Tag Archives: οδηγίες για μια εξέγερση - Page 2

Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Και τώρα που οι δυτικοί δημοσιογράφοι εγκατέλειψαν ο ένας μετά τον άλλον την Μισράτα, οι φίλοι μας, που βρίσκονται ακόμη στην πόλη, μας στέλνουν τον καρπό της έρευνάς τους και τον απολογισμό των τελευταίων ημερών. Το κείμενο αυτό χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο, εν είδει εισαγωγής, μας υπενθυμίζει ορισμένες γενικές πληροφορίες για τη Λιβύη. Το δεύτερο μέρος ασχολείται με τον ξεσηκωμό της 20ης Φλεβάρη στην Μισράτα. Το τελευταίο (και μεγαλύτερο) μέρος, καταπιάνεται με μια επιθεώρηση της τρέχουσας κατάστασης στην πόλη. Περιγράφει τις θέσεις των δυνάμεων και τον τρόπο οργάνωσης των ανταρτών.

1. Γενικές σκέψεις για τη Λιβύη

Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια σύντομη επισκόπηση της χώρας, από άποψη οικονομική, ιστορική, κοινωνική. Είναι σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη από την έλλειψη γνώσης μας γι’ αυτήν τη χώρα. Ωστόσο, αυτές οι σκέψεις θα μας βοηθήσουν να συλλάβουμε τα γεγονότα με μια οπτική λιγότερο στενή απ’ αυτήν που έχουμε ως τώρα.

Η Λιβύη δεν είναι μια φτωχή χώρα. Ο πλούτος του πετρελαίου ακτινοβολεί σ’ ολόκληρη την οικονομία, από τους τομείς που συνδέονται άμεσα με τη σχετική βιομηχανία, μέχρι τους πιο απομακρυσμένους κλάδους. Τα στελέχη, οι μηχανικοί και οι εκπαιδευτικοί συνεισφέρουν εκτεταμένα στην εξέγερση. Η χειρωνακτική εργασία (οικοδόμοι, τεχνίτες, ξυλουργοί κλπ) στελεχώνεται κυρίως απ’ τον πληθυσμό των αφρικανών μεταναστών. Η ζωή στη Λιβύη κυλά βάσει του μοντέλου των δυτικών μητροπόλεων. Σε γενικές γραμμές, οι Λίβυοι δεν είναι αυτάρκεις και εξαρτώνται από τις εμπορικές συναλλαγές. Σχεδόν το σύνολο της κατανάλωσης προέρχεται από εισαγωγές, κι αυτές έχουν σταματήσει από το ξεκίνημα του πολέμου. Ορισμένες προμήθειες (φάρμακα, τρόφιμα…) περνούν ακόμα απ’ τα αιγυπτιακά σύνορα αλλά αυτό γίνεται με αργόσυρτους και βασανιστικούς ρυθμούς, με ατομική πρωτοβουλία. Ολόκληρη η χώρα ζει κυριολεκτικά απ’ τα αποθέματά της, και είναι δύσκολο να πούμε πόσο καιρό ακόμα θ’ αντέξουν πριν υποκύψουν στις ανάγκες τους. Όπως μας θύμισε ένας γέροντας, αυτή η επανάσταση δεν έγινε επειδή οι Λίβυοι πεινούσαν. Κατ’ αυτόν, ο λαός ξεσηκώθηκε για την αξιοπρέπεια, τον σεβασμό. Οι Λίβυοι είχαν αρκετά πλούτη και καλή εκπαίδευση, κι όμως ένιωθαν πως ζουν όπως τα ζώα, “φαί και χέσιμο”. Σήμερα που ο πόλεμος έχει συνταράξει ορισμένες πτυχές της καθημερινότητας, είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τί θα σήμαινε μια επιστροφή στην ομαλότητα. Έχουν ήδη κερδίσει τον σεβασμό και την ελευθερία τους μέσα στην ίδια τη διαδικασία του πολέμου.

Τα 42 χρόνια του καθεστώτος Καντάφι έχουν εμποδίσει την ανάπτυξη μιας κλασσικής πολιτικής κουλτούρας: απουσία πολιτικών κομμάτων, ανυπαρξία των κλασσικών κοινωνικών χώρων όπως σύλλογοι και σωματεία, μηδαμινή ανάπτυξη κάποιας ιδιαίτερης ιδεολογίας. Είναι αναμφισβήτητα οι λόγοι για τους οποίους ελάχιστος λόγος γίνεται για δημοκρατία, σε αντίθεση με τα κινήματα στην Αίγυπτο ή την Τυνησία. Δεδομένου του ότι δεν υπάρχει ο πόλος έλξης μιας αντιπολιτευτικής δύναμης, ακόμα και παράνομης, κανένας ηγέτης δε χαίρει κάποιας ιδιαίτερης αναγνώρισης από την μεριά των επαναστατών. Αναλόγως, δεν μπορούμε να διακρίνουμε μια τυπική ιεραρχία που να συγκεντρώνει την οργάνωση αυτού του πολέμου. Ωστόσο, αρχίζουμε να ακούμε συχνά το όνομα του Αμπντέλ Φαττάχ Γιουνές Αλ-Αμπιντί, παλιού διορισμένους υπουργού εσωτερικών της Τρίπολης, και εσχάτως, γενικού επικεφαλής των αντάρτικων στρατιωτικών δυνάμεων. Αλλά προς στιγμήν, ο ρόλος του μοιάζει περιορισμένος στα στρατιωτικά υλικοτεχνικά πλαίσια. Ακόμα κι αν ο δυτικός τύπος τον έχει ανακηρύξει νέο ηγέτη, απέχει μακράν του να απολαμβάνει την ομόφωνη αποδοχή των shebab (μαχητών). Οι μόνες φυσιογνωμίες στις οποίες προσκολλάται το εθνικό και πατριωτικό αίσθημα είναι οι νεκροί μαχητές που έπεσαν στην αντίσταση στα πρότυπα του Ομάρ Αλ-Μοχτάρ. Σήμερα, “όλοι οι ελεύθεροι Λίβυοι είναι Ομάρ Αλ-Μοχτάρ”. Ο Αλ-Μοχτάρ, σεϊχης των μουτζαχεντίν της εποχής, πολέμισε τους Ιταλούς απ’ το 1911 ως το 1931, αποσυρώμενος στα βουνά στα ανατολικά, κι επιτιθέμενος με κάρα και αυτοσχέδιο εξοπλισμό, στήνοντας παγίδες και επινοώντας πολλά ευφυή άτακτα χτυπήματα (στμ: το λεγόμενο “αντάρτικο της ερήμου”). “Νίκη ή θάνατος, παράδοση ποτέ”, αυτό ήταν το σύνθημά του, που αντηχεί ακόμα και σήμερα.

Όσον αφορά το φυλετικό σύστημα, πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για μύθο το ότι ο Καντάφι έχει χρησιμοποιήσει το “διαίρει και βασίλευε” και, κατά συνέπεια, έχει οφελήσει τη φυλή του, τους Κανταφά. Οι φυλές αποτελούν μια ιστορική πραγματικότητα που όμως δεν έχουν πλέον τόση σημασία στην ισορροπία δυνάμεων. Στις μεγάλες πόλεις, για παράδειγμα, πλέον κανείς δεν αναφέρεται εμφανώς σε ένα φυλετικό ανήκειν. Στον πόλεμο αυτόν, το Ισλάμ λειτουργεί ως ο μόνος αδιάψευστος κοινός τόπος, εκεί όπου το πνευματικό κενό που συνοδεύει τη δυτικοποίηση θα μπορούσε να εξαϋλώσει τους μαχητές της επανάστασης. Να ζεις μια καλή ζωή ή να πεθάνει για έναν καλό σκοπό. Είτε πρόκειται για τον τρέχοντα πόλεμο, είτε για την καθημερινή ζωή, οι Λίβυοι φίλοι μας επιμένουν: “μια πορεία, ένας δρόμος”. Η δύναμη που φέρνει εδώ η πίστη είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της σύγκρουσης. Όταν το πλοίο που μετέφερε πυρομαχικά, τρόφιμα και φάρμακα για την Μισράτα απειλήθηκε, ανώνυμα, ότι θα δεχθεί επίθεση, η αμφιβολία δεν σημάδεψε κανένα πρόσωπο. Υπό τον ήχο των προσευχών και των ψαλμωδιών, το καράβι μπήκε στο λιμάνι.

2. Η αρχή της εξέγερσης στην Μισράτα

Στις 17 Φλεβάρη, ενώ η Κατίμπα της Βεγγάζης έπεσε στα χέρια των ανταρτών ένα μικρό πλήθος οπαδών του Καντάφι διαδήλωνε ακόμα ήρεμα στους δρόμους της Μισράτα, κρατώντας μεγάφωνα, πράσινες σημαίες και πορτραίτα του “Οδηγού”. Προσπαθούν να επιδείξουν μια επίφαση ομαλότητας, όταν παντού στα ανατολικά, οι βάσεις της εξουσίας τυλίγονται στις φλόγες. Όμως, στις 19 Φλεβάρη, πεντακόσιοι φοιτητές της Μισράτα βγαίνουν στον δρόμο για να διαδηλώσουν ενάντια στους πυροβολισμούς εναντίον διαδηλωτών που έλαβαν χώρα στη Βεγγάζη. Η διαδήλωση δέχεται επίθεση μέρα-μεσημέρι, από κανταφικούς, με γυμνά χέρια και ρόπαλα. Το ίδιο απόγευμα, τα πνεύματα ανάβουν, ο στρατός κινητοποιείται και ανοίγει πυρ εναντίον του πλήθους. Ένας νεκρός από την μεριά των διαδηλωτών. Το βράδυ, περίπου 20.000 άνθρωποι πορεύονται προς το νεκροταφείο για να θάψουν το νεαρό αγόρι. Με το πέρας της τελετής, το πλήθος κατευθύνεται προς το κέντρο της πόλης, κραδαίνοντας μαδέρια και επιτιθέμενο συστηματικά προς ό,τι συμβολίζει το καθεστώς. Καταστρέφονται τα διάφορα “lenjen toria”, γραφεία του “επαναστατικού” κόμματος του Καντάφι, και, όπως παντού στη Λιβύη, ένα μεγάλο μέρος των ανταρτών αναχωρεί εσπευσμένα για την Τρίπολη, είναι κι αυτοί που θα προμηθεύσουν στους εξεγερμένους εκεί, τα πρώτα και τελευταία όπλα τους. Ας έχουμε κατά νου ότι η Μισράτα θεωρούταν μια πόλη εμπορική, ήσυχη και απέχουσα από πολιτικές αναταραχές, σε αντίθεση με τη Βεγγάζη, εστία της αντίστασης όπου οι κανταφικές δυνάμεις ήταν συνεπώς οπλισμένες. Εδώ, γνωρίζαμε για ελάχιστα πιθανά κρυφά οπλοστάσια. Ήταν μόλις πριν από δυο εβδομάδες, όταν εκρήξεις ακούγονταν ακόμη κι έξι ώρες μετά τον βομβαρδισμό του αεροδρομίου απ’ τον συνασπισμό, που ο κόσμος κατάλαβε πού βρίσκονταν συγκεντρωμένα.

Από τις πρώτες κιόλας μέρες, ο τοπικός διοικητής των ειδικών δυνάμεων του Καντάφι, υποσχέθηκε στον πληθυσμό ότι δε θα δώσει διαταγή να ανοίξουν πυρ κατά του πλήθους. Συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Τρίπολη μαζί με άλλα επτά άτομα. Η Κατίμπα και τα αποθέματα πυρομαχικών της έμειναν στα χέρια της εξουσίας. Εάν το ζήτημα του εξοπλισμού των ανταρτών είναι ακόμα αισθητό σήμερα στον ασύμμετρο πόλεμο που εκτυλίσσεται εδώ, αυτό δεν έχει να κάνει με τις πρώτες επιθέσεις των καθεστωτικών για την επανάκτηση της πόλης. Ο πληθυσμός ήταν τότε απελπιστικά άοπλος. Τα πρωταρχικά μέσα πάλης τους ενάντια στα πρώτα τανκς που μπήκαν στην πόλη ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοσχέδια. Οι περισσότεροι, έτρεξαν στα χαρακώματα, οπλισμένοι με κοκτέιλ μολότωφ και “ζελατίνες” -σπιτικές χειροβομβίδες που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στην αλιεία, των οποίων η ισχύς εξαρτάται από το μέγεθος του σκεύους που κλείνει και την εκκρηκτική ύλη. Εκείνη τη στιγμή, η νίκη είναι θέμα αποφασιστικότητας και επινοητικότητας, απέναντι σε στρατεύματα που αποτελούνται κυρίως από ξένους μισθοφόρους, βαριά οπλισμένους αλλά σε μειονεκτική θέση λόγω άγνοιας του εδάφους.

Το στρατιωτικό σχέδιο που εξελίσσεται εδώ δεν είναι άλλο από την περιουσία του Καντάφι που του δίνει τη δυνατότητα να αγοράζει την εκδίκησή του. Από την αρχή, οι πολιτοφυλακές αποτελούνταν από ξένους μισθοφόρους. Η μαζική έλευση αυτών των “στρατιωτών”, από διάφορες χώρες, είναι διαρκής, εν μέρει επειδή οργανώνεται από τον Καντάφι τον ίδιο, κι εν μέρει επειδή πρόκειται για την νέα προσοδοφόρα μπίζνα του συναφιού των επαγγελματιών δολοφόνων: από τα γραφεία κατάταξης του Τσαδ και του Μαλί, παγκόσμια μέχρι τον Σέρβο ελεύθερο σκοπευτή που θα φωνάξει τα φιλαράκια του για να ξαναβρεθούν εδώ. Για να βάλει άμαχους πολίτες στο στόχαστρό του, θα ανταμοιφθεί με μέχρι και 10.000 λιβυκά δηνάρια την ημέρα (στμ: γύρω στα 6.000 ευρώ). Συμπεριλαμβανομένων των φτωχών γειτονιών ή πόλεων του Νότου, όπου οι κανταφικοί στρατολογούν Λίβυους, οι οποίοι, τουλάχιστον τις πρώτες εβδομάδες, διόγκωναν τον αριθμό των παραστρατιωτικών ή στρατιωτικών δυνάμεων, και είναι οι ίδιοι που σήμερα διαδηλώνουν μπροστά στις κάμερες κουνώντας τις πράσινες σημαίες. Τα χρηματικά ποσά και οι υποσχέσεις για υψηλές θέσεις εργασίας που η φατρία του Καντάφι είναι σε θέση να προτείνει, έχουν δημιουργήσει μια διάχυτη δυσπιστία, ισοδύναμη με τον φόβο των χαφιέδων. Ακόμα κι αν μας είναι δύσκολο να τη συλλάβουμε σ’ όλη της την ένταση, αυτή η δυσπιστία δε φαίνεται να παράγει ακόμα ένα δηλητηριώδες κλίμα, ούτε να διαβρώνει τις σχέσεις μεταξύ των επαναστατών.

Την τρίτη μέρα, οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν ήδη εγκαταλείψει τις θέσεις εργασίας τους. Ένα κλίμα γενικής αποστράτευσης ήταν διάχυτο, καθώς το Κράτος ως γενικός διαχειριστής είχε ήδη εξαφανιστεί ή, εν πάσει περιπτώσει, δεν είχε πια νόημα να του αναγνωριστεί ένας τέτοιος ρόλος. Συνελεύσεις διαμορφώθηκαν στην κεντρική πλατεία της Μισράτα, όπου συνέκλινε το πλήθος. Εκεί τέθηκε επιτακτικά η αναγκαιότητα της οργάνωσης των τροφίμων, του νερού, του ηλεκτρισμού, των χρημάτων, όπως και του αγώνα. Αυτοί που ώθησαν στη δημιουργία “συμβουλίων” για τον συντονισμό των πρωτοβουλιών προέρχονταν κατά μεγάλη μερίδα απ’ τον νομικό κλάδο (δικηγόροι, δικαστές…). Υπήρξαν κι αυτοί που πίεσαν τις τράπεζες να ανοίξουν για λίγες ημέρες την πρώτη εβδομάδα, προκειμένου να επαναδιανεμηθεί το χρήμα. Μετά τη δημιουργία των τοπικών συμβουλίων, υπήρχε η επιθυμία για έναν συντονισμό σε εθνικό επίπεδο, κάτι που θα οδηγούσε στο Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο. Αυτός ο φορέας συντίθεται λοιπόν από αντιπροσώπους των τοπικών συμβουλίων. Για παράδειγμα, υπάρχουν δυο άτομα απ’ την Μισράτα που βρίσκονται στο ΕΜΤ στη Βεγγάζη.

Από την πρώτη εβδομάδα, τόσο σε πολιτικό όσο και σε υπαρξιακό επίπεδο, η πόλη έχει αγκαλιαστεί από την επανάσταση. Χρειάζεται η ηλιθιότητα ενός εξαρτημένου της τηλεοπτικής προπαγάνδας του Κράτους ή η απόσταση ενός δυτικού δημοσιογράφου για να υποκρίνεται κανείς πως θα μπορούσε οτιδήποτε εδώ να γυρίσει πολιτικά προς όφελος του Καντάφι. Δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε σήμερα η εξουσία να “ξαναπάρει την Μισράτα”, εκτός απ’ το να εξοντώσει συνολικά τον πληθυσμό.

3. Στρατηγικές σημειώσεις για την πολιορκία της Μισράτα – χαρτογραφία.

Η ανάπτυξη των δυνάμεων του εχθρού, σε τρεις σημαντικούς τομείς, καταφέρνει να περικυκλώσει την Μισράτα και να εμποδίσει την από ξηρά πρόσβασή της. Απ’ αυτά τα τρία σημεία και απ’ την κατάληψη της οδού Τριπόλεως, πραγματοποιούνται ή επαπειλούνται τακτικές επιδρομές εντός της πόλης. Η στρατηγική των κανταφικών δυνάμεων είναι μια πολιτική του τρόμου: διείσδυση σε ορισμένες γειτονιές και λεηλασία τους, απαγωγές ή και δολοφονίες κατοίκων. Παίρνει επίσης την μορφή των βομβαρδισμών, τωντακτικών πυροβολισμών ή της κατάληψης θέσεων προκειμένου να εμποδιστεί ο πληθυσμός από πρόσβαση στα εφόδιά του: σε τρόφιμα, ηλεκτρισμό, πετρέλαιο, χρήματα, ιατροφαρμακευτικό υλικό, μέσα επικοινωνίας.

Γενική όψη της Μισράτα

κλικ για μεγέθυνση

Δυτικά

Από το Ζλιτάν, κατά μήκος του παραλιακού δρόμου, βαρύ πυροβολικό, άρματα μάχης και τεθωρακισμένα μεταφορικά στρατιωτών βρίσκονται κρυμμένα μέσα σε μια δασώδη περιοχή γύρω στα 12 χιλιόμετρα απ’ την Μισράτα. Οι μετακινήσεις τους πέραν αυτής της περιοχής είναι εκτεθειμένες. Επιχειρούν τακτικά την ανάληψη θέσεων εντός της πόλης, προκειμένου να καταφύγουν σε κτίρια όπου θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια οχυρή θέση ώστε να προστατευθούν από τα πυρά του συνασπισμού. Μέχρι σήμερα, οι Shebab καταφέρνουν κάθε φορά να τους απωθούν.

Νότια

Οι κανταφικές δυνάμεις βρίσκονται συγκεντρωμένες στην περιοχή της Ταμίνα, μέχρι τη βάση της στρατιωτικής αεροπορίας, που έχει βομβαρδιστεί δυο φορές από το ΝΑΤΟ. Από τη θέση αυτή, τα στρατεύματα των μισθοφόρων διασφαλίζουν τον έλεγχο της πρόσβασης στην πόλη από Νότο (διαστάυρωση της νότιας πύλης και της εθνικής οδού) και διεξάγουν επιδρομές. Στη διασταύρωση της εθνικής οδού και της οδού Βεγγάζης, τα τεθωρακισμένα έχουν κατεβάσει τις προσόψεις των καταστημάτων και των καφέ, ώστε να μπορούν να κρύβονται στα κτίρια κατά τη διάρκεια των πτήσεων των αεροσκαφών του συνασπισμού. Οι κινήσεις τους στην εθνική οδό αποκόπτουν την πόλη απ’ ολόκληρη τη ζώνη που εκτείνεται εκεί, συγκεντρώνοντας τα περισσότερα αγροκτήματα της περιοχής, και κατά συνέπεια το μεγαλύτερο μέρος της (εξασθενημένης) τοπικής αγροτικής παραγωγής. Οι καθεστωτικές δυνάμεις επιδίδονται με ιδιαίτερο ζήλο στο κόψιμο του ρεύματος στα αγροκτήματα, και στο να καθιστούν την προσβαση στην πόλη αυτοκτονική.

Ανατολικά

Η ζώνη που εκτείνεται απ’ τα νοτιοανατολικά της Μισράτα μέχρι το λιμάνι Κασρ Χαμάδ, δοκιμάζεται συνεχώς από πυρά πυροβολικού, λεηλασίες ή απόπειρες επιδρομών στις αποθήκες των εφοδίων. Αυτό το εμπορικό λιμάνι είναι μια τεράστια βιομηχανική ζώνη που έχει μετατραπεί στον τοπικό στρατηγικό κόμβο των εχθροπραξιών, δεδομένου ότι φιλοξενεί επιπλέον και τον σιτοβολώνα της πόλης. Η επίθεση της Παρασκευής 2 Απρίλη με ένα τανκ και μια συστάδα οχημάτων, ματαιώθηκε χάρη στην πολυδιαφημισμένη παρέμβαση του συνασπισμού, και τελικά κατευθύνθηκε προς τις αποθήκες ζάχαρης κι αυτές του αλευριού. Οι πρώτες καταστράφηκαν ολοσχερώς. Αυτή η επιχείρηση ήταν η εξέλιξη των πολλαπλών αποπειρών των προηγουμένων εβδομάδων, πάντα λιγότερο ή περισσότερο περιορισμένες χάρη στις αντεπιθέσεις των shebab. Σ’ αυτή τη ζώνη βρίσκονται επίσης ο τελευταίος σταθμός ηλεκτρισμού της Μισράτα που να λειτουργεί ακόμα, καθώς και τα αποθέματα πετρελαίου, εξίσου σημαντικά, που εξυπηρετούν στην κυκλοφορία των shebab καθώς και στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος για την πόλη. Ο δεύτερος κεντρικός σταθμός -που βρίσκεται στο Καρσάς στα βορειοανατολικά- έχει καταστραφεί εδώ και τρεις εβδομάδες, στερώντας την μισή πόλη όχι μόνο από ηλεκτρική ενέργεια αλλά επίσης κι από νερό, καθώς η άμεση άντληση των υπόγειων υδάτων εξαρτάται απ’ αυτήν. Άλλα σημεία του ηλεκτρικού κυκλώματος δεν έχουν μείνει ανέγγιχτα όπως για παράδειγμα τα “κουτιά” ηλεκτρισμού ορισμένων γειτονιών.

Κέντρο της πόλης

Έχει λίγο παραπάνω από δυο βδομάδες που οι καθεστωτικές δυνάμεις κατάφεραν να επιδράμουν στο κέντρο της πόλης. Η επιχείρηση συγκέντρωσε 700 άνδρες, σαρανταριά τανκς κι άλλα οχήματα πυροβολικού. Οι shebab τους έτρεψαν σε υποχώρηση. Έκτοτε, η κατάληψη της οδού Τριπόλεως από τις κανταφικές δυνάμεις έχει παραλύσει την κεντρική αρτηρία του εμπορικού κέντρου. Οι ελεύθεροι σκοπευτές έχουν πάρει θέσεις πάνω στα ψηλότερα κτίρια. Οκτώ τεθωρακισμένα έχουν πάρει θέσεις μεταξύ του κεντρικού νοσοκομείου της πόλης και μπροστά από μια μεγάλη υπεραγορά και της λαϊκής αγοράς λαχανικών και φρούτων απ’ όπου θα μπορούσαν, μέχρι πρόσφατα, να συμμπληρωθούν οι ανάγκες για τρόφιμα. Τα παλιά γραφεία του ραδιοφώνου και της τοπικής τηλεόρασης, κάτω απ’ την κεντρική λεωφόρο, έχουν καταστραφεί και η πρόσβαση είναι δύσκολη. Τα γραφεία τους καταστράφηκαν ολοσχερώς μέσα στην πιο προστατευμένη περιοχή και απροσπέλαστη για τις κανταφικές δυνάμεις.

Η Μισράτα οργανώνεται

Για να περιγράψουν τους μαχητές, οι δυτικές εφημερίδες κάνουν λόγο για “shebabs” (κυριολεκτικά, τα “παληκάρια”). Κι έτσι εδώ, όλοι λεν ο ένας τον άλλον shebab, παληκάρι. Υπάρχουν εκείνοι που έρχονται σε φυσική αντιπαράθεση με τον εχθρό, με όπλα ή χωρίς, κι εκείνοι που συνεισφέρουν, με πολλές άλλες μορφές, λιγότερο ή περισσότερο χαοτικές, στο να καταστεί αυτό ο πόλεμος βιώσιμος και νικηφόρος. Με τρόφιμα, μεταφορές, επικοινωνίες, περίθαλψη, με την υποστήριξη και υπεράσπιση των επιθετικών πρακτικών.

Στην Μισράτα, περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, ο πόλεμος δεν έχει πάρει την μορφή μιας εμπροσθοφυλακής που πολεμάει τον εχθρό και των μετόπισθεν που κινητοποιούνται προς μια οικονομία του πολέμου οργανωμένη και λειτουργούσα υπό μια κεντρική αρχή. Στην Μισράτα, από τις 20 Φλεβάρη, οι κάτοικοι έχουν βγει στον δρόμο, έχουν εγκαταλείψει τις εργασίες τους, και προσπαθούν να καλύψουν κάθε κενό που άφησε η επίθεση των δυνάμεων του κανταφικού καθεστώτος. Οι διαδηλώσεις έγιναν αυθόρμητα, ακολούθησαν καλέσματα για περαιτέρω οργάνωση. Αυτά τα ξαφνικά ξεσπάσματα έλαβαν χώρα σε κάθε λιβυκή πόλη που ξεσηκώθηκε. Πολύ γρήγορα ήρθε η ιδέα ενός εθνικού συμβουλίου στο οποίο θα συμμετείχαν δυο μέλη από κάθε πόλη. Αυτό τελικά συστάθηκε στη Βεγγάζη, πόλη στα ανατολικά, την πρώτη που πήρε τα όπλα ενάντια στο καθεστώς, στις 17 Φλεβάρη. Προς στιγμήν, αυτή η δομή εξυπηρετεί στις διπλωματικές συνομιλίες με τη Δύση και συμμετέχει στον συντονισμό, σε εθνικό επίπεδο, μιας καλύτερης κατανομής των πόρων. Τοπικά, η μόνη δομή που επιρρεάζει τη διεξαγωγή του πολέμου είναι το τοπικό συμβούλιο. Ο ρόλος του υλικού συντονισμού (οργάνωση και διανομή του αλευριού, των καυσίμων, προσπάθεια κάλυψης των ιατροφαρμακευτικών αναγκών κλπ) που αυτή η δομή έχει την ευθύνη του, αναλαμβάνεται μόνον όταν το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί άμεσα από τους ίδιους τους κατοίκους, είτε λόγω κλίμακας (πχ οι ανάγκες ενός νοσοκομείου), είτε όταν αυτοί έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις γειτονιές τους. Για παράδειγμα, εδώ, οι οικογένειες έχουν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει τις ζώνες που συνορεύουν με την οδό Τριπόλεως από τη στιγμή της κατάληψής της απ’ τις καθεστωτικές δυνάμεις. Ο ανεφοδιασμός των shebab που δρουν εκεί, γίνεται κατά συνέπεια μέσω του συντονισμού του τοπικού συμβουλίου: τα μέλη του εξασφαλίζουν ότι οι οικογένειες θα προετοιμάσουν τρόφιμα γι’ αυτούς κι ότι θα υπάρχουν διαθέσιμα πυρομαχικά. Ωστόσο, στην Μισράτα, το τοπικό συμβούλιο απέχει μακράν του να ενσαρκώνει μια εξουσία λήψης αποφάσεων και πρωτοβουλιών. Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι καλύπτει αυτό το κενό που άφησε η αποκαθήλωση του παλιού καθεστώτος. Καταρχήν, δεν πρόκειται για κάποια πολιτική αντιπολίτευση που θα μπορούσε να ποζάρει ως ηγεσία της επανάστασης. Επίσης, το τοπικό συμβούλιο είναι αυθόρμητα περιορισμένο από την αποφασιστικότητα και την συνειδητή γνώση του καθενός για το τί πρέπει να κάνει.

Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει σταματήσει να δουλεύει, και ήδη απ’ τις 21 Μάρτη δεν υπήρχε πια οικονομική δραστηριότητα στην Μισράτα. Οι κάτοικοι έτσι τέθηκαν στη διάθεση της επανάστασης αναλαμβάνοντας τους νέους ρόλους που ανέθεσαν οι ίδιοι στον εαυτό τους. Ο τεχνικός που έγινε υπεύθυνος για τον χώρο πρόσβασης στο ίντερνετ της πόλης, ο παλιός στρατιωτικός που έγινε καπετάνιος του σκάφους, ο φοιτητής ιατρικής που ξεκίνησε για το μέτωπο, οι παρέες των αλανιών της γειτονιάς που τώρα προσέχουν τα σημεία ελέγχου (check points) καθ’ όλη την νύχτα, ο ιδιοκτήτης ενός εκσκαφέα που βρίσκεται στον δρόμο βοηθώντας να φτιαχτούν οδοφράγματα από άμμο… Σ’ ότι αφορά τα πιο διαδεδομένα καθήκοντα, η οργάνωσή τους επαφίεται στη συλλογική πρωτοβουλία των κατοίκων σε επίπεδο γειτονιάς. Όσον αφορά τα σκουπίδια, για παράδειγμα, οι κάτοικοι συνεννοούνται μεταξύ τους για τη συγκομιδή τους, κι έπειτα αποτεφρώνουν σ’ έναν ανοικτό χώρο όσα δε χρησιμοποιούν ως καύσιμα για την άμυνά τους. Πολύ γρήγορα επίσης, συνειδητοποίησαν ότι ορισμένοι χώροι πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν προκειμένου να απαντηθούν οι βασικές ανάγκες που δημιούργησε αυτός ο πόλεμος. Ο πανικός δε φαίνεται να παρέσυρε ποτέ τα πλήθη στην καταστροφή και τη λεηλασία πραγμάτων που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν στο να κρατήσουν μακροπρόθεσμα. Ορισμένοι στρατηγικοί χώροι δεν έπαψαν λοιπόν τη δραστηριότητά τους, όπως οι αποθήκες προϊόντων εισαγωγής, και αυτές των καυσίμων, προκειμένου να οργανωθεί η διανομή τους. Το ίδιο όσον αφορά τον κεντρικό σταθμό ηλεκτροδότησης. Εντός τους, η εργασία δε συνεχίζεται όμως ώς συνήθως. Ελλείψει άλλων μέσων επικοινωνίας, γίνονται ενημερώσεις για τις διακοπές ρεύματος από εκπομπές των τοπικών ραδιοφώνων. Οι τεχνικοί, περισσότερο ή λιγότερο αυτοσχέδια, επιστρέφουν στις θέσεις τους, παίρνοντας συχνά τεράστια ρίσκα, αποκαθιστώντας προσωρινά τις ζημιές στην ηλεκτροδότηση ή στον υλικοτεχνικό εξοπλισμό και γνωστοποιούν στον πληθυσμό, πάντα μέσω ραδιοφώνου, τον αναγκαίο χρόνο για τις εργασίες. Οι τράπεζες είχαν αναγκαστεί από την αρχή ήδη να ανοίγουν για τρεις ημέρες την εβδομάδα προκειμένου να γίνεται η διανομή των χρημάτων. Οι κανταφικές δυνάμεις έχουν πλέον πάρει θέσεις μπροστά τους. Το χρήμα όμως δεν είναι πλέον αναγκαίο για να προμηθευτεί κανείς προϊόντα: αυτοί που έχουν ακόμα χρήματα πληρώνουν, όμως όσοι δεν έχουν κάνουν εξυπηρετήσεις και χάρες που δεν έχουν πλέον κάποιο πραγματικό νόημα, καμμιά δραστηριότητα πλέον δεν ανταμοίβεται μ’ έναν μισθό. Πολύ γρήγορα, τα καταστήματα ξανάνοιξαν ώστε να καταστήσουν διαθέσιμα τα βασικά προϊόντα. Ορισμένοι διαθέτουν ακόμα μικρούς κήπους, αλλά κι ορισμένα ζώα που μπορούν να φαγωθούν. Άλλοι παίζουν κορώνα-γράμματα τη ζωή τους διασχίζοντας τις κεντρικές λεωφόρους για να μεταφέρουν λίγο κρέας και λαχανικά από φάρμες στα νότια της Μισράτα, και να τα διανείμουν στο κέντρο της πόλης. Έτσι, μπορούμε να δούμε γύρω από συγκεκριμένους δρόμους τα πλήθη να κάνουν ουρά πίσω από ένα φορτηγάκι με λαχανικά.

Οι καταυλισμοί προσφύγων είναι η σκοτεινή πλευρά αυτής της οργάνωσης. Υπάρχουν αρκετές χιλιάδες που συγκεντρώνονται στην παράκτια ζώνη του Κασρ Αχμάδ. Αυτοί επαναλαμβάνουν ότι ο πόλεμος αυτός δεν είναι δικός τους. Η παθητικότητά τους στο πεδίο της σύγκρουσης τους ρίχνει στο να υποφέρουν τις χειρότερες συνέπειες, χωρίς να είναι σε θέση να κάνουν τίποτα άλλο, πέρα απ’ το να στοιβάζονται σε ουρές για τρόφιμα, φάρμακα, και για ένα καράβι που θα τους βγάλει απ’ τη Λιβύη. Η επικείμενη άφιξη των ανθρωπιστικών οργανώσεων θα βρει εκεί ένα εξαθλιωμένο χάος πάνω στο οποίο θα εδραιωθεί, ενώ ταυτόχρονα θα βάλει ένα τέλος στην επινοητικότητα που επιδεικνύουν οι κάτοικοι αλλού.

Δεν υπάρχει συγκεντρωτισμός της πληροφορίας, όσο μια πληθώρα χρήσιμων μέσων κυκλοφορίας της. Υπάρχει το ραδιόφωνο που ενημερώνει τοπικά κι εθνικά, καθώς και ο ιμάμης της γειτονιάς που ενημερώνει για τις ανάγκες της μιας ή της άλλης οικογένειας και είναι σε θέση να την φέρει σε επαφή με το ένα ή το άλλο πρόσωπο που μπορεί να βοηθήσει. Αυτοί οι τελευταίοι δε λειτουργούν μόνο προς κάλυψη των αναγκών, αλλά είναι κι ένα μέσο απεύθυνσης στους εχθρούς. Για παράδειγμα, η “προειδοποίηση προς τους μισθοφόρους” (πρβλ. το άρθρο “Nouvelles de misrata, ville assegiée”) έχει κυκλοφορήσει στα αραβικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά στο ραδιόφωνο. Θυμόμαστε επίσης ότι πριν μια βδομάδα, οι κάτοικοι απευθύνθηκαν στους ελεύθερους σκοπευτές που βρίσκονταν πάνω σε μια πολυκατοικία από τον μιναρέ ενός τζαμιού. Το μήνυμα που τους έστειλαν ήταν πάνω-κάτω αυτό: “Εάν θέλετε να παραδοθείτε και να καταθέσετε τον οπλισμό σας, δε θα σας φυλακίσουμε, αν δέχεστε, πυροβολείστε τρεις φορές στον αέρα”. Με τον δεύτερο πυροβολισμό στον αέρα, οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους έχοντας πιστέψει ότι οι ελεύθεροι σκοπευτές θα παραδοθούν, όμως η τρίτη βολή όπως κι όσες ακολούθησαν ρίχτηκαν πάνω στο πλήθος.

Οι δρόμοι και τα κτίρια επίσης, έχουν καταληφθεί μ’ έναν νέο τρόπο. Σε κάθε διασταύρωση έχει εγκατασταθεί ένα σημείο ελέγχου. Πρόκειται για αυτοσχέδια φράγματα για τον έλεγχο της πρόσβασης στις γειτονιές, και προκειμένου να οχυρώσουν την άμυνα για περίπτωση πιθανής εισβολής των κανταφικών δυνάμεων. Εκεί ελέγχουν στα γρήγορα τον κάθε διερχόμενο, ανοίγοντας το πορτ-μπαγκάζ του, ή βλέποντας τα χαρτιά του, την ύπαρξη κάρτας που προμηθεύουν οι ίδιοι οι αντάρτες. Αυτές τις κάρτες τις εκδίδει το Κεντρικό Μεταβατικό Συμβούλιο και μοιράζονται μεταξύ των shebab. Αναγράφουν την ημερομηνία-ορόσημο της 17 Φλεβάρη, και κάθε είδους αυτοσχέδιες λειτουργίες. Για παράδειγμα, σ’ ενός νεαρού φοιτητή ιατρικής αναγράφει “ιατρός”. Η διαρκής κυκλοφορία οχημάτων στα σημεία ελέγχου επιτρέπει την κυκλοφορία πληροφοριών σχετικών με την ασφάλεια της μιας ή της άλλης ζώνης. Ορισμένα οδοφράγματα έχουν στηθεί πρόχειρα με πέτρες και τούβλα, ενώ άλλα έχουν μετατραπεί σε πραγματικούς βιώσιμους χώρους. Χαλιά έχουν στηθεί στα πεζοδρόμια, ακόμα και λυόμενα έχουν παρκάρει στο εμπορικό λιμάνι και στον δρόμο, συνήθως προκειμένου να μειωθούν οι δαπάνες και για να στηθούν πρόχειρα κουζίνες, μερικά στρώματα και μια τηλεόραση που πιάνει Al-Jazeera. Σε ορισμένα σημεία ελέγχου, μπορούν να βρεθούν προσεγμένες λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν την ευχαρίστηση που αντλούν οι shebab απ’ το στήσιμό τους, την οργάνωσή και τη βελτίωσή τους. Ο αριθμός των ομάδων ποικίλει, ενώ υπάρχουν τόσο γέροι όσο και νέοι, σε γενικές γραμμές ελάχιστα οπλισμένοι. Οι ομάδες εναλλάσονται με βάρδιες και σχηματίζονται ξεκινώντας από τους κατοίκους των κοντινότερων οδών. Δε φαίνεται να υπάρχει κάποιος τυπικός συντονισμός μεταξύ των διαφορετικών σημείων ελέγχου. Συχνά, τα ίδια υλικά χρησιμοποιούνται παντού, κι έτσι στη διάρκεια της ημέρας, βλέπουμε τους ανθρώπους να μεταφέρουν άμμο, γεμίζοντας τσουβάλια μ’ αυτήν και μετά αδειάζοντάς τα σ’ άλλο σημείο στον δρόμο. Όσον αφορά τα κτίρια, πολλά έχουν ανακαταληφθεί και μετατραπεί σύμφωνα με τις τρέχουσες ανάγκες: ένας ραδιοφωνικός σταθμός, κοντά στην οδό Τριπόλεως, συνδέθηκε αυτοσχέδια με μια μεγάλη κεραία και καλύπτει ολόκληρη τη Λιβύη, ένα σχολείο μεταμορφώθηκε σε κέντρο πρόσβασης στο ίντερνετ, ένα πολυκατάστημα έγινε αποθήκη τροφίμων.

Πηγή: En route! (https://setrouver.wordpress.com/), ιστολόγιο γάλλων συντρόφων που βρίσκονται στη Λιβύη συμμετέχοντας και ερευνώντας την εξέγερση.

*~*~*

Σχετικό άρθρο: η αναταραχή στον αραβικό κόσμο (http://rioters.espivblogs.net/2011/02/21/huriya/), μια καταγραφή των εξεγέρσεων τους δυο πρώτους μήνες του 2011. Επίσης:

Ταραχές σε Τυνησία και Αλγερία, 1/2011

Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης

H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011

Γιορτή της Φωτιάς στην Τεχεράνη, Ιράν 15/03/2011

Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά, Λιβύη 8/4/2011

Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν οπλοποιό κι έναν μανάβη, Λιβύη 12/4/2011

Εξεγερσιακές τεχνικές από την Μισράτα, Λιβύη 12/4/2011

“Υγρό και μαύρο”: Νέα από Βεγγάζη, Λιβύη,  14/4/2011

Ενημέρωση από Μισράτα, 15/4/2011

Για τον τραυματισμό ενός απ’ τους συντρόφους-ανταποκριτές στην Μισράτα, 26/4/2011

Ο Καντάφι δε θα τολμήσει…: Νέα από Λιβύη, 7/5/2011

Ζήτω η επανάσταση του 1834 – Λέσχη ‘Νδρεδικής Λογοτεχνίας

Ζήτω η επανάσταση του 1834

Από τις 30 Απρίλη του 1834 και για περίπου έναν μήνα τράβηξε η δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και άλλων ταραχοποιών στοιχείων της εποχής, για “συνωμοσία επί σκοπώ του να ταράξουν την κοινήν ησυχίαν, και καταφέρουν τους υπηκόους της Α.Μ. εις την ληστείαν και τον εμφύλιον πόλεμον, και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα, και υπογραψάντων εις Τριπολιτσάν περί τα τέλη Ιουλίου του αυτού έτους αναφοράν προς ξένην δύναμιν και παρακινησάντων και άλλους υπηκόους της Α.Μ. να υπογράψουν επί σκοπώ καταργήσεως της Υψηλής Αντιβασιλείας, ήγουν του καθεστώτος πολιτεύματος“. Η κατηγορία μοιάζει περίεργη καθώς αφορά τον “αρχιστράτηγο” της επανάστασης του 1821, καταξιωμένο μέσω μιας σειράς στρατιωτικών νικών που ωστόσο δε στάθηκαν ικανές να εξασφαλίσουν μια επιτυχία της επανάστασης, που πολύ γρήγορα απώλεσε κάθε κοινωνικό ανατρεπτικό περιεχόμενο (“Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν, και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν… Ο κόσμος να γλυτώση, απ’ αύτην την πληγή, κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη“) για να καταλήξει στην εδραίωση μιας νέας εξουσίας μέσω ασκήσεων εθνοκάθαρσης, με αποκορύφωμα την άλωση της Τριπολιτσάς, στο πλιάτσικο της οποίας ο Κολοκοτρώνης επίσης διέπρεψε. Συνέπεια αυτής της συρρίκνωσης της επαναστατικής διαδικασίας και προκειμένου να “εξασφαλιστεί” η έκβαση της “επανάστασης”, χωρίς επανάσταση, μέσω μιας πολεμικής ανάμειξης των “Μεγάλων Δυνάμεων” (όχι πολύ διαφορετικής απ’ τη σημερινή στη Λιβύη) ήταν και η βαυαροκρατία ως επιβεβλημένη κρατική ρύθμιση των ανταγωνισμών μεταξύ των διαφόρων φατριών που εποφθαλμιούσαν την εξουσία (και είχαν οδηγήσει ήδη σ’ έναν εμφύλιο στα 1825) και των προστατιδών “Μεγάλων Δυνάμεων” με τις οποίες η καθεμιά ταύτιζε τα συμφέροντά της. Το σύρσιμο ενός παλιού αγωνιστή ευρείας αποδοχής όπως ο Κολοκοτρώνης στα δικαστήρια, δεν ήταν απλά μια ευνοϊκή κίνηση προς τα αγγλικά συμφέροντα εις βάρος των ρωσσικών που μάλλον εξέφραζε, αλλά και μια σαφής προειδοποίηση προς κάθε οπλαρχηγό -και όχι μόνο- που ενδεχομένως ν’ αμφισβητούσε το ποιός έχει πλέον το κουμάντο.

Η καταδίκη εις θάνατον του Κολοκοτρώνη (μετατράπηκε στη συνέχεια σε ισόβια κάθειρξη), ήταν ταυτόχρονα και μια ταπείνωση όλων των παλιών αγωνιστών της επανάστασης που τέθηκαν μετεπαναστατικά στο περιθώριο και πολλοί μάλιστα ξανά στην παρανομία, αυτή τη φορά απέναντι στη ελληνική χωροφυλακή και μετέπειτα την αστυνομία, σε μια γραμμή παράλληλη προς τους κοινωνικούς αγώνες, που περνάει απ’ τον Νταβέλη και φτάνει μέχρι τις μέρες μας με τους Παλαιοκωσταίους. Εκτός απ’ την οργή των περιφρονημένων οπλαρχηγών όμως (υπό το πρίσμα και της δημιουργίας μισθοφορικού στρατού από Γερμανούς και τον αποκλεισμό έτσι απ’ το στρατιωτικό εισόδημα των παραδοσιακά μωραϊτικων οικογενειών) υπήρχαν και μιά σειρά κοινωνικών συνθηκών. Η βαυαρική συγκεντρωτική νομοθεσία που καταργούσε τις παραδοσιακές μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης και αστικοποιούσε το κοινωνικό υλικό εξαθλιώνοντας τους αγρότες και υποτάσσοντας την ύπαιθρο στην πόλη, η ληστρική φορολογία (25-35% αντί της οθωμανικής δεκάτης=10%), τα επαχθή δάνεια του 1824-5 και 1832 και η ακρίβεια, ενέτειναν τον αναβρασμό.

Οι παλιοί αγωνιστές φίλοι και συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δεμένοι μεταξύ τους με σχέσεις συμπολεμιστή, ήταν και που αποτέλεσαν τη σπίθα της επανάστασης του 1834, που ξέσπασε τέλη Ιουλίου στην Μεσσηνία. Τοποθεσία καθόλου τυχαία, μιας και τα αρβανίτικα Σουλιμοχώρια της, αποτελούσαν τα “Εξάρχεια” της εποχής, με τους στρατιωτικο-κοινωνικά αυτοδιοικούμενους΄Νδρέδες να βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τις οθωμανικές αρχές κρατώντας μακριά τους εντεταλμένους τους, κάτι που εξασφάλιζε παραδοσιακά ένα είδος “άσυλου” στα χωριά τους για τους κάθε φυλής και θρησκείας καταδιωγμένους απ’ τον νόμο.

Απεφασίσαμε, να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνάμεως, του μόνου και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιεζομένου λαού

Ο Γιαννάκης Γκρίζαλης κι ο πεθερός του Μητρο-Πέτροβας, ο Μήτρος κι ο Κόλιας Πλαπούτας, ο Νικήτας Ζερμπίνης (ανηψιός του Κολοκοτρώνη) κι ο Αναστάσης Τζαμαλής μαζεύοντας μικρές δυνάμεις παλιών αγωνιστών κηρύσσουν την επανάσταση στα Σουλιμοχώρια, με μια προκήρυξη στην οποία πρωτοεμφανίζονται με επιθετικό τρόπο κοινωνικές διεκδικήσεις στο ελληνικό κράτος, ενάντια στην καταπίεση, τη ληστρική φορολογία, την απουσία Συντάγματος, τις καταχρήσεις της εξουσίας και την εξαθλίωση του λαού, αλλά και θρησκευτικές, που αντανακλούσαν σ’ έναν βαθμό τη λαϊκή καχυποψία απέναντι στους Βαυαρούς. Η εξέγερση ξεκινά απ’ τον παλιό οπλαρχηγό της επανάστασης Ασημάκη Σεργιόπουλο, ενώ οι δυνάμεις των εξεγερμένων περνούν από χωριό σε χωριό, καταλύοντας τις τοπικές αρχές και παίρνοντας με το μέρος τους οπλισμένους χωρικούς. Οι εξεγερμένοι μπαίνουν την νύχτα στα χωριά και κρύβονται σε σπίτια συμπαθούντων, ενώ την άλλη μέρα ενώνονται με τις δυνάμεις των οπλαρχηγών που καταλαμβάνουν τα χωριά και καταλύουν τις κρατικές αρχές, με την ίδια τακτική που θα επιστρατεύσουν στα 1877 στο Gallo και στα χωριά του Benevento στην Ιταλία οι αναρχικοί της “προπαγάνδας της πράξης” (Cafiero, Malatesta και λίγες δεκάδες ακόμα), πριν η φράση αυτή ταυτιστεί με τις απελπισμένες ατομικές πράξεις αντίδρασης που ακολούθησαν την καταστολή αυτού του κινήματος.

Την Κυριακή 29 Ιούλη, οι δυνάμεις του Γκρίζαλη μπαίνουν στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία), διοικητικό κέντρο της εποχής και απαγάγουν τον Νομάρχη, τον στρατιωτικό διοικητή και τον έφορο παίρνοντάς τους μαζί τους πίσω στα Σουλιμοχώρια. Στην Κυπαρισσία καταργούνται όλα τα κρατικά όργανα και αντικαθίστανται από μια αιρετή κι άμεσα ανακλητή επιτροπή. Το ίδιο σκηνικό αναφέρεται απ’ τον έπαρχο Ολυμπίας Λ. Κρεστενίτη για όλα τα χωριά της περιοχής.

Ο 83χρονος Μητρο-Πέτροβας καταλαμβάνουν με τον Τζαμαλή την Μεσσήνη που εγκαταλείπουν άρον-άρον οι κυβερνητικοί. Οι Πλαπουταίοι με τον Ζερμπίνη αφού ταπείνωσαν δυνάμεις της χωροφυλακής στον Αλφειό, μπαίνουν στην Ανδρίτσαινα και συλλαμβάνουν τον μοίραρχο, ενώ μετά από εξέγερση των γύρω χωριών, περνάει στα χέρια των επαναστατών και η Μεγαλόπολη. Η Ανδρούσα πέφτει χωρίς αντίσταση, και λεηλατείται η έπαυλη του τοπικού δικαστή. Στον Ασλαναγά, οι κάτοικοι διώχνουν τα κυβερνητικά στρατεύματα και υποδέχονται τους εξεγερμένους. Στο Δερβούνι, στρατιώτες που είχαν σταλεί να πολιορκήσουν το χωριό, στρέφονται ενάντια στους αξιωματικούς τους και περνούν με το μέρος των εξεγερμένων που καταφθάνουν από παντού.

Στις 4 Αυγούστου, οι κάτοικοι της Δημητσάνας παρακούν τις στρατιωτικές εντολές οχύρωσης της πόλης τους εναντίον των εξεγερμένων “που θα έρθουν και θα σας λεηλατήσουν το βιός” (τα μαγαζιά τότε δεν ήταν τόσο πολλά όσο εν έτει 2008) και κυνηγούν τους τοπικούς άρχοντες μέχρι την Τρίπολη.

Η Κυβέρνηση της αντιβασιλείας υπό την προεδρία του Κωλέττη κινήθηκε όμως αποτελεσματικά. Εξασφάλισε τα νώτα της, παραχωρώντας αμνηστεία στους Μανιάτες αντάρτες και προαγωγές στους Ρουμελιώτες, και απέλυσε τον Υπουργό Παιδείας Σχινά, που συγκέντρωνε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και είχε “στοχοποιηθεί” απ’ την προκήρυξη των επαναστατών. Ταυτόχρονα, πέρασε στην επίθεση, κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο στην Μεσσηνία και σε περιοχές της χώρας όπου εκδηλωνόταν συμπάθεια προς την εξέγερση, και οχύρωσε την Τρίπολη. Οι οπλαρχηγοί της εξέγερσης επικηρύχθηκαν με το εντυπωσιακό για την εποχή ποσό των 30.000 δραχμών (μιας και το γενικά καταχρεωμένο ελλ. κράτος αποδεικνύεται διαχρονικά γενναιόδωρο ως προς τις επικηρύξεις του), και οι 2.000 κυρίως Γερμανοί μισθοφόροι του σ/χη Σμαλτς που συμμετείχαν στην καταστολή των Μανιατών μαζί με κυβερνητικούς (παρακρατικούς θα λέγαμε σήμερα) Μανιάτες και πρώην επαναστατημένους που αυτομόλησαν τσάκισαν τις δυνάμεις των Μητροπέτροβα και Τζαμαλή στην μάχη του Ασλάναγά που πυρπολήθηκε απ’ τους Γερμανούς, και των υπολοίπων οπλαρχηγών έξω απ’ την Μεγαλόπολη, ενώ τις επόμενες μέρες ακολούθησε ένα κύμα συλλήψεων και αντιποίνων.

Οι Γκρίζαλης, Τζαμαλής και Μητρο-Πέτροβας καταδικάσθηκαν εις θάνατον σε έκτακτο στρατοδικείο στην Πύλο. Οι δυο πρώτοι εκτελέσθηκαν επί τόπου, ενώ η ποινή του τρίτου μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, λόγω γήρατος. Οι υπόλοιποι καταδικάσθηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Η κυβέρνηση απαγορεύει την ταφή του σώματος του Γκρίζαλη, προς αποφυγίν επεισοδίων. Αργότερα, ο Όθωνας θα στείλει μια καμπάνια για την εκκλησία του χωριού του για να εξευμενίσει τους κατοίκους.

Φαίνεται όμως πως η κοινωνική επανάσταση του 1834 άφησε τα ίχνη της στους αγώνες της περιοχής, ξεγυμνώνοντας για πάντα την εθνική μυθολογία που θέλει τη δημιουργία εθνικού κράτους, ευτυχή δικαίωση της επανάστασης του 1821. Την επόμενη χρονιά, οι κάτοικοι των χωριών της Μεγαλόπολης αρνήθηκαν να καταβάλουν φόρους κι έδιωξαν τους εφοριακούς. Στην Μεθώνη, βοσκοί επιτέθηκαν σε κυβερνητικούς και κατάφεραν να πιάσουν μάλιστα ομήρους και δυο στρατιώτες από απόσπασμα που στάλθηκε να τους συλλάβει. Άρνηση καταβολής φόρων κι επιθέσεις-απαλλοτριώσεις εφοριακών και συγκρούσεις με κυβερνητικά στρατεύματα είχαμε και την επόμενη χρονιά σε χωριά της περιοχής. Οι δυνάμεις του κράτους θα επιβληθούν ολοκληρωτικά, χρησιμοποιώντας την αποτυχημένη ανταρσία των οπλισμένων κατοίκων της περιοχής ως ακόμη ένα μέσο για την κοινωνική και οικονομική υποτίμησή τους, οδηγώντας ιστορικά πολλούς απ’ αυτούς στη φτώχεια και την μετανάστευση, στην μαύρη οικονομία κι άλλους, ακόμα χειρότερα, στο στρατό και τα σώματα ασφαλείας.

*

Τα περισσότερα στοιχεία μπορούν να βρεθούν και στις σελίδες των σχολείων Δωρίου(λινκ) και Ψαρίου (λινκ).

Για τις απόπειρες των Ιταλών αναρχικών, προτείνεται η ταινία των αδερφών Taviani: San Michele aveva un gallo

φωτο: πρακτορείο rioters

Λέσχη ‘Νδρεδικής Λογοτεχνίας

ndred(παπάκι)mail.com

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν – Gilles Dauvé

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν

Τίτλος πρωτοτύπου: Gilles Dauvé, Quand Meurent les Insurrections. ADEL, Paris, 1998 [link]. Για την ελληνική μετάφραση χρησιμοποιήθηκε κυρίως η αγγλική τoυ Loren Goldner, επιθεωρημένη απ’ τον ίδιο τον συγγραφέα, εκδ. Antagonism Press, 1999. Καθώς η έντυπη έκδοση του κειμένου έχει ήδη εξαντληθεί [σημεία διάθεσης], παρουσιάζουμε το πλήρες κείμενο και διαδικτυακά.

“… κι εάν η Ρωσσική Επανάσταση δώσει το σινιάλο για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, ούτως ώστε η μια να συμπληρώσει την άλλην, η σημερινή κοινοκτημοσύνη της γης στη Ρωσσία, μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο μιας κομμουνιστικής ανάπτυξης” [1]

Η προοπτική αυτή δεν υλοποιήθηκε. Το Ευρωπαϊκό προλεταριάτο έχασε το ιστορικό του ραντεβού με μια αναδημιουργία της ρωσσικής αγροτικής κομμούνας [2].

Μπρεστ-Λιτόφσκ, 1917 και 1939

Μπρεστ-Λιτόφσκ, Πολωνία, Δεκέμβρης 1917: Σε μια Γερμανία που σχεδιάζει να ανοίξει ένα χαράκωμα μέσα στην αυλή της παλιάς Τσαρικής αυτοκρατορίας, από τη Φιλανδία μέχρι τον Καύκασο, οι Μπολσεβίκοι προτείνουν ειρήνη χωρίς αμοιβαίες προσαρτήσεις εδαφών. Κι όμως τον Φλεβάρη του 1918, οι Γερμανοί στρατιώτες, αν και “προλετάριοι με στολή”, υπάκουσαν τελικά τους αξιωματικούς τους και εξαπέλυσαν μιαν ακόμα επίθεση εναντίον της σοβιετικής πλέον Ρωσσίας, σαν να είχαν ακόμα απέναντί τους τον ίδιο τσαρικό στρατό. Καμία συναδέλφωση δεν έλαβε χώρα, και ο επαναστατικός πόλεμος που προπαγάνδιζε η Μπολσεβικική Αριστερά αποδείχθηκε αδύνατος. Τον Μάρτη, ο Τρότσκυ αναγκάστηκε να υπογράψει εκεχειρία με τους όρους των στρατηγών του Κάιζερ. “Ανταλλάσσοντας χώρο με χρόνο”, όπως το έθεσε ο Λένιν, και πράγματι, τον επόμενο Νοέμβρη, η γερμανική ήττα μετέτρεψε στην πράξη την εκεχειρία σε ένα παλιόχαρτο άνευ αξίας. Παρόλ’ αυτά, μια έμπρακτη απόδειξη μιας κάποιας διεθνούς σύνδεσης μεταξύ των εκμεταλλευομένων απέτυχε να υλοποιηθεί. Μερικούς μήνες αργότερα, επιστρέφοντας στην ζωή τους ως πολίτες, με το τέλος του πολέμου, οι ίδιοι αυτοί προλετάριοι ήρθαν αντιμέτωποι με την συμμαχία του επίσημου εργατικού κινήματος και των Freikorps. Η μία ήττα ακολούθησε την άλλη: στο Βερολίνο, την Βαυαρία και την Ουγγαρία το 1919. Έπειτα, ο Κόκκινος Στρατός του Ρουρ το 1920. Η Δράση του Μάρτη το 1921…

(Σημείωση της μετάφρασης: αναφορά στις εξεγέρσεις που οδήγησαν σε εργατικά συμβούλια και βραχύβιες σοβιετικές δημοκρατίες στην μεσοπολεμική Ευρώπη: Η Γερμανία, μετά την ήττα της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θα μπει σε μια τροχιά κοινωνικής αναταραχής κι εξεγέρσεων, όπου το 1918 θα ξεσπάσει επανάσταση αποκαθηλώνοντας τον Κάιζερ και οδηγώντας τον Αύγουστο στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το κυβερνόν Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD φοβούμενο το ξέσπασμα εμφυλίου και πιθανώς μια επικράτηση του κομμουνιστικού KPD που είχε προέλθει απ’ τις τάξεις των Σπαρτακιστών, αρνήθηκε να συνεργαστεί με “υποστηρικτές των Μπολσεβίκων” και προτίμησε μια συμμαχία με παλιά αυτοκρατορικά κι αντιδραστικά στρώματα. Η συντηρητικοποίηση του SPD, ήδη προφανής απ’ τη συστράτευσή του με τον εθνικό σκοπό στον πόλεμο, θα οδηγήσει τον Γενάρη του 1919 σε μια δεύτερη επανάσταση, που θα γεννήσει πολλές συμβουλιακές δημοκρατίες, όπως του Μονάχου (Βαυαρία) και του Ρουρ, εναντίον των οποίων η σοσιαλδημοκρατία θα αμολύσει τα “τάγματα θανάτου”-freikorps, παραστρατιωτικά σώματα απόστρατων, συντηρούμενα απ’ το κράτος, που επιδόθηκαν στο κυνήγι κομμουνιστών κι εξεγερμένων εργατών -μεταξύ των οποίων και οι ηγέτες του σπαρτακιστικού κινήματος Καρλ Λίμπνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στα freikorps του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Έμπερτ και του υπουργού δημοσίας τάξης Νόσκε, θα διέπρεπαν πολλά μελλοντικά στελέχη του ναζισμού. Ενώ η εξέγερση καταπνιγόταν στο αίμα κατά το 1920, στην έντονα βιομηχανική περιοχή του Ρουρ, πάνω από 50.000 εργάτες θα σχηματίσουν τον Κόκκινο Στρατό του Ρουρ που τον Μάρτη θ’ αναμετρηθεί με τα freikorps τρέποντάς τα σε φυγή κι αιχμαλωτίζοντας 600 παρακρατικούς, υπερασπίζοντας τη Γενική Απεργία που καλέστηκε ενάντια στο φιλομοναρχικό πραξικόπημα που είχε εκδηλωθεί στο μεταξύ. Στην Ουγγαρία, μια βραχύβια συμβουλιακή δημοκρατία θα καταπνιγεί από την εισβολή ρουμανικών στρατευμάτων που θα αποκαταστήσουν την μοναρχία.)

