Author Archives: rioter - Page 2

Μεξικό: κοινοτική αυτοδιεύθυνση κι αυτοάμυνα ενάντια σε μαφίες, τράπεζες και μπάτσους

Αποκλειστικό: Κέντρα ανομίας και χάους ενάντια στην ανάπτυξη και στο Μεξικό:

Autodeterminación y autodefensa en Cherán, Michoacán

του Simòn Sedillo

Στις 11 Δεκέμβρη 2012, το αμερικανικό υπουργείο δικαιοσύνης ανακοίνωσε ότι ο τραπεζικός κολοσσός HSBC απαλλάσσεται με νόμο από κάθε κατηγορία για την άρνησή του να δεχθεί ελεγκτικά μέτρα ενάντια στο ξέπλυμα χρήματος, παρά το πλεόνασμα αποδείξεων που υπάρχουν για τη συμμετοχή του. Ο βοηθός γενικού εισαγγελέα Lanny Breuner δήλωσε: “Εάν οι αμερικανικές αρχές αποφάσιζαν να κινήσουν νομικά την υπόθεση, η HSBC σχεδόν σίγουρα θα έχανε την άδεια λειτουργίας της στις ΗΠΑ, και το μέλλον του ιδρύματος θα απειλούταν, ενώ ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα θα αποσταθεροποιούταν”.

Ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα θα αποσταθεροποιούταν;

Το υπουργείο δικαιοσύνης αποφάσισε μάλλον να βάλει ένα πρόστιμο-μαμούθ στην HSBC, ύψους 1,9 δισ. δολλάρια, ενώ ζήτησε την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων της τράπεζας για τα 5 επόμενα χρόνια. Το 1,9 δισ. αντιστοιχεί στην κερδοφορία πέντε εβδομάδων για την HSBC, με άλλα λόγια, σταγόνα στον ωκεανό. Το πιο θλιβερό μέρος της ιστορίας στα κυρίαρχα ΜΜΕ, είναι η επικέντρωση στο ξέπλυμα χρήματος και το ύψος του προστίμου, απέναντι στις ζωές που έχουν χαθεί από την νομιμοποίηση του εγκλήματος σε μια απ’ τις πιο χοντροκομμένες παραδοχές συνενοχής με το οργανωμένο έγκλημα σε όλον τον αποκαλούμενο “πόλεμο ενάντια στα ναρκωτικά”. Βασικά, αυτό που ανακοινώθηκε στον κόσμο απ’ το αμερικανικό υπουργείο δικαιοσύνης ήταν ότι το χρήμα έρεε άφθονο, και οι εγκληματίες είχαν γίνει πανίσχυροι. Οι συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία από την νομική δίωξη μιας τράπεζας θα ήταν τεράστιες, το ρίσκο ήταν πολύ μεγάλο. “Σόρρυ παίδες, αλλά οι κακοί νίκησαν”.

Στο Cheran, Michoacan, του Μεξικού, τα νέα για την νομοθετική ασυλία στις ΗΠΑ δεν εκπλήσσουν κανέναν. Το οργανωμένο έγκλημα έχει κυριαρχήσει στην κοινότητα ήδη από το 2000. Μετά από τις δημοτικές εκλογές του 2008, που ανέδειξαν έναν εκπρόσωπο του PRI (“θεσμικό επαναστατικό κόμμα”), η παράνομη δραστηριότητα έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Είναι πια κοινός τόπος για την κοινότητα ότι το οργανωμένο έγκλημα είναι ένα ενσωματωμένο στοιχείο της τοπικής πολιτικής σκηνής αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας. Το Cheran είναι μια όμορφη μικρή ιθαγενική ορεινή κοινότητα, περικυκλωμένη από δάση, που γνωρίζει καλά το πραγματικό κόστος του ξεπλύματος χρήματος. Αμέσως μετά τις εκλογές του 2008, η κοινότητα άρχισε να γεύεται την ανάπτυξη του καννιβαλικού καπιταλισμού, του οποίου το οργανωμένο έγκλημα δεν είναι παρά ένα μέρος του.

Η παράνομη βιομηχανία υλοτομείας άρχισε να αποψιλώνει τα πολυαγαπημένα δάση της κοινότητας, που παραδοσιακά απολάμβαναν σεβασμό, ως μια πνευματική σύνδεση των ιθαγενών Purepecha με τη γη τους. Η υλοτομεία γρήγορα πήρε την μορφή λεηλασίας, και όταν μέλη της κοινότητας άρχισαν να προσπαθούν να υπερασπιστούν τα δάση τους, ήρθαν αντιμέτωποι με έναν πραγματικό εφιάλτη: οι υλοτόμοι όχι μόνο είχαν τη στήριξη και την πλήρη κάλυψη των κυβερνητικών αρχών και της τοπικής αστυνομίας, αλλά ολόκληρη η επιχείρηση συντονιζόταν από γνωστά μέλη της τοπικής μαφίας. [Μέχρι σήμερα, ακούω παρακλήσεις μελών της κοινότητας να μην κατονομάζω την μαφία αυτή σε οτιδήποτε γράφω ή λέω, διαφορετικά διακινδυνεύω τη ζωή μου]

Τα πρώτα μέλη της κοινότητας που προσπάθησαν να υπερασπιστούν το δάσος, δολοφονήθηκαν απλά και γρήγορα. Απ’ το 2008 ως το 2011 η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη. Η μαφία ζητάει “προστασία” από όποιον έχει έστω κι ένα μικρό μαγαζί στην κοινότητα του Cheran. Το δάσος έχει ρημαχθεί και ο τρόμος βασιλεύει παντού, καθώς όλοι νιώθουν τη ζωή τους σε ρίσκο. Η πόλη, με τη δύση του ηλίου μετατρέπεται σε πόλη φάντασμα. Την πραγματικότητα αυτή αντιμετωπίζουν πολλές κοινότητες στο Μεξικό κάθε μέρα.

Φόνοι, εξαφανίσεις, απαγωγές, οι εγκληματικές συνέπειες της παράνομης υλοτομείας και η διάχυτη τρομοκρατία κορυφώθηκαν το ξημέρωμα της 15ης Απρίλη 2011. Μια ομάδα γυναικών, είχαν αρχίσει να οργανώνονται σιωπηλά τις προηγούμενες μέρες, ώστε να μπει ένα τέρμα στο ρήμαγμα της πόλης τους. Στις 15 Απρίλη, με τα παιδιά τους και τους νέους της πόλης στο πλάι τους, οι γυναίκες ύψωσαν το ανάστημά τους και προσπάθησαν να σταματήσουν τους εμπόρους ξυλείας που πέρναγαν μέσα από την πόλη τους. Οι ξυλέμποροι προσπάθησαν να πατήσουν τις γυναίκες με τ’ αμάξια τους, κι ως απάντηση ολόκληρη η κοινότητα ξεσηκώθηκε, κι άρχισε να πυρπολεί τα φορτηγά των ξυλεμπόρων και να τους συλλαμβάνει.

Σ’ αυτό το σημείο, η κοινότητα αντελήφθηκε τη συνενοχή της τοπικής αστυνομίας, όταν οι ίδιοι οι αστυνομικοί έφεραν μπράβους του οργανωμένου εγκλήματος στο μέρος όπου οι κάτοικοι κρατούσαν τους ξυλεμπόρους ώστε να προσαχθούν, προκειμένου να τους αποσπάσουν με τη βία. Η κοινότητα ύψωσε “fotagas”, φλεγόμενα οδοφράγματα σ’ ολόκληρη την πόλη, ώστε να εμποδίσει τις επιδρομές εναντίον μελών της. Εντός λίγων ημερών, η κοινότητα αποφάσισε ότι δεν μπορούσαν πια να εμπιστεύονται κανέναν πολιτικό από κανένα κόμμα, κι ούτε ακόμα την τοπική και την κρατική αστυνομία. Έτσι άρχισαν να οργανώνονται για τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοάμυνά τους, επιλέγοντας να στραφούν προς τις παραδοσιακές Purepecha μορφές αυτοκυβέρνησης.

Εκλέχθηκε ένα γενικό συμβούλιο γερόντων της κοινότητας, και σχηματίστηκαν επιτροπές για τις λογιστικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ανάγκες. Τα μέλη της κοινότητας είπαν απλά ότι στράφηκαν προς την ιστορία τους και απευθύνθηκαν στους γηραιότερους προκειμένου να βρουν κοινοτικές μορφές οργάνωσης που λειτουργούσαν πριν τα πολιτικά κόμματα, την αστυνομία και το οργανωμένο έγκλημα. Το γενικό συμβούλιο σήμερα αναγνωρίζεται και νόμιμα σαν δημοτική αρχή του Cheran, στο Michoacan.

Η κοινότητα συμφώθησε σε ένα μίνιμουμ τριών αιτημάτων: ασφάλεια, δικαιοσύνη και αναδάσωση της γης. Έκτοτε ενεργά αναδασώνουν ολόκληρη την περιοχή, λαμβάνουν μάλιστα αυτήν την όψη του αγώνα πολύ σοβαρά, υπενθυμίζοντάς μας ότι η προστασία του δάσους γι αυτούς είναι ένα πνευματικό και παραδοσιακό καθήκον. Το Cheran δεν πιστεύει πια ότι κανείς θα του φέρει τη δικαιοσύνη για τους νεκρούς, τους εξαφανισμένους και όσους μετανάστευσαν λόγω της σύγκρουσης, ούτε περιμένει κανέναν στην εξουσία να δείξει κατανόηση στη δικαιοσύνη για το δάσος για την οποία μιλούν. Σήμερα το Cheran γνωρίζει ότι η δικαιοσύνη είναι κάτι που θα πρέπει να φροντίσουν οι ίδιοι από δω και πέρα. Όσον αφορά την ασφάλεια, ο κόσμος μπορεί να δει για τον εαυτό του με τί μοιάζει μια κοινότητα που παίρνει την ευθύνη της ίδιας της ασφάλειάς της, μέσω των δικών της, παραδοσιακών μορφών αυτοκυβέρνησης και αυτοάμυνας.

Λίγο μετά το ξεκίνημα της εξέγερσης του 2011, μέλη της κοινότητας δήλωσαν ότι οι τοπικοί πολιτικοί και η αστυνομία απλούστατα αποχώρησαν από φόβο για αντίποινα απ’ την κοινότητα, κι ως εκ τούτου δεν υπήρξε καν η ανάγκη να τους εκδιώξει απ’ την πόλη. Μέλη της κοινότητας κατέλαβαν τα τοπικά κυβερνητικά κτίρια, τα φορτηγά και τα όπλα της αστυνομίας, και τα έθεσαν σε χρήση. Ιστορικά, το Cheran “αστυνομευόταν” ή αμυνόταν παραδοσιακά από μέλη της ίδιας της κοινότητας. Σε εθελοντικές βάρδιες, μέλη καθεμιάς απ’ τις τέσσερις “barrios” ή γειτονιές της πόλης περιπολούν την κοινότητα σε αυτοάμυνα. Η περιπολία αυτή ονομάζεται “ronda”, ή κοινοτική περιφρούρηση. Σήμερα η ronda χωρίζεται σε δύο μέρη. Την “ronda communitaria”, που είναι υπεύθυνη για την περιπολία και περιφρούρηση της κοινότητας εντός των ορίων της, και τους “guardabosques” ή φύλακες των δασών, που περιπολούν έξω απ’ τα όρια της πόλης, βαθιά μέσα στο δάσος, προκειμένου να προστατέψουν τα μέλη της κοινότητας που ζουν σε αγροτικές περιοχές αλλά και το ίδιο το δάσος.

[youtube]http://youtu.be/fK5OP_VOSvQ[/youtube]

Το Cheran δεν είναι η πρώτη κοινότητα στο Μεξικό που επιστρέφει σε παραδοσιακά μέσα κοινοτικής αυτοάμυνας, δεν είναι καν η πρώτη στην πολιτεία του Michoacan, ή στην περιοχή των ιθαγενών Purepecha. Κι άλλες κοινότητες συμμετέχουν σε παρόμοιες πρακτικές αυτοκυβέρνησης και αυτοάμυνας, και ολοένα και περισσότερο πολλές κοινότητες βλέπουν την παραδοσιακή αυτοκυβέρνηση και την αυτοάμυνα ως μια βιώσιμη εναλλακτική στη σαπίλα της πολιτικής και την υποταγή στο οργανωμένο έγκλημα. Πρόσφατα, μέλη του συμβουλίου του Nurio, μιας μεγαλύτερης και παλαιότερης στην αυτοκυβέρνηση και την αυτοάμυνα πόλης του Michoacan, πρότειναν τη διοργάνωση τοπικών περιπολιών από όλα τα συμβούλια των Purepecha, ώστε να καλύπτουν όλες τις ιθαγενικές περιοχές της πολιτείας.

Είναι δύσκολο να μη σηκώνει κανείς τους ώμους παραιτούμενος όταν βλέπει ότι εγκληματίες όπως αυτοί της HSBC απολαμβάνουν κάθε ασυλία από νομικές και ποινικές κυρώσεις, αλλά είναι ακόμα δυσκολότερο να μη σφίξει τη γροθιάτου στον αέρα βλέποντας τους ιθαγενείς Purepecha να υπερνικούν το οργανωμένο έγκλημα, τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τις μεγάλες επιχειρήσεις, βρίσκοντας τα δικά τους μοντέλα αυτοδιεύθυνσης και αυτοάμυνας σε κοινοτικό επίπεδο.

Πηγή: http://elenemigocomun.net/2013/01/self-determination-defense-cheran/

H θεωρία της κομμουνιστικοποίησης και το ζήτημα του φασισμού – datacide

Θεωρία της κομμουνιστικοποίησης και το ζήτημα του φασισμού

Έχουν περάσει πάνω από πέντε χρόνια απ’ το ξεκίνημα της χρηματοπιστωτικής κρίσης χωρίς να υπάρξει ίχνος ανάπαυλας από τη λιτότητα και την ένταση της ανασφάλειας. Ούτε η παλιά αριστερά των συνδικάτων και των κομμάτων ούτε τα νεώτερα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας και άμεσης δράσης φαίνεται να είναι σε θέση να προσφέρουν μια προοπτική. Στην αναζήτηση για νέους οδικούς χάρτες για να κινηθούμε μέσα στην κρίση και για της δυνατότητες της ζωής πέρα απ’ τον καπιταλισμό, η έννοια της “κομμουνιστικοποίησης” έχει γίνει ένα σημείο αυξημένης εστίασης της συζήτησης.

Η ίδια η λέξη υπάρχει ήδη από τις απαρχές του κομμουνιστικού κινήματος. Ο άγγλος ουτοπιστής Goodwyn Barmby, που πιστώνεται ως το πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποίησε τον όρο κομμουνιστικός στην Αγγλική γλώσσα, γράφοντας ένα κείμενο ήδη από το 1841 με τίτλο “Το περίγραμμα του Κομμουνισμού, της Συνεργατικότητας και της Κομμουνιστικοποίησης”. Ο ίδιος αντιλαμβανόταν τις τέσσερις εποχές της ανθρώπινης ιστορίας ως “Παραδεισοποίηση, Βαρβαροποίηση, Πολιτισμός και Κομμουνιστικοποίηση”, ενώ η σύζυγος και συνεργάτις του Catherine Barmby προηγήθηκε του σύγχρονου διαλόγου για το ζήτημα του φύλου με τις πρώιμες φεμινιστικές παρεμβάσεις της, υποστηρίζοντας την κομμουνιστικοποίηση ως λύση στην υπαγωγή των γυναικών (σχετικά με τον Goodwyn Barmby πραγματεύεται στο Meandering on the semantical-historical paths of communism and commons’, The Commoner, Δεκέμβριος 2010, ο Peter Linebaugh).

Η χρήση του όρου απ’ τους Barmby για να περιγράψουν τη διαδικασία της δημιουργίας μιας κομμουνιστικής κοινωνίας, δεν απέχει παρασάγγας από την τρέχουσα χρήση του, ωστόσο έχει προσλάβει ένα πιο εξειδικευμένο σύνολο νοημάτων από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 οπότε στοιχεία της γαλλικής “υπερ-αριστεράς” άρχισαν να την χρησιμοποιούν ως έναν τρόπο να ασκούν κριτική στις παραδοσιακές αντιλήψεις περί επανάστασης. Ο κομμουνισμός γίνεται συχνά αντιληπτός τόσο από μαρξιστές όσο κι από αναρχικούς σαν ένα μελλοντικό στάδιο της κοινωνίας που μέλει να πραγματοποιηθεί στο μακρυνό μέλλον αφού θα έχουν καταλαγιάσει οι φουρτουνιασμένες υποχρεώσεις της επανάστασης. Για τους υπέρμαχους της κομμουνιστικοποίησης από την άλλη, ο καπιταλισμός μπορεί να καταλυθεί μόνο από την άμεση δημιουργία διαφορετικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, όπως για παράδειγμα της ελεύθερης διανομής των αγαθών και της δημιουργίας “κομμουνιστικών, χωρίς την μεσολάβηση χρήματος, κέρδους, κράτους, μορφών ζωής. Η διαδικασία αυτή θα πάρει φυσικά χρόνο για να ολοκληρωθεί, όμως θα ξεκινήσει με την έναρξη της επανάστασης, η οποία θα δημιουργεί όχι τις συνθήκες για τον κομμουνισμό, αλλά τον ίδιο τον κομμουνισμό” (Gilles Dauvé & Karl Nesic, ‘Communisation’, 2011, στμ: εδώ)

Σήμερα αυτή η ευρεία έννοια της κομμουνιστικοποίησης χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους, αλλά αναντίρρητα διακρίνονται δύο κύριοι πόλοι στις τρέχουσες συζητήσεις -αν και με πολλές ακόμα αποχρώσεις ανάμεσά τους.

Υπάρχει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “βολονταριστική” αντίληψη της κομμουνιστικοποίησης, που σχετίζεται με ανθρώπους επηρεασμένους απ’ το περιοδικό Tiqqun και τις εκδόσεις που αποδίδονται στην “Αόρατη Επιτροπή”, όπως Το Κάλεσμα (2004) και Η Εξέγερση που Έρχεται (2007) (στμ: λινκ). Βολονταριστική, επειδή δίνεται έμφαση στην επιλογή των ανθρώπων να διαλέξουν μεριά και να δραπετεύσουν απ’ την καπιταλιστική κοινωνία -Το Κάλεσμα κάνει λόγο για “λιποταξία” και “απόσχιση”- προκειμένου να δημιουργήσουν δίκτυα και χώρους όπως οι κομμούνες, με χαρακτηριστικό τους τις “πράξεις κομμουνιστικοποίησης, δημιουργίας κοινών τέτοιων χώρων, μηχανημάτων, γνώσης” (Το Κάλεσμα).

Αυτή η αντίληψη έχει επικριθεί για την αυταπάτη της πρότασης μιας αναδυόμενης εναλλακτικής κοινωνίας μέσα σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο, από τον άλλον κύριο πόλο υποστηρικτών της υπόθεσης της κομμουνιστικοποίησης. Αυτός, που θα ονόμαζα “στρουκτουραλιστική” παραλλαγή της κομμουνιστικοποίησης σχετίζεται ιδιαίτερα με το γαλλικό περιοδικό Theorie Communiste (TC). Πιο πρόσφατα, οι ιδέες του αναπτύχθηκαν κι επεκτάθηκαν σε συζητήσεις με κοντικά σκεπτόμενες ομάδες όπως η αγγλόφωνη Endnotes και το σουηδικό περιοδικό Riff Raff. Από κοινού, αυτές οι συλλογικότητες συνεργάστηκαν πρόσφατα για να παράξουν το “Sic – διεθνής επιθεώρηση για την κομμουνιστικοποίηση” (το τεύχος #1 εκδόθηκε το 2011, εδώ).

Ονομάζω αυτήν την προσέγγιση “στρουκτουραλιστική” επειδή δίνεται πολύ περισσότερη έμφαση στο πώς η δυνατότητα κομμουνισμού προκύπτει από τις δομικές αντιφάσεις ενός ιδιαίτερου σταδίου του καπιταλισμού. Κάνουν λόγο για “ιστορική παραγωγή της επανάστασης” και για την “κομμουνιστικοποίηση ως ιστορικό προϊόν της αντίφασης κεφαλαίου-εργασίας” (Woland, “The historical production of the revolution of the current period”, 2010, εδώ).

Στην καρδιά αυτής της αντίφασης βρίσκεται το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι ολοένα και περισσότερο ανίκανος να διασφαλίσει την κοινωνική αναπαραγωγή, αντίθετα με το παρελθόν, οπότε ήταν σε μεγάλο βαθμό σε θέση να πετύχει κάτι τέτοιο μέσω του μισθού. Ενώ η μισθωτή εργασία είναι φυσικά εκμετάλλευση, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων σε πολλά μέρη του κόσμου ήταν σε θέση να αναπαράχθεί με μια λογική ασφάλεια μέσω του μισθού του. Στην Ευρώπη και στην Αμερική για παράδειγμα, ένας τυπικός εργάτης της αυτοκινητοβιομηχανίας περί το 1970 μπορούσε να αποκτήσει ένα σπίτι (είτε να το αγοράσει είτε να το νοικιάζει), ένα αμάξι, οικιακές συσκευές (τηλεόραση, πλυντήριο) και τις καλοκαιρινές διακοπές του. Αυτός ο άμεσος μισθός συμπληρωνόταν επίσης από έναν αυξανόμενο “κοινωνικό μισθό”: συντάξεις, υπηρεσίες υγείας, επιδόματα ανεργίας και ούτω καθεξής.

Ως απάντηση στην κρίση κερδοφορίας της δεκαετίας του 1970, ο καπιταλισμός έχει αναδιαρθρωθεί. Η παλιά έννοια της “εργασίας για μια ζωή” έχει διαλυθεί. Για πολλούς, η πρόσβαση σε έναν “βιώσιμο μισθό” είναι σποραδική κι επισφαλής. Ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός θεωρούνται πλεονάζοντες για τις απαιτήσεις του καπιταλισμού καθώς αυτός επιδιώκει την απρόσιτη ουτοπία του, να δημιουργεί πλούτο χωρίς να έχει ανάγκη το προλεταριάτο. Την ίδια στιγμή, ο ιστός της κοινωνικής ασφάλειας διαβρώνεται προοδευτικά. Για την TC και για άλλους, η δυνατότητα για μια επαναστατική ρήξη δημιουργείται απ’ αυτήν την εξελισσόμενη αντίφαση -προκειμένου να επιβιώσουν και να ζήσουν μια ζωή που ν’ αξίζει τον κόπο, αυτοί που εξαρτώνται απ’ την μισθωτή εργασία τους αναγκάζονται να έρθουν σε σύγκρουση με τον καπιταλισμό.

Η πιθανότητα μιας κρίσης στην οποία το χρήμα δε θα λειτουργεί πλέον είναι πραγματική και όπως στην Αργεντινή το 2001 θα έθετε άμεσα το ζήτημα του πώς αλλιώς μπορούμε να παράγουμε και να διανέμουμε τα αναγκαία της ζωής. Μετατοπίζοντας την εστίαση απ’ τον κομμουνισμό ως μια ιδεώδη κατάσταση του απώτερου μέλλοντος σε μια άμεση πρακτική δραστηριότητα, η έννοια της κομμουνιστικοποίησης μπορεί να μας βοηθήσει να συλλογιστούμε τί θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση ενός τέτοιου σεναρίου. Οι ιδιαιτερότητες σχετικά με το πώς ακριβώς τα ανθρώπινα όντα θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους πέρα απ’ τον ορίζοντα της αγοράς εξετάζονται σπάνια, όμως κάνοντάς κάτι τέτοιο ίσως αποβεί πολύ εποικοδομητικό.

Το πρόβλημα με ένα μεγάλο μέρος της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης ωστόσο είναι ότι συχνά φαίνεται να λαμβάνει ως δεδομένο ότι υπό την πίεση των γεγονότων, οι ευρείας κλίμακας απόπειρες κομμουνιστικοποίησης είναι αναπόφευκτες, ακόμα κι αν η επιτυχία τους δεν είναι εγγυημένη. Για παράδειγμα, ο Bruno Astarian υποστηρίζει ότι “Όταν η καπιταλιστική κρίση ξεσπά, το προλεταριάτο αναγκάζεται να εξεγερθεί προκειμένου να βρει μιαν άλλη κοινωνική μορφή ικανή να αποκαταστήσει την κοινωνικοποίηση και την άμεση αναπαραγωγή του” (Bruno Astarian, “Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση”, 2010, εδώ)

Προς το παρόν, ωστόσο, είναι δύσκολο να επισημάνει κανείς παραδείγματα κομμουνιστικοποίησης στην πράξη, πέρα τουλάχιστον από ξεσπάσματα λεηλασιών ή βραχυπρόθεσμες καταλήψεις δημόσιου χώρου. Όπως παρατηρεί ο Benjamin Noys σε μια πρόσφατη επισκόπησή του, το παλιό κίνημα μπορεί να είναι μεν σε κρίση, όμως  η ανάδυση ενός εναλλακτικού “νέου κινήματος” είναι δύσκολο να εντοπιστεί -τουλάχιστον. (B. Noys “The Fabric of Struggles”, στο “Communisation and its Discontents: Contestation, Critique, and Contemporary Struggles”, 2011).

Η κομμουνιστικοποίηση πρέπει να παραμείνει μια υπόθεση, όμως σίγουρα το ίδιο πρέπει και όσον αφορά άλλα πιθανά προϊόντα της έξαρσης της κρίσης -περιλαμβανομένης μιας ανόδου του λαϊκίστικου εθνικισμού, του ρατσισμού η/και του θρησκευτικού φανατισμού, ενσωματώνοντας στοιχεία ενός αντιδραστικού “αντι-καπιταλισμού”. Τα χρόνια της κρίσης είδαμε πολλές εξεγέρσεις, όμως επίσης και την ανάπτυξη της αντίδρασης στους δρόμους. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή αύξησε τη βάση της και σημειώνει επιθέσεις εναντίον μεταναστών. Στη Λιβύη, υποσαχάριοι Αφρικανοί γίνονται στόχος από αντι-κανταφικούς αντάρτες. Υπήρξαν ταραχές εναντίον μειονοτικών ομάδων στην περιοχή του Ασσάμ στην Ινδία (όπου στο στόχαστρο βρέθηκαν μουσουλμάνοι μετανάστες) και στο Μπαγκλαντές (με βουδιστές στο στόχαστρο).

Η κριτική του Marcel Stoetzler στο “Να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία” του Johm Holloway θα μπορούσε επίσης να εφαρμοστεί στο ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης: “υπάρχουν αντικαπιταλιστικές κραυγές και ρωγμές που δεν είναι καθόλου, και δε θα μπορούσαν καν να γίνουν, κομμουνιστικές: υπάρχουν αντιδραστικές, αντιχειραφετικές μορφές αντικαπιταλισμού, και όπως στάθηκαν αποφασιστικός παράγοντας στην καταστροφική πορεία του 20ού αιώνα, η υποθετική αντανάκλασή τους πρέπει να τύχει περισσότερο από μιας κριτικής σημείωσης, πρέπει να γίνει κεντρική” (“On the possibility that the revolution that will end capitalism might fail to usher in communism”, Journal of Classical Sociology, 2012). Μαζί με τον Holloway και μεγάλο μέρος των αυτόνομων μαρξιστών, οι επίδοξοι κομμουνιστικοποιητές συχνά φαίνεται να υποφέρουν από μια “έλλειψη θεωρίας του φασισμού”.

Για τους συγγραφείς του Καλέσματος, μια ρητορική υπερβολή της έκτασης του τρόμου του παρόντος δίνει την αίσθηση ότι τα πράγματα δύσκολα θα μπορούσαν να πάνε χειρότερα. Απ’ τη στιγμή που ήδη ζούμε την “καταστροφή”, την “έρημο”, τον “παγκόσμιο εμφύλιο πόλεμο”, λογικά ο φασισμός δε θα ‘ταν παρά μία απ’ τα ίδια. Φυσικά έχουν δίκιο ότι ο πόλεμος, ο τρόμος και η καταπίεση συμβαίνουν εδώ και τώρα, όμως υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ αυτού και της γενικευμένης εφαρμογής του σε γενοκτονία. Τείνουν επίσης να εξισώνουν ανέμελα την κοινοτοπία με τη βαρβαρότητα -μεταξύ των τρόμων που αποκηρύσσουν είναι “η εξάπλωση των προαστίων στη Φλόριδα, όπου η μιζέρια έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι κανείς δε φαίνεται να την αισθάνεται” (δεν πειράζει όμως, οι υπερεπαναστάτες “την αισθάνονται” για λογαριασμό σας). Όσον αφορα πάλι το μεγαλύτερο μέρος της μετα-καταστασιακής υπερ-αριστεράς, η ποιοτική διαφορά μεταξύ πλήξης και Buchenwald (στμ. ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης) αφήνεται γενικά ανεξερεύνητη.

Άλλοι στο “στρατόπεδο” της κομμουνιστικοποίησης είναι πιο στοχαστικοί προς τις πιθανές μεταλλάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στο Sic #1, ο BL συλλογίζεται πως “η επανάσταση η ίδια θα μπορούσε να ωθήσει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής να αναπτυχθεί με έναν ολότελα απρόβλεπτο τρόπο, απ’ την αναγέννηση της δουλείας ως την αυτοδιαχείριση (“The suspended step of communisation”, 2011, εδώ). Λογικά ο φασισμός είναι ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όμως γενικά ο κύριος κίνδυνος που θέτουν οι θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης είναι κάποιου είδους ριζοσπαστικής δημοκρατικής αυτοδιαχείρισης που θα επανέφερε τον καπιταλισμό από την πίσω πόρτα.

