Tag Archives: η καφεΐνη της Ευρώπης - Page 2

Για τα μπάχαλα στη Λισαβώνα 29/5/2010 – Sisyphus

Δημοσιεύουμε παρακάτω μια μετάφραση από το ιστολόγιο angry news from around the world, στα πλαίσια της διαρκούς προσπάθειας αυτομόρφωσης, ανίχνευσης κι εξέλιξης των τακτικών μας στο δρόμο, που αποτελεί κεντρικό άξονα του site. Θεωρούμε ότι ανεξάρτητα απ’ τις προθέσεις και τη θέρμη των συντρόφων, καταδεικνύουν πρακτικά τα όρια της πολιτικής του αυθόρμητου (ή της οργής αν προτιμάτε) και της στρατηγικής της εκτροπής, κι αξίζει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν.

Λυσσαβώνα: το ποσοτικό και το ποιοτικό

“Σάββατο, 29 Μαΐου 2010, η CGPT (η γενική συνδικαλιστική συνομοσπονδία) κάλεσε σε διαδήλωση ενάντια στην κυβέρνηση και τα μέτρα λιτότητας που υιοθέτησε. Υπήρξε μια μαζική προσέλευση (300.000 άνθρωποι), αν και προφανώς τα νούμερα δεν μιλούν από μόνα τους. Δεν φαινόταν να υπάρχουν ματ πουθενά, κι αυτό καθώς αφεντός η CGPT διαθέτει τις δικές της “υπηρεσίες περιφρούρησης” (στην ουσία σεκιουριτάδες μπράβους), κι αφετέρου χάρις στην αυτοσυγκράτηση του κόσμου, που έχει χτισθεί μέσα από δεκαετίες πλύσης εγκεφάλου και χειραγώγησης ακόμα και της μικρότερης χειρονομίας δυσαρέσκειας, από τα συνδικάτα.

Με την πεποίθηση ότι οι δρόμοι και η οργή δεν αποτελούν μονοπώλιο των συνδικάτων, προέκυψε ένα κάλεσμα για μια αντικαπιταλιστική συγκέντρωση, στο οποίο ανταποκρίθηκαν περίπου 50 αναρχικοί κι αντιεξουσιαστές. Η αρχική ομάδα, σήκωσε ένα πανώ που έγραφε “Ο καπιταλισμός δεν μεταρρυθμίζεται, καταστρέφεται” και τελικά μαζί με τους υπόλοιπους αποφάσισε να κάνει τη δική της πορεία, ξεχωριστά απ’ την κεντρική πορεία, φωνάζοντας συνθήματα (πολλά απ’ τα οποία είχαν γραφτεί στους τοίχους της Λισαβώνας το προηγούμενο βράδυ) όπως “όχι συνδικαλισμός, πόλεμος κοινωνικός”, “ενάντια στη συνδικαλιστική μαφία, σαμποτάζ κι άγρια απεργία”, “ενάντια κράτος και το κεφάλαιο, πόλεμος κοινωνικός”, “η ελευθερία είναι μες τις καρδιές μας, κάτω τα τείχη και οι φυλακές” και “για την ελευθερία μας, θα καταστρέψουμε όλη την κοινωνία σας”. Αρχίσαμε να ακούμε και ανθρώπους μέσα απ’ την επίσημη πορεία να φωνάζουν τα συνθήματά μας. Μετά από κάποιο σημείο λοιπόν, η ομάδα μας αποφάσισε να μπει στην κεντρική πορεία, και αμέσως οι μπράβοι των “υπηρεσιών περιφρούρησης” των συνδικάτων (που μας ακολουθούσαν για ώρα), άρχισαν να μας σπρώχνουν πίσω μαζί με ασφαλίτες, φωνάζοντας ότι δεν θα περάσουμε. Σ’ αυτό το σημείο, κάποιοι άνθρωποι ακόμα άρχισαν να φωνάζουν σ’ αυτούς τους περιφρουρητές. Μετά από μερικά σπρωξίδια και απειλές, η ομάδα μας κατάφερε να χωθεί στην πορεία. Μετά από λίγο, και καθώς οι περισσότεροι από μας δεν είχαν καμιά πρόθεση να συμμετάσχουν σ’ αυτό το πολιτικό τσίρκο, αλλά να αρνηθούν να τους λένε άλλοι τί να κάνουν και τί όχι, αποφασίσαμε να αποσχιστούμε πάλι απ’ την πορεία.

Μετά το τέλος της πορείας, που κατέληξε σε έναν “γραφικότατο” λιθόστρωτο δρόμο γεμάτο με μπαρ κι εστιατόρια για τους τουρίστες (Rua das Portas de Santo Antao), ένα περιπολικό έκλεισε το δρόμο και πέρασε χειροπαίδες σ’ εναν μεσήλικα άνδρα, συλλαμβάνοντάς τον. Κάποιοι ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι κύκλωσαν το αμάξι αλλά και σύντροφοι προσέτρεξαν και μαζί με τους υπόλοιπους συγκεντρωμένους, προσπάθησαν να εμποδίσουν τους μπάτσους να πάρουν τον άνθρωπο μαζί τους. Μετά από μερικά σφυρίγματα, ακόμα 20-30 σύντροφοι έφτασαν στο σκηνικό, τρέχοντας απ’ την κεντρική πλατεία όπου είχαν φτάσει. Κι άλλοι άνθρωποι μαζεύτηκαν απ’ τη γειτονιά, οπότε ήμασταν περίπου 50-60 άτομα που φωνάζαμε στους μπάτσους να αφήσουν τον άνθρωπο να φύγει, τους λέγαμε φασίστες.

Ακόμη ένα περιπολικό κατέφτασε (το ΑΤ βρίσκεται μόλις ένα τετράγωνο μακριά) και ο συλληφθέντας σπρώχθηκε μέσα στο αμάξι, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, κάτι που εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο το συγκεντρωμένο πλήθος. Δεν μπορούσαμε να εμποδίσουμε τους μπάτσους να τραβήξουν το θήραμά τους μαζί τους. Μια διμοιρία ματατζήδων έφτασε απ’ την κοντινή λεωφόρο όπου μόλις είχε τελειώσει η μαζική πορεία, και αφέθηκαν επιτέλους να εκφραστούν ελεύθεροι: εκμεταλλεύτηκαν την αφορμή να ξεσπάσουν πάνω σ’ όλους μας. Ένας απ’ αυτούς είχε ένα όπλο με λαστιχένιες σφαίρες, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είχαν ξεσαλώσει χτυπώντας με τα γκλόμπ τους τους πάντες.

Για καλή μας τύχη, βρέθηκαν μερικές καρέκλες στο πεζοδρόμιο τις οποίες ρίχναμε προς το μέρος τους, καθώς και μερικά μπουκάλια. Στην μέση όλου αυτού του πανικού, μια ηλικιωμένη γυναίκα φώναζε “Αυτό είναι το μέλλον”. Ο κόσμος κινήθηκε προς την κοντινότερη πλατεία, που αποτελούσε κάτι σαν στέκι πολλών μεταναστών που άραζαν εκεί, καθώς ολοένα και περισσότεροι ματατζήδες κατέφταναν και σχημάτιζαν σειρές μπροστά απ’ τους προηγούμενους.

Μέχρι στιγμής, είχαμε μαζευτεί περίπου 200 άνθρωποι, που φωνάζαμε ενάντια στους μπάτσους, και κάποια στιγμή αρχίσαμε να τους κοροιδεύουμε όλοι μαζί τραγουδιστά “κανείς δε σας γουστάρει”. Οι μπάτσοι υποχώρησαν έναν δρόμο πίσω, προς το ΑΤ τους, περπατώντας προς τα πίσω εν μέσω βρισιών. Απ’ την άλλη, μια σχεδόν στρατιωτική πομπή εκατοντάδων χιλιάδων πειθαρχημένων μελών συνδικάτων περνούσε, με το καθένα να κουβαλά τη σημαιούλα του. Μια νεκρώσιμη ακολουθία, θα ‘λεγε κανείς.

Και στην μέση, μια απλή κοινωνική στιγμή τσατισμένων πελατών των τοπικών μπαρ και λιγοστών ανθρώπων με τη φρόνηση της αλληλοπροστασίας από τον εχθρό. Μια στιγμή που ήταν πιθανώς μόνο μια ανάσα μακριά από μια φουρτουνιασμένη ταραχή, που ίσως επεκτεινόταν και σε πολλούς απ’ τους μετανάστες, συντρόφους και φτωχούς ανθρώπους που αράζουν στην περιοχή. Ολόκληρη αυτήν την ανθρώπινη μάζα που είναι αποκλεισμένη από κάθε αντιπροσώπευση, και τη λογική του ρεφορμισμού. Το μέλλον είναι ακόμα άγραφο. Οι στιγμές εξέγερσης αλληλοτροφοδοτούνται όπως και τα συναισθήματα ανταρσίας και χαράς. Ο έλεγχος θα επιβάλλεται με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία, και τα όπλα τους θα μας τρομάζουν ολοένα και λιγότερο. Μη φιλάτε το χέρι που σας τσακίζει, δαγκώστε το!”

Κάποιοι αναρχικοί

Απ’ την Ελλάδα μέχρι το Logroño (Ισπανία)…

Απ’ την Ελλάδα μέχρι το Logroño (Ισπανία)… μια προκήρυξη Ισπανών συντρόφων

ή

Τί Ενώνει Μερικά Παιδιά από την Ήσυχη Ισπανική Επαρχία με τα Παιδιά της Ελληνικής Εξέγερσης

ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ, ΟΛΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ

1. Το ότι στεκόμαστε αντιμέτωποι με τον κόσμο της εμπορευματικής παραγωγής. Επιθυμούμε να σταματήσουμε αυτήν την ατέλειωτη ανάγκη που κάνει τους τροχούς της οικονομίας να γυρίζουν και να γυρίζουν. Τα τρία εμπορικά κέντρα που περικυκλώνουν το Logroño (“Las Cañas“, “Parque Rioja” και “Berceo“), και οι εμπορικές περιοχές της “Gran Via” και του “Paseo de las Cien Tiendas” είναι μονίμως γεμάτες εμπορεύματα, τα περισσότερα απ’ τα οποία είναι στην τελική άχρηστα. Από που έρχονται και πού καταλήγουν όταν τα πετάμε;

Η απάντηση στην ερώτηση αυτή χάνεται στον συνεχή κι άγριο βομβαρδισμό διαφημίσεων των μίντια. Προκειμένου να αποφύγουμε μια κατάρρευση της οικονομίας υπάρχει αυτή η ανάγκη για κατανάλωση εμπορευμάτων, απλά και μόνο για να καταστραφούν, να εξαφανιστούν και να αντικατασταθούν σε έναν ολοένα και αυξανόμενο ρυθμό. Είναι εκεί, το κράτος και οι οικονομολόγοι του καπιταλισμού να προσπαθούν να βρουν τους τρόπους να ενθαρρύνουν την εργατική δύναμη και να κινητοποιήσουν ένα νέο κύμα κατανάλωσης. Τα παιδιά των ελληνικών πόλεων με το καταστροφικό μένος τους, έθεσαν σε κίνηση ένα μπλοκάρισμα του καταναλωτικού shopping therapy και της ροής των εμπορευμάτων σε αρκετά οικονομικά κέντρα.

2. Επειδή επιθυμία μας είναι να πάψουμε να νιώθουμε ευγνώμονες για τις δουλειές απ’ όπου όλο και γρηγορότερα μας πετάνε έξω απ’ αυτόν τον “παράδεισο” του επιχειρηματικού και οικονομικού κόσμου. Αρνούμαστε να συνεχίσουμε να γινόμαστε ευέλικτα κενά όντα στις υπηρεσίες μιας αγοράς που έχει διαφύγει από τις δυνάμεις των ανθρώπων. Η μισθωτή εργασία δεν είναι τίποτα παραπάνω από στυγνός εκβιασμός κι όσο τα ποσοστά της ανεργίας αυξάνονται, αυτό γίνεται πιο εμφανές.

Όσοι ανάμεσά μας στηρίζονται σε προσωρινές/μαύρες δουλειές βλέπουν πώς η πρόσβαση στην αγορά εργασίας γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκη, πώς το δεδομένο της “μιας τίμιας δουλίτσας” γίνεται συνώνυμο του “προνομιούχου” εργαζομένου. Σ’ αυτό πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι πολλές δουλειές δεν έχουν την οποιαδήποτε κοινωνικής χρησιμότητα, αλλά αποτελούν συμπτώματα μιας οικονομίας εκτός ελέγχου. Δουλειές στις οποίες τελικά μπαίνουμε εξ’ αιτίας της ωμής αναγκαιότητας του μισθού.

Τα παιδιά στις ελληνικές πόλης, μέσα απ’ την καταστροφική τους βία, δήλωσαν μια άρνηση της κοινωνικής μηχανικής που τους μετατρέπει σε αγοραία προϊόντα.

3. Επειδή αυτό που συνέβη στην Ελλάδα, ξεκίνησε και ωρίμασε μέσα στη βία, δε σταμάτησε ποτέ εκεί. Έτσι, είδαμε μεταξύ άλλων, καταλήψεις σχολίων και πανεπιστημίων, επανοικειοποιήσεις δημαρχείων, καταλήψεις των γραφείων της ΓΣΕΕ, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών ώστε να μεταδίδονται προκηρύξεις των συνελεύσεων…  Όλα αυτά είναι η σπορά ενός γενικού εγχειρήματος αυτοοργάνωσης που στοχεύει στην οικοδόμηση εναλλακτικών από τις σημερινές αλλοτριωμένες και εμπορευματοποιημένες κοινωνικές σχέσεις.

Οι νεαροί εξεγερμένοι της Ελλάδας γνωρίζουν άμεσα ότι η καταστροφική οργή από μόνη της δεν είναι αρκετή για έναν ανοιχτό πόλεμο ενάντια στον κόσμο του κεφαλαίου, κι έχουν θέσει σε κίνηση μια πληθώρα από αυτοοργανωμένες δραστηριότητες.

4. Επειδή θέλουμε να σταματήσουμε τον πόνο, που δεχόμαστε εμείς, από την ενεργητική ή παθητική -δεν έχει σημασία- συμμετοχή μας στον καταστροφικό μηχανισμό παραγωγής, κυκλοφορίας και κατανάλωσης εμπορευμάτων.

Ερχόμαστε αντιμέτωποι με αμέτρητες αντιφάσεις στις ζωές μας: δουλεύουμε σε άχρηστες παραγωγικές διαδικασίες, οδηγούμε αμάξια σε δρόμους που περιζώνουν πολιτείες και κοιλάδες αναδύοντας τοξικά και νέφη. Καταναλώνουμε κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τηλεοράσεις, με μετασχηματιστές από ορυκτά του Κονγκό, χωρίς να μπορούμε να μη σκεφτούμε την ανθρωποσφαγή των παιδιών που εξορύσσουν τις πρώτες ύλες απ’ την Αφρική. Παίρνουμε ναρκωτικά ή -με συνταγή ιατρού- φαρμακευτικά βοηθήματα για να δραπετεύσουμε από μια πραγματικότητα επώδυνη και μπερδεμένη, προσαρμόζοντας έτσι τους εαυτούς μας στις επιταγές αυτής της κοινωνίας, ξεχνώντας τη λεηλασία που κρύβεται πίσω απ’ την “κανονικότητα” των εμπορευματικών σχέσεων…

Οι νεολαίοι στην Ελλάδα μας έδειξαν με ποιόν τρόπο να ονειρευόμαστε και πάλι, να ξεπερνούμε την πικρία και τη λύπη μας, να κερδίζουμε πίσω την ορμή που χάσαμε στην ενηλικίωση.

5. Επειδή όσο άδεια, κενή και υποβαθμισμένη μοιάζει η πραγματικότητα για μας, εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά. Αν είναι να υπάρξει ένα μέλλον, αυτό θα είναι αναγκαστικά προϊόν της ανασύνθεσης της ανθρώπινης κοινωνίας σε νέα θεμέλια, διαφορετικά.

Είναι λοιπόν αυτή η ανασύνθεση στην οποία στοχεύουν όλη η ευφυία μας κι όλος ο κόπος μας: η κατάργηση του κράτους και η αντικατάστασή του από αμέτρητες μικρές κι ομόσπονδες κοινότητες. Η λογική εγκατάλειψη των σημερινών μέσων παραγωγής που είναι περιττά, και η αυτοδιεύθυνση κάθε κοινωνικής δραστηριότητας, η ρύθμιση της ζωής από συνελεύσης που θα οργανώνουν βασικά καθήκοντα. Η καταστροφή των επιθετικών τεχνολογιών που ενισχύουν μια τεράστια και περίπλοκη κοινωνική οργάνωση εγείροντας ιεραρχίες, συστήματα ελέγχου, μηχανισμούς/θεσμούς καταστολής… Η ολοκληρωτική κατάργηση της μισθωτής εργασίας και η μετατροπή της εργασίας σε παιχνίδι, μια ριζική επαναδιευθέτηση των αναγκών μας, μια εναλλασσόμενη διανομή των κοινών εργασιών μεταξύ όλων όσων είμαστε ικανοί για το κάθε έργο, κατάργηση του χρήματος και αντικατάστασή του από την οικειοθελή ανταλλαγή… επανεφυεύρεση πιο φυσικών τρόπων ζωής…

Θεωρούμε τους εαυτούς μας μέρος αυτό του εγχειρήματος, απλά και μόνο γιατί είναι τόσο η θέλησή μας όσο και απόλυτη αναγκαιότητα.

Σύντροφοι από το Logroño

***

Ελεύθερη μετάφραση του κειμένου. Στα αγγλικά στο aiming further-striking better. Το Λογκρόνιο είναι μια πόλη 190.000 κατοίκων κοντά στη Χώρα των Βάσκων, υπήρξε ισχυρή έδρα των επαναστατών μέχρι την ήττα στον εμφύλιο του 1936, αλλά και εργατικών αγώνων τα πρώτα χρόνια μετά τον φρανκισμό.

Η Ελλάδα, η Γαλλία και ο Κομμουνισμός – Comité invisible

“Mise en point: Η Ελλάδα, η Γαλλία και ο Κομμουνισμός”

Αόρατη Επιτροπή

Όλοι συμφωνούν. Θα εκραγεί. Στις αίθουσες των συνελεύσεων, όπως και χθές στο καφέ, φτάσαμε σ’ αυτό συμπέρασμα μαζί, με τόλμη ή γενναιοδωρία. Ευχαριστηθήκαμε υπολογίζοντας τα ρίσκα. Ήδη ανιχνεύουμε τις προληπτικές επιχειρήσεις που διεξάγονται τέμνοντας το έδαφος με το πλέγμα τους. Οι εορτασμοί της πρωτοχρονιάς πήραν μια αποφασιστική τροπή εδώ. “Αυτή είναι η τελευταία χρονιά που θα ‘χουμε στρείδια! [σημ. της ελλ. μετάφρασης: huitre=στρείδι, γαλλική αργκοτική λέξη για τους μπάτσους και εν γένει τους ηλίθιους]. Προκειμένου το πλήθος να μην παρασυρθεί εντελώς από την παραδοσιακή ελευθεριότητα, είναι αναγκαίο να έχει κανείς τους 36.000 μπάτσους και τα 16 ελικόπτερα που έστειλε η Michèle Alliot-Marie [υπουργός δικαιοσύνης], που καθηλωμένη, έψαχνε παντού στις κινητοποιήσεις των μαθητών του Δεκέμβρη [2008] τρέμοντας το παραμικρό σημάδι μιας μετάδοσης από τους Έλληνες. Στο βάθος των καθησυχαστικών σχολίων, ακούμε όλο και πιο καθαρά τις θορυβώδεις προετοιμασίες για ανοιχτό πόλεμο. Κανείς δεν μπορεί να συνεχίσει ν’ αγνοεί τη ρητή, ψυχρή, ρεαλιστική επιτάχυνσή του, που δεν μπαίνει καν πια στον κόπο να παρουσιαστεί σαν μια ειρηνευτική επιχείρηση.

Οι εφημερίδες εντελώς συνειδητά αγνοούν τις αιτίες αυτής της ξαφνικής ανυσηχίας. Υπάρχει η κρίση, ασφαλώς, με τα επικίνδυνα επίπεδα της ανεργίας, την έκρηξη της απελπισίας και του κοινωνικού σχεδιασμού, τα σκάνδαλα Kerviel και Madoff. Έπειτα υπάρχει η χρεωκοπία του σχολικού συστήματος, που δεν μπορεί πια να παράγει εργάτες ή έστω απλά πολίτες, ούτε καν από τα παιδιά της μεσαίας τάξης. Υπάρχει αυτή η αρρώστια, θα ΄λεγε κανείς, μιας νεολαίας που καμιά πολιτική εκπροσώπηση δεν μπορεί να την μεσολαβήσει, που το μόνο που μπορούν να κάνουν μ’ αυτήν είναι να της πουλήσουνε χιλιάδες αυτοκίνητα για να κοπανήσει πάνω σε άλλους, αντί για τα δωρεάν ποδήλατα που δεν καταδέχεται ούτε να παραλάβει.

Όλα αυτά τα ενοχλητικά ζητήματα ωστόσο, δε θα πρεπε να φαίνονται αξεπέραστα σε μια εποχή που το κυρίαρχο μοντέλο διακυβέρνησης έγκειται ακριβώς στην διαχείριση καταστάσεων κρίσης. Εκτός αν σκεφτεί κανείς πως αυτό που έχει η εξουσία να αντιμετωπίσει εδώ πέρα, δεν είναι απλά ακόμα μια κρίση, ή ακόμα μια συνέπεια χρόνιων προβλημάτων και λίγο-πολύ απρόσμενων δυσλειτουργιών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν μοναδικό κίνδυνο: Αυτόν μιας μορφής σύγκρουσης που προετοιμάζεται, και ο καθένας παίρνει θέση, και που τείνει να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

[…]

Οι άνθρωποι που, σε κάθε σημείο, ενσωματώνουν αυτόν τον κίνδυνο, οφείλουν να αρχίσουν να αναρωτιούνται ορισμένα πράγματα, όχι λιγότερο ασήμαντα από τις ίδιες τις αιτίες, τις δυνατότητες για κινήσεις και μάχες που σε κάθε περίπτωση θα διεξαχθούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μεταξύ των οποίων τα κάτωθι: Πως θα “μολύνει” το ελληνικό χάος τη γαλλική κατάσταση; Μια εξέγερση εδώ [στη Γαλλία] δε θα μπορούσε φυσικά να είναι μια απλή αντιγραφή του τί συνέβη εκεί κάτω. Ο παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος έχει ακόμα τις τοπικές ιδιαιτερότητές του, και μια κατάσταση γενικευμένων ταραχών θα πυροδοτούσε μια διαφορετικού βαθμού έκρηξη αν ξεσπούσε στη Γαλλία.

Οι έλληνες ταραχοποιοί είχαν απέναντί τους ένα αποδυναμωμένο Κράτος, ενώ απολαμβάνουν μια υψηλή κοινή συμπάθεια στο πρόσωπό τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν ενάντια στο καθεστώς των συνταγματαρχών που βασίστηκε αυτή η δημοκρατία εκεί, μόλις 30 χρόνια πριν, και μέσα από μια πρακτική πολιτικής βίας. Αυτή η βία, η ανάμνηση της οποίας δεν είναι και τόσο παλιά, φαίνεται να είναι ακόμα προφανής για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ακόμα και κορυφαία στελέχη του εκεί σοσιαλιστικού κόμματος ήταν εξοικειωμένα με τα κοκτέιλ μολότοφ στα νιάτα τους. Απ΄την άλλη, η παραδοσιακή πολιτική σκηνή εμπεριέχει κομμάτια που είναι απόλυτα ικανά να αφομοιώνουν τέτοιες πρακτικές και να προπαγανδίζουν τις ιδεολογικές κενοτοπίες τους ακόμα και μέσα απ’ τη συμμετοχή τους στις ταραχές. Ωστόσο, η μάχη της Ελλάδας δεν αποφασίστηκε ούτε ξεκαθαρίστηκε στους δρόμους -όπου η αστυνομία εμφανώς έχασε το προβάδισμα- η εξουδετέρωσή της κρίθηκε αλλού. Τίποτα δεν είναι τελικά πιο εξαντλητικό, και τίποτα δεν είναι εκ των πραγμάτων πιο φονικό, από την παραδοσιακή πολιτική, με τα ξεθωριασμένα τσιτάτα της, την απερίσκεπτη σκέψη, και τον κλειστό μικρόκοσμό της.

Εδώ στη Γαλλία, οι πιο ακραίοι απ’ τους σοσιαλιστές γραφειοκράτες μας, δεν ήταν ποτέ πραγματικά κάτι πάραπάνω από σοβαροφανείς αργόσχολοι, κατάλληλοι μόνο για κοινοβουλευτικές ρητορίες, μικροί “υπεύθυνοι” χεσμένοι κωλυσιεργοί. Έτσι επιμένουν να προωθούν αυτόν τον διαχωρισμό μεταξύ του “πολίτη” και του “σπάστη”. Και να βουτάν στα αβαθή των ατελείωτων διχοτομήσεών τους: οι οδηγοί εναντίον των διαδηλωτών, οι απεργοσπάστες εναντίον των απεργών που κρατούν ομήρους, οι φιλήσυχοι πολίτες εναντίον των ταραξιών. Μια σχεδόν γλωσσολογική επιχείρηση, που βαδίζει χέρι-χέρι με ημι-στρατιωτικά μέτρα. Οι ταραχές του Νοέμβρη του 2005 και, σ’ ένα διαφορετικό πλαίσιο, το κοινωνικό κίνημα του Φθινοπώρου του 2007 έχουν δώσει ορισμένα παραδείγματα αυτής της διαδικασίας. Η εικόνα των ενωμένων φοιτητών της Nanterre, που χειροκροτούν τη σύλληψη των συμφοιτητών τους από τους μπάτσους με κραυγές όπως “Πάμε “αγόρια με τα μπλέ” [παραπέμπει και στην ποδοσφαιρική εθνική Γαλλίας], πάμε!” δίνουν μόνο μια θολή εικόνα απ’ το τί μας επιφυλάσσει το μέλλον.

Δε χρειάζεται να πούμε για την προσκόλληση των γάλλων στο Κράτος -εγγυητή των παγκόσμιων αξιών και τελευταίο οχυρό πριν την καταστροφή- μια παθολογική συνθήκη που θα δυσκολευτούμε πολύ να τινάξουμε από πάνω μας. Πάνω απ’ όλα είναι ένας μύθος που δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Η άρχουσα τάξη μας η ίδια το βλέπει ολοένα και περισσότερο σαν ένα άχρηστο βάρος, μιας και αυτοί έχουν ήδη αρχίσει τη σύγκρουση με στρατιωτικούς όρους. Έχουν απωλέσει κάθε ενδοιασμό να στείλουν αντι-τρομοκρατικές μονάδες για να βάλουν σε τάξη τους ταραξίες των προαστείων, ή να απελευθερώσουν ένα κατειλημένο έδαφος που έχει πέσει στα χέρια μισθωτών σκλάβων. Στο βαθμό που το Κράτος Πρόνοιας διαλύεται, μια ωμή αντιπαράθεση μεταξύ όσων επιθυμούν την Τάξη και αυτών που δεν θέλουν άλλο απ’ αυτήν, βλέπει το φως της ημέρας. Κάθε τι που κρατούσε η γαλλική πολιτική σκηνή σε νάρκωση, επανεμφανίζεται τώρα. Δε θα αναρρώσει απ’ αυτό που το καταπίεσε έτσι απλά. Και υπολογίζουμε στο επερχόμενο κίνημα να βρει το μηδενιστικό πνεύμα που είναι απαραίτητο στο προχωρημένο στάδιο της κοινωνικής αποσύνθεσης στο οποίο γεννιέται. Και δε θ’ αποτύχει να το φέρει σε ένα εντελώς νέο επίπεδο.

Ένα επαναστατικό κίνημα λοιπόν, δεν διαδίδεται μέσω “μόλυνσης”, αλλά αντήχησης. Είναι κάτι που οιικοδομείται σε ένα μέρος και αντηχεί με τα κύματα που εκπέμπει σε κάτι που χτίζεται αλλού. Το σώμα που το αντηχεί, αντηχεί και το ίδιο με τον δικό του τρόπο. Μια εξέγερση δεν είναι σαν την μετάδοση της πανώλης ή μιας πυρκαγιάς -μια γραμμική διαδικασία που απλώνεται σε γειτονικά μέρη, από μια αρχική σπίθα. Αντίθετα είναι μάλλον κάτι που παίρνει μουσικές φόρμες, και πυρπολώντας καταφέρνει να επιβάλει τον ρυθμό του δικού του παλμού, ακόμη κι αν χάνεται στον χώρο και στον χρόνο. Και να γιγαντώνεται. Στο σημείο που μια επιστροφή στην κανονικότητα δεν είναι πια ούτε επιθυμητή, ούτε εφικτή.

Όταν μιλάμε για την Αυτοκρατορία, μιλάμε για τους μηχανισμούς της εξουσίας που προληπτικά και χειρουργικά κρατούν αιχμαλωτισμένες όλες τις επαναστατικές δυνατότητες μιας συνθήκης. Υπ’ αυτήν την έννοια, η Αυτοκρατορία δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος εχθρός, που έχουμε απέναντί μας. Είναι πολύ περισσότερο ένας ρυθμός που μας επιβάλλεται, ένας τρόπος να διαχειρίζεται κανονικά την πραγματικότητα και να την αποστραγγίζει. Είναι πολύ λιγότερο μια νέα τάξη πραγμάτων και πολύ περισσότερο η θλιβερή, βαρύγδουπη και μιλιταριστική της αποσύνθεση.

Αυτό που ακούμε απ’ τους εξεγερμένους είναι ο βόμβος από μια εντελώς διαφορετική συνθήκη, από ένα εντελώς διαφορετικό κομμάτι της πραγματικότητας, που αναζητά τις αρμονίες του, απ’ την Ελλάδα στα γαλλικά προάστεια.

[…]

Είναι κοινό μυστικό ότι οι καταστάσεις κρίσεις είναι χρυσές ευκαιρίες για την κυριαρχία να ανασυγκροτήσει την δομή της. Κι έτσι ο Sarkozy μπορεί να ανακοινώνει ότι μια πιστωτική κρίση σημαίνει και “τέλος του κόσμου”, και ταυτόχρονα ότι “το έτος 2009 θα βρει τη Γαλλία να εισέρχεται σε μια νέα εποχή”, χωρίς να περνιέται τόσο για ψεύτης. Η απειλή μιας οικονομικής κρίσης θα ήταν μια καλή καινοτομία λοιπόν. Μια ευκαιρία για ένα όμορφο παραμύθι όπου όλοι ενωμένοι θα πολεμήσουμε την ανισότητα, ενώ ταυτόχρονα θα μαχόμαστε ενάντια στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Όλα αυτά, θα πρέπει να παραδεχτούμε, είναι λίγο δύσκολο για την γενιά μας να τ αποδεχτεί, καθώς γεννηθήκαμε σε κρίση, και το μόνο που γνωρίσαμε ποτέ ήταν η κρίση -οικονομική, πιστωτική, κοινωνική, οικολογική. Δεν έχουμε πρόθεση να ακούσουμε γι ακόμα μια φορά κάτι σαν “πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι για λίγο καιρό”. Για να πούμε την αλήθεια, όταν ακούμε τις καταστροφικές στατιστικές της ανεργίας, δεν μας προκαλεί ιδιαίτερη συναισθηματική αντίδραση. Η κρίση είναι ένας τρόπος να κυβερνιούνται οι άνθρωποι. Όταν αυτός ο κόσμος φαίνεται πως μπορεί να συγκρατηθεί πλέον μόνο με τη διαχείριση της ίδιας της συντριπτικής του ήττας. Θα θελαν να μας δουν να τρέχουμε πίσω απ’ το Κράτος, να κινητοποιούμαστε, να εμψυχωνόμαστε, να στηρίζουμε το κάθε απίθανο σχέδιο ρετουσαρίσματος αυτής της κοινωνίας. Είναι όμως που είναι τόσο αηδιαστική μια τέτοια προοπτική που θα μπορούσαμε απλά να αποφασίσουμε να τελειώνουμε μια και καλή με τον καπιταλισμό.

Το διακύβευμα εδώ δεν είναι απλά ποιος απ’ τους 2-3 τρόπους διαχείρισης της κοινωνίας θα επιβληθεί. Αντίθετα, ασταμάτητα και ασυμφιλίωτα σε σύγκρουση μπαίνουν εδώ διαφορετικές ιδέες περί ευτυχίας και οι κόσμοι τους. Η εξουσία το γνωρίζει αυτό, κι εμείς το ίδιο. Τα “αγωνιστικά” απολοιφάδια που μας βλέπουν -ολοένα και πιο πολυάριθμους, ολοένα και λιγότερο ταυτοποιήσιμους- τραβάνε τα μαλλιά της κακόμοιρης κεφαλής τους. Και πάλι, στρέφουν τα όπλα τους εναντίον μας, προκαλώντας ασφυξία, με τις ήττες τους, με την παράλυσή τους, τις ασθενικές αμφιβολίες τους. Από τις “εκλογικές μάχες” στις “μεταβατικές περιόδους”, δεν θα γίνουν ποτέ τίποτε παραπάνω από αυτό ακριβώς που μας κρατά μακριά από την δυνατότητα του κομμουνισμού. Ευτυχώς, ελάχιστοι έχουν πια την όρεξη να ανεχθούν κάθε προδοσία και απόρριχη από δω και πέρα.

Το παρελθόν μας έδωσε τόσο πολλές λάθος απαντήσεις ώστε να γνωρίζουμε πια ότι ήταν οι ερωτήσεις μας που ήταν λανθασμένες.

Έτσι, ΔΕΝ χρειάζεται να διαλέξουμε:

Ή τον φετιχισμό του “αυθόρμητου” Ή τον έλεγχο της Οργάνωσης
Ή το DIY των αγωνιστικών γνωριμιών Ή τους προθαλάμους της ιεραρχίας
Την απεγνωσμένη δράση εδώ και τώρα Ή την απεγνωσμένη δράση όταν ωριμάσουν οι συνθήκες
Το να βάζουμε στην άκρη αυτά που πρέπει να ζήσουμε και να βιώσουμε εδώ και τώρα, στο όνομα ενός παραδείσου που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο μοιάζοντας με κόλαση Ή το να τρώμε τις σάρκες μας, πεπεισμένοι ότι το να καλλιεργούμε τα δικά μας καρότα μπορεί να είναι αρκετό για να απελευθερωθούμε εμείς απ’ αυτόν τον εφιάλτη.
Τόσο πολλές επιλογές.

Οι οργανώσεις είναι ένα εμπόδιο στο να οργανωθούμε.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κάποιο χάσμα μεταξύ του τί είμαστε, τί κάνουμε, και τί γινόμαστε. Οι οργανώσεις, είτε πολιτικές είτε συνδικαλιστικές, φασιστικές ή αναρχικές, πάντοτε έχουν τη βάση τους στη δημιουργία πρακτικών διαχωρισμών μεταξύ αυτών των όψεων της ύπαρξης. Έπειτα συνεχίζουν επιδεικνύοντας τον ηλίθιο φορμαλισμό τους ως την μόνη εφικτή θεραπεία για τον διαχωρισμό αυτόν. Να οργανώνεται δεν σημαίνει να βρίσκεις μια δομή για την αδυναμία σου. Είναι πάνω απ’ όλα να σχηματίζεις ισχυρούς δεσμούς, δεσμούς που δεν είναι ουδέτεροι, αλλά έχουν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο βαθμός της οργάνωσης μετριέται από την ένταση της φύσης του μοιράσματος αυτού, υλικού και πνευματικού.

Λοιπόν, ήδη, “οργανωθείτε υλικά για να επιβιώσετε, οργανωθείτε υλικά για να επιτεθείτε”. Παντού μια νέα ιδέα κομμουνισμού βρίσκεται υπό επεξεργασία. Στα σκοτάδια των μπαρ, στα φωτοτυπάδικα, στις καταλήψεις, στους ακάλυπτους χώρους, σε φάρμες ή γυμναστήρια, επιθετικές συνομωσίες υφαίνονται. Συνομωσίες όπου ο κόσμος παίρνει ξαφνικά μια τροπή προς το πιο επείγον. Αυτές οι συνεργίες δεν πρέπει να στερηθούν τα μέσα που απαιτούν για την ανάπτυξη όλης της δυναμικής τους.

Και είναι μεταξύ αυτών που βρίσκεται η πραγματικά επαναστατική δυνατότητα της εποχής μας. Οι όλο και πιο συχνές εχθροπραξίες είναι υπέροχες επειδή ακριβώς κάθε φορά που συμβαίνουν, είναι η αφορμή για τέτοιου είδους συνεργίες, άλλοτε εφήμερες, αλλά πολλές φορές όσο πιο ακλόνητες μπορούν να είναι. Θα υπάρξει σίγουρα μια διαδικασία συσσώρευσης εδώ. Όταν χιλιάδες νέοι άνθρωποι κρατούν στις καρδιές τους την επιθυμία να εγκαταλείψουν και να σαμποτάρουν αυτόν τον κόσμο, θα πρέπει κανείς να είναι ηλίθιος όσο κι ένας μπάτσος για να ψάχνει από πίσω τους κάποιο χρηματοδότη, ηγέτη, ή έστω ένα απρόσεχτο λάθος.

[…]

Δυο αιώνες καπιταλισμού και εμπορευματικού μηδενισμού κατέληξαν στην εξάπλωση της πιο ακραίας αποξένωσης, την αποξένωση του ίδιου του εαυτού, των άλλων, των πολλών κόσμων που υπάρχουν σ αυτόν τον κόσμο. Το άτομο, αυτή η παλιά θεότητα, αποσυντέθηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε πραγματοποιηθεί. Παιδιά της μητρόπολης, ορίστε το στοίχημά μας: Είναι από την πιο βαθιά αλλοτρίωση της ίδιας της ύπαρξης που οι πάντα αποσιωπημένες, οι πάντα αποτρεπόμενες δυνατότητες του κομμουνισμού αναπτύσσονται. Οπωσδήποτε, αυτό με το οποίο πολεμάμε εδώ πέρα, είναι η ίδια η ανθρωπολογία. Η ίδια η ιδέα του “ανθρώπου”. Έπειτα για τον κομμουνισμό, ως προϋπόθεση και ως πειραματισμό. Το μοίρασμα από κοινού μιας συγκεκριμένης ευαισθησίας και η επεξεργασία του μοιράσματος αυτού. Η εύρεση του τί είναι κοινό, και η κατασκευή μιας δύναμης. Ο κομμουνισμός ως η μήτρα, μιας σχολαστικής, αυθάδικης επίθεσης ενάντια στην εξημέρωση. Ως κάλεσμα και ως ονομασία, απ’ όλους τους κόσμους που αντιστέκονται στην αυτοκρατορική ειρήνη, απ’ όλη την αλληλεγγύη που δεν μπορεί να σπάσει απ’ τη δικτατορία του εμπορεύματος, απ’ όλες τις φιλίες που συμβαδίζουν με τις αναγκαιότητες του πολέμου. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ. Γνωρίζουμε ότι είναι ένας όρος που πρέπει να μεταχειριζόμαστε με προσοχή. Όχι επειδή στην μεγάλη παρέλαση των λέξεων, αυτή δεν είναι πια στην μόδα. Αλλά μάλλον επειδή οι χειρότεροι απ΄ τους εχθρούς μας την καπηλεύτηκαν και συνεχίζουν να το κάνουν. Ωστόσο, επιμένουμε. Ορισμένες λέξεις είναι σαν πεδία μάχης, το νόημά τους είναι μέρος και έπαθλο ενός είδους νίκης, είτε της επανάστασης είτε της αντίδρασης, και αναγκαστικά κερδίζεται με σκληρό αγώνα.

[…]

Κατά την παράδοση, όλα ξεκινούν με ένα “κοινωνικό κίνημα”. Πάνω απ’ όλα τη στιγμή που η αριστερά, η οποία πλέον δεν ασχολείται μόνο με το συγύρισμα της ίδιας της αποσύνθεσής της, αλλά προσπαθεί φαρισαϊκά να κερδίσει λίγη αξιοπιστία του δρόμου. Ωστόσο, έχει χάσει προ πολλού το μονοπώλιο του δρόμου. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά σε κάθε νέα διαδήλωση των μαθητών, όπως και κάθε άλλου που τολμούν να υποστηρίζουν: υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα που ποτέ δεν σταματά να διευρύνεται, μεταξύ των κλαψιάρικων αιτημάτων τους, και του επιπέδου της βίας και της αποφασιστικότητας του κινήματος.

Πρέπει να μετατρέψουμε το χάσμα αυτό σε οδόφραγμα.

Αν βλέπουμε ακόμα “κοινωνικά κινήματα” να ακολουθούν το ένα το άλλο, να τρέχουν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο και να μην αφήνουν τίποτα ορατό πίσω τους, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει κάτι μέσα τους που ακόμα επιμένει. Ένα μικρό ίχνος σκόνης που συνδέει κάτι που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να ρυθμιστεί απ’ τον αυθαίρετο χρόνο που επιβάλει η τυπική απόσυρση του ενός ή του άλλου νόμου, με το οποιοδήποτε πρόσχημα. Βλέπουμε κάτι που, με τον δικό του ρυθμό και τις δικές του κινήσεις, αποτελεί μια νέα δύναμη που παίρνει σχήμα. Μια δύναμη που δε θα περιμένει απλά να έρθει η κατάλληλη στιγμή, αλλά θα την επιβάλει, σιωπηλά.

Δεν έχουμε πια χρόνο να περιμένουμε την κατάρρευση. Είτε γίνει αργά ή γρήγορα, πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Δε χρειάζεται κανεις να σχεδιάσει το πώς θα γίνει η εξέγερση, αλλά να φέρει πίσω την πιθανότητα μιας ανταρσίας σ’ αυτό που δε θα πρεπε ποτέ να σταματήσει να είναι: ο ζωτικός ενθουσιασμός της νιότης, καθώς και της λαϊκής σοφίας. Όσο γνωρίζουμε πως να κινηθούμε μέσα της, η απουσία ενός γενικού σχεδίου δεν είναι τόσο ένα εμπόδιο, όσο μια πιθανότητα. Για τους εξεγερμένους είναι ο μόνος χώρος που μπορεί να τους εγγυθεί ένα βασικό πράγμα: την πρωτοβουλία κινήσεων. Απλά χρειάζεται να ανάψουμε και να κρατήσουμε ζωντανό, όπως κρατά κανείς μια φωτιά, έναν συγκεκριμένο τρόπο να κοιτά κανείς τα πράγματα, μια συγκεκριμένη τακτική έξαψη, ώστε όταν έρθει η στιγμή, ακόμα και τώρα, να είμαστε μια αποφασιστική και συνεχής πηγή αποφασιστικότητας. Ήδη ορισμένα ερωτήματα που μέχρι χθες ίσως έμοιαζαν απαρχαιωμένα ή γραφικά επανέρχονται. Απλά πρέπει να τα προωθήσουμε, όχι να τους δώσουμε την οριστική τους απάντηση, αλλά να τα φέρουμε στη ζωή. Η επανάληψη ορισμένων απ’ αυτά, δεν είναι δα και η μικρότερη από τις αρετές της ελληνικής εξέγερσης:

-Πως μπορεί μια γενικευμένη κατάσταση ταραχής να μετατραπεί σε εξέγερση;
-Τι κάνουμε όταν πάρουμε τους δρόμους και η αστυνομία έχει ηττηθεί σ’ αυτό το πεδίο;
-Έχει ακόμα νόημα μια επίθεση στο κοινοβούλιο;
-Τί σημαίνει, στην πράξη, να ανατρέψουμε την εξουσία σε τοπικό επίπεδο;
-Πώς λαμβάνουμε τις αποφάσεις μας;
-Πως μπορούμε να συντηρηθούμε;
-ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ Ο ΕΝΑΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ;

Παρίσι, 22 Γενάρη 2009

[σημείωση: φιλοξενούμε το κείμενο της “Αόρατης Επιτροπής” εδώ λόγω ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, αν και διαφωνούμε με τη συλλογιστική που αναπτύσσεται σε πολλά σημεία, για παράδειγμα την αναγωγή της διαφορετικής πολιτικής εκπροσώπησης, σε Ελλάδα και Γαλλία, εκ μέρους των σοσιαλιστών, στη ψυχοσύνθεση και τα βιώματα των ανώτερων στελεχών τους. Κάτι τέτοιο παραπέμπει σε μια προσωποκεντρική θεώρηση της ιστορίας (που κινείται δηλαδή σύμφωνα με τα καπρίτσια των “απο πάνω”), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες μεταξύ των δυο χωρών, όπως οι παραγωγικές σχέσεις και ο αποκλεισμός διαφορετικών κομματιών του πληθυσμού, και ιδιαίτερα όσον αφορά την “κοινωνική βάση” των δυο πολιτικών αυτών χώρων. Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό μιας άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο προσωπικής/ηθικής κριτικής στο ρόλο της αριστεράς, που επαναλαμβάνεται στα κείμενα της τάσης αυτής, καταλήγοντας μάλλον να αποδυναμώνει τη σχετική κριτική.]

Για το αυτόνομο κίνημα στην Ισπανία

negras tormentas

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε ως εισαγωγή σε μια επανέκδοση των προκηρύξεων των “Αυτόνομων Ομάδων” που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Η δεκαετία του 1970 θα βρει την Ισπανία σε κατάσταση απελπιστικής φτώχειας και διεθνούς απομόνωσης, ως συνέπεια της υποστήριξης του Φράνκο στις δυνάμεις του άξονα –Γερμανία και Ιταλία- κατά τον ΄Β παγκόσμιο πόλεμο, να διέρχεται μια δριμεία πολιτική κρίση, υπό το φως της παγκόσμιας ενεργειακής και οικονομικής ύφεσης του ‘70, αποτέλεσμα της αδυναμίας του καπιταλισμού να διαχειριστεί την γενικευμένη προλεταριακή απειθαρχία. Μπρος στον κίνδυνο της αποσταθεροποίησης και κυρίως μιας αναζωπύρωσης της εργατικής αγωνιστικότητας που έκανε τα πρώτα της θαρραλέα βήματα μετά την ηθική και φυσική εξόντωση του μαχητικού προλεταριάτου κατά τον ισπανικό εμφύλιο, κάθε εξουσία μέσα στο φρανκικό καθεστώς θα πιεστεί να λάβει τα μέτρα της. Η καθολική εκκλησία, αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το φασιστικό κράτος και τους μηχανισμούς του (από την εκπαίδευση μέχρι παραστρατιωτικά σώματα), θα μεσολαβήσει μιας αποκατάστασης των σχέσεων με τη δύση, ενώ ο Φράνκο θα παραχωρήσει στρατιωτικές βάσεις στις ΗΠΑ και θα από-κρατικοποιήσει σταδιακά τη βιομηχανία που μαζί με τον τουρισμό γνωρίζουν ραγδαία ανάπτυξη, χάρη στην εισροή ξένου κεφαλαίου.

Ωστόσο, η αναπτυσσόμενη επιχειρηματική αστική τάξη, θα συγκεντρώσει στις μεγαλουπόλεις εκτός από κεφάλαιο (εις βάρος των παλιών γαιοκτημόνων που αποτελούσαν προπύργιο του φρανκικού καθεστώτος), την άρνησή του: Εργάτες, συνήθως φερμένοι από τη ρημαγμένη απ’ τον εμφύλιο ιβηρική επαρχία (μια μορφή πλεονάσματος εργασιακής δύναμης) για να στελεχώσουν την διογκώμενη βιομηχανία της Μαδρίτης, των Αστουριών, της Βαρκελώνης ή του Μπιλμπάο. Χαμηλόμισθοι, “ευέλικτοι”, παραπηγμένοι σε κακοφτιαγμένα γκέτο κοντά στις βιομηχανικές ζώνες, έρχονται γρήγορα σε επαφή μεταξύ τους ώστε να αντιμετωπίσουν κοινά ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας τους, και σχηματίζουν εργοστασιακές συνελεύσεις.

