είναι πραγματικές πολιτείες με τη βαθειά έννοια του όρου είναι η λύση. Η δημιουργία μιας ισοτιμίας της ευχαρίστησης και της δημόσιας πολυτέλειας είναι η λύση. Και η αναγνώριση ότι η κατανάλωση έχει μετατραπεί σε μια πανούκλα που δηλητηριάζει εμάς και τα παιδιά μας.

Το 1934 ήρθε στο τέλος της μια συζήτηση κι ένας ελεύθερος στοχασμός για μια εναλλακτική πολεοδομία σε όλο το φάσμα, από την εγκατάλειψη των πόλεων και την επιστροφή στην αλληλοβοήθεια και στην ήπαιθρο, μέχρι σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στη Σοβιετική Ένωση, τα οράματα των υπερ-πόλεων. Υπάρχει ένα φορτίου τεράστιου πλούτου στη δημιουργική ουτοπική σκέψη για την πολεοδομία που πρέπει να επανακτηθεί. Δεν είναι απλά το προϊόν στοχαστών και σχεδιαστών, σχεδίων και μελετών εργασίας των κυβερνήσεων, αλλά σύλληψης της ατομικής δραστηριότητας των παριών της πόλης και των φτωχών, του καθένα.

Μιλώντας για τους Προβος στο ’Αμστερνταμ, τους καταστασιακούς κλπ… Το πρόβλημα είναι συνήθως η χρήση του αστικού πεδίου από πρωτοπορειακές ομάδες, ανθρώπους που προσπαθούν να συντηρήσουν παραδοσιακές μποέμ καταστάσεις: πρόσφυγες, καταληψίες, καλλιτέχνες… Κάνοντας ασυνείδητα τη δουλειά της ανάπλασης και των επιχειρήσεων real estate. Στο Λος ’Αντζελες, παρά τους ωκεανούς χρημάτων που έχουν ριχτεί στο κέντρο (το Λ.Α. έχει ένα από τα πιο απάνθρωπα κέντρα του κόσμου), η πόλη δεν κατάφερε ποτέ να το ενσωματώσει. Το σημείο καμπής ήταν όταν οι φοιτητές μου της αρχιτεκτονικής και μερικοί φτωχοί καλλιτέχνες πρόθυμοι να ζήσουν μαζί με άστεγους ανθρώπους ξεκίνησαν να ζουν σε διαμερίσματα εκεί. Τελικά κατάφεραν να δημιουργήσουν ευχάριστα μέρη. Το αποτέλεσμα: εστιατόρια και μπαρ άρχισαν να ανοίγουν, όπως στην κάτω ανατολική πλευρά της Ν.Υ. ή στο Σόχο του Λονδίνου. Οι τιμές τινάχθηκανστα ύψη, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι πετάχτηκαν έξω και γιάππηδες ήρθαν, μετατρέποντας την περιοχή σε στέκι πλουσίων. Αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα μιας και όταν έχεις μια δημιουργική κοινότητα ή ένα δίκτυο νέων ανθρώπων που προσπαθούν να ζήσουν στην πόλη με έναν διαφορετικό τρόπο μπορούν παρά τη θέλησή τους να γίνουν υπηρέτες της ανάπλασης.

Η ρεφορμιστική πολιτική δεν έχει να πει τίποτα πάνω σ αυτό. Δεν υπάρχει καμιά ρεφορμιστική κυβέρνηση πουθενά στον κόσμο που να μπορεί να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα της πολεοδομικής ανισότητας, μιας και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τις αξίες των οικοπέδων, της γης κλπ. Μέχρι να μπορούμε να μιλήσουμε για τσάκισμα των εγκληματικών αξιών της γης ή για κοινωνικοποίηση της γης ή για συστήματα περιορισμένης ισότητας στη γη, δεν μπορούμε να ελέγξουμε την πόλη, δεν μπορούμε να πετύχουμε καμία πραγματική ισότητα μέσα της.

Δημοσιεύτηκε στο www.occupiedlondon.org στις 20/3/2007

Μετάφραση και αναδημοσίευση στο www.geocities.com/anarcores στις 29/10/2007

…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας

Για την εξημέρωση των ζώων και των ανθρώπων – Crimethinc

Για την εξημέρωση των ζώων και των ανθρώπων

Πηγή: Days of War, Nights of Love

Ίσως αναρωτιέστε καμιά φορά, αν παρασυρόμαστε με την κριτική της σύγχρονης ζωής, αν όλη η κουβέντα για το κακό σύστημα και την σάπια κοινωνία είναι αποκύημα μιας νεανικής τρέλας κι αφελούς επαναστατικότητας. Είναι φαίνεται δύσκολο να πεί κανείς, μέσα από την ματιά του ίδιου του ανθρώπινου είδους, με όλη την υποκρισία του, τα όσα επιλέγει να κρύβει και να προβάλλει, αν όντως έχει κάποιο νόημα όλο αυτό… Οπότε ποιος ξέρει, ίσως τα πράγματα να μην είναι και τόσο σκατά, σωστά; αν θέλετε πάντως πραγματικά μια άποψη για το αν ο θαυμαστός νέος κόσμος μας είναι στ αλήθεια τόσο άσχημος όσο υποστηρίζουν μερικοί άνθρωποι, δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ματιά στο πως επηρεάζει τα άλλα είδη που ζουν μέσα του: τα ζώα.

Για την μεσαία τάξη, τα ζώα που γνωρίζει καλά (εκτός απ’ αυτά που έχει δει σε ταινίες και διαφημίσεις δηλαδή) είναι μάλλον αυτά που βρίσκονται στο μεσαίο κομμάτι της μη-ανθρώπινης ιεραρχίας: τα κατοικίδια, τα ζώα των ζωολογικών κήπων και των τσίρκων, τις μασκότ αθλημάτων και τα άλογα παραστάσεων. Όπως ακριβώς η αστική τάξη, έτσι κι αυτά, φαίνεται να περνάν καλά: όλη μέρα καθισιό, φαγητό και ύπνος, παιχνίδι με τα αφεντικά τους – κι όμως δεν είναι αυτή η ζωή για την οποία προορίζονταν τα ζώα αυτά, στις τελευταίες χιλιάδες χρόνων εξέλιξης. Τα σκυλιά έχουν τέσσερα πόδια ώστε να τρέχουν σε λιβάδια και κοιλάδες και να κυνηγάνε θηράματα, όχι να παίζουν φρίσμπι μια ώρα την εβδομάδα. Οι παπαγάλοι έχουν φτερά ώστε να πετούν πάνω από ζούγκλες και άγρια τοπία, όχι για να κάθονται σε στενάχωρα κλουβιά, με τα φτερά κομμένα, δίχως κάτι να συντηρεί το πνεύμα τους εκτός από το τραγούδι και τον μιμητισμό ανούσιων αποσπασμάτων λιγότερο μουσικών γλωσσών. Οι γάτες έχουν νύχια ώστε να παλεύουν και να καταδιώκουν και να τα λειαίνουν όπου επιλέγουν, έχουν όρχεις και ωάρια ώστε να σημαδεύουν την περιοχή τους και να καυλώνουν και να κάνουν έρωτα και να μεγαλώνουν γατάκια. Το να τους τα κόβουμε όλα και να τις κρατάμε κλειδωμένες μέσα, τις κάνει βαριεστημένες, παθητικές, παχιές και δίχως όρεξη να κάνουν οτιδήποτε άλλο απ’ το να τρωνε τυποποιημένες τροφές από κονσέρβες που δεν κυνηγούν ποτέ. Τα εξημερωμένα ζώα προορίζονται για γελωτοποιοί και αυλικοί του σύγχρονου νοικοκύρη, να του παρέχουν διασκέδαση και ένα υποκατάστατο κοινότητας, και οι ζωές και τα σώματά τους προσαρμόζονται σύμφωνα μ αυτό. Ο ρόλος τους δεν είναι πλέον να είναι ζώα, με όλη την πολυπλοκότητα που περιλαμβάνει κάτι τέτοιο, αλλά να είναι απλώς παιχνίδια.

Μια γρήγορη ματιά στους ανθρώπους της μεσαίας τάξης είναι αποκαλύπτική ως προς την ομοιότητα της κατάστασης εδώ. Ζούμε επίσης αποξενωμένοι από τους ομοίους μας, μέσα σε μικρά κουτιά ελεγχόμενου κλίματος, μικρά ενυδρεία με διαμορφωμένο περιβάλλον, που λέγονται διαμερίσματα. Μας ταΐζουν επίσης μια τυποποιημένη, μαζικής παραγωγής τροφή που φαίνεται να προέρχεται από το πουθενά, ολότελα διαφορετική από την τροφή που έτρωγαν οι πρόγονοί μας. Κι εμείς επίσης δεν έχουμε που να διοχετεύσουμε τις άγριες, αυθόρμητες ορμές μας, αποστειρωμένοι και ξεδοντιασμένοι από τις αναγκαιότητες της διαβίωσης σε περιοριστικές πόλεις και προάστεια κάτω από περιοριστικές νομικές και κοινωνικές και πολιτιστικές συμβάσεις. Κι εμείς δεν μπορούμε να περιπλανηθούμε μακριά απ’ τα σκυλόσπιτά μας, καθώς είμαστε με το λουρί της δουλειά από τις 9 ως τις 5, με το λουρί του διαμερίσματος, των φραχτών και των ιδιοκτησιών και των εθνικών συνόρων. Κι όπως ακριβώς τα κατοικίδιά μας, μαθαίνουμε κι εμείς να συμπεριφερόμαστε, να μας λείπει το σπίτι μας και το λουρί μας – να προσαρμοζόμαστε σ αυτόν τον εφιάλτη, να γινόμαστε απαθείς, παχύσαρκοι, βαριεστημένοι, χωρίς να τραγουδάμε κατ’ ανάγκη…

Πολύ λιγότερο ευνοημένοι από μας, τους ευνουχισμένους τροφίμους, ανθρώπους και ζώα, είναι τα ζώα που αποτελούν το “μη-ανθρώπινο προλεταριάτο”: Οι κότες που είναι παγιδευμένες να ζουν μέσα στα σκατά τους σε εργοστάσια αυγών με τα ράμφη τους βγαλμένα ώστε να μην τσιμπούν η μια την άλλη, τα κουνέλια με τα συστηματικά τυφλωμένα μάτια στα οποία δοκιμάζεται η ασφάλεια των σαμπουάν, τα μοσχάρια που περνούν ολόκληρη την αξιοθρήνητη ύπαρξή τους σε ξύλινα κουτιά. Οι ρόλοι των ζώων αυτών μπορούν να αντιστοιχιστούν σ αυτούς των βιομηχανικών εργατών, των προσωρινών λαντζέρηδων και γραμματέων, των σερβιτόρων του ελάχιστου μισθού και, με όποιον τρόπο και να το βλέπει κάθε μεμονωμένο αφεντικό, πάμε στοίχημα ότι η αγορά τους βλέπει με την ίδια λογιστική δυσφορία. Η ίδια κερδοσκοπική ασπλαχνία που επιτρέπει στην βιομηχανία κρέατος να θεωρεί το ετήσιο ολοκαύτωμα εκατομμυρίων ζώων πρέπον, είναι που βάζει τα δυνατά της ενάντια σε κάθε διεκδίκηση για καλύτερες συνθήκες εργασίας ή για υψηλότερους μισθούς. Κι όπως ακριβώς οι αγελάδες ή οι κότες ανατράφηκαν προσεκτικά, ακόμα και τροποποιήθηκαν γενετικά, σε βαθμό ώστε να είναι ανίκανες να επιβιώσουν έξω από τα κλουβιά τους, ο σύγχρονος εργάτης δεν έχει πια καμιά ιδέα του πως μπορεί να είναι η ζωή έξω από τον πλαστικό και τσιμεντένιο κόσμο της εργασίας, ή του πως θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του χωρίς το μαστίγιο στην πλάτη του. Πού θα πήγαινε, τέλος πάντων, αν δραπέτευε; Υπάρχουν ακόμα κατοικήσιμες χώρες που δεν έχουν κατακτηθεί, στις οποίες θα μπορούσε να διαφύγει; Και δε θα τις κατέστρεφε κι εκείνες επίσης, φέρνοντας μαζί του τις αξίες της εξημέρωσης με τις οποίες δηλητιριάστηκε από τ αφεντικά του; Στο τέλος, εκτός αν εμφορούταν από μια συνολική απόρριψη του βιομηχανικού καπιταλισμού, η απόδρασή του δε θα ήταν παρά ένα ακόμη κύμα στην παλίρροια τσιμέντου που πλακώνει τα πάντα στον πλανήτη.

Τελικά, υπάρχουν πάντα τα άγρια ζώα, που ακόμα επιβιώνουν σε περιβάλλοντα μολυσμένα με πετρελαιοκηλίδες, πεταμένα μπουκάλια αναψυκτικών, ρύπανση, για να μην μιλήσουμε για τους αυτοκινητοδρόμους και τους κυνηγούς. Καθώς η αστικοποίηση και η προαστειακή εξάπλωση προχωρούν ανελέητα προς τα μπρος, η καταστροφή των αποθεμάτων του φυσικού τους περιβάλλοντος, αυτά αναγκάζονται είτε να μάθουν να ζουν από τα σκουπίδια του ανθρώπου είτε να χαθούν. Τα περιστέρια χτίζουν φωλιές από γόπες τσιγάρων αντί για κλαράκια, τα ποντίκια προσαρμόζονται στη ζωή σε υπονόμους, οι κατσαρίδες ανθούν ως τα αρπακτικά της νέας εποχής. Αυτή η αστική άγρια πανίδα απασχολεί τον ίδιο κοινωνικό χώρο που απασχολούν και οι άστεγοι, αγωνιζόμενη για τα βασικά στη ζωή, αν και με καλύτερους όρους από τους ανθρώπινους ανταγωνιστές της. Η προαστειακή πανίδα – τα ρακούνς, πόσσουμς, σκίουροι που επιβιώνουν στις ξεχασμένες γωνιές των κατεχόμενων χώρων, ζουν από τα απομεινάρια της φύσης, και ίσως κι από όσα περισσεύουν από την μπουρζουαζία – μπορούν να συγκριθούν με τους καταληψίες, τους αγρότες βιολογικών καλλιεργειών, τους πανκς, τους μητροπολιτικούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες της υπόγειας αντίστασης. Τα υπόλειπα είδη πραγματικά άγριων ζώων, όπως τα δελφίνια, τα καριμπού, οι πιγκουίνοι, είναι ανάλογα με τους απειροελάχιστους εναπομείναντες ιθαγενείς λαούς του κόσμου που δεν έχουν απωλέσει ακόμα την κουλτούρα τους και δεν έχουν τοποθετηθεί σε ζωολογικούς κήπους. Για όλους αυτούς, το μέλλον δεν προβλέπεται ευοίωνο, καθώς ο σιδερένιος άνεμος της τυποποίησης πνέει πάνω απ τον πλανήτη.