Η υπερ-αριστερά και ο φασισμός

Δυστυχώς η ιστορική υπερ-αριστερά δεν προσφέρει πολλά χρήσιμα εργαλεία για να κατανοήσουμε τον φασισμό και τα συναφή κινήματα. Με την έννοια “υπερ-αριστερά” εννοώ τα ρεύματα που εντοπίζουν τις ρίζες τους στις διάφορες ομάδες που ήρθαν σε ρήξη με την επικρατούσα τάση της Κομμουνιστικής Διεθνούς τη δεκαετία του 1920, περιλαμβανομένων των “συμβουλιακών κομμουνιστών” και των “αριστερών κομμουνιστών” στη Γερμανία, την Ιταλία και αλλού. Στη δεκαετία του 1960 και του ’70 νεώτερες ομάδες προέκυψαν που συνδύαζαν ιδέες απ’ αυτά τα ρεύματα με στοιχεία που προέρχονταν από την Καταστασιακή Διεθνή, την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα και άλλους. Έχω υπόψιν μου ότι ο όρος “υπερ-αριστεράς” δεν έχει χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα αυτοπροσδιοριστικά απ’ τις ομάδες αυτές, και ότι υπάρχουν πάντα τεράστιες διαφορές μέσα σ’ αυτόν τον χώρο. Παρολαυτά, θα χρησιμοποιήσω τον όρο συνοπτικά για να ορίσω έναν πολιτικό χώρο διακριτό απ’ τον τροτσκισμό, τον σταλινισμό και τον αναρχισμό.

Ο Jacques Camatte αποτελή μια σπάνια περίπτωση υπερ-αριστερού όταν αναγνωρίζει ότι “Οι άνθρωποι στην αριστερά του ’20 και του ’30 δεν ήθελαν πραγματικά να λάβουν υπόψιν και να αναλύσουν τις ιδέες που εξέφραζε το ναζιστικό κίνημα και τα συναφή ρεύματα, κι αυτό παρά το γεγονός ότι πολλοί απ’ αυτούς υπέφεραν κάτω απ’ την ναζιστική καταπίεση. Γενικά μιλώντας, δεν υπήρξε καμμία σοβαρή προσπάθεια να εκτιμηθεί τί καινοφανές ή μη ήταν αυτό που ερχόταν” (Echoes of the Past, 1980).

Στη δεκαετία του 1920 και του ’30, πολλοί στη γερμανική αριστερά, περιλαμβανομένου του KAPD (Εργατικό Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας) και οι φράξιες που το διαδέχθηκαν έμειναν προσκολλημένες σ’ ένα όραμα μιας θεωρίας της τελικής κρίσης, πιστεύοντας ότι ο καπιταλισμός ήταν στο χείλος του γκρεμού και η κατάρρευσή του θα προετοίμαζε την επανάσταση. Μ’ αυτήν την προοπτική, που μοιραζόταν επίσης το σταλινοποιημένο Κομμουνιστικό Κόμμα, η μετέπειτα άνοδος του ναζισμού γινόταν συνήθως αντιληπτή σαν ένα εφήμερο φαινόμενο που σύντομα θα παραμεριζόταν στην αναμέτρηση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ακόμα και ο Pannekoek, συμβουλιακός κομμουνιστής που άσκησε κριτική στη “θεωρία της τελικής κρίσης”, φαίνεται να πίστευε ακόμα και μέχρι το 1934 ότι το κυριώτερο εμπόδιο στην επανάσταση ήταν οι αριστερίστικες αυταπάτες της εργατικής τάξης: “Φαίνεται να αποτελεί μια αντίφαση ότι η τρέχουσα κρίση, βαθύτερη και πιο καταστροφική απ’ ότι κάθε προηγούμενη, δεν έχει δείξει σημάδια αφύπνισης της προλεταριακής επανάστασης. Όμως, η απομάκρυνση των παλιών ψευδαισθήσεων είναι το πρώτο της μεγάλο καθήκον: αφενός, η ψευδαίσθηση του να κάνουμε τον καπιταλισμό πιο ανεκτό μέσω μεταρρυθμίσεων που θα καταφέρουν η σοσιαλδημοκρατική κοινοβουλευτική πολιτική και η συνδικαλιστική δράση και, αφετέρου, η ψευδαίσθηση ότι ο καπιταλισμός μπορεί να ανατραπεί με μια έφοδο υπό την ηγεσία ενός Κομμουνιστικού Κόμματος που θα φέρει την επανάσταση” (Anton Pannekoek, Η θεωρία της κατάρρευσης του καπιταλισμού, 1934).

Στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, οι επαναστάτες ήρθαν αντιμέτωποι με άρχουσες τάξεις στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ που προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν τη θέση τους μέσω των αντιφασιστικών διαπιστευτηρίων τους. Υπήρξαν διάφορες στρατηγικές διαθέσιμες για την καταπολέμηση αυτής της ιδεολογίας, περιλαμβανομένης της εξέτασης της πρόθυμης συνεργασίας αυτών των “αντιφασιστικών” καθεστώτων με τον Χίτλερ οποτεδήποτε επιθυμούσαν, και της διευκόλυνσής τους σε ναζιστές βιομηχάνους, αστυνομικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους να παραμείνουν στη θέση τους μεταπολεμικά. Όμως κάποιοι στην υπερ-αριστερά πήγαν ακόμη παραπέρα και προσπάθησαν να υποβαθμίσουν τον συγκεκριμένο τρόμο του Ολοκαυτώματος ως απλές καπιταλιστικές business as usual.

Το 1960 το γαλλικό μπορντιγκιστικό περιοδικό Programme Communiste δημοσίευσε το διαβόητο άρθρο “Auschwitz, ή Το Μεγάλο Άλλοθι” που πρότεινε ότι η μαζική δολοφονία των Εβραίων δεν ήταν αποτέλεσμα του αντι-σημιτισμού παρά μόνο μια στιγμή στο ξερίζωμα της μικροαστικής τάξης ως αποτέλεσμα της “ακαταμάχητης ανάπτυξης της συγκέντρωσης του κεφαλαίου”. Έτσι, φονεύθηκαν “όχι επειδή ήταν Εβραίοι, αλλά επειδή απορρίφθηκαν από την παραγωγική διαδικασία”. Κάτι τέτοιο είναι προφανώς εμπειρικά ανόητο, Εβραίοι όλων των τάξεων φονεύθηκαν κι όχι μόνο όσοι θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως “μικροαστούς”. Αλλά κάτι τέτοιο επίσης βγάζει λάδι τους φονιάδες τους, ως απλούς ακολούθους της λογικής της συσσώρευσης, ίσως ακόμα κι ενάντια στη θέλησή τους: “Ο γερμανικός καπιταλισμός παραιτήθηκε με δυσκολία στον αγνό και καθαρό φόνο”.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο αναδημοσιεύτηκε ως ξεχωριστό φυλλάδιο το 1970 από μια ομάδα γύρω απ’ το υπερ-αριστερό βιβλιοπωλείο του Παρισιού La Vielle Taupe. Για ορισμένους απ’ τον χώρο αυτόν, κυρίως τον Pierre Guillaume, αυτό ήταν η απαρχή μιας πορείας προς την πλήρη άρνηση του Ολοκαυτώματος. Στις αρχές του ’80, ο Guillaume έσπευσε προς υπεράσπιση του Robert Faurisson, ενός Γάλλου συγγραφέα που ισχυριζόταν ότι οι θάλαμοι αερίων ήταν μια φάρσα. Δεν ήταν ο μόνος. Η υπερ-αριστερή ομάδα Guerre Sociale, που περιλάμβανε τον Dominique Blanc, δημοσίευσε μια αφίσα με τίτλο “Qui est le Juif?” (Ποιός είναι ο Εβραίος;), το οποίο συνέκρινε τη δίωξη του Faurisson με την μοίρα των Εβραίων. Μετά τη διάλυση του χώρου αυτού, ο Guillaume έγινε ένας εξέχων εκδότης ρεβιζιονιστικής λογοτεχνίας -ένας “négationniste” για να χρησιμοποιήσω τον γαλλικό όρο.

Κατά τρόπο ενδιαφέροντα σ’ αυτόν τον ίδιο χώρο ήταν που προέκυψε η τρέχουσα έννοια της κομμουνιστικοποίησης: “Δεν είναι σαφές ποιός πρωτοχρησιμοποίησε τον όρο… Απ’ ό,τι μπορούμε να ξέρουμε, ήταν ο Dominique Blanc: προφορικά κάπου στα χρόνια μεταξύ 1972-74… Όποιος και να επινόησε τη λέξη, η ιδέα κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή στον χώρο γύρω απ’ το βιβλιοπωλείο La Vieille Taupe (“ο γεροτυφλοπόντικας”, 1965-1972). Από τα γεγονότα του Μάη του ’68, ο βιβλιοπώλης Pierre Guillaume, πρώην μέλος της Socialisme ou Barbarie και της Pouvoir Ouvrier (“εργατική εξουσία”), όμως επίσης για έναν καιρό κοντινός του Guy Debord (που κι ο ίδιος υπήρξε μέλος της S. ou B. στα 1960-61), προωθούσε διαρκώς την ιδέα της επανάστασης ως μια διαδικασία που κομμουνιστικοποιεί (Gilles Dauvé et Karl Nesic, Communisation, 2011).

Δεν υποστηρίζω ασφαλώς ότι η έννοια της κομμουνιστικοποίησης στιγματίζεται μοιραία απ’ το είδος των Guillaume και Blanc, ή ότι ο καθένας σ’ εκείνον τον πρώιμο χώρο της κομμουνιστικοποίησης μπορεί να κηλιδώνεται για πάντα απ’ το ρεβιζιονιστικό/negationist στίγμα. Για παράδειγμα ο Dauvé υπήρξε κατηγορηματικός ότι “η ναζιστική Γερμανία συνειδητά εξόντωσε εκατομμύρια Εβραίων, πολλούς απ’ αυτούς σε θαλάμους αερίων. Αυτά είναι ιστορικά γεγονότα”. Ο ίδιος συνεισέφερε σε έναν λεπτομερή κριτικό απολογισμό του επεισοδίου Faurisson στο περιοδικό La Banquise το 1983 (Le roman de nos origins, εδώ).

Παρολαυτά θα ήταν παραπλανητικό να δούμε αυτό το επεισόδιο ως μια απλή μεμονωμένη παθολογία, όπως κάνουν οι Endnotes στην επισκόπησή τους αυτού του ρεύματος: “Για λόγους γνωστούς πραγματικά μονάχα στον εαυτό του, ο Pierre Guillaume μετατράπηκε σε ένθερμο υπερασπιστή του Faurisson και κατάφερε να προσελκύσει αρκετούς γνωστούς του απ’ το La Vielle Taupe και την Guerre Sociale (καταρχήν τον Dominique Blanc) στον σκοπό του (Bring out your dead, Endnotes 1, 2008, εδώ).

Η δύναμη της ιστορικής υπερ-αριστεράς σε όλες τις μορφές της υπήρξε η άρνησή της να υποστηρίξει καπιταλιστικά ρεύματα κάθε είδους -ούτε “κριτική υποστήριξη” προς τους σοσιαλδημοκράττες πολιτικούς, ούτε υπεράσπιση των σταλινικών αστυνομικών κρατών, ούτε μαζορέτες των εθνικαπελευθερωτικών δικτατοριών εν τη γενέσει. Έχει υποστηρίξει ορθά πως η μιζέρια, η εκμετάλλευση και ο πόλεμος συνεχίζονται υπό τον μανδύα του “σοσιαλισμού”, του αντιφασισμού και της δημοκρατίας όπως και υπό τον φασισμό και τα στρατιωτικά καθεστώτα.

Υπάρχει ωστόσο ένας διηνεκής κίνδυνος με αυτήν την οπτική όλων των μορφών της καπιταλιστικής κυριαρχίας ως ταυτόσημες, και της παρερμηνείας όλων όσων συμβαίνουν υπό τον καπιταλισμό ως απλά προσδιορισμένων από τη λογική της συσσώρευσης χωρίς αναφορά σε άλλους ιστορικούς ή πολιτικούς παράγοντες. Στα όριά της, αυτή η λογική ίσως τροφοδοτεί έναν πειρασμό δεκτικότητας σε ιδέες όπως η αναθεώρηση του Ολοκαυτώματος που βολικά εξαλείφει τις αποδείξεις του συγκεκριμένου τρόμου του εθνικοσοσιαλισμού και καταλήγει τελικά στη θέση ότι δεν υπάρχει και κάποια σπουδαία διαφορά μεταξύ του Χίτλερ και όποιου άλλου καπιταλιστή πολιτικού. Φυσικά, ο Χίτλερ κυβερνούσε προς το συμφέρον του γερμανικού κεφαλαίου, τσακίζοντας την αντικαπιταλιστική αντιπολίτευση και παρέχοντας δούλους για εργασία στο συνάφι των Daimler-Benz και BMW. Όμως το Ολοκαύτωμα ήταν ένα άνευ προηγουμένου, μοναδικό επεισόδιο βιομηχανοποιημένης ρατσιστικής εξόντωσης που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί απλά μέσω οικονομικών.

Κρίση και αντίδραση

Αμφιβάλλω ότι πολλοί θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης θα αρνούνταν τη δυνατότητα του κεφαλαίου να γεννήσει δολοφονικά, ρατσιστικά ή ακόμη και γενοκτονικά μέτρα προκειμένου να αποτρέψει την εναλλακτική της επανάστασης. Αλλά το θέμα δεν είναι μόνο πώς το κράτος και το κεφάλαιο ενδέχεται να απαντήσουν όταν νιώσουν απειλημένα, αλλά πώς η ίδια η δυναμική του κοινωνικού ανταγωνισμού και της κρίσης μπορεί να οδηγήσει στον φασισμό ή σε μια σύγχρονη εκδοχή του από τα κάτω.

Αν ισχύει ότι η ανικανότητα του καπιταλισμού να διασφαλίσει την κοινωνική αναπαραγωγή μπορεί να οδηγήσει μόνο σε διάφορα είδη συλλογικών προσπαθειών να εξασφαλιστεί μια ζωή που να αξίζει να ζει κανείς, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτές οι προσπάθειες να μην πάρουν μια εξαπλούμενη, διεθνιστική κατεύθυνση. Η ιστορική εμπειρία θα έδειχνε ότι είναι απλώς πιθανό πολλοί άνθρωποι να κάνουν ένα βήμα πίσω προς κάποιου είδους περιοριστικής εθνικής, θρησκευτικής ή κι εκτεταμένης οικογενειακής ή συμμοριακής ταυτότητας και να προσπαθήσουν να διασφαλίσουν την επιβίωση και αναπαραγωγή της αυτοπροσδιορισμένης ομάδας τους, εάν χρειαστεί εις βάρος των υπόλοιπων.

Μπορούμε να δούμε τα ίχνη αυτού του πράγματος σήμερα, στη λαϊκή υποστήριξη που έχουν σε πολλές χώρες οι ακόμα αυστηρότεροι έλεγχοι της μετανάστευσης, στην καρδιά της οποίας, από την εργατικής τάξης εκδοχή του αιτήματος αυτό βρίσκεται ένα αίτημα υπεράσπισης της θέσης των εργατών στις ιστορικά πιο πλούσιες χώρες, από τον αντίκτυπο της εξαθλίωσης αλλού, ακόμη κι αν το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν οι άλλοι είναι κέντρα κράτησης και θάνατοι στην ανοικτή θάλασα, μεταξύ των ρίσκων που πρέπει να αναλάβουν οι μετανάστες προκειμένου να ξεφύγουν απ’ τους συνοριακούς ελέγχους.

Μια πιθανή συνέπεια της κρίσης θα ήταν ένα είδος κατάστασης λεηλασίας όπου το κεφάλαιο θα κατάφερνε να ρίξει ένα μέρος του πληθυσμού στον Καιάδα προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωσή του, περιορίζοντας τους συνηθισμένους ιδιοκτησιακούς κανόνες προκειμένου να καταστήσει εφικτή τη λεηλασία των περιουσιών και των προσωπικών πόρων περιθωριοποιημένων κοινοτήτων. Αυτός εν μέρει, ήταν αδιαμφισβήτητα κι ένας από τους τρόπους που οι Ναζί εξασφάλισαν την υποστήριξη πολλών Γερμανών όλων των τάξεων. Η διατριβή του Goetz Aly “Hitler’s People’s State: Robbery, Racial War and National Socialism” (2005) είναι ακριβής: πολλοί Γερμανοί, μεταξύ των οποίων και προλετάριοι, μπόρεσαν να επωφεληθούν υλικά από τη λεηλασία κατά των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων.

Είναι ενδιαφέρον ότι αυτό επιβεβαιώνεται και απ’ τους Βερολινέζους υπέρμαχους της κομμουνιστικοποίησης “Οι φίλοι της αταξικής κοινωνίας” που υποστηρίζουν ότι “όσο αναμφίβολο κι αν είναι ότι το φασιστικό κράτος αρχικά είχε στο στόχαστρό του το εργατικό κίνημα, εξίσου αδιαμφισβήτητο είναι ότι κατάφερε να επεκτείνει την μαζική του βάση μέσα στην εργατική τάξη. Ως ρατσιστικά προνομιούχοι επιστάτες εκατομμυρίων σκλάβων εργατών, ως η δύναμη ξηρας του γερμανικού εξοντωτικού πολέμου, ως οι δικαιούχοι της “Αρείας Φυλής”, μια σημαντική μερίδα του γερμανικού προλεταριάτου απορροφήθηκε μέσα στην κοινότητα του έθνους (“28 θέσεις για την ταξική κοινωνία, Kosmoprolet, No 1, 2007, εδώ).

Κι όσο καπιταλιστικός κι αν ήταν ο εθνικοσοσιαλισμός, κατάφερε ωστόσο να αντλήσει υποστήριξη από ένα “αντικαπιταλιστικό” συναισθηματισμό, όπως παρατήρησε ο Camatte: “Ο ναζισμός πρόοτεινε ένα είδος κοινότητας, την Volksgemeinschaft, σ’ όλους τους ανθρώπους αυτούς που ξεριζώνονταν και απαλλοτριώνονταν από την κίνηση του κεφαλαίου” (αν και θα ήταν πιο ακριβές να πούμε ότι την προσέφερε μόνο σε ένα μέρος τους!). Αυτή η έννοια της “κοινότητας ως Gemeinschaft, της ομαδοποίησης ανθρώπων ως φορείς μιας ιδιαίτερης ταυτότητας και συγκεκριμένων ρόλων, της κατάστασής τους ως εξαιρετικών όντων, που ενέχει τον διαχωρισμό και τον αποκλεισμό των άλλων” (“Echoes of the Past”) δεν περιορίζεται επ’ ουδενί στη Γερμανία του 1930.

Μια ακόμη δυνατότητα είναι η επέκταση πέρα από μια κρατικά διαχειριζόμενη λεηλασία προς τοπικές κινητοποιήσεις και ταραχές με ρατσιστική διάσταση. Ακόμα και κάποια απ’ τα σπουδαία κινήματα του παρελθόντος που μνημονεύονται από επαναστάτες ακόμα και σήμερα, είχαν εν μέρει ένα τέτοιο άρωμα -στη διάρκεια της Αγγλικής Εξέγερσης των Χωρικών του 1381, οι εξεγερμένοι στόχευαν ιδιαίτερα κατά των ξένων, με τουλάχιστον 40 Φλαμανδούς αποκεφαλισμένους, ενώ οι “Ταραχές του Gordon” του 1780 περιείχαν επιθέσεις στους Ιρλανδούς του Λονδίνου υποκινούμενες από ένα αντικαθολικό μένος. Αν και τα πιο σύγχρονα επαναστατικά κινήματα κατάφερναν γενικά να αποφεύγουν κάτι τέτοιο, η μαζική συμμετοχή στις εθνοτικές σφαγές τα τελευταία 25 χρόνια στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στη Ρουάντα, υποδεικνύουν ότι εξακολουθεί να αποτελεί μια πιθανότητα.

Ακόμα και μια εν μέρει φυλετικοποιημένη κομμουνιστικοποίηση είναι πιθανή, στην οποία ένα μέρος της κοινότητας θα εγκαθιστά εσωτερικές σχέσεις ισότητας και μοιράσματος ενώ ταυτόχρονα θα πραγματοποιεί “εθνοκαθάρσεις” ανθρώπων που θα προσδιορίζει ως ξένους. Ένα τέτοιο όραμα, για παράδειγμα, προπαγανδίζει ο εντελώς περιθωριακός “εθνικοαναρχικός” χώρος, καλώντας σε φυλετικά καθαρές αγροτικές κοινότητες για να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό και το κράτος. Για να παραθέσω τον Stoetzler ξανά: “γιατί να μην προέκυπτε ένας ρατσιστικός, υπερ-ιεραρχικός, αντισημιτικός, “εθνικοσοσιαλιστικός” μετα-καπιταλισμός μέσα από το χάος;” Επιπλέον, σήμερα υπάρχουν πολλοί περισσότερο “αριστεροί φασίστες”, “αυτόνομοι εθνικιστές”, και ούτω καθεξής, τριγύρω, των οποίων τα σχέδια είναι παρόμοια και οι πιθανότητές τους όχι και τόσο μηδαμινές. Στο μυαλό τους, ο Χίτλερ είναι ένοχος για το ξεπούλημα των εθνικοσοσιαλιστικής επανάστασης “στους Εβραίους” ή “στο σύστημα”. Αν οι υπόλοιποι από μας υποτιμούμε την πιθανότητα επικράτησής τους από μια υποβόσκουσα πεποίθηση ότι είναι κάπου γραμμένο στον γενετικό κώδικα της παγκόσμιας ιστορίας ότι μετά τον καπιταλισμό τα πράγματα μπορούν να πάνε μόνο προς το καλύτερο, το κάνουμε με δικό μας ρίσκο… Φαινομενικά “αντικαπιταλιστές” φασίστες μπορούν να ξεπηδήσουν και να υπερισχύσουν των εμφανώς καπιταλιστών φασιστών σε μια κατάσταση όπου ο καπιταλισμός θα είναι στα τελευταία του, και σε κάθε περίπτωση, πολλοί άνθρωποι που ψάχνουν για μια αποτελεσματική δύναμη να ξεφορτωθεί τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό (και είτε αποδέχονται, είτε δεν ενδιαφέρονται και τόσο για πράγματα όπως ο αντισημιτισμός, ο ρατσισμός, ο σεξισμός) θα τους δώσουν μια ευκαιρία καλή τη πίστει, όπως συνέβη και στο παρελθόν (οι φασίστες συχνά έχουν επίσης πολύ λογικά συσσίτια).

Για ένα μεγάλο μέρος της ιστορικής υπερ-αριστεράς αυτό δεν είναι καν ένα πραγματικό ζήτημα, καθώς η ντετερμινιστική “μαρξιστική” θέση αποδίδει στην εργατική τάξη ένα επαναστατικό πεπρωμένο. Το εξαιρετικά αμφιλεγόμενο κείμενο “Auschwitz, ή Το Μεγάλο Άλλοθι” το κάνει ιδιαίτερα σαφές: “Φαίνεται ορισμένες φορές ότι οι εργάτες έχουν παραδοθεί στον ρατσισμό. Αυτό συμβαίνει όταν, απειλούμενοι με μαζική ανεργία, προσπαθούν να την επικεντρώσουν σε ορισμένες μόνο ομάδες: Ιταλούς, Πολωνούς ή άλλους “βρωμιάρηδες ξένους”, “σκυλάραπες”, “κωλόμαυρους” κλπ. Όμως για το προλεταριάτο αυτά τα ερεθίσματα προκύπτουν μόνο στις χειρότερες στιγμές της απογοήτευσής του, και δεν έχουν διάρκεια. Από τη στιγμή που θα περάσει στον αγώνα, το προλεταριάτο καθαρά και συνεκτικά βλέπει τον εχθρό του: είναι μια ομοιογενής τάξη με μια ιστορική προοπτική και καθήκον”.

Σήμερα είναι πιο δύσκολο να είναι κανείς τόσο εξόφθαλμα αισιόδοξος. Η κομμουνιστικοποίηση που θα δημιουργήσει μια αταξική κοινωνία είναι μόνο μια απ’ τις πιθανότητες στον ορίζοντα, και αυτοί που την υποστηρίζουν θα πρέπει να συλλογιστούν επίσης πάνω στα άλλα πιθανά αποτελέσματα και πώς να τα αποφύγουμε. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) κάνει λόγο για τις εναλλακτικές ενός “επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας εν γένει, ή… την αμοιβαία καταστροφή των αντιμαχόμενων τάξεων”. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μιλάει κι αυτή μετά τον Ένγκελς, για την επιλογή μεταξύ σοσιαλισμού ή βαρβαρότητας. Η “καταστροφή” και η “βαρβαρότητα” στην οποία αναφέρονται δεν πρόκειται απλά για τη συνέχιση του καπιταλισμού όπως τον γνωρίζουμε, αλλά για τη διάλυση της κοινωνίας σε μια κατάσταση ολοκληρωτικού πολέμου και τρόμου.

Μπορεί να αληθεύει ότι δεν κανένας τοπικός ρατσιστικός ή εθνικιστικός “αντικαπιταλισμός” δε θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει μια διαρκή εναλλακτική στον καπιταλισμό -η κοινωνική αναπαραγωγή σήμερα δεν μπορεί να υποχωρήσει από το επίπεδο της παγκόσμιας ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Astarian δεν είναι ο μοναδικός απ’ τους υπέρμαχους της κομμουνιστικοποίησης για τον οποίον κάθε τέτοια αντίφαση μπορεί να είναι μόνο προσωρινή εκτροπή στον δρόμο για ένα καλύτερο μέλλον: “Όταν οι αντεπαναστατικές προλεταριακές εναλλακτικές έχουν αποδείξει την αναποτελεσματικότητά τους αποτυγχάνοντας να προσφέρουν την οικονομική σωτηρία του προλεταριάτου, η κομμουνιστικοποίηση θα επιφέρει το άλμα προς την μη-οικονομία” (Η Κομμουνιστικοποίηση ως Διέξοδος από την Κρίση, 2007, εδώ). Όμως τα τελευταία εκατό χρόνια, και μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, δηλώνουν ότι σε καιρούς κρίσης ο δρόμος προς τα μπρος μπορεί να κλείσει οριστικά από απεγνωσμένη ενδοκοινωνική βία και τον φαύλο κύκλο σφαγών και αντιποίνων -ή, όταν μια ομάδα περιθωριοποιείται ιδιαίτερα, σφαγών χωρίς καν τον φόβο αντιποίνων.

Η αντιμετώπιση μιας τέτοιας πιθανότητας δε σημαίνει την εγγραφή σε κάποιο “αντιφασιστικό” λαϊκό μέτωπο διαμεσολαβημένο από το κράτος, τα μήντια ή κάποιες προσωπικότητες, σημαίνει όμως την διαρκή επαγρύπνηση για το ενδεχόμενο ακόμα και φαινομενικά ριζοσπαστικά, εξεγερτικά κινήματα να πάρουν μια τραγική τροπή. Σημαίνει επίσης πως πρέπει να ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτό το πράγμα σε κάθε εξέλιξη εντός του πραγματικού κινήματος γύρω μας, είτε αφορά την άνοδο εθνικιστικών αντι-μεταναστευτικών αισθημάτων σε αγώνες (πχ “βρετανικές δουλειές για βρετανούς εργάτες”) είτε λανσαρισμένες με νέο μανδύα αντισημιτικές αντιλήψεις περί “σωτηρίας της πραγματικής οικονομίας” από τους “απάτριδες” δανειστές (πχ η αμφίβολη έννοια του “αχρήματου” του “Κινήματος Zeitgeist” που φτάνει μέχρι το περιθώριο των δράσεων του κινήματος Occupy). Να βρούμε ένα καταφύγιο σε μια κοσμοθεωρία όπου είτε η κομμουνιστικοποίηση είτε η συνέχιση της υπάρχουσας κατάστασης θα λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν, σημαίνει να αρνούμαστε το φάσμα των ιστορικών επιλογών και τελικά να αρνούμαστε τον ανθρώπινο ρόλο με τις θετικές και αρνητικές δυναμικές του.

Από: Datacide, μέσω dndf

 

Πρώτη σημείωση για το τέλος του διαλόγου, 16/11/2012

“Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν πολλοί που θα θέλανε την επαναφορά της θανατικής ποινής”
-Ρ. Τ. Ερντογάν, ως απάντηση στην απεργία πείνας 700 κούρδων φυλακισμένων

Πρώτη σημείωση για το τέλος του διαλόγου, 16/11/2012

Στον ευρωπαϊκό Νότο, η “Ευρωπαϊκή Μέρα Δράσης και Αλληλεγγύης ενάντια στη Λιτότητα” (14 Νοέμβρη) γρήγορα εξατμίστηκε σε ταραχές, δηλαδή κατά κανόνα απρόκλητες επιθέσεις των μπάτσων ενάντια σε διαδηλωτές, που ορισμένες φορές συναντούν κάποια πραγματική βία ως απάντηση. Η βία αυτή όσο δεν καταφέρνει να “νικά” -και είναι πλέον σαφές πως δεν είναι εφικτό να νικήσει σε επίπεδο μετωπικής στρατιωτικής αντιπαράθεσης απέναντι σ’ έναν αντίπαλο ανώτερο στο πεδίο αυτό- θα έχει και αρνητικές παρενέργειες (η αντιπαράθεση Ισραήλ-Γάζας είναι διδακτική ως προς αυτό) στο εσωτερικό του κινήματος (μπορεί κανείς απλά να ρίξει μια ματιά στο παράδοξο όσο και συχνό θέαμα διαδηλωτών να σκούζουν ότι δεν είναι οι ίδιοι βίαιοι την ίδια στιγμή που πλακώνονται από δεκάδες μπάτσους καυλωμένους για διανομή του κρατικού μονοπωλίου της βίας). Ως προς το απεργιακό σκέλος και το πραγματικό ή συμβολικό “μπλοκάρισμα της οικονομίας”, εκτός της Ισπανίας (όπου η συμμετοχή υπολογίζεται απ’ τα συνδικάτα στο 70%, με ολοκληρωτική παράλυση των αερομεταφορών και κάποιων άλλων κλάδων για 24 ώρες), λιγότερο επηρεάστηκε η οικονομία στην Πορτογαλία, την Ιταλία και μηδαμινά στην Ελλάδα, όπου η τρίωρη στάση εργασίας κηρύχθηκε μάλλον για τυπικούς λόγους (Οι 4 αυτές χώρες υποτίθεται συμμετείχαν στην καλεσμένη απ’ την ETUC γενική απεργία…).