Αυτές οι πρώτες απόπειρες συλλογικοποίησης θα αποκρυσταλλωθούν στο άτυπο δίκτυο των Εργατικών Επιτροπών (Οι λεγόμενες CC.OO: Comisiones Obreras) που κινούνται έξω από το (μοναδικό) νόμιμο φρανκικό συνδικάτο CNS. Αυτός ο δυϊσμός σήμαινε ότι μια εργατική κινητοποίηση δεν είχε παρά δυο πιθανότητες: είτε να υποταχθεί στους συμβιβασμούς του κρατικού φασιστικού συνδικάτου, είτε να οδηγηθεί προς μια άγρια (εξω-συνδικαλιστική) απεργία και σύγκρουση. Έτσι, στα 1962-65 θα πολλαπλασιαστούν οι εργατικές επιτροπές, ιδιαίτερα μεταξύ των ανθρακωρύχων των Αστουριών, ενώ βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και άγριες απεργίες (ιδιαίτερα στη Βαρκελώνη) αποτελούσαν γεγονότα που ενεδρεύανε καθημερινά.

Ωστόσο, το κίνημα αυτό, λειτουργώντας βάσει μιας αόριστης ενωτικότητας, θα διαβρωθεί γρήγορα (1965-68) από τα στελέχη του ισπανικού κομμουνιστικού κόμματος και σε δεύτερο πλάνο τους σοσιαλδημοκράτες (μόνο οι σταλινικοί του ισπανικού ΚΚ είχαν έναν δικό τους κομματικό μηχανισμό στα χρόνια του Φράνκο, ολόκληρο το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα, από τους δημοκράτες αστούς μέχρι την αριστερά προήλθε από το κουφάρι του φασιστικού κρατικού μηχανισμού). Αυτό είχε ως συνέπεια την αποξένωση της επίσημης εκπροσώπησης των επιτροπών από την εργατική βάση, και την μετατροπή της σε μια κλίκα ειδικών των διαπραγματεύσεων, για να τραπεί τελικά σε μια νομιμόφρονα αστικοδημοκρατική τροχιά (κοινοβουλευτισμός), και να καταστεί ένα όργανο επίδειξης ισχύος του κομμουνιστικού κόμματος (PCE). Ορισμένοι κύκλοι εργαζομένων θα θελήσουν να βρουν διέξοδο απ’ τον εκφυλισμό αυτόν, δημιουργώντας νέες εργατικές επιτροπές, οι οποίες πλέον δραστηριοποιούνταν ταυτόχρονα πίσω στις γειτονιές και στην καθημερινή ζωή των εργατών: οι Αυτόνομες Εργατικές Ομάδες, που ιδίως στη Βαρκελώνη θα τεθούν ανοιχτά εναντίον των κομματικών και κάθε οργάνωσης που αποξενώνει και διαχωρίζει την εργατική τάξη.

Από την άλλη, καθώς η διεθνής κρίση επιδεινώνεται και η ισπανική πεσέτα υποτιμάται διαρκώς, το καθεστώς επιδιώκει ένα πισωγύρισμα στον κρατικό παρεμβατισμό (προτεξιονισμός) εισάγοντας έναν νέο παράγοντα στη διαμάχη μεταξύ των επιχειρηματικών συμφερόντων και της κρατικής γραφειοκρατίας του Φράνκο, ενώ τα σημάδια της προλεταριακής άρνησης που χαρακτήριζε τις περισσότερες καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες κάνουν την εμφάνισή τους παντού: Σαμποτάζ, κοπάνες και καθυστέρηση της παραγωγής, κλοπές και λεηλασίες σούπερ-μάρκετ, απειθαρχία στην εργασία, στα σχολεία, στο στρατό, γενικευμένη παραβατικότητα και βανδαλισμοί, ξυλοδαρμοί εθνικιστών και απεργοσπαστών, άρνηση του καταναλωτισμού, απαξίωση της ηθικής της εργασίας, καταλήψεις εργοστασίων και εργατικές συνελεύσεις, άγριες απεργίες και συγκρούσεις. Το χάος ανθεί…

Σ’ αυτή την ευφορία θα γεννηθεί το Ιβηρικό Κίνημα Απελευθέρωσης (MIL ή «1000») στα 1972, ως Αυτόνομες Ομάδες Μάχης (Grupos Autonomos de Combate), προκειμένου να υποστηρίξει την «αυτόνομη δράση της εργατικής τάξης», μεταξύ άλλων μέσα από την έκδοση και διανομή θεωρητικών και πρακτικών κειμένων σε χιλιάδες μπροσούρες που αυτό-χρηματοδοτούνταν από ληστείες τραπεζών κλπ. Πρόκειται για μια περίοδο που εκτυλίσσονται εκπληκτικοί προλεταριακοί αγώνες σε ολόκληρη την Ισπανία. Από τις εργατικές συνελεύσεις εκδιώκονται στελέχη κομμάτων και οργανώσεων, ενώ βίαιες οδομαχίες και ένα πνεύμα άρνησης της εργασίας δίνουν τον τόνο. Οι αγωνιστές του MIL διαμορφώνονται κάτω από την επίδραση του γαλλικού Μάη του ’68 τα συνθήματα του οποίου διαδίδονται ταχύτατα σ’ αυτό το κλίμα χλευασμού των ρεφορμιστικών μικρο-γραφειοκρατιών που φιλοδοξούν να εντάξουν το κίνημα στα προγράμματά τους. Στοχεύουν στην όξυνση των προλεταριακών αγώνων, «με το λόγο και τη δράση».

Μετά το πρώτο κύμα καταστολής, τις συλλήψεις μελών του MIL και τη δολοφονία του αγωνιστή Salvador Puig Antich (2 Μάρτη 1974) από το επίσημο κράτος, μια νέα γενιά αγωνιστών θα περάσει στην ένοπλη δράση, πραγματοποιώντας ληστείες τραπεζών, εμπρηστικές επιθέσεις (συχνά σε αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους αγωνιστές του MIL) σε τράπεζες και κυβερνητικά κτίρια κλπ, σχηματίζοντας έναν άτυπο συντονισμό που θα ιδρυθεί επίσημα στα 1979 στις φυλακές της Σεγκόβια: πρόκειται για τις Αυτόνομες Ομάδες. Στην ανάπτυξη της ένοπλης σύγκρουσης, το φασιστικό κράτος απαντά ιδρύοντας την “6η περιφερειακή ταξιαρχία ερευνών” με δεδηλωμένο στόχο την «καταστολή των ελευθεριακών», και με δεκάδες συλλήψεις αναρχικών της FAI, της FIJL και της Ομάδας για την Ένοπλη Πάλη (OLLA). Στις 13 Μάη 1974 συλλαμβάνονται 3 επαναστάτες κατηγορούμενοι για συμμετοχή στις Αυτόνομες Ομάδες.

Το γεγονός όμως ήταν ότι η ανάκαμψη του ταξικού πολέμου είχε κλονίσει ανεπανόρθωτα το καθεστώς. Ο φασισμός, που είχε αναδειχτεί στην ένοπλη ταξική σύγκρουση του 1934-36 ως ο πλέον κατάλληλος να διαχειριστεί την προλεταριακή άρνηση, πλέον φαινόταν ασύμφορο να συντηρείται. Κύκλοι της αστικής τάξης ήδη επεξεργάζονταν μια μετάβαση στη δημοκρατία ως εχέγγυο της συνέχισης της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ο θάνατος του δικτάτορα Φρανσίσκο Φράνκο στις 20 Νοέμβρη 1975 θα γίνει δεκτός, με μια γενική αμηχανία από το εργατικό κίνημα μπροστά στην επερχόμενη νομιμοποίησή του, αλλά και μια «coctelada» εναντίον τραπεζών από τις Αυτόνομες Ομάδες, επισημαίνοντας πως γι’ αυτούς τουλάχιστον, η έχθρα δεν εξαντλούνταν σε μια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης. Με τον θάνατο του Φράνκο, το νέο (και δημοκρατικό πλέον) κράτος, θα νομιμοποιήσει πλήρως τις εργατικές επιτροπές, αφομοιώνοντας έτσι το συνελευσιακό κίνημα, αφού υπονόμευσε κάθε ανεξαρτησία του και μετάτρεψε ορισμένα από τα παλιά στελέχη του σε ανθρώπους του κράτους (κάτι ανάλογο με τον «αγώνα» που «δικαιώθηκε» επί πασοκ στην Ελλάδα). Ταυτόχρονα, κάνουν την εμφάνισή τους μια σειρά συνδικάτων, τα οποία προϋπήρχαν σε εμβρυακές μορφές εντός του φασιστικού CNS, ενώ οι άνθρωποι του φρανκικού καθεστώτος με τη συναίνεση της αντιπολίτευσης οχυρώνουν το νέο δημοκρατικό καθεστώς.

Στο μαχητικό απεργιακό κίνημα του 1976-77, καταρρίπτεται η παλιά αντίθεση φασιστών-αντιφασιστών, αφού ολόκληρος ο «πολιτικός κόσμος» ενωμένος συνασπίζεται απέναντι στις εργατικές κινητοποιήσεις, που σαμποτάρονται αποτελεσματικότερα από τα μέσα, από τους σταλινικούς. Η χρονιά ξεκινά με τη διαδήλωση 70.000 ανθρώπων στη Βαρκελώνη για “Ελευθερία, Γενική Αμνηστία και Καθεστώς Αυτονομίας”. Στις 3 Μάρτη, εργαζόμενοι της πόλης Γκαστέιζ καλούν σε Γενική Απεργία ως απάντηση στο θάνατο 5 εργατών από μπάτσους, μετά από μήνες απεργιών κι έρχονται αντιμέτωποι με την εκκλησία και την αστυνομική καταστολή. Τα οδοφράγματα που υψώθηκαν στις κεντρικές λεωφόρους παρέλυσαν όλη την πόλη. Την ίδια στιγμή, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις κινητοποιήσεις των εκεί εργαζομένων, το νέο καθεστώς στρατιωτικοποιεί τους σιδηροδρόμους και το μετρό. Τον Απρίλη πραγματοποιείται η μεγάλη απόδραση από τις φυλακές της Σεγκόβια μαχητών της ΕΤΑ (που την επόμενη διετία θα φτάσει στην ακμή της δράσης της), και του Oriol Sugranyes του MIL. Μπάτσοι της Guardia Civil θα δολοφονήσουν τον Oriol στα βουνά της Ναβάρρας, πριν κατορθώσει να διαφύγει προς τη Γαλλία. Λίγο αργότερα θα δημιουργηθεί το COPEL (συντονιστικό αγωνιστών κρατουμένων) από αυτόνομους επαναστάτες και “ποινικούς” των ισπανικών φυλακών. Την επόμενη διετία ανθίζουν οι οδομαχίες και οι εμπρηστικές επιθέσεις αυτόνομων νεολαίων στην “ουρά” πορειών των συνδικάτων, εναντίον τραπεζών, κρατικών κτιρίων ή πολυτελών καταστημάτων. Ταυτόχρονα στα εργοστάσια κυριαρχούν οι συνελεύσεις, μαζικές συναντήσεις χιλιάδων εργατών, για να συζητήσουν ζητήματα της εργασίας τους και να εκλέξουν άμεσα ανακλητές επιτροπές που θα αναλάβουν τη σύνδεση με άλλους χώρους εργασίας στον αγώνα, και τη δημιουργία απεργιακών επιτροπών. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι συμμετέχουν στο αυτόνομο αυτό κίνημα που επεκτείνεται πέρα από τους χώρους εργασίας, συνδεόμενο επίσης με τις συνελεύσεις γειτονιάς, κυρίως στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, ή με λαϊκούς συλλόγους και ανατρεπτικές ομάδες, όπως στη χώρα των Βάσκων.

Στις 12 Ιούλη του 1977 ομάδες “ανεξέλεγκτων” παίρνουν υπό τον έλεγχό τους για ώρες το κέντρο της Βαρκελώνης στήνοντας γιορτές λεηλασιών και εμπρησμών, ενώ οι “Ελευθεριακές Ημερίδες” της 22-25 Ιούλη που συνδιοργανώνουν διάφορες αναρχικές ομάδες, υποδέχονται πάνω από 600.000 επισκέπτες. Τη σκυτάλη παίρνουν οι αγωνιστές του COPEL με συντονισμένες δράσεις εκατοντάδων κρατουμένων. Οι “απ’ έξω” απαντούν με νυχτερινές επιθέσεις εναντίον κομματικών γραφείων και εταιριών που κερδοσκοπούν από τις φυλακές. Νέο κύμα καταστολής: συλλήψεις 13 νεολαίων για συγκρούσεις σε πορείες, φασίστες χτυπάνε με βόμβα τα γραφεία μιας ελευθεριακής εφημερίδας σκοτώνοντας έναν άνθρωπο, δεσμοφύλακες δολοφονούν τον αγωνιστή του COPEL Agustin Rueda στις φυλακές του Carabanchel. Στις 18 Μαρτίου το χωριό του Agustin, Sallent, θα κυρρήξει ως απάντηση Γενική Απεργία με συμμετοχή πάνω από 3.000 εργατών από τα γειτονικά ορυχεία. Συνεχίζονται οι συλλήψεις δεκάδων αναρχικών σε Βαγιαδολίδ, Παμπλόνα και Αλμερία, ένας απ’ τους οποίος, ο Agustin Valiente εκπαραθυρώνεται και χάνει τη ζωή του. Και παράλληλα η σφαγή της Atocha θα έρθει να μπερδέψει τα πράγματα, όταν ομάδα παρακρατικών δολοφονούν 5 σταλινικούς του ΚΚ αποκαθιστώντας κατά κάποιο τρόπο τη στιγματισμένη εικόνα του κόμματος αυτού, ενώ τέλος ξεσπά η απεργία των οδηγών βυτιοφόρων, 35 απ’ τους οποίους συλλαμβάνονται, για να αφεθούν ελεύθεροι μόνο αφότου οι εργάτες της SEAT θα παρατήσουν για μια μέρα τη δουλειά τους για να διαδηλώσουν σε αλληλεγγύη με τους οδηγούς. Το 1977 θα σημειωθεί μια αναζωπύρωση των μαχητικών διαδηλώσεων στην Τενερίφη και τη χώρα των Βάσκων, πανεθνικές απεργίες στους ταχυδρομικούς, στα μεταλλουργία του Σαβαδέλ, στις κατασκευαστικές της Λυόν… Στη Βισκάια μετά από τεράστιες συνελεύσεις σχηματίζεται ένα συντονιστικό ανακλητών εκπροσώπων εργοστασιακών συνελεύσεων που αντιπροσώπευε 120.000 εργάτες και εργάτριες.

Μπρος στα γεγονότα αυτά, τα συνδικάτα ενώνονται γύρω από μια καταδίκη της βίας των εργατικών κινητοποιήσεων, προδίδοντας τον ουσιαστικό ρόλο που θα παίξουν στο νέο καθεστώς. Το συνδικάτο, αμυντικός μηχανισμούς του παλιού εργατικού κινήματος, όντας άλλωστε ανεπαρκές απέναντι στις επιθέσεις του κράτους ήδη από τα 1920, δε θα μπορούσε πλέον να υποστηρίξει την οργάνωση ενός προλεταριάτου ολοκληρωτικά διαφορετικού από αυτό των αρχών του αιώνα, και μάλιστα σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αντιμέτωποι λοιπόν με τους κομματικούς και συνδικαλιστικούς μηχανισμούς αλλά και δυο νέους παράγοντες, την επίδραση των (πλέον μη ελεγχόμενων άμεσα από το καθεστώς, άρα «αντικειμενικών») μέσων μαζικής ενημέρωσης και της νέας ιδεολογίας που νομιμοποιούσε την κοινωνική αναρρίχηση και τον πλουτισμό (ως απότοκο της σύνδεσης της χώρας με την κοινή ευρωπαϊκή αγορά και της τουριστικής ανάπτυξης, αυτής της «βιομηχανίας χωρίς εργοστάσια»), οι αυτόνομοι αγώνες σπρώχνονταν στο περιθώριο.

Αν και αρκετοί αυτόνομοι αγωνιστές αντλούσαν τις θεωρητικές αναφορές τους από τον κομμουνισμό των συμβουλίων, τη γερμανική και ολλανδική αριστερά και τον νεαρό Μαρξ, ορισμένοι απ’ αυτούς αποφάσισαν –υπό την πίεση της περιθωριοποίησης αυτής- να συμβαδίσουν με τις αναρχο-συνδικαλιστικές δοξασίες της ανασυσταθείσας CNT, την οποία πρόχειρα ανακήρυξαν ως τον κατάλληλο συντονισμό που είχε ανάγκη η τάξη, προσχωρώντας στο συνδικάτο αποβλέποντας σε μια αντιεξουσιαστική ενότητα, για να διαψευστούν αργότερα. Οι ίδιοι στο μεταξύ συκοφάντησαν και συνέτειναν στην περιθωριοποίηση κάθε άλλης συλλογικής απόπειρας συντονισμού, εκτός της CNT… Μια άλλη τάση «Για την αυτονομία της τάξης», κινήθηκε προς «αυτόνομες» συνεργασίες με κομματικούς, συνυποψηφιότητες και συνδιαχειριστικές λογικές, για να αποδείξει γρήγορα ξανά ότι ο χειρότερος εχθρός για τη χειραφέτηση της τάξης είναι αυτός που κινείται μέσα στις συνελεύσεις της, σαμποτάροντάς τις πιο αποτελεσματικά. Κάποιοι άλλοι, αρκέστηκαν στο να αντιγράψουν τους μιλανέζους λενινιστές της Potere Operaio, δημιουργώντας μια βραχύβια Autonomia Obrera και αναπαράγοντας τους διανοουμενίστικους αυνανισμούς της. Αρκετοί ακόμα, φοβισμένοι ή κουρασμένοι από τις «προδοσίες» των ηγεσιών που οι ίδιοι αναδείκνυαν, γύρισαν απλώς στους καναπέδες τους. Ορισμένοι ενδεχομένως δεν έφυγαν ποτέ από εκεί. Τέλος, κάποιοι (μεταξύ των οποίων οι αγωνιστές των Αυτόνομων Ομάδων) αφήνοντας πίσω τους αυτή τη διαδικασία ήττας, συνέχισαν την περιπέτεια της ένοπλης δράσης, «την μόνη που άξιζε πλέον να ζεις», σίγουρα όμως πιο μόνοι από πριν.

Εκτός από την ήττα του εργατικού κινήματος όμως, το ισπανικό προλεταριάτο θα αλεστεί εκ νέου σε μια νέα μέγγενη που έχει να κάνει αυτή τη φορά με την ίδια την εργασία του. Με τη σταθεροποίηση του δημοκρατικού καθεστώτος, η εργασία αναδιαρθρώνεται και ελαστικοποιείται, θέτοντας τους μέχρι τότε εργατικούς αγώνες στο περιθώριο. Η αποβιομηχάνιση της χώρας στερεί το κίνημα από τους ως τότε δεδομένους βασικούς χώρους συνεύρεσης και δράσης αλλά και τους φυσικούς φορείς του, καθώς μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης παίρνει το δρόμο για κάποια φάμπρικα της Γαλλίας, της Γερμανίας ή του Βελγίου, την ίδια στιγμή που ένα αντίστροφο ρεύμα τουριστών αναδιαμορφώνει την οικονομία και τις σχέσεις εκμετάλλευσης και κοινωνικής αναρρίχησης, παρέχοντας την υλική βάση μιας νεοπλουτίστικης ιδεολογίας, αναπτύσσοντας παράλληλα έναν τομέα λιγότερο τρωτό από τις ως τότε εργατικές αντιστάσεις: τις ιδιωτικές υπηρεσίες. Στην αποσύνθεσή του κινήματος, ο κοινωνικός πλούτος που δημιούργησε στην άνοδό του θα αφομοιωθεί, με την μορφή μερικών διεκδικήσεων και συμπεριφορών, αποστραγγισμένων βέβαια από κάθε ανατρεπτικό περιεχόμενο. Έτσι, στη σφαίρα της κουλτούρας η καλλιτεχνική κίνηση της «movida» θα αποτυπώσει μια περιθωριακή –και ως τέτοια στερημένη από κάθε γενικευτικό συνειρμό- σεξουαλική ελευθεριότητα και άρνηση των παραδοσιακών σχέσεων ιεραρχίας, αλλά και την ευρεία χρήση ναρκωτικών που ακολούθησε τις καλές μέρες του κινήματος, καθώς και τη διάδοση της αργκό cheli των μαδριλένικων εργατογειτονιών, «φτιάχνοντας» διάφορους αστέρες όπως ο γνωστός Almodovar. Ακόμα, η γενικευμένη άρνηση της πατριαρχικής οικογένειας (μια υπόνοια αυτής της άρνησης προδίδει και η μείωση των γάμων κατά ¼ μέσα στα πρώτα χρόνια της δημοκρατικής μετάβασης) θα κωδικοποιηθεί νομικά σε ορισμένες κατακτήσεις για τις γυναίκες και τους ομοφυλόφιλους, όπως η μερική νομιμοποίηση των εκτρώσεων, η μη δίωξη της ομοφυλοφιλίας κλπ. Στην Ισπανία, ο καπιταλισμός φαινόταν αποφασισμένος να παραχωρήσει τα πάντα στους εργάτες ούτως ώστε να μην πάρουν τίποτα.

Επιπλέον, και καθώς το -αναποτελεσματικό πλέον- κίνημα συρρικνώνεται υπό την επίδραση των νέων εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων και τα απομονωμένα άτομα έρχονται αντιμέτωπα με την ίδια τους την απομόνωση, η καταναλωτική ιδεολογία σαρώνει τα πάντα. Η καταστολή προελαύνει ανενόχλητη. Η δολοφονία του 17χρονου Emilio Gustavo, στη διάρκεια συγκρούσεων διαδηλωτών με μπάτσους θα περάσει γενικά απαρατήρητη. Το ίδιο και οι αστραπιαίες συλλήψεις στη Βαρκελώνη 11 ελευθεριακών, 2 εκ των οποίων είχαν αποδράσει από το Carabanchel ένα χρόνο πριν. Την επόμενη χρονιά, 3 επαναστάτες συλλαμβάνονται στη Βαρκελώνη για επιθέσεις σε τράπεζες, και καταδικάζονται σε 30 χρόνια φυλάκισης, για να βγουν τελικά στα 1987. 4 ακόμα αναρχικοί (δύο γυναίκες) θα συλληφθούν για να κακοποιηθούν βάναυσα από την αστυνομία, καθώς και δεκάδες μέλη της CNT. Στις 21 Νοέμβρη, 2 μέλη των Αυτόνομων Ομάδων που θα προσπαθήσουν να απελευθερώσουν σύντροφό τους από το νοσοκομείο όπου είχε μεταφερθεί, έρχονται αντιμέτωποι με μπλόκο της αστυνομίας, και στην ανταλλαγή πυροβολισμών ο ένας θα πέσει νεκρός. Λίγες μέρες μετά, στις 7 Δεκέμβρη, ένα εγγεγραμμένο μέλος της CNT θα συλληφθεί στο τρένο Βαλένθια-Κόρντομπα, κατηγορούμενος για συμμετοχή στις Αυτόνομες Ομάδες και απόπειρα απελευθέρωσης κρατουμένων…

Τα επόμενα χρόνια, το ισπανικό κράτος αναδιοργανώνεται με ενισχυμένες πλέον τις σχέσεις εκμετάλλευσης και συσσώρευσης πλούτου. Καθώς σταδιακά οι νέες παραγωγικές και εργασιακές σχέσεις τείνουν να κυριαρχήσουν παντού, η οικονομία από-βιομηχανοποιείται, ενώ γιγαντώνεται ο τουρισμός, το εμπόριο και οι υπηρεσίες. Οι παλιές, λιγότερο «ευέλικτες» εργασιακές συνθήκες καταρρέουν, πυροδοτώντας κάποιες σποραδικές δυναμικές απεργίες, όπως π.χ. στα ναυπηγεία του Καδίζ ή του Χιχόν όπου εμφανίζεται ξανά η ταξικη βία των φλεγόμενων οδοφραγμάτων ενάντια σε περικοπές, ιδιωτικοποιήσεις και χρεοκοπίες, που μέλλει να συγκινήσει αρκετούς συνδικαλιστές (αναρχο- ή μη), δεν έχουν πάντως καμιά ελπίδα να αναστρέψουν αυτή τη διαδικασία, πολύ απλά γιατί καμία κινητοποίηση δεν μπορεί να αναγκάσει το Κεφάλαιο να συντηρεί έναν χώρο εργασίας τον οποίον έχει απαξιώσει. Έτσι, η ανεργία γνωρίζει δραματική αύξηση, πράγμα που σημαίνει –μεταξύ άλλων- νέες δουλειές, με όρους καλύτερους (για την εργοδοσία) ή χειρότερους (για τους εργαζομένους). Εκτός της πίεσης που σημαίνει ένας μεγάλος πληθυσμός ανέργων για την εργατική τάξη, εντείνοντας την αγωνία του εργαζόμενου κομματιού της να μη χάσει την εργασία του (μπρος στην οποία 7 στους 10 ισπανούς εργαζομένους θα δεχτούν να δουλέψουν σε κακοπληρωμένες προσωρινές ή θέσεις ημι-εργασίας), περνώντας στην μεριά της ανεργίας, ζωογονεί μια ολόκληρη επιχειρηματικότητα που σχετίζεται με την επινοικίαση ανέργων, μέσω των κέντρων προσωρινής εργασίας. Αυτά τα τελευταία θα γνωρίζουν μια πραγματική άνθιση, ανοίγοντας παραρτήματα σε κάθε εργατογειτονιά. Ωστόσο, σε ορισμένες δε θα γίνουν τόσο αποδεκτά. Αν και το παλιό αυτόνομο κίνημα είχε ηττηθεί και οι εξτρεμιστές του βρίσκονταν στη φυλακή, νέοι αγωνιστές συνεχίζουν την «περιπέτεια». Τα κέντρα προσωρινής εργασίας θα βρεθούν στο επίκεντρο της κριτικής τους, καθώς δεκάδες απ’ αυτά γίνονται στόχος εμπρηστικών επιθέσεων και βανδαλισμών. Ταυτόχρονα, νέοι εργατικοί και οικολογικοί αγώνες έρχονται σε ρήξη με το καθεστώς, ενώ αυτόνομες ομάδες δημιουργούνται σε διάφορες πόλεις, κοινωνικές βιβλιοθήκες και έντυπα, στέκια και καταλήψεις, αυτοδιαχειριζόμενοι ραδιοσταθμοί και μεμονωμένοι ακτιβιστές δημιουργούν ένα άτυπο δίκτυο βασισμένο στην αυτοοργάνωση και την αλληλεγγύη, κρατώντας αναμμένη τη σπίθα του ταξικού πολέμου.

Σε μια γνωριμία μας με κάποιους από τους νέους αυτόνομους της Μαδρίτης, θα μας παραχωρήσουν και το υλικό που κυκλοφορήσαμε το 2006 στη Σαλονίκη, μέσα από το –τότε- Γραφείο Λυσσασμένων Ταραχοποιών. Η συμπάθειά μας για τους μαχητές των Αυτόνομων Ομάδων έχει να κάνει με τη θεωρία τους, που φτύνει κάθε ιδεολογία ως όργανο διαχωρισμού της τάξης, μαζί και την ιδεολογία της αυτονομίας (οι ίδιοι έγραφαν πως σε περιόδους άνθισης του κινήματος, οι εχθροί της αυτονομίας θα ανακηρύσσονται ως θεματοφύλακες της αυτονομίας) αλλά και της «ελευθεριακής» που τους κόλλησε η αστυνομία σχετίζοντάς τους με τη CNT, αυτή την «επαναφομοιωτική συνδικαλιστική γραφειοκρατία που στηρίζει ουσιαστικά την ύπαρξη της μισθωτής εργασίας» αλλά και τη ψευτο-διαμάχη μεταξύ μαρξισμού-αναρχισμού, κι έχει να κάνει με την πρακτική τους, που παρά τους περιορισμούς που επιβάλλει η παρανομία, εφάρμοσαν την ένοπλη δράση όχι για να «δείξουν το δρόμο στις μάζες» ή να ξεχωρίσουν απ’ αυτές, αλλά για να στηρίξουν έμπρακτα τα συμφέροντα της τάξης, δηλαδή την άγρια γενική απεργία, στο βαθμό που αυτή ταυτιζόταν με τα δικά τους συμφέροντα, την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της οικονομίας, στην αυτονομία τους που ήταν «απλώς μια κοινή πρακτική βασισμένη σε ένα μίνιμουμ συμφωνιών για τη δράση, και ταυτόχρονα μια θεωρία αυτόνομη που να αντεπεξέρχεται στον τρόπο της ζωής μας, του αγώνα και των βασικών αναγκών μας».

Οι Αυτόνομες Ομάδες δεν ήταν κάποια διαχωρισμένη οργάνωση, καθώς κάθε ομάδα τους βρισκόταν στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου στόχου και αυτοδιαλυόταν μόλις αυτός επιτευχθεί. Όσο για το ζήτημα της «κριτική των όπλων», προφανώς δεν έχουμε καμία σχέση με αυτούς που υποκριτικά τονίζουν τον μειοψηφικό χαρακτήρα των ομάδων αυτών, αγνοώντας ότι το προλεταριάτο γενικά δεν οπλίζεται παρά μόνο όταν είναι ανάγκη: Δηλαδή, όταν θέλει να καταστρέψει το κράτος. Έτσι μια ένοπλη ομάδα που δρα ανεξάρτητα από το κίνημα, όταν αυτό πραγματώνει την επαναστατική βία του, μπορεί να είναι άχρηστη ή ακόμα και επικίνδυνη (π.χ. σε περίπτωση διάβρωσης από χαφιέδες), ή απλά να γίνει μια ακόμη «εξουσία». Ωστόσο, πρέπει να τίθεται το θέμα του κατά πόσο ένα κίνημα που ανέχεται στο εσωτερικό του τους ρεφορμιστές των συνδικάτων και των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων αποτελεί εργαλείο αυτο-χειραφέτησης καθώς δε βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχό του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο παύει να εκφράζεται μέσω του, και απλά αποσύρεται. Ο έλεγχος χάνεται τη στιγμή που παραιτούμαστε από τις υπευθυνότητές μας, όπως υπενθυμίζουν με φρόνηση οι κρατούμενοι των Αυτόνομων Ομάδων. Οι μαχητές των Αυτόνομων Ομάδων, εξτρεμιστές του αυτόνομου κινήματος πολέμησαν αυτόν το διαχωρισμό, χωρίς να αφομοιωθούν ως μια ακραία τάση που να τραβάει προς τα «αριστερά» τους ρεφορμιστές, ή ως μια τρομοκρατική απειλή για το αμέτοχο πλήθος.

Στην πραγματικότητα, υπήρξε μια ευρεία συμπάθεια προς τα πρόσωπά τους, καθώς και πριν τις συλλήψεις τους οι ίδιοι διατηρούσαν πολιτικούς και φιλικούς δεσμούς με πλήθος νέων εργατών, αλλά και μετά τις συλλήψεις, χάρη στην ηρωική στάση τους. Σε κάθε περίπτωση, η αμείλικτη Ιστορία δεν αρκείται στην ευγένεια των προσώπων και τις καλές προθέσεις. Το ενδεχόμενο μιας επανάστασης στην Ισπανία αποσοβήθηκε, και χρέος όσων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται στην τελευταία αξιόλογη περιπέτεια του καιρού μας, είναι να εξετάσουν τι έκαναν οι σύντροφοί μας τότε, τι εμπόδια βρήκαν, τι καλύτερο θα μπορούσαν να κάνουν…

Προς το παρόν, σ’ αυτή την πρώτη εκδοτική απόπειρα για λογαριασμό του Πρακτορείου Rioters (υστερόγραφη σημείωση: τελικά για διάφορους πρακτικούς λόγους η έντυπη έκδοση δεν πραγματοποιήθηκε), ξανασκύβουμε πάνω από τα γραπτά των Αυτόνομων Ομάδων… Προχωρώντας σε μια τέτοια έκδοση, έχουμε πρώτιστα στο μυαλό μας ανθρώπους που μοιάζει να νιώθουν την προσωπική «ευθύνη ενάντια στον καπιταλισμό» όχι λιγότερο, ούτε περισσότερο από τη συλλογική χαρά της «τελευταίας περιπέτειας που αξίζει τον κόπο να ζεις»: ανθρώπους σαν τον Γιάννη Δημητράκη, τον Γιώργο Βούτση-Βογιατζή, τους ηρωικά φυγόδικους συντρόφους τους και τόσους ακόμα που μακάρι να μη χρειαστεί να μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους, αλλά και τους συντρόφους που κατηγορούνται για την απαγωγή του προέδρου του ΣΒΒΕ («πρέπει οι εργαζόμενοι να σφίξουν κι άλλο το ζωνάρι») Βαγγέλη Χ., Βασίλη Παλαιοκώστα και τον Πόλυ Γεωργιάδη, που εργαζόταν σε μια βελτιωμένη επανέκδοση του υλικού αυτού πριν η σύλληψή τους διακόψει άκομψα το έργο του αυτό. Σ αυτούς την αφιερώνουμε.

Κείμενα που χρησιμοποιήσαμε (ενδεικτικά):

Comunicados de los Grupos Autónomos encarcelados en la prisión de Segovia (1978-1980), Madrid 1980

CO.P.E.L, butrones y otras aportaciones de Grupos Autónomos – DESORDEN distro, Valencia 2004

Telesforo Tajuelo : El MIL, Puig Antich y los GARI – ed. Ruedo Ibérico, 1977

Aux Libertaires: Guy Ernest Debord («Les Amis de l’ Internationale » – ed. Champ Libre, μετέπειτα Gerard Lebovici)

Για την εισαγωγή, χρησιμοποιήθηκαν βασικά κείμενα και προσωπικές αφηγήσεις ισπανών αυτόνομων, καθώς και το κείμενο «αυτόνομοι προλεταριακοί αγώνες νότια των πυρηναίων» από το περιοδικό Do Or Die.

Για το σαμποτάζ ιδιωτικών καμερών στην Σαλονίκη ξημερώματα

( Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο κυκλοφόρησε σε 1000 τουλάχιστον αντίτυπα στο κέντρο της Σαλονίκης συνοδευόμενο από τις ανάλογες φωτογραφίες από τις δράσεις και τα αποτελέσματα, το καλοκαίρι του 2008, σε πλατείες, μέσα σε free press κουτιά και εφημερίδες, χέρι με χέρι, αφημένο σε εμφανή σημεία στην πόλη και ιδιαίτερα στις γειτονιές όπου έλαβαν χώρα οι δράσεις)

Για το σαμποτάζ ιδιωτικών καμερών στην Σαλονίκη ξημερώματα

Πρελούδιο για τον κοινωνικό διάλογο στις μέρες μας: Στις 21 Αυγούστου 2007, οι διαδηλωτές που συγκεντρώθηκαν στο Montebello του Quebec, κατά τη σύνοδο της «Συνεργασίας για την Ασφάλεια και την Ευημερία» για να αντιπαρατεθούν στον αμερικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους, στον μεξικανό Φελίπε Καλντερόν και στον καναδό πρωθυπουργό Στέφεν Χάρπερ, βρέθηκαν μπροστά σε μια χαρακτηριστική εικόνα: το ξενοδοχείο όπου συνεδρίαζαν οι αρχηγοί κρατών ήταν αποκλεισμένο από αστυνομικό κλοιό, ενώ μπροστά τους είχε στηθεί μια σκηνή με κάμεραμεν και ηχολήπτες, και μια πινακίδα με το παρακάτω μήνυμα: «Οι κάμερές μας είναι σήμερα εδώ για να σας παρέχουν το δικαίωμά σας να εισακουστείτε. Παρακαλούμε επιτρέψτε μας να σας βοηθήσουμε να περάσετε το μήνυμά σας. Ευχαριστούμε». Στην αίθουσα του ξενοδοχείου όπου πραγματοποιούνταν η σύνοδος, είχαν εγκατασταθεί οθόνες, απ’ όπου θα φαίνονταν οι διαδηλωτές, χωρίς να υπάρχει απ’ ευθείας οπτική επαφή μαζί τους…

Σαλονίκη, κάπου στον Σεπτέμβρη του 2007, και το ενδιαφέρον μιας νυχτερινής βόλτας μαγνητίζει ο αναπάντεχα προσωπικός τόνος της παρακάτω επιγραφής που στόλιζε τον τοίχο της επιχείρησης «ASPIS Φοροτεχνικά», στην Ιπποδρομίου: “Εσύ που με θράσος λερώνεις την ιδιοκτησία μου, σε περιμένουν εκπλήξεις, θα γελάσουμε πολύ”. Στον τοίχο, σβησμένα ίχνη μιας εξίσωσης όπου τα ονόματα δυο παιδιών σημαίνουν L.F.E., η υπογραφή ενός γκραφιτά, ένα αγχωμένο σκίτσο… Η απροσδιόριστη απειλή που δέχεται ο περιπατητής, αντικειμενοποιείται στην εξωτερική κάμερα επιτήρησης που έστρεψε προς τον τοίχο αυτόν (τον ιδιόκτητο, και συνάμα τον λερωμένο με θράσος!) η διεύθυνση της επιχείρησης στήνοντας μια ιδιότυπη ενέδρα σε όσους ενδεχομένως δεν μοιράζονται την ίδια αισθητική περί καθαρότητας/ιδιοκτησίας των τοίχων. Δυσφορία. Ανάγκη για μερικές καθαρές σκέψεις.

Ο πόλεμος πάντοτε βασιλεύει στις πόλεις – Μπέρτολτ Μπρεχτ

Εντάξει, είναι πια κοινός τόπος πως ζούμε σε μια κοινωνία θεαματική. Κι ό,τι αποτέλεσε στην αυγή του πολιτισμού ο λόγος, είναι σήμερα η εικόνα. Φωτεινή αναλαμπή στη δίνη της κυκλοφορίας, παγιδεύει το βλέμμα και το καθοδηγεί μέσα στον λαβύρινθο της πόλης. Στον αφιλόξενο αυτό τόπο που όλο και εντονότερα μετασχηματίζεται από το Κεφάλαιο σε ένα σύμπλεγμα ελεγχόμενων χώρων και περασμάτων, όπου η κίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων ρυθμίζεται ορθολογικά από τις ανάγκες της κερδοφορίας. Κι ελέγχεται, χαρτογραφείται, κανονικοποιείται μέσω ενός δικτύου καμερών, τόσο διακριτών και επιβεβλημένων από την κρατική εξουσία, όσο και διάχυτων εθελοντικά από κάθε μικρό ή μεγάλο αφεντικό που αγωνιά για την ιδιοκτησία του. Κάπως έτσι, οι κάμερες «διαχείρισης κυκλοφορίας» και οι ασφαλίτες-κάμεραμεν των διαδηλώσεων, ο «μεγάλος αδερφός» των γηπέδων και το «πολύ ακριβό για να πάει χαμένο» σύστημα ελέγχου C4I, εμπλουτίζονται από τις ιδιωτικές κάμερες χιλιάδων επιχειρήσεων, τραπεζών, νοικοκυραίων. Καθώς το Κεφάλαιο αναπτύσσει τις τεχνολογίες ελέγχου, αυτές γίνονται προσιτές, παιχνίδι στα χέρια του καθενός. Ο έλεγχος γίνεται μοριακός και ταυτόχρονα απροσπέλαστος, αόρατος για το αποχαυνωμένο μάτι, που μένει να χαζεύει βιτρίνες, διαφημίσεις κι εμπορεύματα σαν να υπήρχαν εκεί από πάντοτε και να προορίζονται να υπάρξουν για πάντα. Δεν κατοικεί σε μια διακριτή στιγμή της κοινωνικής ζωής όπου το καθεστώς επιβάλλει την πολεμική λογική του (π.χ. παρελάσεις, φυλακίσεις), όπως ισχυρίζονται οι πολιτικάντηδες, αλλά αντίθετα συνίσταται στην ολότητα της ρύθμισης του σώματος και της ζωής από εικόνες: εικόνες που διαχέουν τις ιεραρχικές εντολές του Κεφαλαίου και χαρτογραφούν τις κινήσεις των υπηκόων. Ο απομονωμένος άνθρωπος καλείται να πειθαρχήσει στην επιτήρησή του με την ίδια γλώσσα που καλείται να καταναλώσει το ένα ή το άλλο προϊόν. Ούτε πάλι είναι πια μια αρμοδιότητα του κράτους, απέναντι στην οποία μπορεί να εξεγερθεί η τραυματισμένη ζωή (για παράδειγμα τα εκατοντάδες καμένα «καφάο» καμερών, κυρίως στην Αθήνα) αλλά γίνεται μια δραστηριότητα σχεδόν δια-ταξική. Τα χιλιάδες βίντεο από κινητά στο διαδίκτυο είναι μια στιγμή θριάμβου αυτού του φετιχισμού, που στα μέρη μας δεν έχει ακόμα επιστρατευθεί από το καθεστώς, όπως για παράδειγμα στον αμερικανικό νότο, όπου ο καθένας με μια σύνδεση στο internet και κάποιο ελεύθερο χρόνο μπορεί να επιδοθεί σε ένα εθνωφελές χόμπι: την παρακολούθηση των συνόρων μέσω ενός δικτύου καμερών, και την ειδοποίηση των αρχών, όποτε εντοπίσει κάποιον «λαθρομετανάστη» να προσπαθεί να εισέλθει στις ΗΠΑ από το Μεξικό.

Τόσο ο «λαθρομετανάστης» πάντως, όσο και ο προνομιούχος καταναλωτής είναι «ίσοι» ως προς την υπαγωγή τους σε εικόνες. Κάτω από το φως της δικτατορίας του εμπορεύματος, ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται όπως κάθε άλλο προϊόν: ως μια εικόνα. Το life-style είναι το όχημα στο οποίο οι υπήκοοι θα συναντηθούν μεταξύ τους, θα κοινωνικοποιηθούν. Ποιος κάνει πως παραξενεύεται από την άνοδο των ηλεκτρονικών «κοινοτήτων», όταν η φτώχεια κάθε «πραγματικής» κοινότητας βγάζει μάτι; Ο καθένας -ούτως ή άλλως- καλείται να δημιουργήσει μια εικόνα για τον εαυτό του, ελκυστική όσο και διάφανη, ευανάγνωστη από τους μηχανισμούς ασφαλείας της δικτατορίας του εμπορεύματος, που κατ’ ευφημισμό αποκαλείται δημοκρατία. Όχι τυχαία, στις μυθολογίες πολλών λαών γίνεται λόγος για μια έκ-πτωση, για την απώλεια της κοινότητας. Πώς από τα πρώτα ουρλιαχτά της επικοινωνίας, φτάνουμε σε έναν κώδικα από εικόνες: λογότυπα, στυλ, μόδες, εμπορεύματα, ιδεολογίες, διαφήμιση. Διαφήμιση. Ότι υπάρχει μέσα στην πόλη είναι διαφήμιση. Του εμπορεύματος και της δικτατορίας του. Μέσα από μια ορθολογική χρήση βιτρινών και ορθών γωνιών τα πάντα καθίστανται προσβάσιμα στο μάτι, ενώ ταυτόχρονα απαγορεύεται να επέμβουμε στη ροή των εικόνων, να αγγίξουμε οτιδήποτε (Οι κλούβες των ΜΑΤ, και οι ασφαλίτες στις πλατείες και οι σεκιουριτάδες στους ιδιωτικούς-δημόσιους χώρους, έχουν το ρόλο αυτής της προειδοποίησης). Παρίες. Να τι είμαστε. Θεατές. Αποξενωμένοι, ασφυκτιώντας σε σχέσεις που μυρίζουν συνθηκολόγηση. Εξόριστοι, όταν η μόνη κοινότητα που μπορεί πια να συμμετάσχει κανείς είναι η κατανάλωση. Στη δημοκρατία της, ο καθένας είναι ελεύθερος να μιλάει αρκεί να παπαγαλίζει τις προστακτικές του Κεφαλαίου. Την διαφήμιση, με την ευρεία έννοια της λέξης. Τη διαχείριση της μανιο-κατανάλωσης, και μαζί του φόβου, της σύγχυσης, της απομόνωσης. Μια ματιά σε ένα τυπικό δελτίο ειδήσεων θα ήταν κατατοπιστική. Φαίνεται πως στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, δεν είναι η ζήτηση που καθορίζει την παραγωγή, αλλά η διαφήμιση, που καθορίζει και τις δυο. Και όπως ακριβώς η πρέζα, έτσι και η οικονομία εν γένει, αντί να αναβαθμίζει διαρκώς την ποιότητα των εμπορευμάτων, προτιμά να «ρίχνει» τον καταναλωτή. Η ανοσία του απέναντι σε κάθε νέα υποβάθμιση των συνθηκών της ζωής του είναι ανάλογη της πίστης του (η πίστη είναι η λέξη-κλειδί εδώ) στη διαφήμιση, με την ευρεία έννοια. Όσο περισσότερο πιστεύει κανείς στην απομόνωσή του, τόσο περισσότερο αυτή γίνεται πραγματική. Όσο αποδέχεται τον πιο υποτιμητικό έλεγχο με την παρηγοριά ότι προορίζεται για τους «άλλους», τους ενδεχόμενους παραβάτες (παραβατικούς, μετανάστες, χούλιγκανς, «τρομοκράτες» κ.ο.κ.), τόσο πιο έντονα θα καλείται να αποδεικνύει την αθωότητα του ίδιου, ενώπιον του αρμόδιου κριτή: του Κράτους. Φαύλος κύκλος.

