Tag Archives: οδηγίες για μια εξέγερση

Rojava: Μια επανάσταση στην καθημερινή ζωή

Μια επανάσταση στην καθημερινή ζωή

kobane

Σε όλους τους τομείς της κυβέρνησης στο καντόνι του Cizire, οι άνθρωποι εργάζονται, κυρίως σε εθελοντική βάση, ώστε να καταφέρουν φιλόδοξες αλλαγές στην κοινωνία. Οι ιατροί θέλουν να χτίσουν ένα σύγχρονο, δωρεάν, σύστημα υγείας, αλλά επίσης, όπως μας είπαν, να συλλέξουν και να διαδόσουν τις περιθωριοποιημένες τοπικές θεραπευτικές γνώσεις, και να αλλάξουν τις συνθήκες της ζωής γενικότερα. Στόχος τους είναι, λένε, να οικοδομηθεί ένας τρόπος ζωής ελεύθερος από διαχωρισμούς -ανάμεσα στους ανθρώπους, και μεταξύ των ανθρώπων και της φύσης- που εντείνουν τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Οι καθηγητές θέλουν να προσανατολίσουν την εκπαίδευση στα τρέχοντα κοινωνικά προβλήματα. Σχεδιάζουν, όπως είπαν, να εγκαταλείψουν το σύστημα των εξετάσεων και κάθε διαχωρισμό μεταξύ καθηγητών και μαθητών, αλλά καί ανάμεσα στους κατεστημένους επιστημονικούς κλάδους. Το νέο μάθημα της γυναικολογίας παρέχει μια εναλλακτική εξέταση των ζητημάτων της μυθολογίας, της ψυχολογίας, των θετικών επιστημών και της ιστορίας. Παντού και πάντα, μας είπαν, οι γυναίκες είναι οι κύριοι οικονομικοί παράγοντες καθώς και οι υπεύθυνες για την “ηθική και την αισθητική”, την “ελευθερία και την ομορφιά”, την μορφή και το περιεχόμενο. Η επανάσταση έχει ως στόχο να ξεπεράσει τα όρια που τίθενται σ’ αυτές τις δραστηριότητε όταν το Κράτος αποτελεί το πρότυπο για την εξουσία.

Αυτό που μας επανέλαβαν ξανά και ξανά ήταν ότι η συνύπαρξη και ο συντονισμός μεταβαλλόμενων αλληλοτεμνόμενων και προϋπαρχουσών ταυτοτήτων μέλει να αντικαταστήσει το “μια σημαία, μια γλώσσα, ένα έθνος”. Η νέα διεύθυνση αποτελείται κατά συγκεκριμένα ποσοστά από εκπροσώπους των κουρδικών, αραβικών και ασσυριακών κοινοτήτων, που ορίζονται σύμφωνα με τις πρακτικές κάθε κοινότητας. Παρά το γεγονός ότι οι πολιτοφυλακές και οι δυνάμεις ασφαλείας είναι εθνοτικά μεικτές, οι ασσυριακές κοινότητες διατηρούν επίσης τις δικές τους ταξιαρχίες. Η καθημερινή ζωή έχει αλλάξει περισσότερο για τις γυναίκες, που προηγουμένως ήταν περιορισμένες σε μια ζωή εντός του οίκου τους. Παρότι οι δρόμοι παραμένουν το κατεξοχήν πεδίο των ανδρών, οι γυναίκες έχουν στήσει τις δικές τους εκπαιδευτικές δομές και τα δικά τους τοπικά συμβούλια. Όλοι οι μεικτοί πολιτικοί φορείς πρέπει να αποτελούνται τουλάχιστον κατά 40% από γυναίκες, και όλες οι αντιπροσωπείες πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον μία γυναίκα. Οι γυναίκες είναι λοιπόν ταυτόχρονα οργανωμένες αυτόνομα μέσα στην επανάσταση καί στους αρχετυπικούς ρόλους τους. Οι διαφημιστικές πινακίδες στο Καμισλί προβάλλουν περισσότερες γυναίκες μαχήτριες του YPJ παρά τους άνδρες του YPG. “Εμείς θα σας υπερασπιστούμε” γράφει από κάτω.

Μέλη του YPJ μας μίλησαν για την μη-ιεραρχική οργάνωση που υπάρχει εντός των πολιτοφυλακών. Υπάρχουν εκλεγμένες διοικήτριες, είπαν, αλλά αυτές συμμετέχουν σε όλες τις δραστηριότητες της κοινοτικής ζωής με τον ίδιο τρόπο με κάθε άλλη μαχήτρια. Όμως δεν είναι όλα ανθηρά και μεταστρουκτουραλιστικά… Η πειθαρχία αποτελεί ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι των ηθών και της αισθητικής της καθημερινής ζωής. Οι γυναίκες που είδαμε να εκπαιδεύονται στις δυνάμεις ασφαλείας, διδάσκονται πώς να στέκουν στη σειρά. Ήταν ένα μικρό σοκ όταν, κατά την πρώτη μέρα της αποστολής μας, μας χαιρέτισε στρατιωτικά, μια σειρά από εκπαιδευόμενες με στολή, παρατεταγμένες με τέλεια ακαμψία σε γραμμή. Τα εκπαιδευτικά βίντεο του YPG, μετά μουσικής, παίζουν σε κάθε τηλεόραση. Ακόμη και στο πανεπιστήμιο, όπου νέοι άνθρωποι ζουν μαζί, μαγειρεύοντας και καθαρίζοντας συλλογικά, κάτι τέτοιο συμβαίνει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο: οι εργασίες εκτελούνται άριστα, καθώς μοιράζονται μεταξύ όλων, με τρόπο που η ισότητα και η οριζοντιότητα και μια αυτόματη πειθαρχία να αλληλοεπικαλύπτονται τέλεια.

Μια ακόμα ηθική κι αισθητική αμφισημία περιβάλλει τη σημασία του ηγέτη του PKK, Οτσαλάν, ή “Άπο” (το όνομα που οι περισσότεροι έχουν γραμμένο στους τοίχους τους ή χαραγμένο στα όπλα τους). Η εικόνα του κρέμεται στους τοίχους σχεδόν κάθε δωματίου. Η “ελευθεριακή στροφή” του PKK, με την οποία σχετίζεται το PYD (στμ: το αδελφικό του PKK κόμμα των Κούρδων της Συρίας) της Rojava -αποκηρύσσοντας μεταξύ άλλων κάθε ιεραρχική δομή- ξεκίνησε απ’ αυτόν. Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι αυτή συντελέστηκε μετά από μια περίοδο που πέρασε σ’ αυτήν εδώ την περιοχή, πριν τη σύλληψή του το 1999, παρότι οι ιδέες αυτές πάντοτε αποδίδονται στον ίδιο. Οι υπόλοιπες εικόνες που κοσμούν τους τοίχους, τα τραπέζια και τις γλάστρες, είναι αυτές των μαρτύρων -τα πρόσωπά τους μπροστά από ένα φόντο που αποτελείται από τα χρώματα που υποδηλώνουν την οργάνωση στην οποία ανήκαν. Είναι σημαντικό ότι ο Οτσαλάν είναι το μόνο πρόσωπο εν ζωή που του αποδίδονται τέτοιες τιμές, καθώς είναι ένας ηγέτης με τον οποίον κανείς δεν μπορεί να επικοινωνήσει άμεσα, και ο οποίος δεν έχει εκ των πραγμάτων καμμία εξουσία.

Αποδυναμώνοντας το κράτος

Ο στόχος της επανάστασης, μας είπαν πολλοί, δεν είναι να αντικαταστήσει την μια κυβέρνηση με μια άλλη, είναι να τερματίσει την κυριαρχία του κράτους. Το ζήτημα, όπως το έθεσε ο προεδρεύων του Κουρδικού Εθνικού Κογκρέσσου, είναι “όχι πως να αποφασίζουμε με εξουσία, αλλά εναντίον της”. Η κρατική ισχύς έχει διαμεληθεί με έναν σωρό τρόπους. Η στρατιωτική εκπαίδευση των ανθρώπων γίνεται σε μεγάλη κλίμακα, με την προσδοκία ότι ο καθένας θα συμμετάσχει. Είναι μέρος μιας προσπάθειας διάδοσης των μέσων της άμυνας σε όλους. Η λαϊκή αυτοάμυνα, μας είπαν, είναι “τόσο σημαντική που δεν γίνεται να ανατεθεί σε λίγους”. Μέσα από την εκπαίδευση (που δεν περιλαμβάνει μόνο τη χρήση των όπλων, αλλά επίσης ιατρική, ηθική, την ιστορία του Κουρδιστάν, κριτική του ιμπεριαλισμού, τον ψυχολογικό πόλεμο που διεξάγει η λαϊκή κουλτούρα, και τη σημασία της εκπαίδευσης και της αυτοκριτικής), ο μαχητής επικεφαλής ενός εκπαιδευτικού κέντρου μας είπε, ο στόχος είναι η τελική αυτοδιάλυση των δυνάμεων ασφαλείας.

Η νέα κυβέρνηση (με ένα κοινοβούλιο και 22 υπουργούς), που σχηματίστηκε προσωρινά από διάφορα πολιτικά κόμματα και οργανώσεις ώστε να διοργανώσει εκλογές, έχει αναλάβει την ευθύνη της λειτουργίας ορισμένων κρατικών δομών. Όταν, την άνοιξη του 2012, το Ισλαμικό Κράτος έφτασε τη Rojava, προβλέποντας τη σφαγή που θα έφερνε η σύγκρουση μεταξύ του ΙΚ και του Ασσάντ, και βλέποντας την ευκαιρία στις συνθήκες αυτές, οι κουρδικές δυνάμεις περικύκλωσαν τις συριακές κρατικές δυνάμεις στο Ντερίκ και διαπραγματεύθηκαν την άνευ όπλων αποχώρησή τους. Μετά από διαβουλεύσεις με τις άλλες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις στην περιοχή, το ίδιο συνέβη σε ολόκληρη την έκταση της Rojava. Ωστόσο, το καθεστώς Ασσάντ δεν έχει εκδιωχθεί πλήρως. Στο Καμισλί, την μεγαλύτερη πόλη στο Cizire, εξακολουθεί να ελέγχει μια μικρή περιοχή που περιλαμβάνει το αεροδρόμιο. Το παλιό κράτος συνεχίζει να λειτουργεί παράλληλα με τις νέες δομές. Τα συριακά νοσοκομεία στα νότια συνεχίζουν να δέχονται ορισμένους από τους πολύ αρρώστους, και το καθεστώς συνεχίζει να καταβάλει τους μισθούς μερικών δημοσίων υπαλλήλων, όπως των εκπαιδευτικών.

Εντωμεταξύ, η νέα διεύθυνση εξισορροπείται από πολυάριθμα αυτόνομα στοιχεία. Ανεξάρτητα από αυτήν, συμβούλια (με εβδομαδιαίες συνελεύσεις σε κάθε γειτονιά, με τις δικές τους δυνάμεις αυτοάμυνας και υπο-ομάδες για τους νέους, τις γυναίκες, την πολιτική, την οικονομία, τις δημόσιες υπηρεσίες, την εκπαίδευση και την υγεία) σε επίπεδο κοινοτήτων, πόλεων και καντονιών, που αποτελούνται από αιρετούς αντιπροσώπους, αναλαμβάνουν την αντιμετώπιση άμεσων πρακτικών προβλημάτων που μπορούν να επιλυθούν από αυτά. Τόσο η κυβερνητικοί φορείς, όσο και τα συμβούλια, έχουν στηθεί από την TEVDEM, μια συμμαχία οργανώσεων που περιλαμβάνει το PYD, κολλεκτίβες, ακαδημαϊκούς, γυναικείες και νεολαιϊστικες οργανώσεις και άλλα κοντινά πολιτικά κόμματα. Οι οργανώσεις διατηρούν κάθε λόγο πάνω στις δομές λήψης των αποφάσεών τους, και ορισμένες φορές διεξάγουν τα δικά τους εκπαιδευτικά προγράμματα σε “πολιτιστικά κέντρα” και “ακαδημίες” που συντηρούν. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν σύνθετες, τεμνόμενες σχέσεις μεταξύ τους οι οποίες δουλεύονται σε ένα σωρό από διαφορετικές συνελεύσεις.

Και ο κομμουνισμός;

Ελάχιστη γεωργική ή βιομηχανική παραγωγή υπάρχει στη Rojava, παρά την επίπεδη και εύφορη γη της, παρότι ήταν ο “σιτοβολώνας” της Συρίας, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου άνηκε στο κράτος και χρησιμοποιούταν για μονοκαλλιέργιες και έργα εξόρυξης πετρελαίου. Ο κουρδικός πληθυσμός της περιοχής, συχνά αναγκαζόταν να μεταναστεύσει στις πόλεις του νότου, όπου αποτελούσε ένα κομμάτι της εργατικής τάξης που δεχόταν να δουλεύει με χαμηλότερους μισθούς. Η νέα διεύθυνση απαλλοτρίωσε τη γη και διένειμε κομμάτια της σε αυτοοργανωμένους συνεταιρισμούς που εργάζονται για να επεκτείνουν την εκτροφή ζώων και την ποικιλότητα της παραγωγής. Συνεχίζει να βγάζει λάδι και να το επεξεργάζεται μετατρέποντάς το σε χαμηλής ποιότητας ντίζελ που πουλάει στο καντόνι και διανέμει στους συνεταιρισμούς και τα άλλα θεσμικά όργανα. Ό,τι παράγουν οι συνεταιρισμοί είτε πωλείται άμεσα στη διεύθυνση, είτε περνάει από ελέγχους τιμών της διεύθυνσης για να βρει αλλού αγοραστές. Η διεύθυνση αναλαμβάνει την παροχή σε κάθε νοικοκυριό μιας σταθερής ποσότητας άρτου. Το λαθρεμπόριο είναι τεράστιο.

Εκείνοι που επιβλέπουν αυτές τις αλλαγές, τις περιγράφουν απλώς ως πρακτικές λύσεις στο πρόβλημα της αναπαραγωγής ενός πληθυσμού σε συνθήκες πολέμου και εμπάργκο. Αυτό διαφέρει πολύ από το πώς περιγράφονται οι άμεσες πρακτικές μεταβολές στην οικιακή σφαίρα. Μέλη του YPJ, της πολιτοφυλακής των γυναικών, μας είπαν, “άνοιξε ένα πεδίο για χειραφέτηση”. “Συμμετέχεις στη ζωή με έναν νέο τρόπο, και, όταν είσαι μαζί με άλλους, νιώθεις ότι έχεις εξουσία”. Μας είπαν ακόμη, “όταν οι άνθρωποι μας είδαν να μαχόμαστε πλάι στους άνδρες, μας αποδέχθηκαν και ως μαχόμενες ενάντια στις ανδρο-κεντρικές νοοτροπίες”. Δεν γίνεται λόγος για σύνδεση της χειραφέτησης αυτής με την αναγκαιότητα διακοπής των σχέσεων της εκμετάλλευσης και της ανταλλαγής. Ενδεχομένως κάτι τέτοιο έχει να κάνει με το ότι οι άνθρωποι με τους οποίους μιλήσαμε προέρχονταν κυρίως από την μεσαία τάξη, αν και αυτό το γεγονός από μόνο του είναι σημαντικό.

Κατά κάποιο τρόπο, η αντίθεση στο κράτος γίνεται αντιληπτή ως αντίθεση στο κεφάλαιο, στο επίπεδο της παγκόσμιας ισχύος του. Η νέα διεύθυνση αντιτίθεται, όπως το βλέπουν, στο ΝΑΤΟ με δυό μορφές: ενάντια στο υποστηριζόμενο από την Τουρκία Ισλαμικό Κράτος κι ενάντια στον αμερικανικό και διεθνή καπιταλισμό (μια κατηγορία στην οποία υποπίπτει επίσης το KRG -όπου δυο άρχουσες φρατρίες τώρα χτίζουν προσφυγικά στρατόπεδα δίπλα σε αυτοκινητοδρόμους και mall). Δεν έχουν αυταπάτες για τα κίνητρα αυτών που τους στέλνουν στρατιωτική βοήθεια: “όλοι, περιλαμβανομένων των ΗΠΑ, μας απεικονίζουν σαν συμμάχους τους”, ειρωνεύεται το TEVDEM. Ωστόσο δεν υπάρχει καμμία αντίθεση στην αξία που εξακολουθεί να υπάρχει σε καθημερινή μορφή. Εκείνοι που αποτινάσσουν τους ισχυρισμούς υπερ-ενθουσιασμένων δυτικών ακτιβιστών σχετικά με την επαναστατική φύση των όσων συμβαίνουν στη Rojava έχουν δίκαιο να περιγράφουν το εγχείρημα ως μια άμυνα απέναντι στον σημερινό πόλεμο και την πιο βάναυση καταπίεση, που χρησιμοποιεί εκτός από έναν στρατό, μια νέα ιδεολογία, η οποία αντικαθιστά την παλιά εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία.

Η κατάσταση αυτή έχει επίσης κάτι κοινό με την πορεία των αγώνων σε όλον τον κόσμο τα τελευταία χρόνια. Το κράτος, τώρα ένας τοπικός παράγοντας του διεθνούς κεφαλαίου, γίνεται ορατό ώς ο ένοχος από κινήματα που συντίθενται από την μεσαία τάξη και το προλεταριάτο. Στο μεταξύ, το έθνος γίνεται ορατό ως μια δύναμη που μπορεί να του αντιτεθεί. Οι αγώνες συγκλίνουν πίσω από την ιδεολογία της “κοινωνίας των πολιτών” (και των φυλετικών και έμφυλων ιεραρχιών που προϋποθέτει αυτή). Ο μετασχηματισμός που γίνεται στη Rojava στηρίζεται ως έναν βαθμό σε μια ριζοσπαστική κουρδική ταυτότητα και σε ουσιαστικά μεσοταξικά στοιχεία που, παρά τη ριζοσπαστική ρητορική, πάντοτε διατηρούν κάποιο συμφέρον στη συνέχιση του κεφαλαίου και του κράτους.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή, μοιράζεται και κάτι με τα ακρότατα των αγώνων της κρίσης: τις ταραχές. Κατά κάποιον τρόπο, οι στρατηγικές που εφαρμόστηκαν στη Rojava γεννήθηκαν μέσα από μια ανάλυση των αποτυχιών των ταραχών: το 2004, μόνο λίγους μήνες μετά τον σχηματισμό του PYD, μια εξέγερση των Κούρδων που διεκδικούσαν πολιτικές ελευθερίες από το Συριακό κράτος αντιμετωπίστηκε όχι μόνο άμεσα με βασανισμούς, δολοφονίες και φυλακίσεις αλλά και μακροχρόνια από μια περίοδο σκληρής καταστολής. Αυτό είναι κάτι που θυμούνταν καλά, όταν αποφάσισαν να μη ξανακάνουν τα ίδια λάθη. Ενώ αυτά που συμβαίνουν δεν είναι κομμουνιστικοποίηση, είναι ωστόσο ένα πραγματικό κίνημα ενάντια στην κρατική βία και λεηλασία, που πολεμά στρατιωτικά στα σύνρά του και διαχέει την εξουσία στο εσωτερικό του. Τα όρια των αγώνων στη Rojava, υπ’ αυτήν την έννοια είναι αυτά των αγώνων παντού όπου η σχέση μεταξύ εργατικής δύναμης και κεφαλαίου έχει γίνει αρμοδιότητα της καταστολής, και ξεσπούν αγώνες που εκλαμβάνονται αυτήν την καταστολή ως σημείο εκκίνησης. Αυτοί οι αγώνες διεξάγονται μακριά από τα προπύργια της αναπαραγωγής του κεφαλαίου και δεν κατευθύνονται προς την ανατροπή των σχέσεων της εκμετάλλευσης. Το ενδεχόμενο ενδιαφέρον της Rojava, που προς το παρόν μένει αποκομμένη από τις δυνάμεις του παγκόσμιου κεφαλαίου, είναι οι αγώνες που θα προκύψουν πάνω στις σχέσεις της εκμετάλλευσης: σχετικά με τη διανομή της γης, τον καταμερισμό των εργασιών, τις τιμές και τους μισθούς, τις εισαγωγές και εξαγωγές. Τί είδους αλλαγές των ιδιοκτησιακών και παραγωγικών σχέσεων θα ζητήσουν οι γυναίκες καθώς θα γυρνούν από τις πολιτοφυλακές τους;

Becky

Πηγή: http://peaceinkurdistancampaign.com/2014/12/22/a-revolution-in-daily-life/

περαιτέρω μελέτη: Il Lato Cattivo (2014) The Kurdish Question http://endnotes.org.uk/en/il-lato-cattivo-the-kurdish-question-isis-usa-etc, SIC International Journal for Communisation (2011) http://sic.communisation.net/

 

Ο Πόλεμος του Χρόνου: Το κίνημα Occupy, η Κομμουνιστικοποίηση και το στρατιωτικό ζήτημα – Benjamin Noys, 2013

Ο Πόλεμος του Χρόνου: Το κίνημα των καταλήψεων (Occupy), η Κομμουνιστικοποίηση και το στρατιωτικό ζήτημα

kettle-e1322672082952

του Benjamin Noys (2013)

Μπορεί να υπάρξει μια προλεταριακή εξέγερση, υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλοι δεν έχουν βγάλει τα όπλα. Εάν σου ρίξουν δυο μηχανοκίνητες μεραρχίες στην μούρη, τότε η προλεταριακή επανάσταση είναι άνευ νοήματος – André Malraux (Virilio 2006: 115)

Η λέξη Occupy έχει προφανώς μια στρατιωτική συνυποδήλωση. Είναι μια αντι-συζήτηση και μια αντι-πρακτική όχι μόνο στις διάφορες στρατιωτικές καταλήψεις (occupations), στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, αλλά επίσης στην καθημερινή κατάληψη του χώρου και του χρόνου από το κεφάλαιο και το Κράτος. Παρά την παραπομπή αυτή, το στρατιωτικό ζήτημα – το ζήτημα δηλαδή του ρόλου, της ισχύος και της φονικότητας της στρατιωτικής επέμβασης – δεν υπήρξε ιδιαίτερα κεντρικό στις συζητήσεις γύρω απ’ τη στρατηγική των καταλήψεων. Ασφαλώς, το ζήτημα βρέθηκε σε κεντρική θέση στις διαδηλώσεις της “Αραβικής Άνοιξης”, αλλά απ’ την αντίστροφη: ως κριτική στον ρόλο του στρατού στην Αίγυπτο, της στρατιωτικοποίησης της καταστολής στο Μπαχρέιν και τη Συρία, και της αμφιλεγόμενης στρατιωτικής σύγκρουσης της “αντίστασης” στη Λιβύη, με την υποστήριξη του ΟΗΕ.

Στο εσωτερικό των κινημάτων, και ιδιαίτερα των κινημάτων Occupy σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένη Βασίλειο και η Ισπανία (στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν διαφορετικά), το στρατιωτικό ζήτημα έτεινε να εγείρεται μέσω της στρατιωτικοποίησης της αστυνόμευσης. Στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, η χρήση δακρυγόνων και βίας ως απάντηση στις φοιτητικές διαδηλώσεις και στις ταραχές “για πρώτη φορά στην ενδοχώρα”, παραπέμπει στην αποικιοκρατική εμπειρία της Ιρλανδίας και του στρατιωτικού-αστυνομικού-ασφαλίτικου συμπλέγματος που ήδη δοκιμαζόταν σ’ αυτό το εργαστήρι αντι-εξέγερσης. Το ζήτημα της βίας, ιδιαίτερα εκ μέρους των διαδηλωτών, παρέμεινε σε ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο.

Θέλω εδώ να προσεγγίσω το στρατιωτικό ζήτημα σε σχέση με αυτές τις σύγχρονες μορφές αγώνα. Θα το κάνω με έναν μάλλον λοξό τρόπο. Κατ’ αρχήν, θέλω να επανεξετάσω το πρότυπο θεωρητικό έργο του Πωλ Βιριλιό πάνω στον ρόλο του στρατού, ιδιαίτερα τα δυο έργα-κλειδιά του της δεκαετίας του 1970: Το Ταχύτητα και Πολιτική (1997) και Λαϊκή Άμυνα και Οικολογικοί Αγώνες (1978). Ο λόγος γι αυτό δεν είναι απλώς ότι αντηχούν στους όρους των σύγχρονων αγώνων, αλλά επίσης ότι θέτουν κρίσιμα ερωτήματα γύρω απ’ τις δυνατότητες και τα όρια αυτού που ονομάζει ο ίδιος “λαϊκή άμυνα” (Virilio 1990). Στη συνέχεια, θέλω να συγκρίνω την ανάλυση του Βιριλιό πάνω στις μορφές της προλεταριοποίησης και της αντίστασης με κάποια πρόσφατα έργα στη συζήτηση γύρω απ’ την “κομμουνιστικοποίηση”. ιδιαίτερα το έργο της Theorié Communiste (TC) (βλ. Noys, 2011). Ο λόγος γι αυτό δεν είναι ότι η “κομμουνιστικοποίηση”, μέχρι σήμερα, έχει διαδραματίσει κάποιο συγκεκριμένο μείζονα ρόλο σ’ αυτούς τους σύγχρονους αγώνες. Στην πραγματικότητα, ως συζήτηση έχει επιμείνει στην ανίχνευση των ορίων αυτών των νέων μορφών αγώνα, ενώ ταυτόχρονα εκτιμά τί υποδεικνύουν αυτά τα “όρια” για τον μελλοντικό, επαναστατικό κομμουνισμό. Θα προτιμήσω αντίθετα να επιχειρήσω μια σύγκλιση στον προβληματισμό του Βιριλιό και της TC γύρω απ’ την εξάντληση των περασμένων μεθόδων αγώνα, που βασίζονταν στην ύπαρξη μιας εργατικής ταυτότητας. Σ’ αυτήν τη σύγκλιση θέλω να διερευνήσω την εμφάνιση του στρατιωτικού ζητήματος ως ένα πρόβλημα για σκέψη, ανάλυση και πρακτική.

Μια σύντομη σημείωση πριν ξεκινήσω αυτό το έργο: είναι αξιοσημείωτο ότι συχνά σκέψεις πάνω στο στρατιωτικό ζήτημα διολισθαίνουν σ’ έναν “φετιχισμό της τεχνικής” ή σε καχέκτυπα του μηδενισμού του “καθαρού πολέμου” (Virilio 1990: 68). Σε μια πρόσφατη επιθεώρηση του μυθιστορηματικού απολογισμού του Karl Marlantes σχετικά με την εμπειρία του στο Βιετνάμ (Matterhorn, 2010), o Jackson Lears (2010) σημειώνει την έννοια του πολέμου ως “αυθεντική εμπειρία: αυτή είναι η μηδενιστική όψη του σύγχρονου μιλιταρισμού, ανεπηρέαστη από κάθε ηθική προσποίηση”. Αυτή η “μηδενιστική όψη” παίρνει συχνά την μορφή ενός αισθητικού δέους μπρος στην καταστροφική ισχύ της στρατιωτικής δύναμης και των τεχνικών μέσων της. Αμφιβάλω αν θα καταφέρω να αποφύγω εντελώς αυτό το πρόβλημα στη συνέχεια. Θέλω, ωστόσο, να προτείνω την αντιμετώπιση του στρατιωτικού ζητήματος χωρίς, όσο είναι εφικτό, να ενδώσουμε σ’ αυτόν τον φετιχισμό.

Ενδο-Αποικιοποίηση

Στο έργο του κατά τη δεκαετία του 1970, ο Πωλ Βιριλιό παρέχει μια αφετηριακή ανάλυση της εμφάνισης του κράτους και της καπιταλιστικής εξουσίας με όρους στρατιωτικής ισχύος. Χρωστώντας πολλά στον Μαρξ, ή ακριβέστερα στον Έγκελς, που ερεύνησε λεπτομερώς τα στρατιωτικά ζητήματα [2], η ρητορική του Βιριλιό προσφέρει αξιόλογες τροχιές σκέψεις που πηγάζουν από μια πιο οικεία μαρξιστική ανάλυση. Ξεκινώντας από την εργασία του ως πολεοδόμος, ο Βιριλιό ενθουσιάστηκε από τη χωρική διάσταση του πολέμου και τον ρόλο του στην αποκρυστάλλωση των μορφών της σύγχρονης εξουσίας (Virilio 1983: 1-3). Ερμηνεύει εκ νέου την προλεταριακή συνθήκη με στρατιωτικούς όρους. Η ανάλυσή του προτάσσει ότι το προλεταριακό σώμα “παράγεται” μέσα από μια ημι-αποικιοποίηση από την στρατιωτική τάξη, που αρπάζει τα αγαθά και την αξία που παράγονται ώστε να υποστηρίξει τη δική της νωθρή και παρασιτική ύπαρξη (Virilio 1990: 48). Ως απάντηση, το προλεταριάτο μετασχηματίζεται το ίδιο σε μια “πολεμική αντι-μηχανή”, στρατιωτικοποιούμενο μέσα στους συμπαγείς σχηματισμούς της πορείας και της βίας του σαμποτάζ για να πάρει τους δρόμους και να κατακτήσει τα μέσα της βίας. Σ’ αυτό το μοντέλο οι μορφές του παραδοσιακού εργατικού κινήματος -με λίγα λόγια τα κόμματα και τα συνδικάτα- γίνονται εναλλακτικές “στρατιές” ριγμένες στην αντιμετώπιση αυτής της στρατιωτικού τύπου κυριαρχίας.

Για τον Βιριλιό αυτός ο δρόμος οδηγεί σε αποτυχία, και η απόλυτη βία του πυρηνικού πολέμου σηματοδοτεί το “τέλος του προλεταριάτου”: “Με αυτήν την έννοια, ο καθοριστικός ρόλος του προλεταριάτου στην ιστορία παύει να υφίσταται με τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα” (Virilio 1990: 29). Το αποτέλεσμα είναι “ένα είδος απόλυτης αποικιοποίησης” (Virilio 1990: 32), με την οποία η στρατιωτική τάξη τελικά εξουδετερώνει κάθε τοπικότητα ή οικολογία αντίστασης. Αυτό είναι που ονομάζει ενδο-αποικιοποίηση ο Βιριλιό. Είναι εμφανές στο πέρασμα απ’ την απελπισμένη αντίσταση των Βιετναμέζων ενάντια στην οικολογική καταστροφή του εδάφους τους, στην εξαφάνιση (κατά τη δεκαετία του 1970) των Παλαιστινίων από κάθε έδαφος μέχρι τέλους, στον απεδαφικοποιημένο χώρο των μήντια.

Εάν αυτή η ενδο-αποικιοποίηση είναι επιτυχής, τότε οι άνθρωποι περιορίζονται σε εξημερωμένα ζώα, στη συνθήκη του “ανθρώπινου εμπορεύματος” (Virilio 1990: 65). “Ο στόχος της στρατιωτικής κατοχής είναι να μειώσει […] έναν πληθυσμό στην κατάσταση του κινητού σκλάβου, του εμπορεύματος” (Virilio 1990: 54). Στην πραγματικότητα, “Σήμερα αποικιοποιεί κανείς μόνο τον δικό του πληθυσμό. Υποαναπτύσσει τη δική του οικονομία” (Virilio & Lotringer 1983:95). Η τελική απάντηση των Παλαιστινίων σ’ αυτόν τον περιορισμό τους είναι μια λαϊκή επίθεση αυτοκτονιών, καθώς μια λαϊκή άμυνα δεν ήταν πλέον εφικτή.

Ορίζοντας έμμεσα την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, ο Βιριλιό συνδέει τη συνθήκη αυτή με την απόσυρση του Κράτους, που καλύπτεται έπειτα με ένα “δόγμα ασφαλείας” (Virilio 1990: 57) που επιτρέπει την παρέμβαση σε κάθε χώρο. Εν όψει της “τρομοκρατίας” της δεκαετίας του 1970, το Κράτος εξελίσσει ένα νέο πρότυπο εξουσίας εν είδει μιας “παγκόσμιας αστυνομικής καταδίωξης, ενός τρομακτικού μείγματος στρατιωτικής και δικαστικής βίας” (Virilio 1990: 63). Αυτός ο χαρακτηρισμός προφανώς συντονίζεται με την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και της συγκεκριμενοποίησης, τη δεκαετία του 2000, του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Ο Βιριλιό συλλαμβάνει εκ των πρωτέρων τις νέες μορφές ασύμμετρου πολέμου και τη λειτουργία “ομηρίας” που επιτελεί ο στρατιωτικός έλεγχος στις σύγχρονες διαμεσολαβημένες κοινωνίες. Σ’ αυτή τη συνθήκη, παραδοσιακές μορφές λαϊκής αντίστασης καθώς και ό,τι αποκαλεί ο Βιριλιό “οικολογικοί αγώνες”, όπως και “η απλή ελευθερία να πηγαίνεις και να έρχεσαι, και μαζί η ελευθερία να παραμένεις, να κρατάς το έδαφός σου” (Virilio 1990:91) τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Αυτός ο “οικολογικός αγώνας”, το δικαίωμα να διατηρείς τη θέση σου, προφανώς αντανακλάται στη συνθήκη του “occupy”, που αποπειράται να θέσει ένα όριο στην εισβολή εντός των απομειναριών του “δημόσιου χώρου”. Προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει μια νέα μορφή υποκειμενικότητας -το 99%- ώστε να βρει ένα “έδαφος” αντίστασης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμμέσως αν όχι άμεσα, προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την κατάσταση των ανθρώπων απ’ αυτή τη συνθήκη “κινητών εμπορευμάτων” σε ακίνητους διαδηλωτές. Βέβαια, ενώ απευθύνεται σ’ αυτήν τη συνθήκη η δυσκολία παραμένει από την μεριά της στρατιωτικής ισχύος που ο Βιριλιό θεωρεί ως αιτία αυτής της “απεδαφικοποίησης”.

Τέλος του προγραμματισμού

Μ’ έναν μάλλον ιδιάζοντα τρόπο, η ανάλυση του Βιριλιό βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με αυτή τη ομάδας Theorié Communiste (TC) από την Μασσαλία, και με την εξαγγελία τους του “τέλους του προγραμματισμού”. Σύμφωνα με τη θέση τους αυτή, ο καπιταλισμός και το εργατικό κίνημα παρέμεναν αλληλένδετοι σε μια μονομαχία όπου η καπιταλιστική άρνηση του προλεταριάτου γεννούσε την κατάφαση της εργατικής ταυτότητας. Ο “προγραμματισμός” αναφέρεται στην κατάφαση ως ένα πρόγραμμα που μέλει να πραγματοποιηθεί, ένα πρόγραμμα σφυρηλατημένο από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας (Brown 2011:22). Η TC προσφέρει μια υπόθεση περιοδολόγησης, κατά την οποία το πέρασμα απ’ την τυπική υπαγωγή -την υπαγωγή των εργατών στο κεφάλαιο, κατά την οποία οι εργάτες εξακολουθούν να παράγουν σε μορφές οργάνωσης εξωτερικές του κεφαλαίου, ωστόσο φέρνουν τα προϊόντα της εργασίας τους στην καπιταλιστική αγορά)- στην πραγματική υπαγωγή -όπου οι εργάτες εισάγονται στο κεφάλαιο, όπως στην αλυσίδα παραγωγής (ή την καπιταλιστική γεωργική παραγωγή)- παράγει μια μεταβολή στη σύνθεση του αγώνα. Η περίοδος της τυπικής υπαγωγής φτάνει στο τέλος της γύρω στα 1917, με την εμφάνιση ενός νέου κύκλου αγώνων γύρω απ’ την πραγματική υπαγωγή που περιλαμβάνουν την κατάφαση σε μια εργατική ταυτότητα. Αυτός ο “προγραμματισμός” τίθεται σε κρίση με τη δεύτερη φάση της πραγματικής υπαγωγής, ξεκινώντας στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κι ένας νέος κύκλος αγώνων που προτείνει τα όρια αυτής της ταυτότητα ξεκινάει. Η “εγκατάλειψη” του εργάτη από τοκεφάλαιο, οι εργατικοί αγώνες των “λευκών απεργιών” (absenteism), του σαμποτάζ, της άγριας απεργίας, ανοίγουν νέες “τροχιές πτήσης” που “αδειάζουν” τις παραδοσιακές μορφές του προγραμματισμού (κόμματα, συνδικάτα κλπ).

Στην ανάλυση της TC, αυτός ο κύκλος αγώνων δεν κλείνει απλώς την προλεταριακή συνθήκη (“πλέον είμαστε όλοι μεσαία τάξη”), αλλά την μετασχηματίζει κατά τέτοιον τρόπο που προτείνει την αναγκαιότητα (μάλλον παρά την επιλογή) του προλεταριάτου ως τάξη που καταλύει τον εαυτό της. Υποστηρίζουν ότι: “Η κομμουνιστικοποίηση είναι προσχηματισμένη κάθε φορά που η ύπαρξη του προλεταριάτου παράγεται ως κάτι εξωτερικό απ’ αυτό το ίδιο, ως ένας αντικειμενικός καταναγκασμός που γίνεται εξωτερικός μέσα στην ίδια την ύπαρξη του κεφαλαίου” (R.S. 2011:95). Η “εμφάνιση” της κομμουνιστικοποίησης βρίσκεται στην άκρη ή στα όρια του αγώνα, μέσα στον οποίον η ίδια η (εργατική) τάξη “εμφανίζεται ως ένας εξωτερικός περιορισμός, ως ένα όριο που πρέπει να ξεπεραστεί” (R.S. 2011:95). Σ’ αυτό το ιστορικό πρότυπο, αυτές οι αλλαγές των αγώνων θέτουν τον κομμουνισμό στην ημερήσια διάταξη ως κομμουνιστικοποίηση, απαλλαγμένη από τις παλιότερες “εργατίστικες” αυταπάτες [3].

Ήταν τα εργατικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και του ’70, που ήρθαν πρώτα αντιμέτωπα με αυτήν την κατάφαση. Επίσης, η καπιταλιστική απάντηση της αποσύνδεσης του εργάτη από την εργασία θα ξεμπερδέψει μια και καλή με την κατάφαση σε μια εργατική ταυτότητα ως ουσιαστική “στιγμή” της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Κάτω απ’ την αμφίπλευρη πίεση αυτών των δυο παραγόντων, οι μορφές κατάφασης σε μια εργατική ταυτότητα θα άδειαζαν από τα μέσα τους. Αντί να αντιλαμβάνεται κάτι τέτοιο απλά ως ένδειξη ήττας, η TC υποστηρίζει ότι είναι ενδεικτικό μιας ανασύνθεσης του αγώνα, με το προλεταριάτο ως τον πόλο της άρνησης, δομημένο μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και ενάντια σ’ αυτό, ένα σύστημα το οποίο δεν έχει ανάγκη πλέον την “εργατική τάξη” ως διαμεσολαβητή.

Η σύγκριση μεταξύ Βιριλιό και TC γίνεται πιο σαφής εάν θυμηθούμε την κατάληψη του εργοστασίου ωρολογοποιίας της Lip στην Beçanson και την αυτοδιαχείριση από τους εργάτες του, το 1973. Εκείνη την περίοδο, πολλοί μέσα απ’ τη γαλλική άκρα αριστερά, ιδιαίτερα μαοϊκοί, θεώρησαν αυτήν την πράξη της κατάληψης ως μια ένδειξη ότι οι εργάτες δεν είχαν πια ανάγκη την καθοδήγηση κομμάτων ή ακτιβιστών για να διευθύνουν τον αγώνα τους. Αυτό τέλος πάντων ήταν το συμπέρασμα του Ζακ Ρανσιέρ (Rancière 2011: 90; Brown 2011: 20). Σ’ ένα παρόμοιο πόρισμα είχαν καταλήξει και οι πρώην μαοϊκοί ακτιβιστές Γκυ Λαρντρώ και Κριστιάν Ζαμπέ:

“Τελικά καταλάβαμε σε κάποια φάση ότι οι μάζες είχαν πάρει από μας όλα όσα μπορούσαν, ότι οι διανοούμενοι δεν είχαν πια τίποτε να τους δώσουν. Όλα όσα είχαμε κάνει πέρασαν στις μάζες τις ίδιες. Βλέποντας τα γεγονότα στη Lip, γινόταν ολοένα και πιο σαφές ότι δεν υπήρχε πια καμμία έννοια πολιτικού ακτιβισμού (militancy)”. (Starr 1995:91).

Υπήρχαν ωστόσο και αντίθετες φωνές. Το γαλλικό ακροαριστερό περιοδικό Négation, υποστήριξε τότε ότι οι εργάτες της Lip είχαν αγγίξει ένα όριο -το όριο της αυτοδιαχείρισης (Négation 2007; Brown 2011: 20, ΣτΜ: ελληνική μετάφραση διαθέσιμη). Οι εργάτες της Lip ήταν ανίκανοι να ξεπεράσουν τα όρια του ίδιου τους του εργοστασίου και περιορίζονταν στο να ξαναβάλουν μπρος σε μια καπιταλιστική επιχείριση. Έτσι, ενώ αφενός αναγνώριζαν ότι επρόκειτο για έναν αγώνα, για το Négation ο αγώνας αυτός περιοριζόταν από την αδυναμία του να πάει πέρα από τα όρια της ταυτότητας των εργατών ως εργάτες. Το σημείο αυτό, όπως είδαμε, ξαναπιάνεται με περισσότερες λεπτομέριες από την TC.

Όσον αφορά τον Βιριλιό, η οπτική του είναι παρεμφερής. Με περισσότερο ακόμα συμπάθεια, ο Βιριλιό θεωρεί τον αγώνα αυτόν ως μια απόπειρα να κρατηθούν οι οικολογικές “θερμοπύλες” ενός αγώνα. Όπως παρατηρεί ο ίδιος:

“Τα συνδικάτα ήξεραν καλά τί έκαναν όταν ζητούσαν απ’ τους εργάτες να προσέξουν πολύ καλά τα εργαλεία της παραγωγής. Είναι σαν, μέσα στα μυαλά τους, τα εργαλεία αυτά να αποτελούν την τελευταία αναπαράσταση του αυθεντικού τους περιβάλλοντος, την εγγύηση και τον όρο διαμονής ολόκληρης της νόμιμης ύπαρξής τους. (Virilio 1990:54)

Ενώ φυσικά, με έναν τρόπο κάπως ανάλογο αυτού του Négation, ο Βιριλιό βλέπει τον αγώνα αυτόν να χάνει το βήμα του μπρος στην εξέλιξη της “απεδαφικοποίησης” που επιφέρουν οι δυνάμεις του Κράτους και του κεφαλαίου, αρνείται επίσης απλά να καταδικάσει την απόπειρα αυτή εκ προοιμίου.

Η αντίσταση είναι μάταιη ή και όχι

Εάν θέσουμε αυτές τις παρατηρήσεις σε διάλογο μεταξύ τους, μπορούμε να πούμε ότι το “στρατιωτικό ζήτημα” τώρα τίθεται με τους όρους των νέων μορφών και δυνατοτήτων της “προλεταριακής συνθήκης”. Ο Βιριλιό συμπεραίνει ότι η διασπορά της στρατιωτικής ισχύος στον χώρο και τον χρόνο θέτει ένα τέλμα στο παραδοσιακό δικαίωμα στην αντίσταση – όσο αυτή μένει εδαφικοποιημένη σε ένα συγκεκριμένο έδαφος και στη διατήρηση των μέσων της βίας. Στην πράξη, “στερημένοι από το παραγωγικό τους οπλοστάσιο, (οι προλετάριοι) παύουν να αποτελούν προνομιούχους οικονομικούς συνεταίρους στη συνθήκη της στρατιωτικής ημι-αποικιοποίησης” (Virilio 1990:53). Η κατάρρευση του εδάφους κάτω απ’ τη συνθήκη αυτή μεταξύ στρατιωτικής ισχύος και πολιτών, σημαίνει ότι: “από δω και πέρα, οι στρατιωτικές επιθέσεις δεν περιορίζονται απ’ τον χρόνο και η οργιαστική συμμετοχή δεν είναι παρά η παράλογη υποστήριξη μιας τεχνικο-λογιστικής υπερ-εθνικότητας, το τελικό στάδιο της απεδαφικοποίησης και, ως εκ τούτου, της δουλείας. (Virilio 1990:72) Αυτή η “εξαφάνιση” σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εντοπίσουμε μια στιγμή αντίστασης, και άρα η αντίσταση εμφανίζεται ως διαλυμένη [4].

Το απαισιόδοξο συμπέρασμα του Βιριλιό είναι ότι η επανάσταση είναι ανέφικτη και μένει χώρος μόνο για επαναστατική αντίσταση, όμως κι αυτή όπως βλέπουμε φαίνεται γενικά αναποτελεσματική. Με έναν τυπικά υπερβολικό τρόπο, ο ίδιος καταλήγει:

“Μπορούμε απλά να πεθάνουμε. Σε κάθε περίπτωση, δεν μας έχουν ανάγκη πια: ρομποτ και υπολογιστές θα αναλάβουν την παραγωγή. Ο πόλεμος έχει αυτοματοποιηθεί, και μαζί μ’ αυτόν η ισχύς της λήψης αποφάσεων. Δε χρειάζονται πια τους ανθρώπους, στρατιώτες ή εργάτες, παρά μόνο μέσα απόλυτης εξόντωσης, τόσο στη σφαίρα του εμπορίου όσο κι αλλού. (Virilio & Lotringer 1983:102)

Αν και εδώ καταγράφει την “εγκατάλειψη” της εργασίας από το κεφάλαιο, κάτι που καταγράφει επίσης και η TC, το προεκτείνει σε ένα όραμα εξόντωσης που πέφτει έξω απ’ την ακόμη υπάρχουσα “κινούμενη αντίθεση” της ανάγκης του κεφαλαίου για εργασία.

Αντίθετα, η TC υποστηρίζει ότι οι νέες μορφές “αυτοκτονικού” αγώνα σκιαγραφούν τα όρια αυτής της απεδαφικοποίησης, ενώ εξακολουθούν να την ανταγωνίζονται. Στους αγώνες αυτούς, οι εργάτες δεν προσπαθούν πια να υπερασπιστούν ένα εργατικό κεκτημένο που καταρρέει, αλλά αντίθετα “ωθούνται” σε μια “ρήξη” με την ταυτότητα που παρήγαγε αυτό. Αυτό συνεπάγεται την πυρπόληση των εργοστασίων, τις απαιτήσεις όσο το δυνατόν υψηλότερων αποζημιώσεων, και άλλες “εξόδους” από την εργασία (R.S. 2011:119). Αυτοί οι αγώνες βρίσκονται σε μια διφορούμενη κατάσταση, που αφενός είναι ενδεικτική της τραγωδίας των εργατών που στερούνται την ταυτότητα του εργάτη αλλά αφετέρου προεικονίζουν φευγαλέα και την “απο-ουσιαστικοποίηση” της εργασίας (R.S 2011:120). Αντίθετα στην αίσθηση του Βιριλιό ότι το προλεταριάτο έχει εξουθενωθεί υπό την απειλή της εξόντωσής του, η TC προτείνει ότι η “ρήξη” της αυτοκατάλυσης του προλεταριάτου μπορεί να προεικονίζει τη δυνατότητα εμφάνισης μιας νέας επαναστατικής διαδικασίας ως κομμουνιστικοποίηση.

Ενώ ο Βιριλιό τείνει προς έναν αποκαλυπτικό πεσσιμισμό, η παράκαμψη του στρατιωτικού ζητήματος από την TC παράγει ορισμένες στιγμές αξιοσημείωτης αισιοδοξίας σχετικά με τη διαδικασία της επανάστασης ως κομμουνιστικοποίηση:

“Η αντιπαράθεση με το κράτος θέτει άμεσα το ζήτημα των όπλων, που μπορεί να επιλυθεί μόνο στήνοντας ένα δίκτυο διανομής που να μπορεί να στηρίξει την μάχη σε δυνητικά απεριόριστα πεδία. Οι στρατιωτικές και οι κοινωνικές δραστηριότητες είναι αδιαχώριστες, ταυτόχρονες, και αμοιβαία διεισδύουσες: το στήσιμο ενός μετώπου ή ορισμένων καθορισμένων ζωνών μάχης είναι θάνατος για την επανάσταση” (2011:56)

Αν και θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε εν μέρει μ’ αυτήν την πρόταση, το επίπεδο αφαίρεσης μέσω της οποίας τίθεται, το κάνει εξαιρετικά δύσκολο να δούμε πώς θα πάρει το πάνω χέρι απέναντι στο “στρατιωτικό σώμα” μιας συμπαγούς και δι-εθνικής άρχουσας τάξης. Σε άλλο σημείο, η TC αναφέρει πως ενδέχεται να υπάρξει “η πιθανότητα μιας πολλαπλότητας μικρών, βαρβαρικών πολέμων” (R.S. 2011:138)

Οι ελπίδες της TC βρίσκονται με το μέρος της ίδιας της ταχύτητας της διαδικασίας κομμουνιστικοποίησης, ώστε να ξεπεράσει τις στρατιωτικές και λογιστικές δυνατότητες της καπιταλιστικής τάξης:

Εάν (η επανάσταση) επιτρέψει την κατάλυση ενός αυξανόμενο βαθμού ανταγωνισμών και διαιρέσεων ανάμεσα στους προλεταρίους, καθιστώντας την το περιεχόμενο και την εξέλιξη της ένοπλης αντιπαράθεσής της με αυτούς που η καπιταλιστική τάξη θα είναι ακόμη σε θέση να κινητοποιήσει, να ενσωματώσει και να αναπαράξει εντός των κοινωνικών σχέσεών της (2011:56)

Είναι η ταχύτατη ανάπτυξη της “προλεταριακής συνθήκης”, που δε δεσμεύεται πλέον απ’ τις συνηθισμένες οργανωτικές και μισθολογικές μορφές, που θα επιτρέψει ένα ξεπέρασμα, υποστηρίζουν, του στρατιωτικού τμήματος (και της δυνατότητάς του για καταστροφή) που είναι ακόμα ενσωματωμένο στο κεφάλαιο. Ως εκ τούτου, βασίζουν τη δυνατότητα της κομμουνιστικοποίησης στην επίδραση της επιτάχυνσης:

“Αυτός είναι ο λόγος που όλα τα μέτρα της κομμουνιστικοποίησης θα πρέπει να έχουν μια δυναμική επίδραση στη διάλυση των συνδέσεων που ενώνουν τους εχθρούς μας και την υλική τους υποστήριξη: θα πρέπει να καταστραφούν τάχιστα, χωρίς τη δυνατότητα επιστροφής”. (2011:56)

Μια παρόμοια τροπή εμφανίζεται στο κείμενο του Rocamadur/Blaumachen του 2012 πάνω στις ταραχές του Λονδίνου. Συμπεραίνουν:

“Η δυναμική της ταξικής πάλης σήμερα δεν μπορεί ποτέ να είναι νικηφόρα, επειδή εξακολουθεί να βρίσκει μπροστά της την ίδια την ταξική πάλη ως όριό της, ως το σημείο όπου ο πολλαπλασιασμός των ρήξεων θα γίνει ξεπέρασμα του ταξικού ανήκειν (και κατά συνέπεια της ταξικής αυτοοργάνωσης), σαν μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση, ως μέτρα κομμουνιστικοποίησης, που είτε θα απο-κεφαλαιοποιούν (κομμουνιστικοποιούν) τη ζωή ολοένα και περισσότερο, είτε θα τσακίζονται” (2012)

Φυσικά, το ζήτημα είναι εάν η ταχύτητα για την οποία κάνει λόγο η TC, εάν η ταχύτητα της κομμουνιστικοποίησης στη διαδικασία της επανάστασης, θα “απο-κεφαλαιοποιεί τη ζωή ολοένα και περισσότερο” ή αν “θα τσακιστεί”. Είναι για μένα, η μάλλον αιμοδιψής τάση να μην υπολογίσω σοβαρά τη δεύτερη πιθανότητα, που μοιάζει προβληματική.

Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο Βιριλιό. Σημειώνει την εξαφάνιση του στρατού από την ίδια την πολεμική μηχανή, υποδεικνύοντας ότι ο κυβερνήτης του HMS Sheffield δεν είχε χρόνο να αντιδράσει στην εκτόξευση ενός πυραύλου Exocet από ένα αεροσκάφος Super Etendard, ο πιλότος του οποίου υπάκουε στο δόγμα του “πυροβόλα και ξέχνα”/”Fire and Forget” (Virilio & Lotringer 1983:18). Το πλοίο καταστράφηκε. Η Μπέβερλυ Σίλβερ (2003) έδειξε επίσης ότι απέναντι στους τεράστιους στρατούς κληρωτών, που επέτρεπαν στους εργάτες να διαπραγματευθούν τη θέση τους απέναντι στο Κράτος όταν αυτό τους αμολούσε σ’ έναν πόλεμο, η απάντηση ήταν να επαγγελματοποιήσει, ιδιωτικοποιήσει και ελαχιστοποιήσει τον ρόλο των εργατών στον πόλεμο – σε συνάρτηση με τη γενική τάση του καπιταλισμού να αντικαθιστά το μεταβλητό κεφάλαιο με σταθερό κεφάλαιο. Στην αργκό του αμερικανικού στρατού, η τάση προς τα τηλεχειριζόμενα μη-επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), ορίζεται ως “συμπίεση της αλυσίδας θανάτων”/”compressing the kill chain”: η αφαίρεση ή ελαχιστοποίηση της ανθρώπινης εμπλοκής στην καταστροφή. Ενδεχομένως δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε αυτούς τους καλωδιομένους “ηθικούς drones” να βλέπουν την προλεταριακή επανάσταση ως μια πράξη ανηθικότητας.