Αν και είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται ένας παρόμοιος διεθνής απεργιακός συντονισμός, για το μέλλον της εκμετάλλευσης στην Ευρώπη μεγαλύτερη σημασία μάλλον είχε η συνάντηση που έλαβε χώρα την επόμενη μέρα μεταξύ της ένωσης εργοδοτών (αυτοί δε διαδηλώνουν) της Γαλλίας, του Hollande, εκπροσώπων των συνδικάτων κι άλλων γλαστρών-κοινωνικών εταίρων. Εκεί εν ολίγοις, οι γάλλοι εργοδότες πέτυχαν να μπορούν να “απορρίπτουν εργαζομένους που αρνούνται θυσίες” χωρίς αποζημιώσεις, οι απολυμένοι που υπογράφουν ως “έγκυρη” την απόλυσή τους να χάνουν τη δυνατότητα δικαστικής αμφισβήτησής της ή αποζημίωσης, ενώ αν αρνηθούν, να βρίσκονται αντιμέτωποι με μια μείωση στο επίδομα ανεργίας και πάει λέγοντας. Σε αντάλλαγμα δεσμεύτηκαν (στον πατριωτισμό τους κατά πάσα πιθανότητα) τα μέτρα να ισχύσουν μόνο για τα επόμενα δυο χρόνια (μέχρι να βγούμε απ’ την κρίση που λένε). Αν συνδυάσουμε τα μέτρα αυτά με την υπονόμευση του ελάχιστου μισθού και τη μεθοδευμένη στρατολόγηση για (δωρεάν ή έστω υποπληρωμένη -μέσω του “έμμεσου μισθού” των επιδομάτων πρόνοιας κλπ) εργασία των ανέργων στη Βρετανία (http://www.boycottworkfare.org) μέτρα που έχουν περάσει στον ευρωπαϊκό Βορρά ήδη από τη δεκαετία του ’80 και εφαρμόζονται σήμερα πιλοτικά σε χώρες με ακροδεξιές κυβερνήσεις όπως η Ουγγαρία, τότε η αναδιάρθρωση της σχέσης μεταξύ των τάξεων εμφανίζεται στην Ευρώπη μέσα απ’ την ελαστικοποίηση και “ευελιξία” της εργασιακής σχέσης, μέσα απ’ την χωρίς όριο/πάσει θυσία υποτίμηση της εργασίας.

Ασφαλώς, οι λιγότερο κρετίνοι απ’ τους σωτήρες του καπιταλισμού καταλαβαίνουν ότι μια αύξηση της εκμετάλλευσης, αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, με συμπίεση των μισθών, δηλαδή του διαθέσιμου χρήματος για κατανάλωση των προϊόντων της εργασίας, απλά διογκώνει ακόμα περισσότερο τη φούσκα του πλασματικού κεφαλαίου και την παράλληλή της του δημόσιου χρέους. Όμως, προς το παρόν ούτε ξέρει ούτε μπορεί να κάνει κάτι άλλο (την αδυναμία αυτή αντανακλά και η παλινδρόμηση της ευρωζώνης στην ύφεση με -0,1% αυτό το τρίμηνο -καθώς η συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας μόνο αγγίζει το -7,2%!) απ’ το να μεταφέρει χρήματα απ’ το προλεταριάτο (και κυρίως των ανεπτυγμένων χωρών όπου υπάρχει ακόμα κάποιο συσσωρευμένο απόθεμα) προς το κεφάλαιο χωρίς την μεσολάβηση της παραγωγής υπεραξίας μέσω κατανάλωσης των προϊόντων της εργασίας. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν είναι παρά ένα κεντρικό τέτοιο μέσο, χωρίς να είναι φυσικά το μόνο. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το Associated Press (Rosa Nutkana) δε βρέθηκε μέχρι σήμερα καμμία απόδειξη για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου Tamiflu, ωστόσο δεκάδες κυβερνήσεις συνεχίζουν να στοκάρουν “με χρήματα των φορολογούμενων” απίθανα αποθέματα του προϊόντος της Roche για τη “γρίπη των χοίρων”. Σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο της ύφεσης, η πολεμική βιομηχανία θα εμφανιστεί ξανά ως η πιο σίγουρη κατανάλωση/καταστροφή προϊόντων που θα μπορούν να αναλάβουν τα κράτη για να προχωρήσουν την αναδιάρθρωση.*

Στις συνθήκες αυτές, δεν είναι παράδοξο που το καθεστώς στη Συρία όχι απλά αντέχει αλλά κι επιδιώκει την παράταση της σύγκρουσης αφού αυτή ωφελεί ξεκάθαρα την αντεπανάσταση του κεφαλαίου, που εκφράζεται μέσα απ’ τη διαμεσολάβηση και την υπαγωγή της δραστηριότητας των Σύρων εξεγερμένων στα γεωπολιτικά παιχνίδια του ενός ή του άλλου καπιταλιστικού κράτους και των πρακτόρων του στην περιοχή, και την αναπόφευκτη φθορά των πιο ανεξέλεγκτων προλεταριακών κομματιών τους. Η χοάνη της καταστροφής υποδομών, παραγωγικών μέσων και προλεταριών (τους 40 ξεπερνούν οι μάρτυρες των σημερινών μόνο βομβαρδισμών του Ασσάντ στα προάστια της Δαμασκού) δεν είναι απλά μια κατάσταση εξαίρεσης αλλά αποτελεί την στρατιωτική εκδοχή της αναδιάρθρωσης που σύντομα θα φαίνεται ελκυστική σε ολοένα και περισσότερα κράτη με μεγάλο άνεργο πληθυσμό και παραγωγικές δυνάμεις για ξεπάστρεμμα.

Σ’ άλλες χώρες, όπου η καπιταλιστική τάξη είναι πολυδιασπασμένη ή δεν έχει συνέλθει ακόμα πλήρως απ’ τις προλεταριακές εξεγέρσεις της “Αραβικής Άνοιξης” ο πόλεμος ενάντια στο προλεταριάτο παίρνει διαφορετική μορφή: Στην Τυνησία, ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μετά την αδυναμία της να ελέγξει τις απεργίες στην περιοχή της Γκάφσα και στην κοιτίδα της εξέγερσης Σιντί Μπουζίντ. Στην Νότιο Αφρική, όπου μετά τις άγριες απεργίες στα ορυχεία και τις μεταφορές, μπήκαν στον χορό χιλιάδες αμπελλουργοί του Κέιπ Τάουν διεκδικώντας διπλασιασμό των μισθών τους σε 150 ραντ (13 ευρώ) την ημέρα, δεν υπάρχει περιθώριο για τέτοιες αβρότητες από την μεριά του κεφαλαίου. Το αίτημα των αμπελλουργών αντιμετωπίζεται ευθύς εξαρχής με το ξεσάλωμα της αστυνομικής καταστολής που οδηγεί στον θάνατο ενός εργάτη και τον τραυματισμό άλλων. Οι απεργοί κλείνουν δρόμους και ανατρέπουν οχήματα της αστυνομίας, αλλά επιτίθενται και στα ίδια τα παραγωγικά μέσα, στους χώρους όπου εργάζονται οι ίδιοι, πυρπολώντας χωράφια, μηχανήματα κι αποθήκες.

Με την κατανάλωση των μισθωτών -και μαζί της την ανάγκη ενσωμάτωσής του προλεταριάτου, τον “κοινωνικό διάλογο” και τη δημοκρατική μορφή του κράτους- να μην παίζει τον ρόλο που έπαιζε την εποχή που οι εργατικοί αγώνες μπορούσαν να σημειώσουν νίκες, το προλεταριάτο μάχεται παντού αλλά παντού βρίσκει μπροστά του μόνο καταστολή:

Στην Ινδία: Οι διαδηλώσεις των αγροτών ζαχαροκαλάμων της Maharasthra με αίτημα αύξηση 25% στις τιμές που τους δίνει η βιομηχανία ζάχαρης (κατά μεγάλο μέρος συνεταιριστική, υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης), διαλύονται από την αστυνομία που θα σκοτώσει έναν αγρότη και θα τραυματίσει άλλους και μεταλλάσσονται σε ταραχές σε τρεις επαρχίες (Kolhapur, Satara και Sangli). Στο στόχαστρο των αγροτών θα βρεθούν οχήματα της αστυνομίας, δεκάδες κρατικά λεωφορεία, κυβερνητικά γραφεία και οι ίδιοι οι μπάτσοι.

Στην Ιορδανία: στο ανέγγιχτο απ’ την Αραβική Άνοιξη “σιωπηλό βασίλειο” της θανατικής ποινής ως μέσο πειθάρχησης του προλεταριάτου, η αύξηση των τιμών των καυσίμων (κατά 53% του υγραερίου και κατά 12% της βενζίνης), θα οδηγήσει αρκετές χιλιάδες στους δρόμους του Αμμάν και ακόμη 25 πόλεων για πρώτη φορά καίγοντας πορτραίτα του μονάρχη Αμπντουλλάχ ‘Β, με συνθήματα και τραγούδια κοινά με των Σύρων εξεγερμένων. Στο Ιντλίμπ, μετά από επίθεση σε αστυνομικό τμήμα, οι μπάτσοι ανοίγουν πυρ, σκοτώνοντας έναν διαδηλωτή και τραυματίζοντας τέσσερεις άλλους. Οι διαδηλωτές μπλοκάρουν δρόμους με φλεγόμενα οδοφράγματα, σπάνε φανάρια, θέτουν στο στόχαστρό τους την κυκλοφορία, σύμβολο της ομαλότητας σε μια χώρα που κρατήθηκε σιωπηλή πολύ καιρό.

Στο Μπαχρέιν: Μετά από 2 χρόνια συνεχών ταραχών στην πόλη-κράτος-ναύσταθμο του αμερικανικού 5ου στόλου, η Σουνιτική μοναρχία ανακοίνωσε στις αρχές Νοέμβρη τη θέλησή της για “μηδενική ανοχή” απέναντι στους διαδηλωτές, αίροντας την υπηκοότητα 31 Σιιτών ακτιβιστών και πολιτικών της αντιπολίτευσης τους οποίους κατηγορεί ως “επικίνδυνους για την κρατική ασφάλεια”. Στις 10 Νοέμβρη, μετά τις ταραχές που ξέσπασαν με τον φόνο ενός νεαρού διαδηλωτή από μπάτσους (πάνω από 55 μάρτυρες μετρούν οι διαδηλωτές) η κυβέρνηση εξαπολύει την εθνοφρουρά. Οι δρόμοι είναι προσωρινά κατειλημένοι από τους εθνοφρουρούς σε συνεργασία με σαουδάραβες στρατιώτες, παρακρατικούς, και τα ντόπια ΜΑΤ (στελεχωμένα κατά μεγάλο μέρος από μη-Μπαχρεινούς).

Στο Κουβέιτ: οι εκδηλώσεις για τα 50χρονα του συντάγματος, μετατρέπονται σε διαδήλωση διακοσίων χιλιάδων ενάντια στις αλλαγές του εκλογικού νόμου δυο μήνες πριν τις εκλογές. Η διαδήλωση καταστέλλεται άμεσα απ’ την αστυνομία, και πάνω από 150 διαδηλωτές και 25 μπάτσοι τραυματίζονται.

Στην Αϊτή: Στη διάρκεια μιας φοιτητικής γιορτής, ένας μπάτσος πυροβολεί έναν 23χρονο φοιτητή νομικής στο κεφάλι, σκοτώνοντάς τον. Οι συμφοιτητές του κατεβαίνουν αυθόρμητα σε πορεία προς το κέντρο της πρωτεύουσας Πορτ-Ο-Πρένς, όπου καταστέλλονται από την αστυνομία με χρήση πλαστικών σφαιρών και δακρυγόνων. Συγκρούσεις ξεσπούν σε διάφορα σημεία της πόλης.

Τέλος, στην Κίνα, η διεύθυνση της Foxconn αρνείται τις φήμες για ξέσπασμα νέων ταραχών στις εγκαταστάσεις της. Την ίδια στιγμή πάντως, τα πρώτα 10.000 ρομποτ “πιάνουν δουλειά” στο εργοστάσιο που φαίνεται να είναι το πιο ευάλωττο στις ταραχές. Άλλα 20.000 θα αντικαταστήσουν εργάτες της Foxconn ως το τέλος της χρονιάς. Οι εργάτες εμφανίζονται ολοένα και πιο πλεονασματικοί, περιττοί, άχρηστοι. Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι “σκουπίδια”.

Εν κατακλείδι, το προλεταριάτο μάχεται παντού κι όμως δεν καταφέρνει να καταγάγει νίκες. Οι παλιές συνθήκες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί κι όμως τα παλιά μέσα πάλης δεν έχουν ξεπεραστεί με συνέπεια να κρατούν τους αγώνες στην Ευρώπη σ’ ένα επίπεδο όπου η απουσία “νίκης” θα σημαίνει μόνο περισσότερη απογοήτευση, κόστος, παραίτηση. Ακόμη κι αν σημειωθούν όμως σποραδικές νίκες (κι αυτό μάλλον εκεί όπου τα μέσα αυτά δεν είναι διαθέσιμα), οι νίκες αυτές δεν είναι πλέον εφικτό να σταθεροποιηθούν χωρίς είτε να αναπαράγουν το κεφάλαιο (τότε μόνο συγχωρέθηκε στους προλετάριους της Λιβύης ή της Αιγύπτου το θράσος τους να διώξουν τους δικτάτορες-τοποτηρητές της εκμετάλλευσης, μόλις εξασφαλίστηκε ότι το επίπεδο και η ίδια η σχέση της εκμετάλλευσης θα παραμείνουν άθικτες), είτε να το καταστρέψουν παγκόσμια. Το πώς θα γίνει αυτό μένει να διερευνηθεί πρακτικά μέσα στην ίδια την πάλη του προλεταριάτου.

~

* Το ότι καί οι δύο αυτές δυναμικές (υποτίμηση της εργασίας, πολεμική βιομηχανία) βρίσκονται στον πυρήνα της πολιτικής της Χρυσής Αυγής δείχνει ξεκάθαρα για ποιό λόγο μπορεί να αποτελέσει μια πιθανή έκφραση της στρατιωτικής εκδοχής της αναδιάρθρωσης -και ως τέτοια την καλωσορίζει ήδη μεγάλο μέρος της καπιταλιστικής τάξης αλλά και των πιο απελπισμένων ανέργων και αποτυχημένων καπιταλιστών που ελπίζουν μέσω αυτής να ρεφάρουν.

Για την ευρωπαϊκή απεργία και τους αγώνες στην Ιταλία – Wu Ming

Για τους αγώνες στην Ιταλία, αρχής γενομένης απ’ την ευρωπαϊκή απεργία – σημείωση στη λευτεριά #14Ν #14nit

Σε ποιό σημείο είναι η νύχτα; Κανείς δεν μπορεί να το πεί. Δε ξέρουμε πόσες ώρες σκοτάδι έχουμε αφήσει πίσω μας, ούτε πόσες έχουμε μπροστά μας. Όλα τα ρολόγια είναι χαλασμένα και τ’ άστρα φαίνονται πολύ μακρυνά. Απ’ τα υψίπεδα μπορείτε να δείτε το λιβάδι, κατάστικτο με μικρές φωτιές προς τα δυτικά, τα νότια, τα νοτιοανατολικά… μικρούλες σπίθες. Κάθε μία αναζωπυρώνεται μόνη της, επειδή η νύχτα είναι υγρή και το ψηλό χορτάρι δεν πιάνει εύκολα φωτιά. Παρολαυτά, η πυρκαγιά θα μπορούσε να ξεσπάσει, εάν η αυγή δεν καθυστερούσε κι ο πρώτος ήλιος ξέραινε το χώμα. Τις στερνές ώρες οι σπινθήρες πολλαπλασιάζονται. Καθένας τους λάμπει και σβήνει χωρίς να ενώνεται με τους υπόλοιπους, μα οι μικρές αναλαμπές βρίσκονται τώρα πιο κοντά, ποιός ξέρει…

Το ερώτημα είναι: τί μπορεί να διαλύσει -ή έστω να μειώσει- την υγρασία που εμποδίζει τη φωτιά; Τί μπορεί να βοηθήσει τη φωτιά να δυναμώσει και να επεκταθεί;

Η ευρωπαϊκή γενική απεργία χτύπησε την Ιταλία, συνδέοντάς την επιτέλους με τα άλλα PIIGS της Μεσογείου (Πορτογαλία, Ισπανία και Ελλάδα), τη στιγμή που νέοι αγώνες ξεκινούν, και ορισμένοι “ιστορικοί” άλλοι επιστρέφουν και εξατμίζονται οι μπλόφες των αφεντικών όπως της FIAT, που χάνει την μία μάχη μετά την άλλη στα εργατικά δικαστήρια της χερσονήσου. Οι πικετοφορίες των αχθοφόρων της Ikea στην Πιατσέντζα, αυτές των συναδέλφων τους στην Coop Adriatica της Μπολόνιας, η οργή των εργαζομένων της Sulcis, των εργατών που κατέλαβαν το εργοστάσιο Sertubi Jindall της Τεργέστης, οι ελεύθερα σκεπτόμενοι πολίτες του Τάραντα που αγωνίζονται ενάντια στην ILVA, η Val di Susa που δεν τα παρατά και περνά ξανά στην επίθεση ενάντια στο TAV, οι φοιτητές που επιστρέφουν στις πλατείες, οι νέες καταλήψεις και οι συγκρούσεις -ακόμα και ταραχές- σε πολλές πόλεις, οπουδήποτε κι αν εμφανίζονται οι υπουργοί αυτής της “τεχνοκρατικής” κυβέρνησης, της πιο ιδεολογικά φανατικής δουλικής στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό και στιγματισμένης απ’ το κοινωνικό μίσος, σ’όλην την ιστορία της Ιταλικής Δημοκρατίας.

Πώς είπατε; Και ο Μπερλουσκόνι; Παρακαλώ, μην πετάμε μαλακίες. Ο κλόουν της “κεντροδεξιάς” (συνεχίζουμε να μισούμε αυτόν τον ευφημισμό) ήταν κακός και διεφθαρμένος, και έκανε μεγάλη ζημιά, αλλά δε βρέθηκε ποτέ σε θέση να περάσει μια τέτοια αντιμεταρρύθμιση και ανοιχτή καταστολή, σαν κι αυτήν που έχουμε βιώσει τους τελευταίους δώδεκα μήνες, στη διάρκεια του διαβόητου “μήνα του μέλιτος” του Μάριο Μόντι, με μια κοινή γνώμη ντοπαρισμένη στα αναλγητικά, που ακόμα δεν έχει νιώσει το μαχαίρι στο κόκκαλο, κοιτάζοντας ενοχλημένη αφ’ υψηλού τους αγώνες αυτών που το νιώθουν ήδη, ευχόμενη να περάσουν γρήγορα τις χειροπέδες στους ταραξίες.

Το πιο βαθύ πρόβλημα σ’ αυτην τη χώρα, ιστορικά, είναι η δειλία της μικροαστικής τάξης, που είναι η πιο χυδαία της Ευρώπης και ταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ της αδιαφορά για όλα και της διαθεσιμότητας για κάθε αυταρχική εκτροπή. Εκτροπή “κοινοβουλευτική” φυσικά, μετά την κραυγαλέα εμπειρία του Ντούτσε. Δεν είμαστε για τόσο μεγάλες συγκινήσεις, από λίγο κάθε φορά, ίσα να σπάει η ρουτίνα, να απολαμβάνουμε την ενδορφίνη και ξανά πίσω στις θέσεις μας.

Όσο δεν αισθάνονται πόνο, οι ιταλοί μικρομεσαίοι παραμένουν απαθείς. Μόλις αρχίσουν να τον νιώθουν, δεν έχουν λόγια να περιγράψουν αυτό που τους συνέβη, φλυαρούν ασυνάρτητα, εκτοξεύουν κατηγορίες στους πρώτους ψευδο-εχθρούς που τους ρίχνουν μπροστά τους (κατά σειρά: στους μετανάστες, τους τσιγγάνους, τους κομμουνιστές, όσους απεργούν, τους εβραίους…) και ψάχνουν τον Στιβαρό Άνδρα που θα τους καταπολεμήσει. Στην Ιταλία, όσο σε λίγες άλλες χώρες, δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο απ’ το να ωθήσει κανείς τους εξαθλιωμένους να μισούν τους άλλους φτωχούς.

Τώρα που ο “μήνας του μέλιτος” τελειώνει απότομα, η επίδραση των αναλγητικών εξαφανίζεται, κι ακόμα και η μικροαστική τάξη αγανακτεί ξανά, αλλά τυφλά. Το βλέπετε; Κοιτάζουν γύρω τους ξανά αναζητώντας κάποιον νέο ντούτσε. Πάρτε με το χέρι σας έναν καλό αντιπερισπασμό, λίγη εθνικιστική ρητορική της πεντάρας και επικεντρώστε την προσοχή σ’ έναν δήθεν εχθρό, καλλιεργήστε μια “ψευδο-σύγκρουση”. Έναν ψεύτικο αγώνα, για να συνεννοούμαστε. Όπως η Χρυσή Αυγή, που μετατοπίζει την προσοχή στους μετανάστες ενώ η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού μάχεται ενάντια στις πολιτικές της Τρόικας, στήνει παράπλευρα μια ψεύτικη σύγκρουση. Όμως έχουμε και στην Ιταλία ανάλογους, πάντα διαθέσιμους για κάτι τέτοιο.

Όμως δεν είναι ένα “ψεύτικο γεγονός” ακόμα και οι επικεφαλής της “κεντροαριστεράς” (αυτό αντιθέτως δεν είναι ευφημισμός αλλά δυσφήμιση) που μεταξύ ανέσεων, ενός ψευδο-πανθέου χριστιανοδημοκρατών και κλακαδόρων των χειρότερων τηλε-σκουπιδιών, κάλεσε τη βάση του Δημοκρατικού Κόμματος να επιλέξει τον υποψήφιο για την πρωθυπουργία; Να κάνει τί ο υποψήφιος για την πρωθυπουργία; Η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει το Μνημόνιο της ΕΕ (το λεγόμενο “Δημοσιονομικό Σύμφωνο”), δηλαδή να περικόψει 50 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, κι αυτό το στοίχημα θα πρέπει να το παίζει κάθε κυβέρνηση για τα επόμενα είκοσι χρόνια! Το Σύμφωνο επικυρώθηκε στο κοινοβούλιο, χωρίς συζήτηση, από όλες τις δυνάμεις που στηρίζουν την κυβέρνηση Μόντι, το Δημοκρατικό Κόμμα πριν απ’ όλα. Το ΔΚ ψήφισε επίσης με τα δυο τα χέρια τη συμπερίληψη ενός ισοσκελισμένου προϋπολογισμού στο Σύνταγμα. Στην Ιταλία, ισοσκελισμένο προϋπολογισμό πέτυχε ο Quintino Sella, και ξέρετε πώς; Πυροβολώντας στον κόσμο που διαμαρτυρόταν για τον φόρο στα άλευρα. Το θυμάστε; Το έχουμε διδαχθεί στο σχολείο, ήδη από το δημοτικό. Υποσημείωση της Historia magistra, σωστά; Εκλογή υποψηφίου πρωθυπουργού. Μα σας παρακαλώ… για τί πράγμα μιλάμε; Σαν να ζητάει κανείς απ’ τις αγελάδες να εκλέξουν πιο συμπαθητικό χασάπη. Το ΔΚ θα έπρεπε να είχε δει τί συνέβη στο ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα.

Μόνο οι αγώνες μπορούν να διαλύσουν αυτές τις φάρσες. Και στην Ιταλία υπάρχουν πραγματικοί αγώνες. Το πρόβλημα -ένα πρόβλημα κάθε άλλο παρά νέο, τέτοιο που έχουμε βαρεθεί και οι ίδιοι να αντιμετωπίζουμε για την νιοστή φορά σ’ αυτό το θέμα- είναι ότι εξακολουθούν να διαχωρίζονται μεταξύ τους.

Τί μπορεί να τους συνενώσει;

Η οργάνωση.

“Οργάνωση” πρώτα ως διαδικασία (να οργανωθούμε) κι έπειτα ως υποκείμενο (η οργανωτική μορφή). Και είναι εδώ που, κάθε φορά, οι διαθέσεις, οι παραδόσεις και τα πρότυπα διαχωρίζονται: ποιά πρέπει να είναι η φύση αυτής της οργάνωσης; τί μορφή θα πρέπει να πάρει; είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε με νέους τρόπους και να βελτιώσουμε τις ήδη υπάρχουσες μορφές, να δημιουργήσουμε ριζικά νέες και διαφορετικές ή κάτι ενδιάμεσο; Μπορούν να “εξαχθούν” οι αρετές τοπικών δυναμικών ή λειτουργούν επειδή ενεργούν πάνω στην ιδιομορφία ενός εδάφους, μιας κατάστασης;

Φυσικά μπορούν να λειτουργήσουν παραδειγματικά, και να αντηχήσουν αλλού, όπως ο αγώνας της Val Susa αναπαράχθηκε στις συγκρούσεις και στις πρακτικές των κατοίκων και των εργατών του Τάραντα. Αυτό αποτελεί ήδη ένα σημείο αφετηρίας.

Και ποιά μπορεί να είναι η συνεισφορά του καθενός από μας, ξεκινώντας απ’ αυτά που κάνουμε κάθε μέρα; Είναι αρκετό να δίνουμε την κατάλληλη σημασία στα κοινωνικά δίκτυα, στην ανταλλαγή, να κάνουμε ρητουήτ, να μεταφέρουμε καλέσματα και συλλογές υπογραφών; Που βρίσκεται το σημείο πέρα απ’ το οποίο η ενημέρωση στο διαδίκτυο γίνεται απλός “κλικ-τιβισμός”, ένα παρήγορο υποκατάστατο δράσης; Βοηθούν σε τίποτα οι υπογραφές στο διαδίκτυο, ή είναι απλά και μόνο ένα υποχρεωτικό και αρτηριοσκληρωτικό βήμα των αγώνων; Σύμφωνα με την εμπειρία που έχουμε αποκομίσει, οι καλύτερες κινητοποιήσεις ήταν αυτές που περιείχαν τα λιγότερα υποχρεωτικά βήματα, κι εκεί όπου αφέθηκε χώρος στη φαντασία των ατόμων, που μ’ αυτόν τον τρόπο παρήγαγαν μια πληροφόρηση κι ένα επικοινωνιακό αντάρτικο πολύ καλύτερο. Εάν δεν σου δώσω μια φόρμα να υπογράψεις, δε συμφωνήσω στο να παρακαλάω να υπογράψουν, κι αυτή η απογοήτευση μπορεί να οδηγήσει στο να εφεύρουμε κάτι άλλο.

Παρατηρήσεις για τον όγκο, ή ακόμη και για το ύφος δεκτές. Δεν μπορούμε να επεκταθούμε, αν μη τι άλλο σ’ αυτόν τον χώρο διαλόγου. Πείτε μας τη γνώμη σας στο Giap: http://www.wumingfoundation.com/giap/?p=10221

Prosit [WM1]

Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη – Ένας Ανεξέλεγκτος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, Ισπανία 1937

Εισαγωγή:

“Μια συμμαχία μεταξύ δυο διαφορετικών μερών, στρέφεται υπέρ του πιο αντιδραστικού εκ των δυο. Η συμμαχία αναγκαστικά αποδυναμώνει το πιο προοδευτικό μέρος ελαχιστοποιώντας και διαστρέφοντας το πρόγραμμά του” -Μιχαήλ Μπακούνιν.

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από ένα μέλος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, μιας επαναστατικής πολιτοφυλακής που έδρασε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ως απάντηση προς την ακολουθούμενη στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών που επέβαλε η Δημοκρατική Κυβέρνηση. Αυτό σήμαινε την αναδιοργάνωσή τους σύμφωνα με τα πρότυπα τακτικού στρατού, με όλες τις ιεραρχικές βαθμίδες, και τον τρόπο λήψης και ακολούθησης αποφάσεων που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Η στρατιωτικοποίηση ήταν ένα κομβικό στοιχείο όσον αφορά την εδραίωση της εξουσίας των Σταλινικών επί της εργατικής τάξης κι ενάντια στην επανάσταση. Τους κατέστησε ικανούς να το πετύχουν λόγω της επιτυχίας της αντιφασιστικής ιδεολογίας της Δημοκρατίας που έπειθε πολλούς εργάτες να πολεμήσουν για λογαριασμό του Κράτους υπό τη δημοκρατική του μορφή ενάντια στην πιθανότητα ενός “φασιστικού” Κράτους, αφήνοντας κατά μέρους την επαναστατική πάλη. Τα αναρχικά αντικρατικά ιδεώδη δεν ήταν αρκετά για να εμποδίσουν τους ηγέτες της CNT να αναλάβουν κυβερνητικά υπουργικά πόστα. Η σταλινική Ρωσσία ήθελε περισσότερη εξουσία στην Ισπανία προκειμένου να ικανοποιήσει τους στόχους της δικής της μακροπρόθεσμης εξωτερικής πολιτικής. Τελικά ο Στάλιν ήταν πιο πρόθυμος να χαρίσει μια νίκη στον φασισμό παρά να ηττηθεί από την επανάσταση. Κάτι τέτοιο είναι φανερό στις απόπειρες των ισπανών εργατών, ιδιαίτερα στην Καταλωνία, να πάρουν τον έλεγχο και να κολλεκτιβοποιήσουν (να συλλογικοποιήσουν) τη γη και τη βιομηχανία, απόπειρες που η (δημοκρατική) κυβέρνηση κατέστειλε αιματηρά, όπως και στα γεγονότα του Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη, οπότε τα (δημοκρατικά) κυβερνητικά στρατεύματα επιτέθηκαν στις ένοπλες πολιτοφυλακές των εργατών που είχαν πάρει στα χέρια τους μεγάλο μέρος της πόλης. Η ήττα της ισπανικής επανάστασης και η νίκη του Φράνκο έδειξαν, όπως και κάθε κίνημα, εξέγερση κι επανάσταση της εργατικής τάξης έκτοτε, ότι το κράτος, οποιοδήποτε πολιτικό προσωπείο κι αν φέρει, παραμένει εχθρός μας.


Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη

Είμαι ένας δραπέτης των φυλακών του San Miguel de los Reyes, της αισχρής αυτής φυλακής που οικοδόμησε η μοναρχία για να θάβει ζωντανούς αυτούς που, καθώς δεν είναι δειλοί, δε σκύβουν το κεφάλι ποτέ στους διαβόητους νόμους που επιβάλλουν οι ισχυροί εναντίον των καταπιεσμένων. Εκεί με έβαλαν, όπως και τόσους άλλους, για να εξαλείψουν ένα έγκλημα, δηλαδή μια επανάσταση ενάντια στις ταπεινώσεις που υπέφερε ένα ολόκληρο χωριό, με λίγα λόγια, για τον φόνο ενός δυνάστη.

Νέα παιδιά όλοι τους όπως κι εγώ, που μπήκα στη φυλακή εικοσιτριών χρονών, για να βγω στα τριαντατέσσερα, όταν οι αναρχικοί σύντροφοι άνοιξαν τις θύρες. Για ένδεκα χρόνια υποβλήθηκα στο μαρτύριο του να μην είσαι άνθρωπος αλλά απλώς ένα πράγμα, ένας αριθμό!

Πολλοί κρατούμενοι που είχαν υποφέρει όπως κι εγώ την κακομεταχείριση ήδη απ’ τη γέννα, απελευθερώθηκαν μαζί μου. Κάποιοι απ’ αυτούς, ελεύθεροι πια, πήραν ο καθένας τον δρόμο του. Άλλοι, όπως κι εγώ, ενωθήκαμε με τους απελευθερωτές μας, που μας αντιμετώπισαν σαν φίλους και μας αγάπησαν σαν αδερφούς. Μαζί τους σχηματίσαμε βήμα-βήμα τη Σιδηρά Ταξιαρχία, μαζί τους, ολοένα και ταχύτερα, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα κι αφοπλίσαμε τους Εθνοφρουρούς. Και μαζί τους κυνήγσαμε τους φασίστες ως τα όρη που κρύβονται τώρα. Συνηθισμένοι να παίρνουμε ο καθένας οτιδήποτε χρειαζόταν, κατασχέσαμε προμήθειες και όπλα απ’ τους φασίστες καθώς τους απωθούσαμε. Κατά καιρούς τρεφόμασταν χάρις σε προσφορές των χωρικών, και φροντίζοντας οι ίδιοι για τον οπλισμό μας, όχι με όπλα που θα μας έδινε κανείς σα δώρο, αλλά μ’ αυτά που παίρναμε με τα ίδια μας τα χέρια απ’ τους αντιδραστικούς. Το αυτόματο που κρατώ και χαιδεύω, που με συνοδεύει απ’ την μέρα που εγκατέλειψα τη φυλακή, είναι δικό μου, μου ανήκει. Το πήρα σαν άνδρας απ’ τα χέρια του παλιού ιδιοκτήτη του, και με τον ίδιο τρόπο αποκτήθηκε κάθε όπλο που βαστάμε και ανήκει στους συντρόφους μου.

Ούτε ψυχή δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για μας. Η αποχαύνωση της αστικής τάξης όταν βγήκαμε απ’ τη φυλακή, μοιράζεται πλέον απ’ όλους. Αντί να μας προσεγγίσουν, αντί να μας βοηθήσουν και να μας υποστηρίξουν, μας συμπεριφέρθηκαν σαν παράνομους, μας κατηγόρησαν ότι είμαστε “ανεξέλεγκτοι”, επειδή δεν θελήσαμε να υποτάξουμε τους ρυθμούς της ζωής μας, την διαρκή επιθυμία μας να είμαστε ελεύθεροι, στις ηλίθιες ιδιοτροπίες εκείνων που, επειδή κατέχουν μια θέση σ’ ένα υπουργείο ή σε κάποια επιτροπή, θεωρούν αλαζονικά τους εαυτούς τους αφέντες μας. Επίσης επειδή, αφού απαλλοτριώσαμε τους φασίστες, αλλάξαμε τον τρόπο ζωής στα χωριά απ’ όπου περάσαμε: εξοντώνοντας τους βάρβαρους αστυνομικούς διευθυντές που λήστευαν και βασάνιζαν τους χωρικούς και θέτοντας τον πλούτο τους στα χέρια αυτών που ξέρουν πώς να τον παράγουν: στους εργάτες.

Κανείς, το εγγυώμαι αυτό, κανείς δε θα μπορούσε να είχε συμπεριφερθεί πιο σωστά προς αβοήθητους και ενδεείς, προς εκείνους που είχαν ληστευθεί και καταδιωχθεί καθ’ όλην τη ζωή τους, απ’ ό,τι εμείς, οι ανεξέλεγκτοι, οι παράνομοι και δραπέτες κατάδικοι. Κανείς, κανείς -προκαλώ τον οποιονδήποτε να αποδείξει το αντίθετο- δεν ήταν πιο στοργικός και πιο εξυπηρετικός προς τα παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους. Κανείς, απολύτως κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την ταξιαρχία αυτήν -η οποία μόνης της, χωρίς καμμιά βοήθεια, ακόμα και με εμπόδια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή απ’ την αρχή- για έλλειψη αλληλεγγύης, για αυθαιρεσίες, για δειλία ή απειθαρχία στην μάχη, για εχθρότητα απέναντι στους αγρότες, ή για μη επαρκή επαναστατικότητα, επειδή το θάρρος και η γενναιότητα υπήρξαν ο πήχυς μας, η μεγαλοθυμία προς τους ηττημένους ο νόμος μας, η εγκαρδιότητα προς τους αδερφούς και τις αδερφές το σύνθημά μας και η καλοσύνη κι ο σεβασμός το θεμελιώδες πλαίσιο των ζωών μας.

Προς τί η μαύρη φήμη που έχει εξαπλωθεί γύρω μας; Προς τί η αναίσθητη προθυμία να απαξιωθούμε, μια καταδικασμένη απόπειρα, όταν αυτή η απαξίωση θα λειτουργήσει μόνο σε βάρος της επαναστατικής υπόθεσης και του ίδιου του πολέμου;

Υπάρχει -και όσοι από μας ήταν στη φυλακή, έχοντας υποφέρει περισσότερο από κάθε άλλον στη γη, το γνωρίζουμε καλά- μια έντονη διάχυση των αστικών αξιών σε κάθε πλευρά. Το αστικό πρότυπο ατόμου στη ψυχή και στο σώμα, η προσωποποίηση της μετριότητας και της δουλικότητας, τρέμει στην ιδέα μιας απώλειας της ησυχίας και της ασφάλειας, του καφέ και των τσιγάρων, των ταυρομαχιών, των θεαμάτων και των πορνείων. Κι όταν ακούει για την Ταξιαρχία μας, για τη Σιδηρά Ταξιαρχία, πυλώνα της επανάστασης στο Λεβάντε, ή όταν ακούει ότι η Ταξιαρχία έρχεται στη Βαλένθια, κακαρίζει τρέμοντας μπρος στη σκέψη να δει αυτήν τη χαϊδεμένη κι άθλια ζωή του να χάνεται. Και η αστική τάξη -υπάρχουν πολλές ποικιλίες αστών σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους- υφαίνει ασταμάτητα τον ιστό της συκοφαντίας με τον οποίο μας εγκωμιάζει, επειδή αυτοί, και μόνο αυτοί, έχουν θιχτεί και είναι σε θέση να θίγονται απ’ τις δραστηριότητές μας, απ’ την επαναστατικότητά μας, κι απ’ τις άγριες ακαταμάχητες επιθυμίες που φέρουμε στις καρδιές μας να είμαστε ελεύθεροι σαν τους αετούς στις υψηλότερες βουνοκορφές, σαν τα λιοντάρια στη ζούγκλα.

Ακόμα κι αδερφοί μας, που υπέφεραν μαζί μας στα χωράφια και στα εργοστάσια και που τους εκμεταλλεύτηκε άγρια η μπουρζουαζία, αντηχούν τους τρομερούς φόβους αυτής της τελευταίας, κι αρχίζουν μάλιστα να πιστεύουν σ’ αυτούς, επειδή είναι τόσο ενημερωμένοι απ’ τους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν τους ηγέτες, ώστε πιστεύουν ότι οι άνδρες που πολεμούν με τη Σιδηρά Ταξιαρχία είναι ανελέητοι κακοποιοί. Ένα κύμα μίσους, φτάνοντας συχνά σε σημείο βαναυσότητας και ανηλεούς φανατισμού, δημιούργησε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι στη θέση του δρόμου της προέλασής μας ενάντια στον φασισμό.

Μερικές νύχτες, αυτές τις σκοτεινές νύχτες όταν οπλισμένος και σε εγρήγορση προσπαθώ να δω μέσα απ’ τα σκοτάδια των λιβαδιών και το μυστήριο των πραγμάτων, σηκώνομαι μέσα απ’ το στήθος μου σαν σε όνειρο, χωρίς να ξυπνήσω τα μουδιασμένα μου άκρα, που έχουν σφυρηλατηθεί στον πόνο σαν ατσάλι, ώστε να μην πιάσουν το αυτόματο με λύσσα, νιώθοντας μια επιθυμία να πυροβολήσω όχι μόνο στον εχθρό που έχει κατασκηνώσει μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, αλλά και στον άλλον εχθρό που κρύβεται στην πλευρά μου, που με αποκαλεί σύντροφο, την ίδια στιγμή που ξεπουλά τα συμφέροντά μου με τον πιο ύπουλο τρόπο, καθώς κανένα ξεπούλημα δεν είναι πιο δειλό απ’ αυτό που τρέφεται από προδοσία. Και θα ένιωθα μια επιθυμία να γελάσω και να κλάψω, και να τρέξω στα λιβάδια, φωνάζοντας και δακρύζοντας και ξεριζώνοντας λαρύγγια με τα σιδερένια μου δάχτυλα, όπως ακριβώς θα ξέσκιζα τα λαρύγγια όλων των βρωμερών πολιτικών αφεντάδων, και θα έκανα αυτόν τον άθλιο κόσμο θρύψαλα, έναν κόσμο στον οποίο είναι τόσο δύσκολο να βρεις ένα στοργικό χέρι να σου σκουπίσει τον ιδρώτα και να σταματήσει το αίμα που τρέχει απ’ τις πληγές του γυρνώντας απ’ το πεδίο του πολέμου, εξουθενωμένος και πληγωμένος.

Την νύχτα, μεταφέροντας τη θλίψη και τον πόνο μου στους άνδρες, στους αναρχικούς συντρόφους μου πάνω στα σκληρά βουνά, κρυμμένοι σε μικρές ομάδες κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του εχθρού, πόσο συχνά μια φιλική φωνή κι ένα στοργικό χέρι μου αποκαθιστούσε την αγάπη για τη ζωή! Και κάθε φορά που τα βάσανα του παρελθόντος, με όλον τον τρόμο και τα μαρτύρια που τσάκισαν το σώμα μου, θα ρίχνονταν στον άνεμο σαν να ανήκουν σε μιαν άλλη μακρυνή πλέον εποχή, και θ’ άφηνα τον εαυτό μου μετά χαράς στα όνειρα της περιπέτειας, προσμένοντας με αναζωπυρωμένη φαντασία έναν κόσμο που δε γνώριζα στη ζωή μα μονάχα στη φαντασία μου, έναν κόσμο που κανείς δεν έχει γνωρίσει στη ζωή αλλά πολλοί από μας γνωρίζουν στα όνειρά τους. Και στα όνειρα, ο καιρός περνούσε γοργά, και το σώμα μου άντεχε στην κούραση, και διπλασίαζα τον ενθουσιασμό μου και γινόμουν ατρόμητος, και ξανάβγαινα για αναγνώριση την αυγή να εντοπίσω τη θέση του εχθρού, και… Όλα αυτά προκειμένου να αλλάξουμε τη ζωή, να σφραγίσουμε έναν διαφορετικό ρυθμό στις ζωές όλων μας, κι αυτό γιατί οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν σαν αδέρφια κι εγώ ανάμεσά τους. Όλα αυτά επειδή η χαρά που ξεχειλίζει τα στήθη μας πρέπει ν’ αναβλύσει απ’ τη γη, επειδή η Επανάσταση, αυτή η Επανάσταση που ήταν ο φάρος και το σύνθημα της Σιδηράς Ταξιαρχίας, θα μπορούσε σύντομα να γίνει υλική πραγματικότητα.

Τα όνειρά μου όμως θα μαραζώσουν και θα χαθούν όπως τα χαρούμενα σύννεφα φεύγουν ψηλά πάνω απ’ τα όρη, και η απογοήτευσή μου θα επιστρέψει, μόνο για να δώσει χώρο την νύχτα πάλι στη χαρά. Κι έτσι η ζωή μου εναλλάσσεται μεταξύ θλίψης και χαράς, μεταξύ αγωνίας και θλίψης, μια χαρούμενη ζωή στην μέση του κινδύνου συγκρίνεται με τη ζωή στο σκοτάδι και την αθλιότητα της πιο σκοτεινής και πιο άθλιας φυλακής.

Μια μέρα -μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη- η είδηση ότι πρέπει να στρατιωτικοποιηθούμε έπεσε στις πλαγιές των ορέων σαν παγωμένος άνεμος που διαπερνά τη σάρκα. Διαπέρασε το σώμα μου σα στιλέτο, και πόνεσα προκαταβολικά απ’ την αγωνία της συγκεκριμένης στιγμής. Την νύχτα, πίσω στις σκηνές, τα νέα κυκλοφορούσαν: “έρχεται η στρατιωτικοποίηση!”

Στο πλευρό μου, άγρυπνος στη βάρδια του ενώ εγώ κοιμόμουν, ήταν ο εκπρόσωπος της ομάδας μου, αυτός θα γινόταν ο υπολοχαγός. Δυο βήματα πιο πίσω, ξαπλωμένος στο χώμα, με το κεφάλι ν’ ακουμπάει σ’ έναν σωρό από οβίδες, κοιμόταν ο εκπρόσωπος της εκατονταρχίας μου, αυτός θα ήταν ο συνταγματάρχης. Εγώ… θα συνέχιζα να είμαι ο εαυτός μου, ένα παιδί απ’ την επαρχία, ένας εξεγερμένος μέχρι τον θάνατο. Ούτε επιθυμούσα ποτέ ούτε επιθυμώ σταυρούς, παράσημα και διοικητικά πόστα. Είμαι αυτός που είμαι, ένας χωριάτης που έμαθε να διαβάζει στη φυλακή, που έχει δει τον πόνο και τον θάνατο από κοντά, που ήταν ένας αναρχικός χωρίς να το γνωρίζει, και που γνωρίζει ότι κάθε μέρα είναι και πιο αναρχικός από την προηγούμενη, απ’ όταν έπρεπε να σκοτώσω για να ελευθερωθώ.

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την μέρα, εκείνη την μακρυνή μέ΄ρα όταν τα θλιβερά νέα ήρθαν απ’ τις βουνοκορφές, διατρέχοντας τη ψυχή μου σαν παγωμένος άνεμος, όπως δε θα ξεχάσω ποτέ τόσες και τόσες μέρες της ζωής μου που πόνεσα. Εκείνη η μακρυνή μέρα… Μπά!

Έρχεται η στρατιωτικοποίηση!

Η ζωή έχει περισσότερα να διδάξει τους ανθρώπους απ’ ό,τι όλες οι θεωρίες και τα βιβλία μαζί. Εκείνοι που θα θέσουν σ’ εφαρμογή τα όσα έχουν μάθει από άλλους μέσω βιβλίων κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους. Εκείνοι που θα γράψουν σε βιβλία αυτά που έμαθαν στο ανεμοδαρμένο μονοπάτι της ζωής είναι ίσως σε θέση να γράψουν αριστουργήματα. Πραγματικότητα και όνειρα είναι δυο πράγματα διαφορετικά. Είναι καλό και όμορφο να ονειρεύεσαι, γιατί τα όνειρα είναι σχεδόν πάντα ένας υπαινιγμός για το τί πρέπει να γίνει, αλλά αυτό που είναι πραγματικά ονειρικό είναι να κάνουμε τη ζωή τόσο όμορφη, να πάρουμε τη ζωή και να την κάνουμε ένα πραγματικό αριστούργημα ομορφιάς.

Έχω ζήσει τη ζωή στην επιτάχυνση. Ποτέ δε γεύτηκα τα νιάτα, που σύμφωνα με τα όσα έχω διαβάσει, είναι χαρά κι ευγένεια, και μια αίσθηση ευημερίας. Απ’ τη φυλακή πήρα μόνο τη γεύση του πόνου. Ακόμα κι αν είμαι νέος στα χρόνια, έχω γίνει γέρος έχοντας περάσει τόσα, έχοντας κλάψει τόσο, έχοντας υποφέρει τόσο. Γιατί μέσα στη φυλακή, σπάνια κανείς γελά, μέσα στη φυλακή, είτε είναι σε κάποιο κλειστό κελί κανείς είτε κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό, το μόνο που έχει είναι το κλάμα.

Διαβάζοντας ένα βιβλίο μέσα στο κελί, απομονωμένος από κάθε ανθρώπινη επαφή, ονειρεύεσαι. Διαβάζοντας το βιβλίο της ζωής όπως στο ξεφυλλίζουν μπροστά σου οι φρουροί σελίδα-σελίδα, προσβάλλοντάς σε ή φτύνοντάς σε, έρχεσαι σε επαφή με την πραγματικότητα.

Μια μέρα έτυχε να διαβάσει, πού και από ποιόν δεν μπορώ να θυμηθώ πια, ότι δε θα μπορούσε κανείς να πει με σιγουριά ότι η γη είναι στρόγγυλη, εάν δεν έχει ταξιδέψει ολόγυρά της, δεν την έχει μετρήσει, δεν την έχει κατατρέξει από άκρη σ’ άκρη, εν συντομία δεν την έχει ανακαλύψει με τα χέρια του. Μια τέτοια απαίτηση μου φαινόταν γελοία. Ωστόσο αυτή η μικρή πρόταση μου τυπώθηκε τόσο έντονα στο μυαλό που τώρα όπως και τότε πάλι, στους αναγκαστικούς μονολόγους στην μοναξιά του κελιού μου, επιστρέφω σ’ αυτήν. Στο σημείο ότι μια μέρα, σαν να ‘χα κι εγώ ανακαλύψει κάτι τόσο θαυμάσιο και μέχρι τότε κρυφό απ’ τους άλλους ανθρώπους, ένιωσα τη χαρά να έχω ανακαλύψει με τα χέρια μου ότι η γη ειναι στρόγγυλη. Κι εκείνη την μέρα, όπως και ο άγνωστος συγγραφέας, ταξίδεψα ολόγυρά της, την μέτρησα, την ξαναμέτρησα, κι έμπηξα τα χέρια μου στη γη, η φαντασία μου φωτίστηκε με το “όραμα” της γης να περιστρέφεται στο άπειρο διάστημα, μέρος της κοσμικής αρμονίας του σύμπαντος.

Ο πόνος πρέπει να ζυγιαστεί, να μετρηθεί, να αγγιχθεί, να τον γευτεί κανείς για να τον κατανοήσει, να τον ανακαλύψει ώστε το μυαλό να έχει μια καθαρή ιδέα περί τίνος πρόκειται. Έχω σταθεί στο πλευρό ανθρώπων που σαν τα μουλάρια, τραβούσαν ένα κάρο στο οποίο άλλοι άνθρωποι επέβεναν, τραγουδώντας και διασκεδάζοντας. Κανείς δεν υπέφερε. Δεν υπήρχε καν έναα σιωπηλό βουητό διαμαρτυρίας. Το θεωρούσαν δίκαιο και λογικό, οι επιβάτες του κάρου, που ήταν Κύριοι, να τραβούν τα ηνία και να κρατούν το μαστίγιο στα χέρια τους, τους φαινόταν ακόμη δίκαιο και λογικό στους συντρόφους μου όταν ο αφέντης τους χτυπούσε στο πρόσωπο με το μαστίγιό του. Έκαναν τη δουλειά τους σαν τα ζώα, χτυπούσαν τις οπλές τους στο έδαφες και ξεκινούσαν τον καλπασμό. Και ω! τί σαρκασμός! όταν στο τέλος τους έβγαζαν τα χαλινάρια, έτρεχαν σα δουλοπρεπή σκυλιά να γλύψουν το χέρι που τους μαστίγωνε.

Όποιος δεν έχει ταπεινωθεί, δεν έχει κακοποιηθεί. Όποιος δεν έχει νιώσει το πιο κακότυχο ον πάνω στη γη, και την ίδια στιγμή το πιο ευγενικό, το πιο γεμάτο καλοσύνη, το πιο ανθρώπινο, κι όποιος, αυτή τη στιγμή της συνδυασμένης αθλιότητας, της καλοσύνης και της δύναμης, δεν έχεινιώσει ξαφνικά ένα κρύο χέρι να πιάνει τον ώμο ή το πρόσωπό του, το χέρι ενός κτηνώδους δεσμοφύλακα για να τον χτυπήσει ή να τον εξευτελίσει. Όποιος δεν έχει ριχτεί στα κάτεργα για την επαναστατικότητά του, και μέσα απ’ αυτά δεν έχει χτυπηθεί στο πρόσωπο και δεν έχει καταπατηθεί, δεν έχει ακούσει τα κόκκαλά του να σπάνε και το αίμα του να αναβλύζει, μέχρι τελικά να πέσει στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες. Όποιος, βασανισμένος στα χέρια των άλλων ανθρώπων, δεν έχει κυριευτεί από ένα αίσθημα αδυναμίας, και αντέδρασε βρίζοντας και εξαπολύοντας τις μεγαλύτερες ύβρεις, ως πρώτο βήμα για να μαζέψει ξανά τις δυνάμεις του. Όποιος, τιμωρημένος και προσβλητικά κακοποιημένος, δεν έχει συνειδητοποιήσει την αδικία της τιμωρίας και την ατίμωση της κακοποίησης, και έχοντας συνειδητοποιήσει αυτά, δεν έχει προτείνει να ξεμπερδεύουμε με τα προνόμια που δίνουν σε ορισμένους την εξουσία να τιμωρούν και να κακοποιούν τους άλλους… Εν συντομία, όποιον αιχμάλωτος στη φυλακή ή φυλακισμένος στον ίδιο τον κόσμο, δεν έχει αντιληφθεί την τραγωδία του ανθρώπου που είναι καταδικασμένος να περάσει τη ζωή του τυφλά και σιωπηλά υπακούωντας εντολές, δεν μπορεί να γνωρίσει ποτέ τον πόνο και τις τρομακτικές ουλές που αφήνει σ’ αυτούς που πρέπει να πιούν, να αγγίξουν, να γευτούν τον πόνο της σιωπής και της υπακοής. Να θες να μιλήσεις και να βγάζεις τον σκασμό, να θες να τραγουδίσεις και να μένεις αποσβολωμένος, να θες να μπορείς να γελάσεις και να πρέπει να στραγγαλίσεις την παραμικρή ώθηση με τη βία, να θες να αγαπήσεις και να είσαι καταδικασμένος να βυθίζεσαι στη λάσπη του μίσους.

Έχω ζήσει σε στρατώνες, κι εκεί έμαθα να μισώ. Έχω ζήσει στη φυλακή κι ήταν εκεί, παραδόξως, εν μέσω βασάνων και δακρύων, που έμαθα να αγαπώ, να αγαπώ έντονα.

Στον στρατώνα, ήμουν στα πρόθυρα να χάσω την προσωπικότητά μου, τόσο σκληρή ήταν η μεταχείριση και η ανόητη πειθαρχία που προσπάθησαν να μου επιβάλουν. Στη φυλακή, μετά από μεγάλο αγώνα, ξαναβρήκα την προσωπικότητά μου, για κάθε τιμωρία που μου επέβαλλαν, γινόμουν και πιο εξεγερμένος. Εκεί έμαθα να μισώ κάθε είδους ιεραρχία απ’ την κορφή ως τον πάτο, διατηρώντας το -μεγαλωμένο στους στρατώνες- μίσος μου για την ιεραρχία καθαρό κι ακέραιο. Οι φυλακές και οι στρατώνες σημαίνουν το ίδιο: τυραννία και απολυταρχία των πιο κακών ενστίκτων των λίγων, πάνω στα βάσανα όλων των άλλων. Όπως οι φυλακές δε διωρθώνουν τίποτα έτσι και οι στρατώνες δε διδάσκουν τίποτα παραπάνω απ’ όσα είναι επιβλαβή για τη σωματική και πνευματική υγεία.

Το μάθημα αυτής της εμπειρίας -που έχω ειλικρινά πάρει, επειδή έχω βουτήξει τη ζωή μου στον πόνο της- είναι όταν από μακρυά, ακούω μουρμουρητά για τη διαταγή στρατιωτικοποίησης, να νιώθω το σώμα μου να παραλύει, γιατί μπορώ να δω πώς η αντάρτικη αφοβία που έχω αποκομίσει από την Επανάσταση θα χαθεί, ότι η στέρηση όλων των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που γνώρισα στη φυλακή και στον στρατώνα θα αποκατασταθεί στη θέση της, και ότι θα πρέπει να πέσω ξανά στην άβυσσο της υπακοής, στο ζωώδη λήθαργο στον οποίον οδηγεί η πειθαρχία των στρατοπέδων και των φυλακών. Και, στις σκηνές μας, βαστώντας το όπλο μου με λύσσα καθώς κοιτώ προς τον εχθρό και προς τον “φίλο”, εμπροσθοφυλακή κι οπισθοφυλακή, βλαστημάω όπως βλαστημούσα όταν με έσερναν στα κάτεργα για την επαναστατικότητά μου, και μέσα μου χύνω ένα δάκρυ σαν τα δάκρυα που μου ‘φευγαν, απαρατήρητα μέσα στο αίσθημα αδυναμίας μου. Και μου έρχεται ξανά πως οι υποκριτές που θα θέλαν να κάνουν τον κόσμο ένα στρατώνα ή μια φυλακή είναι όλοι οι ίδιοι, οι ίδιοι, οι ίδιοι που χθες μες τη φυλακή σπάγαν τα κόκκαλά μας, τα κόκκαλα των ανθρώπων.

Φυλακές… στρατώνες… τί αξιοκαταφρόνητη και άθλια ζωή. Δεν μας κατάλαβε ποτέ κανείς, κι αυτή η έλλειψη κατανόησης δεν μας ανταμοίφθηκε με αγάπη. Πολεμήσαμε -και δεν υπάρχει λόγος εδώ για ψευδή μετριοφροσύνη που δε λέει τίποτα- πολεμήσαμε, επαναλαμβάνω, όπως λίγοι άλλοι. Η γραμμή πυρός μας ήταν πάντα στο μέτωπο, αν μή τί άλλο, επειδή από την πρώτη κιόλας μέρα ήμαστα οι μόνοι στον τομέα μας.

Δεν υπήρξε ποτέ καμμιά ανακούφιση για μας, κι ακόμα χειρότερα δεν ακούσαμε ποτέ μια ευγενική λέξη. Όλοι, φασίστες κι αντιφασίστες κι ακόμα και μέλη του κινήματός μας -τί ντροπή νιώσαμε!- μας αντιμετώπισαν με αποστροφή.

Δεν μας κατάλαβε ποτέ κανείς. Ή, ακόμα πιο τραγικό, μέσα σ’ αυτήν την τραγωδία που μας κυκλώνει, ίσως δεν μπορέσαμε ποτέ να γίνουμε κατανοητοί, επειδή έχοντας υποστεί από τη γένησή μας κάθε είδους περιφρόνηση και σκληρή κακομεταχείριση από τους δια βίου υποστηρικτές της ιεραρχίας, θελήσαμε, ακόμα και μέσα στη φωτιά του πολέμου, να ζήσουμε μια ζωή βασισμένη στις ελευθεριακές αρχές μας, ενώ άλλοι, προς δυστυχία δική τους και δική μας, μείνανε προσδεδεμένοι στο άρμα του κράτους.