Από αυτό το πλήθος των απομονωμένων ανθρώπων, θα γεννηθεί η κοινότητα που θα δώσει ζωή στο ανθρώπινο ξεπέρασμα – Φρίντριχ Νίτσε

Όσο αδυνατούμε να δράσουμε από κοινού ξανακερδίζοντας τις ζωές μας, τόσο εξωφρενικές ιδέες κερδίζουν έδαφος. Η παλιομοδίτικη πίστη στο θεό και τη μεταθανάτια ζωή, στην ελεύθερη αγορά και τον καταναλωτικό παράδεισο, ή στο σοσιαλιστικό παράδεισο που υπόσχεται το Κόμμα, δίνουν τη θέση τους σ’ ένα αίτημα παλινδρόμησης στον κρατικό παρεμβατισμό, συνεπικουρούμενο από τις ρεφορμιστικές ή ανθρωπιστικές οργανώσεις, ή για τους ακόμη πιο απελπισμένους στην αναμονή μιας επιφοίτησης από εξωγήινα όντα, ή έστω τη λύτρωση μέσω μιας ολοκληρωτικής καταστροφής του πλανήτη. Γιατί όχι; Άλλωστε αυτό το τελευταίο σενάριο αντανακλά και την ίδια την υλική κίνηση του Κεφαλαίου: την απονέκρωση κάθε τι ζωντανού. Όχι ότι περιμέναμε και τίποτα περισσότερο από τους τεχνοκράτες και τους πιστούς του. Στο θάνατο όμως ανακυκλώνεται η ζωή. Αν επιμένουμε να μιλάμε για επανάσταση στις μέρες μας, δεν είναι γιατί επιθυμούμε μια επιβολή επί του εχθρού, με την παλιά έννοια της «κατάληψης των μέσων» (την παλιά ιδέα της αυτοδιαχείρισης των ήδη διαμορφωμένων σχέσεων απαλλαγμένων απλώς από τα σημερινά αφεντικά τους) αλλά την ολοκληρωτική καταστροφή του. Δε φοβόμαστε τα ερείπια, γιατί κουβαλάμε έναν νέο κόσμο μέσα μας. Αναγνωρίζουμε τους συντρόφους μας στις κουβέντες, στους φίλους, σ’ αυτούς που βρισκόμαστε μαζί στη δράση στο δρόμο. Θα ξαναβρούμε το σαμποτάζ, την τέχνη του βανδαλισμού, όχι ως εργαλείο, υποταγμένο σ’ έναν «ανώτερο» σκοπό, αλλά ως παιχνίδι, ως μια παλιά αγάπη, φροντισμένη με τις στοργικές συμβουλές του Εμίλ Αρμάνδ, που έγραφε ότι «η ιδιοκτησία θα καταργηθεί όταν η υπεράσπισή της θα στοιχίζει περισσότερο από τα οφέλη της» και του Μπαλτάσαρ Γκραθιάν: «είναι πάντα εύκολο να πετύχεις ένα πουλί που πετάει σε ευθεία γραμμή». Φτύνουμε λοιπόν τις «κινηματικές» διαδικασίες. Τα νούμερα, οι συνθήκες ηλιοφάνειας και τα τυπικά άλλωστε δεν εξασφαλίζουν ούτε το αποτέλεσμα ούτε τις σχέσεις. Κι όσοι δεν λένε να το μάθουν, ήδη καλούνται να το πληρώσουν ξανά και ξανά… Το σαμποτάζ, ακόμη και από ένα άτομο να διεξάγεται, είναι πάντοτε ταξικό, καθώς το ίδιο το άτομο είναι μέρος ενός ιστού κοινωνικών σχέσεων, και φορέας μιας κοινής συνείδησης. Καθώς καλούμαστε να καταναλώσουμε ολοένα και πιο υπερτιμημένα τα άχρηστα προϊόντα που παράγουμε, η καταπίεση δεν μπορεί εδράζει πια αποκλειστικά στους χώρους εργασίας αλλά αποικιοποιεί ολόκληρο το 24ωρο. Έτσι οι ενέργειές μας κάθε άλλο παρά συμβολικές είναι: δεν αναπαριστούν ένα φανταστικό πρότυπο για την μελλοντική επανάσταση, αλλά επιβάλλονται με τη βία τους στην υλική πραγματικότητα, δημιουργώντας «ζημιές», μα πάνω απ’ όλα δημιουργώντας πιθανότητες. Έρχονται να ενωθούν, με μια χαοτική δραστηριότητα μυριάδων άλλων που λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά φράσσουν τις αρτηρίες του συστήματος. Προφανώς, κάνουμε λόγο για ενέργειες παράνομες, όπως είναι κάθε ουσιαστική κριτική στον εμπορευματικό πολιτισμό, από μια αφισοκόλληση μέχρι μια κατάληψη, μια διαδήλωση, μια ζημιά στο εργοστάσιο, ή, ή… Καθώς αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως υποκείμενα της Ιστορίας και όχι υπηκόους, δεν αποδεχόμαστε το σύστημα να ορίσει ποιες ενέργειες εναντίον του είναι αποδεκτές ή όχι. Τα μέσα όσων φιλοδοξούν να παίξουν με την Εξέγερση είναι αυστηρά δική τους επιλογή, στον πλούτο των οποίων έγκειται και η κοινή μας δύναμη. Πρέπει όμως πάντα να έχουμε υπόψη ότι μεγαλύτερη βία δε σημαίνει και μεγαλύτερη ριζοσπαστικοποίηση. Θα πρέπει λοιπόν να επεξεργαστούμε μια στρατηγική, που αφενός θα εμπεριέχει την ελάχιστη έκθεση στην καταστολή, κι αφετέρου την μέγιστη αποτελεσματικότητα. Θα κινηθούμε τελικά, τόσο «συνομωτικά» όσο και «δημόσια», ανοίγοντας το θέμα σε έναν κλειστό κύκλο ανθρώπων που θα βρίσκονται σε μια τακτική συνέλευση, σπάζοντας κάμερες αλλά και γράφοντας συνθήματα, μοιράζοντας κείμενα. Τη στιγμή που σαμποτάρουμε μια κάμερα παρακολούθησης, απελευθερώνουμε προσωρινά έναν χώρο από την εξουσία του συστήματος, χώρο μη-στατικό, που αντιστοιχεί με τη δύναμή μας στο δρόμο, τη δυνατότητα καταρχήν να υπερασπιστούμε σε φυσικό επίπεδο την κίνησή μας. Αρνούμαστε την επιτήρηση, τόσο όσον αφορά εμάς, όσο και για τον καθένα. Είναι ένα είδους «δώρο». Αυτό που μας ενδιαφέρει, δεν είναι να πειστεί για το δίκιο της υπόθεσης ένα αμέτοχο κοινό, όσο παραμένει τέτοιο, αλλά να ψηλαφίσουμε τις ήδη υπάρχουσες αρνήσεις, να δημιουργήσουμε ανάμεσά τους τις συνθήκες για τη γενίκευση της επίθεσης σ’ αυτόν το γηρασμένο κόσμο. Δεν υποκαθιστούμε μια ούτως ή άλλως ανύπαρκτη μαζική δράση, αλλά δεν είμαστε πρόθυμοι να κάτσουμε στ αυγά μας μέχρι να εμφανιστεί. Την δημιουργούμε εδώ και τώρα στις γειτονιές μας και τους χώρους που κινούμαστε πλουτίζοντας, υποστηρίζοντας και συνδιαμορφώνοντας την χαοτική κριτική του προλεταριάτου, όπως καταγράφεται σε τοίχους, κατεβασμένες βιτρίνες, και χιλιόμετρα φιλμ καμερών ασφαλείας! Στη σκιά των μμε και στη θέρμη του στόμα-με-στόμα, το σαμποτάζ προσκρούει στην υπάρχουσα κοινωνική οργάνωση και στις κατεστημένες αξίες. Η φύση του είναι ο προβληματισμός. Δεν αποτελεί την επίλυση ενός προβλήματος, αλλά την αποκάλυψη μιας πιθανότητας, είναι ταυτόχρονα μια απάντηση και μια ερώτηση. Αναδεικνύει τις νέες δυνατότητες ζωής και ταυτόχρονα τα στοιχεία μιας εποχής που καθίστανται μη-ανεκτά. Ας περάσουμε στη δράση λοιπόν. Και τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν τον άρρωστο κόσμο και τους κομπογιαννίτες τσαρλατάνους του!

Το αρχέτυπο στοιχείο του παιχνιδιού βρίσκεται λοιπόν παντελώς σχεδόν κρυμμένο πίσω από πολιτισμικά φαινόμενα. Αλλά σε κάθε στιγμή, ακόμη και σ’ ένα πολύ ανεπτυγμένο πολιτισμό, το «ένστικτο» του παιχνιδιού μπορεί να ανακτήσει όλη την ισχύ του, βυθίζοντας το άτομο και τη μάζα στη μέθη ενός απέραντου παιχνιδιού. – Γιόχαν Χουιζίνγκα (Homo Ludens – Ο άνθρωπος και το παιχνίδι).

Το ίδιο το εξεγερτικό παιχνίδι δεν μπορεί να είναι παρά η οργάνωση μιας προλεταριακής δικτατορίας στο δρόμο, στη συνεκτικότερη και πιο πλούσια μορφή της. Κάθε μία από τις υπάρχουσες πολιτικές οργανώσεις δε θα μπορούσε παρά να το προδίδει απόλυτα. Ακόμα κι όταν οι μιλιτάντες τους καταφεύγουν σε εντυπωσιακές ενέργειες, κατεβάσματα καμερών ή μισο-στημένες αντιπαραθέσεις με τις «δυνάμεις της τάξης», δεν υπάρχει εκεί τίποτα το αυθεντικά παιγνιώδες, δηλαδή επαναστατικό. Ανάλογες μαζοχιστικές ασκήσεις αυτό-προβολής, βασισμένες στην μιζέρια της αυτουθυσίας «για το κοινό καλό» και μια μάτσο επίδειξη ισχύος με κριτή και αβανταδόρο τις τηλεοπτικές κάμερες, δε στοχεύει παρά στην αφαίμαξη των πιο θερμόαιμων στοιχείων της νεολαίας για τη στελέχωση της εκάστοτε οργάνωσης. Κάθε τέτοια κίνηση είναι διαμετρικά αντίθετη στην επαναστατική αντίληψη της πραγματικότητας: Δεν αποτελεί παρά μια ιδεολογική καταβολάδα της θρησκείας προς χρήση των γραφειοκρατιών του «χώρου», για τη δικαιολόγηση της εξουσίας τους.

Αντίθετα, στη δράση μας, αποφύγαμε ως ο διάολος το λιβάνι κάθε τέτοιο ενδεχόμενο αντιπαράθεσης, μιας και θα ήταν καταστροφική για τον σκοπό μας, που δεν ήταν η ανακήρυξή μας σε εξαιρετικά μάγκες ή έστω θύματα της κρατικής καταστολής, αλλά το ίδιο το σαμποτάζ. Στρατηγική μας παρέμενε ο αποπροσανατολισμός του εχθρού, η μη-προβλεψιμότητα, η πρωτοβουλία κινήσεων. Όσο περισσότερο μένουμε αόρατοι, τόσο πιο βαθιά μπορούμε να προχωρήσουμε στην καρδιά της καταστροφής. Παράλληλα, τόσο περισσότερο διαδίδονται οι τακτικές και τα μέσα στην απλότητά τους, ακηδεμόνευτα ώστε να μπορεί να τα οικειοποιηθεί ο καθένας και η καθεμιά χωρίς να νιώθουν μαλάκες ή υποστηρικτές (δηλαδή μαλάκες).

Κάπως έτσι, λίγο πριν το ξημέρωμα της 27ης Σεπτέμβρη, μια πενταμελής παρέα συναντιόμαστε σ’ ένα στενό της Ναυαρίνου. Χαμόγελα, μια ματιά στα εργαλεία: ένα στειλιάρι, 2 κουτιά μπογιές, φυλλάδια που να ενημερώνουν για τη δράση στη γειτονιά, όλα άπιαστα. Ο στάνταρ εξοπλισμός για τις δράσεις που θα ακολουθήσουν. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ακούγεται το πρώτο κράατς! Με το δεύτερο η κάμερα έχει ξηλωθεί, οι μπογιές πετάγονται, στο φεύγα και τα φυλλάδια. Κάπως έτσι τελικά στήσαμε εμείς την έκπληξη στα φοροτεχνικά της ASPIS, και πράγματι γελάσαμε πολύ. Μέσα σε μια βδομάδα, η διεύθυνση αφαίρεσε την κάμερα (που εντωμεταξύ κοσμούσε το κατάστημα κρεμάμενη σπασμένη μαζί με τις μπογιές), και τελικά πρόσθεσε και ρολά για τα βράδυα!
Σαμποτάροντας τις κάμερες ελέγχου, ανοίγουμε πεδία για νέες μορφές ζωής και δράσης, στην καρδιά της πόλης που ασταμάτητα μετασχηματίζει το Κεφάλαιο για λογαριασμό του. Κάθε γειτονιά, ένας μικρός εμφύλιος! Αναγκάζουμε τον εχθρό να εκτεθεί, να αποκαλύψει την ενότητά του, τις άμυνες, τα αδύναμα σημεία του….

Μερικά βράδια αργότερα θα ‘ρθει η σειρά του Βιβλιοστόκ. 3 από μας κατεβάζουμε την κάμερα που έβλεπε στο πεζοδρόμιο της Π. Ιωακείμ μπροστά από το «ψαγμένο» κι «εναλλακτικό» βιβλιοπωλείο. Ταυτόχρονα (γύρω στις 2 την νύχτα δηλαδή) οι φίλοι μας σπάνε την κάμερα του «Αιμίλιου», μικρού διαμετρήματος αφεντικού στην Ολύμπου, μάλλον καχύποπτου απέναντι στον κόσμο –μετανάστες και ραντεβουδάκια- που άραζε στο παρκάκι μπροστά απ’ το μαγαζί του. Ωστόσο, η κάμερα δε θα ξηλωθεί εντελώς, και την επόμενη μέρα θα ξαναμπεί στη θέση της –άγνωστο κατά πόσο λειτουργούσε ή όχι, μικρή σημασία έχει. Μας αναγκάζει πάντως να ασχοληθούμε ξανά μαζί του, οπότε αυτή τη φορά φέρνουμε και μπογιές, ενώ ξηλώνουμε την κάμερα και την παίρνουμε μαζί μας -όμηρο. Τελικά συμμαζεύτηκε….
Και μετά, στις 10 Φλεβάρη κάτω από την Τσιμισκή, να «λερώνουμε» με τις αφίσες μας τη πρόσοψη ευφάνταστου μαγαζάτορα που στόλισε τη βιτρίνα του με κάμερα και οθόνη, για να βλέπουμε τις κινήσεις μας και να χαζογελάμε. Και πάνω στην Εγνατία τα χαράματα, ντυμένοι «εργατικά» (φόρμες, κράνη) να ξεβιδώνουμε άλλη μια πάνω σε σκάλα, χαμογελώντας σε αγουροξυπνημένους οδηγούς. Και ποιος να πρωτοθυμηθεί τα μικρά καθημερινά σαμποτάζ καμερών από τράπεζες, σε σούπερ-μάρκετ και καταστήματα, και, και, και…

Οι δράσεις δεν μιλούν από μόνες τους. Έπρεπε να μιλήσουμε, στο βαθμό που μας αφορά, όπως διαμορφώνεται από τη συμμετοχή μας στα σαμποτάζ ιδιωτικών καμερών, και μιλήσαμε. Οι δράσεις δεν μας ανήκουν. Είναι στα χέρια του προλεταριάτου γενικά, να κρίνει, να οικειοποιηθεί και να ξεπεράσει τις ασκήσεις ύφους που προτείνουμε, και των παραληπτών του κειμένου ειδικά, να στηρίξουν τις δράσεις, καταρχήν διαδίδοντας το κείμενο με όποιο τρόπο θέλουν, ή ακόμα καλύτερα γράφοντας δικά τους πιο όμορφα και συνεκτικά, και με περισσότερα «τεκμήρια», και οργανώνοντας το βίαιο εξεγερτικό παιχνίδι, μακριά κι απέναντι από τους ιδεολόγους και τις οργανώσεις τους, μέσα από τις ήδη υπάρχουσες προλεταριακές αρνήσεις της εποχής μας, σ’ αυτό που μας ενώνει: την επίθεση. Ως την Αταξική Κοινωνία!

ΝΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΣΑΜΠΟΤΕΡΣ!

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΑΥΤΟΝΟΜΩΝ ΟΜΑΔΩΝ, ΙΣΠΑΝΙΑ 1974-1980

ΒΑΘΙΑ ΑΝΑΣΑ ΩΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΡΕΦΟΡΜΙΣΜΟΥ

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΑΥΤΟΝΟΜΩΝ ΟΜΑΔΩΝ, ΙΣΠΑΝΙΑ 1974-1980

ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΩΝ ΤΑΡΑΧΟΠΟΙΩΝ

Θεσσαλονίκη, Αύγουστος του 2006

Για την έκδοση

Αν η Επανάσταση είναι η διαλεκτική κατάρα της Εξουσίας, είναι η ίδια η διαλεκτική που διαιρεί το στρατόπεδο της ’ρνησης στα δυο. Ο ρεφορμισμός, πράκτορας της αφομοίωσης για λογαριασμό της Εξουσίας, δεν θα εξαφανιστεί πριν την καταστροφή του παλιού κόσμου, ο καλλωπισμός του οποίου είναι μόνο μια από τις δυο βασικές λειτουργίες του. Η διαστρέβλωση, η συκοφαντία, και η υποκατάσταση στην κοινωνική μνήμη των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών είναι η άλλη. Η αστυνομία θα αναλάβει τα υπόλοιπα… Από ‘κεί και πέρα οι κόλποι της ’ρνησης παραδίδονται στην Έριδα, σε μια διαμάχη, για την αποκατάσταση της χαμένης ολότητας, άλλοτε συγκαλυμμένη κι υπόγεια κι άλλοτε εκρηκτικών διαστάσεων, στην οποία αναπόφευκτα ο ρεφορμισμός (με όλη την αποδοχή που χαίρει στον παλιό κόσμο ως θεσμοθετημένη αντιπολίτευση) έχει το πάνω χέρι: οι λιγοστοί «τρελοί», «ανεξέλεγκτοι», «θερμόαιμοι», εκτεθειμένοι άμεσα στην καταστολή, λόγω του -αδιάρρηκτα δεμένου με την παρανομία- περιεχομένου της δράσης τους, δύσκολα θα μιλήσουν ανοιχτά για την εμπειρία, την ευγένεια και την αγωνία (μέλι με ξυράφια στα σωθικά…) της «μόνης αυθεντικής περιπέτειας που μπορεί να μας προσφέρει η εποχή μας»: του αναρχικού, ακηδεμόνευτου, λυσσασμένου Αγώνα που διαρρηγνύει την υποταγμένη στο Κεφάλαιο ύπαρξη ανεβάζοντας την στην πρωτόγονή της δυαδικότητα: του Ανθρώπου-σοφού και του Ανθρώπου-πολεμιστή. Προκύπτει, τελικά, η αναγκαιότητα, να «πούμε δυο λόγια» για τους συντρόφους του δικού μας «στρατοπέδου», ή καλύτερα να τους αφήσουμε να μιλήσουν για τους εαυτούς τους. Κι όχι για να εξιδανικεύσουμε ή να αναπαράγουμε τις ήττες και τα αδιέξοδά τους, αλλά να τα αποφύγουμε. Οι αναλογίες με την ελληνική πραγματικότητα, βασικός συντελεστής και της χρηστικότητας των κειμένων είναι, νομίζουμε, προφανείς. (Γ.Λ.Τ.)

segovia

Πρόλογος των Αυτόνομων Ομάδων (Grupos Autónomos – GG.AA):

Οφείλουμε να πούμε δυο λόγια, σαν εισαγωγή στα κείμενα που ξαναβρέθηκαν εδώ μετά από χρόνια, για την καλύτερη κατανόησή τους. Προέρχονται από τα χρόνια 1978-79 και ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες ανάγκες ενός κομματιού του πραγματικού κινήματος για τον κομμουνισμό: των Αυτόνομων Ομάδων. Η επιμονή μας στην κριτική μιας «αναρχικής» ιδεολογίας, μεταξύ άλλων, ίσως φανεί πλέον παράταιρη από κάποιους που δεν έχουν υπόψη τους την κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη σύγχρονη κομμουνιστική επανάσταση χωρίς ταυτόχρονα να κάνουμε κριτική στις δυο επαναστατικές ιδεολογίες που με τη δική τους πρακτική ανικανότητα έστρωσαν το χαλί της αντεπανάστασης της γραφειοκρατίας: Μιλούμε για τον μπολσεβικισμό, κατακάθι του μαρξισμού και τον «αναρχισμό» της CNT. Στην πράξη, η διαφορά τους είναι ότι ο πρώτος ασκεί άμεσα καταπίεση στο προλεταριάτο που ελέγχει (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καταστολή της κομμούνας της Κροστάνδης του 1921), ενώ ο δεύτερος αρκείται στο φρενάρισμα και τη συνακόλουθη εγκατάλειψη του ριζοσπαστικοποιημένου προλεταριάτου (όπως στην επαναστατημένη Ισπανία τον Μάη του 1937) στα επιτελεία της σταλινικής – δημοκρατικής καταπίεσης.

Στις αρχές του ’78 συνελήφθηκαν και φυλακίστηκαν τα πρώτα μέλη των Αυτόνομων Ομάδων. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πιστά στην εξυπηρέτηση του Κεφαλαίου τους παρουσίασαν αόριστα σαν «αναρχικούς», συντάκτες αρκετών κειμένων (Diario 16), και υπεύθυνους περισσότερων κακουργημάτων εμμένοντας στην επιτυχία της Guardia Civil (αστυνομία πόλεων) να τα εξαρθρώσει, πλησιάζοντας ίσως στην GRAPPO (Alcazar). Η αστυνομία πάλι, τους παρουσίασε σαν τον «ένοπλο βραχίονα» της CNT (παρουσιάζοντας ένα έντυπο της CNT που βρέθηκε στο σπίτι ενός από αυτούς). Τα έντυπα της CNT, από τα οποία δεν θα παραθέσουμε εδώ τίποτα, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να συμβουλευτεί οποιοδήποτε τεύχος των Solidadidad Obrera και GAT από το 1978 ως το ’80, αποκηρύσσουν κάθε συσχέτιση με τις ομάδες αυτές. Βέβαια το ότι η CNT, όπως σπεύδουν να μας βεβαιώσουν, αναπτύσσει μια αποκλειστικά συνδικαλιστική πρακτική και συγκρούεται με κάθε αντίληψη ενόπλων ενεργειών, δεν φαίνεται να την εμπόδισε, όσο οι σύντροφοι ήταν ήδη στη φυλακή να τους παρουσιάζει σαν «συντρόφους του ελευθεριακού κινήματος», προκειμένου να κεφαλαιοποιήσει επιδέξια την πολιτική υπεραξία των ενεργειών που αποκήρυσσε… Αρκετές από τις ενέργειες αυτές, έγιναν είτε χωρίς να παρθεί ανάληψη, είτε την ευθύνη τους αναλάμβανε κάποιος σύντροφος χρησιμοποιώντας διαφορετικά ονόματα. Έτσι προέκυψαν, για παράδειγμα οι ομάδες 7 Ιούλη, 28 Δεκέμβρη (Santos Inocentes, ανάλογη της δικής μας πρωταπριλιάς), 31 Φλεβάρη, Οι Τελευταίοι Των Φιλιπινέζων κλπ. Οι στόχοι που επιλέγονταν ήταν πάντοτε σαφείς και ανταποκρίνονταν σε ένα ευρύ κοινωνικό κίνημα. Αποτελούσαν μια συμπυκνωμένη απάντηση στη διάχυτη καπιταλιστική καταπίεση. Λίγες μέρες μετά τις συλλήψεις, η αστυνομία επινόησε το λογότυπο GAL (Grupos Autonomos Libertarios) που κυκλοφόρησε σε όλες τις εφημερίδες της χώρας. Χρειάζονταν ένα σήμα και μιας και δεν αντιλαμβάνονταν πως μπορεί μια «οργάνωση» να μην έχει σήμα επινόησαν αυτοί ένα, και ανάγκασαν μετά από βασανιστήρια τους συντρόφους να υπογράψουν ως GAL. Από τη στιγμή εκείνη πέρασαν στην «κοινή γνώμη» ως GAL, και κάποιες από τις μετέπειτα προκηρύξεις υπογράφονται έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση. Η κράτηση των συντρόφων σε διαφορετικές φυλακές (καθώς και των νέων συντρόφων που συνελήφθηκαν από τα μέσα του ’78 ως τις αρχές του ’79, είχε ως αποτέλεσμα η επικοινωνία μεταξύ μας να είναι πενιχρή. Κάθε θεωρητικός διάλογος ήταν συνεπώς αδύνατος. Όσο ήμασταν έξω, κάθε ομάδα ή κάθε άτομο αναλάμβανε μόνο του την ευθύνη για την ενέργεια που εκτελούσε. Όταν οι ενέργειες ήταν συντονισμένες, γινόταν μια συμφωνία για ένα κοινό όνομα που αποφασιζόταν από όλους τους συμμετέχοντες. Αυτό ήταν το κλίμα που υπήρχε στο δρόμο, στη φυλακή συνεχίσαμε βασισμένοι σ αυτό. Αφότου μερικοί από μας ξαναβρεθήκαμε στη φυλακή της Segovia (που ο υπουργός δικαιοσύνης προόριζε για τους «ελευθεριακούς»), ξαναδουλέψαμε πάνω στα κείμενά μας υπογράφοντας πια, από τις αρχές του ’79, ως GGAA (Grupos Autonomos) όχι επειδή είχαμε ανάγκη από κάποιο λογότυπο, αλλά για να εκφράσουμε τον κοινό μας αγώνα. Από κείνες τις μέρες εγκαταλείπουμε και το «L» των ελευθεριακών (libertarios) των πρώτων προκηρύξεων έτσι ώστε να σαμποτάρουμε κάθε πιθανή αφομοίωσή μας.

Καθ όλον αυτόν τον καιρό, οι γραφειοκράτες της CNT δεν έχαναν αφορμή να μας εντάσσουν στο (δικό τους) «ελευθεριακό κίνημα», πράγμα που μας ανάγκαζε να συγκεκριμενοποιούμε τις πραγματικές θεωρητικές μας θέσεις και τις ενέργειές μας αναφορικά με την (προλεταριακή) τάξη. Είναι ένα είδος εμμονής μας στην πολιτική μας ταυτότητα της δράσης χωρίς «σφραγίδα», χωρίς μάρτυρες ή ιδεολογίες, που μας έφερε θεωρητικά και πρακτικά αντιμέτωπους με την μαφία των πολιτικών οργανώσεων, των κομμάτων και των συνδικάτων. Δεν είναι ότι είμαστε απολίτικοι, αλλά αντι-πολιτικοί…

Η προκήρυξή μας: Λόγος Για Τη Διεθνή Αλληλεγγύη, που έγραψαν κάποιοι σύντροφοι τον Χειμώνα του 1970, στάλθηκε σε όλα τα πιθανά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ωστόσο μόνο η γραφειοκράτες της CNT λογόκριναν ξεδιάντροπα ένα μέρος της προκήρυξης. Η σύνταξη της Solidaridad Obrera, προσπαθώντας να καλύψει αυτή την πρώτη της λογοκρισία, δημοσίευσε μια γελοία ανακοίνωση (στο τεύχος Νοεμβρίου ’79) όπου ανέφερε τα εξής: Στο γράμμα που λάβαμε από το γραφείο για τους προφυλακισμένους και τα νομικά ζητήματα, της FL (Federacion Local — Τοπική Ομοσπονδία) της Βαρκελώνης, υπήρχε το κείμενο ενός φυλακισμένου συντρόφου που ανήκει στο συνδικάτο μεταφορών, και είναι μέλος των GAL. Το κόψιμο του κειμένου που φιλοξενείται στη σελίδα 16 της “Soli” ν. 50, δεν οφείλεται σε καμία περίπτωση σε λογοκρισία ή χειραγώγηση αλλά δημοσιεύτηκε πλην των δυο τελευταίων παραγράφων αποκλειστικά για λόγους οικονομίας χώρου. Και για να μην υπάρξει καμία παρεξήγηση, δεσμευόμαστε να δημοσιεύσουμε ολόκληρο το κείμενο στο μέλλον. Η υποκρισία και ο κυνισμός του σημειώματος αυτού ανταγωνίζονται ακόμα και τη γελοιότητά του. Πώς είναι δυνατό να παραπονιούνται για την έλλειψη χώρου όταν στο ίδιο έντυπο χωρούν τα ατελείωτα μνημόσυνα των μαρτύρων του αναρχοσυνδικαλισμού, ή οι ύμνοι στους θεούς Μπακούνιν και Κροπότκιν και ατελείωτες άλλες ηθικολογικές βλακείες χωρίς κανένα ενδιαφέρον, αξιολύπητα κεράκια στην ταπεινή εκκλησία της CNT;

Ο αγώνας των συνελεύσεων του ’70-’75 έχει αφήσει πίσω του τα ίχνη μιας ευρείας συνείδησης που μπορεί να υποστηρίξει την αυτοοργάνωση της τάξης, τον αντι-κομματισμό και τον αντι-συνδικαλισμό, σε πρώτο επίπεδο. Υπήρξαν ακόμα οι αυτόνομες συνελεύσεις στις γειτονιές, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια, φοιτητές-εργαζόμενοι κλπ, φανερώνοντας μιαν αντιεξουσιαστική τάση. Κατά την περίοδο της πολιτικής μετάβασης από την δικτατορία του Φράνκο στη δικτατορία της δημοκρατίας το 1975-77(που ουσιαστικά συνεχίζεται και επεκτείνεται ακόμα) τα κόμματα και τα συνδικαλιστικά κινήματα πέρασαν μια φάση νομιμοποίησης ώστε μέσα από μια διαδικασία εσωτερικής πειθάρχησης να κερδίσουν μια αμφίβολη θέση στο ανερχόμενο δημοκρατικό θέαμα.

Η CNT διεκδικεί για τον εαυτό της τον «επαναστατικό» πόλο του θεάματος αυτού. Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η πλειοψηφία των εγχώριων λενινιστικών γκρουπούσκουλων έχασε κάθε γόητρο μετά την άνοδο των εργατικών συνελεύσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το MIL (η αλλιώς 1000, Movimiento Ibérico de Liberación-Ιβηρικό Απελευθερωτικό Κίνημα, ένα δίκτυο αυτόνομων ομάδων) όταν γύρω στο ’74 έβαλε στόχο να απελευθερώσει κάποιους φυλακισμένους αγωνιστές (ιδού κι ένας λόγος για τη συνέντευξη που ακολουθεί και δόθηκε στη FIGA), μοίραζε παράλληλα φυλλάδια που εξηγούσε πως οι οργανώσεις τους, κόμματα και συνδικάτα αποτελούσαν μέρος της διαρκούς αντεπανάστασης.

Στο φυλλάδιο COÑO (Γαμώτο) του ’75, σελίδα 29-30, διαβάζουμε τα παρακάτω: Οι στόχοι του ισπανικού προλεταριάτου και των αυτόνομων ομάδων είναι: η γενίκευση της ταξικής πάλης και η επέκτασή της σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Η αυτοοργάνωση της τάξης στους χώρους εργασίας. Ο πόλεμος στο Κεφάλαιο σε οποιαδήποτε μορφή του: δημοκρατική, φασιστική ή σοσιαλιστική. Απομυθοποίηση και πάλη ενάντια στα συνδικάτα, φασιστικά είτε δημοκρατικά, θεωρούμενα ως όργανα της διαρκούς αντεπανάστασης. Επεξεργασία ριζοσπαστικών εναλλακτικών που ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να διαλύσει ή να αφομοιώσει. Αυτόνομα όργανα αντιπληροφόρησης και προπαγάνδας στην υπηρεσία της τάξης. Οργάνωση των τεχνικών όρων για την παράνομη πάλη: πέρασμα συνόρων, πλαστογραφία, οικονομικοί πόροι, όπλα κλπ. Αποπεράτωση του προγράμματος που διακόπηκε τον Μάη του 1937 από τη σταλινική αντεπανάσταση και τους αρχηγίσκους της CNT και του POUM (ενιαίο μαρξιστικό εργατικό κόμμα – σύμμαχοι της CNT στην επανάσταση), ανέβασμά του ως το τέλος, την καταστροφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ενότητα της τάξης αναδεικνύεται στους αγώνες και στις συνελεύσεις στα εργοστάσια ή έξω από αυτά. Είναι το ριζοσπαστικό προλεταριάτο που οργανώνεται κι αποκτά τα αναγκαία μέσα για την χειραφέτησή του.

Όλα αυτά τα φυλλάδια κυκλοφορούσαν πολύ δύσκολα, λόγω της παρανομίας, δύσκολα έφταναν στους ριζοσπαστικούς αγώνες και η επιρροή τους στο εργατικό κίνημα ήταν περιορισμένη. Χωρίς εμπόδιο το θεαματικό μάρκετινγκ της CNT τα κατάφερε καλύτερα από την θεωρητική ικανότητα. Η τάξη τείνει να μαθαίνει στην πράξη κι όχι στη θεωρία τι σημαίνει συνδικάτο, κι ένα συνδικάτο που μπορείς να εκλέγεις τους αντιπροσώπους σου φαινόταν ελκυστικό. Έτσι οι αυτόνομες ομάδες αρνούμενες να ενταχθούν συλλογικά στο συνδικάτο, απομονώνονταν καθώς τα διάφορα συντονιστικά εντάσσονταν μαζικά στο συνδικάτο αυτό, μετασχηματίζοντάς το έτσι, σε μια θεαματική αντανάκλαση των αυτόνομων συνελεύσεων, πλήρως νομιμοποιημένης βέβαια. Από τη στιγμή που το ψεύτικο πήρε τη θέση του αληθινού, οι αυθεντικοί ανεξέλεγκτοι αγώνες βάλθηκαν να ξεγυμνώνουν αυτό το ρεφορμιστικό θέαμα. Από το ’76 ως το ’78 ξετυλίχτηκαν μια σειρά από άγριες απεργίες σε όλη τη χώρα. Σ αυτές τις απεργίες, που γρήγορα πήραν έναν επιθετικό χαρακτήρα αρκετά σαφή, ξέσπασαν πολυάριθμες συγκρούσεις με την αστυνομία. Πικετοφορίες, οδοφράγματα, σαμποτάζ, επιθέσεις σε γραφεία συνδικάτων, κομμάτων κλπ. Τα συνδικάτα κατέστειλαν τις απεργίες με αντάλλαγμα την νομιμοποίησή τους. Απομόνωσαν και συκοφάντησαν τους εμψυχωτές των συνελεύσεων για να καταπολεμήσουν αποτελεσματικότερα τους απεργούς. Με γραφειοκρατικούς χειρισμούς και ψευδείς πληροφορίες έπεισαν τους εργάτες να γυρίσουν στη δουλειά τους… Το χαριστικό χτύπημα στις συνελεύσεις το έδωσε η αστυνομία που διέλυσε με στρατιωτικούς όρους τις εναπομείνασες απεργίες (περιπτώσεις Vitoria και «Roca» το ’76) συμπληρώνοντας τη καταστολή των συνδικάτων. Η πολιτική ανωριμότητα των εργαζομένων, που ανέχονται στις συνελεύσεις τους τα συνδικάτα, επιτρέποντάς τους να μιλούν στο όνομά τους, είναι η αιτία της σημερινής κατάπτωσης του απεργιακού κινήματος.

Σε πρακτικό επίπεδο είναι δύσκολο να ξεγελάσεις μια συνέλευση δεδομένης της εμπειρίας των εργατικών αγώνων, ωστόσο σε θεωρητικό επίπεδο όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της αυτονομίας των συνελεύσεων έχουν πλέον ακρωτηριαστεί και καταχωρηθεί στην νομιμότητα. Παρατηρούμε έτσι το οξύμωρο, στη δικτατορία του Φράνκο, τα θεωρητικά κείμενα διακινούνταν στην παρανομία, αφήνοντας την παραπληροφόρηση να οργιάζει μέσα στην τάξη, ενώ στην εποχή μας το εμπόριο των ιδεολογιών ξεπουλάει και κάθε πικραμένος ψάχνει στη θαλασσοταραχή για τον γραφειοκράτη που θα αναθέσει την βελτίωση της μιζέριας του. Ξεβράζεται λοιπόν όπως και πολλά από τα αρχαιότερα μέλη των σεβάσμιων αντικαπιταλιστικών οργανώσεων στην USO ή στην CNT, για να κερδίσει επάξια μια θέση στην κατεστημένη εργατική γραφειοκρατία, παπαγαλίζοντας την καταδίκη της ανεξέλεγκτης εργατικής βίας ή της βίας των ριζοσπαστικών ομάδων. Από το ’76 ως το ’78 ξέσπασαν μια σειρά από εξεγέρσεις που ανατάραξαν το μεγαλύτερο μέρος των ισπανικών φυλακών. Αυτές οι εξεγέρσεις είχαν ως αφετηρία τον αγώνα για την αμνηστία των κοινωνικών («ποινικών») κρατουμένων, παράλληλα με την αμνηστία στους πολιτικούς κρατουμένους που θα εκχωρούσε το νέο καθεστώς. Η πάλη μέσα από τις φυλακές πήρε κάποιες συνελευσιακές μορφές, όπως το COPEL (Συντονιστικό Αγώνα Φυλακισμένων:, Σημ: προέκυψε ταυτόχρονα με τη χορήγηση αμνηστίας στους πολιτικούς κρατουμένους, διεκδικώντας την απελευθέρωση και των κοινωνικών κρατουμένων, στις κινητοποιήσεις του συμμετείχαν με ενθουσιασμό τα φυλακισμένα μέλη των αυτόνομων ομάδων), μια δομή αυτοοργάνωσης των κρατουμένων που δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τον ηγετισμό, που χωριζόταν σε δύο είδη: από την μία οι ρεφορμιστές ηγετίσκοι που αρκούνταν στην διεκδίκηση πιο «ανθρώπινων» φυλακών υμνητές των υποσχέσεων του Garcia Valdéz (διευθυντή των φυλακών) για την αναβάθμιση των φυλακών, κι από την άλλη μια μειοψηφία ριζοσπαστών που προέβαλλαν την πλήρη καταστροφή των φυλακών. Η αστυνομία κατέπνιξε βίαια κάθε κινητοποίηση και η γενική διεύθυνση σωφρονιστικών καταστημάτων ξεχώρισε και έριξε στα γρήγορα σε ειδικές φυλακές τη μειοψηφία που διακρίθηκε στις κινητοποιήσεις για το ριζοσπαστισμό της. Η ειρήνη βασίλευσε πάλι στις φυλακές που βρίσκονταν τώρα υπό τη στρατιωτική κατοχή της αστυνομίας. Στο δρόμο μονάχα κάποιες επιτροπές προ-COPEL, ελάχιστοι τομείς της CNT και οι GGAA έφερναν την πάλη προς τα έξω.

Από το ’79 ως το ’80 υπήρξε μια φανερή κόπωση στους κοινωνικούς αγώνες. Ξεχώρισαν μόνο οι συνελευσιακές απεργίες των νοσοκομείων και της FASA-RENAULT (στο Valladolid) με πικετοφορίες και συγκρούσεις με την αστυνομία. Από το ’76 ως το ’80 τόσο τα κόμματα όσο και τα συνδικάτα είδαν τον αριθμό των πιστών τους να μειώνεται σημαντικά. Στις τελευταίες εκλογές η αποχή έφτασε το 40%. Αυτό υποδηλώνει μια έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική, ότι δηλαδή η εναλλαγή της δικτατορίας της καπιταλιστικής δημοκρατίας έχασε κάθε γόητρο μέσα σε 4 χρόνια. Αν και σε πολλές άλλες χώρες το δημοκρατικό ψέμα κρατάει αρκετά χρόνια πριν απομυθοποιηθεί, εδώ άντεξε μόλις μια τετραετία.

Όσον αφορά την εργατική τάξη και το ισπανικό προλεταριάτο, δεν έχουν άλλη εναλλακτική από την κοινωνική επανάσταση. Σκεφτόμαστε ότι είναι απλώς ένα ζήτημα χρόνου. Η μόνη άλλη πιθανότητα, και το μόνο που θα μπορούσε να αποκόψει την παγκόσμια επαναστατική κίνηση είναι η πλήρης μετατροπή της ανθρωπότητας, από την αντεπαναστατική τρομοκρατία των πολυεθνικών, σε αυτοματοποιημένα ρομπότ. Οι κοινωνικές αντιθέσεις εκρήγνυνται, οι αντικειμενικές συνθήκες είναι εδώ, λείπουν μόνο τα υποκείμενα.

Από το ξεκίνημά της, στις αρχές του ’70, με λίγα μέλη, και μέχρι το ’74, η ένοπλη πάλη, κοινή στα προλεταριακά κινήματα, έγινε μέσα από μας -χωρίς να κομπάζουμε γι αυτό- μια επιθετική πρακτική αγώνα στην Ισπανία. Ήταν άλλωστε η μοναδική περιπέτεια που άξιζε τον κόπο να ζήσουμε, η μόνη «περιπέτεια» που μπορεί να μας προσφέρει η σύγχρονη εποχή: η καταστροφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στην πραγματικότητα, η είσοδος σε αυτόν τον αγώνα, στη ζώνη της κοινωνικής αυτονομίας, των αυτόνομων αντικαπιταλιστικών κομάντος της χώρας των βάσκων και των εργατών της SEAT, έρχεται να επιβεβαιώσει την εγκυρότητα της αρχικής μας θέσης, ότι ήταν και είναι απλό θέμα χρόνου όπως αναδεικνύουν και ανάλογες εμπειρίες πάλης στην Ισπανία και στην Ευρώπη. Ξεκινώντας από μια κοινωνική πραγματικότητα και μια εμπειρία αγώνων διαφορετική από τη δική μας, έρχονται να βεβαιώσουν πως η ένοπλη πάλη, κι όχι σαν αποκλειστικό εργαλείο, μπορεί να ανατρέψει ριζικά τις οικονομικές ανάγκες της ζωής επιφέροντας την καταστροφή αυτού που μας εμποδίζει να ζήσουμε: της μισθωτής εργασίας, της οικονομίας και του κράτους.

Αυτόνομες Ομάδες

Αύγουστος 1980

Φυλακές της Segovia

Προκηρύξεις των Αυτόνομων Ομάδων από τις φυλακές της Segovia (1978-1980)

Από τη στιγμή των πρώτων συλλήψεων μελών των GGAA στη Γαλλία και στην Ισπανία, διάφοροι «ευαίσθητοι» επαναστάτες βιάστηκαν να μας δικάσουν προτού το κάνει το ίδιο το κράτος για λογαριασμό του. Ίσως κακοκαρδίσουμε αυτούς τους θεωρητικούς της απραξίας, που κριτικάρουν τις δράσεις μας, αν και αδυνατούν να μας πουν για τις όποιες δικές τους, ίσως δυσκολεύονται να δέσουν ακόμα και τα κορδόνια τους, ικανοί μόνο για να συμβιβάζονται, όπως είναι, όλοι αυτοί που μας χαρακτηρίζουν τρελούς, ανεύθυνους ακτιβιστές, για να δικαιολογήσουν την παθητικότητά τους. Εάν είμαστε «τρελοί», η τρέλα μας δεν είναι καθόλου γλυκιά, είναι η τρέλα του να θέλεις να ζήσεις, του να αρνείσαι να υποταχθείς στην μισθωτή σκλαβιά, του να σπας τον κύκλο της θλιβερής κοινοτοπίας, του να χρησιμοποιείς όλες τις πιθανότητες επιστροφής στον εαυτό σου, να χωρίζουμε και να ενωνόμαστε για να επιβεβαιώνουμε την αυτονομία των επιθυμιών μας, ανικανοποίητων από το Κεφάλαιο. Εάν είμαστε «ακτιβιστές», ο ακτιβισμός μας είναι η χαρά του εξεγερτικού παιχνιδιού, απελευθερώνουμε τα σωθικά μας, είναι το ξεπέρασμα του θεσμοθετημένου κόσμου, το απεριόριστο των πιθανοτήτων μας. Είναι, τελικά, η προίκα των μέσων που χρησιμοποιούμε στον αγώνα μας, που μας προσφέρει η ένοπλη ή άοπλη απαλλοτρίωση, η πλαστογράφηση επιταγών κλπ. για την κάλυψη μιας απαραίτητης υποδομής (χρήματα, καταφύγια, όπλα, ψεύτικα πιστοποιητικά…) και ικανοποιεί τις επιθυμίες μας, ξεφεύγοντας από την πιθανότητα της μισθωτής σκλαβιάς και του ακολούθου της: της γενικευμένης μιζέριας. Εάν είμαστε «ανεύθυνοι», η ανευθυνότητά μας είναι μικρόβιο και προσβάλει αυτούς που θέλουν να διατηρήσουν την κατεστημένη τάξη κι αυτούς που θέλουν να την αντικαταστήσουν με μια άλλη. Μια βόμβα, ένα κοκτέιλ μολότοφ, μια εκτροπή των μέσων πληροφόρησης τη κατάλληλη στιγμή, μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικότερες πρακτικές από κάμποσα φυλλάδια και ατελείωτες πολιτικές συνελεύσεις. Γνωρίζουμε τις αντιρρήσεις απέναντι στις ενέργειές μας: είναι θεαματικές, τρομοκρατικές, αφομοιώσιμες, υποκαθιστούν τους αγώνες των εργαζομένων, δίνουν αφορμή στο κράτος να καταπατήσει τους ίδιους του τους νόμους, να οχυρώσει τη δύναμή του και να αυξήσει την καταπίεση… Δεν μας καίγεται καρφί για το θέαμα! Δεν θέλουμε να φαινόμαστε σαν μια οργάνωση με τους ειδικούς της, την ιεραρχία της, με τα φερέφωνα και τα καρφιά της. Κατανοούμε πως το κράτος δεν μπορεί ακόμα να κατευθύνει την προσοχή των προλεταρίων σε μια αντιπαράθεση ασαφή και σκοτεινή. Έχει ανάγκη από μια οργάνωση την οποία οφείλει να ονομάσει «τρομοκρατική» για να προβάλει σε αυτή τον δικό του μισητό ρόλο. Το κράτος αυτό δεν έχει ανάγκη τις «αφορμές που του δίνουμε» για να εξασκεί την καθημερινή του τρομοκρατία: αστυνομική τρομοκρατία απέναντι στις διαδηλώσεις και τις απεργίες, τρομοκρατία των χαφιέδων των αφεντικών, τρομοκρατία της γενικευμένης εκμετάλλευσης… Οι δράσεις μας δεν στοχεύουν να δείξουν κάτι στους προλετάριους παρά να αντιμετωπίσουν δυναμικά την αλλοτρίωσή τους έξω από το πεδίο των πολιτικών και των συνδικάτων (με άγριες απεργίες, μαχητικές συνελεύσεις…). Οι προλετάριοι δεν έχουν ανάγκη τους επαγγελματίες επαναστάτες. Όταν παρεμβάλλονται αυτοί θέλουν όλο το πεδίο για τους εαυτούς τους. Στο πεδίο αυτό τοποθετημένοι, κάποιοι σύντροφοι που εργάζονται, μερικώς ή πλήρως, για να δικαιολογήσουν έναν μισθό προκειμένου να επωφεληθούν από το επίδομα ανεργίας, λεν πως χρειάζεται να αναμειχθούμε εκ νέου στους εργατικούς αγώνες. Όσο για μας, που αρνούμαστε κατηγορηματικά να υποταχθούμε στην μισθωτή σκλαβιά, εκφράζουμε μια τακτική απόδρασης, αν μη τι άλλο. Δεν υπάρχει κανείς συσχετισμός υποταγής των μεν στους δε, όπως φαντάζονται από τις μουχλιασμένες πολυθρόνες τους οι εργατιστές διανοούμενοι, αλλά εργάτες με διάνοια που δραπετεύουν από τους καταναγκασμούς. Οι ενέργειές μας δεν συνοψίζουν την μοναδική και απόλυτη αντίθεση στην Εξουσία, είναι σίγουρα περιορισμένες, δυναμικές και υποκειμενικές (απαντήσεις στις δολοφονίες φυλακισμένων συντρόφων, στη σύγκρουση στο δρόμο ή σε εργατικούς αγώνες). Στην πραγματικότητα συντονίζονται με άπειρα σημεία σχεδιασμού και παρέμβασης (πυρηνικά, κίνημα των φυλακισμένων, ενάντια στην μισθωτή εργασία…). Αναλαμβάνουμε την ευθύνη τους ή και όχι, ανάλογα με τις προθέσεις μας. Κάποιες φορές, όταν δεν υπάρχει ανάληψη ευθύνης (απόπειρες, απαλλοτριώσεις…), βλέπουμε οργανώσεις ή γκρουπούσκουλα να τις οικειοποιούνται για να δώσουν την ψευδαίσθηση μιας δυναμικής που δεν διαθέτουν, αναγνωρίζοντας βέβαια έτσι ότι πρόκειται για αποτελεσματικές ανταγωνιστικές ενέργειες ενάντια στο Κράτος. Η στρατηγική τους ήταν να δίνουν την εικόνα μιας ψευδούς πολυμορφίας δράσης, περιορισμένης φυσικά στα έντυπά τους, που προβάλλοντας τους φυλακισμένους παλιούς μιλιτάντες και μάρτυρες τους, αποζητά την εικόνα του ορκισμένου υπερασπιστή της εργατικής τάξης. Είναι το θεαματικό αποτέλεσμα αυτών των πρωτοποριών, η πρόθεση να δημιουργήσουν φερέφωνα της επαναστατικής συνείδησης, με τη δράση τους. Πόσο λίγο μας ενδιαφέρει η αποδοχή μας από τις οργανώσεις αυτές, όσο λίγο και, αν και διεθνιστές, μας ενδιαφέρει η αποδοχή των φορέων μιας ιδεολογίας εθνικιστικής (ΕΤΑ) ή τριτοκοσμικής (RAF). Φτύνουμε τους θαυμαστές, ή τους επαγγελματίες αλληλέγγυους, που εκθειάζουν συστηματικά κάθε ενέργειά μας, διαβεβαιώνοντας πως συμφωνούν με τη ριζοσπαστικότητά τους σε συλλαλητήρια ή σε εκδηλώσεις, χωρίς οι ίδιοι να συμμετέχουν στους αγώνες και στις συνέπειές τους. Από τις αναπαυτικές τους θέσεις, που τους επιτρέπουν να στοχάζονται σχολαστικά πάνω στην αλλοτρίωση του «μιλιτάντικου ακτιβισμού», χωρίς να δρουν ποτέ, χωρίς να παίρνουν πρωτοβουλίες, ή να δοκιμάζονται στα απελευθερωτικά εγχειρήματα… Θα σπεύσουν να δώσουν στην αυτονομία το νόημα μιας νέας ιδεολογίας του συρμού προκειμένου να κρύψουν την ανικανότητά τους να δώσουν μια καθαρή διέξοδο στην ριζοσπαστική τους ευαισθησία, να προσθέσουν κάτι καινούριο στην Πράξη μας, να είναι κάτι παραπάνω από αλλοτριωμένοι ημι-ζωντανοί ορισμοί του οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού για να εξασκούμε την κριτική μας. Δεν έχουμε καμιά διάθεση να ασχοληθούμε με αυτούς, αρκεί να πάψουν να μιλούν στο όνομά μας. Η θέση μας δεν είναι προϊόν ελιτισμού. Αυτό που θέλουμε είναι, αν μπορούμε να ζητάμε κάτι τέτοιο από αυτούς, να ξεκινήσουν τον δικό τους αγώνα, ωθούμενοι από τους κοινωνικούς περιορισμούς, οπότε αν μέχρι τώρα συγκρουόμαστε, τότε θα τους μεταδώσουμε τις εμπειρίες μας, θα τους μιλήσουμε για τα εμπόδια και τις επιτυχίες μας και δεν θα τους αρνηθούμε κανένα από τα μέσα μας. Η πρακτική τους πρέπει να είναι αντι-ιεραρχική και να βασίζεται στην ισότητα, πράγμα που θέτει ένα αριθμητικό όριο, και οδηγεί σε αποκλεισμούς, όμως αποκλείει και την αναγέννηση της Εξουσίας, ενώ επιτρέπει μια ελάχιστη συνοχή ενός επαναστατικού σχεδιασμού και ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες διάβρωσης από την αστυνομία, εξασφαλίζοντας μια δυναμική που οι περισσότερες οργανώσεις, αν και πολυάριθμες αδυνατούν να επιδείξουν. Το προλεταριάτο που έχει υποδουλωθεί στην μισθωτή σκλαβιά τείνει να θέτει όλο και πιο επιτακτικά το ζήτημα της ένοπλης πάλης, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι εξουσιοδοτεί εξειδικευμένες ομάδες (συμπεριλαμβανομένων των εαυτών μας) να δρουν για λογαριασμό του. Η κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία το εξηγεί. Αυτό που έδειξαν οι προλετάριοι της SEAT είναι πως με την αντιστροφή των όρων του καπιταλισμού, αντί για μια αναδιανομή των χρημάτων, προϊόντων απαλλοτριώσεων, προς όφελος των ανέργων, προτίμησαν να δημιουργήσουν οι ίδιοι τις αναγκαίες συνθήκες για να οικειοποιηθούν αλυσιδωτά όλο και περισσότεροι προλετάριοι την πρακτική τους, ευνοώντας καθ αυτόν τον τρόπο την ανάπτυξη νέων πυρήνων ένοπλης πάλης στο εσωτερικό των εργοστασίων. Ξεκινώντας από την αλλοτρίωσή τους δεν μπόρεσαν να φτάσουν μακριά στην ανάπτυξη του αγώνα. Έδειξαν ωστόσο ότι κατέχουν μια ευρεία επαναστατική συνείδηση, σηματοδοτώντας τα πεδία εκείνα του ταξικού αγώνα που χρειάζεται να οικειοποιηθεί το προλεταριάτο. Εμείς ως Αυτόνομες Ομάδες, ένοπλη φράξια του ριζοσπαστικού προλεταριάτου, που θέλουμε να ξεριζώσουμε την μισθωτή εργασία, μπορούμε μόνο να προσφέρουμε τις πρώτες ύλες για τη δημιουργία ενόπλων ομάδων στους χώρους εργασίας ή έξω από αυτούς. Στη συνέχεια πρέπει αυτοί οι ίδιοι να αποδείξουν την συγκρότησή τους αναδεικνύοντας την αυτονομία της δράσης τους. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε τη δημιουργία «οπλισμένων βραχιόνων στην υπηρεσία του προλεταριάτου». Η στρατηγική της FAI (Federacion Anarquista Iberica – Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία, οργάνωση που ελέγχει ιδεολογικά την CNT), για την ισπανική επανάσταση δεν μπορεί να ισχύει ακόμα. Οι προλετάριοι πρέπει να πραγματώνουν τις επιθυμίες τους, ανάλογα με τις απαιτήσεις των συνθηκών, οπλισμένοι ή όχι, πάντοτε για τους εαυτούς τους. Οι στόχοι μας είναι μια απάντηση στην καταπίεση και μια ανίχνευση των σημείων παρέμβασης. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το Κράτος μόνοι μας. Πρέπει οι στόχοι μας να γίνουν οικείοι σε όλο το προλεταριάτο.