Στην πραγματικότητα, αυτή η επένδυση στην ταχύτητα και την κινητικότητα είναι ακριβώς το πεδίο του “πολέμου του χρόνου” που βλέπει ο Βιριλιό ως το μείζον πρόβλημα της στρατιωτικής τάξης. Ο πόλεμος της επιτάχυνσης δημιουργεί νέες τεχνολογίες που σπρώχνουν τους ανθρώπους έξω απ’ το πεδίο της επιλογής και του ελέγχου, προς όφελος μιας αυτόματης και αυτοματικής αναχαίτισης. Αν και δεν αφομοιώνω φυσικά την TC σ’ αυτή τη συζήτηση, μπορούμε να δούμε αυτό που έχουμε εδώ ως ακριβώς έναν “πόλεμο του χρόνου”. Απ’ την μια έχουμε την εκμηδένιση ή ελαχιστοποίηση της εργασίας απ’ τη διαδικασία του πολέμου, την αύξηση της ταχύτητας και της βίας της στρατιωτικής απάντησης. Απ’ την άλλη, βρίσκουμε την φαινομενική αναγκαιότητα της ταχύτατης διασποράς της επανάστασης προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτήν τη δυνατότητα. Έχουμε λοιπόν θαρρώ, δυο συμμετρικές πιθανότητες. Θα μπορούσαμε, κατ’ αρχήν, να υπερεκτιμήσουμε τις στρατιωτικές δυνατότητες της “δι-εθνικής στρατιωτικής τάξης”, κι έτσι να οδηγηθούμε στην απραξία από την μεριά μας, ει δε μη στην πραγμοποίηση και στη φετιχοποίηση της στρατιωτικής ισχύος (έναν κίνδυνο που διατρέχει ο ίδιος ο Βιριλιό). Δεύτερον, απ’ την άλλη, θα μπορούσαμε επίσης να υπεκφύγουμε του στρατιωτικού ζητήματος απλά επαναπαυόμενοι στην “ανώτερη” ταχύτητα της επανάστασης. Μου φαίνεται πως αυτόν τον κίνδυνο διατρέχουν ορισμένες προτάσεις της TC.

Φυσικά, το Occupy είναι, ή ήταν, ένας ετερογενής σχηματισμός, ή σύνολο σχηματισμών, που συνήθως στόχευε να ξεφύγει απ’ αυτού του είδους την αποκρυστάλλωση. Αν μη τί άλλο, η τυπολογία που ανιχνεύσαμε, βρίσκεται εγγύτερα (γενικά) στην εμμονή του Βιριλιό για τη συνέχιση της οικολογικής αντίστασης μετά την εξαφάνιση της επανάστασης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είναι τόσο φανερό το πού διαφεύγει απ’ το στρατιωτικό ζήτημα αλλά το ότι το αρνείται θετικά, ακριβώς για να ξεφύγει απ’ τη συζήτηση του “καθαρού πολέμου” που ο Βιριλιό ισχυρίζεται ότι βρίσκεται στην καρδιά του Δυτικού μηδενισμού (Virilio 1990:68). Κάτι ανάλογο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε για την TC. Η πρότασή μου είναι ταπεινή. Αν και αποτελεί αξιέπαινο στόχο, θα μπορούσε η πολιτική της διασποράς, του συντονισμού και της επιτάχυνσης να κληθούν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την αδράνεια των πρακτικά αδρανών, αλλά επίσης τις στρατιωτικοποιημένες μορφές του καπιταλιστικού Κράτους που μεταχειρίζονται και εμπλέκονται σ’ αυτές ακριβώς τις νέες μορφές για να αναπαράγουν τη δική τους απεδαφικοποίηση και εδαφικοποίηση της εξουσίας.

 

Σημειώσεις:

[1] Ο Jason Adams (2012) χρησιμοποίησε τον Βιριλιό προκειμένου να διερευνήσει τις στρατηγικές δυσκολίες και τάσεις στο κίνημα Occupy, όμως χωρίς να εγείρει άμεσα το στρατιωτικό ζήτημα. Οφείλω πολλά στον Jason Adams για την ενθάρρυνση του να συνεχίσω αυτές τις σκέψεις.

[2] Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ Μαρξ και Έγκελς. Ο Έγκελς ήταν γνώστης της πραγματικότητας του πολέμου, ακόμη κι αν δεν τον έβλεπε με τον τρόπο που τον βλέπουμε εμείς. Υπήρχε επίσης η ιδέα της επανοικειοποίησης του πολέμου από την εργατική τάξη. Η εργατική τάξη, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα του συνδικαλισμού, ήταν μια ομάδα μάχης. Η σχέση του μαρξισμού με τον πόλεμο δεν ήταν ιδιαίτερα σαφής στο ξεκίνημα αυτό (Virilio & Lotringer 1983: 105).

[3] Αυτό έρχεται επίσης σε αντίθεση με τη θεωρία της “κομμουνιστικοποίησης” των Gilles Dauvé και Karl Nesic, που αντιμετωπίζουν την “κομμουνιστικοποίηση” ως μια εγγενή πιθανότητα να πραγματοποιηθεί ανά πάσα στιγμή, και όχι ως μια ιστορικά προσδιορισμένη πιθανότητα (βλ. Endnotes 2008).

[4] Αυτή η διάγνωση φέρει κάποια ομοιότητα με αυτήν του Καρλ Σμιτ στη Θεωρία του Αντάρτη (Carl Schmitt “Theory of the Partisan” 1963)

Βιβλιογραφία:

Adams, Jason (2012), ‘Occupy Time’, Radical Philosophy 171: 15-18.Brown, Nathan (2011), ‘Red years: Althusser’s lesson, Rancière’serror and the real movement of history’, Radical Philosophy 170: 16-24.
Endnotes 1 (2008).
Lears, Jackson (2010), ‘Mad Monkey. Review of Μatterhorn by KarlMarlantes’, London Review of Books [Online] 32.18: 15-17.http://www.lrb.co.uk/v32/n18/jackson-lears/mad-monkey
Négation (2007), ‘Lip and the Self-Managed Counter-Revolution’[1973], trans. Peter Rachleff and Alan Wallach, http://libcom.org/library/lip-and-the-self-managed-counter-revolution-negation(accessed 22 December 2012). (ΣτΜ ελληνικά: http://rioters.espivblogs.net/2009/10/06/to-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-lip-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA/)
Noys, Benjamin (ed.) (2011), Communization and its Discontents ,Brooklyn: Autonomedia / Minor Compositions
Rancière, Jacques (2011), Althusser’s Lesson [1974], trans. EmilianoBattista, London: Continuum.
Rocamadur / Blaumachen, ‘The feral underclass hits the streets: Onthe English riots and other ordeals’, SIC: International Journal for Communization
(2012),http://sic.communisation.net/en/the-feral-underclass-hits-the-streets?DokuWiki=e19764affecb034401ae1fc9df032fbb (Accessed23 December 2012)
R.S. (2011), ‘The Present Moment’, SIC: International Journal for Communization 1 (2011): 95-144.http://riff-raff.se/en/sic1/sic-1-07-the-present-moment.pdf (Accessed23 December 2012) (ΣτΜ: ελληνικά: http://www.blaumachen.gr/2011/11/%CE%B7-%CF%84%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%AE/)
Schmitt, Carl (2007), Theory of the Partisan, trans. G. L. Ulmen, New York: Telos Publishing.Silver, Beverly J. (2003), Forces of Labor, Cambridge: Cambridge UP.
Starr, Peter (1995), Logics of Failed Revolt: French Theory After May ’68, Stanford: Stanford University Press.
Theorié Communiste (2011), ‘Communization in the Present Tense’, in Communization and its Discontents, ed. Benjamin Noys, Brooklyn:Autonomedia / Minor Compositions, pp.41-58
Virilio, Paul (1990), Popular Defense and Ecological Struggles [1978], trans. Mark Polizzotti, New York: Semiotext(e).
Virilio, Paul (2006),Speed and Politics [1977], trans. Marc Polizzotti,New York: Semiotext(e).
Virilio Paul, and Sylvère Lotringer (1983), Pure War, trans. MarkPolizzotti, New York: Semiotext(e)

Πηγή: το μπλογκ Communisation Θεωρία, Ιστορία, Νέα από το μέτωπο

 

Αίγυπτος: ο φόβος αλλάζει στρατόπεδο

Αίγυπτος: η πρωτοβουλία κινήσεων αλλάζει στρατόπεδο, ο φόβος αλλάζει στρατόπεδο

Ορισμένα μαθήματα που μπορούμε να αντλήσουμε απ’ τις 22 Μάρτη και πώς η επανάσταση κερδίζει έδαφος

Κατά τα τελευταία γεγονότα της 22ας Μαρτίου που ονομάστηκαν “η μάχη του λόφου”, χιλιάδες διαδηλωτές προσπάθησαν να επιτεθούν στα κεντρικά γραφεία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη συνοικεία Μοκαττάμ στο Κάιρο, ενώ λεηλατήσαν τα γραφεία της συνοικείας του Μονιάλ, και των πόλεων Μαχάλλα, Αλεξάνδρεια και Μανσούρα, φέρνοντας στο φως τις υπόγειες εξελίξεις της πολιτικής συνείδησης των Αιγυπτίων των τελευταίων μηνών.

Η αστυνομία και οι ισλαμιστές φοβούνται

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης της 25 Γενάρη 2011, οι Αιγύπτιοι έλεγαν ότι το κύριο επίτευγμα της επανάστασης ήταν ότι δε φοβούνταν πια.

Δυο χρόνια και δυο μήνες αργότερα, το στρατιωτικό καθεστώς (SCAF) και η Μουσουλμανική Αδελφότητα και οι σαλαφιστές και τζιχαντικοί σύμμαχοί της, η συστηματική χρήση πραγματικών πυρών εναντίων ειρηνικών διαδηλώσεων εκ μέρους των αστυνομικών δυνάμεων, που έχουν αφήσει πίσω τους χιλιάδες τραυματίες κι εκατοντάδες νεκρούς, 12-15.000 ποινές φυλάκισης εναντίον διαδηλωτών, εκτάκτων στρατοδικείων για πολίτες, τη βία των ισλαμικών πολιτοφυλακών, παράνομες προσαγωγές-απαγωγές και βασανιστήρια εναντίον ενηλίκων όσο και παιδιών που παραδίδονται στον σαδισμό των βασανιστών, υποχρεωτικούς “ελέγχους παρθενίας και βιασμούς γυναικών κατά τη σύλληψη, εισαγγελικές έρευνες με ψευδείς και κατασκευασμένες μαρτυρίες, νέες νομοθεσίες που περιορίζουν ή και απαγορεύουν τις απεργίες και τις διαδηλώσεις, επιβολή στρατιωτικού νόμου και απαγόρευση κυκλοφορίας, την κάθοδο των τανκς στους δρόμους, σε σχολεία και εργοστάσια, τις απειλές των μουσουλμάνων και χριστιανών κληρικών εναντίον διαδηλωτών, την κοροϊδία της κοσμικής αντιπολίτευσης (FSN) που καλεί σε ήσυχες κι ειρηνικές διαδηλώσεις ελπίζοντας σε μια συγκυβέρνηση με τους Σαλαφιστές και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, παρά τις καταγγελίες των διαδηλωτών που αμύνονται ενάντια στην κρατική βία, παρ’ όλη την αστυνομική βία και τρομοκρατία του καθεστώτος, ο κόσμος δε γύρισε απογοητευμένος και φοβισμένος στα σπίτια του, αλλά αντίθετα κατέβηκε ακόμα πιο μαζικά, πιο οργισμένα, πιο αποφασιστικά και συνειδητά στους δρόμους.

Σε σημείο που ο εμπρησμός νομαρχιών, αστυνομικών τμημάτων, οχημάτων της αστυνομίας και κομματικών γραφείων των Αδελφών Μουσουλμάνων τείνει να γίνει εθνικό σπορ, μαζί με τον αποκλεισμό δρόμων και σιδηροδρόμων. Δεν πρόκειται για μια τρέλλα νεαρών μάχιμων επαναστατών των μεγαλουπόλεων, αλλά για κάτι που ενώνει όλο τον κόσμο ως το μικρότερο χωριό της χώρας.

Είναι κάτι που δείχνει -το βλέπουμε ιδιαίτερα κατά τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2013- ότι ο φόβος έχει αλλάξει στρατόπεδο: οι πολιτικοί και οι ισλαμιστές φοβούνται και όλος ο κόσμος μπορεί να το δει. Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και μετά την επανάσταση, ενάντια στη βία του κράτους ή των ισλαμιστών, σκύβαμε το κεφάλι, ελπίζαμε στην καλύτερη περίπτωση σε μια ΕΔΕ, ή διαμαρτυρόμασταν ειρηνικά στους δρόμους. Η αστυνομία τότε χρησιμοποιούσε ξανά βία εναντίον των διαδηλωτών. Μόνο μια μειοψηφία πραγματικά τολμούσε να υψώσει το ανάστημά της και να απαντήσει. Τα ΜΜΕ, τις περισσότερες φορές, συμφωνούσαν στις καταγγελίες της τυφλής βίας των νεαρών επαναστατών, την οποία δεν μπορούσε να υποστηρίξει ο κουρασμένος πια αιγυπτιακός λαός. Σήμερα, ένα τέτοιο πνεύμα έχει γενικά ξεπεραστεί, κι όλος ο κόσμος λέει “βία στη βία”, αίμα για το χυμένο αίμα, άμεση λαϊκή δικαιοσύνη.

Οι αστυνομικοί ταπεινωμένοι, φοβισμένοι, αβέβαιοι για το μέλλον τους, κάτω από τις διαταγές των Αδελφών Μουσουλμάνων τους οποίους μέχρι χθες καταδίωκαν, έρχονται για πρώτη φορά αντιμέτωποι με το μίσος ενός λαού που δεν τους φοβάται πλέον, καταφεύγουν στα ψυχιατρικά νοσοκομεία ή κατεβαίνουν σε απεργία όπως στις αρχές του Μάρτη, βρίσκονται αντιμέτωποι επίσης με μια επιλογή εσωτερικής λογικής για τους ίδιους: είτε θα συνεχίσουν να σκοτώνουν και να βασανίζουν όσο τους πάρει, είτε θα τα παρατήσουν και θα βγάλουν μια λευκή σημαία όπως έκαναν αρκετοί αστυνομικοί στο Πορτ-Σάιδ τον Φλεβάρη, ή θα πιέζουν την κυβέρνηση όπως έκαναν τον Μάρτη, ζητώντας την παραίτηση του υπουργού εσωτερικών και μια άλλη κοινωνική πολιτική που δε θα τους καθιστά πλέον σάκκους του μποξ για τη λαϊκή οργή. Όπως και να ‘χει, το αστυνομικό κράτος είναι τελειωμένο.

Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τους ισλαμιστές. Μπορείτε να δείτε σήμερα ταξί στο Κάιρο με την επιγραφή “Απαγορεύεται σε μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας”, ιεροκήρυκες να καταγγέλουν απ’ τα τζαμιά ως κίβδηλους μουσουλμάνους τα μέλη της, πιστούς να φωνάζουν “Θάνατος στον Μπαντί” (ο ηγέτης της Μ.Α.), διαδηλωτές να καίνε σημαίες του Κατάρ, γυναίκες να λυντσάρουν σαλαφιστές που προσπαθούν να τις παρενοχλήσουν, γυναίκες επίσης να κραδαίνουν κουζινομάχαιρα εναντίον όσων -κυρίως ισλαμιστών- πάνε να τις κακοποιήσουν, γυναίκες να ξεγυμνώνονται στο διαδίκτυο διακηρύττοντας την ελευθερία τους να ορίζουν το σώμα τους ενάντια σε όλες τις θρησκείες, 18χρονους νέους να μιλούν υπέρ του αθεϊσμού μέσα σε τζαμιά, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές να σκαρφίζονται συνθήματα που ταυτίζουν τον ισλαμισμό με τον φασισμό…

Οι εκλογικές επιδόσεις των Αδελφών Μουσουλμάνων ανά επαγγελματικό χώρο, απεικονίζουν αυτήν τη ριζοσπαστική πνευματική αλλαγή. Τον Μάρτιο του 2013, μετά την ανάδειξή τους στις πολιτικές εκλογές, καταρρέουν στις επαγγελματικές εκλογές στους φοιτητές, στους δημοσιογράφους, στους φαρμακοποιούς ενώ προβλέπεται να καταρρεύσουν τα ποσοστά τους και στους δικηγόρους, τους ιατρούς και τους εκπαιδευτικούς… Τη στιγμή που οι ελεύθεροι επαγγελματίες ήταν το προπύργιο των ισλαμιστών και το μέσο επιρροής τους στα πιο λαϊκά στρώματα.

Η “Μάχη του λόφου” είναι το ορατό σκέλος αυτού του πνευματικού σεισμού. Η σαουδικού τύπου θρησκευτική υπακοή, σχεδιασμένη ως ένα είδος αστυνομίας σκέψης έχει γίνει τόσο ανυπόφορη όσο η ίδια η αστυνομία. Αυτό το Ισλάμ, που επιβάλλεται στον λαό από τα στρατιωτικά καθεστώτα του Σαντάτ ή του Μουμπάρακ μέσω πολλαπλών πιέσεων, μέχρι την παραχώρηση των πρωτότοκων υιών κάθε οικογένειας στους Αδελφούς Μουσουλμάνους, με τον διαχωρισμό της εξουσίας, τον έλεγχο των επαγγελματικών συνδικάτων και τη χρήση της φιλανθρωπίας και των δωρεών, όλη αυτή η πνευματική φυλακή σήμερα αποσυντίθεται.

Ένα αποκαλυπτικό της κατάστασης ανέκδοτο: στο πανεπιστήμιο Αλ Αχζάρ του Καΐρου, το επίκεντρο του μεσανατολικού κύρους του θρησκευτικού συντηριτισμού που κυριαρχείται απ’ τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τους Σαλαφιστές, όπου το γέλιο και η μουσική δεν εμφανίζονται ποτέ, ένας φοιτητής εμφάνισε μια κιθάρα κι άρχισε να παίζει, όπως θα φανταζόμασταν τους χίππηδες της δεκαετίας του ’60, και γύρω του μαζεύτηκε κόσμος κι άρχισε να τραγουδά, κι όλα αυτά ενώ στον ναό αυτό της θρησκευτικότητας και του μισογυνισμού, μια απεργιακή κινητοποίηση κατάφερε να κρατήσει ολόκληρη βδομάδα… διεκδικώντας τη βελτίωση της σίτισης, των κοιτώνων και περισσότερο σεβασμό για τις γυναίκες. Στο βρετανικό ιδιωτικό πανεπιστήμιο του Καΐρου, όπου οι εμπορικές σπουδές θεωρούνται περί πολλού, οι φοιτητές απήργησαν, ζητώντας την αποχώρηση του διευθυντή απαιτώντας να μην κάνουν πια τους απολογητές του κέρδους στις σπουδές τους. Το ιερό Κοράνι ή το ιερό Κεφάλαιο… τίποτα δε γλυτώνει την κριτική!

Αποσύνθεση της κρατικής εξουσίας, οικονομική κρίση, επανάσταση των πεινασμένων και εμβρυακές μορφές άμεσης δημοκρατίας

Όμως υπάρχουν πολλά ακόμη. Με την αποσύνθεση της αστυνομίας και της εξουσίας των Αδελφών Μουσουλμάνων και άλλων ισλαμιστών, είναι η εξουσία του ίδιου του κράτους που αποσυντίθεται εκχωρώντας το έδαφός της στην άμεση δημοκρατία όπως ελπίζουν ορισμένοι ή στο χάος όπως φοβούνται άλλοι.

Σύμφωνα με τον Χανί Σουκραλλάχ, έναν απ’ τους πιο πολυδιαβασμένους δημοσιογράφους της χώρας, η Αίγυπτος μπαίνει σε μια νέα ιστορική τροχιά, με τον ίδιο τρόπο που έγινε μετά την ήττα του Ναπολέοντος κάτω απ’ τις πυραμίδες με τον Μοχάμεντ Άλη, ή τη στιγμή της ανεξαρτησίας με τον Νάσσερ. Με την αποσύνθεση της εξουσίας του κράτους και της θρησκείας, η εμφάνιση ισλαμιστικών πολιτοφυλακών φέρει μέσα της την πιθανότητα μιας εξέλιξης όπως στη Σομαλία με τις συμμορίες πολεμάρχων ή όπως κόντεψε να τεθεί η μετεπαναστατική Ρωσσία και η Κίνα τη στιγμή που είχαν βρεθεί αντιμέτωπες μ’ αυτόν τον πειρασμό. Όμως πιστεύει πιο βαθιά στην Αίγυπτο, στην υψηλή πολυχιλιετή κουλτούρα και ένα είδος άμεσης δημοκρατίας όπου ο λαός θα μπορέσει να πάρει το μέλλον του στα χέρια του.

Έχουμε δει στη Μαχάλλα ελ Κούμπρα ή στο Καφρ ελ Σείχ τον Φλεβάρη και τον Μάρτιο όμως επίσης σε ορισμένα χωριά, απόπειρες από τους διαδηλωτές να πάρουν τη δημοτική αρχή στα χέρια τους. Φαίνεται ότι οι εμπειρίες αυτές ήταν περισσότερο στιγμιαίες και συμβολικές, παρά διαρκείς και πραγματικές. Το ίδιο συνέβη και με τη λαϊκή αστυνομία στο Πορτ-Σάιδ και με τις φυλακές για τους ισλαμιστές. Όμως ο προσανατολισμός είναι δεδομένος, η ιδέα κερδίζει έδαφος. Ειδικά στον βαθμό που όλα ενώνονται στη βάση μιας λαϊκής διεκδίκησης που τίθεται απ’ την αφετηρία της επανάστασης, τη διεκδίκηση μιας δεύτερης επανάστασης που θα διώξει όλους τους μικρούς Μουμπάρακ σε κάθε επίπεδο της εξουσίας, του κράτους ή της οικονομίας.

Φυσικά η κοσμική αντιπολίτευση που έχει ανασυνταχθεί στο FSN, οι φιλελεύθεροι και ορισμένοι τροτσκιστές, ή ορισμένοι γνωστοί χρήστες του facebook, αντιτίθενται σ’ αυτές τις δυνάμεις της άμεσης δημοκρατίας που μοιάζει με χάος και δε συνεχίζουν να θέτουν το ζήτημα του αγώνα παρά μόνο μέσω του κράτους και των εκλογών ακόμη κι αν όλοι οι Αιγύπτιοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι ειδικά οι εκλογές δεν έχουν τίποτα το δημοκρατικό, και η προσέλευση στις κάλπες βρεθεί σ’ ελεύθερη πτώση.

Όμως αυτό που είχε ιδιαίτερη σημασία στην “μάχη του λόφου”, είναι κάτι που γίνεται ολοένα και πιο ορατό στις διαδηλώσεις απ’ τον Δεκέμβρη του 2012 και τον Γενάρη του 2013 κι έπειτα, είναι αυτό που, όπως το έγραψε ένας μπλόγκερ (o BigPharaoh), δεν μπορούμε πια να μιλάμε για τη γενιά του facebook και τους διαδηλωτές της Ηλιοπόλεως (κυριλέ συνοικείας του Καΐρου). Η συνοικεία της Μοκαττάμ όπου διεξήχθη η πολιορκεία της έδρας των Αδελφών Μουσουλμάνων είναι περικυκλωμένη από λαϊκές γειτονιές και παραγκουπόλεις, έτσι η επίσημη αντιπολίτευση με τα εξευγενισμένα μέλη του FSN δεν εμφανίστηκε καν για να ελέγξει τη λύσσα της εργατικής τάξης… Ένας απ’ τους σοσιαλιστές υποψηφίους της άκρας αριστεράς βρέθηκε με το χέρι σπασμένο όταν αποπειράθηκε να προστατεύσει ένα μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας απ’ τους διαδηλωτές, ενώ λαϊκές πολιτοφυλακές αυτοάμυνας είδαν για πρώτη φορά το φως του ηλίου, εκτός απ’ την πιο διαμεσολαβημένη απ’ τα μήντια, απ’ αυτές: το αιγυπτιακό μαύρο μπλοκ. […] Το ίδιο έγινε στην Αλεξάνδρεια, όπου αυτοί που λεηλάτησαν την έδρα των Αδελφών Μουσουλμάνων βγήκαν απ’ τις λαϊκές φτωχογειτονιές, τις ίδιες που οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι και οι σαλαφιστές νομίζουν ότι ελέγχουν μέσω της διανομής τους ψωμιού και φυσικού αερίου. […] Είναι το ξεκίνημα της επανάστασης των πεινασμένων.

Η Αίγυπτος γνωρίζει πρακτικά μια τεράστια κρίση που έχει χτυπήσει τις φυάλες γκαζιού, το πετρέλαιο και το ψωμί, αγαθά που επιδοτούνταν καθώς αποτελούν τη βάση της ζωής των λαϊκών τάξεων.

Η χώρα εισάγει το 60% του πετρελαίου της, και το κράτος επιδοτεί κατά τα 2/3 της τιμής κατανάλωσης, δηλαδή περίπου 55 δισεκατομμύρια λίρες Αιγύπτου κάθε χρόνο. Επίσης, τα αποθέματα σε δολλάρια του αιγυπτιακού κράτους έχουν καταρρεύσει, κι έτσι δεν είναι πια σε θέση να πληρώσει για εισαγωγές πετρελαίου. Σε αντάλλαγμα για τη βοήθειά του, το ΔΝΤ έχει απαιτήσει μια περαιτέρω ιδιωτικοποίηση των πιο σημαντικών τομέων της αιγυπτιακής οικονομίας (που εν μέρει βρίσκεται ακόμα στα χέρια του κράτους, δηλαδή κυρίως του στρατού), και τη δραστική περικοπή των επιδοτήσεων στα προϊόντα βασικών αναγκών. Προς στιγμήν, πριν να περάσει η περικοπή των επιδοτήσεων, το κράτος έχει αυξήσει τους φόρους και μειώνει τη διανομή φυάλων γκαζιού και πετρελαίου, προκαλώντας σοβαρές ελλείψεις και άγριες αυξήσεις τιμών στην μαύρη αγορά που θίγει πολλαπλούς τομείς.

Μερικές φορές πρέπει να περιμένει κανείς στην ουρά για ώρες ή ακόμα και μια ολόκληρη μέρα προκειμένου να ανεφοδιαστεί με επιδοτούμενο πετρέλαιο. Πολλοί οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων ή αγρότες με τα τρακτέρ τους, δεν μπορούν να βρουν τα κατάλληλα καύσιμα για την εργασία τους. Η μαύρη αγορά αναπτύσσεται. Ορισμένοι πιστεύουν ότι οι υπεύθυνοι και οι υπάλληλοι των βενζινάδικων τους εξαπατούν, χρεώνοντας περισσότερο για μικρότερες ποσότητες, ενώ σπρώχνουν ένα μέρος των αποθεμάτων τους στην μαύρη αγορά σε πιο ψηλές τιμές. Κατά συνέπεια, οι σημαντικές αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, οδηγούν σε αυξήσεις σε πολλά άλλα προϊόντα. Τα φρούτα και τα λαχανικά για παράδειγμα, των οποίων η τιμή έχει διπλασιαστεί ή και τριπλασιαστεί ενώ ταυτόχρονα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να βρεθούν στην αγορά.

Υπάρχουν ακόμα τα σχολικά λεωφορεία που, χωρίς πετρέλαιο, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την μεταφορά των μαθητών, πολλοί εκ των οποίων χάνουν το σχολείο, ιδιαίτερα στα μικρά χωριά, κάτι που θέτει πολυάριθμα προβλήματα στους γονείς. Τέλος, πλησιάζει η περίοδος των εξετάσεων, όπου 18 εκατομμύρια μαθητές και φοιτητές θα πρέπει να μετακινηθούν σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Ένα απ’ τα μεγαλύτερα προβλήματα για τον κόσμο, είναι οι διαρκείς διακοπές ρεύματος, εξαιτίας του ότι τα εργοστάσια ρεύματος λειτουργούν με πετρέλαιο. Το υπουργείου πετρελαίου έχει ήδη απειλήσει το υπουργείου ηλεκτρισμού με διακοπή της παράδοσης καυσίμων εάν αυτό δεν του πληρώσει τα 50 δισεκατομμύρια που του χρωστάει. Το περασμένο καλοκαίρι είχε χαρακτηριστεί απ’ τις σημαντικές διακοπές ρεύματος στις λαϊκές γειτονιές (και όχι στων πλουσίων) σε μια στιγμή που η θερμοκρασία σκαρφάλωνε στα ύψη και είχαν ανάγκη τα ψυγεία τους ή τα κλιματιστικά τους. Αυτό προκάλεσε λαϊκές ταραχές και μια ευρεία άρνησης πληρωμής λογαριασμών. Τις τρείς τελευταίες εβδομάδες οι διακοπές εντάθηκαν.

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι αυτό των αρτοποιών και του ψωμιού. Στην πράξη, τα δημόσια αρτοποιεία που παράγουν και πουλούν επιδοτούμενο ψωμί, τη βάση της διατροφής των φτωχών, δεν έχουν λάβει το μερίδιο του επιδοτούμενο πετρελαίου που τους αντιστοιχεί, κάτι που έχει δημιουργήσει διακοπές και ελλείψεις. Όμως φοβούνται επίσης αυτό που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση, τις κάρτες σίτισης για το επιδοτούμενο ψωμί που θα ξεκινήσουν να χρησιμοποιούνται σε δυο μήνες στο Πορτ-Σάιδ. Οι κάτοικοι εκεί δεν έχουν καμμιά διάθεση να εξυπηρετήσουν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για τη λαϊκή οργή. Ακόμα, την περασμένη εβδομάδα, απολύθηκε για δεύτερη φορά ο υπουργός τροφίμων, ξέσπασαν δεκάδες μικρές ταραχές, οδοφράγματα σε δρόμους και σιδηρόδρομο, επιθέσεις σε πρατήρια επιδοτούμενων καυσίμων, από τον βορρά ως τον νότο της χώρας, διεκδικώντας επιδοτούμενο πετρέλαιο.

Σ’ αυτά πρέπει να προστεθεί η σχεδιαζόμενη τεράστια αύξηση της φορολόγησης που πυροδότησε τη λαϊκή οργή τον Δεκέμβρη του 2012, αναγκάζοντας την κυβέρνηση προσωρινά να υποχωρήσει, για να επιστρέψει βέβαια σ’ αυτήν υπό την πίεση του ΔΝΤ. Ανήγγειλε έτσι αυτόν τον μήνα μια αύξηση 200% του φόρου στην μπύρα και 150% στο κρασί. Και φυσικά, έσπευσε να τον δικαιολογήσει με θρησκευτικούς λόγους. Την περασμένη Δευτέρα, ο υπουργός αεροσυγκοινωνιών ανακοίνωσε ότι θα απαγορευτεί το αλκοόλ στα αφορολόγητα καταστήματα των αεροδρομίων. Η κυβέρνηση από την πλευρά της, ανακοίνωσε ότι οι άδειες για τα πρατήρια αλκοόλ δε θα ανανεωθούν εύκολα και ότι θα καταργήσει την κατανάλωσή του στα Καϊρινά προάστια. Το ίδιο θα ακολουθήσει για τη λαϊκή συνοικεία του Καΐρου, με το 1 εκατομμύριο κατοίκους, δε θα έχει πάνω από ένα νόμιμο πρατήριο αλκοολούχων προϊόντων που θα πουλά τις τοπικές μπύρες Sakara, Meister, Rex και Stella, καθώς και ξένα οινοπνευματώδη. Όμως η Αίγυπτος απέχει μακράν απ’ το να γίνει φονταμενταλιστική, και είναι δεκάδες εκατομμύρια οι Αιγύπτιοι που πίνουν αλκοολούχα, κυρίως μπύρα. Ακόμα και οι πιστοί ισλαμιστές ή κόπτες χριστιανοί πίνουν κρυφά ή φανερά. Αυτό κάνει τα αποστακτήρια και την παρασκευή οινοπνευματωδών λιγότερο ή περισσότερο παράνομη, και σε οικογενειακό ή ευρύτερο επίπεδο να αυξάνεται. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα μπροστά στην ανοιχτή απόρριψη του ισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και των Σαλαφιστών που αντιπροσωπεύει η πυρπόληση και η λεηλασία των γραφείων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Όπως και να ‘χει, και η Γαλλική Επανάσταση ξεκίνησε με διαμαρτυρίες και ταραχές μπρος στις πύλες του Παρισιού για τους επιπλέον φόρους που επιβάλλονταν στο κρασί, ενώ κι ο Ένγκελς έγραφε στην εποχή του για τις ταραχές της μπύρας στη Βαυαρία.

Σε κάθε περίπτωση, οι Αιγύπτιοι γνωρίζουν ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να επιβάλει τίποτα παραπάνω απ’ όσα φτάνει η αστυνομία της σκέψης και της ηθικής της. Η συνολική αποτυχία της απαγόρευσης κυκλοφορίας στις πόλεις της διώρυγας του Σουέζ δείχνει ότι οι απώλειες της εξουσίας δεν μπορούν να κρυφτούν πια απ’ τον αιγυπτιακό λαό, μασκαρεμένες πίσω από οποιονδήποτε φονταμενταλισμό και τον σπρώχνουν προς αυτό που λένε οι ίδιοι “πολιτική ανυπακοή”, αυτό που λέμε συνήθως “γενική απεργία”, καθώς η άρνηση πληρωμής των φόρων, των λογαριασμών ρεύματων, η άρνηση υπακοής στις εξουσίες του κράτους αναμειγνύεται με την άρνηση υπακοής στα αφεντικά και τον πολλαπλασιασμό των απεργιών όπου συναντιώνται εργάτες, φοιτητές, δημοσιογράφοι, εκπαιδευτικοί, δικηγόροι, ιατροί, μαγαζάτορες και τεχνίτες στην αναζήτηση μιας δικής τους άμεσης διαχείρισης. Η μετατόπιση του κεντρικού πυρήνα της επανάστασης από τα πολιτικά ζητήματα στα οικονομικά ζητήματα, η προοδευτική ανάληψη της πρωτοβουλίας από τα πιο φτωχά στρώματα, δεν είναι παρά ένας προοδευτικός μετασχηματισμός της δημοκρατικής επανάστασης σε κοινωνική επανάσταση, της αναζήτησης όχι απλά για μια πιο άμεση δημοκρατική πολιτική αλλά επίσης για μια δημοκρατική οικονομία που θέτει υπό αμφισβήτηση την ιδιωτική ιδιοκτησία.

Η αιγυπτιακή επανάσταση μόλις άρχισε.

Jacques Chastaing, 25 Μαρτίου 2013

Σημειώσεις: Στις 22 Μαρτίου χιλιάδες διαδηλωτές πολιόρκησαν τα γραφεία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Στο Κάιρο, η αστυνομία από κοινού με πολιτοφυλακές των Α.Μ. αντεπιτέθηκαν τραυματίζοντας περίπου 200 άτομα. Σε αντίθεση με προηγούμενες διαδηλώσεις, η αντιβία των διαδηλωτών ήταν παραδειγματική οδηγώντας σε πολύωρες συγκρούσεις, που οδήγησαν σε πυρπολήσεις και καταστροφές γραφείων της Μ.Α. σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ στο Σουέζ η αστυνομία εκδιώχθηκε ξανά από την πόλη και μαθητές σχολείων με τους καθηγητές τους ανάλαβαν την κυκλοφορία και τη διανομή αγαθών στην πόλη, μέχρι την ανακατάληψή της από τον στρατό.

Πηγήhttp://juralib.noblogs.org/2013/03/26/egypte-la-peur-et-linitiative-changent-de-camp-quelques-lecons-quon-peut-tirer-des-affrontements-du-22-mars-et-comment-la-revolution-a-encore-franchi-une-etape/

***

Παλιότερες δημοσιεύσεις για τους αγώνες στην Αίγυπτο:

Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης

H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011

Επείγουσα επιστολή από ανώνυμο σύντροφο, Κάιρο 24/11/2011

Γράμμα απ’ τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στα οδοφράγματα της πλ. Ταχρίρ, της Αλεξάνδρειας, του Σουέζ, Αίγυπτος 4/12/2011

Χαιρετισμός στους αγωνιζόμενους προλετάριους στη Συρία, την Αίγυπτο, την Τυνησία… και όλον τον κόσμο – Třídní Válka, 2/2012

Μια ανταπόκριση από Αίγυπτο, τους αγώνες και την αυτοδιεύθυνση στο Port Said – InfoAut, 27/2/2013

Μια ανταπόκριση από Αίγυπτο, τους αγώνες και την αυτοδιεύθυνση στο Port Said – InfoAut, 27/2/2013

Μια ανταπόκριση από Αίγυπτο, τους αγώνες και την αυτοδιεύθυνση στο Port Said – InfoAut, 27/2/2013

portsaid

Μια άνευ προηγουμένη πραγματικότητα εκτυλίσσεται στην πόλη του Πορτ Σάιδ: Μια τέλεια αυτοδιεύθυνση, μια άρνηση του κάθε τί που αντιπροσωπεύει την εξουσία. Μια πραγματικότητα την οποία οι πρωταγωνιστές των αγώνων στην Αίγυπτο αυτή τη στιγμή -οι εργάτες- επιθυμούν να αναπαράξουν και σ’ άλλες πόλεις.

Το Πορτ Σάιδ έχει περιέλθει ολοκληρωτικά στα χέρια του λαού. Στην είσοδο της πόλης, εκεί που πρηγουμένως υπήρχε ένα μπλόκο της αστυνομίας, τώρα οι κάτοικοι έχουν οργανώσει ένα δικό τους σημείο ελέγχου, αποτελούμενο κυρίως από απεργούς εργάτες, που ονομάζουν τους εαυτούς τους “λαϊκή αστυνομία”. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την κίνηση: δεν υπάρχουν πουθενά τροχονόμοι, παρά μόνο νέοι, εργάτες, φοιτητές, που ρυθμίζουν την κυκλοφορία στους δρόμους.

Πολιτική ανυπακοή: αυτό που χαρακτηρίζει την πόλη πλέον είναι μια απόλυτη άρνηση της εξουσίας του Μόρσι σε κάθε της μορφή, είτε πρόκειται για το κυνήγι της αστυνομίας, για την άρνηση της εργασίας ή ολόκληρου του γραφειοκρατικού συστήματος. Όσον αφορά τον παράγοντα “ασφάλεια”, με την αυτοδιεύθυνση, οι δρόμοι έχουν γίνει πλέον πιο ασφαλείς από ποτέ. Η αστυνομία -μετά τις διαδηλώσεις στις πλατείες και τη λαϊκή οργή που ακολούθησε τις 21 καταδίκες εις θάνατον για τη σφαγή στο γήπεδο του Πορτ Σάιδ, και τα 40 θύματα των συγκρούσεων που ακολούθησαν- την περασμένη εβδομάδα αναγκάστηκε να δεχθεί να εγκαταλήψει την πόλη, αφήνοντάς την στα χέρια του λαού της. Η κυβέρνηση Μόρσι δέχθηκε να καταστήσει την αστυνομία υπόλογη για τις αναντίρρητες εικόνες στα βίντεο που έδειχναν αστυνομικούς του καθεστώτος να πυροβολούν και να σκοτώνουν εν ψυχρώ διαδηλωτές, όμως επίσης επειδή κατάλαβε ότι μια πόλη όσο μένει μόνη της δεν μπορεί να αυτοδιευθυνθεί και ότι το Πορτ Σάιδ μπορεί να εξαναγκαστεί να ζητήσει την παρέμβαση της κυβέρνησης ξανά, προκειμένου να περιορίσει την αναταραχή. Αντιθέτως, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική και δείχνει ότι μια πόλη απαλλαγμένη από τις “δυνάμεις της τάξης” είναι πιο ασφαλής και ζει καλύτερα.

Υπάρχει εδώ μια σιωπηλή συμφωνία που επιτρέπει στον στρατό (που απολαμβάνει περισσότερο σεβασμό ανάμεσα στον λαό και που αποτελείται παραδοσιακά από λιγότερο πιστούς στο καθεστώς άνδρες, απ’ ότι η αστυνομία, και πιο ανεξάρτητους απ’ την κυβέρνηση και τις μυστικές υπηρεσίες) να παραβρίσκεται στα νευραλγικά σημεία της πόλης, ωστόσο δίχως δυνατότητα παρέμβασης.

Έτσι, η πραγματικότητα διαμορφώνεται ως εξής: Άοπλοι στρατιώτες επιτηρούν χώρους όπως το δικαστήριο και το εξαιρετικής σημασίας λιμάνι (προς το παρόν σε απεργία), και η “λαϊκή αστυνομία” ασχολείται με την ασφάλεια στους δρόμους της πόλης. Η άρνηση του κάθε τί που αντιπροσωπεύει την εξουσία έχει οδηγήσει στην πράξη στην άρνηση πληρωμής φόρων και λογαριασμών, καθώς επίσης και στην άρνηση κάθε επικοινωνίας με τους κρατικούς φορείς, κεντρικούς είτε τοπικούς.

Το κλείσιμο των κρατικών φορέων και η αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής, καθιστούν την εμπειρία του Πορτ Σάιδ μια πραγματικότητα άνευ προηγουμένου και ένα πείραμα ενός νέου τρόπου ζωής, παραγωγής, ύπαρξης.

Με τα εργοστάσια κλειστά, το εμπορικό λιμάνι μπλοκαρισμένο, παράγει κανείς ό,τι χρειάζεται και μόνο οι απαραίτητες υπηρεσίες εξακολουθούν να λειτουργούν. Παράγεται ψωμί, τρόφιμα, μένουν ανοιχτά νοσοκομεία και φαρμακεία. Σε κάθε εργοστάσιο, είναι οι εργάτες τώρα που τους ζητείται να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν την παραγωγή ή όχι, και η γενική απάντηση προς το παρόν είναι το ΟΧΙ. Πρώτα δικαιοσύνη, πρώτα ολοκλήρωση της επανάστασης και μετά, αν μη τί άλλο, θα δούμε για την παραγωγή.

Μια νέα μορφή αυτοοργάνωσης δοκιμάζεται ακόμη στα σχολεία. Αυτά, παραμένουν ανοιχτά αλλά οι ίδιες οι οικογένειες του Πορτ Σάιδ αρνούνται να στείλουν τα παιδιά τους στα σχολεία του κράτους. Υπάρχουν λαϊκές επιτροπές που προσπαθούν να οργανώσουν τις ώρες αυτές λαϊκά σχολεία στην κεντρική πλατεία, που έχουν μετονομάσει σε πλατεία Ταχρίρ του Πορτ Σάιδ, και όπου, στη θέση της διδακτέας ύλης προτείνουν συζητήσεις για την κοινωνική δικαιοσύνη και της αξίες της αιγυπτιακής επανάστασης.

Μια πραγματικότητα που μπορεί να μοιάζει αδύνατη. Ακόμα και απ’ τις σελίδες αυτού του σάιτ έχουμε δει την εμπειρία του Πορτ Σάιδ με διαφορετική οπτική στο παρελθόν. Αλλά μετά την καταδίκη σε θάνατο των 21 κατηγορουμένων για τη σφαγή στο στάδιο, μια νέα λαϊκή συνείδηση ανέκυψε στην πόλη αυτή, που στο παρελθόν ήταν βαθιά συντηρητική. Στην πραγματικότητα, οι καταδικασμένοι είναι 21 νέοι, κυρίως φοιτητές, ενώ η ευθύνη για τη σφαγή πρέπει να αναζητηθεί στους πολιτικούς κύκλους. Η ποινή μοιάζει να σκοπεύει απλά να ξεγελάσει αυτούς που ζητούν δικαιοσύνη για τα θύματα της σφαγής. Κανένας απ’ τους κατηγορούμενους δεν προέρχεται απ’ τους κύκλους της αστυνομίας ή του κράτους ή των μυστικών υπηρεσιών. Το Πορτ Σάιδ το έχει καταλάβει αυτό, και μόλις ανακοινώθηκε η ποινή του θανάτου, ξέσπασε σε ταραχές που οδήγησαν στον θάνατο 40 διαδηλωτών, κάποιων απ’ αυτούς στη διάρκεια της κηδείας των θυμάτων απ’ την καταστολή των ταραχών στην πλατεία. Από κει κι έπειτα ξεκίνησε η απεργία και η πολιτική ανυπακοή.

Μια πραγματικότητα που εμείς οι ίδιοι, προτού την αντικρύσουμε με τα ίδια μας τα μάτια, δε θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε.

Η οργή, αρχικά γεννημένη από μια επιθυμία για δικαιοσύνη με αφορμή τις θανατικές καταδίκες και τους 40 επιπλέον νεκρούς, στη συνέχεια πολιτικοποιήθηκε. Με πρωταγωνιστές τους εργάτες, η ανάπτυξη της συνείδησης του πληθυσμού του Πορτ Σάιδ μετέτρεψε τις διαμαρτυρίες σε έναν αγώνα χωρίς προηγούμενο που έχει κάνει το καθεστώς του Μόρσι να τρέμει. Έναν αγώνα που, εάν πραγματοποιηθεί και σε άλλες πόλεις, πιθανόν να γονατίσει το καθεστώς.

Τώρα, κανείς δεν μιλάει πια όπως πριν μια βδομάδα, για ανάγκη τιμωρίας των κατοίκων του Πορτ Σάιδ για τα εγκλήματα (στο γήπεδο) τα οποία διέπραξε το καθεστώς κι όχι αυτό. Τώρα όλοι μιλούν για ανάγκη δικαιοσύνης για όλους τους μάρτυρες της επανάστασης, τώρα όλοι φωνάζουν για την πτώση του καθεστώτος.

Τη Δευτέρα μια μεγάλη διαδήλωση πραγματοποιήθηκε στους δρόμους του Πορτ Σάιδ, από το ανεξάρτητο συνδικάτο των εργαζομένων, τους φοιτητές, το επαναστατικό κίνημα. Πολλοί βγήκαν αυθόρμητα στους δρόμους, πολλοί ήρθαν απ’ το Κάιρο για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στους εργάτες και στην πόλη που μάχονται. Μια μεγάλη πορεία πλημμύρισε τους δρόμους της πόλης, καλώντας σε γενική απεργία σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Την ίδια στιγμή, άλλες αιγυπτιακές πόλεις κήρυξαν τοπικές απεργίες: Στη Μαχάλλα, την Μανσούρα, το Σουέζ οι εργάτες των περισσότερων εργοστασίων σταμάτησαν να δουλεύουν αυτή τη βδομάδα. Με τον ίδιο τρόπο, κατά εκατοντάδες κατέβηκαν στις πλατείες, καλώντας σε γενική απεργία σ’ ολόκληρη τη χώρα, από σχολεία και πανεπιστήμια που έχουν και τα ίδια κατέβει σε απεργία. Πολλοί είναι οι εργαζόμενοι και τα κοινωνικά κομμάτια που έχουν ήδη ξεκινήσει απεργία επ’ αόριστον, προκειμένου να γενικευθεί ο αγώνας, όπως συνέβη και στο Πορτ Σάιδ.

Είναι άγνωστο πώς αυτή η εμπειρία, που έχει ονομαστεί η “Αιγυπτιακή Παρισινή Κομμούνα” μπορεί να συνεχιστεί. Το βέβαιο είναι ότι δύσκολα μπορεί να προχωρήσει ένας αγώνας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μια στιγμή που η κεντρική εξουσία μπορεί να αρχίσει να αποσυνδέει το ρεύμα και το ηλεκτρικό, κάτι που προς στιγμήν, δεν έχει ακόμη γίνει μόνο και μόνο γιατί έχει να διαχειριστεί τώρα το πολύ πιο φλέγον ζήτημα των οργισμένων ταραχών. Επιπλέον, η συνέχιση ή όχι της απεργίας, επαφίεται στη δυνατότητα αυτή να γενικευθεί και να αναπαραχθεί και σε άλλες πόλεις.

Αρχικά οι κάτοικοι του Πορτ Σάιδ ανακοίνωσαν ότι σκοπεύουν να συνεχίσουν την απεργία ως τις 9 Μαρτίου -ημερομηνία του εφετείου των 21- ωστόσο, απ’ τη στιγμή που βγήκαν μπροστά οι εργάτες, το μέλλον φαίνεται αβέβαιο, και σίγουρα πλούσιο σε δυνατότητες. Οι δυσκολίες αυτή τη στιγμή μπορεί να φαίνονται πολλές, όμως η συνειδητοποίηση του λαού (όχι μόνο των εργαζομένων), οι πρακτικές άρνησης του κράτους, η αυτοοργάνωση, όλα αυτά τα εργαλεία μπορούν να δώσουν θετική προοπτική στον αγώνα.

Η ανταποκρίτρια του Infoaut στην Μέση Ανατολή

Πηγή: http://www.infoaut.org/index.php/blog/conflitti-globali/item/7001-egitto-lautogestione-di-port-said-e-le-lotte-operaie 

***

Παλιότερες δημοσιεύσεις για τους αγώνες στην Αίγυπτο:

Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης

H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011

Επείγουσα επιστολή από ανώνυμο σύντροφο, Κάιρο 24/11/2011

Γράμμα απ’ τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στα οδοφράγματα της πλ. Ταχρίρ, της Αλεξάνδρειας, του Σουέζ, Αίγυπτος 4/12/2011

Χαιρετισμός στους αγωνιζόμενους προλετάριους στη Συρία, την Αίγυπτο, την Τυνησία… και όλον τον κόσμο – Třídní Válka, 2/2012

 

Για τα τοπικά συμβούλια στη Συρία (2011) – Omar Aziz

“Αν η επανάσταση αποτύχει, η ζωή μου όπως κι ολόκληρης της γενιάς μου θα είναι πια κενή νοήματος αφού όλα όσα έχουμε ονειρευτεί κι έχουμε πιστέψει θα είναι απλά χίμαιρες” – Ομάρ Αζίζ

Στις 17 Φλεβάρη 2013, το Συντονιστικό των Τοπικών Επιτροπών της Συριακής επανάστασης ανήγγειλε ότι ο Ομάρ Αζίζ, συγγραφέας, οικονομολόγος και παλιός αναρχικός αντικαθεστωτικός, πέθανε από έμφραγμα μετά από βασανιστήρια στις φυλακές της πόλης Άδρα, όπου τον είχαν απαγάγει πράκτορες της πολεμικής αεροπορίας. Ο Ομάρ Αζίζ δεν φορούσε μάσκα V for Vendetta, ούτε μαύρα ρούχα και κουκούλα, δεν γύριζε στα κανάλια για συνεντεύξεις, ούτε είχε εμφανιστεί στα ΜΜΕ, εκτός από τη σύλληψή του. Δεν ήταν της γενιάς του facebook, αλλά 63 ετών, δεν έφυγε όπως τόσοι ακτιβιστές όταν ήρθαν τα σκούρα για τις ΗΠΑ ή αλλού, αλλά αντίθετα κατέβηκε στους δρόμους για να πάρει μέρος στην εξέγερση. Δεν κράτησε αποστάσεις ούτε έγλυψε το καθεστώς όπως τόσοι “επαναστάτες” πίσω από γεωπολιτικά κι αντιιμπεριαλιστικά προσχήματα. Όταν οι κοσμικοί και προοδευτικοί διανοούμενοι κουνούσαν το δάχτυλο στους διαδηλωτές που έβλεπαν απ’ την τηλεόραση να βγαίνουν απ’ τα τζαμιά, ο Αζίζ και οι σύντροφοί του έφτιαχναν το πρώτο τοπικό συμβούλιο στην Μπαρζέχ της Δαμασκού. Τα τοπικά συμβούλια που αποκρυσταλλώνει και προωθεί ο Αζίζ στη Συρία του 2011, τα ξαναπιάνει απ’ τα γραπτά της Ρόζας Λούξεμπουργκ, χωρίς το δασκαλίστικο ύφος της αραβικής αριστεράς, η σήψη της οποίας επιταχύνθηκε μπρος στην εξέγερση. Ο Αζίζ και οι σύντροφοί του γυρίζουν στη Δούμα, τη Ζαμπαντάνη, τη Χαράστα και δίνουν ζωή στην ιδέα των συμβουλίων μέσα στην καταστροφή. Ο Ομάρ Αζίζ χρησιμοποιεί πάντα τη λέξη “άνθρωποι” και όχι “λαός” που βρίσκει ότι ανήκει και βολεύει στην κάθε εξουσία. Έγραψε για την αναγκαιότητα μη-ιεραρχικών συμβουλίων βάσης, ξανάφερε στην κουβέντα την επανάσταση στην καθημερινή ζωή και τον κίνδυνο της στρατιωτικοποίησης, τη στιγμή που η εξέγερση στη Συρία βρισκόταν ακόμη στο επίπεδο των διαδηλώσεων, και είδε με τα μάτια του την ιδέα αυτή να γίνεται πράξη στις εμπόλεμες γειτονιές όλων των συριακών πόλεων. Όπως το έθεσε ο ίδιος: “Δε σταθήκαμε κατώτεροι των εργατών της Παρισινής Κομμούνας: αυτοί άντεξαν 70 μέρες, εμείς κρατάμε εδώ κι ενάμισυ χρόνο και συνεχίζουμε…

In Memoriam Omar Aziz

Καταστατικές αρχές των τοπικών συμβουλίων στη Συρία – 2011

Κείμενο προς συζήτηση για τα τοπικά συμβούλια στη Συρία, του Ομάρ Αζίζ

Πρόλογος: Ο χρόνος της εξουσίας και ο χρόνος της επανάστασης

Η επανάσταση είναι ένα εξαιρετικό γεγονός που αλλάζει την ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών. Είναι μια ρήξη στον χρόνο και τον χώρο ταυτόχρονα, στην οποία οι άνθρωποι ζουν μεταξύ δύο χρόνων, του χρόνου της εξουσίας και του χρόνου της επανάστασης. Η επανάσταση φέρνει την κοινωνία σε μια νέα εποχή όπου συναντά την απελευθέρωση του χρόνου της.