Αυτό που θέλουμε να πούμε με όλα αυτά, δεν είναι ότι παραστρατήσαμε από κάποιο σπουδαίο σχέδιο της “Μητέρας Φύσης”, ούτε ότι το μέτρο της ευτυχίας και της υγείας μας θα έπρεπε να είναι η ομοιότητά μας με το “φυσικό”. Οποτεδήποτε τα ανθρώπινα όντα προσπαθούν να περιγράψουν τί είναι η “Φύση”, το μόνο που κάνουν είναι να προβάλουν πάνω της τους νόμους που διέπουν την κοινωνία μας, ή να της προσδίδουν όλα όσα θεωρούν ότι λείπουν από τον πολιτισμό τους. Και παραπέρα, η φύση η ίδια είναι κάτι που αλλάζει διαρκώς: τη συγκεκριμένη στιγμή, το φυσικό περιβάλλον ενός κουταβιού είναι στην πραγματικότητα το λουρί και το σκυλόσπιτο. Αν έχουμε καταστρέψει ολόκληρο τον φυσικό κόσμο με τον πολιτισμό μας, τότε σε τελική ανάλυση κι αυτό πρέπει να ήταν μέρος του “φυσικού” προορισμού μας (γιατί, τί υπάρχει στη Γη που δεν προέρχεται από τη φύση; Είναι μήπως η ανθρωπότητα ευλογημένη ή καταραμένη με …υπερφυσικές δυνάμεις;). Το ζήτημα δεν είναι πως να γυρίσουμε πίσω σε μια υποταγή στη Φύση, αλλά μάλλον πώς να ενωθούμε εκ νέου με τον κόσμο γύρω μας, με έναν τρόπο που να λειτουργεί. Μπορούμε να φτιάξουμε έναν κόσμο στον οποίο ζώα και άνθρωποι να ζουν σε αρμονία μεταξύ τους, χωρίς διαχωρισμούς, χωρίς διακρίσεις ανάμεσα στο φυσικό και στο πολιτισμένο, ανάμεσα στο οικείο και στο ξένο; Μπορούμε να δραπετεύσουμε από τα δάση του τσιμέντου προς τα καταπράσινα, δροσερά δάση που έχουμε, αταβιστικά, στη φαντασία μας;

Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Οκτώβρης 2007

Αποξένωση: χαρτογραφώντας την απελπισία- Crimethinc

Αποξένωση: χαρτογραφώντας την απελπισία

Πηγή: Days of War Nights of Love – CrimethInc

Στο σύγχρονο κόσμο, ο έλεγχος εξασκείται πάνω μας αυτόματα, από τους χώρους στους οποίους ζούμε και μετακινούμαστε. Περνάμε μέσα από συγκεκριμένα τελετουργικά στη ζωή μας – εργασία, “ελεύθερος χρόνος”. κατανάλωση, υποταγή – γιατί ο κόσμος που ζούμε είναι σχεδιασμένος για να χωράει αυτά και μόνο. Ξέρουμε όλοι ότι τα εμπορικά κέντρα είναι για να ψωνίζουμε, τα γραφεία για την εργασία, τα “καθιστικά” δωμάτια για να βλέπουμε τηλεόραση, και τα σχολεία για να υπακούμε στους καθηγητές. Όλοι οι χώροι που περνάμε έχουν μια προκαθορισμένη σημασία, και το μόνο που χρειάζεται για να επαναλαμβάνουμε τις ίδιες κινήσεις είναι να κινούμαστε μέσα από τα ίδια μονοπάτια. Δύσκολα θα βρεί κανείς κάτι άλλο να κάνει στο Walmart από το να αγοράσει προϊόντα, και συνηθισμένος στο να κάνει αυτό, αδυνατεί να συλλάβει ότι μπορεί να κάνει οτιδήποτε άλλο, δε χρειάζεται βέβαια να αναφέρουμε ότι το να κάνεις οτιδήποτε άλλο εκεί εκτός από ψώνια, είναι λίγο πολύ παράνομο, αν το καλοσκεφτούμε.

Μένουν ολοένα και λιγότεροι ελεύθεροι, “υποανάπτυκτοι” χώροι στον κόσμο όπου μπορούμε να αφήσουμε τα σώματα και τα μυαλά μας ελεύθερα. Σχεδόν κάθε μέρος όπου μπορούμε να πάμε ανήκει σε κάποιο πρόσωπο ή ομάδα που έχει ήδη καθορίσει μια λειτουργία για την οποία το προορίζει: ιδιωτική ιδιοκτησία, εμπορικά, αυτοκινητόδρομοι, αίθουσες διδασκαλίας, εθνικό πάρκο. Και οι προβλέψιμες διαδρομές μας μέσα στον κόσμο σπάνια μας οδηγούν προς τους ελεύθερους χώρους που απομένουν.

Αυτοί οι ελεύθεροι χώροι, όπου η σκέψη και η απόλαυση μπορούν να απελευθερωθούν με κάθε έννοια, αντικαθίστανται με επιμελώς ελεγχόμενα περιβάλλοντα όπως η Disneyland – χώροι όπου οι επιθυμίες μας προκατασκευάζονται και μας πουλιούνται πίσω με οικονομική και συναισθηματική δαπάνη δική μας. Το να σημασιοδοτούμε οι ίδιοι τον κόσμο και να ανοίγουμε τους δικούς μας δρόμους παιχνιδιού και δράσης μέσα του είναι θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης ζωής. Σήμερα, καθώς δε βρισκόμαστε ποτέ σε χώρους που να ενθαρρύνουν κάτι τέτοιο, δε θα έπρεπε να μας εκπλήσσει που τόσο πολλοί ανάμεσά μας νιώθουν απόγνωση και έλλειψη. Αλλά μιας και ο κόσμος έχει τόσο λίγους ελεύθερους χώρους εναπομείναντες, και η κυκλοφορία της καθημερινής μας ζωής δεν μας πάει ποτέ εκεί, αναγκαζόμαστε να πηγαίνουμε σε μέρη σαν τη Disneyland αναζητώντας ένα καχέκτυπο ενός κάποιου παιχνιδιού κι ενθουσιασμού. Έτσι η πραγματική περιπέτεια για την οποία καρδιοχτυπούμε αντικαθίσταται μαζικά με μια ψευδή περιπέτεια, και η ανατριχίλα του δημιουργού από την ανία του θεατή.

Ο χρόνος μας καταλαμβάνεται και ρυθμίζεται με τον ίδιο τρόπο με τον χώρο: πράγματι, η κατάτμηση του χώρου μας είναι μια εκδήλωση αυτού που έχει ήδη συμβεί με τον χρόνο μας. Ολόκληρος ο κόσμος κινείται και ζει σύμφωνα με ένα τυποποιημένο χρονικό σύστημα, σχεδιασμένο ώστε να συγχρονίζει τις κινήσεις μας από την μια άκρη του πλανήτη ως την άλλη. Μέσα σ αυτό το αχανές σύστημα, οι ζωές όλων μας κυριαρχούνται από τον εργασιακό χρόνο ή τις ώρες του σχολείου, καθώς και τις ώρες που λειτουργούν οι μαζικές συγκοινωνίες ή οι επιχειρήσεις κλπ. Αυτός ο προγραμματισμός των ζωών μας, που ξεκινά στην παιδική ηλικία, εξασκεί έναν υπόγειο αλλά διεισδυτικό έλεγχο πάνω μας: Ξεχνάμε εύκολα ότι ο χρόνος της ζωής μας είναι απόλυτα δικός μας για να τον ξοδέψουμε όπως επιθυμούμε, ενώ αναγκαζόμαστε να σκεφτούμε με όρους εργάσιμων ημερών, διαλειμμάτων, σαββατοκύριακου. Μια αληθινά αυθόρμητη ζωή είναι αδιανόητη για τους περισσότερους από μας: και ο λεγόμενος “ελεύθερος χρόνος” είναι συνήθως απλώς ο χρόνος που προγραμματίζεται για κάτι εκτός της εργασίας. Πόσο συχνά κάθεστε να δείτε τον ήλιο να ανατέλει; και πόσους περιπάτους το ηλιόλουστο δειλινό έχετε απολαύσει; Αν είχατε την απρόσμενη ευκαιρία να κάνετε ένα εκπληκτικό ταξίδι αυτή την εβδομάδα, θα το επιχειρούσατε;

Αυτά τα περιοριστικά περιβάλλοντα και προγράμματα μειώνουν δραστικά τις δυνατότητες της ζωής μας. Μας κρατούν επίσης απομονωμένους τον έναν από τον άλλον. Στις δουλειές μας, ξοδεύουμε πάρα πολύ χρόνο για να κάνουμε μια συγκεκριμένη εργασία με μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, σε ένα συγκεκριμένο μέρος (ή τουλάχιστον σε ένα μέρος, για τους εργάτες σε οικοδομές ή τους “προσωρινούς” εργαζόμενους). Αυτή η περιορισμένη, επαναλαμβανόμενη εμπειρία μας δίνει μια πολύ περιορισμένη προοπτική του κόσμου, και μας εμποδίζει να γνωρίσουμε ανθρώπους από διαφορετικά περιβάλλοντα. Τα σπίτια μας συνεχίζουν αυτήν την απομόνωση: σήμερα μένουμε κλειδωμένοι ο καθένας σε μικρά κουτιά, εν μέρει από φόβο γι αυτούς στους οποίους ο καπιταλισμός έχει φερθεί ακόμα χειρότερα απ’ ότι εμάς, και εν μέρει επειδή όντως πιστεύουμε την παρανοϊκή προπαγάνδα των εταιρειών που πουλάνε συστήματα ασφαλείας. Τα σημερινά προάστεια είναι νεκροταφεία της κοινότητας, οι άνθρωποι συσκευασμένοι σε ξεχωριστά κουτιά όπως ακριβώς τα προϊόντα των σούπερ μάρκετ που ασφαλίζονται για να διατηρούν τη “φρεσκάδα” τους. Με παχείς τοίχους ανάμεσα σε μας και τους γείτονές μας, με τους φίλους και τις οικογένειές μας διασκορπισμένους σε άλλες πόλεις και χώρες, είναι απίθανο να νιώσεις κάθε κοινότητα, πόσο μάλλον να μοιράζεσαι κοινοτικούς χώρους στους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούν να επωφελούνται ο καθένας από τη δημιουργικότητα όλων. Και τόσο τα σπίτια όσο και οι δουλειές μας μας κρατούν γαντζωμένους σε ένα μέρος, στάσιμους, ανίκανους να ταξιδέψουμε μακριά στον κόσμο εκτός από τη ρουτίνα των διακοπών.

Ακόμα και τα ταξίδια μας είναι περιορισμένα και περιοριστικά. Οι σύγχρονες μέθοδοι μεταφοράς – αμάξια, λεωφορεία, μετρό, τρένα, αεροπλάνα – μας κρατούν πάντα σε τυποποιημένες διαδρομές, βλέποντας από το παράθυρο τον έξω κόσμο να μας προσπερνά, σαν να ήταν κάποιο βαρετό τηλεοπτικό σόου. Ο καθένας μας ζει σε έναν δικό του προσωπικό κόσμο που συνίσταται κυρίως από γνωστούς προορισμούς (χώρος εργασίας, σούπερ μάρκετ, διαμέρισμα φίλων, κάποιο κλαμπ) με λίγους ενδιάμεσους σταθμούς (το κάθισμα του αυτοκινήτου, του μετρό, περπάτημα στις σκάλες) και ελάχιστες πιθανότητες να συναντήσει οτιδήποτε απρόσμενο ή να ανακαλύψει κάποιο καινούργιο μέρος. Μπορούμε να ταξιδέψουμε στους αυτοκινητοδρόμους δέκα χωρών και να μη δούμε τίποτα εκτός από άσφαλτο και βενζινάδικα, όσο μένουμε στο αμάξι μας. Κλεισμένοι μέσα στα οχήματά μας, αδυνατούμε να φανταστούμε κάθε ελεύθερο ταξίδι, αποκαλυπτικές περιπλανήσεις που θα μας έφερναν σε άμεση επαφή με νέους ανθρώπους και καταστάσεις κάθε φορά.

Αντιθέτως, παγιδευόμαστε στα μποτιλιαρίσματα, περικυκλωμένοι από εκατοντάδες άλλους ανθρώπους στην ίδια κατάσταση μ εμάς, αλλά χωρισμένοι από αυτούς με τα ατσάλινα κλουβιά των αμαξιών μας – έτσι ώστε μας φαίνονται σαν αντικείμενα περισσότερο παρά σαν συνάνθρωποι μας. Πιστεύουμε ότι με τα σύγχρονα μεταφορικά μέσα βλέπουμε περισσότερο κόσμο, όμως στην πραγματικότητα βλέπουμε όλο και λιγότερο. Όσο αυξάνονται οι δυνατότητές τους, οι πόλεις εξαπλώνονται ολοένα και περισσότερο στο περιβάλλον. Οποτεδήποτε αυξάνονται οι αποστάσεις, εμφανίζεται η ανάγκη για περισσότερα αυτοκίνητα, περισσότερα αυτοκίνητα απαιτούν περισσότερο χώρο, κι έτσι οι αποστάσεις αυξάνονται ξανά… και ξανά. Και με το βαθμό αυτό οι αυτοκινητόδρομοι και τα βενζινάδικα θα αντικαταστούν οτιδήποτε άξιζε να ταξιδέψεις εξ αρχής για να δεις. Οτιδήποτε δηλαδή δεν μετατράπηκε σε θεματικό πάρκο ή τουριστική ατραξιόν.