ΚΑΤΩ ΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΜΙΣΘΩΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ! ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ!

Αυτόνομες Ομάδες, Γενάρης 1979

Ο δημοκρατικός τύπος μας βομβαρδίζει τελευταία με μια επαναλαμβανόμενη αποκήρυξη των συνθηκών κράτησης στις οποίες υπόκεινται οι βάσκοι πολιτικοί κρατούμενοι των φυλακών της Soria και σε μικρότερο βαθμό, οι κρατούμενοι της GRAPΟ στη Zamora, στην οποία δε θα διαφωνήσουμε σε κάτι. Από την άλλη, αποκρύπτεται συστηματικά η κατάσταση των υπόλοιπων πολιτικών και κοινωνικών κρατουμένων του ισπανικού κράτους. Στη δημοκρατία της δικτατορίας του κεφαλαίου, ο ρόλος των αστυνομικών συντακτών είναι να φανερώνουν το μέρος αυτό της κρατικής καταπίεσης, που είναι πρόσφορο για βελτίωση ή εμπορευματοποίηση, συνθλίβοντας ή επισκιάζοντας ό,τι συμβαίνει στις υπόλοιπες φυλακές. Όσον αφορά τις φυλακές-τάφους της Herrera de la Mancha, η λειτουργία τους συνίσταται στην φυτοποίηση των θεωρούμενων ως μη αναμορφώσιμοι για το Κεφάλαιο. Η ύπαρξη των φυλακών του Burgos, της Ocaña και του Puerto de Santa María, που τελούν υπό στρατιωτική κατοχή, όπως κι αυτές τις Soria και Zamora, στις οποίες οι ξυλοδαρμοί, τα βασανιστήρια, και τα ασφυξιογόνα σπρέι είναι πράγματα καθημερινά. Για να διασκεδάσουν την πλήξη και να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους, οι ιεραπόστολοι της καταπίεσης δεν βρίσκουν από το να ζητούν πιο δικαιολογημένους ξυλοδαρμούς, συνοδευόμενους ίσως από τραγούδια όπως τα cara al sol, montañas nevadas, yo tenía un camarada. Αιτήματα που χαρακτηρίζουν άλλωστε την έγνοια τους για τους φιλήσυχους και νομοταγείς κρατουμένους στη «σωφρονιστική θεραπεία» τους, προκειμένου «να επανενταχθούν ομαλά στην κοινωνία». Αυτή είναι και η πραγματικότητα του κάθε ρεφορμιστή όσον αφορά τους κρατουμένους που μάχονται για την αμνηστία, με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν. Με αυτά που κράτησαν 3 χρόνια αγώνων, δημιουργία κύκλων αυτομόρφωσης, απεργίες πείνας κλπ. Ο García Valdés θα επιχειρηματολογούσε ότι τα κελιά προορίζονται για τους «απροσάρμοστους», όταν στην πραγματικότητα, σε αυτό που αρνούνται να προσαρμοστούν είναι ο διαβόητος εκσυγχρονισμός του Κεφαλαίου και οι νέες δημοκρατικές μεθοδεύσεις. Η προσαρμογή σ αυτά, σημαίνει την φυσική και ψυχική καταστροφή του ατόμου, τον αργό θάνατό του, καθημερινά μεθοδικά και σιωπηλά. Από την άλλη ο ρεφορμισμός αναδεικνύει σε θεαματικό επίπεδο κάποιες βεντέτες όπως ο el Lute ή ο Daniel Pons και άλλοι αστέρες του COPEL, τη στιγμή που χιλιάδες ανάλογοι κρατούμενοι σαπίζουν στα κελία τους, στην καλύτερη περίπτωση. «Προσωπικότητες» τέτοιου βεληνεκούς, φέρνουν στο ρεφορμισμό οργασμούς. Ο ρεφορμισμός, σε κοινοβουλευτικό επίπεδο συναίνεσε στην μετατροπή των φυλακών σε τσιφλίκια του κάθε διευθυντή, οπότε το απόρρητο της αλληλογραφίας παραβιάζεται κατά βούληση, η επικοινωνία με το εξωτερικό των φυλακών είναι περιορισμένη στο ελάχιστο, βιβλία και έντυπα λογοκρίνονται συστηματικά, ενώ απαγορεύεται να εισαχθούν στη φυλακή χωρίς να εξεταστούν από διάφορες επιτροπές, κάθε ερωτική επαφή είναι σαφώς απαγορευμένη κλπ. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στις φυλακές του Φράνκο και της δημοκρατίας είναι ότι στις μεν πρώτες, τα βασανιστήρια γίνονταν από τους φύλακες, ενώ στις δεύτερες, κάτω από στρατιωτική κατοχή, τα βασανιστήρια αναλαμβάνουν κάποιοι «νομοταγείς» κρατούμενοι (με την ολόψυχη στήριξη των φυλάκων). Κι όσο για τη φυλακή της Segovia, φυλαγμένης για τους φυλακισμένους ελευθεριακούς από τον García Valdés, τις ημέρες 30 και 31 Ιούλη τα ξημερώματα χωρίς καμιά δικαιολογία, απήχθηκαν με στρατιωτική επιχείρηση και χωρίς οι υπόλοιποι κρατούμενοι να μπορούν να κάνουν τίποτα για να εμποδίσουν την μεταφορά τους εκεί, 10 κρατούμενοι: 4 εμπλεκόμενοι στην υπόθεση Scala (3 στην Ocaña κι ένας στο Burgos), 3 των Αυτόνομων Ομάδων (2 στην Ocaña κι ένας στο Burgos), 2 κοινωνικοί κρατούμενοι στο Burgos κι ένας ακόμη στο Σωφρονιστικό Ψυχιατρείο. Ακόμη υπήρχαν 8 σύντροφοι των Αυτόνομων Ομάδων στο Puerto de Santa María και 6 της CNT στο Burgos. Στις πιο σκληρές φυλακές η αντιμετώπιση που απολαμβάνουν οι ελευθεριακοί κρατούμενοι είναι ίδια με αυτή των λεγόμενων «απροσάρμοστων» κοινωνικών κρατουμένων. Οι ελευθεριακοί υπόκεινται κατά πρώτο λόγο στην πολιτική της εγκληματοποίησης των ταξικών αγώνων σε δικαστικό επίπεδο και στη συνέχεια στις φυλακές. Το καπιταλιστικό κράτος φροντίζει, και σε αυτό το επίπεδο είναι υπεύθυνες εξίσου η δεξιά, η αριστερά και η άκρα αριστερά, να παρουσιάζει τους συντρόφους των Αυτόνομων Ομάδων και τους ελευθεριακούς καθώς και τις δράσεις τους, που αποσκοπούν πάντοτε στην καταστροφή της σύγχρονης δουλείας της μισθωτής εργασίας, του εμπορεύματος και του κράτους, σαν συμπεριφορές που υπόκεινται στο ποινικό δίκαιο: πλημμελήματα και κακουργήματα. Εκτός από τα προβλήματα συνείδησης που προκαλεί αυτό στο «θέατρο της πολιτικής», πρέπει να ιδωθεί στην καθαρή φύση του: την επιλεκτική καταπίεση. Με την πρόσφατη έγκριση του καταστατικού της Guernica και την επακόλουθη συνθήκη στο επίπεδο των πολιτικών γραφειοκρατιών, φάνηκε μια πιθανότητα χορήγησης αμνηστίας στους βάσκους πολιτικούς κρατουμένους, κατά κύριο λόγο αυτών της ETA, που αναθέτει τον ρόλο του διαπραγματευτή της στην πολιτική της έκφραση: το Euskadiko Ezquerra. Αποσκοπώντας στο να αποκρύψει τους αγώνες των υπόλοιπων πολιτικών και κοινωνικών κρατουμένων του ισπανικού κράτους. Η ETA αναδεικνύεται έτσι ως ο μόνος γνήσιος εκφραστής του ριζοσπαστισμού της βασκικής μικροαστικής και μεσοαστικής τάξης και του λαϊκιστικού εθνικισμού της. Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε τον καθέναν ότι το μέλλον της ETA θα είναι αυτό της μελλοντικής αστυνομίας του βασκικού καπιταλισμού που θα συγκρούεται με την άκρα αριστερά, και κατά συνέπεια υπερασπιστές της αντεπανάστασης, που αντιμετωπίζουν ήδη την άρνησή της: της προλετάριους που δεν ανέχονται να είναι τέτοιοι άλλο πια.

ΓΕΝΙΚΗ ΑΜΝΗΣΤΙΑ-ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ-ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ.

Αυτόνομες Ομάδες, Αύγουστος 1979

Για τις Αυτόνομες Ομάδες, τους οπαδούς του κόμματος της προπαγάνδας με τη θεωρία και την ένοπλη δράση, που δρούσαν και δρουν στο ισπανικός κράτος, υπάρχει μια αναγκαιότητα ξεκαθαρίσματος ορισμένων όψεων της προπαγάνδας του αστικού και μιας μερίδας του αυτοαποκαλούμενου εργατικού τύπου. Η σύγχυση αποτελεί τον κανόνα, όσον αφορά κάθε πληροφορία που βλέπει το φως σχετικά με τον επαναστατικό αγώνα των προλεταρίων για την αυτονομία τους. Αυτή η σύγχυση είναι μια απόλυτη ανάγκη του κεφαλαίου και των οργάνων αφομοίωσής του (κόμματα, συνδικάτα) για να αποτρέψουν την ανάπτυξη της προλεταριακής αντίληψης της αναγκαιότητας της επαναστατικής υπευθυνότητας σε κάθε τομέα (οργάνωση, ανάλυση, δράση…), που θα του επέτρεπε να αρνηθεί κατ αρχήν τον εαυτό του σαν τάξη, καταστρέφοντας την μισθωτή εργασία και κάθε εξουσία, κινούμενο προς μια κομμουνιστική κοινωνία. Κάθε υποτίμηση της υπευθυνότητας αυτής, γεννά την εξουσία και την επικύρωσή της: την εκμετάλλευση. Μας έχουν κατονομάσει αναρχικούς, ένοπλο βραχίονα της CNT, συμμορίτες, ναρκομανείς κλπ, ενώ το μόνο που είμαστε είναι ο ένοπλος βραχίονας των δικών μας επιθυμιών, ανικανοποίητων από την μιζέρια ενός μισθού. Θεωρούμε αναγκαιότητα σε αυτή τη φάση το ξεπέρασμα των ιδεολογιών, ως εργαλεία διαχωρισμού της εργατικής τάξης. Τα μαρξιστικά ή αναρχικά σχήματα είναι ένα εμπόδιο στον επαναστατικό μετασχηματισμό. Οι αυτόνομες ομάδες καταδεικνύουμε ένα θεμελιώδες πεδίο δράσης: την καταστροφή των φυλακών, την κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς και κάθε εξουσίας. Το ότι κάποιοι από μας έχουν περάσει από το συνδικάτο της CNT σε ατομικό επίπεδο, είχε σαν συνέπεια να κατηγορηθούμε από την αστυνομία ότι αποτελούμε τον «ένοπλο βραχίονα της CNT». Σε κάθε δήλωσή μας προς τους βασανιστές ή τους δικαστές, το έχουμε αρνηθεί κατηγορηματικά. Ωστόσο οι επαγγελματίες οπορτουνιστές προσπαθώντας να επωφεληθούν από τη σύγχυση που καλλιέργησε η αστυνομία προκειμένου να οικειοποιηθούν και να ρευστοποιήσουν τη δράση μας και τους εαυτούς μας. Η CNT το 1936 υποτίθεται ότι ανέβασε το ισπανικό προλεταριάτο σε μια επαναστατική κατάσταση. Ωστόσο, αποδείχτηκε ανίκανη να διατηρήσει και να επεκτείνει τα επιτεύγματα της επανάστασης, με τους -υπουργοποιημένους πλέον- ηγέτες της, ομήρους της αστικής δημοκρατικής κυβέρνησης του κεφαλαίου. Αυτό είναι και το ανώτατο όριο της ιδεολογίας και της υποδομής τους αναρχοσυνδικαλισμού, που διατηρεί στην μούχλα την ίδια αρχαϊκή ιδεολογία όπως και τους «φυσικούς ηγέτες» του. Ο Μάης του ’37 έδειξε στην πράξη τον ρόλο αυτών των ταξικών οδοφραγμάτων: στην υπηρεσία του κεφαλαίου κι ενάντια στο προλεταριάτο.[Σημ. Τις μέρες μεταξύ 3 και 8 Μάη 1937 ξέσπασε μια σειρά οδομαχιών ανάμεσα στους αγωνιστές της CNT και του POUM από την μια μεριά και της πολιτοφυλακής του PCI (Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας). Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν όταν δυνάμεις του Ενιαίου Καταλανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (προσκείμενου στο ΚΚΙ) επιχείρησαν να καταλάβουν ένα τηλεφωνικό κέντρο που λειτουργούσαν αναρχικοί. Οι αναρχικοί και οι μαρξιστές επαναστάτες του POUM έστησαν οδοφράγματα στις γύρω συνοικίες, ενώ η χωροφυλακή και η πολιτοφυλακή του PCI επιτίθονταν αδιάλειπτα. Οι ταραχές εξαπλώθηκαν ενάντια στο PCI, όμως η CNT επενέβη πυροσβεστικά, με πρωτοστατούντα τον υπουργό της Juan García Oliver, αναγκάζοντας τους εργάτες σε συμβιβασμό, ενώ η δημοκρατική κυβέρνηση απέσυρε από το μέτωπο 10.000 στρατιώτες για να ελέγξουν την κατάσταση στην Καταλωνία, συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας αναρχικούς. Η γνωστή Dolores Ibárruri (Πασσιονάρια) έκανε τότε λόγο για χιτλερικό δάχτυλο πίσω από τους «αναρχοτροτσκιστές» προκειμένου να χτυπήσουν τη δημοκρατική κυβέρνηση, για να περάσει στην ίδια διαχρονική ανυποληψία με το κομμουνιστικό κόμμα και τον σταλινισμό. Σαν αποτέλεσμα, διαλύθηκε κάθε ψευδαίσθηση εργατικού ελέγχου, αλλά και ξεκαθαρίστηκε η διασύνδεση της CNT με την κυβέρνηση. (Τα στοιχεία προέρχονται από τα βιβλία των: George Orwell: Homage to Catalonia και Augustin Souchy: The May Days Barcelona ’37) Στην ιστορική στιγμή της αποσύνθεσης του καπιταλισμού, τα συνδικάτα δεν μπορούν παρά να είναι συντηρητικές δυνάμεις αφομοίωσης. Ο διαμεσολαβητικός τους ρόλος στην εκδούλευση της εργατικής δύναμης, αποκαλύπτουν ξεκάθαρα τον ρόλο τους στην αντιπαράθεση κεφαλαίου-προλεταριάτου. Τα πολιτικά κόμματα της αριστεράς και της άκρας αριστεράς αναλαμβάνουν το ίδιο έργο. Δεν είναι παρά η αριστερή πτέρυγα του κεφαλαίου, τα προγράμματά τους εξυπηρετούν τις ανάγκες βελτίωσης του καπιταλισμού, είναι προγράμματα του καπιταλισμού. Δεχόμαστε την ύπαρξη επαναστατών στις τάξεις της CNT (όπως και σε άλλες οργανώσεις), ωστόσο η δράση τους μέσα από αυτήν παραμένει εγκλωβισμένη στον συνδικαλιστικό χαρακτήρα της, υποκαθίσταται από τη διαμάχη για τον πολιτικό έλεγχο της CNT ανάμεσα στις διάφορες ρεφορμιστικές τάσεις και αυτούς. Είναι συνεπώς, καταδικασμένοι να μην προσφέρουν τίποτα στην υπόθεση του επαναστατικού αγώνα. Προτιμούν να παλινδρομούν στους σκοπέλους της ήττας αντί να ξεκινούν τον αγώνα. Η δημοκρατική δικτατορία του κεφαλαίου αντιλαμβάνεται την ανάγκη να ποινικοποιεί τους εξεγερτικούς αγώνες, παρουσιάζοντας τους επαναστάτες σαν συμμορίτες, ναρκομανείς, εγκληματίες κλπ. Στον αποκαλούμενο «εκδημοκρατισμό» του, ο ισπανικός καπιταλισμός δεν μπορεί να παραδεχτεί ξεκάθαρα το γεγονός ότι έχουν απαχθεί και στοιβάζονται στις φυλακές του πάνω από 400 πολιτικοί κρατούμενοι. Είναι σαφές, τέλος, πως δεν σχετιζόμαστε με κανέναν τρόπο με την ιδεολογία του αυτοαποκαλούμενου «ελευθεριακού κινήματος», ούτε βέβαια είμαστε «μαρξιστές». Η πρακτική μας της αυτονομίας της τάξης, μας απαλλάσσει από τέτοιες δομές, που δεν αποτελούν παρά τροχοπέδη στην αυτό-χειραφέτηση των προλεταρίων.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ-ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑΣ.

Αυτόνομες Ομάδες, Σεπτέμβρης 1979

Η πρακτική των αυτόνομων ομάδων βασίζεται σε μια πανάρχαια σχέση: Τις πρακτικές επαναστατικής παρέμβασης γενικευμένης οικειοποίησης, που ξεκίνησαν το ’70, και της συμμετοχής στους κοινωνικούς αγώνες που τείνουν στην αυτονομία της τάξης και την αυτό-οργάνωση του προλεταριάτου, δηλαδή την πραγματοποίηση της αληθινής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτή η σχέση εντατικοποιήθηκε από τη νομιμοποιημένη δολοφονία του Salvador Puig Antich από το ισπανικό κράτος τον Μάρτη του ’74. Οι ένοπλες δράσεις αλληλεγγύης απογειώθηκαν τις ημέρες πριν και μετά τη δολοφονία του, τόσο στην Ισπανία όσο και στο εξωτερικό, λειτουργώντας ως μια συνδετική πλατφόρμα μεταξύ των διαφόρων ομάδων και ατόμων, για να σχηματίσει στη συνέχεια ένα ανώτερο επίπεδο συντονισμού που θα μας επέτρεπε να δώσουμε μια απάντηση πιο ευρεία και πιο αποτελεσματική ενάντια στο κεφάλαιο. Για μας είναι προφανές πως τόσο ο φασισμός όσο και η δημοκρατία είναι δυο μορφές καπιταλιστικής δικτατορίας και εκμετάλλευσης του προλεταριάτου. Όσο για τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν διαφέρουν παρά στο γραφειοκρατικό τρόπο οργάνωσης του κεφαλαίου. Οι πρακτικές παρεμβάσεις των αυτόνομων ομάδων ζωογονούνται από την ύπαρξη των ριζοσπαστικών αγώνων του σύγχρονου κοινωνικού πολέμου ανάμεσα στο προλεταριάτο και τους υπερασπιστές του καπιταλισμού. Δεν αρκούνται σε μια μερική επίθεση για να εκθέσουν τις πιο βάρβαρες πτυχές των αντιθέσεων του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά είναι μια απάντηση καθημερινή και παγκόσμια ενάντια στην ολότητά του. Απάντηση που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τις ακόλουθες: Μια σειρά επιθέσεων με βόμβες και κοκτέιλ μολότοφ καθ’ όλο το ’76 και το ’77 ενάντια σε γερμανικές πρεσβείες για τις «αυτοκτονίες» από το κράτος, των αγωνιστών της RAF, και ενάντια στις γαλλικές πρεσβείες της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης για την έκδοση του Klaus Croissant. Οι επιθέσεις του 1977 έγιναν σε συντονισμό με αυτόνομες ομάδες στη Γαλλία με τους ίδιους στόχους. Στα μέσα του ’78, με αφορμή την επίσκεψη του Giscard d’ Estaing στην Ισπανία, σε συντονισμό με συντρόφους στη Γαλλία, χτυπήθηκαν ισπανικές πρεσβείες στη Γαλλία, καθώς και οι γαλλικές πρεσβείες της Βαρκελώνης και της Βαλένθια. Όλες αυτές οι δράσεις αποτελούν μια απάντηση επαναστατική και διεθνιστική ενάντια στην διεθνή καταπίεση του κεφαλαίου. Όσον αφορά τώρα τους αυτόνομους εργατικούς αγώνες: υπήρχαν οι απεργίες της Roca και των μεταφορών Mateu-Mateu στην Βαρκελώνη. Στην Μαδρίτη, οι απεργίες κατά τη κατασκευή της Roca (1976) και του Metropolitano (1977), ενώ στις αρχές του 1978 γίνονταν παρεμβάσεις στο Μετρό για την μείωση των μισθών. Η αστυνομική κατάπνιξη των συνελεύσεων και η διάλυση της οργάνωσης των εργατών, έφερε μια σειρά από επιθέσεις ενάντια σε παραρτήματα των εταιριών αυτών. Επίσης, κατά το ’75, το ’76, και το 77 στην Βαρκελώνη, τη Βαλένθια και τη Μαδρίτη για την επέτειο της δολοφονίας του Salvador Puig έγιναν επιθέσεις από πολυάριθμα κομάντος σε φρουρές της αστυνομίας και σε αστυνομικά τμήματα.[Σημ: μετά από αρκετά χρόνια αστυνομοκρατίας, οι πρώτες “cocteladas” (μπαράζ με μολότωφ – μπουκαλιάδες που λεν κι οι ντόπιοι) ήρθαν σαν κεραυνός εν αιθρία στην ύπνωση της ισπανικής κοινωνίας. Με τον θάνατο του Φράνκο 40 άτομα, χωρισμένα σε ομάδες των δυο η τριών ατόμων χτύπησαν 15 τράπεζες, στέλνοντας έπειτα μια κοινή προκήρυξη με τίτλο: Να γκρεμίσουμε τους τοίχους των φυλακών!) Αναφορικά με τον αγώνα των φυλακισμένων: στην Βαρκελώνη, τη Βαλένθια και την Μαδρίτη, σε όλη τη διάρκεια του ’77 και στις αρχές του ’78, έγιναν πολυάριθμες απόπειρες εναντίον δικαστών, επιθέσεις στις «φυλακές-πρότυπο» της Βαρκελώνης και σε γραφεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών αυτού του είδους αγώνα, καταφύγαμε στην απαλλοτρίωση: ενάντια σε τράπεζες, ιδιωτικές επιχειρήσεις, παραχαράξεις, επιτιθέμενοι στο κεφάλαιο παίρναμε πίσω, άμεσα ή έμμεσα, ένα μέρος απ όσα χρειαζόμασταν. Οι περισσότεροι από μας, αφού είχαμε ήδη φυλακιστεί, αναλάβαμε την ευθύνη για πολλές ακόμα απόπειρες και απαλλοτριώσεις. Οι υπόλοιποι δηλώσαμε την αλληλεγγύη μας με ανάλογες επιθέσεις και απαλλοτριώσεις, αν και δεν είχαμε συμμετάσχει στις συγκεκριμένες, δυσχεραίνοντας τη δουλειά της αστυνομίας και των δικαστών που μας είχαν κατηγορήσει ήδη για τις περισσότερες χωρίς αποδείξεις, μετά από άγρια βασανιστήρια. Οι δράσεις μας δεν στοχεύουν να δείξουν κάτι στους προλετάριους παρά να αντιμετωπίσουν δυναμικά την αλλοτρίωσή τους έξω από το πεδίο των πολιτικών και των συνδικάτων (με άγριες απεργίες, μαχητικές συνελεύσεις…). Στα μέσα του ’75 το αυτόνομο κίνημα στην εργασία, στα σχολεία, στις γειτονιές, αντιμετώπισε την εναλλακτική της ένταξης στη CNT και της συνακόλουθης αναγέννησής της, θεωρώντας πιθανή την σύμπτυξη των επαναστατικών στοιχείων κάτω από την αναρχοσυνδικαλιστική δομή της, που απλωνόταν σε όλη την έκταση του κράτους. Με το θάνατο του Φράνκο, το εργατικό κι επαναστατικό κίνημα ερχόταν για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια δικτατορίας, σε επαφή με την προοπτική ένταξης σε νόμιμες πολιτικές οργανώσεις και συνδικάτα. Έχασε έτσι όλη τη δύναμη που του εξασφάλιζε η ενότητά του στους χώρους εργασίας κι έξω από αυτούς, παραχωρώντας τα περισσότερα μέλη του στα πολιτικά κόμματα και στα συνδικάτα, εγκαταλείποντας το ταξικό πεδίο για να εισχωρήσει στις διάφορες θέσεις των μηχανισμών της δημοκρατικής πλέον, δικτατορίας του κεφαλαίου: στα κόμματα και τα συνδικάτα. Η CNT στάθηκε η μοναδική κλασσική εργατική οργάνωση που απολάμβανε ακόμα μια σχετική συμπάθεια σε μερικούς τομείς του προλεταριάτου, οφειλόμενη στο επαναστατικό παρελθόν που η εξορισμένη (από τον Φράνκο) γραφειοκρατία της διαφήμιζε και καρπωνόταν, για το οποίο ωστόσο υπεύθυνοι ήταν οι ανώνυμοι αγωνιστές της βάσης που πολέμησαν μέχρι τον Μάη του 1937 και ακόμη μετά την ήττα, που έγιναν οι αντάρτες των πόλεων και της υπαίθρου της δεκαετίας του ’60, τους οποίους η γραφειοκρατία πάντοτε εχθρευόταν και ήθελε να ελέγχει πολιτικά, τους «incontrolados» (ανεξέλεγκτους, έτσι ονόμαζαν οι αναρχοσυνδικαλιστές τους αναρχικούς αγωνιστές που δεν ήλεγχαν, από τη Σιδηρά Ταξιαρχία της επανάστασης μέχρι τους αντάρτες της δικτατορίας…) στους οποίους οφείλει ολόκληρο το επαναστατικό παρελθόν της. Και σε αυτό το παρελθόν και τη σχετική «ελευθεριακότητά» της οφείλει την ύπαρξή της, και γι αυτό δεν υπάρχει και μια καθαρή εξήγηση του τι είναι πλέον η CNT, είναι ένα συνδικάτο ή μια οργάνωση αυτόνομων ομάδων; Σύγχυση που εξυπηρετεί στον εισοδισμό από στοιχεία που διαφορετικά έτειναν στην «προπαγάνδα με τη δράση»… Ο συντονισμός των αυτόνομων ομάδων που ασκούν προπαγάνδα με τη δράση και με τη θεωρία, ενιαίος σε μια κοινωνική εξέγερση, αναγεννά την προοπτική της συνέχισης και της επέκτασης των συνελευσιακών αυτόνομων μορφών, που ήδη υπάρχουν στους χώρους εργασίας και στο δρόμο, στο φοιτητικό κίνημα κλπ, και ξαναφέρνουν στο προσκήνιο το φάντασμα του ενιαίου αγώνα χωρίς οργανώσεις-σφραγίδες, ενάντια στα κόμματα και τα συνδικάτα, διασπαρμένου σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο εξ αιτίας της υποχρεωτικής παρανομίας στην οποία τον υποχρέωνε η δικτατορία του Φράνκο, δυνάμενου ωστόσο να περάσει ένα βήμα μπροστά παρά το μεγαλύτερο πρόβλημά του: την πολυδιάσπαση και τον τελικό κατακερματισμό του. Αυτό οφείλεται στην νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε με τον θάνατο του Φράνκο και την αλλαγή από τη δικτατορική στην δημοκρατική μορφή διαχείρισης του κράτους. Εμφανίστηκε ξανά η δυνατότητα να μπορούμε να οργανωθούμε δημόσια, αυτή τη φορά πειθαρχημένοι και υποταγμένοι, διεκδικώντας στα πλαίσια της «νομιμότητας», αντί να αμφισβητούμε την κυρίαρχη «νομιμότητα» εξερευνώντας και διευρύνοντας την δική μας αυτονομία, επεκτείνοντας και βελτιώνοντας τις οργανωτικές μορφές που ήταν ήδη σε χρήση από το μεγαλύτερο μέρος του κινήματος στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και τις σχολές, και στο δρόμο, και εγκαταλείφθηκε με τις μαζικές εισχωρήσεις στη CNT. Από την αναδημιουργία της κι έπειτα, παρέμειναν στον μόνο οι αυτόνομες ομάδες προπαγάνδας με τη δράση και τη θεωρία και λιγοστές ακόμα ομάδες βάσης, απομονωμένες πλήρως, συνεπείς στην αυτό-οργάνωση της τάξης, να αναδεικνύουν μια επιθετική προοπτική, μέσα στο παλιό αυτόνομο κίνημα. Κάποιοι από τους συντρόφους του αυτόνομου κινήματος, θιασώτες της προπαγάνδας με τη δράση και τη θεωρία, αποφάσισαν να εισχωρήσουν στις τάξεις της CNT ως άτομα, για να προσπαθήσουν να την εκτρέψουν προς μια πιθανότητα επαναστατικής οργάνωσης στην οποία ήλπιζαν, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα την δράση τους στις αυτόνομες ομάδες και τον συντονισμό που υπήρχε τότε, που με τη σειρά τους θεωρούσαν τη CNT λίγο-πολύ ένα ακόμη συνδικάτο του συρμού, μια εναλλακτική για τον καπιταλισμό σανίδα σωτηρίας στην οικονομική κρίση στην οποία διερχόταν, που επιπλέον παρεμποδίζει την ανάπτυξη ενός αυτό-οργανωμένου προλεταριακού κινήματος, μιας και η οργάνωση αυτή φρενάρει ή ξεπουλάει την επαναστατική δυναμική ανάλογα με τα καθαρά συνδικαλιστικά της συμφέροντα, είναι συνεπώς ρεφορμιστική. Αυτή η προφανής αντίφαση βρίσκει το ξεπέρασμά της στην δική μας κοινή πρακτική, που επιτρέπει στον καθένα να την οικειοποιηθεί διατηρώντας την αυτονομία του, αποφεύγοντας έτσι να καταλήξουμε μια μόνιμη οργάνωση, με τους ειδικούς της, την ιεραρχία της και τα αλάθητα ιδεολογικά σχήματα του κάθε κόμματος ή κομματικού υποκατάστατου. Αυτή η ποικιλομορφία, ευνοεί τον διαρκή εμπλουτισμό της επαναστατικής πρακτικής μας. Η κριτική που γίνεται στη CNT από μεριάς των μελών των ομάδων που συμμετέχουν στον αυτόνομο συντονισμό και αρνήθηκαν να ενταχθούν σ αυτήν, θεωρώντας την ανάλογη των υπόλοιπων κομμάτων και συνδικάτων, σαν συντηρητικό μηχανισμό άμυνας της μισθωτής σκλαβιάς κι εξομάλυνσης των αντιθέσεων που γεννά, και κατά συνέπεια του κεφαλαίου, ολοκληρωτικά ανίκανης για την ανατροπή του, επιβεβαιώνεται πια, 4 χρόνια μετά την αναδημιουργία της, από τους ίδιους αυτούς που προσέβλεπαν σε αυτήν πιθανολογώντας την μετατροπή της σε επαναστατική οργάνωση, για να εγκλωβιστούν στη συνέχεια στα ίδια εγγενή αδιέξοδα που χαρακτηρίζουν κάθε κόμμα ή συνδικάτο: Γραφειοκρατία, διαμάχη για την εξουσία, ολοκληρωτικός έλεγχος της βάσης, που δεν έχει πρόσβαση στα μέσα πληροφόρησης για να εκφράσει τις ιδέες της. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της CNT καυχιέται για την εικόνα του επαναστατικού παρελθόντος της, ενώ την ίδια στιγμή ξεπουλά το απονεκρωμένο πια παρελθόν προς ίδιον όφελος. Η διαμάχη για την εξουσία ανάμεσα στις διάφορες τάσεις και η απουσία ουσιαστικών προτάσεων για την τάξη, χρονολογούνται από την εγκατάλειψη της CNT από αρκετά στοιχεία που συνετέλεσαν στην αναδημιουργία της. Προερχόμενοι οι ίδιοι από το αυτόνομο κίνημα στους χώρους εργασίας, στις σχολές και στο δρόμο, που παράτησαν την αυτό-οργανωμένη δράση προς χάρη μας συνδικαλιστικής πρακτικής. Αυτή η εισροή αρχικά την ωφέλησε, μιας και η πλειοψηφία των εντασσόμενων στη CNT κατευθυνόταν εκεί ωθούμενη από τα δικά της αδιέξοδα και τα οργανωτικά προβλήματα που απέδιδαν στο αυτόνομο κίνημα, αναζητώντας πλέον στην γραφειοκρατία αυτό που τους έλειπε: ένα ένδοξο σύμβολο και τους μιλιτάντες του. Το αυτόνομο εργατικό κίνημα δεν κατέθεσε ρητά τις ιδέες που σχηματίζουν την αυτονομία της τάξης στην πράξη -ίσως πάλι να μην αντιλήφθηκε ποτέ την εισχώρησή του στη CNT- εξ αιτίας της σύμφυτής του θεωρητικής αδυναμίας, οπότε δεν έχουμε παρά να παραδεχτούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού κινήματος πάντοτε απαξίωνε τη θεωρία ως ενασχόληση κουλτουριάρηδων. Από τη μεριά μας, καταλογίζουμε στους θεωρητικούς την αδυναμία τους να περάσουν το πάθος τους από τη θεωρία στην πρακτική, πράγμα που θα αναλάβουμε οι ίδιοι ακόμη κι εναντίον τους. Αυτό θα το ονομάζαμε «θεωρητική απαλλοτρίωση». Η αυτονομία δεν είναι απλώς μια κοινή πρακτική που βασίζεται σε ένα μίνιμουμ συμφωνιών πάνω στη δράση, αλλά επίσης μια θεωρία συνδεδεμένη με τον τρόπο ζωής μας, τον αγώνα και τις ριζικές ανάγκες μας. Θεωρία που αν κάποιο από τα συστατικά της το θεωρούμε ξεπερασμένο, τότε του ασκούμε την πιο οξεία κριτική μας και το απαξιώνουμε, για να μη ξεπέσει σε ιδεολογία ή δόγμα που θα μας εμπόδιζε στην πραγματοποίηση του κομμουνισμού. Σήμερα, υπάρχουν στη CNT κάποιοι πυρήνες δυνητικά επαναστατικοί, συμπαθούντες της ένοπλης πάλης, που πλησιάζουν τις θεωρητικές τοποθετήσεις και το συντονισμό των αυτόνομων ομάδων. Τους καλούμε να παρατήσουν τη CNT. Παρατώντας την οργάνωση και μαζί με άλλα εξω-οργανωσιακά ριζοσπαστικά στοιχεία μπορούν/μπορούμε να δημιουργήσουμε μια νέα οργανωσιακή μορφή, εφήμερη, βασισμένη στην αυτονομία της τάξης, όπου η υποδομή θα ευνοεί την μέγιστη αυτονομία των ατόμων, τον συντονισμό και τον αγώνα, και δεν θα τον εμποδίζει, μιας και η CNT είναι ολότελα ακατάλληλη για αυτούς τους στόχους μιας και η ονομασία της η ίδια προσδιορίζει τους στόχους της (CNT: Confederación Nacional de Trabajo – Εθνική Συνομοσπονδία της Εργασίας). Ας ξεκινήσουμε να οργανωνόμαστε μόνοι μας στους χώρους όπου εκτυλίσσονται οι κοινωνικές δραστηριότητές μας. Θεωρούμε την αυτονομία της τάξης, αντανάκλαση της οικειοποίησης όλων αυτών που μας στερεί την απόλαυσή τους το κεφάλαιο, εάν δεν έχουμε το χρηματικό αντίτιμό τους, όλων αυτών που χρειαζόμαστε χωρίς καμιά διαμεσολάβηση, αντιμετωπίζοντας το προφανές: ότι η λεηλασία είναι η κομμουνιστική πρακτική της εποχής μας, που εκτείνεται από τις απαλλοτριώσεις τραπεζών, τις καταλήψεις σπιτιών, το να μην πληρώνεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς, τις λεηλασίες των σούπερ-μάρκετ, τα ελεύθερα ραδιόφωνα, ως την άρνηση της μισθωτής σκλαβιάς κλπ… Χωρίς να υπερτερεί η μια της άλλης, σχηματίζουν μια αιχμή επίθεσης και λεηλασίας του κεφαλαίου. Είναι πρακτικές που αλληλοσυμπληρώνονται και δεν αποκλείει η μια την άλλη. Σε αντίθεση με τις πολιτικές οργανώσεις ο δικός μας συντονισμός των αυτόνομων ομάδων και ατόμων, έγκειται πάνω απ’ όλα στην χαρά του να είμαστε μαζί και να χωρίζουμε, σαν αυτόνομα όντα που προτιμούμε να ζήσουμε τις κομμουνιστικές σχέσεις εδώ και τώρα, παρά να ελπίζουμε σε μια προκαθορισμένη μελλοντική επανάσταση που θα ζήσουμε κάποτε. Η συνεύρεσή μας και η πρακτική μας προκύπτουν από τις κοινές ανάγκες μας που καταπνίγονται στην αθλιότητα ενός μισθού, που δεν μπορεί ούτως ή άλλως να τις ικανοποιήσει. Όταν πραγματοποιούμε μια επίθεση σε μια τράπεζα, αυτό που αναζητάμε πάνω απ’ όλα είναι η εξεγερτική χαρά της επίθεσης στο καπιταλιστικό σύστημα που μας καταπιέζει και μας εκμεταλλεύεται, όχι η ηθική ικανοποίηση του μιλιτάντη που νιώθει υποχρεωμένος να «απελευθερώσει» την εργατική τάξη από τα δεσμά της, δρώντας για λογαριασμό της, σαν διαχωρισμένη πρωτοπορία που αποζητά τη συντήρησή της ως τέτοια, καταλήγοντας έτσι αντεπαναστατική, αλλά απλώς για τη χαρά του εξεγερτικού παιχνιδιού της καταστροφής όλων όσων μας εμποδίζουν να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες και τα πάθη μας, του να είμαστε και να μας αντιμετωπίζουν σαν ανθρώπινα όντα κι όχι σαν αποξενωμένες εμπορευματοποιημένες υπάρξεις. Πρέπει να κάνουμε σαφές ότι στην ολότητά του το αγωνιστικό κάλεσμά μας για την απελευθέρωση όλων των φυλακισμένων επαναστατών στην Ευρώπη, κατηγορούμενων για ενέργειες ένοπλης πάλης ή συμπαθούντων, δεν συνεπάγεται για μας τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου ένοπλου αγώνα, αλλά μόνο της αλληλεγγύης μπροστά στην καταστολή και την καταπίεση. Στο βαθμό αυτό, δεν θα δικαιολογήσουμε, ούτε θα κριτικάρουμε τις πολιτικές απόψεις της RAF, των Brigatte Rosse�, ούτε την εθνικιστική ιδεολογία της ETA, του IRA� Η επαναστατική αλληλεγγύη μπαίνει σφήνα στην δράση στα εργοστάσια και στο δρόμο, όχι με τον παθητικό μιλιταρισμό, αλλά με τον καθημερινό και παγκόσμιο αγώνα ενάντια στον παλιό κόσμο του κεφαλαίου.