Αυτή η αποτυχία να γίνουμε κατανοητοί, που δημιούργησε τεράστια ταλαιπωρία στις τάξεις μας, έστρωσε τον δρόμο μας με κακοτυχίες, κι έτσι δεν μας θεωρούσαν επικίνδυνους μοναχά οι φασίστες, γιατί τους αντιμετωπίζαμε όπως τους άξιζε, αλλά επίσης αυτοί που ονομάζουν τους εαυτούς τους αντιφασίστες, φωνάζοντας αντιφασιστικά μέχρι να βραχνιάσουν, μας βλέπουν ωστόσο υπό το ίδιο φως. Αυτό το μίσος γύρω μας οδήγησε σε οδυνηρές συγκρούσεις, η πλειονότητα των οποίων -και η θλιβερότητα των οποίων κάνει τα στομάχια μας να αναγουλιάζουν και τα χέρια μας να σφίγγουν τα όπλα- έλαβαν χώρα στην ίδια τη Βαλένθια όπου ορισμένοι κόκκινοι αντιφασίστες άνοιξαν πυρ εναντίον μας. Αχ και αν…μπα! αν και μόνο αν είχαμε βάλει ένα τέλος στην αντεπανάσταση τότε, πριν τα πράγματα εξελιχθούν σε πλήρη ανάπτυξη.

Η Ιστορία, που καταγράφει τα καλά και τα κακά που κάνουν οι άνθρωποι, θα μιλήσει μια μέρα. Και η Ιστορία θα πει ότι η Σιδηρά Ταξιαρχία ήταν ίσως η μόνη ταξιαρχία στην Ισπανία που είχε μια σαφή εικόνα του τί όφειλε να είναι η Επανάστασή μας. Θα πει επίσης ότι απ’ όλες τις ταξιαρχίες, η δική μας προσέφερε την μεγαλύτερη αντίσταση στη στρατιωτικοποίηση, και ότι εξαιτίας αυτής της αντίστασής της, εγκαταλήφθηκε μόνη στην μοίρα της, στο μέτωπο περιμένοντας την μάχη, λες και έξι χιλιάδες άνδρες, σκληραγωγημένοι απ’ τοον πόλεμο και έτοιμοι για την νίκη ή τον θάνατο, θα πρέπει να εγκαταληφθούν έτσι στον εχθρό να τους μακελέψει.

Η Ιστορία θα πει πολλά, πολλά πράγματα, και τόσο πολλές, πολλές προσωπικότητες που θεωρούν εαυτούς ένδοξους θα καταδικαστούν στην ατίμωση!

Η παλαιότερη αντίθεσή μας στη στρατιωτικοποίηση βασίστηκε σε όσα γνωρίζαμε για τους αξιωματικούς μας. Η παρούσα αντίθεσή μας βασίζεται στο τί γνωρίζουμε γι αυτούς τώρα. Οι επαγγελματίες αξιωματικοί αποτελούν, τώρα όπως και πάντα, εδώ όπως και στη Ρωσσία, μια κάστα. Είναι αυτοί που δίνουν εντολές, ενώ οι υπόλοιποι από μας δεν έχουμε παρά την υποχρέωση να υπακούσουμε. Μισούν με όλη τη θέλησή τους οτιδήποτε σχετικό με την πολιτική ζωή, που θεωρούν κατώτερη. Έχω δει -πάντα κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια- έναν αξιωματικό να τρέμει με οργή ή απαίχθια όταν του μιλώ φιλικά, και γνωρίζω περιπτώσεις ταγμάτων που αποκαλούνται προλεταριακά, οι αξιωματικοί των οποίων, να έχουν ξεχάσει την ταπεινή καταγωγή τους, να μην επιτρέπουν στους πολιτοφύλακες με ποινή φοβερές τιμωρίες, να τους μιλούν στον ενικό.

Ο προλεταριακός στρατός δεν μας καλεί σε μια πειθαρχία που θα σήμαινε να σεβόμαστε τα πολεμικά παραγγέλματα. Μας καλεί σε υποταγή, τυφλή υπακοή, εξάλειψη των προσωπικοτήτων μας. Έχω γνωρίσει την ίδια κατάσταση στους στρατώνες. Την έχω γευτεί ξανά, αργότερα, στη φυλακή. Ζούσαμε χαρούμενοι στα χαρακώματα. Είναι αλήθεια ότι είδαμε συντρόφους μας να πέφτουν νεκροί στο πλευρό μας, συντρόφους που πολεμήσαμε μαζί απ’ το ξεκίνημα, γνωρίζαμε ακόμα πως ανά πάσα στιγμή μια σφαίρα μπορεί να μας ξάπλωνε στην μέση ενός λιβαδιού -η ανταμοιβή που περιμένει κάθε επαναστάτης- αλλά ζούσαμε χαρούμενα. Τρώγαμε όποτε μπορούσαμε, και νηστεύαμε, όταν δεν είχαμε καλό ανεφοδιασμό. Κι όμως όλοι ήμασταν ευτυχισμένοι. Γιατί; Επειδή κανείς από μας δεν ήταν ανώτερος απέναντι στους άλλους, ήμασταν όλοι φίλοι, όλοι σύντροφοι, όλοι αντάρτες της Επανάστασης.

Ο εκπρόσωπος μιας ομάδας ή μιας εκατονταρχίας δεν μας επιβαλόταν, εκλεγόταν από μας. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του λοχία ή λοχαγό, αλλά σύντροφο. Ούτε οι εκπρόσωποι των Επιτροπών ή της Ταξιαρχίας θεωρούνταν συνταγματάρχες ή στρατηγοί, ήταν σύντροφοι. Τρώγαμε, μαλώναμε, γελούσαμε και βρίζαμε μαζί. Για ένα διάστημα δε λαμβάναμε μισθό, όπως δε λάμβαναν ούτε αυτοί. Αργότερα, ο μισθός μας ανήλθε στις δέκα πεσέτες, όπως κι ο δικός τους ο μισθός, ακόμα είναι δέκα πεσέτες.

Το μόνο που αποδεχόμαστε απ’ αυτούς είναι η αποδεδειγμένη ικανότητά τους, που είναι και ο λόγος που τους εκλέγουμε. Είναι επίσης αποδεδειγμένα γενναίοι, γι’ αυτό και είναι εκπρόσωποί μας. Δεν υπάρχει καμμιά ιεραρχία, κανένας επικεφαλής, δεν υπάρχουν εντολές, παρά μόνον συντροφικότητα, καλοσύνη και φιλία μεταξύ συντρόφων, μια χαρούμενη ζωή ανάμεσα στις καταστροφές του πολέμου. Κι έτσι, περικυκλωμένοι από συντρόφους που πιστεύουν ότι ο αγώνας αυτός δίνεται για κάτι, ο πόλεμος μοιάζει ικανοποιητικός, κι ακόμα και ο θάνατος γίνεται αποδεκτός με ευχαρίστηση. Όμως όταν βρίσκεσαι περικυκλωμένος από αξιωματικούς και τα πάντα είναι η ιεραρχία και οι διαταγές; Όταν στα χέρια σου κρατάς έναν μισθό φαντάρου, που μετά βίας μπορεί να συντηρήσει την οικογένειά σου στα μετόπισθεν, ενώ ο αξιωματικός, ο λοχαγός, ο διοικητής και ο στρατηγός παίρνουν όλοι τρεις, τέσσερις, δέκα φορές περισσότερα -χωρίς να συνεισφέρουν ούτε περισσότερο ενθουσιασμό, ούτε γνώση, ούτε θάρρος- τότε η ζωή έχει μια πικρή γεύση, τότε καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν είναι Επανάσταση, αλλά ότι μερικά άτομα επωφελούνται από μια δυσμενή κατάσταση εις βάρος του λαού.

Δεν γνωρίζω πως θα ζήσουμε από δω και πέρα. Δεν γνωρίζω εάν θα μπορέσουμε να εξοικειωθούμε με την καταπίεση των λοχαγών, των υπολοχαγών, των λοχίων. Δεν γνωρίζω εάν, αφού έχουμε νιώσει πώς είναι να είμαστε άνθρωποι με την πλήρη έννοια της λέξης, θα μπορέσουμε να συνηθίσουμε ξανά να είμαστε εξημερωμένα ζώα, γιατί αυτό που σημαίνει η στρατιωτικοποίηση και που οδηγεί η πειθαρχία.

Γνωρίζουμε ότι για μας θα είναι ολοκληρωτικά αδύνατον να υποταχθούμε στην τυραννία και την κακομεταχείριση, επειδή δεν είναι άξιο ενός άνδρα με όπλο στο χέρι να ανέχεται να καταπίνει προσβολές. Καταφτάνουν σε μας ωστόσο, ανησυχητικά νέα για στρατιωτικοποιημένους συντρόφους που αναγκάζονται -σαν να παίρνουν πλάκες μολύβδου- να δέχονται εντολές από ανθρώπους σε πολλές περιπτώσεις ακατάλληλους και σε κάθε περίπτωση εχθρικούς.

Πιστεύαμε ότι πολεμάμε για λύτρωση και σωτηρία, και βλέπουμε τον εαυτό μας να ολισθαίνει πίσω στο ίδιο πράγμα ενάντια στο οποίο πολεμάμε: την τυραννία, τη δύναμη της κάστας, τον πιο βάρβαρο και διάχυτο αυταρχισμό.

Όμως η ώρα είναι κρίσιμη. Έχουμε πιαστεί -δε γνωρίζουμε το γιατί, κι αν το γνωρίζαμε, δε θα λέγαμε τίποτα τώρα- έχουμε πιαστεί, επαναλαμβάνω, σε μια παγίδα, και πρέπει να βγούμε απ’ αυτήν, πρέπει να δραπετεύσουμε όσο καλύτερα μπορούμε, γιατί οι παγίδες μας περικυκλώνουν τώρα.

Οι μιλιταριστές, όλοι οι μιλιταριστές -και υπάρχουν φανατικοί τέτοιοι και στο δικό μας στρατόπεδο- μας περικυκλώνουν. Χθες ήμασταν οι κύριοι των ζωών μας, σήμερα είναι αυτοί. Ο λαϊκός στρατός, που δεν έχει τίποτα λαϊκό εκτός του ότι στρατολογείται απ’ τον λαό, κι αυτό ίσχυε πάντα, δεν ανήκει στον λαό αλλά στην κυβέρνηση και είναι η κυβέρνηση που τον ελέγχει, είναι η κυβέρνηση που δίνει τις εντολές. Ο λαός επιτρέπεται μόνο να υπακούει, όπως αναμένεται απ’ αυτόν να κάνει πάντα.

Πιασμένοι καθώς είμαστε στα δίχτυα των μιλιταριστών, υπάρχουν μόνο δύο πιθανές οδοί διαφυγής. Η πρώτη οδός οδηγεί στο να αποχωριστούμε από συντρόφους με τους οποίους πολεμάμε καιρό μαζί, διαλύοντας τη Σιδηρά Ταξιαρχία, η δεύτερη οδός οδηγεί στη στρατιωτικοποίησή της.

Η Ταξιαρχία, η δικής μας Ταξιαρχία, δεν πρέπει να διαλυθεί. Η ομοιογένεια που έχει επιδείξει σε κάθε περίπτωση ήταν αξιοθαύμαστη -μιλώ για τους εαυτούς μας μόνο, σύντροφοι- το αίσθημα της συντροφικότητας μεταξύ των μελών μας θα θεωρείται ένα λαμπρό παράδειγμα στην ιστορία της Ισπανικής Επανάστασης. Το θάρρος που επιδείξαμε στην πορεία πάνω από εκατό μαχών μπορεί ίσως να βρει αντάξιό του αλλά όχι να ξεπεραστεί. Από την πρώτη κιόλας μέρα ήμασταν φίλοι. Ακόμα περισσότερο, ήμασταν σύντροφοι κι αδέρφια. Να διαλυθούμε, να χαθούμε προς κάθε κατεύθυνση, να μη ξαναδούμε ο ένας τον άλλον, και να χάσουμε την ορμή για μάχη και νίκη, που είχαμε ως τώρα, όλα αυτά είναι αδύνατα.

Η Ταξιαρχία, η Σιδηρά Ταξιαρχία που έκανε την μπουρζουαζία και τους φασίστες απ’ τη Βαλένθια μέχρι το Τερουέλ να τρέμουν δεν πρέπει να διαλυθεί, πρέπει να συνεχίσει ως το τέλος.

Ποιός μπορεί να ισχυριστεί πως στην μάχη, χάρις στη στρατιωτικοποίηση, έγιναν ισχυρότεροι, πιο δυναμικοί και πιο γενναιόδωροι στο πότισμα του πεδίου των μαχών με το αίμα τους; Πολεμήσαμε σαν αδέρφια υπερασπιζόμενοι έναν ευγενή σκοπό. Ονειρευτήκαμε στα χαρακώματα μαζί σαν αδέρφια που μοιράζονται τα ίδια ιδανικά. Προωθηθήκαμε θαρραλέα σαν αδέρφια που μάχονται για έναν καλύτερο κόσμο. Να διαλύσουμε αυτήν την ομοιογενή μονάδα; Σύντροφοι, ποτέ. Όσο μένει έστω μια εκατονταρχία της Σιδηράς Ταξιαρχίας να προελαύνει στην μάχη, όσο μένει έστω κι ένας τελευταίος επιζών, εμπρός για την νίκη.

Το να πρέπει να συμφιλιωθούμε με το να δεχόμαστε εντολές από μη-αιρετούς αξιωματικούς θα είναι ένα κακό, αλλά θα είναι το μη χείρον. Ωστόσο… Το να είμαστε μια ταξιαρχία ή να γίνουμε μια μεραρχία είναι πάνω-κάτω το ίδιο πράγμα. Αυτό που δεν είναι το ίδιο είναι να δούμε ότι δεν έχουμε σεβασμό.

Εάν η ομάδα των ατόμων που αποτελούν σήμερα τον σχηματισμό μας μείνει μαζί, είτε ως Ταξιαρχία είτε ως διμοιρία, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Στην μάχη, κανείς δε θα χρειαστεί να μας εμπνεύσει ενθουσιασμό, και στην ανάπαυση, κανείς δε θα μας πει τί να κάνουμε, γιατί κάτι τέτοιο δε θα γίνει ανεκτό.

Είτε ο δεκανέας, ο υπολοχαγός κι ο λοχαγός θα προέρχονται απ’ το κίνημά μας, εν τοιάυτη περιπτώσει θα είμαστε όλοι σύντροφοι, είτε θα είναι εχθροί μας, οπότε και θα είναι αναγκαίο να τους αντιμετωπίσουμε ως τέτοιους.

Ταξιαρχία ή διμοιρία, είναι το ίδιο πράγμα για μας, εάν αυτό επιθυμούμε. Ήμασταν και θα συνεχίσουμε να είμαστε, χθες, σήμερα κι αύριο, αντάρτες της Επανάστασης.

Το τί θα συμβεί στο μέλλον εξαρτάται από μας και μόνο, απ’ τη συνοχή που υπάρχει μεταξύ μας. Κανείς δεν μπορεί να επιβάλλει έναν διαφορετικό ρυθμό πάνω μας, αντιθέτως, εμείς θα επιβάλουμε τους ρθυμούς μας στους γύρω μας, διατηρώντας την προσωπικότητά μας.

Σύντροφοι, πρέπει να λάβουμε ένα πράγμα υπόψιν: ο αγώνας απαιτεί τους μύς και τον ενθουσιασμό μας να μην αποσυρθούν από τον πόλεμο. Είτε σε δική μας ταξιαρχία ή διμοιρία, είτε σε κάποιο άλλο τάγμα ή διμοιρία, πρέπει να συνεχίσουμε την μάχη.

Εάν επρόκειτο να διαλύσουμε την Ταξιαρχία, να διαλυθούμε κι αργότερα να επανασυνταχθούμε, θα έπρεπε να βαδίσουμε όχι μ’ αυτούς που επιλέγουμε, αλλά μ’ αυτούς που θα μας διατάξουν να βαδίσουμε. Κι απ’ τη στιγμή που δεν πρόκειται και δεν επιθυμούμε να είμαστε απλώς εξημερωμένα ζώα, θα μπορούσε κάλλιστα να έρθουμε σε σύγκρουση με αυτούς που, καλώς ή κακώς, είναι οι σύμμαχοί μας.

Όπως κι αν αποκαλούμαστε, Ταξιαρχία, Διμοιρία, Τμήμα, η Επανάσταση, η αναρχική και προλεταριακή μας Επανάσταση, στην οποία έχουμε συνεισφέρει δοξασμένες σελίδες απ’ την πρώτη κιόλας μέρα, μας καλεί να μην παραδώσουμε τα όπλα και να μην εγκαταλείψουμε το συνεκτικό σώμα που αποτελούμε μέχρι σήμερα.

Από Έναν “Ανεξέλεγκτο” της Σιδηράς Ταξιαρχίας.

~~~

Σημειώσεις:

Το κείμενο στάλθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Nosotros της Βαλένθια, που διαχειρίζονταν από κοινού μέλη της Σιδηράς Ταξιαρχίας με την τοπική CNT-FAI και τη FIJL (ομοσπονδία ιβηρικών ελευθεριακών νεολαίων), τον Μάρτιο του 1937, λίγο πριν τη στρατιωτικοποίηση της ταξιαρχίας. Η Σιδηρά Ταξιαρχία διέθετε ακόμη μια δική της εφημερίδα, τη Línea de Fuego (Γραμμή Πυρός). Η χρήση του αρσενικού (άνδρες) έχει διατηρηθεί από το πρωτότυπο, αν και όπως και σε πολλές άλλες ταξιαρχίες, στη Σιδηρά Ταξιαρχία συμμετείχαν και πολλές γυναίκες.

Η Σιδηρά Ταξιαρχία σχηματίστηκε από την αρχή της επανάστασης από 150 αναρχικούς της Βαλένθια, ενώ έφτασε να αριθμεί μέχρι και 20.000 μέλη στην μάχη του Τερουέν, διέθεταν ωστόσο όπλα μόλις για 3.000. Η ταξιαρχία ήταν οργανωμένη σε “εκατονταρχίες” συνήθως βάσει επαγγελματικού “συναφιού” (υγειονομικοί, μεταλλεργάτες, καθαριστές, εργάτες στις μεταφορές κοκ), και κάθε εκατονταρχία εξέλεγε έναν εκπρόσωπο να μεταφέρει τις αποφάσεις των μελών της στο κεντρικό πολεμικό συμβούλιο.

Τα μέλη της Ταξιαρχίας γρήγορα κατηγορήθηκαν ως “ανεξέλεγκτοι”, αφενός λόγω της σύνθεσής τους, που είχε εμπλουτιστεί με πολλούς -απελευθερωμένους απ’ την ταξιαρχία- πρώην καταδίκους των φυλακών San Miguel de los Reyes, της ανοιχτής κριτικής της στη CNT-FAI για την είσοδο της τελευταίας στη Δημοκρατική Κυβέρνηση (η CNT ως συνέπεια έπαψε τον ανεφοδιασμό της Ταξιαρχίας, που αναγκάστηκε να αρκεστεί στη λεηλασία εχθρικών δυνάμεων και τη βοήθεια τοπικών κολλεκτίβων), καθώς και για τα γεγονότα της Βαλένθια το ’36 (Τον Σεπτέμβριο του 1936, και μετά από περιστατικά άγριας καταστολής εκ μέρους της δημοκρατικής αστυνομίας, η ταξιαρχία γύρισε απ’ το μέτωπο στη Βαλένθια, αφοπλίζοντας και διαλύοντας τα ένοπλα αστυνομικά σώματα και απαιτώντας την αποστολή τους στο μέτωπο όπου βρίσκεται ο εχθρός). Παρόμοια γεγονότα εξελίχθηκαν στη Βαρκελώνη τον Μάιο του 1937, όμως στο μεταξύ οι πολιτοφυλακές είχαν περάσει υπό τη διοίκηση του Υπουργείου Πολέμου της Δημοκρατικής Κυβέρνησης, είτε είχαν αφοπλιστεί και διαλυθεί. Η Σιδηρά Ταξιαρχία, η Tierra y Libertad και η ομάδα των “Φίλων του Ντουρρούτι” ήταν μάλλον οι πιο κριτικές απέναντι στη στρατιωτικοποίηση των επαναστατικών πολιτοφυλακών, που σφράγισε και την ολοκλήρωση της μετατροπής της επανάστασης σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ δυο κρατικών μορφωμάτων, με τις παραγωγικές δυνάμεις, την οικονομία, και τους στρατούς τους, και από την οποία δε θα μπορούσε να έβγαινε νικητής παρά αυτό που θα ήταν περισσότερο “κράτος”, με πιο ανεπτυγμένη παραγωγή, εκμετάλλευση, πειθαρχία κοκ.

Λέμε σε όλους τους εργάτες, σ’ όλους τους επαναστάτες, σ’ όλους τους αναρχικούς: στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν, όπου κι αν βρίσκεστε, πολεμήστε ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας σας κι εξολοθρέψτε τον φασισμό. Όμως επίσης, βεβαιωθείτε ότι οι προσπάθειές σας δε θα φέρουν την εγκαθίδρυση ενός δικτατορικού καθεστώτος που θα αντιπροσωπεύει τη συνέχιση, με όλα τα ελαττώματα και τις συμφορές της, της ίδιας κατάστασης πραγμάτων που προσπαθούμε να εξαλείψουμε. Τώρα με τα όπλα κι αργότερα με τα εργαλεία της δουλειάς, μάθετε να ζείτε χωρίς τυράννους κι αναπτύξτε για τον εαυτό σας τον μόνο δρόμο για την ελευθερία. Αυτά είναι τα συναισθήματα της Σιδηράς Ταξιαρχίας, κι έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.

Σύντροφοι: Θάνατος στον φασισμό! Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Αναρχία!

-Η Σιδηρά Ταξιαρχία, 1 Οκτώβρη 1936

~~~

Περισσότερα σχετικά με την Ισπανική Επανάσταση:

Το γκρέμισμα των οδοφραγμάτων (Ισπανία) – Paul Mattick

2 τραγούδια απ’ την ισπανική επανάσταση

Αδυναμίες και περιορισμοί της ισπανικής επανάστασης – Deirdre Hogan

Μια μέρα συννεφιασμένη και πένθιμη – Ένας Ανεξέλεγκτος της Σιδηράς Ταξιαρχίας, Ισπανία 1937

Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν – Gilles Dauvè

To MIL και τα εργατικά συμβούλια (Ισπανία) – Telesforo Tajuelo

 

Ο πόλεμος ενάντια στις πετρελαϊκές στην Νιγηρία

Το Δέλτα του Νίγηρα, απ’ τους κάποτε πλουσιότερους βιότοπους της γης, απολαμβάνει την ανάπτυξη

Όταν όλες οι ελπίδες για μια “δημοκρατική” ανάπτυξη και πλουτισμό που έφερε η ανεξαρτησία της Νιγηρίας και η ανακάλυψη τεράστιου ορυκτού πλούτου, βάλτωσαν στο γεμάτο πετρέλαιο υπέδαφος του Δέλτα του Νίγηρα, κατεστραμμένου πλέον από την άγρια εκμετάλλευση πολυεθνικών όπως η Shell, η Agip, η Chevron και της διεφθαρμένης κυβέρνησης. Κάτω απ’ τον μολυσμένο ουρανό και στις όχθες μιας θάλασσας που πλέον δε ζουν ψάρια, οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται ότι αν σκοπεύουν να επιβιώσουν, πρέπει πλέον να οπλιστούν. Η βία φέρνει βία. Κι όταν πέθανε κι η τελευταία ελπίδα, το “ή θα πολεμήσουμε ή θα πεθάνουμε” ήρθε στην ημερήσια διάταξη. Έτσι άρχιζαν να εμφανίζονται, καβάλα σε γρήγορα φουσκωτά, φορώντας μάσκες και κραδαίνοντας αυτόματα και καλάσνικωφ, οι αντάρτες του Δέλτα του Νίγηρα, σαμποτάροντας με κάθε τρόπο την πετρελαιοβιομηχανία. Αποτελούν την ένοπλη φωνή ενός ολόκληρου λαού εξαντλημένου από δεκαετίες περιβαλλοντικής καταστροφής και στρατιωτικοποιημένης καταστολής. Αγωνίζονται ενάντια στην μόλυνση της γης τους, για την αποζημίωση των ζημιών που έχουν υποστεί οι κοινότητές τους και την επιστροφή του πλούτου σ’ αυτές. Το βιβλίο αυτό αποτελεί έναν φόρο τιμής στον αγώνα τους.

Μέσα απ’ το σαπισμένο δάσος του Δέλτα, διέρχονται τα πλοιάρια των ανταρτών του MEND. Κουβαλούν τους νεκρούς συντρόφους τους που έχασαν τη ζωή τους σε μια ενέδρα του στρατού. Άνθρωποι βγαίνουν για το στερνό αντίο απ’ τις καλύβες, κάποιοι με τα όπλα στο χέρι. Ο πόλεμος ενάντια στη Shell, την Agip, τη Chevron είναι ο πόλεμος όλων τους, εδώ πέρα. Ένας μελανός ουρανός βαραίνει πάνω απ’ το μολυσμένο ποτάμι και την κατεστραμμένη γη. Ασπρα και κόκκινα πανιά κυματίζουν πάνω απ’ τις καλύβες και στα όπλα των ανταρτών, φόρος τιμής στον Εγκμπεσού, τον θεό του πολέμου. Να φυλάει τους μαχητές της ελευθερίας απ’ το μένος της καταστροφής. Ο πόλεμος του πετρελαίου μαίνεται. Από ποιά πλευρά θα σταθείς;

Στον Guido Ceraglioli (1968-2008)
…στην εξέγερση

Απόσπασμα από το βιβλίο Delta in rivolta (2009) του Daniele Pepino. Αγγλική μετάφραση της Barbara S. Ολόκληρο το βιβλίο μεταφράζεται και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά.


Το Κίνημα Χειραφέτησης του Δέλτα του Νίγηρα (MEND)

Το MEND και οι άλλες ένοπλες ομάδες εμφανίστηκαν στο προσκήνιο στα τέλη του 2005, κι ενώ οι κινητοποιήσεις των λαών του Δέλτα του Νίγηρα είχαν ήδη πάρει χαρακτηριστικά ανοιχτού αντάρτικου. Το MEND παρουσίαζε εξαρχής ορισμένα ιδιαίτερα στοιχεία που το διαφοροποιούσαν απ’ τις υπόλοιπες ένοπλες ομάδες. Πρώτα απ’ όλα, ήταν σαφές απ’ το ξεκίνημά του ήδη, ότι στο MEND δεν μπορούσε να βρεθεί κάποια “ηγεσία”, κάτι που ήταν μια απάντηση στις προηγούμενες κινήσεις της καταστολής (στμ: που στόχευαν την εξουδετέρωση των ομάδων μέσω πληγμάτων στην ηγεσία τους). Το MEND πράγματι, δρα στη σκιά, αντίθετα με το NDPVF, που διαθέτει μια πολιτοφυλακή χτισμένη γύρω απ’ το πρόσωπο ενός χαρισματικού ηγέτη, που συνηθίζει να εμφανίζεται δημόσια, να μιλάει στα πλήθη και να δίνει συνεντεύξεις τύπου.

Η “ηγεσία” του MEND είναι αόρατη και παράνομη, ακόμα και ο υπεύθυνος τύπου του, ο Jomo Gbomo -δεν είναι παρά ένα ψευδώνυμο. Πρόκειται για μια μορφή “παρανομίας” που διαφοροποιείται επίσης απ’ την καταφυγή μιας οργάνωσης στην παρανομία για να αποφύγει την καταστολή αλλά την ίδια στιγμή η ταυτότητα των μελών της είναι καλά γνωστή. Τουναντίον, η ταυτότητα των μελών του MEND είναι κάτι το ρευστό, το αμφιλεγόμενο, γνωστό και άγνωστο ταυτόχρονα. Όπως γράφουν οι ίδιοι οι αντάρτες του MEND σε μια απ’ τις πρώτες προκηρύξεις τους: “Το κίνημά μας είναι ρευστό και ως τέτοιο μπορεί να ξεγλυστρά ανάμεσα απ’ τα διάφορα κρατίδια του Δέλτα του Νίγηρα”. Με άλλα λόγια, υπάρχει κάτι παραπάνω από μια απλή “παρανομία” για λόγους ασφαλείας.

Επιπλέον, δεν είναι πραγματικά σωστό να μιλάμε για “ηγεσία” όσον αφορά το MEND, τουλάχιστον όχι με την καθιερωμένη έννοια της λέξης, δηλαδή ενός κλειστού πυρήνα που δίνει στους αντάρτες τη στρατηγική γραμμή και τις τακτικές μεθόδους. Σ’ έναν ανταρτοπόλεμο, στην πράξη, η “ηγεσία” συνιστά την πολιτική ψυχή μιας ομάδας, την ταυτότητά της. Όσον αφορά το MEND, αντιθέτως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξεταστεί η θέση του κάθε ατόμου ξεχωριστά, ιδιαίτερα καθώς οι ίδιοι οι αντάρτες του MEND αρνούνται κάθε τέτοιον προσδιορισμό. Τελικά, το γεγονός ότι αποκαλούν τους εαυτούς τους “κίνημα” και όχι “στρατό”, “ταξιαρχία” ή κάτι τέτοιο, δεν αποτελεί σύμπτωση αλλά πηγάζει από μια βαθειά πολιτική και στρατηγική επιλογή.

Το MEND δεν είναι μια οργάνωση όπως γίνεται συνήθως. Είναι περισσότερο μια ιδέα, ένα γενικό πνεύμα που αγκαλιάζει τα νεολαιΐστικα και κοινοτικά κινήματα που αναπτύσσονται στο Δέλτα του ποταμού Νίγηρα, και ιδιαίτερα στις περιοχές των Ijaw, σύμφωνα με τον Ike Okonta, έναν ερευνητή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης που έχει γεννηθεί στην περιοχή του Δέλτα. Όλοι οι αναλυτές που προσπαθούν να κατανοήσουν τη φύση του MEND συμφωνούν πάνω σ’ αυτό το συμπέρασμα.