Μερικοί βλέπουν το ίντερνετ σαν το “τελευταίο σύνορο”, σαν ένα ελεύθερο, υποανάπτυκτο χώρο που προσφέρεται ακόμη για εξερεύνηση. Ο κυβερνοχώρος μπορεί ή και όχι, να προσφέρει ένα βαθμό ελευθερίας σε αυτούς που μπορούν να πληρώσουν τη χρήση και την εξερεύνησή του. Αλλά, οτιδήποτε κι αν προσφέρει, το κάνει υπό τον όρο να αφήσουμε το σώμα μας στην είσοδο προτού εισέλθουμε. Θυμήσου: είσαι ένα σώμα τουλάχιστον όσο είσαι κι ένα μυαλό. Είναι ελευθερία να κάθεσαι, στάσιμος, να χαζεύεις ένα παλλόμενο φως για ώρες, χωρίς να χρησιμοποιείς την αίσθηση της γεύσης, της αφής, της όσφρησης; Έχεις ξεχάσει την αίσθηση του υγρού γρασιδιού ή της ζεστής άμμου κάτω από τα πόδια σου, ή των ευκάλυπτων ή του καπνού στα ρουθούνια σου; Θυμάσαι την υφή της ντομάτας; την λάμψη του κεριού; την ανατριχίλα του τρεξίματος, της κολύμβησης, του αγγίγματος;

Σήμερα μπορούμε να στραφούμε στο ίντερνετ για λίγο ενθουσιασμό χωρίς να νιώσουμε προδωμένοι γιατί οι μοντέρνες ζωές μας είναι τόσο περιορισμένες και τόσο προβλέψιμες που έχουμε ξεχάσει πόσο ευχάριστες μπορούν να είναι η κίνηση και η δράση στον πραγματικό κόσμο. Γιατί να περιοριστούμε στην τόσο περιορισμένη ελευθερία που μπορεί να μας παρέχει ο κυβερνοχώρος, όταν υπάρχουν τόσο πολλά που μπορούμε να κάνουμε και να αισθανθούμε στον πραγματικό κόσμο; Θα πρεπε να τρέχουμε, να χορεύουμε, να κάνουμε κανώ, να ρουφάμε τη ζωή, να εξερευνούμε νέους κόσμους – τί είδους νέους κόσμους; Πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά τα σώματά μας, τις αισθήσεις μας, το χώρο γύρω μας, κι έπειτα μπορούμε να μεταμορφώσουμε τον χώρο αυτό σ έναν νέο κόσμο στον οποίο μπορούμε να δώσουμε τη δική μας σημασία.

Για το σκοπό αυτό, πρέπει να ανακαλύψουμε νέα παιχνίδια – παιχνίδια που μπορούν να λάβουν χώρα στους κατεχόμενους χώρους του κόσμου αυτού, στα εμπορικά κέντρα και στα εστιατόρια και στις σχολικές αίθουσες, αυτό θα δημιουργήσει ρήγματα στην προκαθορισμένη σημασία τους έτσι ώστε να τους δώσουμε μια δική μας σημασία σε συμφωνία με τα όνειρα και τις επιθυμίες μας. Χρειαζόμαστε παιχνίδια που θα μας φέρουν κοντά, θα μας απεγκλωβίσουν από την απομόνωση και το διαχωρισμό των ιδιωτικών κατοικιών μας, και στους δημόσιους χώρους όπου μπορούμε να επωφεληθούμε από την παρέα και τη δημιουργικότητα όλων. Όπως οι φυσικές καταστροφές και οι τα μπλακ άουτ μπορούν να φέρουν κοντά τους ανθρώπους και να τους ενθουσιάζουν (όσο να ‘ναι, είναι κάτι μέσα σ έναν απεγνωσμένα προβλέψιμο κόσμο), τα παιχνίδια μας θα μας ενώσουν σε νέες και πιο ενθουσιώδεις καταστάσεις. Θα κάνουμε ποίηση στα εργοστάσια, συναυλίες στους δρόμους, πικνίκ στα σούπερ μάρκετ, πανηγύρια στους αυτοκινητοδρόμους…

Πρέπει να ανακαλύψουμε νέες σημασίες του χρόνου και νέους τρόπους ταξιδιού. Να δοκιμάσουμε να ζήσουμε χωρίς το ρολόι, χωρίς να συγχρονίζουμε τη ζωή μας με τον υπόλοιπο, απασχολημένο κόσμο. Προσπάθησε να κάνεις ένα μακρύ περίπατο ή μια βόλτα με το ποδήλατο, ώστε να συναντήσεις όλα όσα διασχίζεις από την καθημερινή αφετηρία ως τον προορισμό σου, από πρώτο χέρι, χωρίς την ενδιάμεση οθόνη. Προσπάθησε να εξερευνήσεις τη γειτονιά σου, κοιτάζοντας τις στέγες και τις γωνίες που δεν είχες παρατηρήσει πριν – θα εκπλαγείς από το πόση περιπέτεια κρυβόταν τόσο καιρό εκεί!


Σ.τ.μ: για περισσότερα για τους CrimethInc, υπάρχει η ιστοσελίδα τους: http://www.crimethinc.com

Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Οκτώβρης 2007

Η μηχανή του ελέγχου: μια κριτική ματιά στην τεχνολογία

Η μηχανή του ελέγχου: μια κριτική ματιά στην τεχνολογία

«Να ασκείς κριτική στην τεχνολογία […] σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη το γενικότερο πλαίσιό της, να την αντιμετωπίζεις όχι ως ένα απλό άθροισμα μηχανημάτων, αλλά σαν μια κοινωνική σχέση, ένα ολοκληρωμένο σύστημα. Σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι ότι ένα τεχνολογικό επίτευγμα αντανακλά την κοινωνία που το παράγει, και ότι η εισαγωγή του αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ των υποκειμένων. Να ασκείς κριτική στην τεχνολογία σημαίνει να αρνείσαι να υποτάξεις την ανθρώπινη δραστηριότητα στο κέρδος». – At Daggers Drawn

Η τεχνολογία δεν αναπτύσσεται από το μηδέν, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές σχέσεις και τις συνθήκες στις οποίες αναπτύσσεται. Είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου πλαισίου, κι έτσι αναπόφευκτα αντανακλά το πλαίσιο αυτό. Έτσι, ο ισχυρισμός ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη δεν έχει καμία βάση. Δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι πιο ουδέτερη από κάθε άλλο σύστημα που αναπτύσσεται ώστε να εγγυηθεί την αναπαραγωγή της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης – της εξουσίας, της ανταλλακτικής αξίας, του γάμου και της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας κλπ. Συνεπώς μια σοβαρή επαναστατική ανάλυση χρειάζεται απαραίτητα να περιλαμβάνει μια κριτική αποτίμηση της τεχνολογίας.

Με τον όρο τεχνολογία, δεν εννοώ απλά τα εργαλεία, τις μηχανές ή ακόμα ένα «σύνολο τεχνικών μέσων» ως εξειδικευμένες οντότητες, αλλά ένα ολοκληρωτικό σύστημα τεχνικών, μηχανημάτων, ανθρώπων και υλικών σχεδιασμένων να αναπαράγουν τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις που επιτείνουν και προωθούν την ύπαρξή του. Για να γίνω ξεκάθαρος, δεν ισχυρίζομαι ότι η τεχνολογία παράγει κοινωνικές σχέσεις, αλλά μάλλον ότι είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να τις αναπαράγει σε συμφωνία με τις ανάγκες του κυρίαρχου συστήματος.

Πριν ο καπιταλισμός επεκτείνει την κυριαρχία του στις κοινωνικές σχέσεις, εργαλεία, τεχνικές κι ακόμα μια σειρά μηχανημάτων είχαν δημιουργηθεί και εφαρμοστεί σε συγκεκριμένες εργασίες. Υπήρχαν ακόμη κάποιες συστηματικές εφαρμογές των τεχνικών και των μηχανημάτων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τεχνολογικές με την πληρέστερη έννοια του όρου. Είναι ενδιαφέρον να κρατήσουμε κατά νου ότι αυτές οι τελευταίες εφαρμόστηκαν ιδιαίτερα εκεί όπου η εξουσία απαιτούσε τον μέγιστο έλεγχο – σε μοναστήρια, στις αίθουσες βασανιστηρίων της ιεράς εξέτασης, στις γαλέρες, στην κατασκευή μνημείων της εξουσίας, στις γραφειοκρατικές, στρατιωτικές και αστυνομικές δομές πανίσχυρων αυτοκρατοριών όπως η Κίνα των δυναστειών. Όμως παρέμειναν κατά κανόνα στην περιφέρεια της καθημερινής ζωής της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν εργαλεία και τεχνικές που δημιουργούσαν οι ίδιοι ως άτομα, ή μέσα στις μικρές κοινότητες που ανήκαν.

Με την άνοδο του καπιταλισμού, η αναγκαιότητα για μια ευρείας κλίμακας συσσώρευση και ανάπτυξη των αγαθών και των μέσων, οδήγησε στην αιματηρή και βίαιη απαλλοτρίωση όλων αυτών που προηγουμένως μοιράζονταν οι κοινότητες, από την ανερχόμενη καπιταλιστική άρχουσα τάξη (μια διαδικασία που επεκτάθηκε παγκόσμια μέσα από την οικοδόμηση αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών) και την ανάπτυξη ενός ολοένα και πιο ολοκληρωτικού τεχνολογικού συστήματος που επέτρεπε την μέγιστη αποτελεσματικότητα στη χρήση των μέσων περιλαμβανομένης της εργατικής δύναμης. Σκοπός αυτού του συστήματος ήταν η αύξηση της αποτελεσματικότητας στη συσσώρευση και ανάπτυξη των αγαθών και των μέσων, αλλά και ο αυξημένος έλεγχος πάνω στους εκμεταλλευομένους.

Οι αρχικές εφαρμογές των βιομηχανικών τεχνικών συνέβησαν εν πλω: σε εμπορικά και πολεμικά πλοία, αλλά και στη γεωργία. Η τελευταία αποτέλεσε πραγματικά ένα πεδίο δράσης, όπου ένα νέο σύστημα μεγάλης έκτασης καλλιεργειών με σκοπό το κέρδος στάθηκε ικανό να αναπτυχθεί με τον καιρό χάρη στην μεγάλη ανέχεια των χωρικών στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Βρετανία, που εξασφάλιζε ένα πλήθος πιθανών σκλάβων, μαζί με όσους παρανόμους καταδικάζονταν σε καταναγκαστική εργασία αλλά και το αφρικανικό δουλεμπόριο που ξερίζωνε ανθρώπους από τα σπίτια τους αναγκάζοντάς τους στην υποδούλωση. Το βιομηχανικό σύστημα που επιβλήθηκε μέσα στα πλαίσια αυτά δεν είχε μια βάση θεμελιωμένη πάνω σε ένα σύνολο κατασκευασμένων μηχανημάτων παρά στην μέθοδο της διαχείρισης της εργασίας όπου οι εργάτες ήταν τα γρανάζια μιας μηχανής στην οποία αν έστω ένας αποτύγχανε να φέρει εις πέρας το έργο του, εξέθετε σε κίνδυνο ολόκληρη τη δομή της εργασίας.

Όμως εκεί βρίσκονταν συγκεκριμένες όψεις του συστήματος που το έθεταν σε κίνδυνο. Η ανάπτυξη του συστήματος ύδρευσης, φέρνοντας κοντά διάφορες ομάδες φτωχών με διαφορετικές γνώσεις κι εμπειρίες, άνοιγε το δρόμο για αλληλο-επιρροές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για παράνομες ενώσεις και κοινές εξεγέρσεις. Οι ναυτικοί που ταξίδευαν σε συνθήκες δούλων στα πλοία παρείχαν επίσης τα μέσα για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών τόπων δημιουργώντας ένα είδος διεθνισμού των καταπιεσμένων. Οι καταγραφές παράνομων ενώσεων και εξεγέρσεων στα παράλια του βόρειου Ατλαντικού στα 1600 και στα 1700 περιλαμβάνουν κάθε φυλή καταπιεσμένων ενώ παράλληλα έχουν ελάχιστα σημάδια ρατσισμού, όμως ταυτόχρονα πίεσαν τον καπιταλισμό να αναπτύξει περαιτέρω τις τεχνικές του. Ένας συνδυασμός της ρατσιστικής ιδεολογίας και διαχωρισμού της εργασίας επιστρατεύτηκαν προκειμένου να δημιουργηθούν χάσματα μεταξύ των μαύρων σκλάβων και των ευρωπαϊκής καταγωγής δουλοπάροικων. Επιπρόσθετα, ενώ το κεφάλαιο δε θα ήταν ποτέ ικανό να επιβιώσει χωρίς την μεταφορά αγαθών και υλικών, για οικονομικούς καθώς και κοινωνικούς λόγους έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην μετατροπή των αγαθών σε εμπορευματικά είδη σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ ότι πριν.

Η εξάρτηση από τους μικρό-τεχνίτες για την παρασκευή αγαθών ήταν επικίνδυνη για το κεφάλαιο με αρκετούς τρόπους. Οικονομικά, ήταν αργοκίνητο κι αναποτελεσματικό και δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια για παραγωγή υπεραξίας προς όφελος της άρχουσας τάξης. Αλλά το πιο σημαντικό, ήταν η σχετική ανεξαρτησία των τεχνιτών που τους καθιστούσε έναν δύσκολα ελεγχόμενο πληθυσμό. Καθόριζαν οι ίδιοι τα νοικοκυριά τους, τις εργασίες τους κ.ο.κ.. Έτσι το βιομηχανικό σύστημα που είχε ήδη αποδειχτεί αρκετά αποτελεσματικό στην ναυτιλία και στη γεωργία θα μπορούσε να επεκταθεί και στην παραγωγή αγαθών.

Βλέπουμε ότι το βιομηχανικό σύστημα δεν ήταν απλά (ή δεν ήταν πρωταρχικά) αναπτυγμένο γιατί συνιστούσε έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο να παράγονται αγαθά. Οι καπιταλιστές δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την παραγωγή αγαθών ως τέτοια. Μάλλον η παραγωγή αγαθών είναι ένα αναγκαίο κομμάτι της διαδικασίας ανάπτυξης του κεφαλαίου, της δημιουργίας υπεραξίας και διατήρησης του ελέγχου του πλούτου και της εξουσίας. Έτσι το βιομηχανικό σύστημα – το σύνολο των τεχνικών, των μηχανημάτων, των εργαλείων, των ανθρώπων και των αγαθών που είναι η τεχνολογία όπως τη γνωρίζουμε – αναπτύχθηκε σαν ένα μέσο ελέγχου του πιο ασταθούς παράγοντα της παραγωγικής διαδικασίας: του ανθρώπου-εργάτη. Το ίδιο το εργοστάσιο είναι στην πραγματικότητα χτισμένο σαν μια τεράστια μηχανή όπου το κάθε μέρος – περιλαμβανομένου του ανθρώπινου – είναι σε πλήρη συνάρτηση με κάθε άλλο μέρος. Παρόλο που η τελειοποίηση αυτής της διαδικασίας έλαβε χώρα στον χρόνο καθώς η ταξική πάλη έδειχνε τις αδυναμίες του συστήματος, αυτή η κεντρική στόχευση ήταν έμφυτη στη βιομηχανική τεχνολογία από τις απαρχές της, μιας και συμπεριλαμβανόταν στη λόγο ύπαρξής της. Η αναγνώριση του ζητήματος αυτού από τους λουδδίτες το μετέτρεψε στην κύρια πηγή του αγώνα τους.