Αυτόνομες Ομάδες, Οκτώβρης 1979

Αποσπάσματα από ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΩΝ GG.AA. (GRUPOS AUTÓNOMOS – αυτόνομες ομάδες) ΓΙΑ ΤΗ FIGA (FEDERACIÓN IBÉRICA DE GRUPOS ANARQUISTAS – ιβηρική συνομοσπονδία αναρχικών ομάδων):

Πως αντιλαμβάνεστε οι ίδιοι τις GG.AA. και ποιο είναι το ιδεολογικό σας πλαίσιο;

Κατ αρχήν πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν εκπροσωπούμε με κανένα τρόπο την «Αυτονομία» στο σύνολό της, παρά μονάχα τους ίδιους τους εαυτούς μας όπως διαμορφώθηκαν από τις εμπειρίες μας. Θεωρούμε τους εαυτούς μας μέρος αυτού που λέμε «Αυτονομία». Ο κόσμος που λειτουργεί με έναν ανεξάρτητο τρόπο, σε αντίθεση με τα κόμματα και τα συνδικάτα, καθώς και άλλοι που αναγνώριζαν τους εαυτούς τους σε αυτόν τον χώρο, δεν είχε δημιουργήσει κάποιον συντονισμό πιο ευρύ και αποτελεσματικό μέχρι την δολοφονία του Salvador Puig Antich από το ισπανικό κράτος την Μάρτη του ’74, με την οποία οι ένοπλες ενέργειες ξέσπασαν σε μια ιστορική έκρηξη, θέτοντας τις βάσεις για τον συντονισμό κάποιων ομάδων με παρεμφερή χαρακτηριστικά. Αυτό όσον αφορά τη γεωγραφική περιφέρεια της Μαδρίτης. Όσον αφορά πάλι τη Βαρκελώνη, ήδη από τα τέλη του ’69 υπήρχαν αυτόνομες ομάδες που εξελίχθηκαν κατά ένα μέρος τους στις GOA (grupos obreros autónomos – αυτόνομες εργατικές ομάδες) που τελικά κατρακύλησαν σε έναν κλασσικό εργατισμό. Από την άλλη υπήρχε κόσμος που προτίμησε να οπλιστεί, δημιουργώντας το MIL. Αρχικά εμείς ξεκινήσαμε από ένα μίνιμουμ κοινών πεποιθήσεων, σε αντίθεση με τις κλασσικές οργανωτικές δομές που απαιτούν τη συμμόρφωση με ένα δόγμα, ένα σύστημα αρχών, μια ιδεολογία ή ένα θεωρητικό σχήμα συμπαγές και ακλόνητο, που προσαρμόζεται ανά περίπτωση σε κάθε γεγονός. Στη Βαρκελώνη αυτό το μίνιμουμ θεωρητικό-πρακτικών συμφωνιών ενσαρκώθηκε στην Πλατφόρμα των Εργατικών Επιτροπών, οργάνωση που δημιουργήθηκε στις αρχές του ’70 και συμπεριλάμβανε μια σειρά ομάδων που έρχονταν σε ρήξη με την κηδεμονία του κομμουνιστικού κόμματος. Προσδιοριζόταν ως αντικαπιταλιστική, αυτόνομη, αντι-συνδικαλιστική, αντι-εξουσιαστική και παράνομη οργάνωση. Έως τώρα οι Αυτόνομες Ομάδες βρίσκονταν στους «Ανεξάρτητους» της Μαδρίτης, στο MIL και σε έναν μικρό βαθμό στις GOA, καθώς επίσης και σε μια ομαδοποίηση που είχαν σχηματίσει με θεωρητικό-πρακτικές δραστηριότητες, που συμπεριλαμβανόταν στην «Πλατφόρμα». Στα μέσα του ’74 η «Πλατφόρμα» κατέρρευσε κάτω από την έλλειψη εσωτερικής συνοχής, ενώ κάποιος κόσμος συμφιλιώθηκε με τα κόμματα και τα συνδικάτα και κάποιοι άλλοι, οι λεγόμενοι «ξεκρέμαστοι» αρκέστηκαν σε διαχωρισμένες ιδεολογίες όπως η αντι-εξουσία, ο αντι-συνδικαλισμός κλπ. κάποιος κόσμος τέλος, ήρθε μέσα από μια κοινή πρακτική σε επαφή με ομάδες της Βαρκελώνης, αργότερα της Μαδρίτης και τέλος με άτομα από την Βαλένθια. Όλους μας ένωνε ένα μίνιμουμ συμφωνιών που συγκεκριμενοποιούνταν σε μια κοινή επιθυμία: την άρνηση να εγκαθιδρύσουμε μια νέα ιδεολογία, ή να πλασάρουμε την ιδεολογία της «αυτονομίας». Να αγωνιστούμε συνολικά ενάντια στον καπιταλισμό, εκκινώντας τον συντονισμό μας από μια ριζική συμφωνία στη δράση: ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ, ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΚΑΤΑΠΙΕΣΤΙΚΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ. Δεχόμαστε την οργάνωση μόνο για τους συγκεκριμένους στόχους. Θεωρητικοποιούμε την πρακτική μας και κάνουμε πράξη την θεωρία μας. Είμαστε αντίθετοι με κάθε ιδεολογία, ως εργαλείο διαχωρισμού του πραγματικού κομμουνιστικού κινήματος. Θα ήταν προφανώς ασάφεια να μιλάμε για το «ιδεολογικό» μας πλαίσιο όντας αντίθετοι σε κάθε ιδεολογία. Αντιλαμβανόμαστε την αυτονομία των υποκειμένων σαν την άρνηση παραίτησης από την υπευθυνότητα σε όλους τους τομείς: οργάνωση, δράση, προπαγάνδα κλπ. Κάθε παραίτηση από την υπευθυνότητα γεννά την εξουσία, και κάθε παραίτηση έχει τις συνέπειές τις. Η πραγματική αυτονομία των ατόμων, των ομάδων ή της τάξης στην ολότητά της, πραγματοποιείται αθροίζοντας αυτές τις επαναστατικές υπευθυνότητες, την παγκόσμια ευθύνη ενάντια στον καπιταλισμό.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είστε επίσης αντικρατιστές;

Φυσικά, είναι προφανές: δεν υπάρχει κράτος χωρίς εξουσία…

Πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να αναδιοργανώστε τη ζωή σε μια κοινή βάση με τα αναρχικά ιδεώδη;

Μία από τις συμφωνίες που απαιτούμε είναι ότι για τον συντονισμό των ομάδων είναι να απέχουμε από κάθε ιδεολογία, ενώ αντιτάσσουμε την κοινή πρακτική και τις ανάγκες μας στη βάση κάποιων ελάχιστων συμφωνιών. Όσον αφορά αυτές τις συμφωνίες θα μπορούσαν κάλλιστα να ικανοποιήσουν έναν αναρχικό. Στην πραγματικότητα πολλοί από μας αυτό-προσδιορίζονται ως αναρχικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε φορείς μιας «αναρχικής» ιδεολογίας, στην οποία είμαστε αντίθετοι με τον ίδιο τρόπο που είμαστε αντίθετοι και στα κόμματα, τα συνδικάτα και τη μισθωτή εργασία.

(…)

Πραγματικά, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι GG.AA. θα μπορούσαν να είναι μια αποκλειστικά αναρχική οργάνωση;

Όχι, ούτε αποκλειστικά αναρχική, ούτε αποκλειστικά μαρξιστική. Σκεφτόμαστε τον συντονισμό των GG.AA. σαν μια οργάνωση με συγκεκριμένους στόχους. Είπαμε ήδη ότι απέχουμε από κάθε ιδεολογία προς όφελος της πρακτικής μας που είναι προϊόν των κοινωνικών συνθηκών. Δε θέλουμε να συζητάμε για χρόνια για να παράγουμε μια διαφωτιστική πολιτική θεωρία και παράλληλα να δουλεύουμε κι από πάνω. Χτυπάμε την αλλοτρίωση που επιφέρει την ανάγκη μιας στεγανής ιδεολογίας κάποιας οργάνωσης και προσπαθούμε να αποφύγουμε την αναβάθμιση των στόχων σε κεντρικό επίπεδο. Κάθε άτομο πρέπει να είναι υπεύθυνο για τη δράση, την προπαγάνδα κλπ. Δεν παρατάμε με τίποτα μια ευθύνη μας και σε κανέναν. Είμαστε οργανωμένοι γύρω από αυτούς τους συγκεκριμένους στόχους, όταν οι στόχοι μας εξαλειφθούν, η οργάνωση θα αυτό-διαλυθεί.

Τι γνώμη έχετε για τη CNT;

Λοιπόν, για καλύτερη κατανόηση θα τη διαιρέσουμε σε 2 μέρη. Ιστορικά, η CNT είχε τη δυνατότητα να κερδίσει την επανάσταση το ’36, μιας και την είχε επεκτείνει, στην πράξη μόνη της, σε επίπεδο στρατιωτικής αντιπαράθεσης. 4 μήνες αργότερα, εισχώρησε με 4 υπουργούς της σε μια κυβέρνηση που δεν ήταν και τόσο «επαναστατική», βασικά θα λέγαμε ήταν αντεπαναστατική. Θεωρούμε πως η εξήγηση ότι αυτό ήταν ένα προσωπικό λάθος της Montseny, ή του García Oliver, δεν στέκει, αλλά είναι η ίδια η οργανωτική δομή της CNT που επέτρεψε την κατάσταση αυτή. Η CNT όντας περισσότερο ένα συνδικάτο παρά μια επαναστατική οργάνωση, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί διεξόδους για τις κρίσεις του καπιταλισμού, όπως έκανε και την αποφασιστική στιγμή που θα μπορούσε να ανατρέψει την κυβέρνηση ή να γίνει μέρος της εξ ίσου αντιδραστικό όπως και κάθε κυβέρνηση. Με μια λέξη η αναδημιουργία της CNT θα μπορούσε να περιγραφεί ως αντίθεση στις αυτόνομες ομάδες. Οι μεν θεωρούσαν την οργάνωσή τους άψογη, ενώ οι δε πίστευαν ότι δεν μπορεί να απαλλαγεί από το γενετήσιο ελάττωμά της, που δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη του καιροσκοπισμού της, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην πεποίθηση ότι «με την δημοκρατία τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα». Οι αυτόνομοι πίστευαν πως πρέπει να γίνει μια ανάλυση της εξέλιξης του ισπανικού καπιταλισμού και της ταξικής σύγκρουσης προτού δοθεί το πράσινο φως στη CNT. Αυτοί που πίστεψαν στη CNT, έβλεπαν σε αυτήν την αντανάκλαση όλων των σχηματοποιημένων τάσεων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αντικαπιταλιστικές ή αντι-εξουσιαστικές που οργανωμένες σε εθνικό επίπεδο σε ένα μετωπικό σχήμα θα μπορούσαν να ενώσουν όλες τις δυνάμεις που προέτασσαν την κοινωνική αλλαγή. Με μια τέτοια ανάλυση συμμετείχαν στην αναδημιουργία της CNT και ενδυνάμωσαν το συνδικαλισμό, χωρίς να ξεχνούν πάντοτε την πρακτική των αυτόνομων ομάδων. Σήμερα, μετά από 4 χρόνια πορείας της CNT στο κοινωνικό κίνημα, η κριτική που μπορούμε να της κάνουμε είναι η ίδια με κάθε συνδικάτο ή κόμμα, ως εργαλείο συντήρησης που χρησιμοποιεί ο καπιταλισμός για τις δικές του ισορροπίες. Αναγνωρίζουμε ωστόσο ότι υπάρχουν πυρήνες επαναστατών μέσα στη CNT που όμως δεν έχουν τη δύναμη να συγκρουστούν με τη γραφειοκρατία του συνδικάτου, ούτε και να εξελιχθούν προς μια σαφή κατεύθυνση.

Μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν ότι είστε σε κόντρα με τη CNT;

Ναι, ως συνδικάτο. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν έχουμε καμιά ιδιαίτερη φοβία για τη CNT, απλώς συμπυκνώνει την κριτική που ασκούμε στα συνδικάτα και τα κόμματα, τα οποία αδυνατούμε να δούμε ως εργαλεία κατάλληλα για μια κοινωνική επανάσταση. Επίσης τυχαίνει κάποιοι από μας να έχουν περάσει από τη CNT σε ατομικό επίπεδο και να ξέρουν από μέσα τις διασυνδέσεις και τα πολιτικά παιχνίδια της. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τον κόσμο της Βαρκελώνης, όταν η αστυνομία, ως όργανο προπαγάνδας του κεφαλαίου κατέβαλε κόπο για να μας παρουσιάσει σαν τον «ένοπλο βραχίονα» της CNT βασισμένη σε κάποια φυλλάδια της CNT που βρέθηκαν σε ένα σπίτι, ήταν επιτακτική ανάγκη να αρνηθούμε κάθε συσχετισμό τόσο στα δικαστήρια όσο και στις προκηρύξεις που κυκλοφόρησαν μέσα από τη φυλακή. Φυσικά αυτό που η αστυνομία παρουσίασε ως τρομερό εύρημα δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Τι πιστεύετε για τη FAI;

Για ποια FAI, γιατί υπάρχουν πολλές, έτσι δεν είναι; Το μόνο εργαλείο που μπορούμε να μεταχειριστούμε είναι η επανίδρυσή της στις αρχές του 1977. Η κριτική μας βασίζεται στην πεποίθησή μας ότι δεν γίνεται να μαζεύεις ένα σωρό κόσμο χωρίς κάποια πραγματική βάση, χτίζοντας αναίσχυντα μια οργάνωση από τα πάνω προς τα κάτω, όπου ακόμα κι αν υπήρχαν οι ομάδες της βάσης που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν, μετά από λίγο εγκατέλειψαν κάθε δράση. Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως η FAI δεν υπάρχει. Όσον αφορά πάλι την ιστορική FAI, το πράγμα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο. Η κριτική μας προς αυτήν έγκειται στο γεγονός ότι αν και ευνόησε την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κατάστασης πράγμα που οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην πρακτική του ένοπλου αγώνα. Πιστεύουμε ότι το επαναστατικό κίνημα ευνόησε κάποιες προσωρινές οργανωτικές δομές ανάμεσα στους εργάτες, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους οπλισμένους τραμπούκους των αφεντικών, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Ωστόσο για να μετατραπεί αυτό σε μια μόνιμη, συμπαγή οργάνωση χρειάστηκε να υποκαταστήσει την εργατική τάξη στους στόχους που η ίδια έθετε. Από την μεριά μας αναγνωρίζουμε τη συμμετοχή της σε μια επαναστατική κατάσταση, που όμως βρέθηκε ανίκανη, με τον ίδιο τρόπο με τη CNT, να προχωρήσει σε μια επαναστατική αλλαγή. Αυτή τη λάθος κατάληξη τη θεωρούμε φυσική συνέπεια της σύγχυσής της σχετικά με το τι είναι η εργατική τάξη και ποια η υπευθυνότητά της, που δεν πρέπει να παραχωρεί με τίποτα. Ένα ακόμη σφάλμα που βλέπουμε στη FAI είναι η ανάληψη ενός ρόλου ιδεολογικής κατεύθυνσης της CNT, φερόμενης ως αναρχικής. Αυτό απέφερε την μαζική είσοδο των διανοούμενων, δηλαδή της σαβούρας που βαραίνει τις επαναστατικές καταστάσεις. Βλέπουμε ως θετικό στοιχείο το γεγονός ότι η FAI κατέφυγε στην πρακτική του ένοπλου αγώνα, όταν βρέθηκε σε συγκεκριμένες καταστάσεις, φανερώνοντας έτσι τη σημαντικότητα του ένοπλου αγώνα στη χειραφέτηση της τάξης.

Μιλάτε συνέχεια για την ένοπλη πάλη, υπάρχουν όμως κι άλλες ομάδες που την εφαρμόζουν όπως οι ΕΤΑ, GRAPO κλπ. Τι σκέφτεστε για αυτή την ένοπλη πάλη κι αυτές τις οργανώσεις;

Βλέπουμε την ένοπλη επαναστατική πάλη σαν ριζοσπαστική σύγκρουση με το Κεφάλαιο. Αυτή είναι η μόνη συνεκτική μορφή πάλης ενάντια στη θεσμική καταπίεση του κράτους. Αδυνατούμε να βρούμε κάποιο λόγο για να μην την χρησιμοποιήσουν οι προλετάριοι. Όσον αφορά την ένοπλη πάλη αυτών των δυο οργανώσεων, υπάρχουν κάποιες διαφορές. Στην περίπτωση της ΕΤΑ είμαστε σύμφωνοι στο βαθμό που υπάρχει μια στρατηγική καταστροφής του κράτους. Τώρα όσο μιλούν για δημιουργία ενός βασκικού κράτους «σοσιαλιστικού», ανεξάρτητου κλπ δεν μπορούμε να συμφωνούμε. Νομίζουμε πως αυτό που πρέπει να αναλάβει η ΕΤΑ είναι να αποσαφηνίσει το κοινωνικό πρόταγμά της. Σ αυτή τη φάση μας φαίνεται πιο συνεκτικό το στρατιωτικό σκέλος της ΕΤΑ, αν και δεν απολαμβάνει ιδιαίτερο σεβασμό. Με όλο το σεβασμό στη GRAPO, η πρώτη αντίφαση που διακρίνουμε είναι ότι δεν έχει νόημα να μιλάς για τη δημοκρατία όταν παίρνεις τα όπλα, μιας και η δημοκρατία σου επιτρέπει να αγωνίζεσαι χωρίς όπλα. Μια δεύτερη αντίφαση εντοπίζουμε στην ανάλυση της GRAPO για την μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία που βασίζεται σε ένα αντιφασιστικό κλίμα, ενώ στην πραγματικότητα μια συνεκτική θεωρία της ένοπλης πάλης μπορεί να γίνει αποκλειστικά σε αντικαπιταλιστική βάση, βλέποντας κριτικά την εξέλιξη του κράτους. Ο φασισμός και η δημοκρατία είναι δυο διαφορετικές μορφές κυριαρχίας του Κεφαλαίου. Μια τρίτη αντίφαση που βλέπουμε στην πλειοψηφία των ενεργειών που πραγματοποιούσε, και εκτός από ένα μικρό μέρος τους οι υπόλοιπες δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαναστατικές.

Τι άποψη έχετε για τη FIGA;

Λοιπόν, αρχικά υπήρχε μια παραπληροφόρηση σχετικά με ότι έφτανε σε μας στις φυλακές και δεν το έχουμε εμβαθύνει αρκετά στις συζητήσεις μας. Από την άλλη, δεν έχουμε ακούσει τίποτα για κάποια δράση σας στο δρόμο, που να δείχνει τη δυναμική σας. Μας δίνει γενικά την εντύπωση ότι προσπαθεί να καλύψει το κενό της ιστορικής FAI.

Πόσα μέλη των GG.AA. είστε στη φυλακή αυτή τη στιγμή;

Πάνω κάτω 30.

Ταυτίζεστε με κάποιο κίνημα του εξωτερικού;

Με το αυτόνομο κίνημα, ιδιαίτερα της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας� Οι GG.AA. δεν είναι ένα κίνημα διεθνιστικό ούτε εθνικιστικό. Είναι στην τελική η δράση που μας φέρνει κοντά σε κινήματα και οργανώσεις.

Πως αντιλαμβάνεστε οι ίδιοι τον αγώνα και την αλληλεγγύη στους φυλακισμένους σήμερα;

Έχουμε τονίσει πολλές φορές ότι δεν ενδιαφερόμαστε για την οικονομική αλληλεγγύη, δε θέλουμε να μας στέλνουν ρούχα, φαγητά… Την αλληλεγγύη την αντιλαμβανόμαστε μέσω της δράσης. Αυτό που βοηθάει τους φυλακισμένους είναι αυτό που τους φέρνει πιο κοντά στην ελευθερία τους, είναι οι παγκόσμιες επιθέσεις στο καπιταλιστικό σύστημα.

Έχετε δεχτεί βοήθεια από τη CNT;

Κάποιοι από μας, στους πρώτους μήνες μετά τη σύλληψή τους δέχονταν μια τακτική οικονομική βοήθεια, όπως και επιταγές από διάφορα συνδικάτα π.χ. των χημικών της Βαρκελώνης, μετέπειτα σπανιότερα. Από την άλλη βέβαια πρέπει να πούμε ότι η CNT αφοσιώθηκε στο να μποϋκοτάρει συστηματικά όσες εκδηλώσεις αλληλεγγύης γίνονταν για μας, όπως αυτή του Manlleu το 1978, μεταξύ άλλων.

(…)

Τι σκέφτεστε για τη σημερινή νεολαία;

Υπάρχουν νέοι τομείς που πρέπει να εξετάσουμε όσον αφορά την νεολαία σήμερα. Ευρεία τμήματά της αρνούνται να παίξουν το ρόλο του εκμεταλλευτή ή του εκμεταλλευομένου ή του ενδιάμεσου στο σύστημα της εκμετάλλευσης. Αρνούνται, τελικά, την μισθωτή εργασία. Το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να ανεχτεί την πολυτέλεια να αποκλείσει ένα τμήμα της νεολαίας από τον κύκλο παραγωγής αλλά όχι και από την κατανάλωση. Αυτός ο αποκλεισμός εκ μέρους του κεφαλαίου φανερώνει ολοκάθαρα την φύση του, γονιμοποιώντας μια γενικευμένη άρνηση και μια επαναστατική συνείδηση να ανθίσουν ανάμεσα σε κάποια τμήματα της νεολαίας, και να μετουσιωθεί σε μια γενικευμένη πρακτική που βρίσκει στη νεολαία γόνιμο έδαφος, την πρακτική της απαλλοτρίωσης. Τρόφιμα, ρούχα, βιβλία κλπ… ό,τι χρειάζονται σε καθημερινή βάση, το επανακτούν από αυτά που τους έχει ληστέψει το κεφάλαιο.

Τι γνώμη έχετε για τα ναρκωτικά;

Ότι είναι πολύ ωραία. Ωστόσο δεν τα θεωρούμε τόσο σημαντικά όσο το να είμαστε σε θέση να οργανώσουμε μια-δυο σεβαστές καταστάσεις. Σε κάθε περίπτωση νομίζουμε ότι το ριζικό πρόβλημα σ αυτά είναι ο λόγος που χρησιμοποιούν τα ναρκωτικά.

Τι σκέφτεστε για την καθημερινή ζωή στο δρόμο;

Ωραία, εκτός του ότι είναι πολύ πιο διασκεδαστικά απ’ ότι εδώ μέσα, οι συνθήκες της καθημερινής ζωής καθορίζουν την κοινωνική σου θέση. Για μας, ο ένοπλος αγώνας είναι ο αγώνας ενάντια σε μια κοινωνία που μας εμποδίζει να ζήσουμε σαν ολοκληρωμένα υποκείμενα.

Μεταχειρίζεστε τις απαλλοτριώσεις σαν μέσο επιβίωσης;

Ο συντονισμός των ομάδων χρειαζόταν κάποια οικονομικά μέσα για να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες δράσεις. Προφανώς, οι ομάδες αυτές θα έπρεπε να βρουν τα οικονομικά μέσα για να καλύψουν και τις δικές τους ανάγκες. Δεν έχουμε φυσικά κανέναν ενδοιασμό στο να κάνουμε μια απαλλοτρίωση για να καλύψουμε προσωπικές μας επιθυμίες και ανάγκες, μακροπρόθεσμα όμως, δεν ζούσαμε από τις απαλλοτριώσεις μας και κάποιοι από μας εργάζονταν, κάποιοι άλλοι όχι… Μπορούμε να πούμε ότι ο καθένας έκανε τη ζωή του όπως ήθελε και μπορούσε. Είναι σαφές ότι δεν περιοριζόμασταν σε αυτό, κάποιες από τις δράσεις μας συγκαταλέγονται στα κατηγορητήριά μας, άλλες (που δεν έχουν διαλευκανθεί) δεν επιθυμούμε να αναφέρουμε για προφανείς λόγους, ενώ άλλες που ανέλαβαν οι GRAPO και FRAP, στολίζουν τα δικά τους κατηγορητήρια…

Έχετε παρακολουθήσει λίγο-πολύ τις προετοιμασίες του προσεχούς συνεδρίου της CNT;

Με όλο το σεβασμό, δεν μπορούμε να είμαστε και πολύ ενημερωμένοι… Έχουμε λίγα πράματα υπόψη μας για το «πιάτο της ημέρας»…

Όσον αφορά αυτό το «πιάτο της ημέρας», τι πιστεύετε ότι μπορεί να βγει;

Η πρώτη εντύπωση που μας δίνει είναι ότι είναι μπαγιάτικο όσον αφορά τη θεματολογία του, και πως χρειάζεται να περάσει ακόμα πολύς καιρός για να γίνει μια ευσυνείδητη συζήτηση. Και πάνω απ’ όλα να ξεκινήσει μια βαθιά κριτική στην πορεία της CNT κατά την ισπανική επανάσταση, μια αυτοκριτική στην ιδεολογική καπηλεία και στην οργανωτική δόμηση, που επιτρέπουν αναρίθμητα προσωπικά λάθη. Πρέπει να διασαφηνίσουμε πως αν και είμαστε αντίθετοι με τα συνδικάτα και τα κόμματα, δεν μπορούμε να πούμε ότι είμαστε εναντίον των παρεμβάσεων στα εργοστάσια ή στους χώρους εργασίας, αν και απεχθανόμαστε τον εργατισμό, το βρίσκουμε σωστό οι εργάτες να ενώνονται και να οργανώνονται σε συνελεύσεις για να αποφασίζουν για τον αγώνα τους. Αυτό που δεν βλέπουμε με καλό μάτι είναι η θεσμική συνδικαλιστική πρακτική.

Δεν βρίσκετε πως είναι τελικά οι εργάτες και μόνο που τείνουν στη χειραφέτησή τους;

Ναι, ας έχουμε υπόψη μας όμως ότι αρκετοί από μας δεν δουλεύουν, δεν είμαστε μισθωτοί σκλάβοι, νιώθουμε ωστόσο μέρος του προλεταριάτου. Αν και δεν μας εκμεταλλεύονται στη φάμπρικα νιώθουμε την καταπίεση σε κάθε κοινωνική μας σχέση που μεσολαβείται από το χρήμα και την εξουσία. Ο δικός μας ορισμός του προλεταριάτου είναι το σύνολο αυτών που ο καπιταλισμός τους έχει στερήσει τα παραγωγικά μέσα.

Πιστεύετε ότι η επανάσταση είναι δυνατή σήμερα, που ο καπιταλισμός έχει εξελίξει τόσο την υπερδομή του, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κλπ;

Θεωρούμε ότι αυτό έγινε σαφές ήδη από τον γαλλικό Μάη του ’68, ότι οι συνθήκες για μια κοινωνική επανάσταση είναι παρούσες και μάλιστα, πολύ περισσότερο στις χώρες που ο καπιταλισμός έχει αναπτυχθεί περισσότερο.

(…)

Δε θεωρείτε πως ο Μάης του ’68 τελματώθηκε χωρίς να αποκρυσταλλωθεί σε μια συμπαγή μορφή και χωρίς να διατηρήσει κάποια πιθανή κατάκτηση;

Δεν πιστεύουμε με τίποτα ότι ήταν ένα τέλμα, αλλά ότι αντανακλούσε τις πιθανότητες που έχει η επανάσταση σε μια ανεπτυγμένη χώρα. Ήταν επίσης μια συντριβή της παραδοσιακής αριστεράς που εγκλώβιζε και κεφαλαιοποιούσε τις προλεταριακές διαμαρτυρίες, και εκτέθηκε ανεπανόρθωτα ως μηχανισμός αφομοίωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό που βρίσκουμε αρνητικό στους επαναστάτες του γαλλικού Μάη είναι ότι δεν στάθηκαν ικανοί να δώσουν τη χαριστική βολή στα συνδικάτα και τα κόμματα, τα οποία επαναπροσλήφθηκαν από τον καπιταλισμό αποτελώντας μέρος της αριστεράς και της άκρας αριστεράς του κράτους. Τα προγράμματά τους είναι ξεκάθαρα καπιταλιστικά προγράμματα, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να βελτιώσουν τη διαχείριση του κεφαλαίου, και όχι η καταστροφή του. Μόνο οι καταστασιακοί παρήγαγαν μια επαναστατική θεωρία εκείνη την εποχή. Ο Μάης του ’68 δεν ήταν το τέλος αλλά το λίκνο των σύγχρονων επαναστάσεων.

Ωστόσο, εσείς πιστεύετε ότι μπορείτε να κάνετε την επανάσταση για τους εαυτούς σας, εδώ και τώρα;

Κάτι που δεν είμαστε είναι παράλογοι και έχουμε μια στοιχειώδη ανάλυση των συνθηκών στις οποίες κινούμαστε, όλων των δυνάμεων που παρεμβάλλονται στο κοινωνικό πεδίο… Δρούμε σε συνέπεια με μια μεθοδική σκέψη. Σκεφτόμαστε πως αναλύοντας τον εχθρό, εντοπίζουμε τους συμμάχους μας.

Θα συμφωνείτε λοιπόν και με τον Μπακούνιν όταν λέει: «η ελευθερία μου είναι ανάλογη με την ελευθερία των γύρω μου»;

Σαφέστατα…

Θεωρείτε πως με τη δική σας οργανωτική δομή θα μπορούσαμε να ανατρέψουμε την καπιταλιστική τάξη και τη βάση που στηρίζεται;

Ναι, μόνο που θα πρέπει να επαναλάβουμε πως ο συντονισμός των GG.AA. έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά για συγκεκριμένους στόχους και κατά κάποιον τρόπο ως αποκλειστικά δικό μας όχημα για την επανάσταση. Ο συντονισμός των GG.AA. δεν είναι μια παραδοσιακή οργάνωση, σε διαφορετικές καταστάσεις θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε αυτήν την οργανωτική μορφή.

Δεν έχετε εμπιστοσύνη σε καμιά άλλη σημερινή οργάνωση εκτός από τις GG.AA;

Δεν παριστάναμε ποτέ ότι είχαμε την εργολαβία της επανάστασης. Πάντως, σκεφτόμαστε ότι δεν υπάρχει κάποια ομάδα που να συμφωνούμε σε θεωρητικό επίπεδο και ταυτόχρονα να συμφωνούμε απόλυτα με την πρακτική της. Αυτό είναι πολύ σχετικό. Νομίζουμε ακόμα, ότι κάθε οργάνωση, ανάλογα με τα μέσα που χρησιμοποιεί, φτάνει συνήθως σε ένα τέλμα σε ένα από τα δυο επίπεδα.

Πιστεύετε πως θα βγείτε από τη φυλακή με μια προεπαναστατική κατάσταση, με μια αμνηστία, ή ότι δεν θα βγείτε για αρκετά χρόνια, δεδομένων των υπόλοιπων ποινών που θα προτείνει η εισαγγελική αρχή; Πιστεύετε ότι είναι πιθανή μια επανάσταση τώρα;

Όσον αφορά τη πρώτη ερώτηση, θα απαντήσουμε απλώς ότι δεν μπορούμε να μαντέψουμε ή να κάνουμε εικασίες για το μέλλον. Όσο για τη δεύτερη, τι θα πει «τώρα»; Αύριο-μεθαύριο ή σε 50 χρόνια; Πιστεύουμε ότι οι αντικειμενικές συνθήκες είναι ώριμες, λείπουν μόνο τα υποκείμενα.

Πιστεύετε ότι μπορείτε να πυροδοτήσετε μια επανάσταση σε εθνικό επίπεδο;

Όχι, δεν το πιστεύουμε με τίποτα. Νομίζουμε πως πρέπει το λιγότερο να επεκταθεί στην Ευρώπη, για να μη καταλήξει όπως στη Ρωσία, την Κίνα, την Κούβα κλπ

Έχετε μιλήσει για αμνηστία, θεωρείτε ότι μπορεί να είναι αίτημα ενός αγώνα ενάντια στις φυλακές; Ιδιαίτερα τώρα που γίνεται λόγος για μια πιθανή αμνηστία για τους βάσκους κρατουμένους.

Λοιπόν, καταρχήν βλέπουμε πιθανή την αναζωπύρωση ενός αγώνα για την αμνηστία μέσα στις φυλακές, όμως μόνο αν συνδεθεί με έναν γενικότερο αγώνα στο δρόμο, μιας και έχουν αποδείξει ότι εμάς μόνο μπορούν να μας αποσιωπήσουν όποτε θέλουν. Από την άλλη, ακόμη κι αν έδιναν μια αμνηστία, με το σημερινό κατασταλτικό μηχανισμό, σε λίγο καιρό οι φυλακές θα ξαναγέμιζαν στα σίγουρα με αρκετούς από μας. Συνεπώς η αμνηστία δεν μπορεί να είναι μια αποκομμένη διεκδίκηση.

Θεωρείτε τους εαυτούς σας πολιτικούς κρατουμένους;

Όχι, θεωρούμαστε αιχμάλωτοι του συστήματος.

Τι σκέφτεστε για τους ποινικούς κρατουμένους;

Οι αποκαλούμενοι ποινικοί ή κοινωνικοί κρατούμενοι είναι μια συνέπεια της ανωμαλίας του καπιταλιστικού συστήματος. Στη πλειοψηφία τους είναι προλετάριοι που αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν από την μιζέρια στην οποία τους ανάγκαζε το «έτσι είναι τα πράγματα» του καπιταλισμού, παραβιάζοντας τις κατεστημένες κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις. Κάποιοι από αυτούς, στη διάρκεια των αγώνων στις φυλακές, απέκτησαν μια συνείδηση επαναστατική. Μοιραζόμαστε μαζί τους τις θετικές κι αρνητικές εμπειρίες του αγώνα, όπως και με τους πολιτικούς κρατουμένους. Πιστεύουμε ότι δεν υστερούν των εργατών στη δυνατότητα επανάστασης, ανάλογα με τον καθένα.

Τι σκέφτεστε για τους κρατούμενους αυτούς που βρίσκονται στη φυλακή για απάτες, κυκλώματα κλπ, και έχουν μια καπιταλιστική συνείδηση;

Βασικά αρνούμαστε τη φυλάκιση για τον καθένα, ακόμη και για έναν αστό. Η φυλακή έχει νόημα μόνο μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Νομίζουμε ότι στον κομμουνισμό μια αντικοινωνική συμπεριφορά θα μπορούσε να συζητηθεί στην κοινότητα, με όλα τα μέλη και την επικοινωνία και τη φροντίδα που σε κάθε περίπτωση θα έδινε μια κατάλληλη λύση. Η φυλακή, αποδεδειγμένα, δεν προσφέρει κανένα θετικό αποτέλεσμα, υπάρχει μόνο όσο το καπιταλιστικό σύστημα αδυνατεί να δώσει λύσεις στις αντιφάσεις που παράγει.

(…)

Οκτώβρης 1979

Ανακοίνωση των κρατουμένων για τη φωτιά στις φυλακές: «Θα ήταν ζωντανοί»

Η παρακάτω ανακοίνωση είναι υπογεγραμμένη από τους κρατουμένους της πρώτης πτέρυγας των φυλακών της Segovia (μεταξύ των οποίων οι Guillermo Gonzalez, Antonio Cativiela, Luis Guillardini, Jose Luis Martin και Ignacio Sebastian de Erice από τις GG.AA. αλλά και οι CNTίστες Luis Muñoz και Jose Cuevas από τα κελιά του Castigo:

«Οι έγκλειστοι της πρώτης πτέρυγας των φυλακών της Segovia, με όλο τον σεβασμό στα θύματα των τελευταίων περιστατικών, μεταξύ των οποίων ένας σύντροφός μας κλινικά νεκρός, νιώθουμε υποχρεωμένοι να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους:

1: Η ανακοίνωση του γραφείου τύπου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, είναι γεμάτη σοβαρά λάθη και παραλείψεις.

2: Γύρω στη μία το μεσημέρι, και εν μέσω κραυγών, στην έκταση του διαδρόμου που ενώνει τις πτέρυγες 1 και 2, μάθαμε ότι 2 σύντροφοι σκέφτηκαν να βάλουν φωτιά στα κελιά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον εξαναγκαστικό διαχωρισμό τους, ωστόσο αυτό έγινε γενικά γνωστό πριν επεκταθεί η φωτιά.

3: Από τη στιγμή που μαθεύτηκε, από τις φλόγες στα παράθυρα και τις κραυγές βοήθειας, οι δυο πτέρυγες άρχισαν να καλούν τους φύλακες, που ήταν υπεύθυνοι για τη βάρδιά τους εκείνη τη στιγμή. Κρατούμενοι κρέμονταν στα παράθυρα και χτυπούσαν δυνατά τις πόρτες, φωνάζοντας ότι σύντροφοι στη δεύτερη πτέρυγα πήραν φωτιά.

4: Παρά τις φωνές και την κατάσταση αυτή, οι φύλακες της βάρδιας παράτησαν τα πόστα τους και κατευθύνθηκαν στο κέντρο της φυλακής καθυστερώντας πάνω από 20 λεπτά να ανοίξουν τις πόρτες, πράγμα που οδήγησε στο να βρεθούν νεκροί οι σύντροφοι όταν άνοιξαν τα κελιά.»

Έγκλειστοι της πρώτης πτέρυγας, Segovia 6 Οκτώβρη 1978

Παράρτημα 1: Το MIL, ο Antich και οι Αυτόνομες Ομάδες

Το θεμελιώδες πρόβλημα μιας ωφέλιμης ψυχολογίας δεν έγκειται στο να εξηγήσει γιατί κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν να κάνουν μια ληστεία, αλλά αντιθέτως, γιατί κάποιοι άλλοι επιλέγουν να μην το κάνουν. (Βίλχελμ Ράιχ)

Το MIL (ή 1000, ιβηρικό κίνημα απελευθέρωσης) γεννήθηκε από κόσμο που συμμετείχε στο ισπανικό εργατικό κίνημα του ’70 και έβλεπε με αηδία την αύξουσα χειραγώγηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων που γνώριζαν μια άνθιση πριμοδοτούμενες από τη διαδικασία μετάβασης στη δημοκρατία που είχε τεθεί σε κίνηση, και τον νέο (αστυνομικό) ρόλο που έμελλε να αναλάβει και εδώ, η αριστερά του κεφαλαίου. Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό μαρξισμό των οργανώσεων, το MIL περιλάμβανε τάσεις όπως η καταστασιακή θεωρία, τα εργατικά συμβούλια και η αναρχία. Αντί για τη συνδικαλιστική δράση προέτασσε την ένοπλη πάλη σαν εργαλείο για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από νεολαίους μεσοαστικής καταγωγής όπως οι Oriol Solé Sugranyes, Santiago Soler Amigó και αργότερα ο Salvador Puig Antich. Με την εξορία του ο Oriol Solé Sugranyes στην Τουλούζη της Γαλλίας, συνδέθηκε με νέους προλετάριους από την άλλη μεριά των Πυρηναίων, όπως ο Jean Marc Rouillan που αργότερα θα συμμετάσχει στην Action Dirécte και στο Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο (AD-RAF). Το MIL δραστηριοποιήθηκε από τις αρχές του 1971, δημιουργώντας τις GAC (Grupos Autónomos de Combate – αυτόνομες ομάδες μάχης), επιτιθέμενοι αρχικά σε χρηματαποστολές τραπεζών, και υποστηρίζοντας ή απελευθερώνοντας κρατουμένους μαχητές. Έτσι, χρηματοδοτούσαν παράνομες εκδόσεις και στήριζαν τις επιτροπές των απεργών, βοηθούσαν τους απολυμένους εργάτες κλπ. Οι διαφωνίες των μελών του σχετικά με το πώς θα οργανωθεί ο αγώνας χωρίς να ξεπέσει σε πατενταρισμένες αντιλήψεις, οδήγησαν στην αυτοδιάλυση του MIL τον Αύγουστο του 1973. Έναν μήνα μετά οι πρωτεργάτες του συνελήφθησαν στη Βαρκελώνη και φυλακίστηκαν. Ο Salvador Puig Antich εκτελέστηκε τον Μάρτη του 1974 κατηγορούμενος για το φόνο ενός μπάτσου κατά τη σύλληψή του. Ο Oriol Solé Sugranyes ξεψύχησε στα βουνά της Navarra τον Απρίλη του 1976, μετά από μια μαζική απόδραση από τις φυλακές της Segovia που οργάνωσε μαζί με μια ομάδα κρατουμένων της ΕΤΑ. Ωστόσο ο Αγώνας τους δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα. Οι νέοι σύντροφοι που συμμετείχαν στις ενέργειες αλληλεγγύης ή απελευθέρωσης κρατουμένων, ανέπαφοι από την κατασταλτική επίθεση του κράτους στους κεντρικούς πυρήνες του MIL, σχημάτισαν το 1974 το δικό τους συντονισμό, και από το 1976 δημιουργήθηκαν κι επίσημα οι GG.AA. Οι GG.AA. αποτελούνταν από προσωρινές ομάδες που σχηματίζονταν για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, και στη συνέχεια αυτοδιαλύονταν, κρατώντας ένα συντονισμό με όλο τον κόσμο που συμμετείχε σε αυτές. Έτσι απέφευγαν να μετατραπούν σε μια αναγνωρίσιμη στατική δομή, που το μόνο που θα εξυπηρετούσε θα ήταν να δρουν σαν διαχωρισμένη εξουσία. Ωστόσο, ζώντας στην παρανομία δεν μπόρεσαν να συνδεθούν με τους προλεταριακούς αγώνες που εκτυλίσσονταν, αρνούμενοι φυσικά να υποκύψουν στη διαμεσολάβηση των αριστερών οργανώσεων και των συνδικάτων, ώστε γρήγορα έχασαν το ζωτικό τους χώρο που τους επέτρεπε να κινούνται στην παρανομία, και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη καταστολή. Η δράση τους έγινε ευρύτερα γνωστή κατά τη διάρκεια του στρατοδικείου του Salvador Puig Antich, πριν και μετά την εκτέλεσή του με απαγχονισμό. Η εκτέλεση του αναρχικού αγωνιστή κινητοποίησε ένα ευρύ κίνημα αλληλεγγύης, που εκδηλώθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στην Αργεντινή και αλλού – Ο Salvador Puig Antich ήταν γιος ενός αγωνιστή της Acció Catalana (Καταλανικής Δράσης), αναρχικός από νεαρή ηλικία, επηρεασμένος από τον γαλλικό Μάη, εντάχθηκε νωρίς σε εργατικές επιτροπές και στη συνέχεια στο MIL, στις περισσότερες ενέργειες του οποίου συμμετείχε ως οδηγός ενώ συχνά με τους συντρόφους του περνούσαν τα σύνορα με τη Γαλλία βρίσκοντας καταφύγιο σε παλιούς αγωνιστές της γαλλικής CNT. Κατά τη σύλληψή του, σε ανταλλαγή πυροβολισμών με τους μπάτσους τραυματίστηκε ενώ ένας αστυνομικός σκοτώθηκε. Ο Φράνκο ανέδειξε σε προσωπική υπόθεση κύρους την εξόντωση του Antich και της αντίστασης στο πρόσωπό του. Ο Salvador εκτελέστηκε στις 02:40, 2 Μάρτη 1974 δι απαγχονισμό, στις «φυλακές-πρότυπο» της Βαρκελώνης. Ήταν 25 χρονών.

Παράρτημα 2: Λίγα λόγια για το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ισπανία σήμερα:

Ο παραδοσιακός αναρχοσυνδικαλισμός μετά το τέλμα στο οποίο βρέθηκε το 1937 συνασπισμένος με δυνάμεις των σταλινικών, των σοσιαλδημοκρατών και των αστικοδημοκρατών, ήρθε πάλι στο προσκήνιο με τον θάνατο του Φράνκο και τη συνακόλουθη «μετάβαση στη δημοκρατία». Οι διαμάχες μεταξύ των ομάδων και των διαφόρων γραφειοκρατιών για τον έλεγχο των επιτροπών αλλά και οι χειρισμοί της αστυνομίας οδήγησαν στη διάσπασή του στις ακόλουθες, κυρίως, οργανώσεις:

1: η CGT: Οι συνδικαλιστικές εκλογές, εφεύρεση του μετασταλινικού CCOO και της σοσιαλδημοκρατικής UGT (και τα δύο θεωρούνται ως «κίτρινα» συνδικάτα, υπηρέτες δηλαδή της εργοδοσίας) που δημιουργήθηκαν το 1979 ως στήριγμα της εξουσίας και δύναμη ανάπτυξης της εργατικής γραφειοκρατίας, ανέδειξαν έναν μεγάλο νικητή: τη CGT. Ξεκινώντας από μια σοσιαλδημοκρατική βάση, πασπαλισμένη με όλες τις σύγχρονες ιδεολογίες του διαχωρισμού (αντιμιλιταρισμός, οικολογία, φεμινισμός, κίνημα των «χωρίς χαρτιά», ζαπατίστας, καταληψίες στέγης) προσφέροντας επίσης ένα καταφύγιο στα ιστορικά απολειφάδια του μαοϊσμού, τροτσκισμού, λενινισμού που εξήλθαν από το CCOO, καθώς επίσης (προσαρμόζοντας τη ρητορική του ανάλογα με την περίσταση) σε ένα ετερόκλητο πλήθος καταλωνέζων αυτονομιστών, αναρχοσυνδικαλιστών, δημοκρατών, συντηρητικών, κάτω από τον απίστευτο κι όμως αληθινό ευφημισμό «αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση».

2: η CNT/AIT: η ιστορική CNT είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη οργάνωση, και τυπώνει το ομώνυμο περιοδικό, πράγμα που είναι ίσως η σημαντικότερη δράση της. Η χρόνια διαμάχη της με το αυτόνομο αναρχικό κίνημα την ανάγκασε να εγκαταλείψει ως ένα βαθμό το συνδικαλιστικό ντελίριο των ηγετών της, για να προσαρμοστεί σε μια περισσότερο «αναρχική» ορθοδοξία, και να αναμειχθεί στα διάφορα οικολογικά, αντιπυρηνικά, φεμινιστικά κινήματα. Ο ίδιος κόσμος συμμετέχει σε οργανώσεις όπως η FAI, οι Mujeres Libres (Ελεύθερες Γυναίκες), και διάφορα Ελευθεριακά Αθηναία (Τα τελευταία αποτελούνται κυρίως από διανοούμενους και καλλιτέχνες, επαγγελματίες ή εναλλακτικούς). Τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλύτερο μέρος των αναρχικών δημιουργεί ή συμμετέχει σε οργανώσεις που έχουν αποκοπεί ή δεν σχετίζονται με τη CNT, όπως η Federación Ibérica de Juventudes Libertarias, σε Locals (στέκια) κλπ…

3: η CNT-Catalunya: ο τρίτος πολυπληθέστερος τομέας της CNT που έχει πλέον αποκοπεί από την CNT/AIT μετά από διχογνωμίες και τις ιεραρχικές διαμάχες, και συμμετέχει αυτόνομα σε εκδηλώσεις της Καταλωνίας, όντας περισσότερο σκληροπυρηνική από την CNT/AIT. Σε αντιστοιχία με το ίδρυμα Anselmo de Lorenzo της CNT/AIT στη Μαδρίτη, λειτουργεί το ίδρυμα S. Segui, μαζί με τη CGT. Σκοπός τους είναι «η διάδοση της ελευθεριακής κουλτούρας, με την πραγματοποίηση εκθέσεων, εκδόσεων, ομιλιών κλπ.»

4: η Solidaridad Obrera: η «εθνική ομοσπονδία εργατικής αλληλεγγύης» αποτελείται κατά βάση από ένα συνδικάτο, των υπαλλήλων του Μετρό της Μαδρίτης, και δραστηριοποιείται ουσιαστικά στην Μητροπολιτική περιοχή της πρωτεύουσας. Έχει αποχωρήσει από τη CGT και βρίσκεται πιο κοντά στη CNT (δεν δέχεται επιδότηση από το κράτος, αλλά συμμετέχει στις συνδικαλιστικές εκλογές), και λειτουργεί συχνά σα γέφυρα συνεργασίας ανάμεσα στα δυο μεγάλα συνδικάτα. Παλιότερα διατηρούσε δεσμούς και με την διαλυμένη πλέον «Αυτόνομη Πάλη», όπως και με κομμουνιστικές οργανώσεις.

Σε γενικές γραμμές, παρά την υπερανάπτυξη των συνδικάτων και τον θεωρητικό τους εξτρεμισμό, τα εργατικά δικαιώματα στην Ισπανία είναι συρρικνωμένα, ενώ το μόνο που καταφέρνουν είναι να εγκλωβίζουν τους εργαζομένους στην ιεραρχική δομή τους, ρευστοποιώντας τη δυναμική τους στις μεταξύ τους διαμάχες και σε αποδοτικούς, γι αυτά, συμβιβασμούς με τα πολιτικά κόμματα.

Παράρτημα 3: Τα αυτόνομα κομάντος στη χώρα των βάσκων

ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ «ΔΙΚΗ ΜΑΣ» ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ! ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ. ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΣΤΟ HERRI BATASUNA! Η ΕΝΑΛΑΚΤΙΚΗ KAS ΔΕΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ! ΦΤΥΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΟ ΕΛΙΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΕΣ. ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ!

Παράξενες ιδέες εξαπλώνονται στη συντηρητική βασκική κοινωνία… «Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε αλλά και τίποτα να κερδίσουμε από τη Γενική Απεργία! Αυτοί που μιλάνε για κέρδος ή για χασούρα είναι τα κομματόσκυλα της πολιτικής των συμμαχιών και των συμφωνιών με την αστική τάξη, και δεν έχουν τίποτα να μας πούνε.» Τα αυτόνομα κομάντος, παράδοξη κληρονομιά των αυτόνομων ομάδων, προσαρμοσμένη στη διαστρεβλωμένη ταξική πάλη στη χώρα των βάσκων, μιλούνε ενάντια στον βασκικό καπιταλισμό και την «ανεξαρτησία» του βασκικού κράτους, για τις εργατικές συνελεύσεις και την αντικαπιταλιστική-αντισυνδικαλιστική άμεση δράση, ενώ ταυτόχρονα δηλώνουν «βάσκοι εθνικιστές», σοκάροντας τη καθωσπρέπει ισπανική αριστερή διανόηση. (Σημ: Η ισπανική αριστερά συνηθίζει να αποδίδει οποιαδήποτε ενέργεια άμεσης δράσης σε «εθνικιστές» ώστε να αποφεύγει κάθε αρνητικό συνειρμό για την νομιμοφροσύνη της ίδιας και της δεξαμενής ψήφων της). Οι περισσότεροι προέρχονται από το Εργατικό Μέτωπο της ΕΤΑ, κάποιοι είχαν συνδεθεί με τις GAC και το MIL φέρνοντας μαζί τους μια πλούσια εμπειρία ένοπλου αγώνα. Ξεκόβοντας από κάθε δεσμό με την ΕΤΑ, διαχέονται στο αντιπυρηνικό, γυναικείο και εργατικό κίνημα προκειμένου να το ριζοσπαστικοποιήσουν. Αρνούνται κάθε συσχετισμό με τις άλλες (συντηρητικές) ένοπλες οργανώσεις της χώρας των Βάσκων. Οι ίδιοι εξάλλου είναι κατά κύριο λόγο αναρχικοί και συμβουλιακοί κομμουνιστές, ξεκάθαρα εχθρικοί απέναντι στους «αναρχικούς» της KAS ή της CNT, στις οποίες καταλογίζουν συνδικαλισμό, ρεφορμισμό, ασυνέπεια και κοινοβουλευτικές αποκλίσεις. Εφαρμόζουν την ένοπλη πάλη, «σαν ένα ακόμη εργαλείο στον αγώνα μας, ούτε σημαντικότερο, ούτε πιο ασήμαντο, ούτε τίποτα, που στρέφεται ενάντια σε κάθε καταπιεστικό θεσμό, της εκκλησίας και των συνδικάτων περιλαμβανομένων, μιας και αναδεικνύουν τον αφομοιωτικό ρόλο που παίζουν για τον καπιταλισμό». Από το 1976 περίπου 20 μέλη τους είχαν συλληφθεί και βρίσκονταν διασκορπισμένοι σε 6 φυλακές της Ισπανίας (Soria, Martutene, Basauri, Aitor, Elorza, Bayona), ενώ 3 άλλοι έχουν δολοφονηθεί από την αστυνομία. Σκοπός της δράσης τους «δεν είναι να καθιερωθούμε σε μια ηρωική επαναστατική ελίτ, αλλά να δώσουμε το παράδειγμα στους υπόλοιπους εργάτες…

Παράρτημα 4: Το τραγούδι του Luis Guillardino Gonzalo (στο ρυθμό του “A las barricadas”)

Φαντάσματα πλανώνται πάνω από τη δημοκρατία- Για τα νέα μέσα που πρέπει πια να χρησιμοποιείς- Και οι άλλοι να περιμένουν το «καλύτερο αύριο»- Εμείς μόνο χτυπώντας τον εχθρό βρίσκουμε τη χαρά.