Σεπτέμβρης του 1939: Ο Χίτλερ κι ο Στάλιν μόλις τεμάχισαν την Πολωνία. Στη συνοριακή γέφυρα του Μπρεστ-Λιτόφσκ, αρκετές εκατοντάδες μέλη του KPD, πρόσφυγες στην ΕΣΣΔ κι εν συνεχεία συλληφθέντες εκεί ως “αντεπαναστάτες” ή ακόμα και φασίστες, συγκεντρώνονται απ’ τις διάφορες Σταλινικές φυλακές και παραδίδονται στην Γκεστάπο. Χρόνια αργότερα, μία απ’ αυτούς, θα μιλήσει για τις πληγές στην πλάτη της – “αυτά είναι της GPU” – και για τα βγαλμένα νύχια της – “κι αυτά της Γκεστάπο”. Ένας ακριβοδίκαιος απολογισμός του πρώτου μισού του αιώνα.

1917-37: Είκοσι χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο. Η τρομακτική άνοδος του φασισμού, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και οι εξεγέρσεις που ακολούθησαν, ήταν το αποτέλεσμα μιας γιγαντιαίας κοινωνικής κρίσης που άνοιξε με τις λιποταξίες του 1917 και ξανάκλεισε με τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Όχι “ή Δημοκρατία ή Φασισμός” αλλά και Δημοκρατία Και Φασισμός

Μοιάζει με κοινοτοπία, ότι ο φασισμός δεν είναι παρά ωμή κρατική βία κι απροκάλυπτη κατασταλτική βαρβαρότητα στις υπηρεσίες των κυρίαρχων τάξεων, σύμφωνα και με τη γνωστή ανάλυση του Daniel Guérin στο Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο. Κατά συνέπεια ο μόνος δρόμος για να ξεμπερδεύουμε με τον φασισμό είναι να ξεφορτωθούμε τον καπιταλισμό μία και καλή.

Ως εδώ, κανένα πρόβλημα. Δυστυχώς όμως, η ανάλυση αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις αυτομολεί απ’ τη λογική της: απ’ τη στιγμή που ο φασισμός είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στη χειρότερη εκδοχή του, οφείλουμε λέει να τον αποτρέψουμε απ’ το να πάρει τη χειρότερη μορφή του, δηλαδή, οφείλουμε προάγουμε έναν “κανονικό”, μη-φασιστικό καπιταλισμό, ή ακόμα και να στηρίζουμε τους μη-φασίστες καπιταλιστές.

Επιπλέον, καθώς ο φασισμός είναι ο καπιταλισμός στην πιο αντιδραστική του μορφή, μια τέτοια οπτική συνεπάγεται και το να προσπαθούμε να προάγουμε τον καπιταλισμό στην πιο μοντέρνα, μη-φεουδαρχική, μη-μιλιταριστική, μη-ρατσιστική, μη-καταπιεστική, μη-αντιδραστική μορφή του, με άλλα λόγια, έναν πιο φιλελεύθερο καπιταλισμό, ή αν προτιμάτε έναν …πιο καπιταλιστικό καπιταλισμό.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος πώς ο φασισμός εξυπηρετεί το “μεγάλο κεφάλαιο” [3], ο αντιφασισμός θεωρεί πως ο φασισμός θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί το 1922 ή το 1933, χωρίς να καταστραφούν οι μεγάλες εταιρίες, εάν το εργατικό κίνημα και/ή οι δημοκράτες είχαν εξασκήσει αρκετή πίεση ώστε να σταματήσουν τον Μουσσολίνι ή τον Χίτλερ απ’ το να ανέλθουν στην εξουσία. Αν στα 1921 το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το νεοϊδρυθέν Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχαν συμμαχήσει με τις Δημοκρατικές δυνάμεις ώστε να σταματήσουν τον Μουσσολίνι… Αν, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, το KPD δεν είχε εξαπολύσει έναν αδελφοκτόνο αγώνα ενάντια στο SPD, η Ευρώπη τότε θα είχε γλυτώσει από μια απ’ τις πιο απάνθρωπες δικτατορίες της ιστορίας, έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μια σχεδόν διηπειρωτική ναζιστική αυτοκρατορία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την εξολόθρευση των Εβραίων…

Πέρα απ’ τις καθ’ όλα αληθείς παρατηρήσεις του για τις τάξεις, το κράτος, τις σχέσεις του φασισμού με το μεγάλο κεφάλαιο, η οπτική του αποτυγχάνει να δει την ανάπτυξη του φασισμού μέσα από μια διπλή ήττα: την αποτυχία των επαναστατών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τσακισμένων απ’ την σοσιαλδημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, κι έπειτα, κατά τη δεκαετία του 1920, την αποτυχία των “κερδισμένων” σοσιαλδημοκρατών και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να διαχειριστούν το κεφάλαιο. Ιδωμένος έξω απ’ τα πλαίσια της προηγούμενης περιόδου, των προγενέστερων φάσεων της ταξικής πάλης και των περιορισμών της, ο ερχομός στην εξουσία, κι ακόμα περισσότερο η ίδια η φύση του φασισμού, παραμένουν ακατανόητα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ματιά του Guérin δε βλέπει παρά μια “χαμένη επανάσταση” στις περιπέτειες του Λαϊκού Μετώπου, χάνοντας τη βαθύτερη ουσία του φασισμού.

Ποιά είναι λοιπόν η πραγματική ορμή του φασισμού, αν όχι η τάση οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης του κεφαλαίου, μια τάση που γενικεύτηκε μετά το 1914; Ο φασισμός ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να επιβληθεί αυτή η ενότητα σε χώρες – όπως η Ιταλία και η Γερμανία – όπου, ακόμα κι αν η επανάσταση είχε ξεριζωθεί, το κράτος ήταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης.

Ο Μουσσολίνι δεν ήταν κανένας Θιέρσος, καθισμένος αναπαυτικά στην εξουσία του, να διατάζει τον τακτικό στρατό να σφαγιάσει του Κομμουνάρους. Μια ουσιώδης όψη του φασισμού είναι η γέννησή του στους δρόμους, η χρήση του στοιχείου της αταξίας προκειμένου να επιβληθεί η τάξη, η κινητοποίηση της παλιάς μεσαίας τάξης που παρανοούσε υπό το βάρος της ίδιας της αποσύνθεσής της, και η αναγέννηση ενός κράτους ανίκανου να αντιμετωπίσει την κρίση του καπιταλισμού.

Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί μεθόδους κινητοποίησης της εργατικής τάξης προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού.

Επρόκειτο στ’ αλήθεια για μια κρίση του κράτους, στην μετάβαση προς μια ολοκληρωτική υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο. Στην αρχή, οι εργατικές οργανώσεις ήταν απαραίτητες προκειμένου να διαχειριστούνε την προλεταριακή απειθαρχία. Έπειτα, ο φασισμός υποχρεώθηκε να θέσει ένα οριστικό τέλος στην γενική αναταραχή. Αναταραχή που φυσικά, δεν ήταν από μόνη της επαναστατική, αλλά παρέλυε το κράτος, μπλοκάροντας τις κινήσεις του που – κατά συνέπεια – δεν μπορούσαν πλέον παρά να είναι ολοένα και πιο βίαιες. Η κρίση αυτή μπόρεσε να ξεπεραστεί επιφανειακά και μόνο προς στιγμήν: Το φασιστικό κράτος έμοιαζε αποτελεσματικό μόνον εξ όψεος, καθώς ενσωμάτωνε με τη βία την εργατική δύναμη, και ενταφίαζε τεχνητά τις συγκρούσεις προβάλλοντάς τες στον μιλιταριστικό παλικαρισμό. Ωστόσο, η κρίση ξεπεράστηκε, σχετικά πάντα, με το πολυπλόκαμο δημοκρατικό κράτος που επικράτησε στα 1945, το οποίο μπορούσε δυνητικά να μεταχειρίζεται κάθε μέθοδο του φασισμού, αλλά και νέες δικές του, καταφέρνοντας με τη σειρά του να εξουδετερώνει τις οργανώσεις των μισθωτών εργατών χωρίς να τις τσακίζει ανοιχτά. Το κοινοβούλιο έχασε σταδιακά τον έλεγχο προς όφελος της εκτελεστικής εξουσίας. Με σύγχρονες τεχνικές επιτήρησης ή με “κοινωνική πρόνοια”, κρατική υποστήριξη σε εκατομμύρια άτομα, δημιουργώντας ένα σύστημα που κάνει τον καθένα ολοένα και πιο εξαρτημένο, η κοινωνική ενοποίηση προχώρησε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να ονειρευτεί ο φασιστικός τρόμος, αλλά ο ίδιος ο φασισμός, ως συγκεκριμένο κίνημα οδηγήθηκε προς την εξαφάνιση. Ανταποκρινόταν στην -με τη βία- πειθάρχηση της μπουρζουαζίας, υπό την πίεση του κράτους, μέσα στο τότε συγκεκριμένο πλαίσιο νεοδημιουργηθέντων κρατών που αγωνίζονταν να εγκαθιδρυθούν ως έθνη.

Η μπουρζουαζία δανείστηκε ακόμα και τη λέξη “φασισμός” από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης της Ιταλίας, οι οποίες ονομάζονταν fasci (Στμ: στα λατινικά, δέσμες ξύλων σφιχτοδεμένες ώστε να μη σπάνε). Η λέξη αναφερόταν στο σύμβολο κρατικής εξουσίας στην αρχαία Ρώμη, και κυρίως στην απόπειρα συνένωσης των ανθρώπων σε ομάδες. Το μόνο πρόγραμμα του φασισμού είναι η οργάνωση, η με τη βία σύγκλιση των διαφόρων στοιχείων της κοινωνίας.

Η δικτατορία δεν είναι απλά ένα όπλο του κεφαλαίου (που το κεφάλαιο θα μπορούσε να αντικαταστήσει με άλλα, λιγότερο βάρβαρα): η δικτατορία είναι μια απ’ τις τάσεις του, μια τάση που πραγματοποιείται οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο. Μια “επιστροφή” στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως συνέβη στη Γερμανία μετά το 1945, υποδεικνύει ότι η δικτατορία είναι ανίκανη να ενσωματώσει τις μάζες στο κράτος (τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά…). Το ζήτημα τίθεται λοιπόν όχι ως ζήτημα της διασφάλισης απ’ τη δημοκρατία μιας πιο βιώσιμης εκμετάλλευσης απ’ ότι στη δικτατορία: ο καθένας θα προτιμούσε να την υφίσταται στο σουηδικό μοντέλο παρά να τον απαγάγουν οι εκτελεστές του δικτάτορα Πινοτσέτ. Όμως, είναι στο χέρι του να διαλέξει; Ακόμα και οι γλυκερές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μετατραπούν σε δικτατορίες, εάν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Το κράτος έχει μία και μόνη λειτουργία, την οποίο διεκπεραιώνει είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός απ’ τον άλλον, δε σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να αποφύγει τον άλλον όταν του χρειαστεί. Η Βαϊμάρη υποδέχθηκε τον Χίτλερ με ανοιχτές αγκάλες. Το Λαϊκό Μέτωπο του Léon Blum δεν “απέφυγε τον φασισμό” στ’ αλήθεια, καθώς στα 1936 η Γαλλία δεν είχε πραγματικά ανάγκη μιαν απολυταρχική ενοποίηση του κεφαλαίου ούτε μια συρρίκνωση της μεσαίας τάξης της.

Δεν υπάρχει πολιτική “επιλογή” την οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι προλετάριοι ή να επιβάλλουν με τη βία. Η δημοκρατία μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζει τον ίδιο τον εαυτό της γι’ αυτήν.

Η ουσία του αντιφασισμού έγκειται στην αποφυγή του φασισμού μέσω μιας υπεράσπισης της δημοκρατίας: δεν αγωνίζεται έτσι ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά προσπαθεί να πιέσει τον καπιταλισμό να αποφύγει την απολυταρχική επιλογή του. Καθώς ο σοσιαλισμός ταυτίζεται με την πλήρη δημοκρατία, και ο καπιταλισμός με μια καλπάζουσα πορεία προς τον φασισμό, ο ανταγωνισμός μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, κομμουνισμού και μισθωτής εργασίας, προλεταριάτου και κράτους, θυσιάζονται στο βωμό μιας αντιπαράθεσης δημοκρατίας και φασισμού που αναπαρίσταται ως η πεμπτουσία της επαναστατικής προοπτικής. Η επίσημη αριστερά και άκρα αριστερά, μας λέει ότι μια αυθεντική αλλαγή θα ήταν η πραγματοποίηση, τουλάχιστον, των ιδανικών του 1789, που διαρκώς προδίδονται απ’ την μπουρζουαζία. Η νέα κοινωνία; Ε, αυτή βρίσκεται ήδη εδώ, σ’ ένα βαθμό, εμβρυακό προς το παρόν, σε σπόρους που πρέπει να καλλιεργήσουμε: τα ήδη υπάρχοντα δημοκρατικά δικαιώματα που πρέπει να επεκτείνουμε ολοένα και πιο πέρα, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς βελτιώνεται, με ολοένα και μεγαλύτερες ημερήσιες δόσεις δημοκρατίας, μέχρι την επίτευξη της απόλυτης δημοκρατίας: του σοσιαλισμού.

Περιορισμένη έτσι, σε ένα είδος αντιφασιστικής αντίστασης, η κοινωνική κριτική ξέπεσε σε διθυράμβους προς κάθε τί που κάποτε χτυπούσε, κι εγκατέλειψε την παλιομοδίτικη ιδέα της επανάστασης, για χάρη μιας πολιτικής βαθμιαίων αλλαγών, μια παραλλαγή της “ειρηνικής μετάβασης προς τον σοσιαλισμό”, που άλλοτε διακήρρυταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, κερδίζοντας τον χλευασμό όσων ήθελαν πραγματικά ν’ αλλάξουν τον κόσμο, πριν το ’68. Η παλινδρόμηση είναι προφανής.

Δεν θα προσεγγίσουμε τη γελοιότητα, κατηγορώντας την αριστερά και την άκρα αριστερά για εγκατάλειψη μιας κομμουνιστικής προοπτικής για την οποία άλλωστε δε γνώριζαν παρά το πώς να της αντιτίθενται. Είναι ήδη προφανές ότι ο αντιφασισμός αποτελεί άρνηση κάθε επανάστασης. Αλλά ο αντιφασισμός αποτυγχάνει εκεί ακριβώς όπου ο ρεαλισμός του ισχυρίζεται ότι είναι αποτελεσματικός: στο να αποτρέπει μια δικτατορική μετάλλαξη της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία είναι μια φάση στην κατάκτηση της εξουσίας απ’ το κεφάλαιο, και η επέκτασή της στον 20ό αιώνα ολοκληρώνει την κυριαρχία του κεφαλαίου εντείνοντας την απομόνωση των ατόμων. Προτεινόμενη ως γιατρικό για την αποξένωση μεταξύ ατόμου και κοινότητας, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας, και μεταξύ των τάξεων, η δημοκρατία δεν κατάφερε ποτέ να λύσει τα προβλήματα της πιο διαχωρισμένης κοινωνίας στην ιστορία. Ως μορφή παντοτινά ανίκανη να διαμορφώσει το περιεχόμενό της, η δημοκρατία είναι απλά ένα μέρος του προβλήματος, του οποίου ισχυρίζεται ότι αποτελεί τη λύση. Κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι ενισχύει τους “κοινωνικούς δεσμούς”, η δημοκρατία συμβάλει στη διάλυσή τους. Κάθε φορά που σουλουπώνει τις αντιθέσεις του εμπορεύματος, το κάνει συσφίγγοντας τον κλοιό του κρατικού ελέγχου πάνω σε κάθε κοινωνική σχέση.

Ακόμα και με τους ίδιους τους δικούς τους, ηττοπαθείς όρους, οι αντιφασίστες, για να γίνουν πιστευτοί, θα πρέπει να εξηγήσουν πώς η δημοκρατία σε τοπική κλίμακα είναι συμβατή με την αποικιοποίηση του δημόσιου χώρου και το άδειασμα κάθε περιεχομένου του, από το εμπόρευμα που τον γεμίζει με τα malls του. Οφείλουν να εξηγήσουν πώς ένα πανταχού παρόν και παντοδύναμο κράτος, στο οποίο οι άνθρωποι θα απευθύνονται για ασφάλεια και στήριξη, μια τέτοια πραγματική μηχανική παραγωγής κοινωνικού “καλού”, δε θα στραφεί στο “κακό” όταν εκρηκτικές αντιθέσεις θα κάνουν απαραίτητη τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της τάξης. Ο φασισμός είναι η κολακεία του κρατικού Λεβιάθαν, του οποίου ο αντιφασισμός παρέχει τους πιο τολμηρούς απολογητές. Ο αγώνας για ένα δημοκρατικό κράτος είναι αναπόφευκτα αγώνας για την εδραίωση και σταθεροποίηση του κράτους, και μακράν του να σαμποτάρει τον ολοκληρωτισμό, ένας τέτοιος αγώνας αυξάνει τον στραγκαλιστικό εναγκαλισμό της κοινωνίας με τον κρατικό ολοκληρωτισμό.

Ρώμη: 1919-1922

Ο φασισμός θριάμβευσε σε χώρες όπου η επαναστατική έφοδος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξελίχθηκε σε μια σειρά ενόπλων εξεγέρσεων. Στην Ιταλία, ένα αξιοσημείωτο κομμάτι του προλεταριάτου, με τις δικές του μεθόδους και τους δικούς του στόχους, αντιμετώπισε ευθέως τον φασισμό. Δεν υπήρχε κάτι το συγκεκριμένα αντιφασιστικό στον αγώνα αυτόν: Ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο οδήγησε μερικούς εργάτες αλλά και το νεοϊδρυθέν ΚΚΙ (γεννημένο στο Λιβόρνο, τον Γενάρη του 1921, και καθοδηγούμενο λοιπόν απ’ τον Μπορντίγκα) να πολεμήσει τους Μελανοχίτωνες όσο και τους μπάτσους της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας [4].

Ο φασισμός είναι μοναδικός στο να παρέχει στην αντεπανάσταση μια μαζική βάση και στο να μιμείται την επανάσταση. Ο φασισμός γυρνάει το κάλεσμα στην “μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ταξικό, εμφύλιο πόλεμο” σε πραγματικό πόλεμο, ενάντια στο εργατικό κίνημα, ενώ εμφανίστηκε σαν μια αντίδραση βετεράνων του πολέμου που επέστρεφαν στην ζωή τους ως πολίτες, όπου πια δεν μετράν μία, το μόνο που τους ενώνει είναι η συλλογική βία, και η εμμονή για τσάκισμα οτιδήποτε φαντάζονται ότι αποτελεί αιτία για την μιζέρια τους: οι ανατρεπτικοί, οι εχθροί του έθνους, κλπ. Τον Ιούλιο του 1918, η φυλλάδα του Μουσσολίνι, “Il Popolo d’ Italia”, πρόσθεσε στον υπότιτλό της “η καθημερινή εφημερίδα των βετεράνων και των παραγωγών”.

Κάπως έτσι, ήδη απ’ τις απαρχές του ο φασισμός έγινε ο σύμμαχος της αστυνομίας στις αγροτικές περιοχές, κρατώντας με σφαίρες το αγροτικό προλεταριάτο καθηλωμένο, ενώ την ίδια στιγμή ανέπτυσσε την πιο φρενήρη αντικαπιταλιστική δημαγωγία. Το 1919, δεν αντιπροσώπευε τίποτα: στο Μιλάνο, στις γενικές εκλογές του Νοέμβρη, πήρε λιγότερες από 5.000 ψήφους, ενώ οι σοσιαλιστές πήραν 170.000. Ωστόσο, απαιτούσε στους λόγους του την κατάργηση της μοναρχίας, της συγκλήτου και κάθε τίτλου ευγενείας, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, τη δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, και την απαλλοτρίωση των μεγάλων γαιοκτημόνων και βιομηχάνων. Πολεμώντας ενάντια στους εργάτες, στο όνομα των “παραγωγών”, ο Μουσσολίνι τόνιζε πάντα την μνήμη της Κόκκινης Βδομάδας του 1914 (που σημαδεύτηκε από ταραχές σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα στην Αγκώνα και την Νάπολι), και εξήρε τον ρόλο των συνδικάτων στο να συνδέεουν τον εργάτη με το έθνος. Ο στόχος του φασισμού ήταν μια απολυταρχική επανίδρυση του κράτους, προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα κρατική δομή, ικανή (σε αντίθεση με τη δημοκρατία, όπως έλεγε ο Μουσσολίνι) να περιορίσει το μεγάλο κεφάλαιο και να τιθασεύσει την εμπορευματική λογική που κατακρήμνιζε τις αξίες, τους κοινωνικούς δεσμούς και την εργασία.

Παραδοσιακά, η μπουρζουαζία αρνούταν την ύπαρξη κοινωνικών αντιθέσεων. Ο φασισμός αντίθετα, τις διεκήρρυτε ανοιχτά με τη βία, αρνούμενος όμως την ύπαρξή τους μεταξύ των τάξεων και μεταθέτοντάς τες στον ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών, κλαψουρίζοντας για την μοίρα της Ιταλίας ως χώρα φτωχή, “προλεταριακό έθνος”. Ο Μουσσολίνι ήταν ταυτόχρονα ένας απαρχαιομένος θιασώτης παραδοσιακών αξιών που είχαν ήδη καταστραφεί απ’ το κεφάλαιο, και μοντερνιστής υποστηρικτής των κοινωνικών δικαιωμάτων των ανθρώπων.

Ποιός τσάκισε τους προλετάριους; Η φασιστική καταστολή ξετυλίχθηκε μετά από μια προλεταριακή ήττα που κατάφερε κατά κύριο λόγο η δημοκρατία, και τα βασικά αναχώματά της: τα κόμματα και τα συνδικάτα, που από μόνα τους μπορούν να τσακίσουν τους εργάτες με άμεσες ή έμμεσες μεθόδους. Η άνοδος του φασισμού στην εξουσία δεν ήταν αποτέλεσμα μαχών στο δρόμο. Οι ιταλοί και οι γερμανοί προλετάριοι είχαν νικηθεί πολύ νωρίτερα, τόσο με σφαίρες όσο και με ψηφοδέλτια.

Το 1919, συνασπίζοντας προϋπάρχοντα στοιχεία με κοντινούς του ανθρώπους, ο Μουσσολίνι ιδρύει τα φάσσι του. Απέναντι στα ρόπαλα και τα ρεβόλβερ, ενώ η Ιταλία εκρήγνυτο όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, η δημοκρατία έκανε έκκληση για …ψήφους, κι απ’ τις εκλογές προέκυψε τελικά μια μετριοπαθής σοσιαλιστική πλειοψηφία. Σαράντα χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά, ο Μπορντίγκα σχολίαζε:

“Η ενθουσιώδης προσέλευση στην εκλογική φιέστα του 1919 ήταν τέτοια που αφαίρεσε κάθε εμπόδιο απ’ τον δρόμο του φασισμού, ο οποίος προέλαυνε ενώ οι μάζες αποκοιμίζονταν περιμένοντας την μεγάλη εκλογική αναμέτρηση… Η νίκη, η εκλογή των 150 σοσιαλιστών βουλευτών, κατακτήθηκε με κόστος την άμπωτη του εξεγερτικού κινήματος και της γενικής πολιτικής απεργίας, και την οπισθοδρόμηση από κεκτημένα παλιότερων μαχών.”

Την εποχή των εργοστασιακών καταλήψεων του 1920, το κράτος, υπομονετικό πριν εξαπολύσει μιαν ολομέτωπη επίθεση, άφησε το προλεταριάτο να εξουθενωθεί, με τη στήριξη του CGL (του βασικού σοσιαλιστικού συνδικάτου), που οδήγησε μία μία τις απεργίες στην εξάντληση, όταν δεν τις έσπαγε ανοιχτά.

Αφεντικά και συνδικάτα εργάστηκαν μαζί για να θεσμοθετήσουν έναν “εργατικό έλεγχο” υπό την επίβλεψη του Κράτους.

Από την εμφάνιση των fasci κι έπειτα, η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια μπροστά στις λεηλασίες των φασιστών στα εργατικά κέντρα, συχνά επενέβαινε έπειτα κατάσχοντας τα όπλα που κρατούσαν για την άμυνά τους οι εργάτες, ενώ η δικαστική εξουσία επιδείκνυε την πιο γενναιόδωρη επιείκια, και ο στρατός τουλάχιστον ανεχόταν αν δε συμμετείχε κι ανοιχτά στις φασιστικές επιθέσεις.

Αυτή η ανοιχτή αν και ανεπίσημη υποστήριξη απ’ το κράτος, έγινε ημιεπίσημη με την “εγκύκλιο Bonomi”. Μετά την αποπομπή του απ’ το σοσιαλιστικό κόμμα το 1912, από τον τότε σοσιαλιστή Μουσσολίνι, για την υποστήριξη του στον ιταλικό επεκτατικό πόλεμο ενάντια στη Λιβύη, ο Ivanoe Bonomi, πέρασε από διάφορα υπουργικά πόστα, και έφτασε μέχρι επικεφαλής της κυβέρνησης του 1921-22. Η εγκύκλιός του της 20 Οκτώβρη 1921, επέτρεψε σε 60.000 απόστρατους αξιωματικούς να περάσουν στα τάγματα εφόδου του Μουσσολίνι, εξασφαλίζοντάς του τον έλεγχο της κατάστασης.

Στο μεταξύ, τί έκαναν τα κόμματα; Οι φιλελεύθεροι που συμμάχησαν με τη δεξιά, δε δίστασαν να σχηματίσουν ένα “εθνικό μπλοκ”, με τη συμμετοχή των φασιστών, για τις εκλογές του 1921. Τον Ιούνη-Ιούλη της ίδιας χρονιάς, απέναντι σ’ έναν αντίπαλο που δεν επεδείκνυε τον παραμικρό δισταγμό, το PSI (σοσιαλδημοκράτες) σύνηψε ένα μάταιο “σύμφωνο ειρήνευσης” του οποίου το μόνο συμπαγές αποτέλεσμα ήταν να αποπροσανατολίσει περαιτέρω τους εργάτες.

Αντιμέτωπη με μια προφανή πολιτική αντίδραση, η CGL διάλεξε μια α-πολιτική. Νιώθοντας ότι ο Μουσσολίνι μπορούσε να φτάσει εύκολα στην εξουσία, οι συνδικαλιστές ηγέτες ονειρεύονταν ένα σιωπηλό συμβόλαιο αμοιβαίας ανοχής με τους φασίστες, και κάλεσαν το προλεταριάτο να απέχει απ’ την αντιπαράθεση μεταξύ CP (το ιταλικό ΚΚ) και Εθνικού Φασιστικού Κόμματος.

Μέχρι τον Αύγουστο το 1922, ο φασισμός σπάνια αποκτούσε υπόσταση μακριά απ’ τις αγροτικές περιοχές, κυρίως του βορρά, όπου είχε καταφέρει να ξεριζώσει κάθε ίχνος αυτόνομου αγροτο-εργατικού συνδικαλισμού. Το 1919, οι φασίστες όντως έκαιγαν τα γραφεία της σοσιαλιστικής ημερήσιας εφημερίδας, αλλά απείχαν απ’ τον ρόλο του απεργοσπάστη που θα έπαιρναν στα 1920, ενώ ακόμα υποστήριζαν και -στα λόγια τουλάχιστον- τις εργατικές διεκδικήσεις: ο Μουσσολίνι έκανε τεράστιο κόπο να μείνει πίσω απ’ τους απεργούς και φυσικά να μην ταυτιστεί με ταραχοποιά στοιχεία, δηλαδή κομμουνιστές. Στις αστικές περιοχές, τα φάσσι σπάνια κυριαρχούσαν. Η “Πορεία προς τη Ραβέννα” του Σεπτέμβρη του 1921 δρομολογήθηκε εύκολα. Στη Ρώμη τον Νοέμβρη του 1921, μια γενική απεργία αποθάρρυνε το προγραμματισμένο φασιστικό συνέδριο που τελικά δε διεξήχθη. Τον Μάη του 1922 οι φασίστες προσπάθησαν ξανά, και σταματήθηκαν ξανά.

Το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε χωρίς πολλές αλλαγές. Μια τοπική φασιστική έφοδος, απαντιέται με μια αντεπίθεση της εργατικής τάξης, η οποία αργότερα κάμπτεται, ακολουθώντας τις εκκλήσεις για μετριοπάθεια από τις ρεφορμιστικές εργατικές οργανώσεις, καθώς η αντιδραστική πίεση μειώνεται σταδιακά: οι προλετάριοι εμπιστεύονταν στους δημοκράτες να διαλύσουν τις ένοπλες ομάδες. Η φασιστική απειλή δεν υποχωρούσε, ανασυντασσόταν και μεταφερόταν αλλού, ενώ με το πέρασμα του χρόνου καθιέρωνε τον εαυτό της απέναντι στο κράτος αυτό απ’ το οποίο οι μάζες περίμεναν να δώσει λύση. Οι προλετάριοι αναγνώρισαν πολύ πιο γρήγορα τον εχθρό στο μελανό πουκάμισο του τραμπούκου του δρόμου, παρά στην “κανονική” στολή ενός μπάτσου ή στρατιωτικού, τυλιγμένη σε μια νομιμότητα καθαγιασμένη απ’ τη συνήθεια, τον νόμο και το δικαίωμα της ψήφου. Οι εργάτες ήταν μαχητικοί, πήραν στα χέρια τους τα όπλα, και οχύρωσαν πολλές Casa di Popolo κι εργατικά κέντρα σε φρούρια, παραμένοντας ωστόσο πάντα στην άμυνα, διεξάγοντας έναν πόλεμο χαρακωμάτων, απέναντι σ’ έναν αεικίνητο αντίπαλο.

Τις αρχές του Ιούλη του 1922, η CGL, με πλειοψηφία δυο τρίτων (ενάντια σε μια μειοψηφία ενός τρίτου, των κομμουνιστών), δήλωσε την υποστήριξή της “σε κάθε κυβέρνηση που θα εγγυηθείι την αποκατάσταση των βασικών ελευθεριών”. Τον ίδιο μήνα, οι φασίστες κλιμάκωσαν πραγματικά τις απόπειρές τους να διεισδύσουν στις πόλεις του βορρά…

Την 1η Αυγούστου, η Συμμαχία της Εργασίας, που συμπεριλάμβανε το συνδικάτο των σιδηροδρομικών, τη CGL και την αναρχική USI, κάλεσε σε γενική απεργία. Παρά την ευρεία επιτυχία, η συμμαχία επίσημα ανέστειλε την απεργία στις 3 του μηνός. Σε πολλές πόλεις ωστόσο, συνεχίστηκε παίρνοντας μια εξεγερσιακή μορφή, η οποία τελικά περιορίστηκε μόνο μετά από μια συνδυασμένη απόπειρα της αστυνομίας και του στρατού, με την υποστήριξη ναυτικών κανονιών, και φυσικά, των φασιστών.

Ποιός τσάκισε την προλεταριακή ενεργητικότητα; Η γενική απεργία τσακίστηκε από το κράτος και τα φάσσι, αλλά επίσης στραγγαλίστηκε απ’ τη δημοκρατία, και η ήττα του αυτή άνοιξε τον δρόμο για μια φασιστική διέξοδο απ’ την κρίση.

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν τόσο ένα πραξικόπημα όσο μια μεταβίβαση της εξουσίας, υποστηρισσόμενη από ένα φάσμα δυνάμεων. Η “Πορεία προς τη Ρώμη” του Duce (ο ίδιος στην πραγματικότητα αρκέστηκε να πάει με το τραίνο) ήταν λιγότερο μια επίδειξη δύναμης όσο μια πράξη θεατρική: οι φασίστες υποκρίνονταν ότι επιτίθενται στο κράτος, το κράτος υποκρίθηκε ότι αμύνεται, και ο Μουσσολίνι βρέθηκε στην εξουσία. Ο κολοφώνας του, στις 24 Οκτώβρη (“Θέλουμε να γίνουμε το Κράτος!”) δεν ήταν μια απειλή εμφυλίου πολέμου, αλλά ένα σινιάλο στην άρχουσα τάξη ότι το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα αντιπροσώπευε την μόνη δύναμη που ήταν ικανή να αποκαταστήσει την κρατική εξουσία, και να διασφαλίσει την εθνική ενότητα. Ο στρατός ήταν ακόμα σε θέση να περιορίσει τις φασιστικές ομάδες που μαζεύτηκαν στη Ρώμη, οι οποίες ήταν πενιχρά εξοπλισμένες και διαβόητα κατώτερες σε στρατιωτικό επίπεδο. Το κράτος θα μπορούσε έτσι να εκτονώσει την πίεση των στασιαστών. Το παιχνίδι όμως, δεν παιζόταν σε στρατιωτικό επίπεδο. Κάτω απ’ την επιρροή του Badoglio συγκεκριμένα (του αρχιστράτηγου κατά το 1919-21), η επίσημη αρχή αυτοκαταργήθηκε. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να κυρήξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, και στις 30 ζήτησε τελικά απ’ τον Duce να σχηματίσει νέα κυβέρνηση.

Οι φιλελεύθεροι, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που ο αντιφασισμός λογαριάζει για να σταματήσουν τον φασισμό, συμμετείχαν στην νέα κυβέρνηση. Με την εξαίρεση των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών, όλα τα κόμματα προσέτρεξαν για μια επαναπροσέγγιση με τον PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα) και υπερψήφισαν τον Μουσσολίνι: το κοινοβούλιο, με μόλις 35 φασίστες βουλευτές, υποστήριξε την τελετή απονομής του Μουσσολίνι με 306 υπέρέναντι 116 κατά. Ο Giolitti ο ίδιος, αυτό το φιλελεύθερο πρότυπο της εποχής, ένας εξουσιαστικός μεταρρυθμιστής που πήρε τα ηνία του κράτους πολλές φορές πριν τον πόλεμο, κι έπειτα ξανά στα 1920-21, τον οποίο η τρέχουσα διανόηση ακόμα λιμπίζεται ως τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε ν’ αντισταθεί στον Μουσσολίνι, τον υποστήριξε ανοιχτά το 1924. Η δημοκρατία όχι μόνο παρέδοσε τα όπλα της στον δικτάτορα, αλλά και τα λείανε προτού το  κάνει με κάθε επισημότητα.

Πρόσωπο με πρόσωπο με τη θύελλα (μετά από την απόλυση 17.000 σιδηροδρομικών, την απαγόρευση και κλείσιμο των κομμουνιστικών εφημερίδων, αμέτρητες συλλήψεις, το PC πρότεινε μια γενική απεργία για τις 26 Οκτώβρη, για να λάβει την απάντηση της CGL:

“Σε μια στιγμή που τα πολιτικά πάθη έχουν ανάψει, κι όπου δυο δυνάμεις ξένες προς τον συνδικαλισμό μάχονται για την κατάκτηση της εξουσίας, η CGL αισθάνεται ότι το καθήκον της είναι να κρατήσει τους εργαζομένους σε επαγρύπνηση ενάντια στις μεθοδεύσεις των πολιτικών κομμάτων ή ομάδων που επιθυμούν να εμπλέξουν το προλεταριάτο σ’ έναν αγώνα στον οποίο θα έπρεπε να παραμείνει αδιάφορο αν θέλει να διατηρήσει την ανεξαρτησία του”.

Μπρος σε μια ολοφάνερα πολιτική αντιδραστική εξουσία, η CGL αυτοανακηρύσσεται α-πολιτική, κι ελπίζει στην ανοχή της. Σύντομα θα ταρακουνηθεί απ’ την ονειροπόλησή της. Στους μήνες που θ’ ακολουθήσουν, συνδικαλιστές, όπως των σιδηροδρομικών και των ναυτικών, θ’ αναγκαστούν να δηλώσουν την πίστη τους στο έθνος, την πατρίδα και κατά συνέπεια στο καθεστώς: η καταστολή δε θα τους χαριστεί.

Τορίνο: 1943

Αν η ιταλική δημοκρατία παρέδωσε στον φασισμό χωρίς ούτε μια μάχη, ο φασισμός κυοφόρησε εκ νέου τη δημοκρατία όταν ο ίδιος βρέθηκε ασύμβατος με τις νέες ισορροπίες κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Το κεντρικό ερώτημα μετά το 1943, όπως και στα 1919, ήταν το πώς θα τεθεί υπό έλεγχο η εργατική τάξη. Στην Ιταλία, περισσότερο απ’ ότι αλλού, το τέλος του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου επιδείκνυε την ταξική διάσταση μιας διεθνούς σύγκρουσης, η οποία δεν μπορεί ποτέ να ερμηνευτεί από μια στρατιωτική όψη και μόνο. Μια γενική απεργία που ξέσπασε στη FIAT τον Οκτώβρη του 1942. Τον Μάρτη του 1943, ένα κύμα απεργιών που τάραξε το Τορίνο και το Μιλάνο, περιλαμβάνοντας και απόπειρες δημιουργίας εργατικών συμβουλίων. Στα 1943-45, εργατικές ομάδες προέκυψαν, μερικές φορές ανεξάρτητες από το CP, και κάποιες φορές αυτοαποκαλούμενες “Μπορντιγκιστικές”, συχνά ταυτόχρονα αντιφασιστικές, κόκκινες, κι ένοπλες. Το καθεστώς δεν μπορούσε πια να διατηρήσει την κοινωνική ισορροπία, όπως ακριβώς η γερμανική συμμαχία κατέρρευσε υπό την πίεση των Αγγλο-Αμερικάνων, οι οποίοι φαίνονταν σε κάθε γωνιά ως οι αυριανοί αφέντες της Δυτικής Ευρώπης. Η αλλαγή πλευράς, σήμαινε τη συμμαχία με τον εκάστοτε διαφαινόμενο νικητή, αλλά επίσης σήμαινε τον επαναπροσανατολισμό της εργατικής ανυποταξίας και των παρτιζάνικων ομάδων σε έναν πατριωτικό στόχο με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Στις 10 Ιούλη 1943, οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία. Στις 24, ευρισκόμενος σε μειοψηφία 17 έναντι 19 στο Υψηλό Φασιστικό Συμβούλιο, ο Μουσσολίνι παραιτήθηκε. Σπάνια ένας δικτάτορας αναγκάστηκε να παραιτηθεί για μια ψήφο πλειοψηφίας.

Ο αστυνόμος Badoglio, που υπήρξε ευνοούμενος του καθεστώτος ήδη από τότε που εκδήλωσε την υποστήριξή του στην Πορεία προς τη Ρώμη, και που ήθελε να αποτρέψει, αυτό που περιέγραφε ο ίδιος ως “μια κατάρρευση του καθεστώτος εξαιτίας μιας υπερβολικής απόκλισης προς τα αριστερά”, σχημάτισε μια κυβέρνηση η οποία ήταν ακόμα φασιστική αλλά στο εξής δε συμπεριλάμβανε τον Duce, κάνοντας ανοίγματα προς τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Οι δημοκράτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, θέτοντας ως προϋπόθεση την αποχώρηση του βασιλιά. Μετά και μια δεύτερη μεταβατική κυβέρνηση, ο Badoglio σχηματίσε μια τρίτη, τον Απρίλη του 1944, που συμπεριλάμβανε τον ηγέτη του CP, Togliatti. Υπό την πίεση των Συμμάχων και του CP, οι δημοκράτες συμφώνησαν ν’ αποδεχθούν τον βασιλιά (η Δημοκρατία θα κυρρηχθεί αργότερα με δημοψήφισμα, στα 1946). Ωστόσο το όνομα του Badoglio σημαδεύθηκε από πολλές άσχημες αναμνήσεις. Τον Ιούνη, ο Bonomi, που 23 χρόνια νωρίτερα είχε δόσει εντολή στους αξιωματικούς να ενωθούν με τα φάσσι, σχημάτισε τώρα το πρώτο υπουργείο που στην πραγματικότητα απέκλεισε τους φασίστες. Έτσι ακριβώς ο Bonomi, πρώην σοσιαλιστής, πρώην πολεμοκάπηλος, πρώην υπουργός, πρώην βουλευτής του φασιστικού “εθνικού μπλοκ”, πρώην επικεφαλής της κυβέρνησης Ιούλη 1921-Φλεβάρη 1922, πρώην οτιδήποτε, έφτασε σε άλλο ένα αξίωμα, πλέον ως αντιφασίστας. Αργότερα, η κατάσταση επαναπροσανατολίσθηκε γύρω απ’ την τριμερή συμμαχία Σταλινικών, Σοσιαλιστών και Χριστιανοδημοκρατών, οι οποίοι κι έμελλε να κυβερνήσουν τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία, τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο.

Αυτό το παιχνίδι των καρεκλών, όπου σε κάθε παύση της μουσικής οι εμπλεκόμενοι τρέχουν να πιάσουν μια θέση, συνήθως ενορχηστρομένο από την ίδια ακριβώς πολιτική τάξη, υπήρξε το θεατρικό πίσω απ’ το οποίο η δημοκρατία μεταμορφωνόταν σε δικτατορία κι αντίστροφα. Οι φάσεις ισορροπίας κι ανισορροπίας μεταξύ ταξικών αναμετρήσεων επέφεραν και μια διαδοχή πολιτικών μορφών που στόχευαν στη διατήρηση της ίδιας κατάστασης, διαφορετικές μορφές με το ίδιο περιεχόμενο. Κανείς δεν ήταν πιο κατάλληλος να μιλήσει γι’ αυτό, απ’ το ισπανικό KK, όταν δήλωνε -από κυνισμό ή αφέλεια- κατά την μετάβαση από τον Φρανκισμό στη δημοκρατική μοναρχία στα μέσα του ’70:

“Η ισπανική κοινωνία θέλει να μετασχηματιστούν τα πάντα, έτσι ώστε να εξασφαλισθούν οι βασικές λειτουργίες του κράτους, χωρίς περιστροφές ή κοινωνικές αναταραχές. Η συνέχιση του κράτους απαιτεί την μη-συνέχιση του τρέχοντος καθεστώτος”.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen

Η αντεπανάσταση θριαμβεύει αναπόφευκτα στο πεδίο της επανάστασης. Μέσα απ’ την “κοινότητα του έθνους” ο Εθνικοσοσιαλισμός θα διεκύρρητε ότι έχει εξουδετερώσει τον κοινοβουλευτισμό και την αστική δημοκρατία, εναντίον των οποίων εξεγέρθηκε μετά τα 1917 το προλεταριάτο. Όμως η συντηρητική επανάσταση πήρε επίσης αρχαϊκές αντικαπιταλιστικές τάσεις (η επιστροφή στη φύση, η φυγή από τις πόλεις…) που τα εργατικά κόμματα, ακόμα και τα πιο εξτρεμιστικά, είχαν υποτιμήσει αρνούμενα να ενσωματώσουν την α-ταξική και κοινοτιστική διάσταση του προλεταριάτου, και ανίκανα να αντιληφθούν τη φύση ως οτιδήποτε άλλο από ένα εξάρτημα της βαριάς βιομηχανίας. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αυτά τα θέματα βρίσκονταν στο επίκεντρο της σκέψης του σοσιαλιστικού κινήματος, προτού ο Μαρξισμόος τα εγκαταλείψει στο όνομα της προόδου και της επιστήμης, κι έτσι επιβίωσαν μόνο στον αναρχισμό και σε μικρότερες φράξιες.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen, η εθνική κοινότητα εναντίον της ανθρώπινης κοινότητας… Το 1933 δεν ήταν η ήττα, αλλά η κατανάλωση της ήττας. Ο Ναζισμός διογκώθηκε και θριάμβευσε στο να αφοπλίσει, να καταλύσει και να κλείσει μια κοινωνική κρίση τόσο βαθυά, που ακόμα δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το μέγεθός της. Η Γερμανία, λίκνο της ευρυτερης σοσιαλδημοκρατίας στον κόσμο, ήταν ο τόπος όπου άνθισε επίσης το ισχυρότερο αντικοινοβουλευτικό, αντισυνδικαλιστικό κίνημα, ένα κίνημα που πίστευε σ’ έναν “εργατικό” κόσμο, αλλά επίσης ικανό να εγκολπώνει πολλές άλλες πράξεις εξέγερσης ενάντια στον αστισμό και τον καπιταλισμό. Η παρουσία πρωτοποριακών καλλιτεχνών στις τάξεις της “Γερμανικής Αριστεράς” δεν είναι τυχαία. Ήταν συμπτωματική μιας επίθεσης στο κεφάλαιο ως ολόκληρο “πολιτισμό” με τον τρόπο της κριτικής του Fourier. Η απώλεια της κοινότητας, η εξατομίκευση και το αγελαίο πνεύμα, η σεξουαλική φτώχεια, η οικογένεια τόσο ως στόχος της κριτικής όσο κι ως καταφύγιο, η αποξένωση απ’ τη φύση, η βιομηχανικοποιημένη διατροφή, η διόγκωση της τεχνολογικής πλαστότητας, η εργαλειοποίηση του ανθρώπου, η υπαγωγή στην πειθαρχία του χρόνου, η ολοένα και μεγαλύτερη διαμεσολάβηση κάθε κοινωνικής σχέσης απ’ το χρήμα και την τεχνολογία: όλες αυτές οι όψεις της αλλοτρίωσης πέρασαν από τα πυρά μιας διάχυτης και πολύμορφης κριτικής. Μόνο μια επιπόλαια κι εκ των υστέρων ματιά μπορεί να αναγνώσει ολόκληρην αυτήν την ζύμωση με διαύγεια, μέσα από το πρίσμα της αναπόφευκτης επαναφομοίωσης.

Η αντεπανάσταση θριάμβευσε στα 1920 μόνο θέτοντας τα θεμέλια, στη Γερμανία και στις ΗΠΑ, μιας καταναλωτικής κοινωνίας και του Φορντισμού, και τραβώντας εκατομμύρια Γερμανών, και των εργατών μαζί, στον βιομηχανικό, εμπορικοποιημένο εκσυγχρονισμό. Δέκα χρόνια εύθραυστης κυριαρχίας, όπως δείχνει κι ο παρανοϊκός υπερπληθωρισμός του 1923. Που διαδέχθηκε μια έκρηξη στην οποία όχι μόνο το προλεταριάτο αλλά κι ολόκληρη η καπιταλιστική πρακτική αναγκάστηκε να κρατήσει αποστάσεις απ’ την ιδεολογία της προόδου κι ενός ιδεώδους ολοένα αυξανόμενης κατανάλωσης αντικειμένων και σημασιών.

Ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός τέθηκε υπό αμφισβήτηση δυο φορές μέσα σε δέκα χρόνια. Μια πρώτη απ’ τους προλεταρίους, κι έπειτα απ’ το κεφάλαιο. Ο εξτρεμισμός των Ναζί, όπως και η βία τους, ήταν ανάλογα του βάθους του επαναστατικού κινήματος επί του οποίου κυριάρχησε ο Εθνικοσοσιαλισμός και την άρνηση του οποίου αποτελούσε. Όπως οι ριζοσπάστες του 1919-21, ο Ναζισμός πρότεινε κι αυτός με τη σειρά του μια κοινότητα μισθωτών εργατών, αλλά αυτή τη φορά απολυταρχική, κλειστή, εθνική, και φυλετική, και για δώδεκα χρόνια πέτυχε να μεταμορφώσει τους προλεταρίους αρχικά σε μισθωτούς εργάτες και στη συνέχεια σε στρατιώτες.

Ο Φασισμός γεννήθηκε μέσα απ’ το κεφάλαιο, αλλά από ένα κεφάλαιο που κατέστρεφε τις παλιές σχέσεις χωρίς να παράγει νέες σταθερές σχέσεις κατά το πέρασμά του στον καταναλωτισμό. Τα εμπορεύματα ήταν ανίκανα από μόνα τους να γεννήσουν μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Βερολίνο: 1919-33

Η δικτατορία έρχεται πάντα μετά την ήττα κοινωνικών κινημάτων, όταν έχουν παραλύσει και σφαγιασθεί απ’ τη δημοκρατία, τα αριστερά κόμματα και τα συνδικάτα. Στην Ιταλία, αρκετούς μήνες μετά τις τελευταίες προλεταριακές αποτυχίες από τον διορισμό του Μουσσολίνι ως επικεφαλής του κράτους. Στη Γερμανία, η συσκότιση μιας ντουζίνας ετών που προηγήθηκαν έσπασε τη συνέχεια κι έκανε την 30ή Γενάρη 1933 να μοιάζει ως ένα κατά κύριο λόγο πολιτικό ή ιδεολογικό φαινόμενο, κι όχι ως το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης κοινωνικής έκρηξης. Η λαϊκή βάση του Εθνικοσοσιαλισμού και η θανατηφόρος ενέργεια που κινητοποίησε παραμένουν μυστηριώσεις, αν αγνοεί κανείς το ζήτημα της υποταγής, της εξέγερσης, και του ελέγχου της εργασίας.

Η γερμανική ήττα του 1918 και η πτώση της αυτοκρατορίας έθεσαν σε κίνηση μια προλεταριακή επίθεση, αρκετά ικανή να ταρακουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας, αλλά όχι επαρκώς ικανή να την επαναστατικοποιήσει, φέρνοντας έτσι τη σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα στην κεντρική σκηνή, ως υπεύθυνους για την πολιτική ισορροπία. Οι ηγέτες τους αναδείχθηκαν σε ανθρώπους της τάξης, και δεν είχαν ενδοιασμούς να καλούν τα Freikorps, πλήρως φασιστικές ομάδες με πολλούς μελλοντικούς ναζί στις τάξεις τους, για να καταπιέσουν μια ριζοσπαστική εργατική μειοψηφία στο όνομα των συμφερόντων μιας ρεφορμιστικής πλειοψηφίας. Ηττημένοι αρχικά από την αστική δημοκρατία, οι κομμουνιστές ηττήθηκαν εύκολα από την εργατική δημοκρατία: τα “εργατικά συμβούλια” εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις παραδοσιακές οργανώσεις, οχι στους επαναστάτες που εύκολα στιγματίστηκαν ως αντιδημοκρατικοί.

Σ’ αυτήν την ιστορική τομή, η δημοκρατία και οι σοσιαλδημοκράτες ήταν απαραίτητοι στον γερμανικό καπιταλισμό προκειμένου να εξουδετερώσει το πνεύμα της εξέγερσης στις εκλογικές κάλπες, παραχωρώντας εκ μέρους των αφεντικών μια σειρά μεταρρυθμίσεων, και απομονώνοντας τους επαναστάτες. [5]

Μετά το 1929, απ’ την άλλη, ο καπιταλισμός είχε ανάγκη να καταστρέψει μέρος της μεσαίας τάξης, και να πειθαρχήσει τους προλεταρίους, ακόμα και την μπουρζουαζία. Το εργατικό κίνημα, υπερασπιζόμενο όπως συνήθιζε, τον πολιτικό πλουραλισμό και τα άμεσα εργατικά συμφέροντα, είχε γίνει πια εμπόδιο. Ως διαμεσολαβητές μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, οι οργανώσεις της εργατικής τάξης αναγνωρίζονταν ως τέτοιοι κι απ’ τα δυο αυτά μέρη, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσαν να μένουν ανεξάρτητες κι απ’ τους δυο αλλά κι απ’ το κράτος. Η σοσιαλδημοκρατία έχει νόημα μόνο ως μια δύναμη που αντιπαρατίθεται στην εργοδοσία και το κράτος, κι όχι ως ένα όργανό τους ενσωματωμένο. Απέβλεπε στη διαχείρηση ενός τεράστιου πολιτικού, δημοτικού, αλληλοβοηθητικού και πολιτιστικού δικτύου. Το KPD, επιπλέον, είχε στήσει ταχύτατα τη δικιά του αυτοκρατορία, μικρότερη ίσως αλλά όχι επίσης αχαννή. Όμως, καθώς το κεφάλαιο γίνεται ολοένα και πιο οργανωμένο, τείνει να συνενώνει όλες τις διαφορετικές τάσεις του, φέρνοντας ένα κρατικιστικό στοιχείο στις επιχειρήσεις, ένα αστικό στοιχείο στις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, κι ένα κοινωνικό στοιχείο στη δημόσια διοίκηση. Το βάρος του ρεφορμισμού της εργατικής τάξης, το οποίο τελικά διαπότισε το κράτος και η ύπαρξή του ως μια “αντι-κοινωνία” τον κατέστησαν ένα στοιχείο κοινωνικής συντήρησης το οποίο το κεφάλαιο έπρεπε να καταστρέψει προκειμένου να αναπτυχθεί. Υπερασπιζόμενοι την μισθωτή εργασία ως στοιχείο του κεφαλαίου, το SPD και τα συνδικάτα, έπαιξαν έναν απαραίτητο στο κεφάλαιο αντικομμουνιστικό ρόλο στα 1918-21, αλλά αυτή η ίδια τους λειτουργία αργότερα, τα οδήγησε στο να βάλουν το συμφέρον της μισθωτής εργασίας πάνω από οτιδήποτε άλλο, εις βάρος δηλαδή της προτεραιότητας που έθετε το κεφάλαιο για την ολική αναδιοργάνωσή του.

Ένα ισχυρό αστικό κράτος θα είχε προσπαθήσει ίσως να επιλύσει αυτό το πρόβλημα με αντισυνδικαλιστικές νομοθεσίες, με επανακατάληψη των “εργατικών οχυρών”, και στρέφοντας την μεσαία τάξη, στο όνομα του εκσυγχρονισμού, ενάντια στην καθυστέρηση των προλεταρίων, όπως έκανε πολύ αργότερα η Αγγλία της Θάτσερ. Μια τέτοια επίθεση προϋποθέτει όμως ότι το κεφάλαιο είναι σχετικά ενοποιημένο υπό τον έλεγχο λίγων κυρίαρχων φραξιών. Μα η γερμανική μπουρζουαζία του 1930 ήταν βαθιά διαχωρισμένη, η μεσαία τάξη είχε καταρρεύσει και το έθνος-κράτος ήταν συντετριμμένο.

Με διαπραγματεύσεις ή με τη βία, η σύγχρονη δημοκρατία αντιπροσωπεύει και συμφιλιώνει ανταγωνιστικά συμφέροντα, στο βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Ατελείωτες κοινοβουλευτικές κρίσεις και πραγματικές ή φανταστικές πραξικοπηματικές συνομωσίες (των οποίων σκηνή ήταν η Γερμανία ήδη από την πτώση του τελευταίου σοσιαλιστή καγγελάριου το 1930), σε μια δημοκρατία είναι το χαρακτηριστικό σημάδι μακροχρόνιας διαμάχης μεταξύ των κύκλων της άρχουσας τάξης. Με το ξεκίνημα της δεκαετίας του 1930, η κρίση κατέτμησε την μπουρζουαζία σε ασυμφιλίωτα κοινωνικά και γεωπολιτικά στρατόπεδα: είτε υπέρ μιας αύξουσας ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος, είτε με τον πλήρη αφανισμό του. Διεθνές εμπόριο και φιλειρηνισμός, είτε ένα αυταρχικό καθεστώς που θα θέσει τα θεμέλια μιας στρατιωτικής επέκτασης. Η λύση δε συμπεριλάμβανε αναγκαστικά έναν Χίτλερ, αλλά προϋπέθετε μια συγκέντρωση της εξουσίας και της βίας στα χέρια μιας ισχυρής κυβέρνησης. Απ’ τη στιγμή που η συμβίωση κεντρώων-ρεφορμιστών είχε δώσει ό,τι είχε να δώσει, η μόνη επιλογή που έμενε ήταν αυτή του κρατικισμού, του προτεξιονισμού και της ανοιχτής καταστολής.

Ένα πρόγραμμα αυτού του είδους θα απαιτούσε τη βίαια διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία μέσα απ’ την εξημέρωση των εργατών που η ίδια προωθούσε άλλωστε, είχε φτάσει να εξασκεί εκτεταμένη επιρροή, αν και ήταν ακόμα ανίκανη να ενοποιήσει όλη τη Γερμανία πίσω απ’ το πρόγραμμά της. Αυτή ακριβώς η ενοποίηση ήταν το κεντρικό καθήκον του ναζισμού, που στάθηκε ικανός στο να επεκτείνει την απεύθυνσή του σ’ όλες τις τάξεις, απ’ τους ανέργους μέχρι τους μεγιστάνες της βιομηχανίας, με μια δημαγωγία που ξεπερνούσε αυτή των παραδοσιακών αστών πολιτικών, κι έναν αντισημιτισμό που χρησίμευε στο να οικοδομεί τη συνοχή μέσ’ απ’ τον αποκλεισμό.

Πώς θα μπορούσαν τα κόμματα της εργατικής τάξης να σταθούν εμπόδιο σε μια τέτοια ξενοφοβική και ρατσιστική παράνοια, μετά από τόσο καιρό που υπήρξαν οι συνοδοιπόροι του εθνικισμού; Για το SPD, κάτι τέτοιο ήταν σαφές ήδη απ’ την αρχή του αιώνα, έγινε φανερό το 1914, και γράφτηκε με αίμα στη συνθήκη του 1919 με τα Freikorps, που είχαν πλαστεί στο ίδιο πολεμικό καλούπι με τα fasci.

Πέραν αυτών, οι σοσιαλιστές δεν υπήρξαν τόσο απρόσβλητοι απ’ τον αντισημιτισμό. Το βιβλίο του Abraham Berlau “Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 1914-1921 (Columbia 1949) περιγράφει πόσο πολλοί ηγέτες του SPD ή των συνδικάτων που ήλεγχε, κι ακόμα και η σοβαρή Neue Zeit, επιτίθονταν ανοιχτά εναντίον των “ξένων” (δηλαδή Πολωνών και Ρώσσων) Εβραίων. Τον Μάρτη του 1920 η αστυνομία του Βερολίνου (υπό σοσιαλιστική διοίκηση) επέδραμε στην εβραϊκή συνοικεία και έστειλε περίπου 1000 κατοίκους της σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι τελικά, αλλά το εργατικό κίνημα συμμετείχε σ’ αυτήν την εξάπλωση του αντισημιτισμού.

Το KPD, στο μέτρο που το αφορά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί απ’ το να συμμαχήσει με τους εθνικιστές ενάντια στη Γαλλική κατοχή του Ρουρ το 1923. Κανείς θεωρητικός της Κομιντέρν δε βρέθηκε να αντιταθεί στον Radek όταν δήλωνε ότι “μόνο η εργατική τάξη μπορεί να σώσει το έθνος”. Ο ηγέτης του KPD Thalheimer έκανε σαφές ότι το κόμμα θα ‘πρεπε να πολεμήσει στο πλευρό της γερμανικής μπουρζουαζίας, η οποία έπαιζε έναν “αντικειμενικά επαναστατικό ρόλο μέσω της εξωτερικής πολιτικής της”. Αργότερα, γύρω στο 1930, το KPD ζητούσε πια “Εθνική και κοινωνική απελευθέρωση” και κατηγορούσε τους φασίστες ως “προδότες του έθνους”. Οι συζητήσεις για “εθνική επανάσταση” ήταν τόσο συχνές μεταξύ των γερμανών σταλινικών, που ενέπνευσαν τον Τρότσκυ να γράψει το 1931 μια μπροσούρα ενάντια στον εθνικο-κομμουνισμό.

Τον Γενάρη του 1933, ο κύβος ερρίφθη. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η δημοκρατία της Βαϊμάρης παραδόθηκε συνειδητά στον Χίτλερ. Τόσο η δεξιά, όσο και το κέντρο έφθασαν να τον βλέπουν ως μια βιώσιμη λύση για να βγάλει τη χώρα απ’ το αδιέξοδο, ως ένα προσωρινό “μικρότερο κακό”. Το “μεγάλο κεφάλαιο”, επιφυλακτικό απέναντι σε τυχόν απρόβλεπτες αναταραχές, δεν υπήρξε ως τότε, περισσότερο γενναιόδωρο απέναντι στο NSDAP του Χίτλερ, απ’ ότι στα άλλα εθνικιστικά και δεξιά κόμματα. Μόνο μετά τον Νοέμβρη του 1932, ο Schacht, ένας έμπιστος σύμβουλος της αστικής τάξης, έπεισε τους επιχειρηματικούς κύκλους να υποστηρίξουν τον Χίτλερ (ο οποίος προς το παρόν έβλεπε την εκλογική υποστήριξή του να μειώνεται ελαφρώς), καθώς διείδε στον Χίτλερ μια δύναμη ικανή να ενοποιήσει το κράτος και την κοινωνία. Το γεγονός ότι οι μεγιστάνες της βιομηχανίας δεν κατάφεραν να προβλέψουν που θα κατέληγαν όλ’ αυτά, στον πόλεμο και την ήττα σ’ αυτόν, είναι ένα άλλο ζήτημα, όπως και να ‘χει πάντως, κάτι τέτοιο δεν τους ώθησε φυσικά στις αντιστασιακές ομάδες κατά τον πόλεμο.