Αν αναγνωρίσουμε ότι η τεχνολογία που αναπτύχθηκε από τον καπιταλισμό, αναπτύχθηκε ακριβώς για να διατηρήσει και να αυξήσει τον έλεγχο της καπιταλιστικής άρχουσας τάξης πάνω στις ζωές μας, δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σχετικά με το γεγονός ότι το κομμάτι αυτής της τεχνικής προόδου που δεν ήρθε ως άμεση απάντηση στους ταξικούς αγώνες, στο πεδίο της εργασίας, ήταν σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένο σε ζητήματα αστυνομικών και στρατιωτικών τεχνικών. Η κυβερνητική (cybernetics) και η πληροφορική παρέχουν τα μέσα συσσώρευσης και αποθήκευσης πληροφοριών σε πρωτόγνωρα επίπεδα, επιτρέποντας την ανάπτυξη εκτενέστερης επίβλεψης ενός πληθυσμού που ωθείται όλο και περισσότερο σε έναν κόσμο φτώχειας, και ενδεχομένως εξέγερσης. Επιτρέπουν την αποκέντρωση της εξουσίας χωρίς κάποια απώλεια του ελέγχου από τους κυριάρχους. Ο έλεγχος βασίζεται σαφώς στο τεχνολογικό σύστημα που αναπτύσσεται. Φυσικά, αυτή η επέκταση του ιστού του ελέγχου πάνω από ολόκληρη την κοινωνική σφαίρα σημαίνει επίσης ότι καθίσταται και εξαιρετικά εύθραυστος. Αδύναμοι σύνδεσμοι βρίσκονται παντού, και οι δημιουργικοί εξεγερμένοι τους ανακαλύπτουν. Όμως η αναγκαιότητα ελέγχου που είναι όσο πιο ολική γίνεται, παρακινεί τους κυριάρχους αυτού του κόσμου στο να δεχτούν τα ρίσκα, ελπίζοντας ότι θα είναι σε θέση να αποκαταστήσουν τους ελαττωματικούς συνδέσμους όσο πιο γρήγορα.

Η τεχνολογία, λοιπόν, όπως τη ξέρουμε, αυτό το βιομηχανικό σύστημα ολοκληρωμένων τεχνικών, μηχανημάτων, ανθρώπων και υλικών, δεν είναι ουδέτερο. Είναι ένα συγκεκριμένο εργαλείο, που δημιουργείται κατά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, που ποτέ δε σκόπευε να υπηρετήσει ή να συμβιβαστεί με τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, αλλά μάλλον να προφυλάξει και να επεκτείνει τον έλεγχο της κυρίαρχης τάξης. Οι περισσότεροι αναρχικοί αναγνωρίζουν ότι το Κράτος, η ιδιωτική ιδιοκτησία, το εμπορευματικό σύστημα, η πατριαρχική οικογένεια και η οργανωμένη θρησκεία είναι οπωσδήποτε εξουσιαστικοί θεσμοί που πρέπει να καταστραφούν προκειμένου να δημιουργήσουμε ένα κόσμο στον οποίο θα είμαστε όλοι ελεύθεροι να ορίσουμε τις ζωές μας όπως θεωρούμε οι ίδιοι.

Έτσι, φαίνεται περίεργο που η ίδια αντίληψη δεν εφαρμόζεται όταν έχουμε να κάνουμε με το βιομηχανικό τεχνολογικό σύστημα. Ακόμα και στην εποχή μας που το βιομηχανικό σύμπλεγμα δεν αφήνει περιθώριο για κάθε είδους ατομική εναλλακτική, που η επικοινωνία κυριαρχείται από ανεξέλεγκτα συστήματα και δίκτυα προσβάσιμα από κάθε αστυνομική υπηρεσία, και που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα τα χρησιμοποιήσει ο καθένας, όταν το τεχνολογικό σύστημα σαν ολότητα απαιτεί από τους ανθρώπους πολλά παραπάνω από «την εργατική τους δύναμη», εργάτες για τη συντήρησή του, και επιστάτες για την ποιότητά του, υπάρχουν ακόμα αναρχικοί που προτάσσουν «να πάρουμε τα μέσα παραγωγής στα χέρια μας». Όμως το τεχνολογικό σύστημα που έχουμε απέναντί μας είναι το ίδιο μέρος της δομής της κυριαρχίας. Δημιουργήθηκε για περισσότερο αποτελεσματικό έλεγχο των εκμεταλλευομένων από το κεφάλαιο.

Όπως το Κράτος, όπως ακριβώς το κεφάλαιο, το τεχνολογικό σύστημα αυτό είναι ανάγκη να καταστραφεί προκειμένου να πάρουμε πίσω τις ζωές μας. Το τι ακριβώς συνεπάγεται αυτό, όσον αφορά το κάθε συγκεκριμένο εργαλείο ή τεχνική, είναι κάτι που θα προσδιοριστεί στην πορεία του αγώνα ενάντια στον κόσμο της κυριαρχίας. Όμως ακριβώς για να ανοίξουμε το δρόμο σε κάθε πιθανότητα ώστε να δημιουργήσουμε ό,τι επιθυμούμε ελεύθερα, η μηχανή του ελέγχου πρέπει να καταστραφεί!

Το κείμενο προέρχεται από το δελτίο Willful Disobedience Τόμος 3, Τεύχος 2:(http://www.geocities.com/kk_abacus/vbutterfly.html)

Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Ιούνης 2007

Blues για την Νέα Ορλεάνη

Blues για την Νέα Ορλεάνη

:::μερικές οδηγίες χρήσης σε περίπτωση τυφώνα:::

Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 2005

λίγες βδομάδες που μας χωρίζουν από το σάρωμα της Νέας Ορλεάνης από τον τυφώνα Κατρίνα, έχουν άκοπα σβήσει την επιπόλαια φλυαρία των ΜΜΕ και τα δάκρυα των παρατρεχάμενων ανθρωπιστών, που συνηθίζουν άλλωστε να μαζεύονται όπου μυριστούν αίμα, σαν βρυκόλακες-η ευαισθησία τους δεν είναι παρά προπαγάνδα της κυρίαρχης νεκροφιλίας… Η στιγμή μοιάζει κατάλληλη για την καταγραφή κάποιων σημειώσεων στο περιθώριο της ιστορίας του τέλους της Ν.Ορλεάνης. Ιστορία που δεν μπορεί παρά να είναι ανάγνωση του κοινωνικού-ταξικού πολέμου και των όψεων που πήρε: Συγκεκριμένα, της διάχυτης παραβατικότικας που πυροδότησε ο τυφώνας, της κρατικής αντίδρασης όπως εκφράστηκε στο σύμπλεγμα αστυνομίας-ΜΜΕ, και της σύγκρουσης και καταστολής των εξεγερμένων από τις «δυνάμεις της τάξης».

Η ΦΥΣΗ ΓΕΛΑΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

Από την μεμψιμοιρία των ΜΜΕ με τις παρελάσεις ξεπεσμένων πρωθυπουργών, αριστερών και άλλων σοκαρισμένων stars, μέχρι την ανθρωπιστική βοήθεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων (αποτελεί μέλημα κάθε κράτους να προβάλλει τον εαυτό του ως μηχανισμό ειρηνιστικό-ανθρωπιστικό, ειδικά όταν παράλληλα στέλνει στρατεύματα στο Ιράκ και αλλού) και τις φανφάρες περί εθνικής τραγωδίας, το επίσημο θέαμα ύφαινε τον πέπλο του, μεταμορφώνοντας για τις ανάγκες του, την καταστροφή σε μια συμφορά ουδέτερη, α-ταξική. Λες κι οι αποκλεισμένοι προλετάριοι της Νέας Ορλεάνης πέθαναν αγκαλιασμένοι με τα αφεντικά τους που την είχαν κοπανήσει μέρες πριν, ή λες και δεν ήταν ακριβώς η πολιτική των αφεντικών τους: η άρνηση της μείωσης των εκπομπών καυσαερίου που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και ευθύνονται για ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι τυφώνες, με πιο πομπώδες δείγμα της αδιαλλαξίας τους την μη-υπογραφή του πρωτοκόλλου του Κυότο, μιας ούτως ή άλλως ανεδαφικής διακρατικής συμφωνίας-βιτρίνας. Την συνοχή αυτής της μέτρια στημένης φάρσας την διέρρηξαν οι προλετάριοι της Νέας Ορλεάνης, που αφέθηκαν εσκεμμένα πίσω για να πεθάνουν, όπως ακριβώς ανά τον κόσμο ρίχνονται στον θάνατο του πολέμου, ή στην καλύτερη περίπτωση, στη λιγότερο εκκωφαντική απονέκρωση της μισθωτής σκλαβιάς και των εργατικών ατυχημάτων, της πένθιμης μιζέριας των εμπορευμάτων και της βίας των αστυνομιών τους, αν όχι σε κάποια φυλακή ή τρελάδικο…

Ο ΛΟΓΟΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

30/31 Αυγούστου: ο τυφώνας «Κατρίνα» μετά από μια άγονη περιπλάνηση στον κόλπο του Μεξικού χτυπάει την Νέα Ορλεάνη. Τις προηγούμενες μέρες είχαν απομακρυνθεί πάνω από 1.000.000 άνθρωποι. Περίπου 300.000 έμειναν πίσω «λόγω ολιγωρίας των αρχών». Η μεταφορά τους άρχισε μετά το χτύπημα του τυφώνα. 1-7 Σεπτέμβρη: αφού έχουν απομακρυνθεί όσοι είχαν αρκετά λεφτά για να φύγουν, ξεσπούν λεηλασίες (looting) σε όλη την έκταση της βυθισμένης πόλης. ’μεση είναι η απάντηση της αστυνομίας και των παρακρατικών ομάδων που δολοφονούν στις 5 και 6 Σεπτέμβρη δεκάδες μαύρους νεολαίους που συμμετείχαν στις λεηλασίες. Οι κάτοικοι της πόλης οπλίζονται από σπασμένα οπλοπωλεία και αντιμετωπίζουν τα γουρούνια με πυροβολισμούς. Οι τοπικοί μπάτσοι ενισχύονται με 5.000 εθνοφρουρούς, ελεύθερους σκοπευτές, και εκατοντάδες πεζοναύτες που αποσύρθηκαν επειγόντως απ’ το Ιράκ (για όσους απορούσαν που θα βρουν δουλειά όταν επιστρέψουν σπίτι τους, τα γνωστά ψυχωτικά-σαδιστικά γουρούνια) προκειμένου να μπει ένα τέλος τις λεηλασίες, που από είδη πρώτης ανάγκης, συμπεριλαμβάνουν πλέον και στοκ πολυτελών καταστημάτων.

ΟΙ ΕΧΘΡΟΠΡΑΞΙΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ

Η αθλιότητα της τηλεοπτικής μετάδοσης των γεγονότων φτάνει το σημείο έκρηξης της, κάπου ανάμεσα στις προειδοποιήσεις της Καθλήν Μπλάνκο (κυβερνήτης της Λουζιάνα) να «σταματήσουν αυτοί οι εγκληματίες να αμαυρώνουν την εθνική θλίψη με τις κλοπές τους, γιατί οι πεζοναύτες που μόλις γύρισαν απ’ το Ιράκ έχουν γεμάτα τα Μ-16 τους και ξέρουν καλά πώς να πυροβολούν και να σκοτώνουν» τις προτροπές διάφορων αριστερών, να μην πυροβολήσουν οι μπάτσοι στο ψαχνό γιατί υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν εξέγερση και την «μεγάλη αλληλεγγύη» του Φιντέλ Κάστρο στον λαό των ΗΠΑ… Οι αρχές προσπαθούν να μαντρώσουν τους κατοίκους στο στάδιο Superdome και σε άλλους χώρους, και να τους μεταφέρουν με λεωφορεία σε κοντινές πόλεις. Σε έκτακτη συνεδρίαση, η αμερικανική Γερουσία αποφασίζει την χορήγηση 10,5 δις δολάρια για την «άμεση βοήθεια» στην περιοχή, ενώ ο Μπους προσπαθεί να αναδείξει την υπόθεση «διάσωσης» σε εθνικό ζήτημα προκειμένου να κερδίσει λίγη δημοσιότητα. Οι εξεγερμένοι πλέον, κάτοικοι αντιμετωπίζουν τα ελικόπτερα των «ομάδων διάσωσης», το Superdome και τις εγκαταστάσεις της αστυνομίας με σφαίρες, εκρήξεις και φωτιές, ενώ αυτό-οργανώνονται σε ένοπλες ομάδες προκειμένου να βρουν τρόφιμα και να προστατευτούν. Ωστόσο, εκτός από την επίσημη καταστολή, οι εξεγερμένοι έχουν να αντιμετωπίσουν έναν μαραθώνιο συκοφαντίας στον οποίο επιδόθηκε με τη συνήθη δουλικότητά της η νομοταγής αριστερά λόγω των λεηλασιών στις οποίες προέβησαν.