Η επανάσταση στη Συρία ξεκίνησε οκτώ μήνες νωρίτερα και έχει ακόμη πολύ χρόνο μπροστά της, στον αγώνα να αποκαθηλώσει το καθεστώς και να ανοίξει νέους χώρους για τη ζωή. Ως τώρα, οι τρέχουσες διαδηλώσεις στάθηκαν ικανές να σπάσουν την απόλυτη κυριαρχία της εξουσίας στους δρόμους. Η γεωγραφία της εξουσίας είναι κατακερματισμένη από το ένα σημείο στο άλλο και απ’ την μια μέρα στην άλλη, κι απ’ την μια ώρα στην άλλη μέσα στην ίδια μέρα. Οι συνεχόμενες διαδηλώσεις επίσης παρήγαγαν ένα εθνικό συμβούλιο που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα από κινητοποιήσεις, οργανώσεις και πολιτικά κόμματα, που αντιπροσωπεύουν αξιοπρεπώς μια εναλλακτική αντι-εξουσία σε αραβικό και διεθνές επίπεδο, και αναλαμβάνουν την προστασία του συριακού λαού απ’ τους φόνους και την αγριότητα του καθεστώτος.

Ωστόσο, το επαναστατικό κίνημα αυτό παρέμεινε αποστασιοποιημένο απ’ τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και δεν κατάφερε να αναμειχθεί με την καθημερινή ζωή τους. Έπεσε στην παλιά παγίδα του “καταμερισμού της εργασίας” μεταξύ επαναστατικής δραστηριότητας και καθημερινής ζωής. Αυτό σημαίνει ότι οι κοινωνικές σχέσεις στη Συρία υφίστανται μια αλληλοεπικάλυψη, καθώς ο χρόνος της εξουσίας καταφέρνει ακόμα να απλώνεται πάνω απ’ τις καθημερινές δραστηριότητες ενάντια στον χρόνο της επανάστασης, που είναι αυτός στον οποίο οι ακτιβιστές προσπαθούν να ρίξουν το καθεστώς. Η αλληλοεπικάλυψη αυτή είναι επικίνδυνη, καθώς οι επαναστάσεις από τη φύση τους βασίζονται πάνω στην ταύτιση των γραμμών της ζωής των ανθρώπων και της επαναστατικής τους δραστηριότητας.

Ο ένας μεγάλος κίνδυνος της επερχόμενης περιόδου είναι ο φόβος να κινηθούμε, ο άλλος η κούραση των ανθρώπων απ’ τον συνεχόμενο αντίκτυπο της επανάστασης στις ζωές τους και στις οικογένειές τους. Επίσης, ο κίνδυνος της αυξανόμενης χρήσης των όπλων στη δίνη της οποίας μπορεί να παγιδευτεί η επανάσταση.

Ακολούθως, όσο η κοινωνικές σχέσεις της εξουσίας μένουν αλώβητες στην προσπάθεια των ανθρώπων να κρατήσουν διαχωρισμένο τον χρόνο της εξουσίας και τον χρόνο της επανάστασης, η επανάσταση δε θα μπορεί να δημιουργήσει μια νικηφόρο ατμόσφαιρα. Θα πρέπει να κρατήσουμε στην μνήμη μας ότι οι πιο γόνιμες μάχες που δώσαμε τους τελευταίους μήνες ήταν οι αποκεντρωτικές, ιδιαίτερα στους τομείς της ιατρικής περίθαλψης και της υποστήριξης συλληφθέντων, πρωτοβουλίες που τώρα χρειάζεται να εμπλουτίσουμε, περιλαμβάνοντας ευρύτερους χώρους της ζωής. Η επανάσταση στην καθημερινή ζωή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για τη συνέχιση της επανάστασης ως την νίκη. Είναι απαραίτητη μια ρευστή κοινωνική δικτύωση βάσει της δραστηριοποίησης των συνάψεων μεταξύ της επανάστασης και της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Και αυτή μπορεί να προκύψει από τα “τοπικά συμβούλια”.

Ο πρόλογος αυτός και το κείμενο που ακολουθεί προς συζήτηση, στοχεύουν στην ανίχνευση της δυνατότητας σχηματισμού τοπικών συμβουλίων, που θα απαρτίζονται από μέλη με διαφορετικές κουλτούρες και που θα ανήκουν σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, αλλά που θα εργαστούν από κοινού για να πετύχουν τα κάτωθι:

* Την υποστήριξη των ανθρώπων στο να οργανώσουν τις ζωές τους ανεξάρτητα από τους θεσμούς και τα όργανα του κράτους

* Τη δημιουργία χώρων όπου θα μπορεί να οργανωθεί η συλλογική αλληλεγγύη πάνω σε πολιτικά ζητήματα, σε σύνδεση με τις καθημερινές ζωές των ανθρώπων

* Την επέκταση της κοινωνικής επανάστασης σε επίπεδο συνοικείας και την ενοποίηση των σχημάτων αλληλεγγύης

* Τα ζητήματα πυρηνικού ενδιαφέροντος των τοπικών συμβουλίων είναι τα εξής: επικοινωνία με τον κόσμο, δημιουργία άμεσων σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των ανθρώπων

* Παροχή υποστήριξης και βοήθειας σε όσους φτάνουν σε μια νέα περιοχή ή σε όσους φεύγουν [1]

* Οικονομική στήριξη στις οικογένειες των συλληφθέντων

* Ηθική-συναισθηματική στήριξη στις πληγείσες οικογένειες και διασφάλιση της παροχής προμηθειών

Πέρασε πολύς καιρός που οι άνθρωποι ξοδεύουν τη ζωή τους ψάχνοντας για ένα ασφαλέστερο μέρος να εγκατασταθούν με τις οικογένειές τους. Επίσης, πολύς καιρός που προσπαθούν όλη μέρα να μάθουν πού βρίσκονται οι αγνοούμενοί τους, ή αυτοί για κάποιον τρόπο να αποδράσουν, βασιζόμενοι σε συγγενείς ή στη γνώση του μέρους όπου οδηγούνται. Ο ρόλος των τοπικών συμβουλίων είναι η απόδραση απ’ αυτήν την αθλιότητα, που υποπίπτει στον χρόνο της εξουσίας, μέσω ενός πλήθους μοναδικών κοινοτικών πρωτοβουλιών. Αυτό σημαίνει ότι τα συμβούλια αναλαμβάνουν τουλάχιστον:

1. Την εύρεση ασφαλών σπιτιών και την παροχή προμηθειών για τα άτομα και τις οικογένειές τους που έρχονται στην περιοχή όπου υπάρχει συμβούλιο, σε συνεργασία με το συμβούλιο της περιοχής απ’ όπου έφυγαν.

2. Την οργάνωση αρχείων δεδομένων για τους συλληφθέντες και τους φυλακισμένους, και την ενημέρωση των σχετικών φορέων της επανάστασης, και επικοινωνία με τις νομικές οργανώσεις και τις οικογένειες προκειμένου να παρακολουθούν την κατάσταση των δικών τους που βρίσκονται κρατούμενοι.

3. Την οργάνωση αρχείων για τις πληγείσες οικογένειες και την εξασφάλιση των δαπανών μέσω της οικονομικής υποστήριξης του κόσμου, και των “περιφερειακών ταμείων της επανάστασης”.

Αυτές οι δράσεις χρειάζεται να οργανωθούν και να επικοινωνηθούν οι πληροφορίες και η γνώση της οργάνωσής των καθηκόντων τους, ωστόσο δεν είναι σε καμμία περίπτωση αδύνατον να αναληφθούν. Η επανάσταση δημιούργησε μια γενιά ειδικών στην οργάνωση των διαδηλώσεων και των απεργιών και των διαμαρτυριών, μπορεί να ωθήσει τις έμφυτες ικανότητες των ανθρώπων πέρα απ’ τα επίπεδα ειδικών της διοίκησης. Μια τέτοια ευθύνη δεν μπορεί να περιορίζεται στον κύκλο συγγενών και φίλων (ή τουλάχιστον θα πρέπει να ξεπεράσει πλέον αυτό το πρώιμο στάδιο) και δε θα πρέπει με κανέναν τρόπο να περιορίζεται. Οι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο και εξάσκηση στην επαφή και την πιο αποτελεσματική κοινωνική δράση ώστε να κινούνται πιο άνετα από την κρατική ασφάλεια.

Η ελεύθερη ανταλλαγή μεταξύ των ανθρώπων δημιουργεί η ίδια τη συμμετοχή

* Παρέχει ένα πεδίο για συζήτηση, ανταλλαγή ιδεών και αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα της ζωής

* Παράγει οριζόντιους δεσμούς μεταξύ των τοπικών συμβουλίων μιας γεωγραφικής περιοχής με μια άλλη, που επεκτείνονται ώστε να καλύψουν την αλληλεξάρτηση μεταξύ όλων των περιοχών.

Η επανάσταση μεταμορφώνει τις προοπτικές της ζωής μόλις διαφανεί η βεβαιότητα επικράτησης της ελευθερίας και ενός εφικτού διαφορετικού μέλλοντος, και μετά την ανακάλυψη ότι αυτό διαμορφώνεται από τις ικανότητες και τις καινοτομίες και την επινοητικότητα των ανθρώπων που διαφέρουν από την μοναδική παθητική μοίρα της υποταγής που τους επιφύλασε μισός αιώνας δεσποτισμού, ενώ οι ίδιοι ανοίγουν ποικιλόμορφες προοπτικές συμμετοχής στον κοινωνικό πλούτο. Ο ρόλος των τοπικών συμβουλίων εδώ έγκειται στην ενεργοποίηση αυτής της συνεργασίας, και στο μπόλιασμα μ’ αυτήν, όλων των κοινωνικών χώρων που ζουν τώρα κάτω απ’ το ακλόνητο πρόσωπο της εξουσίας, πχ:

1. Στην ενθάρρυνση των ανθρώπων να συζητούν τις συνθήκες της καθημερινής ζωής τους (σχετικά με την εργασία και τις απαιτήσεις της ζωής κλπ), την κυκλοφορία των ιδεών και την έμπρακτη απόπειρα επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων.

2. Στην επεξεργασία των ζητημάτων όπου απαιτούνται λύσεις που ξεπερνούν την τοπική κοινότητα, όπως το οικονομικό, ή η υποστήριξη δράσεων από άλλες περιοχές.

Το θέμα της γης: να την ανακαλύψουμε εκ νέου μαζί

* Υπεράσπιση του εδάφους της κοινότητας οπουδήποτε το κράτος επιχειρήσει να επέμβει ή κατέχει ήδη. Η αρπαγή της καλύτερης γης σε αστικές και αγροτικές περιοχές και η εκτόπιση των τοπικών πληθυσμών της Συρίας υπήρξε το θεμέλιο της πολιτικής κυριαρχίας και κοινωνικής περιθωριοποίησης, που υιοθέτησε το καθεστώς. Αυτή η πολιτική είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ζωνών κατοικιών “ασφαλών” για τους αστυνομικούς ή στρατιωτικούς, και επαναλήφθηκε όσον αφορά την οικοδόμηση των εμπορικών κέντρων των πλουσίων και των εμπορικών ζωνών κατανάλωσης. Το επαναστατικό κίνημα που έχουμε μπροστά μας στις αγροτικές και στις αστικές περιοχές είναι μία απ’ τις όψεις της αντίστασης των ανθρώπων στην πολιτική της αρπαγής γαιών, της αποκοπής τους απ’ τη γη τους και της περιθωριοποίησής τους. Ο ρόλος των τοπικών συμβουλίων θα είναι η άμεση υπεράσπιση της γης που κατέχει η εξουσία με οποιοδήποτε πρόσχημα.

Είναι απαραίτητο να αναληφθούν τα παρακάτω καθήκοντα:

* Μια γρήγορη έρευνα των περιουσιακών υποθέσεων που κινήθηκαν δικαστικά και των σχετικών αποφάσεων.

* Η επικοινωνία με δίκτυα νομικής υποστήριξης της επανάστασης και το ξεκίνημα νέων δικών για να αμφισβητηθούν νομικά οι αρπαγές γης και να ακυρωθούν οι σχεδιαζόμενες.

* Να γίνει η υπεράσπιση της γης και της προσωπικής ιδιοκτησίας των πληγέντων ζήτημα των μαζών.

Η Δημιουργία των τοπικών συμβουλίων:

* Η δημιουργία τοπικών συμβουλίων είναι κτήμα της κινητοποίησης σε κάθε περιοχή, που σημαίνει ότι θα είναι δύσκολο να σχηματιστούν σε περιοχές που υπόκεινται σε έντονη παρουσία των δυνάμεων ασφαλείας και ευκολότερο σε περιοχές όπου το επαναστατικό κίνημα είναι ισχυρό.

* Η επιτυχία του έργου του συμβουλίου στον τόπο του βαδίζει σε συμφωνία με τις ανάγκες και τις συνθήκες των ανθρώπων και με το πώς αυτοί αλληλεπιδρούν μαζί του.

* Η επιτυχία που απολαμβάνει το κάθε συμβούλιο είναι επιτυχία των εμπειριών άλλων συμβουλίων και επεκτείνει την επιτυχία όλων τους.

* Η δημιουργία συμβουλίων δεν είναι εύκολο έργο, αλλά αποτελεί τη βάση για τη συνέχιση της επανάστασης. Η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στην ασφυκτική πίεση των δυνάμεων ασφαλείας, τις απαγωγές και τις επιθέσεις, αλλά στη δημιουργία ζωών και σχέσεων ολότελα νέων και ανοίκειων. Πρέπει να βρούμε τη συνταγή για μια εναλλακτική εξουσία, ο ρόλος της οποίας θα είναι να στηρίζει και να αναπτύσσει τις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα ήδη, και να εντείνει την οργανωτική εμπειρία των διαφόρων τομέων.

* Το εγχείρημα των τοπικών συμβουλίων μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή αρχικά εκεί όπου βρίσκονται οι πιο ικανές συνθήκες. Τα μέρη αυτά θα παίξουν έναν πιλοτικό ρόλο για τη δημιουργία συμβουλίων σε άλλες περιοχές, όπου οι συνθήκες είναι πιο δυσχερείς.

* Εξαιτίας της έλλειψης εκλογικής πρακτικής τα υπάρχοντα τοπικά συμβούλια μπορούν να απαρτίζονται από άτομα γνωστά στις κοινότητες που εμπνέουν σεβασμό και που έχουν κάποια ειδικότητα σε κοινωνικούς, ρυθμιστικούς και τεχνολογικούς τομείς και που έχουν τη δυνατότητα και επιθυμούν να εργαστούν εθελοντικά.

* Η τοπική λειτουργία του συμβουλίου διεξάγεται σε συμφωνία με τις προτεραιότητες της περιοχής του και συνενώνει: μέλη του τοπικού συμβουλίου, ακτιβιστές της ευρύτερης περιοχής, εθελοντές ακτιβιστές εκτός της περιοχής που όμως έχουν ειδικές γνώσεις πάνω στις δράσεις που θα αναληφθούν.

Ο Ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου

Το συμβούλιο αυτό έχει έναν κεντρικό ρόλο για τους εξής λόγους:

* Για την νομιμοποίηση του εγχειρήματος: η προσαρμογή σε εθνικό επίπεδο της ιδέας των τοπικών συμβουλίων στοχεύει στην αναγκαία νομιμοποίηση της γενίκευσής τους και της αποδοχής τους από τους ακτιβιστές κάθε περιοχής

* Τη χρηματοδότηση: η χρηματοδότηση της συριακής επανάστασης είναι ένα απ’ τα καθήκοντα που πρέπει να αναληφθούν προκειμένου να επιτραπεί η μέγιστη δυνατή ευελιξία των συμβουλίων ώστε να καλυφθούν τα πολεμοφόδια και όλα τα άλλα έξοδα και οι δαπάνες που ενδεχομένως να μην μπορεί να καλύπτει σε κάθε φάση ένα τοπικό συμβούλιο από μόνο του.

* Τη διευκόλυνση του συντονισμού μεταξύ διαφορετικών περιοχών και την άνοδο του επιπέδου οργάνωσης στα πλαίσια που κάθε περιοχή και κάθε άνθρωπος θα εξακολουθήσει να λαμβάνει πρωτοβουλίες σε συμφωνία με την έννοια της ρευστότητας. Η αυτονομία στη δράση, είναι που παρέχει αναμφισβήτητα την μέγιστη ρευστότητα στο κίνημα, που συχνά ζημιώνεται απ’ την απουσία καλυμμένων φιλικών χώρων. Και ο ρόλος του εθνικού συμβουλίου εδώ θα είναι πρωταρχικά να βρίσκει κοινά εδάφη και να συντονίζει την αλληλεξάρτηση μεταξύ διαφορετικών περιοχών.

 

 ***

Παλιότερες δημοσιεύσεις σχετικά με την εξέγερση στη Συρία:

Μια μαρτυρία απ’ την πολιορκημένη Χάμα της Συρίας, 5/8/2011

Η τελευταία λέξη της τεχνολογίας διεθνώς στην υπηρεσία της καταστολής στη Συρία, 4/11/201

Καθημερινές ιστορίες αγώνα κι επιβίωσης απ’ τη Συρία, 28/12/11

Χαιρετισμός στους αγωνιζόμενους προλετάριους στη Συρία, την Αίγυπτο, την Τυνησία… και όλον τον κόσμο – Třídní Válka, 2/2012

Έναν χρόνο μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης, ενημέρωση απ’ τις τοπικές συντονιστικές επιτροπές της Συρίας, 15/3/2012

 

Πρώτη σημείωση για το τέλος του διαλόγου, 16/11/2012

“Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν πολλοί που θα θέλανε την επαναφορά της θανατικής ποινής”
-Ρ. Τ. Ερντογάν, ως απάντηση στην απεργία πείνας 700 κούρδων φυλακισμένων

Πρώτη σημείωση για το τέλος του διαλόγου, 16/11/2012

Στον ευρωπαϊκό Νότο, η “Ευρωπαϊκή Μέρα Δράσης και Αλληλεγγύης ενάντια στη Λιτότητα” (14 Νοέμβρη) γρήγορα εξατμίστηκε σε ταραχές, δηλαδή κατά κανόνα απρόκλητες επιθέσεις των μπάτσων ενάντια σε διαδηλωτές, που ορισμένες φορές συναντούν κάποια πραγματική βία ως απάντηση. Η βία αυτή όσο δεν καταφέρνει να “νικά” -και είναι πλέον σαφές πως δεν είναι εφικτό να νικήσει σε επίπεδο μετωπικής στρατιωτικής αντιπαράθεσης απέναντι σ’ έναν αντίπαλο ανώτερο στο πεδίο αυτό- θα έχει και αρνητικές παρενέργειες (η αντιπαράθεση Ισραήλ-Γάζας είναι διδακτική ως προς αυτό) στο εσωτερικό του κινήματος (μπορεί κανείς απλά να ρίξει μια ματιά στο παράδοξο όσο και συχνό θέαμα διαδηλωτών να σκούζουν ότι δεν είναι οι ίδιοι βίαιοι την ίδια στιγμή που πλακώνονται από δεκάδες μπάτσους καυλωμένους για διανομή του κρατικού μονοπωλίου της βίας). Ως προς το απεργιακό σκέλος και το πραγματικό ή συμβολικό “μπλοκάρισμα της οικονομίας”, εκτός της Ισπανίας (όπου η συμμετοχή υπολογίζεται απ’ τα συνδικάτα στο 70%, με ολοκληρωτική παράλυση των αερομεταφορών και κάποιων άλλων κλάδων για 24 ώρες), λιγότερο επηρεάστηκε η οικονομία στην Πορτογαλία, την Ιταλία και μηδαμινά στην Ελλάδα, όπου η τρίωρη στάση εργασίας κηρύχθηκε μάλλον για τυπικούς λόγους (Οι 4 αυτές χώρες υποτίθεται συμμετείχαν στην καλεσμένη απ’ την ETUC γενική απεργία…).

Αν και είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται ένας παρόμοιος διεθνής απεργιακός συντονισμός, για το μέλλον της εκμετάλλευσης στην Ευρώπη μεγαλύτερη σημασία μάλλον είχε η συνάντηση που έλαβε χώρα την επόμενη μέρα μεταξύ της ένωσης εργοδοτών (αυτοί δε διαδηλώνουν) της Γαλλίας, του Hollande, εκπροσώπων των συνδικάτων κι άλλων γλαστρών-κοινωνικών εταίρων. Εκεί εν ολίγοις, οι γάλλοι εργοδότες πέτυχαν να μπορούν να “απορρίπτουν εργαζομένους που αρνούνται θυσίες” χωρίς αποζημιώσεις, οι απολυμένοι που υπογράφουν ως “έγκυρη” την απόλυσή τους να χάνουν τη δυνατότητα δικαστικής αμφισβήτησής της ή αποζημίωσης, ενώ αν αρνηθούν, να βρίσκονται αντιμέτωποι με μια μείωση στο επίδομα ανεργίας και πάει λέγοντας. Σε αντάλλαγμα δεσμεύτηκαν (στον πατριωτισμό τους κατά πάσα πιθανότητα) τα μέτρα να ισχύσουν μόνο για τα επόμενα δυο χρόνια (μέχρι να βγούμε απ’ την κρίση που λένε). Αν συνδυάσουμε τα μέτρα αυτά με την υπονόμευση του ελάχιστου μισθού και τη μεθοδευμένη στρατολόγηση για (δωρεάν ή έστω υποπληρωμένη -μέσω του “έμμεσου μισθού” των επιδομάτων πρόνοιας κλπ) εργασία των ανέργων στη Βρετανία (http://www.boycottworkfare.org) μέτρα που έχουν περάσει στον ευρωπαϊκό Βορρά ήδη από τη δεκαετία του ’80 και εφαρμόζονται σήμερα πιλοτικά σε χώρες με ακροδεξιές κυβερνήσεις όπως η Ουγγαρία, τότε η αναδιάρθρωση της σχέσης μεταξύ των τάξεων εμφανίζεται στην Ευρώπη μέσα απ’ την ελαστικοποίηση και “ευελιξία” της εργασιακής σχέσης, μέσα απ’ την χωρίς όριο/πάσει θυσία υποτίμηση της εργασίας.

Ασφαλώς, οι λιγότερο κρετίνοι απ’ τους σωτήρες του καπιταλισμού καταλαβαίνουν ότι μια αύξηση της εκμετάλλευσης, αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, με συμπίεση των μισθών, δηλαδή του διαθέσιμου χρήματος για κατανάλωση των προϊόντων της εργασίας, απλά διογκώνει ακόμα περισσότερο τη φούσκα του πλασματικού κεφαλαίου και την παράλληλή της του δημόσιου χρέους. Όμως, προς το παρόν ούτε ξέρει ούτε μπορεί να κάνει κάτι άλλο (την αδυναμία αυτή αντανακλά και η παλινδρόμηση της ευρωζώνης στην ύφεση με -0,1% αυτό το τρίμηνο -καθώς η συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας μόνο αγγίζει το -7,2%!) απ’ το να μεταφέρει χρήματα απ’ το προλεταριάτο (και κυρίως των ανεπτυγμένων χωρών όπου υπάρχει ακόμα κάποιο συσσωρευμένο απόθεμα) προς το κεφάλαιο χωρίς την μεσολάβηση της παραγωγής υπεραξίας μέσω κατανάλωσης των προϊόντων της εργασίας. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν είναι παρά ένα κεντρικό τέτοιο μέσο, χωρίς να είναι φυσικά το μόνο. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το Associated Press (Rosa Nutkana) δε βρέθηκε μέχρι σήμερα καμμία απόδειξη για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου Tamiflu, ωστόσο δεκάδες κυβερνήσεις συνεχίζουν να στοκάρουν “με χρήματα των φορολογούμενων” απίθανα αποθέματα του προϊόντος της Roche για τη “γρίπη των χοίρων”. Σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο της ύφεσης, η πολεμική βιομηχανία θα εμφανιστεί ξανά ως η πιο σίγουρη κατανάλωση/καταστροφή προϊόντων που θα μπορούν να αναλάβουν τα κράτη για να προχωρήσουν την αναδιάρθρωση.*

Στις συνθήκες αυτές, δεν είναι παράδοξο που το καθεστώς στη Συρία όχι απλά αντέχει αλλά κι επιδιώκει την παράταση της σύγκρουσης αφού αυτή ωφελεί ξεκάθαρα την αντεπανάσταση του κεφαλαίου, που εκφράζεται μέσα απ’ τη διαμεσολάβηση και την υπαγωγή της δραστηριότητας των Σύρων εξεγερμένων στα γεωπολιτικά παιχνίδια του ενός ή του άλλου καπιταλιστικού κράτους και των πρακτόρων του στην περιοχή, και την αναπόφευκτη φθορά των πιο ανεξέλεγκτων προλεταριακών κομματιών τους. Η χοάνη της καταστροφής υποδομών, παραγωγικών μέσων και προλεταριών (τους 40 ξεπερνούν οι μάρτυρες των σημερινών μόνο βομβαρδισμών του Ασσάντ στα προάστια της Δαμασκού) δεν είναι απλά μια κατάσταση εξαίρεσης αλλά αποτελεί την στρατιωτική εκδοχή της αναδιάρθρωσης που σύντομα θα φαίνεται ελκυστική σε ολοένα και περισσότερα κράτη με μεγάλο άνεργο πληθυσμό και παραγωγικές δυνάμεις για ξεπάστρεμμα.

Σ’ άλλες χώρες, όπου η καπιταλιστική τάξη είναι πολυδιασπασμένη ή δεν έχει συνέλθει ακόμα πλήρως απ’ τις προλεταριακές εξεγέρσεις της “Αραβικής Άνοιξης” ο πόλεμος ενάντια στο προλεταριάτο παίρνει διαφορετική μορφή: Στην Τυνησία, ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μετά την αδυναμία της να ελέγξει τις απεργίες στην περιοχή της Γκάφσα και στην κοιτίδα της εξέγερσης Σιντί Μπουζίντ. Στην Νότιο Αφρική, όπου μετά τις άγριες απεργίες στα ορυχεία και τις μεταφορές, μπήκαν στον χορό χιλιάδες αμπελλουργοί του Κέιπ Τάουν διεκδικώντας διπλασιασμό των μισθών τους σε 150 ραντ (13 ευρώ) την ημέρα, δεν υπάρχει περιθώριο για τέτοιες αβρότητες από την μεριά του κεφαλαίου. Το αίτημα των αμπελλουργών αντιμετωπίζεται ευθύς εξαρχής με το ξεσάλωμα της αστυνομικής καταστολής που οδηγεί στον θάνατο ενός εργάτη και τον τραυματισμό άλλων. Οι απεργοί κλείνουν δρόμους και ανατρέπουν οχήματα της αστυνομίας, αλλά επιτίθενται και στα ίδια τα παραγωγικά μέσα, στους χώρους όπου εργάζονται οι ίδιοι, πυρπολώντας χωράφια, μηχανήματα κι αποθήκες.

Με την κατανάλωση των μισθωτών -και μαζί της την ανάγκη ενσωμάτωσής του προλεταριάτου, τον “κοινωνικό διάλογο” και τη δημοκρατική μορφή του κράτους- να μην παίζει τον ρόλο που έπαιζε την εποχή που οι εργατικοί αγώνες μπορούσαν να σημειώσουν νίκες, το προλεταριάτο μάχεται παντού αλλά παντού βρίσκει μπροστά του μόνο καταστολή:

Στην Ινδία: Οι διαδηλώσεις των αγροτών ζαχαροκαλάμων της Maharasthra με αίτημα αύξηση 25% στις τιμές που τους δίνει η βιομηχανία ζάχαρης (κατά μεγάλο μέρος συνεταιριστική, υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης), διαλύονται από την αστυνομία που θα σκοτώσει έναν αγρότη και θα τραυματίσει άλλους και μεταλλάσσονται σε ταραχές σε τρεις επαρχίες (Kolhapur, Satara και Sangli). Στο στόχαστρο των αγροτών θα βρεθούν οχήματα της αστυνομίας, δεκάδες κρατικά λεωφορεία, κυβερνητικά γραφεία και οι ίδιοι οι μπάτσοι.

Στην Ιορδανία: στο ανέγγιχτο απ’ την Αραβική Άνοιξη “σιωπηλό βασίλειο” της θανατικής ποινής ως μέσο πειθάρχησης του προλεταριάτου, η αύξηση των τιμών των καυσίμων (κατά 53% του υγραερίου και κατά 12% της βενζίνης), θα οδηγήσει αρκετές χιλιάδες στους δρόμους του Αμμάν και ακόμη 25 πόλεων για πρώτη φορά καίγοντας πορτραίτα του μονάρχη Αμπντουλλάχ ‘Β, με συνθήματα και τραγούδια κοινά με των Σύρων εξεγερμένων. Στο Ιντλίμπ, μετά από επίθεση σε αστυνομικό τμήμα, οι μπάτσοι ανοίγουν πυρ, σκοτώνοντας έναν διαδηλωτή και τραυματίζοντας τέσσερεις άλλους. Οι διαδηλωτές μπλοκάρουν δρόμους με φλεγόμενα οδοφράγματα, σπάνε φανάρια, θέτουν στο στόχαστρό τους την κυκλοφορία, σύμβολο της ομαλότητας σε μια χώρα που κρατήθηκε σιωπηλή πολύ καιρό.

Στο Μπαχρέιν: Μετά από 2 χρόνια συνεχών ταραχών στην πόλη-κράτος-ναύσταθμο του αμερικανικού 5ου στόλου, η Σουνιτική μοναρχία ανακοίνωσε στις αρχές Νοέμβρη τη θέλησή της για “μηδενική ανοχή” απέναντι στους διαδηλωτές, αίροντας την υπηκοότητα 31 Σιιτών ακτιβιστών και πολιτικών της αντιπολίτευσης τους οποίους κατηγορεί ως “επικίνδυνους για την κρατική ασφάλεια”. Στις 10 Νοέμβρη, μετά τις ταραχές που ξέσπασαν με τον φόνο ενός νεαρού διαδηλωτή από μπάτσους (πάνω από 55 μάρτυρες μετρούν οι διαδηλωτές) η κυβέρνηση εξαπολύει την εθνοφρουρά. Οι δρόμοι είναι προσωρινά κατειλημένοι από τους εθνοφρουρούς σε συνεργασία με σαουδάραβες στρατιώτες, παρακρατικούς, και τα ντόπια ΜΑΤ (στελεχωμένα κατά μεγάλο μέρος από μη-Μπαχρεινούς).

Στο Κουβέιτ: οι εκδηλώσεις για τα 50χρονα του συντάγματος, μετατρέπονται σε διαδήλωση διακοσίων χιλιάδων ενάντια στις αλλαγές του εκλογικού νόμου δυο μήνες πριν τις εκλογές. Η διαδήλωση καταστέλλεται άμεσα απ’ την αστυνομία, και πάνω από 150 διαδηλωτές και 25 μπάτσοι τραυματίζονται.

Στην Αϊτή: Στη διάρκεια μιας φοιτητικής γιορτής, ένας μπάτσος πυροβολεί έναν 23χρονο φοιτητή νομικής στο κεφάλι, σκοτώνοντάς τον. Οι συμφοιτητές του κατεβαίνουν αυθόρμητα σε πορεία προς το κέντρο της πρωτεύουσας Πορτ-Ο-Πρένς, όπου καταστέλλονται από την αστυνομία με χρήση πλαστικών σφαιρών και δακρυγόνων. Συγκρούσεις ξεσπούν σε διάφορα σημεία της πόλης.

Τέλος, στην Κίνα, η διεύθυνση της Foxconn αρνείται τις φήμες για ξέσπασμα νέων ταραχών στις εγκαταστάσεις της. Την ίδια στιγμή πάντως, τα πρώτα 10.000 ρομποτ “πιάνουν δουλειά” στο εργοστάσιο που φαίνεται να είναι το πιο ευάλωττο στις ταραχές. Άλλα 20.000 θα αντικαταστήσουν εργάτες της Foxconn ως το τέλος της χρονιάς. Οι εργάτες εμφανίζονται ολοένα και πιο πλεονασματικοί, περιττοί, άχρηστοι. Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι “σκουπίδια”.

Εν κατακλείδι, το προλεταριάτο μάχεται παντού κι όμως δεν καταφέρνει να καταγάγει νίκες. Οι παλιές συνθήκες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί κι όμως τα παλιά μέσα πάλης δεν έχουν ξεπεραστεί με συνέπεια να κρατούν τους αγώνες στην Ευρώπη σ’ ένα επίπεδο όπου η απουσία “νίκης” θα σημαίνει μόνο περισσότερη απογοήτευση, κόστος, παραίτηση. Ακόμη κι αν σημειωθούν όμως σποραδικές νίκες (κι αυτό μάλλον εκεί όπου τα μέσα αυτά δεν είναι διαθέσιμα), οι νίκες αυτές δεν είναι πλέον εφικτό να σταθεροποιηθούν χωρίς είτε να αναπαράγουν το κεφάλαιο (τότε μόνο συγχωρέθηκε στους προλετάριους της Λιβύης ή της Αιγύπτου το θράσος τους να διώξουν τους δικτάτορες-τοποτηρητές της εκμετάλλευσης, μόλις εξασφαλίστηκε ότι το επίπεδο και η ίδια η σχέση της εκμετάλλευσης θα παραμείνουν άθικτες), είτε να το καταστρέψουν παγκόσμια. Το πώς θα γίνει αυτό μένει να διερευνηθεί πρακτικά μέσα στην ίδια την πάλη του προλεταριάτου.

~

* Το ότι καί οι δύο αυτές δυναμικές (υποτίμηση της εργασίας, πολεμική βιομηχανία) βρίσκονται στον πυρήνα της πολιτικής της Χρυσής Αυγής δείχνει ξεκάθαρα για ποιό λόγο μπορεί να αποτελέσει μια πιθανή έκφραση της στρατιωτικής εκδοχής της αναδιάρθρωσης -και ως τέτοια την καλωσορίζει ήδη μεγάλο μέρος της καπιταλιστικής τάξης αλλά και των πιο απελπισμένων ανέργων και αποτυχημένων καπιταλιστών που ελπίζουν μέσω αυτής να ρεφάρουν.

Καθημερινές ιστορίες αγώνα κι επιβίωσης απ’ τη Συρία, 28/12/11

Κι ενώ η ανθρωπότης περιμένει ένα χαρμόσυνο πόρισμα απ’ τους παρατηρητές των αραβικών κρατών ώστε να αγαλιάσει, και οι απεσταλμένοι τους ενδεχομένως ένα ενδιαφέρον orientation πάνω στις τεχνικές καταστολής με τις οποίες αργά ή γρήγορα θα πειραματιστούν και οι ίδιοι, παρουσιάζουμε ορισμένες μαρτυρίες απ’ τη Συρία της εξέγερσης και της καταστολής:

Πηγές:
http://middleeastvoices.com/2011/12/syria-witness-stories-of-allegiance-protest-and-survival/
http://www.latimes.com/news/nationworld/world/la-fg-syria-doctors-20111226,0,1289016.story?track=rss&utm_source=dlvr.it&utm_medium=twitter

 

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=C8E_EYdWYBk]

Γκράφιτι και δυναμισμός απ’ το γυναικείο κομμάτι της νεκρώσιμης ακολουθίας-διαδήλωσης για τον μάρτυρα της εξέγερσης Mohammed Ahmasaman, Δαμασκός 21/12

Οι γιατροί της εξέγερσης

Με την καταστολή να έχει αποικίσει τα νοσοκομεία της Συρίας, γιατροί στήνουν αυτοσχέδιες κλινικές σε γειτονιές αντικαθεστωτικών προκειμένου να περιθάλψουν τραυματισμένους διαδηλωτές. Τώρα βρίσκονται με τη σειρά τους στο στόχαστρο των αρχών.

Της Alexandra Zavis, για τους Los Angeles Times, με τη συνεισφορά των Katie Paul στο Wadi Khaled και Rima Marrouch στη Βυρηττό:

Ο νεαρός γιατρός δέχθηκε μια κλήση νωρίς το πρωί. Ο στρατός είχε εισβάλει σε μια γειτονιά της ταραγμένης συριακής πόλης Χομς, και δεν υπήρχε κανείς  να περιθάλψει τους τραυματίες.

“Ήταν σαν πόλεμος”, είπε ο γιατρός, που ζήτησε να δώσει μόνο ένα ψευδώνυμο, Abu Abdu. Εκείνη την μέρα του Σεπτέμβρη, η αυτοσχέδια ιατρική ομάδα του δούλευε για 12 ώρες στη σειρά, επουλώνοντας ανοιχτές πληγές, αφαιρώντας σφαίρες και κάνοντας ενέσεις σε είκοσι περίπου ασθενείς, ενώ πυροβολισμοί κι εκκρήξεις αντηχούσαν γύρω τους. Όταν τελείωσαν, είπε, μπήκε σ’ ένα ντους να ξεπλύνει τα αίματα και έμεινε κλαίγοντας για πάνω από μια ώρα.

Ο Abu Abdu είναι ένας απ’ τους δεκάδες εθελοντές στη Χομς και σε άλλα οχυρά των αντικαθεστωτικών που περιθάλπουν τα θύματα της κυβερνητικής καταστολής που έχει αποικίσει τα νοσοκομεία, σύμφωνα με ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εργάζονται σε μυστικές, αυτοσχέδιες κλινικές μέσα σε τζαμιά ή σπίτια, σε γειτονιές όπου γίνονται διαδηλώσεις σχεδόν καθημερινά. Σύμφωνα με τους ακτιβιστές, πολλοί τραυματισμένοι διαδηλωτές αρνούνται να μεταφερθούν σε δημόσια νοσοκομεία, όπου φοβούνται ότι θα βασανισθούν και θα συλληφθούν εάν προσκομισθούν με πληγές από σφαίρες και τραύματα.

Σύμφωνα με τις αρχές, δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν. Όμως μια αναφορά που ετοιμάστηκε για το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ αναφέρει πως ασθενείς που διακομίσθηκαν στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Χομς βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν από ασφαλίτες ντυμένους γιατρούς, με την συνενοχή του ιατρικού προσωπικού. Ένας φρουρός που δούλευε στο νοσοκομείο είπε στο Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πως οι τραυματισμένοι διαδηλωτές στοιβάζονταν σε μια αυλή δίπλα στα επείγοντα, όπου τους περίμεναν μέλη του προσωπικού. “Όλοι τους ξεκινούσαν να τους χτυπάνε, συμπεριλαμβανομένων των ιατρών και των νοσοκόμων”, ανέφερε.

Ένας ασθενής που περιθάλφθηκε εκεί ανέφερε πως οι νοσοκόμες του έκαναν ράμματα σε ένα τραύμα από ξιφολόγχη στην πλάτη του χωρίς αναισθητικό. Οι φρουροί έπειτα τον πήγαν σε έναν χώρο που χρησιμοποιούταν ως κρατητήριο εντός του νοσοκομείου, όπου είδε έναν απ’ αυτούς να θερμαίνει μια σιδερόβεργα με την οποία έκαψε μετέπειτα τα γεννητικά όργανα και τις πατούσες ενός άλλου ασθενούς.

Τώρα οι γιατροί που φροντίζουν τους διαδηλωτές έχουν γίνει οι ίδιοι στόχος. Αυτόν τον μήνα, ο Δρ. Ebrahim Othman, που βοήθησε στο στήσιμο ενός υπόγειου ιατρικού δικτύου στην πρωτεύουσα της χώρας Δαμασκό, ανακοινώθηκε νεκρός, ξεσηκώνοντας ένα κύμα αναφορών τιμής σε ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης γι’ αυτόν τον 26χρονο “γιατρό της επανάστασης”. Σύμφωνα με τους αντικαθεστωτικούς ακτιβιστές ο Othman καταζητούταν από τις αρχές και δέχθηκε πυρά καθώς ο οδηγός του οχήματός του προσπάθησε να ξεφύγει από ένα σημείο ελέγχου κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Σχετικό βίντεο έχει ανεβεί στο Youtube, αλλά δεν έχει εξακριβωθεί η πιστότητά του.

Αυτόπτες μάρτυρες και ομάδες δικαιωμάτων αναφέρουν πως όσοι προσπαθούν να βοηθήσουν τραυματισμένους διαδηλωτές δέχονται συχνά πραγματικά πυρά, καταγγελίες που αρνείται η κυβέρνηση, που αντιλέγει πως “ένοπλοι τρομοκράτες βρίσκονται κρυμμένο μέσα στους ειρηνικούς διαδηλωτές”. Ένας εργαζόμενος της Ερυθράς Ημισελήνου (στμ: αντίστοιχη οργάνωση του Ερυθρού Σταυρού για τις ισλαμικές χώρες) τραυματίστηκε σοβαρά όταν το ασθενοφόρο που οδηγούσε δέχθηκε πυρά από τέσσερις κατευθύνσεις καθώς μετέφεραν έναν άνδρα που πυροβολήθηκε στη Χομς στις 7 Σεπτέμβρη, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

“Το να περιθάλπει κανείς τους τραυματίες θεωρείται σαν να σηκώνει τα όπλα ενάντια στο καθεστώς”, λέει ένα μέλος του Επαναστατικού Συμβουλίου της Χομς, που συντονίζει τις προμήθειες για τις υπόγειες κλινικές της πόλης. Ο νεαρός, που συστήνεται ως Ahmed, είναι φοιτητής ιατρικής που εργαζόταν όπως λέει σε μια κυβερνητική εταιρία ως μέρος της πρακτικής του. “Είδα μέλη του ιατρικού προσωπικού να χτυπούν ασθενείς”, είπε. “Κι όταν τους αφήνανε, αντί να πάνε σπίτια τους, τους προφυλάκιζαν”.

Ακόμα και τα ιδιωτικά νοσοκομεία δε θεωρούνται ασφαλή. Τον Αύγουστο, ένας νεαρός διαδηλωτής ονόματι Safa μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Barr στη Χομς με εγκαύματα από μια έκκρηξη. “Ο πατέρας μου τον είδε στο νοσοκομείο”, είπε η ξαδέρφη του Susie, που ζει στο Montreal. “Επρόκειτο να εγχειριστεί, όμως η κατάστασή του ήταν σταθερή”. Την επόμενη μέρα, βρήκαν το κρεββάτι του άδειο. Κανείς δεν έλεγε στην οικογένεια πού τον είχαν πάει. Εβδομάδες αργότερα, η οικογένειά του έλαβε μια κλήση να συλλέξει το νεκρό σώμα του απ’ το στρατιωτικό νοσοκομείο της Χομς. Βίντεο του νεκρού μαρτυρά εγκαύματα, μελανιές και ανοιχτές πληγές που άφησαν σε σημεία ακάλυπτα τα οστά.

“Ήταν τραγικό”, αναφέρει η Susie, που ζητά να μην αποκαλυφθεί το επώνυμό της ώστε να προστατεύσει την οικογένειά της στη Συρία. “Υποτίθεται ότι πρέπει να είναι κανείς ασφαλής στο νοσοκομείο”. Όταν ο Abu Abdu επέστρεψε σπίτι του τον Μάιο, μετά το πέρας των ιατρικών σπουδών του στο εξωτερικό, η οικογένεια και οι γείτονές του στην παλιά πόλη της Χομς ήταν παραπάνω από χαρούμενοι που τον έβλεπαν. Δυο βδομάδες νωρίτερα, οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν ανοίξει πυρ σε χιλιάδες διαδηλωτές. Ο Abu Abdu έμαθε απ’ τον πατέρα του ότι “πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν μπροστά στα μάτια του, κι έκλαιγε επειδή δεν ήταν εκεί αυτός για να τους βοηθήσει”.

Οι γιατροί έχουν στήσει τρεις αυτοσχέδιες κλινικές σε εγκαταλελειμένα σπίτια μέσα και γύρω απ’ τη γειτονιά του, που ήταν αρχικά ασφαλής αλλά συνόρευε με οχυρά των αντικαθεστωτικών. Γέμισαν με εθελοντές, τους οποίους εκπαίδευσε στις πρώτες βοήθειες. Οι ασθενείς προσκομίζονταν με αυτοκίνητα, μηχανές και δίκυκλα και ξαπλώνονταν στο πάτωμα. Στην αρχή, το μόνο που είχε στη διάθεσή του ήταν γάζες κι επίδεσμοι για να σταματήσει τις αιμορραγίες. Όμως καθώς γνώριζε ολοένα και περισσότερους που έκαναν την ίδια δουλειά, λέει, κατάφεραν να βρουν πρόσβαση σε βασικές χειρουργικές προμήθειες, όπως βελόνες και νυστέρια.

Ακόμα, αναφέρει, υπάρχουν πολλές φορές που δεν έχει τον εξοπλισμό που χρειάζεται. “Αν είναι μεγάλη πληγή, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα”, μας λέει. “Απλά καθόμαστε και τους βλέπουμε να πεθαίνουν”. Καθώς οι δυνάμεις ασφαλείας άρχισαν να τον ψάχνουν, μετακινείται από σπίτι σε σπίτι, ευγνώμων που διαθέτει πολλούς φίλους. Ένα απόγευμα, άκουσε μια σφαίρα να περνάει δίπλα απ’ τ’ αυτί του καθώς φρόντιζε έναν τραυματία. Την επόμενη μέρα, λέει, δυνάμεις ασφαλείας εισέβαλαν στην περιοχή ψάχνοντας για ακτιβιστές, περιλαμβανομένου του γιατρού που φροντίζει τους διαδηλωτές. Ο Abu Abdu κατάφερε να ξεφύγει, αλλά η κλινική του εντοπίστηκε και καταστράφηκε, αναφέρει.

Λίγες βδομάδες αργότερα, οι δυνάμεις ασφαλείας βρήκαν τον γιατρό. Συνελήφθη και ανακρίθηκε για δύο ώρες. Λέει πως οι ανακριτές του τον κατηγόρησαν που περιθάλπει ανθρώπους που έχουν λαβωθεί από σφαίρες. “Είμαι γιατρός”, τους απάντησε “η δουλειά μου είναι να βοηθώ τους ανθρώπους, ποιό είναι το πρόβλημα λοιπόν;”. Προς έκπληξή του, αφέθηκε ελεύθερος. Είναι όμως πεπεισμένος ότι είναι απλά θέμα χρόνου μέχρι να τον σκοτώσουν. Όταν αυτός και η οικογένειά του αποχαιρετιούνται, λέει “το εννοούμε”.

Η Χομς έχει τώρα αυτοσχέδιες κλινικές στις περισσότερες γειτονιές όπου λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, λέει ο Ahmed, ο συντονιστής των ιατρικών προμηθειών. Είναι καλά κρυμμένες σε υπόγεια, αποθήκες και διαμερίσματα. Όμως εκεί που η βία είναι πολύ έντονη, η μόνη φροντίδα μπορεί να προσφερθεί απ’ τους εθελοντές που βρίσκονται επί τόπου με υλικό πρώτων βοηθειών. Οι κλινικές συντηρούνται μέσω δωρεών, λέει ο Ahmed. Οι προμήθειες εισάγονται λαθραία τακτικά από το εξωτερικό, όμως το δύσκολο κομμάτι είναι να φτάσουν μέσα στις κλινικές. Υπάρχουν συνεχείς ελλείψεις αίματος και αποστειρωμένων εργαλείων.

Ασθενείς με πιο σοβαρά τραύματα μεταφέρονται λαθραία πέρα από τα σύνορα, σε νοσοκομεία στον Λίβανο, μέσω των ίδιων δικτύων λαθραίων μεταφορών που φέρνουν ιατρικές και άλλες προμήθειες. Πρόσφατα, στην κοιλάδα Wadi Khaled στην βόρεια άκρη του Λιβάνου, ένας Σύρος ακτιβιστής που έδωσε το όνομα Wael κάθησε στο πάτωμα μιας γιάφκας περικυκλωμένος από καλώδια και μπαταρίες ώστε να μπορέσει να δουλέψει διαμέσου των συνηθισμένων διακοπών ρεύματος. Μηνύματα στο Skype εμφανίστηκαν στο laptop του. Μια κλήση στο κινητό του από έναν λαθρέμπορο που προσπαθούσε να βγάλει απ’ την πατρίδα του Wael, την Qusair, τρεις ασθενείς: μια έγγυο γυναίκα, και δυο μικρά κορίτσια. “Δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε! Βοηθείστε μας!” η φωνή στην άλλη άκρη της σύνδεσης ούρλιαζε μέσα σε καταιγισμούς πυρών. Έπειτα έσβησε.

Ώρες αργότερα, μαθεύτηκε ότι η ομάδα τα είχε καταφέρει να περάσει τα σύνορα, και ο Wael ήταν ξανά στο τηλέφωνό του, συντονίζοντας την περίθαλψη. Μια 17χρονη με μια σφαίρα σφηνωμένη στη σπονδυλική στήλη, είχε σταλεί στο νοσοκομείο στην Τρίπολη του Λιβάνου, παράλυτη. Μια 13χρονη με ένα λιγότερο σοβαρό τραύμα στο στομάχι έλαβε τις πρώτες βοήθειες επί τόπου και στάλθηκε ξανά πίσω στη Συρία, μετά από λίγες μέρες. Όσο για την έγγυο, το νεκρό σώμα της μόνο είχε καταφέρει να κάνει τη διαδρομή. Πυροβολημένη από έναν ελεύθερο σκοπευτή απ’ τη στέγη ενός δημόσιου νοσοκομείου, άφησε την τελευταία της πνοή στον δρόμο, είπαν οι ακτιβιστές. Η οικογένειά της ήθελε να ταφεί στη Συρία. Τέσσερις μέρες αργότερα, το σώμα της ήταν μεταξύ των σακούλων με αίμα και φάρμακα που πέρασαν απ’ το ένα αμάξι στο άλλο, πάλι πίσω απ’ τα σύνορα προς το Qusair.

Μαρτυρίες απ’ τη Συρία: Ιστορίες καταστολής, αγώνα κι επιβίωσης

Του David Arnold, 23/12/2011

Ο Χασάν στη Δαμασκό

Ο Χασάν είναι ένας μηχανικός 20κάτι χρονών. Κατεβαίνει στους δρόμους της Δαμασκού για να διαδηλώσει ενάντια στην κυβέρνηση εδώ κι εννέα μήνες. Ζει με τους γονείς του σ’ ένα μοντέρνο προάστιο στην αρχαιότερη πρωτεύουσα πόλη του κόσμου. Καταγράφει τα γεγονότα της επίθεσης μιας χιλιάδας Shabiha (παρακρατικοί) σε μια διαδήλωση 7.000 Σύρων στην περιοχή Midan της Δαμασκού.

Παίρνοντας ένα μάθημα απ’ τα δακρυγόνα

Ξεκίνησα να διαδηλώνω ενάντια στην κυβέρνηση στις 15 Μαρτίου κι έχω διαδηλώσει στη Δαμασκό και στα προάστιά της πολλές φορές έκτοτε. Όμως πήρα ένα μάθημα για τα δακρυγόνα μόλις την πρώτη ημέρα του Ραμαζανιού όταν κατέβηκα σε μια απ’ τις τρεις πορείες του Midan, στην καρδιά του κινήματος της πόλης.