Είμαστε λίγοι για να σηκώσουμε τη σημαία της άρνησης- Αυτό το καθήκον ανήκει στο προλεταριάτο- Μη πιστεύεις στους ηγέτες, πίστεψε μόνο στο όπλο σου!- Δεν έχουμε φράγκα, αλλά δεν μας λείπει η ψυχή.

Μη πιστεύεις στους ηγέτες, παρά μόνο στο όπλο σου!- Δεν έχουμε φράγκα, μα δεν μας λείπει η ψυχή.

Για να βοηθήσουμε τους εργάτες σήμερα- Πρέπει να καταφύγουμε στις λεηλασίες.- Πάμε για τις τράπεζες, δε θα γλιτώσει καμιά τους- Για το θρίαμβο της επανάστασής μας!

Πάμε για τις τράπεζες, δε θα γλιτώσει καμιά τους,- Για το θρίαμβο της επανάστασής μας!

Παράρτημα 5: Guy Debord: Προς τους ελευθεριακούς

[Σημ: το κείμενο που ακολουθεί (Aux libertaires) γράφτηκε και δημοσιεύτηκε τον Νοέμβρη του 1980 από τις εκδόσεις Champ Libre, σαν μέρος ενός βιβλίου με τίτλο «Κραυγές από τη φυλακή της Segovia» που ήταν αφιερωμένο στο συντονισμό των Αυτόνομων Ομάδων στην Ισπανία. Ο Γκυ Ντεμπόρ, μετά το 1978 περνούσε μεγάλα διαστήματα στην Ισπανία. Έγραψε αυτό το κείμενο μετά από μια επιστροφή του στο Παρίσι, σε μια περίοδο που το επίσημο ισπανικό κράτος αποσιωπούσε επιδέξια την ύπαρξη περίπου 50 ελευθεριακών στις φυλακές του. Από την άλλη, ενώ ο αγώνας των Βάσκων βρισκόταν στο καθημερινό ρεπερτόριο των ΜΜΕ, οι αναρχικοί και αυτόνομοι κρατούμενοι, τα κίνητρα τους, και οι αγώνες τους ήταν παντελώς άγνωστοι. Τον χρόνο που γράφτηκε αυτό το κείμενο, το ισπανικό κράτος παραχώρησε μια περιφερειακή ανεξαρτησία στη χώρα των βάσκων, στην νέα αυτή κατάσταση αντέδρασε κυρίως η ΕΤΑ (Euskadi Τa Askatasuna – Βασκική Γη Κι Ελευθερία)]

Σεβαστοί σύντροφοι,

Έχουμε το δυσάρεστο καθήκον να τραβήξουμε την προσοχή σας σε ένα σοβαρό κι επείγον ζήτημα, για το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα γνωρίζατε περισσότερα απ’ ότι εμείς. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να διαλευκάνουμε τις συνθήκες που έκαναν μέχρι τώρα ακατόρθωτο να φτάσουν στην αντίληψή σας κάποια γεγονότα και η σημασία τους. Το θεωρούμε συνεπώς, απαραίτητο να εκθέσουμε πλήρως στην προσοχή σας τα δεδομένα αυτά, καθώς επίσης και τις συνθήκες που διαμεσολάβησαν για να μην φτάσουν στην αντίληψή σας.

Αυτές τις στιγμές, περισσότεροι από 50 ελευθεριακοί κρατούνται μυστικά στις φυλακές τις Ισπανίας, πολλοί από αυτούς για πολλά χρόνια χωρίς δίκη. Ολόκληρος ο κόσμος, που μιλά ανοιχτά πια για τον ενδιαφέροντα αγώνα των Βάσκων, αγνοεί επιδεικτικά αυτή την όψη της σύγχρονης ισπανικής πραγματικότητας. Ακόμη και στην ίδια την Ισπανία, η ύπαρξη και τα ονόματα των συντρόφων αυτών, απασχολούνε σπάνια ένα στενότατο τομέα απόψεων, αλλά γενικά τα καλύπτει η σιγή, τόσο όσον αφορά τις πράξεις των κρατουμένων ελευθεριακών όσο και τα κίνητρά τους, ενώ τίποτα συγκεκριμένο δεν έχει γίνει στην κατεύθυνση της απελευθέρωσής τους. Εννοείτε πως όταν απευθυνόμαστε σε σας, δεν συμπεριλαμβάνουμε την αναδημιουργημένη CNT (Σημ. Ο Ντεμπόρ χρησιμοποιεί τον προσδιορισμό «αναδημιουργημένη» όταν αναφέρεται στην μετα-δικτατορική CNT για να αποφύγει την ταύτισή της με την παλιά προεπαναστατική CNT), που θεωρεί ότι είναι το κεντρικό πεδίο δράσης των ελευθεριακών: ωστόσο όσοι βρίσκονται εκεί, δεν ανήκουν σ αυτήν, κι όσοι ανήκουν σ αυτήν δεν βρίσκονται εκεί… Η εποχή του επαναστατικού συνδικαλισμού έχει περάσει ανεπιστρεπτί, μιας και στον εκσυγχρονισμένο καπιταλισμό, κάθε συνδικαλιστική μορφή έχει αναλάβει τη θέση της, σημαντική ή όχι, στο θέαμα του δημοκρατικού διαλόγου για τη διαχείριση του μισθωτού προλεταριάτου, δηλαδή: του μεσάζοντα και βοηθού της δικτατορίας της μισθωτής σκλαβιάς. Μιας και η δημοκρατία και η μισθωτή εργασία είναι έννοιες ασυμβίβαστες, και αυτή η ασυμβατότητα που πάντοτε υπήρχε στοιχειωδώς, εκδηλώνεται θεαματικά στην εποχή μας σε ολόκληρη την επιφάνεια της παγκόσμιας κοινωνίας. Από τη στιγμή που ο συνδικαλισμός και η οργάνωση της αποξενωμένης εργασίας αλληλο-αναγνωρίζονται σαν δυο δυνάμεις που εγκαθιδρύουν διπλωματικές σχέσεις, απαξιώνεται κάθε είδους διαχωρισμένη εργασία που στη συνέχεια ενδέχεται να αναπτύξει το συνδικάτο, κάνοντας τη ρεφορμιστική του φύση ακόμα πιο απεχθή. Ακόμα κι ένα συνδικάτο που αυτό-ανακηρύσσεται εχθρικό ιδεολογικά προς κάθε πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη στο εσωτερικό του μιας γραφειοκρατίας ειδικευμένων στελεχών, ανάλογη με κάθε πολιτικού κόμματος. Όλες και καθεμία ξεχωριστά οι δραστηριοποιήσεις του στιγματίζονται από το γεγονός αυτό. Αυτό που αντιμετωπίζουμε τώρα είναι μια θεαματική αντανάκλαση, καθότι αν οι οργανωμένοι ισπανοί ελευθεριακοί είχαν πει όσα έχουν να πουν, τότε δε θα είχαμε να πούμε τίποτα πια.

Από αυτούς τους 50 φυλακισμένους ελευθεριακούς (οι περισσότεροι στη Segovia, αλλά ακόμη στη φυλακή-προτυπο της Βαρκελώνης, στη Carabanchel και στην Yserias της Μαδρίτης, στο Burgos, στην Herrera de la Mancha, στη Soria), αρκετοί είναι αθώοι που φυλακίστηκαν με τις κλασσικές αστυνομικές μεθόδους. Ελάχιστοι άνθρωποι μιλούνε γι αυτούς, και είναι αυτοί που τους υπερασπίζονται παθητικά. Εντωμεταξύ, η πλειοψηφία των φυλακισμένων αυτών, έχουν διαπρέψει σε επιθέσεις στο δρόμο, ενάντια σε κρατικά κτήρια, δικαστήρια κλπ. Έχουν διεξάγει ένοπλες απαλλοτριώσεις πολλών επιχειρήσεων ανάμεσά τους πολυάριθμες τράπεζες. Θα μιλήσουμε ιδιαίτερα για μια ομάδα εργατών της SEAT στη Βαρκελώνη (με την επωνυμία «Επαναστατικός Στρατός Εργατικής Υποστήριξης»), που προσπάθησαν να βοηθήσουν τους απεργούς του εργοστασίου τους, καθώς και άλλους ανέργους, καθώς και για τις Αυτόνομες Ομάδες της Βαρκελώνης, της Μαδρίτης και της Βαλένθια, που έδρασαν για καιρό προπαγανδίζοντας την επανάσταση σε όλη τη χώρα. Οι σύντροφοι αυτοί είναι που έχουν και τις πιο προχωρημένες θεωρητικές θέσεις. Τη στιγμή που ο εισαγγελέας τους επέβαλλε ποινές 30 και 40 χρόνων, παντού κυριάρχησε η σιωπή και η λήθη.

Το ισπανικό κράτος με τα επίσημα πολιτικά κόμματά του, που όλα τους, είτε στην εξουσία είτε στην αντιπολίτευση, το αναγνωρίζουν και το υποστηρίζουν, οι αρχές των άλλων κρατών, που για την περίπτωση αυτή είναι όλα σύμμαχοι του ισπανικού κράτους, η ηγεσία της αναδημιουργημένης CNT, όλοι μαζί κι ο καθένας για τους δικούς του λόγους είχαν συμφέρον να επιβάλλουν τη λήθη για τους φυλακισμένους συντρόφους. Κι εμείς, που το συμφέρον μας είναι ακριβώς το αντίθετο, θα εξηγήσουμε αμέσως το γιατί. Το σύγχρονο ισπανικό κράτος -κληρονομιά του Φρανκισμού- εκδημοκρατισμένο κι εκσυγχρονισμένο στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για να διατηρήσει την μίζερη θέση του στις συνθήκες του σύγχρονου καπιταλισμού και μες τη βιασύνη του να γίνει το μέλος της ευρωπαϊκής «Κοινής Αγοράς», που του αναλογεί, προπαγανδίζει παντού τον εαυτό του σαν τη συμφιλίωση των νικητών και ηττημένων του εμφυλίου πολέμου, των Φρανκιστών και των δημοκρατικών, και αυτό εν τέλει είναι. Οι λεπτομέρειες δεν το απασχολούν και πολύ. Αν, από την μεριά των σταλινικών δημοκρατικών ο Carrillo (Σημ: Ο Σαντιάγο Καρίγιο ήταν ο σκληροπυρηνικός Γενικός Γραμματέας του ΚΚ Ισπανίας από το 1960 ως το 1982) είναι κάπως πιο μοναρχικός από τον Berlinguer (Σημ: Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ανανεωτικός Γ.Γ. του ΚΚ Ιταλίας από το 1972-84). Από την μεριά των πριγκηπόπουλων της άκρας δεξιάς, ο βασιλιάς της Ισπανίας είναι σίγουρα τόσο δημοκρατικός όσο και ο Giscard d’Estaing (σοσιαλιστής πρόεδρος της Γαλλίας από το 1974-81). Αλλά η βαθύτερη αλήθεια του ισπανικού κράτους είναι ότι αποτελεί την ουσιαστική συμφιλίωση των νικητών και της αντεπανάστασης. Έσμιξαν επιτέλους τρυφερά, γνωρίζοντας πια ο καθένας τον άλλον, γνωρίζοντας αυτούς που ήθελε να κερδίσει και αυτούς που ήθελε να χάσουν. Έσμιξαν οι δολοφόνοι του Lorca με του φονιάδες του Nin (Σημ: Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε από τους εθνικιστές του Φράνκο στις 19 Αυγούστου 1936, ο Αντρές Νιν πρωτεργάτης του POUM, πάλι, από σταλινικούς πράκτορες). Όλες οι δυνάμεις που τη στιγμή εκείνη ήταν σε πόλεμο με τη δημοκρατία ή βρίσκονταν στην εξουσία εκείνης τις δημοκρατίας, έχουν μεταλλαχτεί σήμερα στα ίδια τα κόμματα, που μέσα από την νομοθεσία πλέον, συνεχίζουν να μάχονται με διάφορους και αιματηρούς τρόπους για τον ίδιο σκοπό: την εξαφάνιση της προλεταριακής επανάστασης του 1936, της μεγαλύτερης προλεταριακής επανάστασης στην ιστορία, κι ως εκ τούτου αυτή που προεικονίζει καλύτερα την προλεταριακή επανάσταση του μέλλοντος. Η μόνη οργανωμένη δύναμη που είχε την ικανότητα να προετοιμάσει την επανάσταση εκείνη, να την πράξει και, με μικρότερη σίγουρα οξύνοια και αποτελεσματικότητα, να την υπερασπιστεί, ήταν το αναρχικό κίνημα, υποστηριζόμενο από μόνο του, και σε δυσανάλογα μικρό βαθμό, το POUM. Το κράτος και όλοι οι απολογητές του δεν έχουν ξεχάσει αυτές τις φοβερές μνήμες, έτσι αγωνίζονται αδιάκοπα για να τις σβήσουν από τη συνείδηση των ανθρώπων. Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση προτιμά σήμερα ρίχνει μια σκιά πάνω από την ελευθεριακή απειλή. Προτιμά να μιλά για τη GRAPO (Σημ: Grupo de Resistencia Anti-Fascista Primero de Octubre – Ομάδα Αντιφασιστικής Αντίστασης 1 Οκτώβρη: ιδρύθηκε το 1975 σαν ένοπλη πτέρυγα του παράνομου τότε ΚΚ Ισπανίας), η οποία αποτελεί την ιδανική μορφή ενός καλά ελεγχόμενου κινδύνου, μιας και η ομάδα αυτή από το σχηματισμό της ήδη ελεγχόταν από τις μυστικές υπηρεσίες, με τον ίδιο τρόπο που ελέγχονταν οι BR (Brigate Rosse: Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ο Ντεμπόρ αναλύει διεξοδικά τις θέσεις του για τις BR στον πρόλογο της τέταρτης ιταλικής έκδοσης της «Κοινωνίας Του Θεάματος»), ή όπως οι ψευδώνυμες τρομοκρατικές μικροοργανώσεις που επινόησε η γαλλική κυβέρνηση αποδίδοντάς τους κάποιες μικρο-επιθέσεις (Σημ: μεθόδευση του γαλλικού κράτους μάλλον ανάλογη με την εγχώρια περίπτωση του πράκτορα Ντ. Κρυστάλλη ο οποίος σε κάποια φάση τοποθετούσε μέχρι και βόμβες, που φυσικά δεν έσκαγαν, αναλαμβάνοντας την ευθύνη στο όνομα συνήθως ανύπαρκτων οργανώσεων, προβοκάροντας πρακτικά εργατικούς αγώνες που ήταν σε εξέλιξη εκείνη τη στιγμή). Η ισπανική κυβέρνηση, ικανοποιημένη με τη GRAPO μπορούσε πλέον να θέσει σε δεύτερη μοίρα το ζήτημα των βάσκων. Βέβαια, αυτό που θέλουν οι βασκικές οργανώσεις είναι η δημιουργία δικού τους, βασκικού, κράτους, απόσχιση δηλαδή την οποία ούτως ή άλλως θα μπορούσε να αντέξει ο ισπανικός καπιταλισμός. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι ότι οι βάσκοι ξέρουν να υπερασπίζονται τους φυλακισμένους τους, τους οποίους δεν ξεχνούν με τίποτα. Η Ισπανία πάντοτε βασιζόταν σε ένα είδους αλληλεγγύης, κι αν η χώρα των βάσκων δεν νιώθει πια αλληλέγγυα με την Ισπανία, τι θα γίνει αυτή η τελευταία όταν οι βάσκοι αποσχιστούν από αυτήν;

Τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη θα μπορούσαν εύκολα να ανεχτούν μια ανεξάρτητη χώρα των βάσκων. Όμως συγκλονισμένα από το 1968 από μια κοινωνική κρίση χωρίς επιστροφή, είναι εξίσου ενοχλημένα όσο και η Μαδρίτη από την επανεμφάνιση ενός διεθνιστικού επαναστατικού σχεδιασμού στο εσωτερικό τους. Πράγμα που σύμφωνα με τις πιο σύγχρονες μεθόδους κυριαρχίας μεταφράζεται σε: Ακόμη κι αν κάτι υπάρχει, δεν πρέπει να φαίνεται. Τα κράτη αυτά θυμούνται πολύ καλά ποιος ήταν ο ρόλος τους το 1936, εξίσου οι «απολυταρχικοί» της Μόσχας, του Βερολίνου, της Ρώμης, όσο και οι «δημοκρατικοί» του Λονδίνου και του Παρισιού, όλοι σύμφωνοι στην αναγκαιότητα να τσακιστεί η ελευθεριακή επανάσταση, και μερικοί από αυτούς ελαφρά τη καρδία συμφιλιωμένοι με τα ρίσκα ως προς τα κέρδη και τις απώλειες που θα τους αποφέρει στο δευτερευούσης σημασίας μεταξύ τους ανταγωνισμό. Στις μέρες μας κάθε ενημέρωση περνάει μέσα από τα κανάλια του κράτους, επίσημα ή όχι. Ο λεγόμενος δημοκρατικός τύπος νιώθει τόση αγωνία και υποχρέωση για τη συντήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης που δεν χρειάζεται πια να του το υπενθυμίζει η κυβέρνηση. Ο τύπος προσφέρει απλόχερα τις υπηρεσίες του στην κυβέρνηση, σε κάθε κυβέρνηση, προπαγανδίζοντας παντού το ακριβώς αντίθετο από την απάντηση σε κάθε ερώτημα, μιας και οι απαντήσεις ακόμη κι από το πιο ασήμαντο ερώτημα αποτελούν πλέον απειλή για την κυρίαρχη τάξη (Σημ: ιδέα που επαναλαμβάνεται και στο 6ο κεφάλαιο της «Πειστικής έρευνας σχετικά με την τελευταία ευκαιρία να σωθεί ο καπιταλισμός στην Ιταλία» του Sanguinetti). Όπως και να έχει δεν υπάρχει κάποιο πραγματικό πεδίο να τα καταφέρνουν καλύτερα ο αστικός και ο γραφειοκρατικός τύπος περισσότερο από την απόκρυψη της επαναστατικής δράσης.

Όσο για την αναδημιουργημένη CNT στο θέμα αυτό είναι τελείως αναίσχυντη. Δεν είναι από αδιαφορία ή από σύνεση που το χει βουλώσει. Οι ηγέτες της CNT θέλουν να αποτελέσει τον πόλο γύρω από τον οποίο οι ελευθεριακοί θα οργανώνονται σε μια συνδικαλιστική βάση, με τρόπο τέτοιο που να τους καθιστά αποδεκτούς από την κυρίαρχη τάξη. Οι σύντροφοι που κατέφυγαν στην απαλλοτρίωση, για αυτό και μόνο αποτελούν έναν διαφορετικό πόλο οργάνωσης. Παραμένουν λογικοί, όταν οι άλλοι αυταπατώνται. Ο καθένας τους είναι το απόσταγμα της δράσης του, και μπορούμε να τους κρίνουμε εξετάζοντας τη σημασία και το αποτέλεσμα των δράσεων του καθενός. Αν, κατά τη διάρκεια που οι απαλλοτριωτές σύντροφοι ήταν στη φυλακή, κάποιος έβλεπε τη CNT να διεξάγει μαζικούς επαναστατικούς αγώνες, τότε θα μπορούσε ίσως να συμπεράνει ότι οι σύντροφοι ήταν πράγματι ανίδεοι και τυχοδιώκτες, κι επιπλέον ότι η CNT έδρασε με αξιοπρέπεια υπερασπιζόμενη τους απαλλοτριωτές αυτούς, παρά τις διαφορές της μαζί τους. Αλλά αντί γι αυτό, το μόνο που βλέπουμε είναι η CNT να αρκείται στο να μαζέψει μερικούς νεόπτωχους του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού, πράγμα το οποίο δεν είναι και καμιά πρωτοπορία, (είναι ίσως οι νέοι Βουρβόνοι (Σημ: μακρόβιος οίκος μοναρχών της παλιάς Ευρώπης); Ο νέος Βοναπάρτης;) Εν τέλει ήταν το επαναστατικό προλεταριάτο που δημιούργησε τη CNT κι όχι το αντίθετο.

Όταν η δικτατορία έκρινε ότι ήρθε ο καιρός για να ανανεωθεί εν μέρει, πολλοί έσπευσαν να επωφεληθούν από την νομιμοποίηση. Όμως οι αυτόνομοι σύντροφοι αποφάσισαν άμεσα ότι θα ήταν τουλάχιστον εξευτελιστικό, να αρκεστούν σε κάτι τέτοιο. Ζητούσαν τα πάντα, μιας και μετά από 40 χρόνια αντεπανάστασης, τίποτα δε θα μπορούσε να ξεπλύνει το αίμα εκτός από την αυτό-επιβεβαίωση και τον θρίαμβο της ολικής επανάστασης. Ποιος μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του ελευθεριακό, όταν δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτούς τους απογόνους του Durruti; (Σημ: Ο αναρχικός Buenaventura Durruti, που σκοτώθηκε στο μέτωπο κάτω από σκοτεινές συνθήκες στις 20 Νοέμβρη 1936, έγινε μια αγαπημένη αναφορά της Καταστασιακής Διεθνούς(I.S.) από τις θεωρητικές αναζητήσεις τους του 1957. Το 1966 δημοσιεύτηκε και κυκλοφόρησε ευρέως το κόμικ: η επιστροφή της ταξιαρχίας Durruti).

Οι οργανώσεις περνούν αλλά η αγάπη για την εξέγερση μένει. Ποιος σ έχει αντικρίσει και δε σε θυμάται για πάντα; (Σημ: στα ισπανικά στο πρωτότυπο). Σήμερα οι ελευθεριακοί είναι πολλοί στην Ισπανία και αύριο θα είναι ακόμη περισσότεροι. Και, το σπουδαιότερο, η πλειοψηφία τους και η πλειοψηφία των ελευθεριακών εργατών συγκαταλέγονται στους «incontrollados». Ακόμα περισσότερο, ότι νέοι άνθρωποι όπως και παντού στην Ευρώπη ήδη συμμετέχουν σε έναν εξειδικευμένο αγώνα ενάντια σε μια όψη, σύγχρονης ή αρχαιότερης, αυτής της καταπιεστικής κοινωνίας. Οι αγώνες αυτοί είναι απαραίτητοι: Τι καλό έχει μια επανάσταση όταν οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι δεν είναι ελεύθεροι; Τι καλό θα είχε αν μια μέρα απελευθερωνόμασταν από την κατεστημένη κι εξουσιαστική εξειδίκευση, αν η ανεπανόρθωτη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος έθετε νέους περιορισμούς στην ελευθερία μας. Την ίδια στιγμή, ανάμεσα σε αυτούς που συμμετέχουν σοβαρά σε εξειδικευμένους αγώνες, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι εισπράττει αληθινή ικανοποίηση από τις διεκδικήσεις του όσο δεν έχει διαλυθεί το ίδιο το κράτος. Κι αυτό γιατί όλες αυτές οι εξειδικευμένες, πρακτικές αντιφάσεις είναι ο λόγος ύπαρξης του κράτους.

Δεν θα αγνοήσουμε το γεγονός ότι πολλοί ελευθεριακοί ήρθαν σε διαφωνία με πολλούς από αυτούς τους αυτόνομους συντρόφους, και δε θέλουν να δώσουν την εντύπωση ότι παραδέχονται έτσι την ήττα τους, παρατούν την υπεράσπιση των συντρόφων. Ε λοιπόν, κανείς δε συζητά για τις σωστές και τις λάθος στρατηγικές με συντρόφους όταν είναι στη φυλακή. Για να ξεκινήσει αυτή η ενδιαφέρουσα συζήτηση πρέπει κατ αρχήν να πάρουμε τους συντρόφους μας πίσω, στο δρόμο. Νομίζουμε ότι αυτές οι διαφωνίες, που τροφοδοτούμενες συχνά από τη παραπληροφόρηση, διατρέχουν τον κίνδυνο να επιτρέψουν σε κάποιους αυτοαποκαλούμενους επαναστάτες να θεωρήσουν την υπόθεση αυτή σαν αδιάφορη, έχουν τέσσερις αιτίες: 1: κάποιοι ελευθεριακοί, που βλέπουν τα πράγματα με λιγότερη αδιαφορία και με μεγαλύτερη συμπάθεια, ενδέχεται να έχουν μια πιο αισιόδοξη προοπτική της παρούσας κατάστασης στην Ισπανία. 2: κάποιοι άλλοι δεν συμφωνούν με τις μορφές που πήρε ο αγώνας των αυτόνομων ομάδων. 3: κάποιοι ίσως πιστεύουν ότι οι φυλακισμένοι σύντροφοι δεν μπορούν να έχουν μια υπεράσπιση βασισμένη σε ηθική ή νομικιστική βάση, και 4: κάποιοι ίσως νιώθουν ότι δεν έχουν επαρκή μέσα παρέμβασης. Νομίζουμε ότι όλα αυτά μπορούν να εκμηδενιστούν εύκολα.

Αυτοί που περιμένουν μια νέα βελτίωση του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος στην Ισπανία έχουν ολοφάνερα τις περισσότερες αυταπάτες. Κάθε ευχαρίστηση που επιτρέπει η δημοκρατία έχει δει ήδη τις καλύτερες μέρες της, πράγμα γενικά αντιληπτό. Κατά συνέπεια, τα πάντα θα χειροτερέψουν στην Ισπανία όπως και παντού. Οι ιστορικοί γενικά συμφωνούν πως αυτό που γέννησε μια εκατονταετή επαναστατική κατάσταση στην Ισπανία, ήταν η ανικανότητα της άρχουσας τάξης να ανεβάσει το επίπεδο της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης στο επίπεδο των πιο προηγμένων χωρών της Ευρώπης και των ΗΠΑ, χώρες με μακρές περιόδους κοινωνικής ειρήνης. Κι όμως. Η Ισπανία θα ξαναγίνει επαναστατική και για τον νέο λόγο που έχει πλέον, παρά την εκσυγχρονιστική άρχουσα τάξη που ανέλαβε την μετα-φρανκική Ισπανία και αποδεικνύεται πιο ικανή στη βελτίωση των γενικών συνθηκών του σύγχρονου καπιταλισμού, και θα το κάνει τόσο αργά, την ακριβή στιγμή που τα πάντα θα αποσυντίθενται. Παντού ο καθένας βρίσκει τη ζωή των ανθρώπων και τη σκέψη των αρχόντων τους να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, και τόσο το χειρότερο για την δυστυχισμένη «Κοινή Αγορά» στην οποία όλοι οι γαλλικού τύπου εξουσιαστές υπόσχονται να σας οδηγήσουν σαν να πρόκειται για κάποιο τοπικό πανηγύρι. Η εξουσιαστική παραγωγή ψεμάτων διογκώνεται στο βαθμό της κοινωνικής σχιζοφρένειας, η προλεταριακή συνθήκη διαλύεται, κάθε κοινωνική τάξη είναι ατελής. Η Ισπανία δεν θα είναι ποτέ ειρηνική, μιας και στον υπόλοιπο κόσμο η ειρήνη είναι νεκρή. Ένα καθοριστικό στοιχείο στην προδιάθεση της Ισπανίας για αταξία υπήρξαν ασφαλώς το αυτόνομο ελευθεριακό πνεύμα που είναι τόσο δυνατό στο προλεταριάτο. Αυτή η τάση είναι ακριβώς εκείνη στην οποία η ιστορία του αιώνα μας χάρισε έναν σκοπό, και είναι αυτή που επανεμφανίζεται παντού, διότι παντού αντικρίζουμε τη διαδικασία μετατροπής του σύγχρονου κράτους σε απολυταρχικό, και οι θλιβερές συνέπειες του κανιβαλισμού του εργατικού κινήματος, κυριαρχούμενου από εξουσιαστικές και κρατιστικές γραφειοκρατίες. Έτσι τη στιγμή που οι επαναστάτες όλων των χωρών, σε αυτό το ζήτημα, γίνονται ισπανοί, δεν μπορείτε να σκεφτείτε να γίνετε κάτι άλλο. Μπορούμε κάλλιστα να κατανοήσουμε την αντίρρηση που αφορά καθαρά το επίπεδο στρατηγικής. Μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί, αν το να λεηλατούμε τράπεζες για να προμηθευτούμε χρήματα να αγοράσουμε εκτυπωτές, που χρειαζόμαστε για να εκδίδουμε ανατρεπτικά κείμενα, αποτελεί τον πιο πρακτικό και αποτελεσματικό τρόπο δράσης. Σε κάθε περίπτωση, οι σύντροφοι αυτοί έχουν πληρώσει ένα δυσανάλογο τίμημα για τη δική τους αποτελεσματικότητα: Ρίχτηκαν στη φυλακή, επειδή διεξήγαγαν το πρόγραμμα δράσης που σχεδίασαν, για πολύ καιρό και χωρίς κανένα δισταγμό. Υπηρέτησαν πολύ καλά τους σκοπούς της επανάστασης, στην Ισπανία και σε όλον τον κόσμο, ακριβώς γιατί δημιουργούν ένα φανερό, πρακτικό πεδίο δράσης που επιτρέπει σε όλους τους ελευθεριακούς που διατρέχουν την Ισπανία, να δουν και να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους στον αγώνα για την απελευθέρωσή τους. Με την πρωτοβουλία τους, αυτοί οι σύντροφοι σας γλίτωσαν από τον κόπο της αναζήτησης, σε μακρές και δύσκολες θεωρητικές συζητήσεις, του καλύτερου τρόπου να ξεκινήσεις τη δράση. Δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη αρχή, μιας και είναι πολύ οξεία στην θεωρία και πολύ καλή στην πρακτική Συγκεκριμένοι ελευθεριακοί, έχουν ίσως την εντύπωση ότι, σε νομικό επίπεδο, η βαρύτητα των ποινών καθιστά την υπεράσπιση των συντρόφων πιο δύσκολη. Αντιθέτως, εμείς νομίζουμε ότι είναι η βαρύτητα των ποινών αυτών που διευκολύνει κάθε καλά-υπολογισμένη πράξη. Οι ελευθεριακοί δεν μπορούν, σαν θέμα αρχής, να δίνουν αξία σε κάθε νόμο του κράτους, και ιδιαίτερα όταν μιλάμε για το ισπανικό κράτος: Αναλογιζόμενοι την νομιμότητα της καταγωγής του, και όλης της ακόλουθης συμπεριφοράς του, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργήσει αξιοπρεπώς, εκτός ίσως αν δοθεί μια μόνιμη αμνηστία, μια για πάντα. Αυτό είναι και που το κάνει τόσο αξιομίσητο: η καταλήστευση των φτωχών, που παίρνει την μορφή όλων των ελεεινών νόμων της οικονομίας, που θα διαλυθούν μόνο με την απόλυτη καταστροφή του πραγματικού εδάφους στο οποίο κινούνται: την εγγύηση ότι ένας φτωχός δε θα πλησιάσει ποτέ έναν τραπεζίτη. Έτυχε έτσι σε μια αντιμετώπιση που βγήκαν τα όπλα, να σκοτωθεί ένας φρουρός. Η ανθρωπιστική απαξίωση της δικαιοσύνης που εξεγέρθηκε, φάνηκε ύποπτη σε μια χώρα στην οποία οι βίαιοι θάνατοι είναι τόσο συχνοί. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι άνθρωποι πεθαίνουν όπως στο Casas Viejas ή στις άμμους του Badajoz (Σημ: η εξέγερση των κατοίκων του Casas Viejas καταπνίγηκε στο αίμα στις 8 Γενάρη του 1933, στις 14 Αυγούστου 1936 τα στρατεύματα των εθνικιστών έσφαξαν όλους τους αντιφασίστες του Badajoz). Σε άλλες εποχές, σε συμφωνία με τις τεχνολογικές ανάγκες αύξησης της κερδοφορίας, μπορείς να πεθάνεις ακαριαία, όπως οι 200 καταληψίες που κάηκαν μέχρι θανάτου στο Los Alfaques ή οι 70 αστοί που θάφτηκαν στην πλαστική πολυτέλεια ενός μεγάλου ξενοδοχείου της Σαραγόσα. Ή μήπως οι «τρομοκράτες» σύντροφοί μας είναι υπεύθυνοι και γι αυτές τις σφαγές; Όχι, όπως δεν είναι υπεύθυνοι και για την μόλυνση του κόλπου του Μεξικού, μιας και το πλημμέλημα (Σημ: σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου που απενοχοποιούσε τους εφοπλιστές) αυτό διαπράχτηκε όσο ήταν ήδη στη φυλακή.

Το ζήτημα δεν είναι μια νομικίστικη υπόθεση. Είναι απλά ζήτημα κοινωνικών συσχετισμών. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση έχει εκδηλώσει το φανερό της ενδιαφέρον να κλείσει όλα τα στόματα σχετικά με την υπόθεση των συντρόφων, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε γι αυτούς με τρόπο τέτοιο που η αναγκάσει την κυβέρνηση να συμπεράνει ότι είναι άμεσο συμφέρον της να τους απελευθερώσει, και να μην τους κρατά στη φυλακή. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση θέλει να φτάσει στην ίδια κατάληξη, αλλά μέσω της δικαστικής οδού, να φτάσει δηλαδή ακόμα και στο επίπεδο να μειώσει τις ποινές των συντρόφων στην προφυλάκισης, με το να δοθεί μια αμνηστία ή να μπορέσουν οι σύντροφοι να δραπετεύσουν είναι ασήμαντο. Ωστόσο, πρέπει να επιμείνουμε στο γεγονός ότι, αν δεν υπάρξει ένα κίνημα υποστήριξης των συντρόφων αυτών που θα μπορέσει να εκφραστεί δυναμικά και με ικανοποιητική απειλή, μια απομονωμένη δραπέτευση είναι επικίνδυνη: Ξέρουμε όλοι τον «νόμο των φυγάδων» (Σημ. Είναι γνωστή η παγκόσμια συνήθεια της αστυνομίας να πυροβολεί τους δραπέτες εν ψυχρώ) και θα γίνουμε μάρτυρες της εφαρμογής του αρκετές φορές ακόμα.

Σύντροφοι, δεν μας επιτρέπεται να προτείνουμε σε σας, που ζείτε εκεί (στην Ισπανία) και μπορείτε να ζυγίσετε ώριμα τις δυνατότητες και τα ρίσκα, ανάσα προς ανάσα, να κάνετε αυτό-αυτό-κι αυτό, σε πρακτικό επίπεδο. Δεδομένου ότι η επείγουσα αίτηση για την απελευθέρωση των ελευθεριακών αυτών τίθεται κεντρομετωπικά, κάθε μορφή δράσης είναι καλή, κι όσο μεγαλύτερο το σκάνδαλο τόσο το καλύτερο. Συνδεόμενοι σε ομάδες συγγενείας, μπορείτε ανάλογα με τα γούστα και τις ευκαιρίες, να εξερευνήσετε ή να επεκτείνετε κάθε μέσο δράσης που έχει χρησιμοποιηθεί σε άλλες εποχές ή με το οποίο μπορούμε να πειραματιστούμε, εκτός από το να ξεπέσουμε στην αθλιότητα των αξιοσέβαστων καμπανιών που διοργανώνονται παντού, καθόλου παράδοξα, από τα αριστερίστικα εκλογικά κόμματα. Είναι φυσικά παντελώς άχρηστο να συντονιστούν τέτοιες αυτόνομες δράσεις. Είναι αρκετό που θα συμπίπτουν στον ίδιο συγκεκριμένο σκοπό, προπαγανδίζοντάς τον και πολλαπλασιαζόμενες ολοένα. Και όταν ο συγκεκριμένος αυτός στόχος θα έχει επιτευχθεί, θα διαφανεί η ύπαρξη ενός ενεργού ελευθεριακού ρεύματος που επανεμφανίστηκε, και που θα αναγνωρίσει και θα μάθει τον εαυτό του. Έτσι θα ξεκινήσει ένα γενικευμένο κίνημα, που θα μπορεί να συντονιστεί καλύτερα και να φτάσει ένα όλο και διογκούμενο φάσμα στόχων. Ένας πρώτος στόχος είναι να παθιαστεί η χώρα με την υπόθεση αυτή, ικανοποιητική συνθήκη για να γίνει ευρύτερα γνωστή η ύπαρξη ενός επαναστατικού ελευθεριακού κινήματος στην Ισπανία, υποχρεώνοντας τους ανθρώπους να μάθουν για τους κρατούμενους αυτούς και τη δύναμη αυτών που τους υποστηρίζουν. Είναι απαραίτητο τα ονόματα των κρατουμένων αυτών να γίνουν ευρύτατα γνωστά σε κάθε χώρα στην οποία οι προλετάριοι εξεγείρονται ενάντια στο κράτος, από τους εργάτες που ξεκινούν τεράστιες επαναστατικές απεργίες στην Πολωνία, μέχρι αυτούς που σαμποτάρουν την παραγωγή στα εργοστάσια της Ιταλίας και τους ανυπότακτους που ζουν στη σκιά των Μπρεζνιεφικών ψυχιατρικών κελιών ή στις φυλακές του Πινοτσέτ. Μιας και υπάρχουν, δυστυχώς, πολλά ονόματα για να απαριθμούμε, κρίμα, πόσο πολλοί νιώθουν σαν τον Puig Antich στο σβέρκο τους την πίεση της αγχόνης ή το βάρος 40 ή 50 ετών φυλάκισης σύμφωνα με τα σχέδια της κυβέρνησης, πρέπει προς στιγμή να περιοριστούμε στα ονόματα των ενόχων, ενάντια στους οποίους η δικαιοσύνη έχει ζητήσει ή ήδη επιβάλλει ποινές άνω των 20 χρόνων. Gabriel Botifoll Gomez, Antonio Cativiela Alfos, Vicente Dominguez Medina, Guillermo Gonzalez Garcia, Luis Guillardini Gonzalo, Jose Hernandez Tapia και Manuel Nogales Toro. Πρέπει όμως να γίνεται σαφές ότι ζητάμε επίσης την απελευθέρωση και των υπολοίπων, ακόμα και για τους αθώους.

Το πρώτο βήμα είναι να κάνουμε το ζήτημα ευρέως γνωστό. Να το αποτρέψουμε απ το να ξεχαστεί, διαδηλώνοντας όλο και πιο δυναμικά μια αυξανόμενη ανυπομονησία. Τα μέσα θα πολλαπλασιαστούν όσο το κίνημα βρίσκει το δρόμο του. Ακόμα κι ένα μικρό εργοστάσιο θα μπορούσε να απεργήσει για μια μέρα, σε υποστήριξη των κρατουμένων, πράγμα που ίσως γινόταν πρότυπο και για την υπόλοιπη χώρα. Αυτό που πρέπει να κάνετε άμεσα είναι να γνωστοποιήσετε ευρέως τη παραδειγματική τους στάση, και η μισή μάχη έχει νικηθεί. Αμέσως, πρέπει να εμποδίσετε τον καθένα να φτάσει στο φοιτητικό αμφιθέατρο, στη σκηνή του θεάτρου ή στο επιστημονικό εργαστήριο χωρίς να περάσει από έναν κατακλυσμό μηνυμάτων που του θέτουν την ερώτηση: Τι γίνεται με τους συντρόφους μας; Και Πότε επιτέλους θα απελευθερωθούν; Κανείς να μην μπορεί να περπατήσει στους δρόμους χωρίς να έρχεται παντού αντιμέτωπος με τα ονόματα των συντρόφων, χωρίς να εκτίθεται στα τραγούδια γι αυτούς που πρέπει να ακουστούν παντού.

Σύντροφοι, αν τα επιχειρήματά μας σας ακούγονται σωστά, αναπαράγετε και διανείμετε αυτό το κείμενο άμεσα και με κάθε μέσο που διαθέτετε ή μπορείτε να βρείτε. Κι αν όχι, πετάξτε το μακριά τώρα, κι αρχίστε να δημοσιεύετε νέα, καλύτερα! Γιατί είναι πέραν αμφιβολίας ότι έχετε το δικαίωμα να κρίνετε τα επιχειρήματά μας ανελέητα. Αλλά αυτό που είναι πέραν πάσης αμφιβολίας είναι ότι η σκανδαλώδης πραγματικότητα που προσπαθήσαμε να σας εκθέσουμε δεν είναι αντικείμενο της κριτικής σας, αντιθέτως θα σας κρίνει η ίδια, σφοδρότατα.

Χαιρετισμούς

Ζήτω η κοινωνική αναταραχή!

Οι φίλοι της Διεθνούς, 1 Σεπτέμβρη 1980

Πηγές:

Comunicados de los Grupos Autónomos encarcelados en la prisión de Segovia (1978-1980), Madrid 1980

CO.P.E.L, butrones y otras aportaciones de Grupos Autónomos – DESORDEN distro, Valencia 2004

Telesforo Tajuelo : El MIL, Puig Antich y los GARI – ed. Ruedo Ibérico, 1977

Το κείμενο του Ντεμπόρ καθώς και άλλες πληροφορίες βρέθηκαν στο διαδίκτυο.

* Η παρούσα έκδοση κυκλοφορεί χέρι- με- χέρι, χωρίς αντίτιμο, αμφισβητώντας στοιχειωδώς το εμπόρευμα και τους κοινωνικούς ρόλους που αξιώνει αυτό (παραγωγός- καταναλωτής- μεσάζοντας). Αυτό είναι και το ελάχιστο που περιμένει από τον αναγνώστη, που δε θέλει να παραμείνει τέτοιος (καταναλωτής στην ουσία). Κατά συνέπεια, κάθε ανατύπωση, διάδοση, κριτική κλπ είναι επιθυμητή, και δικαιώνει κατά κάποιο τρόπο την υπόθεση της έκδοσης και όχι μόνο.

Διαβάστε επίσης: για το αυτόνομο κίνημα στην Ισπανία

To σχέδιο Β ξεκίνησε ήδη – Διεθνείς Ταξιαρχίες

Το Σχέδιο Β ξεκίνησε ήδη, έλα στην μάχη της χαράς

Διεθνείς Ταξιαρχίες

Υπάρχουν κάποιες στιγμές όπου μοιάζει κατάλληλο, χωρίς να είναι καν ένα ζήτημα το οποίο έχει υπολογιστεί, να απευθύνεσαι στον καθένα μ έναν τρόπο όσο πιο άμεσο γίνεται. Μια απ αυτές τις στιγμές έχει φτάσει.

Θέλουμε να μιλήσουμε εν συντομία για τα όσα διαδραματίστηκαν στις 2 Ιούνη στην πόλη του Ρόστοκ, στη διάρκεια των διαδηλώσεων ενάντια στους G8. Μιλάμε, φυσικά, από μια θέση παρτιζάνου, πολλαπλασιασμένη ωστόσο επί τις χιλιάδες φωνές που σε συγκεκριμένες στιγμές κατάφεραν να γίνουν μια ενιαία. Μια από τις στιγμές αυτές είναι εδώ.

Στις 2 του Ιούνη, χιλιάδες άνθρωποι δεν περίμεναν για το τελετουργικό το οποίο συνηθίζουμε να ακολουθούμε σ αυτό το κίνημα: κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις, δράσεις λιγότερο από συμβολικές, συνελεύσεις όπου κυριαρχούν έτοιμα συμπεράσματα, προκατασκευασμένα πολλά χρόνια πριν από κάποιες σκοτεινές διαδικασίες. Ούτε πάλι περίμεναν να υιοθετήσουν τα στερεότυπα όσων υποκρίνονται τους ευαισθητοποιημένους σχετικά με την παγκόσμια κατάσταση και προορίζουν τους εαυτούς τους για ανήμπορους συμπαθούντες των λιγότερο προνομιούχων.

Αυτές οι χιλιάδες, αντιθέτως, δεν θα ευχαριστούνταν ποτέ με μια αντίδραση ή αντίσταση, αλλά πήραν την πρωτοβουλία, συνειδητά επιτέθηκαν στα μέρη όπου, μέρα με την μέρα, η καπιταλιστική εκμετάλλευση και οι υλικές συνέπειες του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου επεκτείνονται. Οι G8 δεν είναι μόνο μια έκφραση της κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στον κόσμο, ένα θέατρο αμφίβολης ποιότητας όπου οι ηγέτες θέτουν επί σκηνής ένα άλλο τελετουργικό, που εξυπηρετεί την κωδικοποίηση της εξουσίας τους πάνω στις ζωές των υπηκόων. Οι G8 είναι το σύμβολο του πόνου που εξασκείται καθημερινά σε εκατομμύρια ανθρώπους. Του ότι θα έπρεπε να εγκαλούμαστε για τη βία μας, όταν είναι αυτοί που τα χέρια τους είναι βαμμένα στο αίμα!

Αυτό που συνέβη στο τέλος, ήταν πολύ απλό: ελεύθεροι άνθρωποι αποφάσισαν να αντιπαρατεθούν συλλογικά και έμπρακτα στα σύμβολα του καπιταλισμού και του κράτους, όπως ενσαρκώνεται από όλες τις αστυνομίες του κόσμου. Οι συνελεύσεις και οι μακροσκελείς ομιλίες, αν δεν ακολουθούνται από ρήξεις στους δρόμους των μητροπόλεών μας, το μόνο που παράγουν είναι καχυποψία και παραίτηση.

Θέλουμε επίσης να θυμίσουμε μια άλλη αλήθεια σε σχέση με τους αγωνιστές της μάχης του Ρόστοκ: είναι γυναίκες και άνδρες από κάθε γωνιά της Γης και δεν έχουν ανάγκη από πιστοποιητικά για να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον, δημιουργούν συμμορίες, και πειραματίζονται με νέες μορφές ζωής. Είμαστε οι αεθνείς που αγωνίζονται για την καταστροφή των συνόρων -τόσο υλικών όσο και συμβολικών- που χωρίζουν τις ζωές μας, τη σκέψη και τα σώματά μας. Αποτελούμαστε από πολλαπλές ατομικότητες που επιθυμούν να ενωθούν ώστε να δημιουργήσουν τις συνθήκες για μια περισσότερο εκστατική ζωή. Ερχόμαστε από παντού, γι αυτό και είμαστε παντού. Αυτοί που μιλούν για το αντίθετο είναι διπρόσωποι ψεύτες.

