Tag Archives: Δεκεμβριανά ’08

3,5 χρόνια μετά… γράμμα του Αντρέα Μαζούρεκ, κρατούμενου του Δεκέμβρη ’08 [+english translation]

3,5 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ…

Εδώ και 3,5 χρόνια βρίσκομαι αιχμάλωτος στις ελληνικές φυλακές, πιο συγκεκριμένα από τις 11-12-2008 κατά τις συγκρούσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια. Με λένε Αντρέα Μαζούρεκ και βρίσκομαι στην Ελλάδα από το 2007, πιο συγκεκριμένα από το Μάιο. Είμαι από την Πολωνία και λόγω άγνοιας της γλώσσας εργαζόμουν σε περιστασιακές δουλειές, έτσι ενώ βρισκόμουν 1,5 χρόνο εδώ, πληροφορήθηκα, όπως όλοι μας, την δολοφονία του Αλέξη και έτσι θεώρησα σκόπιμο να κατέβω στο κέντρο της Αθήνας για να ενώσω την οργή μου με τους υπόλοιπους που είχαν κατέβει για τον ίδιο σκοπό.

Στις 11-12-2008 επί της οδού Σόλωνος και Στουρνάρη ενώ περπατούσα με άλλους προς το πολυτεχνείο περικυκλωθήκαμε από γουρούνια των ΜΑΤ και ασφαλίτες που άρχισαν να μας χτυπάνε, μας συνέλαβαν και μας οδήγησαν στη ΓΑΔΑ και εκεί αφού είχα γίνει δύο φορές ακόμα, σάκος του μποξ, μας οδήγησαν στα κρατητήρια του 7ου ορόφου και την επόμενη το πρωί ήρθε μία υπάλληλος από την Πολωνική πρεσβεία για να βοηθήσει το ανακριτικό έργο των μπάτσων· λόγω στοχοποίησης μου από τις Πολωνικές Αρχές για την ανατρεπτική μου δράση, η Πολωνική πρεσβεία ανέφερε ψευδώς στον Τύπο πως ήρθα στην Ελλάδα για να συμμετάσχω στις συγκρούσεις της εξέγερσης… Στη συνέχεια, την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 12-12-2008 με πάνε στην Ανακρίτρια που μου ανακοινώνει τις κατηγορίες, απόπειρα ανθρωποκτονίας, έκρηξη, κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών υλών και με προφυλακίζουν χωρίς καν να απολογηθώ αφού ο μεταφραστής ήταν Άραβας! που μιλούσε σπαστά ελληνικά και πολωνικά και όχι κάποιος από την πρεσβεία. Τα κράτη αποδεικνύουν πόσο καλά συνεργάζονται όταν έχουν να αντιμετωπίσουν τον εσωτερικό εχθρό… Οι προτροπές της Ανακρίτριας να με μεταφέρουν στο νοσοκομείο μετά το τέλος της διαδικασίας δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Μετά την άφιξη μου στον Κορυδαλλό οι ανθρωποφύλακες όρμηξαν εναντίον μου φωνάζοντας μου ότι τους καίω τα αυτοκίνητα και με έβαλαν σε μια πτέρυγα όπου κανείς δεν μίλαγε πολωνικά για να συνεννοηθώ για το νοσοκομείο, επειδή ζήταγα γιατρό και το μόνο που μου έδιναν ήταν ντεπόν. Μία εβδομάδα μετά μου ανακοινώνουν ότι έχω ένταλμα και στην Πολωνία…

Εβδομάδα με την εβδομάδα πέρασε ο καιρός και τα τραύματα έκλεισαν αλλά η οργή έχει μείνει μέσα μου για όλα αυτά τα 3,5 χρόνια που είμαι αιχμάλωτος των δημοκρατικών κελιών και θαλάμων, στις 11-6 έχει οριστεί το εφετείο μου καθώς έχω καταδικαστεί σε 11 χρόνια κάθειρξης και πρόκειται να δικαστώ στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών στην οδό Λουκάρεως στις 11-6-2012, για αυτό ζητάω την αλληλεγγύη σας εάν και όπως τη θεωρείτε απαραίτητη…

Δηλώνω επίσης, ότι δεν έχω ξεχάσει όλους όσους με χτύπαγαν, με προφυλάκισαν και συνεχίζουν να μου στερούν την ελευθερία μου, ενώ ο δολοφόνος Σαραλιώτης εδώ και έναν χρόνο περίπου έχει αποφυλακιστεί και κυκλοφορεί ελεύθερος !

Θα ξαναδώσουμε ραντεβού πάλι στους δρόμους με όλους αυτούς που δεν ξέχασαν, έσπασαν και έκαψαν τις βιτρίνες της υποκρισίας αυτού του γερασμένου κόσμου, συγκρούστηκαν και συγκρούονται. Δεν μπορώ να είμαι δίπλα τους, συνεχίστε για όλους αυτούς που είναι στις φυλακές και όχι στους δρόμους, συνεχίστε για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΛΑΩΝ, ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ

Αντρέ Μαζούρεκ, κρατούμενος της φυλακής Λάρισας

Πηγή: athens.indymedia.org

3,5 YEARS LATER…

For 3,5 years now, I am being kept in the Greek prisons, more precisely since 11-12-2008 and the clashes that followed after the murder of Alexandros Grigoropoulos in Exarchia. My name is Andrea Mazourek and I live in Greece since 2007, more accurately from May 2007. I am from Poland and due to lack of proper language knowledge, I have been working here at diverse precarious jobs. While living here for 1,5 year, I learned, same way we all did, about the assassination of Alexis and I saw it fit to march on the streets of Athens joining my anger with all the rest, found there for the same purpose.

On 11-12-2008, on Solonos and Sturnari street corner, while walking with others to the Polytechnic School, we were surrounded by pigs of the MAT (riot-police) and undercover cops that started beating us, they arrested us and took as to GADA (Athens Police Headquarters), where, after being turned for another couple of times into a boxing bag, they took us to the 7nth floor detention cells and next morning an employee from the Polish embassy came to assist the cops in their interrogations. Due to the Polish authorities targeting me for my subversive activity, the Polish embassy falsely reported to the media that I came to Greece to participate in the insurrection… Then, next day, on 12-12-2008 they took me to the investigator and she announced to me the following charges: attempted murder, explosion, manufacture and possession of explosives and they put me in pre-trial detention without even having the chance to a judicial apology, since the translator they arrange for me was an Arab (!) speaking little Greek and Polish, and not someone from the embassy. The states prove how perfectly they cooperate when faced with the “internal enemy”… The investigator’s prompt to send me to a hospital after the end of the procedure was never realized. After my arrival to Korydallos prison, the prison guards rushed over me shouting that I “burn their cars” and put me in a ward where no one spoke Polish, so that I could arrange for the hospital, to ask for a doctor, while the only thing they did for me was to give me a depon (analgesic/antipyrrhetic) pill. One week later, they announce to me there is also another warrant for me in Poland…

Week by week the time passes and the wounds are healed but the anger lives on inside me for all these 3,5 years I am kept as prisoner of the democratic prison cells. On 11-6 I face the Court of Appeals, as I have been sentenced to 11 years in prison and I will be tried in the Mixed Jury Court of Appeals on Loukareos street on 11-6-2012, for that I am asking for your solidarity if and in any way you find proper…

I also declare that I have not forgotten anyone that beat me, put me in custody and continues to deprive me of my freedom, while the murderer Saraliotis has already been release over a year ago and now walks around free!

We will find one another in the streets once again, with all those that haven’t forgotten, that broke and burnt the shop-windows covering the hypocricy of this old world, fought and keep fighting. They can keep me from being there with you, but you can continue for all those that are in the prisons and not on the streets, and continue for Alexandros Grigoropoulos.

SOLIDARITY IS THE WEAPON OF THE PEOPLE, WAR AGAINST THE BOSSES’ WAR

Andre Mazurek, Larissa prison inmate

***

See also: http://en.contrainfo.espiv.net/2011/12/14/greece-update-on-the-case-of-the-anarchist-andre-mazurek-prisoner-of-the-december-%E2%80%9908-uprising/

Επαναφομοίωση και αρπαχτή: ένα βιβλίο για τον Αλ. Γρηγορόπουλο

Επαναφομοίωση & αρπαχτή: ένα βιβλίο για τον Αλ. Γρηγορόπουλο

“-espresso: Γιατί στον Αλέξη Γρηγορόπουλο;

-Βερούλη: Γιατί ήταν ένα γεγονός που άγγιξε τους εφήβους. Και καθώς κάθε γενιά αναζητεί τους δικούς της ήρωες, θεωρώ ότι στο πρόσωπο του Αλέξη οι νέοι βρήκαν τον αντιπρόσωπό τους.”[…]”Ο επίλογος του βιβλίου γράφεται με μια συνομιλία ανάμεσα στους νέους και τους αστυνομικούς: “Τί ωραία που είναι να μας ανοίγετε τους δρόμους κι εμείς να τους βαδίζουμε!””Στη συνέχεια τεράστιοι δράκοι βγήκαν απ’ την κουζίνα, ενώ οι πρωταγωνιστές βουτούσαν γελώντας στις χαρές του ελληνικού αθλητισμού.

Και να λοιπόν, 2 χρόνια μετά τον φόνο του Αλέξη απ’ την ultima ratio του επαίσχυντου κράτους, κι αφού η οικονομική καταστολή μας έστησε στον τοίχο με το στόμα κλειστό, οι λέρες των επιχορηγήσεων θα βγουν να μας πουλήσουν την “φωνή” μας, την υποτιθέμενη φωνή “της γενιάς μας”.

Το βιβλίο που απειλούν πως θα σπρώξουν στην πιάτσα εστιάζοντας ως καλοί αναμορφωτές στις παιδικές ηλικίες, υπογράφουν οι Άννα Βερούλη και Νίκος Μιχαλόπουλος, ενδεχομένως γνωστοί απ’ την εμπλοκή τους στα κυκλώματα τεσταρίσματος φαρμακευτικών που αποκαλούν κατ’ ευφημισμόν αθλητισμό-αρμοδιότητα πλέον του Υπουργείου Υγείας. Καθόλου αμελές, καθώς το θέαμα του αθλητισμού συγκεντρώνει ακόμα κάποια υπόληψη μεταξύ των φουκαράδων που έχουν απογοητευτεί απ’ τον συρρικνούμενο ρόλο του στρατού ή της εκκλησίας στην εθνική συνοχή.

Δε θα παραξενευτούμε λοιπόν, αν δούμε ξανά να επιστρατεύονται και οι διάφοροι αθλητικοί σύλλογοι μαζί με κρατικοδίαιτες επιτροπές -για κάθε χρήση-, ή καταγέλαστα κρατικά βραβεία, όπως στα προηγούμενα πονήματα των συγγραφέων, πάντα με θέματα που άπτονται της γλυκανάλατης ΜηΚυβερνητίστικης ιδεολογίας με την οποία φαίνεται να κωλοτρίβονται τα κεντροαριστερά thinktanks διεθνώς, αλλά κι όσοι μερακλήδες πιάσαν το ζουμί των επιχορηγήσεων: “οικολογία” και πράσινη ανάπτυξη, τσάι και συμπάθεια για τους αδυνάμους, προσωπικός αγώνας δρόμου για προσαρμογή των “απροσάρμοστων”, και λοιπά copy-pastes μιας σχεδόν αυτοματοποιημένης σχολής σκέψης (ή καλύτερα αποφυγής σκέψης) που συνδυάζει την αρπαχτή με την επαναφομοίωση διεθνώς, πλασάροντας με τον γλοιώδικο αέρα της κοινωνικής ευαισθησίας, το δασικό ολοκαύτωμα που παράγει, στα ράφια των βιβλιοπωλείων-σουπερμάρκετ.

Ακολουθεί περίληψη του έργου (ας σημειώσουμε ότι απ’ ό,τι γράφεται, το βιβλίο πρόκειται ουσιαστικά για “επένδυση” με μερικά επιπλέον κεφάλαια  παλαιότερου έργου των ιδίων διανοιών με θέμα …μαραθωνοδρόμους) όπου ο εις εκ των συγγραφέων μιλά για τη στιγμή που τον επισκέφτηκε το εμπορικό δαιμόνιο μεταμφιεσμένο σε έμπνευση, και για το όραμά του γενικότερα:

Νίκος Μιχαλόπουλος: “Εκείνο το βράδυ του τραγικού συμβάντος επέστρεψα στο σπίτι αργά και έμαθα τα νέα από την τηλεόραση. Ένιωσα τον φόβο που είχε καλύψει όλη την Αθήνα. Στην μέση της νύχτας σκέφτηκα πως αυτή πρέπει να είναι η αρχή του βιβλίου. Φέτος, ένα ειρηνικό, ξεχωριστό γεγονός, όπως είναι ο μαραθώνιος, ας είναι μια ευκαιρία για τους νέους που έχουν μόνο ειρηνικά κίνητρα. Με αυτά τα παιδιά πρέπει να είμαστε μαζί.”

Προσοχή λοιπόν: στους “κοινωνικά ευαίσθητους” μαλάκες, σ’ όσους θέλουν να μας διασπάσουν (σε ειρηνικούς και μη, “παιδιά”, εφήβους και μεσόκοπους και πάει λέγοντας), να μας βάλουν σε νόρμες, να μιλήσουν για μας.

Ούτε ήρωες – ούτε μάρτυρες.
Ο Δεκέμβρης ακόμη έρχεται.-

βιβλιοκριτική: μπαχαλιάρος

Η ελληνική φιέστα – Miguel Amorós

La fiesta griega

Η χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, καθώς επιταχύνει την παγκόσμια οικονομική κρίση, οφείλει να ξυπνά κάθε συμπάθεια όσων επιθυμούν το τέλος του καπιταλισμού. Η σημασία αυτού του γεγονότος έχει ένα σαφές αντίκτυπο σε άλλα προφανώς υπό χρεωκοπία κράτη όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία, αλλά πάνω απ’ όλα, ανοίγει την τροχιά μιας κρίσης που δεν έχει σταματήσης να βαθαίνει. Η ελληνική εξέγερση μετά το ξέσπασμα του Δεκέμβρη που σαν καλός οιωνός φωτίζει τα βήματά της, συνεχίζεται παρά τις προσπάθειες εξουδετέρωσης και κρατικής αναδιοργάνωσης που δε στάθηκαν ικανές να την εμποδίσουν, προσπάθειες που σκοπός τους είναι η εκ των ουκ άνευ συνθήκη της ανασύστασης του Κράτους και η εξυγείανση των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών (κι αν το προχωρήσουμε, η ομαλή λειτουργία των μηχανισμών που τις ορίζουν). Η εφαρμογή ενός αυστηρού οικονομικού πλάνου, σχεδιασμένου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δυο απ’ τους υψηλότερους καπιταλιστικούς οργανισμούς, δε συσχετίζεται παρά με την εξουδετέρωση της ελληνικής κοινωνίας, ούτως ώστε τα χρέη του Κράτους, που βρίσκονται στα χέρια των μεγαλύτερων Ευρωπαϊκών (στμ. και ελληνικών βεβαια!) τραπεζών, να μετακυληθούν στους εργαζομένους, τους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους της Ελλάδας. Όμως, επίσης, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που πρόβαλε η εξέγερση, έχει να κάνει με το δυσκόλεμα να ξαναστηθεί όρθιο το οικονομικό σύστημα σε έναν συγκεκριμένο τόπο της καπιταλιστικής γεωγραφίας, όχι δίχως σημασία, και κυρίως με το “κακό” παράδειγμα που έδωσε στους πληθυσμούς που απειλούνται από παρόμοια μέτρα, και την μεταδοτική ικανότητα που επέιξε αυτό στο να εξαπλώνεται, σαν ντόμινο. Πόσο μάλλον όταν η επόμενη ψηφίδα που απειλείται να πέσει είναι το ισπανικό Κράτος. Κι εδώ έγκειται ο θρίαμβος της περιορισμένης χωρικά ελληνικής εξέγερσης, στην δυνατότητα διεθνοποίησής της. Τα ελληνικά δαιμόνια ήρθαν αντιμέτωπα με την “λύση” τους, στο μεταξύ όμως έπαψαν να είναι μόνο ελληνικά.

Προκειμένου να αποφύγουμε μιμητισμούς χωρίς συγκρότηση, πρέπει να έχουμε μια ιδέα της ελληνικής πραγματικότητας και της χώρας. Το πρώτο πράγμα που τραβά την προσοχή σ’ αυτήν τη χώρα των 11,2 εκ. ανθρώπων, είναι ότι τα 5 απ’ αυτά ζουν στην μητροπολιτική ζώνη της Αθήνας, και πάνω από 1 στη Σαλονίκη. Η Πάτρα, το τρίτο αστικό κέντρο της χώρας, δεν έχει παραπάνω από 250.000 κατοίκους, κι έτσι η κατάσταση μπορεί κατά κάποιον τρόπο να απλοποιηθει μέσω της τεράστιας τοπογραφικής ανισορροπίας: ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, συμβαίνει πρωταρχικά στην Αθήνα και τη Σαλονίκη. Το υπόλοιπο είναι επαρχία ή τουριστικός προορισμός. Πράγματι, οι δυο μητροπόλεις, συγκεντρώνουν ολόκληρη τη βιομηχανία, και την πλειονότητα του εμπορίου, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων κι άλλων υπαλλήλων. Επίσης, σ’ αυτές εξελίσσονται οι διάφορες πολιτικές εξελίξεις και βρίσκεται η καρδιά των κοινωνικών αγώνων. Ας μην προκαλεί τόση έκπληξη λοιπόν, η παθητικότητα της κυβέρνησης μπρος τις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007 που αναστάτωσαν το ένα τρίτο της χώρας, και η ενασχόλησή της μόνο όταν οι καπνοί έφτασαν την πρωτεύουσα. Τα πράγματα βέβαια δεν ήταν πάντοτε έτσι, καθώς μέχρι το 1970 η αγροτική παραγωγή ξεπερνούσε τη βιομηχανική. Δεν υπήρχε τόση ανισορροπία στην περιφέρεια, όμως μέσα στα επόμενα 25 χρόνια, ο αγροτικός πληθυσμός ωθήθηκε στις πόλεις, όχι γενικά αλλά στις δυο προαναφερθείες, που κατακλύστηκαν από αυτό το κύμα ανειδίκευτης εργασίας. Ακόμα και μετά απ’ αυτό όμως, ο πληθυσμός της υπαίθρου παραμένει τρεις φορές υψηλότερος από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Αυτή η ιδιαίτερη διαδικασία πληθυσμιακής συγκέντρωσης έγινε υπό την άμεση διεύθυνση του Κράτους, και σηματοδοτεί το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της Ελλάδας, έναν τεράστιο δημόσιο τομέα. Το ένα τρίτο της μάζας των μισθωτών αποτελούν οι δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ το Κράτος ελέγχει επίσης μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και των τραπεζών. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, τα δυο κόμματα που αλληλοδιαδέχονται την εξουσία, το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ και η συντηρητική ΝΔ, δεν είναι απλά κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά πραγματικοί μηχανισμοί διαχείρισης, με ιδιαίτερη ιεραρχία, και μια πατριαρχική αντίληψη της πολιτικής και της δημόσιας περιουσίας. Τα ίδια κομματικά πόστα περνιούνται από πατέρα σε γιο. Οι απαιτήσεις της ΕΕ, στην οποία η Ελλάδα ανήκει από το 1981, αξίωναν μεταξύ 1990 και 1998, την απόλυση ενός μέρους των εργαζομένων, στα πλαίσια ιδιωτικοποιήσεων και χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης. Ακριβώς τότε προέκυψαν οι πρώτες σημαντικές συγκρούσεις, ενάντια στην ιδιωτικοποίηση στην εκπαίδευση.Τα διάφορα ευρωπαϊκά κονδύλια, δεν έφταναν για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, πόσο μάλλον μετά τη διασπάθισή τους από την πλουτοκρατία, πράγμα που οδήγησε σε μια εκμηδένιση των δημόσιων υπηρεσιών και σε χαμηλότερους μισθούς. Μια αίσθηση δυσφορίας ήταν πια κυρίαρχη μεταξύ των εργαζομένων. Το 1996 με την οικονομία των παχέων αγελάδων, η ελληνική άρχουσα τάξη επωφελήθηκε από το οικονομική έκκρηξη της παγκοσμιοποίησης. Ήταν μια έκκρηξη τουριστική και οικονομική, τα real estate και το θαλάσσιο εμπόριο γνώριζε άνοδο, ο ρυθμός γεννήσεων έπεφτε ελαφρώς, ο πολλαπλασιασμός των υποθηκών και η προσφορά εργασίας τράβηξαν χιλιάδες μετανάστες. Η Ελλάδα εισήλθε στον κόσμο των σύγχρονων, εκκρηκτικών κοινωνικών διαχωρισμών. Η άρχουσα τάξη χρησιμοποίησε το κράτος για να ενδυναμωθεί και να πλουτίσει, ενώ οι συμφωνίες με τα πανίσχυρα ως τότε συνδικάτα της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, πετύχαιναν μια κοινωνική ειρήνη, εις βάρος ενός ανοργάνωτου προλεταριάτου, φτωχού και περιθωριοποιημένου, σε μεγάλο μέρος μεταναστευτικού, που επιβίωνε απ’ το εμπόριο, την οικοδομή και τον τουρισμό. Η υγεία, η παιδεία, η κοινωνική πρόνοια και δικαιοσύνη, συνέχιζαν να υποτιμούνται ραγδαία, εν όψει μιας κρατικής βούλησης για επιβολή της ιδιωτικοποίησης, ενώ ως αντιστάθμισμα σ’ αυτήν την υποβάθμιση, το σύμπλεγμα της ασφάλειας γνώρισε τεράστια άνοδο. Είναι κοινό μυστικό ότι μια γενικά απαράδεκτη ανισότητα δεν μπορεί να συντηρηθεί παρά με τη βία της επιβολής και των φυλακών. Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτή τη στιγμή 13.000 κρατούμενοι, πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό φυλακισμένων στην Ευρώπη. Επίσης, κατέχει το προνόμιο να επιδεικνύει περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, στον κάθε πολίτη της μια άνευ προηγουμένου αστυνομική βαρβαρότητα, κι έναν απίθανο αριθμό κρατικών εγκλημάτων. Σε καμμία άλλη χώρα λοιπόν, ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό, ενάντια στην άρχουσα τάξη, δεν έχει μια τόσο φανερή μορφή ως αγώνας ενάντια στην αστυνομία, τόσο την επίσημη όσο και τους παρακρατικούς. Γιατί σε καμμιά άλλη χώρα, σε οποιαδήποτε σύγκρουση, έχει σημασία αυτό, δεν τίθεται με τόσο ριζικό τρόπο, το ζήτημα της δημόσιας τάξης, και μέσω αυτού, η σύγκρουση με το Κράτος. Αυτοί οι τόσο ιδιαίτεροι λόγοι, είναι που κάνουν την Ελλάδα τόσο γόνιμη για την αναρχία.

Στην Ελλάδα, υπάρχουν αναρχικοί κάθε λογής -ρεφόρμες, αντιδραστικοί και επαναστάτες- όπως και παντού αλλού, με τη διαφορά ότι εδώ δε συνιστούν ένα αυτοεκπληρούμενο και τακτοποιημένο γκέττο, αλλά επισής απολαμβάνουν μια επιρροή, αν και αποτελούν μειοψηφία, και ένα ιδιαίτερο κοινωνικό γόητρο, που έχουν καταφέρει να κατακτήσουν με το δύσκολο τρόπο, τα τελευταία χρόνια. Δε θα περιοριστούμε στο αναρχικό κίνημα εδώ, γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι οι διάφοροι σχηματισμοί του ή οι σημαίνουσες διαφορές τους, αλλά η αύξουσα σμασία των ελευθεριακών ιδεών στους αγώνες ενάντια στο παγκόσμιο κεφάλαιο και το ελληνικό κράτος. Η αναρχική αγκιτάτσια υπήρξε ο εκπυρσοκροτητής της παρούσας κοινωνικής κρίσης. Κάπου μεταξύ ενός αποτυχημένου καταναλωτισμού, δυσφορίας για την αδικία και την κοινωνική ανισότητα, μίσους για την αστυνομία και τα τηλεοπτικά παπαγαλάκια, κοροϊδίας της χλιδής και της εξουσίας, απογοήτευσης για τη διαφθορά, βρήκαν το δρόμο τους για την οργισμένη νεολαία και άνοιξαν ένα χάσμα στον κομφορμισμό που είχε καταβάλλει τον πληθυσμό απ’ την εποχή των παχέων αγελάδων. Η εξέγερση του Δεκέμβρη έκανε ορατό σε όλους, αυτό που ήταν προφανές, κι όλα τα ψέμματα του τύπου και της τηλεόρασης δεν ήταν πλέον ικανά να αποκρύψουν: το ξέσπασμα μιας κοινωνικής κρίσης που παρασέρνει όλα τα συνήθη φράγματα: τα συνδικάτα, τα κόμματα, το ένοπλο… Το 2009 ήταν χρονιά ιδεολογικών συζητήσεων και προσπαθειών σύνδεσης με τους εργαζομένους. Ως συνήθως, η πραγματικότητα προηγούνταν της σκέψης και η καινοτομία εξηγούσε πολύ περισσότερα απ’ ότι οι ξεπερασμένες συνταγές, ένας χυδαίος εργατισμός ή τα αφηρημένα πρωτοποριακά συνθήματα. Η εξέγερση όφειλε να δημιουργήσει τη δική της γλώσσα, με την οποία να διαφωτίσει πολιτικά τις δράσεις της και οι ελευθεριακοί ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο.

Κάθε κοινωνική κρίση πυροδοτεί και μια διαδικασία αντεπανάστασης, ένα αντανακλαστικό της κυριαρχίας προκειμένου να υπερασπιστεί τις θέσεις της. Οι πρώτες εκδηλώσεις της ήταν η όξυνση της καταστολής και οι κινήσεις της άκρας δεξιάς, αλλά πρέπει να κοιτάξουμε επίσης και στην άλλη πλευρά, των τελευταίων τροχών κατά περίπτωση, του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Και τα δύο αντιπροσωπεύουν μια μετασταλινική, γραφειοκρατική κρατικοκαπιταλιστική εναλλακτική, είτε στην τυπική σταλινική ολοκληρωτική εκδοχή της είτε στην εκσυγχρονισμένη κευνσιανή εκδοχή της κοινωνίας των πολιτών. Η ύπαρξη και μόνο του ΚΚΕ είναι ένας τυπικός ελληνικός αρχαϊσμός, καθώς το κόμμα έχει επιβιώσει της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και διατηρεί ακόμα μια ελάχιστη επιρροή μεταξύ κυρίως υπαλλήλων, μέσω του συνδικαλιστικού μετώπου του, ΠΑΜΕ. Η πολιτική του ΚΚΕ είναι χαώδης, καθώς υποστηρίζει τη δεξιά ενάντια στους αντιπάλους του του ΠΑΣΟΚ και των αριστεριστών του Συνασπισμού. Στην εξωτερική του πολιτική, ευθυγραμμίζεται με τη Ρωσσία του Πούτιν απέναντι σ’ έναν “Ιμπεριαλισμό της ΕΕ”. Σ’ αυτό όμως που παραμένει σταθερό, είναι η θέση του ως κόμμα του νόμου και της τάξης. Ως τέτοιο, συντάχθηκε -αν δεν ηγήθηκε κιόλας- με τη χορωδία των φωνών που συκοφαντούσαν τους εξεγερμένους ως εγκληματίες και φασίστες. Η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται ακριβώς στον αρχϊκό κι αυταρχικό υπερσυντηρητισμό του ΚΚΕ, ενώ αποτελεί το ανάλογο αυτού που σε άλλες χώρες εκπροσωπείται από την Ενωμένη Αριστερά, το PCF, το Bloco Portugues, το Die Linke, την Rifundazione Comunista, ή όποιο άλλο όνομα παίρνει αυτή η μετασταλινική “κοινωνία των πολιτών”. Παρά τους διαφορετικούς σκοπούς τους, ένα Κράτος που θα διαχειριστεί την κρίση μακρυά απ’ την ΕΕ, θα ήταν ίδιο με του ΚΚΕ, πο τακτικές τους διαφέρουν, ο ΣΥΡΙΖΑ ασχολείται με το να διαβρώσει και να επαναφομοιώσει το κάθε κίνημα διαμαρτυρίας, ενώ το ΚΚΕ προτιμά να στήνει ένα άλλο παράλληλο δικό του, ολοκληρωτικά ελεγχόμενο και περιφρουρημένο.