Ήμασταν κάπου 7.000 διαδηλωτές στους δρόμους σε μια ηλιόλουστη ημέρα, διαδηλώνοντας ενάντια στην επιδρομή των κυβερνητικών δυνάμεων στη Χαμά, δυό μέρες νωρίτερα. Περπατούσα κοντά στην κεφαλή της πορείας όταν άκουσα τις φωνές των Shabiha που μας είχαν ακολουθήσει και επιτίθονταν στον κόσμο από πίσω με ρόπαλα και δακρυγόνα όπλα.

Είδα μερικούς νέους άνδρες να σχηματίζουν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από πέντε γυναίκες. Αυτές άρχισαν να τρέχουν.

Τρία δακρυγόνα έπεσαν ακριβώς μπροστά μου. Κάποιοι διαδηλωτές έπιασαν ένα-δυο απ’ αυτά και τα πέταξαν πίσω προς τους Shabiha.

Ένας φίλος δίπλα μου προσπάθησε να κάνει το ίδιο, αλλά κάηκε το χέρι του αμέσως και το έριξε κάτω.

Για καμμιά 20αριά δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να αναπνεύσω και ο καπνός με έπνιγε. Ένιωθα σαν να μου είχαν βάλει φωτιά. Ένιωθα σαν κάθε εκατοστό του σώματός μου να καιγόταν. Ίδρωνα κι είχα μια πολύ δυσάρεστη γεύση στη γλώσσα και στον λαιμό μου.

Έτρεξα τυφλά προς ένα δρομάκι προσπαθώντας να εισπνεύσω λίγο καθαρό αέρα στα πνευμόνια μου.

Ήμουν τυχερός που οι φίλοι μου κι εγώ είχαμε ψάξει πρώτα στο διαδίκτυο και διαβάσαμε ότι δεν έπρεπε να τρίψουμε τα μάτια μας. Ένας διαδηλωτής μου πέταξε ένα τενεκεδάκι αναψυκτικού να ξεπλύνω το πρόσωπό μου. Το άδειασα όλο στο κεφάλι μου. Δε ξέρω αν ήταν Coca-cola ή Pepsi αλλά με βοήθησε να νιώσω καλύτερα σε λίγα λεπτά.

Εξοργισμένος με τον πρόεδρο Ασσάντ

Η κυβέρνηση ισοπεδώνει πόλεις και πυροβολεί τους πολίτες. Χρησιμοποιεί τη συλλογική τιμωρία καθώς κλιμακώνει αυτές τις πράξεις της στο ξεκίνημα του ιερού μήνα του Ραμαζανιού. Αυτή η πράξη έχει δύο νοήματα κατά τη γνώμη μου: να προσπαθήσουν να πιέσουν τους μουσουλμάνους εξωθώντας τις άλλες θρησκευτικές ομάδες να δείξουν επιθετικότητα εν μέσω του Ραμαζανιού, και να προσπαθήσουν να εξαντλήσουν την επανάσταση προτού κερδίσει έδαφος μέσα στο Ραμαζάνι οπότε κάθε βράδυ οι μαζικές προσευχές είναι σαν της Παρασκευής και μπορούν να οδηγήσουν σε διαδηλώσεις.

Η βασική ανησυχία μου όταν έτρεχα ήταν ο αδερφός μου και οι φίλοι μας που είχαν κατεβεί στη διαδήλωση αλλά όχι κοντά μου. Ανησυχούσα για το αν θα τα καταφέρουν και εάν θα μπορέσουν να ξεφύγουν αφού δε γνώριζαν καλά τα στενά. Και να μη συλληφθούν.

Όμως, για να ‘μαι ειλικρινής, θα προτιμούσα να σκοτωθώ παρά να συλληφθώ. Φοβάμαι πως αν οι Shabiha με πιάσουνε θα με ανακρίνουν υπό βασανιστήρια για να με αναγκάσουν να πώ ονόματα άλλων που ήταν στη διαδήλωση. Πολλοί απ’ τους φίλους μου έχουν συλληφθεί από κάθε λογής μονάδα των δυνάμεων ασφαλείας. Βασανίστηκαν άγρια και πολλοί απ’ αυτούς δεν μπόρεσαν ν’ αντέξουν. Οπότε μαρτύρησαν τα ονόματα άλλων ακτιβιστών που έπειτα συνελήφθησαν, κρύφθηκαν ή εγκατέλειψαν τη χώρα.

Εγώ είμαι Σουνίτης, αλλά δεν έχω ιδέα αν ήμασταν όλοι μουσουλμάνοι, μπορώ να πώ όμως ότι ένας άλλος νέος μπροστά μου φορούσε ένα χαμηλοκάβαλο τζην κι ένα κόκκινο μπλουζάκι και δε φαινόταν δηλαδή να ερχόταν απ’ το τζαμί απ’ τα ρούχα του. Φώναζε δυνατά συνθήματα και ήταν επικεφαλής ενός κομματιού της διαδήλωσης.

Ήταν γύρω στους 1.000 Shabiha εκείνη τη φορά. Δε θυμάμαι να είδα ένστολους αστυνομικούς ή στρατιώτες την νύχτα εκείνη. Ένα σημαντικό πράγμα που θέλω να τονίσω είναι ότι οι Shabiha δεν είναι όλοι Αλεβίτες, υπάρχουν πολλοί Σουνίτες και Χριστιανοί μεταξύ τους. Βασικά, δεν είναι κατι σχετικό με τη θρησκευτική διαίρεση αλλά μια χαμηλού επιπέδου σταδιοδρομία για ανήθικους ανθρώπους. Τους λέμε απλά τραμπούκους.

Φορούσαν χακί στολές ή κανονικά καθημερινά ρούχα. Οι Shabiha που είχαν όπλα δακρυγόνων φορούσαν και κράνη. Οι άλλοι όχι.

 

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=p3cNBx7Aif0]

Ασφαλίτες πυροβολώντας εναντίον διαδηλωτών, σημαδεύοντας “αυτόν με την κάμερα”, Χομς 27/12/2011

Οι Shabiha είναι παντού

Πιο πρόσφατα στο Midan, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε πραγματικά πυρά. Δεν μπόρεσα να συμμετάσχω σε πολλές κηδείες αυτήν την εβδομάδα για τους νεκρούς του Midan.

Στη διαδήλωση της 1ης Αυγούστου όσο ήμουν εκεί οι δυνάμεις ασφαλείας δε χρησιμοποίησαν πραγματικά πυρά εναντίον μας. Δεν έχω βρεθεί ποτέ κοντά σε πραγματικά πυρά επειδή μετά το Ραμαζάνι οι περισσότερες διαδηλώσεις οργανώθηκαν γρήγορα και διεξήχθησαν μέσα στην νύχτα ώστε να μειώσουν τις πιθανότητες σύλληψεις και προκειμένου να μπορέσουν περισσότεροι άνθρωποι να συμμετάσχουν.

Ο αδερφός μου επίσης κατέφυγε εκείνη την μέρα μαζί με τους φίλους του σε ένα ασφαλές μέρος όπου τον συνάντησα μετά. Δεν πήραν κανέναν μας εκείνη την μέρα πάντως πιστεύω το όνομά μου υπάρχει γραμμένο σε κάποια αναφορά ή σ’ έναν φάκελο σε κάποιο “γραφείο” της ασφάλειας. Πιστεύω πως δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με κάποιον σαν εμένα τώρα, που υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες ακτιβιστών σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η κυβέρνηση είναι πολύ απασχολημένη ψάχνοντας για πιο υψηλού προφίλ ακτιβιστές να καταστείλει όπως κάναν με τον Ghiath Matar απ’ την Daraya, τον Hadi Jundi απ’ τη Χομς και τον Anas Shoughri απ’ την Banias.

Εκείνη την νύχτα και κάθε νύχτα του Ραμαζανιού, όλοι γνωρίζουν πως θα υπάρχει μια διαδήλωση στο Midan. Άλλες διαδηλώσεις οργανώνονται με περισσότερη μυστικότητα και μόνο σε ανθρώπους που εμπιστεύεται κανείς απόλυτα τις ανακοινώνει, κυρίως πρόσωπο με πρόσωπο ή διαδικτυακά μέσω του Facebook, του Skype ή άλλων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μερικές φορές χρησιμοποιούμε και τα τηλέφωνα αλλά χρησιμοποιούμε σύμβολα για τις τοποθεσίες και το επίπεδο της παρουσίας ασφαλιτών.
[youtube http://www.youtube.com/watch?v=uUVmgQoymH8]

νυχτερινή διαδήλωση με κεριά, στην κουρδικής πλειοψηφίας πόλη του Qamishli

Ο Σάμι στη Χομς

Μιλήσαμε την περασμένη βδομάδα (20 Δεκέμβρη 2011) διαδικτυακά με έναν 24χρονο φοιτητή και διαδηλωτή απ’ τη Χομς για το πώς κυκλοφορεί ένας αντικαθεστωτικός διαδηλωτής σ’ αυτό το κέντρο της αναταραχής με τη βοήθεια του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Ο Σάμι (δεν είναι το πραγματικό του όνομα) περιέγραψε τις εμπειρίες του απ’ τις τελευταίες διαδηλώσεις. Σε ορισμένα μέρη οι απαντήσεις του τροποποιήθηκαν ως προς την έκφραση, χωρίς να αλλοιώνεται η ουσία τους, ενώ σε άλλα αφέθηκαν εκτός λεπτομέρειες που ενδεχομένως θα εξέθεταν σε κινδύνους την πηγή μας.

Middle East Voices: Δεχόμαστε αναφορές ότι τα κυβερνητικά στρατεύματα έχουν περικυκλώσει τη Χομς εδώ και πολλές μέρες, κι ότι η ένοπλη πολιτοφυλακή που υποστηρίζει τον πρόεδρο έχει στήσει γύρω στα 60 σημεία ελέγχου. Πες μας τί βλέπεις κι ακούς;

Σαμι: Όχι. Τα σημεία ελέγχου τα κρατούν δυνάμεις του στρατού και της ασφάλειας,΄κι όχι οι Shabiha που αποτελούν ουσιαστικά την πολιτοφυλακή του Ασσάντ. Οι Shabiha στέκουν δίπλα στα σημεία ελέγχου ώστε να βεβαιώνουν ότι οι στρατιώτες του Ασσάντ ακολουθούν τις οδηγίες, και περιστασιακά απαγάγουν ανθρώπους που θεωρούν ότι είναι ακτιβιστές.

Οι λιποτάκτες που έχουν ενσωματωθεί στον Ελεύθερο Συριακό Στρατό στέκονται στο πλάι μας στις διαδηλώσεις για να εμποδίσουν το καθεστώς του Ασσάντ απ’ το να μας επιτίθεται. Έχουν αυτόματα όπλα και απ’ αυτά που εδώ στη Συρία λέμε Ρώσσικα όπλα. Έχω μιλήσει μερικές φορές μαζί τους αλλά τις περισσότερες φορές δε θέλουν να μιλούν (για τη λιποταξία τους). Μίλησα με έναν που ήταν απ’ το Deir ElZour της βορειοανατολικής Συρίας. Είχε λιποτακτήσει απ’ τον στρατό όταν του ζήτησαν να πυροβολήσει ανθρώπους στη Χομς κι έπειτα μπήκε στον Ελεύθερο Συριακό Στρατό όμως οι δυνάμεις αυτές δεν έχουν μπει στη Χομς ακόμη.

Χωρίς τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό δεν μπορούμε να κάνουμε την παραμικρή διαδήλωση, καθώς όταν δεν είναι μαζί μας, οι δυνάμεις του Ασσάντ μας επιτίθενται άμεσα.

Middle East Voices: Υπάρχουν στρατεύματα ή πολιτοφύλακες στη γειτονιά σου; μπορείς να κυκλοφορήσεις ελεύθερα στην πόλη; μπορείς να περπατήσεις ή να οδηγήσεις στη Χομς ή σε σταματούν στα σημεία ελέγχου; Τί ερωτήσεις κάνουν; Συνεχίζεις να πηγαίνεις στα μαθήματα και στη δουλειά σου;

Σαμι: Αυτήν τη βδομάδα δεν είχα δουλειά ή μαθήματα στη σχολή επειδή ολόκληρη η Χομς είναι σε απεργία Καράμα (απεργία για την αξιοπρέπεια) από το Σάββατο. Πριν απ’ αυτό, πήγαινα μαθήματα μόνο στις μέρες που δεν είχε στρατιωτικές επιχειρήσεις ή πυροβολισμούς έξω. Την πρώτη βδομάδα του Δεκέμβρη, δούλεψα τέσσερις ημέρες.

Middle East Voices: Πως νιώθεις έχοντας ένοπλες πολιτοφυλακές στο καρτέρι κάθε μέρα; Φοβάσαι μη σε περάσουν για κάποιον άλλον και σε συλλάβουν, ή σε πυροβολήσουν επειδή θα θεωρήσουν ότι κάνεις κάτι λάθος;

Σάμι: είναι ένα πραγματικά άσχημο συναίσθημα όταν βλέπεις συνεχώς γύρω σου στρατιώτες, στις αγορές, γύρω απ’ τα σπίτια κι ακόμα και στο πανεπιστήμιο, το οποίο φέρει το όνομα του κόμματος Μπαάθ. Είχα σοκαριστεί στ’ αλήθεια όταν είδα έναν τεράστιο αριθμό στρατιωτών να τριγυρνούν μέσα στο πανεπιστήμιο. Ήταν πλήρως οπλισμένοι και είχαν ένα βλοσυρό βλέμμα. Τις πρώτες εβδομάδες που ο στρατός μπήκε στην πόλη ήμασταν πλήρως τρομοκρατημένοι αλλά πλέον το έχουμε κάπως συνηθίσει. Ακόμα με κάνει να νιώθω απαίσια, αλλά όχι τόσο όσο τον πρώτο καιρό. Όταν περνώ από ένα σημείο ελέγχου ή όταν στρατιωτικά οχήματα γυρνούν στην πόλη κρατούν πάντα τα όπλα τους στοχευμένα πάνω μας και παραμένουν έτοιμοι να ρίξουν. Το κάνουν συγκεκριμένα για να μας φοβερίζουν

Υπάρχουν τρία σημεία ελέγχου κοντά στο σπίτι μου. Μπορώ να βγαίνω έξω μόνο την ημέρα. Μόλις νυχτώσει οι στρατιώτες σ’ αυτά τα σημεία ελέγχου μπορούν να πυροβολήσουν οτιδήποτε κινείται. Μπορώ να πάω μόνο σε συγκεκριμένα μέρη στη Χομς. Για παράδειγμα, μπορώ να πάω στη Hamra Ghouta επειδή είναι κοντά στο σπίτι μου, αλλά αν θέλω να πάω σε μια πιο μακρυνή γειτονιά με σταματούν. Κι αν οι δυνάμεις του Ασσάντ σε σταματούν, σε ρωτάν έναν σωρό πράγματα μόνον όταν περνάς από ένα σημείο ελέγχου που δεν είναι στη συνηθισμένη περιοχή σου, αλλά αν είναι στη γειτονιά σου, σου ζητούν απλά τα στοιχεία σου. Για παράδειγμα, εάν θέλω να πάω στη γειτονιά Khalidya θα με ρωτήσουν γιατί πάω εκεί, τί έχω πάνω μου, ποιόν θα συναντήσω… Ελέγχουν επίσης τα αμάξια για να δουν αν έχεις πολλά τρόφιμα είτε ιατρικές προμήθειες ή οτιδήποτε σχετιζόμενο με την αντικαθεστωτική δραστηριότητα.

Middle East Voices: Έχουμε δει πολλά βίντεο με κηδείες, και πυρπολήσεις καταστημάτων και διαδηλώσεις σε περιοχές όπως το Bab Sbaa, το Wadr Arab, το Bab Amro. Έχεις πάει εκεί; κατεβαίνεις σε διαδηλώσεις; οι γονείς σου πρέπει να ανησυχούν πολύ για την ασφάλειά σου. Τι πιστεύεις για τα όσα συμβαίνουν στη Χομς;

Σαμι: Η Χομς είναι μια μεγάλη πόλη, κι όταν μια στρατιωτική επιχείρηση λαμβάνει χώρα σε μια περιοχή, δεν εξαπλώνεται συνήθως σε άλλες, οπότε το πού ζεις είναι πολύ σημαντικό, γιατί η ζωή μπορεί να σταματά ολοκληρωτικά σ’ ένα μέρος ενώ συνεχίζεται κανονικά σ’ ένα άλλο. Η Bab Sbaa είναι μια γειτονιά της παλιάς πόλης της Χομς. Είναι… εκεί που η επανάσταση ξεκίνησε. Θα ήθελα να κατέβω στις διαδηλώσεις εκεί αλλά είναι πολύ δύσκολο να προσεγγίσει κανείς.

Η Baba Amro είναι πολύ κοντά στη γειτονιά μου, κι εκεί η κατάσταση είναι άσχημη. Προσπαθούμε να τους περάσουμε μερικά φάρμακα και τρόφιμα αλλά όχι συνέχεια. Προσπαθήσαμε την προηγούμενη βδομάδα… Η κατάσταση είναι φριχτή. Είδα ένα σωρό σπίτια και καταστήματα κατεδαφισμένα. Ένα απ’ αυτά ήταν ένα φαρμακείο που έδινε δωρεάν φάρμακα στους διαδηλωτές.

Middle East Voices: Έχεις δει κανένα μέλος του Ελεύθερου Συριακού Στρατού στους δρόμους; Τί έχεις ακούσει γι’ αυτούς; Έχεις καμμιά ιδέα πόσοι είναι; πόσο καλά οργανωμένοι κι οπλισμένοι είναι κι αν έχουν κάποια αποτελεσματικότητα στην υπεράσπιση των αμάχων στη Χομς;

Σαμι: Πρόσφατα είδα πολλούς. Οι αριθμοί τους διαρκώς αυξάνονται σήμερα στην περιοχή της Insha. Εμείς στη Χομς ακούμε πολλές μάχες μεταξύ αυτών και των δυνάμεων ασφαλείας, ειδικά την νύχτα που οι δρόμοι είναι άδειοι. Μερικές φορές, επιτίθενται στα γειτονικά κτίρια των δυνάμεων ασφαλείας που είναι απ’ τα πιο σημαντικά κτίρια της ασφάλειας. Έχουν δεχτεί πολλές επιθέσεις απ’ τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό απ’ το ξεκίνημα της εξέγερσης.

Middle East Voices: Οι μονάδες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού συνοδεύουν τους διαδηλωτές; Σας παρέχουν κάποια προστασία; Συνεργάζονται με τους διοργανωτές διαδηλώσεων ώστε να είναι εκεί απ’ το ξεκίνημα της συγκέντρωσης;

Σάμι: Διακρίνω την παρουσία τους μόλις κατέβω στις ημερήσιες διαδηλώσεις. Τα καθήκοντά τους είναι βασικά τα εξής δύο: Να προστατεύσουν τους διαδηλωτές και να αποτρέψουν εισβολές εχθρικών δυνάμεων σε κάθε περιοχή. Δεν νομίζω να έχουν πολλή υποστήριξη, ιδιαίτερα χρήματα, επειδή τους βλέπω να τρώνε ταπεινό φαγητό. Αλλά νομίζω ότι έχουν μια άρτια οργάνωση πίσω τους. Γνωρίζουν ο ένας τις κινήσεις του άλλου κι έρχονται γρήγορα προς υποστήριξη των ανθρώπων που διαδηλώνουν.

Υπάρχει πάντως ένας πραγματικός δεσμός μεταξύ του Ελεύθερου Συριακού Στρατού και των διαδηλωτών. Έτσι, τους ενημερώνουμε για κάθε διαδήλωση που θέλουμε να κάνουμε και μας λένε αν είναι εφικτό ή όχι. Κανονίζουμε μια ημερομηνία κι εκείνη την ημέρα βρίσκουμε τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό επί τόπου, έτοιμο να προστατεύσει τη διαδήλωση. Ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός αποτρέπει τις δυνάμεις του Ασσάντ απ’ το να μας πλήξουν με το να τους επιτίθεται καθώς έρχονται να μας πυροβολήσουν. Μόλις η διαδήλωση λάβει τέλος, φέρνουν αμάξια στην περιοχή και αποσύρονται μ’ αυτά.

Έχουν ειδικά τηλέφωνα… Για να επικοινωνούν μεταξύ τους, κι έχουν επίσης επαφές με στρατιώτους μέσα στον στρατό του Ασσάντ που ενημερώνουν τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό για το πότε οι δυνάμεις του Ασσάντ θα επιτεθούν σε μια περιοχή προτού εκδηλωθεί η επίθεση. Έτσι, μερικές φορές μας ζητούν να τελειώσουμε γρήγορα μια διαδήλωση, όταν γνωρίζουν ότι είμαστε σε κίνδυνο.

Οι δυνάμεις του Ασσάντ επιτίθενται ακόμα σε διαδηλωτές αλλά υπάρχει πρακτικά μεγάλη διαφορά τώρα που ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός τους καθυστερεί τόσο ώστε μπορούμε να ξεφεύγουμε πριν μας πυροβολήσουν.

 

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=T64tImeQZ5o]

Διαδήλωση εν χορώ στη Khalidiya της Χομς 28/12

~

Βλ. σχετικά:

Μια μαρτυρία απ’ την πολιορκημένη Χάμα της Συρίας, 5/8/2011

Η τελευταία λέξη της τεχνολογίας διεθνώς στην υπηρεσία της καταστολής στη Συρία, 4/11/201

Καθημερινές ιστορίες αγώνα κι επιβίωσης απ’ τη Συρία, 28/12/11

Χαιρετισμός στους αγωνιζόμενους προλετάριους στη Συρία, την Αίγυπτο, την Τυνησία… και όλον τον κόσμο – Třídní Válka, 2/2012

Έναν χρόνο μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης, ενημέρωση απ’ τις τοπικές συντονιστικές επιτροπές της Συρίας, 15/3/2012

Γράμμα απ’ τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στα οδοφράγματα της πλ. Ταχρίρ, της Αλεξάνδρειας, του Σουέζ, Αίγυπτος 4/12/2011

εισαγωγή: Από τις 19 Νοέμβρη,  χιλιάδες Αιγύπτιοι κατεβήκαν ξανά στην πλατεία Ταχρίρ μετά την στρατιωτική καταστολή μιας διαδήλωση – επίδειξη δύναμης του στρατιωτικού καθεστώτος, σε μια κίνηση που ονομάστηκε “δεύτερη επανάσταση” ή “πραγματική επανάσταση”. Ουσιαστικά πρόκειται για την υπεράσπιση των ριζοσπαστικών στοιχείων της εξέγερσης, ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία που ανέλαβε τα ηνία της χώρας μετά τον διωγμό του Μουμπάρακ. Μέσα σε μια βδομάδα οι κινητοποιήσεις είχαν εξαπλωθεί σε πολλές πόλεις της Αιγύπτου ενώ η ίδια η πλ. Ταχρίρ μετατράπηκε ξανά σε πεδίο διαλόγου και πολέμου. Μέχρι σήμερα τουλάχιστον 40 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και πάνω από 2.000 έχουν τραυματιστεί σοβαρά. Οι εκλογές της περασμένης Δευτέρας, ανέδειξαν με πρωτοφανή συμμετοχή νικητή την Μουσουλμανική Αδελφότητα, με τις ψήφους της -όλον αυτόν τον καιρό- σιωπηλής πλειοψηφίας των Αιγυπτίων που φαίνεται να επιθυμεί μια επιστροφή σε μια οποιαδήποτε ομαλότητα μετά τις ταραχές του 2011, βάζοντας έτσι την ταφόπλακα στην επανάσταση, γεγονός που βρίσκει απέναντί του το πείσμα των πιο προλεταριακών κι επαναστατικών στοιχείων της αιγυπτιακής κοινωνίας.

Γράμμα απ’ την επαναστατική ένωση εργατών στην κλωστοϋφαντουργία στους επαναστάτες των οδοφραγμάτων στην πλ. Ταχρίρ, στην Αλεξάνδρεια και στο Σουέζ

Ένδεκα μέρες πίσω απ’ τα οδοφράγματα στις πλατείες της Αιγύπτου είναι απόδειξη ότι οι επαναστάτες έχουν επαναφέρει την νομιμότητα της επανάστασης σε δεκαεπτά επαρχίες. Ωστόσο αν και οι επαναστάτες προσέφεραν τη θυσία τους σαν μάρτυρες στις πλατείες, για ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη, προσέφεραν τους λαβωμένους τους, κι έχασαν πάνω από 11.000 δικούς τους στις στρατιωτικές φυλακές, δεν έχουμε ακόμα γευτεί τους καρπούς του αγώνα μας.

Σήμερα, δέκα μήνες μετά είδαμε τα απομεινάρια του παλιού συστήματος να ανακυκλώνονται, και καιροσκοπικές απόπειρες των πολιτικών δυνάμεων με θρησκευτική εξουσία να αγνοήσουν την επαναστατική νομιμότητα των μαζών στις πλατείες, που εδώ και δέκα μήνες ποτίζει το αίμα των μαρτύρων αδιάκοπα, έρχονται τώρα να καπελώσουν και να παραποιήσουν τη δημοκρατία για την οποία αγωνιζόμαστε. Θέλουν να υπογράψουν το πιστοποιητικό θανάτου της επανάστασης στις κάλπες, γιατί γνωρίζουν ότι ο δρόμος τους για την εξουσία μπορεί να περάσει μόνο πάνω απ’ το αίμα των μαρτύρων και των τραυματισμένων. Εναπόκειται συνεπώς στους επαναστάτες στις πλατείες να προτείνουν μια εναλλακτική στην αιματοβαμένη δημοκρατία που το στρατιωτικό συμβούλιο και οι σύμμαχοί του μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων με θρησκευτική εξουσία έχουν προαποφασίσει.

Η επιστροφή των μαζών στις πλατείες έχει γεννήσει εμπειρίες μεταξύ των επαναστατικών δυνάμεων των φοιτητών, των εργατών, των αγροτών, των επαγγελματιών και των περιθωριοποιημένων πάνω στις οποίες πρέπει να χτίσουμε για να δημιουργήσουμε την νέα μορφή της δημοκρατίας που πρέπει να υπερασπιστούμε.

Το στρατιωτικό συμβούλιο και οι σύμμαχοί του στους διαδρόμους της εξουσίας και τα πολιτικά κόμματα στήνουν ένα κοινοβούλιο για να επεκτείνουν την παρουσία και την νομιμοποίησή τους. Τώρα είναι η ώρα για τις μάζες στις πλατείες να δημιουργήσουν μορφές λαϊκής επαναστατικής δημοκρατίας στην Ταχρίρ, την Αλεξάνδρεια, το Σουέζ, την Μανσούρα και το Σοχάγκ… Πρέπει να αναπτύξουμε νέες, νομιμοποιημένες μορφές δημοκρατικής αντιπροσώπευσης από τους δρόμους ούτως ώστε να δημιουργήσουμε λαϊκά επαναστατικά συμβούλια στις πλατείες από:

Δημόσιες ψηφοφορίες απ’ τις δεκάδες χιλιάδες που βρίσκονται στα οδοφράγματα στην πλ. Ταχρίρ για να δημιουργηθεί το πρώτο λαϊκό επαναστατικό συμβούλιο επιλέγοντας 100 επαναστάτες από μέσα απ’ την πλατεία, για να εκφράζουν τους σκοπούς και τα αιτήματα της επαναστατικής νομιμότητας. Το Λαϊκό Επαναστατικό Συμβούλιο πρέπει να σχηματίσει αιρετές επιτροπές που θα λαμβάνουν κάθε απόφαση με ψήφο. Το Επαναστατικό Συμβούλιο θα ενημερώνει το Στρατιωτικό Συμβούλιο για τις αποφάσεις που λαμβάνει μέσω των μήντια.

Λαϊκά Επαναστατικά Συμβούλια πρέπει να σχηματιστούν στις πλατείες του λαού στην Αλεξάνδρεια και στο Σουέζ μετά την Ταχρίρ, και να συνεργάζονται μεταξύ τους για να πετύχουν τους σκοπούς της λαϊκής επανάστασης. Τα Λαϊκά Επαναστατικά Συμβούλια είναι η πιο ώριμη μορφή δημοκρατικής έκφρασης της προσδοκίας του λαού για δικαιοσύνη, ισότητα κι ελευθερία. Αντιπροσωπεύουν την επαναστατική νομιμότητα ενάντια στην “νομιμότητα” του Μουμπάρακ, του συμβουλίου του και των συμμάχων τους.

Σας προτείνουμε την εκλογή ενός Λαϊκού Επαναστατικού Συμβουλίου στις δημόσιες πλατείες επειδή υποστηρίζουμε την επανάσταση μ’ όλην τη δύναμή μας, και ως ένωση εργατών στην κλωστοϋφαντουργία που σχηματίστηκε αμέσως μετά την επανάσταση θα ενωθούμε μαζί σας υποστηρίζοντας και σε αλληλεγγύη με όλες τις δημοκρατικές αποφάσεις σας μέσω στάσεων εργασίας, μερικών απεργιών και ακόμα και μιας γενικής απεργίας χάρις στην εμπιστοσύνη μας σε σας.

Νίκη στην επανάσταση!
Δόξα στους μάρτυρες!

Επαναστατική Ένωση Εργαζομένων Κλωστοϋφαντουργίας

Πηγή: http://takethesquare.net/2011/12/04/a-letter-from-the-revolutionary-association-of-textile-workers-to-the-revolutionaries-on-the-barricades-in-tahrir-square-alexandria-and-suez/

*~*~*

Σχετικά: Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης, H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011, Επείγουσα επιστολή από ανώνυμο σύντροφο, Κάιρο 24/11/2011, Αραβικές εξεγέρσεις

Η βία και η καταστροφή του Κράτους – Gilles Dauvé & Karl Nesic

Η βία και η καταστροφή του Κράτους

Ως μια μικρή υπενθύμιση ας πάμε λίγο πίσω στον χρόνο.

Για λόγους που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ, οι κομμουνάροι του 1871 δεν άλλαξαν πολλά απ’ τον κοινωνικό ιστό: αυτό, συν το ότι η εξέγερση ήταν απομονωμένη σε μία μόνο πόλη, απέτρεψε τους κομμουνάρους απ’ το ν’ απευθυνθούν στ’ αλήθεια στον υπόλοιπο κόσμο, παρά τη γενική λαϊκή υποστήριξη που είχαν στο Παρίσι. Η ανωτερότητα του στρατού των Βερσαλλιών δεν οφειλόταν μόνο στο περισσότερο στράτευμα ή τον καλύτερο οπλισμό: ήταν ο νόμος και η τάξη, η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας και το αντιεργατικό της πρόγραμμα που κατάφερε να γίνει πιο συνεκτικά κατανοητό, να τεθεί σε κίνηση και να έχει την υπεράσπιση των αστών πολιτικών, παρά ο κοινοτισμός και η κοινωνική δημοκρατία από του κομμουνάρους ηγέτες.

Στη Ρωσσία, το 1917, σε αντίθεση με τους κομμουνάρους, οι Μπολσεβίκοι ήξεραν πολύ καλά τί ήθελαν -την κατάληψη της εξουσίας- και το κενό εξουσίας που είχε δημιουργηθεί τους επέτρεψε να το καταφέρουν. Οι εξεγερμένοι ξεφορτώθηκαν έναν κρατικό μηχανισμό που ήταν ήδη διαλυμένος, αλλά δεν προσπάθησαν ή δεν κατάφεραν να αλλάξουν την κοινωνική δομή, κέρδισαν στον εμφύλιο πόλεμο, αλλά τελικά δημιούργησαν μια νέα κρατική εξουσία.

Στην Ισπανία, τον Ιούλη του 1936, η εργατική εξέγερση παρέλυσε τον κρατικό μηχανισμό, όμως μέσα σε λίγες βδομάδες παρέδωσε την πολιτική εξουσία στις ρεφορμιστικές και συντηρητικές δυνάμεις. Από κει και πέρα, κάθε κοινωνική αλλαγή περιοριζόταν από την πίεση ενός επαναθεμελιωμένου κρατικού μηχανισμού, που μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο έστρεψε ανοιχτά την αστυνομία του εναντίον των εργατών.

Στα 1960, το ριζοσπαστικό κύμα ήρθε αντιμέτωπο με τους πειθαρχικούς μηχανισμούς, αλλά ποτέ δεν ξεμπέρδεψε μ’ αυτούς. Η γαλλική γενική απεργία κατέστησε ανίσχυρα τα όργανα της κεντρικής πολιτικής εξουσίας, μέχρις ότου η παθητική στάση των περισσότερων εργατών επέτρεψε στο Κράτος να επανακτήσει τον ρόλο του. Το κενό εξουσίας δεν μπορούσε να διαρκέσει πάνω από μερικές εβδομάδες, κι έπρεπε να καλυφθεί ξανά.

Αυτή η σύντομη αναδρομή μας θυμίζει ότι ακόμα κι αν στην αφηρημένη συζήτηση είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την κοινωνική από την πολιτική σφαίρα, στην πραγματική ζωή αυτός ο διαχωρισμός δεν υφίσταται. Οι περασμένες αποτυχίες μας δεν ήταν ούτε κοινωνικές ούτε πολιτικές: ήταν και τα δυο. Η μπολσεβικική κυριαρχία δε θα είχε καταφέρει να εδραιωθεί ως εξουσία πάνω στους προλεταρίους, εάν αυτοί είχαν καταφέρει να αλλάξουν τις κοινωνικές σχέσεις, και οι κοινωνικοποιήσεις μετά το 1936 στην Ισπανία δε θα τελείωναν με καταστροφικό τρόπο, εάν οι εργάτες είχαν κρατήσει την εξουσία που κατέκτησαν στους δρόμους τον Ιούλη του ’36.

Κομμουνιστικοποίηση σημαίνει ότι η επανάσταση δε θα είναι μια διαδοχή φάσεων: πρώτα η διάλυση και καταστροφή της κρατικής εξουσίας, μετά η κοινωνική αλλαγή.

Αν και είναι έτοιμοι να αποδεχθούν κατ’ αρχήν κάτι τέτοιο, αρκετοί σύντροφοι, “αναρχικοί” όσο και “μαρξιστές”, είναι διστακτικοί απέναντι στην ιδέα μιας κομμουνιστικοποίησης που φοβούνται ότι θα δοκίμαζε να αλλάξει τον κοινωνικό ιστό χωρίς να μπει στον κόπο να τσακίσει την κρατική εξουσία. Οι σύντροφοι αυτοί χάνουν το νόημα. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι αμιγώς ή κυρίως κοινωνική και κατ’ επέκτασιν μη-πολιτική, ή απλώς περιθωριακά πολιτική. Συνεπάγεται την καταπολέμηση των οργάνων καταστολής, τόσο της εξουσίας όσο και ιδιωτικών. Η επανάσταση είναι βίαια. (Με την ευκαιρία, ποιά δημοκρατική επανάσταση επικράτησε ποτέ με ειρηνικά μέσα;)

Ουσιαστικά, η κομμουνιστικοποίηση υπερνικά τις αντεπαναστατικές δυνάμεις αφαιρώντας τους την υποστήριξή τους. Η δύναμη προώθησης των φορέων της δεν προέρχεται απ’ τις εκτελέσεις καπιταλιστών, αλλά απ’ την αφαίρεση των λειτουργιών και της εξουσίας τους. Οι φορείς της κομμουνιστικοποίησης δε σημαδεύουν εχθρούς αλλά υποσκάπτουν και μεταβάλλουν τις κοινωνικές σχέσεις. Η ανάπτυξη μη χρηματικών και μη κερδοσκοπικών σχέσεων αναδύεται μέσα από ολόκληρη την κοινωνία, και θα δράσει ως κύρια ώθηση που θα διευρύνει το ρήγμα μεταξύ του Κράτους και ολοένα και μεγαλύτερων κομματιών του πληθυσμού. Η επιτυχία μας τελικά θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της ανθρώπινης κοινότητάς μας να επεκτείνεται κοινωνικά. Αυτή είναι η ουσία.

Οι κοινωνικές σχέσεις ωστόσο, είναι ενσαρκωμένες σε κτίρια, σε αντικείμενα και σε όντα με σάρκα και οστά, και η κοινωνική αλλαγή δεν είναι ποτέ ούτε στιγμιαία ούτε αυτόματη. Ορισμένα εμπόδια θα πρέπει να σαρωθούν: ότι απλά να εκτεθούν, αλλά να τελειώνουν. Θα χρειαστούμε κάτι παραπάνω από μια πολιτική ανυπακοή: η παθητική αντίσταση δεν είναι αρκετή. Οι άνθρωποι θα πρέπει να πάρουν θέση, ορισμένοι θα τοποθετηθούν απέναντι στην κομμουνιστικοποίηση και μια επαναστατική μάχη δε δίνεται μόνο με λόγια. Τα κράτη (δικτατορικά ή δημοκρατικά) είναι τεράστιες συσσωρεύσεις ένοπλης βίας. Όταν αυτή η ένοπλη βία αμοληθεί εναντίον μας, όσο μεγαλύτερη είναι η μαχητικότητα των εξεγερμένων, τόσο περισσότερο η ισορροπία δυνάμεων θα χάνεται για την κρατική εξουσία, και τόσο λιγότερη αιματοχυσία θα υπάρξει.

Μια εξεγερτική διαδικασία δε συνίσταται απλώς στην κατάληψη κτιρίων, το στήσιμο οδοφραγμάτων και τους πυροβολισμούς για μια μέρα, που μπορούμε κάλλιστα να ξεχάσουμε την επόμενη. Είναι κάτι περισσότερο από τον απλό αυθορμητισμό και μια επί τόπου εφήμερη συνεύρεση. Αν δεν υπάρχει μια συνέχεια, το κίνημά μας θα φουσκώσει σήμερα και θα ξεθυμάνει αύριο. Ένας αριθμός εξεγερμένων θα πρέπει να παραμείνουν οργανωμένοι και διαθέσιμοι ως ένοπλες ομάδες. (Ούτως ή άλλως, κανείς δεν έχει ταλέντα ή επιθυμίες για τα πάντα). Όμως, αν αυτές οι ομάδες λειτουργήσουν ως σώματα ειδικών στον ένοπλο αγώνα, θα αναπτυχθεί ένα μονοπώλιο της κοινωνικά νόμιμης βίας, και σύντομα θα έχουμε μια “προλεταριακή” αστυνομία, και μαζί της μια “προλεταριακή κυβέρνηση”, έναν “λαϊκό” στρατό κλπ. Η επανάσταση θα λήξει άδοξα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα με πολύ συγκεκριμένους όρους, όπως π.χ. τί να κάνουμε με τα αστυνομικά αρχεία που τυχόν θα βρούμε. Αν και η επανάσταση μπορεί κατ’ εξαίρεσι να κάνει χρήση των αστυνομικών αρχείων και δεδομένων των υπηρεσιών ασφαλείας για λογαριασμό της, βασικά αυτό που θα κάνει είναι να καταστρέψει, όπως και κάθε είδος ποινικών μητρώων.

Η επανάσταση δεν είναι α-πολιτική. Είναι αντι-πολιτική.

Η κομμουνιστικοποίηση περιλαμβάνει την καταστροφή του Κράτους, και τη δημιουργία νέων διαδικασιών διεύθυνσης, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρουν. Κάθε διάσταση αλληλεπιδρά με την άλλη. Καμμία δεν μπορεί να πετύχει χωρίς την επιτυχία της άλλης. Είτε οι δυο αυτές δραστηριότητες θα συνδυαστούν, είτε θα αποτύχουν αμφότερες. Εάν οι προλετάριοι δεν ξεφορτωθούν τα πολιτικά κόμματα, το κοινοβούλιο, τα αστυνομικά σώματα, τον στρατό, κλπ, όλες οι κοινωνικοποιήσεις που θα έχουν πετύχει, όσο προχωρημένες κι αν είναι, αργά ή γρήγορα θα τσακιστούν, ή θα χάσουν τη δυναμική τους, όπως συνέβη στην Ισπανία μετά το 1936. Απ’ την άλλη, εάν ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στο κράτος και την αστυνομία περιοριστεί απλά σε μια στρατιωτική αναμέτρηση, το ένα στρατόπεδο ενάντια στο άλλο, και αν οι εξεγερμένοι δεν καταλάβουν τις κοινωνικές βάσεις του Κράτους, το μόνο που θα πετύχουν θα είναι η δημιουργία ενός αντι-στρατού, που μοιραία θα ηττηθεί στο πεδίο των μαχών όπως συνέβη στην Ισπανία μετά το 1936, καθώς μόνο ένα εν δυνάμει Κράτος μπορεί να έχει υπεροπλία εναντίον του Κράτους.

Η κομμουνιστική επανάσταση δε διαχωρίζει τα μέσα απ’ τους σκοπούς. Κατά συνέπεια, δε θα κατακτήσει (ή διαλύσει) πρώτα την πολιτική εξουσία, ώστε μετά να αλλάξει την κοινωνία. Και τα δύο θα προχωρήσουν με το ίδιο βήμα και θα ενισχύει το ένα το άλλο, διαφορετικά είναι εξίσου καταδικασμένα.

Η κομμουνιστικοποίηση μπορεί να συμβεί μόνο σε μια κοινωνία που σπαράσσεται από μαζικές απεργίες, τεράστιες διαδηλώσεις, διάχυτες καταλήψεις δημόσιων κτιρίων και χώρων εργασίας, ταραχές, εξεγερτικές απόπειρες, απώλεια του ελέγχου από το Κράτος επί ολοένα και περισσότερων κοινωνικών ομάδων και περιοχών, με άλλα λόγια μια αναταραχή αρκετά δυνατή ώστε η κοινωνική αλλαγή να πάει βαθύτερα από μια απλή προσθήκη αποσπασματικών μεταρρυθμίσεων. Η αντίσταση στα αντεπαναστατικά ένοπλα σώματα περιλαμβάνει την ικανότητά μας να σπάμε το ηθικό τους και να τα εξουδετερώνουμε, καθώς και να αντεπιτιθόμαστε όταν μας επιτίθενται. Καθώς η δυναμική της κομμουνιστικοποίησης αυξάνεται, κερδίζει το πλεονέκτημα, αυξάνει το διακύβευμα και καταφεύγει ολοένα και λιγότερο στη βία, ωστόσο μόνο μέσα σε μια παραμυθένια σαπουνόφουσκα μπορεί κανείς να πιστεύει σε μια ολότελα αναίμακτη σπουδαία κοινωνική αλλαγή.

Στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Καράκας το 2006, ο John Holloway δήλωσε: “το πρόβλημα δεν είναι να καταστρέψουμε τον καπιταλισμό, αλλά να σταματήσουμε να τον δημιουργούμε!”. Αυτή είναι πράγματι μια όψη της κομμουνιστικοποίησης, εξίσου εκφρασμένη από έναν απ’ τους χαρακτήρες στο μυθιστόρημα της Ursula Le Guin The Dispossessed (στμ: στα ελληνικά έχει εκδοθεί με τον τίτλο Ο Αναρχικός των δύο Κόσμων): ο στόχος μας δεν είναι τόσο να κάνουμε την επανάσταση, όσο να είμαστε η επανάσταση. Ακριβώς. Όμως η θεωρία του J. Holloway του “να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία” εκκενώνει αυτήν τη διαδικασία από κάθε πραγματικότητα αρνούμενη τον ανταγωνισμό με το Κράτος. Όπως ο Holloway, δε θέλουμε να πάρουμε την εξουσία. Όμως, αντίθετα μ’ αυτόν και τους ακολούθους του, γνωρίζουμε ότι η κρατική εξουσία δε θα εξαφανιστεί κάτω απ’ την απλή πίεση ενός εκατομμυρίου συλλογικοτήτων: Δεν πρόκειται να πεθάνει από φυσικό θάνατο. Αντιθέτως, είναι στη φύση της να κινητοποιεί κάθε διαθέσιμο εφόδιο προκειμένου να υπερασπιστεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Η κομμουνιστικοποίηση δε θα αφήσει την κρατική εξουσία κατά μέρους: είναι αναγκασμένη να την καταστρέψει.

Το σύνθημα των Χαρτιστών “Peacefully if we may, forcibly if we must” (ειρηνικά αν μπορούμε, με τη βία αν αναγκαστούμε), είναι ορθό, στο βαθμό που κατανοούμε ότι θα αναγκαστούμε να χρησιμοποιήσουμε βία.

Σε επαναστατικούς καιρούς, η κοινωνική βία και η κοινωνική ευρηματικότητα είναι αδιαχώριστες: η ικανότητα των προλεταρίων να ελέγχουν την ίδια τους τη βία θα εξαρτηθεί απ’ την ικανότητα αυτής της βίας να είναι εξίσου δημιουργική όσο και καταστροφική. Για να είναι η καταστροφή του Κράτους (επιθυμούμε να καταστρέψουμε την εξουσία, κι όχι να την οικειοποηθούμε) παραπάνω από κούφια λόγια, οι αρνητικές πράξεις πρέπει να είναι επίσης θετικές. Όχι όμως δημιουργώντας μια νέα αστυνομία, έναν νέο στρατό, ένα νέο κοινοβούλιο κλπ. Δημιουργώντας νέα, απελευθερωμένα λειτουργικά όργανα, άμεσα εξαρτημένα απ’ τις κοινωνικές σχέσεις.

Πηγή: http://www.troploin.fr απόσπασμα από την αγγλική έκδοση του “Communisation” των Gilles Dauvé και Karl Nesic

Η στρατηγική λογική της διαρκούς συγκρουσιακότητας

Η στρατηγική λογική της διαρκούς συγκρουσιακότητας

Η πρακτική της οργανωμένης εκτός νόμου αντιπαράθεσης με το κράτος από την επαναστατική μειοψηφία, είτε διεξάγεται στο επίπεδο της εμπέδωσης της μαζικής αγωνιστικότητας σε δημόσιες κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις και εκστρατείες επαγρύπνησης, είτε της παράνομης χαμηλής έντασης μαχητικότητας μικρών ομάδων είτε του ένοπλου στρατιωτικού αγώνα της αντάρτικου πόλης, δεν αποτελεί από μόνη της μια ικανή συνθήκη ρήξης με την αναπαραγωγή της σχέσης Κεφάλαιο.

Το επαναστατικό κύμα του 1917-21 έχοντας ανάγκη τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως πυροκροτητή, έχοντας προκύψει από τις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ήταν στην καλύτερη περίπτωση μια έμμεση συνέπεια της προπολεμικής εντατικοποίησης της ταξικής πάλης.

Η Κινεζική λαϊκή επανάσταση μεταξύ 1911 και 1949 ήταν μια συνάρτηση της ταραχώδους διείσδυσης της εμπορευματικής οικονομίας και της παγκόσμιας αγοράς σε μια αγροτική κοινωνία, και της αποτυχία των παλιών κυρίαρχων τάξεων να αναπτύξουν οι ίδιες έναν αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιάζονται αλλά το καίριο σημείο είναι ότι οι επαναστατικές εκρήξεις είναι προϊόν των εσωτερικών δομικών αντιφάσεων της σχέσης κεφάλαιο και της επίδρασής της στις υλικές συνθήκες ζωής των προλεταριοποιημένων μαζών. Όχι ένα δημιούργημα της θέλησης μιας τολμηρής και θαρραλέας μειονότητας.

Η αποδοχή της εγκυρότητας μιας τέτοιας υλιστικής και ντετερμινιστικής προοπτικής και κατ’ επέκτασιν του ότι η ιστορική αλλαγή καθοδηγείται από τις μεταβολές στις υλικές συνθήκες ζωής των μαζών και δεν παράγεται από την αποφασιστικότητα λίγων κι ακόμα λιγότερο απ’ τη δίψα για ελευθερία μερικών εκ μέρους της πλειοψηφίας: Τί ρόλος μένει τότε για τις πρακτικές της σύγκρουσης και της επίθεσης από μεριάς της επαναστατικής μειοψηφίας σε αντεπαναστατικούς καιρούς;

Σίγουρα δεν μπορεί να βασίζεται σε μια ηθική ή αισθητική δικαιολόγηση.

Η “ομορφιά” του αγώνα δεν είναι στρατηγική και ζέχνει ναρκισσισμό. Όσο για το “ηθικό χρέος” της αντίστασης, το να βασίζει κανείς την πρακτική του σε μια ανάγκη για ηθική κάθαρση του ατόμου σημαίνει να αρνείται εντελώς την πολιτική σφαίρα. Καταδικάζει έτσι κανείς τον εαυτό του σ’ ένα προσωπικό ψυχόδραμα που μπορεί να εκδηλωθεί τόσο ως απόλυτος πασιφισμός όσο και ως απερίσκεπτη βία.

Δεν αναγνωρίζουμε καμμιά ηθική υποχρέωση να αντισταθούμε. Μόνο την ιστορική υποχρέωση να νικήσουμε.

Και σύμφωνα με μια τέτοια υλιστική και στρατηγική προοπτική, ποιοί είναι οι σκοποί της διατήρησης μιας κατάστασης διαρκούς συγκρουσιακότητας μεταξύ του κράτους και της επαναστατικής μειοψηφίας της τάξης;

Η απάντηση είναι απλή, όταν οι καπιταλιστικές σχέσεις βυθίζονται στην κρίση ως αποτέλεσμα αντικειμενικών δομικών παραγόντων, η επανάσταση και η κομμουνιστικοποίηση δεν παράγονται αυτόματα ούτε γενικεύονται αυθόρμητα.

Μόνο εάν ένα κομμάτι της τάξης έχει οργανωθεί το ίδιο γύρω απ’ το κομμουνιστικό πρόγραμμα κι έχει αναπτυχθεί ως συνεκτική μάχιμη δύναμη όλα αυτά τα χρόνια και τις δεκαετίες της πολιτικής ζωής (μια ανάπτυξη που γίνεται δυνατή μόνο διαμέσου της σύγκρουσης με το κράτος και της εντατικοποίησης των καθημερινών κοινωνικών αγώνων), μπορούν αυτές οι αναπόφευκτες στιγμές ευκαιρίας να πιαστούν απ’ τον λαιμό.

Η επαναστατική μειοψηφία αναπτύσσει την μαζική βάση της και διαχέει μια προλεταριακή ανταγωνιστική προοπτική σ’ ολόκληρη την κοινωνική ζωή μέσω μιας διαδικασίας συσσώρευσης δυνάμεων στο πεδίο της διαρκούς σύγκρουσης.

Αυτή η συσσώρευση καρποφορεί στο σημείο της σύγκλισης με την αντικειμενική δομική κρίση του συστήματος. Εάν η προπαρασκευαστική συσσωρευτική εργασία δεν έχει γίνει, η στιγμή θα χαθεί.

Έτσι, η πρακτική της διαρκούς συγκρουσιακότητας οικοδομεί την πολιτική τάξη και γενικεύει τη συνείδηση της ταξικής πόλωσης που δημιουργεί τις δυνάμεις που είναι απαραίτητες προκειμένου να αδράξουν την ευκαιρία, τη στιγμή της δομικής κρίσης.

Η συνέχεια του κόμματος ως ιστορική και υλική δύναμη μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο μέσω της συνέχειας μιας οργανωμένης μαζικής δράσης σε κάθε επίπεδο του αγώνα. Δεν είναι απλά ζήτημα προσηλυτισμού και θεωρητικής παραγωγής.

*

[Τροφή για σκέψη. από: http://signalfire.org/?p=9549]

ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΤΕΛΜΑ

ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΤΕΛΜΑ

προς ένα ξεπέρασμα του μηδενισμού

 

“Ολόκληρη η εποχή μας και η κοινωνία είναι βαθιά μηδενιστική και το ξεπέρασμα του μηδενισμού αυτού δεν γίνεται με ευεργετικές απεραντολογίες περί κάποιας γενικής και αόριστης (πάντα ομιχλώδους) ελευθερίας.” -από Κ.Κ.Κορυδαλλού

“Είμαστε καχύποπτοι με τα πάντα.” –από τη συνέλευση Λευκού Πύργου, 29/5/2011

Ο σύγχρονος μηδενισμός αντανακλά ένα διπλό αδιέξοδο. Απ’ την μια, ανυπαρξία προοπτικής στον καπιταλισμό για αυξανόμενο μέρος της κοινωνίας, απ’ την άλλη η διαχρονική αποτυχία κάθε εξέγερσης εναντίον του. Είναι η ιδέα που υπάρχει σε κάθε κεφάλι: η διαρκής ματαίωση, η απόγνωση, η απουσία νοήματος. Απ’ τον ακτιβισμό ως τα ναρκωτικά, κι απ’ την μανιοκατανάλωση ως τις εναλλακτικές θεραπείες, ο καθένας ανταποκρίνεται όπως μπορεί στην έλξη του μηδενός.