Υπάρχει μια ακόμη αλήθεια: κάτω από κάθε κουκούλα βρισκόταν ένα χαμόγελο, σε κάθε πέτρα που εκτοξευόταν προς τον κοινό εχθρό υπήρχε η χαρά, σε κάθε σώμα που εξεγειρόταν ενάντια στην καταπίεση υπήρχε η επιθυμία. Δεν έχουμε τύψεις ούτε ενοχές, αν ήταν έτσι, δε θα πολεμούσαμε καθόλου, δε θα αντέχαμε τόσο. Λοιπόν, μη αφήνετε να σας εξαπατούν, κοιτάξτε με ποιους συνδέεστε, ποιους αγαπάτε: Ίσως να βρείτε ένα απ’ αυτά τα χαμόγελα, ένα απ’ αυτά τα σώματα, μια απ’ αυτές τις γροθιές που δένονται στον αγώνα. Τα χαρούμενα πάθη μοιράζονται κι ενώνονται στην εξουσία – αυτό είναι το μυστικό των μαχών που διεξάγονται στην καρδιά της ασύμμετρης σύγκρουσης όπου αντιπαλεύουμε τη θλίψη των όπλων και των σωμάτων της εξουσίας. Ο καθένας χωριστά, δεν είμαστε τίποτα, όλοι μαζί, είμαστε μια δύναμη. Μαζί, είμαστε μια κομμούνα: η κομμούνα του Ρόστοκ.

Όλοι μας φτάσαμε εδώ έχοντας πίσω μας μια προσωπική και συλλογική ιστορία, μια ιστορία αγώνων και μαχών που διεξάγονται σε κάθε γωνιά της Γης. Δε θέλουμε αυτό το γεγονός να γίνει αντιληπτό σαν μια απλή συνέχεια του παλιού κύκλου αγώνων που, από την 11η Σεπτεμβρίου, γνώρισε τόσες απογοητεύσεις. Πιστεύουμε αντιθέτως πως η 2α Ιούνη ήταν το σύμβολο μιας δυναμικής κι αποφασιστικής ρήξης με αυτή τη φάση της ήττας κι ότι η μάχη αυτή ανοίγει το πεδίο για νέες επιθετικές κινήσεις. Ότι αυτή η ρήξη μας επιτρέπει να πετάξουμε μαζί προς την άλλη μεριά του καθρέπτη, προς την μεριά της ελευθερίας,

Και τώρα σύντροφοι, μπλοκάρουμε τα ρεύματα…

Ζήτω η κομμούνα του Ρόστοκ και του Ρέντελιχ!

Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Οκτώβρης 2007

Σ.τ.μ. Το σχέδιο Β αφορούσε αποκεντρωμένες δράσεις στις γερμανικές μητροπόλεις με κύριο γεγονός την επίθεση μετά από ραντεβού στο κέντρο του Βερολίνου (Hackescher Markt) όπου γύρω στα 1.500 άτομα κατέβηκαν αιφνιδιαστικά στους δρόμους και εφοδιασμένοι από τα κοντινά εργοτάξια επιτέθηκαν στους μπάτσους, κατέστρεψαν βιτρίνες πολυτελών καταστημάτων, αμάξια χρησιμοποιήθηκαν για οδοφράγματα, ενώ παρέλυσε η κυκλοφορία στο κέντρο της πόλης.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΩΣ ΜΙΑ ΕΚ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΩΣ ΜΙΑ ΕΚ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

Μια συνεισφορά στην πραγματοποίηση της πρακτικής θεωρίας του σαμποτάζ – Αστουριανό Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού

Ποιος θα ξαναδώσει ζωή στις βίαιες δίνες της φωτιάς αν όχι εμείς που θεωρούμαστε αδέρφια; Ελάτε λοιπόν! Νέοι σύντροφοι: αυτό θα σας αρέσει. Δε θα δουλέψουμε ποτέ, ώ δίνες της φωτιάς! Αυτός ο κόσμος μέλει να εκραγεί. Αυτό είναι το μονοπάτι του στ΄ αλήθεια. Εμπρός, στην πορεία. – Αρθούρος Ρεμπώ

Η διάδοση του σαμποτάζ, η αυξανόμενη πρακτική εφαρμογή του, σε μια ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα, μακριά και εκτεταμένα ενάντια στην κυριαρχία της αγοράς είναι κάτι το δεδομένο. Φλεγόμενα ΑΤΜ τραπεζών, βουλωμένες κλειδαριές εμπορικών κέντρων, σπασμένες βιτρίνες καταστημάτων, φωτιές σε κέντρα προσωρινής εργασίας, δολιοφθορές στις καπιταλιστικές υποδομές (τραίνα υψηλής ταχύτητας, φράγματα, αυτοκινητόδρομοι, εργοτάξια κατασκευαστικών)… αποτελούν επιθετικές πρακτικές ενάντια στην αποικιοποίηση των ζωών μας από την πιο προχωρημένη μορφή αποικιοκρατίας – το εσωτερικευμένο θέαμα. Όλα τα παραπάνω πραγματοποιούνται από άτομα που έχουν σιχαθεί την επιβίωση σαν κατανάλωση εμπορευμάτων (η ίδια η ζωή περιορισμένη πια σε μια διαδοχή οικονομικών προστακτικών, ντοπαρισμένη από τις ψευτο-εναλλακτικές, ολοένα πιο ψεύτικες και λιγότερο εναλλακτικές) που υπόσχονται κόμματα και συνδικάτα που μοιράζονται τη φιλοδοξία να διαχειριστούν την μιζέρια μας σπρώχνοντάς μας σε έναν τρόπο παραγωγής που μας αποξενώνει από κάθε συμμετοχή στις αποφάσεις που σχετίζονται άμεσα με μας, και τη συνεργασία τους στην υποδούλωσή μας, ξεφτίζοντας κάθε χειρονομία άρνησης του υπάρχοντος, επαναφομοιώνοντάς την. Το θέαμα γράφει το σενάριο και διανέμει τους ρόλους: εργαζόμενος, καθηγητής, φοιτητής, νοικοκυρά, μητέρα, πατέρας, γιος, κόρη, άνεργος, αστυνομικός, στρατιώτης, καλλιτέχνης, ανθρωπιστής, διανοούμενος… Η πλειοψηφία, υποκείμενα που υιοθετούν διάφορους ρόλους στο πέρασμα του 24ώρου, αντικρύζουν την ύπαρξή τους με ολοένα και περισσότερο τρόμο, στο βαθμό του δυνατού. Ο καθένας με την σχιζο-νευρωτική άποψή του θα αντιδράσει στα ερεθίσματα που δέχεται από την εξουσία με τον τρόπο που ήταν ήδη αναμενόμενος. Κάθε κοινωνική δραστηριότητα προγραμματίζεται με τρόπο που να ενισχύει το θέαμα, επιβραδύνοντας έτσι την ασταμάτητη διαδικασία της αποσύνθεσής του. Αν και δεν επιθυμούμε με τίποτα το χειροκρότημα των οπαδών της οργάνωσης-να-ναι-κι-οτι-θελει-ας-ειναι, σαφώς και δεν είμαστε κατά της έννοιας της «οργάνωσης» ως τέτοιας, αλλά ενάντια στην «οργάνωση» που εννοείται ως αυτοσκοπός, ως αποκρυστάλλωση μιας όποιας ιδεολογίας, κι ως ένα ξεκομμένο όργανο που αντιπροσωπεύει μια τάξη. Είμαστε υπέρ της αυτόνομης αυτο-οργάνωσης των εκμεταλλευομένων. Η Ιστορία έχει δείξει δυο συνεκτικά παραδείγματα όπου φάνηκε ότι οι παραδοσιακές οργανωτικές μορφές, τόσο του κόμματος (κατά τη Ρωσσική Επανάσταση) όσο και του συνδικάτου (Ισπανική Επανάσταση) δεν ήταν παρά απόπειρες διαχείρισης του καπιταλισμού κι όχι ξεπεράσματός του, κι αυτό είναι κάτι που, συνειδητά ή ασυνείδητα, ο καθένας πλέον το γνωρίζει. Στο κυνήγι της εξουσίας, δεν καταστρέφεται, αλλά εξελίσσεται: στην πρώτη περίπτωση, η τάξη των γραφειοκρατών αντικατέστησε επάξια την μπουρζουαζία, ενώ στη δεύτερη, οι αναρχο-συνδικαλιστές ηγέτες συμμετείχαν πρόθυμα στην αστική εξουσία, καλώντας για την αυτοδιαχείριση της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης, ενώ η βάση προσπαθούσε να υπερβεί τις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις στην πράξη μέσα από την άμεση διεύθυνση κάθε όψης της ζωής τους, κι όχι απλά της εργασίας τους. Για να είμαστε ακριβείς, και οι δυο μορφές συναγωνίζονταν η μια την άλλη στη λατρεία της εργασίας (κάτι που έχουν κοινό επίσης με τον εθνικο-σοσιαλισμό και κάθε άλλη πολιτική μορφή του καπιταλισμού). Το ποσοτικό όραμά τους επιδίωξε μια αύξηση της παραγωγής, αφήνοντας κατά μέρος την αύξηση της ποιοτικής υπόστασης της ζωής. Αυτή η (πρακτική και θεωρητική) ήττα των παραδοσιακών οργανώσεων, που ακόμα υποστηρίζουν ότι μας αντιπροσωπεύουν, δεν έχει γίνει κτήμα της εργατικής τάξης (προφανώς το μόνο που γνωρίζουμε είναι να δουλεύουμε), κι έτσι συνεχίζουμε χωρίς να διατηρούμε καμιά πιθανότητα ελέγχου πάνω στις ουσιώδεις όψεις της ζωής μας, μέσα σε έναν κόσμο που αναπτύσσεται, όχι μόνο χωρίς τη συμμετοχή μας, αλλά κι εναντίον μας. Όμως, σύντροφοι, η ιστορία δεν κάνει κύκλους. Είναι μια συσσωρευτική διαδικασία και το ειδικό της βάρος λυγίζει ήδη τα κουρασμένα σώματά μας.

Ποτέ άλλοτε οι τσαρλατάνοι δεν σπαταλούσαν τόση άχρηστη αναπνοή – Γουίλιαμ Σαίξπηρ (Όνειρο Θερινής Νυκτός)

Η αντίφαση μεταξύ των δυνατοτήτων των παραγωγικών μέσων (της χρήσης ελάχιστων απ’ αυτά για την απόλαυση όλων, μιας και τα περισσότερά τους είναι τόσο άχρηστα και επιζήμια που πρέπει να καταστραφούν) και των σχέσεων της παραγωγής (η μισθωτή εκμετάλλευση, η εμπορευματοποίηση, ο διαχωρισμός της ταξικής κοινωνίας) έχει φτάσει σε ένα αξεπέραστο σημείο ρήξης. Μέσα στο θέαμα είναι ευκολότερο να πλαστογραφηθεί η φύση της αντίφασης αυτής παρά να αυξηθεί η εμπορευματική παραγωγή στέλνοντας στα ύψη τις αξίες χρήσης. Αυτή η αδράνεια το αναγκάζει να επιδεικνύει όλες τις μεθόδους του για την επαναφομοίωση κάθε πραγματικού κινήματος αντίθεσης και να στρέφει τη θεαματική κριτική που ασκείται στο θέαμα προς όφελός του. Ένας υποκριτής με αίσθηση αυτοκριτικής, που διευθύνεται από την δική του αστυνομία της αποσυντιθεμένης σκέψης (φιλο-καταστασιακοί, στελέχη, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, επαναφομοιωτές, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, η κλίκα του «πολιτικλι-κορέκτ» εναλακτισμού) Αυτά τα σκουπάκια τουαλέτας του μοντερνισμού, σαν καλοί παπάδες, ελπίζουνε καρτερικά πως με τα μπαλώματά τους, η «σωστή» ανάπτυξη του συστήματος θα μας οδηγήσει, παίρνοντάς μας απ’ το χέρι, σε έναν ιδανικό κόσμο που θα προγραμματίζεται από την ψευδή συνείδησή τους και από τα περιχαρακωμένα μυαλά τους, λες και πράγματι κάναν ποτέ κάτι για μας. Ο κοινωνικός τους ρόλος, ο οποίος έχει καταδειχθεί εδώ και δεκαετίες, έχει αποδειχθεί πιο χρήσιμος για το σύστημα από κάθε του ωμή επίθεση, βασανιστήρια, δολοφονίες. Μας εξαπατούν και μας χειραγωγούν. Δεν πρέπει να τους αφήσουμε ούτε μια μέρα παραπάνω. Είναι οι δεσμοφύλακες των άτυπων αλυσίδων μας. Οι ανόητες φιλολογίες τους μας διασκέδασαν αρκετά. Επιβάλλουν τις απόψεις τους πάνω μας, αποφεύγοντας ακόμα και τα απλούστερα ουσιαστικά ερωτήματα που τους γεμίζουν με φόβο: Μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα; και τί μας εμποδίζει απ’ αυτό; Ερωτήματα που ξεγυμνώνουν με μιας τέτοιους επαγγελματίες του ψεύδους. Η συνεκτική κριτική και η κριτική του μη-συνεκτικού είναι με το μέρος μας σ’ αυτόν τον αγώνα.

Η αδικία δεν είναι ανώνυμη. Έχει και όνομα και διεύθυνση. – Μπέρτολντ Μπρεχτ

Η καταστασιακή θεωρία, σαν συνεκτική κριτική της ολότητας των συνθηκών επιβίωσης και του εμπορευματικού-θεαματικού καπιταλισμού που της επιβάλλει, έχει βρει την κατάφασή της μέσα στα ίδια τα γεγονότα, μέσα από μια παραποιημένη φόρμα. Δεν είναι δυνατόν να αντιπαλέψεις την αλλοτρίωση με αλλοτριωμένα μέσα. Το σαμποτάρισμα αυτού του κόσμου ξεκινά με την άρνηση των ρόλων που το σύστημα μας επιβάλλει, το σαμποτάζ του θανάτου που σκεπάζει τη ζωή, και την άρνηση των ρόλων που μας έχουν αναθέσει. Να μιλάς για την Επανάσταση, στους καιρούς αυτούς σημαίνει πως «έχεις ένα πτώμα στο στόμα». Μια ματιά γύρω μας αρκεί για να μας υπενθυμίσει το σκηνικό της ήττας που μας περιβάλλει. Το σαμποτάζ είναι λοιπόν μια πράξη που καταγίνεται ένας ανακρουστήρας ενάντια σ’ αυτήν την μη-πραγματικότητα που μας σκεπάζει. Μια πράξη που δεν έχει περάσει απαρατήρητη από τους επαναφομοιωτές ιδεολόγους, που την έχουν μετασχηματίσει σε «τρομοκρατία» (η επαγγελματικοποίηση του σαμποτάζ που δεν κάνει άλλο απ’ το να ενισχύει το σύστημα, χάρη στο συγκεντρωτικό, ιεραρχικό και μιλιταριστικό χαρακτήρα της). Σήμερα, αυτό που προτείνεται δεν έχει να κάνει με τη δημιουργία μιας ένοπλης οργάνωσης αυτού του τύπου, αλλά με διάχυτες επιθέσεις μικρών ομάδων συγγενείας, ανεξέλεγκτων από κάθε οργάνωση, που συνέρχονται και ξαναχάνονται όπως οι παλίρροιες της Σελήνης. Παλίρροιες που γεννιούνται από την συνείδηση της ασχήμιας των πραγμάτων και της επιδείνωσης που υπόσχονται τα γεγονότα. Στον 19ο αιώνα, μια τέτοια πρακτική άνθισε θέτοντας τον πρώιμο καπιταλισμό σε κρίση. Πέρα από τις λουδίτικες επιθέσεις, οι «προλεταριακές εφορμήσεις στον ουρανό» έδωσαν τη θέση τους στην καταστολή και την επαναφομοίωσή τους, στην οποία ενεργό ρόλο έπαιξαν τα, εμβρυακής τότε μορφής, συνδικάτα, με ομολογούμενη όμως δυσκολία, χάρη στην απουσία μιας άκαμπτης οργανωτικής δομής και άρα της μέγιστης ευελιξίας τους στις επιθέσεις. Μια ομάδα ανθρώπων που βρίσκονται, χτυπούν κι έπειτα εξαφανίζονται στο πλήθος, όπου μια νέα ομάδα ξανασυστήνεται κατόπιν. Τέτοιου είδους διάχυτες δολιοφθορές φέρνουν τον εχθρό σε δυσκολότερη θέση προκειμένου να οργανώσει την καταστολή. Έτσι, οι επιθέσεις μετασχηματίζονται σε ένα σύμπαν απολαύσεων γι αυτούς τους συνειδητοποιημένους χούλιγκανς, τα συναισθήματα των οποίων δύσκολα περιγράφονται ή επικοινωνούνται με τη φτωχή και ανιαρή γλώσσα των λεκτικών μορφών. Το ανατρεπτικό παιχνίδι, οι κανόνες του οποίου ορίζονται από τους συμμετέχοντες, γίνεται ένα αποτελεσματικό όπλο ενάντια στον καπιταλισμό, σε κάθε του μορφή. Υπάρχουν άλλωστε πολύ περισσότερα να καταστραφούν παρά να χτιστούν.

Η εποχή μας δεν έχει ανάγκη να γράψει ποιητικά συνθήματα, αλλά να τα πραγματοποιήσει. – Καταστασιακή Διεθνής

Έχει καταδειχθεί πώς μικρές ομάδες επίθεσης κάνουν περισσότερη ζημιά απ’ ότι μεγάλες οργανώσεις που ειδικεύονται στον ένοπλο αγώνα. Η Οργισμένη Ταξιαρχία συνέχισε τις δράσεις της και μετά τη σύλληψη ανθρώπων της, και αφότου το αγγλικό κράτος υπέθεσε ότι το κίνημα θα είχε διαλυθεί. Το Kale Borroka (οδομαχία) στη Χώρα των Βάσκων, το οποίο πρόσφατα καταδικάστηκε ως ανεξέλεγκτο από τη Jarrai (η οργάνωση νεολαίας της βασκικής εθνικιστικής αριστεράς – NDRO) αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα. Η εξουσία συναντά δυσκολίες στην καταστολή και την εξάρθρωση μικρών ομάδων που δε γνωρίζουν η μία την άλλη, μέσα σε ένα κλίμα υψηλής ασφάλειας, και το μόνο πράγμα που τους ενώνει είναι η επιθυμία για την καταστροφή ενός συστήματος που τους εμποδίζει απ’ το να ζήσουν, καταδικάζοντάς τους στην επιβίωση και την αβεβαιότητα. Δεν επιχειρούν ενέργειες επιδειξιομανών ώστε να προπαγανδιστούν μέσω ενός ακρωνυμίου ή κάποιας ονομασίας-σφραγίδας. Στην περίπτωση των Αστουριών, το σαμποτάζ υπήρξε ένα ταξικό όπλο που χρησιμοποιήθηκε αναρίθμητες φορές, ιδιαίτερα στις εργασιακές συγκρούσεις στο εσωτερικό των επιχειρήσεων: Duro Felguera, Hunosa, Naval και Ciata (Αστουριανές επιχειρήσεις και ορυχεία όπου το σαμποτάζ έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη δεκαετία του 1990). Κάθε ένα άτομο, ασχέτως της όποιας ιδεολογίας του, μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Από τον υπάλληλο που κλέβει αγαθά από το γραφείο ως τον εργάτη που βανδαλίζει τα μηχανήματα στα οποία είναι αλυσοδεμένος, περνώντας μέσα από τη χρήση πλαστικών εκρηκτικών κατά τον τρόπο των διπλωματούχων επαγγελματιών του Duro Felguera. Σήμερα, το πιο επίκαιρο παράδειγμα είναι αυτό του εμπρησμού των ΕΤΤ (κέντρα προσωρινής εργασίας). Η πρακτική αυτή του σαμποτάζ παραμένει περιορισμένη σε συγκεκριμένες και τοπικές συγκρούσεις, χωρίς μια σφαιρική προοπτική, στοχεύοντας απλά σε μερικές λύσεις όσον αφορά οικονομικές διεκδικήσεις που παραμένουν εντός των προκαθορισμένων πλαισίων που θέτει η καπιταλιστική λογική. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των ΕΤΤ, μιας επίθεσης που πάει παραπέρα από την προσωρινότητα μιας κρίσης σε μια επιχείρηση, μα και πάλι δεν θέτει το ζήτημα της κριτικής της μισθωτής σκλαβιάς στην ολότητά της μα θέτει σε αμφισβήτηση αποκλειστικά την πιο ακραία της μορφή, δε στοχεύει στο τέλος της εκμετάλλευσης, αλλά μάλλον στο τέλος των ΕΤΤ. Σήμερα, η σύγκρουση είναι παγκόσμια και δεν επιλύεται μέσα από μερικούς αγώνες, αλλά μέσα από τον ολικό αγώνα και την απόλυτη άρνηση αυτής της κοινωνίας. Είναι ανάγκη να τελειώνουμε με τον ακρωτηριασμό των ζωών μας σε ένα άθροισμα εμπορευμάτων αλλά και με την μισθωτή σκλαβιά που μας απονεκρώνει, κι όχι μόνο με την προσωρινή εργασία. Να τελειώνουμε με την ταξική κοινωνία κι όχι απλά με τον φασισμό της. Να στοχεύουμε στην μερικότητα μόνο ευνοεί τους διαχειριστές της μιζέριας μας, κι όλους όσους θα ήθελαν μια μέρα να πάρουν αυτοί τη θέση των διαχειριστών: και αποτελούν και οι δυο στόχο του σαμποτάζ. Η διάδοση της πρακτικής του σαμποτάζ με όσα αυτή συνεπάγεται (ανεμπόδιστη αυτονομία, μέγιστη ευελιξία, αυτο-οργάνωση, ελάχιστος κίνδυνος) μεταξύ ανθρώπων που τα βρίσκουν μεταξύ τους, ανοίγει το δρόμο για την πραγματική επικοινωνία, που καταστρέφει την θεαματική, θρυμματίζει την απάθεια και την μικρότητα του ατέρμονου «επαναστατικού» μονόλογου. Οι προσωπικές σχέσεις και η δυνατότητες επαφής με άλλους ανθρώπους στην άρνηση των ρόλων που επιβάλει το θέαμα, αποτελούν εφήμερες καταστάσεις που στην προετοιμασία και την κατασκευή τους εσωκλείουν τις αρετές της ανυποχώρητης επαναστατικής κατάστασης που θα συντρίψει τις συνθήκες της επιβίωσης. Δεν υποκύπτει στην αθεράπευτα αλλοτριωτική ιεράρχιση που κάνει κάθε ένοπλη ομάδα «ειδικών» ενός εξουσιαστικού και μιλιταριστικού χαρακτήρα, για την οποία οι μάζες «συμμετέχουν» στην επίθεση εκπροσωπούμενες μέσα από την ομάδα. Η ποσοτική ανάπτυξη της πρακτικής αυτής δεν γίνεται αντιληπτή από τα όσα μας μεταφέρονται από τα γραφεία των προπαγανδιστών του θεάματος, αλλά μάλλον μέσα από μια βόλτα στο καπιταλιστικό σκηνικό, όπου μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα χνάρια των καμμένων ΑΤΜ, τα σπασμένα τζάμια των ΕΤΤ, τις αλλαγές κλειδαριών σε κάποιο σούπερ-μάρκετ. Είναι αυτές οι οπτασίες που κάνουν το χαμόγελό μας να λάμπει και μας παρακινούν να βγούμε αυτήν την ίδια νύχτα για να παίξουμε ξανά με τη φωτιά, ώστε το ίδιο αυτό χαμόγελο να υψωθεί στα πρόσωπα άλλων αγνώστων, συντρόφων στην καταστροφή. Οι αριθμοί εδώ δεν έχουν σημασία, παρά μόνο η υψηλή ποιότητα των πράξεων: Σαμποτάζ, απαλλοτριώσεις, αυτο-μείωση… Παίρνουμε πίσω μέρος της ζωής που μας αρνούνται, όμως αυτό δεν αρκεί. Την θέλουμε ολόκληρη, τη ζωή μας.

Σύντροφοι, το παιχνίδι είναι στα χέρια σας, κι εμείς κερδίζουμε σε θάρρος από την καθημερινή πρακτική του. Οργανωθείτε μόνοι σας, με τους συντρόφους σας. Ενάντια στον παλιό κόσμο σε κάθε του έκφραση, έτσι ώστε να αφήσουμε πίσω μας την προ-ιστορία του, ας αρχίσουμε κι ας πολλαπλασιάσουμε τις επιθέσεις.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΣΤΟΠ. ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ. ΣΤΟΠ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ. ΣΤΟΠ. ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ. ΣΤΟΠ. ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΣ!

(Μετάφραση: Γραφείο Λυσσασμένων Ταραχοποιών, Σαλονίκη – Αύγουστος 2007) //

Για τη βία στα γήπεδα – αρχείο “Ρήξης”

Φαίνεται πως το ποδόσφαιρο στη χώρα μας προκαλεί μεγαλύτερη λαϊκή κινητοποίηση από κάποια απεργία, πολιτική συγκέντρώση ή διαδήλωση. Αυτό τουλάχιστον είναι το “θλιβερό” συμπέρασμα που βγάζουν περίλυποι διάφοροι σοβαροί “αναλυτές”, συχνά “Ακροαριστεροί”.

Αυτό το συμπέρασμα βγάζουν από την καταπληκτική λαϊκή κινητοποίηση της νεολαίας και του λάου των Μεγάρων . Αυτό βγάζουν από το ξεδίπλωμα της λαϊκής βίας και αντίστασης, πού έφτασε μέχρι τα δίκαννα, πού εκφράστηκε με δεκάδες και εκατοντάδες κοκταίηλ μολότωφ, με τη μαζική επίθεση στην αστυνομία, με τη δημιουργία ακόμα και τεθωρακισμένων από τρακτέρ στα οποία μπήκαν χαλυβδόφυλλα, με την κατάληψη και την πυρπόληση των γραμμών του τραίνου, με την απόπειρα να καεί το στάδιο, πού έγινε το Σάββατο, με την Αντίσταση πού εμπόδισε ολοκληρωτικά την είσοδο των ΜΑΤ στα Πλακάκια και τη Μάνη, αυτές τις λαϊκές μεγαριώτικες συνοικίες.

Και φυσικά και δεν έγιναν για το…ποδόσφαιρο. ’λλα όχι με την έννοια πώς η αντίσταση έγινε για “πολιτικούς λόγους”, όπως θα’ θελε να το εμφανίσει η “αντιπολίτευση” των Μεγάρων, πού έβαλε σαν κέντρο της τον “Έβερτ” και την κυβέρνηση, επειδή υποβίβασε το Βύζαντα για να βάλει τη δική του ομάδα, το “Ρουφ”, στη θέση του. Αν θέλει κανείς να βρει το πολιτικό στοιχείο στην εξέγερση των Μεγάρων θα πρέπει να πάει πέρα από την πολιτικάντικη “πολιτική” πού έχει συνηθίσει να κάνει.

Η εξέγερση στα Μέγαρα δεν ήταν το “εύκολο κάλυμμα” της Αντί-καραμανλικής διάθεσης, όπως το εμφανίζει, και θα συνεχίζει να το εμφανίζει, μια μερίδα της κοινοβουλευτικής και έξω-κοινοβουλευτικής Αντιπολίτευσης. Η εξέγερση στα Μέγαρα, όπως και η παλιότερη Ιστορία με τα “Αρχαία” στην Κρήτη, φαίνονται τόσο παράλογες στο μκροαστό “Αναλυτή”, πού δε μπορεί να καταλάβει τίποτε. Κι αυτό μετράει όλο το βάθος της αγνοίας του διανοούμενου των 4 κεντρικών τετραγώνων της Αθήνας για τις πραγματικές διαδικασίες της γέννησης και ανάπτύξης των κοινωνικών κινημάτων.

Αυτό πού στα μάτια τους φαίνεται το “παράλογο” στοιχείο των μαζών, πού τους βυθίζει σε αντιδραστικές και βαθυστόχαστες αναλύσεις για την “ψυχολογία του όχλου”, δείχνει κάτι άλλο. Δείχνει πώς σε συν-θήκες κοινωνικού και πολιτικού αδιέξοδου, οι μάζες τείνουν να εκφράσουν την αντιπαράθεση τους με το κράτος όχι εκεί πού κυριαρχεί το “σικέ” παιχνίδι μιας κενής και δημαγωγικής πολιτικής, όχι εκεί οπού βρίσκονται απόλυτα αποκλεισμένες, δηλαδή τις “υψηλές σφαίρες” της πολιτικής, αλλά εκεί πού μπορούν. Εκεί πού νοιώθουν ότι μπορούν να συμμετέχουν.

Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτό συμβαίνει σήμερα. Δηλαδή τα πρώτα χρονιά της μεταπολίτευσης, σ’ όλη τη χώρα, και ιδιαίτερα στην επαρχία, το “ποδόσφαιρο” είχε πέσει. Κι αυτό γιατί χιλιάδες νεολαίοι έβλεπαν μια δυνατότητα στην πολιτική. Σύντομα όμως τα πράγματα αλλάξανε. Κι αλλάξανε γιατί είδαν πώς αυτή ή πολιτική δεν τους δίνει τίποτε, δεν είναι κάτι δικό τους, και μάλιστα αποκλείει σε μεγαλύτερο βαθμό τη νεολαία των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Το μόνο πού προσφέρει δε, είναι φασαρίες με την Αστυνομία χωρίς λόγο, όπως τους φαίνεται, μιας και η “πολιτική” δεν τους δίνει τίποτε. Και το καταφύγιο ήταν και πάλι το ποδόσφαιρο. Δηλαδή, κάτι μέσα από το οποίο μπορούσαν εύκολα να εκφράσουν το δυναμισμό τους και να αποκτήσουν την αίσθηση μιας “συμμετοχής”. Γιατί ιδιαίτερα στην επαρχία, το ποδόσφαιρο και η “ομάδα” είναι κάτι το κοντινό, μοιάζει δικό τους, η “οργάνωσή” τους πού τη ζούνε σα δικιά τους, κάτι το οποίο μπορούν να ελέγχουν. Έτσι το ποδόσφαιρο εμφανίζεται σαν η μοναδική καταφυγή και διέξοδος σε μια θανατερή αδιέξοδη και γεμάτη ανία ζωή.

Μ’ αυτόν τον τρόπο το ποδόσφαιρο μεταβάλλεται σε κατεξοχήν μέσο διοχέτευσης μιας δραστηριότητας και εκτόνωσης. Αυτή όμως είναι η μια όψη του νομίσματος. Στο βαθμό δηλαδή πού μια κοινωνική “ανησυχία ” διοχετεύεται στον αθλητισμό, είναι φυσικό να τείνει να ξεπηδήσει μέσα από κει. Έτσι τα γήπεδα γίνονται κλασσικός χώρος βίας, και εκεί επεμβαίνουν τα ΜΑΤ, και ετοιμάζουν και τα σκυλιά, και αναπαράγεται η αντίθεση με το κράτος ή την εξουσία του χρήματος. Αυτή η αίσθηση είναι ιδιαίτερα έντονη στις μικρές επαρχιακές ομάδες, όπου το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό γεγονός και όπου ξεπηδάει πιο εύκολα, έστω και με διεστραμμένη μορφή, η αντίθεση με το “κέντρο”, τις μεγάλες ομάδες, τους εφοπλιστές και τελικά, με… την κυβέρνηση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν , αυτή η “παράλογη” εξέγερση γίνεται πολύ λογική όταν τη δούμε με το μάτι του κόσμου και όχι του εκκολαπτόμενου καθοδηγητή ή “επιστήμονα”.

Και φυσικά και δεν…έγινε για το ποδόσφαιρο αλλά μέσα από το ποδόσφαιρο. Και μάλιστα για έναν ακόμα λόγο. Τα “επεισόδια” μεταβλήθηκαν σε εξέγερση από τη στιγμή και πέρα πού το κράτος θέλησε να καταπιέσει, με τη γνωστή του κτηνωδία. Από τη στιγμή και πέρα πού τα ΜΑΤ έμπαιναν αδιάκριτα σε σπίτια και μαγαζιά και χτυπούσαν. Από τη στιγμή και πέρα πού με τη νεολαία φιλάθλους ενώθηκαν και οι υπόλοιποι κάτοικοι πού δεν ανέχονταν τους “γερμανούς πού ξαναγύρισαν”, από τότε και μετά η εξέγερση των Μεγάρων πήρε έναν κεντρικό στόχο: την ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ. Αυτό ήταν το βαθύτερο περιεχόμενό της. Ότι ο λαός δεν ανέχτηκε τούς κρανοφόρους να τον τσαλαπατάνε αδιαμαρτύρητα και τότε πήρε τα δίκαννα. Έτσι η ίδια η παρέμβαση της αστυνομίας μετάτρεψε σε κάτι άλλο ένα απλό γεγονός, δηλαδή επέτρεψε να εκφραστεί όλο το μίσος του λαού και της νεολαίας ενάντια στο κράτος και τούς μηχανισμούς του.

Κι όμως, αυτό το πράγμα, τόσο απλό τελικά, πολλοί από εκείνους πού καθημερινά φωνάζουν “αντίσταση στην κρατική τρομοκρατία”, δε μπόρεσαν να το καταλάβουν. Δε μπόρεσαν να καταλάβουν ότι η ΝΙΚΗ (γιατί οι Μεγαρίτες νίκησαν και η αστυνομία υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει) των Μεγαριτών, η αντίσταση τους, έχει μεγαλύτερη σημασία για τα “πολιτικά και δημοκρατικά δικαιώματα” από ότι μια πετυχημένη αθώωση ενός “αριστεριστή”. Κι αυτό γιατί ένα μεγάλο λαϊκό σύνολο με μια πετυχημένη αντίσταση έδειξε στο κράτος ότι δε μπορεί ατιμώρητα να καταπατάει τα δικαιώματα του. Γιατί το δικαίωμα της διαμαρτυρίας, με την οποία ξεκίνησαν, είναι αναφαίρετο δικαίωμα τους και όποιος το παραβιάζει υφίσταται τις συνέπειες. Και οι ροπαλοφόροι είδαν σίγουρα πώς άλλο Εξάρχεια και άλλο μια ξεσηκωμένη πόλη. Αυτό μένει να το κατανοήσουν λίγο κι εκείνοι πού καθημερινά φωνάζουν αυτά πού οι Μεγαρίτες έκαναν στην πράξη ξεκινώντας από μια πολύ “τετριμμένη ιστορία” (έτσι είναι ο άτιμος ο όχλος).

Σήμερα, μέσα από τα Μέγαρα χτες από την Αγία Βαρβάρα και τούς αγρότες, περνάει η κοινωνική δυσαρέσκεια και κριτική των μαζών. “Αν ορισμένοι επιμένουν να την μαντρώσουν πίσω από τον Αντρέα, στην ψευδοπολιτική του κοινοβουλίου, σύντομα θα αντιμετωπίσουν και άλλα τέτοια “παράλογα” φαινόμενα.

Γιατί μέσα από το “κεντρικό” πολιτικό αδιέξοδο και κενό πού υπάρχει, ο λαός δε μπορεί να εκφραστεί. Γι’ αυτό, για ορισμένο καιρό θα συνεχίσει να εκφράζεται “περιφερειακά”, μέχρι να φτάσει να μεταφέρει στο κέντρο αυτόν τον ΙΔΙΟ ΤΡΟΠΟ ΕΚΦΡΑΣΗΣ.

Βρέθηκε στο αρχείο της «ΡΗΞΗΣ» στο διαδίκτυο

Για τους 4 του Ααχεν

ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΣΤΟ ΑΑΧΕΝ

Στις 28 Ιούνη 2004, τέσσερις άνθρωποι συνελήφθησαν στο Aachen της Γερμανίας μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών με την αστυνομία και ομηρία κάποιων άλλων, καθώς προσπαθούσαν να αποφύγουν ένα μπλόκο της αστυνομίας. Τα ονόματά τους ήταν Bart De Geeter, José Fernandez Delgado, Gabriel Pombo da Silva και Begoña Pombo da Silva.

Ο Bart είναι βέλγος αναρχικός 26 ετών, ενεργός για πολλά χρόνια ιδιαίτερα μέσα από την αλληλεγγύη στους κρατουμένους (ήταν μέλος του Αναρχικού Μαύρου Σταυρού της Γάνδης) και στους χωρίς-χαρτιά (μετανάστες).

Ο Gabriel είναι γνωστός ισπανός αναρχικός, 36 ετών που έχει περάσει 20 χρόνια στη φυλακή από τα οποία τα 14 στις διαβόητες φυλακές FIES (ισπανικά “λευκά κελιά” – απομόνωση), κι έχει αγωνιστεί για χρόνια ενάντια στη βαρβαρότητα των φυλακών.

Ο 44χρονος José Fernandez Delgado είναι επίσης ισπανός αναρχικός που δραπέτευσε από τις φυλακές μετά από 24 χρόνια.

Η Begoña είναι 34 ετών και αδερφή του Gabriel. Ζεί στη Γερμανία κι έχει μια 7χρονη κόρη. Δεν έχει κάποια σχέση με το αναρχικό κίνημα.

Οι 4 τους, σταματήθηκαν από τη γερμανική αστυνομία λίγο πριν τα σύνορα, σε ένα βενζινάδικο στο δρόμο προς το Aachen, σε μπλόκο για ναρκωτικά. Όταν οι μπάτσοι προσπάθησαν να ψάξουν το αμάξι ο ένας τους πυροβόλησε στον αέρα. Τις επόμενες στιγμές πήραν ένα ζευγάρι για ομήρους, ενώ η μπάτσοι συνέλαβαν την Begoña και καταδίωξαν τους 3 άνδρες. Μετά από καταδίωξη και ανταλλαγή πυροβολισμών, άφησαν τους ομήρους να φύγουν και κατέφυγαν σε ένα γκαράζ, περικυκλωμένοι από την αστυνομία. Μετά από λίγες ώρες, τελικά παραδόθηκαν.

Οι 3 κατηγορούνται για 9 απόπειρες φόνου, 2 απαγωγές ομήρων, ένοπλη ληστεία, σχεδιασμό ληστείας, και σοβαρές παραβάσεις του κοκ.

Απ ότι έχει γίνει γνωστό, οι κατηγορούμενοι δεν αντιμετωπίζουν τον γερμανικό “αντιτρομοκρατικό” νόμο (άρθρο 129α/Β του ποινικού κώδικα) ωστόσο η υπόθεσή τους σηματοδότησε μια ευρεία επίθεση ενάντια στους αναρχικούς στην Ισπανία, το Βέλγιο και τη Γερμανία, ως υποτιθέμενο “διεθνές δίκτυο”.

Σαν συνέπεια αυτού, στις 4 Αυγούστου 2004 στη Δρέσδη, η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι δυο συντροφισσών, από το κίνημα αλληλεγγύης στους κρατουμένους και συγκεκριμένα την οργάνωση Rote Hilfe (Κόκκινη Βοήθεια) στη Γερμανία. Η οργάνωση αυτή συνεργαζόταν με τον αναρχικό μαύρο σταυρό της Γάνδης για την υπεράσπιση των 4 του Αachen. Οι δυο γυναίκες κατηγορούνταν από την αστυνομία ότι συνεργάστηκαν στη ληστεία με τους 4 συλληφθέντες, βάση ενός χάρτη που βρέθηκε στο αμάξι τους, και της αίτησης που είχε κάνει η μια να δει τους συλληφθέντες… Τελικά, αφέθηκαν ελεύθερες. Οι 3 όμως παραμένουν φυλακισμένοι σε 13, 14 και 3μισι χρόνια.

Πηγή: http://www.escapeintorebellion.info/

Γράμμα στους συντρόφους της ’τυπης Αναρχικής Ομοσπoνδίας (FAI-informale) από τον Gabriel Pombo da Silva

Το γράμμα αυτό γράφτηκε με αφορμή τη συνέλευση των ομάδων της FAI τον Δεκέμβρη του 2006.

Αγαπητοί σύντροφοι της «Λιμνούπολης» που ξαναβρεθήκατε στο σπίτι του «Ντόναλντ»: Τα γράμματά σας φτάνουν ως εμένα (από τη συνέλευση της Grabada) και τα διαβάζω με εξαιρετική προσοχή, καθώς με ενδιαφέρει τόσο το περιεχόμενο των σκέψεών σας, κι επιπλέον συμφωνώ και ταυτίζομαι τόσο πολύ με το σχέδιο της FAI (προφανώς εννοώ την άτυπη) όπως και με όλες και κάθε μία χωριστά των δράσεων που έχετε αναλάβει. Ο λόγος για τη συγγραφή του γράμματος αυτού, δεν έχει να κάνει φυσικά με κάθε είδους «συμβουλές», μιας κι ο κόσμος αυτός είναι τόσο μεστός συμβουλατόρων, θεωρητικών και επωνύμων κάθε απόχρωσης και κάθε χώρου� Όχι, το μόνο που θέλω είναι να στείλω από αυτό το εξοντωτικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, λόγια ανατρεπτικά, επαναστατικής συνείδησης και εξεγερτικής πολυπλοκότητας. Λόγια τόσο από το σύντροφό μου, τον Jose, όσο και δικά μου. Ας περάσω λοιπόν στο σχολιασμό, κάποιων από τα πράγματα που αναφέρατε και συζητήσατε στη συνέλευση�

Πραγματικά, οι επιθέσεις πετυχαίνουν στο να καταδείξουν την τρωτότητα όχι μόνο του Κράτους αλλά επίσης της ιδέας του Κράτους που συντίθεται από σύμβολα, αντικείμενα κι ανθρώπους, καθώς αυτοί είναι οι διαμεσολαβητές και οι μεταρρυθμιστές του, κι αυτό ο δικός τους.

Όσον αφορά το κριτικισμό που μερικοί σύντροφοι εκτοξεύσαν προς το μέρος σας, σε σχέση με την πιθανότητα «να ζημιωθεί» ή ακόμα και «να σκοτωθεί» κάποιος «αθώος» (για παράδειγμα ένας ταχυδρόμος ή γραμματέας). Θεωρώ πως αυτό αποτελεί ένα ζήτημα τεχνικών μέσων, σε σχέση με τα εκρηκτικά δέματα, παρά μεθοδολογίας (της ένοπλης επίθεσης γενικά). Υποθέτω, αυτός ο οποίος οφείλει να αποφασίσει, πρέπει να είναι η κάθε ομάδα, βάσει του τι έχει αποφασίσει να πραγματοποιήσει�

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αν έχει αποφασιστεί να χτυπηθεί ένας υπηρέτης του κράτους, πρέπει κανείς να μελετήσει τις κινήσεις, τις συνήθειες και τους τόπους που συχνάζει ο στόχος, ώστε να διασφαλίσει το αποτέλεσμα από κάθε δυσάρεστη έκπληξη.

Όταν συγκεντρωθούν όλες οι απαραίτητες πληροφορίες, τότε και μόνο, μπορεί να εκτιμηθεί η επίθεση. Κάθε εκτίμηση (αντικειμενική-υποκειμενική-ηθική-κλπ) είναι μοναδική και αποκλειστικά έργο εκείνων που θα πραγματοποιήσουν την ενέργεια (κι όχι τυχαία, καθώς αν κάποιος πέσει στα χέρια των καταπιεστών, θα είναι αυτοί και μόνον αυτοί που θα επωμιστούν το βάρος του νόμου και τις συνέπειες των πράξεών τους). Προσωπικά, από τη δική μου εμπειρία, είμαι πεπεισμένος ότι το να συμφωνεί κανείς (ή όχι) με τις ένοπλες ενέργειες είναι ζήτημα «επιπέδου προσωπικής συνείδησης», συν το βαθμό στον οποίο οι καταπιεστές δρουν με τον ίδιο τρόπο. Μ αυτό θέλω να πω, πως όσοι δεν υφίστανται κάποια καταπίεση, δε θα συμφωνήσουν με τη λογική μου της απάντησης στη βία με βία. Αυτός ήταν πάντα ο τρόπος, και δεν υπάρχει ούτε μια ιδέα, ούτε ένα κίνημα που να μπορεί να φέρει μια αλλαγή χωρίς κατανόηση αυτού του πράγματος.

Δεν είμαι κάποιος θεωρητικός σύντροφοι, αλλά ένας από τους καταπιεσμένους, ερωτευμένος με την ελευθερία που μπολιάζει τους καταπιεσμένους με πάθος για μια ζωή που να αξίζει να ζει κανείς�

Και στα 22 χρόνια κι έξι μήνες που είμαι φυλακισμένος (και για το λόγο αυτό βασανισμένος σε ανείπωτο βαθμό από «άλλους καταπιεσμένους»), σας λέω αυτό: το να είσαι καταπιεσμένος δεν σημαίνει ταυτόχρονα κι ότι φέρεις μέσα σου μια ριζοσπαστική θέληση για τερματισμό κάθε καταπίεσης�

Θέλει να χει κανείς «περηφάνια», αξιοπρέπεια, συνείδηση, μίσος κι εξυπνάδα για να θελήσει να αντιπαρατεθεί με τον εχθρό με όλες τις συνέπειες�

Αγνοώ αυτό το πράγμα που ονομάζεται «κοινωνικό», κι αμφιβάλλω πως οι απόψεις αυτών των «καταπιεσμένων» «απλών ανθρώπων», των «κινημάτων», των «υποκειμένων» θα επηρεάσουν τις δικές μου ιδέες και δράσεις. Θα ρωτούσα μήπως θα κατηγορηθώ και ότι «δρω ως πρωτοπορία» μιας και το δικό μου ταξικό μίσος δεν «γίνεται οικειοποιήσιμο» από τους «άλλους καταπιεσμένους»�

Συνοψίζοντας, θέλω να δηλώσω ότι το σχέδιό σας, για μια άτυπη κι εξεγερσιακή οργάνωση έδειξε σαφέστατα:

Α) Ότι μπορεί να αυξάνεται σε ποσότητα κι όχι μόνο στην ιταλική χερσόνησο (αναφορικά με την ένταξη νέων ομάδων στην F.A.Informale), και γίνεται φανερό μέσα από τη δράση άλλων ομάδων ότι τα βασικά προτάγματα (η διάχυση της επίθεσης, η άτυπη οργάνωση κλπ) έχουν επεκταθεί και οικειοποιηθεί από άλλους συντρόφους ως μέρη του δικού τους σχεδίου, ακόμα κι αν δεν τοποθετούνται κάτω από το ακρωνύμιο της F.A.I.

B) Επέδειξε ότι η επίθεση είναι εφικτή και οικειοποιήσιμη από όλους εκείνους που νιώθουν ότι τα πράγματα έχουν γίνει ιδιαίτερα δυσμενή, και έχουν βαρεθεί να ελπίζουν, κι αποφάσισαν να περάσουν σήμερα στην επίθεση, χωρίς να αφήνουν τη διαχείρισή της σε πρωτοπορίες και ειδικούς.

Τελικά, αυτό που θέλω να πω είναι ότι κάθε σχέδιο με τα χαρακτηριστικά αυτά απαιτεί χρόνο για την ανάπτυξη και την εξέλιξή του (για να μην αναφέρω την κοινωνική εμπέδωσή του�).

Και φυσικά είμαι υπέρ της αντικειμενικής αξίας (κι όχι για λόγους φετιχισμού) της χρήσης γι αυτό το σχέδιο του ακρωνυμίου της F.A.I. Θα ήθελα να βάλω τέλος σε κάθε σκεπτικισμό (που θεωρώ σχεδόν περιττό) με τα σοφά λόγια του συντρόφου Errico Malatesta.