10 ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ

Γύρω στις 10 Σεπτέμβρη η κοινωνική έκρηξη που διαπέρασε την Ν.Ορλεάνη έχει ξεθυμάνει. Ο ρόλος των ΜΜΕ στην «αποκατάσταση της τάξης» ήταν καταλυτικός, με αποκορύφωμα το προπαγανδιστικό δίπολο του ηρωικού πεζοναύτη που σώζει τα αβοήθητα θύματα και του μαύρου ωφελιμιστή που βουτάει τηλεοράσεις. Οι εξεγερμένοι της Ν.Ορλεάνης δεν είχαν καμμιά υποστήριξη από τους καταπιεσμένους των ΗΠΑ που αφελώς ταυτίστηκαν με την εικόνα του φρουρού της τάξης. Επίσης, οι μορφές αυτό-οργάνωσης που ανέδειξαν, αν και αρχικά ανταγωνιστικές προς τις κρατικές δομές (οι κάτοικοι αδιαφορούσαν για την διανομή βοήθειας, απαλλοτριώνοντας τα αναγκαία από εγκαταλελειμμένα καταστήματα ενώ εξοπλίζονταν για να αντιμετωπίσουν τους μπάτσους), υποχώρησαν μετά από μια πάνοπλη επιχείρηση συκοφαντίας που ενορχήστρωσε το κράτος και επιστρατεύτηκε όλο το φάσμα της πολιτικής, τον κατακερματισμό των ομάδων που δεν είχαν επικοινωνία μεταξύ τους, την απομόνωση και την-όχι τόσο αναίμακτη-διάλυσή τους (οι μπάτσοι διέλυαν με πυρά κάθε συσπείρωση άνω των 4-5 ατόμων). Παράλληλα έδρασε και η μερική νομιμοποίηση των λεηλασιών σταδιακά, υπό τον έλεγχο της αστυνομίας. 1.500 νέοι μπάτσοι καθάρισαν τελικά το έδαφος για την εγκατάσταση των πολυεθνικών που θα ξαναχτίσουν την νεκρόπολη. Δεν είναι τυχαίο που οι αρχές σχεδιάζουν την ανοικοδόμηση της Ν.Ο. σαν ένα ακόμη Λας Βέγκας, κατ’ αναλογία των κέντρων κατανάλωσης διασκεδάσεων-εμπορευμάτων στα άδεια περίχωρα των δυτικών μητροπόλεων.

ΕΝΤΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ

Όπως το Black Out της Νέας Υόρκης του 1977, και το πρόσφατο χτύπημα από τυφώνα της Νέας Ορλεάνης, δείχνουν πως μια έμπρακτη αμφισβήτηση της εξουσίας, εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο με την (προηγουμένως ”απίθανη”) κατάρρευση δομών του κρατικού μηχανισμού, ο παρασιτικός ρόλος του οποίου, πλέον εκτίθεται ανεπανόρθωτα. Η έμπρακτη αυτή αμφισβήτηση αναδύεται μέσα από την αυτό-οργάνωση της συλλογικής άρνησης του παλιού κόσμου και των κανόνων του, που έχουν πια γίνει αβάσταχτοι, κι επισκιάζονται από τις ολοένα και πληθαίνουσες σταγόνες ζωής ενάντια στον νόμο, που αντανακλούν τον ίδιο ήλιο, της ελευθερίας (εξ ου και κύριο μέλημα των απανταχού υπαλλήλων της εξουσίας αποτελεί η συκοφαντία των παραβατικών συμπεριφορών, ώστε να μη γίνουν υποδειγματικές). Μόλις γίνει ευρέως συνειδητό το αναπόφευκτο της σύγκρουσης με το κράτος, κι αφού οι προβαλλόμενοι ρεφορμιστές ηγέτες παραδοθούν στη χλεύη, είναι αναγκαιότητα των εξεγερμένων να περάσουν στην αντεπίθεση. Χωρίς το σαμποτάζ των μονάδων (υλικής) παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των μονάδων παραγωγής ιδεολογίας (ΜΜΕ, κόμματα, συνδικάτα, κλπ), τον εκμηδενισμό της δύναμης της αστυνομίας, και την αμέριστη αλληλεγγύη ανάμεσα στους εξεγερμένους το όνειρο της αληθινά επικίνδυνης-επικίνδυνα αληθινής ζωής θα παραμένει όνειρο, αλυσοδεμένο στον γενικό εφιάλτη των καιρών. Ο παλιός κόσμος των εμπορευμάτων και των αστυνομιών τους, θα ανατέλλει μετά από κάθε σύντομο διάλειμμα.

(Το παραπάνω κείμενο kυκλοφόρησαν σε φωτοτυπίες οι «Εκδόσεις για τη διάδοση της μεταδοτικής Λύσσας» στα τέλη του 2005 στη σαλονίκη, με την παρότρυνση κάθε αναπαραγωγής ή διάδοσης του κειμένου…)

1

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΙΜΩΡΟΣ – Michel Foucault

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΙΜΩΡΟΣ*

Michel Foucault

Στο ποινικό καθεστώς της κλασικής περιόδου μπορούμε να ξαναβρούμε, αναμεμειγμένες μεταξύ τους, τέσσερις βασικές τακτικές επιβολής ποινών -τέσσερις κατηγορίες που καθεμιά τους έχει διαφορετική ιστορική προέλευση και που ο ρόλος τους, σε συνάρτηση πάντα με την κοινωνία και την εποχή, υπήρξε αν όχι ξεχωριστός τουλάχιστον προνομιούχος.

  1. Εξορία, διωγμός, εκτοπισμός, απέλαση εκτός των συνόρων, απαγόρευση εισόδου σε ορισμένα μέρη, καταστροφή οικιακής εστίας, διαγραφή από τον τόπο γέννησης, δήμευση περιουσίας -κινητής και ακίνητης.
  2. Επιβολή αποζημίωσης, εξαγορά, μετατροπή της προκληθείσης ζημιάς σε εξοφλητέο χρέος, μετατροπή της παράνομης πράξης σε οικονομική υποχρέωση.
  3. Διαπόμπευση, σημάδεμα, τραυματισμός, ακρωτηριασμός, εγχάραξη ουλής, αποτύπωση σημαδιού στο πρόσωπο ή τον ώμο, πρόκληση σωματικού μειονεκτήματος σε διακριτό σημείο, βασανισμός, εν ολίγοις σφετερισμός του σώματος και εγγραφή των αποτυπωμάτων της εξουσίας πάνω σ’ αυτό.
  4. Εγκλεισμός.

Μπορούμε υποθετικά να διακρίνουμε τις κοινωνίες, ανάλογα με τον τύπο τιμωρίας που υιοθέτησαν σε κοινωνίες εξορίας (ελληνική κοινωνία), κοινωνίες εξαγοράς (γερμανικές), κοινωνίες εγχάραξης (δυτικές κοινωνίες κατά το τέλος του Μεσαίωνα) καθώς και κοινωνίες εγκλεισμού, όπως ίσως και η δική μας;

Η δική μας πάντως, μόνο από τα τέλη του XVIIIου αιώνα και μετά. Γιατί ένα μόνο είναι σίγουρο: η κράτηση, η φυλάκιση δεν αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού ποινικού συστήματος πριν τουλάχιστον από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις των δεκαετιών 1780-1820. Οι νομικοί του XVIIIου αιώνα συμφωνούν ομόφωνα στο εξής σημείο: «η φυλάκιση σύμφωνα με το αστικό μας δίκαιο δε θεωρείται ποινή… παρόλο που οι Ηγεμόνες για πολιτικές σκοπιμότητες οδηγούνται καμιά φορά στο να την επιβάλλουν· αυτά είναι μέτρα εξουσίας και η τακτική δικαιοσύνη δε χρησιμοποιεί τέτοιου είδους καταδίκες» (Serpillon, Ποινικός Κώδικας, 1767). Μπορούμε, όμως, να πούμε ότι ήδη μια τέτοια εμμονή για άρνηση του ποινικού χαρακτήρα της φυλάκισης δείχνει μια αυξανόμενη αβεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι εγκλεισμοί που χρησιμοποιούνται κατά το XVIIο και XVIIIο αιώνα παραμένουν στο περιθώριο του ποινικού συστήματος, έστω κι αν μοιάζουν μεταξύ τους, και τείνουν όλο και περισσότερο να συγκλίνουν:

– Εγκλεισμός-ενέχυρο (enferment-gage) είναι εκείνος που εφαρμόζει η δικαιοσύνη κατά τη διάρκεια της προανάκρισης μιας ποινικής υπόθεσης, ο πιστωτής έως της εξόφλησης του χρέους του ή η βασιλική εξουσία υπό την απειλή ενός εχθρού. Αναφέρεται λιγότερο στην τιμωρία ενός παραπτώματος και περισσότερο στον έλεγχο του ατόμου.

– Εγκλεισμός-υποκατάστατο (enferment-substitut) είναι εκείνος που επιβάλλεται σε κάποιον που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων (είτε εξ αιτίας της φύσης των παραπτωμάτων του, τα οποία εμπίπτουν μόνο στην τάξη του κώδικα ηθικής ή συμπεριφοράς· είτε από προνόμια που του παρέχει ο νόμος: τα εκκλησιαστικά δικαστήρια που, από το 1629 δεν έχουν πλέον την αρμοδιότητα να εκδίδουν ποινές φυλάκισης υπό τη στενή έννοια, μπορούν να διατάξουν τον ένοχο να αποσυρθεί σε μοναστήρι· η βασιλική διαταγή για φυλάκιση είναι συχνά ένα μέσο στα χέρια ενός προνομιούχου που τον βοηθάει να διαφύγει από την ποινική δικαιοσύνη· οι γυναίκες αποστέλλονται σε σωφρονιστήρια για παραπτώματα για τα οποία οι άνδρες κλείνονται σε κάτεργα).

Πρέπει να σημειωθεί ότι (εκτός από την τελευταία περίπτωση) αυτός ο εγκλεισμός-υποκατάστατο χαρακτηρίζεται γενικά από το γεγονός ότι δεν αποφασίζεται από τη δικαστική εξουσία· ότι η διάρκειά του δεν ορίζεται άπαξ δια παντός και ότι εξαρτάται από έναν υποθετικό σκοπό: το σωφρονισμό. Πρόκειται για τιμωρία μάλλον, παρά για ποινή.

Κι όμως, πενήντα χρόνια μετά από τα μεγαλειώδη μνημεία του κλασικού ποινικού δικαίου (Serpillon, Jousse, Mumpart de Vouglans) η φυλακή κατέστη γενική μορφή ποινής.

Το 1831 ο Rémusat σε μια ομιλία του στη Βουλή έλεγε: «Τι είναι ακριβώς το ποινικό σύστημα που ορίζεται από το νέο νόμο; Είναι η κάθειρξη σε όλες της τις μορφές. Πράγματι, συγκρίνατε τις τέσσερις βασικές ποινές που παραμένουν στον ποινικό κώδικα. Τα καταναγκαστικά έργα είναι μια μορφή κάθειρξης. Τα κάτεργα είναι μια υπαίθρια φυλακή. Η κράτηση, ο εγκλεισμός, η φυλάκιση με σκοπό το σωφρονισμό δεν είναι, τρόπον τινά, παρά τα διαφορετικά ονόματα της ίδιας τιμωρίας». Και ο Van Meenen εγκαινιάζοντας το δεύτερο σωφρονιστικό συνέδριο στις Βρυξέλλες, υπενθύμισε τα χρόνια της νιότης του όταν η γη καλυπτόταν ακόμα «από τροχούς, αγχόνες, κρεμάλες και πασσάλους» με «σκελετούς ειδεχθώς κατακρεουργημένους». Όλα συνέβαιναν ως εάν η φυλακή, τιμωρία παρα-ποινική όπου κατά τα τέλη του XVIIIου αιώνα είχε εισέλθει στο ποινικό πεδίο, να έχει καταλάβει πολύ γρήγορα ολόκληρο το χώρο. Της άμεσης αυτής θριαμβευτικής εισβολής ο αυστριακός ποινικός κώδικας, όπως συντάχθηκε επί Ιωσήφ Β, δίνει την πιο έκδηλη μαρτυρία.

Η οργάνωση της ποινής του εγκλεισμού δεν είναι απλώς και μόνον πρόσφατη· είναι αινιγματική.

Από τη στιγμή που τέθηκε σε εφαρμογή, έγινε αντικείμενο των πιο βίαιων κριτικών. Κριτικές που βασίσθηκαν σε θεμελιώδεις αρχές, αλλά και κριτικές που ασκήθηκαν αναφορικά με τις δυσλειτουργίες που θα μπορούσε η φυλακή να εισάγει στο ποινικό σύστημα και στην κοινωνία εν γένει.

  1. Η φυλακή εμποδίζει τη δικαστική εξουσία να ελέγξει και να εξακριβώσει την εφαρμογή των ποινών. Ο νόμος δε διεισδύει μέσα στις φυλακές, έλεγε ο Decazes το 1818.
  2. Η φυλακή αναμειγνύοντας κατάδικους τόσο διαφορετικούς και απομονωμένους μεταξύ τους, τους καθιστά μια ομοιογενή κοινότητα εγκληματιών, η οποία καθίσταται μέσω του εγκλεισμού και παραμένει εκτός αυτού, αλληλέγγυα. Η φυλακή κατασκευάζει έναν πραγματικό στρατό εσωτερικών εχθρών.
  3. Δίνοντας στους κατάδικους ένα καταφύγιο, τροφή, ρούχα και συχνά ακόμα και δουλειά, η φυλακή επιφυλάσσει γι’ αυτούς πεπρωμένο μερικές φορές καλύτερο ακόμα και από εκείνο των εργατών. Όχι μόνον δεν μπορεί να τους αποτρέψει από την εγκληματικότητα, αλλά αντίθετα τους προτρέπει προς αυτήν.
  4. Από τη φυλακή βγαίνουν άνθρωποι των οποίων οι έξεις και η ατίμωση που τους χαρακτηρίζουν καταλήγουν τελικά στην εγκληματικότητα.

Αμέσως λοιπόν, η φυλακή καταδικάζεται ως εργαλείο το οποίο, στο περιθώριο της δικαιοσύνης, κατασκευάζει εκείνους που η ίδια η δικαιοσύνη θα στείλει ή θα ξαναστείλει στη φυλακή. Αυτός ο σωφρονιστικός κύκλος καταδικάζεται ρητά ήδη από το 1815-1830. Σ’ αυτές τις κριτικές, τρεις ήταν οι διαδοχικές απαντήσεις που δόθηκαν:

– Επινόηση μιας εναλλακτικής λύσης που θα διατηρεί τα θετικά αποτελέσματα της φυλακής (το διαχωρισμό των εγκληματιών, την τοποθέτησή τους εκτός κοινωνικού συνόλου) και θα καταργεί τις επικίνδυνες επενέργειες (την επανένταξή τους στην κοινωνία). Με τον τρόπο αυτό, επανερχόμαστε στο παλαιό σύστημα μεταφοράς που είχαν αναστείλει οι Άγγλοι κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας και είχαν εκ νέου αποκαταστήσει μετά το 1790 με προορισμό την Αυστραλία. Οι μεγάλες συζητήσεις γύρω από το Botany Bay έλαβαν χώρα στη Γαλλία γύρω στα 1824-1830. Στην πραγματικότητα η εξορία-αποικισμός δεν θα αντικαταστήσει ποτέ τη φυλάκιση· την εποχή των μεγάλων αποικιακών κατακτήσεων θα παίξει έναν πολύπλοκο ρόλο στα ελεγχόμενα κυκλώματα της εγκληματικότητας. Ένα σύνολο αποτελούμενο από ομάδες αποίκων, κατά το μάλλον ή ήττον, εθελοντικές όπως τα αποικιακά στρατιωτικά σώματα, τα τάγματα της Αφρικής, η λεγεώνα των Ξένων, η Cayenne θα λειτουργήσουν, κατά τη διάρκεια του XIXου αιώνα, σε συνάρτηση με ένα σύστημα επιβολής ποινών και θα βασισθούν κατά βάση στη φυλάκιση.