Στις 30 Γενάρη 1933, ο Χίτλερ διορίσθηκε καγγελάριος με κάθε νομιμότητα από τον Hindenburg, ο οποίος είχε εκλεγεί συνταγματικά πρόεδρος ένα χρόνο νωρίτερα με την υποστήριξη των σοσιαλιστών, που είδαν σ’ αυτόν ένα αντίπαλο δέος απέναντι στον… Χίτλερ. Οι ναζί δεν ήταν παρά μια μειοψηφία στην πρώτη κυβέρνηση του ηγέτη του NSDAP.

Τις επόμενες εβδομάδες, οι μάσκες έπεσαν: Αγωνιστές της εργατικής τάξης κυνηγήθηκαν, τα γραφεία τους καταστράφηκαν, κι ένα κλίμα τρόμου επικράτησε. Στις εκλογές του Μάρτη 1933, που προκυρήχθηκαν ενάντια στην κλιμάκωση της βίας από τα τάγματα εφόδου και την αστυνομία, 288 βουλευτές του NSDAP εξελέγησαν στο Ράιχσταγκ (το KPD διατήρησε 80 και το SPD 120).

Οι αφελείς άνθρωποι μπορεί να εκπλήσσονται με την ευκολία με την οποία το κατασταλτικό σύμπλεγμα περνάει στα χέρια της δικτατορίας, όμως η κρατική μηχανή υπακούει πάντα πλήρως την αρχή που τη διευθύνει. Μήπως δεν απολάμβανε η νέα ηγεσία πλήρους νομιμοποίησης; Μήπως οι εξέχοντες νομικοί δεν έβγαζαν τα βουλεύματά τους σε συμφωνία με τις ανώτερες αρχές του κράτους; Σ’ ένα δημοκρατικό κράτος -και η Βαϊμάρη ήταν ένα τέτοιο- αν προκύψει μια σύγκρουση μεταξύ των δυο στοιχείων της αντινομίας, δεν είναι η δημοκρατία που θα βγεί κερδισμένη. Σ’ ένα κράτος “βασισμένο στην νομιμότητα”, και η Βαϊμάρη ήταν επίσης ένα τέτοιο κράτος, είναι η νομιμότητα που πρέπει να προσαρμοσθεί στο να εξυπηρετεί το κράτος, και ποτέ το αντίθετο.

Τί έκαναν αυτές τις μέρες οι δημοκράτες άραγε; Οι προσκείμενοι στη δεξιά αποδέχθηκαν πλήρως την νέα κατάσταση. Το Zentrum, το Καθολικό κόμμα του κέντρου, που είχε δει την επιρροή του να αυξάνεται στις εκλογές του Μάρτη 1933, ψήφισε υπέρ της έκτακτης απόδοσης για πέντε χρόνια κάθε εξουσίας στον Χίτλερ, απόφαση που έγινε η νομική βάση της ναζιστικής δικτατορίας.

Οι σοσιαλιστές, απ’ την μεριά τους, προσπάθησαν να αποφύγουν την μοίρα του KPD, που κυρρήχθηκε παράνομο στις 28 Φλεβάρη, μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Στις 30 Μάρτη 1933, αποχώρησαν από τη Δεύτερη Διεθνή, προκειμένου να αποδείξουν την προσήλωσή τους στο γερμανικό έθνος. Στις 17 Μάη, η κοινοβουλευτική ομάδα τους ψήφισε υπέρ της εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ.

Στις 22 Ιούνη, το SPD τελικά διαλύθηκε ως “εχθρός του λαού και του κράτους”. Λίγες βδομάδες αργότερα, το Zentrum αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί.

Τα συνδικάτα ακολούθησαν, στα χνάρια του ιταλικού CGL, ελπίζοντας να σώσουν ό,τι μπορούσαν, επιμένοντας πως είναι α-πολιτικά. Το 1932, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες διακήρρυξαν ότι είναι ανεξάρτητες από κάθε πολιτικό κόμμα και αδιάφορες για την εκάστοτε μορφή του κράτους. Αυτό φυσικά, δεν τις εμπόδισε απ’ το να φτάσουν σε μια συμφωνία με τον Schleicher, που ήταν καγγελάριος απ’ τον Νοέμβρη του 1932 μέχρι τον Γενάρη του 1933, κι ο οποίος έψαχνε για κάποια κοινωνικά ερείσματα να κάνουν πιο πιστευτή την φιλεργατική δημαγωγία του. Απ’ τη στιγμή που οι ναζί σχημάτισαν κυβέρνηση, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες πείσθηκαν ότι αν αναγνώριζαν τον εθνικοσοσιαλισμό, το καθεστώς θα τους άφηνε λίγο χώρο να υπάρξουν. Αυτή η στρατηγική εξελίχθηκε σε φάρσα, με τους συνδικαλιστές να παρελαύνουν κάτω από τη σβάστικα την πρωτομαγιά του 1933, που μετονομάστηκε σε “Φεστιβάλ της Γερμανικής Εργατιάς”. Χαμένος κόπος. Τις επόμενες μέρες, οι ναζί διέλυσαν τα συνδικάτα και συνέλαβαν τους πιο μαχητικούς συνδικαλιστές.

Όντας μαθημένη να σαλαγά τις μάζες και να μιλά στο όνομά τους, ή όταν αποτύγχανε αυτό, να τις καταστέλλει, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είχε ακόμα πολεμήσει για το έθνος στον τελευταίο πόλεμο. Οι συνδικαλιστές δεν λοιδωρούνταν για έλλειψη πατριωτισμού. Αυτό που ενοχλούσε την μπουρζουαζία δεν ήταν τόσο το αναμάσημα του παλιού προ-1914 διεθνισμού, αλλά κυρίως η ίδια η ύπαρξη των συνδικάτων, που όσο δουλικά κι αν ήταν, διατηρούσαν έναν βαθμό ανεξαρτησίας, σε μια εποχή που ακόμα κι ένα τέτοιο εργαλείο ταξικής συνεργασίας είχε καταστεί υπερβολικό έξοδο για ένα κράτος που δε θα το ήλεγχε πλήρως.

Βαρκελώνη: 1936

Στην Ιταλία και τη Γερμανία, ο φασισμός πήρε στα χέρια του το κράτος με κάθε νομιμότητα. Η δημοκρατία κεφαλαιοποιήθηκε σε δικτατορία, ή, ακόμα χειρότερα, υποδέχθηκε τη δικτατορία μ’ ανοιχτές αγκάλες. Τί έγινε όμως στην Ισπανία; Μακράν του να αποτελεί την εξαιρετική περίπτωση μιας αποφασιστικής δράσης η οποία δυστυχώς, ηττήθηκε, η Ισπανία ήταν η ακρογωνιαία περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού στην οποία η φύση του αγώνα παρέμεινε η ίδια σύγκρουση δυο μορφών καπιταλιστικής ανάπτυξης, δυο πολιτικών μορφών του καπιταλιστικού κράτους, δυο κρατικές δομές που πολέμησαν για την νομιμοποίησή τους στην ίδια χώρα.

Ένσταση! -“Οπότε, λοιπόν, ο Φράνκο και η πολιτοφυλακές της εργατικής τάξης ήταν το ίδιο πράγμα; Οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι πάμπτωχοι αγρότες που κολλεκτιβοποιούσαν τη γη ήταν ένα και τ’ αυτό;”

Πρώτ’ απ’ όλα, η αντιπαράθεση συνέβη μόνο επειδή οι εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στον φασισμό. Όλες οι αντιφάσεις του κινήματος ήταν πρόδηλες ήδη απ’ τις πρώτες βδομάδες: ένας αναντίρρητος ταξικός πόλεμος μετασχηματιζόταν σ’ έναν καπιταλιστικό εμφύλιο πόλεμο (ασφαλώς χωρίς σαφή απόδοση των ρόλων με τους οποίους οι δυο αντιμαχόμενες μπουρζουάδικες φράξιες θα ενορχήστρωναν κάθε πράξη: η ιστορία δεν είναι θεατρικό έργο) [6].

Η δυναμική μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας πλάθεται τελικά από την ανάγκη της να ενοποιήσει αυτές τις τάξεις. Όταν, όπως συνέβη στην Ισπανία, μια λαϊκή έκρηξη συνδυάζεται με την αποσύνθεση της άρχουσας τάξης, μια κοινωνική κρίση γίνεται αμέσως κρίση του κράτους. Ο Μουσσολίνι κι ο Χίτλερ θριάμβευσαν σε χώρες με ασθενικά, πρόσφατα ενοποιημένα έθνη-κράτη, με πανίσχυρες τοπικιστικές αποσχιστικές τάσεις. Στην Ισπανία, από την Αναγέννηση μέχρι τη σύγχρονη εποχή, το κράτος ήταν πάντοτε η αποικιακή ένοπλη βούληση μιας εμπορικής κοινωνίας που τελικά καταβυθίσθηκε, αποστερημένη από μια βασική προϋπόθεση της βιομηχανικής ανάπτυξης: μια αγροτική μεταρρύθμιση. Στην πραγματικότητα, η ισπανική βιομηχανοποίηση έπρεπε να σκάψει το δρόμο της μέσα από μονοπώλια, διασπάθιση κρατικού χρήματος, παρασιτισμό.

Δεν είναι εδώ ο χώρος για να επεκταθούμε στην αλλόκοτη συρραφή αμέτρητων μεταρρυθμίσεων και φιλελεύθερων αδιεξόδων, εξουσιαστικών φιλονικιών, των Καρλικών Πολέμων, της κωμικοτραγικής διαδοχής καθεστώτων και κομμάτων μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και του κύκλου εξεγέρσεων και καταστολής που ακολούθησε την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στα 1931. Πίσω απ’ όλη αυτή τη βαβούρα έδραζε η αδυναμία της ανατέλλουσας αστικής τάξης, εγκλωβισμένης καθώς ήταν μεταξύ της έχθρας της προς την ολιγαρχία των γαιοκτημόνων και της απόλυτης ανάγκης περιορισμού των αγροτικών κι εργατικών εξεγέρσεων. Το 1936, το ζήτημα της γης δεν είχε ακόμα επιλυθεί: αντίθετα με τη Γαλλία μετά το 1789, στην Ισπανία η απαλλοτρίωση και μεταπώληση της γης της Εκκλησίας στα μέσα του 19ου αιώνα, ανέδειξε ευνοημένη μια άρχουσα τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Η αναταραχή του 1936-39 δε θα έφτανε ποτέ σε τέτοια πολιτικά άκρα, περιλαμβανομένης της σχάσης του κράτους σε δυο φράξιες που θα αντιπαρατεθούν ένοπλα σ’ έναν τριετή εμφύλιο πόλεμο, χωρίς τις σεισμικές δονήσεις ενός εγκελάδου που βρισκόταν καταχωνιασμένος εδώ κι έναν τουλάχιστον αιώνα.

Η Ισπανία δεν είχε κάποιο μεγάλο κεντροαριστερό αστικό κόμμα σαν το Parti Radical που υπήρξε το κέντρο βάρους της γαλλικής πολιτικής σκηνής για πάνω από 60 χρόνια. Πριν τον Ιούλη του 1936, η ισπανική σοσιαλδημοκρατία κράτησε ένα πολύ λιγότερο μαχητικό προφίλ, σε μια χώρα όπου δεν ήταν σπάνιο η γη να καταλαμβάνεται απ’ τους εργάτες, όπου οι απεργίες ήταν άγριες κι ένοπλες, όπου οι εργαζόμενοι στα τραμ της Μαδρίτης αποπειρώνταν να διαχειριστούν αυτόνομα την επιχείρηση, κι όπου τεράστια πλήθη εφορμούσαν στις φυλακές για να ελευθερώσουν όσους μπορούσαν απ’ τους 30.000 πολιτικούς κρατουμένους. Όπως το έθεσε ένας σοσιαλιστής ηγέτης: “Οι πιθανότητες σταθεροποίησης ενός δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα μας λιγοστεύουν κάθε μέρα. Οι εκλογές δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση του εμφυλίου πολέμου” (ή μια εφησυχαστική καρικατούρα του θα μπορούσε να προσθέσει κανείς).

Το καλοκαίρι του 1936, ήταν πια κοινό μυστικό ότι ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν στον ορίζοντα. Αφού έδωσε στους στασιαστές κάθε ευκαιρία να προετοιμασθούν, το Λαϊκό Μέτωπο, εκλεγμένο τον Φλεβάρη, ήταν πρόθυμο να διαπραγματευθεί κι ίσως ακόμα να παραδοθεί. Οι πολιτικοί θα έκαναν τις δικές τους συνθηκολογήσεις με τους στασιαστές, όπως έκαναν με τη δικτατορία του Primo de Riveira (1923-31), που απολάμβανε τη στήριξη των σοσιαλιστών (ο Caballero είχε υπηρετήσει στην κυβέρνηση ως τεχνικός σύμβουλος, πριν να γίνει Υπουργός Εργασίας το 1931, κι έπειτα επικεφαλής της δημοκρατικής κυβέρνησης απ’ τον Σεπτέμβρη 1936 ως τον Μάη 1937). Μετά απ’ αυτό, ο στρατηός που υπάκουε δημοκρατικές εντολές δυο χρόνια νωρίτερα όταν συνέθλιβε την εξέγερση των Αστουριών -ο Φράνκο- πόσο κακός θα μπορούσε να είναι;

Όμως το προλεταριάτο στάθηκε όρθιο, εμπόδισε το πραξικόπημα στην μισή χώρα, και παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας. Στη δράση τους αυτή, οι εργάτες προφανώς πολεμούσαν τον φασισμό, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δρουσαν ως ααντιφασίστες, καθώς οι δράσεις τους σημάδευαν εξίσου ενάντια στον Φράνκο όσο κι ενάντια σ’ ένα δημοκρατικό κράτος που ανησυχούσε πιο πολύ για την πρωτοβουλία των μαζών παρά απ’ τη στάση των στρατιωτικών. Τρεις πρωθυπουργοί πέρασαν μέσα σ’ ένα 24ωρο πριν γίνει δεκτή η ήδη αποφασισμένη απ’ το λαό εξόπλισή του.

Γι’ ακόμα μια φορά, το ξετύλιγμα της εξέγερσης έδειξε ότι το πρόβλημα της βίας δεν είναι πρωταρχικά ένα τεχνικό πρόβλημα. Η νίκη δεν ανήκει στην πλευρά με το προβάδισμα όπλων, ή αριθμών, αλλά μάλλον σ’ αυτήν που τολμά να πάρει την πρωτοβουλία. Εκεί όπου οι εργάτες εμπιστεύθηκαν τις τύχες τους στο κράτος, το κράτος παρέμεινε παθητικό ή απλά υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα, όπως έγινε στη Σαραγόσα. Όμως όταν οι αγώνες τους ήταν συνεκτικοί και οξείς, όπως στην Μάλαγα, οι εργάτες κέρδιζαν. Όπου υστερούσαν σε σθένος, το πλήρωναν σε αίμα -20.000 νεκροί στη Σεβίλλη.

Έτσι, ο ισπανικός εμφύλιος ξεκίνησε με μια αυθεντική εξέγερση, αλλά ένας τέτοιος χαρακτηρισμός συλλήβδην είναι ατελής. Αληθεύει μόνο όσον αφορά την εναρκτήρια πράξη: μια ουσιαστική προλεταριακή ανταρσία. Αφού τσάκισαν τις δυνάμεις τις αντίδρασεις σε μια σειρά από πόλεις, οι εργάτες είχαν την εξουσία. Όμως, τί σκόπευαν να την κάνουν; Θα πρεπε άραγε να την αποδώσουν πίσω στο δημοκρατικό κράτος, ή θα πρεπε να περάσουν ίσως σε μια κομμουνιστική δικτατορία;

Δημιουργημένη αμέσως μετά την εξέγερση, η Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών συμπεριλάμβανε αντιπροσώπους από την CNT, τη FAI, την UGT (σοσιαλιστικό συνδικάτο), το POUM, το PSUC (προϊόν της πρόσφατης συνένωσης μεταξύ του ΚΚ και των Σοσιαλιστών της Καταλωνίας), και τεσσάρων αντιπροσώπων της Generalitat, της καταλανικής τοπικής κυβέρνησης. Ως μια ευθυτενής γέφυρα μεταξύ του εργατικού κινήματος και του κράτους, κι επιπλέον, προσδεδεμένη αν όχι ενσωματωμένη στο Υπουργείο Άμυνας της Generalitat, από την παρουσία μέσα της του συμβούλου του υπουργείου άμυνας, του κομμισσάριου δημοσίας τάξης κλπ. Η Κεντρική Επιτροπή των Πολιτοφυλακών σύντομα άρχισε να διαλύεται.

Ασφαλώς, καθώς απεμπολούσαν την αυτονομία τους, οι περισσότεροι προλετάριοι πίστευαν ότι, παρά τα φαινόμενα, προσδένονταν περισσότερο στην πραγματική εξουσία, ενώ απέδιδαν στους πολιτικούς και μόνο το προσωπείο της εξουσίας, το οποίο βεβαίως δεν εμπιστεύονταν και το οποίο θεωρούσαν ότι μπορούν να ελέγξουν και να προσανατολίσουν προς μια ευνοϊκή διεύθυνση. Άλλωστε, τί τα είχαν τα όπλα;

Αυτό ήταν ένα μοιραίο λάθος. Το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν ποιός έχει τα όπλα, αλλά μάλλον: τί κάνουμε με τα όπλα; 10.000 ή 100.000 προλετάριοι οπλισμένοι ως τα δόντια δεν είναι τίποτα εάν εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους σε οτιδήποτε πέραν της ίδιας της δύναμής τους ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα ή τον επόμενο χρόνο, η δύναμη της οποίας την εξουσία αναγνωρίζουν θα τους πάρει μέσ’ απ’ τα χέρια τα όπλα που απέτυχαν να στρέψουν εναντίον της.

“Στην πραγματικότητα, η μάχη στην Ισπανία μεταξύ μιας “νόμιμης” κυβέρνησης και “στασιαστικών δυνάμεων” δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια μάχη για διαφορετικά ιδανικά, όσο ένας αγώνας μεταξύ αποφασισμένων καπιταλιστικών ομάδων ενσωματωμένων στην αστική δημοκρατία κι άλλων καπιταλιστικών ομάδων… Το ισπανικό υπουργικό συμβούλιο δεν έχει καμιά διαφορά ως προς τις αρχές του από το αιμοσταγές καθεστώς Leroux που σφάγιασε χιλιάδες ισπανούς προλεταρίους το 1934… Οι ισπανοί εργάτες συνεχίζουν να καταπιέζονται με τα όπλα στα χέρια τους!” [7]

Οι εξεγερμένοι δεν επιτέθηκαν στην νόμιμη κυβέρνηση, μ’ άλλα λόγια στο κράτος ως είχε τότε, και κάθε δράση τους που ακολούθησε, έλαβε χώρα κάτω απ’ την ομπρέλα του. “Μια επανάσταση ξεκίνησε χωρίς να ξετυλιχθεί ποτέ” όπως έγραψε ο Orwell. Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο που καθόρισε την έκβαση ενός ολοένα χειροτερεύοντος ένοπλου αγώνα ενάντια στον Φράνκο, όπως επίσης και η εξάντληση και καταστροφή κι απ’ τα δυο στρατόπεδα των κολλεκτίβων και των συνεταιρισμών. Μετά το καλοκαίρι του 1936, η πραγματική εξουσία στην Ισπανία εξασκούταν από το κράτος, κι όχι από οργανώσεις, συνδικάτα, κολλεκτίβες, επιτροπές κλπ. Ακόμα κι αν ο Νιν, ο επικεφαλής του POUM, ήταν σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, “Το POUM δεν κατάφερε πουθενά να έχει την όποια επιρροή επί της αστυνομίας”, όπως παραδέχθηκε ένας υπερασπιστής του κόμματος αυτού [8]. Ενώ οι εργατικές πολιτοφυλακές ήταν πράγματι ο ανθός του δημοκρατικού στρατού και πλήρωναν βαρύ το τίμημα στα πεδία των μαχών, δεν τους έπεφτε κανένας λόγος στις αποφάσεις της ηγεσίας, που σταθερά τις ενσωμάτωνε σε τακτικές μονάδες (μια διαδικασία που είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του 1937), προτιμώντας να τις οδηγήσει στην εξόντωση παρά να ανεχθεί την αυτονομία τους. Όσον αφορά την πανίσχυρη CNT, έχασε βαθμιαία έδαφος προς όφελος ενός ΚΚ που ήταν εντελώς αδύναμο πριν τον Ιούλη 1936 (έχοντας μόλις 14 βουλευτές στην κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου, απέναντι σε 85 σοσιαλιστές), όμως το οποίο κατάφερνε να πλασάρεται ολοένα και περισσότερο ως αναπόσπαστο στοιχείο του κρατικού συμπλέγματος και να επωφελείται από το κράτος απέναντι στους ριζοσπάστες, και ιδιαίτερα απέναντι στους μαχητές της CNT. Το ερώτημα ήταν: ποιός διευθύνει την κατάσταση; και η απάντηση ήταν: το κράτος όποτε το βρίσκει απαραίτητο εξασκεί την εξουσία του, είτε ύπουλα είτε βάναυσα.

Αν η δημοκρατική αστική τάξη και οι σταλινικοί έχασαν πολύτιμο χρόνο διαλύοντας τις αγροτικές κολλεκτίβες, αφοπλίζοντας τις πολιτοφυλακές του POUM, και κυνηγώντας τροτσκιστές “σαμποτέρς” και άλλους “πράκτορες του Χίτλερ” ακόμα και τη στιγμή που ο αντιφασισμός θα ΄πρεπε να τα ρίχνει όλα στον αγώνα ενάντια στον Φράνκο, αυτό δεν ήταν τόσο από ένα αυτοκτονικό ένστικτο. Για το κράτος και το ΚΚ (το οποίο καθίστατο γοργά η ραχοκοκκαλιά του κράτους μέσα απ’ τον στρατό και την αστυνομία), αυτές οι επιχειρήσεις δεν ήταν χάσιμο χρόνου. Ο επικεφαλής του PSUC λέγεται ότι είπε: “Πριν τη Σαραγόσα, πρέπει να πάρουμε τη Βαρκελώνη”. Ο κύριος στόχος τους δεν ήταν ποτέ να τσακισθεί ο Φράνκο, αλλά να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις μάζες, γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν άλλωστε τα κράτη, και μ’ αυτόν τον τρόπο ο σταλινισμός χτίζει τη δύναμή του. Η Βαρκελώνη έπεσε από τα χέρια των προλεταρίων. Η Σαραγόσα παρέμεινε στα χέρια των φασιστών.

Βαρκελώνη: Μάης 1937

Η αστυνομία προσπάθησε να καταλάβει το τηλεφωνικό κέντρο που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο αναρχικών (και σοσιαλιστών) εργατών. Στην καταλανική μητρόπολη, καρδιά και σύμβολο της επανάστασης, οι νόμιμες αρχές δε σταματούσαν πουθενά προκειμένου να αφοπλίσουν κάθε τι που παρέμενε ζωντανό, ανεξέλεγκτο και αντι-αστικό. Η τοπική αστυνομία, επιπλέον, ήταν στα χέρια του PSUC (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικο Κόμμα Καταλωνίας – αδελφό κόμμα του ισπανικού ΚΚ). Αντιμέτωποι με μια ανοιχτά εχθρική εξουσία, οι προλετάριοι τελικά κατάλαβαν ότι η εξουσία αυτή δεν ήταν δική τους, ότι της είχαν παραχωρήσει το δώρο της εξέγερσής τους δέκα μήνες νωρίτερα, και ότι πια η εξέγερσή τους είχε στραφεί εναντίον τους. Ως αντίδραση στην αρπαγή αυτής της εξουσίας από το Κράτος, μια γενική απεργία παρέλυσε τη Βαρκελώνη. Ήταν πια αργά. Οι εργάτες είχαν ακόμη την ικανότητα να εξεγείρονται ενάντια στο Κράτος (που είχε πάρει αυτή τη φορά τη δημοκρατική του μορφή), αλλά δεν μπορούσαν πλέον να ωθήσουν τους αγώνες τους προς ένα σημείο ανοιχτής ρήξης.

Όπως πάντα, το «κοινωνικό» ζήτημα κυριάρχησε εκ των προτέρων επί του στρατιωτικού. Η νόμιμες αρχές δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τις οδομαχίες. Μέσα σε λίγες ώρες, στη θέση ενός πεδίου ανταρτοπολέμου, ενός πολέμου θέσεων, στήθηκε μια κούρσα καταλήψεων κτιρίων έναντι κτιρίων. Κυριάρχησε μια αμυντική εκεχειρία στην οποία κανείς δεν μπορούσε να νικήσει μιας και κανείς δεν επιτιθόταν. Με την ίδια την επιθετική της δυνατότητα μειωμένη, η αστυνομία δε ριψοκινδύνευε να εμπλακεί σε επιθέσεις κτιρίων που είχαν καταλάβει οι αναρχικοί. Γενικά μιλώντας η τοπική αστυνομία και το κράτος κατείχαν το κέντρο της πόλης, ενώ η CNT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας – υπό τον έλεγχο των αναρχοσυνδικαλιστών) και το POUM (μαρξιστές) κατείχαν τις εργατικές συνοικείες. Το στάτους κβο τελικά κρίθηκε με πολιτικά μέσα. Οι μάζες κατέθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις δυο οργανώσεις που δέχονταν επίθεση, ενώ οι τελευταίες, φοβισμένες πως θα έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με το κράτος, έπεισαν τους ανθρώπους να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους (αν και όχι χωρίς κάποια δυσκολία) κι έτσι υπέσκαψαν την μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τους σώσει τόσο πολιτικά όσο και «φυσικά». Αμέσως μόλις τελείωσε η απεργία, γνωρίζοντας ότι πλέον έχει το πάνω χέρι της κατάστασης, η κυβέρνηση έφερε 6.000 φρουρούς των Ταγμάτων Επίθεσης, επίλεκτο τμήμα της αστυνομίας. Από τη στιγμή που αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση των «αντιπροσωπευτικών οργανώσεων» και των μεσολαβητικών συμβουλίων του POUM και της CNT, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που είχαν νικήσει τον φασιστικό στρατό τον Ιούλη του 1936 παραδόθηκαν αμαχητί στην Δημοκρατική Αστυνομία τον Μάη του 1937.

Στο σημείο εκείνο, η καταστολή μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της. Μόνο μερικές εβδομάδες ήταν αρκετές ώστε να τεθεί εκτός νόμου το POUM, να συλληφθούν οι ηγέτες του, και να θανατωθούν είτε νόμιμα είτε όχι, και να εξαφανιστεί ο Νιν (πρόεδρος του POUM). Ένας παράλληλος αστυνομικός μηχανισμός στήθηκε κρυφά σε τοπικό επίπεδο, οργανωμένος από το NKVD (Σ.τ.μ: Narodnii Komissariat Vnoutrennikh Diél – υπηρεσία πληροφοριών της ΕΣΣΔ) και τον μυστικό σχηματισμό της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), που έδινε λογαριασμό απευθείας στην Μόσχα και μόνο. Από το σημείο εκείνο, καθένας που έδειχνε την παραμικρή αντίθεση στο Δημοκρατικό Κράτος και τον βασικό σύμμαχό του, την ΕΣΣΔ, αποκηρυσσόταν και καταδιωκόταν ως «φασίστας», καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο ένας στρατός από καλοπροαίρετες, ευγενικές ψυχές ήταν πρόθυμος να επαναλάβει την ανθρωποσφαγή, κάποιοι από άγνοια, άλλοι από προσωπικό συμφέρον, αλλά όλοι τους πεπεισμένοι πως καμιά τέτοια αποκήρυξη δεν ήταν περιττή, τη στιγμή που ο φασισμός προέλαυνε. Η λύσσα που απελευθερώθηκε απέναντι στο POUM δεν ήταν απροσδόκητη. Αντιτιθέμενο στις δίκες της Μόσχας, το POUM είχε καταδικαστεί στο να καταστραφεί από έναν Σταλινισμό που επιδόθηκε σε έναν ανελέητο παγκόσμιο αγώνα ενάντια στους αντιπάλους του, για τον έλεγχο των μαζών. Τη στιγμή εκείνη, τα περισσότερα κόμματα, σχολιαστές κι ακόμα και η Λίγκα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δε δίσταζαν να συνηγορήσουν στην ενοχή των κατηγορουμένων. Εξήντα χρόνια αργότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία καταδικάζει αυτές τις δίκες και τις βλέπει σαν ένα σημάδι του παρανοϊκού κυνηγιού της εξουσίας του Κρεμλίνου. Λες και τα σταλινικά εγκλήματα δεν είχαν καμιά σχέση με τον αντιφασισμό! Η αντιφασιστική λογική πάντοτε θα ευθυγραμμίζεται με τις πιο συμβατικές δυνάμεις και πάντοτε θα πολεμάει τις πιο ριζοσπαστικές.

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, τον Μάη του 1937, δόθηκε ένα στίγμα, αυτού που λίγους μόνο μήνες νωρίτερα, θα ήταν αδιανόητο: Ένας σοσιαλιστής πολύ δεξιότερος ακόμα κι από τον Caballero, ο Negrin, θα ηγείτο μιας κυβέρνησης η οποία θα γινόταν συνώνυμη του «νόμου και της τάξης», περιλαμβάνοντας φυσικά την καταστολή ενάντια στους εργαζομένους. Ο Orwell, ο οποίος κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του στα γεγονότα αυτά, αντιλήφθηκε ότι ο πόλεμος «για τη δημοκρατία» είχε προφανώς τελειώσει. Αυτό που έμενε ήταν ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε δυο φασισμούς, με τη διαφορά ότι ο ένας ήταν λιγότερο απάνθρωπος από τον άλλον. Ωστόσο, ο Orwell υπέκυψε στην αναγκαιότητα να αποφευχθεί ο «πιο απογυμνωμένος και ανεπτυγμένος φασισμός του Φράνκο και του Χίτλερ». Από το σημείο αυτό κι έπειτα, το μόνο ζήτημα ήταν ο αγώνας για έναν φασισμό λιγότερο άσχημο από τον αντίπαλό του…

Ο πόλεμος κατατρώει την επανάσταση

Η εξουσία δεν βρίσκεται πια στις κάννες των όπλων, όπως δε βρίσκεται ούτε στα εκλογικά παραβάν. Καμιά επανάσταση δεν είναι ειρηνική, αλλά και ποτέ η “στρατιωτική” της διάσταση δεν είναι η κεντρική. Το ζήτημα δεν είναι εάν οι προλετάριοι θα πραγματοποιήσουν τελικά το πέσιμο στα οπλοστάσια, αλλά εάν θα πραγματοποιήσουν αυτό που είναι: όντα εμπορευματοποιημένα που πια δεν μπορούν ούτε και θέλουν να υπάρχουν ως εμπορεύματα, και των οποίων η εξέγερση ξεπερνά την καπιταλιστική λογική. Τα οδοφράγματα και τα αυτόματα προκύπτουν όλα απ’ αυτό το “όπλο”. Όσο μεγαλύτερη η αλλαγή στην κοινωνική ζωή, τόσο λιγότερα όπλα θα χρειαστούν, και τόσο λιγότερες απώλειες θα υπάρξουν. Μια αυθεντικά κομμουνιστική επανάσταση δε θα μοιάζει ποτέ με ανθρωποσφαγή: όχι από υποτιθέμενα μη-βίαια ιδεώδη, αλλά επειδή η επανάσταση περισσότερο ανατρέπει (συμπεριλαμβανομένου του στρατού) παρά καταστρέφει.

Το να φανταζόμαστε ένα προλεταριακό μέτωπο απέναντι σ’ ένα αστικό μέτωπο σημαίνει ν’ αντιλαμβανόμαστε το προλεταριάτο με αστικούς όρους, στα πρότυπα μιας πολιτικής επανάστασης ή ενός πολέμου (που παίρνει την εξουσία κάποιου, καταλαμβάνει τα εδάφη του). Καθ’ αυτόν τον τρόπο, επαναφέρει κανείς στο παιχνίδι όσα το εξεγερτικό κίνημα είχε ξεπεράσει: την ιεραρχία, τον σεβασμό για τους ειδικούς, για την ειδική γνώση, για τις τεχνικές που επιλύουν τα προβλήματα, κατά κάποιο τρόπο για κάθε τι, που θα ξαλάφρωνε τον ρόλο του κοινού ανθρώπου. Στην Ισπανία, απ’ το φθινόπωρο του 1936 κι έπειτα, η επανάσταση εξελίχθηκε σε έναν πολεμικό ανταγωνισμό, και σ’ ένα είδος αναμέτρησης τυπικό των κρατών: ένας πόλεμος μετώπων. Σύντομα η “πολιτοφυλακή” της εργατικής τάξης θα εξελισσόταν σ’ έναν τυπικό “στρατό”.

Χωρισμένοι σε “ταξιαρχίες”, οι εργάτες αποχωρούσαν απ’ τη Βαρκελώνη για να νικήσουν τους φασίστες και στις άλλες πόλεις, ξεκινώντας απ’ τη Σαραγόσα. Η επέκταση της επανάστασης και σε περιοχές πέραν του δημοκρατικού ελέγχου ωστόσο, θα σήμαινε κι ότι η επανάσταση εντός των δημοκρατικών περιοχών έχει ολοκληρωθεί. Όμως ακόμα κι ο Ντουρρούτι δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι το κράτος παρέμενε παντού ανέπαφο. Καθώς η ταξιαρχία του (ένα 70% της οποίας αποτελούταν από αναρχικούς) προχωρούσε, επέκτεινε τις κολλεκτιβοποιήσεις: οι πολιτοφύλακες βοηθούσαν τους χωρικούς και έσπειραν τις επαναστατικές ιδέες. Ωστόσο, όσο κι αν δήλωνε ο Ντουρρούτι ότι “αυτές οι πολιτοφυλακές δε θα υπερασπιστούν ποτέ την μπουρζουαζία”, η αλήθεια είναι ότι δεν της επιτίθονταν κιόλας. Δυο βδομάδες πριν το θάνατό του, μίλησε στο ραδιόφωνο, στις 4 Νοέμβρη 1936, λέγοντας:

“Στο μέτωπο και στα χαρακώματα, μια ιδέα μόνο υπάρχει κι ένας σκοπός -η καταστροφή του φασισμού”.

“Καλούμε τον λαό της Καταλωνίας να σταματήσει κάθε εσωτερική διαμάχη και φιλονικία, να ξεχάσει κάθε ζήλια και κάθε πολιτική διαφορά, και να σκεφτεί τον πόλεμο και μόνον. Οι πολιτικοί δεν κάνουν άλλο απ’ τα γνωστά τους κόλπα για να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους μια άνετη ζωή. Αυτή η αμφίβολη τέχνη πρέπει ν’ αντικατασταθεί απ’ την τέχνη της εργασίας. Ο λαός της Καταλωνίας πρέπει να φανεί αντάξιος των αδελφών του που μάχονται στο μέτωπο. Αν οι εργάτες της Καταλωνίας ανέλαβαν το ύψιστο καθήκον να πολεμήσουν στα διάφορα μέτωπα, αυτοί που ζουν στις πόλεις και τα χωριά θα πρέπει επίσης να κινητοποιηθούν για να πράξουν το μερίδιό τους. Η ηρωική πολιτοφυλακή μας, έτοιμη να χάσει τη ζωή της στα πεδία των μαχών, πρέπει να είναι σίγουρη για το ποιόν έχει πίσω της. Νιώθουν ότι κανείς δε θα πρεπε να απέχει απ’ τα καθήκοντά του εξαιτίας μη καταβολής αυξήσεων στον μισθό του ή μη ελάτωσης των ωρών εργασίας. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι του μόχθου κι ιδιαίτερα αυτοί της CNT, πρέπει να είναι έτοιμοι για την μέγιστη θυσία. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα θριαμβεύσουμε κατά του φασισμου”.

“Απευθύνομαι σ’ όλες τις οργανώσεις, ζητώντας τους να θάψουνε τις συγκρούσεις και τους καυγάδες τους…”

“Η στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών επικυρώθηκε. Εάν αυτό έγινε για να μας τρομοκρατήσει, να μας επιβάλει μια σιδηρά πειθαρχία, τότε ήταν μια λανθασμένη πολιτική. Προκαλούμε αυτούς που επικύρωσαν αυτό το διάταγμα να έρθουν στο μέτωπο και να δουν με τα μάτια τους το ηθικό και την πειθαρχία μας και να τα συγκρίνουν με το ηθικό και την πειθαρχία στα μετόπισθεν. Δεν έχουμε καμμιά πρόθεση να δεχθούμε μια πειθαρχία που μας επιβάλεται ετσιθελικά. Κάνουμε το καθήκον μας. Ελάτε στο μέτωπο να δείτε την οργάνωσή μας! Αργότερα μπορούμε να έρθουμε στη Βαρκελώνη να εξετάσουμε με τη σειρά μας τη δική σας οργάνωση, την πειθαρχία και τον έλεγχό σας!”

“Δεν υπάρχει κανένα χάος στο μέτωπο, καμμιά έλλειψη πειθαρχίας. Έχουμε όλοι μας ψηλά το αίσθημα της υπευθυνότητας. Γνωρίζουμε τί μας έχετε εμπιστευθεί. Μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι. αλλά να θυμάστε ότι δεν έχουμε εγκαταλείψει τη Βαρκελώνη στα χέρια σας. Απαιτούμε υπευθυνότητα και πειθαρχία κι από την μεριά σας. Αφήστε μας να αποδείξουμε την ικανότητά μας να αποφύγουμε τη δημιουργία νέων διαφορών μετά τον πόλεμό μας ενάντια στον φασισμό. Αυτοί που επιθυμούν την ανάδειξή της δικής τους οργάνωσης ώς ισχυρότερη, δουλεύουν στη λάθος κατεύθυνση. Ενάντια στην τυραννία υπάρχει μόνο ένα μέτωπο, μια οργάνωση και μια πειθαρχία” [10]

Οι ακροατές θα πίστευαν ότι μια επανάσταση πραγματικά λαμβάνει χώρα, πολιτικά και οικονομικά, και η οποία απλώς χρειάζεται τη στρατιωτική ολοκλήρωσή της: το τσάκισμα των φασιστών. Ο Ντουρρούτι και οι σύντροφοί του ενσωμάτωναν μια ενέργεια η οποία δεν περίμενε το 1936 για την έφοδό της στο υπάρχον σκηνικό. Κι όμως, ολόκληρη η μαχητική βούληση του κόσμου αυτού δεν είναι αρκετή, όταν οι εργάτες στοχεύουν μ’ όλη τους την ενέργεια ενάντια σε μια συγκεκριμένη μορφή του κράτους, κι όχι ενάντια στο κράτος καθεαυτό. Στα μέσα του 1936, αποδεχόμενοι να διεξάγουν έναν πόλεμο χαρακωμάτων σήμαινε να παρατήσουν τα κοινωνικά και πολιτικά όπλα στα χέρια της μπουρζουαζίας που έμενε στα μετόπισθεν, κι επίσης σήμαινε να στερήσουν τη στρατιωτική δράση από την πρωταρχική ώθηση που αντλεί από ένα άλλο πεδίο, το μόνο στο οποίο το προλεταριάτο έχει το πάνω χέρι. Όπως έγραφε η “Ολλανδική Αριστερά”:

“Αν οι εργάτες πραγματικά επιθυμούν να οικοδομήσουν ένα αμυντικό μέτωπο ενάντια στους λευκούς, ο μόνος τρόπος να το κάνουν είναι να πάρουν την πολιτική εξουσία οι ίδιοι, αντί να την αφήσουν στα χέρια μιας κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου. Μ’ άλλα λόγια, η υπεράσπιση της επανάστασης είναι εφικτή μόνο μέσ’ από τη δικτατορία του προλεταριάτου, κι όχι από μια συνεργιασία όλων των αντιφασιστικών κομμάτων… Η προλεταριακή επανάσταση περιστρέφεται γύρω απ’ την καταστροφή του παλιού κρατικού μηχανισμού, και την ανάληψη των κεντρικών λειτουργιών της εξουσίας από τους ίδιους τους εργάτες”. [11]

Το καλοκαίρι του 1936, μακράν του να απολαμβάνουν μια αποφασιστική στρατιωτική υπεροχή, οι εθνικιστές δεν κατείχαν ακόμη καμιά μεγάλη πόλη. Η δύναμή τους έδραζε στην Λεγεώνα των Ξένων και στους “Μαυριτανούς” του Μαρόκκου. Το 1912, το Μαρόκκο είχε διαμοιραστεί απ’ τη Γαλλία και την Ισπανία σε δύο προτεκτοράτα, αλλά είχε από καιρό εξεγερθεί ενάντια στις αποικιακές φιλοδοξίες καί των δυο χωρών. Ο ισπανικός βασιλικός στρατός είχε ηττηθεί βαριά εκεί το 1921, κυρίως λόγω της λιποταξίας των μαροκκινής καταγωγής στρατιωτών του. Παρά τη Γαλλο-Ισπανική συνεργασία, ο Πόλεμος του Ριφ στον οποίον διακρίθηκε ένας στρατηγός ονόματι Φράνκο) τελείωσε μόνο μετά την παράδοση του Abd el-Krim, το 1926. Δέκα χρόνια αργότερα, οι διακηρύξεις άμεσης και άνευ όρων ανεξαρτησίας για το ισπανικό Μαρόκκο έφεραν απογοήτευση και οργή στα τάγματα εφόδου των αντιδραστικών. Η δημοκρατία προφανώς βρήκε μια εύκολη προσωρινή λύση, υπό την πίεση των συντηρητικών κύκλων και της Αγγλικής και Γαλλικής Δημοκρατίας, που δεν έβλεπαν μ’ ενθουσιασμό κάθε πιθανή υπαναχώρηση απ’ τις δικές τους αποικιακές αυτοκρατορίες. Την ίδια στιγμή επιπλέον, το γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο όχι μόνο αρνήθηκε να παραχωρήσει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση άξια του ονόματός του στους υπηκόους των γαλλικών αποικιών, αλλά διέλυσε και το Βορειοαφρικανικό Αστέρι, ένα προλεταριακό κίνημα στην Αλγερία.

Ο καθένας γνωρίζει ότι η πολιτική της “μη-ανάμειξης” στην Ισπανία ήταν της πλάκας. Μια βδομάδα μετά τη στρατιωτική στάση, το Λονδίνο ανακοίνωσε την αντίθεσή του σε κάθε πώληση όπλων στην τότε νόμιμη ισπανική κυβέρνηση, καθώς και την ουδετερότητά του σε περίπτωση που η Γαλλία εμπλακεί σε μια σύγκρουση. Η δημοκρατική Αγγλία έθετε έτσι τη δημοκρατία και τον φασισμό στο ίδιο επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, η Γαλλία του Blum και του Thorez έστειλε μερικά αεροπλάνα, όταν η Ιταλία και η Γερμανία έστειλαν ολόκληρα τάγματα με τα πολεμοφόδιά τους. Όσο για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ελεγχόμενες από τη Σοβιετική Ένωση και τα ΚΚ, η στρατηγική τους αξία επήλθε μ’ ένα ιδιαίτερα βαρύ τίμημα, συγκεκριμένα την εξόντωση κάθε αντιπολίτευσης στον σταλινισμό, προερχόμενης μέσα από την εργατική τάξη. Ήταν στο ξεκίνημα του 1937, μετά την πρώτη παραλαβή όπλων, που η Καταλωνία κατήργησε τον Νιν απ’ τη θέση του ως σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Σπάνια η στενή αντίληψη της ιστορίας ως μια σειρά από μάχες, πολέμους και στρατηγικές ήταν πιο άτοπη προκειμένου να εξηγήσει την πορεία ενός άμεσα “κοινωνικού” πολέμου, διαμορφωμένου καθώς ήταν από την εσωτερική δυναμική του αντιφασισμού. Ο επαναστατικός ζήλος αρχικά έσπασε την ορμή των εθνικιστών. Έπειτα οι εργάτες αποδέχθηκαν την νομιμότητα: η σύγκρουση πάγωσε και στη συνέχεια θεσμοθετήθηκε. Απ’ τον χειμώνα του 1936 κι έπειτα, οι ταξιαρχίες της πολιτοφυλακής καθηλώθηκαν στην πολιορκεία της Σαραγόσα. Το κράτος εξόπλιζε μόνο τις στρατιωτικές μονάδες που απολάμβαναν την εμπιστοσύνη του, δηλαδή αυτές που δεν απαλλοτρίωναν την μεγάλη ιδιοκτησία. Απ’ τις αρχές του 1937, στις πενιχρά εξοπλισμένες πολιτοφυλακές του POUM που μάχονταν με παλιά τυφέκια, το ρεβόλβερ ήταν ήδη πολυτέλεια. Στις πόλεις, οι πολιτοφύλακες βρίσκονταν ώμο με ώμο με τους άρτια εξοπλισμένους τακτικούς στρατιώτες. Τα μέτωπα πληθαίναν, όπως και μέσα στη Βαρκελώνη, μεταξύ προλεταρίων και μπάτσων. Η τελευταία ανάσα ήταν η νίκη των δημοκρατικών στην Μαδρίτη. Αμέσως μετά, η κυβέρνηση διέταξε τους μη-στρατολογημένους πολίτες να παραδώσουν τα όπλα τους. Το διάταγμα είχε περιορισμένα άμεσα αποτελέσματα, αλλά ήταν ενδεικτικό της αμείωτης θέλησης αφοπλισμού του πληθυσμού. Η απογοήτευση και η καχυποψία διέβρωναν το ηθικό. Ο πόλεμος περνούσε ολοένα και περισσότερο στα χέρια των ειδικών. Τελικά, η Δημοκρατία έχανε ολοένα και περισσότερο έδαφος, καθώς κάθε κοινωνικό περιεχόμενο και κάθε επαναστατική σημασία εξανεμιζόταν στο αντιφασιστικό στρατόπεδο.

Ο περιορισμός της επανάστασης σε πόλεμο, απλοποιεί και διαστρεβλώνει το κοινωνικό ζήτημα σε μια λογική κέρδους ή απώλειας, σε μια λογική επικράτησης του “ισχυρότερου”. Το ζήτημα πλέον τίθεται στο ποιός θα έχει τους πιο πειθαρχημένους στρατιώτες, τα καλύτερα οικονομικά, τους πιο ικανούς αξιωματικούς και την υποστήριξη συμμάχων των οποίων η πολιτική φύση μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία, τραβάει τελικά τη σύγκρουση μακριά απ’ την καθημερινή ζωή. Είναι μια συγκεκριμένη μορφή πολέμου που, ακόμα και μεταξύ των υποστηριχτών του από κάθε πλευρά, κανείς δε θέλει να χάσει, αν και όλοι επιθυμούν να τελειώσει. Σε αντίθεση με την επανάσταση, εκτός από την περίπτωση ήττας, ο πόλεμος δεν διαβαίνει το κατώφλι μου. Μεταμορφωμένος σε μια στρατιωτική διαμάχη, ο πόλεμος ενάντια στον Φράνκο σταμάτησε να είναι μια προσωπική δέσμευση, έχασε κάθε απτή πραγματικότητά του, κι έγινε μια κινητοποίηση από τα πάνω, όπως σε κάθε άλλη κατάσταση πολέμου. Μετά τον Γενάρη του 1937, η εθελοντική κατάταξη έκανε “κοιλιά”, και ο εμφύλιος πόλεμος, και στα δυο στρατόπεδα, έφθασε σε μια γενική υποχρεωτική στρατολόγηση. Ως αποτέλεσμα, τυχόν πολιτοφύλακες του 1936 που θα εγκατέλειπαν τις ταξιαρχίες ένα χρόνο αργότερα, αηδιασμένοι με τον πολιτικαντισμό της Δημοκρατίας, μπορούσαν να συλληφθούν και να εκτελεσθούν επί τόπου ως “λιποτάκτες”.

Σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, η στρατιωτική εξέλιξη αυτή, από μια εξέγερση σε πολιτοφυλακές κι έπειτα σε τακτικό στρατό, θυμίζει τους “αντάρτικους” πολέμους “guerrilla” ενάντια στον Ναπολέοντα (εξ ού και ο όρος guerilla από το ισπανικό guerra, ο “μικρός πόλεμος” δηλαδή), που περιράφει ο Μαρξ:

“Συγκρίνοντας τις τρεις περιόδους του guerrilla με την πολιτική ιστορία της Ισπανίας, ανακαλύπτουμε ότι αναπαριστούν και τον ανάλογο βαθμό στον οποίο το αντεπαναστατικό πνεύμα της Κυβέρνησης είχε επιτύχει να παγώσει το πνεύμα του λαού. Ξεκινώντας με την εξέγερση ολόκληρων πληθυσμών, ο παρτιζάνικος πόλεμος συνεχίστηκε στη συνέχεια από ανταρτοομάδες, που είχαν πίσω τους ολόκληρες επαρχίες για εφεδρείες, και τελείωσε με παραστρατιωτικά σώματα που βρίσκονταν πάντα με το ένα πόδι στο να κυλήσουν στην ληστεία και την πειρατεία, ή έφθιναν στο επίπεδο ταγμάτων τακτικού στρατού”. [12]

Για το 1936, όπως και για το 1808, η εξέλιξη της στρατιωτικής κατάστασης δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ή ακόμα και κατά κύριο λόγο από την τέχνη του πολέμου, αλλά προκύπτει από την ισορροπία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, και τον μετασχηματισμό τους σε μια αντεπαναστατική κατεύθυνση. Ο συμβιβασμός που επικαλούταν ο ΝΤουρρούτι, η αναγκαιότητα ενότητας με κάθε κόστος, δεν μπορούσε παρά να παραδώσει πρώτα την νίκη στο Δημοκρατικό κράτος (επί του προλεταριάτου κι έπειτα στο Φρανκικό κράτος (επί της Δημοκρατίας).

Υπήρξε στο ξεκίνημά της μια επανάσταση στην Ισπανία, που όμως γρήγορα αντιστράφηκε καθώς οι προλετάριοι, πεπεισμένοι ότι είχαν ήδη αρκετή δύναμη, εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στο κράτος σ’ έναν αγώνα ενάντια στον Φράνκο. Σ’ αυτή τη βάση, η πολυμορφία των ανατρεπτικών πρωτοβουλιών και των μέτρων που λήφθηκαν στην παραγωγή και στην καθημερινή ζωή καταδικάστηκαν απ’ το απλό και τραγικό γεγονός ότι λάμβαναν χώρα στη σκιά ενός κράτους εκτάκτου ανάγκης, το οποίο αρχικά είχε τεθεί στην αναμονή, κι έπειτα ξαναπήρε μπρος στο βωμό της αναγκαιότητας του πολέμου εναντίον του Φράνκο, ένα παράδοξο που παρέμεινε σκοτεινό για τις περισσότερες επαναστατικές ομάδες της εποχής. Προκειμένου να σταθεροποιηθεί και να επεκταθεί, οι μετασχηματισμοί χωρίς τους οποίους η επανάσταση θα γινόταν ένα άδειο κέλυφος, έπρεπε να τεθούν ανταγωνιστικά προς ένα κράτος που σαφέστατα αντιλαμβανόταν ως αντίπαλος.

Το πρόβλημα ήταν ότι, μετά τον Ιούλη του 1936, η δυαδική εξουσία υπήρχε μόνο εξ όψεος. Όχι μόνο οι θεσμοί της προλεταριακής εξουσίας που είχαν γεννηθεί από την εξέγερση, κι αυτά που αμέσως μετά προέκυψαν μέσ’ απ’ τις κοινωνικοποιήσεις, ανέχθηκαν το κράτος, αλλά παρέδωσαν και στο κράτος την αρμοδιότητα του αντιφασιστικού αγώνα, λες και ήταν έστω τακτικά αναγκαίο να περάσει μέσα από το κράτος ο αγώνας για τη συντριβή του Φράνκο. Με όρους “ρεαλισμού”, η καταφυγή στις παραδοσιακές στρατιωτικές μεθόδους που έγινε αποδεκτή από την άκρα αριστερά (περιλαμβανομένου του POUM και της CNT), στο όνομα της αποτελεσματικότητας αποδείχθηκε σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναποτελεσματική. Εξήντα χρόνια αργότερα, οι άνθρωποι ακόμα δεν το χουν λήξει. Κι όμως το δημοκρατικό κράτος είναι τόσο ακατάλληλο για να διεξάγει ένοπλο αγώνα ενάντια στον φασισμό, όσο και για να σταματήσει την ειρηνική του άνοδο στην εξουσία. Τα κράτη είναι κατά κανόνα διστακτικά απέναντι στον κοινωνικό πόλεμο και συνήθως φοβούνται παρά ενθαρρύνουν την αδελφοποίηση. Όταν στην Γουαδαλαχάρα, οι αντιφασίστες απευθύνθηκαν στους ιταλούς στρατιώτες που έστειλε ο Μουσσολίνι για να τους καταστείλουν, ως εργάτες προς εργάτες, μια ομάδα ιταλών πράγματι λιποτάκτησαν. Το επεισόδιο αυτό παρέμεινε η εξαίρεση.

Από την πολιορκεία της Μαδρίτης (Μάρτης ’37), μέχρι την τελική πτώση της Καταλωνίας (Φλεβάρης ’39), το πτώμα της ματαιωμένης επανάστασης σάπιζε στα πεδία των μαχών. Μπορεί να μιλά σήμερα έτσι κανείς για πόλεμο στην Ισπανία, αλλά όχι για επανάσταση. Πόλεμος που άνοιγε μια ολοένα και μεγαλύτερη πληγή καθώς τελούσε την κύρια λειτουργία του, που ήταν η επίλυση του τρέχοντος καπιταλιστικού προβλήματος: της εγκαθίδρυσης στην Ισπανία ενός κράτους νομιμότητας που θα κατάφερνε να αναπτύξει το εθνικό κεφάλαιο ενώ θα κρατούσε τις μάζες υπό έλεγχο. Τον Φλεβάρη του 1939, ο Σουρρεαλιστής και Τροτσκιστής (τότε) ποιητής Benjamin Péret ανέλυε την τελική πράξη της ήττας:

“Η εργατική τάξη… έχοντας χάσει απ’ τα μάτια της τους ίδιους της τους στόχους, δεν έβλεπε πια για ποιο λόγο θα πρεπε να σκοτωθεί υπερασπιζόμενη την μαφία της αστικής δημοκρατίας ενάντια στη φασιστική μαφία, σε τελική ανάλυση, υπερασπιζόμενη το Αγγλο-Γαλλικό κεφάλαιο ενάντια στον Ιταλο-Γερμανικό ιμπεριαλισμό. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε μετατραπεί ραγδαία σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο” [13]

Την ίδια χρονιά, ο Bruno Rizzi έκανε ένα παρόμοιο σχόλιο στην έκθεσή του για την “κολλεκτιβιστική γραφειοκρατία” στην ΕΣΣΔ:

“Οι παλιές δημοκρατίες παίζουν το παιχνίδι της αντιφασιστικής πολιτικής προκειμένου να νανουρίζουν τα πλήθη. Είναι αναγκασμένες να κρατούν τους προλεταρίους ήσυχους… ανά πάσα στιγμή, οι παλιές δημοκρατίες μπουκώνουν την εργατική τάξη με αντιφασισμό… Η Ισπανία μετατράπησε σ’ ένα σφαγείο από προλεταρίους όλων των εθνικοτήτων, προκειμένου να εξοντωθούν οι απείθαρχοι επαναστάτες εργάτες, και να πουληθούν τα προϊόντα της βαριάς βιομηχανίας”.

Τα δυο στρατόπεδα αναμφίβολα είχαν αρκετά διαφορετική κοινωνιολογική σύνθεση. Αν και η μπουρζουαζία ήταν παρούσα και στις δυο μεριές, η τεράστια πλειοψηφία των εργατών και των φτωχών γεωργών υποστήριζαν τη Δημοκρατία, ενώ τα παρωχημένα κι αντιδραστικά στρώματα (οι γαιοκτήμονες, οι μικρο-ιδιοκτήτες, ο κλήρος) συνασπίσθηκαν πίσω από τον Φράνκο. Αυτή η ταξική πόλωση προσέδιδε μια αύρα προοδευτισμού στο Δημοκρατικό κράτος, αλλά δεν είναι ικανή να πεί κάτι παραπάνω για την ιστορική σημασία της σύγκρουσης, όπως και τα πολλά εργατικής καταγωγής μέλη των σοσιαλιστικών ή σταλινικών κομμάτων δεν είναι αποκαλυπτικά στοιχεία για την φύση των κομμάτων αυτών: στην πραγματικότητα, καθώς είναι σχηματισμοί βάσης, είναι ικανοί να χειραγωγήσουν ή να αντιτεθούν σε κάθε προλεταριακή έφοδο. Αναλόγως, ο Δημοκρατικός στρατός διέθετε έναν μεγάλο αριθμό εργατών, αλλά σημασία έχει το για τί, με ποιόν και κάτω από ποιές εντολές πολεμούσαν αυτοι. Να θέτουμε την ερώτηση σημαίνει ταυτόχρονα να την απαντούμε, εκτός κι αν θεωρεί κανείς ότι είναι εφικτό να πολεμά την μπουρζουαζία μέσα από μια συμμαχία με την μπουρζουαζία.

“Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η υψηλότερη έκφραση του ταξικού πολέμου”, έγραφε ο Τρότσκυ στο Τα ιδανικά τους και τα δικά μας (1938). Αρκεί φυσικά να προσθέσει κανείς ότι απ’ τους “θρησκευτικούς πολέμους” μέχρι τις Ιρλανδικές ή τις ταραχές στο Λίβανο των ημερών μας, ο εμφύλιος πόλεμος είναι επίσης, και μάλιστα συχνότερα, η μορφή που παίρνει ένας αδύνατος ή κι αποτυχημένος κοινωνικός αγώνας: όταν οι ταξικές αντιφάσεις δεν μπορούν να εκδηλωθούν ως τέτοιες, ξεσπούν μέσα σε ιδεολογικά ή εθνικά πλαίσια, καθυστερώντας ακόμη περισσότερο κάθε ανθρώπινη χειραφέτηση.

Αναρχικοί στην Κυβέρνηση

Η σοσιαλδημοκρατία δε “συνθηκολόγησε” τον Αύγουστο του 1914, όπως ένας μαχητής που ρίχνει τα όπλα του: ακολούθησε την τροχιά ενός πανίσχυρου κινήματος που ήταν διεθνιστικό στη ρητορεία του, ενω στην πραγματικότητα είχε μετατραπεί σε βαθιά εθνικό, καιρό πριν. Το SPD μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την κυρίαρχη εκλογική δύναμη στη Γερμανία του 1912, όμως η ισχύς του εξαντλούταν στους σκοπούς των μεταρρυθμίσεων, μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού και σύμφωνα με τους νόμους του, που περιλάμβαναν για παράδειγμα την αποδοχή της αποικιοκρατίας, κι επίσης τον πόλεμο, που ακολούθησε όταν έμεινε πια η μόνη λύση για την αποσυμπίεση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η ενσωμάτωση του ισπανικού αναρχισμού στο κράτος το 1936 αποτελεί έκπληξη μόνο αν λησμονεί κανείς τη φύση του: η CNT ήταν ένα συνδικάτο, ένα αυθεντικό συνδικάτο αναμφίβολα, ωστόσο παρέμενε ένα συνδικάτο, και εν υπάρχει συνδικάτο που να μην είναι συνδικάτο. Η λειτουργία δίνει μορφή στο όργανο κι όχι το αντίθετο. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα αρχικά ιδεώδη του, κάθε μόνιμη οργάνωση για την υπεράσπιση των μισθωτών εργατών ως τέτοια είναι προορισμένη να μετατραπεί σε μεσολαβητή, κι εν συνεχεία σε συμφιλιωτή. Ακόμα κι αν είναι στα χέρια ριζοσπαστών, ακόμα κι αν κυνηγιέται, η  οργάνωση αυτή είναι καταδικασμένη να ξεφύγει απ’ τον άμεσο έλεγχο της βάσης της και να μετατραπεί σε όργανο διαμεσολάβησης. Ακόμα κι αν υπήρξε αναρχικό συνδικάτο, η CNT ήταν πρώτα συνδικάτο κι έπειτα αναρχικό. Υπάρχει ένα ολόκληρο σύμπαν από τον εργάτη της σειράς μέχρι τον ηγέτη που θα καθήσει να συζητήσει στο τραπέζι των αφεντικών, η CNT πάντως δεν είχε τεράστιες διαφορές από την UGT. Και οι δυο εργάζονταν για τον εκσυγχρονισμό και την ορθολογική διαχείρηση της οικονομίας: με μια λέξη, για να κοινωνικοποιήσουν τον καπιταλισμό. Υπάρχει ένα λεπτό νήμα που ενώνει τη σοσιαλιστική ψήφο υπέρ του πολέμου τον Αύγουστο του 1914, με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση των αναρχικών ηγετών, πρώτα στην Καταλωνία (Σεπτέμβρης ’36), κι έπειτα στην Ισπανική Δημοκρατία (Νοέμβρης ’36). Ήδη από το 1914, ο Μαλατέστα είχε στιγματίσει όσους απ’ τους συντρόφους του (όπως ο Κροπότκιν) αποδέχονταν τη στράτευση στο όνομα της εθνικής άμυνας “κυβερνητικούς αναρχικούς”.