Συχνά κατηγορούν την ελληνική πλουτοκρατία για ξεχαρβάλωμα της χώρας, διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και κερδοσκοπική ασυδοσία. Για την κακή εικόνα της διαφθοράς, οι ιθύνοντες εμφανίζονται ως κακο-διαχειριστές, ενώ η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική: γνωρίζουν πολύ καλά τη δουλειά τους, καθώς δεν ήταν τίποτα άλλο απ’ αυτήν, που χρηματοδότησε την άνοδο, εν είδει κερδοσκοπικής φούσκας. Ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία δουλεύει έτσι, στη βάση της δίχως μέτρο σπατάλης και της κερδοσκοπίας επί της πίστωσης, απ’ την κορφή ως τον πάτο (στην περίπτωσή μας τα κρατικά ομόλογα). Όμως αυτήν τη φορά, το Κράτος είχε βουλιάξει πολύ νωρίτερα. Το πρόβλημα εμφανίστηκε με την αμερικανική κρίση του καλοκαιριού του 2007, όταν οι υποθήκες κατέρρευσαν, πυροδοτώντας τα αλυσιδωτά γεγονότα που μπλόκαραν το πιστωτικό σύστημα και έσκασαν τη φούσκα. Το ρίσκο των ελληνικών ομολόγων αυξήθηκε γεωμετρικά ενώ οι μεταρρυθμίσεις στην κρατική διαχείριση δεν απέδωσαν, απαξιώνοντας τις δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές, η οικονομία μπήκε σε ύφεση και οι μισθοί μειώθηκαν. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η συντηρητική κυβέρνηση βγήκε απ’ την μέση παραδίνοντας τη σκυτάλη στους σοσιαλδημοκράτες. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις πρόωρες εκλογές του Οκτώβρη 2009 (με την αποχή στο ένα τρίτο) καθώς ήταν το μόνο κόμμα που είχε μια πιθανότητα να περάσει στον πληθυσμό το κρατικό χρέος, σώζωντας έτσι τις ευρωπαϊκές τράπεζες που κρατούσαν τα ομόλογά του. Δεν μπήκε στον κόπο να ερευνήσει υποψίες κερδοσκοπιών ή να φυλακίσει τυχόν πολιτικούς ή επιχειρηματίες που είχαν συνδεθεί με τη διαφθορά, από το κόμμα της ΝΔ, μιας και κάτι τέτοιο δεν ήταν ποτέ σκοπός του. Η απογοήτευση αυτών που ήλπιζαν σε μια πολιτική αλλαγή ήταν μνημειώδης. Επιπλέον, όλες οι κρατικές εξαγγελίες εγκαταλήφθηκαν λόγω έλλειψης χρημάτων, ενώ η ανεργία και η εγκληματικότητα διογκώθηκαν πολύ περισσότερο απ’ το αναμενόμενο, κι έτσι ακόμα και τα συνδικάτα που είχαν συμβάλει σ’ ένα τέτοιο κλίμα υποθετικής αλλαγής, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ αναγκάστηκαν να κρατήσουν τις αποστάσεις τους απ’ την κυβερνητική πολιτική. Απ’ τον Γενάρη του επόμενου έτους μέχρι τον Μάη, κήρυξαν διάφορες απεργίες, τέσσερις απ’ τις οποίες γενικές, και οργάνωσαν συζητήσεις και διαδηλώσεις με κοινό παρονομαστή την απόρριψη όλων των κομμάτων και της πολιτικής εν γένει. Η αναταραχή συντηρήθηκε κυρίως στους δημόσιους υπαλλήλους και τους μισθωτούς που ήταν λιγότερο εκτεθειμένοι σε απολύσεις. Αυτή ήταν η χρονική στιγμή της μεγάλης μανούβρας του ΚΚΕ, που παρουσιαζόμενο ως το “κόμμα της εργατικής τάξης”, έκανε επίδειξη αντιευρωπαϊσμού, και αντηχώντας τον γενικευμένο αντικοινοβουλευτισμό, και ήταν αυτό που αποκήρυξε με λιγότερο τρεμάμενη φωνή από κάθε άλλο κόμμα τους πραγματικά αντικοινοβουλευτικούς ως βίαιους προβοκάτορες.

Προέκυψαν έτσι στην Ελλάδα δυο διαφορετικές όψεις του προλεταριάτου, μια παλιά και μια νέα. Οι σταλινικοί και οι αριστεριστές, μιλώντας για την εργατική τάξη, αναφέρονται στην μάζα των μισθωτών που πλαισιώνεται απ’ τα συνδικάτα, πολιτικά χειραγωγίσιμη από τα κόμματα ή τις πρωτοπορίες, σ’ αυτούς που αναγνωρίζουν το χρέος τους ως “πολίτες” να ψηφίσουν. Συμβαίνει όμως, η θεμελιώδης αντίθεση του καπιταλισμού να μην έγκειται στη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά στην υπαγωγή κάθε δραστηριότητας στην καπιταλιστική λογική, σύμφωνα με την οποία ακόμα και ένας αγώνας για το μισθό ή την εργασία να μπορεί να τεθεί σε δεύτερη μοίρα, μη αμφισβητώντας το σύστημα. Αυτό έχει σημασία, απ’ την άποψη ότι δεν μπορεί να συγκροτηθεί μια τάξη για τον εαυτό της αποκλειστικά απ’ το γεγονός ότι εργάζεται. Ο πραγματικός αγώνας βρίσκεται στην απελευθέρωση της καθημερινής ζωής που έχει αποικιοποιηθεί απ’ το εμπόρευμα, και κατά συνέπεια, η άρνηση της μισθωτής εργασίας και της κατανάλωσης. Ο εργάτης, με την τρέχουσα έννοια, είναι όμηρος του καπιταλισμού σε κάθε δραστηριότητα της ζωής του, όχι απλά σ’ αυτήν για την οποία πληρώνεται. Μόνο ξεκινώντας από μια επιθυμία απελευθέρωσης της καθημερινής ζωής μπορεί να δημιουργηθεί μια αυθεντική κοινότητα αγώνα. Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας, καθώς η σύλληψη του προλεταριάτου περιοριστικά σύμφωνα με μια υποτιθέμενη εργατίστικη προσέγγιση μας φέρνει πίσω σε μια στρατηγική κεφαλαιοποίησης. Απ’ τις μορφές εργατικού αγώνα κυριαρχούν οι εργασιακές διεκδικήσεις και η μια πολιτική αδιαφορία. Το κέντρο της διαρκούς σύγκρουσης είναι οι χώροι εργασίας και η οργάνωση που προκύπτει σ’ αυτούς είναι συνδικαλιστική ή παρασυνδικαλιστική. Όσον αφορά τις μορφές επαναστατικού αγώνα, κυριαρχούν οι κοινωνικές διεκδικήσεις και μια αποφασιστική άρνηση της πολιτικής. Το κέντρο της σύγκρουσης είναι εδαφικό, και οι οργανώσεις που προκύπτουν είναι οι συνελεύσεις γειτονιάς και οι επιτροπές βάσης. Ίδιον του συνδικαλισμού είναι οι απεργίες που ακολουθούνται από διαπραγματεύσεις. Τυπικές για το ριζοσπαστισμό είναι οι καταλήψεις χωρίς διαπραγμάτευση. Στις πρώτες φάσεις της κοινωνικής σύγκρουσης, και οι δυο αυτοί αγώνες είναι αλληλένδετοι, καθώς για λόγους αρχών δεν συγκρούονται, μιας και κοινή συνισταμένη τους είναι η καταστροφή της ταξικής κοινωνίας. Όμως, καθώς προχωρά η σύγκρουση εμφανίζονται όλο και πιο ξεκάθαρα δυο θέσεις: αυτή της επιστροφής στους χώρους εργασίας κι αυτή της παραμονής στους δρόμους. Αυτή που επαναπαύεται σε μια καλύτερη διαχείριση της μιζέριας κι αυτή που επιμένει να σαμποτάρει τους μηχανισμούς της, αυτή που επιμένει να επαναξιώνει το εμπόρευμα-εργασία κι αυτή που επιθυμεί να θέλει να ξεμπερδεύει με το εμπορευματικό σύστημα ολωσδιόλου. Αντηχούν φυσικά την έλλειψη κι αντίστοιχα την επιθυμία για ένα συνεκτικό επαναστατικό εγχείρημα.

Όταν μιλάμε για τον ελληνικό καπιταλισμό και την εργατική τάξη, δεν αναφερόμαστε σε αφηρημένες έννοιες, της φαντασίας, αλλά σε συμπαγείς κοινωνικούς σχηματισμούς του σήμερα. Οι έλληνες προλετάριοι σχηματίζουν μια πολύμορφη μάζα μισθωτών, υπαλλήλων, συνταξιούχων, επισφαλών, μεροκαματιάρηδων, εργαζομένων στις υπηρεσίες και στη βιομηχανία, με ιδιαίτερα συμφέροντα ανά τομέα που πρέπει να ξεπεραστούν προκειμένου να καταρρεύσει ο καπιταλισμός. Μόνο τότε, όταν είμαστε με το ένα πόδι πέρα απ’ τον καπιταλισμό, όταν τα κοινά μας συμφέροντα ξεπεράσουν τα ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα του καθενός που είναι ήδη αποικιοποιημένα απ’ τον καπιταλισμό, μπορούμε να σχηματίσουμε μια τάξη, ένα ιστορικό υποκείμενο. Σε αντίθετη περίπτωση, η κατάρρευση του καπιταλισμού θα οδηγήσει σε μια νέα ανασύνθεσή του πάνω σε διαφορετικές βάσεις, δηλαδή σε έναν άλλο τύπο καπιταλισμού. Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ένα φαινόμενο σχεδόν ολότελα σύμφυτο με τον κρατισμό. Κατά συνέπεια, προϋπόθεση κάθε απελευθερωτικής διαδικασίας στην Ελλάδα είναι η κατάρρευση του Κράτους, κάτι που ενδεχομένως να συμβεί εάν χτυπηθεί από τα κύματα της παγκόσμιας οικονομίας, είτε εξαιτίας της δικής του ανικανότητας, είτε χάρις στην αντίσταση του πληθυσμού στον εξανδραποδισμό του. Τότε θα παιχτεί το δεύτερο χαρτί στα χέρια του νόμου και της τάξης, η δικτατορία, στρατιωτική ή κομματική, δεξιά ή αριστερή, μετριοπαθής ή τρομοκρατική. Αυτό εξαρτάται απ’ την ισχύ των κομμάτων και τις στρατηγικές ή τακτικές κινήσεις τους. Η καταστολή είναι ο κοινός παρονομαστής ολόκληρης της περιόδου της καπιταλιστικής αποσύνθεσης, την οποία οι επαναστάτες πρέπει να αντιμετωπίσουν με τα όπλα που διαθέτουν. Αν επιτύχουν, θα είναι μια ιστορική ευκαιρία να αναπτύξουν το εγχείρημά τους. Προκειμένου να βάλει ένα τέλος στην κυριαρχία του κεφαλαίου, το προλεταριάτο θα πρέπει να αυτοκαταργηθεί ως ο ένας πόλος μιας ήδη τελειωμένης σχέσης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, με τόσους δημόσιους υπαλλήλους, δεν πρέπει να κάνουν το λάθος να προσπαθήσουν για μια αυτοδιαχείριση του κρατικού μηχανισμού και όχι για την καταστροφή του. Ωστόσο, μια αυτοδιαχείριση της παραγωγής και των υπηρεσιών, προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών, μπορεί να αποτελέσει ένα μεταβατικό στάδιο, καθώς η έξοδος του μητροπολιτικού πληθυσμού και η πληθυσμιακή ισορροπία όλης της περιφέρειας δε θα γίνουν μέσα σε μια νύχτα. Τότε μόνο, ισότιμες μορφές κοινωνικής συνύπαρξης ολοένα και πιο αποκεντρωτικές και οριζόντιες, θα μπορούν να εμποδίσουν μια επανεμφάνιση των μηχανισμών διαχωρισμένης εξουσίας, μέσω των οποίων το σύστημα θα μπορούσε να ανασυνθεθεί.

Ο καλύτερος τρόπος να στηρίξουμε την ελληνική εξέγερση στην ιβηρική χερσόνησο θα ήταν να ακολουθήσουμε το παράδειγμά της, με τη διαφορά ότι εδώ η υποβάθμιση δεν είναι τόσο ακραία ούτε το γενικό χρέος, και οι χρηματοπιστωτικές δυνατότητες του Κράτους και τα τέσσερα εκατομμύρια ανέργων δεν είναι ικανά να πυροδοτήσουν μια κοινωνική κρίση. Η αλληλεγγύη με την Ελλάδα, λοιπόν, δε θα μπορούσε παρά να μείνει σ’ ένα συμβολικό επίπεδο και να μη σπάσει το γκέττο, υποφέροντας απ’ όλες τις ασυνέπειες αυτής της αδυναμίας. Έχουμε ήδη δει τις διαφορές μεταξύ των δυο χωρών, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στις αναμφίβολα διαφορετικές εξελίξεις. Η αλήθεια είναι ότι η ισπανική άρχουσα τάξη γνωρίζει πως θα ‘ρθουν ταραγμένοι καιροί και παίρνει τα μέτρα της. Ξεχάστε λοιπόν την “αειφόρο ανάπτυξη” και στρατολογήστε φρουρούς για να διατηρήσουν την τάξη. Είναι αναγκασμένη να διαλέξει μεταξύ του να θυσιάσει τις μάζες ή να κηρύξει πτώχευση, και γνωρίζουμε όλοι πως η πτώχευση δεν περιλαμβάνεται στις προτιμήσεις της. Μια κατασταλτική επίδειξη ισχύος είναι πάντα μεταξύ των χαρτιών που ‘χει στα χέρια της η κάθε κυβέρνηση όταν οι συνδικαλιστική ή πολιτική χειραγώγηση δεν περνάει πια. Η ασυνειδησία του πληθυσμού που θα υποφέρει υπό τα μέτρα οικονομικής διάσωσης του κράτους ενώ ακόμη θα πληρώνει τις υποθήκες του, είναι ένα ανησυχητικό σημάδι των δυσμενών καιρών που θα ‘ρθουν. Η συνείδηση του τί είμαστε και τί πρέπει να γίνουμε, του τί κάνουμε και τί θα ‘πρεπε να κάνουμε, είναι λοιπόν το ερώτημα και το ζητούμενο. Για να ξυπνήσουν απ’ τον λήθαργό τους οι μάζες και ν’ αρχίσουν να ονειρεύονται.

Miguel Amorós
9 Μάη 2010

[en Español: alasbarricadas]

Ελλάδα, Δεκέμβρης 2008: To προλεταριάτο έδειξε το δρόμο… – ICG

Ελλάδα, Δεκέμβρης 2008
Το προλεταριάτο έδειξε στο παγκόσμιο προλεταριάτο τον ουσιαστικό δρόμο που πρέπει να πάρει – ICG

Η συνθήκη για μια νικηφόρα εξέγερση είναι το γεγονός ότι εξαπλώνεται” [2]

Όπως δείξαμε στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, η διεθνής προλεταριακή εξέγερη ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό συνεχίζει να εκτυλίσσεται τους τελευταίους μήνες, καθώς η αστική κοινωνία συνεχίζει να επιβάλλει τις καταστροφικές συνθήκες της ωθώντας στη φτώχεια τον πληθυσμό του πλανήτη. Εξέγερση που εκφράστηκε μέσα απ’ τους αγώνες των φυλακισμένων, των μεταναστών χωρίς χαρτιά, των φοιτητών, των περιθωρειοποιημένων. Αυτοί, κράτησαν αρκετούς μήνες, μέχρι τη γενίκευση του αγώνα τον Δεκέμβρη του 2008. Με τον τρόπο αυτό, προείκαζαν το τί μπορεί και μέλει να συμβεί σε άλλες χώρες, ενώ έδιναν το στίγμα του δρόμου που πρέπει να ακολουθηθεί. Μ’ άλλα λόγια, αυτό το διεθνές και διεθνιστικό εγχείρημα κατά του καπιταλισμού κέρδιζε συνεχώς έδαφος στην Ελλάδα, μέχρι τη σαρωτική εξέγερση του Δεκέμβρη, που πυροδοτήθηκε απ’ τη δολοφονία του νεαρού Αλέξη Γρηγορόπουλου από τους ένοπλους μπράβους αυτού του άθλιου κοινωνικού συστήματος.

Οι τοίχοι, η απομόνωση, οι διαχωρισμοί που ο καπιταλισμός είχε υψώσει παντού, μέσα από κάθε λογής ασυναρτησίες που στόχευαν όλες τους στην άρνηση του προλεταριακού αγώνα, γκρεμίστηκαν από το ίδιο το προλεταριακό κίνημα, ωστόσο αυτό δεν ξεπέρασε χωροχρονικά τη χώρα αυτή και μόνο στιγμές της αποκορύφωσης του αγώνα. Αυτό συνέβη γιατί οι προλετάριοι που βγήκαν στους δρόμους δεν βγήκαν απλά ως τέτοιοι: δηλαδή εργάτες ή άνεργοι, ντόπιοι ή ξένοι, με χαρτιά ή χωρίς, φοιτητές ή νεολαίοι απ’ τις εργατογειτονιές, νέοι (ακόμα και παιδιά!) ή γέροι, άνδρες ή γυναίκες, νόμιμοι ή παράνομοι, κουκουλοφόροι ή με τα πρόσωπά τους, μαθητές ή καθηγητές, επαρχιώτες ή μητροπολιτάνοι, αλλά ακριβώς επειδή το κίνημα, καταφεύγοντας σε όλα τα διαθέσιμα μέσα (φυλλάδια, διαδίκτυο, αφίσσες, εφημερίδες κλπ) ανοιχτά αρνήθηκε όλες αυτές τις κατηγοριοποιήσεις με τις οποίες ο ιστορικός εχθρός προσβάλει και προσπαθεί να αποδυναμώσει και να ρευστοποιήσει αυτό το εξαιρετικό και γενναίο κοινωνικό κίνημα.

Οι πρώτες εκφράσεις αυτού του κινήματος ώστε να απλωθεί στον κόσμο διακήρυσσαν: “Ποιοι βρισκονται πίσω από την εξέγερση; Ποιών οι ενέργειες,οι δράσεις,οι κινήσεις κρατούν και φουντώνουν τη φλόγα της; Των αναρχικών; Των μαθητών; Των μεταναστών; Των άνεργων και καταφρονεμένων; Των νεολαίων από τα πλούσια βόρεια και νότια προάστια; Των τσιγγάνων; Των χουλιγκάνων; Των εργατών; Oλων αυτών και πολύ περισσότερων είναι οι ενέργειες,οι δράσεις,οι κινήσεις της εξέγερσης και όλες αυτές μαζί σχηματίζουν την ασταμάτητη λάβα που ξύπνησε όταν η πρόστυχη αδιανόητη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη συντάραξε την Ελλάδα το βράδυ του Σαββάτου“. [3] Πέρα από τους περιορισμούς που περιλαμβάνουν αυτά τα πρώτα γραπτά μανιφέστα, ανατρέχουν σ’ αυτό που τα μίντια προσπαθούν να αποκρύψουν, διακηρύσσοντας ανοιχτά πως η εξέγερση αυτή ανήκει σε όλους.

Στη διάρκεια των γαλλικών προαστειακών ταραχών, ο διαχωρισμός και η υποτίμηση πέρασαν στο ντούκου, ακόμα και σε σημείο ανοιχτής προσβολής, στο όνομα του προλεταριάτου, των προλεταρίων αυτών που είχαν εξεγερθεί. Στην Ελλάδα, η αστική τάξη χρησιμοποίησε κάθε διαθέσιμο μέσο προκειμένου να απαξιώσει τις ταραχές ή τουλάχιστον να τις περιορίσει σε ζήτημα ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών. Ωστόσο, το κίνημα πέτυχε να γελοιοποιήσει όλες αυτές τις προσπάθειες, κι ακόμα να εκθέσει τους λακέδες του Κράτους, ως τέτοιους. Τα μίντια, η φωνή των εχθρών μας, διακήρυσσαν παντού πως δεν είναι παρά ένα θέμα αντιμετώπισης “απλως” ενός τσούρμου αναρχικών, χούλιγκανς και πιτσιρικάδων, μόνος σκοπός των οποίων δεν είναι τίποτα άλλο από την “τυφλή βία”, όμως η γενίκευση των ταραχών, και ο λόγος που παρήγαγαν, επιβεβαιώνοντας την προλεταριακή κι επαναστατική φύση τους, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για αμφιβολίες, στους προλεταρίους όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών. Οι διακηρύξεις τους έκαναν ξεκάθαρο ότι δεν ήταν απλά θέμα αλλαγής μιας δεξιάς κυβέρνησης με μια πιο αριστερή, ή κατά μιας μορφής διακυβέρνησης και υπέρ μιας άλλης, ή αλλαγής της κυβέρνησης ώστε τα πράγματα να επιστρέψουν στην ομαλότητα. Το αντίθετο μάλιστα, αυτή η ίδια η ομαλότητα, η καθημερινή ρουτίνα, αποκηρύχθηκε από την προλεταριακή ταραχή γι αυτό που ήταν: μισθωτή σκλαβιά και διαρκής εκβιασμός. Το κίνημα φτύνει την αλήθεια του στην μούρη των αντεπαναστατικών ψευτοαιτημάτων.

Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό το προλεταριάτο μέσα στον καπνό της μάχης ξεκαθάριζε τόσο αδιαμφισβήτητα τους επαναστατικούς στόχος του. Ένα φυλλάδιο συντρόφων μας γράφει: “Είμαστε κομμάτι μιας εξέγερσης της ζωής ενάντια στον καθημερινό θάνατο που επιβάλλουν οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις” [4]. Και συνεχίζει: “Στήνουμε τέλος ένα γερό οδόφραγμα στην μίζερη κανονικότητα ενός κύκλου παραγωγής και κατανάλωσης. Στην παρούσα συγκυρία, ότι πιο σημαντικό διακυβεύεται είναι η ενίσχυση αυτού του οδοφράγματος απέναντι στον ταξικό εχθρό.”

Πόσο υπέροχη κατάφαση του προλεταριάτου ως τάξη! Και πόσο τρομαχτική (για την μπουρζουαζία) επανοικειοποίηση του προλεταριακού αγώνα για την καταστροφή του κοινωνικού συστήματος και της κυρίαρχης τάξης! “Μιλάμε επίσης πάνω στην ιστορική συγκυρία της ανασύνθεσης ενός νέου ταξικού υποκειμένου, που από παλιά κουβαλά την υπόσχεση ότι θα αναλάβει τον ρόλο του νεκροθάφτη του καπιταλιστικού συστήματος. Θεωρούμε ότι το προλεταριάτο δεν υπήρξε ποτέ τάξη εξαιτίας της θέσης του, αλλά αντίθετα συγκροτείται ως τάξη για τον εαυτό της πάνω στο έδαφος της σύγκρουσης με τα αφεντικά, πρώτα πράττοντας και μετά συνειδητοποιώντας την πράξη του.” [5]

Το προλεταριάτο ξαναγεννιέται όταν βγαίνει στους δρόμους. Το προλεταριάτο ψηλαφεί και προσδιορίζει τον εαυτό του αντιμέτωπο με το κεφάλαιο, την ακριβή επαναστατική θεωρία που διαπιστώνουν έπειτα οι πρωτοποριακές εκφράσεις. Την ίδια την έννοια του προλεταριάτου, πάντα κακοποιημένη, διαστρεβλωμένη, κοινωνιολογικοποιημένη, συνήθως περιορισμένη στους παραδιοσιακούς βιομηχανικούς εργάτες και συστηματικά αδειασμένη από τις κοινωνικά αντίρροπες δυνάμεις της αντεπανάστασης, ξαναδιεκδικείται εδώ από τους συντρόφους μας: το προλεταριάτο συνιστά τον εαυτό του στην αντιπαράθεση με το κεφάλαιο! το προλεταριάτο υφίσταται ως μια δύναμη ενάντια στην “μισθωτή εργασία που παραμένει πάντα ένας εκβιασμός” [6].

Αυτό που δεν μπορεί πια να κρατηθεί μυστικό είναι η γενίκευση των ταραχών, ούτε σε εθνικό ούτε σε διεθνές επίπεδο, ο παλιός μας εχθρός μπορεί πια να συνεχίσει να εξηγεί, μέσα απ’ όλα τα μίντια/μέσα που έχει στη διάθεσή του, ότι “η δεξιά κυβέρνηση έκανε λάθη”, και ότι “θα έπρεπε να παραιτηθεί”. ΄Όμως αμέτρητες προκηρύξεις και μανιφέστα εκδόθηκαν για να αποκηρύξουν αυτό το άθλιο ψέμα.

Πολιτικοί και δημοσιογράφοι τριγυρνάνε κομπάζοντας και προσπαθούν να υποβάλλουν πάνω στο κίνημα μας την δική τους αποτυχημένη λογική. Σύμφωνα με αυτή την λογική εξεγειρόμαστε γιατί η κυβέρνηση μας είναι διεφθαρμένη ή γιατί θέλουμε περισσότερα από τα λεφτά τους ή από τις δουλειές τους. Αν σπάμε τις τράπεζες αυτό είναι γιατί αναγνωρίζουμε πως τα λεφτά είναι μια βασική αιτία της θλίψης μας. Αν σπάμε βιτρίνες δεν είναι γιατί η ζωή είναι ακριβή, αλλά γιατί οι ανέσεις μας εμποδίζουν να ζήσουμε με κάθε κόστος. Αν χτυπάμε την αισχρή αστυνομία, δεν το κάνουμε μόνο για να εκδικηθούμε για τους νεκρούς συντρόφους μας, αλλά γιατί ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και σε αυτόν που επιθυμούμε θα στέκονται πάντα ως εμπόδιο.” [7]

Είναι ιδιαίτερα κρίσιμης σημασίας για τον αγώνα που εξελίσσεται ότι το προλεταριάτο δεν κάνει το λάθος να ταυτίζει τον εχθρό του με την μιά ή την άλλη κυβέρνηση ή κόμμα. Ο εχθρός δεν είναι καν όλες οι κυβερνήσεις και τα κόμματα ως σύνολο και μόνο, αλλά το ίδιο το χρήμα, το κεφάλαιο, οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής! Σε αντίθεση με όλες τις αντι-τρομοκρατικές εκστρατείες που στήνουν όλα τα κράτη του κόσμου για να σταθεροποιήσουν το δικό τους μονοπώλιο τρόμου, οι προλετάριοι της Ελλάδας που βγήκαν στο δρόμο πολεμούν φωνάζοντας: “Τρομοκρατία είναι η μισθωτή σκλαβιά – καμμιά ειρήνη με τ’ αφεντικά!”

Ο προλεταριακός ξεσηκωμός στην Ελλάδα φώτισε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο με θετικές προτάσεις αλλά και με τη ριζοσπαστική κριτική της σημερινής κοινωνίας, χωρίς ωστόσο να ζητά κάτι από την αρμόδια εξουσία, κάτι που προφανώς είναι κι αυτό που ανησύχησε περισσότερο την παγκόσμια αστική εξουσία σε διεθνές επίπεδο. Για να επαναλάβουμε τις επαναστατικές εκφράσεις των αγωνιζώμενων προλεταρίων: “Η εξέγερση του Δεκέμβρη δε διατύπωσε συγκεκριμένα αιτήματα ή διεκδικήσεις επειδή ακριβώς τα υποκείμενα που την διεξήγαν βιώνουν καθημερινά και, επομένως, γνωρίζουν την άρνηση της κυρίαρχης τάξης να ικανοποιήσει κάθε τέτοιο αίτημα. Τα ψελλίσματα της αριστεράς που, αρχικά, διεκδίκησε την παραίτηση της κυβέρνησης αντικαταστάθηκαν ταχύτατα από έναν σιωπηλό τρόμο και από την αγωνιώδη προσπάθειά της να εκτονωθεί το ανεξέλεγκτο εξεγερτικό κύμα. Η απουσία οποιασδήποτε μεταρρυθμιστικής διεκδίκησης αντανακλά μια υφέρπουσα (και ίσως ασυνείδητη ακόμα) διάθεση ριζικής εναντίωσης και ξεπεράσματος των υπαρχουσών εμπορευματικών σχέσεων και δημιουργίας ποιοτικά καινούργιων” [8].

Σε αντίθεση με άλλες χώρες (όπου το προλεταριάτο δεν βγαίνει στο δρόμο όταν πρέπει, όταν οι μετανάστες χωρίς χαρτιά και οι κρατούμενοι καταστέλλονται, όταν ανοιχτά ρατσιστικές πράξεις τελούνται) η ισχύς του κινήματος στην Ελλάδα βασίζεται στο γεγονός ότι η αστική τάξη και τα διάφορα όργανά της δεν επιτυγχάνουν να απομονώσουν τα διάφορα κομμάτια του προλεταριάτου, τα οποία πριν το Δεκέμβρη, είχαν δώσει από κοινού παραδειγματικούς αγώνες που αντήχησαν απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας, και στο εξωτερικό. Αναφερόμαστε στα κομμάτια που δέχονται την μεγαλύτερη καταστολή σε καθημερινή βάση -τους κρατούμενους, τους μετανάστες χωρίς χαρτιά, τους μετανάστες, την νεολαία, και τον “αντισυμβατικό” χώρο- σε παγκόσμιο επίπεδο, όλους αυτούς τους προλετάριους που βρίσκονται σε μη-κανονικές και επισφαλείς καταστάσεις, κακοπληρωμένες εργασίες, που αναμφισβήτητα πυροδότησαν το κίνημα.