ένας μαχητής του MEND

Μια συνέντευξη που πήρε ο Okonta από έναν νεαρό μαχητή εξηγεί κάπως καλύτερα τη φύση του MEND:

-Είσαι στην ηγεσία του MEND; ρωτάει ο Οκόντα. -Τί εννοείς ηγεσία του MEND; Δεν υπάρχει MEND. Το μόνο που ξέρω είναι ότι υπάρχουν νέοι στα κανάλια του Δέλτα που έχουν πει ως εδώ με τις πετρελαϊκές εταιρίες κι έχουν πάρει τα όπλα, κι είναι αποφασισμένοι να βάλουν ένα τέρμα στην εκμετάλλευση της Chevron, της Shell… και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Εάν η έκφραση “δεν υπάρχει MEND” είναι μια υπερβολή, ένας τρόπος του λέγειν, είναι ωστόσο μεστή νοήματος. Δεν βρίσκει κανείς εύκολα παραδείγματα ενόπλων ομάδων που εκμηδενίζουν ή αρνούνται τον πρότυπο ρόλο τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Οι δηλώσεις του νεαρού μαχητή, όπως και οι προκηρύξεις του MEND είναι ενδεικτικές μια πολύ ασυνήθιστης στρατηγικής για μια ένοπλη ομάδα. Είναι, με άλλα λόγια, κάτι εντελώς αντίθετο με μια πολιτική ομάδα, ακόμα και μια οριζόντιας δομής: είναι μια οργάνωση συνδεδεμένη με το κοινωνικό της περιβάλλον, που δρα σύμφωνα με τις τακτικές μάχης που αναπτύσσονται εντός της κοινωνίας αυτής, όχι σε αλληλεγγύη με τον λαό, αλλά ως μια άμεση εκδήλωση του λαού αυτού. Έχουν περιγραφεί ως συμμαχία, δίκτυο, συντονισμός ομάδων, ο πιο κατάλληλος προσδιορισμός όμως είναι το “κίνημα”, όπως οι ίδιοι αποκαλούν τον εαυτό τους. Είναι απλώς ασυνήθιστο ένα μικρό κίνημα να παίρνει τα όπλα και να διεξάγει έναν τόσο μακροχρόνιο, εκτεταμένο και αποτελεσματικό ανταρτοπόλεμο.

Πιο καλα οργανωμένοι από άλλες οργανώσεις, επιδεικνύοντας μιαν αξιοσημείωτη ικανότητα δράσης και αντίδρασης, εξοπλισμένοι με μηχανότρατες αποτελεσματικές για τα νερά της περιοχής και ικανό οπλισμό, είναι σε θέση να αναπτύσσουν τοπική όσο και διεθνή επικοινωνία, οι αντάρτες του MEND αναγκάζουν τις εταιρίες πετρελαίου και φυσικού αερίου σε έναν χαμηλής εμβέλειας ανταρτοπόλεμο, που τους έχει στοιχίσει το 1/4 των εξαγωγών πετρελαίου τα τελευταία τρία χρόνια. Οι δράσεις του MEND σε στεριά και νερό περιλαμβάνουν σαμποτάζ και επιθέσεις σε πετρελαιαγωγούς και λοιπές υποδομές, επιθέσεις σε πετρελαιοφόρα, εκρηκτικές επιθέσεις σε εργοτάξια εταιριών πετρελαίου και κρατικά κτίρια, καταστροφή σκαφών του στρατού και της αστυνομίας, εκτέλεση αξιωματούχων του στρατού και του ναυτικού, απαγωγές ξένων και ντόπιων επιχειρηματιών της πετρελαιοβιομηχανίας κλπ. Το μήνυμα που στέλνει το MEND είναι σαφές: “χωρίς δικαιοσύνη, ισότητα και μια δίκαιη ανάπτυξη του Δέλτα, δε θα υπάρξει ειρήνη, ασφάλεια και business as usual για το νιγηριανό κράτος και τις πετρελαϊκές”.

Ορίστε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση για την αποτελεσματικότητα των τακτικών του MEND από την ιστοσελίδα αντιτρομοκρατίας Global Guerrillas: “Οι σημερινές επιθέσεις είναι πιο εξεζητημένες απ’ τις παλαιότερες, που ήταν βασικά η συνέχιση των κοινωνικών ταραχών, των διαδηλώσεων και του λησταντάρτικου. Οι νέες επιθέσεις περιλαμβάνουν: -Περιπολίες στα κανάλια του Νίγηρα. Οι αντάρτες χρησιμοποιούν μηχανότρατες για να χτυπήσουν σε επιλεγμένους στόχους τον έναν μετά τον άλλον. Οι εύκολες στον χειρισμό και γρήγορες μηχανότρατες καταφέρνουν να διαταράξουν το σύστημα ασφαλείας που έχουν επεξεργαστεί η κυβέρνηση και η Shell για να προστατεύσουν τα κανάλια τους. -Ταχύτατη αύξηση της ικανότητας στα όπλα και της εκπαίδευσης στο αντάρτικο. Έτσι έγινε εφικτή η νίκη επί των ιδιωτικών παραστρατιωτικών μονάδων της Shell που είναι εκπαιδευμένες στη Δύση, καθώς κι επί των επίλεκτων μονάδων του νιγηριανού στρατού σε αρκετές μάχες. -Αποτελεσματική χρήση τακτικών μπλοκαρίσματος του συστήματος. Οι στόχοι τους επιλέγονται προσεκτικά ως προς τον βαθμό που θα κατορθώσουν να μπλοκάρουν πλήρως την παραγωγή ή να την καθυστερήσουν ή να σταματήσουν τις εργασίες επιδιόρθωσης: πρόκειται για μια συστηματική επιχείρηση. Επιπλέον, οι αντάρτες χρησιμοποιούν τους ομήρους αποτελεσματικά προκειμένου να εκβιάσουν τόσο την κυβέρνηση όσο και τις εταιρίες”.

μαχητής του MEND, τα σχέδια στο σώμα του “για να τον προστατεύουν απ’ τις σφαίρες” μισοσοβαρά-μισοαστεία.

“Είμαστε ρευστοί…”

Η ευρεία υποστήριξη των λαών του Δέλτα προς τους “μαχητές της ελευθερίας”, εκτός του να καθιστά την ταυτοποίησή τους από τις αρχές εξαιρετικά δύσκολη, φέρνει και το ξέσπασμα της οργής του κράτους επί αμάχων πολιτών, κάτι που με τη σειρά του συνεισφέρει μιαν αύξηση στον αριθμό των νέων που εντάσσονται στον ένοπλο αγώνα. Δεν είναι εύκολο να υπολογίσουμε πόσοι ακριβώς συμμετέχουν στον ένοπλο αγώνα σήμερα, εν μέρει λόγω της δυσκολίας να εξατομικευτεί ο βαθμός συμμετοχής στο MEND, όμως οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μερικές χιλιάδες, σε διαρκή άνοδο. Όπως συμβαίνει συχνά, είναι πράγματι η αδιάκριτη βία του στρατού που συμβάλει στη διεύρυνση της συμμετοχής στον ανταρτοπόλεμο. Η ευκολία με την οποία οι αντάρτες του MEND κινούνται τόσο στις μεγαλουπόλεις του Warri και του Port Harcourt όσο και στα χωριά, αποδεικνύει ότι πολλοί άνθρωποι όχι μόνο ταυτίζονται με τον σκοπό του MEND αλλά συμμετέχουν ενεργητικά στην παροχή προστασίας και ασφαλών καταφυγίων στους αντάρτες. Αυτό είναι κάτι που έχει αναφερθεί κι από πολλούς δημοσιογράφους που είχαν την τύχει να γνωρίσουν από κοντά αντάρτες του MEND, ιδιαίτερα όταν η πίεση του στρατού ήταν λιγότερο ασφυκτική.

Οι κινήσεις των ανταρτών ανταποκρίνονται πάντοτε στη διαρκή παρουσία των μονάδων του στρατού, που εξαναγκάζουν τους αντάρτες σε μια διαρκή συνθήκη εγρήγορσης τόσο όσον αφορά τη χρήση τεχνολογικών μέσων όσο και ως προς τις κλασσικές μεθόδους αντιπαρακολούθησης κι αποφυγής ενεδρών. Παρά την ασφυκτική παρουσία του στρατού, που κατά καιρούς παίρνει την μορφή πραγματικής στρατιωτικής κατοχής, η επιτυχία των επιχειρήσεων του MEND είναι εμφανείς και εντυπωσιακές. Σύμφωνα με τον Ike Okonta, η στρατηγική ανωτερότητα του MEND καθορίζεται από τέσσερεις παράγοντες-κλειδιά:

1. Το MEND έχει πλήρη κατανόηση του 50ετούς αγώνα των Ijaws για κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη στο Δέλτα. Δεν υπάρχει έτσι ούτε ένα χωριό στην περιοχή του Δέλτα που να μην έχει κατοίκους που να στηρίζουν το MEND. Ως συνέπεια, οι αντάρτες μπορούν να επιχειρούν εντός ενός πλήρως ευνοϊκού και συνεργάσιμου πεδίου που τους καθιστά ικανούς να καταφέρνουν γρήγορα χτυπήματα κι έπειτα να εξαφανίζονται άμεσα χωρίς να αφήνουν ίχνη.

2. Το MEND είναι μια ελεύθερη συμμαχία ενόπλων ανδρών με συλλογική ηγεσία. Αυτή, δεν παρεμβαίνει στις αποφάσεις που παίρνουν οι μεμονωμένες ομάδες, ούτε στον σχεδιασμό της δράσης τους. Οι διάφορες ομάδες, σχεδιάζουν τις δράσεις τους με τρόπο αυτόνομο, ωστόσο -όποτε είναι αναγκαίο- είναι έτοιμες να βρεθούν με άλλες ομάδες σε συλλογικές δράσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πετυχαίνουν να είναι ενεργοί σε κάθε γωνία της περιοχής του Δέλτα, υιοθετώντας μια τακτική hit and run, που αποτρέπει τον στρατό απ’ το να τους αναγκάσει να εμπλακούν σε μια περιορισμένη περιοχή.

3. Οι μαχητές του MEND πολεμούν σε εδάφη που τους είναι εξαιρετικά οικεία, καθώς έχουν ζήσει, έχουν ψαρέψει, έχουν καλλιεργήσει στον λαβύρινθο των καναλιών και των βάλτων του Νίγηρα για πολλά χρόνια. Ακόμη κι αν ο νιγηριανός στρατός και το ναυτικό έχουν καλύτερο εξοπλισμό, δεν είναι λίγες οι φορές που χάνονται στα βαλτόνερα ενώ επιτίθενται ή καταδιώκουν τους αντάρτες, καταλήγοντας αβοήθητοι, εκτεθιμένοι σε αντεπιθέσεις. Ένας μεγάλος αριθμός πεζοναυτών έχουν χάσει έτσι τη ζωή τους.

4. Ικανοί χειριστές των ΜΜΕ, οι αντάρτες του MEND διασφάλιζαν πάντοτε ότι ο λόγος τους ενάντια στην κυβέρνηση και τις πετρελαϊκές θα βρει τον δρόμο του στον τύπο και στην τηλεόραση, τόσο στην Νιγηρία, όσο και διεθνώς.

Ο τρόπος που οι αντάρτες του MEND οργανώνονται δεν είναι απολύτως σαφής. Είναι βέβαιο  ότι υπάρχει ένα ευρύ φάσμα μαχητών που περιλαμβάνονται κάτω απ’ το όνομα αυτό, παλιοί μαχητές, νέοι που προέρχονται απ’ το περιβάλλον των μεσσιανικών θρησκειών της περιοχής, οργισμένη νεολαία απ’ τα προάστια των μεγαλουπόλεων, μεμονωμένοι λησταντάρτες που ασχολούνται με απαγωγές και ληστείες. Αρκετές ένοπλες ομάδες, άλλες σχηματισμένες από νέους ανθρώπους, άλλες από προϋπάρχουσες και ισχυρότερες συμμορίες, μοιράζονται ένα κοινό: ένα απύθμενο μίσος για την πετρελαιοβιομηχανία και τους τοπικούς λακέδες της, λειτουργούν ωστόσο με πλήρη αυτονομία. Αυτό αποδεικνύεται κι απ’ τον τρόπο που επικοινωνούν με τον κόσμο. Αναλήψεις ευθύνης για τις δράσεις τους, για παράδειγμα, βγαίνουν με μεγάλες χρονικές διαφορές. Ενώ για κάποιες δράσεις, ειδικά τις πιο περίπλοκες και ξεχωριστές, κυκλοφορεί η ανάληψη ευθύνης άμεσα ή ορισμένες φορές αναγγέλλονται κι από πριν, για άλλες κάτι τέτοιο καθυστερεί αρκετά. Αυτό φαίνεται να δείχνει ότι αυτοί που επεξεργάζονται και διανέμουν τις προκυρήξεις δεν έχουν άμεσο έλεγχο επί των ομάδων που διεξάγουν τις δράσεις, κι έτσι τους παίρνει κάποιον χρόνο να επικοινωνήσουν και να “υπογράψουν” τη δράση.

Αυτή η έλλειψη άμεσου ελέγχου επί των ομάδων έχει δηλωθεί αρκετά σε πολλές περιπτώσεις. Για παράδειγμα, κατά την απαγωγή ορισμένων ιταλών τεχνικών, κι ενώ η ENI κινητοποιήθηκε για να πληρώσει λύτρα, ο εκπρόσωπος τύπου του MEND δήλωσε: “Οι μαχητές μας θα ήθελαν να σκοτώσουν τους ομήρους και να δώσουν τα κορμιά τους πίσω στην AGIP προκειμένου να τους δώσουν να καταλάβουν ότι αυτό που κάνουν εδώ είναι λάθος”. Κανένας πραγματικός “διοικητής” δε θα αποκάλυπτε ποτέ την ανυπομονησία ή την απειθαρχία των ανδρών του στη διεξαγωγή ενός πολέμου, και πρόκειται τελικά για έναν πολύ ασυνήθιστο πόλεμο, που διαφοροποιείται από τον κλασσικό ανταρτοπόλεμο.

Όχι μόνο στο εσωτερικό του MEND αλλά επίσης στις σχέσεις του με τις άλλες ένοπλες ομάδες, κυριαρχεί η ρευστότητα. Υπάρχει μια πολλαπλότητα ονομάτων που χρησιμοποιούνται για τις αναλήψεις ευθύνης ή τη δημοσίευση προκηρύξεων, συχνά διαφόρων ομάδων από κοινού, επιδεικνύοντας ένα πλέγμα τακτικών συμμαχιών που δημιουργούνται βάσει της εκάστοτε “καμπάνιας”. Αυτές οι συμμαχίες παύουν να υφίστανται μόλις η κατάσταση εμπλοκής λήξει. Σ’ άλλες περιπτώσεις, οι συμμαχίες αυτές διαρκούν περισσότερο, ωστόσο η κάθε ομάδα διατηρεί την αυτονομία της. Αυτή είναι η κατάσταση, για παράδειγμα με την Ενιαία Επαναστατική Επιτροπή, που φαίνεται να έχει σχηματιστεί προκειμένου να αντιταθεί σε μια πιθανή απόβαση των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων κατά την πιο οξεία φάση της σύγκρουσης. Η απειλή της χρήσης πυραύλων ενάντια στην θαλάσσια πλατφόρμα της Shell στην Bonga, ήταν αρκετή για να σπείρει τον πανικό στις διεθνείς αγορές. Δυο χρόνια αργότερα, το 2008, η απειλή αυτή πραγματοποιήθηκε. Η καταστροφή της θαλάσσιας πλατφόρμας της Shell ανάγκασε την εταιρία να παραδεχθεί την προσωρινή ανικανότητά της να συμβαδίσει με τα συμβόλαια που είχε υπογράψει και την πιθανότητανα εγκαταλείψει την χώρα.

Η απελευθέρωση ενός διοικητή του MEND στο Port Harcourt βοηθά να ρίξουμε φως σε ορισμένες δυναμικές του τρόπου λειτουργίας του MEND. “Το MEND στρατολογεί τους άνδρες του από ήδη υπάρχουσες ομάδες και θρησκευτικές κοινότητες (…). Ο τοπικός διοικητής του MEND στην Πολιτεία του Rivers είναι ο Soboma George, ηγέτης επίσης της παραβατικής συμμορίας The Outlaws. Στις αρχές του 2007, ο Soboma George (που ήταν φυγόδικος από το 2005) συνελήφθη απ’ τις αρχές ασφαλείας στο Port Harcourt και φυλακίστηκε σ’ ένα αστυνομικό τμήμα. Το MEND σχεδίασε την απελευθέρωσή του και κατάφερε να τη διεκπεραιώσει, απελευθερώνοντας ακόμη 125 κρατουμένους, ενώ ολόκληρο το αστυνομικό τμήμα πυρπολήθηκε. Κι άλλες ομάδες, όπως η Niger Delta Strike Force (NDSF), με αρχηγό τον Πρίγκηπα Farah Ipalibo, συμμετείχαν στην ενέργεια αυτήν. Το περιστατικό αυτό δείχνει πώς οι ταυτότητες των μαχητών του MEND επικαλύπτουν η μία την άλλη, και πόσο δύσκολο είναι να ταυτοποιηθεί ποιός βρίσκεται πίσω από κάθε δράση (…). Το γεγονός ότι το MEND δρα σαν μια “ομπρέλλα” διαφορετικών ομάδων, μπερδεύει ακόμη περισσότερο την κυβέρνηση στις προσπάθειές της να το εξουδετερώσει. Η ίδια η δομή του, το καθιστά αδύνατο ακόμα και για τους διοικητές του MEND να έχουν τον απόλυτο έλεγχο επί των δράσων των ομάδων, κι έτσι αποφεύγονται και πιθανά σχίσματα και διαιρέσεις εντός της ίδιας της ομάδας (B. Wellington, MEND’s fluid leadership structure, in ‘Terrorism Focus’, June 2007).

Η σύγχυση αυτή είναι επίσης το αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά ποικιλόμορφης και συγκρουσιακής κοινωνικής κατάστασης. Η λέξη “αντάρτες” που χρησιμοποιείται εδώ, αναφέρεται στις ομάδες ενόπλων που προωθούν κάποιες πολιτικές διεκδικήσεις, όπως η απελευθέρωση κρατουμένων ηγετών, η αποζημίωση για περιβαλλοντικές καταστροφές, η αντικατάσταση απεχθών υποψηφίων στις εκλογές και μια πιο δίκαιη αναδιανομή των εσόδων απ’ το πετρέλαιο. Βασικά, αυτά τα πολιτικά αιτήματα διαφοροποιούν τους “αντάρτες” από τους απλούς παραβατικούς, που πραγματοποιούν απαγωγές κλπ απλώς για να βγάλουν κάποια χρήματα. Οι αντάρτες επίσης διαφοροποιούνται απ’ τις εμπόλεμες κοινότητες, κάτοικοι των οποίων μπορεί να καταφύγουν απλώς στις απαγωγές και σε επιθέσεις προκειμένου να εκβιάσουν για την απόσπαση χρημάτων ή για την κατασκευή νοσοκομείων και σχολείων, χωρίς όμως θα θέτουν κάποια πολιτικά κίνητρα στη δράση τους. Δεν είναι έτσι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς τα όρια: μπορεί ένα άτομο να δραστηριοποιείται ως ακτιβιστής μιας κοινότητας σε μια δράση σήμερα, ως αντάρτης αύριο και ως παραβατικός μεθαύριο (J. Briggs, Guide to the armed groups operating in the Niger Delta, in ‘Terrorism Monitor’, April 2007).

ειρηνική κατάληψη διαμαρτυρίας από γυναίκες της κοινότητας

Στην πραγματικότητα, παράλληλα με το MEND και τις κοινοτικές πολιτοφυλακές, που επίσης έχουν τη δυνατότητα να εκδίδουν προκηρύξεις και να τις επικοινωνούν μέσω του διαδικτύου, υπάρχει ένα πολυσύνθετο και συγκρουσιακό αρχιπέλαγος υποκειμένων. Αν και αυτή η πολυπλοκότητα αγνοείται γενικά από τα ΜΜΕ, αποτελεί ωστόσο την υλική βάση των ένοπλων ομάδων και την καρδιά της κοινωνικής εξεγερτικότητας. Στους καθημερινούς αγώνες ενάντια στο κράτος και τις πολυεθνικές, όπου πρωταγωνιστούν οι τοπικές κοινότητες, οι φτωχοί νέοι και οι γυναίκες των χωρών, τα όρια μεταξύ ειρηνικής διαμαρτυρίας και ένοπλης βίας είναι πολύ συχνά δύσκολο να ξεδιαλυθούν. Ζημιές, σαμποτάζ και καταλήψεις εργοστασίων διεξάγονται επίσης από ένοπλους νεολαίους που δεν ανήκουν σε καμμία αντάρτικη ομάδα ή κοινοτική πολιτοφυλακή. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος των ανταρτών στηρίζεται ουσιαστικά πάνω σ’ αυτήν την πολλαπλότητα και τη λογιστική κάλυψη που παρέχουν οι τοπικές κοινότητες.

“Οι πειρατές των θαλάσσιων πολέμων και οι παρτιζάνοι των πολέμων της ξηράς” γράφει ο Carl Schmitt στη “Θεωρία του Αντάρτη” (1962), “μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους.. Ωστόσο, η βασική αντίθεση μεταξύ ξηράς και θάλασσας παραμένει μεγάλη. Είναι πιθανό ότι οι παραδοσιακές διακρίσεις που αναφέρονται στον πόλεμο, τον εχθρό και τη λεηλασία, που προσδίδουν μέχρι στιγμής τον χαρακτήρα της στη διαφορά μεταξύ θαλάσσιας διεθνούς νομιμότητας και νόμων της ξηράς, θα συμπτηχθούν μια μέρα στη χοάνη της τεχνο-βιομηχανικής προόδου”. Αυτή η πρόβλεψη είναι εξαιρετικά έγκυρη σήμερα στο Δέλτα του Νίγηρα, όπου ο θαλάσσιος πόλεμος και το αντάρτικο στη στεριά συμβιώνουν μέσα στην εξέγερση. Οι επιθέσεις εναντίον εχθρικών σκαφών συνδυάζονται με πιο παραδοσιακές αντάρτικες δράσεις, όπως εμπρησμοί οχημάτων, έφοδοι και ενέδρες, και όλα αυτά περιπλέκονται μαζί με μια διευρυμένη οικονομική παραβατικότητα. Αυτό το φαινόμενο σχετίζεται βέβαια με την ιδιομορφία του εδάφους, είναι όμως επίσης και μια συνέπεια της “χοάνης της τεχνο-βιομηχανικής προόδου” που προέβλεψε ο Schmitt, η οποία έχει μεταμορφώσει τις υποβαθμισμένες και μολυσμένες περιοχές του πλανήτη σ’ ένα είδος “προαστίου”-γκέττο της παγκόσμιας οικονομίας.

Παραγκουπόλεις και απρόσωπα προάστια-γκέττο συσσωρεύουν τους απόβλητους παρίες των πόλεων κι εξαπλώνονται ταχύτερα από ποτέ, πυροδοτώντας ταυτόχρονα συναγερμούς μπρος στον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν. Το φυτίλι φτάνει στην κοινωνική βόμβα, καθώς οι παραγκουπόλεις που περικυκλώνουν την παγκόσμια οικονομία αντιπροσωπεύουν γι αυτήν ολοένα και περισσότερο μια μαύρη τρύπα που δεν μπορεί να ελέγξει και έτσι τίθεται ως ένα μείζον πρόβλημα για τις δυνάμεις της αντιεξέγερσης. “Το μέλλον του πολέμου” σύμφωνα με το στρατιωτικό περιοδικό War College “βρίσκεται στους δρόμους, στους υπονόμους, στα κτίρια και στις γειτονιές που απαρτίζουν τις αποστερημένες πόλεις του κόσμου”. “Η ραγδαία αστικοποίηση των υποανάπτυκτων χωρών” γράφει ο ειδικός αεροπλοϊας Troy Thomas στο “Aerospace Power Journal”, δημιουργεί ένα πεδίο μάχης που είναι εξαιρετικά δύσκολο να χαρτογραφηθεί γιατί στερείται σχεδιασμού”. Ο Thomas επιχειρεί μια σύγκριση μεταξύ σύγχρονων αστικών κέντρων, τα οποία είναι “ιεραρχικά” δομημένα και των οποίων οι κεντρομώλες δομές μπορούν εύκολα να παραλύσουν μέσω αεροπορικών επιδρομών (πχ. οι βομβαρδισμοί στο Βελιγράδι) ή τρομοκρατικών επιθέσεων (τα μπόινγκ στο Μανχάτταν), και των παραγκουπόλεων στα προάστεια των υποανάπτυκτων χωρών, που αυξάνονται ραγδαία και οργανώνονται σε “αποκεντρωμένα και άτυπα υπο-δίκτυα των οποίων τα σημεία αναφοράς είναι δύσκολο να εντοπιστούν”. Παίρνοντας για παράδειγμα την “ανθρώπινη αθλιότητα” που περικυκλώνει την πόλη του Καράτσι στο Πακιστάν, ο Thomas σκιαγραφεί τις απίστευτες προκλήσεις που θέτει ένας “ασύμμετρος πόλεμος που διεξάγεται σε μη-ιεραρχικές πολεοδομικές ζώνες εναντίον ενόπλων ομάδων αποτελούμενων από συμμορίες και κινητοποιημένων απ’ την απόγνωση και την πείνα”. Αναφέρει τις εκτεταμένες παραγκουπόλεις του Λάγος στην Νιγηρία, και της Κινσάσα στο Κονγκό ως πιθανά επίγεια κολαστήρια τέτοιων ασύμμετρων πολέμων (Mike Davis, In the jungle of the cities, in Chronicles from the empire, Manifestolibri, Rome, 2004).

[…]

περίπολος του MEND

Ταραχές στα εργοστάσια της Foxconn, Κίνα, Οκτώβριος 2012

Δυο περιστατικά γενικευμένης αναταραχής στα εργοστάσια της Foxconn έγιναν γνωστά διεθνώς στα τέλη του Σεπτέμβρη και τις αρχές Οκτώβρη 2012. H Apple, κύρια συνεργάτις της Foxconn, μόλις έβγαζε στην αγορά την νέα έκδοση του βασικού προϊόντος της, του iPhone 5, οπότε η εντατικοποίηση της εργασίας ήταν υψηλή, όπως και το ενδιαφέρον όλου του κόσμου.

[youtube]http://youtu.be/nBoA2U1YCdE[/youtube]

Στη διάρκεια της 23ης Σεπτέμβρη, στο εργοστασιακό σύμπλεγμα της Foxconn στην Taiyuan, στο Shanxi, ξέσπασε εξέγερση. 2.000 εργάτες συμμετείχαν στις ταραχές, πολλοί περισσότεροι παρακολουθούσαν, ενώ 40 περίπου τραυματίστηκαν. Οι ταραχοποιοί κατέβασαν βιτρίνες, έστησαν φλεγόμενα οδοφράγματα, αναποδογύρισαν αστυνομικά οχήματα και κατέστρεψαν την περίφραξη της επιχείρησης. 5.000 αστυνομικοί στάλθηκαν για να καταστείλουν την εξέγερση, ανήμποροι να το κάνουν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Δεν υπάρχουν αναφορές για συλλήψεις. Η παραγωγή σ’ ολόκληρο το εργοστάσιο της Foxconn σταμάτησε την επόμενη μέρα.

Η Foxconn κατασκευάζει ηλεκτρονικές συσκευές και εξαρτήματα για πολλές απ’ τις μεγαλύτερες φίρμες ηλεκτρονικών συσκευών στον κόσμο, περιλαμβανομένων της HP, της Sony και της Apple. Κάπου 1,3 εκατομμύρια άνθρωποι δουλεύουν γι’ αυτήν παγκόσμια, και 1,1 εκατομμύρια μόνο στην Κίνα. Το εργοστάσιο της Taiyuan παράγει εξαρτήματα από κράματα μαγνησίου για ηλεκτρονικές συσκευές ιδιωτικής χρήσης, προϊόντα LED, κινητά τηλέφωνα κλπ. Το όλο εργοστασιακό σύμπλεγμα αποτελεί μια κλειστή πόλη, περιφραγμένη με τείχη, με τα δικά της εργοστάσια, κοιτώνες, καταστήματα κλπ. Η Foxconn στην Taiyuan έχει περίπου 79.000 εργάτες, ο μέσος όρος ηλικίας των οποίων αγγίζει μόλις τα 20 χρόνια. Το 65% είναι άνδρες, το 77% κάτοικοι της επαρχίας Shanxi.

Όταν η Foxconn αρχικά ισχυρήστηκε ότι οι ταραχές ξεκίνησαν από μια λογομαχία μεταξύ εργατών από διαφορετικές επαρχίας που ξέφυγε απ’ τον έλεγχο, οι εργάτες έβγαλαν δικές τους αναφορές που περιέγραφαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα: Όλα ξεκίνησαν όταν οι σεκιουριτάδες της εταιρίας παρενέβησαν σε μια προσωπική διαμάχη σ’ έναν κοιτώνα. Οι σεκιουριτάδες άρχισαν να χτυπούν κόσμο, και τότε οι εργάτες ζήτησαν βοήθεια απ’ τους συναδέλφους τους. Μόλις τελείωνε η μια βάρδια στο εργοστάσιο κι έτσι χιλιάδες εργάτες που έβγαιναν έξω χώθηκαν στην αντιπαράθεση εκφράζοντας την οργή τους. Είχαν προηγηθεί πολλές περιπτώσεις παρενόχλησης και βίαιων επιθέσεων από σεκιουριτάδες της εταιρίας προς μεμονωμένους εργάτες, κι έτσι η ένταση βρισκόταν στα ύψη. Οι μέθοφοι των σεκιουριτάδων είναι μέρος της αυστηρής και παραστρατιωτικού τύπου διοίκησης που εφαρμόζει η Foxconn τόσο μέσα στα εργοστάσια όσο και στους κοιτώνες. Αυτή περιλαμβάνει περιφράξεις, πύλες ελέγχου, ελέγχους ασφαλείας και μια σειρά από κανόνες και κανονισμούς.