Η CNT υπήρξε για πολύ καιρό ταυτόχρονα θεσμική και ανατρεπτική. Η αντίφαση αυτή έλαβε τέλος στις γενικές εκλογές του 1931, όπου η CNT παράτησε την αντικοινοβουλευτική της στάση, καλώντας της μάζες να ψηφίσουν τους Δημοκρατικούς υποψηφίους. Η αναρχική οργάνωση μετατρεπόταν σε “ένα συνδικάτο που φιλοδοξούσε να κατακτήσει την εξουσία”, το οποίο “αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε μια δικτατορία επί του προλεταριάτου”. [14]

Απ’ τον έναν συμβιβασμό στον άλλον, η CNT κατέληξε να αποκηρρύξει τον αντικρατισμό που ήταν ο βασικός λόγος ύπαρξής της, ακόμα και μετά που η Δημοκρατία και οι Ρώσσοι σύμμαχοι ή μάλλον αφέντες της, έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο τον Μάη του ’37, χωρίς να αναφέρουμε καν τα όσα ακολούθησαν, στις φυλακές και τα μυστικά κρατητήρια. Όπως το POUM, η CNT υπήρξε αποτελεσματική στο να αφοπλίσει τους προλεταρίους, να τους καλέσει να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους ενάντια στην επίσημη και τη σταλινική αστυνομία που ήταν πια έτοιμοι να τους αποτελειώσουν. Όπως το έθεσε το GIC:

“Η CNT ήταν ανάμεσα στους κύριους υπεύθυνους για το τσάκισμα της εξέγερσης. Έριξε το ηθικό του προλεταριάτου σε μια στιγμή που αυτό εφορμούσε εναντίον των δημοκρατικών αντιδραστικών” [15]

Ορισμένοι ριζοσπάστες γεύτηκαν ακόμα τη δυσάρεστη έκπληξη να ριχθούν σε μια φυλακή που διευθυνόταν από έναν παλιό αναρχικό σύντροφο, απογυμνωμένο από κάθε ουσιαστική εξουσία πάνω στο τί γινόταν μέσα στη φυλακή φυσικά. Στις βλάβες που προκάλεσε η CNT μπορεί να προστεθεί και μια απλή προσβολή, όταν ο απεσταλμένος της CNT στη Σοβιετική Ένωση για υλική βοήθεια, δεν έθεσε καν το ζήτημα των δικών της Μόσχας.

Τα πάντα για τον αντιφασιστικό αγώνα!

Τα πάντα για τις σφαίρες και τα όπλα!

Όμως ακόμη κι έτσι, κάποιοι μπορεί να διαφωνήσουν, αφού οι αναρχικοί είναι απ’ τη φύση τους απρόσβλητοι απ’ τον ιό του κρατισμού. Δεν είναι άλλωστε ο αναρχισμός η άρνηση του κράτους; Ναι μεν, αλλά…

Ορισμένοι μαρξιστές επίσης μπορούν να επικαλεστούν ολόκληρες σελίδες απ’ τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία (του Κ. Μαρξ) για την καταστροφή του κρατικού μηχανισμού, και να επαναλάβουν το χωρίο απ’ το Κράτος κι Επανάσταση όπου ο Λένιν λέει ότι μια μέρα οι μάγειρες θα διευθύνουν την κοινωνία κι όχι οι πολιτικοί. Όμως αυτοί οι ίδιοι μαρξιστές μπορούν στην πράξη να εφαρμόζουν την πιο δουλοπρεπή λατρεία του κράτους, όταν βλέπουν το κράτος ως τον φορέα της προόδου ή της ιστορικής αναγκαιότητας. Καθώς φαντάζονται το μέλλον ως μια καπιταλιστική κοινωνία χωρίς καπιταλιστές, ως έναν κόσμο που ακόμα βασίζεται στην μισθωτή εργασία αλλά αυτή τη φορά εξισωτική, εκδημοκρατισμένη και σχεδιασμένη, όλα τους οδηγούν στο να δεχθούν ένα κράτος (μεταβατικό βέβαια), και να παν στον πόλεμο για ένα κράτος που θεωρούν κακό, εναντίον ενός άλλου που τους φαίνεται χειρότερο.

Ο αναρχισμός υπερεκτιμά το κράτος, θεωρώντας την εξουσία ως τον κύριο εχθρό, ενώ την ίδια στιγμή υποτιμά τη ροπή αδράνειας του κράτους.

Το κράτος είναι ο εγγυητής, αλλά όχι ο δημιουργός των κοινωνικών σχέσεων. Αντιπροσωπεύει και ενοποιεί το κεφάλαιο, δεν είναι ούτε ο κινητήρας του ούτε η καρδιά του. Απ’ το αναντίρρητο γεγονός ότι οι ισπανικές μάζες ήταν οπλισμένες μετά τον Ιούλη του 1936, ο αναρχισμός συμπεραίνει ότι το κράτος είχε πια χάσει την υπόστασή του. Όμως η υπόσταση του κράτους δεν εδρεύει στον έναν ή τον άλλον θεσμό του, αλλά στην λειτουργία της ενοποίησης που φέρνει συνολικά εις πέρας. Το κράτος διασφαλίζει τους δεσμούς που οι άνθρωποι δεν μπορούν και δεν τολμούν να δημιουργήσουν μεταξύ τους, και δημιουργεί ένα δίκτυο υπηρεσιών, οι οποίες είναι ταυτόχρονα παρασιτικές όσο και αναγκαίες.

Το καλοκαίρι του 1936, το κρατικό σύμπλεγμα φαινόταν να παραπαίει στη Δημοκρατική Ισπανία, μιας και φυτοζωοούσε μόνο ώς ένα πιθανό πλαίσιο ικανό να μαζέψει τα συντρίμμια της καπιταλιστικής κοινωνίας και να τα επαναδιευθετήσει μια μέρα. Στο μεταξύ, συνέχιζε να υπάρχει, σε κοινωνική νάρκη. Έπειτα, κέρδισε έδαφος όταν οι σχέσεις που δημιουργήθηκαν με την εξέγερση χαλάρωσαν ή διαλύθηκαν. Αναζωογόνησε τα όργανά του, και μόλις το επέτρεψε η κατάσταση, πήρε τον έλεγχο των οργάνων αυτών που η ανατροπή είχε φέρει στην επιφάνεια και λειτουργήσει. Αυτό που έμοιαζε μ’ ένα άδειο κέλυφος, αποδείχθηκε ικανό όχι μόνο να αναγεννηθεί, αλλά και να αδειάσει τις παράλληλες μορφές εξουσίας στις οποίες η επανάσταση πίστευε ότι είχε ενσωματωθεί και να τις αποικίσει το ίδιο.

Η ύστατη δικαιολογία της CNT για τον ρόλο της συνοψίζεται στην ιδέα ότι η κυβέρνηση δεν είχε πια καμμιά εξουσία στ’ αλήθεια, καθώς το εργατικό κίνημα είχε πάρει την εξουσία εκ των πραγμάτων.

“…η κυβέρνηση έχει πάψει να είναι μια δύναμη που καταπιέζει την εργατική τάξη, με τον ίδιο τρόπο που το κράτος δεν είναι πια η οργάνωση που διαιρεί την κοινωνία σε τάξεις. Κι αν τα μέλη της CNT εργασθούν μέσα στο κράτος και την κυβέρνηση, οι άνθρωποι θα είναι ολοένα και λιγότερο καταπιεσμένοι”. [16]

Όχι λιγότερο απ’ τον μαρξισμό, ο αναρχισμός φετιχοποιεί το κράτος και το φαντάζεται να παίρνει σάρκα και οστά σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Ο Μπλανκί είχε προηγουμένως οδηγήσει τον μικρό στρατό του σε επιθέσεις εναντίον δημαρχείων ή στρατώνων, τουλάχιστον όμως χωρίς να ισχυρίζεται ποτέ ότι βασίζει τις δράσεις του στο προλεταριακό κίνημα, αλλά μόνο σε μια μειοψηφία που θα ξυπνούσε τον κόσμο. Έναν αιώνα αργότερα, η CNT δήλωνε ότι το ισπανικό κράτος είναι ένα φάντασμα σε σχέση με την απτή πραγματικότητα των “κοινωνικών οργανώσεων” (δηλαδή των πολιτοφυλακών, των συνδικάτων κλπ). Όμως, η λειτουργία του κράτους, ο λόγος ύπαρξής του, είναι να χαρτογραφεί τις ελλείψης και της αδυναμίες της “κοινωνίας” μέσω ενός συστήματος σχέσεων, δεσμών, συγκέντρωσης εξουσιών, διοίκησης, αστυνομίας, δικαιοσύνης, και στρατιωτικών δικτύων τα οποία παραμένουν σε αναμονή για καιρούς κρίσεων, περιμένοντας για τη στιγμή που ένας αστυνομικός ανακριτής θα βρει το δρόμο του μέσα στα αρχεία κάποιου κοινωνικού λειτουργού. Η επανάσταση δεν έχει Βαστίλλη να γκρεμίσει, αστυνομικό τμήμα ή θερινά ανάκτορα να “καταλάβει”: το καθήκον της είναι να καταστήσει ακίνδυνα ή να καταστρέψει τα πάντα απ’ τα οποία τέτοια μέρη αντλούν την υπόστασή τους.

Άνοδος και πτώση της κολλεκτιβοποίησης

Το βάθος και το εύρος των βιομηχανικών και αγροτικών κολλεκτιβοποιήσεων μετά τον Ιούλη του 1936 δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Ο Μαρξ υπογράμμιζε την ισπανική παράδοση λαϊκής αυτονομίας, και το χάσμα μεταξύ του λαού και του κράτους το οποίο εκδηλώθηκε στους αντι-Ναπολεονικούς πολέμους, κι έπειτα στις εξεγέρσεις του 19ου αιώνα, που αναζωογονούσαν μια πατροπαράδοτη κοινοτική αντίσταση στην εξουσία του στέμματος. Η απόλυτη μοναρχία, παρατηρούσε, δεν ανακινούσε διάφορα στρώμματα για να δημιουργήσει ένα σύγχρονο κράτος, αλλά άφηνε τις ζωτικές δυνάμεις της χώρας ανέπαφες. Ο Ναπολέων έτσι μπορούσε να βλέπει την Ισπανία ως ένα “κουφάρι,

…κι όμως, όσο νεκρό ήταν στ’ αλήθεια το ισπανικό κράτος, η ισπανική κοινωνία ήταν γεμάτη ζωή” και “αυτό που λέμε κράτος με τη σύγχρονη έννοια της λέξης είχε πραγματοποιηθεί μόνο σε ότι αφορά το στράτευμα, που έπρεπε να συμβαδίσει με την ιδιαίτερη ταραχώδη “επαρχιακή” ζωή του λαού” [17]

Στην Ισπανία του 1936, η αστική επανάσταση είχε γίνει, κι ήταν μάταιο να κάνει κανείς υποθέσεις τύπου 1917, η ακόμα χειρότερα 1848 ή 1789. Ωστόσο, αν και η μπουρζουαζία ήταν κυρίαρχη πολιτικά, και το κεφάλαιο οικονομικά, απείχαν πολλύ απ’ τη δημιουργία μιας ενοποιημένης εσωτερικής αγοράς και μιας σύγχρονης κρατικής δομής, ώστε να υπαχθεί η κοινωνία ως ολότητα, και να εξημερωθεί η τοπική ζωή με όλες τις ιδιαιτερότητές της. Για τον Μαρξ στα 1854, μια “δεσποτική” κυβέρνηση συνηπήρχε με μια έλλειψη ενότητας που έφθανε μέχρι το σημείο διαφορετικών νομισμάτων ή διαφορετικών φορολογιών ανά περιοχή: οι παρατηρήσεις του διατηρούσαν ακόμα κάποια εγκυρότητα ογδόντα χρόνια αργότερα. Το κράτος δεν ήταν ικανό ούτε να αναπτύξει τη βιομηχανία ούτε να αναλάβει αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορούσε να βγάλει απ’ τη γεωργία ούτε τα αναγκαία έσοδα για καπιταλιστική συσσώρευση, ούτε να ενοποιήσει την επαρχία, ούτε καν να κρατήσει υποταγμένους τους προλεταρίους των πόλεων και της υπαίθρου.

Ήταν λοιπόν σχεδόν φυσικό ότι η κρίση του Ιούλη 1936 θα έδινε άνθιση, στα περιθώρια της πολιτικής εξουσίας, σε ένα κοινωνικό κίνημα του οποίου οι πραγματικές εκδηλώσεις, αν και συμπεριλάμβαναν κομμουνιστικές δυνατότητες, αργότερα απορροφήθηκαν από το κράτος στο οποίο επέτρεψαν να παραμείνει αλώβητο. Οι πρώτοι μήνες μιας επανάστασης που ήδη παρήκμαζε, αλλά της οποίας η έκταση έκρυβε ακόμα την αποτυχία της, φαίνονταν σαν μια διαδικασία κατακερματισμού: κάθε περιοχή, κάθε κομμούνα, κάθε επιχείριση, κολλεκτίβα ή κοινότητα διέφευγε της κεντρικής εξουσίας χωρίς να της επιτίθεται άμεσα, και κινούσε να ζήσει διαφορετικά. Ο αναρχισμός, ακόμα και η περιφερειακή πολιτική του POUM, εκφράζουν αυτήν την ισπανική ιδιομορφία, που θα ταν λάθος να δει κανείς αποκλειστικά υπό το αρνητικό πρίσμα της “καθυστερημένης” καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ακόμα και η άμπωτη του 1937 δεν έσβησε το ζήλο εκατοντάδων χιλιάδων εργατών και χωρικών που καταλάμβαναν τη γη, τα εργοστάσια, τις γειτονιές, τα χωριά, απαλλοτριώνοντας την ιδιοκτησία και κοινωνικοποιώντας την παραγωγή με μια αυτονομία και μια αλληλεγγύη στην καθημερινή ζωή που εξέπλησσε τόσο τους παρατηρητές όσο και τους συμμετέχοντες [18]. Ο κομμουνισμός είναι επίσης η επανοικειοποίηση των συνθηκών της ίδιας της ύπαρξης.

Θλιβερό να το λέει κανείς, αλλά αν αυτές οι αμέτρητες πράξεις και καθήκοντα, ορισμένες φορές διάρκειας αρκετών ετών, αποτελούν απόδειξη (όπως, με τον δικό τους τρόπο, η ρωσσική και η γερμανική εμπειρία) ενός κομμουνιστικού κινήματος που ξαναπλάθει ολόκληρη την κοινωνία, των υπέροχων ανατρεπτικών ικανοτήτων όταν διευρύνονται, είναι επίσης αληθές πως η μοίρα τους είχε ήδη σφραγισθεί από το καλοκαίρι του 1936 κι έπειτα. Ο ισπανικός εμφύλιος απέδειξε ταυτόχρονα το επαναστατικό σθένος που δίνουν οι κοινοτικοί δεσμοί και οι μορφές που είχαν διαβρωθεί απ’ το κεφάλαιο αλλά δεν αναπαράγονταν ακόμη καθημερινά για λογαριασμό του, αλλά κι επίσης την ανικανότητά τους να φέρουν από μόνες τους την επανάσταση. Η απουσία μιας επίθεσης ενάντια στο κράτος καταδίκασε την εγκαθίδρυση διαφόρων σχέσεων σε μια αποσπασματική αυτοδιαχείριση που διατηρούσε το περιεχόμενο και συχνά ακόμα και την μορφή του καπιταλισμού, κατά κύριο λόγο το χρήμα και τον καταμερισμό των δραστηριοτήτων ανά κάθε επιχείρηση. Κάθε επιβίωση της μισθωτής εργασίας διαιωνίζει την ιεραρχία των λειτουργιών και των εσόδων.

Τα κομμουνιστικά μέτρρα θα μπορούσαν να υποσκάψουν την κοινωνική βάση και των δυο κρατών (του Δημοκρατικού και του Εθνικιστικού), μόνο μέσα από μια επίλυση του αγροτικού ζητήματος: στα 1930, περισσότερο απ’ το ήμισυ του πληθυσμού λιμοκτονούσε. Μια ανατρεπτική δύναμη προέκυψε, φέρνοντας στο προσκήνιο τα πιο καταπιεσμένα στρώματα, αυτά που ήταν πιο μακρυά απ’ την “πολιτική” (πχ οι γυναίκες), αλλά δεν κατάφερε να συνεχίσει μέχρι τέλους, ξεριζώνοντας ολόκληρο το σύστημα απ’ τα θεμέλια.

Την εποχή εκείνη, το εργατικό κίνημα αντιστοιχούσε σ’ εκείνες τις περιοχές του κόσμου που είχαν κοινωνικοποιηθεί μέσα από μια ολοκληρωτική κυριαρχία του κεφαλαίου επί της κοινωνίας, όπου ο κομμουνισμός ήταν ταυτόχρονα πιο κοντά λόγω αυτής της κοινωνικοποίησης, όσο και πιο μακρυά εξ αιτίας της διάλυσης κάθε σχέσης μέσα στην εμπορευματική μορφή. Η νέα κοινωνία, σ’ αυτές τις χώρες, γινόταν συνήθως αντιληπτή ως ένας εργατικός κόσμος, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε έναν κόσμο βιομηχανικό.

Το ισπανικό προλεταριάτο, απ’ την άλλη, συνέχισε να διαπλάθεται από μια καπιταλιστική διείσδυση στην κοινωνία που ήταν περισσότερο ποσοτική παρά ποιοτική. Από την πραγματικότητα αυτή αντλούσε τόσο τη δύναμή του όσο και την αδυναμία του, όπως μαρτυρά η παράδοση και το αίτημα αυτονομίας που αντιπροσωπεύει ο αναρχισμός.

“Στα τελευταία εκατό χρόνια, δεν υπήρξε ούτε μια εξέγερση στην Ανδαλουσία που να μην οδήγησε στη δημιουργία κομμούνων, στο μοίρασμα της γης, την κατάργηση του χρήματος και τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας… ο αναρχισμός των εργατών δεν ήταν πολύ διαφορετικός. Κι αυτοί επίσης διεκδικούσαν, πάνω απ’ όλα, τη δυνατότητα να διαχειρίζονται τη βιομηχανική τους κοινότητα ή το συνδικάτο τους αυτοί οι ίδιοι, κι έπειτα την μείωση των ωρών εργασίας και του μόχθου που απαιτούταν απ’ όλους…” [19]

Μια απ’ τις κύριες αδυναμίες ήταν η στάση απέναντι στο χρήμα. Η “κατάργηση του χρήματος” έχει νόημα μόνο όταν σημαίνει κάτι παραπάνω απ’την αντικατάσταση ενός μέσο υπολογισμού της αξίας με ένα άλλο (όπως υπήρξαν για παράδειγμα τα κουπόνια εργασίας). Όπως οι περισσότερες ριζοσπαστικές ομάδες, είτε λέγονταν μαρξιστικές είτε αναρχικές, οι ισπανοί προλετάριοι δεν είδαν το χρήμα ως την -αφαιρετική- έκφραση υπαρκτών σχέσεων, αλλά ως ένα εργαλείο μέτρησης, υπολογισμού, κι έτσι περιόρισαν τον σοσιαλισμό σε μια διαφορετική διαχείριση των ίδιων κατηγοριών και των ίδιων βασικών στοιχείων του καπιταλισμού.

Η αποτυχία των μέτρων που λήφθηκαν ενάντια στις εμπορευματικές σχέσεις δεν είχε να κάνει με την ισχύ της UGT (που ούτως ή άλλως αντιτέθηκε στις κολλεκτιβοποιήσεις) έναντι των τραπεζών. Το κλείσιμο των ιδιωτικών τραπεζών και της κεντρικής τράπεζας θέτει ένα τέλος στις εμπορευματικές σχέσεις μόνον εφόσον η παραγωγή και η ζωή οργανώνονται μ΄ έναν τρόπο που δε διαμεσολαβείται πια απ’ το εμπόρευμα, και μόνον αν μια τέτοια κοινοτική παραγωγική και ζωή σταδιακά φθάσουν να κυριαρχήσουν την ολότητα των κοινωνικών σχέσεων. Το χρήμα δεν είναι το “κακό” που πρέπει να παταχθεί από μια κατά τ’ άλλα “καλή” παραγωγή, αλλά η εκδήλωση (σήμερα ολοένα και πιο άυλη) του εμπορευματικού χαρακτήρα κάθε πλευράς της ζωής. Δεν μπορεί να εξαφανισθεί καταστρέφοντας χαρτονομίσματα, αλλά μόνον όταν η ανταλλαγή εγκαταληφθεί ως κοινωνική σχέση.

Στην πραγματικότητα, μόνο οι αγροτικές κολλεκτίβες κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα χωρίς χρήμα, κι αυτό μερικές φορές με τη βοήθεια τοπικών συναλλαγμάτων, ή κουπονιών που χρησιμοποιήθηκαν ως “εσωτερικό νόμισμα”. Μερικές φορές το χρήμα παραδόθηκε στην κολλεκτίβα. Άλλες φορές οι εργάτες έπαιρναν κάρτες ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειάς τους, κι όχι του έργου που παρήγαγαν (“στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του”). Ορισμένες φορές το χρήμα δεν έπαιζε κανέναν ρόλο: τα αγαθά μοιράζονταν. Ένα πνεύμα ισοτιμίας κυριαρχούσε, όπως επίσης και απόρριψης της “πολυτέλειας” [20]. Ωστόσο, ανίκανοι να διευρύνουν την μη-εμπορευματική παραγωγή πέρα από διάφορες αυτόνομες ζώνες, χωρίς προοπτική για παγκόσμια δράση, τα σοβιέτ, οι κολλεκτίβες και τ’ απελευθερωμένα χωριά μεταμορφώθηκαν σε προσωρινές κοινότητες κι αργά ή γρήγορα είτε θα κατέρρεαν από τα μέσα είτε θα καταστέλλονταν με τη βία απ’ τους φασίστες… ή τους Δημοκρατικούς. Στην Αραγώνα, η ταξιαρχία του σταλινικού Lister το έθεσε στις αρμοδιότητές της. Μπαίνοντας στο χωριό της Calanda, η πρώτη του πράξη ήταν να γράψει σ’ έναν τοίχο την επιγραφή: “Η κολλεκτιβοποίηση είναι κλοπή”.

Κολλεκτιβοποίηση ή κομμουνιστικοποίηση;

Ήδη από την Πρώτη Διεθνή, ο αναρχισμός αντέταξε τη συλλογική απαλλοτρίωση των παραγωγικών μέσων στον κρατισμό των σοσιαλδημοκρατών. Και τα δυο οράματα, παρόλ’ αυτά, μοιράζονται την ίδια αφετηρία: την ανάγκη για μια συλλογική διαχείριση. Το πρόβλημα είναι: διαχείριση τίνος πράγματος; Ασφαλώς, αυτό που οι σοσιαλδημοκράτες έκαναν από τα πάνω, γραφειοκρατικά, το ισπανικό προλεταριάτο εφάρμοζε στη βάση, ένοπλο, με το κάθε άτομο υπέυθυνο απέναντι στο διπλανό του, παίρνοντας έτσι τη γη και τα εργοστάσια από τα χέρια μιας μειοψηφίας που ειδικευόταν στην οργάνωση της εκμετάλλευσης των άλλων. Το αντίθετο, με λίγα λόγια, από τη συνδιαχείριση του συμβουλίου άνθρακα απ’ τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των σοσιαλιστών και των σταλινικών. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια συλλογικότητα, κι όχι το κράτος ή μια γραφειοκρατία, παίρνει την παραγωγή της υλικής ζωής της στα δικά της χέρια, δε σημαίνει από μόνο του κι ότι ξεμπερδεύει με τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ζωής αυτής.

Η μισθωτή εργασία συνεπάγεται την μεσολάβηση μιας δραστηριότητας, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, το όργωμα ενός αγρού ή το τύπωμα μιας εφημερίδας, μέσα απ’ την μορφή του χρήματος. Αυτό το χρήμα, ενώ κάνει τη διεξαγωγή της δραστηριότητας αυτής εφικτή, επεκτείνεται μέσω αυτής. Εξισώνοντας τους μισθούς, αποφασίζοντας για τα πάντα συλλογικά, κι αντικαθιστώντας το συνάλλαγμα με κουπόνια δεν ήταν ποτέ αρκετό για να ξεμπερδεύουμε οριστικά με την μισθωτή εργασία. Αυτό που στηρίζεται στο χρήμα, δεν μπορεί να υπάρξει δωρεάν, κι αργά ή γρήγορα το χρήμα θα ξαναγίνει ο αφέντης του.

Υποκαθιστώντας τον ανταγωνισμό με τον συνεταιρισμό σε τοπική βάση ήταν μια εγγυημένη συνταγή καταστροφής. Γιατί, αν και οι κολλεκτίβες όντως καταργούσαν την ιδιωτική ιδιοκτησία στο εσωτερικό τους, υψώνονταν οι ίδιες σε ξεχωριστές οντότητες, εναντίον άλλων, σε μια παγκόσμια οικονομία, κι έπειτα ως μια μεμονωμένη κολλεκτίβα αναγκασμένη να πουλά και ν’ αγοράζει, να συναλλάσσεται με τον έξω κόσμο, γινόμενη έτσι με τη σειρά της μια επιχείρηση που είτε το θέλει είτε όχι, οφείλει να παίξει σύμφωνα με τους κανόνες του τοπικού, εθνικού και διεθνούς ανταγωνισμού, είτε να εξαφανισθεί.

Μπορεί κανείς να χαμογελάσει μπροστά στο γεγονός ότι η μισή Ισπανία εξερράγη: αυτό που η καθώς πρέπει άποψη αποκαλεί “αναρχία” δεν είναι παρά μια αναγκαία συνθήκη για την επανάσταση, όπως έγραψε ο Μαρξ στην εποχή του. Όμως αυτά τα κινήματα πραγματοποίησαν την ανατρεπτική τους έκκρηξη στη βάση μιας φυγόκεντρου δύναμης. Οι ανανεωμένοι κοινοτικοί δεσμοί, οδήγησαν επίσης τον κόσμο στα χωριά του και στις συνοικείες του, λες κι αναζητούσαν ν’ ανακαλύψουν έναν χαμένο κόσμο, μια ξεπεσμένη ανθρωπιά, να αντιτάξουν τις εργατογειτονιές στην μεγαλούπολη, τις αυτοδιαχειριζόμενες κομμούνες στην χαώδη καπιταλιστική ιδιοκτησία, την ήπαιθρο του λαού στην εμπορικευμένη πόολη, με μια λέξη τους φτωχούς στους πλουσίους, το μικρό στο μεγάλο και το τοπικό στο παγκόσμιο, ξεχνώντας εντωμεταξύ ότι μια συνεταιριστική λογική δεν είναι συχνά παρά ο πιο μακρύς δρόμος για τον καπιταλισμό.

Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς την καταστροφή του κράτους. Πώς όμως; Χτυπώντας τις ένοπλες δυνάμεις του, εγκαταλείποντας τις κρατικές δομές και τις συνήθειες, βρίσκοντας νέους τρόπους διαλόγου και λήψης αποφάσεων; Όλ’ αυτά τα καθήκοντα είναι ανίκανα εάν δεν πηγαίνουν χέρι χέρι με την κοινωνικοποίηση. Δε θέλουμε “την εξουσία”, θέλουμε την εξουσία ν’ αλλάξουμε πλήρως τις ζωές μας. Σε μια ιστορική προοπτική, ποιός θα ‘θελε να φαντάζεται οι επόμενες γενιές να είναι αναγκασμένες να πληρώνουν με τους μισθούς τους για φαγητό ή στέγαση; Αν μια επανάσταση υποθέσουμε ότι είναι πρώτα πολιτική κι έπειτα κοινωνική, θα δημιουργούσε ένα σύστημα του οποίου η μόνη λειτουργία θα ήταν ο αγώνας ενάντια στους υποστηρικτές του παλιού κόσμου, δηλαδή έναν μηχανισμό καταστολής στο αρνητικό του, ένα σύστημα ελέγχου με μόνο περιεχόμενο το “πρόγραμμά” του και τη θέλησή του να πραγματοποιήσει τον κομμουνισμό την ημέρα που οι συνθήκες τελικά θα το επιτρέψουν. Έτσι μια επανάσταση ιδεολογικοποιείται κι έτσι νομιμοποιεί τη γέννηση ενός στρώματος ειδικών που αναλαμβάνουν ως αποστολή την επίβλεψη της ωρίμανσης και την προσμονή της προσδοκώμενης μέρας που δεν έρχεται ποτέ. Η ίδια η ουσία της πολιτικής δεν είναι η ικανότητα, ούτε η θέληση, για αλλαγή των πάντων: είναι της συνένωσης όσων υφίστανται ήδη διαχωρισμένα, χωρίς να προχωρά παραπέρα. Η εξουσία είναι παρούσα, διαχειρίζεται, διευθύνει, επιβλέπει, χειραγωγεί, καταστέλλει: υφίσταται.

Η πολιτική κυριαρχία (την οποία μια ολόκληρη σχολή σκέψης βλέπει ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα) προκύπτει απ’ την ανικανότητα των ανθρώπινων όντων να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να οργανώσουν τις ζωές και τη δραστηριότητά τους. Η κυριαρχία αυτή διαιωνίζεται μόνο μέσα απ’ τη ολοκληρωτική φτώχεια που χαρακτηρίζει το προλεταριάτο. Όταν ο καθένας συμμετέχει στην παραγωγή της ίδιας της ύπαρξής του, η χειραγωγική και καταπιεστική ικανότητα του κράτους παύει να είναι λειτουργική. Είναι επειδή η κοινωνία της μισθωτής εργασίας μας στερεί απ’ όλα τα μέσα της ύπαρξης, της παραγωγής και της επικοινωνίας, μη σταματώντας την άλωση κάθε χώρου που κάποτε ήταν ιδιωτικός όπως και της ίδιας της συναισθηματικής μας ζωής, που το κράτος διατηρεί την παντοδυναμία του. Η καλύτερη εγγύηση απέναντι στην επανεμφάνιση μιας νέας δομής εξουσίας πάνω μας, είναι η βαθύτερη εφικτή επανοικειοποίηση των συνθηκών της ύπαρξης, σε κάθε επίπεδο. Για παράδειγμα, ακόμα κι αν δε θέλουμε ν απαράγει ο καθένας την ενέργειά του στο υπόγειό του, μια τέτοια εξημέρωση του Λεβιάθαν προκύπτει απ’ το γεγονός ότι η ενέργεια (ας σημειωθεί ότι στην αγγλική γλώσσα η λέξη για την ηλεκτρική ενέργεια: “energy”, είναι μερικώς ταυτόσημη με τη λέξη για την εξουσία: “power”) μας καθιστά εξαρτημένους από τα βιομηχανικά συγκροτήματα που, πυρηνικά ή όχι, αναπόφευκτα παραμένουν εξωτερικά προς εμάς, και πέραν κάθε ελέγχου μας.

Το να αντιλαμβανόμαστε την καταστροφή του κράτους ως μια ένοπλη σύγκρουση με την αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις σημαίνει να ταυτίζουμε το μερικό με το όλον. Ο κομμουνισμός είναι πρώτ’ απ’ όλα δραστηριότητα, κίνηση. Ένας τρόπος να παράγουν οι άνθρωποι την κοινωνική τους ζωή και ύπαρξη με τρόπο που να παραλύει ή να απορροφά την εμφάνιση διαχωρισμένων εξουσιών.

Η εναλλακτική που προέτεινε ο Μπορντίγκα: “Θα πρεπε άραγε να πάρουμε τα εργοστάσια, ή να πάρουμε την εξουσία;” (Il Soviet, 20 Φλεβάρη 1920) μπορεί και πρέπει να ξεπερασθεί. Δε λέμε: δεν έχει σημασία ποιος διαχειρίζεται την παραγωγή, είτε ένας εξεκιουτιβ είτε ένα εργατικό συμβούλιο, επειδή αυτό που έχει σημασία είναι να έχουμε παραγωγή χωρίς ανταλλακτική αξία. Αυτό που λέμε είναι: όσο συνεχίζεται η παραγωγή για την αξία, όσο είναι διαχωρισμένη απ’ το υπόλοιπο της ζωής, όσο το ανθρώπινο είδος δεν παράγει συλλογικά τους τρόπους και τα μέσα της ύπαρξής του, όσο υπάρχει “οικονομία”, κάθε εργατικό συμβούλιο είναι καταδικασμένο να χάσει την εξουσία του σ’ έναν εξέκιουτιβ. Εδώ διακρινόμαστε τόσο απ’ τους “συμβουλιακούς” όσο κι απ’ του μπορντιγκιστές κομμουνιστές, κι εδώ μπορεί να μας αποκαλούν μπορντιγκιστές οι πρώτοι, και συμβουλιακούς οι δεύτεροι.

Αφήνοντας τον 20ό αιώνα;

Η ισπανική αποτυχία του 1936-37 είναι συμμετρική προς την ρωσσική αποτυχία του 1917-21. Οι ρώσσοι εργάτες ενώ βρέθηκαν ικανοί να πάρουν την εξουσία, δεν μπόρεσαν να τη χρησιμοποιήσουν για μια κομμουνιστική κοινωνική αλλαγή. Η οπισθοδρομικότητα, η οικονομική καταστροφή και η διεθνής απομόνωση, από μόνα τους δεν μπορούν να εξηγήσουν την ήττα. Η προοπτική που έθεσε ο Μαρξ, ενδεχομένως εφαρμόσιμη μ’ έναν διαφορετικό τρόπο μετά το 1917, της αναγέννησης σε μια νέα μορφή των κοινοτικών αγροτικών δομών, ήταν για την εποχή εκείνη αδιανόητη. Κι ας παραμερίσουμε εδώ τη λατρεία του Λένιν για τον Ταιηλορισμό, και τη δικαιολόγηση του Τρότσκυ στη στρατιωτικοποιημένη εργασία, για όλους σχεδόν τους Μπολσεβίκους και για τη πλειοψηφία της Τρίτης Διεθνούς, μαζί και της Κομμουνιστικής Αριστεράς, σοσιαλισμός σήμαινε κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού συν σοβιέτ, ενώ η γεωργία του μέλλοντος φάνταζε πιο πολύ σα δημοκρατικά διαχειριζόμενα μεγάλα υποστατικά. Η -τεράστια- διαφορά μεταξύ της γερμανικής κι ολλανδικής Αριστεράς και της Κομιντέρν, ήταν ότι οι πρώτοι εννοούσαν τα σοβιέτ και την εργατική δημοκρατία στα σοβαρά, ενώ οι ρώσσοι κομμουνιστές, όπως απέδειξαν τα έργα τους, δεν έβλεπαν σ’ αυτά παρά μορφές τακτικών ελιγμών.

Οι Μπολσεβίκοι είναι η καλύτερη απεικόνιση του τί συμβαίνει σε μια εξουσία που δεν τίποτ’ άλλλο από μια εξουσία, και που πρέπει να κρατηθεί απ’ τις συνθήκες χωρίς να τις μεταβάλλει ιδιαίτερα.

Αυτό που ξεχωρίζει τις μεταρρυθμίσεις, τον ρεφορμισμό απ’ την επανάσταση, δεν είναι ότι η επανάσταση είναι βίαια, αλλά ότι συνδέει την εξέγερση με την κοινωνικοποίηση. Ο ρωσσικός εμφύλιος πόλεμος κερδήθηκε στα 1919, αλλά σφράγισε το τέλος της επανάστασης, καθώς η νίκη επί των λευκών επετεύχθη χωρίς να κοινωνικοποιηθεί η κοινωνία, και κατέληξε σε μια νέα κρατική εξουσία. Στο έργο του του 1939 Μαύρος φασισμός, Κόκκινος Φασισμός, ο Otto Rühle έδειξε πώς η Γαλλική Επανάσταση έδωσε φως σε μια στρατιωτική δομή και μια στρατηγική προσαρμοσμένη στα τρέχοντα κοινωνικά πλαίσια. Ένωσε την μπουρζουαζία με τον λαό, ενώ η ρωσσική επανάσταση απέτυχε να δημιουργήσει έναν στρατό βασισμένο σε προλεταριακές αρχές. Ο Κόκκινος Στρατός που νίκησε η Πολωνία στα 1920 δεν είχε καμμιά επαναστατική σημασία. Ήδη απ’ τα μέσα του 1918, ο Τρότσκυ συνόψισε το πνεύμα σε τρεις λέξεις: “Δουλειά, πειθαρχία, τάξη”.

Πολύ λογικά και, τουλάχιστον αρχικά, με πλήρη καλή πίστη, το σοβιετικό κράτος επιδίωξε να διασφαλίσει την ίδια την ύπαρξή του με κάθε κόστος, πρώτα ενώπιον μιας προοπτικής παγκόσμιας επανάστασης, κι έπειτα για τον εαυτό του, με την απόλυτη αναγκαιότητα να πηγαίνει στη διατήρηση της ενότητας μιας κοινωνίας που κατέρρεε. Αυτό εξηγεί, απ’ την μια, τις παραχωρήσεις προς τους μικροϊδιοκτήτες γης, κι έπειτα την επίταξη των γαιών τους, κινήσεις που κατέληξαν σ’ ένα επιπρόσθετο ξεχαρβάλωμα κάθε κοινοτικής ζωής ή παραγωγής. Απ’ την άλλη, εξηγεί επίσης την καταπίεση εις βάρος των εργατών και κάθε αντιπολίτευσης μέσα στο κόμμα.

Τον Γενάρη του 1921, η ιστορία είχε κλείσει έναν ολόκληρο κύκλο. Το επαναστατικό κύμα του 1917 που τέθηκε σε κίνηση από ανταρσίες του στρατού και βασικές δημοκρατικές διεκδικήσεις τελείωσε με τον ίδιο τρόπο, μόνο που αυτήν τη φορά, οι προλετάριοι καταστάλθηκαν από ένα “προλεταριακό” κράτος. Μια εξουσία η οποία έφθασε στο σημείο να σφαγιάσει τους στασιαστές της Κροστάνδης στο όνομα ενός σοσιαλισμού που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει, ενώ η επιδίωξή της να συνεχίσει να δικαιολογεί τις πράξεις της με ψέμματα και συκοφαντίες, δείχνουν ότι είχε απωλέσει πλέον κάθε κομμουνιστικό χαρακτηριστικό. Ο Λένιν πέθανε το 1924, αλλά ο επαναστάτης Λένιν είχε ήδη θαφτεί ως επικεφαλής του κράτους στα 1921, αν όχι νωρίτερα. Ο μπολσεβικισμός δεν είχε πια άλλη επιλογή απ’ το να γίνει μάνατζερ του καπιταλισμού.

Καθώς η υπερτροφία μιας πολιτικής προοπτικής αγκιστρωμένης στα εμπόδια που αδυνατούσε ν’ ανατρέψει, η Οκτωβριανή Επανάσταση κατασπάραξε τον εαυτόν της σ’ έναν κανιβαλιστικό εμφύλιο πόλεμο. Το πάθος της ήταν αυτό μιας εξουσίας που, αδυνατώντας να μετασχηματίσει την κοινωνία, εκφυλίσθηκε σε μια αντεπαναστατική δύναμη.

Στην ισπανική τραγωδία, οι προλετάριοι, έχοντας αφήσει το έδαφός τους, πιάστηκαν αιχμάλωτοι μιας μάχης στην οποία η μπουρζουαζία και το κράτος της ήταν παρόντες στα μετόπισθεν καί των δυο πλευρών. Το 1936-37, οι προλετάριοι της Ισπανίας δεν πολεμούσαν μόνο ενάντια στον Φράνκο, αλλά κι ενάντια στα φασιστικά κράτη, στα δημοκρατικά και το παραμύθι της “μη-ανάμειξης”, ενάντια στο κράτος τους, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ενάντια…

Η “ιταλική” και η “γερμανική-ολλανδική” κομμουνιστική Αριστερά (περιλαμβανομένου του Mattick στις ΗΠΑ) ήταν μεταξύ των λίγων που όρισαν την περίοδο μετά το 1933 ως απόλυτα αντεπαναστατική, ενώ πολλές ομάδες (για παράδειγμα τροτσκιστές) διέβλεπαν ανατρεπτικές δυνατότητες στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αμερική κλπ.

Το 1933 έκλεισε την ιστορική εποχή που άνοιξε το 1917. Απο ‘κει κι έπειτα, το κεφάλαιο δε θα αναγνώριζε καμμιά κοινότητα εκτός απ’ τη δική του, που σήμαινε ότι δε θα μπορούσαν πια να υπάρχουν ριζοσπαστικές προλεταριακές ομάδες ενός αξιόλογου μεγέθους. Ο θάνατος του POUM ήταν ανάλογος του τέλους του παλιού εργατικού κινήματος.

Σε μια μέλλουσα επαναστατική περίοδο, οι πιο ύπουλοι και οι πιο επικίνδυνοι υπερασπιστές του καπιταλισμού δε θα είναι άνθρωποι που θα φωνάζουν συνθήματα υπέρ του κεφαλαίου ή του κράτους, αλλά αυτοί που έχουν απόλυτη γνώση της πιθανότητας μιας ολικής ρήξης. Δεν πρόκειται να εγκωμιάζουν τις τηλεοπτικές διαφημήσεις ή την κοινωνική υποταγή, αλλά θα προτείνουν να αλλάξουμε τη ζωή… γι’ αυτό το σκοπό όμως, θα μας καλούν να χτίσουμε ένα πραγματικά δημοκρατικό κράτος πρώτα… Αν κατορθώσουν να πάρουν τα ηνία της κατάστασης, και η δημιουργίας μιας τέτοιας νέας πολιτικής μορφής καταναλώσει την ενέργεια των ανθρώπων, αποχαιρετίστε τις ριζοσπαστικές ουτοπίες και, με τα μέσα να γίνονται σκοπός, η επανάσταση θα μετατραπεί γι’ ακόμη μια φορά σε ιδεολογία. Εναντίον τους, και φυσικά εναντίον της ανοιχτά καπιταλιστικής αντίδρασης, ο μόνος δρόμος για την νίκη των προλεταρίων θα είναι ο πολλαπλασιασμός των συνεκτικών κομμουνιστικών πρωτοβουλιών, που εντελώς φυσικά θα κατηγορηθούν ως αντιδημοκρατικές ή ακόμα κι ως …”φασιστικές”. Ο αγώνας για την εγκαθίδρυση χώρων και στιγμών απελευθέρωσης και συλλογικής λήψης αποφάσεων, είναι που καθιστούν εφικτή την αυτονομία του κινήματος, και θ’ αποδειχθεί αδιαχώριστος από τα πρακτικά μέτρα που θα παρθούν με στόχο την αλλαγή της ζωής.

“…σ’ όλες τις περασμένες επαναστάσεις, ο τρόπος της παραγωγής παρέμεινε ανέπαφος και το μόνο ζήτημα ήταν μια διαφορετική κατανομή των προϊόντων, κι αναδιανομή της εργασίας μεταξύ διαφόρων ατόμων, ενώ η κομμουνιστική επανάσταση στοχεύει αυτόν τον τρόπο παραγωγής όπως έχει υπάρξει ως τα τώρα, και καταργεί την εργασία και την κυριαρχία όλων των τάξεων καταργώντας τις τάξεις καθ’ αυτές, καθώς διεξάγεται από την τάξη που δεν μετράει πια σαν τάξη εντός της κοινωνίας, που δεν αναγνωρίζεται ως τάξη, και που είναι η ίδια, έκφραση της διάλυσης κάθε τάξης, εθνικότητας κλπ μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία…” [21]

Σημειώσεις του πρωτότυπου και της αγγλικής μετάφρασης

1. Μαρξ & Έγκελς, πρόλογος στη ρωσσική έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, 1882, σελ. 426.

2. Μια προηγούμενη εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε το 1979 ως πρόλογος σε μια συλλογή άρθρων του Bilan για την Ισπανία του 1936-39.  Κεφάλαια αυτού του προλόγου έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί ως “Φασισμός και Αντιφασισμός” από διάφορους εκδότες, πχ. στα αγγλικά από την Unpopular Books.

3. Για παράδειγμα, βλ. Daniel Guérin, Fascism and Big Business (New International 4ος τόμος αρ. 10, 1938)

4. Αngelo Tasca, The Rise of Italian Fascism 1918-1922 (Gordon 1976). Phillip Bourrinet, The Italian Communist Left 1927-45 (ICC 1992).

5. Βλ. Serge Bricianer, Anton Pannekoek and the Workers’ Councils (Telos 1978) και Phillip Bourrinet, The German/Dutch Left (NZW 2003).

6. Vernon Richards, Lessons of the Spanish Revolution 1936-1939 (Freedom Press 1953). Michael Seidman, Workers Against Work during the Popular Front (UCLA 1993).

7. Proletariër, εκδόσεις της συμβουλιακής ομάδας της Χάγης, Hague, Ιούλης 27, 1936.

8. Victor Alba, Spanish Marxism versus Soviet Communism: a History of the POUM (Transaction Press, 1988).

9. Φόρος τιμής στη Καταλωνία: Homage to Catalonia, April 1938. Μέχρι το 1951, είχε πουλήσει λιγότερο από 1,500 αντίτυπα. Πρωτοδημοσιεύτηκε στις ΗΠΑ το 1952. Στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη.

10. Boletín de Información, CNT-ait-FAI, Via Layetana, 32 y 34, Barcelona, November 11, 1936.

11. P.I.C., εκδόσεις GIC, Amsterdam, October 1936

12. Marx, Revolutionary Spain, 1854 (MECW 13), σελ. 422.

13. Clé, 2nd issue.

14. P.I.C., Γερμανική έκδοση, Δεκέμβρης 1931.

15. Räte-Korrespondenz, Ιούνης 1937.

16. Solidaridad Obrera, Νοέμβρης 1936.

17. Marx, παράθεση της Marie Laffranque στο ‘Marx et l’Espagne’ (Cahiers de l’ISEA, série S. n°15).

18. Μεταξύ άλλων: Orwell, και Low & Brea, Red Spanish Notebook, (City Lights, 1979).

19. Gerald Brenan, The Spanish Labyrinth (Cambridge, 1990).

20. Franz Borkenau, The Spanish Cockpit (Faber & Faber, 1937).

21. Μαρξ & Έγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία (MECW 5), σελ. 52.

Περί ταραχών – Bibliothèque des Emeutes

Π   ε   ρ   ί       Τ   α   ρ   α   χ   ώ   ν

Κάθε προσπάθεια των σύγχρονων φτωχών να ανατρέψουν τον κόσμο ξεκίνησε με ταραχές: 1789, 1848, 1871, 1917, 1968, 1978 στο Ιράν και την Νικαράγουα κλπ. Όμως κάθε ταραχή δεν οδηγεί σε μια επανάσταση, δηλαδή μια γενικευμένη σύγκρουση που περιλαμβάνει τους πάντες είτε λαμβάνουν μέρος στην εξέγερση είτε όχι, και που καταλαμβάνει τον δικό της δημόσιο χώρο περιλαμβάνοντας τουλάχιστον ένα μέρος της πόλης και των κατοίκων της εναντίον του Κράτους που την κυβερνά, έχοντας αποτρέψει ή νικήσει τις ένοπλες δυνάμεις της τάξης κι έχοντας κερδίσει την υποστήριξη των κατοίκων που ως τότε παρέμεναν παθητικοί. Έτσι, αν έχουμε απ’ την μία ταραχές που δεν οδηγούν σε εξεγέρσεις ή επαναστάσεις, απ’ την άλλη όλες οι εξεγέρσεις κι επαναστάσεις ξεκινούν με ταραχές. Στην πραγματικότητα μια ταραχή είναι ένα ξεκίνημα και, καθώς δεν υπάρχει κάποια επιστημονική μέθοδος που να προβλέπει με ακρίβεια την έκρηξη κι ακόμα λιγότερο τις συνέπειές της, κάθε ταραχή πρέπει να θεωρείτε σαν ένα πιθανό ξεκίνημα του τέλους του κατεστημένου κόσμου.

Μια ταραχή είναι το ξεκίνημα του διαλόγου. Η έκρηξή της, που θα μπορούσε να ξεκινήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση πολλών άλλων, είναι η πρώτη, αρνητική, ελεύθερη λέξη, προαπαιτούμενο κάθε ποιοτικής αλλαγής. Σήμερα, χωρίς την εξέγερση, κανένας δημόσιος διάλογος δεν είναι εφικτός. Υπάρχει μόνον ο μονότονος μονόλογος αυτών που κυβερνούν. Όπως υποδηλώνει ανερυθρίαστα η γαλλική λέξη για την ταραχή émeute, οι ταραχές έχουν να κάνουν πρώτα απ’ όλα με τις αισθήσεις (emotions). Δεν πρόκειται τόσο για τα λογικά συναισθήματα που πηγάζουν από κάποια ανάλυση, αλλά αντιθέτως για τις εκρηκτικές, παράλογες αισθήσεις που αποκλείουν κάθε λογική. Απ’ την εποχή του θετικισμού ήδη, η λογική θεωρείται ανώτερη της αίσθησης. Όμως καθώς αυτή έχει ξεθωριάσει στο διαχωρισμένο πνεύμα και στην αντικειμενικότητα εδώ και καιρό, είναι τόσο αλλοτριωμένη και διαστρεβλωμένη που ισχυρίζεται ότι μπορεί να αναμοχλεύσει τα πάθη με θετικό τρόπο (κινηματογράφος, μουσική, εμπορικές διαφημίσεις, δελτία ειδήσεων δεν είναι στην πράξη παρά πολυμήχανα εργοστάσια τεχνητών συναισθημάτων). Όμως, αντί να παραδίδουν την ουσία της αίσθησης στη λογική, επεκτείνουν σ’ αυτήν τη διαστρέβλωση και την αντικειμενικότητα που καταστρέφει κάθε λογική. Η οργανωμένη μορφή της λογικής είναι το Κράτος. Απ’ τη στιγμή που ο κόσμος έχει κρατικοποιηθεί, αυτό που επιθυμεί είναι να διατηρήσει για πάντα το παρόν, θέλοντας να απαλλαγεί απ’ την Ιστορία και να ξορκίσει την άγουσα δύναμή της: την αρνητικότητα.

Οι σύγχρονες ταραχές είναι η πυροδότηση του αρνητικού. Αυτό το συναίσθημα, έχοντας γίνει το γκέττο της αυθεντικότητας, είναι εναντίον της λογικής, που έχει καταστεί το παλάτι της διαστρέβλωσης. Πρόκειται για μια ιστορική ανατροπή: μια νέα αίσθηση, η απουσία της συνείδησης κι ο κατ’ εξοχήν χουλιγκανισμός, δημιουργούν συνείδηση, εξεγείρονται ενάντια στη λογική, την ενοποιημένη σκέψη και την αιώνια εξημέρωση του πνεύματος. Η εξέγερση είναι το ανθισμένο ξέσπασμα του παλιού καυγά μεταξύ της αδάμαστης υποκειμενικότητας και της συντηρητικής αντικειμενικότητας.

Η ταραχή είναι το συλλογικό συναίσθημα όταν η συλλογική λογική είναι το Κράτος. Σήμερα, όλες οι ταραχές είναι ενάντια στο Κράτος, κι όλα τα κράτη είναι εναντίον των ταραχών. Είναι το Κράτος και οι ιδεολογίες του που χτυπιούνται απ’ τους κεραυνούς των εξεγέρσεων των φτωχών που εξαπλώνονται. Ένας τέτοιος αξιοσημείωτος πολλαπλασιασμός της ριζοσπαστικής άρνησης, αντί να αντανακλά την αύξουσα διαφορά μεταξύ της αμετακίνητης οργάνωσης της κατεστημένης κοινωνίας και της κίνησης των ανθρώπων που τη σχηματίζουν, συστηματικά μειώνεται: Πρώτα απ’ όλα, η συχνότητα των ταραχών καταλήγει να τις παρουσιάζει στον εχθρό σαν να είναι αναπόφευκτα ατυχήματα χωρίς ιστορική σημασία καθώς καμμία τους δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία. Δεύτερον, είναι η αστυνομία, δηλαδή το Κράτος, που κρατούν το μονοπώλιο της πληροφόρησης για τις ταραχές: Όποτε είναι εφικτό κάτι τέτοιο, αυτές αποσιωπούνται, ενώ όταν είναι ανέφικτο, οι διαστάσεις τους σκόπιμα παρουσιάζονται μικρότερες. Γενικά, παρέχονται τρεις αριθμοί όσον αφορά τις διαδηλώσεις ενάντια στις κυβερνήσεις: αυτοί που δίνουν οι οργανωτές, οι οποίοι είναι πάντα μεγαλύτεροι, αυτοί που δίνει η αστυνομία, που είναι πάντα μικρότεροι, κι αυτοί που δίνουν τα ΜΜΕ τα οποία παίζουν μεταξύ των δυο άκρων ανάλογα με τη γενική κατάσταση. Όσον αφορά τις ταραχές, οι οποίες δεν έχουν οργανωτές, υπάρχει μόνο ο αριθμός που δίνει η αστυνομία, ενώ τα ΜΜΕ είτε τηρούν σιγή ιχθύος είτε ακολουθούν τις ντιρεκτίβες της αστυνομίας. Το ίδιο όσον αφορά τον υπολογισμό των ζημιών, των νεκρών και τραυματιών, των συλληφθέντων, της ισχύος και του εύρους των συγκρούσεων. Τελικά, όταν έρχεται η ώρα να εξηγήσουν τους λόγους της αναταραχής, οι δημοσιογράφοι και οι λοιποί υπάλληλοι του Κράτους τους υποτιμούν, προβάλοντας προκατασκευασμένες πολιτικές και οικονομικές δικαιολογίες, αγνοώντας το σημαντικό ζήτημα της διάθεσης της στιγμής. Τελικά παπαγαλίζουν κοινωνιολογικές κοινοτυπίες, ή ουρλιάζουν για σκοτεινές συνωμοσίες ανταγωνιστικών υπαλλήλων. Αυτές είναι χυδαίες δικαιολογίες, που δεν λένε ποτέ αρκετά για την ταραχή, μιας και όσο περισσότερο μιλούν γι’ αυτήν, τόσο πιο προφανές γίνεται ότι δεν έχουν πάρει ποτέ μέρος σ’ αυτήν κι ούτε έχουν την παραμικρή ιδέα. Απ’ την άλλη, αυτοί οι αδαείς άνθρωποι νομίζουν ότι οι οδομαχίες αυξάνονται ανάλογα με την προβολή τους στην τηλεόραση.

Η τεράστια πλειοψηφία των σύγχρονων φτωχών διατηρεί μια ακόμα πιο θολή ιδέα για τις ταραχές. Πρώτα απ’ όλα, συνηθίζουν να προσαρμόζουν την άποψή τους σ’ αυτήν που τους σερβίρουν τα ΜΜΕ: πιστεύουν ότι οι ταραχές είναι αδικαιολόγητη βία. Ο διάλογος και η συνεννόηση έχουν αποτύχει. Πώς γίνεται να πέφτει κανείς, ή μάλλον να τραβιέται, σε τέτοιο σημείο; Για κάθε απάντηση σ’ αυτό το ψευτο-ερώτημα είναι έτοιμο κι ένα ψευτο-συναίσθημα: απόγνωση. Αν οι ταραχές μεταμορφώνουν τα συναισθήματα των ταραξιών σε εγρήγορση, μεταμορφώνουν επίσης τη λογική του θεατή τους σε ψευτο-συναισθήματα. Ο θεατής λοιπόν βρίσκεται καθηλωμένος, ανήμπορος να επικοινωνήσει με τους ταραχοποιούς. Ακόμα κι αν τους καταδικάζει, εξακολουθεί να πιστεύει ότι είναι ανεύθυνοι. Καθώς ο ίδιος είναι απών απ’ τις ταραχές όσο κι απ’ την ιστορία, δεν του μένει παρά να παραπονιέται για την έλλειψη κατάλληλων μέτρων και μεταρρυθμίσεων, λες και οι ταραχές είναι θέμα λαθών στη διαχείριση: δύσκολα θα σκεφτόταν κανείς κάτι πιο ανόητο.

Αν οι υπάλληλοι του Κράτους “θάβουν” τις ταραχές, οι φτωχοί τις μυθοποιούν. Στην πραγματικότητα, μυθοποιούν την ίδια τους την εξέγερση -η οποία θεωρείται αδύνατη, όπως έγραφε στο περίφημο γράμμα του ο Ruge στον Marx το 1843- και κατά συνέπεια, το ίδιο και κάθε άλλη. Οι σύγχρονοι φτωχοί συμμετέχοuν σε ταραχές σε πολύ μικρό ποσοστό. Σχεδόν όλες οι ταραχές ξεκινούν απο διαδηλώσεις. Οι διαδηλωτές είναι μια μειοψηφία των σύγχρονων φτωχών και οι διαδηλωτές που συμμετέχουν σε ταραχές, μια μειοψηφία της μειοψηφίας. Και τελικά, είναι μια μειοψηφία των ταραχοποιών που πραγματικά πολεμούν. Έτσι, σχεδόν όλοι οι φτωχοί των πόλεων όπου ξεσπούν ταραχές μαθαίνουν γι’ αυτές μέσα απ’ τις ανακοινώσεις του εχθρού, οι αδέξιες και ντροπιαστικές εξηγήσεις των οποίων για τα τρομερά γεγονότα τείνουν, ακόμα και ασυνείδητα, να διευρύνουν το περιεχόμενό τους μέσω της αναπαράστασης.

Αυτός είναι και ο λόγος που διάφοροι επαναφομοιωτές αποδίδουν τυπικούς λόγους στις ταραχές. Συστηματικά περιορίζουν την εξέγερση στη διαδήλωση απ’ την οποία ξεκίνησε. Διαπράττουν ένα τέτοιο μεθοδολογικό σφάλμα μιας και συνήθως έχουν φύγει απ’ τη διαδήλωση όταν οι ταραχή ξεσπά, κι έτσι έχουν ελάχιστη ιδέα για το τί συνέβη μετά. Οι συζητήσεις κι ακόμα και οι μαρτυρίες των επαναφομοιωτών πάντοτε σχετίζονται με τα πλαίσια της διαδήλωσης, τα οποία δε συμπίπτουν μ’ αυτά της ταραχής, κι ακόμα λιγότερο με την αιτία της.

Οι σύγχρονοι φτωχοί που απουσιάζουν όταν ξεσπούν οι ταραχές, βρίσκονται διαιρεμένοι μεταξύ των λογικοφανών επιχειρημάτων των επαναφομοιωτών και της μυθικής αναπαράστασης της δικής τους εξέγερσης, όπως προβάλλεται στο συμβάν που έχασαν γι’ ακόμη μια φορά. Έχουν μια αίσθηση γι’ αυτό: είναι η αίσθηση που κανείς δε ριψοκινδυνεύει να νιώσει μετά από ένα ποτήρι μπύρα, μια γιορτή που δε χωράει σε κανένα κλαμπ. Ακόμη κι αν η χαρά και η θλίψη, ο θυμός κι η φιλία, η εμπιστοσύνη κι η σαγήνη βρίσκονται εκεί ως το πιο πικρό τέλος, τη φυλακή ή τον θάνατο, ακόμα κι αν το πάθος και η θέληση συνεχώς αναζωπυρώνονται απ’ την ιλιγγιώδη εναλλαγή διαύγειας κι ανατριχίλας, γενναιότητας και φόβου σε σημείο έξαψης και πανικού, το μόνο πραγματικά μυθικό στοιχείο είναι η απίστευτη απόσταση που μια μακρόσυρτη και σιωπηλή κίνηση υποσκάπτει τα πάντα μεταξύ καθημερινής ζωής και ιστορίας, μεταξύ επιβίωσης και ζωής. Ο θεατής, που διαρκώς απουσιάζει απ’ τη ζωή, λησμονεί ότι οι ταραχοποιοί παίζουν τις ζωές τους. Καθώς αυτός χαζεύει φρόνιμα τις παντόφλες του, τείνει να λογικεύεται σύμφωνα με τις εξηγήσεις του εχθρού, συμμαζεύοντας τα συγχυσμένα του όνειρα, που για μια ακόμα φορά κατευθύνονται προς πιο ρεαλιστική βολή.