Ο μηδενισμός είναι το βασικό προϊόν αυτής της κοινωνίας άρα και αυτό με το οποίο θα κριθεί[1]. Ως γενικός κριτής, είναι αναγκαία όψη κάθε εξέγερσης, που επείγεται όμως να ξεπεραστεί απ’ τη δημιουργία νέων αξιών, νέων κοινωνικών σχέσεων, νέας ζωής. Νέες θετικότητες δηλαδή, που προκύπτουν αυθόρμητα απ’ την ίδια την αναγκαιότητα της εξέγερσης να επιβιώσει και (άρα) να εξαπλωθεί. Χωρίς τη δημιουργία νέων δομών, μετά από κάθε εξαγνισμό μέσω της φωτιάς, όσο καταστροφικός κι αν είναι αυτός, ο παλιός κόσμος θα επιστρέφει. Μια ήττα της εξέγερσης φέρει αναπόφευκτα μέσα της και την φετιχοποίηση της ανεκπλήρωτης μηδενιστικής φάσης της, που γίνεται αδιαπέραστο ανώτατο όριο. “Αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ”, vanitas vanitatum…[2] κι αφού όλες οι εξεγέρσεις καταπνίγονται ή οδηγούν σε χειρότερες τυραννίες, τότε τί μένει; Μα φυσικά το φετίχ, η εξέγερση ως ιδεολογία, ο μηδενισμός ως στυλ, ως “ατομική επιλογή”, ως “αξιακός κώδικας” κι ένδειξη μιας ηθικής ανωτερότητας απ’ τον χύδην όχλο. Την ίδια στιγμή, ένας όχλος κατεβαίνει στο σύνταγμα για το μικροσυμφέρον του που χάνεται, κουβαλάει σημαίες, βαράει τύμπανα, φωνάζει πρωτόγονα συνθήματα, είναι “απολιτίκ” (σύμφωνα με κάθε πλασιέ “πολιτικοποίησης”), γιουχάρει τους πολιτικοποιημένους που του κουνάν το δάχτυλο.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε εδώ, πώς ενώ για τους πολιτικοποιημένους οι -ηττημένες- εξεγέρσεις και οι τεχνοτροπίες τους γίνονται αδιαπέραστο όριο πολιτικού σχεδιασμού, μέσο κοινωνικοποίησης, ταυτότητας, δηλαδή θέαμα προς αναπαράσταση, είναι αντίθετα ο όχλος που θα προσπαθήσει να δώσει απαντήσεις στο αδιέξοδο, να προτείνει ένα ξεπέρασμα του μηδενισμού. Οι βασικές αρχές του καλέσματος πάνω στο οποίο συσπειρώθηκε έχουν μεγάλο ενδιαφέρον:

1) Άρνηση των κομμάτων και των συνδικάτων, καχυποψία προς τις πολιτικές ιδεολογίες.
2) Διαρκείς συγκεντρώσεις και δημιουργία συνελεύσεων, αντί για διαδηλώσεις.
3) Δέσμευση στην μη-βία (τουλάχιστον μέχρι να καταπατηθεί απ’ την άλλη πλευρά).
4) Σεβασμός στον εσωτερικό διάλογο και ενότητα.

Αξίζει να σημειωθεί, πριν δούμε πιο αναλυτικά τα χαρακτηριστικά αυτά, το στοιχείο που σηματοδότησε την πυροδότηση του κινήματος, που όπως σε κάθε αυθεντική εξέγερση [3] δεν ήταν παρά ένας συναγωνισμός (η “καλή Έρις” των αρχαίων Ελλήνων κατά τον Νίτσε) μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, για το ποιά θα φανεί πιο φιλόξενη στο μικρόβιο της αναταραχής που μετέλαβε απ’ τις αραβικές χώρες η Ισπανία.

Ως προς αυτά τα χαρακτηριστικά τώρα, είναι εμφανής η συνειδητοποίηση -έστω και μερική- του “τέλους του διαλόγου”. Ο όχλος δεν επιδιώκει να “μετρηθεί” διαδηλώνοντας, να γίνει εργαλείο επαναδιαπραγμάτευσης των πολιτικών συσχετισμών, γιατί ξέρει ότι δεν υπάρχει κανένας συσχετισμός που θα τον ωφελούσε. Απορρίπτει τους παλιούς εκπροσώπους του, που έχουν καταστεί ανώφελοι και περιττοί, κι αντιπροσωπεύουν την ήττα, το αδιέξοδο. Αρνείται συνολικά την εκπροσώπηση, τα μμε, ακόμα κι αν φέρει -έστω και αόριστα, αδιαμόρφωτα- αιτήματα, δε ζητάει την ικανοποίησή τους από ένα καθεστώς συνολικά απόμακρο και εχθρικό, προτιμά να σμιλεύσει την ανάπτυξή του μέχρις ότου αναγκαστικά ίσως να τα επιβάλει [4]. Αποτρέποντας τα κόμματα και τις οργανώσεις απ’ το εσωτερικό του, αποφεύγει την ηττημένη ήδη απ’ το ξεκίνημά της προοπτική του εμφυλίου, τη διαίρεση του προλεταριάτου βάσει ιδεολογίας και τον κατακερματισμό, αλλα ετοιμάζεται για πραγματικό ταξικό πόλεμο, ευνοώντας όσο περισσότερο μπορεί την ενότητα των δυνάμεών του.

Μπρος σ’ έναν ισχυρότερο αντίπαλο, δηλώνει τον φιλειρηνισμό του, ώστε να μη τσακιστεί εν τη γενέσει, προκειμένου να προλάβει να αναπτυχθεί. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να αποφύγει ένα προβοκάρισμα που θα το οδηγούσε σε σύγκρουση πριν μπορέσει να κινητοποιήσει το μέγιστο των δυνάμεών του. Πρέπει εδώ να σημειωθεί οτι το γενικά υψηλό επίπεδο προλεταριακής βίας στον δρόμο στην Ελλάδα, ευνοεί έναν εφησυχασμό του Κράτους μπρος στους δηλωμένα μη-βίαιους. Χωρίς τα βίαια στοιχεία του, και το ελληνικό προλεταριάτο θα δεχόταν την περιποίηση της αστυνομίας, όπως πριν λίγες μέρες το ιβηρικό, ωστόσο τίποτα δεν αποκλείει ότι αργά ή γρήγορα δε θα γίνει κι αυτό, και η επανάπαυση στην μη-βία του κινήματος θα τεθεί σε κρίση. Το προλεταριάτο γενικά δεν είναι ούτε βίαιο ούτε μη-βίαιο, όπως και τα μέσα που χρησιμοποιεί δεν είναι ούτε νόμιμα, ούτε παράνομα, είναι και τα δύο μαζί κι αυτό είναι η δύναμή του.

Αποφεύγοντας τη διαμεσολάβηση (παρά τις ευάλωτες σε κάθε οργανωμένη δύναμη που μπορεί να επιβληθεί πλειοψηφικά, δημοκρατικές δομές του, εξ ου και η επιθυμία διάλυσης κάθε άλλης ομαδοποίησης εντός της συνέλευσης) αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης του αγώνα και μετά την ικανοποίηση των όποιων αιτημάτων, η οποία θα τονώσει περισσότερο το ηθικό.

Ένα στοιχείο που σκανδαλίζει τους πολιτικοποιημένους επικριτές του, είναι πως ο αγώνας αυτός υπερασπίζεται το “βόλεμα” (δηλαδή την απαίτησή τους να συνεχίσουν να ζουν) της ενσωματωμένης εργατικής τάξης κι ενός μέρους μικροαφεντικών που τώρα συνθλίβονται, ωστόσο καθώς ο αγώνας είναι ανοιχτός, είναι αδύνατον να προβλεφθεί το αν θα εγκλωβιστεί σε ένα ρομαντικό αίτημα πιο “δίκαιου” καπιταλισμού, ή αν θα αναπτυχθεί προς μια άρνηση του καπιταλισμού και μια διαφορετική οργάνωση της ζωής, που ακόμα κι αν ηττηθεί, θα προσφέρει ανεκτίμητες εμπειρίες προλεταριακής αυτοοργάνωσης. Στην πραγματικότητα, τόσο απ’ τ’ αριστερά όσο κι απ’ τα δεξιά, εκφράζεται μια τέτοια “ρομαντική” τάση στο κίνημα που αντανακλά και στους επίδοξους διαμεσολαβητές του. Για την μεν αριστερά, προτεραιότητα (δηλαδή πριν ανατεθεί στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση η προώθηση των “δικαίων” αιτημάτων) έχει ο ελεγκτικός ρόλος μιας επιτροπής οικονομολόγων για το χρέος και η ανάθεση σε ανάλογα επιτελεία ειδικών του αγώνα. Αν και είναι αρκετά πιθανό να υιοθετήσει ο καπιταλισμός ορισμένα ελεγκτικά μέτρα, ωστόσο αυτό με τίποτα δε θα οδηγήσει πίσω στο “πιο δίκαιο” κοινωνικό κράτος του ’80, όπως εμφανίστηκε στην Ελλάδα με την μορφή κομματικών ρουσφετιών, ανοχής στην παραοικονομία, φθηνών υπηρεσιών κλπ… Ακόμα πιο ανεδαφική είναι η φαντασίωση της δεξιάς τάσης, για μια επιστροφή σ’ έναν εθνικό καπιταλισμό, με τιμωρία των λαμογιών-πολιτικών που ξεπούλησαν τη χώρα και εθνικοποιήσεις, πολύ απλά γιατί δεν υπάρχει η παραγωγική βάση για μια τέτοια ανάπτυξη, και γιατί -ακόμα κι αν υπήρχε- δεν υπάρχει καμμία βάση στο να προσδεθεί ένα κεφάλαιο σε μια οικονομία όταν δεν το “συμφέρει”. Εδώ έγκειται και η αυταπάτη του εθνικισμού: ακόμα κι αν δέσμευε την καπιταλιστική τάξη να επενδύσει στην Ελλάδα με όρους καλύτερους για τους εργαζομένους απ’ ότι αλλού, ταυτόχρονα θα εξαφανιζόταν στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό απ’ τις πιο κερδοφόρες απ’ αυτήν, οπότε επιστρέφουμε στο σημείο μηδέν. Ο αγώνας δεν έχει μέλλον αν δε διεθνοποιηθεί και οι προλετάριοι το ξέρουν.

Ένα άλλο στοιχείο που έχει προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση, είναι ο “ετερόκλητος” χαρακτήρας των συμμετεχόντων, ή -για τους πολιτικοποιημένους- η απουσία ενός ταξικού χαρακτήρα. Ωστόσο, το ούτως ή άλλως ρευστοποιημένο σύγχρονο προλεταριάτο, αγωνιζόμενο για τα άμεσα συμφέροντά του, δεν εμφανίζεται ως τάξη που θέλει να επιβεβαιωθεί ως τέτοια, να επιβάλλει τη δικτατορία του, δηλαδή μια δικτατορία …των εκπροσώπων του, αλλά αγωνίζεται για να καταργηθεί ως τάξη: Μόνο αυτοαναιρούμενο, μόνο αφαιρώντας το υποστήλωμα της καθημερινής υποτέλειάς του στην καπιταλιστική οργάνωση της μισθωτής εργασίας κι ολόκληρης της ζωής, που μπορεί να πραγματωθεί ως ανθρωπότητα και να αναπτύξει νέες σχέσεις και μια διαφορετική, “ανθρώπινη” κοινωνία. Και είναι μάλιστα στην ίδια τη δράση του αυτή, με τις εμπειρίες και τα λάθη της, που όσο επαναστατικοποιείται και εξαπλώνεται, εμφανίζονται οι σχέσεις εκείνες που συναρμολογούν την νέα κοινωνία, καθώς το προλεταριάτο αναγκάζεται να οργανώσει τις σχέσεις του ενάντια στον καπιταλισμό και στο κράτος.

Η ανάγκη αυτή για συλλογική επαγρύπνηση κι αλληλεγγύη, για διάδοση της συζήτησης κι εμπλοκή όσο το δυνατόν περισσότερων προλεταριών σ’ αυτήν, για πρακτική εφαρμογή και υπεράσπισή της απέναντι στην κρατική καταστολή, δεν προκύπτει από κάποια ιδεολογία, αλλά απ’ την ίδια την πραγματικότητα του αγώνα. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τον φτάσουμε στα άκρα, εάν δε θέλουμε να θυσιάσουμε τα όσα έχουμε δώσει μέχρι στιγμής. Ωστόσο, η καταστολή -που δεν αποτελεί παρά μόνο ένα απ’ τα όπλα της εξουσίας- δε θα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση. Αυτή θα είναι να αρνηθούμε τον ως τώρα ρόλο μας, και να περάσουμε στην πραγματική ανθρώπινη ιστορία.

Σημειώσεις:
[1] πρβλ. “Δεν είμαστε εμπορεύματα” -Puerta del Sol, πχ στο πανώ εδώ.
[2] Vanitas vanitatum et omnia vanitas: ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.
[3] Με χαρακτηριστικό παράδειγμα την “ευγενή άμιλα” των εμπρηστών κατά τις αλυσιδωτές ταραχές (copycat riots) στα Γαλλικά προάστια, πχ α, β.
[4] πρβλ: και τη γνωστή αρχή του Σουν Τζου: “…πρώτα νικάει, μετά εμφανίζεται στην μάχη”.

Παρμένο από το: http://proletcult.blogspot.com/2011/06/blog-post.html

Σχετικά: Να φύγουν όλοι! προκήρυξη από Ισπανία για τις σχετικές κινητοποιήσεις, και

μια πρώτη εντύπωση απ’ την ανοιχτή συνέλευση στο Σύνταγμα, ενημέρωση και συζήτηση για τα γεγονότα.

Πόλεις κι Εξεγέρσεις, 1973 – Eric J. Hobsbawm

Πόλεις κι Εξεγέρσεις – Eric J. Hobsbawm

Πηγή: http://libcom.org/

Οτιδήποτε άλλο κι αν είναι μια πόλη, είναι την ίδια στιγμή ο τόπος που κατοικεί ένας συγκεντρωμένος πληθυσμός φτωχών ανθρώπων, και στις περισσότερες περιπτώσεις, ο χώρος μιας πολιτικής εξουσίας που επηρεάζει τις ζωές τους. Ιστορικά, ένα από τα πράγματα που οι πληθυσμοί των πόλεων έκαναν γι’ αυτό, ήταν να διαδηλώνουν, να κάνουν ταραχές ή εξεγέρσεις, ή να εξασκούν εν πάσει περιπτώσει μια άμεση πίεση στις αρχές που συμβαίνει να δρουν στην εμβέλειά τους. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους μιας πόλης εάν η εξουσιαστική αρχή της πόλης είναι τοπική, ή αν σε άλλες περιπτώσεις είναι ευρύτερη, εθνική, ή ακόμα και παγκόσμια. Ωστόσο, κάτι που επηρεάζει τους υπολογισμούς τόσο των αρχών όσο και των πολιτικών κινημάτων που θέλουν ν’ ανατρέψουν καθεστώτα, είναι εάν οι πόλεις είναι πρωτεύουσες (ή -κάτι που έχει ανάλογη σημασία- ανεξάρτητες πόλεις-κράτη), ή έδρες γιγαντιαίων εθνικών ή πολυεθνικών οργανισμών, καθώς εάν είναι, οι αστικές ταραχές κι εξεγέρσεις μπορούν να πάρουν πολύ πιο δυναμική τροπή απ’ ότι αν η αρχή της πόλης είναι απλά τοπική.

Το θέμα αυτού του άρθρου είναι το πώς η δομή των πόλεων έχει επηρεάσει λαϊκά κινήματα αυτού του είδους, και αντιστρόφως, τί επίδραση είχε ο φόβος τέτοιων κινημάτων στην αστική πολεοδομία. Το πρώτο σημείο είναι πολύ πιο γενικό από το δεύτερο. Λαϊκές ταραχές, εξεγέρσεις και διαδηλώσεις, είναι ένα σχεδόν παγκόσμιο φαινόμενο των πόλεων, κι όπως ξέρουμε τώρα, συμβαίνει πλέον ακόμα και στις πιο ευημερούσες μητροπόλεις του ανεπτυγμένου κόσμου. Από την άλλη, ο φόβος τέτοιων επεισοδίων είναι αδιάλειπτος. Μπορεί να θεωρηθεί δεδομένος, ως αναμφίβολη παράμετρος της ύπαρξης των πόλεων, με την μορφή που είχε στις περισσότερες προ-βιομηχανικές πόλεις, ή με την μορφή των αναταραχών που ξεσπούν περιοδικά και σβήνουν χωρίς να παράγουν κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα στη δομή της εξουσίας. Μπορεί να υποτιμηθεί, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ταραχές ή εξεγέρσεις για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ή επειδή παρέχονται θεσμικές εναλλακτικές σ’ αυτές, όπως οι μηχανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι εκλογές. Υπάρχουν άλλωστε, πλέον, ελάχιστες διαρκώς ταραχώδεις πόλεις. Ακόμα και το Παλέρμο, που πιθανώς κατέχει το πανευρωπαϊκό ρεκόρ με 12 εξεγέρσεις μεταξύ του 1512 και του 1866, μετρά μακροχρόνιες περιόδους που ο πληθυσμός του έμεινε σχετικά ήσυχος. Απ’ την άλλη, απ’ τη στιγμή που οι αρχές θα πάρουν απόφαση να μεταβάλλουν την πολεοδομική δομή λόγω της πολιτικής νευρικότητας, τα αποτελέσματα είναι πιο πιθανό να είναι αισθητά και μακροχρόνια, όπως οι λεωφόροι του Παρισιού.

Η αποτελεσματικότητα της ταραχής ή της εξέγερσης εξαρτάται από τρεις όψεις του πολεοδομικού σχεδιασμού: πόσο εύκολα μπορούν να κινητοποιηθούν οι φτωχοί, πόσο ευάλωττα απέναντί τους είναι τα κέντρα εξουσίας, και πόσο εύκολα μπορούν να κατασταλλούν. Αυτές καθορίζονται εν μέρει από κοινωνιολογικούς, πολεοδομικούς και τεχνολογικούς παράγοντες, ωστόσο οι τρεις αυτοί δεν είναι πάντοτε διακριτοί. Για παράδειγμα, η εμπειρία δείχνει ότι μεταξύ των μορφών των αστικών συγκοινωνιών, τα τραμ, τόσο στην Καλκούττα όσο και στη Βαρκελώνη, είναι εξαιρετικά βολικά για τους εξεγερμένους. Εν μέρει λόγω μιας αύξησης των τιμών των εισητηρίων, που τείνει να επιρρεάζει ταυτόχρονα όλους τους φτωχούς, αποτελούν έναν πολύ φυσικό καταλύτη της αναταραχής, εν μέρει επειδή αυτά τα μεγάλα και προσδεδεμένα στην τροχιά τους οχήματα, όταν καούν ή αναποδογυριστούν, μπορούν να μπλοκάρουν έναν δρόμο και να διαταράξουν την κυκλοφορία πολύ εύκολα. Τα λεωφορία δε φαίνεται να παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στις ταραχές, ενώ οι υπόγειοι συρμοί φαίνεται να είναι ολοκληρωτικά άσχετοι (εκτός απ’ την μεταφορά των εξεγερμένων), τα αυτοκίνητα απ’ την μεριά τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κάλλιστα ως αυτοσχέδια εμπόδια ή οδοφράγματα, ωστόσο, κρίνοντας απ’ τις πρόσφατες εμπειρίες του Παρισιού, χωρίς μεγάλη αποτελεσματικότητα. Εδώ η διαφορά είναι καθαρά τεχνολογική.

Έπειτα, τα πανεπιστήμια στο κέντρο μιας πόλης είναι προφανώς πιο επικίνδυνα ως επίκεντρα πιθανών ταραχών απ’ ότι τα πανεπιστήμια στα περίχωρα ή πίσω από κάποια ζώνη πρασίνου, κάτι που είναι γνωστό στις περισσότερες λατιναμερικάνικες κυβερνήσεις. Οι συγκεντρώσεις των φτωχών είναι πιο επικίνδυνες όταν βρίσκονται μέσα ή δίπλα στο κέντρο των πόλεων, όπως στα γκέττο του 20ού αιώνα πολλών βορειοαμερικανικών πόλεων, παρά όταν βρίσκονται σε σχετικά απομακρυσμένα προάστια, όπως στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Εδώ η διαφορά είναι πολεοδομική, κι εξαρτάται απ’ το μέγεθος της πόλης και τον καταμερισμό της λειτουργικής εξειδίκευσης στο εσωτερικό της. Ωστόσο, ένα κέντρο πιθανής φοιτητικής αναταραχής στα περίχωρα μιας πόλης, όπως η Nanterre στο Παρίσι, είναι πολύ πιο πιθανό να προκαλέσει επεισόδια στο κέντρο της πόλης, απ’ ότι οι αλγερινές παραγκουπόλεις στο ίδιο προάστειο, καθώς οι φοιτητές είναι πιο κινητικοί και το κοινωνικό τους σύμπαν πιο μητροπολιτικό απ’ ότι των μεταναστών εργατών. Εδώ η διαφορά είναι κυρίως κοινωνιολογική.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι οικοδομούμε την ιδανική πόλη για ταραχές κι εξεγέρσεις. Πώς θα μοιάζει άραγε; Θα πρέπει να είναι πυκνοκατοικημένη κι όχι πολύ μεγάλη σε επιφάνεια. Ουσιαστικά θα πρέπει να είναι εφικτό να τη διασχίσει κανείς με τα πόδια, αν και η μεγαλύτερη εμπειρία ταραχών στις πλήρως μηχανοκίνητες κοινωνίες ίσως μεταβάλλει αυτόν τον ισχυρισμό. Θα ήταν ίσως καλό να μη χωρίζεται από κάποιο μεγάλο ποτάμι, όχι μόνο επειδή οι γέφυρες ελέγχονται εύκολα από την αστυνομία, αλλά κι επειδή είναι διαδεδομένο στη γεωγραφία ή την κοινωνική ψυχολογία πως οι δυο όχθες ενός ποταμού τείνουν να περιφρονούν η μια την άλλη, όπως μπορεί να διαβεβαιώσει και ο καθένας που μένει στο Νότιο Λονδίνο ή στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού.

Οι φτωχοί της θα πρέπει να είναι σχετικά ομογενείς, κοινωνικά ή και φυλετικά, αν και θα πρέπει να θυμόμαστε ότι στις προ-βιομηχανικές πόλεις ή στις γιγαντιαίες ζώνες υπο-απασχόλησης στις αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα, αυτό που με την πρώτη όψη μοιάζει με έναν αρκετά ετερογενή πληθυσμό, μπορεί να επιδεικνύει αξιοσημείωτη ενότητα, όπως μαρτυρούν οικείοι ιστορικοί όροι όπως “η εργατιά”, “η πλέμπα”, “ο όχλος”. Θα πρέπει να είναι κεντρομόλος, δηλαδή, οι διάφοροι τομείς της να είναι φυσικά προσανατολισμένοι προς τα κεντρικά θεσμικά κτίρια της πόλης, όσο πιο συγκεντρωτική, τόσο το καλύτερο. Η μεσαιωνική δημοκρατική πόλη που σχεδιάστηκε βάσει ενός συστήματος ροών προς και από τον κύριο χώρο συνάθροισης, που μπορούσε να είναι τόσο ένα θρησκευτικό κέντρο (καθεδρικός), η κεντρική αγορά, ή η έδρα των αρχών, ήταν γι αυτόν τον λόγο ιδανική για εξεγέρσεις. Ο καταμερισμός της λειτουργικής εξειδίκευσης και των κατοικημένων περιοχών θα πρέπει να συμπλέκονται άμεσα. Έτσι, το προ-βιομηχανικό μοτίβο των προαστίων, που βασιζόταν στον αποκλεισμό από μια ευκρινώς προσδιορισμένη πόλη των διάφορων ανεπιθύμητων – αν και συχνά απαραίτητων στη ζωή της πόλης – όπως οι μη-κάτοικοι μετανάστες, οι συντεχνίες ή ομάδες των παριών, δε διατάρασσε ιδιαίτερα τη συνοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος: η Triana ήταν αλληλένδετη με τη Σεβίλλη, όπως το Shoreditch με το City του Λονδίνου.

Απ’ την άλλη, τα πρότυπα προάστια του 19ου αιώνα, που περιζώναν έναν πολεδομικό πυρήνα μεσοαστικών κατοικημένων ζωνών και βιομηχανικών συνοικειών, γενικά αναπτύσσονταν στις αντιδιαμετρικές άκρες της πόλης, επιρρεάζοντας την πολεοδομική συνοχή αισθητά. Το East End και το West End είναι τόσο φυσικά όσο και πνευματικά απομακρυσμένα το ένα απ’ το άλλο. Εκείνοι που ζουν στα δυτικά της Concorde στο Παρίσι ανήκουν σ’ έναν διαφορετικό κόσμο απ’ αυτούς που ζουν ανατολικά της Republique. Για να πάμε λίγο μακρύτερα, η περίφημη “κόκκινη ζώνη” προαστίων της εργατικής τάξης που περικυκλώνει το Παρίσι ήταν πολιτικά αξιοσημείωτη, αλλά δεν είχε κάποια εξεγερτική σημασία. Απλώς δεν ήταν μέρος του Παρισιού πλέον, αλλά ούτε σχημάτιζε μια δική της ολότητα, εκτός ίσως για τους γεωγράφους [1].

Όλες αυτές οι παράμετροι, επιρρεάζουν την κινητικότητα των φτωχών της πόλης, αλλά όχι και την πολιτική αποτελεσματικότητά τους. Αυτή εξαρτάται φυσικά απ’ την ευκολία με την οποία οι εξεγερμένοι και οι επαναστάτες μπορούν να προσεγγίσουν τις αρχές, και το πόσο εύκολα μπορούν να χαθούν πάλι πίσω. Στην ιδανική εξεγερτική πόλη, οι αρχές – οι πλούσιοι, η αριστοκρατία, η κυβέρνηση, ή οι τοπικές αρχές – θα ήταν όσο πιο παγιδευμένοι στο κέντρο της συγκέντρωσης φτωχών γίνεται. Οι γάλλοι βασιλείς θα διέμεναν στο Palais Royal ή το Λούβρο, κι όχι στις Βερσαλλίες, ο αυστριακός αυτοκράτορας στο Hofburg κι όχι στο Schoenbrunn. Κατά προτίμηση, οι αρχές θα έπρεπε να είναι άμεσα ευάλωττες. Οι άρχοντες που κυβερνούν μια εχθρική πόλη από κάποιο απομονωμένο οχυρό, όπως το φρούριο-φυλακή του Montjuich επί της Βαρκελώνης, μπορεί να εντείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αλλά είναι τεχνολογικά εξοπλισμένοι ώστε να το αντέχουν. Τελικά, η Βαστίλλη θα μπορούσε σχεδόν μετά βεβαιότητας να αντέξει τον Ιούλη του 1789, εάν είχε διανοηθεί κανείς ότι θα μπορούσε να δεχτεί επίθεση. Οι πολιτικές αρχές είναι ασφαλώς εκτεθειμένες σχεδόν εξ ορισμού, μιας και η πολιτική επιτυχία τους εξαρτάται απ’ την πεποίθηση ότι αντιπροσωπεύουν τους κατοίκους κι όχι κάποια απομακρυσμένη κυβέρνηση ή τα συμφέροντά της. Εδώ ίσως έγκειται και η κλασσική γαλλική παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι επαναστάτες κινούνται προς το δημαρχείο κι όχι προς τα βασιλικά ανάκτορα και, τόσο το 1848 όσο και το 1871, εκεί ανακυρήσσονται οι μεταβατικές κυβερνήσεις.

Οι τοπικές αρχές επομένως δημιουργούν σχετικά λίγα προβλήματα στους επαναστάτες (τουλάχιστον μέχρι να αρχίσουν να εφαρμόζουν έναν πολεοδομικό σχεδιασμό). Φυσικά, η αστική ανάπτυξη μπορεί να εκτοπίσει το δημαρχείο από μια κεντρική προς μια πιο απομακρυσμένη τοποθεσία: σήμερα είναι ολόκληρο ταξίδι από τις περιφεριακές γειτονιές του Μπρούκλυν ως το δημαρχείο της Νέας Υόρκης. Απ’ την άλλη, σε πρωτεύουσες, η παρουσία της κυβέρνησης, που ευνοεί την αποτελεσματικότητα των ταραχών, αντισταθμίζεται από τα ειδικά χαρακτηριστικά των πόλεων όπου πρίγκηπες ή άλλες κυρίαρχες προσωπικότητες κατοικούσαν, και έχουν ενσωματώσει μια αντιεξεγερτική προκατάληψη. Αυτό προκύπτει τόσο από τις ανάγκες των κρατικών δημοσίων σχέσεων και, λιγότερο ίσως, για λόγους ασφαλείας.

Σε γενικές γραμμές, σε μια αστική πόλη ο ρόλος των κατοίκων στις δημόσιες δραστηριότητες είναι περισσότερο συμμετοχικός, ενώ στις πριγκηπικές ή κυβερνητικές πόλεις, αυτός ενός κοινού χειροκροτητών και θαυμαστών. Οι μεγάλοι ίσιοι δρόμοι που προσφέρονται για χάζι στο παλάτι, τον καθεδρικό, τα κυβερνητικά κτίρια, η τεράστια πλατεία μπροστά απ’ το κτίριο των επισήμων, κατά προτίμηση με ένα κατάλληλο μπαλκόνι απ’ όπου ευλογούν ή απευθύνονται στα πλήθη, ίσως και ως πεδίο παρελάσεων ή ως αρένα: αυτά αποτελούν την τελετουργική δομή μιας αυτοκρατορικής πόλης. Απ’ την Αναγέννηση κι έπειτα, οι μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες και οι κατοικίες κατασκευάστηκαν ή τροποποιήθηκαν ανάλογα. Όσο μεγαλύτερη η επιθυμία του ηγεμόνα να εντυπωσιάσει, ή όσο μεγαλύτερη η εμμονή του για μεγαλεία, τόσο πιο φαρδιά, ευθεία και συμμετρική η πρωτιμώμενη διάταξη. Ολοένα και λιγότερες κατάλληλες τοποθεσίες μπορεί να φανταστεί κανείς στο Νέο Δελχί, την Ουάσιγκτον, την Αγία Πετρούπολη, ή αντίστοιχα το Mall και τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ στο Λονδίνο. Δεν πρόκειται απλά για τη διαίρεση μεταξύ μιας λαϊκής και μεσοαστικής ανατολικής και μιας αριστοκρατικής δυτικής όχθης στο Παρίσι που κατέστησε τα Ηλύσια Πεδία την τοποθεσία της επίσημης και στρατιωτικής παρέλασης της 14 Ιουλίου, ενώ αντίστοιχα οι ανεπίσημες μαζικές διαδηλώσεις επικεντρώνονται στο τρίγωνο Βαστίλλη-Republique-Nation.

Τέτοιες τελετουργικές τοποθεσίες συνεπάφονται έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ κυριάρχων και υπηκόων, μια αντιπαράθεση μεταξύ μιας απόμακρης και απεχθούς μεγαλοπρέπειας και αριστοκρατίας απ’ την μία, κι ενός κοινού προορισμένου να χειροκροτάει από την άλλη. Είναι το πολεοδομικό ισοδύναμο της στοπ-καρέ, ή καλύτερα της όπερας, αυτής της χαρακτηριστικής εφεύρεσης της δυτικής απόλυτης μοναρχίας. Ευτυχώς, για τους πιθανούς ταραξίες, αυτή ούτε είναι ούτε ήταν η μόνη σχέση μεταξύ κυριάρχων και υπηκόων στις πρωτεύουσες. Συχνά πράγματι, ήταν η πρωτεύουσα που επεδείκνυε το μεγαλείο του ηγεμόνα, ενώ οι κάτοικοί της, περιλαμβανομένων των φτωχότερων, απολάμβαναν ένα ταπεινό μερίδιο οφελών του μεγαλείου του. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι ζούσαν σ’ ένα είδος συμβίωσης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ήταν που δημιουργήθηκαν οι μεγάλες τελετουργικές οδοί όπως του Εδιμβούργου ή της Πράγας. Τα παλάτια δεν ένιωθαν καμμιά ανάγκη να προστατευθούν απ’ τις φτωχογειτονιές. Το Hofburg της Βιέννης, που εμφανίζει έναν μεγάλο τελετουργικό χώρο προς τον εξωτερικό κόσμο, ο οποίος περιλαμβάνει τα βιεννέζικα προάστια, έχει μετά βίας μερικά μέτρα οδοστρώματος μεταξύ αυτού και της παλιάς Μέσα Πόλης, στην οποία φαινομενικά ανήκει.

Αυτού του είδους οι πόλεις, συνδυάζοντας τη διάταξη τόσο των αστικών όσο και των πριγκηπικών πόλεων, αποτελούν μια μόνιμη πρόκληση σε ταραχές, καθώς εδώ τα παλάτια και οι επαύλεις των αριστοκρατών, οι αγορές, οι καθεδρικοί, οι δημόσιες πλατείες και οι παράγκες είναι όλα μπλεγμένα μεταξύ τους, οι κυρίαρχοι βρίσκονται στο έλεος του όχλου. Σε ταραγμένους καιρούς θα μπορούσαν να διαφεύγουν στις εξοχικές κατοικίες τους, αλλά αυτό είναι όλο. Η μόνη τους διασφάλιση ήταν να κινητοποιούν τους τακτοποιημένους φτωχούς ενάντια στους άτακτους φτωχούς, μετά από κάθε πετυχημένη εξέγερση, για παράδειγμα την συντεχνία των τεχνητών ενάντια στον “όχλο”, ή την Εθνοφρουρά εναντίον των ακτημόνων. Η μόνη τους παρηγοριά ήταν η γνώση ότι οι ανεξέλεγκτες ταραχές και οι εξεγέρσεις σπάνια κρατούσαν πολύ, κι ακόμα πιο σπάνια κατευθύνονταν άμεσα εναντίον των δομών της κατεστημένης εξουσίας και του πλούτου. Πρόκειται για σημαντική παρηγοριά. Ο Βασιλιάς της Νάπολης ή η Δούκισσα της Πάρμας, για να μην αναφέρουμε τον Πάπα, γνώριζαν ότι εάν οι υπήκοοί τους εξεγερθούν, ήταν επειδή ήταν υπερβολικά πεινασμένοι, και σαν μια υπενθύμιση στους πρίγκηπες και στους ευγενείς των καθηκόντων τους, δηλαδή να παρέχουν αρκετά τρόφιμα σε δίκαιες τιμές στην αγορά, αρκετές εργασίες, εφόδια και δημόσια διασκέδαση σύμφωνα με τις ταπεινότατες ανάγκες τους. Η πίστη και η ευσέβειά τους σπάνια υποχωρούσαν, κι ακόμα κι όταν πραγματοποιούσαν αυθεντικές επαναστάσεις (όπως στην Νάπολη το 1799) ήταν περισσότερο πιθανό να υπερασπίζονται την Εκκλησία και τη Βασιλεία ενάντια στους ξένους και τις αθεϊστικές μεσαίες τάξεις.

Εξ ου και η κρίσιμης σημασίας στην ιστορία της αστικής δημόσιας τάξης, Γαλλική Επανάσταση του 1789-99, που εγκαθίδρυσε τη σύγχρονη εξίσωση μεταξύ εξέγερσης και κοινωνικής επανάστασης. Κάθς κυβέρνηση προτιμά φυσικά να αποφύγει τις ταραχές και τις εξεγέρσεις, όπως προτιμά να κρατά τους αριθμούς των δολοφονιών χαμηλά, όμως απουσία ενός αυθεντικού επαναστατικού κινδύνου, οι αρχές δεν είναι τόσο πιθανό να ξεσαλώσουν εναντίον τους. Η Αγγλία του δεκάτου ογδόου αιώνα ήταν ένα διαβόητα ταραχώδες έθνος, με έναν εξίσου διαβόητο μηχανισμό διατήρησης της δημόσιας τάξης. Όχι μόνο μικρότερες πόλεις όπως το Λίβερπουλ και το Νιουκάστλ, αλλά και ολόκληρα κομμάτια του Λονδίνου μπορούσαν να πέσουν στα χέρια του εξεγερμένου πληθυσμού για μέρες. Απ’ τη στιγμή που τίποτα δε διακυβευόταν σε τέτοιες ταραχές, εκτός βέβαια από ένα ποσό ιδιωτικού κεφαλαίου, το οποίο μια εύρρωστη χώρα μπορούσε εύκολα να αντικαταστήσει, η γενική άποψη μεταξύ των ανώτερων τάξεων ήταν αδιάφορη, ακόμα και ικανοποιημένη. Οι περουκοφόροι ευγενείς περηφανεύονταν για την κατάσταση της ελευθεριότητας που απέτρεπε την ανάδειξη πιθανών τυράννων απ’ τις τάξεις του στρατού που στέλνονταν να καταστείλει τους υπηκόους τους, ή της αστυνομίας που τον αρωγούσε. Δεν ήταν παρά μετά τη Γαλλική Επανάσταση που αναπτύχθηκε μια τάση για πολλαπλασιασμό των στρατώνων στις πόλεις, και μόνο μετά τους Χαρτιστές και τους Ριζοσπάστες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, που τα ωφέλη μιας σύγχρονης αστυνομικής δύναμης κρίθηκαν σημαντικότερα απ’ αυτά της αγγλικής ελευθερίας. (Καθώς η δημοκρατία σε επίπεδο βάσος δεν ήταν κάτι που θα μπορούσαν να βασιστούν, η Μητροπολιτική Αστυνομία τέθηκε άμεσα υπό την ευθύνη του Home Office, στην κεντρική κυβέρνηση, όπου ακόμα ανήκει).

Πράγματι, οι τρεις κύριες κυβερνητικές μέθοδοι αντιμετώπισης των ταραχών και εξεγέρσεων προτάθηκαν: συστηματική διευθέτηση της ανάπτυξης στρατευμάτων, ανάπτυξη των αστυνομικών δυνάμεων (οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους στο μέτωπο αυτό μόλις τον 19ο αιώνα), και η ανοικοδόμηση των πόλεων με τρόπους που να ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες μιας εξέγερσης. Οι δυο πρώτες δεν είχαν ιδιαίτερη επιρροή στην πραγματική μορφή και δομή των πόλεων, αν και μια μελέτη της κατασκευής και τοποθεσίας των στρατώνων τον 19ο αιώνα θα μπορούσε να δείξει ορισμένα ενδιαφέροντα αποτελέσματα, καθώς και μια μελέτη της κατανομής των αστυνομικών τμημάτων στις γειτονιές των πόλεων. Η τρίτη επιρρέασε την μορφή των πόλεων με θεμελιώδη τρόπο, όπως στο Παρίσι και στη Βιέννη, πόλεις όπου είναι γνωστό πως οι ανάγκες της αντιεξέγερσης επιρρέασαν την πολεοδομική ανοικοδόμηση μετά τις επαναστάσεις του 1848. Στο Παρίσι, ο κύριος στρατιωτικός στόχος της ανοικοδόμησης αυτής φαίνεται να ήταν η διάνοιξη φαρδιών και ίσιων λεωφόρων, όπου θα μπορούσε να βάλει το πυροβολικό και να προωθούνται τα στρατεύματα, ενώ την ίδια στιγμή – προφανώς – η διάσπαση των κύριων συγκεντρώσεων δυνητικών εξεγερμένων στις λαϊκές γειτονιές. Στη Βιέννη, η ανοικοδόμηση πήρε την μορφή κυρίως δυο φαρδιών ομόκεντρων περιφερειακών, του εσωτερικού (που φαρδαίνει με μια ζώνη ανοιχτών χώρων, παρκών, αραιών δημοσίων κτιρίων) απομονώνοντας την παλιά πόλη και το παλάτι απ’ τα (κυρίως μεσοαστικά) εσωτερικά προάστια, και του εξωτερικού που αποκόπτει καί τα δύο απ’ τα (ολοένα και πιο εργατικά) εξωτερικά προάστια.

Τέτοιες ανοικοδομήσεις μπορούν να προσλαμβάνουν έναν στρατιωτικό χαρακτήρα αλλά μπορεί και όχι. Δε γνωρίζουμε, καθώς το είδος των επαναστάσεων επί των οποίων σκοπεύαν να κυριαρχήσουν κατά τα φαινόμενα έσβησε στην δυτική Ευρώπη μετά το 1848. (Ωστόσο, είναι γεγονός ότι τα κύρια κέντρα λαϊκής αντίστασης και οδομαχιών της Παρισινής Κομμούνας του 1871, η Μονμάρτη-το βορειοανατολικό Παρίσι, και η Αριστερή Όχθη, ήταν απομονωμένα το ένα απ’ τ’ άλλο, και όλα μαζί απ’ την υπόλοιπη πόλη). Παρολαυτά, επιρρέασαν τους υπολογισμούς των εν δυνάμει επαναστατών. Στις σοσιαλιστικές συζητήσεις της δεκαετίας του 1880, η κοινή άποψη των στρατιωτικών ειδικών που βρίσκονταν μεταξύ των επαναστατών, υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Ένγκελς, ήταν ότι ο παλιός τύπος εξέγερσης πια δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, αν και υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ τους όσον αφορά την αξία νέων τεχνολογικών συσκευών, όπως τα γοργά αναπτυσσόμενα τότε εκρηκτικά και ο δυναμίτης. Σε κάθε περίπτωση, τα οδοφράγματα, που είχαν κυριαρχήσει στις εξεγερτικές τακτικές απ’ το 1830 ως το 1871 (δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα στην μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789-99), τώρα ευνοούνταν ολοένα και λιγότερο. Αντίθετα, οι βόμβες κάθε είδους έγιναν το αγαπημένο μέσο των επαναστατών, αν και όχι τόσο των μαρξιστών, και όχι για αυθεντικά εξεγερτικούς σκοπούς.

Η αστική ανοικοδόμηση, ωστόσο, είχε ακόμη μια, πιθανώς ακούσια, συνέπεια στις εξεγερτικές δυνατότητες, καθώς οι νέες και μεγάλες λεωφόροι παρείχαν έναν ιδανικό χώρο γι’ αυτό που θα καταλάμβανε μια σημαντική θέση στα λαϊκά κινήματα, τις μαζικές διαδηλώσεις, ή καλύτερα, τις πορείες. Όσο πιο συστηματικά χαράσσονταν αυτές οι περιφερειακές και προορισμένες για τα μηχανοκίνητα λεωφόροι, τόσο πιο αποτελεσματικά απομονώνονταν από τη γύρω κατοικημένη περιοχή, και τόσο πιο εύκολο ήταν μια συνάθροιση εκεί να καταλήξει προς μια εθιμοτυπική πορεία, παρά σε ταραχές. Το Λονδίνο, όπου δεν υπήρχαν, πάντοτε δυσκολευόταν να αποφύγει αυθόρμητα έκτροπα στη διάρκεια συγκεντρώσεων, είτε συχνότερα να διαλύσει τις μαζικές συνευρέσεις στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Αυτή η τελευταία, γειτνιάζει με ευαίσθητα σημεία όπως η Downing Street, ή σύμβολα εξουσίας και πλούτου όπως τα Pall Mall, τα παράθυρα των οποίων έσπαζαν οι άνεργοι διαδηλωτές στη δεκαετία του 1880.

Μπορεί, φυσικά, κανείς να βγάλει πολλά συμπεράσματα απ’ τον πρωταρχικά στρατιωτικό χαρακτήρα της αστικής ανοικοδόμησης. Εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορεί να διακριθεί με σαφήνεια από άλλες αλλαγές στις πόλεις του 19ου και 20ού αιώνα, που μείωσαν αισθητά τη δυνατότητα ταραχών. Τρεις απ’ αυτές είναι αξιοσημείωτες.

Η πρώτη είναι η υπέρογκη μεγέθυνσή της, που περιορίζει την κυρίως πόλη σε μια διοικητική αφαίρεση, περιβεβλημένη από ένα σύμπλεγμα χωριστών κοινοτήτων ή περιοχών. Με λίγα λόγια, η πόλη έγινε υπερβολικά μεγάλη ώστε να εξεγερθεί ως ένα σώμα. Το Λονδίνο, που μέχρι τον 21ο αιώνα ακόμα στερούνταν με τόσο προφανή τρόπο ένα στοιχειώδες σύμβολο αστικής ενότητας, όπως η φιγούρα ενός δημάρχου, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Έπαψε να είναι μια ταραχώδης πόλη χονδρικά στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αύξησε τον πληθυσμό του από 1 σε 2 εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι Χαρτιστές του Λονδίνου, για παράδειγμα, μετά βίας υπήρχαν ως ένα αυθεντικά μητροπολιτικό φαινόμενο για πάνω από μια ή δυό μέρες συνεχόμενα. Η πραγματική του δύναμη έγκειται στις “συνοικείες” στις οποίες είναι οργανωμένο, δηλαδή σε κοινότητες και γειτονιές όπως το Lambeth, το Woolwich, ή το Marylebone, οι σχέσεις των οποίων μεταξύ τους είναι στην καλύτερη μιας χαλαρής γειτνίασης. Ομοίως, οι ριζοσπάστες και οι ακτιβιστές των τελών του 1ου αιώνα, είχαν ουσιαστικά ένα τοπικό έρεισμα. Η πιο χαρακτηριστική οργάνωσή τους ήταν η Metropolitan Radical Federation, ουσιαστικά μια συμμαχία των λεσχών (clubs) των εργαζομένων καθαρά τοπικού χαρακτήρα, σε γειτονιές όπου υπήρχε μια παράδοση ριζοσπαστισμού, όπως το Chelsea, το Hackney, το Clerkenwell, το Woolwich. Η γνωστή λονδρέζικη τάση για χαμηλά κτίρια, και κατά συνέπεια πολεοδομική επέκταση, κατέστησε τις αποστάσεις μεταξύ των κεντρών αυτών σε ανυπέρβλητο πρόβλημα για την αυθόρμητη μετάδοση των ταραχών. Πόση επαφή θα μπορούσαν να έχουν το Battersea ή το Chelsea (τότε ακόμα γειτονιές της εργατικής τάξης, που εξέλεγαν σταθερά αριστερούς βουλευτές) με το ταραχώδες East End στην απεργία των λιμενεργατών του 1889. Πόση επαφή, αντίστοιχα, θα μπορούσε να έχει το Whitechapel με το Canning Town; Είναι στη φύση των πραγμάτων, οι άμορφα οικοδομημένες περιοχές που έχουν προκύψει είτε απ’ την επέκταση μιας παλιότερης πόλης είτε απ’ τη συνένωση μεγαλύτερων και μικρότερων αναπτυσσομένων κοινοτήτων, και για τις οποίες τεχνητά ονόματα έπρεπε να επινοηθούν (“πολεοδομικό συγκρότημα”, “Ευρύτερο Λονδίνο”, το Βερολίνο ή το Τόκυο) δεν είναι πόλεις με την παλιά έννοια της λέξης, ακόμα κι αν κατά καιρούς έχουν ενιαία διοίκηση.

Η δεύτερη αλλαγή είναι η αυξημένη τάση για λειτουργικό διαχωρισμό στις πόλεις του 19ου-20ού αιώνα, δηλαδή, απ’ την μια, η ανάπτυξη εξειδικευμένης βιομηχανίας, επιχειρήσεων, διοίκησης, και άλλων κέντρων ή ανοιχτών χώρων, κι απ’ την άλλη, ο γεωγραφικός διαχωρισμός των τάξεων. Ξανά εδώ το Λονδίνο ήταν η πρωτοπόρος πόλη, όντας ένας συνδυασμός τριών διαχωρισμένων μονάδων – του διοικητικού κέντρου του Westminster, του εμπορικού κέντρου του Λονδίνου, και του λαϊκού Southwark πέρα απ’ το ποτάμι. Μέχρι ενός σημείου, η ανάπτυξη αυτής της σύνθετης μετρόπολης ενθάρρυνε τους πιθανούς ταραχοποιούς. Η βόρεια και η ανατολική πλευρά του City of London και το Southwar όπου η εμπορική κοινότητα συνόρευε σε κάθε μεριά με γειτονιές εργατών, τεχνιτών, και το λιμάνι – καθεμιά τους εξίσου φιλόξενη στις ταραχές, όπως των υφαντουργών του Spitalfield ή των ριζοσπαστών του Clerkenwell – σχημάτιζαν φυσικά σημεία ανάφλεξης. Αυτές ήταν οι εστίες όπου ξέσπασαν μερικές απ’ τις ισχυρότερες ταραχές του 18ου αιώνα. Το Westminster είχε έναν δικό του πληθυσμό από τεχνίτες και διάφορους φτωχούς, των οποίων η εγγύτητα στους βασιλείς και στο κοινοβούλιο και η τυχαιότητα μιας ασυνήθιστης δημοκρατικής τάσης σ’ αυτήν την περιφέρεια, τους μετέτρεψαν σε μια εξαιρετική ομάδα πίεσης για αρκετές δεκαετίες απ’ τα τέλη του 18ου και μεσούντος του 19ου αιώνα. Η περιοχή μεταξύ City και Westminster, που καλυπτόταν από μια ασυνήθιστα πυκνοκατοικημένη παραγκούπολη, κατοικημένη από εργάτες, μετανάστες και τους κοινωνικά περιθωριοποιημένους (Drury Lane, Covent Garden, St. Giles, Holborn), θα κοινωνήσει την έξαψη του μητροπολιτικού δημόσιου βίου.

Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε, το μοτίβο αυτό απλοποιήθηκε. Η πόλη του 19ου αιώνα έπαψε να είναι κατοικημένη ζώνη, και μετατράπηκε ολοένα και περισσότερο σε μια καθαρά επιχειρηματική ζώνη, ενώ το λιμάνι μεταφέρθηκε προς τις εκβολές του ποταμού, οι μεσαίες και μικρομεσαίες τάξεις της πόλης μετακινήθηκαν προς περισσότερο ή λιγότερο απομακρυσμένα προάστια, αφήνοντας στο East End μια ολοένα και πιο ομογενή ζώνη φτωχών. Τα βόρεια και τα δυτικά όρια του Westminster πέρασαν στα χέρια της μεσαίας και ανώτερης τάξης, με οικισμούς που σχεδιάστηκαν από τους γαιοκτήμονες ή κερδοσκόπους μεσίτες, πιέζοντας έτσι τα κέντρα των τεχνιτών, των εργατών, κι άλλων που έτειναν περισσότερο προς τον ριζοσπαστισμό και τις ταραχές (Chelsea, Notting Hill, Paddington, Marylebone), ωθώντας τα σε μια περιφέρεια ολοένα και πιο απομακρυσμένη απ’ το υπόλοιπου του ριζοσπαστικού Λονδίνου. Οι φτωχογειτονιές μεταξύ των δυο πόλεων επέζησαν για καιρό ακόμα, όμως από τις αρχές του 20ού αιώνα διασπάστηκαν κι αυτές σε μικρότερους θύλακες απ’ την αστική ανοικοδόμηση που έδωσε στο Λονδίνο ορισμένες απ’ τις πιο ωχρές αρτηρίες (Shaftesbury Avenue, Roseberry Avenue) καθώς και μερικές απ’ τις πιο πομπώδεις (Kingsway, Aldwych), και μια εντυπωσιακή συσσώρευση στρατιωτικοποιημένων κατοικιών για να χωρέσουν βολικά το προλεταριάτο της Drury Lane και του Saffron Hill. To Covent Garden και το Soho (που εξέλεγαν κομμουνιστές δημοτικούς συμβούλους μέχρι το 1945) είναι ίσως τα τελεταία απομεινάρια της παλιομοδίτικης μητροπολιτικής αναταραχής στο κέντρο της πόλης. Μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, το δυνητικά ταραχώδες Λονδίνο είχε ήδη διασπαστεί σε περιφερειακούς τομείς ποικίλου μεγέθους (με το αχανές East End να είναι ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς), γύρω από ένα μη-κατοικημένο City και West End, κι ένα αδιαπέραστο τοίχος μεσοαστικών γειτονιών, κι όλα αυτά περικυκλωμένα με τη σειρά τους από προάστια της μεσαίας ή μικρομεσαίας τάξης.

Τέτοια μοτίβα διαχωρισμού αναπτύχθηκαν στις πολυπληθέστερες και πιο αναπτυσσόμενες δυτικές πόλεις από τις αρχές του 19ου αιώνα, αν και τα κομμάτια του ιστορικού κέντρου τους που δεν μεταμορφώθηκαν σε θεσμικές ή επιχειρηματικές ζώνες, ορισμένες φορές διατηρούν ίχνη της παλιάς δομής τους, κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα στη γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια του Άμστερνταμ. Η μεταστέγαση της εργατικής τάξης του 20ού αιώνα και ο σχεδιασμός βάσει της μηχανοκίνητης συγκοινωνίας διέλυσαν ακόμα περισσότερο την πόλη ως πιθανή εστία ταραχών. (Ο σχεδιασμός του 19ου αιώνα βάσει των σιδηροδρόμων, είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, συχνά αναδημιουργώντας ανάμεικτες κοινωνικά και περιθωριακές συνοικείες γύρω απ’ τους νέους σταθμούς). Η πρόσφατη τάση για μεταστέγαση των βασικών υπηρεσιών όπως οι κεντρικές αγορές, από το κέντρο προς την περιφέρεια των πόλεων, θα προχωρήσει αναμφίβολα αυτή τη διάλυση.