– Μεταρρύθμιση της εσωτερικής λειτουργίας της φυλακής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πάψει να δημιουργεί στρατιές εσωτερικών κινδύνων. Αυτός είναι και ο στόχος που ορίστηκε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ως η «σωφρονιστική μεταρρύθμιση». Ως χρονικά σημεία αναφοράς μπορούμε να θεωρήσουμε αφενός τα Μαθήματα περί των φυλακών του Julius (1830) και αφετέρου το Συνέδριο των Βρυξελλών το 1847. Η μεταρρύθμιση αυτή περιλαμβάνει τρία κύρια σημεία: πλήρης ή μερική απομόνωση των κρατουμένων στο εσωτερικό της φυλακής (συζητήσεις γύρω από τα συστήματα του Aubuzn και της Πενσυλβάνιας), ηθικοποίηση των κατάδικων μέσω της εργασίας, της εκπαίδευσης, της θρησκείας, των ανταμοιβών, της μείωσης των ποινών· ανάπτυξη παραποινικών θεσμών πρόληψης ή επανένταξης ή ελέγχου. Κι όμως, αυτές οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες τερματίστηκαν με τις επαναστάσεις του 48, δεν άλλαξαν καθόλου τις δυσλειτουργίες της φυλακής που ήδη καταδικάζονταν κατά την προηγούμενη περίοδο.

– Τέλος, απόδοση ανθρωπολογικής υπόστασης στο σωφρονιστικό κύκλο· αντικατάσταση του παλαιού σχεδίου των Julius και Charles Lucas (που πρέσβευαν τη δημιουργία μιας «επιστήμης των φυλακών» ικανής να καθορίσει τις αρχιτεκτονικές, διοικητικές και παιδαγωγικές αρχές ενός θεσμού που «σωφρονίζει») με μία «επιστήμη των εγκληματιών» που θα μπορούσε να προσδιορίσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους και να ορίσει τους τρόπους κοινωνικής αντίδρασης που αντιστοιχούν σε κάθε περίπτωση. Η τάξη των εγκληματιών, στην οποία ο σωφρονιστικός κύκλος παραχωρούσε τουλάχιστον ένα μέρος αυτονομίας και στην οποία εξασφάλιζε συγχρόνως την απομόνωση και τον αποκλεισμό της, εμφανίζονταν πλέον ως ψυχοκοινωνική παρέκκλιση. Παρέκκλιση πιστοποιημένη από έναν «επιστημονικό» λόγο (στον οποίο θα σπεύσουν να προστεθούν ψυχοπαθολογικές, ψυχιατρικές, ψυχαναλυτικές, κοινωνιολογικές αναλύσεις)· παρέκκλιση που θα θέσει το ερώτημα σχετικά με το αν η φυλακή αποτελεί όντως την πλέον κατάλληλη λύση ή την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση του προβλήματος.

Με άλλα λόγια, εκείνο που προσάπτονταν στις αρχές του XIXου αιώνα στη φυλακή (ότι δημιουργεί έναν «περιθωριακό» πληθυσμό «εγκληματικότητας») εκλαμβάνεται σήμερα ως ένα τελεσίδικο γεγονός. Όχι μόνο γίνεται αποδεκτό ως πραγματικότητα, αλλά και θεωρείται πρωταρχικό δεδομένο. Το φαινόμενο της «εγκληματικότητας» που γεννάται από τη φυλακή καθίσταται πρόβλημα της ίδιας της εγκληματικότητας στο οποίο η φυλακή καλείται να δώσει την αρμόζουσα λύση. Εγκληματολογική αναστροφή του σωφρονιστικού κύκλου.

* * *

Πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε πώς ήταν δυνατή μία τέτοια αναστροφή· πώς μπόρεσαν, τελικά, καταδικασμένες και επικριμένες ενέργειες να θεωρηθούν θεμελιώδη δεδομένα για μία επιστημονική ανάλυση της εγκληματικότητας· πώς μπόρεσε η φυλακή, θεσμός πρόσφατος, εύθραυστος, κατακριτέος και σπιλωμένος, να εξαπλωθεί σε τέτοιο βάθος ως θεσμός, ώστε ο μηχανισμός των παρενεργειών του να θεωρηθεί ανθρωπολογική σταθερά. Ποιος είναι τελικά ο λόγος ύπαρξης της φυλακής; Σε ποια λειτουργική απαίτηση απαντά;

Είναι, εξάλλου, αναγκαίο να θέσουμε το ερώτημα αν και όμως πιο δύσκολο να απαντήσουμε σχετικά με το αν διακρίνεται η «ιδεολογική» γένεση του θεσμού. Θα μπορούσαμε, τωόντι, να θεωρήσουμε πως η φυλακή σωστά καταγγέλθηκε, και μάλιστα από νωρίς, ως προς τις πρακτικές της συνέπειες· αλλά πως ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με τη νέα ποινική θεωρία (εκείνη που κυριαρχούσε κατά την κατάρτιση του κώδικα του XIXου αιώνα) που έπρεπε να την αποδεχθούμε σε συνάρτηση μ’ αυτήν· ή ακόμα πως θα ήταν δυνατό να αναθεωρηθεί εκ βάθρων αυτή η θεωρία, αν επιθυμούσαμε να ασκήσουμε μια ριζοσπαστική κριτική στη φυλακή.

Κι όμως, από αυτή την άποψη τα αποτελέσματα της εξέτασης των ποινικών θεωριών του δεύτερου μισού του XVIIIου αιώνα είναι αιφνιδιαστικά. Κανείς εκ των μεγάλων μεταρρυθμιστών, είτε πρόκειται για θεωρητικούς όπως ο Beccaria, νομικούς όπως ο Servan, νομοθέτες όπως ο Le Pelletier de Saint-Fargeau, ή και τα δυο όπως o Brissot, δεν προτείνουν τη φυλακή ως οικουμενική ή έστω ως μείζονα ποινή. Γενικότερα, σε όλες αυτές τις μελέτες ο εγκληματίας ορίζεται ως εχθρός της κοινωνίας. Επ’ αυτού οι μεταρρυθμιστές συνεχίζουν και μετασχηματίζουν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής και θεσμικής εξέλιξης που ξεκινά από την εποχή του Μεσαίωνα: την αντικατάσταση της ρύθμισης των διαφορών με τη δημόσια δίωξη. Ο επίτροπος του Βασιλιά, επεμβαίνοντας, ορίζει την παράβαση όχι μόνο ως προσβολή προσώπου ή ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά και ως προσβολή της ίδιας της κυριαρχίας του Βασιλιά. Ο Blackstone σχολιάζοντας την αγγλική νομοθεσία έλεγε πως ο εισαγγελέας υπερασπίζεται συγχρόνως την κυριαρχία του βασιλιά και τα συμφέροντα της κοινωνίας. Συνελώντι ειπείν, η πλειοψηφία των μεταρρυθμιστών, ξεκινώντας από τον Beccaria και μετά, επιδίωξαν να ορίσουν την έννοια του εγκλήματος, το ρόλο του δημόσιου κατηγόρου και την αναγκαιότητα της τιμωρίας με αφετηρία αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον της κοινωνίας ή την ανάγκη προάσπισής της. Ο εγκληματίας πλήττει πάνω από όλα την κοινωνία· καταλύοντας την κοινωνική συνοχή, αποτελεί εσωτερικό της εχθρό. Από αυτή τη γενική αρχή απορρέει ένας συγκεκριμένος αριθμός συνεπειών:

1. – Κάθε κοινωνία, ανάλογα με τις βασικές ανάγκες της, πρέπει να διαμορφώσει μια κλίμακα ποινών. Από τη στιγμή που η τιμωρία δεν απορρέει από το παράπτωμα, αλλά από τη ζημιά που προκαλεί στην κοινωνία ή από τον κίνδυνο στον οποίο την εκθέτει, όσο πιο αδύναμη είναι [η κοινωνία] τόσο περισσότερο θα πρέπει να προφυλαχθεί και να φανεί αυστηρή. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει ένα οικουμενικό μοντέλο ποινής, αλλά βασική σχετικότητα των ποινών.

2. – Αν η ποινή ήταν εξιλέωση δε θα έβλαπτε αν ήταν πολύ αυστηρή· πάντως, θα ήταν δύσκολο να καθοριστεί μια ακριβής αναλογία μεταξύ αυτής και του εγκλήματος. Αν όμως πρόκειται για την προστασία της κοινωνίας, μπορούμε να την υπολογίσουμε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται επακριβώς αυτή της η λειτουργία. Πέραν τούτου, κάθε επιπρόσθετη αυστηρότητα αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. Η δικαιοσύνη της ποινής έγκειται στην οικονομία της.

3. – Ο ρόλος της ποινής στρέφεται εξολοκλήρου ενάντια στο περιθώριο και ενάντια στο μέλλον: στόχος της να εμποδίσει την επανάληψη του εγκλήματος. Σε τελική ανάλυση, αν ήμασταν εντελώς σίγουροι πως ένα έγκλημα δεν πρόκειται να επαναληφθεί δε θα ήταν απαραίτητο και να τιμωρηθεί. Επομένως, ο ένοχος δεν είναι πια σε θέση να βλάψει και οι αθώοι αποτρέπονται  από το να εκτελέσουν παρόμοια παράβαση. Πέρα από κάθε αυστηρότητα η βεβαιότητα της ποινής, ο αναπόφευκτος χαρακτήρας της συνίσταται από την αποτελεσματικότητά της.

Ωστόσο, με αφετηρία αυτές τις αρχές, δεν είναι δυνατόν να συνάγουμε εκείνο που πραγματικά θα λάβει χώρα στην ποινική πρακτική, ήτοι την οικουμενική θεώρηση της φυλακής ως γενικής μορφής κολασμού. Διαπιστώνουμε αντιθέτως, πως πολύ διαφορετικά ποινικά μοντέλα κάνουν την εμφάνισή τους.

– Το ένα προστάζει ατίμωση, υπόκειται δηλαδή στην κοινή γνώμη. Η ατίμωση αποτελεί την τέλεια ποινή, αφού είναι η άμεση και αυθόρμητη αντίδραση της ίδιας της κοινωνίας: ποικίλει ανάλογα με την κοινωνία· έχει διαβαθμίσεις αντίστοιχες με τη νοσηρότητα του εγκλήματος· μπορεί να ανακληθεί με δημόσια αποκατάσταση· τέλος, προσβάλλει μόνο τον ένοχο. Πρόκειται λοιπόν, για μια ποινή που προσαρμόζεται στο έγκλημα, χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση κάποιου κώδικα ή δικαστηρίου, χωρίς να κινδυνεύει να ανατραπεί από κάποια πολιτική εξουσία. Είναι επακριβώς προσκολλημένη στις αρχές της επιβολής των ποινών. «Ο θρίαμβος μιας καλής νομοθεσίας έγκειται στο κατά πόσο η κοινή γνώμη είναι αρκετά ισχυρή ώστε να τιμωρεί η ίδια τα αδικήματα… Μακάριος ο λαός εκείνος όπου ο μοναδικός του νόμος μπορεί να είναι το φρόνημα της τιμής του. Δεν έχει σχεδόν καθόλου ανάγκη τη νομοθεσία. Η ατίμωση, ιδού ο ποινικός του κώδικας».

– Ένα άλλο μοντέλο που εφαρμόστηκε από τα προγράμματα των μεταρρυθμίσεων αφορά το νόμο της ανταπόδοσης, το «οφθαλμών αντί οφθαλμού». Επιβάλλοντας στον ένοχο τιμωρία ίδιας μορφής και ίδιας βαρύτητας με το έγκλημα εξασφαλίζουμε τόσο μια ποινή με διαβαθμίσεις όσο και τη σωστή αναλογία προς το εκάστοτε έγκλημα. Η ποινή παίρνει τη μορφή μιας αντεπίθεσης και, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα είναι άμεση και ακαριαία, αναιρεί σχεδόν αυτομάτως τα προσδοκώμενα οφέλη που θα ανέμενε ο παραβάτης, καθιστώντας το έγκλημα άχρηστο. Το όφελος του παραπτώματος αιφνιδίως γίνεται μηδενικό. Εντούτοις, το μοντέλο της ανταπόδοσης δεν προτάθηκε ποτέ λεπτομερειακώς· αλλά επέτρεψε συχνά τον καθορισμό διάφορων μορφών τιμωρίας. Ο Beccaria για παράδειγμα, σημείωνε: «οι προσβολές κατά προσώπων πρέπει να τιμωρούνται με σωματικές ποινές»· «η σπίλωση της υπόληψης πρέπει να τιμωρείται με επιβολή χρηματικής ποινής». Τη βρίσκουμε επίσης υπό μορφή «ηθικής ανταπόδοσης»: τιμωρία του εγκλήματος όχι ανταποδίδοντας τις επενέργειές του, αλλά στρεφόμενη προς τις αφορμές και τα ηθικά ελαττώματα που υπήρξαν αιτία του. Στην Εθνοσυνέλευση της 21ης Μαΐου του 1791 ο Pelletier de Saint-Fargeau πρότεινε: «ο σωματικός πόνος ενδείκνυται για να τιμωρηθούν τα εγκλήματα που χαρακτηρίζονται πρωτίστως από φρικαλεότητα· η επίπονη εργασία για να τιμωρηθούν εγκλήματα που οφείλονται σε οκνηρία· η ατίμωση για να τιμωρηθούν εγκλήματα που διαπράχθηκαν από μια “εκμαυλισμένη και διεφθαρμένη” ψυχή».