Αυτή η αποκήρυξη είναι και η λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ του σύγχρονου φτωχού απ’ τον οργισμένο παρία. Οι συνέπειές της είναι η συκοφάντηση της εξέγερσης, η ευθυγράμμιση με την προπαγάνδα του εχθρού, ακόμα και την πιο παράλογη εκδοχή της. Μετά από κάθε εξέγερση, η μια απ’ τις δυο φράξιες υπαλλήλων του εχθρού θα την αποδώσει σε μια συνομωσία, η οποία αποδίδεται είτε στην αντίπαλη φράξια είτε στον αποδιοπομπαίο τράγο της ιδεολογικής προτίμησής της.

Κι αντιμέτωπο μ’ όλα αυτά, χωρισμένο από ένα σωρό αφαιρέσεις στέκεται ένα πλήθος μισοσκλαβωμένων, μισοδιαυγών, μισοαπαθών ανθρώπων: η τεράστια κίνηση της σκέψης που έχουν παράγει τους απομονώνει και τους ακινητοποιεί, εμποδίζοντάς τους απ’ το να σκεφτούν όσο και να δράσουν. Έχουν αισθήσεις φυσικά, αλλά είναι αντιγραμμένες και υποβολιμιαίες, αντιφατικές και άστοχες, οπότε δεν εξεγείρονται. Ή παράγονται από άμεσες και ξαφνικές αφορμές, και μπορούν να ξεσπάσουν για το παραμικρό, ακόμα κι όταν καταστέλλονται απ’ την αστυνομία, και δεν μπορούν να επαναφομοιωθούν καθώς είναι αυθόρμητες.

Το αυθόρμητο είναι το κύριο χαρακτηριστικό των σύγχρονων ταραχών. Όλοι οι φτωχοί, καλοντυμένοι ή ρακένδυτοι, παρασύρονται εξίσου: κανείς δεν μπορεί να καθοδηγήσει τις αισθήσεις του άλλου. Η συνωμοσία είναι βασισμένη σε μυστικά και ψέμματα, μια απ’ τις μεγάλες αντιφάσεις όλων των εργατικών κομμάτων της εποχής που ήθελαν να κατακτήσουν τον κόσμο. Όμως σήμερα, μεταξύ αντίπαλων φραξιών σκλάβων, αυτή υπάρχει περισσότερο σε φαντάσματα κι αφορισμούς.

Μερικές φορές ο εχθρός ξεχωρίζει μάρτυρες κι ηγέτες σε μια εξέγερση, αλλά πάντα εκ των υστέρων. Όταν η αστυνομία ή ο στρατός διαλύουν ένα οδόφραγμα, ακόμα κι ο ομορφότερος λόγος ή η πιο πονηρή συνωμοσία δεν είναι ικανά να πείσουν κανέναν να αντισταθεί με το ζόρι ή να κοιτάξει πώς να διαφύγει. Οι “μάρτυρες” μιας εξέγερσης είναι μόνο οι νεκροί, και οι “ηγέτες” της δεν είναι παρά οι γενναιότεροι, χωρίς να ‘χουν καμμιά εξουσία πάνω στους άλλους, εκτός απ’ το να δίνουν το παράδειγμα. Κι αν ορισμένες φορές οι συκοφάντες ριχτούν στην ανεύρεση επαγγελματιών της εξέγερσης, θα τους βρούνε σίγουρα στα σπίτια τους: οι μόνοι που πληρώνονται για να βρεθούν στο θέατρο των ταραχών είναι η αστυνομία και οι δημοσιογράφοι. Αν βρεθείτε ποτέ ως ερασιτέχνες, δε θα βρείτε παρά ανθρώπους που αγαπούν αυτό που κάνουν, κι αν σας συμβεί παραπάνω από μια φορά, τότε θα είστε μεταξύ πραγματικών ερασιτεχνών.

*~*~*

Μετάφραση από Bibliothèque des Emeutes (http://www.teleologie.org/), βλ. επίσης:

Καλά μπάχαλα και κακά μπάχαλα – Bibliothèque des Emeutes

Η αναταραχή στον αραβικό κόσμο, Γενάρης-Φλεβάρης 2011

Εστίες ταραχών και τόποι όπου εκδηλώθηκαν διαδηλώσεις ή άλλα συμβάντα επιρρεασμένα απ’ την εξέγερση

Ένα χρονολόγιο των εξεγέρσεων στον “αραβικό κόσμο”, οσοδήποτε αναλυτικό, δεν είναι δυνατόν να καλύπτει την πορεία των ανατρεπτικών γεγονότων και κάθε όψη τους, ωστόσο μια τέτοια καταγραφή ενέχει τη φιλοδοξία ενός βασικού εργαλείου, χρήσιμου για την ανάλυση της τρέχουσας φάσης.

Το παρόν βασίστηκε στο blog σύγχρονης ανθρωπολογίας του Alain Bertho και στο Le Jura Libertaire. Περισσότερες πληροφορίες στα ελληνικά μπορούν να βρεθούν στα “Διεθνή Νέα” του αθηναϊκού indymedia, στο L’ Enfant de la Haute Mer και στο ContraInfo. Επίσης, στα αγγλικά, στο Occupied London (http://www.occupiedlondon.org/cairo/).

Τυχόν διορθώσεις και περισσότερες πληροφορίες θα προστεθούν τις επόμενες μέρες, με επισήμανση της ημερομηνίας τελευταίας ενημέρωσης στην αρχή της δημοσίευσης.

~

“Φαίνεται πως η εξέγερση έπρεπε να διαθέτει μια γερή βάση, απρόσβλητη όχι μόνο απ’ τις επιθέσεις, αλλά κυρίως απ’ τον φόβο των επιθέσεων” – T. E. Lawrence

20/2

Λιβύη: “Εκτός ελέγχου” η κατάσταση στη Βεγγάζη, πάνω από 200 νεκροί από πυρά των δυνάμεων ασφαλείας. Σαμποτάζ και σε πετρελαιοπηγές και συμπλοκές εργατών με φύλακες, ένα κτίριο παραδίδεται στις φλόγες.

Αίγυπτος: Τέλος της απεργίας στην Misr Filature, την πιο μεγάλη βιομηχανία της χώρας, μετά από αύξηση 25% των μισθών. Επαναλειτουργία των τραπεζών σ’ όλη τη χώρα, με απώλειες ύψους 17%. Οι τράπεζες και κρατικές υπηρεσίες και ταμεία είχαν κλείσει από το καθεστώς ήδη από τις πρώτες μέρες της εξέγερσης, ώς μέσο τρομοκράτησης του πληθυσμού, μέτρο που άσκησε ιδιαίτερη οικονομική πίεση σε μεγάλο μέρος του κόσμου της εξέγερσης που παράλληλα απεργούσε και βρισκόταν όλη μέρα στους δρόμους. Αν κι ο κόσμος της εξέγερσης δεν ήταν αμειγώς εργατικός, κι όπου ήταν (Σουέζ, Mahalla, Kafr el-Dawwar, Ισμαηλία κλπ), εμφανιζόταν περισσότερο ως “διαδηλωτές”, παρά ως “εργάτες”. Ωστόσο, η αλλαγή συσχετισμών που επέβαλε η εξέγερση, μεταφράστηκε μεταξύ άλλων και σε έκρηξη των εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων σ’ όλη τη χώρα. Εντωμεταξύ, το κράτος κινητοποιεί τον μηχανισμό καθαριότητας για να σβήσει απ’ τους τοίχους (και την κοινωνική μνήμη) τα εκατοντάδες γκραφίτι της εξέγερσης. Πάνω από 365 οι νεκροί, τουλάχιστον 1.000 αγνοούμενοι.

Κίνα: συλλήψεις ακτιβιστών που οργάνωναν πορείες αλληλεγγύης στις αραβικές εξεγέρσεις, και προειδοποιήσεις εναντίον όσων σκέφτονται να διαδηλώσουν.

19/2

Αλγερία: Συγκρούσεις στο Αλγέρι μεταξύ διαδηλωτών και υποστηρικτών του προέδρου Bouteflika, κι απώθηση των διαδηλωτών από δυνάμεις της αστυνομίας προς τη συνοικία Belcourt. Κάποιοι κάτοικοι πετούν πέτρες και διώχνουν τους διαδηλωτές, ενθαρρυμένοι απ’ την ανοχή της αστυνομίας, φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του προέδρου και του πρωθυπουργού.Πάνω από 1.000 συλλήψεις στο Αλγέρι, τις τελευταίες μέρες.

Λιβύη: Άγριες διαδηλώσεις στη Βεγγάζη. Χρήση πραγματικών πυρών απ’ την αστυνομία. Τουλάχιστον 20 νεκροί στην Al-Beydha. Η Βεγγάζη αποτελεί πραγματικό προπύργιο της εξέγερσης, όπως το Sidi Bouzid στην Τυνησία, το Σουέζ στο ξεκίνημα της αιγυπτιακής εξέγερσης κλπ. Το καθεστώς Καντάφι παραληρεί για “πράκτορες ξένων εθνικοτήτων -τυνησιακών, αιγυπτιακών-σουδανικών-συριακών-παλαιστηνιακών και τουρκικών- επιφορτισμένων να σαμποτάρουν τη σταθερότητα της Λιβύης, υποκινώντας σε πράξεις λεηλασίας, σαμποτάζ κι εμπρησμών τραπεζών, δικαστηρίων, φυλακών, αστυνομικών τμημάτων, στρατώνων και νοσοκομείων”. Στρατιωτικό απόσπασμα φτάνει στη Βεγγάζη μόνο και μόνο για να συνοδεύσει τον γιό του Καντάφι που κρύβεται σε καταφύγιο.
Βίντεο: https://berthoalain.wordpress.com/2011/02/19/affrontements-a-benghazi-et-al-bayda-fevrier-2011-videos/

Μπαχρέιν: συνεχίζεται η αναταραχή στο μικρό σιιτικής πλειοψηφίας και σουνίτικης μοναρχίας βασίλειο, που χρησιμεύει ως ναύσταθμος του πέμπτου αμερικανικού στόλου. Απόσυρση των τεθωρακισμένων του στρατού.

Αλγερία: Απόπειρες διαδήλωσης εκατοντάδων ανθρώπων καταστέλλονται εν τη γεννέσει. Επαναλαμβάνονται συχνά με επιτυχία μέθοδοι που είδαμε στα γαλλικά προάστεια: επιλογή της χωροταξίας της σύγκρουσης απ’ τους ίδιους τους εξεγερμένους, με ενέδρες που μετατρέπουν τα φτωχά προάστια και τις παραγκουπόλεις σε προνομιακό πεδίο μάχης με την αστυνομία.

Μαυριτανία: Διαδηλώσεις ενάντια στη λειψυδρία και την ακρίβεια στη Vassala (νοτιοανατολικά).

Τζιμπουτί: ένας διαδηλωτής κι ένας αστυνομικός νεκροί σε συγκρούσεις μετά από αντικυβερνητική διαδήλωση που κάλεσε η αντιπολίτευση, τρεις ηγέτες της οποία συνελήφθησαν τις προηγούμενες μέρες.

18/2

Μαρόκο: Άγριες διαδηλώσεις στα βόρεια ενάντια στην ακρίβεια στην ηλεκτροδότηση και στο νερό, επίθεση στο αστυνομικό τμήμα και σε γραφεία γαλλικών επιχειρήσεων στο Tanger.

Λιβύη: Οι αρχές μπλοκάρουν την πρόσβαση στο διαδίκτυο, σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η ομάδα για μια “Μέρα της Οργής” αριθμούσε πάνω από 10.000 φίλους, σε σύνολο 300.000 χρηστών του ίντερνετ στη Λιβύη.

Τυνησία: Από μια απλή διαμάχη μεταξύ κατοίκων της Sned και της Alim, αναπτύσσονται ταραχές που γρήγορα ξεσπούν σε εμπορικά καταστήματα και αυτοκίνητα στη Sned κι εναντίον αστυνομικών.

Μπαχρέιν: Ο στρατός ανοίγει πυρ κατά των συγκεντρωμένων στην κεντρική πλατεία Μαργαριταριού της Μανάμα τραυματίζοντας 26 άτομα. Κυριαρχούν συνθήματα για πτώτη της μοναρχίας, κι επίσης αδελφοσύνης σιιτών και σουνιτών.

Αίγυπτος: συγκέντρωση χιλιάδων στην πλατεία Ταχρίρ, για να γιορταστεί η φυγή του Μουμπάρακ, ενός απ’ τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου (με 70 εκ δολλάρια προσωπική περιουσία) και συντρόφου του Μπεν Αλή, Νετανιάχου, Παπανδρέου και άλλων στη Σοσιαλιστική Διεθνή, και προκειμένου να ασκηθεί πίεση στον στρατό για απελευθέρωση των συλληφθέντων.

17/2

Λιβύη: Ημέρα της Οργής και ταραχές σε έξι τουλάχιστον πόλεις (Τρίπολη, Βεγγάζη, Ajdabia, Zentan, Darna, Chabi), με 13 νεκρούς (σύμφωνα με το καθεστώς. Δεν υπάρχουν ανεξάρτητες πηγές), μετά από κάλεσμα για μια Ημέρα της Οργής, εμπνευσμένης απ’ τις αντίστοιχες σε Τυνησία και Αίγυπτο. Εκατοντάδες καθεστωτικοί συγκεντρώνονται στα σημεία των διαδηλώσεων πριν τους διαδηλωτές και προκαλούν συγκρούσεις. Κυκλοφόρησε μάλιστα κι ένα κάλεσμα-πρόκληση των υποστηριχτών του Καντάφι, μέσω κινητών τηλεφώνων, πριν τις συγκεντρώσεις: “Κάθε νέος Λίβυος που έχει το θράσσος να περάσει τις τέσσερις κόκκινες γραμμές, ας έρθει να τα βάλει με μας στους δρόμους της αγαπημένης μας πατρίδας”. Οι τέσσερις κόκκινες γραμμές αναφέρονται σ’ έναν λόγο του Σαϊφ ελ-Ισλάμ, γιού του Καντάφι, που περιέγραψε τα θεμέλια της πατρίδας του ως τον Ισλαμικό Νόμο, το Κοράνι, τα σώματα ασφαλείας και τον πατέρα του. Στην Beydha οι διαδηλωτές είναι ισχυρότεροι, παραδίδουν στις φλόγες ένα όχημα της αστυνομίας. Τραγουδούν “η Μπεϊντά δε φοβάται τίποτα, ο Καντάφι να την φοβάται”. Βίντεο: http://translate.googleusercontent.com/translate_c?hl=el&ie=UTF-8&sl=fr&tl=el&u=http://juralibertaire.over-blog.com/article-jour-de-colere-reprime-dans-le-sang-en-libye-17-fevrier-67436662.html&prev=_t&rurl=translate.google.com&usg=ALkJrhhVuVfYduUanabXLoSqUjxelfpq5Q
Διαδραστικός χάρτης: http://maps.google.com/maps/ms?ie=UTF8&hl=en&msa=0&msid=215454646984933465708.00049c59184ae1136341a

Ιράκ: Ταραχές σε Κιρκούκ, Μπάσρα, Σουλεϊμανία και Κουτ. Στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόκειται απλά για άοπλους -ή έστω με καμμιά πέτρα- διαδηλωτές που φωνάζουν συνθήματα για καλύτερες υπηρεσίες, ηλεκτρισμό, ύδρευση, και πυροβολούνται στο ψαχνό από κάποια απ’ τις διάφορες ιδιωτικές εταιρίες ασφαλείας που λυμαίνονται την περιοχή. Στην Σουλεϊμανία, οι διαδηλωτές επετέθηκαν στα γραφεία του Πατριωτικού Δημοκρατικού Κόμματος του Κουρδιστάν. Οι φρουροί άνοιξαν πυρ. Στο Κουτ, πόλη 850.000, πάνω από 1.000 άνθρωποι διαδήλωσαν ζητώντας την απελευθέρωση 45 συμπολιτών τους που βρίσκονται προφυλακισμένοι μετά από συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας την προηγούμενη μέρα, οπότε είχαν πυρποληθεί τα τοπικά κυβερνητικά γραφεία και η κατοικία του τοπικού διοικητή μετά την υπεξαίρεση χρημάτων που προορίζονταν για την ηλεκτροδότηση της περιοχής, απαιτώντας την παραίτησή του. Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν ανοίξει ξανά πυρ, σκοτώνοντας τρεις ανθρώπους και τραυματίζοντας τουλάχιστον 27. “Θα μείνουμε στους δρόμους μέχρι να φύγει ο διοικητής” λέει ο Mahdi al-Yasiry, ένας 37χρονος άνεργος μηχανικός “τα πάντα εδώ είναι άσχημα. Ούτε χορτάρι δεν έχει, ούτε ηλεκτρισμό, ούτε δουλειές, τίποτα”.

Αίγυπτος: επιστρέφουν στη δουλειά οι 24.000 εργαζόμενοι της Mahalla, που βρίσκονταν σε απεργία επ’ αόριστον. Συνεχίζονται πολλές απεργίες στις εργατουπόλεις Σουέζ και Kafr el-Dawwar.

16/2

Ιράν: Συγκρούσεις στην Τεχεράνη, μετά τη κηδεία του νεκρού διαδηλωτή της 14/2. Το καθεστώς οργανώνει αντιδιαδήλωση, καλώντας τον κόσμο να εκφράσει το “μίσος” του για την αντιπολίτευση.

Αίγυπτος: Οργισμένοι απεργοί επιτίθενται στο υπουργείο γεωργίας, συμπλοκές με τις στρατιωτικές δυνάμεις. Γενική απεργία κι έκρηξη των εργατικών διεκδικήσεων (150 ευρώ κατώτατος μισθός σε πολλούς κλάδους, καταβολή υπερωριών, αποχώρηση ευνοουμένων του Μουμπάρακ από κρατικές βιομηχανίες και υπουργεία κλπ).

Λιβύη: ελεύθεροι σκοπευτές σκοτώνουν τρεις ανθρώπους στην Al Beida, μαρτυρίες για πυροβολισμούς από ελικόπτερα. 13 οι νεκροί τελικά. Ταραχές στη Βεγγάζη. Μεταφορά “Φρουρών της Επανάστασης” με οπλισμό στην Al Beida και μαρτυρίες για “ανθρωποσφαγή”.

15/12

Λιβύη: 10 αστυνομικοί και 3 “σαμποτέρ” τραυματίες, σύμφωνα με τον τύπο της Λιβύης σε ταραχές στη Βεγγάζη, μετά τη σύλληψη ακτιβιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο έργο της αστυνομίας συμπαρίστανται και καθεστωτικοί “οπαδοί του Καντάφι”, ενώ την επόμενη μέρα οργανώνονται απ’ το καθεστώς συγκεντρώσεις υπέρ του, τις οποίες προβάλλει η κρατική τηλεόραση. Οι 3 στασιαστές πεθαίνουν. Το καθεστώς του Μουαμμάρ Καντάφι μετράει 41 χρόνια στην εξουσία.

Αλγερία: Ταραχές στην κοινότητα Chorfa (Bouira), μετά τον άγριο ξυλοδαρμό τριών παιδιών από όργανα της εθνικής χωροφυλακής (το ένα οδηγήθηκε στο νοσοκομείο σε κώμα, μετά από ξυλοδαρμό από μπάτσους επειδή άναψε τσιγάρο στα κρατητήρια). Οι κάτοικοι κάλεσαν έκτακτη συνέλευση στην οποία ανταποκρίθηκαν δεκάδες άνθρωποι και βάδισαν προς το τοπικό τμήμα. Σύμφωνα με τους κατοίκους ήταν μόνο ένα περιστατικό απ’ τα δεκάδες, αστυνομικής βίας και προκλήσεων.

Μπαχρέιν: Ημέρα της οργής στην πρωτεύουσα Μανάμα του νησιωτικού κρατιδίου στον αραβικό κόλπο. Ένας νεκρός και 25 τραυματίες μετά από επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας του καθεστώτος. Μικρές συγκεντρώσεις καταστέλλονται βίαια απ’ την αστυνομία στα προάστια.

Αίγυπτος: εργατικές διαδηλώσεις, καθηστικές διαμαρτυρίες και καταλήψεις σ’ ολόκληρη τη χώρα (κυρίως μεταφορές, υγεία, υφαντουργία, εκπαίδευση, βαριά βιομηχανία, υπηρεσίες), σφήνα και μια συγκέντρωση 300αριά μπάτσων στο υπουργείο εσωτερικών: “αδυνατούμε να ξαναγυρίσουμε στη δουλειά μας όσο ο κόσμος μας μισεί” γράφει μια πικέτα. Όπως και στο Sidi Bouzid μετά το φευγιό του Μπεν Αλή, κι εδώ η αστυνομία προσπαθεί να οργανώσει διαδήλωση με κεντρικό σύνθημα την αποποίηση κάθε ευθύνης εκ μέρους της για την καταστολή (διαταγές εκτελούσε), την απόδοση της κακής εικόνας της σε παρεξηγήσεις που υπερέβαλλαν τα ΜΜΕ, και την οικειοποίηση συνθημάτων και χώρων των εξεγερμένων. Στο μεταξύ το υπουργείο εσωτερικών ανακοινώνει πως κατά τις ταραχές έξι αξιωματικοί, έντεκα αστυνομικοί και δεκαπέντε βοηθοί έχασαν τη ζωή τους, ενώ 342, 167 και 570 αντίστοιχα τραυματίστηκαν. 99 αστυνομικά τμήματα πυρπολήθηκαν, έξι φυλακές και αμέτρητα αστυνομικά οχήματα.

14/2

Αλγερία: Αιφνίδιες συγκρούσεις στο Akbou μεταξύ νεολαίων και αστυνομίας. Το ίδιο απόγευμα ξανά στο Akbou, συγκρούσεις ξέσπασαν όταν η αστυνομία επιτέθηκε σε καταλήψεις αδιάθετων “εργατικών κατοικιών”.

Ιράν: Αντικυβερνητική διαδήλωση σε αλληλεγγύη με της εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Τυνησία καταστέλλεται βίαια. Ένας νεκρός διαδηλωτής. Ακολουθούν συγκρούσεις με την αστυνομία.

Αίγυπτος: Άγρια διαδήλωση εκατοντάδων εργατών ενάντια στην κρατικά ελεγχόμενη Γενική Συνομοσπονδία Αιγυπτίων Εργαζομένων, εμποδίζεται απ’ τη στρατιωτική αστυνομία λίγο πριν τα γραφεία της ΓΣΑΕ, ενώ συλλαμβάνεται κι ένα στέλεχός της για να εξευμενιστεί το πλήθος. Άγριες απεργίες σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας (χαλουβουργία, υφαντουργία, ΜΜΕ, πετρελαιοβιομηχανία, τράπεζες και δημόσιο), με κύριο αίτημα την αύξηση στους μισθούς. Ενδεικτικά, οι δημόσιοι υπάλληλοι παίρνουν γύρω στα 40 ευρώ τον μήνα, όταν ένα κιλό κρέας έχει φτάσει να πουλιέται 9 ευρώ! Ο στρατός ζητά την ανάκληση όλων των απεργιών και την επιστροφή στην ομαλότητα. Σε μια χώρα που το 40% του πληθυσμού ζει με λιγότερο από 2 δολλάρια την ημέρα, η πλειοψηφία του κόσμου της εξέγερσης ήδη έχει φτάσει οικονομικά στα όριά της.

13/2

Αλγερία: Ταραχές στις παραγκουπόλεις του Oued Ouchayeh, μετά από αστυνομικές επιχειρήσεις εκκένωσεις κατειλημένων “εργατικών κατοικιών” που είχαν μείνει αδιάθετες και διάλυσης παραπηγμάτων. Η εξέγερση γενικεύεται στις παραγκουπόλεις του Αλγεριού. Ταραχές και στην Annaba, όπου 3.000 νέοι άνεργοι πολιόρκησαν επί ώρες τα γραφεία του αλγερινού ΟΑΕΔ, μετά την εξαγγελία 7.000 νέων θέσεων εργασίας στην περιοχή που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Συγκρούσεις στην κωμόπολη Tadmaït (Tizi Ouzou) κατά την νύχτα, όπου οργισμένοι νέοι φωνάζοντας αντικυβερνητικά συνθήματα επιτέθηκαν σε αστυνομικούς με πέτρες και μολότωφ. Οι συγκρούσεις κράτησαν ως το πρωί, όπου και οι εξεγερμένοι διαλύθηκαν, υπό συνεχή ρίψη δακρυγόνων απ’ την μεριά της αστυνομίας.

Αίγυπτος: λυντσάρισμα του διευθυντή της κρατικής τηλεόρασης, σώζεται την τελευταία στιγμή χάρη στον στρατό. Εκκένωση της Ταχρίρ απ’ τους διαδηλωτές, κι απόδοσή της στην κυκλοφορία απ’ τον στρατό. Μαζική καθαριότητα στην πλατεία Ταχρίρ από διαδηλωτές: “Το σπίτι σας, μπορείτε να το καθαρίσετε, σωστά; Ε λοιπόν, η Αίγυπτος είναι το σπίτι μας” δηλώνει στο reuters ο Abdelrahman Atta, πατέρας έξι κορών στην εξέγερση.

12/2

Αλγερία: Συγκρούσεις στην Naciria, μετά από διαδηλώσεις νέων ανέργων που καταστέλλονται απ’ την αστυνομία. Γίνεται επίθεση με πέτρες και μολότωφ στο αστυνομικό τμήμα της πόλης. Το ίδιο σκηνικό στο Bordj-Menaiel. Στην Αλγερία, ο αριθμός των εξεγερμένων είναι παντού σχετικά μικρός, 5-10.000 άνθρωποι ανά διαδήλωση. Στο Αλγέρι (πλατεία πρωτομαγιάς) και στο Οράν, η αστυνομία καταλαμβάνει τις πλατείες πριν τους διαδηλωτές και συλλαμβάνει όσους προσέρχονται. Σύμφωνα με αναφορές στο twitter, η αστυνομία παντού συλλαμβάνει κατά προτεραιότητα γυναίκες. Το κράτος κινητοποίησε 25.000 ένστολους και 5.000 μπάτσους με πολιτικά.

Αίγυπτος: Αποχώρηση του Μουμπάρακ. Πανηγυρισμοί και λαϊκή γιορτή στην πλατεία Ταχρίρ. Μαζικές απεργίες στο Σουέζ και στο Δέλτα του Νείλου. Ο στρατός αναλαμβάνει τη διοίκηση της χώρας, ζητώντας απ’ τον κόσμο να επιστρέψει στα σπίτια και στις εργασίες του και να μπει ένα τέλος στις απεργίες. Πανεπιστημιακοί σχηματίζουν εικοσαμελή επιτροπή για να συνδιαλλεχθεί με το ανώτατο συμβούλιο των ενόπλων δυνάμεων για την μεταβατική φάση, και ζητά απ’ τους διαδηλωτές να αποχωρήσουν απ’ την Ταχρίρ. Χιλιάδες κόσμου παραμένουν στην πλατεία, καχύποπτοι προς τις εγγυήσεις του στρατού, ενώ αρκετοί είναι και αυτοί που δε συμμετείχαν στις ταραχές αλλά τώρα έρχονται να αποτίσουν φόρο τιμής στους νεκρούς και να βρουν συγγενείς και φίλους τους. Εξέγερση στις φυλακές του Marg στο Κάιρο, πάνω από 600 κρατούμενοι καταφέρνουν να δραπετεύσουν.

11/2

Αίγυπτος: Άγριες διαδηλώσεις στο Σινά: Τουλάχιστον 1000 διαδηλώνουν άνθρωποι στη Ράφα, ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ αστυνομικών και διαδηλωτών. Ένας νεκρός διαδηλωτής. Η διαδήλωση κατευθύνεται προς το αστυνομικό τμήμα που πυρπολείται με μολότωφ. Στο El Arish, εκατοντάδες άνθρωποι επιτίθενται στο αστυνομικό σμήμα με μολότωφ, προσπαθώντας να απελευθερώσουν συλληφθέντες του καθεστώτος Μουμπάρακ. 3 αστυνομικοί νεκροί, αλλά και τουλάχιστον 10 διαδηλωτές και 43 τραυματίες. Στο El Arish, η αστυνομία αντικαθίσταται από ένοπλες πολιτοφυλακές κατοίκων, καθώς οι μπάτσοι εγκαταλείπουν την περιοχή. Ανακοινώνεται η αποχώρηση του Μουμπάρακ απ’ την προεδρία, απ’ τον αντιπρόεδρο Ομάρ Σουλεϊμάν. Μετά από λίγο γίνεται αντιληπτή και η εξαφάνιση των ασφαλιτών και των παρακρατικών της Μπαλταγκία απ’ τους δρόμους, και οι διαδηλωτές καταλαμβάνουν πολλά κυβερνητικά κτίρια, κυρίως στο Σουέζ. Εξαπλώνονται οι απεργίες στην υφαντουργία, τις πετρελαϊκές, το γκάζι, την μεταλλουργία, τη διώρυγα του Σουέζ και τις συναφείς δραστηριότητες, τους σιδηροδρόμους, τα αεροδρόμια, τα ταχυδρομεία, στο εμπόριο, τον ηλεκτρισμό, τις τηλεπικοινωνίες και το δημόσιο. Εκκενώνονται οι έδρες πολυεθνικών στο “Smart Village”, την μικρή Silicon Valley προς την Αλεξάνδρεια (Vodafone, IBM κα). Οι υφαντουργοί της Mahalla (26.000 εργάτες) σε πολιτική απεργία ως ένδειξη αλληλεγγύης στους διαδηλωτές της Ταχρίρ. Η εργατούπολη Mahalla στο Δέλτα του Νείλου έχει μια σχετική παράδοση εργατικών αγώνων και συνείδησης, καθώς η μαχητική απεργία του 2006 έδρασε σαν πυροκροτητής για διάσπαρτες απεργίες και κινητοποιήσεις τα επόμενα χρόνια.

Αλγερία: Ταραχές στο Akbou. Εκατοντάδες νέοι με πέτρες παίρνουν στο κυνήγι διμοιρίες Αλγερινών ΜΑΤ. Ευρεία χρήση δακρυγόνων. Η κυβέρνηση αναβάλλει όλα τα δρομολόγια προς το Αλγέρι, από φόβο οργισμένων διαδηλώσεων.

10/2

Τυνησία: αυτοπυρπόληση μιας Τυνήσιας ο σύζυγός της οποίας αδυνατούσε να καταβάλει τα έξοδα για εγχείριση καρκίνου απ’ το ταμείο του.

Ισπανία: οι λεωφοριοδηγοί της Βαρκελώνης (CGT) σε πολιτική απεργία αλληλεγγύης στους συναδέλφους τους και τους εργάτες του Καίρου.

Αίγυπτος: Γενική απεργία σε πολλούς τομείς της οικονομίας (μεταφορές, υπηρεσίες, εμπόριο κλπ). Συγκρούσεις στη Kharga μεταξύ αστυνομικών και διαδηλωτών με πέντε νεκρούς διαδηλωτές. Επίθεση και καταστροφή της αστυνομικής διεύθυνσης του Πορτ-Σάιδ.

9/2

Αίγυπτος: Απεργίες, διαδηλώσεις και συγκρούσεις με τραυματίες στο Σουέζ, στην Αλεξάνδρεια, το Κάιρο, την Mahalla, Kafr el-Zaiat (νοσοκόμοι), Menoufeia (εργάτες Schweppes) και το Ασσιούτ, Λούξορ και Beni Shouqeir (Άνω Αίγυπτος). Απεργία στους σιδηροδρόμους και στη διώρυγα του Σουέζ, και κατάληψη εταιρικών γραφείων.

8/2

Αίγυπτος: όσον αφορά τους αριθμούς, στην πλατεία Ταχρίρ εναλλάσσονται εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, 50.000 στην Αλεξάνδρεια, ενώ στις άλλες πόλεις, οι διαδηλώσεις συγκεντρώνουν 5.000 με 20.000 ανθρώπους. Εξαγγελία αυξήσεων 15% στους δημοσίους υπαλλήλους και στις κρατικές συντάξεις από την 1η Απρίλη, απ’ τον Ομάρ Σουλεϊμάν. Με τιμές ήρωα υποδέχονται οι συγκεντρωμένοι στη Ταχρίρ τον W. Gonem, στέλεχος της Google που είχε απηχθεί για 12 μέρες απ’ τις υπηρεσίες ασφαλείας. Για την Κομμούνα της Ταχρίρ: από τις πρώτες κιόλας μέρες στήθηκαν οδοφράγματα στους γύρω δρόμους (περιμετρικά πιο σταθερά, από κάγκελα και λίθους, ενώ υπάρχουν και κινούμενα από μέσα, από λαμαρίνες), ενώ, οι γυναίκες κυρίως, έφτιαξαν τα ιδιόμορφα “καπέλα” αποτελούμενα από μαλακά (εσωτερικά) και σκληρά (εξωτερικά) υλικά, για προστασία από θραύσματα, πέτρες κλπ. Το μικρό τζαμί στο διπλανό δρομάκι έχει μετατραπεί σε κέντρο πρώτων βοηθειών, ενώ οι εθελοντές ιατροί βρίσκονται όλη μέρα στην πλατεία παρέχοντας πρώτες βοήθειες. Έξω απ’ το τζαμί, έχουν διαμορφωθεί με στρώμματα και καράκλες χώροι για τους τραυματίες, ενώ εθελοντικά βοηθούν και φοιτητές ιατρικής και ακτιβιστές. Ανάλογο σκηνικό και στο Αιγυπτιακό Μουσείο. Παντού είναι ορατό ένα κυνήγι αστυνομικών με πολιτικά, ενώ τα λάφυρα (ταυτότητες, μαχαίρια, βομβίδες, φυσίγγια) εκτίθενται σ’ έναν ξεχωριστό χώρο. Ωστόσο αυτό δεν αποθαρρύνει τον κόσμο απ’ το να καταφτάνει συνέχεια. Οι επιθέσεις των παρακρατικών, καθώς αντιμετωπίζονται συλλογικά και συγκροτημένα, δεν αποθαρρύνουν τους διαδηλωτές αλλά αντίθετα αυξάνουν την αποφασιστικότά τους. Υπάρχει μικροφωνική και ηχεία εγκατεστημένα μέρα νύχτα, για την ενημέρωση και τη χαλάρωση του κόσμου. Ακούγονται τόσο οι κασσέτες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, όπου ο στίχος “Ο Αλλάχ είναι μεγάλος” επαναλαμβάνεται κάθε 2 στροφές, όσο και ροκ μουσική. Οι συγκεντρωμένοι κοιμούνται με βάρδιες κανονισμένες εκείνη τη στιγμή, φύρδην μίγδην στο πάτωμα (αρκετοί έχουν φέρει χαλιά για όλους), τυλιγμένοι με κουβέρτες. Υπάρχει χώρος με ανοιχτές εφημερίδες για διάβασμα, χώρος για φόρτιση των κινητών, χώρος όπου εκτίθενται φωτογραφίες των μαρτύρων-νεκρών της εξέγερσης. Υπάρχει κόσμος απ’ όλες τις ηλικίες, αν και κυριαρχούν οι νέοι, και απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις. Υπάρχει επίσης κέντρο αντιπληροφόρησης, με υπολογιστές, κινητά, βιντεοκάμερες που έχουν συγκεντρώσει αιγύπτιοι και διεθνείς υποστηρικτές κι ένα μοίρασμα των δουλειών (σκούπισμα, καθάρισμα, σκοπιές, περιφρούρηση-περιπολίες-έλεγχος αυτοκινήτων, μεταφορά “πολεμοφοδίων”, τροφίμων κλπ) που φαίνεται να γίνεται βάσει πρωτοβουλιών και συνεννοήσεων της στιγμής.

 

Αλγερία: Ταραχές σε διάφορα μέρη της χώρας. Στην Naciria (Bouira) οδοφράγματα και συγκρούσεις με την αστυνομία από νέους ανέργους. Στο El Harrouch (Skikda) συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών καταληψιών στέγης και αστυνομίας με 13 αστυνομικούς και 3 κατοίκους τραυματίες. Στο Sidi Amar (Annaba) εκατοντάδες άνεργοι κλείνουν τους δρόμους και αντιμετωπίζουν την αστυνομική καταστολή. Στο Bordj Menaïel (Boumerdes), 200 άνεργοι μπλοκάρουν την εθνική οδό προς το Αλγέρι, ζητώντας σταθερές θέσεις εργασίας και καταστέλλονται απ’ την αστυνομία. Στο Tazmalt (Bejaïa), οι εργάτες της γαλακτοβιομηχανίας la Vallée, μπλοκάρουν την εθνική οδό προς το Αλγέρι διαμαρτυρόμενοι ενάντια στις περικοπές θέσεων εργασίας (40 απολύσεις είχε εξαγγείλει η συγκεκριμένη εταιρία).

Τυνησία: Νέες κινητοποιήσεις, λυτσάρισμα του κυβερνήτη της περιοχής Sousse (νότια) κι εξαναγκασμός του να αποχωρήσει απ’ τη θέση του, όπου βρισκόταν και με το κόμμα του Μπεν Αλή, το ίδιο σκηνικό και σε Monastir, Medenine, Gafsa. Άγριες διαδηλώσεις με ανάλογα αιτήματα σε Bizerta, Kairouan, Gabes, Kebili, Manouba, Zaghouan, Siliana, Tozeur, Medenine, Beza.  Το κράτος κινητοποιεί τους εφέδρους για προστασία των κυβερνητικών κτιρίων. Συνολικά 14 δικαστήρια, αρκετές φυλακές και δεκάδες κυβερνητικά κτίρια έχουν καεί στη διάρκεια των ταραχών.

7/2

Αίγυπτος: Τρεις νεκροί κι εκατοντάδες σε συγκρούσεις με την αστυνομία στην περιοχή της El-Kharga, στα νοτιοδυτικά της χώρας.

Σομαλία: Αιφνίδια ταραχή στο Las Anod της Σομαλιλάνδης, μετά από αυθόρμητη αντικυβερνητική διαδήλωση, με αφορμή την έντονη καταστολή και τις προφυλακίσεις των δασκάλων της πόλης.

Αλγερία: Εκατοντάδες κάτοικοι του χωριού Toumiate, κοντά στη Skikda, στήνουν οδοφράγματα κι αντιπαρατίθενται στην αστυνομία στην εθνική οδό που ενώνει την Κωνσταντίνη με την Annaba, μετά τον θάνατο τεσσάρων παιδιών του χωριού από μολυσμένο νερό. Σύμφωνα με το αλγερινό Radio Kalima, αργά την νύχτα ελλιμενίστηκαν δυο φορτηγά πλοία μεταφέροντας δακρυγόνα και εξοπλισμό αντιμετώπισης διαδηλώσεων.

6/2

Αλγερία: Συγκρούσεις στο Haï Chahid Mahmoud και στο Misserghine, όταν η αστυνομία επιχείρησε να εκκενώσει κατοικίες που είχαν καταληφθεί από άστεγους και φτωχούς κατοίκους της περιοχής (γύρω στις 100 οικογένειες). Ένας καταληψίας προσπαθεί να αυτοπυρποληθεί αλλά τον προλαβαίνουν άλλοι. Σύμφωνα με μαρτυρίες καταληψιών, η αστυνομία είναι ιδιαίτερα βίαιη στις επιθέσεις της εναντίον των κατειλημένων σπιτιών.

Τυνησία: Ταραχές στο Kef με τέσσερεις νεκρούς διαδηλωτές από τις δυνάμεις καταστολής. Συνολικά 10 οι νεκροί στα βόρεια της χώρας από αστυνομικά πυρά. Πυρπόληση ενός αστυνομικού τμήματος με μολότωφ. Πάνω από 50 οι τραυματίες της ημέρας.

Αίγυπτος: Έκρηξη αγωγού γκαζιού προς την Ιορδανία στο Σινά. Διαιρέσεις στους κόλπους του στρατού (μεταξύ υψηλόβαθμων τα συμφέροντα των οποίων είναι συνδεδεμένα με το καθεστώς και μεσαίων στελεχών), και της αστυνομίας.

Αίγυπτος: Σκληρή καταστολή σ’ ολόκληρη τη χώρα και δεκάδες νεκροί. Στους δρόμους της Αλεξάνδρειας, αστυνομικοί χτυπούν μέχρι τελευταίας πνοής τον νεαρό Blogger Khaled Said που θα γίνει σύμβολο της εξέγερσης της πόλης.

5/2

Τυνησία: Δυο νεκροί από την αστυνομική καταστολή διαδήλωσης στο Kef. Συγκρούσεις και στην Gafsa. Η πόλη αυτή το 2008 είδε μια σειρά από άγριες διαδηλώσεις εργατών στα τοπικά ορυχεία.

4/2

Αίγυπτος: Γενικευμένες ταραχές σε Αλεξάνδρεια, κάιρο και Ασσουάν. Συγκρούσεις με παρακρατικούς των δυνάμεων ασφαλείας και του κόμματος του Μουμπάρακ. Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές στην κεντρική πλατεία Ταχρίρ του Καίρου.

Με την ευκαιρία, ας ρίξουμε μια ματιά στις αιγυπτιακές δυνάμεις ασφαλείας: υπάρχει η αστυνομία (al-shurta) που διοικείται απ’ το υπουργείο εσωτερικών που έχει στενές σχέσεις αλληλοεξάρτησης με τον Μουμπάρακ, αν και τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα απολαμβάνουν ευρεία αυτονομία κινήσεων. Έτσι πολλά απ’ αυτά έχουν μετατραπεί σε βιτρίνες δικτύων διακίνησης ναρκωτικών ή μαφιόζικης “προστασίας”, κάτι που έχει γονατίσει πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και άλλα σε εκκολαπτήρια φανατικών “φορέων της ηθικής” που συχνά ξεσπούν πάνω σε πιο αποκλεισμένα στρώματα της αιγυπτιακής κοινωνίας. Απ’ τη δεκαετία του 1980, η αστυνομική επιχειρηματικότητα ήρθε αντιμέτωπη με τις Μπαλταγκίες, άτυπα δίκτυα συμμοριών του δρόμου, που αποκτούσαν τον έλεγχο της παράνομης οικονομίας αρχικά των παραγκουπόλεων και στη συνέχεια των φτωχότερων συνοικιών του Καίρου. Για τους ξένους και την αιγυπτιακή αστική τάξη, η μπαλταγκία αποτελείται από φανατικούς ισλαμιστές, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει κάποια ιδεολογία. Στις αρχές του 1990, ο υπουργός εσωτερικών αποφάσισε ότι “αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, μπορείς να τους προσλάβεις” και άρχισε να μισθώνει τις υπηρεσίες τους, κυρίως τραμπουκισμούς, σεξουαλική κακοποίηση και βιασμούς, που επιστρατεύτηκαν εναντίον γυναικών διαδηλωτριών και ανδρών σε κρατητήρια κλπ. Την ίδια περίοδο, η κρατική ασφάλεια (mabahith amn al-dawla) μετατράπηκε σ’ ένα τρομακτικό άνδρο “ανακρίσεων”: βιασμών, βασανιστηρίων και “σοφρωνισμού” αντικαθεστωτικών. Η κεντρική ασφάλεια (amn al-markazi) είναι μια αυτόνομη απ’ το υπουργείο εσωτερικών δομή. Πρόκειται για τους μαυροφορεμένους κρανοφόρους που συχνά αναφέρονται στα ΜΜΕ ως “η αστυνομία”. Στην πραγματικότητα είναι ο προσωπικός στρατός του Μουμπάρακ, ανάλογος των Μπασιτζί, των “φρουρών της επαναστατικής ηθικής” του Ιράν, αλλά αντίθετα μ’ αυτούς είναι μη-ιδεολόγοι και γενικά κακοπληρωμένοι, εξ’ ού και το βλέμμα απογοητευμένης παραίτησης στα μάτια τους, καθώς διαδηλωτές και διαδηλώτριες τους φιλούσαν και τους αποσπούσαν τα όπλα. Η στιγμή αυτή, καθώς οι ίδιοι χάνονταν μέσα στο μπούγιο και δε ξαναγυρνούσαν στη θέση τους, σηματοδοτούσε και το σημείο καμπής για το καθεστώς Μουμπάρακ. Οι ένοπλες δυνάμεις είναι εντελώς διακριτές απ’ τις παραπάνω δομές, και αποτελούν το υποστήλωμα του καθεστώτος ήδη απ’ το πραξικόπημα που έφερε τους στρατιωτικούς στην εξουσία τη δεκαετία του ’50. Ωστόσο, απ’ το 1977 και την ειρήνευση με το Ισραήλ, ο στρατός έχει περιθωριοποιηθεί, και οι ανώτεροι στρατιωτικοί αποσύρθηκαν με γενναίες αποζημιώσεις από τις ΗΠΑ. Απ’ αυτές τις εξαγορές γεννήθηκε κι ένας κερδοφόρος τομέας επιχειρηματικότητας πρώην στρατιωτικών που αποτελεί καθαρή εισαγωγή κεφαλαίου από τις ΗΠΑ, με αντάλλαγμα τη στήριξη του καθεστώτος. Αυτό το (εθνικιστικό-στρατοκρατικό) κομμάτι της αιγυπτιακής αστικής τάξης, βλέπει τον εαυτό του “ευνουχισμένο” και ταπεινωμένο απ’ την υποταγή του στο αμερικανικό κεφάλαιο και την κυριαρχία των μπαλταγκίων και των διεφθαρμένων αστυνομικών στην καθημερινή ζωή, ενώ καλοβλέπει μια εθνικοποίηση του πλούτου της χώρας και τον άμεσο έλεγχό του. Έτσι, βρίσκεται σε σύγκρουση με τους νεοφιλελεύθερους αστούς γύρω απ’ το περιβάλλον του γιού και υποψηφίου διαδόχου του Μουμπάρακ, Γκαμάλ, που ιδιωτικοποιούν κάθε τί όπου μπορούν ν’ απλώσουν τα χέρια τους και ξεπουλούν τον πλούτο της χώρας στην Κίνα, τις ΗΠΑ και στις πετρελαιομοναρχίες του αραβικού κόλπου. Εντός του στρατού, υπάρχουν σώματα όπως η προεδρική φρουρά και η αεροπορία που είναι πιο κοντινά στο περιβάλλον του Μουμπάρακ, έτσι εξηγείται και το πώς ο γενικός αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, έκανε βόλτες και χαιρετούρες με διαδηλωτές, ενώ ο αρχηγός της αεροπορίας ορίστηκε απ’ τον Μουμπάρακ νέος πρωθυπουργός, αλλά και η στάση της προεδρικής φρουράς εναντίον των διαδηλωτών, στην υπεράσπιση του κτιρίου της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης. Ο αντιπρόεδρος Ομάρ Σουλεϊμάν, ήταν πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών (al-mukhabarat), που υπάγονται στον στρατό (κι όχι στην αστυνομία), προσανατολισμένες στην καταστολή και τα βασανιστήρια κυρίως μη-Αιγυπτίων, γι’ αυτό και ο Σουλεϊμάν δεν ήταν τόσο μισητό πρόσωπο όσο οι υπόλοιποι του προεδρικού περιβάλλοντος. Η υπηρεσίες πληροφοριών, αν και δεν έχουν ιδιαίτερη εκτίμηση στον Μουμπάρακ και ειδικά στο νεοφιλελεύθερο περιβάλλον του γιου του, έχουν στενές σχέσεις με τη CIA και τον αμερικανικό στρατό και είναι υπέρ του “νόμου και της τάξης” με κάθε τίμημα. Κάτι που έχει σημασία: απ’ τη Δευτέρα 31 Γενάρη, ο Naguib Sawiris, ίσως ο πλουσιότερος επιχειρηματίας στην Αίγυπτο και σήμα κατατεθέν της φράξιας του αναπτυξιακού εθνικιστικού κεφαλαίου, με ριζώματα στην κοινωνία και τη γη της Αιγύπτου, κατέβηκε στις διαδηλώσεις ζητώντας την αποχώρηση του Μουμπάρακ. Τις τελευταίες δεκαετίες, ο Sawiris και οι σύμμαχοί του απειλήθηκαν πολλές φορές απ’ την εύνοια του Μουμπάρακ και του γιού του προς τους νεοφιλελεύθερους δυτικούς και κινέζους επενδυτές. Ωστόσο, μαζί με την επιστροφή ενός “εθνικού” κεφαλαίου συνδεδεμένου με τον στρατό και οργισμένου απέναντι στην αστυνομία και το νεοφιλελεύθερο καθεστώς, μια διαδικασία που θυμίζει το αντιβρετανικό εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα του 1930-50, (αλλά και τις καρικατούρες τύπου “Σπίθα” στην Ελλάδα), ήρθε στο προσκήνιο και μια έκρηξη του εργατικού κινήματος, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων εργαζομένων.

Οι πόλεις και οι τοποθεσίες της εξέγερσης του 2011, είναι συχνά τα μέρη που εμφανίστηκαν εργατικοί αγώνες και καταστάλθηκαν το 2008-9. Στον απόηχο αυτών των κινητοποιήσεων (κυρίως καθηστικές διαμαρτυρίες, αλλά και άγριες απεργίες όπως στην Mahalla) συγκροτήθηκαν τα πρώτα ανεξάρτητα συνδικάτα, ενώ στις 30/1/2011 σχηματίστηκε η πρώτη ανεξάρτητη συνδικαλιστική ομοσπονδία. Σ’ αυτές τις κινητοποιήσεις πρωταγωνιστούν κόμματα της αριστεράς που χωρίς να συνδέονται με την Μουσουλμανική Αδελφότητα που έχει μείνει στο περιθώριο, ή με την παλιά φρουρά του Νασσερισμού, δεν κριτικάρουν ανοιχτά το Ισλάμ, και συχνά συμπαρατάσσονται με το “εθνικό κεφάλαιο”, απαιτώντας κρατικές επενδύσεις στην εθνική αναπτυξιακή οικονομία και στις μικρές επιχειρήσεις.

3/2

Τυνησία: Άγρια διαδήλωση εκατοντάδων ανθρώπων στο Sidi Bouzid μετά τον θάνατο δυο νέων σε αστυνομικό τμήμα.

Αλγερία: Δεκάδες νεαροί πολιορκούν κι επιχειρούν να πυρπολήσουν το τοπικό κοινοβούλιο της Amizour στην Καμπύλη. Εκτεταμένη χρήση χημικών και βία απ’ την μεριά της αστυνομίας.
Βίντεο από Αλγερία: https://berthoalain.wordpress.com/2011/01/06/emeutes-en-algerie-5-janvier-2011-videos/

Αίγυπτος: Γενικευμένες ταραχές σε Κάιρο και Αλεξάνδρεια. Τουλάχιστον τρεις νεκροί διαδηλωτές σε συγκρούσεις γύρω απ’ την Ταχρίρ με χιλιάδες ασφαλίτες και παρακρατικούς του Μουμπάρακ. Στην αρχή της ημέρας, η τρομοκρατία του καθεστώτος κερδίζει έδαφος και οι διαδηλωτές υποχωρούν, καθώς δέχονται τις μολότωφ και τα πυρά των παρακρατικών από γέφυρες, ψηλά κτίρια και οχήματα, αλλά μετά την πολύωρη αντίσταση των διαδηλωτών και την αποτελεσματική άμυνά τους (αυτοσχέδιες ασπίδες και σχηματισμοί “λεγεώνας”, οδοφράγματα, αυτοοργανωμένες πρώτες βοήθειες κλπ) υποχωρούν. Αφήνουν πίσω τους τουλάχιστον 500 τραυματίες. Περιορισμένες προσπάθειες απ’ τον στρατό να χωρίσει τις δυο πλευρές, αρκετοί φαντάροι φωνάζουν “είμαστε όλοι Αιγύπτιοι”. Αργά το βράδυ ο στρατός καλεί τους διαδηλωτές να επιστρέψουν στα σπίτια και στις εργασίες τους.

2/2

Αίγυπτος: επιθέσεις παρακρατικών και ασφαλιτών στους συγκεντρωμένους στην πλατεία Ταχρίρι στο Κάιρο. Οι παρακρατικοί επιδράμουν με άλογα, καμήλες και αυτοκίνητα παρασέρνοντας κόσμο. Τουλάχιστον 3 νεκροί διαδηλωτές από πυροβολισμούς παρακρατικών. Ο κόσμος δεν υποχωρεί. Οι κόπτες χριστιανοί διαδηλωτές σχηματίζουν αλυσίδες προστατεύοντας του μουσουλμάνους διαδηλωτές την ώρα της προσευχής. Αρκετοί παρακρατικοί “συλλαμβάνονται” απ’ τους διαδηλωτές και βρίσκονται πάνω τους αστυνομικές ταυτότητες, προφανώς τις κουβαλούσαν ώστε σε περίπτωση σύλληψης να αποφύγουν τα βασανιστήρια της ανάκρισης. Παραδίδονται στη συνέχεια σε μονάδες του στρατού που παίζει έναν ρόλο τοποτηρητή.

1/2

Αίγυπτος: Συγκρούσεις μεταξύ εξεγερμένων και παρακρατικών στην Αλεξάνδρεια. Μονάδες του στρατού ρίχνουν προειδοποιητικά πυρά στον αέρα. Τυφλά πυρά και από αστυνομικούς κι ασφαλίτες εναντίον διαδηλωτών, χωρίς νεκρούς. Εκατομμύρια παραμένουν στους δρόμους των μεγαλύτερων πόλεων ζητώντας την παραίτηση του Μουμπάρακ. Ο αμερικανός πρόεδρος Μπ. Ομπάμα ζητάει μια “ασφαλή μετάβαση” με την εγγύηση του στρατού.

Αλγερία: Απεργία στην υγεία και στην εκπαίδευση διεκδικώντας καλύτερους μισθούς.

Τυνησία: Βίαιες συγκρούσεις και επιθέσεις σε κρατικά κτίρια στην Kasserine.

31/1

Αίγυπτος: Επιστροφή της αστυνομίας στους δρόμους και νέες επιθέσεις προς τους συγκεντρωμένους της Ταχρίρ. Ο ΟΠΕΚ ανακοινώνει πως υπάρχει κίνδυνος έλλειψης πετρελαίου. Γενική απεργία κηρύσσεται στην Αίγυπτο. Νέα κυβέρνηση σχηματίζει ο διορισμένος πρωθυπουργός, ενώ ο στρατός ανακοινώνει πως δε θα χρησιμοποιήσει βία ενάντια στους διαδηλωτές αλλά θα συλλάβει τους “αλήτες, τους κλέφτες και τους σαμποτέρ”. Πάνω από 250.000 διαδηλωτές στο Σουέζ, 100.000 στην Αλεξάνδρεια και 1.000.000 στο Κάιρο. Μαζικές εξακριβώσεις στοιχείων από στρατό και αστυνομία στην Ταχρίρ, και “προσπάθεια αποφυγής των ακροτήτων” από τους διαδηλωτές. Στο Ισραήλ, ο πρωθυπουργός Νετανιάχου δηλώνει πως “η χώρα του θέλει να διατηρήσει την ειρήνη με την Αίγυπτο, την μόνη αραβική χώρα μαζί με την Ιορδανία, που διατηρούν καλές σχέσεις με το Ισραήλ”.

Τυνησία: Συγκέντρωση νεαρών διαλύεται βίαια στην Τύνιδα. Γενική απεργία στην Kasserine. Η UGTT καλεί επίσημα στη γενική απεργία που είχε διαδοθεί ήδη “από τα κάτω”.

30/1

Αίγυπτος: Εξέγερση και μαζική απόδραση πάνω από 1.000 κρατουμένων απ’ το Wadi Natroun, φυλακές μεταξύ Αλεξάνδρειας-Καίρου, ανάλογο σκηνικό σ’ ακόμη έξι φυλακές. Αεροπλάνα κι ελικόπτερα πάνω απ’ την Ταχρίρ.

Σουδάν: Άγριες διαδηλώσεις φοιτητών και νεολαίων στο Χαρτούμ, το El-Obeid και το Omdourman, στα πλαίσια μιας εθνικής εμβέλειας κινητοποίησης ενάντια στην κυβέρνηση. Η ημέρα, ορισμένη αρκετό καιρό πριν, συνέπεσε με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος απόσχισης του νοτίου Σουδάν, και με την έκτη ημέρα της εξέγερση στην Αίγυπτο. Πάνω από 1.000 φοιτητές συγκρούστηκαν με την αστυνομία με πέτρες και μικροαντικείμενα, ενώ φοιτητές-μέλη του κυβερνόντος κόμματος, ενώθηκαν με την αστυνομία.

Τυνησία: Ταραχές στην Τύνιδα κι εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων στη λεωφόρο Habib-Bourguiba, σύμβολο του αγώνα για την ελευθερία, ιδιαίτερα μετά το “καραβάνι για την ελευθερία” που κατασκήνωσε στην Casbah, μπροστά στο πρωθυπουργικό μέγαρο. Ο πρωθυπουργός της μεταβατικής κυβέρνησης Mohammed el Ghannouchi ανακοινώνει πως “οι ανησυχίες για τη σύνθεση της παρούσας κυβέρνησης είναι υπερβολικές από κάθε μεριά”.

Λιβύη: το καθεστώς ακυρώνει ποδοσφαιρικό αγώνα από φόβο επεισοδίων.

Υεμένη: Συγκρούσεις σε αντικυβερνητική διαδήλωση στο Άντεν. Στην Υεμένη, σιγοβράζει επίσης ένα αποσχιστικό κίνημα στον Νότο της χώρας ενάντια στον σιιτικό Βορρά, με ψυχροπολεμική καταγωγή, όταν Βορράς και Νότος υπάχθηκαν σε διαφορετικές ζώνες επιρροής (ΕΣΣΔ-ΗΠΑ).

Μαρόκο: Διαδήλωση στη Φες και στη Ταγγέρη, μετά από κάλεσμα της Attac Μαρόκου ενάντια στην ακρίβεια και σε αλληλεγγύη με τον αιγυπτιακό και τυνησιακό λαό.

Συρία: συγκέντρωση μπροστά στην αιγυπτιακή πρεσβεία στο Damas, παρεμποδίζεται απ’ τις αστυνομικές δυνάμεις.

29/1

Αίγυπτος: Πέμπτη μέρα της εξέγερσης κι εκατοντάδες χιλιάδες σπάνε την απαγόρευση συνάθροισης. Τα περισσότερα αστυνομικά τμήματα των μεγάλων πόλεων είναι καμμένα(60% σε Κάιρο, Ράφα, Ισμαηλία, Μπενί Σουέιφ, σύμφωνα με τις αρχές). 73 νεκροί τις δυο τελευταίες μέρες από τις δυνάμεις ασφαλείας. 50.000 άνθρωποι στην Ταχρίρ. Περιορισμένες λεηλασίες στο Κάιρο, σύμφωνα με τις αρχές από δραπέτες της φυλακής Abou Zaabal. Ο αιγυπτιακός στρατός αντικαθιστά την αστυνομία στη φύλαξη θέσεων-κλειδιά για το κράτος και την οικονομία (τράπεζες, προξενεία, οικείες κυβερνητικών στελεχών κλπ). Ο Μουμπάρακ ορίζει τον Ομάρ Σουλεϊμάν αντιπρόεδρο και ανακοινώνει ότι θα αποχωρήσει απ’ την προεδρία τον Σεπτέμβρη, παραμένοντας στη χώρα. Έκκληση της ΕΕ για “κατάπαυση της βίας” και μεταρρυθμίσεων. Ανακοίνωση του Σαουδάραβα μονάρχη Αμπντάλλαχ στήριξης στον Μουμπάρακ, μετά την παραχώρηση καταφυγίου στον Τυνήσιο πρόεδρο Μπεν Αλή. Ταραχές σε Αλεξάνδρεια και Ράφα. Η οικογένεια του Μουμπάρακ και οι δυο γιοί του, καταφεύγουν στο Λονδίνο.

Αλγερία: Διαδήλωση άνω των 10.000 στην Bejaia, στην Καμπύλη, ενάντια στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και στο καθεστώς.

28/1

Αίγυπτος: Τέταρτη μέρα της εξέγερσης, σπάσιμο της απαγόρευσης συναθροίσεων στην πράξη από χιλιάδες εξεγερμένους. Κάιρο, Αλεξάνδρεια και Σουέζ δίνουν τον τόνο με διαδηλώσεις χιλιάδων κι επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα. Διαδίκτυο και κινητά χωρίς πρόσβαση. Πυρπόληση του κυβεργείου στην Αλεξάνδρεια και σπάσιμο της απαγόρευσης κυκλοφορίας στην πράξη. Ολονύχτιες λεηλασίες κι εμπρησμοί. Αστυνομία και στρατός στους δρόμους. 60% των αστυνομικών τμημάτων της χώρας μετατράπηκαν σε στάχτες. Υποχώρηση της αστυνομίας στο Σουέζ και έλεγχος της πόλης απ’ τους εξεγερμένους. Το κράτος κόβει το ρεύμα και το νερό στην πόλη. Το ίδιο σκηνικό στο βόρειο Σινά (el-Sheikh) και στα δυτικά (Al-Salom), ενώ η εξέγερση καταστέλλεται βίαια σε Ισμαηλία, Αλεξάνδρεια, Φαγιούμ, Shbin Elkoum και Κάιρο.