Το προλεταριάτο στην Ελλάδα έχει αποδείξει την τόλμη του με το να μη φοβάται να δείξει την αλληλεγγύη του με αυτά τα κομμάτια που βρίσκονται ριζικά αντιμέτωπα με τον καπιταλισμό και το Κράτος. Και πράγματι, ήταν ο αγώνας των κρατουμένων, των μεταναστών χωρίς χαρτιά, και των περιθωριοποιημένων που εμψύχωσε όλο το προλεταριάτο, σαν αγώνας δικός του, και γέννησε το κίνημα. Ήδη τον Νοέμβρη του 2008, ο αγώνας των φυλακισμένων βγήκε στην επιφάνεια, με πάνω από 7.000 από τους 12.000 κρατούμενους να συμμετέχουν σε μια σειρά οργανωμένων διαμαρτυριών (μεταξύ των οποίων η συλλογική απεργία πείνας που ξεκίνησε στις 3 του μηνός). [9] Η μπουρζουαζία στάθηκε ανίκανη να κρατήσει τον αγώνα υπό τον έλεγχό της, και η διαμαρτυρία ξεχύθηκε στους δρόμους, όπως μπορεί να φανεί και από τη ριζοσπαστικοποίηση της διαδήλωσης της 17ης Νοέμβρη [10]. Μικρές ομάδες διεξήγαγαν ενέργειες άμεσης δράσης καθ’ όλον τον Νοέμβρη. Δράσεις ενάντια στην καταστολή κι επίσης ενάντια στον κοινωνικό έλεγχο, όπως η καταστροφή καμερών επιτήρησης σε αρκετά στρατηγικά σημεία. Την ίδια στιγμή, ο αγώνας έφτασε μακριά στο εξωτερικό, και αποτέλεσε ένα πρώτο κάλεσμα για διεθνή αλληλεγγύη. Μέσα στα πλαίσια του ίδιου κινήματος ήρθε ο αγώνας διαφόρων ομάδων μεταναστών και μεταναστών χωρίς χαρτιά που επίσης ξεκίνησαν μια απεργία πείνας, μαζί με άλλες διαδηλώσεις και δράσεις (όπως η κατάληψη του δημαρχείου των Χανίων). Αυτό έδωσε μια νέα ώθηση στο προλεταριακό κίνημα που εκδηλώθηκε βίαια σε πολλές πόλεις, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, από τις 5 Δεκέμβρη. Σύντομα, δε θα περνούσε ούτε μια μέρα χωρίς αγώνες, και παντού η αθηναϊκή δημοκρατίια απαντούσε με ωμή καταστολή, οδηγώντας στο θάνατο του Αλέξη, που ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Απο κείνη τη στιγμή, τίποτα δε θα ήταν πια το ίδιο. Δεν είναι εφικτό να παρουσιάσουμε ένα λεπτομερές χρονικό του κινήματος, αλλά μπορούμε να τονίσουμε κάποια από τα συνθετικά στοιχεία του: “Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η δολοφονία ξεσπούν αυθόρμητες πορείες και συγκρούσεις στο κέντρο της Αθήνας, καταλαμβάνεται το Πολυτεχνείο, η ΑΣΟΕΕ και η Νομική, ενώ γίνονται επιθέσεις σε κρατικούς-καπιταλιστικούς στόχους σε πολλές περιοχές. Πορείες, συγκεντρώσεις και επιθέσεις εκδηλώνονται στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, το Βόλο, τα Χανιά, το Ηράκλειο, τα Γιάννενα, την Κομοτηνή, την Ξάνθη, τις Σέρρες, τη Σπάρτη, την Αλεξανδρούπολη, τη Μυτιλήνη. Στην Πατησίων οι συμπλοκές διαρκούν όλη νύχτα. Έξω από το Πολυτεχνείο τα ΜΑΤ κάνουν χρήση πλαστικών σφαιρών. Την Κυριακή 7/12 χιλιάδες άνθρωποι πορεύονται προς τη ΓΑΔΑ επιτιθέμενοι στις αστυνομικές διμοιρίες και ακολουθούν πρωτοφανούς έντασης συγκρούσεις στους δρόμους του κέντρου που διαρκούν μέχρι αργά τη νύχτα. Από τα γεγονότα υπάρχουν πολλοί διαδηλωτές τραυματίες και αρκετοί συλληφθέντες. Από τη Δευτέρα το πρωί μέχρι σήμερα η εξέγερση γενικεύεται. Οι τελευταίες ημέρες είναι γεμάτες από αναρίθμητα κοινωνικά γεγονότα: μαχητικές μαθητικές κινητοποιήσεις με πορείες και -σε πολλές περιπτώσεις- επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα αλλά και συγκρούσεις με τους μπάτσους τόσο στις γειτονιές της μητρόπολης όσο και σε ολόκληρη τη χώρα, μαζικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία στο κέντρο της Αθήνας κατά τις οποίες γίνονται επιθέσεις σε τράπεζες, πολυκαταστήματα και υπουργεία, πολιορκία της Βουλής στο Σύνταγμα, καταλήψεις δημόσιων κτιρίων, συγκρουσιακές πορείες και επιθέσεις σε κρατικούς-καπιταλιστικούς στόχους σε πολλές πόλεις.” [11]

Άλλες αναφορές που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο, μαρτυρούν πόσο ακατάβλητη ήταν η εξαίσια προλεταριακή λύσσα, αλλά και πόσο στοχευμένη ήταν η βία της: “Όλοι μαζί με τις διαφορές μας γράφουμε ιστορία και συγκλονίζουμε όλο τον πλανήτη. Η εξέγερση αυτή όχι μόνο δεν θα σταματήσει αλλά προορίζεται να μεταλαμπαδευτεί σε όλη την Ευρώπη και σε όλη την υφήλιο. Σε αυτό το πλαίσιο είναι κατανοητός ο πανικός της εξουσίας Όμως τίποτε δεν συγχωρεί,τίποτε δεν δικαιολογεί,τίποτε δεν κάνει ανεκτό το απίστευτο πρωτοφανές όργιο βίας που αυτή καθημερινά και αδιάκοπα εξαπολύει. Πόσο μάλλον όταν αυτή η βία παραμένει χωρίς καταγραφή ή αφόρητα διαστρεβλωμένη από την ξεφτιλισμένη τηλεόραση. Σύντροφοι μας έχουν υποστεί απρόκλητους ξυλοδαρμούς,μαθητές χτυπιούνται ανελέητα,φασίστες στην επιθανάτια αγωνία τους βγάζουν ατιμώρητα τα όπλα τους, ασφαλίτες οργιάζουν ανεξέλεγκτα,μετανάστες απειλούνται οι ζωές τους αλλά για τα κανάλια υπάρχουν μόνο σπασμένα μαγαζιά και “εγκληματικό” πλιάτσικο. Για κακή τους τύχη τους έχουν απομείνει μόνο γηραλέες νοικοκυρές και λοιπά φοβισμένα ανθρωπάκια όπως και τα τελειωμένα φασιστοειδή. Η οργή μας και για αυτά δεν έχει όριο και στο εξής ας προσέχουν. Η Εξέγερση μετατρέπει το αδύνατο σε δυνατό, Είναι το όνειρο που ξυπνάει όταν ο προηγούμενος ατελείωτος εφιάλτης τελειώνει. Γιατί σύντροφοι ήταν εφιάλτης αυτό που ζούσαμε πριν στα Δυτικά προαστεία,στην Αθήνα,στον Κόσμο ολόκληρο. Μέσα σε μια άσχημη πνιγερή πόλη, να φτύνουμε καθημερινά τη μιζέρια μας να σκοτώνουμε τη φαντασία μας να φοβόμαστε τον διπλανό μας να μένουμε αβοήθητοι στην ανημπόρια μας να βομβαρδιζόμαστε από γιαλαντζί διαφημίσεις να νομίζουμε ότι αξίζουμε γι’αυτά που έχουμε και όχι για αυτά που είμαστε. Αλέξη σε ντρεπόμαστε εκεί που βρίσκεσαι γιατί χρειάστηκε το δικό σου αίμα για να ξυπνήσουμε από τον εφιάλτη μας και να ζήσουμε το όνειρο της ζωής. Όμως αν εμείς σε ντρεπόμαστε,οι άλλοι τώρα σε τρέμουν με ένα τρόμο που παραλύει τα σωθικά τους. Πρώτα-πρώτα οι ασφαλίτες που μεταμφιέζονται σε εξεγερμένους για να απαγάγουν μαθητές στα μπουντρούμια της ασφάλειας. ΚΑΝΕΝΑ ΕΛΕΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ! ΑΠΟ ΜΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΥΡΟΥΝ ΝΑ ΚΡΥΦΤΟΥΝ, Έρχεται η τιμωρία τους και κανένα βαθύ κράτος δεν θα τους σώσει. Είστε εσείς που σπέρνετε τη χειρότερη κινδυνολογία,την ποταπή ηττοπάθεια,τον εξωφρενικό φόβο κι όλα αυτά για να γλιτώσετε το τομάρι σας. Δεν θα το γλιτώσετε! Δεν είστε όμως μόνο εσείς που κάνετε τα παραπάνω. ΌΛΑ τα κοινοβουλευτικά κόμματα ζουν την αγωνία τους και σκίζονται για να εκτονώσουν την εξέγερση. Οι μικροαστοί που δεν μπορούν να διανοηθούν τη ζωή τους χωρίς το μαγαζάκι τους, αφυδατωμένες υπάρξεις που ζουν μόνο για την είσπραξη χρήματος, ζουν και αυτοί τον υπαρξιακό τους φόβο. Δεν χρειάζεται να μας φοβούνται τόσο! Εκτός από αυτούς που ενεργά και ξετσίπωτα βοηθουν τη δολοφονική εξουσία, οι υπόλοιποι θα αφεθούν στην αβάσταχτη μιζέρια τους. Και μπράβο στους μικροαστούς που υπερβήκαν τους εαυτούς τους και συμμετείχαν στα γεγονότα από τη σωστή πλευρά. Όσο κι αν αποσιωπάται δεν είναι λίγοι! Όμως αρκετά γράψαμε για τη μικροαστική τάξη… Η ιστορία γράφεται τώρα από άλλες δυνάμεις και αυτές οι δυνάμεις θα ενισχύσουν συντριπτικά την παρουσία τους τις επόμενες μέρες. Μετά από 6 μέρες κολοσσιαίων συγκρούσεων ΣΗΜΕΡΑ ξεκινά μοιραία ο δεύτερος γύρος με νέες κορυφώσεις,νέα ορόσημα,νέες ανατάσεις. ΣΗΜΕΡΑ είναι το νέο ραντεβού της ιστορίας στις 12 το μεσημέρι στα Προπύλαια. Εκεί θα είναι οι μαθητές που έχουν υποστεί τη χειρότερη αστυνομική βία. εκεί θα είναι οι εξεγερμέοι φοιτητές του 2006-2007. εκεί θα είναι οι άνεργοι που πάλευαν χρόνια με την κατάθλιψη και την ταπείνωση. εκεί θα είναι οι εργάτες που θα λουφάρουν από τη δουλειά τους και που τις τελευταίες μέρες βλέπουν με άλλο τσαμπουκά το αφεντικό τους. εκεί θα είναι οι μετανάστες που για χρόνια ξέρουν ήδη τί σημαίνει χούντα. εκεί θα είμαστε και μεις από τα δυτικά προάστια και που για δεκαετίες σπαρασσόμασταν από τους πιο γελοίους τοπικισμούς. ΕΚΕΙ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ” [12]

[…] (Στμ* στο σημείο αυτό παρακάμψαμε ένα εκτενές κομμάτι της ανάλυσης που επικρίνει ακόλουθο μέρος της άνωθεν προκήρυξης μιας και καθώς αυτή δε διαδραμάτισε κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στα γεγονότα στην Ελλάδα, μια τέτοια εμβάθυνση ήταν κουραστική και κάπως αποπροσανατολιστική)

Σ’ αυτήν την ιστορική εποχή των τόσο ισχυρών διαχωρισμών στο εσωτερικό του προλεταριακού κινήματος, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό των αγώνων στην Ελλάδα, όπως αναφέραμε νωρίτερα, είναι η δύναμη που επιδεικνύει το κίνημα στο να υπερπηδά όλους τους διαχωρισμούς και τις διαιρέσεις που παίζουν κρίσιμο ρόλο για την αστική κυριαρχία. Ενάντια στο καθιερωμένο σνομπάρισμα, ενάντια στο ρατσισμό που είναι έμφυτος στον καπιταλισμό, ενάντια στους νοικοκυραίους-ευηπόληπτους πολίτες, το προλεταριάτο έβαλε πλάτη για την υπεράσπιση των δικών του συμφερόντων, πίσω από τους κρατούμενους, τους μετανάστες, της νεολαίας και όλων των κομματιών του που συνήθως απομονώνονται. Συνήθως αντιμετώπιζαν το καθένα ξεχωριστά τις συνασπισμένες δυνάμεις της αστικής τάξης, τον Δεκέμβρη όμως ενώθηκαν και βγήκαν μαζί στους δρόμους, ανάβοντας μια φωτιά που οι λάμψη της έγινε αντικείμενο θαυμασμού από προλεταρίους σε όλο τον κόσμο.

Μακράν του να κλείσουν τα μάτια μπροστά στο πρόβλημα του ρατσισμού και των άλλων διαχωρισμών που πάντοτε χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση της καπιταλιστική κυριαρχίας και καταπίεσης, [13] το κίνηματο αντιμετώπισε ως έχει, και πολλές συζητήσεις και προκηρύξεις αναφέρονται στο ζήτημα των μεταναστών και των ξένων. Η ταξική συνείδηση επιβεβαιώθηκε ενάντια στις πάντοτε παρούσες διαιρέσεις, και οι πρωταγωνιστές έκαναν ξεκάθαρο ότι μάχονται πλάι-πλάι με τους ντόπιους προλετάριους όπως επίσης με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

…Μέσα στα πλαίσια της γενικότερης κινητοποίησης, με ατμομηχανή τα μαθητικά συλλαλητήρια, υπάρχει και μια μαζική συμμετοχή της δεύτερης γενιάς των μεταναστών και αρκετών προσφύγων. Οι πρόσφυγες κατεβαίνουν μεμονωμένα, χωρίς κάποια ιδιαίτερη οργάνωση, με έναν αυθορμητισμό και με μια ορμή που χαρακτηρίζει τις κινητοποιήσεις τους. Αυτή τη στιγμή, είναι το πιο μαχητικό κομμάτι των ξένων στην Ελλάδα. Έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ λίγα αυτά που έχουν να χάσουν. Τα παιδιά των μεταναστών κινητοποιούνται μαζικά και δυναμικά κυρίως μέσα στα πλαίσια των σχολικών και φοιτητικών δράσεων ή μέσα από τις οργανώσεις της αριστεράς και της άκρας αριστεράς. Είναι και το πιο ενταγμένο κομμάτι των μεταναστών, το πιο θαρραλέο. Δεν είναι σαν τους γονείς τους, που ήρθαν με σκυμμένο το κεφάλι σαν να ζητιανεύανε ένα κομμάτι ψωμί. Είναι μέρος της ελληνικής κοινωνίας, καθώς δεν γνώρισαν άλλη. Δεν ζητιανεύουν κάτι, διεκδικούν δυναμικά να είναι ισότιμοι με τους Έλληνες συμμαθητές τους. Ισότιμοι στα δικαιώματα, στο δρόμο, στα όνειρα. Για μας, τους οργανωμένους, είναι ένας δεύτερος γαλλικός Νοέμβρης του 2005. Δεν είχαμε ποτέ αυταπάτες ότι, όταν η οργή του κόσμου ξεχειλίσει, θα μπορούσαμε να την κατευθύνουμε. Παρά τους αγώνες που έχουμε δώσει όλα αυτά τα χρόνια, ποτέ δεν μπορέσαμε να πετύχουμε τέτοιες μαζικές αντιδράσεις. Τώρα είναι η ώρα να μιλήσουν οι δρόμοι. Η κραυγή που ακούγεται είναι για τα 18 χρόνια βίας, καταπίεσης, εκμετάλλευσης, εξευτελισμού. Αυτές οι μέρες είναι και δικές μας. Αυτές οι μέρες είναι για τους εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες, δολοφονημένους στα σύνορα, στα τμήματα, στους χώρους εργασίας. Είναι για τους δολοφονημένους από μπάτσους ή αγανακτισμένους πολίτες. Είναι για τους δολοφονημένους επειδή πέρασαν τα σύνορα, επειδή δούλευαν σαν σκυλιά, επειδή δεν σκύψανε το κεφάλι, για το τίποτα. Είναι για τον Γκραμόζ Παλούσι, τον Λουάν Μπερντελίμα, τον Εντισόν Γιάχαϊ, τον Τόνι Ονόυχα, τον Αμπντουρακίμ Ιντρίζ, τον Μοντασέρ Μοχάμεντ Ασράφ και τόσους άλλους που δεν ξεχάσαμε. Αυτές οι μέρες είναι για την καθημερινή αστυνομική βία που έχει μείνει αναπάντητη, ατιμώρητη. Είναι για τον εξευτελισμό στα σύνορα, στα κέντρα αλλοδαπών που συνεχίζεται ακόμα. Είναι για τις κατάφωρες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, για τους μετανάστες και πρόσφυγες που είναι άδικα στις φυλακές, για τη δικαιοσύνη που μας στερήθηκε. Ακόμα και τώρα, στις μέρες και νύχτες του ξεσηκωμού, οι μετανάστες πληρώνουν βαρύ τίμημα με επιθέσεις ακροδεξιών και μπάτσων, με απελάσεις και ποινές φυλάκισης που τα δικαστήρια μοιράζουν με χριστιανική αγάπη σε εμάς τους άπιστους. Αυτές οι μέρες είναι για την εκμετάλλευση που συνεχίζεται αμείωτη για 18 χρόνια. Είναι για τους αγώνες που δεν ξεχάστηκαν στους κάμπους στο Βόλο, στα ολυμπιακά έργα, στην Αμαλιάδα. Είναι για τον ιδρώτα και το αίμα των γονιών μας, για τη μαύρη εργασία, τα ατελείωτα ωράρια. Είναι για τα παράβολα, τα πρόστιμα, τα ένσημα που πληρώνουμε και δεν θα μας αναγνωριστούν ποτέ. Είναι για τα χαρτιά που θα κυνηγάμε μια ζωή σαν να είναι λαχείο. Αυτές οι μέρες είναι για το τίμημα που πληρώνουμε απλά για να υπάρχουμε, να αναπνέουμε. Είναι για όσες φορές σφίξαμε τα δόντια, για τις προσβολές που ανεχτήκαμε, τις ήττες που χρεωθήκαμε. Είναι για όσες φορές δεν αντιδράσαμε, ενώ είχαμε όλους τους λόγους του κόσμου. Είναι για όσες φορές αντιδράσαμε και ήμασταν μόνοι, γιατί ο θάνατος και η οργή μας δεν χώραγε σε σχήματα, δεν έφερνε ψήφους, δεν πουλούσε στα δελτία των 8. Αυτές οι μέρες είναι όλων των περιθωριακών, των αποκλεισμένων, των ανθρώπων με τα δύσκολα ονόματα και τις άγνωστες ιστορίες. Είναι για όσους πεθαίνουν καθημερινά στο Αιγαίο και στον Έβρο, για όσους δολοφονούνται στα σύνορα ή στην Πέτρου Ράλλη, είναι των τσιγγάνων στο Ζεφύρι, των ναρκομανών στα Εξάρχεια. Αυτές οι μέρες είναι των παιδιών της Μεσολογγίου, των ανένταχτων, των ανεξέλεγκτων μαθητών. Χάρη στον Αλέξη αυτές οι μέρες είναι όλων μας.“[14]

Μέσα απ’ αυτές τις κουβέντες, δημοσιευμένες στην Ευρώπη, το ιστορικό κέντρο της αποικιοκρατίας και του ρατσισμού, ο αγώνας των προλεταρίων στην Ελλάδα, διακηρύσσει το διεθνισμό του προλεταριάτου ως τάξη. Η αντίθεση μεταξύ του παρόντος και του μελλοντικού κόσμου δε θα μπορούσε να είναι πιο σαφής, μεταξύ του κόσμου του κεφαλαίου και του ρατσισμού, των πολέμων, της σκλαβιάς και των σφαγών και μιας κοινωνίας απηλλαγμένης απ’ την απανθρωπιά, που μπορεί να πετύχει το προλεταριάτο και ο επαναστατικός αγώνας του.

Είναι αλήθεια ότι, όπως συχνά στο παρελθόν, το κίνημα ξεκίνησε από συγκεκριμένα κομμάτια του προλεταριάτου. Όπως μαρτυρούν οι διαδηλωτές, όταν τα πράγματα πήραν μια ριζοσπαστική τροχιά μετά τη δολοφονία, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κυρίως με νεολαίους, σχεδόν παιδιά (αυτό το γεγονός υπήρξε επίσης στη Γαλλία, στις προαστειακές ταραχές και τον αγώνα κατά του CPE). Φυσικά, όπως πάντα, οι πρωταγωνιστές το βλέπουν αυτό σαν πρόβλημα, αλλά η συνέχεια και η γενίκευση (συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής) του αγώνα τελικά το ξεπερνούν. Τέτοια επανοικειοποίηση του εαυτού του ως τάξη από το προλεταριάτο, παρήγαγε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή προκηρύξεων μεταξύ γενεών. Δίνουμε έμφαση εδώ σε μερικά στοιχεία αυτών, ιδιαίτερα σε μια βαθιάς και δημιουργικής κριτικής του κομφορμισμού των ενηλίκων -δηλαδή των γονέων τους- από μερικά “παιδιά”. Ακολουθεί το γράμμα μερικών συμμαθητών του Αλέξη, που κυκλοφόρησαν στην κηδεία του:

ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ!
ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
Δεν είμαστε τρομοκράτες, «κουκουλοφόροι», «γνωστοί-άγνωστοι»,
ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ!
Αυτοί, οι γνωστοί-άγνωστοι….
Κάνουμε όνειρα – μη σκοτώνετε τα όνειρά μας!
Έχουμε ορμή – μη σταματάτε την ορμή μας.
ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ!
Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς.
Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη «βιτρίνα»,
παχύνατε, καραφλιάσατε,

ΞΕΧΑΣΑΤΕ!
Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε,
Περιμέναμε να ενδιαφερθείτε,
να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους.
ΜΑΤΑΙΑ!
Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι,
έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε
τη μέρα που θα πεθάνετε.
Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε, δεν δημιουργείτε!
Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε.
ΥΛΗ ΠΑΝΤΟΥ – ΑΓΑΠΗ ΠΟΥΘΕΝΑ – ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥΘΕΝΑ
Που είναι οι γονείς; Που είναι οι καλλιτέχνες;
Γιατί δε βγαίνουν έξω να μας προστατέψουν;
ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ! ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Υ.Γ.: Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα
ΕΜΕΙΣ κλαίμε κι από μόνοι μας…

Το γράμμα κυκλοφόρησε αρκετά, στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, και προφανώς αρκετοί δεν μπορούσαν να απαξιώσουν τους συγγραφείς του, αλλά υπήρξε επίσης κι ένας αριθμός απαντήσεων που συμφωνούσαν με όλη τους την καρδιά, καλώντας όλους τους προλεταρίους να μπουν στη μάχη, κι αυτό θέλουμε να το κρατήσουμε. [15]

Φυσικά, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, ορισμένα κομμάτια του προλεταριάτου δεν κατάφεραν να δράσουν, κολλημένα μπροστά απ’ τις τηλεοράσεις τους και καταπίνοντας αμάσητα τα ιδεολογικά δηλητήρια που παράγουν “φιλήσυχους πολίτες”. Θα υπάρχουν πάντοτε προλετάριοι που θα προδίδουν την τάξη τους, και θα δρουν ως σιωπηλοί συνένοχοι της ίδιας της καταπίεσής τους, όπως τονίζουν και στο γράμμα τους τα “παιδιά”. Δεν ήταν άλλωστε οι αστοί που βγήκαν να καταστείλουν και να δολοφονήσουν τους αγωνιζόμενους προλεταρίους. Οι αστοί τα είχαν χαμένα απ’ το φόβο τους. Η ταξική κυριαρχία βασίζεται στην ικανότητα της κυρίαρχης τάξης να στρατολογεί μέρος των προλεταρίων προκειμένου να καταπιέζουν τους υπόλοιπους.

Στην Ελλάδα, όπως είδαμε, οι πρωταγωνιστές όχι μόνο κατήγγειλαν διεθνώς τους φιλήσυχους πολίτες, αλλά επίσης τον καθένα που παραμένει “ουδέτερος”, ή που δεν μπορεί να ξεφύγει από τις φιλειρηνικές διαδηλώσεις που οργάνωσε η αριστερά και τα συνδικάτα.

Το εξεγερσιακό πάρτυ το παρακολουθούν χωρίς να συμμετέχουν, αλλά μέχρι στιγμής και χωρίς να καλούν την αστυνομία να το διαλύσει, οι ιδιοκτήτες του εμπορεύματος εργατική-δύναμη που το είχαν επενδύσει στο χρηματιστήριο της κοινωνικής ασφάλειας και της προσδοκίας εξόδου των απογόνων τους από την μισθωτή σχέση. Με την αντικατάσταση της κοινωνικής ασφάλειας από την αστυνομική ασφάλεια και την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της ταξικής κινητικότητας, πολλοί/ες εργαζόμενοι/ες σπρώχνονται σε μια (σημαντική κοινωνικά) ηθική δικαιολόγηση του νεοαλαιίστικου ξεσπάσματος υπό το βάρος του καταρρέοντος σύμπαντος της μικροαστικής ιδεολογίας και της κρατικής ύβρεως, χωρίς ακόμα να στρατεύονται ενεργά στην επίθεση εναντίον αυτού του δολοφονικού κόσμου. Επιμένουν να σέρνουν το κουφάρι τους σε τριμηνιαίες λιτανείες των εργατοπατέρων και να υπερασπίζονται μια θλιβερή συντεχνιακή ηττοπάθεια απέναντι στην ορμητική ταξική επιθετικότητα που ξεπροβάλλει. Αυτοί οι δυο κόσμοι συναντήθηκαν την Δεύτερα 08/12 στον δρόμο και λαμπάδιασε όλη η χώρα. Ο κόσμος της συντεχνιακής ηττοπάθειας κατέβηκε στον δρόμο για να υπερασπιστεί το δημοκρατικό δικαίωμα των διαχωρισμένων ρόλων του πολίτη, του εργάτη, του καταναλωτή να διαμαρτύρονται χωρίς να πυροβολούνται. Δίπλα αλλά τόσο μακριά από την ψευδό-κοινότητα των ατομικοτήτων, ο κόσμος της ταξικής επιθετικότητας κατέβηκε στο πεζοδρόμιο με την μορφή οργανωμένων «συμμοριών» που σπάνε, καίνε, λεηλατούν και ξηλώνουν οδοστρώματα για να πετροβολήσουν τους δολοφόνους. Ό πρώτος κόσμος, (όπως τουλάχιστον εκφράζεται από την πολιτική των εργατοπατέρων) τρόμαξε τόσο από την παρουσία του δεύτερου, που την Τετάρτη 10/12 προσπάθησε να διαδηλώσει χωρίς την ενοχλητική παρουσία των «μιασμάτων». Το δίλημμα πάντως για το πώς κατεβαίνουμε στον δρόμο έχει τεθεί: Ή με την δημοκρατική καβάτζα του πολίτη ή με την συγκρουσιακή αλληλεγγύη της παρέας, του επιθετικού μπλοκ, της πορείας που υπερασπίζεται την ύπαρξη του καθενός με «ντου» και οδοφράγματα.” [16]

Μεγάλο μέρος του κινηματικού λόγου καταγγέλλει, δίκαια και επιθετικά, όλους αυτούς που, παρόλο που σοκαρίστηκαν με τη δολοφονία του Αλέξη και διαδήλωσαν ειρηνικά στους δρόμους, υποκύπτουν ολικά στην κυρίαρχη ιδεολογία και συνεργάζονται με την κυρίαρχη τάξη σε καθημερινή βάση.

Τα κομμάτια του προλεταριάτου με τις πιο σίγουρες δουλειές, και τα οποία συχνά απολαμβάνουν μια υψηλή συνδικαλιστική προστασία, είναι συχνά τα πιο συντηρητικά. Σε μεγάλο μέρος, αποτελούν, με τις ιδέες και τις αυταπάτες τους, ένα εμπόδιο για την προλεταριακή αλληλεγγύη και μαχητικότητα. Πέρα απ’ αυτούς που στην πραγματικότητα απολαμβάνουν μια “προνομιούχο” θέση μέσα στον παραγωγικό ιστό, ο μέσος φιλήσυχος πολίτης είναι θέση-κλειδί της αντεπανάστασης. Τα αριστερά αστικά κόμματα παίζουν καίριο ρόλο στην κατασκευή της ιδεολογίας του. Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, αυτά τα κόμματα είναι βαθιά ριζωμένα στους παραπάνω τομείς και συχνά παίρνουν διακριτή θέση ενάντια στον κομμουνιστικό αγώνα. Η κατάληψη του κτιρίου της ΓΣΕΕ από την Γενική Συνέλευση Εξεγερμένων Εργατών αποτέλεσε μια εξαιρετική πράξη αποκήρυξης της χειραγώγησης αυτού του αριστερού αντεπαναστατικού ρόλου των συνδικάτων. Πέρα από την απλή κατάληψη του κτιρίου, είχε υψηλή συμβολική αξία για τον αγώνα ενάντια στο συνδικαλιστικό γραφειοκρατικό σύμπλεγμα, όπως τονίζεται στην παρακάτω προκήρυξη:

Να στηλιτεύσουμε και να αποκαλύψουμε το ρόλο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στην υπονόμευση της εξέγερσης και όχι μόνο. Η γσεε και όλος ο συνδικαλιστικός μηχανισμός, που τη στηρίζει, δεκαετίες τώρα, υπονομεύουν αγώνες, παζαρεύουν την εργατική μας δύναμη για ψίχουλα, διαιωνίζοντας το καθεστώς της εκμετάλλευσης και της μισθωτής σκλαβιάς. Ενδεικτική είναι η στάση τους την προηγούμενη Τετάρτη που ακυρώνοντας την προγραμματισμένη απεργιακή πορεία περιορίστηκε στην οργάνωση μιας σύντομης συγκέντρωσης στο Σύνταγμα φροντίζοντας παράλληλα να διώξει τον κόσμο άρον-άρον από την πλατεία μην τυχόν μολυνθούν οι συγκεντρωμένοι από τον ιό της εξέγερσης.” [17]

Ωστόσο, στη διάρκεια αυτής της θαρραλέας άμεσης δράσης, δυο κλασσικές τάσεις ήρθαν αντιμέτωπες όπως παντού και πάντοτε: απ’ την μια υπήρχε η αριστερή της σοσιαλδημοκρατίας που απλώς κριτικάρει την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, κι απ’ την άλλη αυτοί που επιμένουν να φτάσουν στη ρίζα του προβλήματος, ενώ ασκούν κριτική σε ολόκληρη τη λειτουργία των συνδικάτων, ως οργανικά στοιχεία της καπιταλιστικής κυριαρχίας:

Από το ξεκίνημα ήδη ήταν φανερό ότι υπήρχαν δυο τάσεις στο εσωτερικό της κατάληψης -άσχετα του πόσο καθαρά αρθρώνονταν: μια εργατίστικη, που ήθελε να χρησιμοποιήσει την κατάληψη ως ένα σύμβολο για να ασκήσει κριτική στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και να προάγει την ιδέα ενός ανεξάρτητου από πολιτικές επιρροές συνδικαλισμού βάσης, και μιας προλεταριακής, που ήθελε να επιτεθεί σε έναν ακόμη θεσμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, κριτικάροντας τον συνδικαλισμό και χρησιμοποιώντας το μέρος για τη δημιουργία μιας ακόμη κοινότητας αγώνα στα πλαίσια της γενικής αναταραχής” [18]

Προφανώς, οι συνδικαλιστές και τα SS τους δεν μπορούσαν να επιτρέψουν μια τέτοια προσβολή από το επαναστατημένο προλεταριάτο. Την ίδια μέρα, προσπάθησαν να ανακαταλάβουν τον χώρο με τη βία. Προκειμένου να το πετύχουν επιστράτευσαν πάνω από 50 τραμπούκους που προσπάθησαν να πετάξουν έξω τους καταληψίες, όμως οι τελευταίοι αντιστάθηκαν και χάρη στους καταληψίες της ΑΣΟΕΕ (το πανεπιστήμιο οικονομικών της Αθήνας), κατάφεραν να ακυρώσουν την έξωση. Ούτως ώστε να υπερασπιστούν την κατάληψη, μετά από καλέσματα μαζεύτηκαν μέσα σε λίγες ώρες πάνω από 800 άτομα.

Παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες πρέπει να ομολογήσουμε ότι οι δυνάμεις του εχθρού ήταν πετυχημένες, κι αυτό καθώς από τα μεγάλα πλήθη προλεταρίων που μάχονταν στους δρόμους εκείνες τις μέρες, ήταν λίγοι αυτοί που είχαν καθαρά ξεκόψει από τη συνδικαλιστική χειραγώγηση. Οι πολλοί εργάτες της βαριάς βιομηχανίας ήταν μάλλον θεατές παρά πρωταγωνιστές, αποτυγχάνοντας να πάρουν στα χέρια τους τον αγώνα των συντρόφων τους που βρίσκονταν στην πρωτοπορεία και τους καλούσαν να ενωθούν μαζί τους. το γεγονός αυτό αναδεικνύει έναν σημαντικό περιορισμό του αγώνα. Ωστόσο, όσο η κρίση βαθαίνει, ακόμα και η εργασιακή σταθερότητα, που είναι τόσο κεντρικής σημασίας στη διασφάλιση του κομφορμισμού, αρχίζει να τρίζει. Τότε, οι προλετάριοι των μεγάλων εταιριών καταλήγουν να διαρρηγνύουν τα δεσμά της συνδικαλιστικής χειραγώγησης (κι εξίσου της σοσιαλδημοκρατίας εν γένει) και μπορούν να παίξουν έναν βασικό ρόλο στον αγώνα. Παρεπιμπτόντως, μας φαίνεται σκόπιμο να κάνουμε μια σύγκριση με την προλεταριακή εξέγερση στην Αργεντινή το 2001/2, όταν η κρίση έφτασε σε τέτοια επίπεδα που ακόμα κι αυτά τα κομμάτια βγήκαν στους δρόμους, κάτι που γενικά δεν έγινε στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, ο καπιταλισμός δεν έχει εξαπολύσει ακόμα στην Ευρώπη μια τέτοια καταμέτωπη επίθεση σ’ αυτούς τους τομείς, οι οποίοι για την ώρα καθιστούν τα Κράτη (και ειδικά τα συνδικάτα τους) ικανά να συνεχίσουν να κρατούν διαιρεμένο το προλεταριάτο. Παρά τα όσα είναι γνωστά σήμερα ως “κρίση”, η καπιταλιστική καταστροφή στην Ευρώπη, χτύπησε πρωταρχικά τα πιο αδύναμα στρώματα του προλεταριάτου (τους νέους, μετανάστες, μετανάστες χωρίς χαρτιά, και περιθωριοποιημένους-επισφαλείς ανθρώπους). Κατά συνέπεια, αυτοί αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος όλων των κύριων αγώνων σ’ αυτήν την ήπειρο. Αυτό ενδεχομένως είναι ένας λόγος για την διαφορά στα χαρακτηριστικά του αγώνα στην Αργεντινή. Στην Ελλάδα, κρίνοντας από το ξέσπασμα και το εξεγερσιακό μοτίβο, το κίνημα φαίνεται να βγάζει όλες του τις δυνάμεις στην πρώτη γραμμή. Στην Αργεντινή, το κίνημα κράτησε πολύ περισσότερο, αλλά παρέμεινε και πολύ ισχυρότερη η μόλυνσή του απ’ όλες τις πολιτικές αυταπάτες (κοινοβουλευτισμός, κλασσικός ρεφορμισμός, αργεντινές σημαίες κλπ) και πάνω απ’ όλα απ’ τις διαχειριστικές τακτικές (αυτοδιαχείριση, παραγωγικές κοπερατίβες απ’ τους ανέργους κλπ). Αυτές οι αδυναμίες ήταν ο κύριος εσωτερικός παράγοντας ρευστοποίησης του κινήματος. Στην Ελλάδα, η ιδεολογία που πλασάρει ο Negri (ή ο Holloway) ή ακόμα ο πιο μοδάτος Comandante Marcos, που θέλουν να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να θέτουμε ζήτημα εξουσίας, ελάχιστα επιρρεάζουν το κίνημα. Εδώ, το κίνημα απέστειλε ανοιχτή πρόκληση στην άρχουσα τάξη (στο στυλ της Αργεντινής “Que se vayan todos!=Να φύγουν όλοι!). Κατέφασκε θαρραλέα στους εξεγερσιακούς του στόχους και έχασε το παιχνίδι τελικά μόνο από την απομόνωσή του, με άλλα λόγια, από το γεγονός ότι χωρίς το προλεταριάτο άλλων χωρών να μπει στον αγώνα (τουλάχιστον των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών), δε θα μπορούσε τίποτα να πάει πολύ παραπέρα.

Κι εδώ επίσης τα πρωτοπόρα τμήματά του επέδειξαν ιδιαίτερη διαύγεια: “Ξέρουμε πως ήρθε η ώρα να σκεφτούμε στρατηγικά. Στην εποχή της αυτοκρατορίας  ξέρουμε πως η συνθήκη για μια νικηφόρα εξέγερση είναι το γεγονός ότι εξαπλώνεται, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια είδαμε και μάθαμε: Οι σύνοδοι κορυφής, τα φοιτητικά και οι εξεγερση στα γκέτο της Γαλλίας, το Νο-Tav κίνημα στην Ιταλία, η κομμούνα της Οαχάκα, η επιθετική υπεράσπιση της κατάληψης Ungdomshuset στην Κοπενγχάγη, οι συγκρούσεις ενάντια στο εθνικό συνέδριο των δημοκρατικών στις Η.Π.Α. και η λίστα συνεχίζεται. Γεννημένοι μέσα στην καταστροφή, είμαστε τα παιδιά κάθε κρίσης: πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής, οικολογικής. Ξέρουμε πως αυτός ο κόσμος είναι ένα αδιέξοδο. Θα πρέπει να είσαι τρελλός για να κρατιέσαι από τα ερείπιά του. Θα πρέπει να είσαι σοφός αν αυτοοργανώνεσαι.”

Τα καλέσματα απ’ την Ελλάδα εξαπλώθηκαν εγείροντας αλληλεγγύη με την προλεταριακή εξέγερση στην Ελλάδα, στα πέρατα του κόσμου: “Τα γεγονότα που ξέσπασαν αμέσως μετά τη δολοφονία, ξεσήκωσαν ένα κύμα διεθνούς κινητοποίησης στη μνήμη του Αλέξανδρου και σε αλληλεγγύη με τους εξεγερμένους που μάχονται στους δρόμους εμπνέοντας την αντεπίθεση στον ολοκληρωτισμό της δημοκρατίας. Συγκεντρώσεις, πορείες, συμβολικές επιθέσεις σε ελληνικά προξενεία έχουν πραγματοποιηθεί σε πόλεις της Κύπρου, της Γερμανίας, της Ισπανίας, της Δανίας, της Ολλανδίας, της Μ. Βρετανίας, στην Ιρλανδία, την Ελβετία, την Κροατία, την Αυστραλία, την Σλοβακία, τη Ρωσία, τη Βουλγαρία, το Βέλγιο, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Πολωνία, τις ΗΠΑ, την Τουρκία, την Αργεντινή, τη Χιλή και αλλού.” [20]

Σημειώθηκαν πολύ περισσότερες δηλώσεις και δράσεις αλληλεγγύης απ’ ότι για άλλες περιπτώσεις εξέγερσης τα τελευταία χρόνια. Ελπίζουμε αυτό να είναι ένα σημάδι του ότι όσο υπνωτισμένο και να είναι το προλεταριάτο, η σύγχρονη καταστροφική κατάσταση της αστικής κοινωνίας και η επίθεση των προλεταρίων στην Ελλάδα υπήρξαν ένα ζωτικό ταρακούνημα που ξεκινά να το ξυπνά (όπως πολύ καλά καταλαβαίνει η μπουρζουαζία). Έχουμε φτάσει προς το τέλος της ταξικής ασυνειδησίας, σε ένα σημείο που κανείς δε θα μπορεί να μένει πια αδιάφορος απέναντι στην καθημερινή καταστροφή και σ’ αυτόν τον πολύτιμο αγώνα ενάντια στο σύστημα;

Φυσικά, αυτές οι διεθνείς άμεσες δράσεις πρέπει να εκληφθούν ως πρότυπα και να αντιπαρατεθούν στις αστικές αριστερές καρικατούρες αλληλεγγύης (που στην πραγματικότητα προσπαθούν να μιμηθούν και να αποτρέψουν την αυθεντική αλληλεγγύη) που ενθαρρύουν φιλειρηνικές διαδηλώσεις, συλλογές υπογραφών, ακίνδυνα χάπενινγκς, ή ανθρωπιστικού/φιλανθρωπικού ύφους εκστρατείες.

Είναι αναγκαιότητα να υπενθυμίσουμε ότι μια πραγματική, ισχυρή και οργανωμένη ταξική αλληλεγγύη ακόμα δεν υπάρχει, κι ότι μπορούμε να κάνουμε εμείς, οι προλετάριοι απ’ τα διάφορα μέρη του κόσμου για να υποστηρίξουμε ένα τόσο εξαιρετικό κίνημα όπως αυτό, είναι ακόμα εντελώς ανεπαρκές.

Μια απ’ τις μεγαλύτερες δυσκολίες για το προλεταριάτο παντού στον κόσμο είναι το “Τί να κάνουμε;” για να βγάλουμε τους αιχμαλωτισμένους συντρόφους μας απ’ τα χέρια της καταστολής μετά από κάθε μικρή αντιπαράθεση ή μεγάλη μάχη. Στον παρόντα διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, είναι προφανές ότι το προλεταριάτο είναι στ’ αλήθεια ανίκανο να αναλάβει αυτήν την αναγκαιότητα σε ταξική βάση. Η αδυναμία του να επιβάλλει την απελευθέρωση των φυλακισμένων συντρόφων μέσα από άμεσες δράσεις και ανοιχτή αντιπαράθεση είναι ένα στοιχείο διαρκούς εκβιασμού, το οποίο η δημοκρατία και τα όργανά της πάντα ρίχνουν στο παιχνίδι ώστε να μας γονατίσουν, να μας καταστήσουν απομονωμένα άτομα απέναντι στο κράτος, εξατομικευμένους πολίτες ενάντια σ’ ένα ολόκληρο νομικό σύστημα, στο οποίο δεν υπάρχει καμιά άλλη “υπεράσπιση” από την ατομική εναπόθεση στους νόμους, και η “αλληλεγγύη” περιορίζεται στην αποστολή υλικής βοήθειας για να αντέξει κανείς στη φυλακή, στη δίκη και να πληρώσει τον δικηγόρο… Αυτή η πονηρή συζήτηση στο πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μια τέτοια επιτακτική κατάσταση δεν πρέπει να μας θαμπώνει απ’ το γεγονός ότι η μπουρζουαζία εξασκεί τη δικτατορία της όχι μόνο όταν φυλακίζει συντρόφους αλλά επίσης όταν επιβάλει με τη βία της τους νόμους και μας καθηλώνει σε μια αμυντική νομικίστικη στάση. Τα δικαιώματα του πολίτη, που τόσο πολύ διαφημίζονται απ’ τους εχθρούς μας, πάντοτε περιλαμβάνουν αυτό το στοιχείο κρατικού τρόμου που χρησιμοποιείται προκειμένου να αντιπαρατίθεται με βία στην οργάνωση του προλεταριάτου.

Όμως, όπως ήδη αναπτύξαμε, όσο σημαντική και εμψυχωτική κι αν είναι η άμεση δράση του διεθνούς προλεταριάτου σε αλληλεγγύη με τον αγώνα του προλεταριάτου σε μια περιοχή, η αυθεντική αλληλεγγύη είναι η ένταση του αγώνα ενάντια στην αστική τάξη οπουδήποτε βρισκόμαστε. Η ύστατη έκφραση αλληλεγγύης θα είναι όταν το προλεταριάτο απ’ όλα τα μέρη της γης, θα βγει ταυτόχρονα στους δρόμους και θα αντιμετωπίσει τον έναν και κοινό εχθρό. Μόνο τότε η κοινωνική επανάσταση θα είναι εφικτή, όπως εκφράζεται από πολλές διεθνιστικές ομάδες.

“Σύντροφοι, ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα των αδερφών μας στην Ελλάδα που φτύνουν κάθε δημοκρατική απόπειρα αφομοίωσης. Ας πάψουμε να πιστεύουμε στα ψέμματα με τα οποία μας ξεγελάνε. Όλοι οι πολιτικοί, της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης, αριστεροί ή δεξιοί, οι δυνάμεις καταστολής, οι δημοσιογράφει και όσοι μιλάνε εκ μέρους του κεφαλαίου… Όλοι τους είναι τα πρόσωπα του καπιταλιστικού κτήνους: εργαλεία, ανταλλακτικά, ψευτο-αντιπολιτεύσεις με σκοπό να μας τσακίσουν. Είναι ολόκληρος ο κόσμος που θέλουμε ν’ αλλαξουμε συθέμελα, και γι αυτό δεν μπορούμε να βασιστούμε παρά μόνο στους εαυτούς μας, καθώς οργανωνόμαστε έξω κι ενάντια στα όργανα του κράτους (κόμματα, συνδικάτα, ΜΚΟ κλπ), σπάζοντας τις διαιρέσεις που θέλουν να μας επιβάλλουν (νέα γενιά vs μεγάλων, εργάτες vs φοιτητών, μετανάστες vs ντόπιων κλπ)” [21]

Από το Ροζάριο της Αργεντινής επιβεβαιώνεται η ίδια θέση, που συνίσταται στο να βάζουμε μπροστά την πραγματική αλληλεγγύη στον αγώνα παντού ενάντια στον καπιταλισμό, στο να αντιμετωπίζουμε την “δική μας” αστική τάξη:

Γιατί να αντιδράσουμε ενόψει αυτών των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα τόσα χιλιόμετρα μακριά απ’ το μέρος που ζούμε; Επειδή, εκμεταλλευόμενοι και καταπιεσμένοι, δεν έχουμε πατρίδα: ο πατριωτισμός εξυπηρετεί την άρχουσα τάξη προκειμένου να κρύψει τον κοινωνικό ανταγωνισμό στον οποίον ζούμε, είναι το άλλοθι για να διαχωρίζονται οι κυριαρχούμενοι, ώστε να μην έχουν ταξική συνείδηση. Επειδή ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε αυτοί που θα διαταράσσουν αυτήν την αβίωτη ζωή, υποστηρίζουμε τους ανθρώπους που εξαπλώνουν την εξέγερση στην Ελλάδα ενώ καταφάσκουν στη ζωή, καταστρέφουν ό,τι τους καταστρέφει (κι ό,τι μας καταστρέφει κι εμάς τους ίδιους), επανακτώντας το ψωμί που παράγουν τ’ αδέρφια μας, καταλαμβάνοντας πανεπιστήμια για να βρεθούν μαζί, αντιμετωπίζοντας την αστυνομία, διεκδικώντας τους δρόμους, δρώντας έξω κι ενάντια σε κόμματα και συνδικάτα, δείχνοντάς μας ότι η πραγματική οργάνωση είναι αυτή που προκύπτει αυθόρμητα από τα κάτω: “Εργάτες, άνεργοι, φοιτητές, κουκουλοφόροι” είναι κατηγορίες που χρησιμοποιούν τα αστικά μίντια για να απομονώσουν και να διαχωρίσουν. Εμείς λέμε: “είμαστε όλοι προλετάριοι! ας πολεμήσουμε λοιπόν κι ας οργανωθούμε ενάντια στη “δική μας” μπουρζουαζία, στη “δική μας” χώρα…” [22]

Κι ακόμα, απ’ τη Τσεχία (τον μικρό βούρκο ταξικής ειρήνης όπως σύντροφοι περιγράφουν τη “δική τους” χώρα), καλούν για αλληλεγγύη και προλεταριακή δράση: “Η οικονομία βρίσκετε σε κρίση; Ας την αποτελειώσουμε! Κάτω η κοινωνική ειρήνη! Μία Ελλάδα δεν είναι αρκετή! Αργά ή γρήγορα το κεφάλαιο θα μας αφήσει χωρίς αποθέματα. Θα υποφέρουμε και ίσως πεθάνουμε, εάν συνεχίζουμε να αποδεχόμαστε δουλικά τη μισθωτή εργασία και το χρήμα ως απαραίτητα για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Αλλά σίγουρα θα υπάρξουν προλετάριοι, που θα αρνηθούν τη λογική της ανταλλακτικής αξίας και θα εισβάλλουν στα σούπερ μάρκετ και θα απαλλοτριώσουν αυτά που χρειάζονται. Το ταξικό κίνημα στην Ελλάδα θα ξεσπάσει ξανά με ακόμα μεγαλύτερη ανατρεπτική δύναμη και αυτή τη φορά δε θα είναι μόνο του. Και δε θα είναι μόνο οι προλετάριοι στην Κίνα, το Μπαγκλαντές, την Αίγυπτο ή τη Βολιβία που θα ξεσηκωθούν. Ακόμα και εδώ, βιτρίνες καταστημάτων θα γίνουν θρύψαλα. Θα λεηλατήσουμε καταστήματα και πολυτελείς αστικές επαύλεις. Μαζικές απεργίες εκτός κι ενάντια στα συνδικάτα, θα ανατρέψουν ολόκληρη την καπιταλιστική οικονομία. Το κράτος με την αστυνομία και το στρατό του, όπως πάντοτε, θα υπερασπιστεί την αστική τάξη και περιουσία και θα ασκήσει τον τρόμο ενάντια στους προλετάριους, που ποτέ δε θα επιλύσουν τίποτα, εάν δεν κάνουν τη δική τους επανάσταση. Στο μεταξύ, όλη η υποστήριξή μας, η συμπάθεια, οι σκέψεις μας ανήκουν στους προλετάριους στην Ελλάδα, που αγωνίζονται ή είναι φυλακισμένοι. Επιθυμούμε να τους βοηθήσουμε εξαπλώνοντας τον αγώνα στη Δημοκρατία της Τσεχίας και σε ολόκληρο τον κόσμο. Θέλουμε να μοιραστούμε και να επεκτείνουμε τις εμπειρίες τους ώστε να επανατοποθετήσουμε έναν παγκόσμιο επαναστατικό ξεσηκωμό στον ρου της Ιστορίας…” [23]

Η αδυναμία της ταξικής συνείδησης στο προλεταριάτο στην Ευρώπη και παγκόσμια διαρκώς ρίχνει το βάρος της στους ώμους μας, εμποδίζοντας ένα ταυτόχρονο ξέσπασμα προλεταριακής βίας που είναι τόσο κρίσιμης σημασίας στον μετασχηματισμό μιας εξεγερτικής ταραχής σε μια διεθνή κοινωνική επανάσταση. Προφανώς, χωρίς αυτην τη γενίκευση, όπως οι σύντροφοί μας από την ΑΣΟΕΕ έγραφαν (βλ. την προαναφερθείσα προκήρυξή τους), υπάρχει ένα σημείο, μέτα το οποίο, εξ αιτίας του συσχετισμού δυνάμεων, η ορμή θα χαθεί. Είναι μια θλιβερή σκέψη, ωστόσο πραγματιστική, ότι αργά ή γρήγορα και παρά τις προσπάθειές μας να διατηρήσουμε και να εξαπλώσουμε το κίνημα, τα πράγματα θα επιστρέψουν στην κανονικότητα. Είναι μεγάλης σημασίας, καθώς ένας απ’ τους παράγοντες που βάζουν τρικλοποδιά στο κίνημα είναι η ιδέα ότι “η εξέγερση πρέπει πάσει θυσία να κρατηθεί όσο γίνεται περισσότερο”. Πράγματι, διαβάσαμε προκηρύξεις στο διαδίκτυο που εμφορούνταν απ’ αυτό το σκεπτικό.

Ο διεθνισμός του προλεταριάτου ακόμα είναι περιορισμένος σε τέτοιες μικρές ενέργειες, ζωτικές και υποδειγματικές, όπως διεξάγονται από μια μικρή μειοψηφία ομάδων που σε διάφορες χώρες βγαίνουν στο δρόμο στέλνοντας την υποστήριξή τους στην εξέγερση στην Ελλάδα, επιτιθέμενες σε συμβολικούς στόχους, που αντιπροσωπεύουν το Κράτος, μοιράζοντας φυλλάδια, προκηρύξεις και καλέσματα στήριξης του αγώνα στους υπνωτισμένους προλετάριους που σε άλλες χώρες “παρακολοθούν” το τί (ισχυρίζονται οι εχθροί μας ότι) συμβαίνει στην Ελλάδα” μέσω των διαστρεβλωμένων κι ευνουχισμένων εικόνων της TV. Κατά τρόπο τραγικό, υπνωτικά κι άλλα ιδεολογικά χάπια είναι ακόμα αποτελεσματικά και εμποδίζουν την εξάπλωση της πυρκαγιάς. Πράγματι, αυτή τη φορά, πολύ περισσότερα συνέβησαν απ’ ότι σε κάθε άλλη προλεταριακή εξέγερση όπως αυτές που συνέβησαν στο Ιράκ, την Αλγερία και την Αργεντινή. Υπήρχε επίσης μια αίσθηση αναγνώρισης σε διεθνές επίπεδο που δημιούργησε μια ατμόσφαιρα αντίθετη με αυτές μιας συνήθως θαμμένης παγκόσμιας ταξικής σύγκρουσης. Στις συζητήσεις των αγωνιστών, στις συνελεύσεις, στις προκηρύξεις, στα μπαρ, στο διαδίκτυο… μπορούμε να δούμε ότι ένας μεγάλος αριθμός προλεταρίων, που μόλις μερικά χρόνια νωρίτερα ναρκώνονταν με ανόητες ιδεολογίες και πασιφισμούς, ταυτίστηκε κάπως με αυτήν την σπουδαία βίαιη έκφραση της τάξης μας. Ακόμη όμως κι αν ένιωθε κανείς μια εμβρυακής μορφής επανεμφάνιση αυτής της αίσθησης του ανήκειν στην ίδια τάξη που αντιτίθεται στον κόσμο του κεφαλαίου, δεν μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε μια διεθνής επέκταση της προλεταριακής εξέγερσης.

Αυτή η αδυναμία επέκταση δεν οφείλεται σε έλλειψη διεθνισμού μεταξύ του προλεταριάτου στην Ελλάδα. Αντιθέτως, είναι τα χαμηλά διεθνιστικά αντανακλαστικά του προλεταριάτου άλλων χωρών που θέτουν τα αντικειμενικά όρια της Ελληνικής εξέγερσης. Στην ελλάδα το προλεταριάτο έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να σπάσει την απομόνωσή του, και οι δράσεις του ήταν διεθνιστικές στον πυρήνα τους. Έφεραν φως σε όλους τους προλετάριους αδερφούς κι αδερφές μας που στις δράσεις τους μπορούσαν να αναγνωρίζουν τις δικές τους δυνατότητες, το μεγαλείο της επανάστασης που εξήγγελαν. Επίσης, όχι μόνο με δράσεις και με κείμενα, το προλεταριάτο στην Ελλάδα, κάλεσε τα αδέρφια του να ενωθούν στην μάχη, αλλά εν τω μέσω του αγώνα του εξέφρασε καθαρά, μέσα από συγκεκριμένες πράξεις, τη διεθνιστική αλληλεγγύη του με το προλεταριάτο άλλων χωρών, καθώς και με τους ξένους προλετάριους που αγωνίζονταν στην Ελλάδα. Πραγματικά, υπήρξαν φυλλάδια και δράσεις στην Ελλάδα ενάντια στην τρομοκρατική καταστολή, που διεξάγουν στις μέρες μας το Κράτος του Ισραήλ και οι ΗΠΑ, εις βάρος του προλεταριάτου της Λωρίδας της Γάζας. Αυτό δείχνει ότι ενάντια στην διεθνή κρατική τρομοκρατία δεν υπάρχει άλλη αλληλεγγύη παρά μέσα από τη χρήση βίας και άμεσης δράσης.

Σχετικά μ’ αυτό, θέλουμε να τονίσουμε κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Στη διάρκεια της εξέγερσης στην Ελλάδα, προλετάριοι έμαθαν ότι οι ΗΠΑ εφοδιάζουν τους εγκληματίες του Εβραϊκού Κράτους με στρατιωτικό εξοπλισμό μέσω του λιμανιού του Αστακού, και πάλεψαν για να εμποδίσουν την διακίνηση. Ακολουθεί η αναφορά από το περιοδικό “Voices of Resistance from Occupied London”:

Αναφορές από καθεστωτικά μίντια αποκαλύπτουν ότι το αμερικανικό ναυτικό θα επιχειρήσει να στείλει 325 60μετρα κοντέινερ πυρομαχικών (πάνω από 3.000 τόνοι) από τον ιδιωτικό ελληνικό λιμένα του Αστακού στο Ισραήλ, σε μια επείγουσα διακίνηση όπλων για να βοηθήσει τα κατοχικά στρατεύματα στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Παλαιστηνιακού λαού στη Γάζα. Πληροφορίες σχετικά με την άφιξη του φορτίου είναι ασαφείς: πιθανές ημερομηνίες θεωρούνται οι 15, 25 και 31 Γενάρη (…) ομάδες και άτομα (…) οργανώνουν μια πανεθνική κινητοποίηση/αποκλεισμό του λιμανιού του Αστακού: η “αντιεξουσιαστική κίνηση”, η “αντιπολεμική διεθνής” και η τοπική συνέλευση ατόμων και ομάδων Αστακού έχουν ήδη βγάλει σχετικά καλέσματα για συγκέντρωση στο λιμάνι του Αστακού την Πέμπτη 15/1“. [25]

Μερικές ημέρες αργότερα, το κράτος των ΗΠΑ ενημέρωσε τους ισραηλινούς συμμάχους τους ότι η αποστολή ακυρώθηκε, για άγνωστο λόγο. Αλλά με τους αγωνιζόμενους προλεταρίους στην Ελλάδα, την Παλαιστίνη και τον κόσμο, γνωρίζουμε ότι οι εχθροί μας θα προτιμούσαν την ακύρωση της αποστολής (και μάλλον την οργάνωσή της με άλλο τρόπο) παρά να το συνεχίσει έχοντας αντιμέτωπη τη διεθνή προλεταριακή αλληλεγγύη, γιατί έτσι θα προκαλούσε μια ξεκάθαρη βία τάξης-εναντίον-τάξης σε διεθνή κλίμακα. Είναι αυτό που φοβούνται παραπάνω απ’ το κάθε τί: το γεγονός ότι η ένταση του επαναστατικού αγώνα του προλεταριάτου είναι το μόνο που μπορεί να σταματήσει τους πολέμους, την καταπίεση και τις κρατικές σφαγές, σπεύδοντας να γελοιοποιήσουν κάθε πασιφιστική διαμαρτυρία.

Υπάρχει όμως ένα τελευταίο ερώτημα: Τί απέμεινε από την εξέγερση στην Ελλάδα; Ας αναφερθούμε ξανά στη διαύγεια των πρωταγωνιστών της τάξης μας: “Τα πάντα ξεκινούν και ωριμάζουν στη βία – αλλά τίποτα δε σταματά εκεί. Η καταστροφική βία που εξαπολύθηκε στα γεγονότα του Δεκέμβρη και προκάλεσε το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής κανονικότητας στο κέντρο της μητρόπολης, ήταν μια συνθήκη αναγκαία αλλά όχι επαρκής για τη μετουσίωση της εξέγερσης σε μια απόπειρα κοινωνικής χειραφέτησης. Η αποσταθεροποίηση της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι ανέφικτη χωρίς την παράλυση της οικονομίας – δηλαδή χωρίς τη διατάραξη της λειτουργίας των κέντρων παραγωγής και διανομής, μέσω του σαμποτάζ, των καταλήψεων, των απεργιών. Η έλλειψη θετικής, δημιουργικής πρότασης για μια διαφορετική μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων υπήρξε – μέχρι στιγμής – κάτι παραπάνω από εμφανής. Παρόλα αυτά, η εξέγερση του Δεκέμβρη πρέπει να γίνει κατανοητή στο ιστορικό πλαίσιο μιας ευρύτερης διαδικασίας αναζωπύρωσης της ταξικής πάλης που εξελίσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο.”

Τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο (Φλεβάρης 2009), ο αγώνας του προλεταριάτου στην Ελλάδα συνεχίζεται, αν και με πολύ πιο περιορισμένο τρόπο. Μετά από ένα κύμα μπλόκων σε δρόμους κι εθνικές οδούς του αγροτικού κυρίος προλεταριάτου, μια σειρά από καταλήψεις και συνελεύσεις συνεχίζονται, δομές και ομαδοποιήσεις που εμπλουτίστηκαν στα γεγονότα και παίρνουν μαθήματα απ’ αυτά, δίνοντας οδηγίες για την επόμενη έκρηξη, που είναι εξ’ ίσου σίγουρη όσο και η αναπόφευκτη καταστροφή του κεφαλαίου. Τίποτα δε θα ναι πια το ίδιο, ούτε στην Ελλάδα ούτε αλλού. Οι σύντροφοι που βρέθηκαν στους δρόμους της Ελλάδας έχουν ένα μάθημα να πάρουν και να περάσουν σε όλους τους μαχητές που κινητοποιούνται στην Ευρώπη και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ας είναι αυτή μας η συμβολή προς μια τέτοια κατεύθυνση!

Το προλεταριάτο στην Ελλάδα έδειξε στο παγκόσμιο προλεταριάτο τον ουσιαστικό δρόμο που πρέπει να πάρει

life

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς

1. Αυτό το κείμενο γράφτηκε αρχικά στα ισπανικά τον Φλεβάρη του 2009 και δημοσιεύτηκε στην επιθεώρησή μας “Comunismo” No 59 τον Μάη 2009, καθώς και στα γαλλικά στο “Communisme” Νο 61 (Ιούνης 2009) υπό τον τίτλο: Τί συμβαίνει στην Ελλάδα;

2. Από το κείμενο “Ελλάδα: κάλεσμα για μια νέα διεθνή” που διανεμήθηκε στην Ελλάδα στη διάρκεια του κινήματος του Δεκέμβρη

3. Απόσπασμα από το φυλλάδιο “Τίποτε δεν τέλειωσε – είμαστε μόνο στην αρχή”  που βρέθηκε δημοσιευμένο στο Indymedia UK και έδειχνε έναν μεγάλο βαθμό αυθορμητισμού και αθωότητας όσον αφορά τους στόχους του κινήματος που σχολιάζουμε στη συνέχεια.

4. “Καταστρέφουμε το παρόν γιατί ερχόμαστε απ’ το μέλλον“: Προκήρυξη από “Προλετάριους απ’ την κατειλημένη ΑΣΟΕΕ“, ήδη δημοσιευμένη στο προηγούμενο τεύχος της αγγλικής επιθεώρησής μας “Communism” No 14 (1/09)

5. Όπως παραπάνω

6. Όπ. π.

7. Απόσπασμα από το “Ελλάδα: Κάλεσμα για μια Νέα Διεθνή” που αναφέραμε παραπάνω.

8. Από το “Καταστρέφουμε το Παρόν γιατί ερχόμαστε από το Μέλλον” που αναφέραμε ήδη.

9. “Εμείς, οι κρατούμενοι στα κολαστήρια που κατ’ ευφημισμό καλούνται φυλακές του ελληνικού κράτους, κουρασμένοι από τις ψεύτικες υποσχέσεις όλων των Υπουργών Δικαιοσύνης, τα τελευταία 10 χρόνια για καλυτέρευση των συνθηκών κράτησης και βελτίωση των ΠΚ και ΚΠΔ, αποφασίσαμε να κινηθούμε δυναμικά ώστε να επιβάλλουμε πλέον τις δίκαιες διεκδικήσεις μας. (Στμ. αναλυτικά

τα αιτήματα υπάρχουν σε διάφορες ιστοσελίδες, όπως εδώ)

10. Σε κάθε επέτειο της “πτώσης της δικτατορίας”, οργανώνονται διαδηλώσεις, αλλά αυτή τη χρονιά, χάρη στις κινητοποιήσεις των κρατουμένων, αυτές ήταν πιο έντονες και διαδηλώναν την αλληλεγγύη των έξω με τους μέσα, οι οποίοι κλιμακώναν τον αγώνα τους.

11. Από το φυλλάδιο “Η Δημοκρατία τους Σκοτώνει…” της Κατάληψης Πολυτεχνείου στην Αθήνα, Παρασκευή, 12 Δεκέμβρη 2008.

12. Από το φυλλάδιο “Τίποτε δεν τέλειωσε – είμαστε μόνο στην αρχή” που αναφέραμε παραπάνω.

13. Η χειρότερη μορφή ρατσισμού είναι αυτή που υπάρχει στην ουσία όλων των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, που αξιολογεί την εργατική δύναμη ενός ντόπιου και λευκού εργάτη ως πιο ακριβή απ’ αυτήν ενός μαύρου και/ή ξένου, και το χειρότερο είναι όταν κανείς προσποιείται πως

αυτό δεν υφίσταται κι ότι μια τέτοια διαπίστωση δεν μπορεί παρά να είναι μέρος από ένα “αντιρατσιστικό” ιδεολογικό κύρηγμα.

14. Αυτή η προκήρυξη μοιράστηκε στις 15 Δεκέμβρη 2008 από το Στέκι Αλβανών Μεταναστών στην Αθήνα.

15. Βλ. “Ένα ανοιχτό γράμμα στους μαθητές”  με υπογραφή “Προλετάριοι” που έχει δημοσιευθεί στην αγγλική επιθεώρηση “Communism” No 14 (Γενάρης 2009). Ρdf εδώ.

16. Από το “Καταστρέφουμε το Παρόν γιατί ερχόμαστε από το Μέλλον” που αναφέραμε ήδη.

17. Από την Προκήρυξη της Γενικής Συνέλευσης Εξεγερμένων Εργατών, στην Αθήνα.

18. Από το “A detailed updated summary of the recent events in At

hens, from the perspective of some proletarian participants” στην ιστοσελίδα libcom.org

19. Απόσπασμα από το “Ελλάδα: Κάλεσμα για μια Νέα Διεθνή” που αναφέραμε παραπάνω.

20. Από το φυλλάδιο “Η Δημοκρατία τους Σκοτώνει…

21. Aπόσπασμα μεταφρασμένο από το κάλεσμα της Αστουριανής Επιτροπής Αλληλεγγύης με τους αγώνες στην Ελλάδα (solidariosg(at)gmail.com) σε μετάφραση της ICG.

22. To κάλεσμα που αναπαράγεται εδώ μετεφρασμένο έχει τίτλο “Θα φωτίσουμε τα σκοτάδια!” (μετάφραση της ICG από τα ισπανικά) με υπογραφή Anarquistas de Rosario, Argentina (www.anarquistasrosario.cjb.netanarquistasrosario@yahoo.com.ar).

23. Από φυλλάδιο της ομάδας Ταξικός Πόλεμος (Trídní válka στα τσεχικά): “Προκήρυξη αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους στην Ελλάδα” (ελλ. μετάφραση).

24. Πρόκειται για μια εντελώς αφηρημένη εκδοχή της “εξεγερσιακής” ιδεολογίας, σύμφωνα με την οποία το πάν είναι η εξέγερση. Αυτή η αρκετά μοδάτη τάση υποσκάπτει ουσιαστικά την ουσία της προλεταριακής εξέγερσης, καθώς την ταυτίζει με κάθε μορφή άμεσης δράσης. Το να προπαγανδίζει κανείς την “εξέγερση” χωρίς το κρίσιμο ποιοτικό άλμα της καταστροφής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης ισοδυναμεί με το να αρνείται στην ουσία την αναγκαιότητα μιας προλεταριακής επανάστασης, κι έτσι το μόνο που προκύπτει είναι χάσιμο ενέργειας. Η “εξεγερσιακή” ιδεολογία στέκεται ως εμπόδιο στο δρόμο της κοινωνικής επανάστασης, που αξιώνει τη ρευστοποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας και την επιβολή, μέσω της επαναστατικής βίας, μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης. Ακριβέστερα, η προλεταριακή εξέγερση είναι το αναγκαίο ποιοτικό άλμα με όρους συγκέντρωσης, οργάνωσης και επικέντρωσης της προλεταριακής δύναμης ενάντια στην αστική εξουσία που θα μετασχηματίσει μια γενικευμένη ταραχή σε μια κοινωνική επανάσταση. Κατά συνέπεια, οι πολλοί αυτοτιτλοφορούμενοι “εξεγερσιακοί” που κάνουν μια αδιάκριτη χρήση της λέξης “εξέγερση” δε δρουν ουσιαστικά για το σκοπό της πραγματικής εξέγερσης.

25. Για το θέμα αυτό, βλ. το πλήρες άρθρο στα αγγλικά, στο http://www.occupiedlondon.org/blog/ και συγκεκριμένα εδώ κι εδώ

26. Από το “Καταστρέφουμε το Παρόν γιατί ερχόμαστε από το Μέλλον

Πρόσφατοι αγώνες της τάξης μας – Třídní válka

Πρόσφατοι αγώνες της τάξης μας

Ο προλεταριακός αγώνας, δεν περιλαμβάνει μονάχα την Ελλάδα του Δεκέμβρη 2008, ακόμα κι αν, τουλάχιστον για τον ευρω-ατλαντικό χώρο, αυτή η ανταρσία αποτελεί, με το βάθος και το περιεχόμενό της συνειδητής όσο και της αυθόρμητης κοινωνικής κριτικής της, την πιο προχωρημένη έκφραση της τάξης μας εδώ και αρκετές δεκαετίες. Οι προλετάριοι σήμερα όπως και χθές, εξαπλώνουν τον αγώνα τους από άκρη σε άκρη του κόσμου, καθώς παρά τις τοπικές διαφοροποιήσεις βρίσκονται στην ίδια ταξικά θέση, του εκμεταλλευομένου, και μοιράζονται την ίδια μιζέρια της επιβίωσης στον καπιταλισμό.

Η Οικονομία ενάντια στις ανθρώπινες ανάγκες

Με την άφιξη της κρίσης, ο καπιταλισμός συνεχίζει να επιδεικνύει το αποκρουστικό πρόσωπό του και να εντείνει την εκμετάλλευση, την μιζέρια και την αποξένωση[1]. Δεν είναι κάτι το πρωτοφανές: Η εκμετάλευση της εργατικής μας δύναμης, το στράγγισμα κάθε ζωτικής μας ενέργειας, αποτελούν τα θεμέλια όπου βασίζεται αυτή η κοινωνία. Σκοπός της παραγωγής δεν είναι η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, αλλά η δημιουργία κέρδους για την τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής: την μπουρζουαζία. Είμαστε όλοι εκμεταλλευόμενοι, καθώς για την εργασία μας λαμβάνουμε μόνο έναν μισθό με χαμηλότερη αξία απ’ αυτήν που παράγουμε. Το κάθε τί που παράγουμε παραπάνω από την αξία που πουλάμε την εργατική μας δύναμη γίνεται υπεραξία. Αυτή, με τη σειρά της, αφού αφαιρέσουμε το ποσό που επενδύεται ξανά στα μέσα παραγωγής (είτε είναι ένα μηχάνημα, ένα τρακτέρ ή ένας σέρβερ), μεταμορφώνεται σε κέρδος για τον καπιταλιστή. Απ’ αυτήν την υπεραξία που αποσπά από τον μόχθο μας αυξάνεται το ποσό του συσσωρευμένου πλούτου για την μπουρζουαζία, το οποίο με τη σειρά του επενδύεται σε περαιτέρω παραγωγή. Όσο για μας, είμαστε υποχρεωμένοι να ξοδεύουμε τους μισθούς μας για τα ίδια αυτά προϊόντα που παράγουμε με την εργασία μας, καθώς είναι ο μόνος δυνατός τρόπος να επιβιώσουμε. Έτσι, επιτρέπουμε την πραγματοποίηση του κέρδους για τον κάθε “αξιότιμο κύριο” καπιταλιστή. Μέρα με την μέρα, ξανά και ξανά, οδηγούμαστε σε αλλοτριωμένες κι αλλοτριωτικές παραγωγικές διαδικασίες χάρη στην ανελέητη λογική της δημιουργίας κέρδους. Αυτός ο επαναλαμβανόμενος κύκλος διαρκώς αναπαράγει την τάξη των ιδιοκτητών που αγοράζουν την εργατική δύναμη (η μπουρζουαζία) και της τάξης που είναι αναγκασμένη να πουλά την εργατική δύναμή της (το προλεταριάτο).

Όμως, με την καπιταλιστική ανάπτυξη και τον αύξοντα τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της παραγωγής, η παραγωγικότητα της εργασίας, με άλλα λόγια η ένταση της εκμετάλλευσης αυξάνεται, οι καπιταλιστές μπορούν να πλημμυρίζουν τις αγορές με ολοένα περισσότερα αγαθά, έχοντας ανάγκη ν’ αγοράζουν όλο και λιγότερη εργατική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι η αξία των αγαθών πέφτει. Η μπουρζουαζία, προκειμένου να αποφύγει κάτι τέτοιο πρέπει να ξεφορτωθεί την πλεονάζουσα εργατική δύναμη και ταυτόχρονα να κρατήσει τον ίδιο ρυθμό κερδοφορίας μέσα από το άνοιγμα νέων αγορών (για παράδειγμα μέσω της διαφήμισης) προκειμένου να πουλήσει περισσότερα, μιας και οι ενδεχόμενες αγορές είναι απεριόριστες. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, ο καπιταλισμός αναπόφευκτα οδηγεί σε γενικές κρίσης αξιοποίησης, σαν αυτές που ο κόσμος βιώνει σήμερα. Μετά τη χρεωκοπία τραπεζών, τις μαζικές απολύσεις στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, τις περικοπές μισθών, έρχεται η καταστροφή των απούλητων αγαθών, το κλείσιμο εταιριών. Και, για διάφορα κομμάτια της μπουρζουαζίας, ένας πόλεμος θα μοιάζει αργά ή γρήγορα ως ή μόνη πιθανή διέξοδος από την κρίση, μιας και έτσι θα μπορέσουν να καταστρέψουν επαρκή ποσότητα αξίας με ικανό ρυθμό, ούτως ώστε να ξαναρχίσει ένας νέος κύκλος οικονομικής ανάπτυξης.

Οι ανθρώπινες ανάγκες ενάντια στην Οικονομία

Η ζωή στην καπιταλιστική ολότητα δεν είναι παρά μια άθλια επιβίωση από μέρα σε μέρα. Αποστραγγισμένοι από τη ζωτική μας ενέργεια στη δουλειά, τρομοκρατημένοι απ’ την αστυνομία, ταϊσμένοι με πλαστικό φαί, απολυμένοι απ’ τη δουλειά μας, με μια προοπτική να μας στείλουν να πεθάνουμε στο όνομα της πατρίδας, του έθνους, της φυλής, της δημοκρατίας ή της θρησκείας στην μιά ή την άλλη πολεμική σύρραξη, όταν οι προλετάριοι για το Κεφάλαιο φαίνεται να αποτελούν ένα άχρηστο πλεόνασμα, αυτοί ξεσηκώνονται για να επιβάλλουν τις ανάγκες τους ενάντια σ’ αυτές της οικονομίας. Σήμερα, οι συνθήκες ζωής για τους περισσότερους από μας χειροτερεύουν, ενώ οι καπιταλιστές συνεχίζουν να γυροφέρνουν τα τομάρια τους σε πολυτελή αυτοκίνητα και να μας μπουχτίζουν με τις εκκλήσεις να δέσουμε κι άλλο το ζωνάρι, να συμβιβαστούμε με την “αναγκαιότητα εξυγείανσης της παραγωγής” – απολύσεις και περικοπές μισθών. Καμιά φόρα όμως, τόση επιδειχτική αυθάδεια δεν περνάει. Μπορούμε για παράδειγμα να θυμήσουμε έναν τραπεζίτη ονόματι Fred Goodwin, από την Royal Bank of Scotland του οποίου οι πολυτελής βίλλα και η λιμουζίνα βρέθηκαν βανδαλισμένες. Επιπλέον, δεχόταν απειλές μέσω SMS ότι αυτό δεν ήταν παρά η αρχή, και σύντομα το σπίτι του θα καεί με τον ίδιο μέσα.

Καθώς μας έδειξαν οι αγώνες των τελευταίων χρόνων, για παράδειγμα στο Μπαγκλαντές ή την Αίγυπτο[2], η τάξη μας δεν είναι τόσο ψόφια όσο ο συρφετός των αστών κοινωνιολόγων και/η ειδικών του μιντιακού θεάματος παπαγαλίζουν. Το αυτό ισχύει για το πρόσφατο κύμα άγριων απεργιών στο UK εξαιτίας του αποκλεισμού ντόπιων εργατών από τα κατασκευαστικά έργα που λαμβάνουν χώρα σε εργοστάσια της βρετανικής πετρελαιοβιομηχανίας[3], όπου τα αστικά μίντια χέρι-χέρι με τους πολιτικούς και τα συνδικάτα προσπάθησαν να στιγματήσουν ολόκληρο το κίνημα ως έναν εθνικιστικό “ανταγωνισμό για τις θέσεις εργασίας”. Ακόμα κι αν, εκ πρώτης, ορισμένοι απεργοί εργάτες οικειοποιήθηκαν οι ίδιοι σλόγκανς όπως “Βρετανικές δουλειές για τους βρετανούς εργάτες!” [σ.τ.μ. για κάποιες παραπάνω πληροφορίες για το θέμα βλ. επίσης εδώ] μέσα στη διαδικασία του αγώνα, αυτά πολύ γρήγορα αφέθηκαν στο πλάι ώστε να ανοίξει χώρος για ένα πολύ πιο διεθνιστικό ταξικό περιεχόμενο. Ως ένα παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η χρήση πανώ στην ιταλική γλώσσα, που σήκωναν οι απεργοί, καλώντας τους ιταλούς εργάτες μιας εταιρίας που είχε αναλάβει τα έργα να συμμετάσχουν στην απεργία. Σε αρκετές βρετανικές πόλεις μάλιστα, υπήρξαν επίσης εργάτες που κατέλαβαν εργοστάσια της Visteon κλείνοντάς τα, διεκδικώντας την καταβολή αποζημιώσεων, ενώ υπάρχουν πολλές ακόμη συγκρούσεις στον τομέα των δημόσεων υπηρεσιών με επίκεντρο τις περικοπές στον κρατικό προϋπολογισμό.

Καθώς η αναταραχή επιστρέφει στην καρδιά της “πλούσιας” Ευρώπης (με την μορφή της δεκεμβριανής εξέγερσης στην Ελλάδα), η μπουρζουαζία χέζεται πάνω της. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Sarkozy, φοβισμένος από τα ελληνικά γεγονότα, ανέβαλε τα σχέδιά του που θα απέφεραν μια ακόμα μεγαλύτερη φτώχεια των νέων προλετάριων στη Γαλλία μέσα από ατελείωτες πανεπιστημιακές εξετάσεις και φοιτητικά δάνεια. Παρολαυτά, η Γαλλία δεν κατάφερε ν’ αποφύγει τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, καταλήψεις πανεπιστημίων και σχολείων, που συχνά δεν τελειώναν χωρίς την επέμβαση των γαλλικων ματ. Περεταίρω περικοπές στον προϋπολογισμό και νομοσχέδια ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης, εξόργισαν χιλιάδες νέων φοιτητών και καθηγητών σε όλη την Ιταλία και προκάλεσαν ένα κύμα πανεπιστημιακών καταλήψεων, όπου ορισμένες εξ αυτών, παρά τις προσπάθειες των φοιτητικών συλλόγων, οδήγησαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία[4].

Στα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα της Γουαδελούπης, Μαρτινίκας, Γαλλικής Γουιάνας και Ρευνιόν, μια γενική απεργία ξέσπασε ενάντια στον ανυπόφορο βαθμό εκμετάλλευσης που παρέλυσε στη χειρότερη τα νησιά της Γουαδελούπης και της Μαρτινίκας. Συνοδεύτηκε από μπάχαλα και λεηλασίες, τις οποίες το κράτος αναγκάστηκε να στείλει αστυνομικές μονάδες από τη Γαλλία για να τις καταστείλει. Τελικά, η μπουρζουαζία ανάγκασε τους εργάτες να επιστρέψουν στην εργασία τους, αλλά μόνο με αντάλλαγμα μια αύξηση στο ύψους του 30% των μισθών. Η γενική απεργία αντήχησε επίσης στην ίδια τη Γαλλία, όπου αρκετές διαδηλώσεις αλληλεγγύης έλαβαν χώρα. Οι προλετάριοι στη Γαλλία πάλι, αντιμέτωποι με μετατοπίσεις εργοστασίων στο εξωτερικό και περικοπές θέσεων εργασίας, ξεκίνησαν απεργίες-καταλήψεις αλλά και “απαγωγές” αφεντικών, προκειμένου να υποστηρίξουν τα αιτήματά τους.

Αλλά το προλεταριάτο ξυπνάει και αλλού. Σε παραδοσιακά ήρεμες περιοχές, ένα νέο κύμα ταραχών εμφανίστηκε: στις πρωτεύουσες της Λεττονίας και της Λιθουανίας, εκατοντάδες εργάτες συγκρούστηκαν με την αστυνομία και προσέφεραν μια ικανοποίηση στις άμεσες ανθρώπινες ανάγκες τους λεηλατώντας καταστήματα. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, ανέτρεψαν στην πράξη την καθημερινή καπιταλιστική λογική των ανταλλακτικών σχε΄σεων. Παρομοίως, προλετάριοι στη Σόφια, σ’ ένα προάστειο του Μαλμοε, ή στο Βλαδιβοστόκ εδειξαν ξεκάθαρα τί πιστεύουν για το ζώσιμο του ζωναριού και την υποβάθμιση των συνθηκών ζωής τους. Μετά από πενήντα χρόνια, η εργατική τάξη της Ισλανδίας, χτυπημένη σκληρά από την οικονομική κρίση, κατέβηκε στους δρόμους για να επιτεθεί στο κοινοβούλιο και σε αστυνομικά τμήματα. Σ’ αυτή τη χώρα των 320.000 κατοίκων, πάνω από 10.000 προλετάριοι συμμετείχαν καθημερινά σε διαδηλώσεις που εξελίσσονταν σε συγκρούσεις με την αστυνομία.

Αυτό που ανησυχεί την παγκόσμια μπουρζουαζία ιδιαίτερα είναι το προλεταριάτο στην “παγκόσμια φάμπρικα” και “ανερχόμενη παγκόσμια υπερδύναμη”: την “κόκκινη” Κίνα. Από τους λόγους των πολιτικών διεθνώς αντιλαμβάνεται κανείς το πόσο φοβισμένοι είναι από το ενδεχόμενο μιας εκτεταμένης προλεταριακής εξέγερσης στην Κίνα, και του αντίχτυπου που θα ‘χε στο παγκόσμιο προλεταριάτο. Τα επίσημα στατιστικά γραφεία του κινεζικού κράτους σε μια σπάνια συμφωνία με τους δυτικούς δημοσιογράφους παρατηρούν μια έντονη αύξηση στον αριθμό των ταραχών και των απεργιών που ξεσπούν απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. Οι στατιστικολόγοι μιλούν για μυριάδες “περιστατικά” όπου η αστυνομική καταστολή ήταν απαραίτητη. Για παράδειγμα, στις 19 Δεκέμβρη 2008, τις μέρες που η προλεταριακή εξέγερση σάρωνε την Ελλάδα, στην πόλη Λονγκάν της βορειοδυτικής Κίνας περίπου 50.000 κάτοικοι και φτωχοί γεωργοί από τα γύρω χωριά συγκρούστηκαν με τις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας επειδή η απαλλοτρίωση της γης τους για λογαριασμό του Κράτους και η καταστροφή των σπιτιών τους, τους άφηνε χωρίς καμία αποζημίωση. Ενώ η σύγκρουση εξελισσόταν, δυο τοπικά γραφεία του κυρίαρχου “Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας” έγιναν στάχτες, όπως και πολλά κυβερνητικά και αστυνομικά οχήματα. Όμως, πάνω από είκοσι διαδηλωτές κυριολεκτικά σκοτώθηκαν στο ξύλο από την αστυνομία ενώ πανω από 100 τραυματίστηκαν σοβαρά απ’ τις γκλομπιές.

Μια προοπτική;

Παρόλο που η αιτία κάθε προλεταριακού αγώνα είναι η ίδια: η κοινωνική σχέση της εκμετάλλευσης, πάνω στην οποία βασίζεται ο καπιταλισμός, και η οποία είναι η πηγή κάθε αντίφασης και προβλήματος που η τάξη μας πρέπει να αντιμετωπίσει, δε σημαίνει πως οι αγωνιζόμενοι προλετάριοι έχουν απαραίτητα συνείδηση αυτής της σύνδεσης που ενώνει τους αγώνες τους σ’ ολόκληρο τον κόσμο, και την ίδια στιγμή υποδεικνύει το μόνο πιθανό ξεπέρασμά του – την κομμουνιστική επανάσταση που θα καταστρέψει την ταξική κοινωνία και μαζί της θα τελειώνει με κάθε εκμετάλλευση, καταπίεση, πόλεμο και πείνα. Μόνο μια παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα, όπου δε θα είμαστε αναγκασμένοι να πουλάμε τις ζωές μας για έναν μισθό και όπου οι σχέσεις μας δε θα διαμεσολαβούνται από την ανταλλαγή, θα μας επιτρέψει να ζούμε στ’ αλήθεια σαν άνθρωποι.

Δυστυχώς, σήμερα πρέπει να παραδεχτούμε πως, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, οι προλεταριακοί αγώνες παγκόσμια συμβαίνουν κάπως τυχαία την ίδια στιγμή, χωρίς να είναι αλληλένδετοι μεταξύ τους. Όπως προείπαμε νωρίτερα, οι περισσότεροι απ’ τους προλεταριακούς αγώνες στους οποίους αναφερόμαστε, είναι βραχύβιες, απομονωμένες και γρήγορα ηττηθείσες βίαιες συγκρούσεις μιας χούφτας προλεταρίων με την αστυνομία, ή εξίσου περιορισμένες άγριες απεργίες. Αυτοί οι αγώνες συχνά περιορίζονται από τις δημοκρατικές και εθνικιστικές αυταπάτες, ωστόσο ορισμένες στιγμές ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχο της σοσιαλδημοκρατίας (με την μορφή είτε των συνδικάτων ή πολιτικών κομμάτων) και διαρρηγνύουν έμπρακτα την κοινωνική ειρήνη. Αυτές οι απομονωμένες εκφράσεις ταξικού αγώνα γρήγορα τσακίζονται και αφήνουν χώρο στην μπουρζουαζία για την αντεπίθεσή της – αστυνομική καταστολή, έλεγχος, μιντιακή πλύση εγκεφάλου. Γενικά όμως, αποτελούν απόδειξη πως το προλεταριάτο μάχεται για τα συμφέροντά του, είτε με κρίση είτε χωρίς[5].

Ωστόσο, είναι ανάγκη να τονίσουμε ότι το βάρος μιας αστικής κυριαρχίας και του θεάματος πέφτουν ακόμα και στους δικούς μας ώμους -των κομμουνιστών. Παρόλο που εμείς, ως μαχόμενοι κομμουνιστές, είμαστε συνειδητά διεθνιστές και αντιλαμβανόμαστε την ταξική κοινωνία στην παγκόσμια διάστασή της, είναι συχνά δύσκολο να ξεκόψουμε από τα παραμύθια των μίντια, τη γλώσσα τους, τη λογοκρισία τους. Είναι ιδιαίτερα ισχυρά σε περιπτώσεις νέων από τις λεγόμενες “αναπτυσσόμενες χώρες”, που μεσολαβούνται από τα αστικά μίντια με έναν τρόπο ώστε να αποκρύπτεται όσο το δυνατόν περισσότερο το ταξικό περιεχόμενό τους[6].

Παρολαυτά, μόνο όταν οι αγωνιζόμενοι προλετάριοι στα διάφορα μέρη του κόσμου αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον ως ταξικά αδέρφια, θα έχει η κομμουνιστική επανάσταση μια ευκαιρία να πετύχει. Αν κάτι τέτοιο θα γίνει σύντομα, δεν μπορούμε να το πούμε. Μπορούμε να ελπίσουμε πάντως, πως το αντίκτυπο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου, θα παίξει τον ρόλο ενός ενοποιητικού παράγοντα που θα βοηθήσει την τάξη μας να απορρίψει ψευδείς ιδεολογίες και να αδελφωθεί παρ’ όλους τους αστικούς διαχωρισμούς.

Σημειώσεις:
[1] Διαχωρισμένοι από τα αναγκαία μέσα να συντηρηθούμε, είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να πουλάμε την εργατική μας δύναμη στο Κεφάλαιο με αλλοτριωμένες κι αλλοτριωτικές παραγωγικές διαδικασίες, κι αυτή η αλλοτρίωση περνά σε κάθε όψη της ζωής μας, στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους και τη συνείδησή μας. Τα αστικά μίντια συχνά αναφέρονται σε “τρελούς που εισέβαλαν ένοπλοι και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους” που αποδίδουν σε “διανοητικά ασθενείς ανθρώπους” ή σε αυτοκτονίες “απογοητευμένων μη-πετυχημένων”, που περιγράφουν ως ακραίες περιπτώσεις, συγκαλύπτοντας τις ρίζες ανάλογων φαινομένων στην απάνθρωπη ολότητα της ταξικής κοινωνίας.