Ωστόσο, υπάρχουν πολύ περισσότερα που κρύβονται πίσω απ’ τις ταραχές αυτές: Η Foxconn είχε ανάγκη από πολύ περισσότερους εργάτες για την παραγωγή μερών του νέου iPhone 5. Έτσι πολλοί εργάτες από εργοστάσια στο Shenzen και στο Zhengzhou μεταφέρθηκαν στην Taiyuan. Βέβαια, οι περισσότεροι εργάτες δεν θέλουν να μεταφερθούν σε ένα εργοστασιακό σύμπλεγμα στην μέση του πουθενά όπως η Taiyuan, αλλά προτιμούν να μείνουν στις αναπτυσσόμενες παραλιακές πόλεις. Επιπλέον, οι περισσότεροι εργάτες απασχολούνται σε επαναλαμβανόμενα, μονότονα καθήκοντα χωρίς κάποια ειδίκευση, όπου δουλεύουν για 10 με 12 ώρες την ημέρα. Η μετεγκατάστασή τους απ’ τις παραλιακές πόλεις στο εσωτερικό, σημαίνει ότι θα μειωθεί σημαντικά ο μισθός τους, ενώ συχνά, τα χρήματα που τελικά τους καταβάλλονται είναι ακόμα λιγότερα κι απ’ αυτά που τους είχαν αρχικά δηλωθεί. Έτσι, οι περισσότεροι εργάτες απαιχθάνονται πραγματικά τη δουλειά τους. Αυτό που πυροδότησε τις ταραχές ήταν η καταπίεση των σεκιουριτάδων, όμως οι αιτίες τους, βρίσκονται πιο κοντά στην απογοήτευση, τις αφόρητες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στα εργοστάσια.

Steve Jobs died a greedy $36.1 billion asshole. Anyone who can’t see that must be high on acid
Την Παρασκευή, 5 Οκτώβρη, οι εργάτες της Foxconn στο Zhengzhou, στην επαρχία Henan, κατέβηκαν σε απεργία με επίκεντρο τις εργασιακές συνθήκες, σε σχέση με την παραγωγή μερών του νέου iPhone 5. Τις προηγούμενες μέρες, είχε καταγραφεί ένα κύμα παραπόνων καταναλωτών στις ΗΠΑ και αλλού, για γρατζουνιές στο εξωτερικό του iPhone τους, που οδήγησε σε αυξημένους ποιοτικούς ελέγχους στα εργοστάσια της Foxconn, χωρίς απ’ ό,τι φαίνεται την κατάλληλη εκπαίδευση στους εργάτες. Η απεργία ξέσπασε στη γραμμή του επιτόπιο ποιοτικού ελέγχου. Όλα ξεκίνησαν όταν εργάτες και ελεγκτές της περιοχής “Κ” άρχισαν να τσακώνονται, φτάνοντας σε τραυματισμούς και ζημιές στον εξοπλισμό ενός δωματίου ελέγχου. Αργότερα, ελεγκτές δάρθηκαν και πάλι στην περιοχή “Κ”, ενώ ελεγκτές σ’ άλλη περιοχή δέχθηκαν απειλές. Η διεύθυνση της Foxconn αγνόησε τις διαμαρτυρίιες των ελεγκτών για τα περιστατικά αυτά, κι έτσι αυτοί ξεκίνησαν μια απεργία, μπλοκάροντας ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία, εμπλέκοντας 3-4.000 άτομα. Οι γραμμές παραγωγής σταμάτησαν για ολόκληρη την μέρα. Αργότερα, η iPhone επισήμως αρνήθηκε τις σχετικές αναφορές και διέψευσε την ύπαρξη απεργίας.

Η Foxconn και η Apple ήδη βρίσκονται υπό πίεση, από το κύμα αυτοκτονιών εργατών του 2010, όταν περίπου 20 εργάτες πήδηξαν από διαφορετικά κτίρια της Foxconn καθ’ όλην τη χρονιά. Η αντίδραση της Foxconn περιορίστηκε στην εγκατάσταση ενός διχτυού ασφαλείας γύρω από τα κτίρια, και καγκέλων στα παράθυρα, και αναγγέλοντας αυξήσεις μισθών για το μέλλον. Ωστόσο, σύμφωνα με τους εργάτες, οι όποιες αυξήσεις μισθών έγιναν, συνοδεύονταν από ταχύτερους ρυθμούς εργασίας και αύξηση των απλήρωτων υπερωριών. Τα προβλήματα αυτά οδήγησαν σε ένταση των εργατικών αγώνων. Στην κίνα, η επίσημη συνδικαλιστική ένωση (ACFTU) είναι συνδεδεμένη με τις κρατικές αρχές, ενώ τα ανεξάρτητα συνδικάτα είναι παράνομα. Έτσι και στη Foxconn, οι συνδικαλιστές της ACFTU συντάσσονται με την εργοδοσία και προσπαθούν να αποτρέψουν τυχόν μαχητικές δράσεις. Οι εργάτες πρέπει να οργανώνονται αυτόνομα στους χώρους εργασίας και στους κοιτώνες.

Πριν τις ταραχές στη Taiyuan και την απεργία στο Zhengzhou, διαδραματίστηκαν αρκετοί ακόμη αγώνες στις μονάδες της Foxconn φέτος: Τον Γενάρη, 150 εργάτες απείλησαν να αυτοκτονήσουν μαζικά εάν δεν γινόταν μια αύξηση μισθών στο Wuhan, και 1.000 ακόμη κατέβηκαν σε απεργία για το ύψος των μισθών στο Yantai. Τον Φλεβάρη, εκατοντάδες απήργησαν για το ύψος των μισθών και την ανάπαυση στις εθνικές αργίες στο Ningbo. Τον Μάρτη, 1.000 συμμετείχαν σε απεργία στην Taiyuan για τους μισθούς και πάλι. Τον Απρίλη, ξανά στην taiyuan, 2.000 κατέβηκαν σε απεργία για τους μισθούς, και 200 απείλησαν να αυτοκτονήσουν μαζικά στη Wuhan για τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας. Δεκάδες συμμετείχαν σε μια κατάληψη της ταράτσας ενάντια στην μετεγκατάσταση της μονάδας και τις μεταφορές εργατών στη Shenzhen. Τον Ιούνη, ταραχές στο Chengdu ένωσαν 1.000 εργάτες ενάντια στους σεκιουριτάδες της εταιρίας, και τόσες άλλες περιπτώσεις που δεν αναφέρονται απ’ τα επίσημα ΜΜΕ ή τους συνδικαλιστές βάσης.

Η νέα γενιά μεταναστών εργατών που δουλεύουν για την Foxconn και για τις άλλες συναφείς επιχειρήσεις, απαιχθάνονται την μονότονη και βαρετή δουλειά του εργοστασίου, τους χαμηλούς μισθούς και την καταπιεστική διεύθυνση. Προσδοκούν την πρόοδο και την εξέλιξη στις προσωπικές τους ζωές, ωστόσο βλέπουν ότι τους εκμεταλλεύονται ως εργάτες και τους καταπιέζουν ως μετανάστες. Έχουν πρόσβαση στα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, ιδιαίτερα το weibo (το κινέζικο “twitter”) παίζει έναν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που κυκλοφορούν οι πληροφορίες και η επικοινωνία μεταξύ των εργατών. Οι νέοι εργάτες γνωρίζουν την αξία που έχουν τα προϊόντα που παράγουν, και που πουλά κατά εκατομμύρια η Apple συσσωρεύοντας τεράστια κέρδη, την ίδια στιγμή που βλέπουν τους μισθούς τους να παραμένουν χαμηλοί, και οι συνθήκες εργασίας σκληρές. Και πλέον, γνωρίζουν ότι άλλοι συνάδελφοί τους κατεβαίνουν σε απεργίες ή σε ταραχές ενάντια στη Foxconn. Έτσι, οι νέοι εργάτες της Foxconn -παράλληλα με άλλους μετανάστες εργάτες στην Κίνα- έχουν καταφέρει να πιέζουν διαρκώς για υψηλότερους μισθούς τα τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή, στα περισσότερα απ’ τα εργοστάσια αυτά χαμηλοί είναι οι αριθμοί των εργατών που παραιτούνται. Ένα ερώτημα είναι, κατά πόσον αφού γνωρίσουν την εκμετάλλευση και τη βία της Foxconn οι εργάτες “απλά θα τα παρατήσουν και θα φύγουν”, ή “θα μείνουν και θα παλέψουν”. Φαίνεται πως ένα αυξανόμενο ποσοστό τους διαλέγει τον δεύτερο δρόμο.

Στο http://en.labournet.tv μπορείτε να δείτε ένα ντοκυμανταίρ μικρού μήκους που ονομάζεται “The Truth about the Apple iPad” που περιγράφει τις συνθήκες σ’ ένα απ’ τα νέα εργοστάσια της Foxconn στο εσωτερικό της Κίνας, στην Chengdu, στο Sichhuan: “Ξυπνάμε πριν τους πετεινούς, πηγαίνουμε για ύπνο μετά τους σκύλους, και τρώμε χειρότερα απ’ τα γουρούνια” όπως λέει κι ένας εργάτης: http://en.labournet.tv/video/6393/truth-about-apple-ipad

Πηγή: http://www.libcom.org/news/revolts-islaves-%E2%80%93-more-labor-unrest-chinas-foxconn-factories-fall-2012-17102012

Επίσης ενδιαφέρον: The Undercover Report on How the New iPhone 5 is Made Inside Foxconn Factory http://micgadget.com/29723/the-undercover-report-on-how-the-new-iphone-5-is-made-inside-foxconn-factory/

Βλ. σχετικά: Ταραχές μεταναστών μικροπωλητών στην Guangzhou, Κίνα, 13/6/2011, Κίνα: Top Ten μαζικών ταραχών του 2010

 

Μια ιστορική αντιστροφή: Η ανεργία επικαθορίζει την μισθωτή εργασία – Roland Simon

Μια ιστορική αντιστροφή: Η ανεργία επικαθορίζει την μισθωτή εργασία

Η κομμουνιστική επανάσταση είναι μια άμεση κομμουνιστικοποίηση των σχέσεων μεταξύ των ατόμων που παράγονται ως άμεσα κοινωνικές, είναι η κατάλυση του κεφαλαίου, κι ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να προσδιοριστεί επ’ ακριβώς, η κατάλυση του ίδιου του υποκειμένου της: του προλεταριάτου. Ο αγώνας των ανέργων στη Γαλλία έθεσε για πρώτη φορά, στον τρέχοντα κύκλο αγώνων, την επαναστατική προοπτική της κατάλυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στη διάρκεια των μερικών εβδομάδων του χειμώνα του 1997-1998 εμφανίστηκαν, ως πρακτική κίνηση της πάλης των τάξεων, οι αντιφάσεις που φέρουν την κατάλυση αυτής της κοινωνίας και το περιεχόμενο της κατάλυσης αυτής: ο κομμουνισμός δεν είναι μια νέα οργάνωση και αναδιανομή της κοινωνικής εργασίας. Είναι η ίδια η πορεία και ο στόχος της κομμουνιστικής επανάστασης της εποχής μας που αυτή η πάλη έκανε ορατά και σχηματοποίησε.

Μέχρι τον κύκλο των τρέχοντων αγώνων, αυτό που προσδιόριζε την αναδιάρθρωση της σχέσης μεταξύ των τάξεων, καθόλη τη δεκαετία του ’70 και ως τα μέσα του ’80, το κεντρικό πρόβλημα του επαναστατικού αγώνα, δηλαδή το πώς μια τάξη δρώντας αποκλειστικά και μόνον ως τάξη θα μπορούσε να καταλύσει τις τάξεις, παρέμεινε ανεπίλυτο, σαν να ήταν ένα αφηρημένο θεωρητικό ερώτημα ή έμεινε μέσω αυτού που ήταν η “ήττα” της επανάστασης: η προοπτική της κατάφασης του προλεταριάτου, η εγκαθίδρυση μιας μεταβατικής περιόδου. Ο αγώνας των ανέργων και των επισφαλών, θέτοντας την ανεργία και την επισφάλεια στην καρδιά της μισθωτής εργασίας, κατέστησε δυνατό να ξαναπιάσουμε αυτό το ερώτημα σαν ένα ζήτημα πρακτικό, σαν την ίδια την πορεία και το διακύβευμα της πάλης των τάξεων. Μπορούμε να ξεκινήσουμε να κατανοούμε με ιστορικό τρόπο το πώς η δραστηριότητα της προλεταριακής τάξης μπορεί να πάει πέρα από τις τάξεις. Ταυτόχρονα, η κριτική και η “άρνηση” της εργασίας, παραμένοντας πάντα ένα όριο αυτού του κύκλου αγώνων, συνιστούν έναν αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο στον οποίον το προλεταριάτο έρχεται σε αντίφαση με ό,τι το ορίζει ως τάξη.

Με τον κύκλο αγώνων που έχει προσδιορίσει την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο φέρει την ίδια του την αμφισβήτηση ως τάξη, μέσα στην κατάλυση του κεφαλαίου. Δείτε τον αγώνα των ανέργων, αυτό είναι το προλεταριάτο που τίθεται ενάντια στο κεφάλαιο.

  1. Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ

Η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, αυτό είναι η εκμετάλλευση. Είναι η αντίφασή τους και ταυτόχρονα η αμοιβαία προϋπόθεση του ενός για το άλλο, ως όροι της ίδιας ολότητας, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο ορισμός της αντίφασης μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, είναι άμεσα ο ορισμός μιας διαδικασίας, είναι ο ορισμός της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Η εκμετάλλευση είναι η διαδοχή τριών στιγμών:

  1. Η αντιπαράθεση της δύναμης της εργασίας και του κεφαλαίου καθ’ αυτό, και η αγοραπωλησία της δύναμης της εργασίας.
  2. Η απορρόφηση της ζωντανής εργασίας από την αντικειμενική εργασία στη διάρκεια της άμεσης παραγωγής, όπου σχηματίζεται η υπεραξία.
  3. Η μεταμόρφωση της υπεραξίας σε επιπλέον κεφάλαιο

Η συσσώρευση δεν είναι κάτι εξωτερικό στον ορισμό αυτής της αντίφασης, κι ως εκ τούτου στον ορισμό του ίδιου του προλεταριάτου. Η αντίληψη ότι το προλεταριάτο δεν ορίζεται μέσα στην ολότητα ενός κύκλου παραγωγής, με δεδομένο ότι συνεπάγεται την ανανέωση της διαδικασίας και την αναπαραγωγή των φορέων της στην αντιφατική τους θέση, τείνει να θέσει τη συσσώρευση ως κάτι το εξωτερικό προς το προλεταριάτο, ως μια εξωτερική συνθήκη της νίκης ή της ήττας τους, ως “αντικειμενική συνθήκη”. Υπάρχει λοιπόν μια αμοιβαία προϋπόθεση μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, και της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου.

Εάν λάβουμε ως σημείο αφετηρίας αυτήν την αμοιβαία προϋπόθεση μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, κι ως εκ τούτου τη σχέση του κεφαλαίου ως μια ολότητα, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά μια αντίφαση μεταξύ των τάξεων, το περιεχόμενο της οποίας είναι η εκμετάλλευση. Λόγω αυτού του περιεχομένου, η ανάπτυξη του κεφαλαίου και η αντίφαση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο γίνονται αντιληπτές ως πάλη των τάξεων και όχι ως οικονομική κίνηση. Η αντίφαση μεταξύ της αναγκαίας εργασίας και της υπερεργασίας, το πτωτικό ποσοστό του κέρδους, δεν είναι “οικονομικές” αντιφάσεις, αλλά αντιφάσεις των τάξεων. Ορισμένο ως τάξη μέσω της εκμετάλλευσης (της αμοιβαίας προϋπόθεσής του με το κεφάλαιο, του ανήκειν στην ολότητα του κεφαλαίου), το προλεταριάτο βρίσκεται σε αντίφαση με την αναγκαία κοινωνική ύπαρξη της εργασίας του, ως αξία που αυτονομείται ενώπιόν του και δεν του μένει παρά να αξιοποιηθεί απ’ αυτήν. Αυτό στο μέτρο που, ως κεφάλαιο, αυτή η αυτονομημένη αξία θέτει πάντοτε το προλεταριάτο ως πλεονάζον (αυξάνοντας την οργανική του σύνθεση) σε σχέση με την αναγκαία εργασία, την ίδια στιγμή που το ενσωματώνει, που το υπάγει, ως ζωντανή εργασία προκειμένου να διατηρηθεί και να αυξηθεί. Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους δεν είναι παρά μια αντίφαση των τάξεων μεταξύ του προλεταριάτου και της καπιταλιστικής τάξης.

Η εκμετάλλευση ορίζει για το προλεταριάτο την ίδια του την ύπαρξη ως τάξη ενώπιον του κεφαλαίου, δίνοντας σ’ αυτή τη διάκριση (το “ενώπιον”) μια σχέση αμοιβαίας ενσωμάτωσης του ενός στο άλλο. Η εκμετάλλευση είναι η αντίφαση, και η ενσωμάτωση του κεφαλαίου και του προλεταριάτου ως όροι της ίδιας ολότητας. Η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι η κίνησή της. Ο ορισμός της αντίφασης μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, είναι, άμεσα, ορισμός μιας διαδικασίας, είναι ορισμός της συσσώρευσης του κεφαλαίου μέσα στις αντιφάσεις που δεν είναι περισσότερο “οικονομικές” απ’ όσο είναι η πραγμοποίησή τους μέσα στην αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους είναι η αντίφαση των τάξεων που φέρνει το προλεταριάτο ενάντια στο κεφάλαιο. Η ανάπτυξη του κεφαλαίου δεν είναι η πραγματοποίησή του αλλά η πραγματική ιστορία του που δεν παίρνει απλά διαφορετικές μορφές εκκινώντας από μία αμετάβλητη ουσία, καθώς δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι ίδιες οι μορφές αυτές που αποτελούν τη δυναμική της μεταμόρφωσής της. Η σχέση της εκμετάλλευσης δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η διαδικασία του κεφαλαίου, σύμφωνα με τους νόμους του, παρά η αντίφαση μεταξύ των τάξεων, παρά η ιστορία αυτής της αντίφασης.

Αν ορίσουμε το προλεταριάτο στη βάση της αμοιβαίας προϋπόθεσής του με το κεφάλαιο, επί της συσσώρευσης του κεφαλαίου και επί της δραστηριότητάς του, στη σκανδάλη του πτωτικού ποσοστού κέρδους, μπορούμε να δούμε ότι η ανεργία δεν ήταν ποτέ ένα εξωτερικό στοιχείο της σχέσης της εκμετάλλευσης μέσα στην οποία (το προλεταριάτο) ορίζεται ως τάξη, χωρίς την οποία η σχέση της εκμετάλλευσης θα περιοριζόταν στις δυο πρώτες στιγμές της. Σ’ αυτές τις τρεις στιγμές της, η εκμετάλλευση περιλαμβάνει την μεταμόρφωση της υπεραξίας σε επιπλέον κεφάλαιο, χαρακτήρα που δεν παίρνει ποτέ ολοκληρωτικά. Το προλεταριάτο, ορισμένο ως τάξη μέσα σ’ αυτές τις τρεις στιγμές της εκμετάλλευσης, περιλαμβάνει πάντοτε τους ανέργους στον ορισμό του.

  2.ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗΣ

Εδώ και είκοσι χρόνια (από το 2001) η μισθωτή εργασία υπό την κλασσική της μορφή, όπως προσδιορίστηκε στη Γαλλία κάτω από το Λαϊκό Μέτωπο κι έπειτα κατά τη “χρυσή τριακονταετία”, καταρρέει, εκρήγνυται, η κατάσταση των ανέργων εδώ συνδέεται επίσης με την κατάρρευση αυτή.

Αυτό που διακυβεύεται μέσα στον αγώνα των ανέργων, είναι μια ανασύνθεση του προλεταριάτου, ένας επαναπροσδιορισμός της ταξικής πάλης του προλεταριάτου, εκκινώντας απ’ αυτήν ακριβώς την κατάρρευση. Οι τρέχοντες αγώνες ανασυνθέτουν την αντίφαση της εκμετάλλευσης ξεκινώντας από την ανεργία και επαναπροσδιορίζοντας βάσει αυτής, το τί είναι η μισθωτή εργασία. Ολόκληρη η λογική της αντεπανάστασης, περιλαμβάνεται πια μέσα σ’ αυτήν την ανεστραμμένη κίνηση: επαναπροσδιορισμός της ανεργίας σε σχέση με την μισθωτή εργασία, σε σχέση με την απασχόληση.

Αυτή η ιστορική αναστροφή είναι η ίδια διακύβευμα της πάλης των τάξεων, δεν είναι κάτι δεδομένο από τις αντικειμενικές συνθήκες, τις στατιστικές της απασχόλησης, της επισφάλειας, της εργασίας. Ωθώντας τον αγώνα του από τα άμεσα συμφέροντά του που δεν μπορούν να περιοριστούν κι άλλο μπρος στα συμφέροντα της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, δηλαδή θέτοντας τον εαυτό του ενάντια στο κεφάλαιο, τοο προλεταριάτο έχει πετύχει αυτήν την αναστροφή και όλα όσα συνεπάγεται αυτή, ως διακύβευμα των αγώνων του χειμώνα του 1997-1998.

Πράγματι, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν ο ορισμός της μισθωτής εργασίας που προσδιόριζε την ανεργία. Δεν μπορούμε, γενικά, να μορφοποιήσουμε τον ορισμό του ανέργου σε σχέση με μια έννοια μισθωτής εργασίας ως ένα σταθερό χαρακτηριστικό. Κάθε μορφοποίηση της ιστορικής έννοιας της μισθωτής εργασίας μορφοποιεί αυτήν της ανεργίας και αντίστροφα. Εάν το πραγματικό κίνημα, που προκύπτει από την κατάρρευση της προηγούμενης φιγούρας του ανέργου, επαναπροσδιορίζει την τρέχουσα, είναι επειδή η ίδια η μισθωτή εργασία έχει στο μεταξύ αλλάξει μορφή. Όμως, πιο σημαντικό και νέο, αυτό που σημαίνει το κίνημα των ανέργων και των επισφαλών, είναι ότι ο επαναπροσδιορισμός των ανέργων, η κοινωνική κατασκευή της ταυτότητάς τους, μπορεί, μέσα σ’ έναν αγώνα, να είναι το σημείο αφετηρίας της ανακατασκευής της μισθωτής εργασίας. Είναι ξεκινώντας απ’ αυτό που ανοίγουν οι άρρητες προοπτικές της πάλης των τάξεων και της επαναστατικής κατάλυσης του καπιταλισμού, της παραγωγής του κομμουνισμού από το προλεταριάτο.

Πηγή: THÉORIE DU COMMUNISME, VOLUME 1 – Fondements critiques d’ une théorie de la revolution (εκδ. Senonevero), σελίδες 11-14

Για την υπόθεση του Τάσου Θεοφίλου

Μια απόπειρα να κρατηθεί ένα αρχείο σχετικά με την υπόθεση του αναρχικού Τάσου Θεοφίλου, που βρίσκεται προφυλακισμένος απ’ τις 18 Αυγούστου, βάσει κατηγοριών τις οποίες αρνείται, σχετικά με τη γνωστή υπόθεση της ληστείας της Αγροτικής Τράπεζας στην Πάρο, κατά τη διαφυγή των ληστών απ’ την οποία, ένας οδηγός ταξί προσπάθησε να τους “συλλάβει” και πυροβολήθηκε θανάσιμα.

Το κατηγορητήριο, σερβιρισμένο από τα ΜΜΕ και μαγειρεμένο κάπου ακόμη βρωμερότερα, είναι πασπαλισμένο με διάφορες νοστιμιές του ποινικού κώδικα, από “αντίσταση κατά της αρχής” μέχρι συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Περιέργως η διατήρηση ιστολογίου έμεινε ατιμώρητη.

Για επικοινωνία: Αναστάσιος Θεοφίλου, Φυλακές Δομοκού, ΤΚ 35010

27/08/2012 – Επιστολή πρώτη:  Ημερολόγιο της επιχείρησης ¨Angela Davis¨ – Α. Κ. Θεοφίλου

22/09/2012 – Κειμενο αλληλεγγύης στον Αναστάσιο Θεοφίλου – Πολύκαρπος Γεωργιάδης

04/10/2012 – Επιστολή δεύτερη: Δυο σημειώσεις... – Α. Κ. Θεοφίλου

22/03/2013 – Σχετικά με τις αποδράσεις από τις φυλακές – Α. Κ. Θεοφίλου

09/06/2013 – Τί είναι το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα της Angela Davis (μτφ. Α. Κ. Θεοφίλου)

10/06/2013 – Για τη σύλληψη και την αναβολή της δίκης του Τάσου – Εφ. “Κόντρα”

16/08/2013 – Ο αγώνας των κρατουμένων στην Καλιφόρνια και η εξέλιξη της ποινικής καταστολής στην Ελλάδα – Ρ. Συριανός-Α. Κ. Θεοφίλου

05/10/2013 – Για την αντιφασιστική πορεία – Ρ. Συριανός-Α. Κ. Θεοφίλου

29/10/2013 – Συνέντευξη του Τάσου στο OmniaTV για την υπόθεση

[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=4idZKGo2zRQ[/youtube]

04/11/2013 – Κείμενο του Τάσου εν όψει της δίκης του

Τα πιο σοβαρά ως τώρα στοιχεία που διαθέτουν οι αρχές εναντίον του συντρόφου

 

 

 

Μια εισαγωγική εξήγηση της καπιταλιστ οικονομικής κρίσης

Πηγή: η ιστοσελίδα massline, του αμερικανού μαρξιστοϊκού) Scott Harrison (αποσπάσματα):

Μια εισική εξήγωv+N 1j0HbNEy2@@>t±B6\uPvzy7w 2uc ν καπν καπιταλιστικών οικονομικών κρίσεων

Κεφάλαιο 1: Οι βασικές αντιφάσεις πίσω απ’ την καπιταλιστική οικονομική κρίση

1.1 Διαλεκτικές αντιφάσεις

Ο Μαρξ έγραφε ότι οι οικονομικές κρίσεις υπάρχουν λόγω της ύπαρξης ορισμένων αντιφάσεων που είναι εγγενείς στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Μιλώντας γι’ αυτούς που αρνούνταν την πιθανότητα κρίσεων, έλεγε “Οι απολογητικές προτάσεις που χρησιμοποιούνται για να αρνηθούν την ύπαρξη των κρίσεων είναι σημαντικές στον βαθμό που πάντοτε αποδεικνύουν το αντίθετο απ’ αυτό που θέλουν να αποδείξουν. Προκειμένου να αρνηθούν την ύπαρξη κρίσεων, κάνουν λόγο για ενότητα εκεί όπου υπάρχει αντίθεση και σύγκρουση. Είναι λοιπόν σημαντικές στον βαθμό που μπορούμε να πούμε ότι δε θα υπήρχαν κρίσεις εάν οι αντιφάσεις αυτές που οι άνθρωποι αυτοί διαγράφουν στη φαντασία τους, δεν υπήρχαν και στην πραγματικότητα. Όμως στην πραγματικότητα οι κρίσεις υπάρχουν ακριβώς επειδή αυτές οι αντιφάσεις υπάρχουν. Κάθε λέξη που ψελλίζουν αρνούμενοι τις κρίσεις, είναι μια προσπάθεια να τις εξοστρακίσουν με μια νέα αντίφαση, κι ως εκ τούτου μια πραγματική αντίφαση, που προκαλεί νέες κρίσεις. Η επιθυμία τους να πείσουν τους εαυτούς τους για την ανυπαρξία των αντιφάσεων, είναι την ίδια στιγμή η έκφραση μιας ευλαβικής ευχής αυτές οι αντιφάσεις που είναι στ’ αλήθεια παρούσες, να μην έπρεπε να υπάρχουν. (Καρλ Μαρξ – Θεωρίες για την υπεραξία).

Προκειμένου να κατανοήσουμε τις καπιταλιστικές κρίσεις, πρέπει πρώτα απ’ όλα να κατανοήσουμε τις διαλεκτικές αντιφάσεις που οδηγούν σ’ αυτές. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές τέτοιες αντιφάσεις και οι μεταξύ τους σχέσεις είναι περίπλοκες. (Μια σύντομη αποσαφήνιση για τον όρο “διαλεκτικές αντιφάσεις”: Οι διαλεκτικές αντιφάσεις δεν είναι το ίδιο με αυτό που λέμε αντιφάσεις στην κοινή λογική, δηλαδή την ταυτόχρονη κατάφαση και άρνηση της ίδιας πρότασης. Οι διαλεκτικές αντιφάσεις είναι ένα σύνολο δυο αντιτιθέμενων δυνάμεων, που είναι δεμένες μεταξύ τους μέσα σ’ αυτήν την αμοιβαία αντιπαράθεση. Ένα παράδειγμα απ’ τη γεωφυσική, είναι η κίνηση των τεκτονικών πλακών της γης που δημιουργεί τα βουνά, αντιτιθέμενη στις δυνάμεις του ανέμου, της βροχής και της βαρύτητας που τείνουν να τα χαμηλώνουν. Μια πιο βολική λέξη απ’ τις “αντιφάσεις”, ίσως να ήταν εδώ οι “αντιθέσεις”, ωστόσο κρατάμε τον όρο αντίφαση για ιστορικούς λόγους. Οι δυο αντιτιθέμενες δυνάμεις μιας αντίφασης καλούνται “όροι” ή “πόλοι” της αντίφασης).