Τυνησία: Διαδήλωση αλληλεγγύης προς την αιγυπτιακή πρεσβεία, κι επίθεση της αστυνομίας στην πολιορκεία της Casbah: “έξω ο Ghannouchi”. 22 υπουργοί στην μεταβατική κυβέρνηση, οι 10 απ’ αυτούς (στις θέσεις κλειδιά) είναι της παλιάς, ενώ μερικές “γλάστρες” προέρχονται απ’ την “κοινωνία των πολιτών”, ΜΚΟ, bloggers…. Η UGTT δε συμμετέχει εμφανώς στην κυβέρνηση, παρά την πρόσκληση του Ghannouchi, ωστόσο βρίσκεται σε άμεση συνεννόηση με τον μεταβατικό πρωθυπουργό.

Ιορδανία: Διαδηλώσεις χιλιάδων στο Αμμάν, το Irbid, Karak, Ma’an και Diban, ενάντια στην ακρίβεια και την κυβέρνηση.

Αλβανία: αντικυβερνητική διαδήλωση μετά από κάλεσμα της αντιπολίτευσης και ταραχές 200.000 ανθρώπων.

Γαλλία: Διαδηλώσεις αλληλεγγύης στον αιγυπτιακό λαό στο Παρίσι, την Μασσαλία κι άλλες πόλεις. Ανάλογες διαδηλώσεις σε Λονδίνο, Βαρκελώνη, Ουάσιγκτον, Νέα Υόρκη, Τόκυο, Αθήνα, Ρώμη, Ελσίνκι, Κωνσταντινούπολη, Βυρηττό, Καράκας κα. Στο Παρίσι προσάγονται για εξακρίβωση στοιχείων πάνω από 100 άτομα.

27/1

Τυνησία: συνεχίζεται η πολιορκία των πρωθυπουργικών γραφείων, γενική απεργία και διαδήλωση υπό το σύνθημα “δε θα μας κλέψει κανείς την επανάστασή μας”.

Υεμένη: Πάνω από 16.000 διαδηλωτές στην Σανά, με σύνθημα “ώρα για αλλαγή”, και αντιδιαδηλώσεις απ’ το κυβερνόν κόμμα.

Αίγυπτος: Ταραχές στο Σουέζ με εμπρησμούς οχημάτων, των κυβερνητικών γραφείων, του μεγαλύτερου ξενοδοχείου της πόλης και πολυτελών καταστημάτων, και πολύωρες οδομαχίες γύρω απ’ την πλατεία Al-Arbaïne. Πλαστικές σφαίρες, δακρυγόνα και κανόνια νερού απέναντι στους διαδηλωτές, αλλά κι ευρεία χρήση μολότωφ. Πυρπόληση ενός πυροσβεστικού. Στο Σινά, στην πόλη Zouwayed που κατοικείται κυρίως από οπλοφορούντες Βεδουίνους, δυο ρουκέτες τύπου RPG εκτοξεύτηκαν προς την αστυνομία, μετά τον θάνατο ενός διαδηλωτή από πλαστική σφαίρα στο κεφάλι. Οι Βεδουίνοι της περιοχής βρίσκονται στο στόχαστρο των αρχών και συχνά φυλακίζονται με συνοπτικές διαδικασίες ή προφυλακίζονται μακροχρόνια χωρίς δίκη. Στην Ισμαηλία, πόλη επί της διώρυγας του Σουέζ, η αστυνομία καταστέλλει κάθε προσπάθεια διαδήλωσης με εκτεταμένη χρήση χημικών και 12 συλλήψεις. H κυβέρνηση μπλοκάρει την πρόσβαση στο ίντερνετ σ’ όλη τη χώρα. Ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης όπως το tweeter και το facebook, όπου διατηρούσαν σελίδα δίκτυα όπως το “Κίνημα της 6ης Απρίλη” (90.000 μέλη) που κάλεσαν στις διαδηλώσης οργής της 25 Γενάρη, έπαιξαν ρόλο θρυαλλίδας στην εξέγερση.

Ορισμένες παρατηρήσεις για τον ρόλο του διαδικτύου απ’ το Radio Free Europe:
α) Ευρεία χρήση του facebook και του tweeter για τη διοργάνωση διαδηλώσεων. Ορισμένες δημοσιεύσεις περιείχαν σκόπιμα ψευδείς πληροφορίες για να μπερδέψουν την αστυνομία, κάτι που έκανε πρόσφατα η αστυνομία στη Λευκορωσία για να μπερδέψει τους διαδηλωτές.
β) Όπως στο Ιράν το 2009, βίντεο από κινητά με κάμερα ανεβαίνουν γρήγορα στο διαδίκτυο σε ιστότοπους όπως το YouTube.
γ) Παράκαμψη του μπλοκαρίσματος μέσω proxies.
δ) Εύκολος εντοπισμός -μέσω tags- απ’ την αστυνομία όλων των σχετικών δημοσιεύσεων. Χάος άσχετων δημοσιεύσεων και σχολίων, που καθιστούν προβληματική την αποτελεσματική οργάνωση.
ε) Ευρεία χρήση Proxy IPs σημαίνει κι εύκολος εντοπισμός τους απ’ τις αρχές. Εύκολος εντοπισμός και των χρηστών των κινητών που χρησιμοποιήθηκαν για τα βίντεο που ανέβηκαν κλπ, όπως στην Λευκορωσία, όπου εκατοντάδες άνθρωποι ανακρίθηκαν, αν και παραμένει άγνωστο αν οι εταιρίες-παροχοί παραχώρησαν τα στοιχεία στις αρχές ή αν αυτές διεξήγαγαν την έρευνα μόνες τους.
στ) Άμεση δημοσιοποίηση των συμβάντων σε παγκόσμια κλίμακα, χωρίς την μεσολάβηση των κρατικά-ελεγχόμενων ΜΜΕ, τα οποία όταν δε θάβουν εντελώς το θέμα, μεταδίδουν την κρατική γραμμή.

Ισραήλ-Παλαιστινιακά εδάφη: συμπλοκές μεταξύ εποίκων και Παλαιστηνίων παιδιών στην Υπεριορδανία (Δυτική Όχθη). Ένας 17χρονος Παλαιστήνιος πέφτει νεκρός από ένοπλη επίθεση εποίκων, ένας 15χρονος χαροπαλεύει στο νοσοκομείο της Βηθλεέμ.

26/1

Αίγυπτος: Μακρά νύχτα, μετά από ολοήμερες διαδηλώσεις στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, με βίαιες συγκρούσεις σε γειτονιές του Καίρου και του Σουέζ. Ένας διαδηλωτής κι ένας αστυνομικός νεκροί, μετά από επέμβαση της αστυνομίας. Οι διαδηλωτές, όταν τους έκλεισε τον δρόμο η αστυνομία άλλαξαν δρομολόγιο, κι όταν τους ξανάκλεισε έστριψαν ξανά, αλλά τότε η αστυνομία άρχισε να τους χτυπά με πλαστικές σφαίρες και να ρίχνει δακρυγόνα, σύμφωνα με μαρτυρία του φοιτητή πολ. επιστημών Kareem M. στο France24. Συγκρούσεις με μολότωφ στο Κάιρο. 700 συλλήψεις στις διαδηλώσεις συν 500 ακόμα το βράδυ. Επίθεση με μολότωφ στα αρχηγεία του κόμματος και λεηλασίες καταστημάτων.

Τυνησία: Συγκρούσεις στην Τύνιδα, στο πρωθυπουργικό μέγαρο της Casbah μετά από επίθεση αστυνομικών μετά από δυο μέρες ήρεμων διαδηλώσεων. Διαδηλωτές καταφέρνουν να εισβάλουν, τραβόντας καλώδια με γυμνά χέρια, στα γραφεία του πρωθυπουργού, αν και στη συνέχεια η αστυνομία του απωθεί με εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων. Πάνω από 50.000 άνθρωποι συμμετέχουν σε διαδήλωση μετά από πρόσκληση για απεργία της UGTT, της τυνησιακής ΓΣΕΕ που ελέγχεται απ’ τους σταλινικούς. Η UGTT ήταν τόσα χρόνια σταθερός συνεργάτης του καθεστώτος στο βωμό της “εθνικής ανάπτυξης”, ωστόσο τώρα παίζει τον ρόλο του οργανωτή των διαδηλωτών.

Μάλι: Ταραχές έξω απ’ τη γαλλική πρεσβεία στο Μπαμάκο, εναντίον των μεταναστευτικών πολιτικών και των εκκενώσεων πρόχειρων καταλυμάτων. Δακρυγόνα και πέτρες εκατέρωθεν.

25/1

Αίγυπτος: Ορδές ασφαλιτών καταλαμβάνουν την πλατεία Ταχρίρ. Αστυνομικές δυνάμεις εμποδίζουν τις διαδηλώσεις απ’ την προσέγγιση της πλατείας. 2 διαδηλωτές κι ένας αστυνομικός νεκροί στις συγκρούσεις που ξεσπούν. Διαδηλώσεις γειτονιάς σε συνοικίες και προάστια του Καίρου. Συγκεντρώσεις στη Ράφα, την Αλεξάνδρεια κι αλλού.

Λίβανος: Ταραχές σε διάφορες πόλεις της χώρας, μετά από διαδηλώσεις οπαδών της αντιπολίτευσης, έρχονται αντιμέτωποι με τον στρατό που ελέγχεται απ’ τη Χεζμπολλάχ.

Τυνησία: διαδηλώσεις εναντίον του διορισμένου μεταβατικού πρωθυπουργού Ghannouchi.

24/1

Τυνησία: Ένταση προκαλείται στην Τύνιδα, όταν η αστυνομία επιτίθεται με δακρυγόνα σε διαδήλωση έξω απ’ τα γραφεία όπου λάμβανε χώρα η σύσκεψη μελών της μεταβατικής κυβέρνησης με μέλη του RCD του φυγά προέδρου Μπεν Αλή. Ο Μπεν Αλή, που είχε θέσει υπό την κατοχή αυτού και της οικογένειάς του το 40% των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και το 60% του ΑΕΠ, λέγεται ότι θα φύγει με χρυσό αξίας 1,5 εκ. ευρώ, και ό,τι πρόλαβε να σώσει τις τελευταίες εβδομάδες.

22/1

Μαρόκο: Αυτοπυρπολήσεις δυο ανθρώπων, ενός μισθωτού στην Καζαμπλάνκα, κι ενός Βεδουίνου Σαχαράουι στη Σμάρα. Ακόμη ένας πλανώδιος έμπορος 41 ετών προσπάθησε να πυρποληθεί αλλά τον εμπόδισαν αστυνομικοί μόλις λούστηκε το εύφλεκτο υγρό στο Beni Mellal.

Αλγερία: Συγκρούσεις στο Αλγέρι, με 42 τραυματίες, 19 σύμφωνα με την αστυνομία. Οι περισσότεροι όταν ειδικές αστυνομικές δυνάμεις περικύκλωσαν διαδηλωτές που θεωρούσαν υπεύθυνους για την οργάνωση της διαδήλωσης.

21/1

Υεμένη: Δεύτερη νύχτα ταραχών στο Άντεν, ένοπλοι κάτοικοι βάλλουν κατά στρατιωτών τραυματίζοντας τρεις απ’ αυτούς. Συνθήματα ενάντια στην κυβέρνηση, αλλά και αρκετά αποσχιστικά του Νότου.

20/1

Ισραήλ-Παλαιστινιακά εδάφη: Εξέγερση σε στρατόπεδο προσφύγων στη Shu’fat, 22 Παλαιστήνιοι τραυματίες, 3 ασφυκτιώντας από εισπνοή δακρυγόνων, μετά την επέμβαση του ισραηλινού στρατού.

19/1

Τουρκία: συγκρούσεις ξανά στο Ντιαρμπακίρ, μεταξύ Κούρδων και αστυνομίας. βίντεο: https://berthoalain.wordpress.com/2010/12/21/kurdes-affrontements-a-diyarbakir-19-decembre-2010/

Υεμένη: Δεύτερη μέρα ταραχών, η αστυνομία ανοίγει πυρ εναντίον χιλιάδων διαδηλωτών στην πρωτεύουσα Σανά (τρεις νεκροί) και στο Άντεν, όπου οι κάτοικοι μετά από δέκα μέρες διαδηλώσεων (δεκαπέντε νεκροί) τρέπουν σε φυγή τις δυνάμεις ασφαλείας απ’ την πόλη. Αρκετά κτίρια καίγονται και λεηλατούνται, χωρίς η αστυνομία ή ο στρατός να παρέμβουν. Ανάλογο σκηνικό και στην Taez.

18/1

Αίγυπτος: Αυτοπυρπολήσεις δυο ανδρών, ενός 25χρονου άνεργου από την Αλεξάνδρεια που οι αρχές παρουσιάζουν σαν τρελλό, κι ενός για τον οποίον δεν δίνουν καθόλου στοιχεία, μπροστά στο κοινοβούλιο, στο Κάιρο.

Τυνησία: Συμπλοκές στην Τύνιδα, όταν η αστυνομία διαλύει με χρήση δακρυγόνων το πλήθος που διαμαρτυρόταν για την υπεράσπιση απ’ τον πρωθυπουργό της μεταβατικής κυβέρνησης Ghannouchi μελών της προηγούμενης κυβέρνησης Μπεν Αλή.

Υεμένη: Συμπλοκές αντικυβερνητικών διαδηλωτών με αντιδιαδήλωση κυβερνητικών στην πρωτεύουσα Αμμάν. Πάνω από 2.000 διαδηλωτές, στην πλειοψηφία τους φοιτητές, αριστεροί, συνδικαλιστές, ισλαμιστές, ζητώντας περιορισμό των εξουσιών του μονάρχη Abdallah ΄Β και πολιτικές ελευθερίες.

Κουβέιτ: Αντιμέτωποι για δεύτερη μέρα με την αστυνομία, εκατοντάδες άραβες απάτριδες που ζητούν υπηκοότητα απ’ το πετρελαϊκό εμιράτο. Τουλάχιστον 140 συλλήψεις απ’ την αστυνομία.

17/1

Αίγυπτος: Αυτοπυρπόληση ενός εστιάτορα απ’ την Ισμαηλία, μπροστά στο κτίριο του κοινοβουλίου στο Κάιρο.

Λιβύη: Αυτοπυρπόληση ενός 23χρονου στην Mascara (νοτιοδυτικά) κι ενός 36χρονου στην Ghardaia (νότια).

Μαυριτανία: Αυτοπυρπόληση ενός 43χρονου μπροστά στη Γερουσία.

Υεμένη: Άγριες διαδηλώσεις μερικών χιλιάδων σε Σανά και Άντεν.

16/1

Υεμένη: αντικυβερνητικοί διαδηλωτές συγκρούονται με υποστηριχτές του προέδρου Αλή Αμπντουλλάχ Σαλέχ στη Σανά, με τουλάχιστον τέσσερεις τραυματίες. Οι συγκρούσεις επεκτείνονται στην πανεπιστημιούπολη, όπου οι αστυνομικοί βάλλουν με πραγματικά πυρά κατά των συγκεντρωμένων.

15/1

Αλγερία: Τρεις αυτοπυρπολήσεις μέσα σε τρεις ημέρες.

Τυνησία: Μαζικές αποδράσεις από φυλακές και χάος στους δρόμους, σύμφωνα με τα δυτικά ΜΜΕ. 42 νεκροί σε πυρκαγιά που ξέσπασε στις φυλακές του Monastir. Εξέγερση και στις φυλακές της Mahdia. Ανταλλαγή πυροβολισμών μπροστά στο υπουργείο εσωτερικών στην Τύνιδα, μεταξύ ασφαλιτών κι αγνώστων, με δυο νεκρούς.
Βίντεο από Τυνησία: https://berthoalain.wordpress.com/2011/01/15/emeutes-en-tunisie-janvier-2011-videos/
Πληροφορίες (γαλλικά): http://24sur24.posterous.com/tag/sidibouzid

Τουρκία: Ταραχές σε διάφορες πόλης της ανατολής με κουρδική πλειοψηφία, με αφορμή τα 12 χρόνια απ’ τη σύλληψη του Αμπντουλλάχ Οτζαλάν. Μικρότερης κλίμακας επεισόδια σημειώθηκαν δυο μέρες πριν στο Ντιαρμπακίρ και αλλού.

14/1

Τυνησία: Ταραχές στην Τύνιδα

Ισραήλ-Παλαιστινιακά εδάφη: Ενέδρες παιδιών της Παλαιστίνης σε οχήματα εποίκων στον οικισμό του Shiloh, εξελίσσονται σε συγκρούσεις μεταξύ μιας εκατοντάδας Παλαιστηνίων κι άλλων τόσων εποίκων υποστηρισσόμενων απ’ την αστυνομία, 3 Ισραηλινοί και 5 Παλαιστήνιοι τραυματίες.

13/1

Σουδάν: Δυήμερες συγκρούσεις μερικών χιλιάδων φοιτητών με την αστυνομία ενάντια στην ακρίβεια και την προτεινόμενη περικοπή της κρατικής βοήθειας στην αγορά πετρελαίου και ζάχαρης, στο Χαρτούμ και στην Gezira. Βαριά καταστολή από πολυάριθμες δυνάμεις ασφαλείας και χρήση χημικών.

Τυνησία: Λεηλασίες στο Hammamet, τουριστικό θέρετρο της Μεσογείου, και καταστροφή ενός αστυνομικού τμήματος, κομματικών γραφείων του Μπεν Αλί και γραφείων επιχειρήσεων. Στο κέντρο της Τύνιδας, τα πλήθη σπάνε στην πράξη την απαγόρευση συναθροίσεων και επιτίθενται σ’ οτιδήποτε συμβολίζει την εξουσία: κρατικά κτίρια, κομματικά γραφεία, επιχειρήσεις. 8 νεκροί από αστυνομικές επιθέσεις.

Υεμένη: αντικυβερνητική διαδήλωση σε “αλληλεγγύη με την αιγυπτιακή επανάσταση” καταστέλλεται και ξεσπούν συγκρούσεις μεταξύ 1.000 διαδηλωτών και της αστυνομίας. Σποραδικές διαδηλώσεις σ’ όλη τη χώρα. 10 προφυλακίσεις και 120 συλλήψεις.

12/1

Τυνησία: Συγκρούσεις στο Ettadhamen με 2 νεκρούς από αστυνομικά πυρά. Βίντεο: https://berthoalain.wordpress.com/2011/01/13/emeute-a-ettadhamen-12-janvier-2011/ Ταραχές και στη Sfax, με έναν νεκρό 19χρονο. Βίντεο: https://berthoalain.wordpress.com/2011/01/14/emeute-a-sfax-12-janvier-2011/ Εκατοντάδες διαδηλωτές στο κέντρο της Τύνιδας αντιμετωπίζουν την αστυνομία που κάνει χρήση δακρυγόνων βομβίδων. Θα ακολουθήσουν οι πιο σκληρές συγκρούσεις στην Τυνησία με εκατοντάδες κατεστραμμένα μαγαζιά και κρατικά-κυβερνητικά κτίρια, ενώ η αναταραχή θα εξαπλωθεί σε Douz, Kebili, Gabes. Λεηλασίες και καταστροφές και στην Kasserine, βίντεο: https://berthoalain.wordpress.com/2011/01/09/emeutes-sanglantes-a-%D8%A7%D9%84%D9%82%D8%B5%D8%B1%D9%8A%D9%86-kasserine-janvier-2011-videos/

11/1

Τυνησία: Ξεσηκωμός σε Τύνιδα και στο προάστιο Ettadhamoun, ενώ η εξέγερση μετράει ήδη 21 νεκρούς τις τρεις τελευταίες μέρες. Ο Μπεν Αλή εξαγγέλει τη δημιουργία 300.000 νέων θέσεων εργασίας προκειμένου να εξευμενίσει τους εξεγερμένους. Προφανώς δεν αρκεί και οι ταραχές φουντώνουν τη διάρκεια της νύχτας.

10/1

Αλγερία: Σποραδικές συγκρούσεις σ’ ολόκληρη τη χώρα: στο Bachdjerrah μεταξύ νέων -κυρίως ανέργων και πλανόδιων μικροπωλητών- και αστυνομίας. Στο Tizi Ouzou πυρπολούνται κεντρικά τράπεζας. Στο Ain el Hammam και στο Tadmait οι ταραχές συμπίπτουν με γενική απεργία, στην οποία συμμετέχουν κυρίως τα καταστήματα.

Τυνησία: Ταραχές σε Thala, Kasserine, Regueb.

9/1

Αλγερία: Ταραχές στην Bouira, συμμετέχουν κυρίως μαθητές λυκείων και νέοι. Πέτρες κι εκτεταμμένη χρήση μολότωφ. Στο Bou Ismail, ταραχές ξεσπούν στην κηδεία ενός 32χρονου απ’ την πόλη αυτή που σκοτώθηκε στις ταραχές της 4/1 από αστυνομικά πυρά. Δεύτερη μέρα ταραχών στην Κωνσταντίνη και στα προάστιά της -με επιθέσεις σε κρατικά κτίρια και κυβερνητικά γραφεία- και στην Naciria. Ταραχές και στο Mostaganem: με το που πέφτει η νύχτα νεολαίοι με πέτρες και μολότωφ επιτίθενται στις δυνάμεις της τάξης. Η κυβέρνηση μπλοκάρει την πρόσβαση στο facebook και το twitter σ’ ολόκληρη τη χώρα.

8/1

Αλγερία: Ταραχές στην Skikda. Πυρπολούνται τα γραφεία του κυβερνόντος κόμματος, και σπάζονται τα φώτα των δρόμων σ’ όλο το κέντρο της Aïn Kechra από δεκάδες κυρίως νέους. Ταυτόχρονα, μια άλλη ομάδα στήνει οδοφράγματα στην εθνική οδό, και διαλύεται μόλις φτάνει η εθνοφρουρά. 35 συλλήψεις απ’ την αστυνομία. Συγκρούσεις και στο Οράν, μετά το κάλεσμα σε διαδήλωση μέσω facebook στο οποίο ανταποκρίθηκαν 50αριά άτομα, κυρίως φοιτητές και νέοι καλλιτέχνες. Ταραχές και στην Ouargla, γύρω απ’ τις λεωφόρους Παλαιστίνης και Τσε Γκεβάρα και στο Béni-Thour. Καίγονται και λεηλατούνται κρατικά κτίρια, η διεύθυνση των τηλεπικοινωνιών κα. Οι ταραχές εξαπλώνονται στο Aokas, Souk el Tenine, El Kseur, με επιθέσεις στα γραφεία του κυβερνητικού κόμματος, σε κρατικά κτίρια και σε αστυνομικές δυνάμεις. Παρόμοιο σκηνικό και στο Tizi Ouzou, με 27 τραυματίες από την καταστολή, ενώ εμφανίζονται επίσης και οδοφράγματα από μεταλλικές μπάρες και κάγκελα, και πυρπολήσεις τραπεζών (BDL κα). Στο Sidi Aïch, πυρπολούνται τα γραφεία της εταιρίας γκαζιού Sonelgaz που είχαν μόλις ανακαινιστεί, κι ένα όχημα της εταιρίας. Επιθέσεις σε κομματικά γραφεία, ένα ταχυδρομείο και σε κτίρια επιχειρίσεων. Λεηλασία των δικαστηρίων και καταστροφή τους, ως επανάληψη του ίδιου σκηνικού στην εξέγερση το 2001, αλλά αυτή τη φορά ολοκληρωτικά.

Τυνησία: ταραχές σε Thala, Kasserine με 9 νεκρούς.

Ισραήλ-Παλαιστινιακά εδάφη: κατά τη διάρκεια επεισοδίου μεταξύ της ισραηλινής αστυνομίας και παλαιστινίων, παιδιά της Παλαιστήνης κατάφεραν ν’ απαλλοτριώσουν οπλισμό των αστυνομικών. Σε επιχείρηση της αστυνομίας και της συνοριοφυλακής για ανεύρεση του οπλισμού ξέσπασαν ταραχές με τρεις αστυνομικούς τραυματίες.

7/1

Αλγερία: Ταραχές σε Akbou, Annaba, Belcourt/Belouizdad, Tazmalt, Tizi Ouzou, Sidi Aich, Ighzer Amokrane, Lakhdaria και Kadiria, με πυρπολήσεις κρατικών κτιρίων και κομματικών γραφείων. Στην Chéraga, οικογένειες καταληψιών στέγης περικυκλώνουν τις δυνάμεις της εθνοφρουράς σε ενέδρα, και τους τρέπουν σε φυγή. Συγκρούσεις και στο Bou Ismail, με έναν νεκρό εξεγερμένο από τις δυνάμεις καταστολής. Επιθέσεις με μολότωφ σε εμπορικά κέντρα και καταστήματα -σύμβολα της ακρίβειας. Ταραχές και στην Bouira, καταστρέφονται τα γραφεία της société générale, της Ecotec, νεαροί απ’ τις παραγκουπόλεις καταλαμβάνουν την κεντρική πλατεία, ενώ άλλοι μπλοκάρουν δρόμους (πχ τον RN18 στο προάστιο El Hachmia), δέκα αστυνομικοί τραυματίες. Ταραχές και στην M’Sila, με έναν 18χρονο νεκρό από την αστυνομική καταστολή. Αυθόρμητες ταραχές και οδοφράγματα και στην Κωνσταντίνη, με μια πρακτική που θα γενικευθεί τις επόμενες μέρες: μερικές εκατοντάδες νέοι κλείνουν την κυκλοφορία και τοποθετούν ογκόλιθους στην μέση του δρόμου. Στη συνέχεια μερικοί κλείνουν κοντινούς δρόμους κρατώντας επαφή με το αρχικό μπλόκο, και διατηρώντας μια κινητικότητα. Συνήθως, με το που φτάνουν οι αστυνομικές δυνάμεις μεγάλες σε όγκο, οι εξεγερμένοι σπάνια κάθονται να υπερασπιστούν το μπλόκο, αλλά επιχειρούν ένα καλό ντου και στη συνέχεια διαφεύγουν προς άλλο σημείο.

7/1

Τυνησία: ταραχές στο Sidi Bouzid, καθώς ειρηνική πορεία μαθητών ενώθηκε με εκατοντάδες κατοίκους της περιοχής και επιτέθηκε εναντίον των αστυνομικών δυνάμεων.

6/1

Αλγερία: Ταραχές σε Αλγέρι, riouba, Dergana, Bordj el-Bahri, Bordj El Kiffa, Boumerdès, Akbou, Bordj Menaël, Naciria, Izhger Amokrane, Bouria και Ain Defla. Πυρπολήσεις κρατικών κτιρίων, λυκείων, δικαστηρίων και γραφείων εταιριών. Μπλόκα σε εθνικές οδούς και καταλήψεις πλατειών, που λειτουργούν ως σημεία συνεύρεσης κι ανταλλαγής πληροφοριών.

5/1

Αλγερία: Ταραχές σε Αλγέρι, Bab-El-Oued, Staouali, Tipaza, Fouka, Djelfa. Κρατικά κτίρια, επιχειρήσεις και καταστήματα που συμβολίζουν την ακρίβεια παραδίδονται στην πυρά. Το ίδιο σκηνικό στο Οράν, με πολύ περισσότερα πυρπολημένα αυτοκίνητα και λεηλατημένα μαγαζιά, και μια επίθεση εναντίον αστυνομικού τμήματος. Συγκρούσεις και στην Koléa, κοντά στο Αλγέρι, με πέτρες και μικροαντικείμενα κατά της αστυνομίας.

4/1

Τυνησία: συγκρούσεις και αστυνομική καταστολή στη Thala, σε πορεία μαθητών σε αλληλεγγύη με τους εξεγερμένους του Sidi Bouzid. Κυριαρχούν τα συνθήματα ενάντια στον φόβο.

Σαουδική Αραβία: Άγρια απεργία 500 εργατών για την καταβολή δεδουλευμένων.

Ντουμπάι: Εξέγερση 2.000 εργατών στο Al Quoz, αφήνει πίσω της λεωφορεία, εταιρικά γραφεία κι έπιπλα κατεστραμμένα, κι έναν σεκιουριτά νεκρό. Η εταιρία Jams HR solutions δηλώνει πως πρόκειται απλά για έκτροπα μεθυσμένων απ’ το χριστουγεννιάτικο πάρτυ.

1/1

Αίγυπτος: Παγιδευμένο αυτοκίνητο-βόμβα εκρήγνυται μπροστά στην κοπτική εκκλησία της Al-Qiddisssine στην Αλεξάνδρεια με θύματα 21 νεκρούς. Εκατοντάδες κόπτες χριστιανοί συγκρούονται με την αστυνομία.
βίντεο: https://berthoalain.wordpress.com/2011/01/26/emeute-au-caire-et-a-suez-25-janvier-2011-videos/

Τυνησία: συνεχίζεται το κλίμα αναταραχής του Δεκέμβρη, βίντεο: https://berthoalain.wordpress.com/2010/12/25/emeutes-de-%D8%B3%D9%8A%D8%AF%D9%8A-%D8%A8%D9%88%D8%B2%D9%8A%D8%AF-sidi-bouzid-%E2%80%93-decembre-2010-les-videos/

~

Δείτε επίσης:

Ταραχές σε Τυνησία και Αλγερία, 1/2011

Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης

H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011

Γιορτή της Φωτιάς στην Τεχεράνη, Ιράν 15/03/2011

Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά, Λιβύη 8/4/2011

Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν οπλοποιό κι έναν μανάβη, Λιβύη 12/4/2011

Εξεγερσιακές τεχνικές από την Μισράτα, Λιβύη 12/4/2011

“Υγρό και μαύρο”: Νέα από Βεγγάζη, Λιβύη,  14/4/2011

Ενημέρωση από Μισράτα, 15/4/2011

Για τον τραυματισμό ενός απ’ τους συντρόφους-ανταποκριτές στην Μισράτα, 26/4/2011

Ο Καντάφι δε θα τολμήσει…: Νέα από Λιβύη, 7/5/2011

“Πως να διαδηλώσετε έξυπνα” – Εγχειρίδιο της αιγυπτιακής εξέγερσης

Το εγχειρίδιο αυτό (“Πώς να διαδηλώσετε έξυπνα“) κυκλοφόρησε χέρι με χέρι μεταξύ εξεγερμένων του Καϊρου, με την παρότρυνση να μην δημοσιευτεί σε ιστότοπους δικτύωσης όπως το facebook ή το twitter, ώστε να μην ανιχνευτούν απ’ την αιγυπτιακή ασφάλεια οι χρήστες που θα το διακινούν. Παρόλαυτά, ένα μέρος του στάλθηκε από δυο διαφορετικά άτομα στις 27/1 για δημοσίευση στην The Atlantic (link),  το οποίο και μεταφράστηκε στα αγγλικά (“How to protest intelligently“) από έναν χρήστη του twitter -στη συνέχεια ζήτησε να σβηστεί ο λογαριασμός του-. Απο κει και πέρα, η μετάφραση κυκλοφόρησε σε διάφορα μέσα (πχ Guardian). Το ίδιο κομμάτι μεταφράστηκε επίσης στα γαλλικά από την ομάδα Le Reveil (link), με τη λογική της συνενοχής  με τους αιγύπτιους εξεγερμένους. Η ελληνική μετάφραση έγινε με τη βοήθεια του Άχμαντ και, προς το παρόν, μάλλον είναι η μόνη ολόκληρου του κειμένου σε άλλη γλώσσα. Το αραβικό πρωτότυπο μπορεί να βρεθεί στο scribd (link).

Αν και ένα τέτοιο κείμενο πιθανόν να ξενίζει τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια αυτού του site, το εγχειρίδιο πέρα απ’ το αμετάβλητο ενδιαφέρον ενός ιστορικού ντοκουμέντου απ’ την καρδιά της εξέγερσης, όπως την συνέλαβε (αυτό που φαίνεται να αντιπροσωπεύει) μια τάση αυτής στο ξεκίνημά της, διαθέτει και μια άλλη σημαντική ποιότητα: Ο ορισμός στρατηγικής-τακτικής και η προσαρμογή των τακτικών (στα όρια της εργαλειοποίησης) στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων που τίθενται, γίνεται με αμετακίνητη συνέπεια και σχεδόν ξεχασμένη εφευρετικότητα, που αναπληρώνει -ως προς τη χρησιμότητα του κειμένου- τους σαφείς περιορισμούς των πολιτικών στόχων που θέτει το ίδιο (εν ολίγοις, μια αιγυπτιακή μεταπολίτευση) περιορισμοί που είναι προφανώς αλληλένδετοι με την εργαλειακή αντιμετώπιση της εξέγερσης. Τέλος, η μετάφρασή του αποτελεί και μια μικρή απόδειξη της φυσιολογικής επικοινωνίας μεταξύ των φίλων της εξέγερσης διεθνώς, χωρίς τη διαμεσολάβηση των ορνίων των μμε.

Κλικ στην εικόνα ή τον τίτλο, για να ανοίξετε το αρχείο pdf, δεξί κλικ για κατέβασμα (2.23 ΜΒ)

“Πώς να διαδηλώστε έξυπνα”.pdf


Καλά μπάχαλα και κακά μπάχαλα – Bibliothèque des Emeutes

Καλά μπάχαλα και κακά μπάχαλα

Κάθε γεγονός που εμπίπτει στις ελάχιστες απαιτήσεις που προσδιορίζουν τί είναι ένα μπάχαλο για τη Βιβλιοθήκη των Ταραχών είναι επαρκώς ικανοποιητικό για να αποδείξει τουλάχιστον μια κατάσταση ανυπόφορη για το Κράτος, και συχνά τους υπόλοιπους διαμεσολαβητές της σκέψης που χρησιμεύουν στο να παραλύουν τις συζητήσεις των ανθρώπων, όπως η εμπορευματοποίηση ή ο διανοουμενισμός. Πρόκειται στις μέρες μας για τρεκκλίζοντες ελιγμούς σ’ ένα πεδίο πιο ευαίσθητο από ποτέ, διάστικτο με πολυάριθμα ταμπού που έχουν συσσωρευθεί στη διάρκεια των τελευταίων δυο αιώνων: τη συμπάθεια ή την αντιπάθεια για τα μπάχαλα.

Τα μπάχαλα έχουν, σχεδόν εξ’ ορισμού, όλον τον κόσμο εναντίον τους. Δεν φέρνουν παρά την καταστροφή, το ξεσάλωμα της οργής, την απώλεια του ελέγχου, της λογικής, της τακτοποιημένης σκέψης, όλων αυτών που κάνουν τον άνθρωπο να φοβάται μπρος στην απόλαυση. Προβάλουν φιγούρες που τα ξεπερνούν, άγριες, ανεξέλεγκτες κι αδάμαστες, μια απειλή για κάθε ιδιοκτησία και κάθε πολίτη. Τα μπάχαλα είναι μια αποκρουστική υπερχείλιση, όπως οι αφροί στο στόμα ενός λυσσασμένου. Τα μπάχαλα παραμένουν το απόλυτο κακό για την φαντασία των σημερινών πολιτών, των οποίων η επαφή, σχεδόν αποκλειστικά, μαζί τους είναι μέσω της οθόνης της τηλεόρασης, όπως ακριβώς στην εποχή του αστικού φιλελευθερισμού, για την οποία έγραφε ο Ντίκενς στο Barnaby Rudge [ιστορικό μυθιστόρημα του Charles Dickens, με θέμα τις θρησκευτικές ταραχίες στην Αγγλία του 1780], χωρίς να έχει έρθει ο ίδιος ποτέ σε επαφή με τις αποκαλυπτικές εικόνες που περιγράφει.

Αυτός ο σπλαχνικός φόβος αντιλαμβάνεται τον ταραχοποιό με μια προσέγγιση που του αποδίδει αυτό που τον καθιστά τέτοιο, αντίστροφα βέβαια με την εποχή του Ντίκενς: τα μπάχαλα είναι δικαιολογημένα, στα προσδιορισμένα πλαίσια μιας επαναστατικής πράξης. Πρόκειται για το κίνημα που εισήλθε θριαμβευτικά στον παραλογισμό της μπουρζουαζίας, των εξηγήσεων και των επιστημονικών κατασκευών. Τα μπάχαλα της 12ης Μάη 1839 στο Παρίσι [στμ: αποτυχημένη εξέγερση οργανωμένη μυστικά απ’ τη “Συνομωσία των Ίσων”, δεν κατάφερε να διαδοθεί πέρα από μερικούς δρόμους του Παρισιού και πνίγηκε στην καταστολή], με επικεφαλής τον Μπλανκί, και όπως τα διηγείται 100 χρόνια αργότερα ο Dommanget, εξακολουθεί να σκιαγραφεί τα σημερινά πεδία των οδομαχιών. Αν τα όποια μπάχαλα αποτυγχάνουν, θα ευθύνονται κατά τρόπο χονδροειδή αυτοί που βρέθηκαν σ’ αυτά, ξεγελασμένοι απ’ τον αυθορμητισμό τους, που δεν εμπιστεύθηκαν τους προσεκτικούς σχεδιασμούς ενός επαναστατικού κόμματος.

Αυτοί που έχουν συμφέρον στην καταπολέμηση της κάθε εξέγερσης οδηγούν εξίσου τα μπάχαλα σ’ αυτό το πεδίο της λογικής. Σήμερα ακόμη, η πρώτη σκέψη που έρχεται στο κάθε μυαλό, είναι ότι τα μπάχαλα δεν μπορεί παρά να είναι υποκινούμενα, καθοδηγούμενα. Ωστόσο ο σταλινισμός δεν μπορεί πια να κατηγορηθεί για κάτι τέτοιο, το κόμμα που αυτοανακηρύσσεται κόμμα της επανάστασης, δυσανασχετώντας εμφανώς στην παραμικρή υποψία ότι θα πρέπει να την κάνει, θα είναι το πρώτο που θα διαψεύσει κάθε εις βάρος του κατηγορία, σαν να πρόκειται για πραγματικό ζήτημα τιμής. Το κόμμα υποψιάζεται πάντα ποιός κινεί τα νήματα όμως, ειδικά όταν οι ταραχές εκτυλίσσονται ανοιχτά εναντίον του, οπότε δεν μπορεί παρά να υποκινούνται από στοιχεία της αντίδρασης, από τον ιμπεριαλισμό, την αστική τάξη κλπ, οι οποίοι με τη σειρά τους διαψεύδουν κάθε τέτοια κατηγορία. Το 1990, η εποχή που όλοι αυτοί που δόλια κατηγορούσαν τον αυθορμητισμό των άλλων έσπευσαν στο στρατόπεδο των χθεσινών εχθρών τους, όπως οι Αλβανοί προς την Ιταλία, αυτά τα υπέροχα υποτιθέμενα χαρακτηριστικά των μπαχάλων, που αποτελούν στην πραγματικότητα την εκδήλωση της κατάρρευσής τους, οφείλει να περάσει ανεπιστρεπτί. Δεν πρόκειται για τίποτα τέτοιο. Οι σύγχρονες ταραχές γίνονται ακόμα αντιληπτές όπως οι ταραχές άλλων εποχών. Η παρακμή των διαμεσολαβητών που αναδεικνύονταν από τις ίδιες, έχει δώσει τη σκυτάλη σε μια στρατιά υποτιθέμενων, αυτόκλητων διαμεσολαβητών. Αρκεί, σύμφωνα με τις τρέχουσες φαντασιώσεις, να βρεθεί μια κομματική ή μη πρωτοπορία, μια χούφτα υποκινητές, μια εγκληματική συμμορία, μια μαφία, κάποιοι μυστικοί αστυνομικοί ή πράκτορες, μια θρησκευτική σέχτα, ένα εργατικό ή κι εργοδοτικό συνδικάτο σε κοντινή απόσταση απ’ το πεδίο της μάχης για να φωτιστούν τα πρόσωπα, να βρεθεί επιτέλους ο λόγος. Φυσικά, τα μπάχαλα της νεολαίας του 1990, η εμφανής έλλειψη οργάνωσής τους, ο στοιχειώδης εξοπλισμός τους, η χωρίς αύριο λύσσα τους δεν είναι και τα πιο ταιριαστά χαρακτηριστικά μιας προγραμματισμένης κατάστασης, αλλά και πάλι, αυτή η χαλαρότητά τους δεν είναι το ιδανικό έδαφος για τους χειρισμούς κάθε υποψήφιου υποκινητή; Ψάξτε το ποιος επωφελείται απ’ τις ταραχές, λένε αυτοί που αποφεύγουν να θέσουν το ίδιο ερώτημα όσον αφορά την τρομοκρατία, και θα βρείτε ποιός τους υποκινεί. Έτσι, σε σύγκριση με την εποχή όπου τα μπάχαλα ήταν η ιδιωτική ιδιοκτησία του προλεταριάτου, τώρα είναι πρώτα απ’ όλα τα κίνητρα, καθώς οι ποικιλίες ταραχών και ταραχοποιών έχουν απελευθερωθεί από κάθε στολή. Κι αυτή η απελευθέρωση έχει, με την ίδια κίνηση, επιτρέψει έναν πολλαπλασιασμό των ταραχών σε σχέση με την εποχή που κλείνονταν σε πιο συμπαγή πλαίσια.

Στη σύντομη παροντική ιστορική στιγμή, όπου αυτοί που έχουν σφαιτεριστεί τον λόγο αναδιοργανώνονται, δεν υπάρχει ακόμη πια κάτι που να τους επιτρέπει να οικειοποιούνται τα μπάχαλα. Θα έπρεπε ίσως να εξαιρέσουμε εδώ τις πολύ μειοψηφικές ριζοσπαστικές τάσεις του εκλειπόντος δυτικού επαναστατικού κινήματος, που αγωνίζονται για να ξαναβρούν την χαμένη θέση τους, ιδίως αφότου η ενηλικίωσή τους προσέθεσε ένα επιπλέον βάρος στην κάλυψη της απόστασης προς αυτήν. Αποδέχονται τα μπάχαλα ως αρχή, χωρίς να μπορούν να παρατηρήσουν την μεταμόρφωσή τους εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα. Από την εποχή του Watts, γι’ αυτούς τους ιδεολόγους, ένα μπάχαλο είναι κάτι καλό, ενώ ένα κακό μπάχαλο δεν είναι πραγματικό μπάχαλο, κι ένα καλό μπάχαλο είναι πάντα σαν τα μπάχαλα του Watts. Οι γάλλοι μετακαταστασιακοί για παράδειγμα, δεν είδαν στο θέαμα των ταραχών του Vaulx-en-Velin [στμ: προάστειο της Λυόν, όπου τον Οκτώβρη του 1990 ξέσπασαν πολυήμερες ταραχές μετά τον φόνο νεαρού από αστυνομικούς, οι ταραχές διαδόθηκαν αλυσιδωτά, αλλά διασπάστηκαν από την σύγκρουση ταυτοτήτων, γενιών, γειτονιών κλπ, που επέτρεψαν την ανάδυση των επαναφομοιωτών], ή άλλες παρόμοιες θεαματικές καταστάσεις όπως του Ουζμπεκιστάν [ταραχές ενάντια στη σουνίτικη τουρκική μειονότητα, του 1989, στη διάρκεια των οποίων έγιναν στόχος επιθέσεων πολλά κρατικά κτίρια], φαίνεται να ήταν πολύ εθνοτικές, ενώ στο Κασμίρ πολύ θρησκευτικές; Για άλλους ιδεολόγους, τα μπάχαλα είναι εξ’ ορισμού κάτι κακό. Και τότε όμως, η υποκρισία είναι εύκολο να ξεμασκαρευτεί: ποιός καλός δημοκρατικός δυτικός δε θα συμπαθήσει έστω εξ’ αποστάσεως, τους Αλβανούς ταραχοποιούς που τα βάζουν με το τελευταίο σταλινικό κράτος, ενώ την ίδια στιγμή κατεβάζει τα φρύδια μπρος στους μαροκινούς συνδικαλιστές, που γοητευμένοι απ’ τον ίδιο πλουραλισμό με τον δικό του, ξεσπούν σε μια άσχημη λεηλασία και σε οργισμένες οδομαχίες που τον κάνουν γρήγορα να ξεχάσει την απεργία του. Επομένως, τα μπάχαλα δεν είναι καλά ή κακά παρά μόνο σε σχέση με την υποστήριξη που θα λάβει η ιδεολογία της υπεράσπισής τους.

Κανείς δεν έχει ανοσία απέναντι στο δηλητήριο του ηθικισμού, είναι φανερό επίσης και στη Βιβλιοθήκη των Ταραχών, με τη διαφορά ότι είναι η μόνη που το αναγνωρίζει. Θα ήταν παράξενο η επίδραση της ιδεολογίας να ήταν μικρότερη στη σκέψη μας, απ’ ότι στη δραστηριότητα των ταραχοποιών. Αν θέλουμε να προσδιορίσουμε τα “καλά” μπάχαλα, τα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, θα τα περιγράφαμε όπως ο Ντίκενς τα “ανοσιουργήματα”, με τη διαφορά ότι το εννοούμε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο. Αν ήταν εφικτό, σ’ αυτόν τον κόσμο, μια λύσσα ειλικρινής και κοινή να μοιράζεται ταυτόχρονα από 400 άτομα, απ’ τα οποία κανένα να μην έχει μια ιεραρχική θέση, και τα οποία δε θα γνωρίζονταν καν πριν απ’ αυτήν τη συνάντηση, να τα οδηγούσε, δίχως τον παραμικρό δισταγμό, σε μια χαρούμενη λεηλασία των εμπορευμάτων στο πέρασμά τους και σε μια επίθεση (ει δυνατόν νικηφόρα) επί των δυνάμεων της τάξης, καταστρέφοντάς τες, αδελφοποιώντας την μεγάλη μάζα τους μ’ αυτό το αυθόρμητο πλήθος, που θα εξαπλωνόταν χωρίς όρια, μην αφήνοντας περιθώρια ύπαρξης σ’ αυτόν τον κόσμο. Στις πραγματικές διαδηλώσεις, εκεί όπου περιμένουμε το κουράγιο, συχνότερα συναντούμε τη ψευδή συνείδηση, άλλοτε ρατσιστική, άλλοτε θρησκευτική, άλλοτε οπαδική, άλλοτε μιας λεηλασίας όχι από οργή αλλά από υπολογισμό. Πιθανόν να δούμε έναν μαχητή των ταραχών, ως βερολινέζο “αυτόνομο”, ως αγωνιστή εργάτη, ως κορεάτη φοιτητή, ως έναν ηθικιστή αγωνιστή, που κατεβαίνει απ’ το αμάξι με τους συναδέλφους του, με άλλους οπαδούς, με μια νόμιμη πολιτική οργάνωση. Θα υπάρχουν σίγουρα κάποιοι σαραντάρηδες που δε θα ξεπεράσουν ποτέ την εφηβική απόλαυση της εξέγερσης ενάντια στο αυτονόητο, μερικοί έφηβοι που θα κάνουν οικονομία σ’ αυτήν για να τη γεύονται για πάντα, και ορισμένοι νομιμόφρονες πολίτες που θα βρεθούν εκεί κατά τύχη, από μια διαστρεμμένη περιέργεια, ή για να ξεγελάσουν την ανία τους, και που, καλυμμένοι απ’ τη σκιά μιας προς στιγμήν ατιμωρησίας, θα επωφεληθούν για μερικές πικρές στιγμές εκδίκησης. Ιδού με τί μοιάζει ένα καλό μπάχαλο, όπως το σκεφτόμαστε. Και θα μπορούσαμε εξίσου να παρουσιάσουμε ένα κακό τέτοιο, σαν μια ευχαρίστηση κοινή και ανοιχτή προς κάθε προοπτικής ελευθερίας. Επειδή τα μπάχαλα είναι η δεξαμενή για κάθε μορφή ατομικής αλλοτρίωσης, διασπαστικής, χωρίς ενότητα, σε ανταγωνισμό με κάθε τέτοια συλλογικής αλλοτρίωσης.

Στην πραγματικότητα, εάν η Βιβλιοθήκη των Ταραχών ανακαλύπτει έτσι μια αντίφαση μεταξύ των καλών και των κακών ταραχών, είναι για να βρει την μέθοδο σε σχέση με τα γεγονότα. Απ’ την μια πλευρά, προφανώς παίρνουμε μέρος, και μια ταραχή που κολακεύει την υποκειμενικότητά μας και επιβεβαιώνει τα συμπεράσματά μας είναι μια καλή τέτοια. Αλλά η ύπαρξη μιας Βιβλιοθήκης των Ταραχών διέπεται από μια άλλη ιδέα, της αναγνώρισης ότι δεν είμαστε εμείς που ανανεώνουμε την Ιστορία, ότι δεν είναι άλλο απ’ αυτήν την ανανέωση που περιμένουμε τη συνέχεια (και το τέλος) της ιστορίας, και ότι αυτή η νεότητα εκφράζεται αναγκαστικά μέσα απ’ τις ταραχές. Κι όπως κάθε τί νέο, δεν μπορεί προφανώς παρά να συγκρούεται με κάθε υπάρχουσα άποψη και κάθε βεβαιότητα. Να ανακαλύπτουμε την νεότητα αυτού του κόσμου σημαίνει να σχετικοποιούμε τις ταραχές που κολακεύουν τις ιδέες μας, και ν’ αναζητούμε το αρνητικό σ’ αυτές που τις αρνούνται: του Tirgu Murges στη Ρουμανία, όπου Ούγγροι και Ρουμάνοι εθνικιστές αλληλοσκοτώνονταν, προς μέγα όφελος και των δυο κρατών. Του Σινδ, όπου Μοτζαχίρ και Σινδίς ξέσπασαν σε αιματηρές μάχες για λόγους που φαίνεται να καταδικάζουν κι οι ίδιοι, του Κοσόβου, όπου χωρικοί, πιθανώς στρατολογημένοι, πήραν τα όπλα τους του 1945 για να τους παραχωρηθεί απ’ το κράτος μια μεταρρύθμιση προς όφελος της εθνικότητάς τους, χωρίς καν να τους περνάει απ’ το μυαλό μια επίθεση στα εμπορεύματα. Τα άσχημα μπάχαλα, εθνικιστικά, εθνοτικά, θρησκευτικά, αυξάνονται. Όταν τα μπάχαλα τα κάνουν φασίστοειδείς σκινχεντς, Τυνήσιοι ισλαμιστές, Ζουλού οπλισμένοι με δόρια κι ασπίδες, ή Ινδοί φοιτητές αγωνιζόμενοι για την υπεράσπιση του συστήματος των καστών, είμαστε απρόθυμοι να τους βάλουμε πλάι-πλάι με τους ταραχοποιούς των ταραχών της πείνας ή των βρετανικών προαστείων. Όμως ασφαλώς θα εμφανιστούν και ταραχολόγοι, και δεν είναι σίγουρο ότι αυτοί οι επίδοξοι επαναφομοιωτές θα είναι πολύ πιο έτοιμοι να ενσωματώσουν αυτές τις άσχημες ταραχές απ’ ότι τις καλές μας. Γιατί οι ιδέες, οι κατηγορίες, οι μέθοδοι έρευνας και οι επαγγελματίες επαναστάτες που έχουν περάσει μέχρι σήμερα είναι πια τελειωμένοι. Κι αυτό μας λέει ότι αυτός ο κόσμος είναι σήμερα σε πολύ μεγαλύτερο αναβρασμό απ’ ότι ήταν στις οργισμένες ταραχές του 1990.

Το κείμενο της Bibliothèque des Emeutes γράφτηκε το 1991. Μεταφράστηκε εδώ ως μικρή συνεισφορά στη συζήτηση με αφορμή τις τρέχουσες κινητοποιήσεις στη Γαλλία. Πηγή [teleologie] βλ. επίσης: Περί ταραχών.

Art of War: The ancient Greek phalanx as a bloc

“…And Sarpedon says to Glaukos in the Twelfth Book of The Iliad: My friend, if you and I could escape this battle and live forever, ageless and immortal, I myself would never fight again… But a thousand deaths surround us and no man can escape them. So let us move in for the attack”

-In girum imus nocte et consumimur igni, Guy Debord

At the antipode of all contemporary military operations, war in the ancient Greek world constituted an integral part of everyday life. Thoukydides observed that a state of war, was something natural for Greece, contrary to the short-term ceasefires between the city-states. Such a way of life, was in accordance with the supreme value of struggle, antagonism between individuals and their communities. These could then unify inside the Polis (city-state) and divide outside, since alienation from material means and power could still be limited or at least hidden behind popular customs and “divine” laws. This antagonism, the “generous Eris” as someone as perceptive as Nietzsche reminds us, fulfilled the great purpose of evolution, of the overcoming of the established order, towards a new and higher unity.

If there still exists an analogy with the epic classical battles, this has of course nothing to do with the systematic destruction of human beings and material means carried out by state and private armies, but concerns only the community of struggle that appears again in the battlefields, with a conscience of its common and deprived interest. In its desire to overcome established order in all of its aspects, this community is forced not to rest but to struggle, since it is only through its struggle that it manages to become visible and gain coherence. Before such a possibility and only so, any false community, and any alienated struggle, loses all value. This is a procedure we now need to intensify, in order to realise the possibility, that already exists among us, to humanize the historic movement, towards an authentic evolution.

From the warfare of antiquity, to modern street battles, their heart is the rule that remains unaltered. Regardless of the the personal skills of each fighter, a group that fights as a group will always have the upper hand against an enemy fighting – or forced to fight – as separate individuals. Such a battle group, a bloc, in ancient Greece was the phalanx.

The phalanx, as a tactical battle formation that prevailed over professional/mercenary and disorderly/tribal armies from the 8th to the 3rd century BC, was nothing other than the military formation of the Polis that reigned as an organized social order over the disorder represented by the “barbarians”. The social class that formed it was not the old landowning aristocracy and their slaves, but the emerging free merchants and craftsmen, the independent farmers – owners of their own land, a social figure emerging for the first time in the Mediterranean, “weapon in hand” under the threat of raiders. Former slaves that had gained some independence through their valuable professional skills, thus having a vital interest in defending the Polis, and also the ability to afford maintaining weaponry (:opla>Oplites). From the moment that this class had access to material means and weapons, it imposed its own say on public issues, democratizing the Polis, which from now on and under every authority, democratic or tyrannic, is obliged to be accountable to its armed populace. Thus the Polis made the phalanx out of its image and essence, just as the phalanx made the polis. Just as any social organization is reflected in its armed force, every armed force reflects the social organization that enforces it.

Basic strategic advantages of the phalanx were the small number of loses – decimation (10% loss) was considered too much bloodshed for Greece’s small population -, the brief preparation it asked of participants, while following face-to-face – battles the Oplites could return to their work without further damage to a Polis’ economy. It can be said that strategy was not too much of a concern, since something like that was incompatible with the war ethics of the epoch, but mainly since the battlefield usually sealed the supremacy of one Polis against the other, rather than estimating it from zero. Sun Tzu wrote something relative in his “art of war”: Victorious warriors win first and then go to war, while defeated warriors go to war first and then seek to win.

The classic Greek strategy represented the “purest” (if we define this according to Clausewitz) form of battle: Two distinct forces fighting one another in the sunlight. Hence a known anecdote on the Persian arrows that could “hide the sun”. Up until the Persian Wars, the phalanx had only been put to test in limited conflicts among Greek Poleis, but when it comes to an Empire, in order to survive it perpetually needs to expand, this is something that concerns all those living near its limits. Moreover, the Persian invasion in mainland Greece in retaliation for the support of Ionic insurrection against the Persian empire, reminds us of a basic rule: to eradicate an insurrection is to cut it off and set an example among those supporting it. The Persian threat will force the Spartan defendants to adopt a basic – the most known example probably- asymmetric tactic of defence: The selection of a privileged battlefield. Specifically, they came up with the narrow pass of Thermopylae (since Tempi pass at Olympus had previously been rejected as the existence of parallel passes left to the enemy usually leads to becoming surrounded). Giving a fight in a limited field, may temporarily overturn the advantage of a stronger enemy.

Nevertheless, the inherent weaknesses of the phalanx forced the defendants to a descend to the plains, since a compact formation cannot be kept on anomalous terrain. Sooner or later, gaps will appear in its front line, allowing the enemy to make a breach. In reality, the efficacy of the phalanx was a mediate function of its ability to “keep the line/not to break” during conflict. Formed by lines of Oplites, standing one next to the other (“shoulder to shoulder”), holding spear in the right arm and shield in the left, everyone was thus completely relying on the fighter next to him for protection. Under heavy armour and with their personal senses limited, the basic function they followed was to “push” the enemy backwards, and hold its position. The first army to suffer a rupture would be forced to retreat. It is the rule on such occasions that the desertion of the first fighter plays a decisive role, since it triggers a chain of disorderly flights of fellow fighters, depressed and abandoning all courage. Abandoning a common fight individually, they ended up suffering much more losses and pain as a whole, as the enemy progressed with small swords or cavalry. An organized retreat of the phalanx as a block was the only appropriate move, limiting captures and losses of fighters. It is a fact though, that heavy armour doesn’t keep up with chasing deserters. In such cases, victory is claimed without any need to annihilate the enemy.

Of course, this reality was reflected in the war ethics of the epoch, praising the fighter that, amidst the fires of the battle, gains the trust of his fellows through his courage and responsibility. A reason why the phalanx didn’t break too often, was that the oplites came from the same neighborhood or village, or were members of friendly families or even relatives, since one fights better for tangible relationships rather than abstract ideals or rewards. A step beyond this parameter can be found at the Theban Sacred Batallion, based upon erotic relationships among men and teenage boys. This way, the pressure and obedience of the Oplite is no longer to some fellow citizen, but to his own lover. According to Plutarch, the Sacred Batallion, formed of 150 couples, succeeded in crushing the supernumerary Spartans, while managing to remain undefeated for another 35 years. This victory is of special value. The Spartan phalanx was considered to be the climax of the form, as far as discipline as well as personal training is concerned, that on a massive scale embraced the whole of the Spartans’ lives, which were lived under the dark fear of a possible insurrection of the slaves. A parasitic class based only upon violence is forced to exercise equal violence against itself in order to maintain itself in power. Such a class reveals the irrational that exists in the established social organization, and also the possibilities that could be liberated with its destruction.

Another tactic practised targeted the psychology and morale of the enemy. For a long time before the clash, almost as a ritual, the two adversaries stayed face-to-face, yelling chants and singing paeans, trying to paralyze the enemy, intimidating them with their terrible armour decorated with monstrous medusa heads. Cases of involuntary defecation, urination or nausea were not uncommon. Plutarch characteristically mentions Aratos of Sikyon, whose enemies laughed about his pains and dizzines conquering him each time battle was about to begin. What’s worth mentioning about Aratos however, is the way he brought about a well-known point of Sun Tzu, managing to win wars without having to go to fight in battle.

“War is just when it is necessary; arms are permissible when there is no hope except in arms.”

“Never do an enemy a small injury”

-N. Machiavelli

Invading his homeland Sikyon at night, climbing over the walls with stolen ladders, he stirs the people against tyranny, claiming equal rights for all. He wins the hearts of the Achaic Confederacy that make him their leader. Then the same with Peloponnese, despite the fact he will be defeated twice in a row by the Spartans under King Kleomenes. He goes on to liberate Corinth from the Macedonians, again climbing in the night on Akrocorinth and gaining the support of the population. Removing the Macedonian guard of all its support, he forces them to retreat without actually having to fight them. A few years later he goes on to liberate Athens, bribing the Macedonian guard of Piraeus. Even after all these spectacular successes however, the Macedonian dominion was only grazed on the surface, since there was no antagonistic organizational form to take things over in decadent Greece. His economic and political order unharmed, King Philip V of Macedon was to take him easily out of his way, murdering him in 213 BC.

“All war is based on deception. Hence, when we are able to attack, we must seem unable; when using our forces, we must appear inactive; when we are near, we must make the enemy believe we are far away; when far away, we must make him believe we are near.”
-Sun Tzu

The last tactic we will deal with here was tested in the battle of Marathon (490 BC) by the Athenian general Miltiades and has to do with the Phalanx formation. Outnumbered by the opposing Persian army, he arrays an apparently weak force, with heavily reinforced flanks. These quick and strong side units surround and side-hit the enemy, while he finds it impossible to move forward, as the main body holds its line. It’s worth mentioning here that while the tactics of the smaller force address mainly the enemy’s morale and their goal is to push him backwards or evade him until they become stronger, from the side of the Empire, there is always the will to turn every battle into a slaughterhouse. Subjects are expendable, while the enemies are counted.

Another novelty in this field will be practiced in the Battle of Leuktra (371 BC), with the oblique Phalanx of the Thebans under Epameinondas, against the Spartans. While the main body of the army remained untouched, the reinforced left flank with the Sacred Batallion, strikes the adversary. The rest of the army tries to hold its position to prevent the enemy from moving forward.