– Τέλος, το τρίτο μοντέλο, η μετατροπή της δουλείας προς όφελος της κοινωνίας. Μια τέτοια ποινή επιδέχεται διαβαθμίσεων, ως προς την ένταση και τη διάρκειά της, ανάλογα με τη ζημιά που προκάλεσε στο σύνολο. Συνδέεται με το παράπτωμα μέσω του συμφέροντος που έχει πληγεί. Ο Beccaria σημείωνε σχετικά με τους κλέφτες: «η προσωρινή δουλεία θέτει την εργασία του ενόχου και τον ίδιο τον ένοχο στην υπηρεσία της κοινωνίας έτσι ώστε αυτή η κατάσταση πλήρους εξάρτησης να την αποζημιώσει για τις πράξεις άδικου δεσποτισμού που διέπραξε παραβιάζοντας την κοινωνική συνοχή». Κατά τον Brissot: «με τι μπορεί να αντικατασταθεί η θανατική ποινή; Με τη δουλεία που εμποδίζει τον ένοχο να βλάψει την κοινωνία. Με την εργασία που τον καθιστά χρήσιμο· με το μακροχρόνιο και διαρκή πόνο που προκαλεί φόβο σε όσους δελεαστούν να τον μιμηθούν».

Βεβαίως, σε όλα αυτά τα σχέδια η φυλακή συχνά εμφανίζεται ως μία από τις πιθανές ποινές: είτε ως προϋπόθεση των καταναγκαστικών έργων είτε ως ποινή ανταπόδοσης για όσους προσέβαλαν την ελευθερία των άλλων. Όμως δεν εμφανίζεται ως γενική μορφή των ποινών, ούτε ως προϋπόθεση ψυχολογικής και ηθικής αναμόρφωσης του εγκληματία.

Κατά τα πρώτα έτη του XIXου αιώνα μόνο, θα συναντήσουμε θεωρητικούς που θα προσδώσουν στη φυλακή αυτό το ρόλο. «Ο εγκλεισμός αποτελεί την κατεξοχήν ποινή των πολιτισμένων κοινωνιών. Η πρόθεσή της είναι ηθική όταν συνοδεύεται από την υποχρέωση εργασίας» (P. Rossi, 1829). Όμως από την εποχή εκείνη, η φυλακή αποτελούσε ήδη το μείζον όργανο επιβολής ποινών. Η φυλακή, χώρος σωφρονισμού, αποτελεί επανερμηνεία της πρακτικής φυλάκισης που, εκ των πραγμάτων, είχε διαδοθεί τα προηγούμενα έτη.

* * *

Η πρακτική της φυλάκισης λοιπόν, δεν εμπεριέχονταν στην ποινική θεωρία. Γεννήθηκε εξάλλου και έλαβε την τελική της μορφή για άλλους λόγους. Επιβλήθηκε, τρόπον τινά, από εξωτερικούς παράγοντες στην ποινική θεωρία, η οποία εν συνεχεία αναγκάστηκε να τη δικαιολογήσει. Προς την κατεύθυνση αυτή θα κινηθεί, για παράδειγμα, ο Livingston το 1820, λέγοντας πως η ποινή της φυλάκισης έχει το τετραπλό προτέρημα να διαιρεί τα εγκλήματα σε διαβαθμίσεις ανάλογα με τη σοβαρότητά τους· να εμποδίζει την υποτροπή· να επιτρέπει το συνετισμό· να έχει αρκετά ήπιο χαρακτήρα ώστε οι ένορκοι να μην διστάζουν να επιβάλλουν ποινές· όσο για το λαό εκείνος να μην εξεγείρεται ενάντια στο νόμο.

Για να γίνει κατανοητή η πραγματική λειτουργία της φυλακής, με τις έκδηλες δυσλειτουργίες της, τις επιφανειακές αποτυχίες της καθώς όμως και τη βαθύτερη επιτυχία της χρειάζεται, χωρίς αμφιβολία, να ανατρέξουμε στους παραποινικούς θεσμούς ελέγχου της, όπως άλλωστε εξετάσθηκε κατά τον XVIIο και κυρίως τον XVIIIο αιώνα.

Στους θεσμούς αυτούς, ο εγκλεισμός παίζει ένα ρόλο που περιλαμβάνει τρία διακριτά σημεία:

– Παρεμβαίνει στη χωροταξική κατανομή των ατόμων, φυλακίζοντας προσωρινά ζητιάνους και περιπλανώμενους άστεγους. Χωρίς αμφιβολία, βρίσκουμε διατάγματα (στα τέλη XVIIου και τον XVIIIος αιώνα) που τους καταδικάζουν στα κάτεργα, τουλάχιστον σε περίπτωση υποτροπής. Όμως ο εγκλεισμός παραμένει, εκ των πραγμάτων, η πιο συνήθης ποινή. Ωστόσο, αν φυλακίζονται δεν είναι τόσο για να καθηλωθούν ή να ακινητοποιηθούν σε ένα συγκεκριμένο μέρος, αλλά για να μετατοπιστούν: για να τους απαγορευθεί η είσοδος στις πόλεις, για να ξανασταλούν στην επαρχία ή, ακόμη, για να εμποδιστούν από το να τριγυρνάνε από εδώ και από εκεί και να εξαναγκαστούν να πηγαίνουν μόνον προς τα εκεί όπου θα τους προσφερθεί εργασία. Αυτός είναι ο λιγότερο αρνητικός τρόπος για να ελεγχθεί η κατανομή τους σε σχέση με το μηχανισμό αγροτικής και βιοτεχνικής παραγωγής· είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης της αθρόας εισροής πληθυσμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τόσο της παραγωγής όσο και της αγοράς εργασίας.

– Ο εγκλεισμός παρεμβαίνει ακόμη στο επίπεδο διαμόρφωσης των ατόμων. Τιμωρεί σε επίπεδο παρα-ποινικό τρόπους ζωής, τρόπους ομιλίας, πολιτικά σχέδια ή προθέσεις, σεξουαλικές συμπεριφορές, αρνήσεις εξουσίας, παλληκαρισμούς, βιαιότητες, κλπ. Εν πάση περιπτώσει, παρεμβαίνει λιγότερο εν ονόματι του νόμου και περισσότερο εν ονόματι της ομαλοποίησης. Το αντικανονικό, η ταραχή, το επικίνδυνο και η ατίμωση αποτελούν το αντικείμενο του εγκλεισμού. Ενώ η ποινή τιμωρεί την παράβαση, ο εγκλεισμός τιμωρεί την αταξία.

– Τέλος, αν αληθεύει ότι βρίσκεται στα χέρια της πολιτικής εξουσίας, ότι ολικώς ή μερικώς δεν υπόκειται στον έλεγχο της δικαιοσύνης (στη Γαλλία, ο εγκλεισμός αποφασίζεται σχεδόν πάντα κατόπιν απόφασης του Βασιλιά, των υπουργών, των διαφόρων εκπροσώπων, των πληρεξούσιων), παρόλα αυτά δε συνιστά σε καμία περίπτωση όργανο αυθαιρεσίας και απολυταρχίας. Η μελέτη των βασιλικών διαταγμάτων για τη φυλάκιση (τόσο ως προς τη λειτουργία όσο και προς τα κίνητρά τους) φανερώνει ότι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αναφέρονταν σε αξιώσεις που εγείρονταν από αρχηγούς οικογενείας, από τα μη σημαίνοντα πρόσωπα μιας πόλης, από τις τοπικές, θρησκευτικές, επαγγελματικές κοινότητες ή κατά ατόμων που, κατ’ αυτούς, προξενούσαν προβλήματα και αταξία. Το βασιλικό διάταγμα για φυλάκιση ανεβαίνει από τα κάτω προς τα άνω (υπό τη μορφή αίτησης) προτού ξανακατέβει, μέσω του οργάνου εξουσίας, υπό τη μορφή διαταγής που φέρει τη βασιλική σφραγίδα. Αποτελεί όργανο τοπικού ελέγχου που μπορούμε να ονομάσουμε και ως τριχοειδές (capillaire).

Θα μπορούσαμε να προβούμε σε παρόμοια ανάλυση σχετικά με τις εταιρείες που συναντάμε στην Αγγλία, κατά τη διάρκεια του τέλους του XVIIου αιώνα. Οι εταιρείες αυτές υποκινούμενες συχνά από «αποστάτες» προτίθενται να καταγγείλουν, να αποκλείσουν και να επιβάλλουν ποινές σε άτομα εξαιτίας παρέκκλισης από τους κανόνες συμπεριφοράς, άρνησης εργασίας, καθημερινής διατάραξης της τάξης. Οι διαφορές μεταξύ αυτού του είδους ελέγχου και του ελέγχου που ασκεί η βασιλική διαταγή είναι προφανώς τεράστιες. Δε θα αρκούσε εξάλλου παρά μόνο μια: οι αγγλικές εταιρείες (τουλάχιστον έως τις αρχές του XVIIΙου αιώνα) είναι ανεξάρτητες από κάθε όργανο του Κράτους: είναι κυρίως λαϊκές ως προς τη σύστασή τους, αντιτίθενται, σε γενικές γραμμές, στην ανηθικότητα των ισχυρών και των πλουσίων· τέλος, η αυστηρότητα που τις διακρίνει έναντι των ίδιων των μελών τους αποτελεί ίσως έναν τρόπο που θα τις διαφυλάξει από μια υπερβολικά αυστηρή ποινική δικαιοσύνη (η αγγλική ποινική νομοθεσία, «αιματηρό χάος», προέβλεπε περισσότερες περιπτώσεις θανατικής ποινής από οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό κώδικα). Στη Γαλλία αντίθετα, οι μορφές ελέγχου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με τον κρατικό μηχανισμό ο οποίος δημιούργησε το πρώτο μεγάλο αστυνομικό σώμα της Ευρώπης, το οποίο η Αυστρία του Ιωσήφ Β’ και αργότερα η Αγγλία επιχείρησαν να μιμηθούν. Σχετικά με την Αγγλία, πρέπει να επισημάνουμε ότι στα τέλη του XVIIIου αιώνα (κυρίως μετά τα Gordon Riots και κατά τη διάρκεια των μεγάλων λαϊκών κινημάτων, σχεδόν σύγχρονων με τη Γαλλική Επανάσταση) νέες ηθικοπλαστικές εταιρείες εμφανίστηκαν, με πιο αριστοκρατικές αντιλήψεις (ορισμένες, δε, από αυτές με πολεμικό εξοπλισμό) που ζητούσαν την επέμβαση της βασιλικής εξουσίας, τη θέσπιση μιας νέας νομοθεσίας και την οργάνωση ενός αστυνομικού σώματος. Το έργο και η προσωπικότητα του Colquhoun βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας.

Εκείνο που σήμανε τη μεταβολή του συστήματος επιβολής των ποινών το νέο αιώνα είναι η προσαρμογή του δικαστικού συστήματος σε ένα μηχανισμό επιτήρησης και ελέγχου· η κοινή ενσωμάτωσή τους σε ένα συγκεντρωτικό μηχανισμό του Κράτους· αλλά και επίσης, η τοποθέτηση και η ανάπτυξη μιας σειράς θεσμών (παραποινικών και μερικές φορές μη ποινικών) που χρησίμευαν στον πρωταρχικό μηχανισμό ως έρεισμα, ως προκεχωρημένες θέσεις ή ως μορφές προσαρμοσμένες σ’ αυτόν. Ένα γενικό σύστημα επιτήρησης-εγκλεισμού διεισδύει σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας υπό διάφορες μορφές, από μεγάλες φυλακές κατασκευασμένες σύμφωνα με το πρότυπο του Πανοπτικού έως και φιλανθρωπικούς συλλόγους που αφορούν όχι μόνο εγκληματίες, αλλά και εγκαταλελειμμένα παιδιά, ορφανά, μαθητευόμενους τεχνίτες, μαθητές λυκείου, εργάτες κλπ. Ο Julius σε κάποιο χωρίο στο έργο του Μαθήματα περί Φυλακών (Leçons sur les Prisons) αντιπαρέβαλε τους πολιτισμούς του θεάματος (πολιτισμοί της θυσίας και της τελετουργίας, όπου παρουσιάζεται σε όλους το θέαμα ενός μοναδικού γεγονότος και όπου η κύρια αρχιτεκτονική μορφή είναι το θέατρο) με τους πολιτισμούς της επιτήρησης (όπου δίνεται σε ορισμένους μόνον η δυνατότητα άσκησης αδιάκοπου ελέγχου στο ευρύτερο σύνολο και όπου εξέχουσα αρχιτεκτονική μορφή είναι η φυλακή). Και πρόσθετε πως η ευρωπαϊκή κοινωνία που αντικατέστησε τη Θρησκεία με το Κράτος προσέφερε το πρώτο παράδειγμα πολιτισμού επιτήρησης.

Ο XΙXος αιώνας τοποθέτησε το θεμέλιο λίθο για την εποχή του πανοπτισμού.

* * *

Ποιες ανάγκες εκπλήρωσε ο μετασχηματισμός αυτός;

Πολύ πιθανόν νέες μορφές ανομίας και ένα νέο παιχνίδι άσκησής της. Κυρίως νέες απειλές.

Το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης (αλλά και αυτό πολλών άλλων κινημάτων τις δύο τελευταίες δεκαετίες του XVIIIου αιώνα) φανερώνουν ότι ο πολιτικός μηχανισμός ενός έθνους είναι δυνατό να πληγεί από τις λαϊκές εξεγέρσεις. Η επισιτιστική εξέγερση, η εξέγερση κατά των φόρων ή των τελών, η άρνηση απογραφής δεν αποτελούν πια τα περιορισμένα εκείνα κινήματα που μπορούν να βλάψουν (και φυσικά) τον εκπρόσωπο της πολιτικής εξουσίας, αλλά θίγουν τις ίδιες τις δομές της πολιτικής εξουσίας και τον επιμέρους καταμερισμό της. Μπορούν να αμφισβητήσουν την κατοχή της πολιτικής εξουσίας και την εξάσκησή της. Από την άλλη πλευρά όμως, και κυρίως, η ανάπτυξη της βιομηχανίας φέρνει μαζικά και άμεσα τη διαδικασία παραγωγής σε επαφή με εκείνους που θα τη θέσουν σε λειτουργία. Οι μικρές βιοτεχνικές μονάδες, οι μανιφακτούρες περιορισμένου και σχετικά λιτού εξοπλισμού, τα καταστήματα με περιορισμένη χωρητικότητα που εξασφαλίζουν τη λειτουργία της τοπικής αγοράς δεν έδιναν αφορμή για υπεξαιρέσεις ή γενικευμένες καταστροφές. Εξαιτίας όμως της εκμηχάνισης, της οργάνωσης των μεγάλων εργοστασίων με σημαντικά αποθέματα πρώτων υλών, της παγκοσμιοποίησης της αγοράς και της εμφάνισης μεγάλων κέντρων διανομής εμπορευμάτων, τα αγαθά άρχισαν να πλήττονται συνεχώς.  Και δεν πρόκειται για μια προσβολή που προέρχεται εκ των έξω, από τους απόκληρους ή τους περιθωριοποιημένους που ρακένδυτοι σα ζητιάνοι ή περιπλανώμενοι σαν αλήτες προκαλούσαν το φόβο τον XVIIIο αιώνα, αλλά εκ των έσω από εκείνους που γνωρίζουν πως να χειριστούν τις καταστάσεις και να τις καταστήσουν παραγωγικές. Από την καθημερινή υπεξαίρεση των αποθηκευμένων προϊόντων έως και τις συλλογικές καταστροφές μηχανών ένας διαρκής κίνδυνος απειλεί τον πλούτο που έχει επενδυθεί στη διαδικασία παραγωγής. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί ολόκληρη η διαδοχή από μέτρα, στα τέλη του XVIIΙου και στις αρχές του XIXου αιώνα, που ελήφθησαν για την προστασία των λιμένων, των αποβάθρων και των ναυστάθμων του Λονδίνου για την εξάρθρωση σπειρών μεταπωλητών και κλεπταποδόχων.