«Ανάμεσα στους αναρχικούς υπάρχουν οι επαναστάτες που θεωρούν ότι η χρήση βίας είναι απαραίτητη, για να τσακίσουν τη βία που συντηρεί την κυρίαρχη τάξη, να δημιουργήσουν το κλίμα στο οποίο η ελεύθερη εξέλιξη των ατόμων και της συλλογικότητας είναι δυνατή. Και υπάρχουν και οι «εκπαιδευτιστές» που θεωρούν ότι το να φτάσουμε στον κοινωνικό μετασχηματισμό, γίνεται μόνο μέσα από την επιμόρφωση του κόσμου με προπαγανδιστικά μέσα. Θα τεθούν υπέρ της μη-βίας, ή της παθητικής αντίστασης, που αποφεύγει τη βία χωρίς να την απορρίπτει. Και φυσικά, η διαίρεση συνεχίζεται, αναφορικά με τη φύση ή το βαθμό της βίας. Επιπροσθέτως, υπάρχει διαμάχη σχετικά με τη στάση των αναρχικών απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά και στις οργανώσεις τους, με μόνιμες ή παροδικές διαφορές ανάμεσα στους ανατρεπτικούς αναρχικούς και τους υπόλοιπους. Ακριβώς αυτό κι άλλα παρόμοια ζητήματα δείχνουν ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να γίνουμε κατανοητοί. Κι αν κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν, είναι απαραίτητο να μάθουμε την ανοχή, να συνεργαζόμαστε όταν συμφωνούμε, κι όταν όχι, να αφήνουμε τον άλλο χωρίς να εμποδίζουμε κάτι. Γιατί, στην πραγματικότητα, αν όλοι οι παράγοντες συνυπολογιστούν, κανείς δεν έχει πάντοτε δίκιο�»

Errico Malatesta

Μια θερμή αγγαλιά για σας σύντροφοι!

Για την επέκταση της εξέγερσης!

Για την Αναρχία!

Ζήτω η F.A.I.!�

Aachen, Γερμανία, 28.01.07.
Gabriel Pombo da Silva
Krefelder Str. 251
52070 Aachen
Germany

Ο Gabriel είναι ένας ισπανός αναρχικός που δραπέτευσε από τη φυλακή αλλά συνελήφθη στα βελγο-γερμανικά σύνορα, μαζί με τον επίσης δραπέτη φίλο του αναρχικό Jose Fernandez Delgado, τον βέλγο αναρχικό Bart de Geeter και την αδερφή του Begona.

Περισσότερες πληροφορίες:

http://www.escapeintorebellion.info

Η Κολεκτίβα βάσκων πολιτικών κρατουμένων

EUSKAL PRESO POLITIKOEN KOLEKTIBOA

ανακοίνωση της κολλεκτίβας βάσκων πολιτικών κρατουμένων για το 2001-2

Η μαχητική ανάπτυξη της EPPK στις φυλακές της Γαλλίας και της Ισπανίας συνεχίζεται, παρά τις σοβαρές δυσκολίες που επιβάλει η διασπορά παραπάνω από 90 κρατουμένων σε διάφορες φυλακές. Ακόμα κι έτσι, οι αγώνες συνεχίζονται, και στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε λίγο τα βασικά πορίσματά μας.

1) Πολυμορφία της κολλεκτίβας

Η πολυμορφίας της σύνθεσης είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της EPPK. Αποτελείται από βάσκους εργαζομένους που αγωνίζονται για τη λευτεριά της Χώρας των Βάσκων (Euskal Herria), και το κάνουν με διάφορους τρόπους και σε ξεχωριστές κοινωνικές, πολιτικές ή εργασιακές συνθήκες. Έτσι, στην πραγματικότητα η EPPK ενώνει τόσο αγωνιστές της ένοπλης οργάνωσης ΕΤΑ, νεολαίους των οργανώσεων JARRAI, HAIKA και SEGI, μέλη των λαϊκών οργανώσεων AAB, ASKATASUNA, ZUMALABE, AEK, μαχητές πολιτικών ομάδων όπως η XAKI, EH, BATASUNA, δημόσια πρόσωπα της μόνης θεσμικής εθνικής βασκικής οργάνωσης UDALBITZA κι ακόμα εργαζόμενους στα ΜΜΕ, όπως τα EGIN, GARA, EGUNKARIA, BERRIA και πολλοί άλλοι.

Αυτό που ενώνει όλους αυτούς στην EPPK, είναι ότι βρίσκονται φυλακισμένοι για τον αγώνα τους για τη λευτεριά της Χώρας των Βάσκων. Με άλλα λόγια, η EPPK δεν είναι παρά μια μορφή αυτοοργάνωσης μέσα στις φυλακές, κι ένα εργαλείο για την προώθηση της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης των Βάσκων.

Όλα τα μέλη της EPPK πρέπει να παραμένουν πιστά στην κολλεκτίβα, να πολεμούν το σύστημα των φυλακών, να σέβονται τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και να διατηρούν το επίπεδο του αγώνα στη στρατηγική της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης της Χώρας των Βάσκων.

2) Δομή

Η EPPK διαμορφώνεται μέσα σε κάθε συνέλευση όπου είναι οι κρατούμενοι στους οποίους επαφίεται, να προσφέρουν αυτόνομα τη δικής τους γενική ιδέα. Ταυτόχρονα, όλες αυτές οι τοπικές συνελεύσεις συνιστούν τη Γενική Συνέλευση που αποτελεί το βασικό μέσο αγώνα και πραγματοποίησης των αποφάσεων της EPPK. Οι αποφάσεις της είναι δεσμευτικές για όλα τα μέλη. Έτσι, η EPPK ορίζει μια Ομάδα Διασύνδεσης της κολλεκτίβας, για τα υπόλοιπα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της Χώρας των Βάσκων και για την διεύθυνση των φυλακών.

3) Γενική Γραμμή

Στη γενική της γραμμή, η EPPK συνενώνει την πολιτική πάλη με την αντίσταση μέσα στις φυλακές. Παγιώνει ως στρατηγικό στόχο τη χορήγηση αμνηστίας και κατευθύνει την πολιτική της πάλη προς την κατάκτηση του τακτικού στόχου της συνένωσης όλων των μελών της στη Χώρα των Βάσκων.

Η αμνηστεία σχετίζεται με την παύση της πολιτικής και ένοπλης σύγκρουσης, όταν θα γίνει σεβαστό το δικαίωμα στην ύπαρξη και στην αυτοδιάθεση του λαού μας. Η συνένωση όλων των πολιτικών κρατουμένων στη χώρα των βάσκων έχει να κάνει με την εγγύηση του δικαιώματός τους να συμμετέχουν στην πολιτική διαδικασία της χώρας, χωρίς να φυλακίζονται γι αυτό.

4) Μέθοδοι πάλης

Η EPPK δεν αποκυρρήσσει κανένα είδος πάλης από τη δυναμική της. Προτάσσει μια γραμμή ανυπακοής προς το σύστημα των φυλακών, γραμμή που προσαρμόζεται στο επίπεδο της αυτονομίας του κάθε φυλακισμένου.

5) Σχέσεις με το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον

Η EPPK επιδιώκει τις πολιτικές σχέσεις μεταξύ των μελών της και του κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος της εγγύτητάς τους, ενδυναμώνοντας έτσι την ενότητα και την αλληλεγγύη.

6) Αλληλεγγύη

Είναι τόσες οι διαφορετικές ποινές και τόσο μεγάλη η διασπορά σε μακρινές φυλακές που η αλληλεγγύη αποκτά πολύ υψηλή αξία. Κάτι που φαίνεται μέσα στην απομόνωση, την μοναξιά, τον εγκλεισμό, τις βαριές ασθένειες, την επιθετικότητα, την μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο ή και στον θάνατο αρκετών από τα μέλη μας, ακόμα και σε γεγονότα σαν αυτά που συνέβησαν σε συγγενείς στην επίσκεψή τους σε κρατουμένους.

7) Πολιτική δράση

Η EPPK παρεμβαίνει στη βασκική πολιτική διαδικασία μέσα από την καθημερινή της αντίστασης και τις σχέσεις τις με τα άλλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας των βάσκων. μέσα από την ομάδα των Ομάδα Διασύνδεσής της. Η πολυμορφία των ιδεών των μελών της, αναπτύσσεται ελεύθερα στις εσωτερικές σχέσεις που διατηρεί ο/η κάθε ένας/μία κρατούμενης/η με την οργάνωση της υπόληψής του.

8) Σφραγίδα

Τελικά, η EPPK είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας παρά μια σφραγίδα.

Πηγή: Περιοδικό Senza Censura #17 (Via del Verocchio 12/N – 40138 Bologna, Italia – www.senzacensura.org)

 

Τον Γενάρη του 2005, η Κολλεκτίβα Βάσκων Πολιτικών Κρατουμένων, ξεκίνησε μια νέα δυναμική πάλης μέσα στις φυλακές, που διήρκεσε ολόκληρο το χρόνο. Αφετηρία υπήρξε η άρνηση των κρατουμένων να επιστρέψουν στα κελιά τους, καταλαμβάνοντας για δέκα λεπτά τα προαύλια των φυλακών. Τη στιγμή που υπάρχουν πάνω από 700 βάσκοι κρατούμενοι στις φυλακές της Γαλλίας και της Ισπανίας, η κολλεκτίβα διεκδικεί:

1) την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων

2) την παύση των βασανισμών, των ξυλοδαρμών, της απομόνωσης, της διασποράς σε διαφορετικές φυλακές, της απαγόρευσης της εκπαίδευσης.

3) δικαιώματα στην περίθαλψη, στην επικοινωνία, στη χρήση της μητρικής γλώσσας, της κράτησης σε φυλακές της χώρας των βάσκων, της οργάνωσης, της συνέλευσης, της συμμετοχής στα υπόλοιπα κοινωνικά ζητήματα, αναγνώριση της Ομάδας Διασύνδεσης.

μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Γενάρης 2008

Terra Selvaggia: Δίωξη οικο-αναρχικών στην Ιταλία

Ζωντανοί ενάντια σ’έναν κόσμο φαντασμάτων: δίωξη οικο-αναρχικών στην Ιταλία

1) Terra Selvaggia: Η δίωξη των ιταλών οικο-αναρχικών

Δέκα αναρχικοί σχετιζόμενοι με την ομάδα Il Silvestre της Pisa, που βγάζουν το έντυπο Terra Selvaggia (’Αγρια Γη) συνελήφθησαν στις 4 Μάη μετά από δίωξη της εισαγγελέως Angela Pietroiusti από την Florence, που είχε ηγηθεί επίσης της διαβόητης επιχείρησης C.O.R. ενάντια στην ίδια συλλογικότητα.

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν είναι: συνομωσία με σκοπό την ανατροπή του Κράτους (άρθρο 270), κατοχή εκρηκτικών και επίθεση εναντίον επιχείρησης πυρηνικής ενέργειας (Αναφέρεται στην καταστροφή ενός πυλώνα από εκρηκτικό μηχανισμό κοντά στην Πίζα).

Την ίδια μέρα τρεις αναρχικοί συνελήφθησαν στη Ρώμη μετά από δίωξη του εισαγγελέα Salvatore Vitello. Φαίνεται πως οι συλλήψεις αυτές σχετίζονται με τη δίωξη της εισαγγελέως Pietrojusti, αν και οι τρεις κατηγορούνται για την κλοπή ενός αυτοκινήτου. Την ημέρα μετά τη σύλληψή τους, οι δυο από τους τρεις τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό (απαγόρευση τηλεφωνικών επικοινωνιών, επισκέψεων κλπ)

Ακολουθεί μια λίστα όσων διώκονται για την υπόθεση:

Sergio Maria Stefani, πρώην κρατούμενος του ALF (Μέτωπο Απελευθέρωσης Ζώων), συνελήφθη στη Ρώμη.

Matteo Furcolo, σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Chiara Sacchetti, Casa Circondariale Sollicciano, Via Girolamo Minervini 2/R, 50142 Firenze, Italy

Federico Bonamici, Casa di Reclusione, via Nuova Poggioreale 177, 80143 Napolo Poggioreale (NA), Italy

Giuseppe Bonamici, σε κατ’ οίκον περιορισμό

Silvia Guerini, Carcere “La Dozza”, Via Del Gomito 2, 40127 Bologna, Italy

Sergio Maria Stefani, Via della Lungara 29, 00185 Roma, Italy

Gabriele Onofri Via della Lungara, 29, 00185 Roma, Italy

David Santini, Strada Santissimo Salvatore, 01100 Viterbo, Italy

Giuliano Marchetti, Via Menervini 2/r, 50019 Scandicci (FI), Italy

Gino Doriano Marcucci, Via La Montagnola 76, 59100 Prato, Italy

Francesco Porcu, C.C. Badù e’Carros, 08100 Nuoro, Italy

Την Παρασκευή 7 Ιουλίου του 2006 έλαβε χώρα η δίκη εναντίον 11 από τους ιταλούς οικο-αναρχικούς. 5 αθωώθηκαν, και 6 καταδικάστηκαν για δράσεις που αφορούν την μαρξιστική οργάνωση C.O.R. (Επαναστατικοί Πυρήνες Επίθεσης) που περιλαμβάνουν εμπρησμούς, ενέργειες εναντίον ακροδεξιών πολιτικών, εναντίον ενός υπό ανέγερση αστυνομικού τμήματος κ.α.

Η δίκη περιγράφηκε από παρατηρητές σαν φαρσοκωμωδία. Δεν κατατέθηκε καμία απόδειξη απέναντι στην ομάδα εκτός από τη δημοσίευση μιας ανακοίνωσης της οργάνωσης C.O.R. που έγινε στο περιοδικό τους. Αυτό αποτελεί και μια επίθεση στην ελεύθερη πληροφόρηση και διακίνηση των ιδεών, και είναι μια ενέργεια λογοκρισίας ενάντια στα εναλλακτικά έντυπα. Επίσης, το γεγονός ότι η ομάδα είχε οργανώσει μια καμπάνια αλληλεγγύης στον οικο-αναρχικό κρατούμενο Marco Camenisch, αποτέλεσε επίσης «αποδεικτικό» στοιχείο της ενοχής τους. Στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών βρίσκεται η αλληλεγγύη στους φυλακισμένους αγωνιστές.

Οι ποινές που επιβλήθηκαν στους έξι ήταν οι ακόλουθες:

William Frediani – 6 χρόνια φυλάκισης (πλέον σε κατʼ οίκον περιορισμό)

Francesco Gioia – 5 χρόνια και 2 μήνες

Costantino Ragusa – 5 χρόνια

Alessio Perondi – 3 χρόνια και 8 μήνες (πλέον σε κατʼ οίκον περιορισμό)

Benedetta Galante – 3 χρόνια και 6 μήνες

Leonardo Landi – 3 χρόνια και 6 μήνες (πλέον σε κατʼ οίκον περιορισμό)

Διευθύνσεις επικοινωνίας:

Francesco Gioia, Casa Circondariale, Via Maiano 10, 06049, Spoleto (PG), Italy

Costantino Ragusa, Casa Circondariale, Via Prati Nuovi 7, 27058, Voghera (PV), Italy

Benedetta Galante, Casa Circondariale, Contrada Capo di Monte, 82100 – Benevento (BN), Italy

Για επικοινωνία με τη συλλογικότητα:

Il Silvestre, via del Cuore no1, 56100, Pisa, Italy

Πηγή: http://www.325collective.com/prisons_Il%20Silvestre.html – Spirit of Freedom

2) Γράμμα από τη Silvia Guerini, φυλακισμένη αναρχική του Il Silvestre

Προς τους συντρόφους μου

Είμαι εντάξει. Όσο εντάξει μπορεί να είναι κανείς στη φυλακή. Η φυλακή είναι ένα πέρασμα που αργά η γρήγορα οι άνθρωποι πρέπει να διασχίσουν, όταν έχουν αποφασίσει να ζήσουν τη ζωή τους τραβώντας ένα μονοπάτι του επαναστατικού αγώνα.

Μιας και είμαστε όλοι μας πολιτισμένοι άνθρωποι, μας είναι εύκολο να συνηθίσουμε να ζούμε στη φυλακή, να περπατάμε σε κύκλο, ή πάνω-κάτω, σαν τα ζώα στο τσίρκο� Κατά τη γνώμη μου καλά είναι να μη συνηθίζεις μια τέτοια ζωή, κι έτσι απολαμβάνω όλες τις αντιδράσεις του σώματός μου, που δε θέλει να εξοικειωθεί με τη φυλακή: Πονοκέφαλοι, κοιλόπονοι, αναγούλες�

Σημαίνουν ότι είμαι ακόμα ζωντανή, κι όχι σκλάβος αυτού του μέρους. Το κελί μου έχει ένα παράθυρο απʼ όπου μπορώ να αντικρίζω τον γαλανό ουρανό μέσα από μια τρύπα. Το παράθυρό μου είναι πάντοτε ανοιχτό, δε θα μπορούσα να ζήσω χωρίς να νιώθω καθαρό αεράκι στο πρόσωπό μου. Ένας άνθρωπος στη φυλακή, μπορεί να καταλάβει εντονότερα πως νιώθουν τα ζώα στα κλουβιά. Η διαφορά είναι ότι το ζώο έχει συνηθίζει να είναι ένα πειραματόζωο, ένα κατοικίδιο, μια μονάδα παραγωγής τροφής για τον άνθρωπο. Αυτό είναι το σημείο όπου διαφέρουν αλλά και που συναντιούνται ταυτόχρονα, όταν οι άνθρωποι και τα ζώα χρησιμοποιούνται σαν μέσα κι εργαλεία για να δουλεύει το σύστημα. Μιλάω γι αυτά γιατί είναι οι πρώτες σκέψεις που είχα στο κελί, ότι ήμουν σαν σε κλουβί. Σκέφτηκα τα ζώα στα εργαστήρια, στις φάρμες αναπαραγωγής�

Ίσως να φαίνεται παράξενο να συγκρίνεις ανθρώπους με ζώα σε κλουβιά. Για μένα παράξενο είναι να θεωρείς ότι ζωντανά όντα μπορούν να μπουν σʼ ένα κλουβί� Και να παρατηρείς, πώς τρελό γίνεται, πόσο άρρωστο, αλλά και να βλέπεις στα μάτια τους ότι νιώθουν και αντιλαμβάνονται την ελευθερία επίσης� Και ίσως το αίσθημα της ελευθερίας να είναι πιο ισχυρό σε αυτά, απʼ ότι σʼ εμάς, που έχει εκλογικευτεί, ενώ το δικό τους είναι ακόμα ενστικτώδες.

Το πιο σημαντικό, για μένα, τώρα, είναι να δούμε πως ο αγώνας, εκεί έξω, συνεχίζεται. Η σπουδαιότερη αλληλεγγύη είναι η συνέχεια του αγώνα ακόμα και παρά την καταστολή. Νομίζουν ότι μπορούν να μας περιορίσουν έναν ένα στη σιωπή, με τις περίτρανες έρευνές τους, αλλά δε θα νικήσουν, όσο υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που ακόμα μάχονται.

Δε θέλω να χρησιμοποιήσετε τις πολύτιμες δυνάμεις που έχετε για να οργανώστε ομιλίες ή εκδηλώσεις για μένα, αλλά να συνεχίσετε να δουλεύετε πάνω στα δικά σας σχέδια, στους αγώνες που το σύστημα θέλει να ανακόψει.

Στο τελευταίο τεύχος του Terra Selvaggia θέλαμε να παρουσιάσουμε την νέα καμπάνια εναντίον της βιοτεχνολογίας και του κόσμου που την παράγει. Παρακαλώ κάντε την καμπάνια αυτή αποτελεσματική και διαδώστε την γύρω σας, όπως θα προσπαθήσω κι εγώ από δω μέσα, μαζί με ανθρώπους που ενδιαφέρονται. Κι εγώ θα προσπαθήσω να συνεισφέρω στις καμπάνιες για την ελευθερία των ζώων, και θα συνεχίσω να βγάζω το δελτίο μου, Abortion.

Οι βιοτεχνολογία και οι νανοτεχνολογίες αναπαριστούν τα τελευταία βήματα του συστήματος προς το χτίσιμο μιας ακόμη πιο απολυταρχικής εξουσίας, από την υποδούλωση της φύσης, των ζώων και του ανθρώπου στον άνθρωπο, τώρα το σύστημα θέλει να τροποποιήσει, να συλλάβει και να δημιουργήσει νέους ζωντανούς οργανισμούς, ξανοίγοντας καινούριους πιο τρομακτικούς δρόμους στην υποδούλωση της φύσης στον άνθρωπο.

Νέοι τομείς επενδύουν χρήματα και εφόδια στις τεχνολογίες αυτές, που μπορούν να χτυπήσουν εκεί που το χτύπημα θα είναι πιο επώδυνο, και το σύστημα, με μια πρώτη ανάγνωση, αήττητο� Είναι λοιπόν απαραίτητο, επείγον και σημαντικό να ξεκινήσουμε τον αγώνα ενάντια σʼ ένα σύστημα που παράγει ζωντανά προϊόντα.

Ούτε μια ώρα σκλάβοι στην κοινωνία της υποταγής και του θανάτου

Μια μεγάλη αγκαλιά για τους συντρόφους στη φυλακή ή σε άλλα κελιά�

Silvia Guerini

Carcere «La Dozza»

Via Del Gomito 2

40127 Bologna

Italy

3) Ενημέρωση Νοέμβρης 2006:

Ο Giuseppe Bonamici αποφυλακίστηκε και βρίσκεται πλέον σε κατ’ οίκον περιορισμό. Πλέον οι 6 από τους 10 κατηγορουμένους βρίσκονται σε περιορισμό κατ’ οίκον. Οι υπόλοιποι 4 έχουν επιδείξει εξαιρετική αντοχή και παραμένουν δυνατοί. Μία από τους 4, η Benedetta Galante, τις πρώτες μέρες της φυλάκισής της δεν της επιτρεπόταν να λάβει γράμματα κι έτσι τώρα, της δίνονται όλα μαζεμένα σε σημείο ώστε να μην προλαβαίνουν να τα ελέγξουν οι λογοκριτές των φυλακών. Εκτός από τους 4 τους, κρατείται ένας ακόμα αναρχικός του Il Silvestre, ο Francesco Gioia, καταδικασμένος σε 5 χρόνια και 2 μήνες για συμμετοχή και προπαγάνδιση της άμεσης δράσης και της οργάνωσης C.O.R.. Επίσης θα δικαστεί και για σπάσιμο του κατ’ οίκον περιορισμού που του είχε επιβληθεί.

Πηγή: Spirit of Freedom

Τοσκάνη: Ζωντανοί ενάντια σ’ έναν κόσμο φαντασμάτων

4) Σχετικά με τις συλλήψεις σε Pietrasanta και Pisa (Ιταλία)

Στις αρχές του περασμένου Μάη, 11 αναρχικοί συνελήφθησαν στην Pisa και στη La Spezia κατηγορούμενοι για «συνωμοσία με σκοπό την τρομοκρατική ανατροπή της δημοκρατικής τάξης του Κράτους» (άρθρο 270). Κάποιοι κατηγορούνται για σαμποτάγ σε πυλώνες και εγκαταστάσεις κινητής τηλεφωνίας.

Κατά τις επιχειρήσεις της αστυνομίας, έγιναν εισβολές σε δεκάδες σπίτια συντρόφων σε όλη την Ιταλία. 5 αναρχικοί φυλακίστηκαν, άλλοι 5 τέθηκαν σε κατʼ οίκον περιορισμό, κι ένας ακόμη προστέθηκε πρόσφατα.

2 βδομάδες νωρίτερα 2 αναρχικοί συνελήφθησαν στη Pietrasanta κατηγορούμενοι για απόπειρα εμπρησμού ενός κτιρίου της Forza Italia (ακροδεξιό κόμμα του τότε κυβερνητικού συνασπισμού, με πρόεδρο τον Μπερλουσκόνι).

Πρόκειται για συντρόφους γνωστούς για την παθιασμένη και συνεχή συμμετοχή τους στον αγώνα, ιδιαίτερα ενάντια στην περιβαλλοντική μόλυνση και τον κόσμο που την παράγει. Από μια έμπρακτη κριτική της εκμετάλλευσης των ζώων μέχρι την αντίθεση στη βιοτεχνολογία, βρέθηκαν πάντοτε στην πρώτη γραμμή της ενεργούς αντιπαράθεσης με την παραφροσύνη της απόλυτης εξουσίας στη ζωή και τη φύση, μιας κοινωνικής οργάνωσης που οδεύει στην οικολογική καταστροφή. Κάποιοι από αυτούς έχουν πρωτοστατήσει σε μάχες ενάντια σε αντιδραστήρες, πηγές μόλυνσης, βιομηχανίες, και κάποιοι άλλοι ήταν και είναι οι εκδότες της Terra Selvaggia, μιας εφημερίδας που ασκεί κριτική στη βιομηχανική κοινωνία.

Έχουμε γνωρίσει και εκτιμήσει την συνέπεια, την απλότητα και την αλληλεγγύη τους σε πολλές περιπτώσεις. Ήταν στο πλευρό μας, στις πρωτοβουλίες που κινήθηκαν εδώ στο Rovereto και στο Trento, και μοιραστήκαμε τις συναρπαστικές μέρες της αντίστασης ενάντια στα TAV (Τρένα Υψηλής Ταχύτητας) στη Val di Susa (στήνοντας συνελεύσεις, φαγοπότια και οδοφράγματα) με κάποιους από αυτούς. Θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη και τον θαυμασμό μας με τον δικό μας τρόπο, τώρα που βρίσκονται όμηροι στα χέρια του εχθρού: συνεχίζοντας τον αγώνα ενάντια στην περιβαλλοντική και την κοινωνική μόλυνση, αδιάλλακτα.

Ξέρουμε καλά πως τα επιτελεία και οι δυνάμεις της τάξης, μεταμορφώνουν τις σχέσεις φιλίας, αλληλεγγύης και αγώνα σε «συνομωσίες ανατρεπτικών», πως στα μάτια τους ένα έντυπο φαντάζει «στρατηγείο των ανατρεπτικών», πως μια ανοιχτή συνέλευση γίνεται σκοτεινή συνομωσία: Δεν είναι άλλη από τη συνηθισμένη ρητορική των φαντασμάτων, που σύντομα δυστυχώς μετατρέπονται σε εγγυήσεις, χειροπέδες, φυλακές και δίκες.

Δεν ξέρουμε αν οι σύντροφοί μας είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις που τους καταλογίζουν και δεν μας ενδιαφέρει.

Δεν μας αρέσουν τα άλλοθι. Αν κάποιος θεωρεί ότι είναι άστοχο και λάθος να σαμποτάρει μια δομή που μολύνει, είναι δικό του πρόβλημα να βρει άλλες μορφές δράσεις για να σταματήσει την οικολογική και κοινωνική κατρακύλα για την οποία τραβάμε. Η παθητικότητα και η αδιαφορία δεν είναι εναλλακτικές αλλά τα ίδια τα θεμέλια της κατρακύλας. (Ποιος ξέρει βέβαια αν ξεκινώντας τον αγώνα δεν θα αλλάξουν και τη στάση τους απέναντι σε συγκεκριμένες πρακτικές). Όπως λέει κι ένα παλιό ρητό: Για τους πολλούς που δεν είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν τίποτα, υπάρχει πάντα ένας που είναι πρόθυμος να ρισκάρει τα πάντα.

Ας κάνει ο καθένας τη συνεισφορά του. Για να προκύψουν αληθινά εκρηκτικά μείγματα, πρέπει να αναμειχθούν όλα τα στοιχεία του αγώνα (και της ζωής): από το φυλλάδιο στη διαδήλωση, από τις ανοιχτές συνελεύσεις στην άμεση δράση. Από κει και πέρα, ισχύουν τα γνωστά: Πρώτα παίρνουμε πίσω τους φυλακισμένους συντρόφους, κι έπειτα συζητάμε για τους τρόπους και τις μορφές της δράσης, όσο πιο ισχυρός ο αγώνας, τόσο συντομότερα θα έχουμε τους συντρόφους μας ανάμεσά μας.

Αναρχικοί από το Trento και το Rovereto (Ιταλία), 30 Μάη 2006

Eνημέρωση Μάρτης 2007

Οι Federico Bonamici και Silvia Guerini βρίσκονται πλέον (16 Μαρτίου 2007) σε καθεστώς περιορισμού κατ’ οίκον. 3 από τους υπόλοιπους ακτιβιστές που βρίσκονταν σε κατ’ οίκον περιορισμό εδώ και 10 μήνες, πλέον βρίσκονται σε περιορισμό στον τόπο καταγωγής ή κατοικίας τους. Ο Landi Leonardo έχει εξέλθει από το καθεστώς περιορισμού κατ’ οίκον και πλέον του έχει απαγορευτεί η είσοδος ή διαμονή στην πόλη της Πίζας. Ο William Frediani δεν βρίσκεται πλέον σε περιορισμό και περιμένει την έφεσή του.

Για επικοινωνία με τους φυλακισμένους του Il Silvestre:

Costantino Ragusa
Casa Circondariale
Via Prati Nuovi 7
27058 Voghera (PV)

Benedetta Galante
Casa Circondariale
Via E. Novelli, 1
82100 – Benevento (BN)

Francesco Gioia
Casa Circondariale
Via Maiano 10
06049 Spoleto (PG)

Ενώ για οικονομική ενίσχυση: μέσω ταχυδρομικού λογαριασμού n.72208614 στο όνομα Dronvandi Luca

Το παράδειγμα μιας αυτοοργανωμένης δράσης στα Bitola

11/26/2008

Επαναξιολόγηση των αξιών: Το παράδειγμα μιας αυτοοργανωμένης δράσης στα Bitola

Τα Bitola (Μοναστήρι) είναι μια πόλη 70.000 κατοίκων, ένα μισάωρο ταξίδι βόρεια της Φλώρινας. Ξεπεσμένο εμπορικό σταυροδρόμι των αρχών του περασμένου αιώνα, με ιπποδάμεια ρυμοτομία, ποδηλατοδρόμους, πράσινο, πλούσιο πολυεθνικό παρελθόν… Όπως σε κάθε γωνιά του κράτους της Μακεδονίας, έτσι κι εδώ η υπό συγκρότηση εθνική ταυτότητα επιβάλλεται χειρουργικά στο τοπίο. Λεωφόροι και δημόσια κτήρια αλλάζουν ονόματα, μνημεία ξεπετάγονται… Οι τοπικές δημοτικές αρχές αποφάσισαν την ανέγερση ενός αγάλματος για τον Φίλιππο το ΄Β (πατέρα του γνωστού μέγα-ιμπεριαλιστή της αρχαιότητας), για χάρη του οποίου έκοψαν τα δένδρα και εξαφάνισαν κάθε πρασινάδα από μέρος του κεντρικού άλσους της πόλης.

Προφανώς στον καπιταλισμό, ένα δένδρο μπορεί να έχει μια κάποια αξία, για παράδειγμα ως πρώτη ύλη, για την παραγωγή μιας παπουτσοθήκης, ή ακόμα μιας free-press πατσαβουροφυλλάδας, ή στην καλύτερη ως ντεκόρ ενός εμπορικού κέντρου. Ως σκέτο δένδρο, από την άλλη, δεν αξίζει τίποτα. Για να πραγματωθεί ως αξία, πρέπει να υποβληθεί σε μια βίαια διαδικασία ανάλογη της πρωταρχικής συσσώρευσης, που μπορεί να φτάσει μέχρι την εκμηδένισή του, όπως στην περίπτωση αυτή.

Εδώ εντοπίζεται και μια ποιοτική διαφορά του καπιταλισμού από τα προηγούμενα εκμεταλλευτικά συστήματα: Το Κεφάλαιο δεν απαλλοτριώνει απλά τον παραγωγικό μόχθο της τάξης των εργαζομένων και τις “πρώτες ύλες” της φύσης, αλλά ολόκληρο το Είναι τους, την μέσα και έξω “φύση”, ενώ ταυτόχρονα τους μετασχηματίζει και μετασχηματίζεται και το ίδιο, παράγοντας τη δική του “φύση”.

“Το κεφάλαιο λοιπόν αντιλήφθηκε αυτό που το χρήμα δεν είχε καταφέρει, τη συγκρότησή του σε μια υλική κοινότητα μέσω της απαλλοτρίωσης της ανθρώπινης υλικότητας, τον ανθρωπομορφισμό του κεφαλαίου, ενώ οι άνθρωποι υποτάσσονταν και κεφαλαιοποιούνταν. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώνεται με το σχηματισμό του φαντασιακού κεφαλαίου που οδηγεί σε μια φαντασιακή κοινότητα όπου ο άνθρωπος ελέγχεται ολοκληρωτικά από τους μηχανισμούς του κεφαλαίου, μια απτή και ταυτόχρονα άυλη οντότητα. Ο άνθρωπος αδειάζει από κάθε περιεχόμενο, η δημιουργικότητά του απορροφάται και ξεζουμίζεται, και ο ίδιος απορρίπτεται ακόμα κι από την παλιά παραγωγική διαδικασία. Τείνει να καταστεί περιθωριακός, μια παρενέργεια της γενικευμένης μόλυνσης του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αυτονομείται και ξεπερνά τα όριά του (ένα είδος υπερ-τήξης του κεφαλαίου), αλλά δεν μπορεί χωρίς τους ανθρώπους, το αναγκαίο απόβλητο. Αυτοί είναι τα όρια του κεφαλαίου. Αυξάνοντας συνεχώς την καταπίεση, που κατευθύνεται έμμεσα ή άμεσα μέσα από την καταστροφή της φύσης, θα οδηγήσει τους προλεταρίους της παγκόσμιας Τάξης να εξεγερθούν ενάντια στο κεφάλαιο.” – Jacques Camatte.

Δεδομένης της αδυναμίας της τοπικής κυρίαρχης τάξης να ορθοποδήσει, με μεγάλο μέρος των στελεχών της να έχουν ξεπέσει σε εποχικούς υπαλλήλους του ελληνικού και δυτικού κεφαλαίου που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, οι ταξικές αντιθέσεις θολώνουν, τίθενται σε δεύτερη μοίρα μπρος σε μια κοινή δυσαρέσκεια που βρίσκει στον εθνικισμό το πιο φθηνό και βολικό ένδυμα μιας φαντασιακής κοινότητας, κενής νοήματος, ωστόσο υπαρκτής, και άρα αναγκαίας, στο βαθμό που επιβάλλεται στην πραγματικότητα, ελλείψει αντιπάλων. Ο εθνικισμός δημιουργεί αξία για το κεφάλαιο, αξία ικανή (τουλάχιστον) να νομιμοποιήσει κοινωνικά την καταστροφή ενός άλσους για κάτι τόσο άχρηστο όσο ένα άγαλμα.

Όχι για όλους. Άνθρωποι προερχόμενοι απο διάφορους χώρους (αριστεροί, αναρχικοί, αντιμιλιταριστές-αντεθνικιστές, οικολόγοι), αποφάσισαν να αναλάβουν δράση, χωρίς το καπέλο καμιάς οργάνωσης, αλλά συνεργαζόμενοι μέσα από μια άτυπη συνέλευση. Ενάντια στην προπαγάνδα των τοπικών ΜΜΕ που κάνουν λόγο για αναβάθμιση του άλσους και της περιοχής, βρέθηκαν στο άλσος και πραγματοποίησαν μια μικρή παρέμβαση για τους περαστικούς. Υλοποιώντας μια μικρή, εφήμερη, επαναστροφή των αξιών. Ώστε τα πράγματα να αρχίσουν να βγάζουν νόημα.

Φωτογραφίες από την παρέμβαση της 20/11: http://levicamk.blog.com.mk/node/193992#comment & http://www.teror13.anarhija.org/eco/10003.html. Οι ταμπέλες λένε: “Φυτέψτε δένδρα, όχι μνημεία”, “Κόψανε το μέλλον μου” (αναφορά στην οικολογική καμπάνια της κυβέρνησης “Φυτέψτε το μέλλον σας”), “Σφαγέας του πράσινου”. Στην κόκκινη πλαστική λωρίδα γράφει: “Τόπος του εγκλήματος”. Στο έδαφος υπάρχει το σχεδιάγραμμα ενός κομμένου δένδρου. Η εγκατάσταση τελικά διαλύθηκε από τις αρχές την ίδια μέρα. Οι άνθρωποι που πραγματοποίησαν την παρέμβαση σχεδιάζουν νέες δράσεις ενάντια στην ανέγερση του μνημείου και το γενικότερο εθνικιστικό ντελίριο.

Ευχαριστίες για τις πληροφορίες για τη δράση στους:

http://www.teror13.anarhija.org
http://levicamk.blog.com.mk/

Πλαίσιο της ανεξάρτητης κατάληψης του 20ου λυκείου Σαλονίκης

To πλαίσιο της Ανεξάρτητης Κατάληψης του 20ου Λυκείου Θεσσαλονίκης

Κατάληψη στο 20ο Λύκειο Θεσσαλονίκης

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου

Σήμερα το μεσημέρι το 20ο Λύκειο Θεσσαλονίκης ξεκίνησε κατάληψη. Η κατάληψη αποφασίστηκε κατόπιν ψηφοφορίας με αποτέλεσμα: 171 ψήφοι υπέρ σε σύνολο 258 μαθητών.

Η κατάληψη γίνεται με τέσσερα προτάγματα:

ΟΧΙ στην αναθεώρηση του άρθρου 16

ΟΧΙ στα Ιδιωτικά ΑΕΙ

ΟΧΙ στο νέο νόμο-πλαίσιο για τη λειτουργία των ΑΕΙ

Να ανακληθεί η υπουργική απόφαση που έφτασε πρόσφατα στα σχολεία, σύμφωνα με την οποία οι πόρτες της αυλής πρέπει υποχρεωτικά να είναι κλειδωμένες κατά τη λειτουργία του σχολείου.

Να μην αποβάλλονται μαθητές επειδή διαβάζουν διαφορετικά πράγματα στην ώρα του μαθήματος και ενώ δεν ενοχλούν κανένα συμμαθητή που θέλει να παρακολουθήσει το μάθημα.

ΚΑΛΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

ανταπόκριση από το 20ο Λύκειο

Πλαίσιο μαθητών του 20ου Ενιαίου Λυκείου Θεσσαλονίκης για τη Γενική Συνέλευση της Πέμπτης 12/10/2006.

(Υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των μαθητών του 20ου Ενιαίου Λυκείου Θεσσαλονίκης την Πέμπτη 12/10/2006 κατόπιν ψηφοφορίας.)

Παρατηρείται τις τελευταίες μέρες το εξής φαινόμενο: μερίδα των μαθητών του σχολείου θέλει να κάνει κατάληψη για να χαθούν ώρες μαθήματος και τα συναφή. Για να το καταφέρει αυτό χρειάζεται μια σειρά αιτημάτων κατ΄ αρχάς, για να δικαιολογήσουν την κατάληψη. Παίρνουν λοιπόν οι συγκεκριμένοι κάποια αιτήματα από όργανα που δραστηριοποιούνται πέρα από το σχολείο και τα υιοθετούν. Και αυτό είναι το πρόβλημα, για δύο λόγους:

1) ακόμη και το «κάνω κατάληψη για να χάσω μάθημα» είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος για να γίνει κατάληψη, γιατί όντως οι μαθητές σήμερα χρειάζονται ελεύθερο χρόνο και μάλιστα πολύ. ΄Όταν όμως κάνουμε κατάληψη για αυτό το λόγο είναι ανεπίτρεπτο να υιοθετούμε αιτήματα άλλων γιατί τους δίνουμε το δικαίωμα να μιλάνε για μας χωρίς να ξέρουμε ούτε το περιεχόμενο αυτών που λένε, ούτε και αν συμφωνούμε με αυτά τελικά.

2) Τα αιτήματα που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή στα σχολεία προέρχονται από ένα όργανο (συγκεκριμένα αυτοαποκαλείται “Συντονιστικό Αγώνα Σχολείων”), το οποίο αποτελεί στην πράξη παράρτημα συγκεκριμένου κόμματος καθώς η συντριπτική πλειοψηφία όσων παρευρίσκονται στις συνελεύσεις του ανήκει σε συγκεκριμένη κομματική νεολαία. Αυτό βέβαια δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι το όργανο αυτό διεκδικεί μια νομιμοποίηση η οποία δεν μπορεί να του δοθεί για τρεις λόγους:

α) Δεν παρευρίσκεται στις συνελεύσεις του τουλάχιστον ένας εκλεγμένος αντιπρόσωπος από τα 2/3 των σχολείων (ούτε από τα μισά στην πραγματικότητα δεν παρευρίσκονται εκλεγμένοι αντιπρόσωποι), οπότε δεν αποτελεί συντονιστικό σχολείων. Θα μπορούσε να λέγεται “συντονιστικό αγώνα αγωνιζόμενων” ή κάπως αλλιώς εν πάση περιπτώσει.

β) Τα αιτήματα που βάζει είναι αδύνατο να έχουν δομηθεί από μαθητές μονάχα και με συζήτηση και μελέτη των θεμάτων (με τα οποία καταπιάνονται) από μηδενική βάση. Κι αυτό γιατί μελέτη αυτών των θεμάτων απαιτεί μελέτη νομοσχεδίων αν μη τι άλλο, η οποία είναι αδύνατο να ολοκληρωθεί σε 2-3 συνελεύσεις που έκανε το συντονιστικό. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη και τον “ξύλινο λόγο” των αιτημάτων καθώς και το ενιαίο τους σε όλη την Ελλάδα , μπορούμε να υποψιαζόμαστε ότι πίσω από το λόγο του “Συντονιστικού” υπάρχει ένας λόγος όχι μαθητικός και ένας μηχανισμός συγκεντρωτικός.

γ) Το τρίτο και κυριότερο που δεν μπορεί να δώσει νομιμοποίηση στο “Συντονιστικό” είναι ακριβώς αυτός ο συγκεντρωτισμός. Η συνέλευση του “Συντονιστικού” αποτελείται από 70 -100 άτομα τα οποία εγκρίνουν ορισμένα αιτήματα και τα περνάνε μετά ως γραμμή στα σχολεία κάνοντάς τα να φαίνονται ως εκπόνημα χιλιάδων. Θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Οι μαθητές να κάνουν συνελεύσεις, να μελετήσουν τα ζητήματα, να βγάλει κάθε σχολείο τα αιτήματά του και έπειτα να υπάρξει διάλογος μεταξύ των σχολείων. Όχι ανάποδα όπως συμβαίνει τώρα.

Με βάση αυτά, απορρίπτουμε κάθε εξωσχολικό παράγοντα ο οποίος επιδιώκει να μας κάνει φερέφωνα του δικού του λόγου και στρατιωτάκια των δικών του πρακτικών. Στην παρούσα φάση ο παράγοντας αυτός είναι το “Συντονιστικό Αγώνα Σχολείων”. Γι αυτό το λόγο γίνεται σ΄ αυτό η κριτική. Αν ήταν άλλος ο παράγοντας θα ήταν για άλλον η κριτική. Και επειδή ο παράγοντας είναι στη φάση αυτή το “Συντονιστικό Αγώνα Σχολείων” απορρίπτουμε τα αιτήματα του “Συντονιστικού”.

Επίσης είναι αποδεκτό από τους περισσότερους από μάς, πως δεν έχουμε συζητήσει ουσιαστικά μεταξύ μας (στη συνέλευση) τι μας προβληματίζει για το σχολείο και πως θα θέλαμε εμείς οι ίδιοι να είναι. Το μόνο που κάνουμε μέχρι στιγμής είναι να υιοθετούμε απόψεις άλλων. Θα θέλαμε όμως να συζητήσουμε.

Επειδή δεν έχουμε συζητήσει, δεν έχουμε αιτήματα σαν αυτά που κυκλοφορούν. Έχουμε όμως ένα ουσιαστικότερο αίτημα: Θέλουμε να συζητήσουμε. Και θέλουμε χώρο και χρόνο για να συζητήσουμε και να εκφραστούμε. Χώρο σαν αυτό που μας στερεί η κοινωνία και χρόνο σαν αυτό που μας στερεί το σχολείο.

Προβαίνουμε λοιπόν σε κατάληψη του σχολείου μας με μοναδικό αίτημα να βρεθεί χώρος και χρόνος. Για να συζητήσουμε για εμάς και τον κόσμο, για το τι θέλουμε και τι όχι. Για να δημιουργήσουμε έστω και για λίγο μια παρένθεση όπου θα μπορούμε να εκφραστούμε ελεύθερα.

Η κατάληψη θα ξεκινήσει την Τρίτη 17/10/2006 και θα συνεχιστεί επ΄ αόριστον. Επίσης με δεδομένη την αντίθεσή μας σε οποιονδήποτε επιδιώκει να καρπωθεί τους αγώνες μας η κατάληψη θα έχει κεντρικό πανό με το παρακάτω κείμενο:

« Καμιά κομματική επιρροή στον αγώνα των μαθητών – Κανένας “συντονισμός” από τα πάνω

Ελεύθερος Αγώνας – Ελεύθερη Σκέψη

Ανεξάρτητη Κατάληψη 20ου Λυκείου »

Τέλος, η κατάληψη θα ξεκινήσει μετά από γενική συνέλευση το πρωί της Τρίτης στις 08:15 για μερικούς απλούς λόγους:

1) Για να είναι όλοι παρόντες. Δε νοείται κατάληψη των δέκα ατόμων. Η κατάληψη γίνεται από την πλειοψηφία των μαθητών και αυτοί πρέπει να είναι παρόντες, όχι να κάθονται σπίτι τους ξέροντας ότι δε θα πάρουν απουσίες. Αν είναι έτσι δε θα γίνει κατάληψη.

2) Για να λυθούν από τη συνέλευση ορισμένα πρακτικά ζητήματα (περιφρούρηση, βάρδιες κλπ.).

3) Για να προφυλαχθούμε από τυχόν μεταστροφή του πολιτικού κλίματος μετά τις εκλογές και

4) Για επιβεβαίωση ότι η πλειοψηφία συνεχίζει να θέλει κατάληψη (δεδομένου ότι μεσολαβούν τέσσερις ημέρες).

Συνοψίζοντας:

Απορρίπτουμε οποιονδήποτε θέλει να καρπωθεί τους αγώνες μας. Επισημαίνουμε παραβλέψεις στις διαδικασίες του οργάνου που αυτοαποκαλείται “Συντονιστικό Αγώνα Σχολείων” και διαβλέπουμε άλλους μηχανισμούς να κινούν τα νήματά του. Κατά συνέπεια δεν του αναγνωρίζουμε καμιά νομιμότητα με τη μορφή που την επιδιώκει ούτε και καμιά αρμοδιότητα εκπροσώπησης του μαθητικού κινήματος.

Απορρίπτουμε το πλαίσιο αιτημάτων του “Συντονιστικού” όχι απαραίτητα ως προς το περιεχόμενο, αλλά ως προς τη διαδικασία εκπόνησης του και ως προς τον πραγματικό φορέα εκπόνησής του.

Αντιπροτείνουμε ζυμώσεις από τα κάτω χωρίς κανένα συγκεντρωτικό μηχανισμό. Προβαίνουμε σε κατάληψη επ΄ αόριστον του σχολείου μας από την Τρίτη 17-10-2006 αλλά με προϋπόθεση την εκ νέου επικύρωσή της την Τρίτη το πρωί από τη Γενική Συνέλευση που θα γίνει στις 08:15 το πρωί. Καταλαμβάνουμε το σχολείο μας θέλοντας να βρούμε χώρο και χρόνο για επικοινωνία και έκφραση. Θέλουμε να συζητήσουμε και να διαμορφώσουμε πολιτικά και λοιπά αιτήματα από μηδενική βάση.

Κείμενο του κύριου πανό και κεντρικό σύνθημα της κατάληψης:

«Καμιά κομματική επιρροή στον αγώνα των μαθητών

Κανένας “συντονισμός” από τα πάνω

Ελεύθερος Αγώνας – Ελεύθερη Σκέψη

Ανεξάρτητη Κατάληψη 20ου Λυκείου»

Κανένα πανό εξωσχολικών σχηματισμών /οργανωτικών δομών /κομματικών οργανώσεων /παραγόντων στην κατάληψη.

Κανένα πανό χωρίς την έγκριση της γενικής συνέλευσης

Καλούμε σε νέα γενική συνέλευση την Τρίτη 17/10/2006 στις 08:15 το πρωί.

ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ου ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