Finally – exhausted from the conflicts between them, the Peloponnesian and Corinthian war- Poleis by the “Macedonian gold” (as Plutarch set it), the conquest of the signals, also the overcoming of the outdated classic phalanx by the Macedonian phalanx. This last one, using much longer spears and smaller shields, is far more compound, impenetretable, and a prevailing defensive formation. Also, the more extensive use of archers, cavalry, and – after Alexander’s campaign to the east – elephants, are mobilized to create confusion in the enemy, something that lowers their reflexes and their offensive potential. The defeat, at last, of the Macedonians at Kynos Kephalae in 197 BC sets, according to the historian Polybios, the greatest example of the superiority of the Roman Legion over the phalanx. It is always a fact that an organized and compound battle formation will be defeated by a better organized and funded analogous group. Much more so when someone is dealing with an empire.

The Roman Empire’s military finally kneeled before the unorthodox tactics of the nomadic tribes, only combined with an extensive civil war that had previously disintegrated its inner ranks. An increase in its Barbarian enemies – aka those that are not part of the state’s community – in itself was only indicative of this community’s crisis, and not its catalyst. Without the ability to form a community themselves, without theories to throw into the battle when needed, without creating a higher social organization, hostilities on their own are nothing more than tactics devoid of strategy. They can only represent a danger, that the Empire is well aware of, is a ghost.

Our own power cannot be measured by the force we exercise against our enemies, but by the force that brings us against them. We already know what brings them against us. All we have is to know ourselves.