Στην ύπαιθρο είναι η, φαινομενικά, αντίστροφη κατάσταση που παράγει ανάλογα αποτελέσματα. Ο κατακερματισμός της αγροτικής ιδιοκτησίας, η, κατά το μάλλον ή ήττον, σχεδόν ολική εξαφάνιση των κοινοτικών περιουσιών και η εκμετάλλευση των χέρσων εδαφών εδραιώνουν την ιδιοποίηση και καθιστούν την αγροτική κοινωνία μη ανεκτική απέναντι σε κάθε είδους ασήμαντη ανομία που -θέλοντας και μη- θα αποδέχονταν κατά το καθεστώς της μεγάλης υπό εκμετάλλευση ιδιοκτησίας. Εξαφανίζεται το περιθώριο στο οποίο επιβίωναν οι πιο φτωχοί και οι περιπλανώμενοι, εκμεταλλευόμενοι την ανοχή, την ανεκτικότητα, τους ξεχασμένους κανονισμούς και τα κεκτημένα [δικαιώματα]. Το πύκνωμα των δεσμών ιδιοκτησίας ή μάλλον το νέο καταστατικό ιδιοκτησίας γαιών και η νέα μορφή εκμετάλλευσής τους μετατρέπουν πολλές εδραιωμένες παρανομίες σε αδίκημα. Τα αγροτικά αδικήματα του Διευθυντηρίου και του Προξενείου στη Γαλλία (αδικήματα που συνδέονται είτε με αγώνες υπό τη μορφή εμφύλιων πολέμων είτε με την αντίσταση κατά της απογραφής) έχουν περισσότερο πολιτική παρά οικονομική σημασία. Σημαντική ήταν επίσης στην Ευρώπη και η αντίσταση κατά των διάφορων δασικών κωδίκων στις αρχές του XIXου αιώνα.

Η πιο σημαντική όμως μορφή της νέας ανομίας βρίσκεται αλλού. Δεν αφορά τόσο το σώμα της διαδικασίας παραγωγής ή της ιδιοκτησίας γαιών όσο το ίδιο το σώμα του εργάτη και τον τρόπο προσαρμογής του στη διαδικασία παραγωγής. Ανεπαρκείς μισθοί, υποβιβασμός της ανθρώπινης εργασίας εξαιτίας της εκμηχάνισης, εξαντλητικά ωράρια εργασίας, πολλαπλές κρίσεις περιφερειακού ή τοπικού χαρακτήρα, απαγόρευση σύστασης σωματείων, μηχανισμοί επιβολής χρεών, όλα αυτά ωθούν τους εργάτες στην υιοθέτηση διαφόρων ειδών συμπεριφοράς, όπως παρατεταμένη αποχή από την εργασία, σπάσιμο του «συμβολαίου πρόσληψης», μετανάστευση, «άστατος» τρόπος ζωής. Το πρόβλημα είναι λοιπόν να προσηλωθούν οι εργάτες στη διαδικασία παραγωγής, να υποταχθούν στο ρυθμό της,  να εγκατασταθούν σε συγκεκριμένη έδρα ή να μετακινηθούν εκεί όπου είναι αναγκαίοι, να τους επιβληθεί η καρτερικότητα και η συνέπεια που απαιτείται, κοντολογίς να μετατραπούν σε εργατικό δυναμικό. Από αυτή τη θεώρηση απορρέει μια νομοθεσία που δημιουργεί νέα παραπτώματα (υποχρέωση κατοχής βιβλιαρίου, νόμος περί των οινοπωλείων, απαγόρευση της λαχειοφόρου)· μία σειρά από μέτρα που, χωρίς να είναι απόλυτα αναγκαστικά, διαχωρίζουν τον καλό από τον κακό εργάτη και εξασφαλίζουν μια εκγύμναση της συμπεριφοράς (ταμιευτήριο, ενθάρρυνση για γάμο, αργότερα οι εργατικές συνοικίες), την εμφάνιση οργανισμών ελέγχου ή πίεσης (φιλανθρωπικοί σύλλογοι, επιτήρηση)· και τέλος μία τεράστια εκστρατεία ηθικοποίησης των εργατών. Η εκστρατεία αυτή ορίζει τι θα διώκεται ως «αταξία» και τι θα θεσπίζεται ως «τάξη», ούτως ειπείν ένα συγκεντρωτικό σώμα εργατών προσαρμοσμένο στο χρόνο παραγωγής που θα προσφέρει επακριβώς την απαιτούμενη ρώμη του. Το γεγονός αυτό φανερώνει την αναπόφευκτη συνέχιση της παρανομίας στην εγκληματικότητα, δίνοντας στο φαινόμενο της περιθωριοποίησης, που οφείλεται τρόπον τινά σε μηχανισμούς ελέγχου, ψυχολογική και ηθική υπόσταση.

* * *

Με βάση τα παραπάνω είναι δυνατό να εξαχθούν ορισμένα συμπεράσματα:

1. Οι μορφές ποινών που εμφανίζονται το 1760-1840 δε συνδέονται με μια νέα αντίληψη περί ηθικής. Η φύση των παραβάσεων που ορίζονται από τον κώδικα κατ’ oυσία ουδόλως άλλαξε (μπορούμε όμως να σημειώσουμε την εξαφάνιση, προοδευτική ή ξαφνική, των θρησκευτικών αδικημάτων και την εμφάνιση ορισμένων αδικημάτων οικονομικής ή επαγγελματικής φύσεως)· αν και το καθεστώς των ποινών είναι πολύ πιο επιεικές, οι ίδιες οι παραβάσεις δεν άλλαξαν σημαντικά. Αυτό που έθεσε σε κίνδυνο τη μεγάλη ανανέωση της εποχής αφορούσε το πρόβλημα των σωμάτων και της υλικότητας -πρόκειται για ένα ζήτημα φυσικής: νέα μορφή υλικότητας που λαμβάνει η διαδικασία παραγωγής, νέος τύπος επικοινωνίας μεταξύ της μηχανής και εκείνου που τη θέτει σε λειτουργία· νέες απαιτήσεις που επιβλήθηκαν στα άτομα ως παραγωγικές δυνάμεις. Η ιστορία των ποινών στις αρχές του XIXου αιώνα δεν αποτελεί κατά βάση ιστορία ιδεών ηθικής· είναι ένα κεφάλαιο της ιστορίας του σώματος. Με άλλα λόγια, μπορούμε να πούμε ότι εξετάζοντας τις ιδέες ηθικής μέσω της πρακτικής και των ποινικών θεσμών, ανακαλύπτουμε ότι η εξέλιξη της ηθικής είναι πάνω από όλα η ιστορία του σώματος, η ιστορία των σωμάτων. Μπορούμε να καταλάβουμε ακόμη πως:

– η φυλακή αποτέλεσε τη γενική μορφή τιμωρίας και αντικατέστησε τα βασανιστήρια. Το σώμα δεν χρειάζεται πια να σημαδεύεται· αντίθετα, η ακεραιότητά του πρέπει να προστατεύεται· ο χρόνος του πρέπει να καταμετράτε και να αξιοποιείται πλήρως· οι δυνάμεις του πρέπει διαρκώς να προσδένονται στην εργασία. Η μορφή-φυλακή της ποινής ανταποκρίνεται στη μορφή-μισθός της εργασίας·

– Η ιατρική, ως επιστήμη κανονικοποίησης των σωμάτων, κατέλαβε μια θέση στην καρδιά της ποινικής πρακτικής (στόχος της ποινής πρέπει να είναι η θεραπεία).

2. Ο μετασχηματισμός των ποινών δε σκιαγραφεί μόνο μια ιστορία των σωμάτων είναι, πιο συγκεκριμένα, μια ιστορία των σχέσεων μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των σωμάτων. Ο καταναγκασμός επί των σωμάτων, ο έλεγχος τους, η υποδούλωσή τους, ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία αυτή ασκείται άμεσα ή έμμεσα πάνω τους, ο τρόπος με τον οποίο τα συμμορφώνει, τα συγκροτεί, τα χρησιμοποιεί είναι σύμφωνη με την αρχή της μεταβολής που εξετάσθηκε. Πρέπει να γραφτεί μια «Φυσική» της εξουσίας και να καταδειχτεί πόσο άλλαξε σε σχέση με τις προηγούμενες μορφές της, στις αρχές του XΙXου αιώνα, κατά την ανάπτυξη των κρατικών δομών.

Πρώτα από όλα, θεμελιώνεται μία νέα οπτική: γενικό και διαρκές όργανο επιτήρησης· όλα πρέπει να είναι επιτηρήσιμα, παρατηρήσιμα και διαβιβάσιμα: με την οργάνωση της αστυνομίας· τη θέσπιση ενός συστήματος αρχειοθέτησης (με προσωπικούς φακέλους), τη θέσπιση ενός πανοπτισμού.

Τέθηκε σε εφαρμογή μια καινούργια μηχανική: απομόνωση και επανένωση των ατόμων· εντοπισμός των σωμάτων· μέγιστη χρησιμοποίηση των δυνάμεών τους· έλεγχος και βελτίωση της απόδοσης τους· συνελώντι ειπείν, εφαρμογή μίας πειθαρχίας της ζωής, του χρόνου, των ενεργειών.

Δημιουργία μίας νέας φυσιολογίας: προσδιορισμός των προτύπων, αποκλεισμός και απόρριψη όσων δε συμμορφώνονται προς αυτά, μηχανισμός επανένταξής τους μέσω σωφρονιστικών επεμβάσεων που είναι, κατά διφορούμενο τρόπο, θεραπευτικές και πειθαρχικές.

Ο πανοπτισμός, η πειθαρχία και η ομαλοποίηση χαρακτηρίζουν συστηματικά αυτή τη νέα ανάληψη εξουσίας πάνω στα σώματα, που έλαβε χώρα κατά τον XIXο αιώνα. Και το υποκείμενο της ψυχολογίας όπως το βλέπουμε να εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή (σχετικά με μια γνώση καταληπτή, επιδεκτική μάθησης, μορφοποίησης και εκγύμνασης, τόπος, ενδεχομένως, παθολογικών αποκλίσεων και ομαλοποιητικών επεμβάσεων) δεν είναι παρά η αντίστροφη όψη αυτού του μηχανισμού υποδούλωσης. Το υποκείμενο της ψυχολογίας γεννήθηκε στο σημείο συνάντησης της εξουσίας με το σώμα: πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας «πολιτικής φυσικής».

3. Σε αυτή τη «φυσική», η εγκληματικότητα παίζει σημαντικό ρόλο. Πρέπει όμως να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της εγκληματικότητας. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε εγκληματίες, σε είδη ψυχολογικών και κοινωνικών μεταλλάξεων που θα αποτελέσουν αντικείμενο της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Με τον όρο εγκληματικότητα πρέπει μάλλον να εννοήσουμε το διπλό σύστημα ποινής-εγκληματία. Ο ποινικός θεσμός με τη φυλακή στο κέντρο του παράγει μία κατηγορία ατόμων που αποτελούν με αυτήν ένα κύκλωμα: η φυλακή δε σωφρονίζει· υπενθυμίζει ακατάπαυστα τα ίδια πράγματα· δημιουργεί σιγά-σιγά ένα περιθωριοποιημένο πληθυσμό που χρησιμεύει ούτως ώστε να ασκηθεί πίεση στις μη ανεκτές «αρρυθμίες» ή «ανομίες». Και μέσω της εγκληματικότητας ασκεί πίεση στις ανομίες με τρεις τρόπους: οδηγώντας σιγά-σιγά την αρρυθμία ή την ανομία στην παράβαση, χάρη σε ένα παιχνίδι αποκλεισμών και παραποινικών κυρώσεων (μηχανισμός που μπορούμε να ονομάσουμε: «η έλλειψη πειθαρχίας οδηγεί στη λαιμητόμο»)· ενσωματώνοντας τους εγκληματίες στα ίδια τα όργανα επιτήρησης της ανομίας (πρόσληψη προβοκατόρων, καταδοτών, αστυνομικών, μηχανισμός που μπορούμε να αποκαλέσουμε: «κάθε κλέφτης μπορεί να γίνει Vidocq»)· διοχετεύοντας τις παραβάσεις των εγκληματιών ενάντια στους πληθυσμούς εκείνους που πρέπει περισσότερο να επιτηρούνται (αρχή: «πιο εύκολα κλέβει ένας φτωχός παρά ένας πλούσιος»).

Αν λοιπόν, για να επανέλθουμε στο ερώτημα που θέσαμε αρχικά: για ποιο λόγο υφίσταται αυτός ο παράξενος θεσμός της φυλακής, γιατί επιλέγεται αυτή η ποινή, η δυσλειτουργία της οποίας εξαρχής καταγγέλλεται; Πρέπει ενδεχομένως να απαντήσουμε ως εξής: η φυλακή έχει το πλεονέκτημα να παράγει εγκληματικότητα, όργανο ελέγχου και καταπίεσης της παρανομίας, μη αμελητέο κατά την άσκηση εξουσίας πάνω στα σώματα, αλλά και βασικό στοιχείο αυτής της φυσικής της εξουσίας που προκάλεσε και την εμφάνιση της ψυχολογίας του υποκειμένου.

* * *

Το φετινό σεμινάριο έχει αφιερωθεί στην προετοιμασία της δημοσίευσης του φακέλου της υπόθεσης Pierre Rivière.


* Η μετάφραση του κειμένου του M. Foucault, « La société punitive », έγινε από τον τόμο Résumé des Cours 1970-1982, Juillard, Paris, 1989, σσ. 29-51 από τον F.G.A και η χρήση είναι ελεύθερη για κινηματικούς σκοπούς.