[2] Μαχητικές άγριες απεργίες με χιλιάδες εργαζομένους στην υφαντουργία, πετρελαιοβιομηχανία, κατασκευαστικές, ορυχεία και γεωργία (παρά την μη-νομιμότητα κάθε απεργίας στην Αίγυπτο και την πολυετή επιβολή στρατιωτικού νόμου στο Μπαγκλαντές), οδομαχίες με αφορμή τις υψηλές τιμές τροφίμων και πετρελαίου, δυναμικοί αγώνες μεταναστών απ’ την υπο-σαχάρια Αφρική ενάντια στις απελάσεις στο Κάιρο, λιποταξία μπαγκλαντεσιανών στρατιωτών που πήραν τις ζωές οχτώ ένστολων αστών…

[3] Οι εργάτες των κατασκευαστικών πολύ γρήγορα είχαν με το μέρος τους εργάτες από τα περισσότερα βρετανικά εργοστάσια ενέργειας, ένα χημικό εργοστάσιο και αρκετούς μεταλλεργάτες.

[4] Τη στιγμή της συγγραφής αυτού του κειμένου, ένα δεύτερο κείμενο καταλήψεων, πολύ πιο μαχητικό και αυτόνομο από τις σοσιαλδημοκρατικές δομές αναπτυσσόταν. Καταλήψεις εμφανίζονταν στις περισσότερες μεγαλουπόλεις της Ιταλίας. Στη Ρώμη, διαδηλωτές καταλάμβαναν το πανεπιστήμιο Sapienza μετά οδομαχιών με την αστυνομία, στην Νάπολη οι καταλήψεις άρχισαν να ξεπερνούν τα πανεπιστημιακά πλαίσια. Την ίδια στιγμή, οι πανεπιστημιακές καταλήψεις στη Γαλλία, όπου οι φοιτητές θα αναγκάζονταν να μην μπορούν να περάσουν τη χρονιά χωρίς επιπλέον εξετάσεις, ενώ οι καθηγητές ήθελαν να χάσουν ολόκληρο το εξάμηνο, συνεχίζονταν.

[5] Θα θέλαμε να απορρίψουμε ένα ψευτο-ερώτημα, τόσο δημοφιλές μεταξύ των ακροαριστερών, αν η καλύτερη στιγμή για ταξικό πόλεμο είναι στη διάρκεια της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, γιατί τότε οι εργάτες βρίσκονται σε καλύτερη θέση, καθώς το κεφάλαιο έχει περισσότερη ανάγκη την εργασία τους, ή η στιγμή της κρίσης, γιατί πρέπει να πεθαίνει κανείς της πείνας για να συνειδητοποιήσει την εκμετάλλευσή του.

[6] Ένα ιδιαίτερα αηδιαστικό παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι ολόκληρη η περιοχή της λεγόμενης Μαύρης Αφρικής, όπου όλος ο τρόμος που εφαρμόζεται ενάντια στα ταξικά μας αδέρφια από το κεφάλαιο, παρουσιάζεται σαν μια απόδειξη του πόσο “πρωτόγονες” είναι οι “φυλές των ντόπιων”.

Πηγή: Třídní válka

Προκήρυξη αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους και προφυλακισμένους προλετάριους στην Ελλάδα

Προκήρυξη αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους και προφυλακισμένους προλετάριους στην Ελλάδα.

«Μέσα σε μία νύχτα η «πραγματικότητα» και η «κανονικότητα» πέθανε…

Στις 6 Δεκεμβρίου του 2008 στην Ελλάδα, τα γουρούνια δολοφονούν εν ψυχρώ τον 15χρονο Αλέξη Γρηγορόπουλο. Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και η προλεταριακή οργή, η οποία εκφραζόταν με απεργίες και βίαιες διαδηλώσεις ενάντια στις επιθέσεις του Κεφαλαίου στις συνθήκες διαβίωσης της τάξης μας, ξέσπασε.

Ξαφνικά, μια εξέγερση ξέσπασε και έπειτα από αρκετές δεκαετίες το φάντασμα της προλεταριακής ανταρσίας και της ανοιχτής ταξικής σύγκρουσης επέστρεψε στην Ευρώπη. Φοιτητές αλλά και πολλοί μαθητές ξεχύθηκαν αυθόρμητα στους δρόμους των ελληνικών πόλεων, για να επιτεθούν σε αστυνομικά τμήματα και στους μπάτσους με πέτρες και μολότοφ.

Οι φοιτητές και οι μαθητές πλαισιώθηκαν γρήγορα από μετανάστες προλετάριους κάθε ηλικίας, από νεολαίους έλληνες από κακοπληρωμένες, επισφαλείς θέσεις εργασίας, αλλά επίσης και από πολλούς εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας. Ακόμα και πολλοί άνεργοι και άνθρωποι που ζουν στο περιθώριο της ταξικής κοινωνίας έλαβαν μέρος, Ρομά, παράνομοι πρόσφυγες, τοξικομανείς… Χούλιγκαν του ποδοσφαίρου παρέκαμψαν τις μεταξύ τους διαμάχες και συμμετείχαν στον αγώνα ενάντια στον πραγματικό εχθρό – τις κρατικές δυνάμεις καταστολής.

Άμεσα, έγινε ξεκάθαρο στον καθένα ότι οι μπάτσοι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μισθοφόροι της κρατικής τρομοκρατίας. Έγινε ολοφάνερο ότι υπηρετούν την ομαλή λειτουργία του συστήματος της ατομικής ιδιοκτησίας κάποιων και της μισθωτής εκμετάλλευσης κάποιων άλλων και το μόνο που “προστατεύουν” είναι ο νόμος και η τάξη του αστικού καθεστώτος. Οι «υπεύθυνοι πολίτες» και η πίστη στη Δημοκρατία εξαφανίστηκαν ανάμεσα στα σύννεφα του καπνού και των δακρυγόνων και ανάμεσα στα ραπίσματα των αστυνομικών γκλομπ.

«Καταστρέφουμε το παρόν, επειδή ερχόμαστε από το μέλλον!»

Δεν ήταν μόνο οι οδομαχίες με τους μπάτσους και η πυρπόληση αστυνομικών τμημάτων. Οι εξεγερμένοι συνέτριψαν και έκαψαν το χαμογελαστό πρόσωπο του κόσμου του κεφαλαίου – τον καταναλωτικό παράδεισο των καταστημάτων, των σούπερ μάρκετ, των εκθέσεων αυτοκινήτων και των τραπεζών που σου δανείζουν χρήματα για κάποια από τα πολυτελή προϊόντα. Ο κόσμος των παθητικών καταναλωτών και των θεατών του Θεάματος τυλιγόταν στις φλόγες. Και υπήρχαν προλετάριοι που λεηλατούσαν οι οποίοι ξεπρόβαλλαν μέσα από τη φωτιά, επιβάλλοντας έμπρακτα τη δικτατορία των ανθρώπινων αναγκών πάνω στο κεφάλαιο και τις εμπορευματικές του σχέσεις.

Τα ταξικά μας αδέρφια και αδερφές επανοικειοποιούνταν όλα όσα είμαστε, ως η τάξη που καταναγκάζεται να παράγει στη δουλειά, με σκοπό να υποχρεωθεί να ξαναγοράσει πληρώνοντας με τα χρήματα του μισθού. Επανοικειοποιήθηκαν, επίσης, το χώρο και το χρόνο, που διαιρείται και περιορίζεται ανάλογα με τις ανάγκες του κεφαλαίου – ουρές αυτοκινήτων και αγχωμένα πλήθη αποξενωμένων ζόμπι που τρέχουν στη δουλειά, στο σχολείο, στα ψώνια…εξαφανίστηκαν από τους δρόμους που αναδημιουργήθηκαν από την προλεταριακή βία και αντικαταστάθηκαν από μια κοινότητα της μαχόμενης τάξης.

Η αυτό-οργάνωση του αγώνα των εξεγερμένων αναπτυσσόταν αυθόρμητα. Δεκάδες πανεπιστήμια και λύκεια καταλαμβανόταν όχι μόνο από φοιτητές, αλλά και από κάθε είδους προλετάριους, διαχωρισμένων από το κεφάλαιο, και μεταμορφώθηκαν σε κέντρα αντίστασης, σε τόπους συνάντησης, συζητήσεων, έρωτα και ταξικού μίσους.

Το ίδιο συνέβη στο δημαρχείο, σε μια εργατική περιοχής της Αθήνας, τον Άγιο Δημήτριο, που επίσης καταλήφθηκε από κατοίκους. Μετά από πολύ καιρό η τάξη μας ξεκινούσε να μιλάει και να διαμορφώνει το πρόγραμμά της από μόνη της

Όταν εξεγερμένοι εργάτες κατέλαβαν τα Εργατικά Κέντρα των συνδικάτων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, άσκησαν κριτική σε αυτούς τους διαμεσολαβητές της πώλησης της εργατικής μας δύναμης στα αφεντικά μας. Κατέδειξαν ότι τα συνδικάτα είναι όργανα του κράτους και ο σκοπός τους είναι να αποδιοργανώνουν και να καταστέλλουν τον ταξικό αγώνα και ότι ο δρόμος να πάμε μπροστά περνάει μέσα απ’ την αυτό-οργάνωση του αγώνα στους χώρους δουλειάς. Σε όλες αυτές τις πτυχές του ταξικού κινήματος και τον αυτόνομο αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στους αστούς – οι ιδεολογίες του, οι οργανώσεις και ο τρόπος ζωής άρχισαν να γεννιούνται.

«Σταματήστε να παρακολουθείτε τηλεόραση! Βγείτε όλοι στους δρόμους!»

Αν και η προλεταριακή εξέγερση διαπερνούσε πολλούς τομείς, στους οποίους μας διαχωρίζει το κεφάλαιο, μόνο μια μειοψηφία της τάξης μας έπαιρνε ενεργά μέρος σε αυτή. Ενώ υπήρχαν φλεγόμενα οδοφράγματα στους δρόμους, καταστήματα λεηλατούνταν και γινόταν επιθέσεις ενάντια στους μπάτσους, η πλειοψηφία έμεινε στο σπίτι μπροστά στην τηλεόρασή της ακούγοντας τις αερολογίες των πολιτικών και των δημοσιογράφων.

Παρά την επίμονη προσπάθεια οι εξεγερμένοι δεν κατάφεραν να σπάσουν την παθητικότητα των ταξικών τους αδερφών – ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην υπόλοιπη Ευρώπη και τις περισσότερες χώρες του κόσμου. Συνεπώς δεν υπήρξε μια γενική παράλυση της καπιταλιστικής οικονομίας, που σημαίνει ότι δεν υπήρξε ούτε επίθεση ενάντια στη μισθωτή εργασία και της παραγωγής για το κέρδος. Το κίνημα περιορίστηκε σε μερικές επιθέσεις ενάντια στο κράτος και σε μια ανολοκλήρωτη υπονόμευση των καπιταλιστικών σχέσεων. Το Δεκέμβρη, η ολοκληρωτική καταστροφή όλων των κρατικών δομών, που να στοχεύει στη διάλυση της δύναμης των αστών και η επιβολή της κοινωνικής δικτατορίας του προλεταριάτου, που θα ενδυνάμωνε και θα επέτρεπε τη μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων σε κομμουνιστικές, δεν είχε μπει σε χρονική προτεραιότητα ακόμα. Ο επαναστατικός ξεσηκωμός αναβάλλεται για την ώρα.

“Merry crisis and a happy new fear!”

Είναι ακριβώς αυτό το μήνυμα που η ελληνική εξέγερση άφησε στους τοίχους της Αθήνας για τους νομοταγείς πολίτες (που συνεχίζουν να υποκύπτουν στις επιταγές του κεφαλαίου – που δεν σκέφτονται καν ότι μπορούν να αντισταθούν στα αφεντικά και στο κράτος και που απλώς περιμένουν σαν πρόβατα αυτό που θα τους συμβεί).

Αυτό το μήνυμα ισχύει επίσης και για τους προλετάριους εδώ στην Δημοκρατία της Τσεχίας. Η κρίση έρχεται και οι αστοί απολύουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους μειώνοντας και τους βασικούς μισθούς. Για παράδειγμα, 4.000 απολυμένοι υαλουργοί αφέθηκαν τώρα χωρίς κανέναν μέσο επιβίωσης. Και τι συνέβη; Τίποτα!

Η κυριαρχία της κοινωνικής ειρήνης και της Δημοκρατίας κάθεται σα βαρίδιο στο σβέρκο της τάξης μας: προτιμάμε να πεθάνουμε από την πείνα ή να ζούμε κάτω από γέφυρες, παρά να αγωνιστούμε πραγματικά για την ικανοποίηση των αναγκών μας. Η Δημοκρατία λειτουργεί σαν το όπιο – μας αποτρέπει από τα να κατανοήσουμε τον εαυτό μας ως τάξη με διαφορετικά και αντίθετα συμφέροντα από του Κεφαλαίου. Βλέπουμε τη μιζέρια που φέρουν οι ατομικές και οικογενειακές μας ζωές ως το καλύτερο που μπορούμε να έχουμε.

Ωστόσο, η παγκόσμια κρίση θα συνθλίψει την ψευδαίσθηση ευτυχίας μας ως πολίτες-καταναλωτές, καθώς ακόμα και τον παραμικρό ενθουσιασμό για τον καπιταλισμό. Θα υπάρξουν όλο και περισσότεροι άνεργοι και άστεγοι άνθρωποι, οι τιμές των βασικών αγαθών θα αυξηθούν και αυτοί που θα έχουν δουλειές θα μπορούν να αγοράζουν όλο και λιγότερα με τους μισθούς τους… και στο τέλος η κυρίαρχη τάξη ίσως μας οδηγήσει σε έναν πόλεμο, με σκοπό να ξεφορτωθεί τους περισσευόμενους ανθρώπους και παραγωγικές δυνάμεις και να επιτύχει την πιθανότητα ενός νέου γύρου οικονομικής ανάπτυξης μέσω της ανοικοδόμησης.

Η οικονομία βρίσκετε σε κρίση; Ας την αποτελειώσουμε! Κάτω η κοινωνική ειρήνη! Μία Ελλάδα δεν είναι αρκετή!

Αργά ή γρήγορα το κεφάλαιο θα μας αφήσει χωρίς αποθέματα. Θα υποφέρουμε και ίσως πεθάνουμε, εάν συνεχίζουμε να αποδεχόμαστε δουλικά τη μισθωτή εργασία και το χρήμα ως απαραίτητα για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Αλλά σίγουρα θα υπάρξουν προλετάριοι, που θα αρνηθούν τη λογική της ανταλλακτικής αξίας και θα εισβάλλουν στα σούπερ μάρκετ και θα απαλλοτριώσουν αυτά που χρειάζονται. Το ταξικό κίνημα στην Ελλάδα θα ξεσπάσει ξανά με ακόμα μεγαλύτερη ανατρεπτική δύναμη και αυτή τη φορά δε θα είναι μόνο του.

Και δε θα είναι μόνο οι προλετάριοι στην Κίνα, το Μπαγκλαντές, την Αίγυπτο ή τη Βολιβία που θα ξεσηκωθούν. Ακόμα και εδώ, βιτρίνες καταστημάτων θα γίνουν θρύψαλα. Θα λεηλατήσουμε καταστήματα και πολυτελείς αστικές επαύλεις. Μαζικές απεργίες εκτός κι ενάντια στα συνδικάτα, θα ανατρέψουν ολόκληρη την καπιταλιστική οικονομία. Το κράτος με την αστυνομία και το στρατό του, όπως πάντοτε, θα υπερασπιστεί την αστική τάξη και περιουσία και θα ασκήσει τον τρόμο ενάντια στους προλετάριους, που ποτέ δε θα επιλύσουν τίποτα, εάν δεν κάνουν τη δική τους επανάσταση. Στο μεταξύ, όλη η υποστήριξή μας, η συμπάθεια, οι σκέψεις μας ανήκουν στους προλετάριους στην Ελλάδα, που αγωνίζονται ή είναι φυλακισμένοι.

Επιθυμούμε να τους βοηθήσουμε εξαπλώνοντας τον αγώνα στη Δημοκρατία της Τσεχίας και σε ολόκληρο τον κόσμο. Θέλουμε να μοιραστούμε και να επεκτείνουμε τις εμπειρίες τους ώστε να επανατοποθετήσουμε έναν παγκόσμιο επαναστατικό ξεσηκωμό στον ρου της Ιστορίας…

Παγκόσμια επανάσταση ενάντια στο κεφάλαιο, τη μισθωτή εργασία και το χρήμα!
Επαναστατική προλεταριακή βία ενάντια στην κρατική βία της αστυνομίας ως την ολοκληρωτική καταστροφή όλων των κρατών!
Δικτατορία του προλεταριάτου για τη μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων σε κομμουνιστικές και για την παγκόσμια αταξική κοινότητα!

Třídní válka (Ταξικός Πόλεμος)


Σημειώσεις: Η προκήρυξη της ομάδας Třídní válka μεταφράστηκε στα ελληνικά από το blog της κατάληψης ΕΣΗΕΑ, αναδημοσιεύεται εδώ με κάποιες μικρές διορθώσεις.

Απ’ την Ελλάδα μέχρι το Logroño (Ισπανία)…

Απ’ την Ελλάδα μέχρι το Logroño (Ισπανία)… μια προκήρυξη Ισπανών συντρόφων

ή

Τί Ενώνει Μερικά Παιδιά από την Ήσυχη Ισπανική Επαρχία με τα Παιδιά της Ελληνικής Εξέγερσης

ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ, ΟΛΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ

1. Το ότι στεκόμαστε αντιμέτωποι με τον κόσμο της εμπορευματικής παραγωγής. Επιθυμούμε να σταματήσουμε αυτήν την ατέλειωτη ανάγκη που κάνει τους τροχούς της οικονομίας να γυρίζουν και να γυρίζουν. Τα τρία εμπορικά κέντρα που περικυκλώνουν το Logroño (“Las Cañas“, “Parque Rioja” και “Berceo“), και οι εμπορικές περιοχές της “Gran Via” και του “Paseo de las Cien Tiendas” είναι μονίμως γεμάτες εμπορεύματα, τα περισσότερα απ’ τα οποία είναι στην τελική άχρηστα. Από που έρχονται και πού καταλήγουν όταν τα πετάμε;

Η απάντηση στην ερώτηση αυτή χάνεται στον συνεχή κι άγριο βομβαρδισμό διαφημίσεων των μίντια. Προκειμένου να αποφύγουμε μια κατάρρευση της οικονομίας υπάρχει αυτή η ανάγκη για κατανάλωση εμπορευμάτων, απλά και μόνο για να καταστραφούν, να εξαφανιστούν και να αντικατασταθούν σε έναν ολοένα και αυξανόμενο ρυθμό. Είναι εκεί, το κράτος και οι οικονομολόγοι του καπιταλισμού να προσπαθούν να βρουν τους τρόπους να ενθαρρύνουν την εργατική δύναμη και να κινητοποιήσουν ένα νέο κύμα κατανάλωσης. Τα παιδιά των ελληνικών πόλεων με το καταστροφικό μένος τους, έθεσαν σε κίνηση ένα μπλοκάρισμα του καταναλωτικού shopping therapy και της ροής των εμπορευμάτων σε αρκετά οικονομικά κέντρα.

2. Επειδή επιθυμία μας είναι να πάψουμε να νιώθουμε ευγνώμονες για τις δουλειές απ’ όπου όλο και γρηγορότερα μας πετάνε έξω απ’ αυτόν τον “παράδεισο” του επιχειρηματικού και οικονομικού κόσμου. Αρνούμαστε να συνεχίσουμε να γινόμαστε ευέλικτα κενά όντα στις υπηρεσίες μιας αγοράς που έχει διαφύγει από τις δυνάμεις των ανθρώπων. Η μισθωτή εργασία δεν είναι τίποτα παραπάνω από στυγνός εκβιασμός κι όσο τα ποσοστά της ανεργίας αυξάνονται, αυτό γίνεται πιο εμφανές.

Όσοι ανάμεσά μας στηρίζονται σε προσωρινές/μαύρες δουλειές βλέπουν πώς η πρόσβαση στην αγορά εργασίας γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκη, πώς το δεδομένο της “μιας τίμιας δουλίτσας” γίνεται συνώνυμο του “προνομιούχου” εργαζομένου. Σ’ αυτό πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι πολλές δουλειές δεν έχουν την οποιαδήποτε κοινωνικής χρησιμότητα, αλλά αποτελούν συμπτώματα μιας οικονομίας εκτός ελέγχου. Δουλειές στις οποίες τελικά μπαίνουμε εξ’ αιτίας της ωμής αναγκαιότητας του μισθού.

Τα παιδιά στις ελληνικές πόλης, μέσα απ’ την καταστροφική τους βία, δήλωσαν μια άρνηση της κοινωνικής μηχανικής που τους μετατρέπει σε αγοραία προϊόντα.

3. Επειδή αυτό που συνέβη στην Ελλάδα, ξεκίνησε και ωρίμασε μέσα στη βία, δε σταμάτησε ποτέ εκεί. Έτσι, είδαμε μεταξύ άλλων, καταλήψεις σχολίων και πανεπιστημίων, επανοικειοποιήσεις δημαρχείων, καταλήψεις των γραφείων της ΓΣΕΕ, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών ώστε να μεταδίδονται προκηρύξεις των συνελεύσεων…  Όλα αυτά είναι η σπορά ενός γενικού εγχειρήματος αυτοοργάνωσης που στοχεύει στην οικοδόμηση εναλλακτικών από τις σημερινές αλλοτριωμένες και εμπορευματοποιημένες κοινωνικές σχέσεις.

Οι νεαροί εξεγερμένοι της Ελλάδας γνωρίζουν άμεσα ότι η καταστροφική οργή από μόνη της δεν είναι αρκετή για έναν ανοιχτό πόλεμο ενάντια στον κόσμο του κεφαλαίου, κι έχουν θέσει σε κίνηση μια πληθώρα από αυτοοργανωμένες δραστηριότητες.

4. Επειδή θέλουμε να σταματήσουμε τον πόνο, που δεχόμαστε εμείς, από την ενεργητική ή παθητική -δεν έχει σημασία- συμμετοχή μας στον καταστροφικό μηχανισμό παραγωγής, κυκλοφορίας και κατανάλωσης εμπορευμάτων.

Ερχόμαστε αντιμέτωποι με αμέτρητες αντιφάσεις στις ζωές μας: δουλεύουμε σε άχρηστες παραγωγικές διαδικασίες, οδηγούμε αμάξια σε δρόμους που περιζώνουν πολιτείες και κοιλάδες αναδύοντας τοξικά και νέφη. Καταναλώνουμε κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τηλεοράσεις, με μετασχηματιστές από ορυκτά του Κονγκό, χωρίς να μπορούμε να μη σκεφτούμε την ανθρωποσφαγή των παιδιών που εξορύσσουν τις πρώτες ύλες απ’ την Αφρική. Παίρνουμε ναρκωτικά ή -με συνταγή ιατρού- φαρμακευτικά βοηθήματα για να δραπετεύσουμε από μια πραγματικότητα επώδυνη και μπερδεμένη, προσαρμόζοντας έτσι τους εαυτούς μας στις επιταγές αυτής της κοινωνίας, ξεχνώντας τη λεηλασία που κρύβεται πίσω απ’ την “κανονικότητα” των εμπορευματικών σχέσεων…

Οι νεολαίοι στην Ελλάδα μας έδειξαν με ποιόν τρόπο να ονειρευόμαστε και πάλι, να ξεπερνούμε την πικρία και τη λύπη μας, να κερδίζουμε πίσω την ορμή που χάσαμε στην ενηλικίωση.

5. Επειδή όσο άδεια, κενή και υποβαθμισμένη μοιάζει η πραγματικότητα για μας, εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά. Αν είναι να υπάρξει ένα μέλλον, αυτό θα είναι αναγκαστικά προϊόν της ανασύνθεσης της ανθρώπινης κοινωνίας σε νέα θεμέλια, διαφορετικά.

Είναι λοιπόν αυτή η ανασύνθεση στην οποία στοχεύουν όλη η ευφυία μας κι όλος ο κόπος μας: η κατάργηση του κράτους και η αντικατάστασή του από αμέτρητες μικρές κι ομόσπονδες κοινότητες. Η λογική εγκατάλειψη των σημερινών μέσων παραγωγής που είναι περιττά, και η αυτοδιεύθυνση κάθε κοινωνικής δραστηριότητας, η ρύθμιση της ζωής από συνελεύσης που θα οργανώνουν βασικά καθήκοντα. Η καταστροφή των επιθετικών τεχνολογιών που ενισχύουν μια τεράστια και περίπλοκη κοινωνική οργάνωση εγείροντας ιεραρχίες, συστήματα ελέγχου, μηχανισμούς/θεσμούς καταστολής… Η ολοκληρωτική κατάργηση της μισθωτής εργασίας και η μετατροπή της εργασίας σε παιχνίδι, μια ριζική επαναδιευθέτηση των αναγκών μας, μια εναλλασσόμενη διανομή των κοινών εργασιών μεταξύ όλων όσων είμαστε ικανοί για το κάθε έργο, κατάργηση του χρήματος και αντικατάστασή του από την οικειοθελή ανταλλαγή… επανεφυεύρεση πιο φυσικών τρόπων ζωής…

Θεωρούμε τους εαυτούς μας μέρος αυτό του εγχειρήματος, απλά και μόνο γιατί είναι τόσο η θέλησή μας όσο και απόλυτη αναγκαιότητα.

Σύντροφοι από το Logroño

***

Ελεύθερη μετάφραση του κειμένου. Στα αγγλικά στο aiming further-striking better. Το Λογκρόνιο είναι μια πόλη 190.000 κατοίκων κοντά στη Χώρα των Βάσκων, υπήρξε ισχυρή έδρα των επαναστατών μέχρι την ήττα στον εμφύλιο του 1936, αλλά και εργατικών αγώνων τα πρώτα χρόνια μετά τον φρανκισμό.

Η επανάσταση και το κόμμα του ένοπλου – Δεκεμβριστές

το κείμενο αναδημοσιεύεται εδώ από το athens.indymedia.org (όπου μπορεί να βρεθεί και σε pdf) ως μικρή ανταπόκριση στην επιτακτική -πλέον, έστω- ανάγκη να διαβαστούν και να κυκλοφορήσουν, παρά τον πανικό πληροφοριών των ημερών, οι ιδέες που αναπτύσσει συγκροτημένα, με ψυχραιμία και οξύνοια.

ΠΡΟΣΟΧΗ!  ΨΑΧΝΟΥΝ ΓΙΑ ΜΑΛΑΚΕΣ


Η επανάσταση και το κόμμα του ένοπλου

Η επανάσταση σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι η καταστροφή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, και, μέσα από αυτήν, η καταστροφή όλων των κοινωνικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η επανάσταση είναι τα κομμουνιστικά μέτρα που αυτή (θα) λαμβάνει αναγκαστικά κατά την εξέλιξη της: η κατάργηση της ιδιοκτησίας, η κατάργηση κάθε είδους ανταλλακτικής αξίας και κάθε είδους μετρησιμότητας, η κατάργηση του καταμερισμού εργασίας, της διαίρεσης του χρόνου σε παραγωγικό και «ελεύθερο», η κατάργηση όλων των καπιταλιστικών λειτουργιών και διαχωρισμών του χώρου. Τα κομμουνιστικά μέτρα είναι η δημιουργία άμεσων σχέσεων μεταξύ των ατόμων, η κατάργηση κάθε διάκρισης ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον και το «συλλογικό» συμφέρον, δηλαδή η κατάργηση των ίδιων των συμφερόντων –ατομικού και «συλλογικού»– που μέσα στο κεφάλαιο αντιπαρατίθενται μεν, αλληλοϋποστηριζόμενα όμως ως προς τη συνέχιση της διακριτής τους ύπαρξης.

Καθώς (θα) εξελίσσεται η επανάσταση και μέσα από τα μέτρα που (θα) λαμβάνει, (θα) αποσυντίθενται οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και οι τάξεις που αυτές συνεπάγονται: η καπιταλιστική τάξη και το προλεταριάτο. Η επανάσταση θα καταστρέφει και το κεφάλαιο θα αμύνεται και θα προσπαθεί να αναστρέψει αυτή την καταστροφική πορεία, αλλάζοντας μορφές και φυσικά καταφεύγοντας στην άσκηση της βίας που διαθέτει. Η δράση της επανάστασης, δηλαδή τα μέτρα που θα λαμβάνει κατά την εξέλιξή της, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε βίαιη αντιπαράθεση με το κράτος. Αν η επανάσταση δεν καταπνιγεί στις πρώτες «ξεκάθαρες» αντιπαραθέσεις με το κράτος και κατορθώσει να επεκταθεί γρήγορα, τότε θα αναλάβει δράση η αντεπανάστασή της, που πάντα αναπτύσσεται ταυτόχρονα μ’ αυτήν, και συγκρουόμενη με την επανάσταση θα προσπαθεί να την αναχαιτίσει. Η αντεπανάσταση, που θα παρουσιάζεται σαν επανάσταση, θα φτάσει, αν χρειαστεί, στο σημείο να ανεμίσει κόκκινες ή κοκκινόμαυρες σημαίες και να προσπαθήσει να επιβάλει μια νέα μορφή της σχέσης κεφάλαιο (έναν άλλο εφικτό κόσμο), φυσικά με τη βία. Η βίαιη (αναπόφευκτα και ένοπλη) αντιπαράθεση της επανάστασης με το κράτος και την αντεπανάσταση θα μπορεί να συνεχιστεί μόνο αν η επανάσταση  διαχυθεί παντού και μόνο αν ταυτιστεί απόλυτα με την επιβίωση των ατόμων και των νέων σχέσεων μεταξύ τους.

Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, για να απογυμνωθεί η επανάσταση από το περιεχόμενό της ως άμεση λήψη κομμουνιστικών μέτρων και να ακυρωθεί η αναγκαιότητα της διάχυσης αυτών των πρακτικών της, σήμερα παρουσιάζεται ως επαναστατική πρακτική η διαχωρισμένη ένοπλη δράση κάποιων ειδικών κομάντο. Η θεαματική πρακτική που παρουσιάζει την επανάσταση ως «ανάληψη των όπλων από τους συνειδητοποιημένους» στην πραγματικότητα είναι η ένοπλη έκφραση της αντεπανάστασης, μια από τις μορφές της αντιεξέγερσης σήμερα στην Ελλάδα και διεθνώς.

Η επανάσταση είναι μια διαδικασία που θα διαλύσει τις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, ωστόσο θα αναδυθεί μέσα από αυτές. Η επανάσταση είναι μια διαδικασία η οποία δεν είναι εξαρχής απαλλαγμένη από κάθε είδους διαμεσολάβηση. Επειδή η επαναστατική διαδικασία θα είναι η κατάργηση κάθε διαμεσολάβησης και η επικράτηση των άμεσων σχέσεων μεταξύ των ατόμων, η αντεπανάσταση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική διαμεσολάβηση, καθώς αυτή είναι η γλώσσα έκφρασης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Το «ένοπλο» είναι μια ειδική μορφή πολιτικής πρωτοπορίας. Η διαφορά του με τις υπόλοιπες είναι ότι, επειδή επιτίθεται στρατιωτικά στους «κακούς» (προς το παρόν τουλάχιστον), μπορεί να παρουσιάζει πως κάνει κάτι που σε καμία περίπτωση δεν κάνει: ότι επιτίθεται στις σχέσεις που ορίζουν το ρόλο κάθε λειτουργού του κεφαλαίου αλλά και του ίδιου του κράτους. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου δηλώνει ότι είναι εχθρικό προς όλες τις πρωτοπορίες, ένα μέρος του πείθεται πως το κόμμα του ένοπλου είναι διαφορετικό ποιοτικά από τις άλλες μορφές πολιτικής πρωτοπορίας.

Το ένοπλο ως πολιτική διαμεσολάβηση

Κάθε πολιτική διαμεσολάβηση έχει αντίθετα συμφέροντα από την επανάσταση. Με όλες τις πρακτικές του, τα χτυπήματα και το λόγο του, το κόμμα του ένοπλου επιδιώκει να παίξει έναν πολιτικό ρόλο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η πολιτική δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνδιαλλαγή με το κράτος, το οποίο είναι ο βασικός μηχανισμός αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων. Κάθε πολιτική οργάνωση, ανεξάρτητα με τον τρόπο που χρησιμοποιεί για να διαμεσολαβεί τις σχέσεις ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους αλλά και την ίδια τη σχέση της εκμετάλλευσης, ουσιαστικά διεκδικεί για τον εαυτό της τη διαχείριση της συνέχισης της ύπαρξης της τάξης των εκμεταλλευόμενων.

Οι παλαιότερες αριστερές ένοπλες πολιτικές οργανώσεις της Ελλάδας ήταν σαφείς ως προς τον πολιτικό τους ρόλο. Προωθούσαν μέσα από την καταδικαστική δράση τους για μια συγκεκριμένη πολιτική, μια άλλη, εναλλακτική πολιτική: προωθούσαν τη δημιουργία ενός εργατικού κράτους ή ενός συστήματος αυτοδιαχείρισης της παραγωγής, δηλαδή ενός συστήματος αυτοεκμετάλλευσης. Αυτός ήταν ο τρόπος να διαμεσολαβείται πολιτικά το περιεχόμενο της επανάστασης της προηγούμενης ιστορικής περιόδου.

Σήμερα οι περισσότερες από τις ένοπλες πολιτικές οργανώσεις εμφανίζονται ως μηδενιστικές και αντικοινωνικές. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι επειδή οι σύγχρονες εξεγέρσεις είναι όντως μηδενιστικές. Είναι μηδενιστικές επειδή δεν διεκδικούν ούτε επιμέρους βελτιώσεις ούτε αναμόρφωση του συστήματος (ο τρόπος λειτουργίας του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ψευδαισθήσεις ότι οποιαδήποτε λεκτική παραχώρηση θα υλοποιηθεί). Είναι μηδενιστικές επειδή οι εκμεταλλευόμενοι, στρεφόμενοι εναντίον του κεφαλαίου, στρέφονται άμεσα εναντίον του συνόλου της σημερινής κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας τους της ύπαρξης ως τάξης του κεφαλαίου, καθώς όλα τα αναχώματα μεταξύ των αντιτιθέμενων τάξεων έχουν διαβρωθεί σήμερα στον σύγχρονο καπιταλισμό, αφήνοντας την καταστολή σαν μοναδικό αποφασιστικό επιχείρημα του κεφαλαίου. Οι σύγχρονες εξεγέρσεις προεικονίζουν την καταστροφή όλων των λειτουργιών της καπιταλιστικής κοινωνίας, την πλήρη διάρρηξη όλων των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και τη δημιουργία νέων άμεσων σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών ατόμων. Αυτές οι νέες σχέσεις είναι η πλήρης άρνηση της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι ο εκμηδενισμός (η εξάλειψη) της καπιταλιστικής κοινωνίας, η καταστροφή της. Ο μη διεκδικητικός χαρακτήρας του Δεκέμβρη, δηλαδή το μηδενιστικό του περιεχόμενο, προεικονίζει το μηδενισμό της επανάστασης.

Ο μηδενισμός του κόμματος του ένοπλου που εκφράζεται μέσα σε κάποιες από τις πρακτικές του είναι καρικατούρα: η δήθεν «επιλογή της πρωτοπορίας» να επιτεθεί σε όλους (υπονοούν επιθέσεις ακόμη και στο «μη συνειδητοποιημένο» κομμάτι των εκμεταλλευόμενων) και το αυτάρεσκο «πάθος για την καταστροφή των πάντων»  δεν έχει τίποτα να κάνει με την αναγκαιότητα του ξεπεράσματος του κεφαλαίου και τη δημιουργία νέων σχέσεων. Το σύγχρονο κόμμα του ένοπλου πλασάρεται ως «μηδενιστικό» και, ορίζοντας το μηδενισμό ως «ανομία» ή «βανδαλισμό» ή «χουλιγκανισμό», χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της αντεπανάστασης και του κράτους, προσπαθεί να αδειάσει το μηδενισμό της εξέγερσης από το επαναστατικό περιεχόμενό του.

Οι πρακτικές και η ιδεολογία του κόμματος του ένοπλου

Το κόμμα του ένοπλου, αλλά και όσοι πείθονται από αυτό, απαντούν στην κριτική που λέει ότι η πρακτική του δεν είναι τίποτε άλλο από μια πολιτική διαμεσολάβηση όπως ακριβώς και αυτή των υπόλοιπων κομμάτων, με δύο επιχειρήματα: α) ότι λειτουργούν ως προτροπή, ότι δηλαδή αν και οι υπόλοιποι εκμεταλλευόμενοι ακολουθήσουν τη δική τους πρακτική τότε και με αυτόν τον τρόπο θα γίνει η επανάσταση και β) ότι αποδυναμώνουν το κράτος και εγκαθιδρύουν ένα καθεστώς τρόμου για τους μπάτσους και τους αστούς, προετοιμάζοντας έτσι την επανάσταση. Για να κριθούν αυτές οι θέσεις, όπως και κάθε κατεύθυνση που επιχειρεί να δώσει οποιοσδήποτε παρουσιάζεται ως «επαναστατική πρωτοπορία» (ένας όρος ενδογενώς αντιφατικός), πρέπει να αποσαφηνιστεί τι θα συμβεί αν τελικά οι εκμεταλλευόμενοι ακολουθήσουν την «πρωτοπορία» και να εξεταστεί αν όντως πλήττεται το κράτος όταν φοβούνται οι μπάτσοι.

Τι σημαίνει σήμερα να πάρει ο κόσμος τα όπλα και τι θα συμβεί αν όντως πάρει τα όπλα, αν δηλαδή όντως ακολουθήσει τις προτροπές των κειμένων της «πρωτοπορίας»; Παραδοσιακά, σύμφωνα με το κόμμα του ένοπλου, υπάρχουν δύο τρόποι να ξεκινήσει η επανάσταση παίρνοντας τα όπλα: να δημιουργηθεί ένα ισχυρό αντάρτικο πόλης ή να δημιουργηθεί ένας «επαναστατικός στρατός». Το σύγχρονο εγχώριο κόμμα προωθεί το αντάρτικο πόλης. Έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι το αντάρτικο πόλης που κατορθώνει να γενικευθεί μπορεί να οδηγήσει μόνο στη δημιουργία στρατιωτικής οργάνωσης. Η ύπαρξη και μόνο ενός στρατού (ανεξάρτητα από την αρχική μορφή του) είναι αντεπαναστατική. Ο στρατός είναι ιεραρχία, πειθαρχία, διαμεσολάβηση, ανεξάρτητα από το αν ονομάζεται επαναστατικός. Ο στρατός δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από ένα μηχανισμό που έχει στόχο να καταλάβει την εξουσία. Η επανάσταση όμως δεν μπορεί να είναι η κατάληψη της εξουσίας από τους εκμεταλλευόμενους και η διαχείριση της παραγωγής με τη δημιουργία ενός εργατικού κράτους ή εναλλακτικών θεσμών αυτοεκμετάλλευσης: όλες οι ιστορικές επαναστάσεις με αυτό το περιεχόμενο απέτυχαν. Τα αντάρτικα με τέτοιες διακηρυγμένες προθέσεις, όταν φτάνουν στην κεντρική εξουσία (π.χ. Νεπάλ), απλώς εγκαθιδρύουν νέες δομές εξουσίας για τη διάσωση ενός καπιταλιστικού καθεστώτος που βρίσκεται σε μεγάλη κρίση. Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να δημιουργηθεί σήμερα «επαναστατικός στρατός», πράγμα που προεικονίζεται στο περιεχόμενο των εξεγέρσεων που πραγματικά αμφισβητούν τον σύγχρονο κόσμο. Οι εξεγέρσεις αυτές είναι ήδη η διάχυση της σύγκρουσης μέσα στο χωροχρονικό πλαίσιό τους. Η επανάσταση είναι αναγκαστικά η διάχυση της σύγκρουσης παντού, γιατί η υπεροπλία του κράτους είναι τέτοια που ο περιορισμός της επανάστασης σε υπεράσπιση στρατιωτικών μετώπων θα ήταν το τέλος της. Το μόνο που θα πετύχαινε η στρατηγική της στρατιωτικής αντιπαράθεσης που προωθεί το κόμμα του ένοπλου, θα ήταν να οδηγήσει σε μια άμεση και απόλυτη ήττα, σε ένα λουτρό αίματος.

Αυτό το πρακτικό αδιέξοδο οδηγεί στη σκέψη ότι ο στόχος της προτροπής είναι άλλος. Ο στόχος είναι να στραφεί στη διαχωρισμένη πρακτική του ένοπλου ο κόσμος που είναι ήδη εξοικειωμένος με τις πρακτικές βίας του δρόμου. Καθώς το αδιέξοδο της ζωής βιώνεται ατομικά από όλο και περισσότερους (κάτι που δεν είναι παρά μια όψη του αδιεξόδου μπροστά στο οποίο βρίσκεται η αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων) και καθώς οι πρακτικές του δρόμου αντιμετωπίζονται από τα κράτη παγκοσμίως όλο και πιο σκληρά με τη μετατροπή της αστυνομίας σε εσωτερικό στρατό κατοχής (προληπτικές συλλήψεις, αύρες, τέιζερ, πλαστικές σφαίρες, πραγματικά πυρά), η ένοπλη δράση παρουσιάζεται μέσα από τις πρακτικές του κόμματος του ένοπλου ως μια υποτιθέμενη διέξοδος. Η διέξοδος αυτή προτείνεται σε όσους δεν χωράνε στις άλλες πολιτικές μορφές του κινήματος που δημιουργήθηκαν ή ενδυναμώθηκαν μέσα στην εξέγερση του Δεκέμβρη αλλά πέρα απ’ αυτήν ή και εναντίον της. Σε όσους δεν χωράνε στα πάρκα, στις δεκάδες συνελεύσεις, στις «πρωτοβουλίες πολιτών» για τα τοπικά ζητήματα ή/και στα συνδικάτα βάσης, προτείνεται η λύση ενός απελπισμένου μοναχικού πολέμου εδώ και τώρα.

Το σύγχρονο κόμμα του ένοπλου δομεί την ιδεολογία του εκσυγχρονίζοντας την ιδεολογία της θυσίας του αγωνιστή που έχει κληρονομηθεί από τη σταλινική αριστερά. Η ιδεολογία του, που συμπυκνώνεται στο ότι επαναστάτες είναι αυτοί που τολμούν να «ξεκινήσουν την επανάσταση μόνοι τους παίρνοντας τα όπλα» –αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες της απόφασης αυτής ακόμη και για τους ίδιους– στην ουσία βασίζεται στον πλήρη ενστερνισμό του πιο σημαντικού όρου του καπιταλιστικού ονείρου: στην ατομική αξία, δηλαδή στην απόδοση της επιτυχίας ή της αποτυχίας στην προσωπική θέληση, απόφαση και προσπάθεια. Η πιο απλοϊκή μορφή αυτής της ιδεολογίας είναι το ηρωικό καουμποϊλίκι: το μόνο που χρειάζεται είναι να είσαι τολμηρός και να τραβάς πιο γρήγορα τη σκανδάλη. Το κόμμα του ένοπλου συνειδητά αγνοεί τις κοινωνικές σχέσεις που ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Αγνοεί ότι η κοινωνία αυτή είναι ταξική και ότι η αντιφατική σχέση των τάξεων είναι η μόνη δυνατή πηγή της επανάστασης. Γι’ αυτόν το λόγο φετιχοποιεί τα όπλα και μετατρέπει την επανάσταση σε μια καρικατούρα: την ένοπλη σύγκρουση. Στην ουσία, το κόμμα του ένοπλου συμμετέχει σ’ ένα στημένο παιχνίδι με νικητή αναγκαστικά το κράτος. Η συμμετοχή σ’ αυτό το παιχνίδι προσφέρει τη δυνατότητα στο κράτος να ξεμπερδέψει άμεσα με ένα κομμάτι των εκμεταλλευόμενων που ολοφάνερα δεν μπορεί να διαχειριστεί αλλιώς.

Το επόμενο λογικό βήμα στη σκέψη, είναι να τεθεί σε κριτική κατά πόσον οι ένοπλες πρακτικές ελάχιστων –οι οποίες κανένας δεν γνωρίζει ποιες ακριβώς είναι, αλλά όλοι γνωρίζουν μόνο ό,τι παρουσιάζει η αστυνομίαόντως πλήττουν το κράτος και το κεφάλαιο. Το ότι φοβούνται οι μπάτσοι ως άτομα (κάτι που όντως ισχύει σε κάποιο βαθμό) δεν έχει καμία σχέση με την εξέλιξη της κατασταλτικής στρατηγικής του κράτους. Θα ήταν μεγάλη αφέλεια αν πίστευε κάποιος ότι το κράτος πρόκειται να αλλάξει στρατηγική γι’ αυτόν το λόγο. Ο φόβος των μπάτσων, όπως και ο θάνατός τους, είναι μέσα στον προϋπολογισμό. Το κράτος δεν αντιμετωπίζει τους μπάτσους ως ανθρώπους αλλά ως όργανα, ως στρατιώτες, και δεν πρόκειται φυσικά να μειώσει την καταστολή, η οποία αποτελεί σήμερα την πιο σημαντική έκφανση της διαχείρισης της αναπαραγωγής των εκμεταλλευόμενων. Υπάρχουν και οι απόψεις που εκφράζονται από φράξιες του κόμματος του ένοπλου ή/και υποστηρικτές του κόμματος αυτού, οι οποίες επιδιώκουν την αύξηση της καταστολής. Αυτές οι απόψεις θεωρούν ότι με ένα μηχανιστικό τρόπο η αύξηση της καταστολής και των θυμάτων της θα επιφέρει αναγκαστικά την επανάσταση. Η επιδίωξη αύξησης της καταστολής υπονοεί ότι η δημοκρατία είναι ακαταμάχητη, γιατί ως δημοκρατία μπερδεύει τους υπηκόους και καλό θα ήταν να γίνει αυτό που «πραγματικά» είναι: δικτατορία. Έτσι θα έμπαιναν ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές και θα εξέλιπε η ολέθρια εξαπάτηση της συνείδησης – από μια δημοκρατία στην οποία οι θιασώτες του ένοπλου θεμελιωδώς πιστεύουν.  Πιστεύουν στην «πραγματική» δημοκρατία, «πραγματική» ελευθερία, «πραγματική» κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή σε αξίες που είναι «καλές», αλλά το καθεστώς τις χρησιμοποιεί βρωμίζοντάς τες, επειδή ακριβώς δεν αναγνωρίζουν τα ταξικά θεμέλια της κοινωνίας, την αντιφατική σχέση κεφαλαίου-προλεταριάτου και την ιστορία της.

Ένας ακόμη τρόπος να αποτιμηθεί η πρακτική του κόμματος του ένοπλου είναι να αποσαφηνιστούν τα αποτελέσματα αυτής της πρακτικής ιστορικά. Η ιστορία απαρέγκλιτα δείχνει ότι η «επανάσταση του όπλου» είναι το όπλο της αντεπανάστασης και μάλιστα το πιο ισχυρό της όπλο, ακριβώς γιατί παρουσιάζεται πιο πειστικά από όλα τα υπόλοιπα ως επανάσταση. Τα ιστορικά παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι η πρακτική του ένοπλου ταυτίζεται με τα συμφέροντα του κράτους σε ολόκληρο τον κόσμο αλλά και ειδικά στην Ελλάδα είναι πάρα πολλά και δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να τα αναπαράγει εδώ. Είναι σίγουρο πάντως ότι το να πιστεύει κανείς πως το κράτος δεν κατασκευάζει ή δεν εκμεταλλεύεται γεγονότα, σήμερα πια που τεράστιες κρατικές συνωμοσίες αποκαλύπτονται, αποτελεί ανοησία.

Η σημερινή κατάσταση

Ταυτόχρονα με την εξέλιξη ενός κινήματος εξελίσσεται και η επεξεργασία της στρατηγικής του κεφαλαίου και του κράτους εναντίον του. Αυτό που επαναλαμβάνεται στην ιστορία είναι ότι το κόμμα του ένοπλου εμφανίζεται κατά την υποχώρηση ενός κινήματος αναγγέλλοντας την έναρξη της αντεπίθεσης του κράτους ή/και μετά το τέλος του κινήματος για να ακυρώσει το περιεχόμενο του κινήματος. Όταν ο κόσμος είναι στο δρόμο και η βία του κινήματος είναι διάχυτη και κοινωνικοποιημένη, το κόμμα του ένοπλου δεν μπορεί να παίξει κανένα ρόλο. Στην εξέγερση του Δεκέμβρη, όταν οι εξεγερμένοι έκαναν επιθέσεις στους μπάτσους με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, κανένα κόμμα δεν μπορούσε να διεκδικήσει την πρωτοπορία και να υποδείξει μια διαχωρισμένη πρακτική ως πιο «αναβαθμισμένη» από την υπάρχουσα εξεγερσιακή πρακτική ή ως πιο «επαναστατική». Όταν ένα κίνημα τελειώνει, το κεφάλαιο και το κράτος αντεπιτίθενται με μεγάλη σφοδρότητα χρησιμοποιώντας πέρα από την καταστολή και κάθε είδους διαμεσολάβηση. Αντικειμενικά λοιπόν, το κράτος και το κόμμα του ένοπλου έχουν κοινό συμφέρον τον περιορισμό του διάχυτου κοινωνικού κινήματος της εξέγερσης.

Σήμερα, στην Ελλάδα του Δεκέμβρη 2009, δηλαδή στη μετεξεγερσιακή Ελλάδα, βιώνουμε την ανάπτυξη της τρομοκρατικής στρατηγικής του κράτους, που φυσικά έχει ως πρώτο μέλημά του να καταστείλει το κίνημα, να καθυστερήσει την εξέγερση και αν είναι δυνατό να την αποτρέψει εντελώς. Προσπαθεί μανιασμένα να πείσει τους εκμεταλλευόμενους ότι οι εξεγέρσεις αναγκαστικά οδηγούν στην «ανάπτυξη της τρομοκρατίας», δηλαδή ότι η μόνη συνέχεια του κινήματος είναι αναγκαστικά το ένοπλο. Η στρατηγική του κράτους ξεκίνησε μέσα στην εξέγερση, όταν ξαμόλησε τους παρακρατικούς και τους ντυμένους με πολιτικά μπάτσους από τις 9 Δεκέμβρη σε πολλές πόλεις στην Ελλάδα. Η αποτυχία αυτής της στρατηγικής ήταν απόλυτη όσο η εξέγερση ήταν στη δυνατή, ανοδική της φάση. Στη συνέχεια το παρακράτος πυροβόλησε έναν μαθητή στις 17 Δεκέμβρη όταν η κάμψη της εξέγερσης ήταν ήδη ορατή. Όταν η εξέγερση του Δεκέμβρη είχε ήδη τελειώσει, στις 23 Δεκέμβρη, το κόμμα του ένοπλου ανέλαβε δράση: πυροβόλησε μέσα από το Πολυτεχνείο. Ο τόπος και ο χρόνος που επιλέγεται για κάθε χτύπημα είναι πολύ σημαντικός και σίγουρα ο τόπος και αυτή η χρονική στιγμή ορίζουν την αντικειμενική ταύτιση συμφερόντων του κράτους και του κόμματος του ένοπλου. Στη συνέχεια, πυροβολώντας αβέρτα και ρίχνοντας χειροβομβίδες, πάντα σύμφωνα με την αστυνομία, το κόμμα του ένοπλου όρισε τα Εξάρχεια ως το πεδίο της καταστολής και της γκετοποίησης του κινήματος στις 5 Γενάρη.

Με τη στρατηγική του μέχρι σήμερα το κράτος δείχνει ότι αποτιμά τον Δεκέμβρη με έναν συγκεκριμένο τρόπο: δεν έχει ακόμη αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το θάνατο μπάτσων –τον ένα θάνατο μπάτσου μετά την εξέγερση δεν τον χρησιμοποίησαν–, κρατάει αυτό το χαρτί για τη συνέχεια και το αναγγέλλει μέσα από τις εφημερίδες του. Αν οι υπήκοοι δεν συμμορφωθούν, δηλαδή δεν φοβηθούν αρκετά από την τρομοκρατία και τα πρώτα στη λίστα ιδανικά (για πολλούς λόγους) θύματά της, τους μπάτσους, και συνεχίσουν να εξεγείρονται, το κράτος δεν θα διστάσει να πραγματοποιήσει τις αναγγελίες που κάνει μέσα από τα μμε ακόμα και να προχωρήσει σε πραγματικά τυφλά χτυπήματα εναντίον των ίδιων των υπηκόοων του. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τους εκατοντάδες υπηκόους του που αποδεδειγμένα σφαγίασε στα τυφλά το ιταλικό κράτος στην Πιάτσα Φοντάνα, στο σταθμό της Μπολόνια και στο τρένο Ιτάλικους, με μοναδικό στόχο να εξυπηρετήσει τη στρατηγική της καταστολής ενός εκτεταμένου κινήματος και να εξωθήσει ένα δυναμικό κομμάτι του στη διαχωρισμένη ένοπλη βία.

Έχει καμία σημασία ποιος κρύβεται πίσω από τα ένοπλα χτυπήματα;

Οι σημερινές πρακτικές του κόμματος του ένοπλου, όπως αναπτύχθηκαν τους τελευταίους μήνες, προσπαθούν με άγαρμπο τρόπο να αφαιρέσουν το περιεχόμενο της κριτικής που έκανε η εξέγερση του Δεκέμβρη στην καπιταλιστική κοινωνία. Με την προπαγάνδα που ακολουθεί τις εκατοντάδες σφαίρες που (πάντα σύμφωνα με την αστυνομία) ρίχνουν, με τις χειροβομβίδες και τις βόμβες, προσπαθούν να συνδέσουν την κοινωνική πρακτική της βίας στο δρόμο και της κοινωνικής βίας χαμηλής έντασης (με υλικά που μπορεί να προμηθευτεί ο καθένας) με τη βία του ειδικού κομάντο, του επαγγελματία. Το κόμμα του ένοπλου προσπαθεί, «επιτιθέμενο» κυριολεκτικά και στην κουτσή Μαρία, να γελοιοποιήσει τη ρήξη που προκάλεσε με το να μη διεκδικήσει τίποτα από αυτό τον κόσμο η εξέγερση του Δεκέμβρη, δασκαλεύοντας τον κόσμο της εξέγερσης (γιατί σ’ αυτόν απευθύνονται τα κείμενα του κόμματος αυτού) να μη συμμετέχει στους καθημερινούς αγώνες, να μη σκέφτεται (αλλά να αισθάνεται!), να μην κάνει καταλήψεις (!), και προσπαθεί εναγωνίως να τον πείσει ότι η επανάσταση είναι ζήτημα «δημιουργίας επαναστατικών συνειδήσεων». Στα δύο τελευταία (πολύ διαφορετικά από όλα τα προηγούμενα) κείμενα της «Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς» στοχοποιείται ο αναρχικός/αντιεξουσιαστικός χώρος και αναπαράγεται πλήρως η λογική του κράτους που θέλει να παρουσιάσει ότι ο αναρχικός/αντιεξουσιαστικός χώρος, το φοιτητικό κίνημα και η εξέγερση του Δεκέμβρη είναι η δεξαμενή για το «νέο» κόμμα του ένοπλου. Τι σχέση έχει όμως ο Δεκέμβρης και οι πρακτικές που ανέδειξε με όλα αυτά; Τι σχέση μπορεί να έχουν οι πρακτικές με τις μολότοφ, τις πέτρες, τις γλάστρες από τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, ακόμη και τα γκαζάκια, με τις σκοτεινές διαδρομές των όπλων και τις πρωτοπορίες; Πώς μπορούν να συνδεθούν οι άμεσες συντροφικές σχέσεις μεταξύ των εξεγερμένων που εκφράζονταν μέσα στις πρακτικές τους με την οργάνωση μιας στρατιωτικού τύπου ένοπλης ομάδας; Ο διακηρυγμένος αυτάρεσκος «μηδενισμός» κάποιων σημερινών ένοπλων παρουσιάζει ωμά την επανάσταση ως σύγκρουση των «επαναστατών» (της πρωτοπορίας που υποκαθιστά κάθε κίνημα) με το κράτος. Στο ντέρμπι «επαναστατών»-κράτους το κίνημα οφείλει να βγάλει το σκασμό, να σταματήσει τις «αδελφίστικες» κινηματικές δράσεις και να πάρει θέση θεατή για να μετράει το σκορ. Βέβαια αν αποφασίσει να βάλει κάποια στιγμή το χεράκι του για να σκοράρουν οι «δικοί μας», ακόμα καλύτερα. Ο Δεκέμβρης του 2008 δεν έχει καμία σχέση με τον Δεκέμβρη της ΟΠΛΑ, όσο κι αν προσπαθεί το κράτος και το κόμμα του ένοπλου να μας πείσουν για το αντίθετο.

Δεν έχει καμιά απολύτως σημασία αν κάποιοι από τους εμπλεκόμενους στις ένοπλες ενέργειες των τελευταίων δέκα μηνών δεν είναι ρουφιάνοι, πράκτορες ή/και μπάτσοι. Ούτως ή άλλως, άτομα και ομάδες που δεν σχετίζονται έστω έμμεσα με τη μαφία ή το κράτος είναι πολύ δύσκολο να προμηθευτούν ανεξέλεγκτα οπλισμό και να κινούνται χωρίς να γίνονται ορατοί από το κράτος. Αυτούς που είναι ορατοί (όπως για παράδειγμα η υποτιθέμενη «αόρατη επιτροπή» στη Γαλλία) το κράτος ή τους συλλαμβάνει ή τους διαβρώνει. Καμία ουσιαστική διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ της δράσης μιας ομάδας της οποίας τις κινήσεις γνωρίζει το κράτος και συνεπώς μπορεί να την αφήνει να δρα ή να την εμποδίζει ανάλογα με τα συμφέροντά του, και της δράσης μιας τρομοκρατικής ομάδας πρακτόρων (ας μην ξεχνάμε ότι ένας αποδεδειγμένα ρουφιάνος του ελληνικού κινήματος είναι ο πρώην βομβιστής αλλά πάντα ΚΥΠατζής, ο Ντάνος Κρυστάλλης).