Είναι λοιπόν οι αστικές ταραχές και οι εξεγέρσεις προορισμένες να εξαφανιστούν; Προφανώς όχι, αν μή τι άλλο τα τελευταία χρόνια έχουν στιγματιστεί από μια επανεμφάνιση αυτού του φαινομένου σε ορισμένες απ’ τις πιο σύγχρονες πόλεις, αν και υπήρξε επίσης μια παρακμή σε ορισμένα απ’ τα πιο παραδοσιακά κέντρα μιας τέτοιας δραστηριότητας. Οι λόγοι είναι κυρίως κοινωνικοί και πολιτικοί, όμως ίσως αξίζει να εξετάσουμε εν συντομία τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης πολεοδομίας που τις ενθαρρύνουν.

Η σύγχρονες μαζικές συγκοινωνίες είναι ένα απ’ αυτά. Η μηχανοκίνητη συγκοινωνία έχει μέχρι στιγμή συνεισφέρει κυρίως στην κινητοποίηση εκείνης της κανονικά ατάραχης ομάδας, της μεσαίας τάξης, μέσω πρακτικών όπως οι μηχανοκίνητες διαδηλώσεις (οι Γάλλοι και οι Αλγερινοί ακόμα θυμούνται τα μαζικά κορναρίσματα των αντιδραστικών που φώναζαν “Αλγερία Γαλ-λι-κή!”) και κυρίως εκείνου του φυσικού μέσου σαμποτάζ και πάθους, του μπλοκαρίσματος της κυκλοφορίας. Επίσης, τα αυτοκίνητα έχουν χρησιμοποιηθεί από ακτιβιστές στις βορειοαμερικανικές ταραχές, και που παρεμποδίζουν τη δράση της αστυνομίας στον δρόμο, καθώς σχηματίζουν προσωρινά οδοφράγματα κατά τη στάση. Επιπλέον, η μηχανοκίνητη μεταφορά διαδίδει τα νέα των ταραχών πέρα απ’ την άμεση περιοχή της επίδρασής τους, καθώς τόσο τα ΙΧ όσο και τα λεωφορεία αναγκάζονται να αλλάξουν τα δρομολόγιά τους.

Οι δημόσιες συγκοινωνίες, και ειδικά οι υπόγειοι σιδηρόδρομοι, που και πάλι χτίζονται σε αρκετές μεγαλουπόλεις σε μεγάλη κλίμακα, είναι ακόμα πιο άμεσα σχετικοί. Δεν υπάρχει καλύτερο μέσο μεταφοράς μεγάλου πλήθους πιθανών ταραχοποιών, γρήγορα και σε μεγάλες αποστάσεις από συρμούς που αναχωρούν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αυτός είναι κι ένας απ’ τους λόγους που το Δυτικό Βερολίνο έχει μια μάλλον αποτελεσματική δύναμη ταραχοποιών: το μετρό συνδέει την πανεπιστημιούπολη του Ελεύθερου Πανεπιστημίου που έχει χτιστεί μεταξύ απομονωμένων και θεαματικά μεσοαστικών κατοικιών και των κήπων του Dahlem, κατευθείαν με το κέντρο της πόλης.

Πιό σημαντικοί κι απ’ τις μεταφορές, είναι δυο άλλοι παράγοντες: η αύξηση στον αριθμό των κτιρίων εναντίον των οποίων αξίζει να γίνει ένα μπάχαλο, ή να τεθούν υπό κατάληψη, και η εξέλιξη της γειτνίασής τους με συνοικισμούς πιθανών ταραχοποιών. Έτσι, αν και είναι γενικά αληθές ότι η έδρα της κυβέρνησης ή των τοπικών αρχών είναι ολοένα και πιο απομακρυσμένα απ’ τις ταραχώδεις συνοικείες, και οι πλούσιοι κι ευγενείς σπάνια ζουν σε παλάτια στο κέντρο (τα διαμερίσματα είναι ταυτόχρονα λιγότερο εκτεθειμένα και πιο ανώνυμα), ωστόσο οι διάφοροι ευαίσθητοι θεσμοί έχουν πολλαπλασιαστεί. Υπάρχουν τα κέντρα των επικοινωνιών (τηλεφωνία, ραδιόφωνο, τηλεόραση). Ακόμα και ο λιγότερο έμπειρος οργανωτής ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος αλλά και μιας εξέγερσης γνωρίζει τη σημασία τους. Υπάρχουν τα γιγαντιαία γραφεία των εφημερίδων, ευτυχώς τόσο συχνά συγκεντρωμένα στα παλιά κέντρα των πόλεων, που παρέχουν αξιόλογες ποσότητες υλικού για οδοφράγματα, κάλυψη ή φωτιά, όπως τα φορτηγάκια διανομής, πάκοι χαρτιού, εκτυπωτικό υλικό. Όλα αυτά χρησιμοποιούνταν για τους σκοπούς των οδομαχιών ευρέως μέχρι το 1919 στο Βερολίνο, από τότε και μετά όμως όχι ιδιαίτερα. Υπάρχουν, όπως όλοι γνωρίζουμε πια, τα πανεπιστήμια. Αν και η γενική τάση μεταφοράς τους εκτός του κέντρου της πόλης έχει ελαχιστοποιήσει τις εξεγερτικές δυνατότητές τους, υπάρχουν ακόμη αρκετοί ακαδημαϊκοί χώροι που ξέμειναν στο μέσο μεγάλων πόλεων προς ικανοποίηση των ακτιβιστών. Εκτός αυτών, η έκρηξη της ανωτάτης εκπαίδευσης έχει γεμίσει τα πανεπιστήμια ασφυκτικά με χιλιάδες ή ακόμα και δεκάδες χιλιάδες πιθανούς διαδηλωτές ή μαχητές. Υπάρχουν, πάνω απ’ όλα, τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, συμβολικά και πραγματικά στοιχεία της δομής εξουσίας, που ολοένα και περισσότερο συγκεντρώνονται σ’ αυτούς τους όγκους κρύσταλλου και τσιμέντου στους οποίους ο ταξιδώτης εύκολα αναγνωρίζει το κέντρο μιας πρότυπης πόλης του 21ου αιώνα.

Θεωρητικά, το καθένα απ’ αυτά θα μπορούσε από μόνο του να βρίσκεται στο στόχαστρο των ταραχοποιών όσο και τα δημαρχεία ή τα κοινοβούλια, καθώς η IBM, η Shell, ή η General Motors έχουν τουλάχιστον τόσο βάρος όσο και οι περισσότερες κυβερνήσεις. Οι τράπεζες εδώ και καιρό έχουν συνειδητοποιήσει το πόσο ευάλωττες είναι, και σε ορισμένες λατινικές χώρες – η Ισπανία είναι ένα καλό παράδειγμα – ο συνδυασμός συμβολικής αρχιτεκτονικής χλιδής και βαριάς οχύρωσης παρέχει το πλησιέστερο παράδειγμα μεσαιωνικής ακρόπολης όπου αμπαρώνονταν οι φεουδάρχες τον μεσαίωνα. Ακόμη κι αν τις αντικρύσει κανείς υπό ισχυρή αστυνομική περιφρούρηση σε στιγμές έντασης είναι μια εκπαιδευτική εμπειρία, ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι μόνοι πρωταθλητές της άμεσης δράσης που συστηματικά προσελκύονται απ’ αυτές είναι οι απολίτικοι ληστές και οι επαναστάτες “απαλλοτριωτές”. Αν όμως εξαιρέσουμε κάποια πολιτικά και οικονομικά αμελητέα σύμβολα του αμερικανικού τρόπου ζωής όπως οι τα Ξενοδοχεία Hilton, και τα περιστασιακά αντικείμενα μιας συγκεκριμένης εχθρότητας όπως η Dow Chemical, οι ταραχές σπάνια στοχεύουν άμεσα κάποιο απ’ τα κτίρια των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Δεν είναι ιδιαίτερα ευάλωττα. Θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από μερικές σπασμένες βιτρίνες ή ακόμα και μια κατάληψη μερικών τετραγωνικών απ’ τα γραφεία τους, για να διακοπεί η ομαλή λειτουργία μιας σύγχρονης εταιρίας πετρελαίου.

Απ’ την άλλη όμως, το “κέντρο” (downtown) είναι ευάλωττο συλλογικά. Η διακοπή της κυκλοφορίας, το κλείσιμο των τραπεζών, οι υπάλληλοι γραφείων που δεν μπορούν ή απλά δεν πάνε στη δουλειά, οι επιχειρηματίες που κλείνονται αβοήθητοι στα ξενοδοχεία χάνοντας τα ραντεβού τους, ή ανήμποροι να φτάσουν στους προορισμούς τους: όλα αυτά παρεμβαίνουν πολύ σοβαρά στις δραστηριότητες μιας πόλης. Μάλιστα, κάτι τέτοιο κόντεψε να γίνει στις ταραχές του 1967 στο Ντητρόιτ. Επιπλέον, σε πόλεις που αναπτύσσονται σύμφωνα με το βορειοαμερικανικό μοτίβο, κάτι τέτοιο είναι πιθανό να συμβεί αργά ή γρήγορα. Διότι, είναι γνωστό ότι οι κεντρικές ζώνες μιας πόλεις, όπως και το άμεσο περιβάλλον τους γεμίζουν με τις μειονότητες των φτωχών μόλις οι πιο εύποροι λευκοί τις εγκαταλείψουν για κάποιο προάστιο. Τα γκέττο κυκλώνουν το κέντρο σαν σκοτεινές και φουρτουνιασμένες θάλασσες. Είναι αυτή ακριβώς η συσσώρευση των πιο άπορων και ανεξέλεγκτων δίπλα σε λίγα ασυνήθιστα ευαίσθητα αστικά κέντρα που δίνει στους αγωνιστές έστω και μιας μικρής μειοψηφίας την πολιτική δυνατότητα, την οποία οι ταραχές των μαύρων σίγουρα θα στερούνταν, εάν το 10-15% του πληθυσμού των ΗΠΑ που αποτελούν οι αφροαμερικάνοι ήταν πιο ομοιόμορφα κατανεμημένο σ’ αυτήν την πελώρια και σύνθετη χώρα.

Παρολαυτά, ακόμα κι αυτή η αναβίωση των ταραχών στις δυτικές πόλεις είναι σχετικά περιορισμένη. Ένας ευφυής και κυνικός αστυνομικός διευθυντής θα θεωρούσε πιθανότατα όλα τα έκτροπα που συνέβησαν στις δυτικές πόλεις τα πρόσφατα χρόνια ως μικρο-επεισόδια, που μεγενθύνονται από τον δισταγμό ή την ανικανότητα των αρχών και την επίδραση της εκτεταμένης δημοσιότητας. Με εξαίρεση τις ταραχές του Quartier Latin τον Μάη του 1968 στο Παρίσι, καμμιά τους δεν έμοιαζε σαν να μπορεί, ή ακόμα και σαν να σκοπεύει, να ανατρέψει κυβερνήσεις. Όποιος επιθυμεί να κρίνει ο ίδιος τί ήταν μια αυθεντική old-style εξέγερση των φτωχών της πόλης, ή ένας σοβαρός ένοπλος ξεσηκωμός, και τί μπορούν να πετύχουν, πρέπει να πάει στις πόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου: Στην εξέγερση της Νάπολης ενάντια στους Γερμανούς το 1943, στην Αλγερινή Κάσμπα του 1956 (εξαιρετικές ταινίες έχουν βγει σχετικά μ’ αυτήντ ην εξέγερση), στην Μπογκοτά του 1948, πιθανόν στο Καράκας και σίγουρα στον Άγιο Δομήνικο του 1965.

Η αποτελεσματικότητα των σύγχρονων ταραχών στις δυτικές πόλεις, δεν οφείλεται τόσο στην πραγματική δραστηριότητα των ταραχοποιών, όσο στο πολιτικό τους πλαίσιο. Στα γκέττο των ΗΠΑ επέδειξαν ότι οι μαύροι δεν είναι πια διατεθειμένοι να δεχθούν την μοίρα τους παθητικά, και καθαυτόν τον τρόπο επιτάχυναν την ανάπτυξη της μαύρης πολιτικής συνείδησης και τον φόβο των λευκών. Ωστόσο, ποτέ δεν πήραν τον χαρακτήρα σοβαρής άμεσης απειλής ακόμα και για τις τοπικές δομές εξουσίας. Στο Παρίσι απέδειξαν την αστάθεια ενός φαινομενικά σταθερού και μονολιθικού καθεστώτος. (Η πραγματική δύναμη πυρός των εξεγερμένων δε δοκιμάστηκε ποτέ πραγματικά, αν και ο ηρωισμός τους είναι αναμφίβολος: λιγότεροι από 2 ή 3 ανθρώπους σκοτώθηκαν, κι αυτοί σχεδόν σίγουρα από ατύχημα). Σε κάθε άλλο μέρος, οι φοιτητικές διαδηλώσεις και ταραχές, αν και με αρκετή επίδραση εντός των πανεπιστημίων, εκτός τους δε συνιστούσαν παρά μια αστυνομική δουλειά ρουτίνας.

Όμως αυτό μπορεί να ισχύει και για όλες τις αστικές ταραχές, γι αυτό και μια μελέτη του συσχετισμού τους με διαφορετικούς τύπους πόλεων είναι ένα αρκετά σημαντικό έργο. Το Γεωργιανό Δουβλίνο, δεν προσφέρεται εύκολα για εξεγέρσεις, και ο πληθυσμός του, ακόμα και όσοι προσφέρονται περισσότερ, δεν έχουν δείξει κάποια ιδιαίτερη τάση πρόκλησης ή έστω συμμετοχής σε εξεγέρσεις. Η εξέγερση του Πάσχα (Easter Rising) έλαβε χώρα εκεί επειδή εκεί ήταν η πρωτεύουσα, όπου υποτίθεται ότι λαμβάνονται οι βασικές εθνικές αποφάσεις, και παρόλο που απέτυχε πολύ γρήγορα, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της ιρλανδικής ανεξαρτησίας, επειδή ήταν τέτοια η κατάσταση στην Ιρλανδία το 1917-21 που επέτρεψε κάτι τέτοιο. Η Αγία Πετρούπολη, που χτίστηκε απ’ το μηδέν βάσει ενός γιγαντιαίου και γεωμετρικού σχεδιασμού, είναι χαρακτηριστικά αποτρεπτική για κάθε είδους οδοφράγματων ή οδομαχιών, ωστόσο η Ρωσσική Επανάσταση ξεκίνησε και πέτυχε εκεί. Αντίθετα, το παροιμιώδες οικιστικό χάος της Βαρκελώνης, με τα παλιότερα κομμάτια της πόλης που φαίνονται ιδανικά για ταραχές, σπάνια παρήγαγε εξεγέρσεις. Ο καταλανικός αναρχισμός, με όλους τους βομβιστές τους, τους πιστολέρος, τους ενθουσιώδεις οπαδούς της άμεσης δράσης, μέχρι το 1936 δεν ήταν παρά ένα σύνηθες πρόβλημα δημόσιας τάξης για τις αρχές, τόσο περιορισμένο που οι ιστορικοί εκπλήσσονται όταν βλέπουν πόσο λίγοι αστυνομικοί υποτίθεται ότι (μάλλον αναποτελεσματικά) διασφάλιζαν την προστασία τους.

Οι επαναστάσεις προκύπτουν από πολιτικές καταστάσεις, κι όχι επειδή από κάποια πολεοδομική ευκολία για εξέγερση. Παρολαυτά, μια αστική ταραχή, ή ένας αυθόρμητος ξεσηκωμός μπορεί να η φωτιά που θα κάνει τον κινητήρα της επανάστασης να πάρει μπρος. Μια φωτιά που είναι πιθανότερο ν’ ανάψει σε πόλεις που ενθαρρύνουν ή διευκολύνουν την εξέγερση. Ένας φίλος μου, που έτυχε να ηγηθεί της εξέγερσης του 1944 ενάντια στους Γερμανούς στο Quartier Latin του Παρισιού, περπάτησε στην περιοχή το ξημέρωμα μετά την Νύχτα των Οδοφραγμάτων το 1968, αντικρύζοντας με συγκίνηση ότι οι νεαροί που δεν είχαν καν γεννηθεί το 1944 είχαν στήσει αρκετά απ’ τα οδοφράγματά τους στα ίδια ακριβώς σημεία με τότε. Κι ακόμα, θα προσέθετε ένας ιστορικός, στα ίδια μέρη που είχαν στηθεί τα οδοφράγματα του 1830, του 1848 και του 1871. Δεν προσφέρεται κάθε πόλη τόσο φυσικά σ’ αυτήν την εξάσκηση, όπου κάθε γενιά εξεγερμένων θυμάται ή ανακαλύπτει εκ νέου τα πεδία των μαχών των προγόνων της. Έτσι τον Μάη του 1968 οι πιο σφοδρές συγκρούσεις συνέβησαν γύρω απ’ τα οδοφράγματα της οδού Gay Lussac και πίσω απ’ την οδό Soufflot. Σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα, στην Κομμούνα του 1871, ο ηρωικός Raoul Rigault που διέταξε το στήσιμο οδοφραγμάτων στην ίδια εκείνη περιοχή, συνελήφθη και σκοτώθηκε – την ίδια εκείνη μέρα του Μάη – απ’ τους Βερσαγιέζους. Δεν είναι κάθε πόλη σαν το Παρίσι. Η ιδιαιτερότητά του μπορεί να μην είναι πια αρκετή να επαναστατικοποιήσει τη Γαλλία, όμως η παράδοση και το περιβάλλον είναι ακόμα αρκετά ισχυρά για να παράγουν ότι πιο κοντινό σε μια επανάσταση, σε μια ανεπτυγμένη δυτική χώρα.

Σημειώσεις:

[1] Το κατά πόσο αυτά τα προάστια της εργατικής τάξης μπορούν να απομονωθούν απ’ το κέντρο της πόλης και να παραμείνουν άμεσος παράγοντας των εξεγέρσεων είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Το Sans στη Βαρκελώνη, το μεγάλο οχυρό του αναρχισμού, δεν έπαιξε κάποιον σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1936, ενώ το Floridsdorf στη Βιέννη, ένας εξίσου ισχυρός θύλακας του σοσιαλισμού, δεν κατάφερε πολύ περισσότερα απ’ το να μείνει σε απομόνωση αφότου οι εξεγέρσεις στην υπόλοιπη πόλη ηττήθηκαν το 1934.

Ο ανταρτοπόλεμος στην Ισπανία, 1854 – Καρλ Μαρξ

Ο ανταρτοπόλεμος στην Ισπανία – Καρλ Μαρξ

Πηγή: http://marxists.org/archive/marx/works/1854/revolutionary-spain/ch05.htm

Η κεντρική κυβέρνηση απέτυχε στην υπεράσπιση της χώρας της, ακριβώς επειδή απέτυχε στην επαναστατική αποστολή της. Έχοντας επίγνωση της αδυναμίας της, του ρευστού περιεχομένου της εξουσίας της, και της ακραίας έλλειψης δημοφιλίας της, πώς θα μπορούσε να επιχειρήσει να ανταποκριθεί στις έριδες, τις αντιζηλίες και τις δεσποτικές αξιώσεις των στρατηγών της, συνηθισμένες για κάθε επαναστατική εποχή, παρά μέσω ελεεινών τεχνασμάτων και δολοπλοκιών; Παραμένοντας, ως είχε, κάτω από έναν διαρκή φόβο και καχυποψία προς την ίδια τη στρατιωτική ηγεσία της, δεν μπορούμε παρά να πάρουμε τοις μετρητοίς τα λόγια του Ουέλλινγκτον που έγραφε στον αδερφό του, τον Μαρκήσιο του Wellesley, την 1η Σεπτέμβρη 1809:

“Φοβάμαι πολύ, απ’ όσα έχω δει από τα πρακτικά της κεντρικής κυβέρνησης, ότι στην κατανομή των δυνάμεών της, δεν υπολογίζει τη στρατιωτική άμυνα και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τόσο όσο την πολιτική δολοπλοκία και την επίτευξη ασήμαντων πολιτικών σκοπιμοτήτων”.

Σε επαναστατικούς καιρούς, όταν όλοι οι δεσμοί της υποταγής χαλαρώνουν, η στρατιωτική πειθαρχία μπορεί να αποκατασταθεί μόνο μέσω μιας πολιτικής πειθαρχίας που επωμίζονται οι στρατηγοί. Καθώς η κεντρική κυβέρνηση, χάρις στην ασύμμετρη διαπλοκή της, ποτέ δεν κατόρθωσε να ελέγξει πραγματικά τους στρατηγούς, αυτοί ποτέ δεν κατάφεραν να ελέγξουν τους στρατιώτες, και προς το τέλος του πολέμου ο ισπανικός στρατός δεν πέτυχε ποτέ να φτάσει σ’ ένα μέσο επίπεδο πειθαρχίας και υποταγής. Αυτή η απειθαρχία συντηρήθηκε απ’ την έλλειψη τροφίμων, ενδυμάτων, κι όλων των υλικών απαιτουμένων ενός στρατού – καθώς το ηθικό ενός στρατού, όπως το έθεσε ο Ναπολέων, εξαρτάται απόλυτα απ’ τις υλικές συνθήκες του. Η κεντρική κυβέρνηση ήταν ανίκανη να ανεφοδιάζει τακτικά τον στρατό, καθώς τα μανιφέστα του καημένου ποιητή Quintana (στμ: Μαδριλένος ποιητής της εποχής, γνωστός για μια σειρά εύπεπτα ποιήματα που υμνούν τον πατριωτισμό, την μοναρχία κλπ) δεν επαρκούσαν γι αυτό, και για να αποδώσει κάποια συνοχή στα διατάγματά της θα ήταν αναγκασμένη να καταφύγει στα ίδια επαναστατικά μέτρα που καταδίκαζε στην επαρχία. Ακόμη και η γενική επιστράτευση ανεξαρτήτως προνομίων και εξαιρέσεων, και οι διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν σ’ όλους τους Ισπανούς προκειμένου να αποκτήσουν κάθε πιθανό βαθμό στον στρατό, ήταν έργο των επαρχιακών διοικήσεων, κι όχι της κεντρικής κυβέρνησης. Άν οι ήττες των ισπανικών στρατευμάτων λοιπόν παρήχθησαν από τις αντεπαναστατικές ανικανότητες της κεντρικής κυβέρνησης, αυτές οι πανωλεθρίες με τη σειρά τους συνέθλιψαν ακόμη περισσότερο την ίδια την κυβέρνηση, και καθιστώντας την το αντικείμενο της λαϊκής περιφρόνησης και καχυποψίας, αύξησαν την εξάρτησή της από αλαζονικούς αλλά ανίκανους στρατιωτικούς αρχηγούς.

Ο ισπανικός τακτικός στρατός, αν και ηττήθηκε παντού, παρολαυτά ήταν παρών σ’ όλα τα σημεία. Περισσότερες από είκοσι φορές διαλύθηκε, κι ήταν πάντοτε ικανός να ξανασυγκεντρωθεί απέναντι στον εχθρό, και συχνά μάλιστα επανεμφανιζόταν με αυξημένο δυναμισμό μετά από μια ήττα. Δεν είχε νόημα πλέον να τους κερδίζει, καθώς, τόσο γρήγορα διασκορπίζονταν, που η απώλειά τους σε άνδρες ήταν γενικά ελάχιστη, ενώ η απώλειές τους επί του εδάφους, τους ήταν παντελώς αδιάφορες. Αποσυρόμενοι άτακτα στις οροσειρές, ήταν βέβαιοι πως θα ξανασυγκεντρωθούν και θα εμφανιστούν και πάλι όταν δε θα τους περιμένανε, αναζωογονημένοι με νέες ενισχύσεις, και ικανοί, αν όχι να αντισταθούν στον γαλλικό στρατό, τουλάχιστον να τον κρατήσουν σε μια διαρκή κινητικότητα, και να τον υποχρεώσουν να διασκορπίσει τις δυνάμεις του εδώ κι εκεί. Πιο τυχεροί από τους Ρώσσους, δε χρειάστηκε καν να πεθάνουν προτού αναστηθούν.

Η καταστροφική μάχη της Ocaña, στις 19 Νοέμβρη του 1809, ήταν η τελευταία άνιση μάχη που έδωσαν οι Ισπανοί. Από κει και πέρα, περιορίστηκαν στον ανταρτοπόλεμο. Το γεγονός και μόνο της εγκατάλειψης του τακτικού πολέμου δείχνει την εξαφάνιση του εθνικού μπρος στα τοπικά κέντρα της διοίκησης. Όταν οι καταστροφές του τακτικού στρατού έγιναν ο κανόνας, η εμφάνιση των ανταρτών γενικεύθηκε, και το σώμα του λαού, ανακαλώντας με οδύνη τις εθνικές ήττες, ευφράνθηκε απ’ τις τοπικές επιτυχίες των ηρώων του. Στο σημείο αυτό τουλάχιστον, η κεντρική κυβέρνηση μοιράστηκε το λαϊκό συναίσθημα. Πληρέστερες εκτιμήσεις δίνονται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως σχετικά με τους αντάρτες, παρά για την μάχη της Ocaña.

Όπως ο Δον Κιχώτης αντιστεκόταν με τη λόγχη του ενάντια στην πυρίτιδα, έτσι και οι αντάρτες αντιστέκονταν στον Ναπολέοντα, αλλά με διαφορετική επιτυχία.

“Αυτοί οι αντάρτες”, λέει η Αυστριακή Στρατωτική Εφημερίδα (Τόμος 1, 1821), “μεταφέρουν τη βάση τους οπουδήποτε βρίσκονται, στον εαυτό τους, και κάθε επιχείρηση εναντίον αυτής έληγε με την εξαφάνιση του αντικειμένου της”.

Υπάρχουν τρεις περίοδοι στις οποίες μπορεί να διακριθεί η ιστορική εξέλιξη του ανταρτοπολέμου. Στην πρώτη περίοδο ο πληθυσμός ολόκληρων περιοχών παίρνει τα όπλα και σχηματίζει παρτιζάνικες στρατιές, όπως στη Γαλικία και στις Αστούριες. Στη δεύτερη περίοδο, ομάδες ανταρτών σχηματίζονται απ’ τα απομεινάρια του ισπανικού στρατού, από Ισπανούς λιποτάκτες απ’ τον γαλλικό στρατό, από λαθρεμπόρους κλπ. που διεξάγουν τον πόλεμο σαν δικό τους, ανεξάρτητα από κάθε εξωτερική παρέμβαση και σύμφωνα με τα άμεσα συμφέροντά τους. Ευνοικά γεγονότα και περιστάσεις, συχνά φέρνουν ολόκληρες περιοχές στο πλευρό τους. Όσο οι αντάρτες συγκροτούνται, δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη εμφάνιση σαν σώμα, είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνοι για τους Γάλλους. Σχηματίζουν τη βάση ενός πραγματικού εξοπλισμού του λαού. Μόλις παρουσιαστεί μια ευκαιρία, ή μια ανοιχτή επιχείρηση διεξαχθεί, οι πιο ενεργοί και τολμηροί μεταξύ του λαού θα βγουν και θα ενωθούν με τους αντάρτες. Τρέχουν με την πιο ξέφρενη ταχύτητα προς τον εχθρό, ή παίρνουν θέση μάχης, σύμφωνα με το αντικείμενο της επιχείρησης που αναλαμβάνουν. Δεν ήταν ασυνήθιστο να τους δει κανείς να στέκονται έξω μια ολόκληρη μέρα παραμονεύοντας για την εμφάνιση ενός εχθρού, προκειμένου να συλλάβουν έναν αγγελιαφόρο ή να κατάσχουν τις προμήθειές του. Ήταν έτσι που ο νεώτερος Mina συνέλαβε τον αντιβασιλέα της Ναβάρρας, διορισμένο απ’ τον Ιωσήφ Βοναπάρτη, και που ο Julian πήρε κρατούμενο τον διοικητή της πόλης Rodrigo. Μόλις η επιχείρηση ολοκληρώθηκε, ο καθένας πήρε τον δρόμο του, κι ένοπλοι άνδρες φαίνονταν ν’ αποχωρούν προς πάσα κατεύθυνση. Όμως οι σύμμαχοί τους χωρικοί επέστρεψαν ήρεμα στις συνήθεις ασχολίες τους “σαν να μην απουσίασαν ποτέ απ’ αυτές”. Έτσι ήταν που έκλεισε η κυκλοφορία σ’ όλους τους δρόμους και χιλιάδες εχθροί βρέθηκαν επί τόπου, αν και κανείς απ’ αυτούς δεν μπορούσε να αναγνωριστεί. Έτσι κανένας αγγελιαφόρος δεν μπορούσε να μετακινηθεί χωρίς να συλληφθεί. Προμήθειες δεν μπορούσαν να σταλλούν χωρίς να κλαπούν. Εν συντομία, καμμία κίνηση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς να παρακολουθείται από εκατό μάτια. Την ίδια στιγμή, δεν υπήρχαν τα μέσα για ένα συνδυαστικό χτύπημα στη ρίζα αυτού του πράγματος. Οι Γάλλοι ήταν υποχρεωμένοι να είναι διαρκώς οπλισμένοι εναντίον ενός εχθρού που, συνεχώς αποχωρώντας και πάντοτε επανεμφανιζόμενος, κατάφερνε να βρίσκεται παντού χωρίς να γίνεται ορατός, με τα βουνά να παίζουν τον ρόλο άπειρων πέπλων μυστηρίου.

“Δεν ήταν”, λέει ο Αββάς de Pradt “ούτε οι συγκρούσεις ούτε οι αντιπαραθέσεις που εξάντλησαν τα γαλλικά στρατεύματα, αλλά οι αδιάκοπες παρενοχλήσεις ενός αόρατου εχθρού, τον οποίον, εάν καταδίωκαν, αυτός χανόταν μέσα στον λαό, απ’ τον οποίο αμέσως μετά ξεπηδούσε με ανανεωμένες δυνάμεις”. Το λιοντάρι του μύθου που βασανίζεται μέχρι θανάτου από ένα κουνούπι, δίνει μια πραγματική εικόνα της κατάστασης του γαλλικού στρατού”.

Στην τρίτη περίοδο, οι αντάρτες έτειναν προς την κανονικότητα ενός τακτικού στρατού, διόγκωσαν τα σώματά τους σε αριθμούς από 3.000 εώς 6.000 άνδρες, έπαψαν να είναι το ζήτημα ολόκληρων περιοχών, κι έπεσαν στα χέρια μερικών ηγετών, οι οποίοι τους χρησιμοποίησαν κατά πώς συνέφερε τους σκοπούς τους. Αυτή η αλλαγή στο σύστημα των ανταρτών, έδωσε στους Γάλλους, στην αντιπαράθεση μαζί τους, σημαντικά πλεονεκτήματα. Όντας πλέον ανίκανοι, χάρις στον μεγάλο αριθμό τους, να κρυφτούν και να εξαφανιστούν ξαφνικά χωρίς να υποχρεωθούν σε μάχη, όπως έκαναν προηγουμένως, οι αντάρτες πλέον συχνά αιφνιδιάζονταν, ηττούνταν, διασκορπίζονταν, καθίσταντο ανίκανοι να καταφέρουν περαιτέρω παρενοχλήσεις για αρκετό καιρό.

Συγκρίνοντας τις τρεις περιόδους του ανταρτοπολέμου με την πολιτική ιστορία της Ισπανίας, διαπιστώνει κανείς ότι αντιπροσωπεύουν τους σχετικούς βαθμούς στους οποίους το αντεπαναστατικό πνεύμα της κυβέρνησης πετύχαινε να διαβρώνει το πνεύμα του λαού. Αρχίζοντας με την εξέγερση ολόκληρων πληθυσμών, ο παρτιζάνικος πόλεμος στη συνέχεια διεξήχθη από αντάρτικες ομάδες, των οποίων ολόκληρες περιοχές απαρτίζαν τις εφεδρείες τους και και κατέληξαν σε παραστρατιωτικά σώματα ισορροπώντας μεταξύ κλεφτουριάς και καθίζησης σε επίπεδο τακτικού στρατού.

Αποξένωση απ’ την ανώτατη Κυβέρνηση, χαλαρή πειθαρχία, συνεχείς καταστροφές, διαρκής σχηματισμός, αποσύνθεση, κι ανασύνθεση στη διάρκεια των έξι χρόνων του cadrez θα πρέπει να σφράγισαν ανεξίτηλα το σώμα του ισπανικού στρατού με τον χαρακτήρα του πραιτοριανισμού, κάνοντάς τον επίσης έτοιμο να αναλάβει χρέη υποτακτικού ή μπάτσου των αρχηγών του. Οι ίδιοι οι στρατηγοί είχαν αναγκαστικά συμμετάσχει, λογομαχώντας ή μη, ή συνομωτήσει ενάντια στην κεντρική κυβέρνηση, και πάντοτε μετατόπιζαν με το βάρος του ξίφους τους την πολιτική ισορροπία. Ετσι ο Cuesta, που αργότερα φάνηκε να κερδίζει την εμπιστοσύνη της κεντρικής κυβέρνησης με τον ίδιο βαθμό που έχανε τις μάχες της χώρας, είχε ανελιχθεί συνομωτώντας με τον Consejo Real και συλλαμβάνοντας τους βουλευτές της Λεόν στην κεντρική κυβέρνηση. Ο στρατηγός Morla ο ίδιος, μέλος της κεντρικής κυβέρνησης, πέρασε με το στρατόπεδο του Βοναπάρτη, αφού παρέδωσε την Μαδρίτη στους Γάλλους. Ο τραγελαφικός Μαρκήσιος de las Romerias, επίσης μέλος της κυβέρνησης, συνομωτούσε με τον ματαιόδοξο Francisco Palafox, τον ελεεινό Montijo και την ταραχώδη κυβέρνηση της Σεβίλλης εναντίον της κεντρικής κυβέρνησης. Οι στρατηγοί Castaños, Blake, La Bisbal (και O’Donnell) διαπλέκονταν σε διαδοχικές ίντριγκες την εποχή των Cortes ως αντιβασιλείς, και ο Γενικός Διοικητής της Βαλένσια Don Javier Elío, παρέδωσε τελικά την Ισπανία στο έλεος του Φερδινάνδου του Ζ’. Ο πραιτοριανός χαρακτήρας ήταν σίγουρα πιο ανεπτυγμένος μεταξύ των στρατηγών απ’ ότι μεταξύ των στρατιωτών τους.

Απ’ την άλλη, ο στρατός και οι αντάρτες – οι οποίοι δέχθηκαν στη διάρκεια του πολέμου μέρος των αξιωματικών τους, όπως τους Porlier, Lacy, Eroles και Villacampa, από τις τάξεις των διακεκριμένων αξιωματικών του μετώπου, ενώ το μέτωπο μετέπειτα δέχθηκε αντάρτες αρχηγούς όπως οι Mina, Empecinado κ.α. – ήταν η πιο επαναστατικοποιημένη μερίδα της ισπανικής κοινωνίας, στρατολογημένη καθώς ήταν από κάθε στρώμα, συμπεριλαμβανομένης και της περήφανης, φιλόδοξης και πατριωτικής νεολαίας, που ήταν απρόσιτη για την υπνωτική επίδραση της κεντρικής κυβέρνησης, χειραφετημένη απ’ τα δεσμά του απαρχαιωμένου καθεστώτος, εν μέρει, όπως ο Riego, έχοντας επιστρέψει μετά από μερικά χρόνια αιχμαλωσίας στη Γαλλία. Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει η επιρροή που εξασκεί ο ισπανικός στρατός στις επερχόμενες ταραχές, ούτε όταν αναλαμβάνει την επαναστατική πρωτοβουλία, ούτε όταν διαβρώνει την επανάσταση με τον πραιτοριανισμό.

Ως προς τους αντάρτες, είναι προφανές ότι, έχοντας περάσει κάποια χρόνια στο θέατρο αιματηρών συγκρούσεων, σε ένα εύρος μεταβλητών συνηθειών, ενδίδοντας ελεύθερα σ’ όλα τα πάθη και το μίσος τους, την εκδίκηση, την αγάπη της λεηλασίας, είναι αναγκασμένοι, σε καιρούς ειρήνεις, να σχηματίσουν το πιο επικίνδυνο πλήθος, πάντα έτοιμο για ένα νεύμα, στο όνομα του κάθε κόμματος και ιδανικού, να βάλει πλάτη γι αυτόν που θα σταθεί ικανός να τους προσφέρει ικανές ανταμοιβές ή ένα πρόσχημα για λεηλασίες.

O Καντάφι δε θα τολμήσει…: Νέα από Λιβύη, 7/5/2011

“Ο Καντάφι δεν θα τολμήσει

Εδώ και δυο μέρες, οι δημοσιογράφοι έχουν εγκαταλείψει μαζικά τον τόπο, θορυβημένοι από τις φήμες των δηλητηριωδών αερίων. Πράγματι, οι στρατιώτες του Καντάφι εθεάθησαν να φέρουν αντιασφυξιογόνες μάσκες έξω απ’ το Ζιλτάν, μια κωμόπολη δυτικά της Μισράτα. Αυτή η είδηση, απ’ τις λιγότερο ασφαλείς, δεν έχει επιβεβαιωθεί, ωστόσο η πρόνοια είναι η μητέρα της ασφάλειας και τα ποντίκια εγκατέλειψαν το πλοίο χωρίς δεύτερη σκέψη. Ορισμένοι μάλιστα μου ζήτησαν ακόμη να μην αποκαλύψω τη φυγή τους προκειμένου να μη δημιουργηθεί ένας πανικός φυγής.

“Ο Καντάφι δε θα τολμήσει!” είπαν μερικοί, είναι αλήθεια ότι μετά τις οβίδες και τις εμπρηστικές βόμβες, θα συνεχίσει με το γάντι. Ευτυχώς, έκτοτε, το μεγαλύτερο μέρος του πυροβολικού του έχει σωπάσει, αναμφίβολα το αποτέλεσμα των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ.

Οι εξεγερμένοι επίσης αφουγκράζονται τη σιωπή. Εδώ κι έξι μέρες, οι ομάδες βρίσκονται εγκλωβισμένες στις θέσεις τους με απόφαση του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα στο al Giran, έχει απαγορεύσει στους πάντες να κυκλοφορούν πέραν της νέας σιδηροδρομικής γραμμής. Οι σποραδικές μάχες και οι πυροβολισμοί κάνουν πού και πού αισθητή την εμφάνισή τους. Οι κανταφικοί μοιάζει να υποχωρούν απ’ τις περισσότερες θέσεις τους, τουλάχιστον προσωρινά, ειδικά στην Ταυμίνα προχθές και στο Ζιράν σήμερα.

Τα εχθρικά στρατεύματα μοιάζει να περνάν δύσκολες ώρες. Οι ομαδικές μεταγωγές τους στο εσωτερικό της χώρας έχουν γίνει επικίνδυνες λόγω των βομβών του ΝΑΤΟ, χάνουν σε κάθε πεδίο, και τα εφόδιά τους εξαντλούνται. Λένε για παράδειγμα ότι ένα λίτρο βενζίνης στην κατεχόμενη ζώνη ανταλλάσσεται με 5 δηνάρια, δηλαδή είναι δυο φορές πιο ακριβό απ’ ότι στη Γαλλία και 25 φορές πιο ακριβό απ’ ότι στην ελεύθερη ζώνη.

Στο κέντρο της πόλης τα εργαστήρια λειτουργούν στο φουλ, αυτοσχέδιες βόμβες, χειροβομβίδες, αντιαρματικές βόμβες, θωράκιση οχημάτων, εκτοξευτές ρουκετών, κατασκευάζουνε μαζικά οτιδήποτε μπορεί να χρειαστεί αυτός ο πόλεμος. Ωστόσο, έχουν επιβληθεί τα τυπικά μοντέλα, και δε βλέπουμε να εμφανίζονται νέοι τύποι προσαρμοσμένη σε κάθε ειδική χρήση.

Στο μέτωπο, ο πόλεμος θέσεων απαιτεί μια γενικευμένη χρήση του πυροβολικού, ιδιαίτερα των οβίδων. Δεν βλέπει κανείς πια τον εχθρό, τον υποψιάζεται μέσα από τα κυάλια του, σ’ ένα αυτοκίνητο στο βάθος ενός ίχνους σκόνης.

Σπάζοντας τη συνήθη μονοτονία, ο Καντάφι έστειλε χθες βράδυ στο λιμάνι δυο ελικόπτερα. Τα μηχανήματα έχουν ακινητοποιηθεί από νάρκες εδάφους στη ζώνη του Κασσέρ Χαμέδ. Αποχώρησαν χωρίς να δωθεί συνέχεια. Το ραδιόφωνο του ΝΑΤΟ που παρακολουθεί άμεσα τις εξελίξεις, αρκέστηκε σε μερικά γενικά σχόλια: “Αν περάσει κάποιο ελικόπτερο μπορείτε να το ρίξετε, δεν είναι δικό μας”. Το ΝΑΤΟ προφανώς έχει αποφασίσει να συγκεντρώσει γύρω του διάφορα μήντια, με γέλια και τραγούδια.

Τα μαγαζιά είναι και πάλι γεμάτα, με εξαίρεση τα πολύ εξειδικευμένα προϊόντα όπως τα είδη για μωρά ή τα τσιγάρα που λείπουν δραματικά απ’ τους μαχητές. Ευτυχώς, η μαύρη αγορά είναι πανταχού παρούσα για καλύψει αυτήν την ανεπάρκεια.

*^*^*

Πηγή: En route! – [http://setrouver.wordpress.com]

Προηγούμενες μεταφράσεις ενημερώσεων για τον πόλεμο στη Λιβύη από το En route!:

Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά, Λιβύη 8/4/2011

Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν οπλοποιό κι έναν μανάβη, Λιβύη 12/4/2011

Εξεγερσιακές τεχνικές από την Μισράτα, Λιβύη 12/4/2011

“Υγρό και μαύρο”: Νέα από Βεγγάζη, Λιβύη,  14/4/2011

Ενημέρωση από Μισράτα, 15/4/2011

Για τον τραυματισμό ενός απ’ τους συντρόφους-ανταποκριτές στην Μισράτα, 26/4/2011

“Υγρό και μαύρο”: Νέα από Βεγγάζη, Λιβύη 14/4/2011

“Είναι υγρό και είναι και μαύρο”

Η δραστηριότητα της Βεγγάζης μοιάζει να έχει επιστρέψει σε μια ρουτίνα επαναστατική ή πατριωτική, τόσο στο μέτωπο όσο και στη διεθνή πολιτική. Δεν είναι καθόλου έτσι, ή ακριβέστερα, αυτή η ρουτίνα είναι η ίδια μια ρήξη σε σχέση με την μικρότερη ή μεγαλύτερη ανησυχία που επικρατούσε στην αρχή της εξέγερσης.

Το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο έχει πάρει τον λόγο, καθώς, φαίνεται να έχει έρθει η ώρα της διπλωματίας. Και ουκ ολίγοι κοστουμαρισμένοι δημοσιογράφοι, ειδικευμένοι στα διεθνή ζητήματα, έχουν πάρει τη θέση του μισοαξύριστου πολεμικού ανταποκριτή στη Βεγγάζη. Έχει ενδιαφέρον να γνωρίζει κανείς τη σάλτσα αυτού του νέου μαγειρίου, όμως όλα γίνονται πιο ξεκάθαρα όταν κάνουμε πρώτα μια περιήγηση στην κουζίνα.

Ο Abdul Fatar Younis είναι εδώ και λίγο καιρό ένας άνθρωπος πολυάσχολος. Πρώην υπουργός δικαιοσύνης του Καντάφι, επικεφαλής των ειδικών δυνάμεων, είναι ο πιο εμφανής των υποτιθέμενων ηγετών του υποτιθέμενου στρατού της επανάστασης.

Είναι τώρα μιάμιση βδομάδα που οι μεγάλες Κατιούσα ΒΜ-21 έχουν εγκαταλείψει το μέτωπο, συσσωρευόμενες ως δια μαγείας -ένα μαγικό που επαναλαμβάνεται στον πόλεμο αυτόν- μαζί με κάθε λογής μαλακίες, για την επανάσταση, στο μέτωπο της Μπρέγκα. Την ίδια στιγμή, κλήθηκαν στους στρατώνες δεκάδες εθελοντές που είχαν δηλώσει πρόθυμοι να δώσουν ένα χέρι βοηθείας. Ο κ. Younis έχοντας ασφαλώς ακούσει για την παρουσία καλοδιατηρημένων αποθεμάτων βαρέος οπλισμού του Καντάφι, επέμεινε σε ένα σχέδιο μεταφοράς των πολεμοφοδίων βάσει της καλής θέλησης πολλών καλοπροαίρετων Λίβυων να οργανωθούν στους επίσημους θεμούς όσο το δυνατόν περισσότερο. Η συντήρηση των βαριών Κατιούσα και η χρήση τους γύρω στις 9 Απρίλη έθεσε τα θεμέλια αυτού του νέου στρατού.

Είναι μια μεγάλη έλλειψη πρωτοβουλίας που επέτρεψε την εμφάνιση αυτών των δομών μεταξύ των μαχητών, καθώς καμμία οργάνωση δεν είναι βρεθεί μέχρι τότε ώστε να δώσει μια πραγματική αποτελεσματικότητα στη στρατιά των ανθρώπων της Κυρηναϊκής.

Αυτοοργανωμένοι μαχητές. Συστοιχία ρουκετών mi-24 τοποθετημένες σε 4x4

Αυτοοργανωμένοι μαχητές. Συστοιχία ρουκετών mi-24 τοποθετημένες σε 4×4

Όσον αφορά τις απόπειρες οργάνωσης, αρμόζει να σημειωθεί εδώ ολόκληρη η στρατηγική διαμεσολάβηση που ενορχηστρώθηκε από τη δύση, από τη Χίλαρυ Κλίντον ως τις εφημερίδες της γαλλικής αριστεράς, και που αποτελείται από τη διάδοση φημών για την παρουσία στο μέτωπο ενός διεθνούς δικτύου ισλαμικής τρομοκρατίας με το όνομα της “Αλ Κάιντα”. Έχοντας συναντήσει προσωπικά τους δημοσιογράφους που βρίσκονται εδώ, κι έχοντας δεί πώς συντάσσουν τα άρθρα τους, είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό το πώς αντικαθιστούν τη λέξη “ιμάμης” με τη λέξη “μουλάς”, πώς μεταμορφώνουν έναν συμπαθητικό καθηγητή τεχνολογίας σε νέο δόκτορα-Νο, το μόνο που λείπει είναι τα κορίτσια του James Bond που σ’ αυτό το έργο καλύπτονται από μπούρκα. Μπορούμε να αναρωτηθούμε γιατί οι Δυτικές δημοκρατίες, έτοιμες να βοηθήσουν το πετρέλαιο της Λιβύης να βρεί τον δρόμο του προς τη δημοκρατία, τρέχουν να επουλώσουν αυτές τις πληγές απ’ τους νέους τους συμμάχους -τα σχετικά ρεπορτάζ και άρθρα στο σύνολό τους γράφονται κατόπιν παράγγελίας απ’ τη Δυτική σύνταξη, και ποτέ από πρωτοβουλία του δημοσιογράφου επί τόπου, που αρκούνται να υπακούσουν στις διαταγές. Σκέφτομαι ότι πρόκειται στην πραγματικότητα απλά για έναν φόβο της πλέμπας που μετασχηματίζεται σε αποτελεσματικό όπλο απονεύρωσης κάθε απόπειρας αυτοοργάνωσης -κάτι που αποτελεί τροφή για τη σκέψη σχετικά με αρκετές κινήσεις που προσδιορίζονται απ’ αυτό το όνομα. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι οι Δυτικές κυβερνήσεις, αντίθετα με πολλούς απ’ τους αριστερούς κατοίκους των ίδιων αυτών χωρών, έχουν καταλάβει πολύ καλά ότι η ομάδες ενόπλων που πολεμούν με τα δολλάρια του Καντάφι στην έρημο, δεν έχουν καμμία σχέση μ’ έναν στρατό.

Ας εξετάσουμε τώρα τον ίδιο τον πόλεμο, πρώτα για να εκτιμήσουμε τις συνέπειες της διεθνούς διπλωματίας και των σφαλμάτων της. Θα επικεντρώσω εδώ τα σχόλιά μου για τον πόλεμο στην Κυρηναϊκή, χωρίς να αναφερθώ στα στοιχεία για τον πόλεμο στην Μισράτα που αποτελεί ένα μέτωπο τουλάχιστον εξίσου ευρύ και σίγουρα πιο ενεργό.

Είτε ήταν η πίεση από την Κίνα, τη Ρωσσία, την Τουρκία ή τη Γερμανία, είτε η συστολή να απαιτηθεί η υπακοή των πρώην αποικιών, όπως και να ‘χει, φαίνεται ότι το Τσαδ, το Σουδάν και κυρίως η Αλγερία μπόρεσαν να στείλουν μαζικά πολεμοφόδια, καύσιμα και εξοπλισμό στις δυνάμεις του Καντάφι. Και ότι, όταν δεν ήταν απ’ την μεριά της η Τουρκία που θα σεβόταν το εμπάργκο ενάντια στον Καντάφι στα ίδια της τα πλοία, ήταν οι Λίβυοι πρόσφυγες που απέκλειαν τον ελλιμενισμό τους και την άφιξη καυσίμων από το λιμάνι του Γκαμπές στην Τυνησία, κι αργότερα πάνω στον ίδιο δρόμο, την άφιξη 4×4.

Η Γαλλία είχε, στις πρώτες επιδρομές, βομβαρδίσει αρκετές απ’ αυτές τις αποστολές, κάτι που επέφερε ένα τεράστιο πλεονέκτημα στην επανάσταση όταν αυτή βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν στρατό ανάλογό της, αλλά τότε το ΝΑΤΟ σταμάτησε όλα τα χτυπήματά του εκτός από κείνα που περιορίζονταν στο πεδίο της μάχης.

Το τεράστιο χρονικό διάστημα που δόθηκε απ’ αυτήν την πολιτική μισο-υποστήριξης στο παλιό λιβυκό Κράτος επέτρεψε την -αναμενόμενη από καιρό- αναδιοργάνωση του στρατού του. Προχθές, στις 10, στρατεύματα του Καντάφι, εξοπλισμένα με ολοκαίνουρια 4×4, έκαναν μια επιδρομή διαμέσου της ερήμου και επέστρεψαν στην πόλη της Ατζημπίας, πυροβολώντας οτιδήποτε κινείται στους έρημους δρόμους. Τα στρατεύματα αυτά επωφελήθηκαν απ’ την εμπειρία που αποκόμισαν στο Τσαδ και ιδιαίτερα απ’ τη συμμαχία Τουαρέγκ, ικανών να βρίσκουν βατούς δρόμους στην έρημο. Αν θέλουμε να μιλάμε ακόμα για ασύμμετρο πόλεμο, θα χάσουμε τη γεωμετρία σ’ αυτήν την μάχη όπου το Κράτος μπορεί να επιστρατεύσει τεχνικές αντάρτικου ενάντια στον λαό που έχει μικρές ικανότητες καινοτομίας, αλλά υποστηρίζεται από την υψηλής τεχνολογίας πολεμική αεροπορία των παγκόσμιων χωροφυλάκων.

Αντιμέτωποι μ’ αυτήν την αδιάκοπη εισροή νέων πολεμοφοδίων (οχημάτων, καυσίμων, μισθοφόρων, σφαιρών για κάθε όπλο, διόπτρων), η στρατιωτική απάντηση των Λίβυων ήταν αρκετά αδύναμη. Ένα μεγάλο μέρος των πολεμοφοδίων βρέθηκε σε μια απομακρυσμένη κοιλάδα στα Πράσινα Βουνά. Κάθε είδους πύραυλος υψηλής τεχνολογίας είχε θαφτεί εκεί, όμως ελάχιστα απ’ τα πανάκριβα αυτά όπλα -αν ήταν θαμμένα κασόνια ουίσκι, ίσως ήταν εξίσου ακριβά, δεδομένης της ηλικίας τους, μεταξύ 20 και 40 ετών- μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελλείψει αεροσκαφών, κανονιών ή άλλου είδους εκτοξευτών. Τα αποθέματα φαίνονται επαρκή για αρκετές εβδομάδες πολέμου.