Michael: [about the unrest in Cuba] We saw a strange thing on our way here. Some rebels were being arrested, and instead of being arrested, one of them pulled the pin on a grenade he had hidden in his jacket. He took himself and the captain of the command with him.
Guest: Ah, the rebels are insane!
Michael: Maybe. But the soldiers are paid to fight; the rebels aren’t.
Hyman Roth: What does that tell you?
Michael: They can win.

~~~

Many thanks to J. for the translation notes

[Greek version/Στα ελληνικά]

Τέχνη του πολέμου: η αρχαιοελληνική φάλαγγα ως μπλοκ

Τέχνη του πολέμου: η αρχαιοελληνική φάλαγγα ως μπλοκ

“Κι ο Σαρπηδών είπε στον Γλαύκο στο δωδέκατο βιβλίο της Ιλιάδας: Φίλε, αν μπορούσαμε εγώ κι εσύ να δραπετεύσουμε απ’ αυτήν την μάχη και να ζήσουμε για πάντα, αιώνιοι κι αθάνατοι, δε θα πολεμούσα ξανά ποτέ…” Όμως χίλιοι θάνατοι μας περικυκλώνουν και κανείς μας δεν μπορεί να τους δραπετεύσει. Ας επιτεθούμε λοιπόν.

-In girum imus nocte et consumimur igni, Γκυ Ντεμπόρ

 

Στον αντίποδα των σύγχρονων στρατιωτικών επιχειρήσεων, ο πόλεμος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο αποτελούσε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής. Ο Θουκυδίδης παρατηρούσε πως ο πόλεμος για την Ελλάδα είναι κάτι το φυσικό, σε αντίθεση με τις βραχύβιες εκεχειρίες μεταξύ των πόλεων-κρατών. Ένας τέτοιος τρόπος ζωής, βρισκόταν σε συμφωνία με την υψηλή αρετή του αγώνα, του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων και των κοινοτήτων τους, που μπορούσαν ακόμα τότε να ενώνονται στο εσωτερικό της πόλης και να διαιρούνται έξω απ’ αυτήν, καθώς, εντός της, ο διαχωρισμός από τα υλικά μέσα και την εξουσία περιοριζόταν ή τουλάχιστον μπορούσε ακόμα να κρύβεται πίσω από εθιμικούς θεσμούς και “θείους” νόμους. Ο ανταγωνισμός αυτός, η “αγαθή έριδα” όπως υπενθύμιζε με τη γνωστή οξυδέρκειά του ο Νίτσε, εκπλήρωνε τον σπουδαίο σκοπό της εξέλιξης, του ξεπεράσματος της κατεστημένης τάξης προς μια νέα ανώτερη ενότητα. Αν υπάρχει κάποιο ανάλογο των επικών κλασσικών μαχών, αυτό δεν έχει φυσικά τίποτα να κάνει με την καταστροφή ανθρώπων και πόρων που φέρουν εις πέρας οι κρατικοί στρατοί, αλλά αφορά την μόνη κοινότητα αγώνα που εμφανίζεται ξανά στα πεδία των μαχών με συνείδηση του κοινού συμφέροντός της που της στερείται. Στην επιθυμία της να ξεπεράσει την κατεστημένη τάξη σε κάθε της όψη, η κοινότητα αυτή είναι αναγκασμένη να μην επαναπαύεται αλλά να αγωνίζεται, καθώς μόνο μέσα στον αγώνα κατορθώνει να γίνεται ορατή με συνοχή. Στην πιθανότητά της και μόνο, κάθε άλλη ψευδής κοινότητα και κάθε αλλότριος αγώνας, χάνουν κάθε αξία. Αυτή τη διαδικασία πρέπει να εντείνουμε, προκειμένου να πραγματώσουμε την πιθανότητα αυτή (που ήδη υπάρχει ανάμεσά μας), ώστε να εξανθρωπίσουμε ξανά την κίνηση της Ιστορίας, προς μια αυθεντική εξέλιξη.

Από τις συρράξεις της αρχαιότητας, μέχρι τις σημερινές οδομαχίες, ο παρακάτω κανόνας διατηρείται αναλλοίωτος: Ανεξάρτητα με τις ατομικές ικανότητες του κάθε πολεμιστή, μια ομάδα που μάχεται ως τέτοια, μπορεί να υπερνικήσει κάθε εχθρική δύναμη που παλεύει -ή αναγκάζεται να παλέψει- ως ξεχωριστά άτομα. Αυτή η ομάδα μάχης, στην αρχαία Ελλάδα, υπήρξε η φάλαγγα.

Η φάλαγγα, ως τακτική παράταξη μάχης που επικράτησε έναντι των επαγγελματικών-μισθοφορικών και των άτακτων-φυλετικών στρατιών, από τον 8ο μέχρι τον 3ο αιώνα πΧ, δεν ήταν παρά το στρατιωτικό όχημα της πόλης-κράτους, που κυριάρχησε ως οργανωμένη κοινωνική μορφή επί της αταξίας που αντιπροσώπευαν οι “βάρβαροι”. Η κοινωνική τάξη που τη στελέχωνε, δεν ήταν πια η αριστοκρατία των παλαιών γαιοκτημόνων και οι δούλοι τους, αλλά οι ανερχόμενοι έμποροι και τεχνίτες, οι ανεξάρτητοι γεωργοί (ιδιοκτήτες επί της γης τους, μια κοινωνική φιγούρα που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Μεσόγειο, με το όπλο στο χέρι, υπό την απειλή των συχνών επιδρομέων). Επαγγελματίες δηλαδή που αφενός είχαν εύλογα συμφέροντα στην υπεράσπιση της πόλης, κι αφετέρου την οικονομική δυνατότητα να συντηρούν οπλισμό (Οπλίτες). Απ’ τη στιγμή όμως που η τάξη αυτή είχε πρόσβαση στους πόρους και τα όπλα, έθεσε και ζήτημα λόγου στα δημόσια πράγματα, ωθώντας έτσι σ’ έναν εκδημοκρατισμό την πόλη-κράτος, που υπό κάθε εξουσία, δημοκρατική ή τυραννική, εμφανίζεται στο εξής αναγκασμένη να λογοδοτεί στον ένοπλο πληθυσμό της. Η πόλη έφτιαξε καθ΄ εικόνα και ομοίωση τη φάλαγγα, αλλά και η φάλαγγα έφτιαξε την πόλη. Αναλόγως, κάθε κοινωνική οργάνωση αντανακλάται στον στρατό της, και κάθε στρατός αντανακλά την κοινωνική οργάνωση που επιβάλλει.

Στρατηγικά πλεονεκτήματα της φάλαγγας, ήταν η εξασφάλιση μικρών απωλειών (ο αποδεκατισμός-απώλεια ενός 10%, θεωρούταν υπερβολική αιματοχυσία για τον μικρό πληθυσμό της Ελλάδας), η μικρή προετοιμασία που απαιτούσε η στελέχωσή της, ενώ μετά τις σύντομες σώμα-με-σώμα μάχες, οι οπλίτες μπορούσαν να γυρίσουν στις εργασίες τους, χωρίς να επιβαρύνεται η οικονομική ζωή των πόλεων. Ελάχιστο ενδιαφέρον επιφυλασσόταν για τη στρατηγική, κάτι τέτοιο δεν συμβάδιζε με τα πολεμικά ήθη της εποχής, αλλά κυρίως με το ότι οι μάχες περισσότερο επισφράγιζαν την κοινωνική υπεροχή μιας πόλης έναντι μιας άλλης, παρά την ζυγιάζανε εξ αρχής (“Οι νικηφόροι πολεμιστές πρώτα κερδίζουν κι έπειτα πηγαίνουν να πολεμήσουν, οι ηττημένοι πρώτα παν στον πόλεμο κι έπειτα προσπαθούν να κερδίσουν” έγραφε ο Σουν Τσου).

Η κλασσική ελληνική στρατηγική συνίστατο στην πιο “αγνή” (κατά τον Πρώσσο θεωρητικό στρατιωτικό Κλαούζεβιτς) μορφή σύγκρουσης: Δυο δυνάμεις, ευθέως αντιμέτωπες η μια με την άλλη, πολεμούν υπό το φως του ηλίου. Εξ’ ού και το σχετικό ανέκδοτο για τα περσικά βέλη που το πλήθος τους θα έκρυβε τον ήλιο. Ως τους Περσικούς Πολέμους, η φάλαγγα είχε δοκιμαστεί μόνο στις περιορισμένες συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, όμως όσον αφορά μια Αυτοκρατορία, προκειμένου να επιβιώνει πρέπει διαρκώς να επεκτείνεται, κι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να αγνοούν όσοι διαβιούν στα όριά της. Η απειλή αυτή, θα αναγκάσει τους αμυνόμενους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα στην -πιο γνωστή ίσως- υιοθέτηση μιας βασικής ασύμμετρης τακτικής απ’ την μεριά των αμυνομένων: την επιλογή προνομιούχου πεδίου μάχης, συγκεκριμένα στο στένωμα των αρχαίων Θερμοπυλών (αφού τα Τέμπη προηγουμένως κρίθηκαν ακατάλληλα λόγω ύπαρξης παραλλήλων περασμάτων που θα έδιναν στους Πέρσες δυνατότητα περικύκλωσης). Η μάχη σε στενά περάσματα ανατρέπει προσωρινά το αριθμητικό πλεονέκτημα ενός πολλαπλάσιου εχθρού.

Ωστόσο, οι εγγενείς αδυναμίες της φάλαγγας, ανάγκασαν τους αμυνόμενους σε μια κατάβαση προς τα πεδινά, μιας και ένας συμπαγής σχηματισμός δεν μπορεί να κρατηθεί σε ανώμαλο έδαφος, αφού γρήγορα θα δημιουργηθούν κενά στην πρώτη γραμμή του, επιτρέποντας στον εχθρό να την διεμβολίσει. Στην πραγματικότητα, η αποτελεσματικότητα της φάλαγγας ήταν άμεση συνάρτηση της ικανότητάς της να μην “σπάει” στη σύγκρουση. Καθώς αποτελούταν από γραμμές οπλιτών, παρατεταγμένων ο ένας δίπλα στον άλλον (“ώμο με ώμο”, κρατώντας στο δεξί το δόρυ και στο αριστερό την ασπίδα, ο καθένας προστατεύεται έτσι από τον διπλανό του), φορτωμένων βαρύτατο οπλισμό, με τις ατομικές αισθήσεις (ακοή, όραση) απόλυτα περιορισμένες, η κεντρική λειτουργία της ήταν να “σπρώχνει” τον εχθρό προς τα πίσω (η πρώτη σειρά, με τις ασπίδες της), και να κρατά τη θέση της. Η πρώτη παράταξη που θα υφίστατο ρήγμα, θα αναγκαζόταν σε υποχώρηση. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η λιποταξία του πρώτου οπλίτη ήταν καθοριστική, μιας και αλυσιδωτά οδηγούσε σε άτακτη φυγή των συμπολεμιστών του που θα εγκατέλειπαν κάθε κουράγιο μπρος σ’ ένα τέτοιο θέαμα. Εγκαταλείποντας κατά μόνας την μάχη, υπέφεραν τελικά και τις περισσότερες απώλειες, καθώς πλαγιοκωπούνταν απ’ τις επελαύνουσες δυνάμεις του εχθρού, με μικρά ξίφη, είτε -σπανιότερα- ιππείς. Μια οργανωμένη υποχώρηση της φάλαγγας ενδεικνυόταν σε περίπτωση ήττας, περιορίζοντας τις αιχμαλωσίες ή απώλειες συμπολεμιστών. Είναι γεγονός πάντως, πως ο βαρύς οπλισμός καθιστά προβληματική την καταδίωξη υποχωρούντων, κι έτσι ο νικητής συνήθως αναδεικνυόταν χωρίς τον εκμηδενισμό του αντιπάλου.

Φυσικά, αυτή η πραγματικότητα αντιπροσωπεύεται και σε μια συγκεκριμένη πολεμική ηθική της εποχής, που υμνούσε τον συμπολεμιστή που μες τη φωτιά της μάχης, κερδίζει την εμπιστοσύνη των διπλανών του με το κουράγιο και τη δύναμή του. Ένας λόγος που οι φάλαγγα δεν έσπαγε συχνά, ήταν ότι αποτελούταν από οπλίτες απ’ τον ίδιο δήμο ή κώμη, μέλη φιλικών οικογενειών ή και συγγενών, καθώς πολεμά κανείς καλύτερα για απτές σχέσεις παρά για αφηρημένα ιδανικά ή ανταμοιβές. Μια εξέλιξη αυτής της παραμέτρου μπορεί να εντοπιστεί στον θηβαϊκό Ιερό Λόχο, που βασιζόταν στις ερωτικές σχέσεις μεταξύ ανδρών κι εφήβων αγοριών. Έτσι, η πίεση και η πειθαρχία του οπλίτη δεν είναι πια ενώπιων ενός απλού συμπολίτη του, αλλά του ίδιου του αγαπημένου του. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Ιερός Λόχος, αποτελούμενος από 150 ζευγάρια εραστών οπλιτών, κατόρθωσε σαρωτική νίκη απέναντι σε υπέρτερους Σπαρτιάτες, ενώ παρέμεινε αήττητος για 35 χρόνια έκτοτε. Η νίκη αυτή έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Η σπαρτιατική φάλαγγα, θεωρούταν το αποκορύφωμα της μορφής αυτής, τόσο ως προς την πειθαρχία όσο και την προσωπική εκγύμναση που καταλάμβανε ολόκληρη τη ζωή των Σπαρτιατών, που κυλούσε στη σκιά του φόβου μιας πιθανής εξέγερσης των ειλώτων. Μια παρασιτική τάξη που βασίζεται μόνο στη βία, είναι αναγκασμένη να στρέψει την ίδια βία ενάντια στον εαυτό της προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία. Μια τέτοια τάξη κάνει φανερό το παράλογο που υπάρχει στην κατεστημένη κοινωνική οργάνωση, αλλά και των δυνατοτήτων που θα απελευθερώνονταν με την κατάργησή της.

Μια άλλη τακτική που εφαρμοζόταν, αφορούσε το ψυχολογικό και ηθικό επίπεδο. Σχεδόν τελετουργικά, γι αρκετή ώρα πριν τη σύγκρουση, οι δυο δυνάμεις παρέμεναν αντιμέτωπες, φωνάζοντας ιαχές (συνθήματα) ή τραγουδώντας πολεμικούς παιάνες, προσπαθώντας να παραλύσουν τον αντίπαλο, εκφοβίζοντάς τον με την τρομερή όψη τους (περικεφαλαίες, κεφάλια μεδουσών και τεράτων που κοσμούσαν τις ασπίδες), και να καταβάλλουν το ηθικό του. Περιστατικά ακούσιας αφόδευσης, ούρησης και ναυτίας ήταν συχνά σ’ αυτήν τη ψυχολογική δοκιμασία. Ο Πλούταρχος αναφέρει χαρακτηριστικά την κοροϊδία των εχθρών του Αράτου, που καταβαλλόταν από κράμπες και ζαλάδες, κάθε φορά που άκουγε το εναρκτήριο λάκτισμα της μάχης. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ για τον Άρατο τον Σικυωνέα, ότι έκανε πράξη μια γνωστή παρατήρηση του κινέζου Σουν Τσου στην “Τέχνη του Πολέμου” του, να κερδίζει πολέμους δίχως να χρειαστεί να κατεβεί στην μάχη, να πολεμήσει.

“Ο πόλεμος είναι δίκαιος, όταν είναι αναγκαίος. Στα όπλα καταφεύγει κανείς όταν δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα αλλού”…

“…Ποτέ μην καταφέρεις ένα μόνο τραύμα στον εχθρό”.

-Ν. Μακιαβέλι

Εισβάλλοντας νύχτα στην πατρίδα του πηδώντας πάνω από τα τείχη με κλεμμένες σκάλες, ξεσηκώνει τον κόσμο εναντίον της τυραννίας, ανακηρρύσοντας ίσα δικαιώματα για όλους. Κερδίζει τον δημοκρατικό πληθυσμό της Αχαϊκής Συμπολιτείας που τον αναδεικνύει σε ηγέτη του, και ολόκληρης της Πελοποννήσου, παρότι θα ηττηθεί δυο φορές στη σειρά από τους Σπαρτιάτες υπό τον βασιλιά Κλεομένη. Θα ελευθερώσει την Κόρινθο σκαρφαλώνοντας  νύχτα ξανά, στον Ακροκόρινθο και παίρνοντας με το μέρος του τον πληθυσμό. Αφαιρώντας τα κοινωνικά ερείσματα της ισχυρής μακεδονικής φρουράς, την αναγκάζει σε υποχώρηση, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στη σύγκρουση μαζί της. Λίγα χρόνια αργότερα θα απελευθερώσει απ’ τους Μακεδόνες και την Αθήνα, καταφέρνοντας να  εξαγοράσει τη φρουρά του Πειραιώς. Παρόλες αυτές τις θεαματικές επιτυχίες όμως, η κυριαρχία των Μακεδόνων μόνο φαινομενικά πλήγηκε, αφού ούτως ή άλλως δεν υπήρχε κάποια ανταγωνιστική της στην παρηκμασμένη Ελλάδα. Με την οικονομική και πολιτική τους δομή αλώβητη, εξασφαλίζοντάς τους το πάνω χέρι, ο Φίλιππος ο Έ θα βγάλει εύκολα απ’ την μέση τον ενοχλητικό Άρατο, δολοφονώντας τον στα 213 πχ.

Κάθε πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση. Όταν είμαστε έτοιμοι να επιτεθούμε, πρέπει να δείχνουμε ανίκανοι, όταν εξαπολύουμε τις δυνάμεις μας, πρέπει να μοιάζουμε αδρανείς. Όταν πλησιάζουμε τον στόχο μας, πρέπει να κάνουμε τον εχθρό να πιστεύει ότι είμαστε μακριά. Όταν απέχουμε, να τον εξαπατούμε πως είμαστε δίπλα του.”

-Σουν Τσου

Η τελευταία τακτική, που δοκιμάστηκε στην Μάχη του Μαραθώνα (490 πχ) από τον Μιλτιάδη, αφορά την ίδια την παράταξη της φάλαγγας. Έναντι ενός πολυπληθέστερου στρατεύματος της (περσικής) Αυτοκρατορίας, παρατάσσει μια δύναμη με ενισχυμένα άκρα, τα οποία περικυκλώνουν και πλαγιοκοπούν τον εχθρό, ενώ αυτός εμπλέκεται σε μια κατά μέτωπον επίθεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ η τακτική της μικρότερης δύναμης δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί στην απώθηση του αντιπάλου, στο σπάσιμο του ηθικού του, από την μεριά της Αυτοκρατορίας υπάρχει πάντοτε κάθε θέληση να μετατραπεί η μάχη σε ανθρωποσφαγή. Οι υπήκοοι είναι αναλώσιμοι, ενώ οι εχθροί μετρημένοι.

Μια άλλη καινοτομία σ’ αυτό το πεδίο θα εφαρμοστεί στην Μάχη των Λεύκτρων (371), με τη Λοξή Φάλαγγα των Θηβαίων υπό τον Επαμεινώνδα, εναντίον των Σπαρτιατών. Ενώ το κυρίως σώμα της φάλαγγας είναι εμφανώς αδύναμο, το ενισχυμένο αριστερό άκρο της εμβολίζει τον αντίπαλο. Το υπόλοιπο σώμα απλά κρατάει τη θέση του, εμποδίζοντας τον αντίπαλο να προχωρήσει διαφεύγοντας την επίθεση. Η κατάκτηση των -εξαντλημένων απ’ τον Πελοποννησιακό και Κορινθιακό πόλεμο- πόλεων-κρατών απ “τον μακεδονικό χρυσό” (κατά τον Πλούταρχο), σηματοδοτεί κι ένα ξεπέρασμα της κλασσικής φάλαγγας από την μακεδονική, που χρησιμοποιώντας μακρύτερα δόρια (“σάρισσες”) και μικρότερες ασπίδες, καταφέρνει μια πολύ μεγαλύτερη σύμπτηξη της φάλαγγας που εξασφαλίζει αδιαπέραστη άμυνα απέναντι στον εχθρό. Επίσης, η πιο εκτεταμένη χρήση τοξοτών, ιππικού, και μετά τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου, ελεφάντων, επιστρατεύονται στην πρόκληση σύγχυσης στον αντίπαλο, που κάμπτει τα αντανακλαστικά και τις επιθετικές δυνατότητές του. Η ήττα τελικά των Μακεδόνων (υπό τον Φίλιππο Έ) στις Κυνός Κεφαλές το 197 πχ, αποτελεί για τον ιστορικό Πολύβιο το καλύτερο παράδειγμα της ανωτερώτητας της ρωμαϊκής λεγεώνας επί της φάλαγγας. Είναι γεγονός ότι μια οργανωμένη και συμπαγής παράταξη μάχης, πάντα ηττάται από μια καλύτερα οργανωμένη κι εξοπλισμένη ανάλογή της, πόσο μάλλον όταν αυτή στηρίζεται από μια Αυτοκρατορία.

Αυτοκρατορία που γονάτισε στρατιωτικά μόνο μπρος στις ανορθόδοξες τακτικές των νομαδικών φυλών, και μόνο αφού προηγουμένως είχε αποσυντεθεί σ’ έναν εκτεταμένο εμφύλιο πόλεμο. Από μόνος του ένας πολλαπλασιασμός των Βαρβάρων, αυτών δηλαδή που δεν μετέχουν στην κοινότητα του κράτους, είναι μόνο ενδεικτικός της κρίσης στην οποία τίθεται η κοινότητα αυτή, κι όχι καταλύτης της. Χωρίς την ικανότητα να συγκροτηθούν οι ίδιοι σε κοινότητα, χωρίς τις θεωρίες που θα ρίξουν σαν στρατιωτικές μονάδες στην μάχη την κατάλληλη στιγμή, χωρίς τη δημιουργία μιας ανώτερης κοινωνικής οργάνωσης, οι ίδιες οι εχθροπραξίες ως τακτικές στερημένες από μια στρατηγική, δεν μπορεί παρά να αναπαριστούν έναν κίνδυνο που η Αυτοκρατορία γνωρίζει ότι δεν διατρέχει.

Η δύναμή μας, δεν μπορεί να μετρηθεί με τη δύναμη που εξαπολύουμε προς τον αντίπαλο, αλλά με αυτήν που μας φέρνει απέναντί του. Γνωρίζουμε τί φέρνει αυτόν απέναντί μας. Μένει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.

Michael: Είδαμε κάτι περίεργο στη διαδρομή (στην προεπαναστατική Κούβα). Είχαν πιάσει μερικούς αντάρτες, κι ένας τους, για να μη συλληφθεί, απασφάλισε μια χειροβομβίδα που έκρυβε στο σακάκι του. Πήρε και το λοχαγό της διμοιρίας μαζί του.

Καλεσμένος: Αχ, οι αντάρτες είναι τρελλοί!

Michael: Ίσως, αλλά οι στρατιώτες πολεμούν γιατί πληρώνονται, οι αντάρτες όχι.

Hyman Roth: Τί σου λέει αυτό;

Michael: Μπορούν να νικήσουν.

Σκηνή από τον “Νονό ΙΙ”


[English version/Στα αγγλικά]

Πρακτορείο Rioters: γνώση και κουλτούρα για βανδαλιστική χρήση

“Κι ο Σαρπηδών είπε στον Γλαύκο στο εικοστό βιβλίο της Ιλιάδας: Φίλε, αν μπορούσαμε εγώ κι εσύ να δραπετεύσουμε απ’ αυτήν την μάχη και να ζήσουμε για πάντα,αιώνιοι κι αθάνατοι, δε θα πολεμούσα ξανά ποτέ…” Όμως χίλιοι θάνατοι μας περικυκλώνουν και κανείς μας δεν μπορεί να τους δραπετεύσει. Ας επιτεθούμε λοιπόν.
-Απ’ το In girum imus nocte et consumimur igni, του Γκυ Ντεμπόρ

Στον αντίποδα των σύγχρονων στρατιωτικών επιχειρήσεων, ο πόλεμος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο αποτελούσε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής. Ο

Θουκυδίδης παρατηρούσε πως ο πόλεμος για την Ελλάδα είναι κάτι το φυσικό, σε αντίθεση με τις βραχύβιες εκεχειρίες μεταξύ των πόλεων-κρατών. Ένας τέτοιος

τρόπος ζωής, βρισκόταν σε συμφωνία με την υψηλή αρετή του αγώνα, του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων και των κοινοτήτων τους, που μπορούσαν ακόμα τότε να

ενώνονται στο εσωτερικό της πόλης και να διαιρούνται έξω απ’ αυτήν, καθώς ο διαχωρισμός από τα υλικά μέσα και την εξουσία περιοριζόταν ή τουλάχιστον μπορούσε

ακόμα να κρύβεται πίσω από εθιμικούς θεσμούς και “θείους” νόμους. Ο ανταγωνισμός αυτός, η “αγαθή έριδα” όπως υπενθύμιζε με τη γνωστή οξυδέρκειά του ο Νίτσε,

εκπλήρωνε τον σπουδαίο σκοπό της εξέλιξης, του ξεπεράσματος της κατεστημένης τάξης προς μια νέα ανώτερη ενότητα. Αν υπάρχει κάποιο ανάλογο των επικών

κλασσικών μαχών, αυτό δεν έχει φυσικά τίποτα να κάνει με την καταστροφή ανθρώπων και πόρων που φέρουν εις πέρας οι κρατικοί στρατοί, αλλά αφορά την μόνη

κοινότητα αγώνα που εμφανίζεται ξανά στα πεδία των μαχών με συνείδηση του κοινού συμφέροντός της που της στερείται. Στην επιθυμία της να ξεπεράσει την

κατεστημένη τάξη σε κάθετης όψη, η κοινότητα αυτή είναι αναγκασμένη να μην επαναπαύεται αλλά να αγωνίζεται, καθώς μόνο μέσα στον αγώνα κατορθώνει να γίνεται

ορατή με συνοχή. Στην πιθανότητά της και μόνο, κάθε άλλη ψευδής κοινότητα και κάθε αλλότριος αγώνας, χάνουν κάθε αξία. Αυτή τη διαδικασία πρέπει να

εντείνουμε, προκειμένου να πραγματώσουμε την πιθανότητα αυτή (που ήδη υπάρχει ανάμεσά μας), ώστε να εξανθρωπίσουμε ξανά την κίνηση της Ιστορίας, προς μια

αυθεντική εξέλιξη.

Από τις συρράξεις της αρχαιότητας, μέχρι τις σημερινές οδομαχίες, ο παρακάτω κανόνας διατηρείται αναλλοίωτος: Ανεξάρτητα με τις ατομικές ικανότητες του κάθε

πολεμιστή, μια  ομάδα που μάχεται ως τέτοια, μπορεί να υπερνικήσει κάθε εχθρική δύναμη που παλεύει -ή αναγκάζεται να παλέψει- ως ξεχωριστά άτομα. Αυτή η

ομάδα μάχης, στην αρχαία Ελλάδα, υπήρξε η φάλαγγα.

Η φάλαγγα, ως τακτική παράταξη μάχης που επικράτησε έναντι των επαγγελματικών-μισθοφορικών και των άτακτων-φυλετικών στρατιών, από τον 8ο μέχρι τον 3ο αιώνα

πΧ, δεν ήταν παρά το στρατιωτικό όχημα της πόλης-κράτους, που κυριάρχησε ως οργανωμένη κοινωνική μορφή επί της αταξίας που αντιπροσώπευαν οι “βάρβαροι”. Η

κοινωνική τάξη που τη στελέχωνε, δεν ήταν πια η αριστοκρατία των παλαιών γαιοκτημόνων και οι δούλοι τους, αλλά οι ανερχόμενοι έμποροι και τεχνίτες, οι

ανεξάρτητοι γεωργοί (ιδιοκτήτες επί της γης τους, μια κοινωνική φιγούρα που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Μεσόγειο, με το όπλο στο χέρι, υπό την απειλή των

συχνών επιδρομέων). Επαγγελματίες δηλαδή που αφενός είχαν εύλογα συμφέροντα στην υπεράσπιση της πόλης, κι αφετέρου την οικονομική δυνατότητα να συντηρούν

οπλισμό (Οπλίτες). Απ’ τη στιγμή όμως που η τάξη αυτή είχε πρόσβαση στους πόρους και τα όπλα, έθεσε και ζήτημα λόγου στα δημόσια πράγματα, ωθώντας έτσι σ’

έναν εκδημοκρατισμό την πόλη-κράτος, που υπό κάθε εξουσία, δημοκρατική ή τυραννική, εμφανίζεται στο εξής αναγκασμένη να λογοδοτεί στον ένοπλο πληθυσμό της. Η

πόλη έφτιαξε καθ΄ εικόνα και ομοίωση τη φάλαγγα, αλλά και η φάλαγγα έφτιαξε την πόλη. Αναλόγως, κάθε κοινωνική οργάνωση αντανακλάται στον στρατό της, και

κάθε στρατός αντανακλά την κοινωνική οργάνωση που επιβάλλει.

Στρατηγικά πλεονεκτήματα της φάλαγγας, ήταν η εξασφάλιση μικρών απωλειών (ο αποδεκατισμός-απώλεια ενός 10%, θεωρούταν υπερβολική αιματοχυσία για τον μικρό

πληθυσμό της Ελλάδας), η μικρή προετοιμασία που απαιτούσε η στελέχωσή της, ενώ μετά τιςσ σύντομες σώμα-με-σώμα μάχες, οι οπλίτες μπορούσαν να γυρίσουν στις

εργασίες τους, χωρίς να επιβαρύνεται η οικονομική ζωή των πόλεων. Ελάχιστο ενδιαφέρον επιφυλασσόταν για τη στρατηγική, κάτι τέτοιο δεν συμβάδιζε με τα

πολεμικά ήθη της εποχής, αλλά κυρίως με το ότι οι μάχες περισσότερο επισφράγιζαν την κοινωνική υπεροχή μιας πόλης έναντι μιας άλλης, παρά την ζυγιάζανε εξ

αρχής (“Οι νικηφόροι πολεμιστές πρώτα κερδίζουν κι έπειτα πηγαίνουν να πολεμήσουν, οι ηττημένοι πρώτα παν στον πόλεμο κι έπειτα προσπαθούν να κερδίσουν”

έγραφε ο Σουν Τσου).

Η κλασσική ελληνική στρατηγική συνίστατο στην πιο “αγνή” (κατά τον Πρώσσο θεωρητικό στρατιωτικό Κλαούζεβιτς) μορφή σύγκρουσης: Δυο δυνάμεις, ευθέως

αντιμέτωπες η μια με την άλλη, πολεμούν υπό το φως του ηλίου. Εξ’ ού και το σχετικό ανέκδοτο για τα περσικά βέλη που το πλήθος τους θα έκρυβε τον ήλιο. Ως

τότε η φάλαγγα είχε δοκιμαστεί μόνο στις περιορισμένες συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, όμως όσον αφορά μια Αυτοκρατορία, προκειμένου να επιβιώνει

πρέπει διαρκώς να επεκτείνεται, κι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να αγνοούν όσοι διαβιούν στα όριά της. Η απειλή αυτή, θα αναγκάσει τους αμυνόμενους

Σπαρτιάτες του Λεωνίδα στην -πιο γνωστή ίσως- υιοθέτηση μιας βασικής ασύμμετρης τακτικής απ’ την μεριά των αμυνομένων: την επιλογή προνομιούχου πεδίου μάχης,

συγκεκριμένα στο στένωμα των αρχαίων Θερμοπυλών (αφού τα Τέμπη προηγουμένως αποδείχθηκαν ακατάλληλα λόγω ύπαρξης παραλλήλων περασμάτων που θα έδιναν στους

Πέρσες δυνατότητα περικύκλωσης). Η μάχη σε στενά περάσματα ανατρέπει προσωρινά το αριθμητικό πλεονέκτημα ενός πολλαπλάσιου εχθρού.

Ωστόσο, οι εγγενείς αδυναμίες της φάλαγγας, ανάγκασαν τους αμυνόμενους σε μια κατάβαση προς τα πεδινά, μιας και ένας συμπαγής σχηματισμός δεν μπορεί να

κρατηθεί σε ανώμαλο έδαφος, αφού γρήγορα θα δημιουργηθούν κενά στην πρώτη γραμμή του, επιτρέποντας στον εχθρό να την διεμβολίσει. Στην πραγματικότητα, η

αποτελεσματικότητα της φάλαγγας ήταν άμεση συνάρτηση της ικανότητάς της να μην “σπάει” στη σύγκρουση. Καθώς αποτελούταν από γραμμές οπλιτών, παρατεταγμένων ο

ένας δίπλα στον άλλον (“ώμο με ώμο”, κρατώντας στο δεξί το δόρυ και στο αριστερό την ασπίδα, ο καθένας προστατεύεται έτσι από τον διπλανό του), φορτωμένων

βαρύτατο οπλισμό, με τις ατομικές αισθήσεις (ακοή, όραση) απόλυτα περιορισμένες, η κεντρική λειτουργία της ήταν να “σπρώχνει” τον εχθρό προς τα πίσω (η πρώτη

σειρά, με τις ασπίδες της), και να κρατά τη θέση της. Η πρώτη παράταξη που θα υφίστατο ρήγμα, θα αναγκαζόταν σε υποχώρηση. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η

λιποταξία του πρώτου οπλίτη ήταν καθοριστική, μιας και αλυσιδωτά οδηγούσε σε άτακτη φυγή των συμπολεμιστών του που θα εγκατέλειπαν κάθε κουράγιο μπρος σ’ ένα

τέτοιο θέαμα. Εγκαταλείποντας κατά μόνας την μάχη, υπέφεραν τελικά και τις περισσότερες απώλειες, καθώς πλαγιοκωπούνταν απ’ τις επελαύνουσες δυνάμεις του

εχθρού, με μικρά ξίφη, είτε -σπανιότερα- ιππείς. Μια οργανωμένη υποχώρηση της φάλαγγας ενδεικνυόταν σε περίπτωση ήττας, περιορίζοντας τις αιχμαλωσίες ή

απώλειες συμπολεμιστών. Είναι γεγονός πάντως, πως ο βαρύς οπλισμός καθιστά προβληματική την καταδίωξη υποχωρούντων, κι έτσι ο νικητής συνήθως αναδεικνυόταν

χωρίς τον εκμηδενισμό του αντιπάλου.

Φυσικά, αυτή η πραγματικότητα αντιπροσωπεύεται και σε μια συγκεκριμένη πολεμική ηθική της εποχής, που υμνούσε τον συμπολεμιστή που μες τη φωτιά της μάχης,

κερδίζει την εμπιστοσύνη των διπλανών του με το κουράγιο και τη δύναμή του. Ένας λόγος που οι φάλαγγα δεν έσπαγε συχνά, ήταν ότι αποτελούταν από οπλίτες απ’

τον ίδιο δήμο ή κώμη, μέλη φιλικών οικογενειών ή και συγγενών, καθώς πολεμά κανείς καλύτερα για απτές σχέσεις παρά για αφηρημένα ιδανικά ή ανταμοιβές. Μια

εξέλιξη αυτής της παραμέτρου μπορεί να εντοπιστεί στον θηβαϊκό Ιερό Λόχο, που βασιζόταν στις ερωτικές σχέσεις μεταξύ ανδρών κι εφήβων αγοριών. Έτσι, η πίεση

και η πειθαρχία του οπλίτη δεν είναι πια ενώπιων ενός απλού συμπολίτη του, αλλά του ίδιου του αγαπημένου του. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Ιερός Λόχος,

αποτελούμενος από 150 ζευγάρια εραστών οπλιτών, κατόρθωσε σαρωτική νίκη απέναντι σε υπέρτερους Σπαρτιάτες, ενώ παρέμεινε αήττητος για 35 χρόνια έκτοτε. Η

νίκη αυτή έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Η σπαρτιατική φάλαγγα, θεωρούταν το αποκορύφωμα της μορφής αυτής, τόσο ως προς την πειθαρχία όσο και την προσωπική

εκγύμναση που καταλάμβανε ολόκληρη τη ζωή των Σπαρτιατών, που κυλούσε στη σκιά του φόβου μιας πιθανής εξέγερσης των ειλώτων. Μια παρασιτική τάξη που

βασίζεται μόνο στη βία, είναι αναγκασμένη να στρέψει την ίδια βία ενάντια στον εαυτό της προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία. Μια τέτοια τάξη κάνει φανερό

το παράλογο που υπάρχει στην κατεστημένη κοινωνική οργάνωση, αλλά και των δυνατοτήτων που θα απελευθερώνονταν με την κατάργησή της.

Μια άλλη τακτική που εφαρμοζόταν, αφορούσε το ψυχολογικό και ηθικό επίπεδο. Σχεδόν τελετουργικά, γι αρκετή ώρα πριν τη σύγκρουση, οι δυο δυνάμεις παρέμεναν

αντιμέτωπες, φωνάζοντας ιαχές (συνθήματα) ή τραγουδώντας πολεμικούς παιάνες, προσπαθώντας να παραλύσουν τον αντίπαλο, εκφοβίζοντάς τον με την τρομερή όψη

τους (περικεφαλαίες, κεφάλια μεδουσών και τεράτων που κοσμούσαν τις ασπίδες), και να καταβάλλουν το ηθικό του. Περιστατικά ακούσιας αφόδευσης, ούρησης και

ναυτίας ήταν συχνά σ’ αυτήν τη ψυχολογική δοκιμασία. Ο Πλούταρχος αναφέρει χαρακτηριστικά την κοροϊδία των εχθρών του Αράτου, που καταβαλλόταν από κράμπες

και ζαλάδες, κάθε φορά που άκουγε το εναρκτήριο λάκτισμα της μάχης. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ για τον Άρατο τον Σικυωνέα, ότι έκανε πράξη μια γνωστή

παρατήρηση του κινέζου Σουν Τσου στην “Τέχνη του Πολέμου” του, να κερδίζει πολέμους δίχως να χρειαστεί να κατεβεί στην μάχη, να πολεμήσει.

“Ο πόλεμος είναι δίκαιος, όταν είναι αναγκαίος. Στα όπλα καταφεύγει κανείς όταν δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα αλλού”…
“…Ποτέ μην καταφέρεις ένα μόνο τραύμα στον εχθρό”.
-Ν. Μακιαβέλι

Εισβάλλοντας νύχτα στην πατρίδα του πηδώντας πάνω από τα τείχη με κλεμμένες σκάλες, ξεσηκώνει τον κόσμο εναντίον της τυραννίας, ανακηρρύσοντας ίσα δικαιώματα

για όλους. Κερδίζει τον δημοκρατικό πληθυσμό της Αχαϊκής Συμπολιτείας που τον αναδεικνύει σε ηγέτη του, και ολόκληρης της Πελοποννήσου, παρότι θα ηττηθεί δυο

φορές στη σειρά από τους Σπαρτιάτες υπό τον βασιλιά Κλεομένη. Θα ελευθερώσει την Κόρινθο σκαρφαλώνοντας νύχα ξανά, στον Ακροκόρινθο και παίρνοντας με το

μέρος του τον πληθυσμό. Αφαιρώντας τα κοινωνικά ερείσματα της ισχυρής μακεδονικής φρουράς, την αναγκάζει σε υποχώρηση, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στη

σύγκρουση μαζί της. Λίγα χρόνια αργότερα θα απελευθερώσει απ’ τους Μακεδόνες και την Αθήνα, καταφέρνοντας να εξαγοράσει τη φρουρά του Πειραιώς. Παρόλες αυτές

τις θεαματικές επιτυχίες όμως, η οικονομική και πολιτική δομή των Μακεδόνων παρέμενε αλώβητη, εξασφαλίζοντάς τους το πάνω χέρι, κι έτσι ο Φίλιππος ο Έ θα

βγάλει εύκολα απ’ την μέση τον ενοχλητικό Άρατο, δολοφονώντας τον στα 213 πχ.

“Κάθε πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση. Όταν είμαστε έτοιμοι να επιτεθούμε, πρέπει να δείχνουμε ανίκανοι, όταν εξαπολύουμε τις δυνάμεις μας, πρέπει να

μοιάζουμε αδρανείς. Όταν πλησιάζουμε τον στόχο μας, πρέπει να κάνουμε τον εχθρό να πιστεύει ότι είμαστε μακριά. Όταν απέχουμε, να τον εξαπατούμε πως είμαστε

δίπλα του.”
-Σουν Τσου

Η τελευταία τακτική, που δοκιμάστηκε στην Μάχη του Μαραθώνα (490 πχ) από τον Μιλτιάδη, αφορά την ίδια την παράταξη της φάλαγγας. Έναντι ενός πολυπληθέστερου

στρατεύματος της (περσικής) Αυτοκρατορίας, παρατάσσει μια δύναμη με ενισχυμένα άκρα, τα οποία περικυκλώνουν και πλαγιοκοπούν τον εχθρό, ενώ αυτός εμπλέκεται

σε μια κατά μέτωπον επίθεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ η τακτική της μικρότερης δύναμης δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί στην απώθηση του αντιπάλου, στο

σπάσιμο του ηθικού του, από την μεριά της Αυτοκρατορίας υπάρχει πάντοτε κάθε θέληση να μετατραπεί η μάχη σε ανθρωποσφαγή. Οι υπήκοοι είναι αναλώσιμοι, ενώ οι

εχθροί μετρημένοι. Μια άλλη καινοτομία σ’ αυτό το πεδίο θα εφαρμοστεί στην Μάχη των Λεύκτρων (371), με τη Λοξή Φάλαγγα των Θηβαίων υπό τον Επαμεινώνδα,

εναντίον των  Σπαρτιατών. Ενώ το κυρίως σώμα της φάλαγγας είναι εμφανώς αδύναμο, το ενισχυμένο αριστερό άκρο της εμβολίζει τον αντίπαλο. Το υπόλοιπο σώμα

απλά κρατάει τη θέση του, εμποδίζοντας τον αντίπαλο να προχωρήσει διαφεύγοντας την επίθεση. Η κατάκτηση των -εξαντλημένων απ’ τον Πελοποννησιακό και

Κορινθιακό πόλεμο- πόλεων-κρατών απ “τον μακεδονικό χρυσό” (κατά τον Πλούταρχο), σηματοδοτεί κι ένα ξεπέρασμα της κλασσικής φάλαγγας από την μακεδονική, που

χρησιμοποιώντας μακρύτερα δόρια (“σάρισσες”) και μικρότερες ασπίδες, καταφέρνει μια πολύ μεγαλύτερη σύμπτηξη της φάλαγγας που εξασφαλίζει αδιαπέραστη άμυνα

απέναντι στον εχθρό. Επίσης, η πιο εκτεταμένη χρήση τοξοτών, ιππικού, και μετά τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου, ελεφάντων, επιστρατεύονται στην πρόκληση

σύγχυσης στον αντίπαλο, που κάμπτει τα αντανακλαστικά και τις επιθετικές δυνατότητές του. Η ήττα των Μακεδόνων (υπό τον Φίλιππο Έ) στις Κυνός Κεφαλές το 197

πχ, αποτελεί για τον ιστορικό Πολύβιο το καλύτερο παράδειγμα της ανωτερώτητας της ρωμαϊκής λεγεώνας επί της φάλαγγας. Είναι γεγονός ότι μια οργανωμένη και

συμπαγής παράταξη μάχης, πάντα ηττάται από μια καλύτερα οργανωμένη κι εξοπλισμένη ανάλογή της, πόσο μάλλον όταν αυτή στηρίζεται από μια Αυτοκρατορία.

Αυτοκρατορία που γονάτισε στρατιωτικά μόνο μπρος στις ανορθόδοξες τακτικές των νομαδικών φυλών, και μόνο αφού προηγουμένως είχε αποσυντεθεί σ’ έναν

εκτεταμένο εμφύλιο πόλεμο. Από μόνος του ένας πολλαπλασιασμός των Βαρβάρων, αυτών δηλαδή που δεν μετέχουν στην κοινότητα του κράτους, είναι μόνο ενδεικτικός

της κρίσης στην οποία τίθεται η κοινότητα αυτή, κι όχι καταλύτης της. Χωρίς την ικανότητα να συγκροτηθούν οι ίδιοι σε κοινότητα, χωρίς τις θεωρίες που θα

ρίξουν σαν στρατιωτικές μονάδες στην μάχη την κατάλληλη στιγμή, χωρίς τη δημιουργία μιας ανώτερης κοινωνικής οργάνωσης, οι ίδιες οι εχθροπραξίες ως τακτικές

στερημένες από μια στρατηγική, δεν μπορεί παρά να αναπαριστούν έναν κίνδυνο που η Αυτοκρατορία γνωρίζει ότι δεν διατρέχει.

Η δύναμή μας, δεν μπορεί να μετρηθεί με τη δύναμη που εξαπολύουμε προς τον αντίπαλο, αλλά με αυτήν που μας φέρνει απέναντί του. Γνωρίζουμε τί φέρνει αυτόν

απέναντί μας. Μένει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.

Michael: Είδαμε κάτι περίεργο στη διαδρομή (στην προεπαναστατική Κούβα). Είχαν πιάσει μερικούς αντάρτες, κι ένας τους, για να μη συλληφθεί, απασφάλισε μια

χειροβομβίδα που έκρυβε στο σακάκι του. Πήρε και το λοχαγό της διμοιρίας μαζί του.
Καλεσμένος: Αχ, οι αντάρτες είναι τρελλοί!
Michael: Ίσως, αλλά οι στρατιώτες πολεμούν γιατί πληρώνονται, οι αντάρτες όχι.
Hyman Roth: Τί σου λέει αυτό;
Michael: Μπορούν να νικήσουν.

Σκηνή από τον “Νονό ΙΙ”

Πώς να υπερασπιστούμε την Επανάσταση – Errico Malatesta

Πώς να υπερασπιστούμε την Επανάσταση – Errico Malatesta

Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το “Malatesta: His Life & Ideas” του Vernon Richards.London: Freedom Press, 1993, αναδημοσιευμένο στο prole.info.

Η επανάσταση που επιθυμούμε συνίσταται στην απαλλοτρίωση της εξουσίας και του πλούτου απ’ τους σημερινούς κατόχους τους, και τη διάθεση της γης και των παραγωγικών μέσων, και όλου του υπάρχοντος πλούτου στη διάθεση των εργαζομένων, δηλαδή του καθένα, μιας και αυτοί που δεν εργάζονται θα πρέπει να εργαστούν. Και οι επαναστάτες, θα πρέπει να υπερασπιστούν αυτήν την επανάσταση, εξασφαλίζοντας ότι κανένα υποκείμενο, άτομο, κόμμα ή κοινωνική τάξη, δε θα βρει την ευκαιρία να εγκαθιδρύσει μια κυβέρνηση και να αποκαταστήσει τα προνόμια παλιών ή νέων αφεντικών…

Για να υπερασπιστούμε, να διαφυλάξουμε την επανάσταση, υπάρχει μόνο ένας τρόπος: να εξαπλώσουμε την επανάσταση όσο πιο μακριά μπορούμε. Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι που η θέση τους τους επιτρέπει να υποχρεώνουν άλλους να εργάζονται γι αυτούς, όσο υπάρχουν κάποιοι που είναι σε θέση να παραβιάζουν την ελευθερία των άλλων, η επανάσταση θα είναι ατελής, και θα είμαστε ακόμα σ’ ένα στάδιο νόμιμης άμυνας και θα πρέπει στη βία που μας καταπιέζει να αντιτάσσουμε τη βία που απελευθερώνει.

Ανησυχείτε μήπως η απαλλοτριωμένη αστική τάξη μπορεί να προσλάβει τυχοδιώκτες μισθοφόρους προκειμένου να αποκαταστήσει το παλαιό καθεστώς; Ας τους απαλλοτριώσουμε πλήρως, και θα δείτε ότι χωρίς χρήματα δεν μπορεί να απασχολήσει κανέναν.

Φοβάστε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα; Ας εξοπλίσουμε το σύνολο του πληθυσμού, να εξασφαλίσουμε ότι πράγματι έχει τον έλεγχο όλου του πλούτου, ούτως ώστε ο κάθε άνθρωπος θα πρέπει να υπερασπιστεί την ελευθερία του και τα μέσα με τα οποία θα εξασφαλίζει το ευ ζην του, και θα δείτε αν οι ματαιόδοξοι στρατηγοί βρουν κανέναν φουκαριάρη να τους ακολουθήσει: Αλλά κι αν ακόμη τότε, ο ένοπλος πληθυσμός, που διαθέτει τη γη, τα εργοστάσια, κι όλον τον φυσικό πλούτο, ήταν ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κι έπεφτε ξανά υπό κάποιον ζυγό, θα σήμαινε ότι δεν ήταν άξιοι να απολαμβάνουν την ελευθερία. Η επανάσταση θα είχε αποτύχει, και το προπαρασκευαστικό έργο της μόρφωσης θα έπρεπε να συνεχιστεί μέχρι την επόμενη απόπειρα που θα είχε πλέον μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, μιας και θα επωφελούταν από τους καρπούς της σποράς της προηγούμενης προσπάθειας.

Οι κίνδυνοι τους οποίους αντιμετωπίζει μια επανάσταση, δεν προέρχονται αποκλειστικά από συνωμοσίες των αντιδραστικών για την αποκατάσταση του παλαιού καθεστώτος και τις διεθνείς εκκλήσεις για μια εξωτερική παρέμβαση. Προέρχονται επίσης από τον πιθανό εκφυλισμό της ίδιας της επανάστασης, κι απ’ τους τυχοδιώκτες που, αν και μεταξύ των επαναστατών, διατηρούν μια νοοτροπία αστική τείνοντας προς σκοπούς που κάθε άλλο παρά εξισωτικοί και ελευθεριακοί είναι.

Αφ’ ης στιγμής έχει επιτευχθεί μια κατάσταση όπου κανείς δεν μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του στους άλλους με τη βία, ούτε να τους αποσπά το προϊόν του μόχθου τους, οι αναρχικοί μόνο τότε θα μπορούσαν να δράσουν μέσω της προπαγάνδας και ως ζωντανό παράδειγμα.

Αν θα καταστρέψουμε τους θεσμούς και το παρόν σύστημα κοινωνικών σχέσεων; Μα, ασφαλώς, αν πρόκειται για καταπιεστικούς θεσμούς. Αλλά, αυτοί δεν αποτελούν παρά ένα μικρό κομμάτι του ιστού της κοινωνικής ζωής. Η αστυνομία, ο στρατός, οι φυλακές και τα δικαστήρια, είναι πανίσχυρα όργανα καταπίεσης, που επιτελούν μια παρασιτική λειτουργία. Άλλοι θεσμοί και όργανα ωστόσο, καλώς ή κακώς, είναι αδιάρρηκτα δεμένα με την επιβίωση της ανθρωπότητας, κι αυτοί δεν γίνεται να καταστραφούν χωρίς να αντικατασταθούν από κάτι καλύτερο.

Η ανταλλαγές πρώτων υλών και αγαθών, η διανομή τροφίμων, η συγκοινωνία, τα ταχυδρομεία, και κάθε δημόσια υπηρεσία που διευθύνει το Κράτος ή ιδιωτικές εταιρίες, είναι έτσι οργανωμένες ώστε να εξυπηρετούν μονοπωλιακά και γενικότερα καπιταλιστικά συμφέροντα, ωστόσο απαντούν σε πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού. Δεν μπορούμε να τις καταργήσουμε (κι εν πάσει περιπτώσει, δε θα συνέφερε κανέναν άνθρωπο να μας αφήσει να το κάνουμε) χωρίς να τις αναδιοργανώσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο. Και κάτι τέτοιο, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε μια μέρα. Κι ως έχουν τα πράγματα, δεν είμαστε απολύτως σε θέση να το κάνουμε. Καλωσορίζουμε λοιπόν, καθέναν που κινείται προς μια τέτοια κατεύθυνση, ακόμα και με διαφορετικά κριτήρια απ’ τα δικά μας.

Η κοινωνική ζωή δεν σηκώνει αναβολές ως την επανάσταση, και οι άνθρωποι εντωμεταξύ, θέλουν να ζήσουν πλήρως και πάντοτε.

Υπάρχουν ακόμα αρκετοί που γοητεύονται απ’ την ιδέα του “τρόμου”. Γι’ αυτούς, φαίνεται ότι η γκιλλοτίνα, τα εκτελεστικά αποσπάσματα, οι σφαγές, οι εξορίες και οι φυλακίσεις είναι πανίσχυρα και απαραίτητα όπλα της επανάστασης, και παρατηρούν μάλιστα, ότι αν τόσες επαναστάσεις έχουν ηττηθεί και δεν απέφεραν τα αποτελέσματα που ήλπιζαν, ήταν επειδή οι επαναστάτες φάνηκαν υπερβολικά αγαθοί και “αδύναμοι”, επειδή δεν καταδίωξαν, δεν κατέστειλαν και δεν κατέσεφαξαν σε μαζική κλίμακα.

Είναι μια προκατάληψη απ’ την οποία υποφέρουν ορισμένοι επαναστατικοί κύκλοι, που έχει τις ρίζες της στη ρητορεία και την διαστρέβλωση της ιστορίας των απολογητών της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, και που έχει αναβιώσει στα χρόνια μας από τους μπολσεβίκους στην προπαγάνδα τους. Η πραγματικότητα όμως είναι η ακριβώς αντίθετη. Ο τρόμος υπήρξε πάντοτε εργαλείο τυραννίας. Στη Γαλλία, εξυπηρέτησε τη ζοφερή τυραννία του Ροβεσπιέρρου κι έστρωσε το δρόμο για τον Ναπολέοντα και την επάνοδο της αντίδρασης. Στη Ρωσσία κατεδίωξε και δολοφόνησε αναρχικούς και σοσιαλιστές, κι έσφαξε εξεγερμένους εργάτες κι αγρότες, και σταμάτησε την ανάπτυξη μιας επανάστασης που θα μπορούσε πραγματικά να αποτελέσει το εφαλτήριο μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα. Εκείνοι που πιστεύουν ότι η καταστολή και η βαρβαρότητα έχει οποιοδήποτε απελευθερωτικό κι επαναστατικό αποτέλεσμα, έχουν την ίδια οπισθοδρομική νοοτροπία με τους δικαστές που πιστεύουν ότι η επιβολή απάνθρωπων ποινών μπορεί να καταπολεμήσει το έγκλημα και να δημιουργήσει έναν πιο ηθικό κόσμο.

Η τρομοκρατία, όπως ο πόλεμος, εγείρει και κάνει έκκληση στα πιο αταβιστικά και πολεμοχαρή συναισθήματα, που ακόμα στην εποχή μας καλύπτονται κάτω απ’ τον μανδύα του πολιτισμού, και ανεβάζει στα υψηλότερα πόστα τα χειρότερα στοιχεία του πληθυσμού. Μακράν απ’ το να εξυπηρετεί την επανάσταση, δεν κάνει άλλο απ’ το να την συκοφαντεί, κάνοντάς την απεχθή στις μάζες και μετά από μια περίοδο σκληρών αγώνων, προβάλει ως αναγκαιότητα, αυτό που θα λέγαμε σήμερα “επιστροφή στην ομαλότητα”, δηλαδή στην επανα-νομιμοποίηση και διαιώνιση της τυραννίας. Όποια πλευρά κι αν επικρατήσει, το αποτέλεσμα είναι πάντοτε η δημιουργία μιας ισχυρής εξουσίας, η οποία άλλοτε εξασφαλίζει μια ειρήνη με κόστος την ελευθερία, κι άλλοτε μια κυριαρχία χωρίς πολλούς κινδύνους…

Ασφαλώς, η επανάσταση πρέπει να προστατευθεί και να αναπτυχθεί με μια αδυσώπητη λογική, αλλά δεν είναι ορθό ούτε εφικτό να την υπερασπιστούμε με μέσα που αντιφάσκουν με τους σκοπούς της.

Το πιο ισχυρό μέσο για την υπεράσπιση της επανάστασης παραμένει πάντοτε αυτό της απαλλοτρίωσης της μπουρζουαζίας απ’ τα οικονομικά μέσα στα οποία βασίζεται η εξουσία της, και του γενικού εξοπλισμού (μέχρι τη στιγμή που θα πεισθούν -εκ των πραγμάτων- όλοι, να πετάξουν τα όπλα τους ως άχρηστα κι επικύνδινα παιχνίδια), και του ενδιαφέροντος της μεγάλης μάζας του πληθυσμού στην νίκη της επανάστασης.

Αν, προκειμένου να επικρατήσει, θα είναι απαραίτητο να στήσουμε την αγχώνη σε κάθε κεντρική πλατεία, τότε θα προτιμούσα να χάσουμε.

Μετά την επανάσταση, δηλαδή, μετά το τσάκισμα των υπαρχουσών εξουσιών και τη συντριπτική νίκη των δυνάμεων της εξέγερσης, τί γίνεται;

Είναι τότε που η βαθμιαία μεταβολή τίθεται γρήγορα σε κίνηση. Χρειάζεται να εξετάσουμε όλα τα πρακτικά προβλήματα της ζωής: η παραγωγή, η ανταλλαγή, τα μέσα επικοινωνίας, οι σχέσεις μεταξύ αναρχικών συλλογικοτήτων και όσων ζουν κάτω από κάποια εξουσία, μεταξύ κομμουνιστικών κομμουνών και όσων ζουν μ’ έναν ατομικιστικό τρόπο, οι σχέσεις μεταξύ πόλης και υπαίθρου, η χρήση για το συμφέρον όλων, κάθε φυσικής πηγής πλούτου και πρώτων υλών, η διανομή των εργοστασίων και των καλλιεργιών σύμφωνα με τα φυσικά αποθέματα κάθε περιοχής, η δημόσια εκπαίδευση, η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, οι υγειονομικές υπηρεσίες, η προστασία ενάντια στο κοινό έγκλημα και το πιο επικίνδυνο μέρος του: αυτών που ενδεχομένως θα προσπαθήσουν να επιβληθούν στην ελευθερία των άλλων για το συμφέρον αναδυόμενων κομμάτων ή ατόμων, και ούτω καθεξής. Και σε κάθε πρόβλημα, θα έπρεπε να προτιμάμε τις λύσεις που όχι μόνο είναι οικονομικά καλύτερες, αλλά που ικανοποιούν την ανάγκη για δικαιοσύνη και ελευθερία και είναι ανοιχτές σε μελλοντικές βελτιώσεις.

Στην περίπτωση της δικαιοσύνης, η ελευθερία και η αλληλεγγύη θα πρέπει να τεθούν υψηλότερα απ’ το οικονομικό συμφέρον. Δεν γίνεται να καταστρέφει κανείς τα πάντα, με την πεποίθηση και μόνον, ότι μετά τα πράγματα θα τακτοποιηθούν από μόνα τους. Ο σημερινός πολιτισμός είναι το αποτέλεσμα ανάπτυξης επί σειράς χιλιάδων ετών, κι έχει λύσει, με τον δικό του τρόπο, το πρόβλημα της υπερσυγκέντρωσης πληθυσμού, συχνά σε στενά εδαφικά όρια, και της ικανοποίησης των ολοένα αυξανόμενων και πολυσύνθετων αναγκών τους. Τα ωφέλη του έχουν μειωθεί, καθώς η ανάπτυξη λαμβάνει χώρα υπό την πίεση της εξουσίας για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, όμως ακόμα κι αν αφαιρέσει κανείς την εξουσία και τα προνόομια, οι κατακτήσεις του, ο θρίαμβος του ανθρώπου επί των δυσμενών δυνάμεων της φύσης, η συσσωρευμένη πείρα των περασμένων γενεών, η μόρφωση στην κοινωνικότητα της ανθρώπινης συνδιαβίωσης όλων αυτών των χρόνων και μαζί με τα αποδεδειγμένα οφέλη της αλληλοβοήθειας, όλα αυτά τα κεκτημένα θα παραμείνουν ζωντανά, και θα ήταν ανόητο, και ακόμα αδύνατον, να παραιτηθούμε απ’ όλα αυτά τα πράγματα.

Πρέπει λοιπόν να καταπολεμήσουμε την εξουσία και το προνόμιο, αλλά να επωφεληθούμε απ’ ολα τα καλά του πολιτισμού. Και τίποτε δεν πρέπει να καταστραφεί εφόσον ικανοποιεί, ακόμα και άσχημα, μια ανθρώπινη ανάγκη, μέχρι τη στιγμή που θα έχουμε κάτι καλύτερο να βάλουμε στη θέση του. Πρέπει να είμαστε αδιάλλακτοι στην αντίθεσή μας σε κάθε καπιταλιστική επιβολή κι εκμετάλλευση, και την ίδια στιγμή ανεκτικοί προς όλες τις κοινωνικές σχέσεις που συνδέουν τις διάφορες ομάδες ανθρώπων, στο βαθμό που δεν απειλούν την ισοτιμία και την ελευθερία των άλλων. Και ευχαριστημένοι με την σταδιακή πρόοδο βήμα-βήμα με την ηθική ανάπτυξη των ανθρώπων όσο τα υλικά και διανοητικά μέσα αυξάνονται, να κάνουμε ότι μπορούμε, φυσικά, μελετώντας, δουλεύοντας και προπαγανδίζοντας ώστε να επιταχύνουμε την εξέλιξή τους προς ένα ολοένα και πιο ανεπτυγμένο ιδεώδες.

Όμως, μετά από μια επιτυχημένη εξέγερση, όταν η κυβέρνηση θα χει πια πέσει, τί πρέπει να κάνουμε;

Ως αναρχικοί, θα πρέπει να ευχόμαστε, σε κάθε περιοχή όπου υπάρχουν εργαζόμενοι, ή ακριβέστερα, εργαζόμενοι με κοινωνική συνείδηση και πνεύμα πρωτοβουλίας, θα πάρουν τα μέσα παραγωγής στα χέρια τους, καθως και όλον τον πλούτο: τη γη, τις πρώτες ύλες, τα σπίτια, τα μηχανήματα, τα αποθέματα τροφίμων κλπ… και θα κάνουν το καλύτερο δυνατό, σύμφωνα με τις ικανότητές τους, ξεκινώντας νέες μορφές κοινωνικής ζωής. Θα ευχόμασταν ακόμη, οι σημερινοί εργάτες γης, που τώρα δουλεύουν για τους αφέντες τους, θα πάψουν να αναγνωρίζουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των αφεντικών αλλά θα συνεχίσουν και θα εντείνουν την παραγωγή για λογαριασμό τους, εγκαθιδρύοντας άμεσες επαφές με εργάτες της βιομηχανίας και των μεταφορών, για την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών. Οι βιομηχανικοί εργάτες, μεταξύ των οποίων οι μηχανικοί και οι τεχνικοί, θα πρέπει να πάρουν στον έλεγχό τους τα εργοστάσια και να συνεχίσουν και να εντείνουν την παραγωγή για δικό τους συμφέρον, και για ολόκληρη την κοινότητα. Χρειάζεται μια άμεση μεταβολή της παραγωγής στα εργοστάσια που παράγουν σήμερα άχρηστα ή επιζήμια προϊόντα, ώστε να εξυπηρετούν τις πιο επείγουσες ανάγκες του πληθυσμού. Οι σιδηροδρομικοί θα πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν τα τραίνα, όπως θα κρίνει το συμφέρον της κοινότητας. Κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο του πληθυσμού, θα πρέπει επιτροπές εθελοντών ή εκλεγμένων απ’ την κοινότητα, να αναλάβουν τη στέγαση σε σπίτια, με όποιον τρόπο κρίνεται εφικτός δεδομένων των συνθηκών, αυτών που έχουν ανάγκη. Ανάλογες επιτροπές, πάντοτε κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο του πληθυσμού, πρέπει να διευθετήσουν την παροχή και διανομή των καταναλωτικών αγαθών. Ακόμα, όσα μέλη της μπουρζουαζίας το θελήσουν, θα πρέπει να μπορούν να ενωθούν με αυτούς που αποτελούν σήμερα τις προλεταριακές μάζες και να εργαστούν όπως όλοι οι άλλοι, προκειμένου να έχουν τα ίδια ωφέλη με τον καθένα. Κι όλα αυτά πρέπει να γίνουν άμεσα, την ίδια μέρα, ή την επαύριο της επιτυχημένης εξέγερσης, χωρίς να περιμένουμε ντιρεκτίβες απ’ την κάθε κεντρική επιτροπή ή απ’ οποιαδήποτε επίδοξη αρχή.

Αυτό είναι που επιθυμούν οι αναρχικοί, κι αυτό είναι που θα συνέβαινε με φυσικό τρόπο, αν η επανάσταση [στη Ρωσσία] ήταν μια πραγματικά κοινωνική επανάσταση κι όχι απλά μια πολιτική αλλαγή, η οποία μετά από μερικές σπασμωδικές κινήσεις, οδήγησε τα πράγματα εκεί που ήταν και πριν αυτήν. Καθώς, αν κανείς δεν αποστερεί την μπουρζουαζία απ’ την οικονομική εξουσία της με μιάς, αυτή είναι σε θέση, σε μικρό χρονικό διάστημα να ανασυγκροτήσει την πολιτική εξουσία της, την οποία η εξέγερση είχε παραλύσει. Και προκειμένου να αφαιρέσουμε κάθε οικονομική δύναμη απ’ την μπουρζουαζία, είναι απαραίτητο να οργανώσουμε άμεσα μια νέα οικονομική δομή, βασισμένη στη δικαιοσύνη και την ισότητα. Οι οικονομικές ανάγκες, τουλάχιστον οι πιο βασικές, δεν μπορούν να διακοπούν. Πρέπει να ικανοποιηθούν άμεσα. Η κάθε “κεντρική επιτροπή” είτε δεν μπορεί να κάνει τίποτα, ή κάνει όταν πια οι υπηρεσίες της είναι περιττές.

***

[κλικ στην εικόνα, για μια βιογραφία του Μαλατέστα στα ελληνικά από τη wikipedia]

Αδυναμίες και περιορισμοί της Ισπανικής Επανάστασης – Deirdre Hogan

Αδυναμίες και περιορισμοί της Ισπανικής Επανάστασης

…Η επανάσταση στην επαρχία ήταν πιο προχωρημένη απ’ το επίπεδο των κολλεκτιβοποιήσεων στις βιομηχανικές περιοχές. Πολλές απ’ τις αγροτικές κολλεκτίβες πέτυχαν να φτάσουν σ’ ένα στάδιο ελευθεριακού κομμουνισμού, λειτουργώντας βάσει της αρχής “απ’ τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του”. Τόσο η κατανάλωση όσο και η παραγωγή είχαν κοινωνικοποιηθεί. “Μέσα τους δεν ερχόταν κανείς αντιμέτωπος με διαφορετικές υλικές συνθήκες ζωής ή αποδοχών, αντικρουόμενα συμφέροντα λιγότερο ή περισσότερο διαχωρισμένων ομάδων” [19]. Δεν ήταν έτσι όμως η κολλεκτιβοποίηση στις πόλεις, όπου όψεις της καπιταλιστικής οικονομίας του χρήματος ακόμα υπήρχαν μαζί με μεγάλα κομμάτια της μπουρζουαζίας, των κρατικών θεσμών και των καθιερωμένων πολιτικών κομμάτων.

Η κολλεκτιβοποίηση περιοριζόταν στην εργατική αυτοδιαχείριση των χώρων εργασίας μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, με τους εργάτες να διευθύνουν τα εργοστάσια, να πουλάν τα προϊόντα τους και να μοιράζονται τα κέρδη. Αυτό οδήγησε τον Gaston Leval να περιγράψει αυτές τις βιομηχανικές κολλεκτίβες, σαν ένα είδος “εργατικού νεοκαπιταλισμού, ένα αυτοδιαχειριζόμενο μείγμα καπιταλισμού και σοσιαλισμού, το οποίο θα ξεπερνιόταν μόνο αν η Επανάσταση κατάφερνε να εξαπλωθεί πλήρως υπό την καθοδήγηση των Συνδικάτων [20].

Τί συνέβη λοιπόν;

Η επανάσταση, βέβαια, δεν κατάφερε να εξαπλωθεί κυρίως εξ αιτίας του γεγονότος ότι ενώ οι μισθωτοί πήραν υπό τον έλεγχό τους τα εργοστάσια και προσπάθησαν να τα κοινωνικοποιήσουν, υπήρξε μια αποτυχία να σταθεροποιηθούν αυτές οι νίκες σε πολιτικό επίπεδο. Αντί να καταργήσει το κράτος στο απώγειό της η επανάσταση, όταν αυτό είχε απωλέσει κάθε νομιμοποίηση και υπήρχε μόνο κατ’ όνομα, επετράπηκε στο κράτος να συνεχίσει να υπάρχει, ενώ η ταξική συνεργασία που προώθησε η ηγεσία της CNT (στο όνομα της αντιφασιστικής ενότητας) του αποκατέστησε τελικά την χαμένη κοινωνική νομιμοποίησή του. Έτσι, υπήρξε μια περίοδος δυαδικής εξουσίας, όπου οι εργάτες διατηρούσαν έναν εκτεταμένο έλεγχο στα εργοστάσια και τους δρόμους, αλλά το κράτος μπορούσε αργά -αργά να ξαναχτίσει την εξουσιαστική δομή του μέχρι να μπορέσει να εναντιωθεί στην επανάσταση και να επανακτήσει την εξουσία. Οι οικονομικοί περιορισμοί της επανάστασης: το γεγονός ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν κοινωνικοποιήθηκε, ότι η κολλεκτοβοποιήσεις δεν συνενώθηκαν σε εθνικό επίπεδο, ότι οι βιομηχανικές κολλεκτίβες δεν προχώρησαν από έναν -στην καλύτερη περίπτωση- συντονισμό σε επίπεδο κάθε βιομηχανίας ξεχωριστά, είναι αλληλένδετα με αυτό το τεράστιο πολιτικό λάθος που πρόδοσε τις αναρχικές αρχές.

Προκειμένου να επιτύχει έναν ελευθεριακό κομμουνισμό με την παραγωγή βασισμένη στις ανάγκες και την κοινοτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής καθώς και των παραγόμενων προϊόντων, ήταν απαραίτητο να αντικαταστήσει ολόκληρο το καπιταλιστικό χρηματοπιστωτικό σύστημα με μια εναλλακτική κοινωνική οικονομία βασισμένη στην ομοσπονδιακή ενότητα ολόκληρης της εργατικής τάξης, και με ένα μέσο λήψης συλλογικών αποφάσεων για ολόκληρη την οικονομία. Αυτό, θα απαιτούσε τη δημιουργία εργατικών συμβουλίων και ενός ομοσπονδιακού συντονιστικού που θα ένωνε όλες τις κολλεκτίβες της χώρας και θα επέτρεπε έναν αποτελεσματικό συντονισμό και σχεδιασμό ολόκληρης της οικονομίας. Αυτό το νέο σύστημα οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης θα έπρεπε να αντικαταστήσει την κυβέρνηση και την καπιταλιστική οικονομία της αγοράς. Καθώς το είπε ο Κροπότκιν, “μια νέα μορφή οικονομικής οργάνωσης θα χρειαστεί αναπόφευκτα και μια νέα μορφή πολιτικής δομής”[21]. Ωστόσο, όσο η καπιταλιστική πολιτική δομή – η κρατική εξουσία – παρέμενε ανέπαφη, η νέα οικονομική οργάνωση δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και κάθε πλήρης συντονισμός της οικονομίας εμποδιζόταν.

Αντεπανάσταση.

Οι βιομηχανικές κολλεκτίβες δεν μπορούσαν να προχωρήσουν, για τον ίδιο λόγο με τις αγροτικές κολλεκτίβες “ως συνέπεια των αντιφατικών παραγόντων και της αντιπαράθεσης που δημιουργήθηκε από τη συνύπαρξη κοινωνικών ρευμάτων προερχόμενων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις”[22]. Στη βιομηχανική πόλη του Alcoy, για παράδειγμα, όπου τα Συνδικάτα είχανε άμεσα πάρει υπό τον έλεγχό τους όλες τις βιομηχανίες χωρίς εξαίρεση, η οργάνωση της παραγωγής ήταν εξαιρετική. Ωστόσο, ο Leval σημειώνει: “Το αδύναμο σημείο ήταν, όπως και σε άλλα μέρη, η οργάνωση της διανομής. Αν δεν ήταν η εναντίωση των εμπόρων και των πολιτικών κομμάτων, που είχαν εξεγερθεί ενάντια σε μια επαπειλούμενη πλήρη κοινωνικοποίηση, πολεμώντας ένα τέτοιο “υπερεπαναστατικό” πρόγραμμα, θα ήταν όλα πολύ ευκολότερα… Ακόμα και με τους σοσιαλιστές, τους δημοκρατικούς και τους κομμουνιστές πολιτικούς,  να προσπαθούν με κάθε τρόπο να σαμποτάρουν την επιτυχία μας, ακόμα και να αποκαταστήσουν την παλιά τάξη πραγμάτων ή να διατηρήσουν ότι απέμενε απ’ αυτήν
[23].

Οι δυνάμεις της αντεπανάστασης κατάφεραν να ενωθούν όλες στην αντίθεσή τους με τις επαναστατικές αλλαγές που λάμβαναν χώρα στην Ισπανία και να χρησιμοποιήσουν την κρατική εξουσίια για να χτυπήσουν τις κολλεκτίβες. Απ’ την αρχή κιόλας, το Κράτος είχε αφεθεί να ελέγχει συγκεκριμένα αποθέματα, όπως αυτά του χρυσού. Μέσω του ελέγχου των αποθεμάτων σε χρυσό και του πιστωτικού μονοπωλίου, το δημοκρατικό κράτος στάθηκε ικανό να κρατήσει ζώνες της οικονομίας εκτός του ελέγχου της εργατικής τάξης, υποσκάπτωντας έτσι αποτελεσματικά την επαναστατική διαδικασία. Προκειμένου να αποκτήσει το πάνω χέρι απέναντι στις κολλεκτίβες, να ελαχιστοποιήσει το έργο τους, και να μπλοκάρει τις πρωτοβουλίες κινήσεων της εργατικής τάξης προς την κατεύθυνση της οικονομικής ενοποίησης και μιας συνολικής ρύθμισης της οικονομίας από τα κάτω, το Καταλανικό Κράτος εξέδωσε τον νόμο των κολλεκτιβοποιήσεων τον Οκτώβρη του 1936. Αυτός ο νόμος που “νομιμοποιούσε” τις κολλεκτίβες, στην ουσία εμποδίζοντάς τες απ’ το να αναπτυχθούν πλήρως στον ελευθεριακό κομμουνισμό, υποχρεώνοντας κάθε εργαστήριο και κάθε εργοστάσιο να πουλούν ξεχωριστά τα προϊόντα τους, ως ανεξάρτητοι παραγωγοί. Το κράτος προσπάθησε να ελέγξει τις κολλεκτίβες μέσω της νομιμοποίησής τους, δημιουργώντας επίσης διευθυντικές επιτροπές οι οποίες λογοδοτούσαν στο Υπουργείο Οικονομίας. Ο νόμος επίσης επέτρεπε την κολλεκτιβοποίηση εργοστασίων με πάνω από 100 εργάτες.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, οι αγωνιστές της CNT πολεμούσαν ενάντια σ’ αυτό το σύστημα και υπέρ ενός μεγαλύτερου συντονισμού μεταξύ διαφορετικών χώρων εργασίας. Στα έντυπά τους και στις συνελεύσεις των συνδικάτων και των κολλεκτίβων προσπαθούσαν να πείσουν τους συναδέλφους τους για τους κινδύνους μιας μερικής μόνο κολλεκτιβοποίησης, για την αναγκαιότητα του να κρατήσουν τον έλεγχο της παραγωγής αποκλειστικά στα χέρια τους και να εκμηδενίσουν την εργατική γραφειοκρατία που η νομιμοποίηση προσπαθούσε να δημιουργήσει. Ήταν μερικώς επιτυχείς, και οι βιομηχανικές κολλεκτίβες γρήγορα κινήθηκαν προς μια μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση. Ωστόσο, υπέφεραν από από μια αύξουσα δυσκολία εξεύρεσης φυσικών πόρων καθώς κι απ’ τις συνεχείς αντεπαναστατικές επιθέσεις. Γίνονταν διαρκώς προσπάθειες να σαμποταριστεί η λειτουργία των κολλεκτίβων. Αυτές περιλάμβαναν εκτεταμένες παρεμποδίσεις των ανταλλαγών μεταξύ αστικών και αγροτικών ζωνών και μια συστηματική άρνηση τροφοδοσίας είτε με παραγωγικά κεφάλαια είτε με πρώτες ύλες, πολλών κολλεκτίβων, ακόμα και της πολεμικής βιομηχανίας, μέχρι να υποκύψουν στο να περιέλθουν υπό κρατικό έλεγχο.

Έπειτα, τον Μάη του 1937, ξέσπασαν οδομαχίες καθώς κυβερνητικά στρατεύματα επιτέθηκαν σε κολλεκτίβες όπως το -υπό τον έλεγχο της CNT- κολλεκτιβοποιημένο τηλεφωνικό κέντρο της Βαρκελώνης. Τον Αύγουστο του 1938, κάθε σχετική πολεμική βιομηχανία τέθηκε υπό πλήρη κυβερνητικό έλεγχο.”Σε κάθε περίπτωση όπου οι κολλεκτίβες υποσκάφτηκαν, καταγράφηκαν τεράστιες πτώσεις τόσο στην παραγωγικότητα όσο και στο ηθικό των εργαζομένων: ένας παράγοντας που με βεβαιότητα συνεισέφερε στην τελική ήττα της Ισπανικής Δημοκρατίας από τις δυνάμεις του Φράνκο το 1939 [24].

Σαν Συμπέρασμα:

Παρά τους περιορισμούς της βιομηχανικής επανάστασης στην Ισπανία, αποδείχθηκε με σαφήνεια ότι η εργατική τάξη ήταν απολύτως ικανή να διευθύνει τα εργοστάσια, τις βιοτεχνίες και τις δημόσιες υπηρεσίες χωρίς αφεντικά ή μάνατζερς να δίνουν εντολές. Απέδειξε ότι οι αναρχικές μέθοδοι οργάνωσης, η λήψη αποφάσεων από τα κάτω, μπορούν να είναι αποτελεσματικές σε μια εκτεταμένη βιομηχανία περιλαμβάνοντας το συντονισμό χιλιάδων εργαζομένων σε πολλές διαφορετικές πόλεις κι επαρχίες. Η επανάσταση μας δίνει επίσης μια εικόνα της δημιουργικής δυναμικής καθημερινών ανθρώπων με το που παίρνουν τον έλεγχο των ζωών τους στα χέρια τους. Η ισπανική εργατική τάξη, δεν κατάφερε απλά να συνεχίσει την παραγωγή εν μέσω του πολέμου, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις κατάφερε να την αυξήσει, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τις συνθήκες εργασίας και εισάγοντας νέες τεχνολογίες και διαδικασίες στους χώρους εργασίας. Δημιούργησαν εκ του μηδενός, μια πολεμική βιομηχανία, χωρίς την οποία δε θα μπορούσε να διεξαχθεί ένας πόλεμος ενάντια στον φασισμό. Η επανάσταση ακόμα, απέδειξε ότι χωρίς τον ανταγωνισμό που φέρει ο καπιταλισμός, η βιομηχανία μπορεί να λειτουργήσει με έναν πολύ πιο ορθολογικό τρόπο. Τελικά έδειξε, πως η οργανωμένη εργατική τάξη εμπνευσμένη από ένα σπουδαίο ιδανικό έχει τη δύναμη να μετασχηματίσει την κοινωνία.



(19) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, ch 11, pg227.
(20) ibid, ch 11, pg 227.
(21) Kropotkin, anarchist FAQ, I.8.14,
http://www.geocities.com/CapitolHill/1931/secI8.html#seci814
(22) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, ch 11, pg227
(23) οπ.π. ch 11, pg239.
(24) Lucien Van Der Walt, The Collectives in Revolutionary Spain, http://www.struggle.ws/spain/coll_l.html

Απόσπασμα από το Industrial Collectivisation during the Spanish Revolution – Deirdre Hogan

Μετά τον σεισμό στη Χιλη…

2 κείμενα από Libcom.org. Φωτογραφίες, στο  Santiago Indymedia (κι εδώ).

Χιλή: Ιδιωτική ιδιοκτησία και αστυνομική τάξη πάνω από την ανθρώπινη ζωή στο μετασεισμικό χάος

Μετάφραση στα αγγλικά: Caiman del Barrio

Ένας άνθρωπος σκοτώθηκε από τον στρατό και πάνω από 160 συνελήφθησαν για οικειοποίηση αγαθών σε μέρη της νότιας Χιλής, που μαστίζονται από μια σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη βασικών προϊόντων που επακολούθησε τον καταστροφικό σεισμό του πρωϊνού της Κυριακής. Όλο και περισσότερες φωνές από την αναστατωμένη περιοχή, καταγγέλουν την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης της χιλιανής κυβέρνησης, υπό την ηγεσία της κεντροαριστερής Michele Bachelet μέχρι να δώσει τη θέση της στον δεξιό Sebastián Piñera στις 11 Μαρτίου, που ανέπτυξε χιλιάδες στρατιώτες και αστυνομικού ώστε να αποκλείσει τις εισόδους των σούπερ μάρκετ από “λεηλασίες” αντί να προσπαθήσει να βοηθήσει τον πληθυσμό.

Πολλές ομάδες, καλώντας σε πολιτική ανυπακοή ενάντια στους ένοπλους στρατιώτες που κατέκλυσαν τους μισοδιαλυμένους δρόμους, κάνουν σύγκριση με τη στρατιωτική δικτατορία του 1973-90. Ολόκληρες περιοχές της χώρας, όπως η αγροτική ζώνη γύρω απ’ την Concepción (δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Χιλής), έχουν εκκενωθεί ακόμα κι απ τις πιο βασικές υπηρεσίες, πράγμα που υποδηλώνει ότι η Bachelet και η συν αυτή, είναι προετοιμασμένοι να αφήσουν τους κατοίκους να λιμοκτονήσουν προκειμένου να επιβάλλουν έπειτα το “γράμμα του νόμου”.

Το χάος στην σεισμική ζώνη επιτάθηκε περισσότερο από μια σειρά αντιφατικών δηλώσεων των απο πάνω: ενώ μια οδηγία διέταζε τα σούπερ μάρκετ να διανέμουν τα βασικά τρόφιμα δωρεάν, ένας τοπικός στρατιωτικός διοικητής υποσχέθηκε “σκληρά αντίποινα” σε όποιον θα λεηλατούσε προϊόντα. Κι έτσι, καθώς οι απεγνωσμένοι και πεινασμένοι αναγκάστηκαν να στραφούν σε μικρότερες, λιγότερο προστατευμένες επιχειρήσεις, οι αρχές της Concepción – καθώς και των περιοχών του Maule και Bio Bio, μεταξύ άλλων – επέβαλλαν στρατιωτική απαγόρευση κυκλοφορίας μεταξύ 9μμ και 6πμ, επ’ αόριστον. Η αποτελεσματικότητα του στρατού στην διαφύλαξη των σούπερ μάρκετ είναι εντυπωσιακή, όπως και η αντίθεση αυτής με την παντελή ανικανότητά του στη διανομή βοήθειας, με αποκορύφωμα τη σύγκρουση ενός αεροπλάνου κατά την προσγείωσή του στην Concepción, σκοτώνοντας έξι εργαζομένους στις πρώτες βοήθειες.

Εντωμεταξύ, στο Santiago, την πρωτεύουσα της χώρας, δύο κατειλημένα κοινωνικά κέντρα είχαν σοβαρές υλικές ζημιές ως τώρα, ενώ ακόμα δεν έχουν βγάλει σχετικές ανακοινώσεις τα υπόλοιπα. Οι κρατούμενοι της φυλακής του Santiago (El Manzano) επωφελήθηκαν απ’ το χάος που ακολούθησε τον σεισμό των 8,8 Ρίχτερ (με πάνω από 700 νεκρούς ως τώρα) καταφέρνοντας μια μαζική απόδραση με πάνω από 200 δραπέτες. Περίπου 130 παραμένουν χωρίς σύλληψη. Δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία για την κατάσταση – και την τοποθεσία – ενός αριθμού αναρχικών κρατουμένων της φυλακής του Santiago.

* Πιο συγκεκριμένα: Η κατάληψη La Crota έχει χάσει ένα μέρος της πρόσοψής της λόγω αποκόλλησης των τοιχίων, και μέρος της σκεπής κατέρρευσε πάνω στη βιβλιοθήκη, ενώ ένας εσωτερικός τοίχος έπεσε στον κήπο. Γίνονται έργα απ’ τους καταληψίες. Στην κατάληψη Sacco y Vanzetti μέρος της σκεπής έχει καταρρεύσει, ενώ αρκετοί τοίχοι έχουν ρωγμές. Εχει διαλυθεί μέρος της βιβλιοθήκης. Όσον αφορά τους κρατούμενους, δεν υπάρχει καμία ενημέρωση για τους συντρόφους:
Axel Osorio, Marcelo Dotte, Esteban Huiniguir (C.A.S).
Marcelo Villarroel, Freddy Fuentevilla (M.A.S).
Pablo Carvajal, Matías Castro, Cristian Cancino (Santiago 1)
Sergio Vasquez, Alvaro Olivares (22 January collective, κρατούνται στη φυλακή Ex Penitenciaria)
Flora Pavez (C.P.F) (οι 3 τελευταίοι βρίσκονται στη χειρότερη φυλακή, με τις μεγαλύτερες ζημιές.

Χιλή: Αυτοοργάνωση των προλεταρίων εν όψει της καταστροφής, λούμπεν καπιταλιστές και κρατική ανικανότητα

Μετάφραση στα αγγλικά: Caiman del Barrio. Ένας ανώνυμος απολογισμός της αλληλεγγύης των γειτονιών και των ομάδων αυτοάμυνας ενάντια στις ένοπλες συμμορίες στην Concepción της Χιλής, αμέσως μετά τον σεισμό των 8,8 Ρίχτερ της Κυριακής.

Μέχρι στιγμής, έχει γίνει ευρέως γνωστό ότι πάρα πολλοί άνθρωποι έπραξαν το αυτονόητο και εισέβαλαν στις αποθήκες προμηθειών, παίρνοντας τα απαιτούμενα. Μια τέτοια πράξη είναι λογική, ορθή, αναγκαία και αναπόφευκτη – σε τέτοιο βαθμό, που μοιάζει εντελώς παράλογο ακόμα και να το συζητά κανείς. Οι άνθρωποι οργανώνονται αυθόρμητα – δίνουν ο ένας στον άλλον γάλα, πάνες, νερό, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός, δίνοντας ιδιαίτερη βάση στον αριθμό των παιδιών κάθε οικογένειας. Η ανάγκη για οικειοποίηση των διαθέσιμων προϊόντων ήταν τόσο εμφανής – και η αποφασιστικότητα των ανθρώπων να εξασκήσουν το δικαίωμά τους στην επιβίωση τόσο ισχυρή – που ακόμα και η αστυνομία κατέληξε να βοηθάει (αποσπώντας εμπορεύματα από τα σούπερ μάρκετ Lider στην Concepción, για παράδειγμα). Κι όταν έκανε προσπάθειες να εμποδίσει τον πληθυσμό απ’ το να κάνει το μόνο πράγμα που μπορούσε στην κατάσταση αυτή, τα συγκεκριμένα κτίρια πυρπολήθηκαν – κάτι εξίσου “λογικό”, εξ άλλου, αν οι τόννοι των τροφίμων μείνουν να σαπίσουν αντί να καταναλωθούν, με το να καούν, αποφεύγεται κάθε εστία μόλυνσης. Αυτά τα περιστατικά “λεηλασιών” επέτρεψαν σε χιλιάδες ανθρώπους να επιβιώσουν για ώρες στο σκοτάδι, χωρίς πόσιμο νερό, χωρίς την παραμικρή ελπίδα ότι θα έρθει κάποιος να τους βοηθήσει.

Σήμερα, ωστόσο, μετά από μόλις μερικές ώρες, η κατάσταση έχει μεταβληθεί δραστικά. Σε ολόκληρη την μητροπολιτική περιοχή της Concepción, οπλισμένες, μηχανοκίνητες συμμορίες έχουν εμφανιστεί με ακριβά οχήματα, και με τη σειρά τους λεηλατούν όχι αποκλειστικά επιχειρήσεις αλλά ακόμα και πολυκατοικίες και σπίτια. Ο σκοπός τους είναι να κλέψουν τα λιγοστά αγαθά που μπόρεσαν να οικειοποιηθούν οι άνθρωποι από τα σούπερ μάρκετ, καθώς και τις οικιακές συσκευές τους, τα χρήματα κι ότι άλλο βρουν. Σε ορισμένα μέρη της Concepción, αυτές οι συμμορίες αφού λεηλάτησαν τα σπίτια, τους έβαλαν φωτιά κι αποχώρησαν. Οι κάτοικοι, που βρέθηκαν αρχικά απολύτως ανυπεράσπιστοι, έχουν αρχίσει να συλλογικοποιήσουν τα αγαθά τους, για να εξασφαλίσουν ότι όλοι θα έχουν τροφή.

Δεν είναι σκοπός του απολογισμού αυτού να “συμπληρώσει” το φάσμα πληροφοριών που προέρχεται από άλλες πηγές, αλλά κυρίως το να τραβήξει την προσοχή σ’ αυτήν την κρίσιμη κατάσταση, και την εκτίμησή της από μια αντικαπιταλιστική οπτική. Η αυθόρμητη ορμή των ανθρώπων να οικειοποιηθούν ό,τι χρειάζονταν για να επιβιώσουν, και η τάση τους προς τον διάλογο, το μοίρασμα, τη συμφωνία, και τη συλλογική δράση, έδωσαν τον τόνο από την πρώτη στιγμή της καταστροφής. Έχουμε βιώσει όλοι αυτήν τη φυσική, κοινοτική τάση, την μια ή την άλλη στιγμή της ζωής μας. Εν τω μέσω του τρόμου που βίωσαν χιλιάδες εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους, αυτή η τάση του να ζουν σαν μια κοινότητα πρόβαλε σαν κεραυνός εν αιθρία, υπενθυμίζοντάς μας ότι δεν είναι ποτέ αργά να ξαναγυρίσουμε στον “φυσικό” τρόπο ζωής μας.

Αντιμέτωπο με αυτήν την οργανική, φυσική, κομμουνιστική τάση, η οποία χάρισε ζωή στους ανθρώπους την ώρα αυτού του σοκ, το κράτος χλώμιασε, αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόσωπό του: ένα ψυχρό, ανίκανο τέρας. Επιπλέον, αυτή η ξαφνική διακοπή του κύκλου παραγωγής και κατανάλωσης, άφησε τους βιομηχάνους στο έλεος των γεγονότων, αναγκασμένους σε αναμονή, ικετεύοντας για μια επιστροφή στην τάξη και την ομαλότητα. Εν ολίγοις, ένα αυθεντικό ρήγμα άνοιξε στην κοινωνία, μέσα απ’ το οποίο σπινθηροβόλησε ο νέος κόσμος που υπάρχει στις καρδιές των ανθρώπων. Ήταν λοιπόν απαραίτητο, και μάλιστα επείγον, να επανακτήσει την παλιά ομαλότητα του μονοπωλίου, της καταπίεσης και της λεηλασίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε από τα υψηλότερα κλιμάκιά του, αλλά από τον ίδιο τον πάτο της ταξικής κοινωνίας. Αυτοί που ανέλαβαν την επιστροφή στην τάξη – με άλλα λόγια την επιβολή δια της βίας των σχέσεων τρόμου που καθιστούν ικανή την νόμιμη, ιδιωτική, καπιταλιστική συσσώρευση – ήταν οι πρεζέμποροι μαφιόζοι, σε μεγάλο βαθμό διάχυτοι στον πληθυσμό. Οι κατ εξοχίν “αυτοδημιούργητοι” (που “ξεκινώντας απ’ τα χαμηλά, φτάσαν στα ψηλά”), παιδιά της εργατικής τάξης που συμμαχήσαν με την αστική προκειμένου να ανέλθουν κοινωνικά, με αντίτιμο το να δηλητηριάζουν τα αδέρφια τους, το να εμπορεύονται τις αδερφές τους, και να εμφυτεύουν τον πιο άρρωστο καταναλωτισμό στα παιδιά τους. Οι μαφιόζοι, δεν είναι παρά καπιταλιστές στην πιο καθαρή μορφή τους: αρπακτικά κατά της ίδιας τους της τάξης, με τα 4χ4 και τα αυτόματά τους, έτοιμοι να εκφοβίσουν και να διώξουν τους ίδιους τους γείτονές τους, ή κατοίκους άλλων γειτονιών, με μόνο σκοπό το μονοπώλιο της μαύρης αγοράς και το “εύκολο χρημα”, δηλαδή την εξουσία.

Το ότι αυτά τα μαφιόζικα στοιχεία είναι φυσικοί σύμμαχοι του κεφαλαίου και της τάξης των αφεντικών εκδηλώθηκε με την εκτεταμένη προβολή των ανάξιων κάθε σεβασμού πεπραγμένων τους στα ΜΜΕ, προκειμένου να τρέψουν τον πληθυσμό -που χει ήδη τσακισμένο ηθικό- σε πανικό, δικαιολογώντας έτσι την στρατιωτικοποίηση όλης της περιοχής. Ποιά άλλη εικόνα θα ήταν πιο επικερδής για τα αφεντικά και τους πολιτικούς μας – που βαδίζουν χεράκι-χεράκι – για τους οποίους αυτή η καταστροφική κρίση δεν είναι παρά μια τεράστια ευκαιρία για business, για το διπλάσιο ξεζούμισμα μιας εργατική δύναμης που τσακίζεται από τον φόβο και την απόγνωση;

Εκ μέρους των εχθρών αυτής της κοινωνικής τάξης, είναι άνευ νοήματος να εξυμνεί κανείς την λεηλασία γενικά, χωρίς να ορίζει το κοινωνικό περιεχόμενο τέτοιων πράξεων. Μια ομάδα ανθρώπων – μερικώς οργανωμένη, ή ενωμένη σε έναν κοινό σκοπό τουλάχιστον -που καταλαμβάνει και διανέμει τα προϊόντα που χρειάζεται για να επιβιώσει ΔΕΝ είναι το ίδιο με μια ένοπλη συμμορία που λεηλατεί τον ίδιο τον πληθυσμό προκειμένου να καρπωθεί κέρδος. Αυτό που παραμάνει σαφές είναι ότι ο σεισμός της Κυριακής 27 Φλεβάρη, δε χτύπησε απλά την εργατική τάξη σε τρομακτικό βαθμό και κατέστρεψε υπάρχουσες υποδομές. Αλλά επίσης αναποδογύρισε κοινωνικές σχέσεις σ’ αυτήν τη χώρα. Μέσα σε λίγες ώρες, ο ταξικός πόλεμος αναδύθηκε μπροστά στα μάτια μας, τα οποία ενδεχομένως είναι υπερβολικά αποχαυνωμένα απ’ την τηλεόραση για να μπορέσουν να συλλάβουν την ουσία τέτοιων γεγονότων. Ο ταξικός πόλεμος είναι εδώ, στις διελυμένες γειτονιές, ανοίγει ρήγματα στον πυθμένα της κοινωνίας, επιβάλλοντας την μοιραία σύγκρουση μεταξύ δυο τάξεων του ανθρώπινου γένους που τελικά βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο: απ’ την μια μεριά οι άνδρες και οι γυναίκες της κοινότητας, που βοηθούν και μοιράζονται ο ένας με τον άλλον, κι απ’ την άλλη, οι εχθροί της κοινότητας που τους ληστεύουν και τους πυροβολούν, προκειμένου να ξεκινήσουν τη δική τους πρωτόγονη/πρωταρχική καπιταλιστική συσσώρευση.

Είμαστε παρόντες, οι αόρατοι, ανώνυμοι άνθρωποι, διαρκώς αγκυλωμένοι στις γκρίζες ζωές μας: οι εκμεταλλευόμενοι, οι γείτονες, οι γονείς, αλλά όπως και να χει έτοιμοι να χτίσουμε δεσμούς με αυτούς που μοιραζόμασται την ίδια καταπίεση. Απ’ την μια το προλεταριάτο, απ’ την άλλη το κεφάλαιο. Είναι τόσο απλό. Σε πολλές γειτονιές αυτής της αναστατωμένης χώρας, αυτό το χάραμα, άνθρωποι οργανώνουν την άμυνά τους ενάντια στις ένοπλες συμμορίες. Αυτή τη στιγμή, η ταξική συνείδηση αρχίζει να ενεργεί υλικά σ’ αυτούς που αναγκάστηκαν -σε μια στιγμή- να καταλάβουν ότι οι ζωές τους ανήκουν σ’ αυτούς και μόνο, κι ότι κανείς άλλος δε θα ρθει να τους σώσει.

Για την ήττα των ταραχών στην Αγγλία

Για την ήττα των ταραχών στην Αγγλία

Ως το αποκορύφωμα ολόκληρου του μεταπολεμικού κύματος ταξικών αγώνων στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Χειμώνας της Δυσαρέσκειας (Winter of Discontent) εξέφραζε ολόκληρη τη δυναμική αλλά και τα όρια των αγώνων αυτών – για, για την κυρίαρχη τάξη, όλα τα προβλήματα που θα έπρεπε να επιλύσει προκειμένου να ξανακάνει το ΗΒ ένα ασφαλές μέρος για την καπιταλιστική συσσώρευση.

Οι περισσότερες απεργίες των 60es και των 70es ξεκίνησαν ως άγριες/εξωσυνδικαλιστικές με τα συνδικάτα να τις “επισημοποιούν” διστακτικά – ως ένα μέσο για να ξανακερδίσουν τον έλεγχο της κατάστασης που φάνηκε να υπόσχεται ένα προλεταριακό κίνημα που θα πραγματοποιούσε μια αποφασιστική ρήξη με την παραδοσιακή συνδικαλιστική οργάνωση. Ωστόσο, παρά την μαχητικότητα των εργατών που συχνά αντιστεκόταν στις συνδυασμένες απόπειρες των επιχειρήσεων και των εργατοπατέρων να τους ελέγξουν, αυτή η αποφασιστική ρήξη δεν ήρθε ποτέ. Ούτε καν στον Χειμώνα της Δυσαρέσκειας, όταν μια ολόκληρη πόλη όπως το Hull βρισκόταν υπό τον έλεγχο των εργατικών επιτροπών. Οι εργάτες ήταν πρόθυμοι να αμφισβητήσουν το ρόλο τους ιστορικά, αλλά δεν έφτασαν ποτέ στο σημείο να αμφισβητήσουν ολόκληρη τη δομή της ταξικής κοινωνίας.

Τόσο οι απεργίες όσο και τα μπάχαλα (riots) υπήρξαν μορφές συλλογικής διαπραγμάτευσης του ταξικού αγώνα – μορφές τις οποίες παίρνουν τα αιτήματα για την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου και της εξουσίας και τον συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων. Την ίδια στιγμή, και καθώς οι απεργίες άρχισαν να φθίνουν στα 80es (φτάνοντας τελικά πάτο, απ’ όπου δεν ανένηψαν ακόμα) τα πολυπληθή μπάχαλα επανεμφανίστηκαν ως μια μορφή αγώνα. Όμως, αυτό που θα αποτελούσε τον ζωτικής σημασίας συνδετικό ιστό μεταξύ των δύο δεν εφευρέθηκε ποτέ. Οι αγώνες ενάντια στην εργασία μέσα στους χώρους εργασίας στα 60es-70es: οι άγριες/εξωσυνδικαλιστικές απεργίες, οι συστηματικές κοπάνες (absenteeism), το χαμήλωμα της παραγωγικότητας, το σαμποτάζ, οι συγκρούσεις, δε συνδέθηκαν ποτέ με τους άλλους αγώνες έξω από την εργασία: των μαύρων, των γκέι, των γυναικών, των εργατικών κατοικιών, των καταληψιών στέγης, των τοπικών αγώνων, της “drop out” κουλτούρας, της συνειδητής ανεργίας, των free festivals κλπ. Με τον ίδιο τρόπο, οι μετέπειτα περισσότερο αμυντικές απεργίες και οι μητροπολιτικές ταραχές των 80es ποτέ δε συνάντησαν η μια την άλλη, παρότι οι μεν διέθεταν ποιοτικά χαρακτηριστικά που έλειπαν στις δε, και το αντίθετο.

Καθ’ αυτόν τον τρόπο, τα μπάχαλα ποτέ δε ξεπέρασαν τις ίδιες τις αντιφάσεις τους

Όσο “προλεταριακά ψώνια” κι αν ήταν οι λεηλασίες καταστημάτων (looting), παρέμεναν πάντοτε ψώνια, μια μορφή κατανάλωσης που δεν ανέτρεπε ολοκληρωτικά το εμπόρευμα, όπως ίσως φαντάζονταν μερικοί, δε θα μ πορούσε να το κάνει άλλωστε χωρίς να συνδεθεί με τους εργαζόμενους στους ίδιους τους χώρους εργασίας. Ποτέ δεν προέκυψε ένα κοινωνικό κίνημα από τα μπάχαλα με καθαρή συνείδηση του εαυτού του και της δύναμής του. Υπήρχε, σε κάθε περίπτωση μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας των ταραχών. Καθώς η οικονομική πίεση και η κοινωνική ανασφάλεια έζωναν όλο και περισσότερο τις ανθρώπινες ζωές, ενθαρρύνοντας έναν πιο απομονωμένο ανταγωνισμό του καθενός-εναντίον-όλων για την επιβίωση, κάτι τέτοιο αντανακλούταν και στις ταραχές: ψειρίσματα, βιασμοί και άλλοι ψυχωτικοί οππορτουνισμοί διαβρώναν την γιορταστική ατμόσφαιρα και την αίσθηση αλληλεγγύης που κυριαρχούσε στα παλιότερα μπάχαλα. Οι κάμερες CCTV και άλλες τροποποιήσεις του αστικού περιβάλλοντος και της δημόσιας τάξης είχαν επίσης τα αποτελέσματά τους. Προς στιγμήν, τα εξεγερσιακά μητροπολιτικά προλεταριακά μπάχαλα φαίνεται να έχουν βουλιάξει χωρίς να αφήσουν τα ίχνη τους ως μια μορφή αγώνα (οι πρόσφατες συγκρούσεις στις διαδηλώσεις τύπου DIY/Reclaim The Streets είναι ένα εντελώς διαφορετικό φαινόμενο, που προκύπτει από ένα άλλο κομμάτι της κοινωνίας, που σε σχέση με τα προλεταριακά μπάχαλα μάλλον απεικονίζει τη διαφορά μεταξύ διαμαρτυρίας και αγώνα).

Οι αντιφάσεις και οι ασάφειες των αγώνων της περιόδου αυτής, που θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά, πήραν όλες το στραβό δρόμο κάτω από την επίδραση της αντεπίθεσης της κυρίαρχης τάξης. Αυτό είναι το σημείο μηδενικής ορατότητας (γίνεται ορατό μετά το πέρας του) που αντικρύζει κανείς όταν διαβάσει τις σχετικές ριζοσπαστικές θεωρητικές αναλύσεις τις περιόδου. Αμέλησαν ολοκληρωτικά την πιθανότητα μιας ήττας που τελικά αντιμετωπίσαμε και την υποφέρουμε ακόμη.

Οι αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας χρησιμοποιήθηκαν για να απομονώσουν και να εξατομικεύσουν τους εργάτες ακόμη περισσότερο. Η μαζική απόσυρση των επενδύσεων από τη βιομηχανία στις αρχές των 80es (με την μετεγκατάστασή τους σε φθηνότερες αγορές εργασίας όπως οι τότε αναπτυσσόμενες “οικονομικές τίγρεις” της Ασίας) και η συνακόλουθη ανάπτυξη της παροχής υπηρεσιών, η επισφάλεια και το τέλος της μόνιμης εξασφαλισμένης εργασίας σήμαιναν μια ολοένα και πιο κινούμενη και κατακερματισμένη εργατική δύναμη, με ελάχιστους ανθρώπους να συνδέονται με έναν συγκεκριμένο χώρο εργασίας ή τις μακροχρόνιες συναδελφικές σχέσεις που ήταν απαραίτητες για την ανάπτυξη μιας αμοιβαίας εμπιστοσύνης, γνώσης και αλληλεγγύης.

Οι άνεργοι σπρώχτηκαν βίαια στην εργασία (με το New Deal, την αναδιοργάνωση του ταμείου ανεργίας κλπ), ενώ το να κυνηγάς τα επιδόματα έγινε από μόνο του μια full-time εργασία, ενώ η οικονομία της παροχής υπηρεσιών (ή του εγκλήματος) απορρόφησαν το υπόλοιπο της εργατικής δύναμης σε προσωρινές, επισφαλείς και κακοπληρωμένες δουλειές. Από το χαμηλότερης παραγωγικότητας κεφάλαιο της Ευρώπης στα 60es-70es, το ΗΒ έγινε ο καπιταλισμός με τις περισσότερες ώρες εργασίας και τους χαμηλότερους μισθούς. Πριν μερικά χρόνια μια νοτιοκορεάτικη εταιρία σχεδίαζε την μετεγκατάσταση του εργοστασίου της στην Ουαλία επειδή η εργασία εδώ κόστιζε λιγότερο απ’ ότι στη χώρα τους! (Η παραγωτικότητα είναι πλέον λίγο χαμηλότερη από χώρες όπως η Γαλλία, αλλά αυτό στις μέρες μας πρέπει να αποδίδεται μάλλον στη σχετικά χαμηλή επένδυση στην τεχνολογία κλπ)

Αυτοί οι Tories που, στα νιάτα τους έχτισαν τις πολιτικές τους καριέρες μέσα στα 60es και 70es απομονωμένοι από, υπό τον φόβο και μισώντας τους κοινωνικούς αγώνες που ξεσπούσαν ολόγυρά τους, θα έπαιρναν τελικά την εκδίκησή τους στην εποχή της Thatcher. Οι φήμες για προετοιμασία στρατιωτικού πραξικοπήματος από μερίδα της κυρίαρχης τάξης που ακούγονταν συχνά στα 70es, ίσως να ήταν αληθείς αλλά τ αφεντικά τελικά βρήκαν μια πιο αποτελεσματική μακροχρόνια λύση για τα προβλήματα ενός ταξικού αγώνα που κάθε μέρα γινόταν και πιο ανεξέλεγκτος, πιο αποτελεσματικός, καθώς ένα πραξικόπημα θα γκρέμιζε ολόκληρο το show της δημοκρατίας και της συναίνεσης. Ενώ η Αριστερά (αλλά και “σοβαροί” πανκς αριστεριστές όπως ο Tom Robinson) κλαψούριζαν εντελώς μη-ρεαλιστικά για τη φασιστική απειλή, ο Θατσερισμός ήταν ουσιαστικά μια πολύ πιο αποτελεσματική θεραπεία για την “Βρετανική Μόλυνση” της βιομηχανικής απειθαρχίας και χαμηλής παραγωγικότητας, χρησιμοποιώντας μια λαϊκιστική δημοκρατική ρητορεία για να ξεμπερδεύει με τους εργατικούς ταξικούς αγώνες και την αλληλεγγύη πιο αποτελεσματικά απ’ ότι θα μπορούσε να το κάνει μια χοντροκομμένη δικτατορία. Η οικονομική σύνθλιψη που επέφερε ο Μονεταρισμός, με τις μαζικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και την μαζική ανεργία κατέστρεψαν οποιαδήποτε κοινότητα υπήρχε στην εργασία και πίσω στο σπίτι, με την υπόσχεση μιας ατομικής ανέλιξης στον θαυμαστό νέο κόσμο της δημοκρατίας των κατόχων ιδιοκτησίας και μετοχών.

Revolt against an age of plenty/Snowstrikes

-~-

Σημειώσεις της μετάφρασης: Το κείμενο αποτελεί ελεύθερη μετάφραση μικρού αποσπάσματος από το εξαιρετικό site Revolt Against An Age Of Plenty. Η έκφραση Χειμώνας της Δυσαρέσκειας αναφέρεται στον Χειμώνα του ’78-’79, με την κορύφωση των άγριων απεργιών και της κοινωνικής αποδοκιμασίας ενάντια στην κυβέρνηση Εργατικών (Labour) που συνδεόταν (ακόμη και χρηματοδοτούνταν σ’ ένα βαθμό από τις εισφορές τους) με τα επίσημα συνδικάτα. Ο Μονεταρισμός που αναφέρεται στο τέλος, είναι η θεωρία που υποστηρίζει ότι η αύξηση στο ποσό χρημάτων που κυκλοφορεί θα οδηγήσει σε αύξηση στις τιμές. Το κείμενο (και ει δυνατόν ολόκληρο το πρωτότυπο στα αγγλικά) αξίζει να διαβαστεί προσεχτικά. Η οξύνοια των συντρόφων στη ριζοσπαστική ανάλυσή τους της συλλογικής επίθεσης της εργατικής τάξης, που εντοπίζεται τόσο στις εργατικές διεκδικήσεις όσο και στην άλλη όψη τους: τα μπάχαλα (αυτή η διαλεκτική σχέση διαφεύγει τραγικά απ’ τη σημερινή παραγωγή ριζοσπαστικού λόγου που φετιχοποιεί την μια ή την άλλη μορφή) και τους εξω-εργασιακούς (με τη στενή έννοια της εργασίας) αγώνες, αλλά και της αντεπίθεσης του κεφαλαίου, στην περίπτωσή αυτή με δημοκρατική μορφή (που επιφυλάσσει έναν ιδιαίτερο ρόλο σε μια συγκεκριμένη “αντιφασιστική” αποδοχή του Κράτους), βασισμένη στην εξατομίκευση και τη συναίνεση, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για το ελληνικό παράδειγμα. Τα τελευταία χρόνια ζήσαμε μια -αναμφίβολα πιο σποραδική- εμφάνιση μαζικών εργατικών αγώνων (πχ των δασκάλων, της δεη, των οδοκαθαριστών, των λιμενεργατών κλπ και φυσικά τα “φοιτητικά”) αλλά και μια κορύφωση των ταραχών στο δρόμο με τα δεκεμβριανά γεγονότα του 2008, μετά τα οποία τέθηκε σε κίνηση μια αναδιοργάνωση κατ’ αρχήν της διακυβέρνησης και της αστυνόμευσης, που θυμίζει σε ορισμένα σημεία αυτήν του ΗΒ στα 80es, αλλά και μια αμηχανία απ’ την πλευρά μας που πρέπει να ξεπεραστεί.

Μια μικρή υποσημείωση εδώ: ας μη ξεχνάμε πως όσον αφορά ζητήματα διακυβέρνησης και δημόσιας τάξης, η ελληνική κυρίαρχη τάξη χρωστάει ιστορικά πολλά στον βρετανικό παράγοντα και τη γνώση που αποκόμισε από τις εμπειρίες του ενάντια στον “εξωτερικό”, αλλά κυρίως τον “εσωτερικό” εχθρό του: το βρετανικό προλεταριάτο.

Υπερασπίζοντας το χάος της άμεσης δράσης – CGB

Ένα σμήνος πεταλούδων: μια απροκάλυπτη υπεράσπιση του χάους της άμεσης δράσης – Curious George Brigade

Παρά τις σημαντικές επιτυχίες που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια, αρκετές πρόσφατες αναρχικές κινητοποιήσεις καπελώθηκαν από μια ελεεινή μειοψηφία που επιθυμεί να υποβάλει οδηγίες, διαδρομές, εσωτερικές περιφρουρήσεις (π.χ. η «αστυνομία ειρήνης» στο Seattle), περιορισμό της δράσης σε προκαθορισμένες ζώνες κι άλλες τέτοιες μπούρδες, μετατρέποντας την οργή και τη δημιουργικότητά μας σε ένα καλοστημένο θέαμα για τα ΜΜΕ, ή στη χειρότερη περίπτωση σε μαζικές συλλήψεις. Φωνάζοντας συνέχεια και υποκριτικά για «αλληλεγγύη» και εξασφάλιση των άλλων, μετατρέπουν την αλλοτινή δυναμική μας αντίσταση, σε μια οργανωμένη εξάσκηση των ικανοτήτων τους – ελέγχου και πειθάρχησης του πλήθους.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι…

Μόλις λίγα χρόνια πριν, το RAND, αγαπημένο think-tank του αμερικανικού στρατού έγραφε:

«Οι Αναρχικοί [Στο Seattle το 1999] χρησιμοποιώντας ένα εκσυγχρονισμένο σύστημα επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένου του Internet, στάθηκαν ικανοί να πραγματοποιήσουν ταυτόχρονες επιθέσεις μέσα από παλμικές τακτικές και τακτικές διάχυσης συντονισμένες μέσα από ένα δίκτυο «ομάδων συγγενείας» χωρίς ηγεσία. Υπήρξαν καθώς φαίνεται παράδειγμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι ιεραρχικές οργανώσεις όταν έχουν να κάνουν με ένα δίκτυο πρωτοβουλιών με ταχύτερους κύκλους αντίδρασης. Αυτός ο χαλαρά οργανωμένος συντονισμός, αφομοιώνοντας τις δικτυακές τακτικές και οργάνωση, επέφερε σύγχυση σε κάθε απόπειρα της αστυνομίας να αποκτήσει μια συνολική αντίληψη της κατάστασης που απαιτούνταν προκειμένου να καταπολεμήσει αυτές τις φαινομενικά χαοτικές ταραχές του Seattle.»

Το RAND συμπερασματικά καταλήγει στο ότι ιεραρχικές οργανωτικές δομές όπως η αστυνομία δεν έχουν πολλές ελπίδες απέναντι σε ανάλογες χαοτικές τακτικές. Επιπλέον, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας πως τέτοιου τύπου ομαδοποιήσεις ευνοούν μια γρήγορη εξέλιξη των τακτικών και έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες «στρατολόγησης» νέων ατόμων, απ’ ότι οι παραδοσιακές διαδηλώσεις. Φοβήθηκαν, και με το δίκιο τους. Κερδίζαμε. Και για καλή μας τύχη, ακόμη μπορούμε να κερδίσουμε.

Δεν έχουμε τίποτα όμως να κερδίσουμε από ένα πισωγύρισμα στις τακτικές της περασμένης δεκαετίας: την πατροπαράδοτη, γνωστή και βαρετή παραδοσιακή αριστερίστικη διαδήλωση της πορείας-παρέλασης, με τους καθοδηγητές, τους ομιλητές, την εσωτερική περιφρούρησή της. Αυτό που θέλουμε είναι δημιουργική, αποκεντρωμένη και κυρίως χαοτική δράση.

Μια τακτική που χρησιμοποιήθηκε στο Seattle και αλλού, και που στηρίζεται στην πρακτική εφαρμογή του χάους είναι η «παλμική» τακτική. Παλμός είναι η ικανότητα ομάδων ανθρώπων να συγκεντρώνονται, να δρούν, κι έπειτα να απομακρύνονται κάπου σε ασφάλεια, για να σχηματίζουν νέες ομαδομοποιήσεις. Αν και μοιάζει κάπως στην αντάρτικη τακτική της «απορρόφησης», έχει ωστόσο μια ουσιαστική διαφορά.

Η νόηση του Che περί «απορρόφησης» έχει να κάνει απλά με κάτι σαν το «μια δύναμη που επιτίθεται στον εχθρό για ένα χρονικό διάστημα και μετά παύει την επίθεση και απορροφάται από την κοινότητα ή το περιβάλλον από το οποίο προήλθε». Η παλμική δράση είναι μια συνεχής ροή ανθρώπων που ενώνονται, χωρίζουν και ξαναενώνονται, συχνά σε νέους συνδυασμούς ομαδοποιήσεων. Ο πιο σίγουρος τρόπος που μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι μέσα από μικρές αποκεντρωμένες αυτόνομες ομάδες (π.χ. ομάδες συγγενείας) που έχουν την ικανότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για τον εαυτό τους, για το πότε και με ποιόν θα συνεργαστούν.

Το RAND σημειώνει ότι η παλμική τακτική καθιστά τον έλεγχο του πλήθους σχεδόν αδύνατο καθότι συνεχώς «ανασυντάσσει το πλέγμα απειλών» και ότι δεν αντιστοιχεί σε ένα προκαθορισμένο μοντέλο που η αστυνομία θα μπορούσε να αναλύσει και τελικά να εξουδετερώσει. Αυτή η μη-προβλεψιμότητα είναι που αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο της θεωρίας του χάους.

Ένα αγαπημένο παράδειγμα των θεωρητικών του χάους στη βιολογία είναι τα βακτήρια. Τα βακτήρια λειτουργούν παλμικά, δημιουργώντας ολοένα και διαφορετικά μοντέλα σύνδεσης. Ο στοχαστής του χάους M. Planc έγραφε: «κάθε μοντέλο είναι οργανικό και αποτέλεσμα τυχαίων δυνάμεων στο περιβάλλον, η ολοένα και διαφορετική σύσταση και η πυκνότητα (παλμός) των βακτηρίων είναι που κάνουν τους οργανισμούς τους τόσο ανθεκτικούς και προσαρμόσιμους».

Η διάχυση είναι ακόμη ένας τρόπος να εμφυσήσουμε το χάος στις πράξεις μας. Είναι η τακτική κατά την οποία πλήττεται ένας μεγάλος αριθμός στόχων, χωρίς να ακολουθείται κάποιο προκαθορισμένο σχέδιο. Οι αποκεντρωμένες διάχυτες δράσεις φέρνουν σύγχυση στις δυνάμεις της τάξης και μειώνουν την ικανότητά τους στην προστασία στόχων και την παρεμπόδιση των δραστηριοτήτων μας. Αναγκάζονται έτσι να «αντιδρούν» στις δικές μας δράσεις αντί να επιβάλλουν το δικό τους στόχο για «έλεγχο των διαδηλώσεων». Και πάλι, ο μόνος τρόπος για να δουλέψει αυτό με χιλιάδες ανθρώπους είναι να οργανωθούμε με έναν ριζικά αποκεντρωτικό τρόπο. Αποκεντρωμένη δουλειά και δράσεις ομάδων συγγενείας επιτρέπουν στις ικανότητες και το πάθος μικρών ομάδων να αναπτύσσονται ανεμπόδιστα, έτσι ώστε οι ομάδες να επιλέγουν τις δράσεις που ταιριάζουν στα ενδιαφέροντα και τις ικανότητές τους.

Στις διαδηλώσεις, οι ιεραρχικές οργανώσεις μπορούν να παραλύσουν τάχιστα, όταν το κεντρικό νευρικό τους σύστημα παραδοθεί στο χάος που προκαλούν οι απρόβλεπτες, παλμικές επιθέσεις. Εδώ, οι αναρχικοί αποκτούμε το πλεονέκτημα τέτοιων προνομιακών πεδίων που ανοίγονται από αυτόνομες ομάδες, δίνοντάς μας μια ώθηση ενάντια στις δυσκίνητες ιεραρχικές δομές όπως η αστυνομία.

Τόσο οι παλμικές όσο και οι διάχυτες δράσεις, σπέρνουν το κρίσιμο στοιχείο του χάους στις διαδηλώσεις. Το χάος βέβαια, δεν μπορεί παρά να είναι αφιλόξενο τόσο για την αστυνομία όσο για κάθε ιεραρχική οργάνωση, κι έτσι μειώνεται η ικανότητα αντίδρασής τους. Αυτές οι τακτικές ανοίγουν στις ομάδες συγγενείας πιθανότητες τις οποίες δε θα μπορούσαν να σχεδιάσουν, ή δε θα προσδοκούσαν ποτέ: όπως υπήρξαν για παράδειγμα: η χρήση ενός σκουπιδοτενεκέ και μιας μπάρας που μετατράπηκαν ευφάνταστα σε πολιορκητικό κριό, ή η εύρεση μιας ξεκλείδωτης εισόδου στο ξενοδοχείου που έμεναν τα μέλη του IMF.

Το χάος επίσης επιτρέπει στις μικρές δράσεις να πολλαπλασιαστούν και να επεκταθούν. «Κάθε μικρή αρχική αλλαγή μπορεί να μετατραπεί συσσωρευτικά σε τεράστια και βαθιά ρήγματα και απρόβλεπτες αλλαγές, όπως το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στην Αργεντινή μπορεί να προκαλέσει έναν τυφώνα στην Νέα Υόρκη».

Δεν είμαστε ρομπότ, δεν είμαστε επαγγελματίες οργανωτές διαδηλώσεων: είμαστε ένας δημιουργικός παλμός διάχυτων επιθέσεων, είμαστε οι πεταλούδες της ελευθερίας. Πολεμάμε για τις ζωές μας και χορεύουμε για την ελευθερία.

Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Μάρτης 2007