Εκείνο που έχει σημασία είναι η στρατηγική του κράτους, που είναι η ώθηση ενός κομματιού του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου προς το κόμμα του ένοπλου. Από τη μία πλευρά η κατασταλτική στρατηγική του κράτους (η κατοχή των Εξαρχείων και οι προαναγγελθείσες συλλήψεις στην πορεία της 17 Νοέμβρη, δηλαδή η αρχή της πραγματικής καταστολής) και το αδιεξοδο που προκαλείται στην αναπαραγωγή της κοινωνίας συνολικά και από την άλλη η φανατική ανάδειξη κάθε ενέργειας και του λόγου του κόμματος του ένοπλου από το κράτος και τα μμε, αποτελούν το περίγραμμα του σχεδίου περιθωριοποίησης του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου στο μαντρί των «παρακολουθούμενων επίδοξων τρομοκρατών». Το κράτος γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν μπορεί να αποσοβήσει μια νέα εξέγερση και προσπαθεί αναγκαστικά να καθυστερήσει και να δυσκολέψει το αρχικό στάδιο της εκδήλωσής της με την τρομοκρατία που έχει εξαπολύσει. Το κράτος αναγκάζεται να κάνει χονδροειδείς αφαιρέσεις καθώς βρίσκεται σε κατάσταση προληπτικής άμυνας και ασχολείται τόσο πολύ με το «χώρο» εξαιτίας της εντελώς μηχανιστικής λογικής του. Σύμφωνα με τη λογική του κράτους, αν δεν υπήρχε η αντίδραση της νύχτας του Σαββάτου 6 Δεκέμβρη είναι πιθανό να μην υπήρχε εξέγερση. Άρα, αν περιοριστεί ο «χώρος» στα πολύ στενά πλαίσια του κόμματος του ένοπλου, που σημαίνει παρακολουθήσεις, περιστολή κάθε ελευθερίας κίνησης εκατοντάδων ανθρώπων, πολλές προληπτικές συλλήψεις/προφυλακίσεις, είναι πιθανό να μην μπορεί να ξεκινήσει κάτι αντίστοιχο εύκολα στο μέλλον: κούνια που τους κούναγε. Αν όμως από τη μία πλευρά η αναγκαστικά χονδροειδής λογική του κράτους αποδειχθεί άχρηστη την κρίσιμη ώρα της εξέγερσης, από την άλλη πλευρά, η ιδεολογική αγκύλωση κομματιού του «χώρου» στην ένοπλη έκφανση της αντεπανάστασης είναι δυστυχώς πιθανό να παίξει ρόλο στην ίδια την εξέλιξη της εξέγερσης.

Κάποιοι που βλέπουν το μέλλον μέσα στην εξέγερση του Δεκέμβρη

Η Ελλάδα, η Γαλλία και ο Κομμουνισμός – Comité invisible

“Mise en point: Η Ελλάδα, η Γαλλία και ο Κομμουνισμός”

Αόρατη Επιτροπή

Όλοι συμφωνούν. Θα εκραγεί. Στις αίθουσες των συνελεύσεων, όπως και χθές στο καφέ, φτάσαμε σ’ αυτό συμπέρασμα μαζί, με τόλμη ή γενναιοδωρία. Ευχαριστηθήκαμε υπολογίζοντας τα ρίσκα. Ήδη ανιχνεύουμε τις προληπτικές επιχειρήσεις που διεξάγονται τέμνοντας το έδαφος με το πλέγμα τους. Οι εορτασμοί της πρωτοχρονιάς πήραν μια αποφασιστική τροπή εδώ. “Αυτή είναι η τελευταία χρονιά που θα ‘χουμε στρείδια! [σημ. της ελλ. μετάφρασης: huitre=στρείδι, γαλλική αργκοτική λέξη για τους μπάτσους και εν γένει τους ηλίθιους]. Προκειμένου το πλήθος να μην παρασυρθεί εντελώς από την παραδοσιακή ελευθεριότητα, είναι αναγκαίο να έχει κανείς τους 36.000 μπάτσους και τα 16 ελικόπτερα που έστειλε η Michèle Alliot-Marie [υπουργός δικαιοσύνης], που καθηλωμένη, έψαχνε παντού στις κινητοποιήσεις των μαθητών του Δεκέμβρη [2008] τρέμοντας το παραμικρό σημάδι μιας μετάδοσης από τους Έλληνες. Στο βάθος των καθησυχαστικών σχολίων, ακούμε όλο και πιο καθαρά τις θορυβώδεις προετοιμασίες για ανοιχτό πόλεμο. Κανείς δεν μπορεί να συνεχίσει ν’ αγνοεί τη ρητή, ψυχρή, ρεαλιστική επιτάχυνσή του, που δεν μπαίνει καν πια στον κόπο να παρουσιαστεί σαν μια ειρηνευτική επιχείρηση.

Οι εφημερίδες εντελώς συνειδητά αγνοούν τις αιτίες αυτής της ξαφνικής ανυσηχίας. Υπάρχει η κρίση, ασφαλώς, με τα επικίνδυνα επίπεδα της ανεργίας, την έκρηξη της απελπισίας και του κοινωνικού σχεδιασμού, τα σκάνδαλα Kerviel και Madoff. Έπειτα υπάρχει η χρεωκοπία του σχολικού συστήματος, που δεν μπορεί πια να παράγει εργάτες ή έστω απλά πολίτες, ούτε καν από τα παιδιά της μεσαίας τάξης. Υπάρχει αυτή η αρρώστια, θα ΄λεγε κανείς, μιας νεολαίας που καμιά πολιτική εκπροσώπηση δεν μπορεί να την μεσολαβήσει, που το μόνο που μπορούν να κάνουν μ’ αυτήν είναι να της πουλήσουνε χιλιάδες αυτοκίνητα για να κοπανήσει πάνω σε άλλους, αντί για τα δωρεάν ποδήλατα που δεν καταδέχεται ούτε να παραλάβει.

Όλα αυτά τα ενοχλητικά ζητήματα ωστόσο, δε θα πρεπε να φαίνονται αξεπέραστα σε μια εποχή που το κυρίαρχο μοντέλο διακυβέρνησης έγκειται ακριβώς στην διαχείριση καταστάσεων κρίσης. Εκτός αν σκεφτεί κανείς πως αυτό που έχει η εξουσία να αντιμετωπίσει εδώ πέρα, δεν είναι απλά ακόμα μια κρίση, ή ακόμα μια συνέπεια χρόνιων προβλημάτων και λίγο-πολύ απρόσμενων δυσλειτουργιών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν μοναδικό κίνδυνο: Αυτόν μιας μορφής σύγκρουσης που προετοιμάζεται, και ο καθένας παίρνει θέση, και που τείνει να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

[…]

Οι άνθρωποι που, σε κάθε σημείο, ενσωματώνουν αυτόν τον κίνδυνο, οφείλουν να αρχίσουν να αναρωτιούνται ορισμένα πράγματα, όχι λιγότερο ασήμαντα από τις ίδιες τις αιτίες, τις δυνατότητες για κινήσεις και μάχες που σε κάθε περίπτωση θα διεξαχθούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μεταξύ των οποίων τα κάτωθι: Πως θα “μολύνει” το ελληνικό χάος τη γαλλική κατάσταση; Μια εξέγερση εδώ [στη Γαλλία] δε θα μπορούσε φυσικά να είναι μια απλή αντιγραφή του τί συνέβη εκεί κάτω. Ο παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος έχει ακόμα τις τοπικές ιδιαιτερότητές του, και μια κατάσταση γενικευμένων ταραχών θα πυροδοτούσε μια διαφορετικού βαθμού έκρηξη αν ξεσπούσε στη Γαλλία.

Οι έλληνες ταραχοποιοί είχαν απέναντί τους ένα αποδυναμωμένο Κράτος, ενώ απολαμβάνουν μια υψηλή κοινή συμπάθεια στο πρόσωπό τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν ενάντια στο καθεστώς των συνταγματαρχών που βασίστηκε αυτή η δημοκρατία εκεί, μόλις 30 χρόνια πριν, και μέσα από μια πρακτική πολιτικής βίας. Αυτή η βία, η ανάμνηση της οποίας δεν είναι και τόσο παλιά, φαίνεται να είναι ακόμα προφανής για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ακόμα και κορυφαία στελέχη του εκεί σοσιαλιστικού κόμματος ήταν εξοικειωμένα με τα κοκτέιλ μολότοφ στα νιάτα τους. Απ΄την άλλη, η παραδοσιακή πολιτική σκηνή εμπεριέχει κομμάτια που είναι απόλυτα ικανά να αφομοιώνουν τέτοιες πρακτικές και να προπαγανδίζουν τις ιδεολογικές κενοτοπίες τους ακόμα και μέσα απ’ τη συμμετοχή τους στις ταραχές. Ωστόσο, η μάχη της Ελλάδας δεν αποφασίστηκε ούτε ξεκαθαρίστηκε στους δρόμους -όπου η αστυνομία εμφανώς έχασε το προβάδισμα- η εξουδετέρωσή της κρίθηκε αλλού. Τίποτα δεν είναι τελικά πιο εξαντλητικό, και τίποτα δεν είναι εκ των πραγμάτων πιο φονικό, από την παραδοσιακή πολιτική, με τα ξεθωριασμένα τσιτάτα της, την απερίσκεπτη σκέψη, και τον κλειστό μικρόκοσμό της.

Εδώ στη Γαλλία, οι πιο ακραίοι απ’ τους σοσιαλιστές γραφειοκράτες μας, δεν ήταν ποτέ πραγματικά κάτι πάραπάνω από σοβαροφανείς αργόσχολοι, κατάλληλοι μόνο για κοινοβουλευτικές ρητορίες, μικροί “υπεύθυνοι” χεσμένοι κωλυσιεργοί. Έτσι επιμένουν να προωθούν αυτόν τον διαχωρισμό μεταξύ του “πολίτη” και του “σπάστη”. Και να βουτάν στα αβαθή των ατελείωτων διχοτομήσεών τους: οι οδηγοί εναντίον των διαδηλωτών, οι απεργοσπάστες εναντίον των απεργών που κρατούν ομήρους, οι φιλήσυχοι πολίτες εναντίον των ταραξιών. Μια σχεδόν γλωσσολογική επιχείρηση, που βαδίζει χέρι-χέρι με ημι-στρατιωτικά μέτρα. Οι ταραχές του Νοέμβρη του 2005 και, σ’ ένα διαφορετικό πλαίσιο, το κοινωνικό κίνημα του Φθινοπώρου του 2007 έχουν δώσει ορισμένα παραδείγματα αυτής της διαδικασίας. Η εικόνα των ενωμένων φοιτητών της Nanterre, που χειροκροτούν τη σύλληψη των συμφοιτητών τους από τους μπάτσους με κραυγές όπως “Πάμε “αγόρια με τα μπλέ” [παραπέμπει και στην ποδοσφαιρική εθνική Γαλλίας], πάμε!” δίνουν μόνο μια θολή εικόνα απ’ το τί μας επιφυλάσσει το μέλλον.

Δε χρειάζεται να πούμε για την προσκόλληση των γάλλων στο Κράτος -εγγυητή των παγκόσμιων αξιών και τελευταίο οχυρό πριν την καταστροφή- μια παθολογική συνθήκη που θα δυσκολευτούμε πολύ να τινάξουμε από πάνω μας. Πάνω απ’ όλα είναι ένας μύθος που δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Η άρχουσα τάξη μας η ίδια το βλέπει ολοένα και περισσότερο σαν ένα άχρηστο βάρος, μιας και αυτοί έχουν ήδη αρχίσει τη σύγκρουση με στρατιωτικούς όρους. Έχουν απωλέσει κάθε ενδοιασμό να στείλουν αντι-τρομοκρατικές μονάδες για να βάλουν σε τάξη τους ταραξίες των προαστείων, ή να απελευθερώσουν ένα κατειλημένο έδαφος που έχει πέσει στα χέρια μισθωτών σκλάβων. Στο βαθμό που το Κράτος Πρόνοιας διαλύεται, μια ωμή αντιπαράθεση μεταξύ όσων επιθυμούν την Τάξη και αυτών που δεν θέλουν άλλο απ’ αυτήν, βλέπει το φως της ημέρας. Κάθε τι που κρατούσε η γαλλική πολιτική σκηνή σε νάρκωση, επανεμφανίζεται τώρα. Δε θα αναρρώσει απ’ αυτό που το καταπίεσε έτσι απλά. Και υπολογίζουμε στο επερχόμενο κίνημα να βρει το μηδενιστικό πνεύμα που είναι απαραίτητο στο προχωρημένο στάδιο της κοινωνικής αποσύνθεσης στο οποίο γεννιέται. Και δε θ’ αποτύχει να το φέρει σε ένα εντελώς νέο επίπεδο.

Ένα επαναστατικό κίνημα λοιπόν, δεν διαδίδεται μέσω “μόλυνσης”, αλλά αντήχησης. Είναι κάτι που οιικοδομείται σε ένα μέρος και αντηχεί με τα κύματα που εκπέμπει σε κάτι που χτίζεται αλλού. Το σώμα που το αντηχεί, αντηχεί και το ίδιο με τον δικό του τρόπο. Μια εξέγερση δεν είναι σαν την μετάδοση της πανώλης ή μιας πυρκαγιάς -μια γραμμική διαδικασία που απλώνεται σε γειτονικά μέρη, από μια αρχική σπίθα. Αντίθετα είναι μάλλον κάτι που παίρνει μουσικές φόρμες, και πυρπολώντας καταφέρνει να επιβάλει τον ρυθμό του δικού του παλμού, ακόμη κι αν χάνεται στον χώρο και στον χρόνο. Και να γιγαντώνεται. Στο σημείο που μια επιστροφή στην κανονικότητα δεν είναι πια ούτε επιθυμητή, ούτε εφικτή.

Όταν μιλάμε για την Αυτοκρατορία, μιλάμε για τους μηχανισμούς της εξουσίας που προληπτικά και χειρουργικά κρατούν αιχμαλωτισμένες όλες τις επαναστατικές δυνατότητες μιας συνθήκης. Υπ’ αυτήν την έννοια, η Αυτοκρατορία δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος εχθρός, που έχουμε απέναντί μας. Είναι πολύ περισσότερο ένας ρυθμός που μας επιβάλλεται, ένας τρόπος να διαχειρίζεται κανονικά την πραγματικότητα και να την αποστραγγίζει. Είναι πολύ λιγότερο μια νέα τάξη πραγμάτων και πολύ περισσότερο η θλιβερή, βαρύγδουπη και μιλιταριστική της αποσύνθεση.

Αυτό που ακούμε απ’ τους εξεγερμένους είναι ο βόμβος από μια εντελώς διαφορετική συνθήκη, από ένα εντελώς διαφορετικό κομμάτι της πραγματικότητας, που αναζητά τις αρμονίες του, απ’ την Ελλάδα στα γαλλικά προάστεια.

[…]

Είναι κοινό μυστικό ότι οι καταστάσεις κρίσεις είναι χρυσές ευκαιρίες για την κυριαρχία να ανασυγκροτήσει την δομή της. Κι έτσι ο Sarkozy μπορεί να ανακοινώνει ότι μια πιστωτική κρίση σημαίνει και “τέλος του κόσμου”, και ταυτόχρονα ότι “το έτος 2009 θα βρει τη Γαλλία να εισέρχεται σε μια νέα εποχή”, χωρίς να περνιέται τόσο για ψεύτης. Η απειλή μιας οικονομικής κρίσης θα ήταν μια καλή καινοτομία λοιπόν. Μια ευκαιρία για ένα όμορφο παραμύθι όπου όλοι ενωμένοι θα πολεμήσουμε την ανισότητα, ενώ ταυτόχρονα θα μαχόμαστε ενάντια στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Όλα αυτά, θα πρέπει να παραδεχτούμε, είναι λίγο δύσκολο για την γενιά μας να τ αποδεχτεί, καθώς γεννηθήκαμε σε κρίση, και το μόνο που γνωρίσαμε ποτέ ήταν η κρίση -οικονομική, πιστωτική, κοινωνική, οικολογική. Δεν έχουμε πρόθεση να ακούσουμε γι ακόμα μια φορά κάτι σαν “πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι για λίγο καιρό”. Για να πούμε την αλήθεια, όταν ακούμε τις καταστροφικές στατιστικές της ανεργίας, δεν μας προκαλεί ιδιαίτερη συναισθηματική αντίδραση. Η κρίση είναι ένας τρόπος να κυβερνιούνται οι άνθρωποι. Όταν αυτός ο κόσμος φαίνεται πως μπορεί να συγκρατηθεί πλέον μόνο με τη διαχείριση της ίδιας της συντριπτικής του ήττας. Θα θελαν να μας δουν να τρέχουμε πίσω απ’ το Κράτος, να κινητοποιούμαστε, να εμψυχωνόμαστε, να στηρίζουμε το κάθε απίθανο σχέδιο ρετουσαρίσματος αυτής της κοινωνίας. Είναι όμως που είναι τόσο αηδιαστική μια τέτοια προοπτική που θα μπορούσαμε απλά να αποφασίσουμε να τελειώνουμε μια και καλή με τον καπιταλισμό.

Το διακύβευμα εδώ δεν είναι απλά ποιος απ’ τους 2-3 τρόπους διαχείρισης της κοινωνίας θα επιβληθεί. Αντίθετα, ασταμάτητα και ασυμφιλίωτα σε σύγκρουση μπαίνουν εδώ διαφορετικές ιδέες περί ευτυχίας και οι κόσμοι τους. Η εξουσία το γνωρίζει αυτό, κι εμείς το ίδιο. Τα “αγωνιστικά” απολοιφάδια που μας βλέπουν -ολοένα και πιο πολυάριθμους, ολοένα και λιγότερο ταυτοποιήσιμους- τραβάνε τα μαλλιά της κακόμοιρης κεφαλής τους. Και πάλι, στρέφουν τα όπλα τους εναντίον μας, προκαλώντας ασφυξία, με τις ήττες τους, με την παράλυσή τους, τις ασθενικές αμφιβολίες τους. Από τις “εκλογικές μάχες” στις “μεταβατικές περιόδους”, δεν θα γίνουν ποτέ τίποτε παραπάνω από αυτό ακριβώς που μας κρατά μακριά από την δυνατότητα του κομμουνισμού. Ευτυχώς, ελάχιστοι έχουν πια την όρεξη να ανεχθούν κάθε προδοσία και απόρριχη από δω και πέρα.

Το παρελθόν μας έδωσε τόσο πολλές λάθος απαντήσεις ώστε να γνωρίζουμε πια ότι ήταν οι ερωτήσεις μας που ήταν λανθασμένες.

Έτσι, ΔΕΝ χρειάζεται να διαλέξουμε:

Ή τον φετιχισμό του “αυθόρμητου” Ή τον έλεγχο της Οργάνωσης
Ή το DIY των αγωνιστικών γνωριμιών Ή τους προθαλάμους της ιεραρχίας
Την απεγνωσμένη δράση εδώ και τώρα Ή την απεγνωσμένη δράση όταν ωριμάσουν οι συνθήκες
Το να βάζουμε στην άκρη αυτά που πρέπει να ζήσουμε και να βιώσουμε εδώ και τώρα, στο όνομα ενός παραδείσου που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο μοιάζοντας με κόλαση Ή το να τρώμε τις σάρκες μας, πεπεισμένοι ότι το να καλλιεργούμε τα δικά μας καρότα μπορεί να είναι αρκετό για να απελευθερωθούμε εμείς απ’ αυτόν τον εφιάλτη.
Τόσο πολλές επιλογές.

Οι οργανώσεις είναι ένα εμπόδιο στο να οργανωθούμε.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κάποιο χάσμα μεταξύ του τί είμαστε, τί κάνουμε, και τί γινόμαστε. Οι οργανώσεις, είτε πολιτικές είτε συνδικαλιστικές, φασιστικές ή αναρχικές, πάντοτε έχουν τη βάση τους στη δημιουργία πρακτικών διαχωρισμών μεταξύ αυτών των όψεων της ύπαρξης. Έπειτα συνεχίζουν επιδεικνύοντας τον ηλίθιο φορμαλισμό τους ως την μόνη εφικτή θεραπεία για τον διαχωρισμό αυτόν. Να οργανώνεται δεν σημαίνει να βρίσκεις μια δομή για την αδυναμία σου. Είναι πάνω απ’ όλα να σχηματίζεις ισχυρούς δεσμούς, δεσμούς που δεν είναι ουδέτεροι, αλλά έχουν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο βαθμός της οργάνωσης μετριέται από την ένταση της φύσης του μοιράσματος αυτού, υλικού και πνευματικού.

Λοιπόν, ήδη, “οργανωθείτε υλικά για να επιβιώσετε, οργανωθείτε υλικά για να επιτεθείτε”. Παντού μια νέα ιδέα κομμουνισμού βρίσκεται υπό επεξεργασία. Στα σκοτάδια των μπαρ, στα φωτοτυπάδικα, στις καταλήψεις, στους ακάλυπτους χώρους, σε φάρμες ή γυμναστήρια, επιθετικές συνομωσίες υφαίνονται. Συνομωσίες όπου ο κόσμος παίρνει ξαφνικά μια τροπή προς το πιο επείγον. Αυτές οι συνεργίες δεν πρέπει να στερηθούν τα μέσα που απαιτούν για την ανάπτυξη όλης της δυναμικής τους.

Και είναι μεταξύ αυτών που βρίσκεται η πραγματικά επαναστατική δυνατότητα της εποχής μας. Οι όλο και πιο συχνές εχθροπραξίες είναι υπέροχες επειδή ακριβώς κάθε φορά που συμβαίνουν, είναι η αφορμή για τέτοιου είδους συνεργίες, άλλοτε εφήμερες, αλλά πολλές φορές όσο πιο ακλόνητες μπορούν να είναι. Θα υπάρξει σίγουρα μια διαδικασία συσσώρευσης εδώ. Όταν χιλιάδες νέοι άνθρωποι κρατούν στις καρδιές τους την επιθυμία να εγκαταλείψουν και να σαμποτάρουν αυτόν τον κόσμο, θα πρέπει κανείς να είναι ηλίθιος όσο κι ένας μπάτσος για να ψάχνει από πίσω τους κάποιο χρηματοδότη, ηγέτη, ή έστω ένα απρόσεχτο λάθος.

[…]

Δυο αιώνες καπιταλισμού και εμπορευματικού μηδενισμού κατέληξαν στην εξάπλωση της πιο ακραίας αποξένωσης, την αποξένωση του ίδιου του εαυτού, των άλλων, των πολλών κόσμων που υπάρχουν σ αυτόν τον κόσμο. Το άτομο, αυτή η παλιά θεότητα, αποσυντέθηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε πραγματοποιηθεί. Παιδιά της μητρόπολης, ορίστε το στοίχημά μας: Είναι από την πιο βαθιά αλλοτρίωση της ίδιας της ύπαρξης που οι πάντα αποσιωπημένες, οι πάντα αποτρεπόμενες δυνατότητες του κομμουνισμού αναπτύσσονται. Οπωσδήποτε, αυτό με το οποίο πολεμάμε εδώ πέρα, είναι η ίδια η ανθρωπολογία. Η ίδια η ιδέα του “ανθρώπου”. Έπειτα για τον κομμουνισμό, ως προϋπόθεση και ως πειραματισμό. Το μοίρασμα από κοινού μιας συγκεκριμένης ευαισθησίας και η επεξεργασία του μοιράσματος αυτού. Η εύρεση του τί είναι κοινό, και η κατασκευή μιας δύναμης. Ο κομμουνισμός ως η μήτρα, μιας σχολαστικής, αυθάδικης επίθεσης ενάντια στην εξημέρωση. Ως κάλεσμα και ως ονομασία, απ’ όλους τους κόσμους που αντιστέκονται στην αυτοκρατορική ειρήνη, απ’ όλη την αλληλεγγύη που δεν μπορεί να σπάσει απ’ τη δικτατορία του εμπορεύματος, απ’ όλες τις φιλίες που συμβαδίζουν με τις αναγκαιότητες του πολέμου. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ. Γνωρίζουμε ότι είναι ένας όρος που πρέπει να μεταχειριζόμαστε με προσοχή. Όχι επειδή στην μεγάλη παρέλαση των λέξεων, αυτή δεν είναι πια στην μόδα. Αλλά μάλλον επειδή οι χειρότεροι απ΄ τους εχθρούς μας την καπηλεύτηκαν και συνεχίζουν να το κάνουν. Ωστόσο, επιμένουμε. Ορισμένες λέξεις είναι σαν πεδία μάχης, το νόημά τους είναι μέρος και έπαθλο ενός είδους νίκης, είτε της επανάστασης είτε της αντίδρασης, και αναγκαστικά κερδίζεται με σκληρό αγώνα.

[…]

Κατά την παράδοση, όλα ξεκινούν με ένα “κοινωνικό κίνημα”. Πάνω απ’ όλα τη στιγμή που η αριστερά, η οποία πλέον δεν ασχολείται μόνο με το συγύρισμα της ίδιας της αποσύνθεσής της, αλλά προσπαθεί φαρισαϊκά να κερδίσει λίγη αξιοπιστία του δρόμου. Ωστόσο, έχει χάσει προ πολλού το μονοπώλιο του δρόμου. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά σε κάθε νέα διαδήλωση των μαθητών, όπως και κάθε άλλου που τολμούν να υποστηρίζουν: υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα που ποτέ δεν σταματά να διευρύνεται, μεταξύ των κλαψιάρικων αιτημάτων τους, και του επιπέδου της βίας και της αποφασιστικότητας του κινήματος.

Πρέπει να μετατρέψουμε το χάσμα αυτό σε οδόφραγμα.

Αν βλέπουμε ακόμα “κοινωνικά κινήματα” να ακολουθούν το ένα το άλλο, να τρέχουν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο και να μην αφήνουν τίποτα ορατό πίσω τους, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει κάτι μέσα τους που ακόμα επιμένει. Ένα μικρό ίχνος σκόνης που συνδέει κάτι που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να ρυθμιστεί απ’ τον αυθαίρετο χρόνο που επιβάλει η τυπική απόσυρση του ενός ή του άλλου νόμου, με το οποιοδήποτε πρόσχημα. Βλέπουμε κάτι που, με τον δικό του ρυθμό και τις δικές του κινήσεις, αποτελεί μια νέα δύναμη που παίρνει σχήμα. Μια δύναμη που δε θα περιμένει απλά να έρθει η κατάλληλη στιγμή, αλλά θα την επιβάλει, σιωπηλά.

Δεν έχουμε πια χρόνο να περιμένουμε την κατάρρευση. Είτε γίνει αργά ή γρήγορα, πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Δε χρειάζεται κανεις να σχεδιάσει το πώς θα γίνει η εξέγερση, αλλά να φέρει πίσω την πιθανότητα μιας ανταρσίας σ’ αυτό που δε θα πρεπε ποτέ να σταματήσει να είναι: ο ζωτικός ενθουσιασμός της νιότης, καθώς και της λαϊκής σοφίας. Όσο γνωρίζουμε πως να κινηθούμε μέσα της, η απουσία ενός γενικού σχεδίου δεν είναι τόσο ένα εμπόδιο, όσο μια πιθανότητα. Για τους εξεγερμένους είναι ο μόνος χώρος που μπορεί να τους εγγυθεί ένα βασικό πράγμα: την πρωτοβουλία κινήσεων. Απλά χρειάζεται να ανάψουμε και να κρατήσουμε ζωντανό, όπως κρατά κανείς μια φωτιά, έναν συγκεκριμένο τρόπο να κοιτά κανείς τα πράγματα, μια συγκεκριμένη τακτική έξαψη, ώστε όταν έρθει η στιγμή, ακόμα και τώρα, να είμαστε μια αποφασιστική και συνεχής πηγή αποφασιστικότητας. Ήδη ορισμένα ερωτήματα που μέχρι χθες ίσως έμοιαζαν απαρχαιωμένα ή γραφικά επανέρχονται. Απλά πρέπει να τα προωθήσουμε, όχι να τους δώσουμε την οριστική τους απάντηση, αλλά να τα φέρουμε στη ζωή. Η επανάληψη ορισμένων απ’ αυτά, δεν είναι δα και η μικρότερη από τις αρετές της ελληνικής εξέγερσης:

-Πως μπορεί μια γενικευμένη κατάσταση ταραχής να μετατραπεί σε εξέγερση;
-Τι κάνουμε όταν πάρουμε τους δρόμους και η αστυνομία έχει ηττηθεί σ’ αυτό το πεδίο;
-Έχει ακόμα νόημα μια επίθεση στο κοινοβούλιο;
-Τί σημαίνει, στην πράξη, να ανατρέψουμε την εξουσία σε τοπικό επίπεδο;
-Πώς λαμβάνουμε τις αποφάσεις μας;
-Πως μπορούμε να συντηρηθούμε;
-ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ Ο ΕΝΑΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ;

Παρίσι, 22 Γενάρη 2009

[σημείωση: φιλοξενούμε το κείμενο της “Αόρατης Επιτροπής” εδώ λόγω ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, αν και διαφωνούμε με τη συλλογιστική που αναπτύσσεται σε πολλά σημεία, για παράδειγμα την αναγωγή της διαφορετικής πολιτικής εκπροσώπησης, σε Ελλάδα και Γαλλία, εκ μέρους των σοσιαλιστών, στη ψυχοσύνθεση και τα βιώματα των ανώτερων στελεχών τους. Κάτι τέτοιο παραπέμπει σε μια προσωποκεντρική θεώρηση της ιστορίας (που κινείται δηλαδή σύμφωνα με τα καπρίτσια των “απο πάνω”), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες μεταξύ των δυο χωρών, όπως οι παραγωγικές σχέσεις και ο αποκλεισμός διαφορετικών κομματιών του πληθυσμού, και ιδιαίτερα όσον αφορά την “κοινωνική βάση” των δυο πολιτικών αυτών χώρων. Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό μιας άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο προσωπικής/ηθικής κριτικής στο ρόλο της αριστεράς, που επαναλαμβάνεται στα κείμενα της τάσης αυτής, καταλήγοντας μάλλον να αποδυναμώνει τη σχετική κριτική.]