Το μπούνκερ στα Πράσινα Βουνά

Το μπούνκερ στα Πράσινα Βουνά

Απ’ την άλλη, στο μέτωπο, οι ελεγχόμενοι στρατιώτες που υπακούν στον Fatar Younis έχουν κάνει την εμφάνισή τους, συγκεντρωμένοι γύρω από την πόλη της Ατζημπίας, είναι εξοπλισμένοι με ισχυρά κυάλια (καλή ιδέα μιας και ο πόλεμος είναι σχεδόν σαράντα χιλιόμετρα μακρυά), και με τα διάσημα ΒΜ-21. Αυτά τα όπλα, αποφασιστικής σημασίας για την επιτυχία των επιθέσεων, είναι αντίθετα αφιερωμένα στην αντιμετώπιση μιας νέας ιδιαίτερα επιθετικής τακτικής των δυνάμεων του Καντάφι, με μια στάση αρκετά …αμυντική.

τακτικός στρατός του συμβουλίου της Βεγγάζης

τακτικός στρατός του συμβουλίου της Βεγγάζης

Κι αυτά, χωρίς να υπολογίζουμε πως ένα φορτηγό που έχει περίπου είκοσι χιλιόμετρα να φτάσει, θα είναι λίγο πιο αποτελεσματικό να εξουδετερωθεί με μια βόμβα στον δρόμο παρά με συστοιχίες ρουκετών από περιστρεφόμενους εκτοξευτήρες φορτωμένους σε 4×4 που είναι και τα μόνα που χρησιμοποιούνται σ’ αυτόν τον πόλεμο πλέον. Επίσης γνωστό, ότι τα “γκραντ” (στμ: τα БМ-21 “Град” είναι συστοιχία εκτοξευτήρων ρουκετών κατασκευής σοβιετικού τύπου της δεκαετίας του ’60, που έχουν αντιγραφεί και χρησιμοποιούνται σε αρκετές χώρες, όπως στην Αίγυπτο, στη Γάζα κλπ), είναι δυσπροσάρμοστα και ακατάλληλα για επίθεση σε ένα γρήγορο 4×4 που κινείται στην έρημο.

Εάν αυτή η τακτική της αμυντικής χρήσης των Κατιούσα συνεχιστεί, θα πρόκειται περί μιας ειλικρινούς προθυμίας να βοηθήσουν το σχέδιο του Καντάφι να διαχωριστεί η Λιβύη στα δύο.

Αυτό το σχέδιο, που υποστηρίζει κατ’ αρχήν η Τουρκία, και στη συνέχεια η αφρικανική ένωση, συνίσταται σε μια παραχώρηση στην Κυρηναϊκή της ανεξαρτησίας της και των πόρων απ’ την πετρελαιοπηγή του Τομπρούκ, κάτι που δεν αξίζει πολλά, και στο να αφήσουμε στον Καντάφι την εξουσία στο υπόλοιπο της χώρας, ούτως ώστε να ελέγχει το πετρέλαιο της Μπρέγκα, του Ρας Λανούφ και της Τρίπολης. Οι συνέπειες μιας τέτοιας συμφωνίας περιλαμβάνουν τη σφαγή του πληθυσμού της Μισράτα, σημαντικές εκκαθαρίσεις στην Τρίπολη και στο Τζεμπέλ Μαφουσσά, περιλαμβανομένου του Ζιλτάν. Το συμβούλιο δεν μπορεί να δεχθεί μια τέτοια συμφωνία όσο δεν έχει την αποδοχή του πληθυσμού της Βεγγάζης, όμως η γλώσσα του έχει ήδη αλλάξει. Στη διπλωματική γλώσσα, “στρατιωτική επέμβαση” σημαίνει τώρα ενδιάμεση δύναμη στο μέτωπο του πολέμου, και “ζώνη εναέριου αποκλεισμού” ή “δράση του ΝΑΤΟ” σημαίνει στρατιωτική δράση που συμφέρει τη Λιβύη. Το συμβούλιο αρνείται να διαπραγματευτεί μια ανακωχή, όμως το απλό γεγονός ότι δεν το λέει ξεκάθαρα, και το ότι κάνει χρήση αυτής της διπλωματικής γλώσσας κάνουν την άρνησή του ένα στοιχείο της διαπραγμάτευσης, που προμηνύει ίσως την έναρξη των ουσιαστικών συνομιλιών μόλις θα έχει κατακτηθεί ένα πλεονέκτημα στην κατοχή πετρελαιοπηγών. Θα πρέπει επίσης να προσθέσω ότι, σε προσωπικό επίπεδο, υπάρχει ένας αριθμός ανθρώπων που σκέφτονται ότι μια τέτοια συνθήκη θα ήταν κάτι καλό για την Κυρηναϊκή (από οικονομική άποψη αυτό είναι βέβαιο).

Ένας νεαρός φοιτητής μου είπε, με κάποια δόση υπερβολής, “το πετρέλαιο, ξέρουν όλοι ότι εκτός από ρευστό είναι και μαύρο”. Για όσους δεν πιστεύουν σε φιλανθρωπίες, μετά τη σφαγή πολλών εξεγερμένων, αυτό το υλικό έχει γίνει μισητό. Μακράν του να μπορούν να το χρησιμοποιήσουν σαν όπλο, έχει τη δική του θέληση που χάνεται στους δισταγμούς των Δυτικών δυνάμεων και που τραβά τις στρατιές του Καντάφι σαν τον μαγνήτη.

Το θέαμα των αρχηγών του Κράτους εκτυλίσσεται τώρα μακρυά από έναν πόλεμο ολοένα και πιο σκληρό στην έρημο, στην Μισράτα και στην Τρίπολη, όπου στήνονται απ’ το μηδέν συντονισμένες δράσεις, ιδιαίτερα οι πολυάριθμες ενέδρες ενάντια στην αστυνομία, που δεν αποφεύγουν να μας θυμίσουν εκείνες που γνώρισε η Γαλλία στα προάστιά της.

Αυτό που κινεί τη δύναμη των μαχητών πρέπει να είναι κάτι αρκετά δύσκολο να γνωρίσουν οι δυτικοί όλων των αποχρώσεων που έρχονται να αλλάξουν παραστάσεις για δυο βδομάδες σε κάποιο ξενοδοχείο της Βεγγάζης. Όταν ρώτησα συγκεκριμένα έναν πολύ γνωστό δημοσιογράφο περί τίνος πρόκειται όλο αυτό, το αίμα, μου απάντησε “το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι υγρό, και ότι είναι κόκκινο”.

Πηγή: Το blog γάλλων συντρόφων που βρίσκονται στο πλευρό των εξεγερμένων En route!

https://setrouver.wordpress.com/2011/04/14/cest-liquide-et-cest-noir/

Σχετικά:

Ταραχές σε Τυνησία και Αλγερία, 1/2011

Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης

H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011

Γιορτή της Φωτιάς στην Τεχεράνη, Ιράν 15/03/2011

Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά, Λιβύη 8/4/2011

Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν οπλοποιό κι έναν μανάβη, Λιβύη 12/4/2011

Εξεγερσιακές τεχνικές από την Μισράτα, Λιβύη 12/4/2011

“Υγρό και μαύρο”: Νέα από Βεγγάζη, Λιβύη,  14/4/2011

Ενημέρωση από Μισράτα, 15/4/2011

Για τον τραυματισμό ενός απ’ τους συντρόφους-ανταποκριτές στην Μισράτα, 26/4/2011

Ο Καντάφι δε θα τολμήσει…: Νέα από Λιβύη, 7/5/2011



Εγχειρίδιο για μια ένοπλη εξέγερση, 1866 – Louis Auguste Blanqui

Πηγή: marxists.org (αγγλική μετάφραση του Andy Blunden, 2003)
Tίτλος πρωτοτύπου: Auguste Blanqui. Instruction pour une prise d’armes, 1866

Ο Λουδοβίκος-Αύγουστος Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, 1805-1881) ήτανε γιός ενός υποέπαρχου της περιοχής της Νίκαιας, στα σύνορα της Γαλλίας με την Ιταλία. Από την εφηβεία του ήδη συμμετείχε σε οδομαχίες στο πλευρό των Καρμπονάρων και ενάντια στην μοναρχία, τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στα μπάχαλα της οδού Saint-Denis το 1827. Στη συνέχεια συμμετείχε στην έκδοση εφημερίδων και στις περισσότερες αντιμοναρχικές “συνωμοσίες” της εποχής. Το 1830 συμμετείχε στην Ιουλιανή Επανάσταση που αποκαθήλωσε τον Κάρολο τον Ί. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Φίλων του Λαού (Amis du Peuple) και την Λίγκας των Δικαίων, που πυροδότησε την εξέγερση του Μάη 1839 στο Παρίσι. Στη συνέχεια ακολουθεί μια μακρά πορεία φυλακίσεων και μια σύντομη απελευθέρωση με την επανάσταση του 1848, που του επέτρεψε και να συνεχίσει τη δράση του πρωτοστατώντας σε ακόμα δυο αποτυχημένες εξεγέρσεις το 1870. Με την ανακήρυξη της Κομμούνας το 1871, οι Κομμουνάροι τον εκλέγουν τιμητικά σε πρόεδρο, ο ίδιος όμως δε θα κατορθώσει να παίξει πραγματικό ρόλο στα γεγονότα, καθώς είχε συλληφθεί λίγες μέρες πριν από τον Θιέρσο. Οι εξεγερμένοι προτείνουν την απελευθέρωση όλων των εθνοφρουρών που κρατούν ομήρους σε αντάλλαγμα για τον Μπλανκί, ωστόσο ο Θιέρσος αρνείται. Ο Μπλανκί θα αποφυλακιστεί τελικά το 1872 βαρυά άρρωστος, για να πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα, χωρίς να σταματήσει στιγμή την επαναστατική προπαγάνδα. Ο Μαρξ θα γράψει πως ο Μπλανκί ήταν ο ηγέτης που έλειπε από την Κομμούνα. Ωστόσο ο Μπλανκί δεν είναι μαρξιστής. Σε αντίθεση με τον Μαρξ, δεν αποδίδει έναν επαναστατικό ρόλο στο προλεταριάτο, καθώς πιστεύει ότι για την επανάσταση αρκεί η κινητοποίηση μιας μειοψηφίας που θα εγκαταστήσει μια προσωρινή δικτατορία με τη βία, ώστε εξολοθρεύοντας όλα τα στοιχεία του παλιού κόσμου, να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός, για τον οποίον, σε αντίθεση με τους Ουτοπιστές Σοσιαλιστές της εποχής, θεωρούσε ότι θα παραχθεί σχεδόν αυτόματα την “επόμενη μέρα”.

Ένας στρατός καθ’ εικόνα και ομοίωση του καπιταλιστικού, για έναν σοσιαλισμό καθ’ εικόνα και ομοίωση του καπιταλισμού.

Αναπόσπαστο μέρος της οπτικής του, οι προτροπές του Μπλανκί για “οργάνωση”, με την έννοια μιας συγκεντρωτικής ιεραρχίας, είναι για τις σημερινές ταραχές εξίσου ξένες όσο και αδιανόητες. Προέρχονται άλλωστε από μια εποχή στην οποία ο αναπτυσσόμενος καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει παράγει κοινωνικά δυο αρκετά σαφή στρατόπεδα: αυτό του κόσμου της εργασίας, των παραγωγών αυτού του κόσμου (και μαζί αρκετών φτωχοδιαβόλων, μικροαπατεώνων κλπ αλλά με μια έστω και περιοδική σχέση με τη χειρωνακτική εργασία και σχεδόν πάντα μια “εργατική ταυτότητα” που αναπτύσσεται σε μια “δική της” οριοθετημένη χωροταξία και κουλτούρα, στις εργατικές γειτονιές, στις μπυραρίες, στα λαϊκά τραγούδια, στη γλώσσα, στην ενδυμασία κλπ), κι απ’ την άλλη τα “παράσιτα”: Μονάρχες, ευγενείς, πλουσίους που διακρίνονται απ’ τους φτωχούς απ’ το γεγονός ότι κατέχουν τα μέσα παραγωγής, κι άρα απομυζούν ένα μέρος της εργασία τους. Για ένα μεγάλο μέρος του επαναστατικού κινήματος της εποχής, η προλεταριακή δικτατορία δεν μπορεί να στόχευε λοιπόν παρά στην -με τα όπλα των αφεντικών, την εργασιακή πειθαρχία και τα τεχνολογικά θαύματα- αφαίρεση αυτής της παρασιτικής κάστας, που συχνά (όπως καλή ώρα στη Γαλλία) ήταν εμφανώς ανίκανη να διαχειριστεί την ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων, και την ακόλουθη αυτοδιαχείριση αυτού του κόσμου από τους ίδιους τους εργάτες (που άλλωστε ήταν κι αυτοί που τον παρήγαγαν). Κόσμος υλικός, συναισθηματικός κλπ που ακόμα δεν είχε αποικιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό απ’ το κεφάλαιο, με αποτέλεσμα ο εργάτης, φεύγοντας για παράδειγμα απ’ την εργασία του, να έχει ακόμα μέρη και τρόπους μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο όπου μπορούσε να νιώσει “ο εαυτός του”, ανθρώπινος. Πρόκειται για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο του παλιού επαναστατικού κινήματος που αντιμετωπίζει την επανάσταση ως στρατιωτική επικράτηση ενός (προλεταριακού) στρατού επί ενός άλλου (αστικού) για τον έλεγχο της παραγωγής, που σε περίπτωση νίκης, περνάει ως έχει στον νικητή (κι άρα δε χρειάζεται να “σπάσει ούτε τζάμι”). Η τελευταία μαζική αναλαμπή του παλιού κινήματος και της ιδέας που είχε για την επανάσταση αντοπίζεται στην Ισπανία του 1934-36. Έκτοτε, η καθολική υπαγωγή στο Κεφάλαιο και η συνακόλουθη γενίκευση της αλλοτρίωσης, αλλά και η εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων και του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας, έχουν καταστήσει κάθε τέτοια οπτική έναν αρχαϊσμό γραφικών κομμάτων κι αποκομμάτων σε κρίση ταυτότητας. Σε αντίθεση με την εποχή του Μπλανκί, σήμερα δεν υπάρχει τίποτα που να θέλουμε να διαχειριστούμε, τίποτα που να θέλουμε να διατηρήσουμε.

Εγχειρίδιο για μια ένοπλη εξέγερση – Auguste Blanqui

Ι. Προετοιμασία

Το πρόγραμμα αυτό είναι καθαρά στρατιωτικό και αφήνει κατά μέρους το πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, για το οποίο δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος: πέραν αυτού, περιττό να πούμε ότι η επανάσταση οφείλει (να εργαστεί αποτελεσματικά ενάντια στην τυραννία του κεφαλαίου και) να ανασυγκροτήσει την κοινωνία στη βάση της δικαιοσύνης.

Μια εξέγερση στο Παρίσι που θα επαναλάβει τα ίδια παλιά λάθη δεν έχει σήμερα ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας. Το 1830, η θέρμη του λαού και μόνον, ήταν ικανή να γονατίσει μια εξουσία αιφνιδιασμένη και τρομοκρατημένη από μια ένοπλη εξέγερση, ένα γεγονός εξαιρετικό, που συνέβαινε μία φορά στο εκατομμύριο.

Αυτό από μόνο του αρκούσε για τότε. Το μάθημα το πήρε η κυβέρνηση, που παρέμεινε μοναρχική κι αντεπαναστατική, παρόλο που ήρθε ως αποτέλεσμα της επανάστασης. Άρχισε να μελετά τις οδομαχίες, και η φυσική ανωτερότητα της τεχνικής και της πειθαρχίας επί της απειρίας και της σύγχυσης σύντομα αποκαταστάθηκε ξανά.

Ωστόσο, θα ειπωθεί ότι το 1848 ο λαός θριάμβευσε επιστρατεύοντας τις μεθόδους του 1830. Ας είναι. Αλλά ας μην τρέφουμε αυταπάτες! Η νίκη του Φεβρουαρίου [1848] δεν ήταν παρά μια εύνοια της τύχης. Αν ο Λουδοβίκος-Φίλιππος είχε υπερασπιστεί στα σοβαρά τον εαυτό του, η υπεροχή θα είχε παραμείνει στην μεριά των ενστόλων.

Απόδειξη: οι μέρες του Ιουνίου. Εκεί είναι που μπορεί να δει κανείς πόσο καταστροφικές ήταν οι τακτικές, ή μάλλον η απουσία κάθε τακτικής απ’ την εξέγερση. Ποτέ δεν είχαμε τόσο ευνοϊκή θέση, οι πιθανότητες μας ήταν δέκα εναντίον μιας. Απ’ την μια πλευρά, η Κυβέρνηση σε πλήρη διάλυση, το ηθικό του στρατεύματος παραλυμένο. Απ’ την άλλη, όλοι οι εργάτες ήταν αποφασισμένοι και σχεδόν βέβαιοι για την επιτυχία. Γιατί υπέκυψαν; Λόγω της έλλειψης οργάνωσης. Για να κατανοήσουμε την ήττα τους, αρκεί να αναλύσουμε τη στρατηγική τους.

Ο ξεσηκωμός ξεσπά. Άμεσα, στις εργατικές γειτονιές, τα οδοφράγματα στήνονται εδώ κι εκεί, στην τύχη, σ’ ένα σωρό σημεία. Πέντε, δέκα, είκοσι, τριάντα, πενήντα άνδρες, που βρέθηκαν μαζί τυχαία, οι περισσότεροι άοπλοι, ξεκινούν να αναποδογυρίζουν άμαξες, να ξηλώνουν πλάκες και να τις σωριάζουν μπλοκάροντας τους δρόμους, μερικές φορές στην μέση ενός δρόμους, πιο συχνά στις διασταυρώσεις. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα φράγματα δε θα αποτελέσουν σοβαρό εμπόδιο για το ιππικό.

Μερικές φορές, μετά το αμήχανο ξεκίνημα της προετοιμασίας της άμυνάς τους, οι χτίστες των οδοφραγμάτων αποχωρούν προς αναζήτηση τουφεκιών και πυρομαχικών. Τον Ιούνιο, μπορούσε να μετρήσει κανείς περισσότερα από εξήντα οδοφράγματα. Περίπου τριάντα απ’ αυτά μόνα τους σήκωναν τον φόρτο της μάχης. Απ’ τα υπόλοιπα, δεκαεννιά ή είκοσι δεν έριξαν ούτε έναν πυροβολισμό. Απο κει, ένδοξες εφημερίδες κάναν μπόλικο θόρυβο για τη διάλυση πενήντα οδοφραγμάτων, όταν πια δεν είχε μείνει ούτε ψυχή σ’ αυτά.

Ενώ μερικοί ξήλωναν τις πλάκες απ’ τους δρόμους, άλλες μικρές παρέες αφόπλιζαν τα σώματα της φρουράς ή απαλλοτρίωναν μπαρούτι και όπλα απ’ τα οπλοστάσια. Όλα αυτά γίνονταν χωρίς κανέναν συντονισμό ή οδηγία, στο έλεος της ατομικής φαντασίας. Λίγο-λίγο όμως, ένας αριθμός οδοφραγμάτων, τα ισχυρότερα, τα ψηλότερα, τα καλύτερα χτισμένα, διαλέχτηκαν απ’ τους υπερασπιστές τους που συγκεντρώθηκαν σ’  αυτά. Δεν ήταν προϊόν υπολογισμών αλλά της τύχης που διάλεξε την τοποθεσία αυτών των βασικών οχυρώσεων. Μόνο λίγα απ’ αυτά, χάρις σ’ ένα είδος στρατιωτικής  έμπνευσης παρά αρχικού σχεδιασμού, καταλαμβάνουν τις μεγάλες διασταυρώσεις.

Στη διάρκεια αυτής της πρώτης περιόδου της εξέγερσης, τα στρατεύματα, απ’ την πλευρά τους συγκεντρώθηκαν. Οι στρατηγοί πήραν και μελέτησαν τις αστυνομικές αναφορές. Πρόσεξαν ιδιαίτερα να μην αφήσουν τα αποσπάσματά τους να περιπλανώνται έξω χωρίς αδιαμφισβήτητα στοιχεία, φοβούμενοι την παραμικρή αποτυχία που θα έριχνε το ηθικό των στρατιωτών. Μόλις κατάφεραν να προσδιορίσουν τις θέσεις των εξεγερμένων, παρέταξαν τις διμοιρίες τους σε διάφορα σημεία που θα συνιστούσαν στο εξής τη βάση των επιχειρήσεών τους.

Και οι δυο στρατιές έχουν λάβει θέση. Ας ρίξουμε μια ματιά στους χειρισμούς τους. Εδώ θα φανεί απογυμνωμένη η ανικανότητα των λαϊκών τακτικών, η αδιαμφισβήτητη αιτία της καταστροφής. Δεν υπήρχε καμμία κατεύθυνση ούτε γενικός έλεγχος, ούτε καν ένας συντονισμός μεταξύ των μαχητών. Κάθε οδόφραγμα είχε μια συγκεκριμένη ομάδα, περισσότερο ή λιγότερο μεγάλη, αλλά πάντοτε απομονωμένη. Είτε επρόκειτο για δέκα ή εκατό άνδρες, δεν είχε καμμία επικοινωνία με τις άλλες θέσεις. Συχνά δεν υπήρχε καν ένας ηγέτης να κατευθύνει την άμυνα, κι αν υπήρχε, η επιρροή του ήταν μηδαμινή. Οι μαχητές κάνουν ό,τι τους κατεβεί στο μυαλό. Μένουν, φεύγουν, επιστρέφουν, ανάλογα με τα κέφια τους. Το βράδυ, πηγαίνουν για ύπνο.

Συνέπεια αυτών των συνεχών πηγαινέλα, ο αριθμός των πολιτών που παραμένουν στα οδοφράγματα μπορεί να πέφτει ταχύτατα κατά ένα τρίτο, το ήμισυ ή και τα τρία τέταρτα των αρχικών. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίζει σε κανέναν. Απ’ αυτό μεγαλώνει η δυσπιστία απέναντι στην ίδια την ικανότητά τους να κερδίσουν, κι έτσι αποθαρρύνονται.

Δεν μαθαίνεται τί γίνεται αλλού και κανείς δεν κάνει τον κόπο να ψάξει να μάθει. Μόνο φήμες κυκλοφορούν, μερικές μελανές, άλλες ρόδινες. Ακούν χαλαρά τα κανόνια και την πυρίτιδα, ενώ πίνουν στα κρασοπουλειά. Όσο για την αποστολή βοήθειας σε θέσεις που δέχονται επίθεση, δεν υπάρχει καν σαν σκέψη. “Ας υπερασπιστεί ο καθένας το πόστο του, κι όλα θα πάνε καλά”, λένε οι ισχυρότεροι. Αυτή η μοναδική συλλογιστική προκύπτει επειδή η πλειοψηφία των εξεγερμένων πολεμάνε στις γειτονιές τους, ένα πρωτεύον σφάλμα με καταστροφικές συνέπειες, επιφέροντας ιδιαίτερα την αποκήρυξη απ’ τους γείτονές τους, μετά την ήττα.

Μ’ ένα τέτοιο σύστημα, η ήττα είναι βέβαια. Έρχεται στο τέλος, στο πρόσωπο των δυο ή τριών διμοιριών που θα την πέσουν στο οδόφραγμα συντρίβοντας τους λίγους εναπομείναντες υπερασπιστές του. Ολόκληρη η μάχη γίνεται η μονότονη επανάληψη αυτής της αμετάβλητης σκηνής. Ενώ οι εξεγερμένοι καπνίζουν τις πίπες τους πίσω από σωρούς λίθων, ο εχθρός επιτυχώς συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις του εναντίον ενός σημείου, κι έπειτα ενός δεύτερου, ενός τρίτου, τέταρτου, εξολοθρεύοντας σταδιακά την εξέγερση κομμάτι-κομμάτι.

Οι μαχητές του λαού δεν φρόντισαν να ανταπεξέλθουν σ’ αυτό το εύκολο καθήκον. Κάθε ομάδα περιμένει τη σειρά της με ματαιότητα, και δεν αποτολμά να τρέξει προς βοήθεια μιας γειτονικής που κινδυνεύει άμεσα. Όχι! “ο καθένας υπερασπίζεται το πόστο του, δεν μπορούμε να εγκαταλείπουμε τα πόστα μας”. Έτσι χάνει κανείς μέσω της αφέλειας!

Όταν, χάρις σε τέτοια σοβαρά λάθη, η μεγάλη Παρισινή εξέγερση του 1848 τσακίστηκε σαν από γυαλί, απ’ την πιο αξιολύπητη των κυβερνήσεων, πόσο μεγάλη καταστροφή διακινδυνεύουμε ξεκινώντας ξανά με την ίδια ανοησία, εν όψει ενός βάρβαρου μιλιταρισμού που πλέον έχει στην υπηρεσία του τα πρόσφατα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας: σιδηροδρόμους, ηλεκτρικό τηλέγραφο, μυδραλιοβόλα, τουφέκια;

Για παράδειγμα, κάτι που δε θα έπρεπε να υπολογίζουμε τόσο στις νέες προόδους του εχθρού είναι οι στρατηγικοί οδικοί άξονες που πλέον προεκτείνουν την πόλη προς κάθε κατεύθυνση. Εμπνέουν φόβο, αλλά άδικα. Δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούμε απ’ αυτούς. Μακράν του να αποτελούν έναν κίνδυνο για την εξέγερση, όπως νομίζουν οι άνθρωποι, αντιθέτως προσφέρουν ένα μείγμα πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων καί για τις δυο πλευρές. Εάν τα στρατεύματα κυκλοφορούν σ’ αυτούς με μεγαλύτερη ευκολία, απ’ την άλλη είναι πολύ πιο ανοιχτά εκτεθειμένοι. Τέτοιοι δρόμοι είναι άχρηστοι όταν πέφτει πυρ. Επιπλέον, τα μπαλκόνια αποτελούν μίνι-πολεμίστρες, παρέχοντας μια γραμμή πυρός απ’ τους εξώστες τους, που τα συνηθισμένα παράθυρα δεν προσφέρουν. Τέλος, αυτές οι μακρές ευθείες λεωφόροι αξίζουν πλήρως το όνομα βουλεβάρδα που τους έχει δωθεί [στμ. απ’ το φλαμανδικό bolwerk=οχυρό]. Πρόκειται όντως για πραγματικά οχυρά, τα οποία συνιστούν φυσικό σύνορο μιας τεράστιας ισχύος.

Το κατ’ εξοχήν όπλο στις οδομαχίες είναι το αυτόματο. Τα κανόνια κάνουν πιο πολύ φασαρία παρά φέρνουν αποτέλεσμα. Το πυροβολικό μπορεί να επιφέρει σοβαρές ζημιές μόνο με τη χρήση εμπρηστικών πυρών. Όμως μια τέτοια ακρότητα, αν εφαρμοστεί συστηματικά σε μεγάλη κλίμακα, θα στραφεί γρήγορα εναντίον των φορέων της και θα συμβάλει στην ήττα τους.

Η χειροβομβίδα, την οποία η άνθρωποι έχουν την κακή συνήθεια να αποκαλούν βόμβα, είναι γενικά δευτερεύουσας σημασίας, και υπόκειται σε ένα σωρό μειονεκτήματα. Απαιτεί μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας επιφέροντας τελικά περιορισμένο αποτέλεσμα, είναι αρκετά δύσκολη στον χειρισμό, δεν έχει εμβέλεια, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο από παράθυρα. Οι πέτρες απ’ το λιθόστρωτο κάνουν σχεδόν την ίδια ζημιά, χωρίς να είναι τόσο δαπανηρές. Οι εργάτες δεν έχουνε χρήμα για πέταμα.

Για το εσωτερικό των σπιτιών, το περίστροφο και η ξιφολόγχη, το σπαθί, το ξίφος και ο σουγιάς. Για τις επαύλεις, ένα κοντάρι ή ένας πέλεκυς 8 πόδων θα θριαμβεύσει επί της ξιφολόγχης. Ο στρατός δεν έχει παρά δύο σπουδαία πλεονεκτήματα επί του λαού. Γρήγορα επαναγεμιζόμενα τουφέκια και οργάνωση. Αυτό το τελευταίο ειδικά είναι τεράστιο, ακαταμάχητο. Ευτυχώς, είναι εφικτό να στερηθεί αυτό το πλεονέκτημά του, και σ’ αυτήν την περίπτωση η τύχη περνά με το μέρος της εξέγερσης.
Στις αστικές ταραχές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι στρατιώτες προελαύνουν με μόνα όπλα το μίσος, την ισχύ και το μπράντυ. Θα προτιμούσαν να βρίσκονται κάπου αλλού, και συχνά κοιτούν περισσότερο πίσω παρά μπροστά. Όμως ένα σιδερένιο χέρι τους κρατά σα σκλάβους και θύματα μιας ανελέητης πειθαρχίας. Χωρίς καμμιά συμπάθεια για την εξουσία, υπακούν μόνο από φόβο και στερούνται κάθε πρωτοβουλίας. Ένα απόσπασμα που απομονώνεται είναι ένα απόσπασμα χαμένο. Οι διοικητές τους το γνωρίζουν, και ανησυχούν πάνω απ’ όλα για το πώς θα κρατήσουν την επικοινωνία μεταξύ όλων των δυνάμεών τους. Αυτή τους η ανάγκη και μόνο ακυρώνει πρακτικά ένα μέρος της δυναμικής τους.

Στις γραμμές του λαού, δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Εκεί κανείς μάχεται για μια ιδέα. Εκεί μόνο εθελοντές μπορούν να βρεθούν, κι αυτό που τους καθοδηγεί είναι ο ενθουσιασμός, όχι ο φόβος. Ανώτεροι του αντιπάλου στην αφοσίωση, και πολύ περισσότερο δε στην νοημοσύνη. Έχουν το πάνω χέρι ηθικά και ακόμα και σωματικά, στην προσήλωση, στη δύναμη, τη χρήση των εφοδίων, την ετοιμότητα των σωμάτων και του πνεύματος, έχουν ταυτόχρονα το μυαλό και την καρδιά. Κανένας στρατός στον κόσμο δεν μπορεί να σταθεί απέναντι σ’ αυτούς τους εξαιρετικούς ανθρώπους.

Οπότε, τί είναι αυτό που τους λείπει προκειμένου να θριαμβεύσουν. Τους λείπει η ενότητα και η συνοχή που, καθώς όλοι τους συνεισφέρουν στον ίδιο στόχο, αναδεικνύει όλα εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που η απομόνωση καθιστά αδύναμα. Τους λείπει η οργάνωση. Χωρίς αυτήν, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Η οργάνωση είναι νίκη, το ξεχαρβάλωμα είναι θάνατος.

Ο Ιούνιος του 1848 κατέστησε αυτήν την αλήθεια πέραν κάθε αμφισβήτησης. Πώς έχουν τα πράγματα σήμερα; Με τις παλιές μεθόδους, ολόκληρος ο λαός θα υποταχθεί εάν ο στρατός αποφασίσει να κρατήσει, και θα το κάνει, όσο βλέπει εναντίον του μόνον άτακτες δυνάμεις, χωρίς διεύθυνση. Απ’ την άλλη, και μόνον η θέα μιας Παρισινής στρατιάς σε οργανωμένη διάταξη που να επιχειρεί με τάξη, θα παρέλυε τους στρατιώτες και θα τους έκανε να εγκαταλείψουν κάθε αντίσταση.

Μια στρατιωτική οργάνωση, ειδικά όταν πρέπει να στηθεί επί τόπου στο πεδίο της μάχης, δεν είναι μικρή υπόθεση για το κόμμα μας. Προϋποθέτει έναν στρατιωτικό διοικητή και, μέχρις ένός βαθμού, τη συνήθη σειρά αξιωματικών κάθε βαθμίδας. Πού μπορεί να βρεθεί αυτό το προσωπικό; Οι επαναστάτες και σοσιαλιστές της μεσαίας τάξης είναι σπάνιοι και οι λίγοι που υπάρχουν πολεμούν μόνο στον πόλεμο του κονδυλοφόρου. Αυτοί οι κύριοι φαντάζονται ότι μπορούν να φέρουν τα πάνω κάτω με τα βιβλία τους και τις εφημερίδες τους, και για εξήντα χρόνια τώρα λερώνουν χαρτιά ως εκεί που φτάνει το μάτι, χωρίς να κουράζονται ποτέ απ’ τις δυσκολίες τους. Με μια υπομονή γαϊδουριού υφίστανται τα χαστούκια, τις σπιρουνιές, τις καμτσικιές, χωρίς ποτέ να κλωτσήσουν πίσω! Ανάθεμά τους! Να επιστρέψουν τα χτυπήματα; αυτά είναι για τους ανεγκέφαλους.

Αυτοί οι ήρωες του μελανοδοχείου έχουν κάνει επάγγελμα την ίδια περιφρόνηση για το σπαθί με αυτήν των αξιωματικών για το ψωμί και το βούτυρο. Δεν φαίνεται να υποπτεύονται ότι η ισχύς είναι η μόνη εγγύηση της ελευθερίας. Ότι οι άνθρωποι είναι σκλάβοι οπουδήποτε οι πολίτες δεν κατέχουν την τέχνη του πολέμου και παρατούν το προνόμιο αυτό σε μια κάστα ή σε ένα κυβερνητικό σώμα.

Στις δημοκρατίες της αρχαιότητας, μεταξύ των Ελλήνων και των Ρωμάιων, όλοι γνώριζαν και εφάρμοζαν την τέχνη του πολέμου. Ο επαγγελματίας στρατιώτης ήταν ένα άγνωστο είδος. Ο Κικέρων ήταν στρατηγός, ο Καίσαρ δικηγόρος. Βγάζοντας την τόγκα και φορώντας τη στολή, ξεκίνησαν ως ταξίαρχοι ή λοχαγοί και διέπρεψαν. Όσο δεν μαθαίνουμε απ’ αυτούς στη Γαλλία, θα παραμείνουμε πολίτες στο έλεος της κάστας των αξιωματικών.

Εκατοντάδες μορφωμένων νέων, της εργατικής τάξης ή αστοί δεινοπαθούν κάτω από έναν μισητό ζυγό. Για ν’ απαλλαγούν απ’ αυτόν, σκέφτονται άραγε να πάρουν το σπαθί; Όχι! τον κονδυλοφόρο, πάντοτε τον κονδυλοφόρο, μόνο τον κονδυλοφόρο. Γιατί το ένα και όχι το άλλο, όπως απαιτεί το καθήκον ενός δημοκράτη; Σε καιρούς τυραννίας, το να γράφεις είναι καλό, το να πολεμάς είναι όμως καλύτερο, όταν ο σκλαβωμένος κονδυλοφόρος παραμένει ανίσχυρος. Μα και βέβαια όχι! Θα δημοσιεύσουν ένα φυλλάδιο, έπειτα θα μπουν φυλακή, όμως δε θα σκεφτούν ποτέ να ανοίξουν ένα εγχειρίδιο στρατιωτικών τακτικών, να μάθουν σ’ ένα εικοσιτετράωρο την τέχνη που αποτελεί όλη τη δύναμη των καταπιεστών μας, και που στα χέρια μας θα φέρει την εκδίκηση και την τιμωρία τους.

Όμως πού οφελούν αυτές οι διαμαρτυρίες; είναι η ανόητη πρακτική των καιρών μας να κλαψουρίζουμε για κάτι αντί να κάνουμε κάτι δραστικό γι’ αυτό. Οι Ιερεμιάδες είναι της μόδας [στμ: θρηνητικές προφητείες του προφ. Ιερεμία για την άλωση της Ιερουσαλήμ και τα δεινά της Ιουδαίας]. Οι Ιερεμίες παίρνουν κάθε πιθανή πόζα, κλαίνε, γκρινιάζουν, δογματίζουν, προστάζουν, κεραυνοβολούν, είναι η υπέρτατη πανούκλα. Ας αφήσουμε αυτούς τους συκοφάντες, τους νεκροθάφτες της ελευθερίας! Το καθήκον ενός επαναστάτη είναι να πολεμά, να πολεμά όπου βρεθεί, να πολεμά μέχρι θανάτου.

Λείπουν λοιπόν τα στελέχη για τον σχηματισμό ενός στρατού; Eh bien! Θα πρέπει να αυτοσχεδιάσουμε επί τόπου τότε, πάνω στη δράση. Ο λαός του Παρισιού θα μας δώσει όλα τα στοιχεία, πρώην στρατιώτες, απόστρατους εθνοφρουρούς. Η σπάνη τους θα μας αναγκάσει να μειώσουμε στο ελάχιστο τον αριθμό των αξιωματικών. Δεν έχει σημασία όμως. Ο ζήλος, η θέρμη, η ευφυία των εθελοντών, θα υπερκαλύψουν αυτό το κενό.

Το βασικό μας μέλημα είναι η οργάνωση. Αρκετά μ’ αυτά τα άτακτα ξεσπάσματα, με δέκα χιλιάδες μεμονωμένα κεφάλια, να δρουν στην τύχη, σε πλήρη αταξία, χωρίς κανέναν συνολικό σχηματισμό, ο καθένας στην περιοχή του και σύμφωνα με τα καπρίτσια του! Αρκετά μ’ αυτά τα απερίσκεπτα και κακοφτιαγμένα οδοφράγματα, που σπαταλούν τον χρόνο, επιβαρύνουν την κίνηση και μπλοκάρουν την κυκλοφορία, που δεν είναι λιγότερο απαραίτητη στην μια πλευρά απ’ ότι στην άλλη. Όσο και ο στρατός, οι Δημοκράτες χρειάζονται επίσης την ελευθερία κινήσεων.

Αρκετά με τα άχρηστα πηγαινέλα, γύρω-γύρω, βαριεστημένα! Κάθε λεπτό και κάθε βήμα είναι εξίσου πολύτιμο. Πάνω απ’ όλα, να μην αποκλειστούμε στην περιοχή μας όπως προς μεγάλη ζημία τους πάντα κατάφερναν να κάνουν οι εξεγέρσεις. Αυτή η εμμονή, αφού προκαλέσει την ήττα, διευκολύνει τον εντοπισμό και τις συλλήψεις.

Πρέπει να γιατρευτούμε απ’ αυτό διαφορετικά δεν υπάρχει παρά η καταστροφή.

Υποχώρηση μετά από μια χαμένη μάχη – Carl von Clausewitz

Υποχώρηση μετά από μια χαμένη μάχη

Πηγή: Το Κεφάλαιο XVIII του μνημειώδους έργου του Carl von Clausewitz (1780-1831) “Περί πολέμου”.

O Κλαούζεβιτς ήταν Πρώσσος εμπειροπόλεμος στρατιώτης και θεωρητικός του πολέμου που επιρρεάστηκε κυρίως απ’ τους Ναπολεόντιους πολέμους. Σε αντίθεση με την ως τότε κυρίαρχη αντίληψη του πολέμου ως μαθηματικό αποτέλεσμα σχεδιασμών επί χάρτου αλλά και την απόλυτα χαοτική εικόνα των περισσότερων θεωρητικών του Διαφωτισμού, αναλύει διαλεκτικά κάθε αντιπαράθεση βάσει των οικονομικών και τεχνολογικών δεδομένων της εποχής, του κοινωνικού χαρακτήρα του στρατεύματος και των αλληλένδετων πολιτικών και στρατιωτικών στόχων (βλ. και το περίφημο ρητό “ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα”), αλλά και ενός φάσματος απρόβλεπτων παραγόντων στους οποίους η στρατηγική είναι αναγκασμένη να προσαρμόζεται όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Με το μικρό αυτό απόσπασμα εγκαινιάζουμε μια σειρά φιλοξενούμενων κειμένων με θέμα την τέχνη του πολέμου γενικά (Κλαούζεβιτς, Μακιαβέλλι, Σουν Τσου, Μαρξ, εμφύλιοι πόλεμοι & ανταρτοπόλεμος) αλλά και ένα πρακτικό savoir-faire περασμένων εξεγέρσεων (Μπλανκί, Παρισινή Κομμούνα, Ισπανικός Εμφύλιος κλπ), ως ερέθισμα για περαιτέρω μελέτη και εξοικείωση με το ζήτημα της στρατηγικής και των τακτικών μιας εξέγερσης, και γενικότερα της κριτικής ανάλυσης μιας σύγκρουσης με υλικούς όρους, που καθώς προμηνύουν άλλωστε και τα think-tanks του αντιπάλου που ολοένα και εντονότερα προσανατολίζονται προς μια στρατιωτική διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων είτε πρόκειται για ενοχλητικές διαδηλώσεις στην Ευρώπη, είτε για ταραχές στα γκέττο ή στην περιφέρεια, θα είναι εκ των ουκ άνευ.

Μετά από μια χαμένη μάχη, ο στρατός είναι διαλυμένος, περισσότερο ως προς το ηθικό του, παρά σωματικά. Μια μάχη αμέσως μετά, εκτός αν εμφανιστούν νέες ευνοϊκές συνθήκες, θα οδηγούσε σε μια ολοκληρωτική ήττα, ίσως στην καταστροφή. Αυτό είναι στρατιωτικό αξίωμα. Σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, η υποχώρηση συνεχίζεται ως το σημείο όπου η ισορροπία δυνάμεων αποκαθίσταται ξανά, είτε μέσω ενισχύσεων, ή υπό την προστασία ισχυρών οχυρωμάτων, ή χάρη σε εξαιρετικές αμυντικές θέσεις που προσφέρει το πεδίο, ή τέλος από μια διάσπαση στις δυνάμεις του εχθρού. Το μέγεθος των απωλειών, το εύρος της ήττας, αλλά πολύ περισσότερο ο χαρακτήρας του εχθρού, θα μετατοπίσουν πιο κοντά ή πιο μακριά αυτήν την αποκατάσταση της ισορροπίας. Ωστόσο πολλές περιπτώσεις μπορούν να βρεθούν, ενός τσακισμένου στρατού που επιτίθεται ξανά μετά από μικρή απομάκρυνση, ενώ οι συνθήκες δεν έχουν μεταβληθεί με κανέναν τρόπο από την πρώτη μάχη. Ο λόγος μπορεί να ανιχνευτεί στην ηθική αδυναμία του αντιπάλου, ή στο ότι το προβάδισμα που κερδήθηκε στην μάχη δεν υπήρξε αρκετό ώστε να καταφέρει μια διαρκή επιρροή.

Να ωφεληθείς απ’ αυτήν την αδυναμία ή από τα λάθη του εχθρού, να μην του αφήσεις ούτε ένα μέτρο παραπάνω απ’ αυτό που επιβάλλει η πίεση των καταστάσεων, μα πάνω απ’ όλα, προκειμένου να κρατηθεί το ηθικό της δύναμης σε όσο το δυνατόν πιο πλεονεκτική θέση, μια αργή υποχώρηση, που προσφέρεται για ακατάπαυστη αντίσταση, συνδυασμένη με θαρραλέα χτυπήματα αντεπίθεσης οποτεδήποτε ο εχθρός προσπαθεί να κερδίσει κάποιο επιπλέον πλεονέκτημα, είναι απολύτως απαραίτητα. Οι υποχωρήσεις των μεγάλων Στρατηγών και των Στρατιών εξοικειωμένων με τον πόλεμο, έμοιαζαν πάντοτε με την υπαναχώρηση ενός πληγωμένου λιονταριού, κάτι που αποτελεί αναμφίβολα την καλύτερη θεωρία του είδους.

Είναι αλήθεια ότι τη στιγμή της εγκατάλειψης μιας επικίνδυνης θέσης έχουμε δει μια επιμονή σε ασήμαντες τυπικότητες που σήμανε ένα ξόδεμα χρόνου, και που, κατά συνέπεια, ακολουθήθηκαν με κίνδυνο, ενώ σε τέτοιες περιπτώσεις τα πάντα εξαρτώνται απ’ τη διαφυγή απ’ την επικίνδυνη θέση ταχύτατα. Οι εξασκημένοι Στρατηγοί θεωρούν αυτήν την αρχή εξαιρετικά σημαντική. Όμως τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να συγχέονται με τη γενική υποχώρηση μετά από μια χαμένη μάχη. Όποιος λοιπόν σκέφτεται ότι με μερικές γρήγορες πορείες θα κερδίσει το προβάδισμα, και θα ανακτήσει πιο εύκολα μια απρόσβλητη θέση, διαπράτει μέγα λάθος. Οι πρώτες κινήσεις πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο μικρές, και είναι μια γενική αρχή να μην υποφέρουμε έναν καθορισμό των κινήσεών μας από τον εχθρό. Αυτή η αρχή δεν μπορεί να τηρηθεί χωρίς αιματηρή μάχη με τον εχθρό μες τα πόδια μας, αλλά το όφελος αξίζει τις θυσίες. Χωρίς αυτό θα μπαίναμε σ’ έναν ολοένα και πιο γρήγορο βηματισμό, που γρήγορα θα καταλάμβανε όλο το μέτωπο, και θα κόστιζε σε απώλειες περισσότερους άνδρες απ’ ότι μια εμπλοκή των μονάδων οπισθοφυλακής, ενώ επιπλέον θα έσβηνε ακόμα και τα παραμικρά απομεινάρια μιας διάθεσης αντίστασης.

Μια ισχυρή οπισθοφυλακή συντεθειμένη από εκλεκτά στρατεύματα, υπό τις διαταγές του γενναιότερου Στρατηγού, και με την υποστήριξη ολόκληρου του Στρατού σε κρίσιμες στιγμές, μια προσεκτική χρήση του πεδίου, η χρήση ισχυρών ενεδρών όποτε η εμπροσθοφυλακή του εχθρού τολμά να προχωρήσει και όπου το πεδίο της μάχης παρέχει την ευκαιρία. Με λίγα λόγια, η προετοιμασία και ο σχηματισμός κανονικών μικρών μαχών: αυτά είναι τα μέσα τήρησης αυτής της αρχής.

Οι δυσκολίες μιας υποχώρησης είναι φυσικά μεγαλύτερες ή μικρότερες ανάλογα με το εάν η μάχη δώθηκε υπό περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες, και σύμφωνα με την έκταση της έκβασής της. Η μάχη της Ιένας και της La Belle-Alliance δείχνουν τον βαθμό στον οποίο οτιδήποτε κοντινό σε μια τακτική υποχώρηση μπορεί να καταστεί αδύνατον, εάν ακόμα και ο τελευταίος άνδρας αναλωθεί εναντίον ενός πανίσχυρου εχθρού.

Σήμερα προτείνεται ξανά όπως παλιότερα (Lloyd Bullow κ.α.) η διάσπαση ως μέσο υποχώρησης, δηλαδή να υποχωρείς σε διαφορετικά τμήματα, ή ακόμα και μια έκκεντρη οπισθοχώρηση. Μια τέτοια διάσπαση, καθώς τίθεται ως βολικότερη, και σύμφωνα με την οποία μια συγκεντρωτική δράση εξακολουθεί να είναι εφικτή και να παραμένει υπόψιν, δεν είναι αυτό που εννοούμε: κάθε τί άλλο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, αντίθετο με τη φύση του πράγματος, και συνεπώς ένα μεγάλο σφάλμα. Κάθε χαμένη μάχη είναι αξίωμα αδυναμίας και ανοργανωσιάς, και η πρώτη και άμεση έγνοια είναι η συγκέντρωση, και στη συγκέντρωση να επιτευχθεί η αποκατάσταση της τάξης, του θάρρους και της αυτοπεποίθησης. Η ιδέα της αμφίπλευρης παρενόχλησης του εχθρού με ξεχωριστά αποσπάσματα αμέσως μετά την νίκη του, είναι μια τέλεια ανωμαλία. Ένας λιγόθυμος σχολαστικός μπορεί να πτοηθεί απ’ τον εχθρό του καθ’ αυτόν τον τρόπο, και σε μια τέτοια περίπτωση ίσως έχει αποτέλεσμα. Όμως, αν δεν είμαστε σίγουροι για τον αντίκτυπο στον εχθρό μας καλύτερα να την αφήσουμε. Εάν οι στρατηγικές σχέσεις μετά μια μάχη απαιτούν να καλύψουμε τις δυο πλευρές μας με τέτοια αποσπάσματα, αυτό ας γίνει, καθώς κατά περιπτώσεις είναι αναπόφευκτο, αλλά αυτή η κατάτμηση των δυνάμεών μας πρέπει πάντα να γίνεται αντιληπτή ως ένα κακό, το οποίο άλλωστε σπάνια είμαι σε θέση να κινητοποιήσουμε αμέσως μετά την ίδια την μάχη.

Αν ο Φρειδερίκος ο Μέγας μετά την μάχη του Kollin (19 Ιούνη 1757), και την πολιορκία της Πράγας είχε υποχωρήσει σε τρείς φάλαγγες, αυτό δεν έγινε από επιλογή, αλλά επειδή η θέση των δυνάμεών του, και η αναγκαιότητα της κάλυψης της Σαξονίας, δεν του άφηναν άλλη επιλογή. Ο Βοναπάρτης μετά την μάχη της Βριέννης (30 Γενάρη 1814), έστειλε τον Marmont πίσω στο Aube, ενώ ο ίδιος πέρασε τον Σηκουάνα και έστριψε προς την Troyes. Όμως, το ότι κάτι τέτοιο δεν οδήγησε σε καταστροφή τις δυνάμεις του, οφείλεται αποκλειστικά στις περιστάσεις, καθώς οι Σύμμαχοι, αντί να τον πάρουν στο κατόπι, διέσπασαν τις δυνάμεις τους με ανάλογο τρόπο, στρέφοντας το ένα μέρος τους (Bluecher) προς τον Μάρτη, και το άλλο (Schwartzenberg), από φόβο μη τυχόν είναι πολύ αδύναμο, προωθήθηκε αργά με υπερβολικό δισταγμό.

Εξεγερσιακές τεχνικές από την Μισράτα, Λιβύη, 12/4/2011

Η Μισράτα θα διαδηλώσει στην Τρίπολη

Εξεγερσιακές τεχνικές

Σήμερα, Τρίτη 12 Απρίλη, οι shebab εξαπόλυσαν μια νέα επίθεση κατά του κτιρίου της Tamina, στην Μισράτα, μετά από έναν μήνα μαχών γύρω απ’ την οδό Τριπόλεως. Κομμάτι-κομμάτι, οι εξεγερμένοι ξαναπήραν τον έλεγχο του κέντρου της πόλης. Με RPG ή κοκτέιλ μολότωφ ενάντια στα τανκς και στα τεθωρακισμένα, με τόλμη κι επινοητικότητα αντιμετωπίζουν καθημερινά τα κτίρια των ελεύθερων σκοπευτών, απομονώνοντας και στεγανοποιώντας τις θέσεις των κανταφικών. Προκειμένου να αναχαιτίσουμε λίγο απ’ το κύμα των φαφλατάδικων μαλακιών ορισμένων νεοφερμένων δημοσιογράφων -απ’ το France 24 μέχρι το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων- αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι οι καθεστωτικές δυνάμεις έχουν περικυκλώσει την πόλη εδώ κι έξι βδομάδες, μπλοκάροντας κάθε είσοδο από στεριά, ωστόσο τα στρατεύματα δεν έχουν καταφέρει στο εσωτερικό της παρά μια σφήνα διαμέσου του οδού Τριπόλεως, αρτηρίας που ενώνει τον οδικό άξονα Τρίπολης-Βεγγάζης με το κέντρο της Μισράτα. Θέση που κοντεύουν ήδη να χάσουν. Ολόκληρη η υπόλοιπη πόλη βρίσκεται στα χέρια των εξεγερμένων, η ηλεκτροδότηση, το εργοστάσιο αφαλάτωσης απ’ όπου ξεκινούν τα φορτηγά της υδροδότησης, το λιμάνι και οι αποθήκες. Βεβαίως, ζει απ’ τ’ αποθέματά της, όμως η Μισράτα ζει. Έχει την οσμή της πυρίτιδας, αυτήν μιας πόλης που αντιστέκεται. Ο ήχος των βομβών ρυθμίζει τις νύχτες, όμως οι αλαλαγμοί των εξεγερμένων κυριεύουν τους δρόμους. Πρόκειται για έναν ασύμμετρο πόλεμο που έχει εδραιωθεί, όμως ένα είναι σίγουρο, σε κάθε γειτονιά και σε κάθε κεφάλι, δε θέλει κανείς ξένα στρατεύματα εδώ, θέλουμε όπλα. Δεν είναι οι shebab κακόμοιροι, είναι περήφανοι, έχουν μια τέτοια αδάμαστη δύναμη επειδή ο θάνατος δεν τους φοβίζει πλέον, 42 χρόνια τους υπενθυμίζουν την έννοια των αγώνων τους, θα απελευθερώσουν την Μισράτα ή θα πεθάνουν μαζί εκεί μαζί της…

Στην αρχή του ξεσηκωμού της Μισράτα, οι υπέρμαχοι της επανάστασης βρέθηκαν σε μια πλατεία στο κέντρο της πόλης, που τώρα πια είναι έρημο. Έχει καταστεί ακατοίκητο λόγω της εγγύτητάς του στην αφετηρία της οδού Τριπόλεως, όπου οι μισθοφόροι κρατούν την κεντρική τους θέση στο κτίριο Tamina. Έχει έναν μήνα που μια ταξιαρχία επτακοσίων ανδρών προσπάθησε να ανακαταλάβει την Μισράτα. Η αντεπίθεση του πληθυσμού περιόρισε την κατάληψη στην κεντρική λεωφόρο. Έκτοτε, οι καταστροφές που προκαλούν τα τανκς και η αποτελεσματικότητα των ελεύθερων σκοπευτών έχουν μετατρέψει τη ραχοκοκκαλιά της πόλης σ’ ένα σκηνικό Αποκάλυψης. Την εικοστή πρώτη Μαρτίου, πέντε χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν άοπλοι στη λεωφόρο αυτοί για να ανακτήσουν τις σωρούς των νεκρών τους. Εκείνη την ημέρα, οι ριπές κατά του πλήθος σκότωσαν σαράντα άτομα και τραυμάτισαν περίπου διακόσιους πενήντα άλλους. Η πορεία αυτή, αυτή η παράτολμη χειρονομία ήταν μια αφελής ακόμα απόπειρα ρήξης της στρατιωτικής πολιορκίας. Μια χούφτα τανκς και αρκετοί ελεύθεροι σκοπευτές έχουν καταφτάσει κάνοντας αυτό το μέρος του κέντρου της πόλης μια θέση ισχύος, ένα πάτημα ενάντια σε όλους τους κατοίκους της.

Εδώ, η πολεοδομία, η οποία φαίνεται να διεκδικεί την κληρονομιά τόσο του Haussman όσο και του μεταμοντερνισμού, αποκαλύπτει όλη την αποτελεσματικότητά της. Το πλάτος της οδικής αρτηρίας διευκολύνει περισσότερο την κυκλοφορία των μεγάλων τεθωρακισμένων παρά την κατασκευή οδοφραγμάτων απ’ τους εξεγερμένους. Παρέχει μια γιγαντιαία ευθεία γραμμή για τα τανκς, από τις θέσεις απόσυρσης εκτός πόλης μέχρι τα πεδία των μαχών στο κέντρο. Καί στις δυο πλευρές της λεωφόρου συναντάται η αρμόδια διευθέτηση που απαντά σ’ όλα τα μητροπολιτικά κέντρα. Χώροι απογυμνωμένοι και “καθαροί”, πλημμυρισμένοι από βιτρίνες στο μεγαλύτερο μέρος τους γυάλινες. Λίγες γωνίες πλην των ορθών, λίγα “τυφλά” σημεία, τα πάντα καθίστανται προοδευτικά ορατά. Τα πτώματα όσων προσπάθησαν να διασχίσουν τις μεγάλες διασταυρώσεις για να παν απ’ το ένα κτίριο στο άλλο με τα πόδια, αποτελούν σκληρή υπενθύμιση ότι τα πάντα θα γίνουν προκειμένου να μην περάσει κανείς.

shebab βάλλει προς την οδό τριπόλεως

Όμως, αυτή η μεγάλη λεωφόρος που διατρέχει την πόλη, δεν παρέχει μόνο ωφέλη στις καθεστωτικές δυνάμεις. Εάν αυτή η στρατηγική πετύχαινε μέχρι τώρα τις υλικές συνθήκες για την ανάπτυξη και την οργάνωση των στρατιωτικών δυνάμεων εν όψει της απειρίας και της σύγχυσης των εξεγερμένων, οι κανταφικοί άρχισαν τώρα να δοκιμάζουν τα όριά τους. Οι δυνατότητες κυκλοφορίας που παρέχει συνεπάγονται και μια έκθεση στην καθημερινή παρενόχληση των shebab. Τώρα που ό,τι μπορούσε να καταστραφεί έχει καταστραφεί και που ο αριθμός των ελεύθερων σκοπευτών έχει μειωθεί κατά το ήμισυ, η λεωφόρος αποτελεί ένα μέτωπο περιορισμένο και μάλλον λειτουργεί περισσότερο ως ένα όριο για τις καθεστωτικές δυνάμεις. Η κατεδάφιση του γύρω χώρου τους ενδιαφέρει πλέον περισσότερο απ’ ότι η διάλυση των εξεγερμένων, καθώς η χρήση των τεθωρακισμένων και του βαρέος πυροβολικού είναι χαρακτηριστικά δυσχερής στα δρομάκια που την περιβάλλουν. Οι δυνάμεις του Καντάφι ενδιαφέρονται άμεσα να διασφαλίσουν τη θέση τους-κλειδί στις εισόδους της πόλης και να ανανεώσουν τις επιδρομές τους στη ζώνη του λιμανιού, όπως έκαναν και τις προηγούμενες ημέρες.

Απ’ την άλλη, η εξέλιξη των μαχών έχει μετατρέχει τον χώρο σε “ποντικοφαγωμένο τυρί” όπου τα τελευταία κομμάτια ανήκουν στην μια ή την άλλη πλευρά, σε μια τέτοια εγγύτητα που μερικές φορές τις χωρίζει μόνο ένα κτίριο, ή ακόμα κι ένας μόνο τοίχος. Ορισμένοι ελεύθεροι σκοπευτές αλλάζουν διαρκώς θέσεις πάνω στη λεωφόρο, με την κάλυψη της νύχτας ή της παρουσίας ενός τανκ, τόσο για την αυτοπροστασία τους όσο και για να δυσκολέψουν τους shebab. Αυτοί τέλος, καλούνται να αξιολογήσουν τις μεταβολές θέσεων του εχθρού βάσει των νέων πυρών που δέχονται. Έχοντας καταστρέψει ή προκαλέσει βλάβες σε όλα τα στρατηγικά κτίρια αυτής της αρτηρίας, οι μισθοφόροι προσπαθούν να προσαρμόσουν τα πυρά τους βάσει της αντίληψής τους για το που θα βρήκαν εκ νέου καταφύγιο οι αντίπαλοί τους στη ζώνη αυτή.

Εδώ, η γνώση του πεδίου της μάχης και η χρήση που του γίνεται απ’ τους shebab, περιορίζει και οδηγεί στην αποτυχία την στρατιωτική υπεροχή του εχθρού. Καθώς τίθεται στην υπηρεσία μιας συνεχούς αλλαγής θέσεων και νέων επιθέσεων, η αρχιτεκτονική ανατρέπεται. Τα παλιά στενά, μισογκρεμισμένα, χρησιμοποιούνται για μετακινήσεις υπό κάλυψη. Αποτελούνται από ένα χάος δαιδαλωδών διαδρόμων, με πρόσβαση σε διάφορα καταστήματα και κτίρια με κατοικημένους ορόφους, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους και απ’ το ένα οικοδομικό τετράγωνο στο άλλο. Η διευθέτησή τους σχηματίζει έναν λαβύρινθο στον οποίο κανένας εχθρός δε θα τολμούσε να περιπλανηθεί. Η μεταστροφή, η εκτροπή κι επανοικειοποίηση του χώρου παίρνει επίσης την μορφή νέων διαρρυθμίσεων. Η παλιά διάκριση μεταξύ εσωτερικού κι εξωτερικού, μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, δεν έχει πια λόγο ύπαρξης. Κάθε κτίριο γίνεται ένα εν δυνάμει σημείο ελέγχου που καλύπτει την οδό Τριπόλεως. Το γκαράζ ενός γείτονας γίνεται τώρα ο χώρος όπου τρώμε μαζί, όπου θα προετοιμάσουμε από το τσάι μέχρι τα όπλα μας. Ένα άλλο, πιο απομακρυσμένο, στεγάζει ένα μικρό αυτοσχέδιο νοσοκομείο. Τρία κρεβάτια, ράφια με φάρμακα και είδη πρώτων βοηθειών και εθελοντές και τραυματιοφορείς που εξασφαλίζουν μια πρώτη περίθαλψη των τραυματιών shebab. Το κλιμακοστάσιο έχει γίνει το δωμάτιο όπου κοιμόμαστε σε δεκάδες όταν αφήνουμε τις σκοπιές στο διπλανό ρετιρέ. Παράθυρα κι άλλα ανοίγματα έχουν κρυφτεί ή μπλοκαριστεί, αντίθετα νέες τρύπες έχουν ανοιχτει στους τοίχους για να παρατηρούμε με κυάλια, ή σχισμές για να περνάνε τα φορτία με τα πυρομαχικά. Ρίχνουμε επίσης τις μεσοτοιχίες για να κυκλοφορούμε καλυμμένοι μεταξύ δυο διαμερισμάτων. Συχνά, η επιβίωση μιας ομάδας shebab ή η σύλληψη ελεύθερων σκοπευτών είναι λιγότερο θέμα οπλισμού, όσο είναι μιας αρχιτεκτονικής έμπνευσης: χρειάστηκε απλά να επαναπαυθούμε στις φυάλες γκαζιού στα ισόγεια πολυκατοικιών, τόσο για να προστατεύσουμε τα μετόπισθέν μας από μια περικύκλωση, όσο και στην πολιορκία θέσεων του εχθρού. Έτσι, οι δυνάμεις του Καντάφι δεν έχουν έναν πανοπτικό έλεγχο της ζώνης αυτής, παρόλο που έχουν ελεύθερους σκοπευτές τοποθετημένους στα ψηλότερα κτίρια. Καί οι δυο πλευρές βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση με την παραμικρή κίνηση. Η απόκτηση μιας ευφυίας της μετακίνησης απαιτεί μια διαρκή επαγρύπνηση. Χρειάζεται μια γρήγορη αντίληψη των πιθανών περασμάτων, ποιά είναι τα πιο σύντομα, ποιά είναι εκτεθειμένα, και πότε; Πώς να προχωρήσουμε; Από ποιά πλευρά του δρόμου να προχωρήσουμε, ποιά πορεία να διασχίσουμε στον δρόμο ώστε να μείνουμε το περισσότερο δυνατόν καλυμμένοι από ένα κτίριο; Η γνώση του πότε είναι καλό να τρέξουμε ή αντίθετα να προχωρήσουμε με πατήματα γάτας, χωρίς απότομες κινήσεις, μόνοι ή ομαδικά.

Οι shebab, αρχικά περιορίστηκαν χωροταξικά σε εχθροπραξίες στα γύρω δρομάκια, έχουν σταδιακά καταστήσει ακόμα και την οδό Τριπόλεως επιζήμια για τις καθεστωτικές δυνάμεις. Σε πολλά μέρη, τις τελευταίες μέρες, φορτηγά ή και καροτσάκια γεμάτα άμμο και πέτρες έχουν αδειαστεί στην μέση της λεωφόρου. Οι οδηγοί επιταχύνουν με την όπισθεν σ’ έναν κάθετο δρόμο και την τελευταία στιγμή, φρενάρουν το όχημα αμέσως πριν βγουν στη λεωφόρο, αδειάζοντας το φορτίο του. Οι μαχητές παίρνουν θέσεις κοντά στην ενέδρα με κοκτέιλ μολότωφ, πιστόλια ή RPG ανά χείρας. Όταν πλησιάζει το τανκ για να διαλύσει το οδόφραγμα, σεντόνια και κουβέρτες, ριγμένα στον δρόμο κι εμποτισμένα με βενζίνη, μπλέκονται στις ερπύστριές του. Μερικές μολότωφ έτσι, επαρκούν για να πάρει φωτιά ο κινητήρας του. Οι πρώτες ρίψεις RPG τότε στοχεύουν τους άξονες των ερπυστριών του, με στόχο να το ακινητοποιήσουν.

Παρά την οργάνωσή του, την ανώτερη δύναμη πυρός και την ικανότητα στρατολόγησης, ο στρατός του Καντάφι πάσχει απόμια σοβαρή αδυναμία. Αν κι έχει αρκετούς υποστηρικτές, συντίθεται επίσης από έναν αριθμό ξένων μισθοφόρων, που έχει προσελκύσει το δέλεαρ του κέρδους, ή και ορισμένους -συνήθως πολύ νέους- που έχουν στρατολογηθεί δια της βίας. Η περιγραφή τους ως πιστών στον Καντάφι-καθεστωτικών κλπ δεν είναι και τόσο ακριβής: ένα μέρος των στρατιωτών αυτών δεν τρέφουν καμμιά ιδιαίτερη συμπάθεια ούτε για το καθεστώς, ούτε για τον πόλεμο αυτό. Κάτι που γίνεται αισθητό κατά καιρούς, απ’ την έλλειψη πρωτοβουλίας τους μόλις αποκοπούν απ’ τον αξιωματικό τους, είτε απ’ τη χαμηλή απόδοση που έχουν εκτός απ’ τις κρίσιμες γι’ αυτούς στιγμές. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των εξεγερμένων μάχονται στις γειτονιές που έχουν μεγαλώσει, στο πλευρό των αδερφών τους, των γειτόνων και των παιδικών τους φίλων. Ακόμη κι όταν πολλοί λένε ότι αγωνίζονται για ένα ιδανικό όπως η “Ελευθερία” συνήθως αρκετά αφηρημένο, το τίμημα που κατέβαλλαν ήδη από τις πρώτες μέρες του ξεσηκωμού έχει εντυπωθεί με αμετάβλητο τρόπο στην αποφασιστικότητα με την οποία διεξάγουν αυτόν τον πόλεμο. Πολλοί κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει τη ζώνη γύρω απ’ την οδό Τριπόλεως. Απ’ αυτούς που έμειναν, δεν είναι όλοι οπλισμένοι, ούτε συμμετέχουν στις συγκρούσεις, όμως κάθε παρουσία εδώ αποτελεί μια χειρονομία αντίθεσης στην προσπάθεια στρατιωτικής κατάληψης του κέντρου της Μισράτα. Είδαμε πολλούς απ’ αυτούς να στηρίζουν τις μάχες και ακόμα περισσότερους να αρνούνται να αναγνωρίσουν την ήττα αποδεχόμενοι το ερείπωμα της γειτονιάς τους. Το “Εμείς δε θα διαπραγματευτούμε το αίμα των μαρτύρων μας” έχει περισσότερο νόημα στο στόμα του οποιουδήποτε κατοίκου της Μισράτα παρά στης νέας κυβέρνησης.

Όπλα σε παράδρομο της οδού Τριπόλεως

Αλλά η δύναμη των εξεγερμένων δεν μπορεί να περιοριστεί στο άθροισμα των φιλικών σχέσεων, ούτε στην πίστη τους – ποιότητες που πολύ συχνά βρίσκονται εκμηδενισμένες απ’ την απομόνωση και την απειρία. Υπάρχει ένα μέρος στην Μισράτα που εξυπηρετεί στον συντονισμό μεταξύ των διαφορετικών πεδίων μάχης. Μέρα και νύχτα, οι άνθρωποι κάνουν βιώσιμη αυτή τη βάση που μοιάζει με έναν καταυλισμό από κοντέινερ. Σ’ ένα απ’ αυτά, μια πρόχειρη κουζίνα έχει στηθεί. Γελώντας, το αναφέρουμε ως το “εστιατόριο”. Σ’ ένα άλλο, πάνω σε διαλυμένα στρώματα, πίνουμε το τσάι, συζητάμε για τα νέα, βλέπουμε Al-Jazeera. Αυτό είναι το “στρατηγείο”, που την νύχτα μετατρέπεται σε υπνοδωμάριο. Με μια πρώτη ματιά, το μέρος αυτό απέχει απ’ το να μοιάζει με στρατιωτικό κέντρο. Ένας που τον έχουμε ορίσει χονδρικά ως επικεφαλής αυτοπαρουσιάζεται ως “Σεϊχης μιας μεγάλης φαμίλιας”, αυτής των εξεγερμένων. Είναι η ηλικία και η εμπειρία που προσδίδει, σ’ αυτόν ή σε άλλους, μια εξουσία στη χάραξη της στρατηγικής. Με μια πρώτη ματιά, φαίνεται πως οι σχέσεις ορίζονται ιεραρχικά, όμως η αμοιβαία φιλία μοιάζει σε θέση να εξουδετερώνει τον πόθο για εξουσία. Το βράδυ, οι συζητήσεις διακόπτονται συνεχώς από νέες αφίξεις. Είναι οι άνδρες που επιστρέφουν απ’ τα διάφορα μέτωπα της πόλης. Για να αντισταθμιστεί η έλλειψη μέσων επικοινωνίας, οι τακτικές αλλαγές βάρδιας μεταξύ των διαφόρων μετώπων εξυπηρετούν την ενημέρωση για τα νέα της ημέρας, την οργάνωση νέων επιθέσεων, την πρόβλεψη των αναγκών. Τα τρόφιμα και τα όπλα δεν εχουν αφεθεί στην τύχη. Ξεκινώντας από κει, ο καθένας ασχολείται με το πώς θα τα αποκτήσει και θα τα διανείμει στα διάφορα μέτωπα.

Την νύχτα απ’ το Σάββατο ως την Κυριακή, η πραγματοποίηση μιας συντονισμένης επίθεσης για να κοπεί στα δύο η οδός Τριπόλεως επέτρεψε την απομόνωση του κτιρίου Tamina από τα πίσω του, κι έθεσε εκτός μάχης δυο τανκς, ένα λεωφορείο και δυο οχήματα των μισθοφόρων που ήρθαν να το ενισχύσουν. Την Τρίτη το βράδυ, οι τελευταίοι ελεύθεροι σκοπευτές του κτιρίου περικυκλώθηκαν και εξουδετερώθηκαν. Στην ταράτσα του, η σημαία της “Ελεύθερης Λιβύης” έχει ήδη αντικαταστήσει την πράσινη σημαία που κυμάτιζε εδώ κι έναν μήνα.

Το κτίριο Tamina από μια σχισμή

Πηγή: Εn route! Νέα από τη Λιβυκή εξέγερση, από γάλλους συντρόφους που βρίσκονται επί τόπου [http://setrouver.wordpress.com]

Σχετικά:

Ταραχές σε Τυνησία και Αλγερία, 1/2011

Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης

H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011

Γιορτή της Φωτιάς στην Τεχεράνη, Ιράν 15/03/2011

Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά, Λιβύη 8/4/2011

Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν οπλοποιό κι έναν μανάβη, Λιβύη 12/4/2011

Εξεγερσιακές τεχνικές από την Μισράτα, Λιβύη 12/4/2011

“Υγρό και μαύρο”: Νέα από Βεγγάζη, Λιβύη,  14/4/2011

Ενημέρωση από Μισράτα, 15/4/2011

Για τον τραυματισμό ενός απ’ τους συντρόφους-ανταποκριτές στην Μισράτα, 26/4/2011

Ο Καντάφι δε θα τολμήσει…: Νέα από Λιβύη, 7/5/2011


Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν μανάβη κι έναν οπλοποιό, Λιβύη 12/4/2011

Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν μανάβη κι έναν οπλοποιό

Η Μισράτα είναι μια πόλη, η οικονομία της οποίας βασίζεται ουσιαστικά στο εμπόριο και στη βιομηχανία. Είναι μια πόλη κατά κύριο λόγο πλούσια, χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο και που μένει αρκετά προσκολλημένη στις παραδόσεις. Δεν εμπλέκεται άμεσα στην εκμετάλλευση ή την πώληση του πετρελαίου. Η ισχύς της προέρχεται απ’ τη σιδηροβιομηχανία της (η μεγαλύτερη της Β. Αφρικής) καθώς κι από την εμπορική δραστηριότητά της: είναι το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Μια ανοιχτή πύλη προς μια ακμάζουσα εσωτερική αγωρά, ενισχυμένη απ’ το χρήμα του πετρελαίου.

Η πόλη έχει εσηκωθεί αρκετές μέρες μετά από τη Βεγγάζη, ως αντίδραστη στην καταστολή των διαδηλώσεων εκεί. Σημειώστε ότι ενώ η πόλη επωφελούνταν συστηματικά από μια εύνοια του καθεστώτος προς την οικονομική της ανάπτυη, στο επίκεντρο της εξέγερσης έχουν βρεθεί είσου εκείνοι οι οποίοι είχαν επωφεληθεί αρκετά από το σύστημα, όπως οι έμποροι των εισαγωγών προϊόντων σε χαμηλές τιμές για λογαριασμό του Καντάφι, απ’ ολόκληρο τον κόσμο, όπως το περίφημο κινέζικο 4×4 της επανάστασης. Παραδόξως, είναι τώρα αυτοί οι ίδιοι έμποροι που πληρώνουν τους οδοκαθαριστές, παρέχουν δορυφορικά τηλέφωνα και πρόσβαση στο ίντερνετ ολοένα και πιο ευρέως και με καλύτερη απόδοση απ’ ότι στη Βεγγάζη!

Ο επισκέπτης στην Μισράτα, σίγουρα θα βιώσει το αίσθημα συμμετοχής σ’ ένα θέαμα οικείο, καθώς το έχει ήδη παρακολουθήσει στην τηλεόραση ή στα έντυπα μέσα: μια ανοχύρωτη πόλη, πολιορκημένη από έναν ισχυρό στρατό, βομβαρδισμένη απ’ τα πυροβόλα και παραλυμένη απ’ τους ελεύθερους σκοπευτές. Σ’ αυτό το θέατρο χαλασμάτων, όπου ο καθένας ξαναπιάνει το πόστο του, το ΝΑΤΟ παίζει τα ηνωμένα έθνη και φαίνεται ανίκανο να κάνει τα πυροβόλα να σιωπήσουν. Άλλοι παράγοντες, όπως οι Σέρβοι ελεύθεροι σκοπευτές, τους οποίους έχει στρατολογήσει ο Καντάφι, υπερασπίζονται με λύσσα τη θέση τους. Η Οδός Τριπόλεως έχει μετονομαστεί σε οδό ελευθέρων σκοπευτών. Η Σήραγγα κάτω απ’ το αεροδρόμιο επεκτείνεται τώρα στη θάλασσα κι επιτρέπει να εισαχθεί απ’ την Μάλτα ή τη Βεγγάζη οτιδήποτε απαιτεί η κατάσταση, κάτω απ’ τα κλειστά μάτια του ΝΑΤΟ.

Στην Μισράτα, όπως και στ’ Ανατολικά, ο πόλεμος σέρνεται περιμένοντας την πτώση του Καντάφι που μοιάζει κάθε μέρα και πιο πιθανή. Στην Μισράτα, δεν κοιμόμαστε καλά. Όποιος καταφέρνει να τον πάρει λίγο ο ύπνος, μέσα σε κάποιο απ’ τα υπερπλήρη σπίτια ξαδέρφων ή φίλων ή στα σχολεία που έχουν επιταχθεί για τον σκοπό αυτό, θα τιναχθεί απ’ τον ύπνο γύρω στις 3 το πρωί, απ’ τις ριπές των πολυβόλων και τα βλήματα, που ρίχνονται συνήθως στα τυφλά, απ’ το ένα άκρο της πόλης στο άλλο. Στους καταυλισμούς των προσφύγων η κατάσταση είναι ασύγκριτα πιο δραματική. Όποιος καταφέρει να κοιμηθεί με άδειο στομάχι, θα ξυπνήσει απότομα απ’ το κρύο ή την υγρασία. Μερικές νύχτες οι εκρήξεις και οι ανταλλαγές πυρών είναι ασταμάτητες. Κοντά στο Ανατολικό μέτωπο, μια τέτοια δραστηριότητα απέτυχε να διώξει τον κόσμο προς ασφαλέστερες περιοχές, συχνά με τους ψαλμούς για το μεγαλείο του Αλλάχ στα τζαμιά και εκτός των συνηθισμένων ωρών προσευχής. Μονάχα εδώ δεν υπάρχει πιο ασφαλές μέρος. Επιπλέον, αφότου ένας φίλος μου είπε πως οι απόηχοι των μαχών στην οδό Τριπόλεως είναι που ακούγονται, αισθάνομαι απόλυτα καθησυχασμένος.

Αν τρεφόμαστε καλά κι αν υπάρχει ασφάλεια σε ορισμένες γειτονιές, είναι επειδή κάθε μέρα οι Λίβυοι και οι ξένοι δείχνουν εφευρετικότητα ή θάρρος. Ορίστε δυο παραδείγματα αυτού του πνεύματος της Μισράτα, που έχω επιλέξει πρωτοβουλιακά, μεταξύ των “αμάχων”. Μιας κι εδώ δεν υπάρχει ούτε μέτωπο, ούτε μετόπισθεν. Οι κίνδυνοι, οι ελλείψεις, οι εργασίες, τα πάντα μοιράζονται από κοινού.

Ο ειδικός των όπλων.

Το πρώτο παράδειγμα είναι ένας ειδικός στα όπλα. Τον συνάντησα σ’ ένα εργοστάσιο τεθωρακισμένων οχημάτων. Είναι ένας γέρος, ελαφρώς αθυρόστομος απόστρατος, που τώρα υπηρετεί ως υπεύθυνος πυρομαχικών. Κατόπιν αιτήματός μου, με οδηγεί στο εργοστάσιο βομβών τους. Πρόκειται για ένα παλιό σπίτι, πιθανός ενός ή δυο αιώνων πριν, λίγο έξω απ’ την πόλη. Κανείς δεν μένει εκεί, και τα εκρηκτικά αποθηκεύονται, όσο είναι δυνατόν, σε διαφορετικές κρύπτες. Αρχικά επρόκειτο να επισκεπτώ ένα άλλο εργοστάσιο, αλλά εκείνο βρέθηκε στο έδαφος που κατέλαβαν οι εχθρικές δυνάμεις. Σ’ αυτό τώρα, τέσσερεις άνδρες έχουν πεθάνει μέχρι σήμερα, εξαιτίας εκρήξεων κατά την κατασκευή. Ο γέροντας μου παρουσιάζει τις πρώτες ύλες του: κουτιά με μπουλόνια, πυρομαχικά για άρματα, όλμοι και κονίαμα. Στο εργαστήρι του, πήρε ένα τενεκεδάκι ανοικτό από πάνω, εισήγαγε τρία μπουλόνια κι έπειτα άπλωσε μια εκρηκτική ύλη τουρκικής προέλευσης, για πυροτεχνήματα. Ξανάκλεισε το κουτί με ένα σφυρί και στρίμωξε ένα φυτίλι με έναν αυτοσχέδιο πυροκροτητή. Ιδού, μέσα σε πέντε λεπτά, μια χειροβομβίδα έτοιμη για χρήση. Στη συνέχεια πήρε μια μεγάλη ανάσα, και μου εήγησε ότι μόλις βάλει τα μπουλόνια και τα εκρηκτικά, μπορούμε να τοποθετήσουμε ηλεκτρικό πυροκροτητή και να κατασκευάσουμε μια αποτελεσματική νάρκη. Μπρος στο έργο του, μου εμπιστεύθηκε μ’ ένα είδος προσωπικής υπερηφάνειας, ότι παίζει το κεφάλι του, κι ότι αν θέλω να γίνω πλούσιος αρκεί να τον σκοτώσω ή να τον παραδώσω στον Καντάφι. Εντωμεταξύ, θα επιστρέψουμε σ’ ένα απομονωμένο μέρος μέσα στους αμμόλοφους. Εκεί, ακόμα πιο μακρυά απ’ την πόλη, βρίσκονται θαμμένα διάφορα φορτία: βόμβες, όλμοι που δεν έχουν εκραγεί και μαζεύτηκαν, εκρηκτικά που χρησιμοποιούν στη θάλασσα, οβίδες ανέπαφες. Το μεγαλύτερο μέρος τους βρίσκονται θαμμένα. Οι κάτοικοι της πόλης έρχονται κι αφήνουν τα πυρομαχικά τους όταν δεν τους είναι πια χρήσιμα, ή άλλα πράγματα τα οποία τους φαίνονται ως τέτοια (όπως φίλτρα αέρα αυτοκινήτων ή ακόμα και τους φορτιστές τους). Πολλά πολεμοφόδια έχουν ανοιχτεί για να εξαχθούν τα εκρηκτικά, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος τους παραμένουν ανέπαφα. Συνοδεύουμε τον εμπειρογνώμονά μας πίσω στο εργοστάσιο, όπου η τεχνογνωσία του αποδεικνύεται χρήσιμη.

Παρασκευάζοντας αυτοσχέδιες χειροβομβίδες

Ο Αιγύπτιος μανάβης

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ο Αιγύπτιος μανάβης, ο κατ’ εξοχήν μικροαστός, που προορίζεται για μια ζωή δουλειάς και σταθερότητας. Κάθε μέρα, κατά τις 6 το πρωί, ο αγαθός άνδρας παίρνει το μικρό μεταφορικό του και κατευθύνεται προς την μεριά των στρατοπέδων, αψηφώντας τα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών. Τριάντα λεπτά αργότερα, φτάνει στη φάρμα ενός γνωστού του. Τα λαχανικά δεν ποτίζονται πια, και το μεγαλύτερο μέρος τους είναι σάπια ή καχεκτικά, πάντως μέσα στον σωρό όλο και κάτι θα βρει να γεμίσει το καμιόνι του. Όπως και να ‘χει δεν καθυστερούμε, το φόρτωμα πρέπει να τελειώνει μέσα σε μια ώρα. Σήμερα πήγαμε στα καρότα και στις μελιτζάνες, οι δυο κορυφαίοι τομείς αυτής της καλλιέργιας υψηλού κινδίνου της Dafnia στα δυτικά -προς το Ζιλτάν- και της Taumina στα ανατολικά -προς την Tawarga. Απ’ αυτές τις δυο τοποθεσίες, η Taumina είναι η πιο επικίνδυνη, όμως τόσο στην μια, όσο και στην άλλη κατεύθυνση, οι δυνάμεις του Καντάφι μπορεί να πυροβολήσουν ή να σταματήσουν κάποιο διερχόμενο όχημα. Αυτό έχει ήδη συμβεί αρκετές φορές στον μανάβη μας, καθώς οι καθεστωτικές δυνάμεις δεν έχουν κάποιο μόνιμο εμπόδιο στον δρόμο. Εδώ και αρκετές εβδομάδες τώρα, έχουν εγκαταλείψει τα στρατιωτικά οχήματά τους και τά ‘χουν αντικαταστήσει με πολιτικά οχήματα που μοιάζουν μ’ αυτά που χρησιμοποιούν οι επαναστάτες. Πυροβολώντας πού και πού σε κάποιο αμάξι απ’ όλα, εμποδίζουν τη διέλευση με τρόπο απρόβλεπτο. Μέχρι στιγμής, ο μανάβης κατάφερε να διαφύγει ορκιζόμενος ότι προορίζονται για τους υποστηρικτές του Καντάφι, όμως μπορούμε να φανταστούμε την ταλαιπωρία που υφίσταται σε κάθε έλεγχο και το άγχος για κάθε λάθος λέξη που μπορεί να ξεστομίσει. Αυτά τα πολύτιμα λαχανικά υψηλού κόστους που μάζεψε, τα πουλάει σε κανονικές τιμές σε όσους διαθέτουν τα χρήματα, ενώ τα δίνει δωρεάν σε όσους δεν μπορούν να τον πληρώσουν. Μόνο η τιμή της πατάτας, της τομάτας και των κρεμμυδιών έχει αυξηθεί αισθητά. Αυτά τα λαχανικά έρχονταν από την Τρίπολη από εμπόρους που τα παρέδιδαν στο Ζιλτάν. Έτσι, είναι αναγκασμένος να τα αγοράζει πολύ ακριβότερα απ’ ότι συνήθως, και συνεπώς και να τα πουλάει ακριβότερα. Ένα κιλό πατάτες για παράδειγμα, έχει φτάσει από 75 δράμια σε 1 δηνάριο και 25 δράμια. Η τροφοδοσία σε λαχανικά δεν είναι τόσο καλή όσο σε κανονικούς καιρούς, ωστόσο τα μαγαζιά παραμένουν ανοιχτά και καλά εξοπλισμένα και δεν υπάρχουν ουρές. Οι άνθρωποι κάνουν επίσης παραδόσεις κατοίκον στην οδό Τριπόλεως, για όσους δεν μπορούν να βγουν απ’ τα σπίτια τους.

Λίγο αργότερα βρήκα σε μια κλινική, έναν νεαρό άνδρα τραυματισμένο από έναν ελεύθερο σκοπευτή σ’ ένα αγρόκτημα κατά τη συγκομιδή, στο Sict, κοντά στην Taumina. Η σφαίρα τρύπησε το στήθος του, ακριβώς κάτω απ’ τον αριστερό βραχίονα, μερικά εκατοστά απ’ την καρδιά του. Εδώ έχουμε δυο ενθουσιώδη παραδείγματα που αντιπροσωπεύουν την καθημερινή ζωή στην Μισράτα. Θα μπορούσα να σας μιλήσω για τους γιατρούς που περιμένουν δυο βήματα απ’ τα πεδία των μαχών τους λαβωμένους μαχητές για να τους περιθάλψουν πολλές φορές σώζοντας τη ζωή τους, για τους τεχνικούς, που κάθε μέρα, πηγαίνουν στα μέτωπα, διατρέχοντας κίνδυνο προκειμένου να επισκευάσουν τις γραμμές υψηλής τάσης που έχουν καταστραφεί απ’ τους βομβαρδισμούς της πόλης, ή ακόμα για έναν φίλο ειδικό στις τηλεπικοινωνίες που προσπαθεί να αποκαταστήσει το κατεστραμμένο δίκτυο της οδού Τριπόλεως. Ακόμα κι αυτά, δεν είναι παρά λίγα απ’ τα παραδείγματα της περιφρόνησης για τον κίνδυνο, ενός πληθυσμού δωσμένου ψυχή και σώματι σ’ αυτόν τον πόλεμο.

Η Μισράτα δεν είναι το εχέγγυο της ενότητας της Λιβύης, είναι ο ουσιαστικός δημιουργός της. Αν η Βεγγάζη είναι το πνευματικό μέλλον της χώρας, η Μισράτα είναι το οικονομικό μέλλον της. Η καταστροφή της θα έθετε σε κίνδυνο την ανάπτυξη ολόκληρης της Λιβύης καθώς και της εμπορικής της ανεξαρτησίας. Αυτό που μπορούμε να φοβόμαστε σήμερα είναι μάλλον όχι τόσο η πτώση της, όχι και τόσο πιθανή δεδομένης της πυκνότητας και της αποφασιστικότητας του πληθυσμού της, όσο η αργή και αμετάκλητη καταστροφή της, όπως συνέβη στην περίπτωση του Σαράγιεβου, άλλοτε πιο σημαντική κι απροκάλυπτη και αυτή τη στιγμή παραμένουσα σε δεύτερο πλάνο.

*~*~*

Πηγή: Εn route! Νέα από τη Λιβυκή εξέγερση, από γάλλους συντρόφους που βρίσκονται επί τόπου [http://setrouver.wordpress.com]

Σχετικά άρθρα:

Ταραχές σε Τυνησία και Αλγερία, 1/2011

Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης

H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011

Γιορτή της Φωτιάς στην Τεχεράνη, Ιράν 15/03/2011

Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά, Λιβύη 8/4/2011

Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν οπλοποιό κι έναν μανάβη, Λιβύη 12/4/2011

Εξεγερσιακές τεχνικές από την Μισράτα, Λιβύη 12/4/2011

“Υγρό και μαύρο”: Νέα από Βεγγάζη, Λιβύη,  14/4/2011

Ενημέρωση από Μισράτα, 15/4/2011

Για τον τραυματισμό ενός απ’ τους συντρόφους-ανταποκριτές στην Μισράτα, 26/4/2011

Ο Καντάφι δε θα τολμήσει…: Νέα από Λιβύη, 7/5/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά, Λιβύη 8/4/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά

Benghazi nadad, metou fia shuadad

Αυτός ο πόλεμος μοιάζει με θεατρικό έργο που ξαναπαίζεται κάθε μέρα με την ίδια όρεξη. Μόνο το ντεκόρ αλλάζει, απ’ την Brega μέχρι το Benjawad, κι απ’ το Benjawad στην Brega, το ίδιο έργο, αμετάβλητο, μόνο λίγο περισσότερο ρημαγμένο κάθε φορά.

Το μεταβατικό κράτος δεν απευθύνεται παρά κυρίως στις αγέλες των δημοσιογράφων, που μη γνωρίζοντας πώς να γεμίσουν τις μέρες τους εδώ, ασχολούνται με τη διεξαγωγή συνεντεύξεων τύπου και διαβουλεύσεων. Τα πάντα μοιάζουν κανονικά. Θέλουν να βλέπουν τα πάντα όπως ήταν πριν, συχνά όμως τα πάντα έχουν αλλάξει.

Η καρδιά της Βεγγάζης στεγάζει ακόμα πολλές απ’ αυτές τις υπηρεσίες του νέου Κράτους. Οργανώσεις νεολαίας ή εργαζομένων, όλο και πιο βουλιμικές για σύμβολα, σημαίες, για “γραφεία-με-το-όνομά-τους-στην-πόρτα”. Όμως οι ένοπλες φρουρές, τόσο περήφανες αλλά και τόσο βαρετές μόλις χθές, γίνονται πλέον σπάνιες, σέρνοντας κουρασμένες τα ξίφη τους μπρος στους δυτικούς ανταποκριτές.

Το πραγματικό Κράτος της νέας Λιβύης δεν είναι και ποτέ δε θα γίνει η Εθνική Μεταβατική Επιτροπή. Φαίνεται πλέον πως η μόνη -μηντιακά παραμορφωμένη- δραστηριότητά της είναι να οικειοποιείται τα χρήματα απ’ το πετρέλαιο γεμίζοντας -ποιός ξέρει ποιό ταμείο. Είναι εξίσου βέβαιο όσο και η πρόφαση ενός μέσου ενημέρωσης που κατασκευάζει Φύρδην μίγδην την παθητικότητα, τις εικόνες, τον διάλογο και τον ρυθμό αυτού του θεάματος που είναι η επαναστατική ηθική στη Λιβύη.

Εάν υπήρχε κάτι σαν “Κράτος”, αυτό θα βρισκόταν μάλλον στα γραφεία του Al Jazeera. Αν θέλουμε να μάθουμε νέα απ’ το μέτωπο ή τί έγινε με την κάθε διαδήλωση, πρέπει να ανοίξουμε την τηλεόραση.

Και όχι, εδώ κανείς δεν υπακούει σε κανέναν. Βέβαια, οι μπάτσοι έχουν ξαναεμφανιστεί, αλλά οι μισοί απ’ αυτούς δεν είναι παρά πιτσιρίκια ή οι τύποι που πήρανε τις στολές μέσα στον πανικό. Δεν έχουν καμμιά κεντρική οργάνωση, πόσο μάλλον υπό την εποπτεία της Κεντρικής Μεταβατικής Επιτροπής.

Ο οργανωμένος στρατός είναι το αντικείμενο που κυριαρχεί στις περισσότερες φήμες. (Σε συνδυασμό ίσως με τον φημολογούμενο ξεσηκωμό της Σύρτης, σχεδόν μυθολογικού κι επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα).

Το μέτωπο έχει εξελιχθεί σε ένα κλαμπ μόνο για λίγους. Σ’ αυτήν την παρατεταμένη μάχη απ’ την Brega ως το Benjawad, δεν μπορεί να βρεθεί τίποτα που να ενδιαφέρει κάποιον που δεν είναι σε ένα ειδικό πλήρωμα πυροβολικού και δε θέλει απλά να πεθάνει μάρτυρας. Ο πόλεμος εξειδικεύεται, αλλά ταυτόχρονα το να μιλάμε για “ειδικούς” από την πλευρά των εξεγερμένων, είναι υπερβολικό. Οι επαγγελματίες στρατιωτικοί, οργανωμένοι και κρυμμένοι πίσω από ένα πέπλο στρατηγών και συνταγματαρχών παριστάνουν πως διοικούν ενώ ένα μελίσσι δημοσιογράφων παριστάνουν πως είναι όντως έτσι, σε μια φάρσα που γίνεται ολοένα και λιγότερο αστεία. Υπάρχουν όντως αρκετοί στρατιωτικοί εκπαιδευμένοι και άρτια εξοπλισμένοι στις μάχες των shebab, αλλά αυτοί είναι οι στρατιώτες του Καντάφι, και στο στόχαστρό τους έχουν εμάς. Στην πραγματικότητα, αυτό το φάντασμα προέκυψε από ένα κακογυρισμένο βίντεο για στρατολόγηση πεζοναυτών που χρησιμοποιήθηκε κυρίως για να εμποδίσει την είσοδο των δημοσιογράφων στα τελευταία σημεία ελέγχου, κάτι που έχει τελικά ελάχιστο αποτέλεσμα. Ο καθένας μπορεί να περάσει άνετα, και όλοι το κάνουν.

Όταν σε προηγούμενο άρθρο μας περιγράφαμε την συγκρότηση ενός “μπροστά” κι ενός “πίσω”, αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό στο επίπεδο της μορφής της ζωής. Πρόκειται πάντα για τον πληθυσμό, αυτό που διαφοροποιεί αυτούς που πηγαίνουν στο μέτωπο είναι ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις μάχες και κατά συνέπεια μια σχέση αρκετά απομυστικοποιημένη με την ωμή σύγκρουση. Υπάρχουν προφανώς ορισμένοι άνθρωποι που αφότου πήγαν για μια φορά στο μέτωπο, επέστρεψαν στην πόλη τους για να καυχηθούν τα, μάλλον ελάχιστα, ένοπλα κατορθώματά τους, αλλά αυτοί είναι η εξαίρεση.

Το φυλετικό ζήτημα τίθεται, ή μάλλον δεν τίθεται παρά, στις πόλεις της Sabba και της Σύρτης. Απ’ όσα μας έχουν πεί παντού, όπως κι εδώ: η εξέγερση είναι ένα άθροισμα ατόμων συλλογικοποιημένων και αλληλένδετων στο μέτωπο. Οργανωμένων σε ομάδες τριών ή τεσσάρων οχημάτων ή και παραπάνω, που διασφαλίζουν οι ίδιοι τα εφόδια των μετόπισθεν, χάρη στην τεράστια βοήθεια των ανθρώπων που με ατομική πρωτοβουλία συλλέγουν τρόφιμα και νερό για να τα δώσουν στην πρώτη γραμμή της μάχης. Η αναχώρηση για το μέτωπο γίνεται λοιπόν “όλοι μαζί”, καθώς έχουμε να κάνουμε με συναδέλφους απ’ τη δουλειά ή μέλη της ίδιας οικογένειας ή της ίδιας λέσχης υποβρυχίων καταδύσεων κλπ, πάντως δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει μια σύνθεση “φυλετική” όπως δεν υπάρχει και κανένας τυπικός διαχωρισμός μεταξύ ενόπλων και αμάχων. Στους δρόμους της Βεγγάζης, είναι πρακτικά αδύνατον να ξεχωρίσει κανείς τους “μαχητές” απ’ το υπόλοιπο του πληθυσμού.

Οι εκκολαπτόμενοι ηγέτες και η ιδιορρυθμία των κατοίκων της Βεγγάζης έχουν εγκαταλείψει το μέτωπο στα μόνα άτομα που πιστεύουν αρκετά σ’ αυτό που κάνουν.

Οι ρόλοι έχουν διαλυθεί όπως και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων έχουν μετατραπεί σε πραγματικά παρτιζάνικες, σχέσεις αγώνα. Ακόμα και οι πολεμικοί φωτογράφοι που έχουν έρθει να παίξουν με τα κουβαδάκια τους στην άμμο έχουν καταληφθεί από ζωηρό ενθουσιασμό μπροστά στη συντροφικότητα των shebab. Οι σχέσεις με τους Δυτικούς στο μέτωπο έχουν γίνει αρκετά ξεκάθαρες. Ωστόσο, οι shebab θεωρούν ανεξαιρέτως συντρόφους τους όσους τρώνε μαζί τους, όσους τους συνοδεύουν με τα αυτοκίνητα στο μέτωπο κλπ. Παρολαυτά, είναι ικανοί για την μεγαλύτερη ψυχρότητα στη συναναστροφή όσων φαίνεται να έχουν απλά σταλεί εκεί όπως θα στέλνονταν να καλύψουν μια γεωργική έκθεση.

Όπως περιγράψαμε και για την κατάληψη του Ras Lanouf, ο πόλεμος όλο και περισσότερο γίνεται αντιληπτός ως η φυσιολογική κατάσταση πραγμάτων. Ο στρατός είναι περισσότερο συρρικνωμένος από ποτέ, όμως καλύτερα οργανωμένος, το πυροβολικό έχει πάρει θέσεις μάχης, η αναπλήρωση γίνεται γρήγορα και απ’ όλους, και νέα σώματα κάνουν την εμφάνισή τους.

Ναι, ακόμη και το βαρύ πυροβολικό παίρνει μπρος: με αυτοσχέδιες πατέντες από σπιτικούς διακόπτες ρεύματος, κανόνια φτιαγμένα από λεηλατημένους σωλήνες, αλλά και το κερασάκι στην τούρτα, ρουκέτες ελικοπτέρων Mi-24 τοποθετημένες έτσι με τη βοήθεια ενός αυτοσχέδιου μηχανισμού να μπορεί να βάλλει μια τριαντάρα ρουκέτες των 57 χιλιοστών, σε ελάχιστο χρόνο.

Η διεθνής αλληλεγγύη είναι ανύπαρκτη στο μέτωπο. Δεν εμφανίζονται παρά τα οχήματα των κατοίκων της Βεγγάζης, της Brega, ή του Τομπρούκ, που έχουν προσαρμόσει πάνω στα φορτηγάκια που έχουν αγοράσει τα κατάλληλα πολεμοφόδια.

Στη Βεγγάζη επίσης η ομαλότητα έχει μια μυρωδιά θειαφιού. Όλα τα καταστήματα έχουν πλέον ανοίξει, με την εξαίρεση των τραπεζών, κάτι που έχει βέβαια μια τεράστια συμβολική σημασία. Η αγορά των δερμάτινων, που εδώ και μια βδομάδα πουλούσε ζώνες κι επισκεύαζε τα παπούτσια των πιτσιρικάδων, πουλάει τώρα ξεδιάντροπα μέρα-μεσημέρι, θήκες για όπλα, γεμιστήρες και στηρίγματα για καλάσνικωφ, αλεξίσφαιρα γιλέκα αλλά και …ροζ ζώνες με χαριτωμένες αγκράφες.

Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, οι ίδιοι τύπου που δυο βδομάδες πριν ήταν έτοιμοι να σας φάνε λάχανο απλά για μια φωτογραφική μηχανή, τώρα είναι πρόθυμοι να βάλουν τρεις ώρες δουλειάς για να σας πάνε στο μέτωπο να …βγάλετε φωτογραφίες.

Ξαναβρίσκοντας, πριν από δυο μέρες, τους νέους απ’ το μέτωπο απ’ την Ajdabia, μας πήγαν μέχρι ένα τανκ όπου, με δυο τύμπανα, χόρεψαν και αυτοσχεδίασαν τραγουδώντας, “προκαλώντας” τους άλλους να κάνουν το ίδιο, απαντώντας, επαναλαμβάνοντας, επικρίνοντας, διακόπτοντας, ξαναπιάνοντας τον ρυθμό… Από τότε, κάθε βράδυ τέτοιες ομάδες στήνουν χορούς μεταξύ τους.

Σήμερα, ένα τουρκικό καράβι που έφερνε επισιτιστική βοήθεια εμποδίστηκε να αποπλεύσει μετά από δεκαπέντε λεπτά στην αποβάθρα. Οι Λίβυοι είναι σαφής σ’ αυτό, ότι δε χρειάζονται βοήθεια για να τραφούν, αλλά μόνο σε όπλα και στρατιωτική υποστήριξη. Εδώ, οι άνθρωποι όλο και περισσότερο το λένε ανοιχτά: ότι αν δεν βομβαρδίζει τα στρατεύματα του Καντάφι, αυτό είναι μια επιλογή του Συνασπισμού. Απ’ τη στιγμή που καθήλωνε με χειρουργικό τρόπο όλα τα οχήματα των καθεστωτικών απ’ τη Βεγγάζη ως την Brega κι επιδείκνυε την ακρίβεια με την οποία αποκεφάλιζε τα εχθρικά τανκς απαλλάσσοντάς τα από τα κανόνια τους, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ήταν συνειδητή της απόφαση να σταματήσει εκεί. Ορισμένοι δεν αμφιβάλλουν καθόλου σχετικά μ’ αυτό, η Γαλλία ώφειλε ασφαλώς να μείνει πιστή στην παλιά της συνήθεια που συνίσταται στο να φέρνει επί τόπου έναν στρατό σχηματισμένο υπό την άμεση φροντίδα της. Το γαλλικό ελικόπτερο που άφησε τη Βεγγάζη δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσει αυτό το βαρύ συναίσθημα.

Οι “υπερβολές” του Συνασπισμού είναι τελικά μάλλον ασήμαντες. Πρόκειται για ένα ξόδεμα ανθρώπων, οι εξεγερμένοι όπως και οι κανταφικοί το κάνουν ήδη αρκετά καλά. Σε τελική ανάλυση, αρκεί να στερήσει τους μεν ή τους δε από την υποστήριξή της για μερικές μέρες, -αυτό που γίνεται μάλλον ήδη- ώστε ο πόλεμος να γίνει αρκετά βρώμικος, παράγοντας τελικά μια Λιβύη πολύ πιο υπάκουη.

Θα ήταν λάθος να επικεντρωθούμε στις τρεις βόμβες που έριξε το ΝΑΤΟ στα τυφλά (ακόμα κι αν άφησαν περισσότερους νεκρούς απ’ ότι τρεις μέρες συγκρούσεων). Αυτό που διαφεύγει με βεβαιότητα απ’ τους δημοσιογράφους που παίζουν έναν πιο “κριτικό” ρόλο του μαλάκα της ιστορίας, που όμως φοβούνται οι άνθρωποι στο μέτωπο, είναι ότι η στρατηγική του ΝΑΤΟ είναι να αφήσει την κατάσταση να επιδεινωθεί. Βεβαίως, οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί μπορούν να επιτρέπουν τις συνομιλίες μέχρι και για το χρώμα της γραβάτας του επικεφαλής της μεταβατικής επιτροπής, αλλά ξέρουν καλά ότι θα είναι πολύ ευκολότερο να τους υπηρετήσει αυτός όταν όλοι οι υπόλοιποι θα χουν σκοτωθεί μεταξύ τους.

Απ’ τη στιγμή που το μέτωπο θα ‘χει επεκταθεί ως την Harawa, δέκα τανκς αποκεφαλισμένα θα έχουν επιτρέψει να παρακαμφθεί ευγενικά η Σύρτη (εδώ, κανένας δεν είναι αρκετά μαλάκας για να πάει να πεθάνει εκεί κάτω) και στη συνέχεια για τον Καντάφι δε θα μείνει παρά να την κάνει με τα πλούτη του για Βενεζουέλα.

Σημείωμα της επιμέλειας: Εν όψει των ελαφρώς αβασάνιστων γεωπολιτικών αξιολογήσεων στο τέλος του κειμένου, ζητήσαμε απ’ τον συντάκτη του να μας εξηγήσει μήπως αισθάνεται κάπως παρατραβηγμένο τον απολογισμό. Σ’ αυτό μας απάντησε λακωνικά: “Μπορεί οι εκτιμήσεις για τη διεθνή κατάσταση να είναι κάπως παρατραβηγμένες, αλλά δε βλέπω άλλη εξήγηση, εκτός εάν τα αεροπλάνα δεν έχουν καύσιμα λόγω της επανάστασης στη Λιβύη ή των απεργιών του χειμώνα στη Γαλλία”.

*~*~*

Πηγήhttp://setrouver.wordpress.com/2011/04/08/benghazi-seveille-notre-peuple-est-mort/ από το γαλλόφωνο ιστολόγιο En route! (http://setrouver.wordpress.com)

Είδαμε προηγουμένως απ’ την ίδια πηγή: Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Σχετικά:

Ταραχές σε Τυνησία και Αλγερία, 1/2011

Ταραχές στην Αίγυπτο, 1/2011 & Εγχειρίδιο της εξέγερσης

H αναταραχή στον αραβικό κόσμο, χρονολόγιο Γενάρη-Φλεβάρη 2011

Γιορτή της Φωτιάς στην Τεχεράνη, Ιράν 15/03/2011

Στρατηγική της εξέγερσης και της πολιορκίας της Μισράτα, Λιβύη 4/4/2011

Η Βεγγάζη ξυπνά, ο λαός της μαρτυρά, Λιβύη 8/4/2011

Μισράτα: συνάντηση μ’ έναν οπλοποιό κι έναν μανάβη, Λιβύη 12/4/2011

Εξεγερσιακές τεχνικές από την Μισράτα, Λιβύη 12/4/2011

“Υγρό και μαύρο”: Νέα από Βεγγάζη, Λιβύη,  14/4/2011

Ενημέρωση από Μισράτα, 15/4/2011

Για τον τραυματισμό ενός απ’ τους συντρόφους-ανταποκριτές στην Μισράτα, 26/4/2011

Ο Καντάφι δε θα τολμήσει…: Νέα από Λιβύη, 7/5/2011