1.2 Η θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλισμού

Η πιο βασική διαλεκτική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι αυτή μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αντίφαση αυτή βρίσκεται στην καρδιά της εξήγησης της ύπαρξης των κρίσεων σε μια καπιταλιστική οικονομία. Κρατάμε όμως υπόψιν ότι οι αντιφάσεις μπορούν να εκφράζονται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, σε διαφορετικά αφηρημένα επίπεδα. Ή διαφορετικά, μπορούμε να πούμε ότι οι διαλεκτικές αναλύσεις σε διαφορετικά επίπεδα αφηρημένης μορφής, συνιστούν διαφορετικές αλλά σχετικές μεταξύ τους αντιφάσεις. Το να σκεφτόμαστε σε υψηλότερα ή χαμηλότερα αφηρημένα επίπεδα, έχει τα πλεονεκτήματα, όπως και τα μειονεκτήματά του. Συνήθως χρειάζεται να κάνουμε καί τα δύο, προκειμένου να κατανοήσουμε κάτι εις βάθος. Ο Mitchell Resnick, ένας ερευνητής τεχνητής νοημοσύνης, είχε κάνει την εξής παρατήρηση: Το να κατανοήσουμε κάτι μ’ έναν τρόπο είναι ένα μάλλον επιπόλαιο είδος αντίληψης. Ο Marvin Minsky έλεγε πως χρειάζεται να κατανοήσουμε κάτι με τουλάχιστον δυο διαφορετικούς τρόπους προκειμένου στ’ αλήθεια να το καταλάβουμε. Ο κάθε διαφορετικός τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε για κάτι, ενισχύει και βαθαίνει ταυτόχρονα κάθε άλλον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε. Η πολλαπλή αυτή κατανόηση παράγει και μια συνολική αντίληψη που είναι πλουσιότερη και διαφορετικής φύσης από τον έναν και μοναδικό τρόπο αντίληψης (Mitchell Resnick – Turtles, Termites, and Traffic Jams: Explorations in Massively Parallel Microworlds, MIT Press, 1999, σελ. 103).

Όμως το ερώτημα τώρα γίνεται: “Τί σημαίνει να κατανοήσουμε κάτι με πάνω από έναν τρόπο;” καθώς και “πώς γίνεται αυτό;”. Ένα απ’ τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορεί να σημαίνει αυτό, είναι ότι το κάθε τί μπορεί να περιλαμβάνεται σε παραπάνω από μία διαλεκτική αντίφαση, όπως αυτές των διαφορετικών αφηρημένων επιπέδων. Ο τρόπος να κατανοήσουμε κάτι εις βάθος, απαιτεί τη σκέψη σε πολλά διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης, και τη διερεύνηση για διαφορετικές αντιφάσεις στις οποίες περιλαμβάνεται αυτό. Όταν μιλάμε για την αντίφαση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, μιλάμε προφανώς σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης. Όμως είναι εξαιρετικά χρήσιμο, και αρκετά διαφωτιστικό, να μεταφράσουμε μια τέτοια αφηρημένη αντίφαση σε πιο απτούς όρους. Θα το κάνουμε πολύ σύντομα.

1.3 Η αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης

Υπάρχει ωστόσο, μια ακόμη ουσιαστικά διαφορετική αντίφαση που είναι ευρύτερα ορατή απ’ αυτήν τη θεμελιώδη αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτή είναι η αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, που οδηγεί στην αναγκαστική υποκατανάλωση των μαζών σε όλα τα οικονομικά συστήματα (μέχρι να φτάσουμε στην κομμουνιστική κοινωνία). Ωστόσο, αυτή η σημαντική αντίφαση έχει αλλάξει ριζικά στον καπιταλισμό. Σε όλες τις προηγούμενες μορφές οικονομίας, η κατανάλωση των μαζών περιοριζόταν κυρίως για έναν λόγο: οι παραγωγικές δυνάμεις ήταν ανίκανες να παράξουν αρκετά ώστε να καλύψουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων. (Στις προ-καπιταλιστικές ταξικές κοινωνίες, δηλαδή στις δουλοκτητικές και τις φεουδαρχικές, υπήρχε επίσης ένας δευτερογενής λόγος, που ήταν η οικειοποίηση απ’ την κυρίαρχη τάξη μιας τεράστιας και δυσανάλογης μερίδας των παραγόμενων προϊόντων. Όμως αν και αυτό δυσχέραινε την κατάσταση, η ρίζα του προβλήματος δεν βρισκόταν σ’ αυτό καθ’ αυτό, αλλά στην αδυναμία των παραγωγικών δυνάμεων να ικανοποιήσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων.

Στην καπιταλιστική κοινωνία αυτή η γενική αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης (ή, για να το πούμε πιο αναλυτικά, μεταξύ περιορισμένης παραγωγής και επιθυμούμενης υψηλότερης κατανάλωσης), εξακολουθεί να υφίσταται, όμως η φύση της έχει αλλάξει. Ο νέος κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής, σε συνδυασμό με τη βελτιωμένη τεχνολογία (που επίσης δημιουργεί πολλές απ’ τις αναγκαίες προϋποθέσεις για κοινωνική παραγωγή), έχει ποιοτικά μεταμορφώσει την ικανότητα των ανθρώπων να παράγουν αγαθά. Έχει μεσολαβήσει ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα στις παραγωγικές ικανότητες της κοινωνίας. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μια πρωτόγονη κοινωνική τεχνική που εμποδίζει τις δυνάμεις της παραγωγής απ’ το να επεκταθούν ώστε να ικανοποιήσουν τις λογικές ανάγκες και επιθυμίες των ανθρώπων. Αντιθέτως, το πρόβλημα είναι ότι ο καπιταλισμός έχει ένα εγγενές εσωτερικό ελάττωμα που εμποδίζει την κοινωνία απ’ το να χρησιμοποιήσει τις νέες παραγωγικές ικανότητές της με τον βέλτιστο τρόπο. Αυτό το εγγενές εσωτερικό ελάττωμα είναι το αποτέλεσμα της πρώτης αντίφασης που ανέφερα, της θεμελιώδους αντίφασης της καπιταλιστικής κοινωνίας, της αντίφασης μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Κάθε φορά που η παραγωγή αναπτύσσεται, αυτή η εσωτερική αντίφαση του καπιταλισμού τον ρίχνει σε μια κρίση, και η παραγωγή πρέπει να μειωθεί δραματικά, ακόμη κι αν δεν φτάνει για να καλύψει τις ανάγκες των ανθρώπων. Η αναγκαία κοινωνική μορφή της παραγωγής είναι μπροστά μας (τουλάχιστον σε μια χονδροειδή εικόνα), ωστόσο δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Η τεχνολογία επαρκεί εδώ και καιρό (και εξακολουθεί ακόμη να αναπτύσσεται), ωστόσο δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Είναι η αντίφαση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας, ή με άλλα λόγια, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, που εμποδίζουν την πλέρια χρήση αυτής της κοινωνικής παραγωγής και της τεχνολογίας ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες όλων των ανθρώπων. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο με αυτό πριν την άνοδο του καπιταλισμού: ακόμη κι αν υπάρχει σήμερα η κοινωνική και τεχνική παραγωγική ικανότητα, στην πραγματικότητα δεν παράγονται αρκετά αγαθά που να καταλήγουν στα χέρια όλων αυτών που τα χρειάζονται. (Και πάλι, το πρόβλημα δυσχεραίνει απ’ την υφαρπαγή μιας τεράστιας δυσανάλογης μερίδας όσων παράγονται απ’τους καπιταλιστές, ωστόσο αυτός παραμένει δευτερογενής παράγοντας. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στις αντιφάσεις του ίδιου του οικονομικού συστήματος, κι όχι στο πόσο άπληστοι μπορεί να είναι ή και να μην είναι οι καπιταλιστές στην μια ή την άλλη χώρα, την μιά ή την άλλη χρονική περίοδο).

1.4 Κρίσεις υπερπαραγωγής

Ακόμη κι αν η καπιταλιστική παραγωγή, όπως και κάθε προηγούμενη μορφή παραγωγής, δεν μπορεί στην πράξη να παράξει αρκετά ώστε να καλύψει τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων, περνάει κατά καιρούς φάσεις (κρίσεις), όπου παράγει πολύ περισσότερα απ’ όσα ξέρει τί να τα κάνει στα πλαίσια των κοινωνικών της σχέσεων. Αυτές είναι οι κρίσεις υπερπαραγωγής, η υπερπαραγωγή αυτή όμως ορίζεται ως παραγωγή περισσότερων απ’ όσα μπορούν να πωληθούν με κέρδος, κι όχι ως παραγωγή περισσότερων απ’ όσα χρειάζονται κι επιθυμούν οι άνθρωποι.

Εάν το πρόβλημα είναι ότι ένα σημαντικό μέρος όσων παράγονται δεν μπορεί να πωληθεί, η προφανής ερώτηση που προκύπτει εδώ είναι “γιατί να μην μπορεί να πωληθεί;” και η αφηρημένη απάντηση είναι”επειδή η κοινωνική παραγωγή βρίσκεται σε αντίφαση με την ιδιωτική ιδιοκτησία”, ή πιο χειροπιαστά (και επίσης μαρξιστικά), “λόγω της φτώχειας και των περιορισμών που επιβάλλει στην καταναλωτική δύναμη των μαζών”. Και οι δυο απαντήσεις λένε στην ουσία το ίδιο πράγμα, απλώς σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης. Και σε κάθε περίπτωση, υπάρχει ανάγκη περαιτέρω διευκρίνισης. Πώς ακριβώς, η ιδιωτική ιδιοκτησία οδηγεί σ’ αυτό το αποτέλεσμα; πώς ακριβώς περιορίζεται η καταναλωτική δύναμη των μαζών;

1.5 Η αντίφαση μεταξύ περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών και απεριόριστης επέκτασης της καπιταλιστικής παραγωγής

Προσέξτε ότι πλέον έχουμε αφήσει τη γενική αντίφαση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης στο φόντο, και εστιάζουμε αντίθετα σε μια σχετική αλλά πολύ πιο συγκεκριμένη αντίφαση, που μας οδηγεί στην ουσία των κρίσεων υπερπαραγωγής που αναπτύσσονται μόνο στον καπιταλισμό. (Χωρίς να αναμείξουμε αυτές τις δυο αντιφάσεις όπως μου φαίνεται ότι κάνουν διάφοροι μαρξιστές συγγραφείς). Η αντίφαση που εντοπίζεται αποκλειστικά στον καπιταλισμό, είναι αυτή μεταξύ της περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών και της τάσης των καπιταλιστών να αυξάνουν την παραγωγή αόριστα. Εδώ κολλάει η περίφημη πρόταση του Μαρξ, που φτάνει στην καρδιά του προβλήματος των οικονομικών κρίσεων: “Ο τελικός λόγος για όλες τις πραγματικές κρίσεις παραμένει η φτώχεια και η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών, σε αντίθεση με την τάση της καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις ωσάν η απόλυτη καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας να αποτελεί το μόνο όριό τους. (Καρλ Μαρξ – Το Κεφάλαιο, τόμος 3, κεφάλαιο 15)

Αυτή η αντίφαση είναι η ίδια μια συνέπεια, ή μια πιο συνεκτική έκφραση, της θεμελιώδους αντίφασης μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Μου φαίνεται περίεργο που μερικοί μαρξιστές δεν καταλαβαίνουν το σημείο αυτό παρόλο που μοιάζει τόσο προφανές. Τί σημαίνει όταν λέμε ότι υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοκτησίας; Ο ένας όρος αυτής της αντίφασης είναι ότι οι εργάτες μαζεύονται και παράγουν αγαθά συλλογικά με οργανωμένο τρόπο. Ο άλλος όρος της αντίφασης είναι ότι τα προϊόντα που παράχθηκαν ανήκουν έπειτα στους καπιταλιστές, κι όχι στους εργάτες που τα παρήγαγαν. Πράγματι, οι καπιταλιστές πληρώνουν τους εργάτες με ένα ποσό, ισοδύναμο με την αξία ενός μονάχα μέρους της αξίας των εμπορευμάτων που παράχθηκαν. Το ότι υπάρχει εδώ μια αντίφαση, σημαίνει ότι η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μερικά σοβαρά προβλήματα. Τί προβλήματα; Λοιπόν αυτό θέλει λίγη συζήτηση για να αναδειχθεί πλήρως. Όμως σαν μια πρώτη προσέγγιση, είναι φανερό ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα σαφές πρόβλημα εδώ: ότι οι εργάτες δεν μπορούν να αγοράσουν πίσω απ’ τους καπιταλιστές όλα όσα παρήγαγαν γι αυτούς. Η αγορά στην οποία μπορούν να πωληθούν τα εμπορεύματα (δηλαδή οι εργάτες που παρήγαγαν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα) είναι πάντοτε μικρότερη από την αξία των προϊόντων που παράγονται. Η συνολική αγορά συνεπώς, των μαζών ως σύνολο (περιλαμβανομένων όλων των εργατών και των οικογενειών τους, κι όλων των χαμηλότερων τάξεων), θα είναι πάντοτε μικρότερη απ’ το σύνολο των προϊόντων που παράγει η εργατική τάξη. Τότε πώς μπορούν αυτά τα προϊόντα να πωληθούν; Πώς μπορεί και συνεχίζεται η παραγωγή;

Η θεωρία των καπιταλιστικών οικονομικών κρίσεων είναι μια αναλυτική διερεύνηση αυτού του ερωτήματος -πώς μπορεί η παραγωγή να συνεχίζεται, όταν οι καπιταλιστές πληρώνουν τους εργάτες μόνο ένα μέρος της αξίας που παράγουν; Υπάρχουν ασφαλώς τρόποι να γίνει κάτι τέτοιο -αλλά μόνο βραχυπρόθεσμα! Το πρόβλημα είναι ότι όλοι αυτοί οι τρόποι στο τέλος οδηγούν σε άλλα σοβαρότερα προβλήματα, τόσο σοβαρά που στην πραγματικότητα οδηγούν αναπόφευκτα σε ασυνέχειες της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή σε οικονομικές κρίσεις.

[…]

1.7 Οι δυο πόλοι της πιο συμπαγούς αντίφασης

Εξετάζουμε την αντίφαση μεταξύ της περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών και της τάσης των καπιταλιστών να συνεχίσουν να επεκτείνουν την παραγωγή επ’ αόριστον. Προκύπτουν λοιπόν δυο βασικά υποερωτήματα προς διερεύνηση: Πρώτον, πώς και γιατί η κατανάλωση των μαζών μένει σχετικά περιορισμένη (ακόμη κι αν αυξάνεται λίγο σε περιόδους ευφορίας); Ας πούμε αυτήν την ερώτηση “γιατί η κατανάλωση είναι τόσο περιορισμένη”. Δεύτερον, πώς και γιατί προκύπτει η τάση της καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις τόσο απεριόριστα; Γιατί γίνεται τόσο εμμονική; Ας πούμε αυτήν την ερώτηση “γιατί η καπιταλιστική παραγωγή είναι τόσο απεριόριστη”. Προτού διερευνήσουμε καθεμιά απ’ τις ερωτήσεις αυτές, ας επαναλάβουμε το όλο σχήμα: ούτε η μία, ούτε η άλλη, αλλά η βασική αντίφαση μεταξύ τους, είναι η τελική αιτία των κρίσεων. Παρολαυτά, θα ξεκινήσουμε να εξετάζουμε τους δυο αντίθετους πόλους αυτής της αντίφασης ξεχωριστά.

1.8 Γιατί η κατανάλωση είναι τόσο περιορισμένη

Ας δούμε πρώτα το ερώτημα γιατί η κατανάλωση να είναι τόσο περιορισμένη. Η βασική εξήγηση γι αυτό εσωκλείεται στην ίδια την έννοια της υπεραξίας. Σύμφωνα με τον Μαρξ, οι εργάτες πωλούν την εργατική τους δύναμη στους καπιταλιστές για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, και για ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει (κατά μέσο όρο) την αξία της εργατικής τους δύναμης. Όμως η πραγματική εργασία που συντελείται απ’ τους εργάτες για τους καπιταλιστές στη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου παράγει μια αξία σε εμπορεύματα πολύ μεγαλύτερη απ’ την αξία των χρημάτων που πληρώνονται οι εργάτες. Ένα μέρος μόνο αυτής της παραγώμενης αξίας (μόλις τα εμπορεύματα πωληθούν) θα πάει στην πληρωμή των μισθών. Ένα άλλο μέρος της θα πάει στις πρώτες ύλες, στη συντήρηση ή αντικατάσταση των μηχανημάτων που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγική διαδικασία, στην ηλεκτρική ενέργεια, τη θέρμανση κι άλλα τέτοια λειτουργικά έξοδα. Όμως ακόμη και τότε μένει ένα μεγάλο κομμάτι, αυτό που ο Μαρξ ονόμασε υπεραξία. Αυτή είναι η πηγή των κερδών των καπιταλιστών. (παράβλεπε και Καρλ Μαρξ – Μισθός, τιμή, κέρδος).

Αυτό που σημαίνουν όλα αυτά, είναι ότι οι εργάτες παράγουν περισσότερη αξία απ’ αυτήν για την οποία πληρώνονται. Αυτό σημαίνει φυσικά, ότι οι εργάτες και οι οικογένειές τους δεν μπορούν να αγοράσουν πίσω όλα αυτά που παρήγαγαν κατά κανέναν τρόπο. Αυτό δεν είναι αναγκαστικά πρόβλημα για τη συνέχιση της παραγωγής, όσο φυσικά οι καπιταλιστές βρίσκουν κάτι άλλο να κάνουν με όλην αυτήν την παραγώμενη υπεραξία. Υπάρχουν γενικά δύο πράγματα που μπορούν να κάνουν μ’ αυτήν (μόλις φυσικά τα εμπορεύματα στα οποία περιέχεται έχουν πωληθεί, ανταλλαχθεί δηλαδή με χρήμα): 1) να χρησιμοποιήσουν αυτό το χρήμα για προσωπικά καταναλωτικά αγαθά γι αυτούς και τις οικογένειές τους, και 2) να το χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν νέα εργοστάσια και μηχανήματα και υλικά, και να προσλάβουν περισσότερους εργάτες, ώστε να επεκτείνουν την παραγωγή. (Το να καταθέτουν τα χρήματά τους στην τράπεζα τυπικά ισοδυναμεί με έναν έμμεσο τρόπο να κάνουν τη δεύτερη επιλογή, καθώς άλλοι καπιταλιστές μπορούν να δανειστούν το χρήμα αυτό για να επεκτείνουν αυτοί την παραγωγή κοκ. Όμως, εάν η τράπεζα δεν μπορεί να βρει μια αξιόπιστη εταιρία να δανείσει το χρήμα, τότε αυτή η διαδικασία συσσώρευσης θα διαταραχθεί. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά σε μαζική κλίμακα όταν ξεσπά μια κρίση, επιδεινώνοντάς την ακόμη περισσότερο. σημείωση της μετάφρασης: και εξηγεί εν μέρει τη σημασία που έχει η υποστήριξη των τραπεζών από τα καπιταλιστικά κράτη).

Έχουμε ήδη αναφέρει ότι οι εργάτες δεν έχουν καμμία ελπίδα να αγοράσουν όλα τα αγαθά που παράγουν, καθώς οι μισθοί τους αντιστοιχούν σ’ ένα μόνο μέρος της αξίας που η εργασία τους έχει δημιουργήσει. Όμως η καπιταλιστική παραγωγή είναι τόσο ισχυρή, και γίνεται ολοένα και πιο ισχυρή, που σημαίνει ότι οι καπιταλιστές και οι οικογένειές τους επίσης δεν έχουν καμμία ελπίδα να βρίσκουν προσωπικές χρήσεις για να δαπανούν οι ίδιοι τα ολοένα και περισσότερα προϊόντα που μπορούν να παραχθούν και που παράγονται. Είναι αληθές πως οι καπιταλιστές ως τάξη ζουν σε μεγάλη πολυτέλεια, έχουν συχνά πολυτελείς κατοικίες, ακριβά αυτοκίνητα, υπηρετικό προσωπικό, κότερα και ούτω καθεξής. Υπάρχουν όμως όρια στο πόσο μπορούν -ακόμη κι αυτοί- να ξοδεύουν σε τέτοιες πολυτέλειες. Αυτό σημαίνει ότι ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ολοένα και περισσότερης υπεραξίας που παράγεται στην καπιταλιστική παραγωγή πρέπει να διοχετευθεί στην περαιτέρω επέκταση της παραγωγής, αν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί κάπου.

1.9 Γιατί η παραγωγή τείνει να είναι τόσο απεριόριστη

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στον άλλον πόλο της αντίφασης, στο ερώτημα γιατί η καπιταλιστική παραγωγή τείνει να είναι τόσο απεριόριστη (σε σχέση με την πραγματική αγορά), και γιατί και πώς οι καπιταλιστές προσπαθούν να την επεκτείνουν επ’ αόριστον.

Μια απάντηση είναι ότι οι καπιταλιστές έχουν υφαρπάξει τόσο πλούτο, τόσο πολλή υπεραξία, που δε γνωρίζουν τί άλλο να κάνουν μ’ αυτήν εκτός απ’ το να την ρίξουν ξανά στην περαιτέρω επέκταση της παραγωγής. Μια άλλη απάντηση είναι ότι οι καπιταλιστές θέλουν πάντοτε να επεκτείνουν τον πλούτο τους (ακόμη κι αν δε ξέρουν τί να κάνουν με τον πλούτο που ήδη κατέχουν). Ο πλούτος προέρχεται απ’ τη διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου, κι έτσι φυσικά εύχονται να επεκτείνουν αυτήν την αναπαραγωγική διαδικασία όσο το δυνατόν ταχύτερα. Οι καπιταλιστές επιθυμούν τον πλούτο όχι μόνο για την απόκτηση περισσότερων ειδών πολυτελείας, αλλά επίσης, και πιο σημαντικό, για το δέος και την ισχύ που ο πλούτος αυτός σηματοδοτεί στους κύκλους τους. Στην πραγματικότητα αυτό το πάθος αποτελεί συχνά μια τάση πολύ ισχυρότερη από την απόλαυση που μπορεί να προσφέρει η προσωπική πολυτέλεια, όση τέτοια κι αν έχουν συσσωρεύσει. Για τους περισσότερους καπιταλιστές, η συσσώρευση η ίδια γίνεται σκοπός της ζωής τους, και ο κύριος τρόπος να αυξήσουν τον ρυθμό της συσσώρευσης είναι μέσω της συνεχούς επέκτασης της παραγωγής.

Εκεί βρίσκονται επίσης πολλοί ακόμη λόγοι που κάνουν τους καπιταλιστές να επιθυμούν την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επέκταση της παραγωγής. Υπάρχει το ζήτημα του ανταγωνισμού, του φόβου των ανταγωνιστών, του φόβου για μια τυχόν χρεωκοπία. Το μετοχικό κεφάλαιο είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την επιβίωση μιας επιχείρισης. Υψηλότερα επίπεδα παραγωγής συνήθως επιτρέπουν και υψηλότερη οικονομία κλίμακας, ώστε οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις να πλεονεκτούν στον ανταγωνισμό έναντι των μικρότερων και να τις βγάλει απ’ την μέση. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη ισχύ απέναντι στους εργάτες και τα συνδικάτα, όπως κι απέναντι στην κυβέρνηση. (Παρόλο που η κάθε κυβέρνηση ελέγχεται απ’ τους καπιταλιστές ως τάξη, ο κάθε καπιταλιστής ως άτομο διεκδικεί επιπρόσθετα προνόμια κι οφέλη απ’ αυτήν). Κι αν μια επιχείριση μπορεί να επεκτείνει την παραγωγή της (και ταυτόχρονα να απορροφήσει τους ανταγωνιστές της ή να τους οδηγεί να κλείσουν) σε σημείο όπου να γίνει ένα ολοκληρωτικό, ή έστω ένα εκ των πραγμάτων μονοπώλιο σε ορισμένες αγορές, τότε αποκτά τη δυνατότητα να αυξήσει ακόμη περισσότερο τα κέρδη της.

1.10 Η άρνηση των καπιταλιστών να συνεχίσουν να επενδύουν

Φτάνουμε λοιπόν σ’ ένα πολύ περίεργο κι ενδιαφέρον σημείο. Τίποτε απ’ όσα είπα ως τώρα δε δείχνει ότι πρέπει αναγκαστικά να υπάρχουν κρίσεις! Οπότε γιατί συμβαίνουν; Κάντε λίγη υπομονή, η απάντηση μπορεί να φαίνεται μπερδεμένη στην αρχή.

Μόνο επειδή οι καπιταλιστές, ή έστω μια μεγάλη μερίδα τους, τελικά αποφασίζουν ότι δεν έχει νόημα πια να συνεχίσουν να επεκτείνουν την παραγωγή κι έτσι σταματούν να το κάνουν, μόνο τότε έχουμε μια κρίση υπερπαραγωγής. Αυτός είναι ο πραγματικός τρόμος για ολόκληρη την κυρίαρχη τάξη (ή τουλάχιστον για τα λιγοστά μέλη της που έχουν μια στοιχειώδη γνώση της πραγματικότητας): οι καπιταλιστικές κρίσεις είναι το αποτέλεσμα της συνειδητής άρνησης επένδυσης στην περαιτέρω επέκταση της παραγωγής εκ μέρους αυτών που ο μόνος λόγος ύπαρξής τους είναι αυτή η επένδυση! Αρνούνται φυσικά για έναν πολύ καλό λόγο: δε βλέπουν το πώς θα βγάλουν κάποιο κέρδος από μια περαιτέρω επένδυση, καθώς δε βλέπουν να υπάρχει μια αγορά για τα προϊόντα που θα παραχθούν (και που ήδη παράγονται).

Αυτές οι αποφάσεις, να μην επανεπενδύσουν τη συλλογικά παραγώμενη υπεραξία (πέρα απ’ αυτό το μέρος που δαπανούν για την προσωπική τους πολυτελή κατανάλωση), σημαίνει πρακτικά ότι δε θα χτίσουν νέα εργοστάσια, δε θα αγοράσουν περισσότερα μηχανήματα, πρώτες ύλες, ηλεκτρισμό, εργατική δύναμη (προσλαμβάνοντας περισσότερους εργάτες), και ούτω καθεξής. Μ’ άλλα λόγια, δε σκοπεύουν να αγοράσουν όλα εκείνα τα εμπορεύματα που υπό άλλες συνθήκες θα αγόραζαν. Αυτά τα εμπορεύματα παραμένουν απούλητα, και οι παραγωγοί σ’ αυτόν τον τομέα εμπορευμάτων (που προορίζονται για την επέκταση της παραγωγής, κι όχι για την προσωπική κατανάλωση), ας τον πούμε ο Τομέας 1, θα πρέπει λοιπόν να ρίξουν τους ρυθμούς της παραγωγής και οι ίδιοι, να απολύσουν εργάτες, κοκ. Μπορούμε εύκολα να δούμε πώς κάτι τέτοιο μπορεί να παραλύσει ολόκληρη την οικονομία σ’ ένα καθοδικό σπιράλ ύφεσης ή κάτι ακόμα χειρότερο.

Όμως, με δεδομένους όλους τους λόγους που έχουν οι καπιταλιστές για να συνεχίσουν να επεκτείνουν την παραγωγή, γιατί να αποφασίσουν εθελοντικά να σταματήσουν ή να ρίξουν τους ρυθμούς της; Οι λόγοι μπορεί να είναι περίπλοκοι, όμως στο τέλος αυτό που μένει είναι το εξής: δεν έχει νόημα να συνεχίσουν να παράγουν επ’ αόριστον, όταν τα νέα προϊόντα δε θα καταναλωθούν. Ούτε έχει νόημα να συνεχίσουν να επεκτείνουν την παραγωγή επ’ αόριστον, όταν το μόνο πράγμα για το οποίο θα καταναλώνονται τα νέα προϊόντα θα είναι για να χτιστούν περισσότερα εργοστάσια, να αγοραστούν περισσότερα μηχανήματα κοκ, σ’ ένα αφηρημένο, ατέρμονο σπιράλ.

Όλως περιέργως, ένα παρόμοιο σχήμα είχε προταθεί ως “λογική” απόδειξη ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αποφύγει τις οικονομικές κρίσεις. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο αμερικανός αστός οικονομολόγος J.B. Clark επιχειρηματολογούσε ότι δε θα υπήρχε υπερπαραγωγή, εάν οι καπιταλιστές απλώς “έχτιζαν περισσότερους μύλους ώστε να χτίσουν ακόμη περισσότερους μύλους ες αεί”. (John Bates Clark – Overproduction and Crisis 1898). Μια άλλη πρόταση στην ίδια γραμμή είναι αυτή του F.H. Knight, που ισχυριζόταν ότι “δεν υπάρχει κανένας λόγος ολόκληρη η παραγωγική ικανότητα της κοινωνίας να μη χρησιμοποιείται ώστε να παράγονται διαρκώς νέα αγαθά-νέο κεφάλαιο, εάν ο πληθυσμός αποφασίσει να αποταμιεύει ολόκληρο το εισόδημά του!”(Paul Sweezy – The Theory of Capitalist Development, 1942). Στην πραγματικότητα φυσικά, αυτά τα σχήματα δε θα μπορούσαν ποτέ να λειτουργήσουν. Ο Maurice Dobb εξηγούσε, για παράδειγμα, ότι “η εικόνα του J.B. Clark για το χτίσιμο μύλων ώστε να χτιστούν ακόμη περισσότεροι μύλοι για πάντα, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ, καθώς στον πραγματικό κόσμο οι μύλοι είναι πάντοτε προσανατολισμένοι προς ένα συγκεκριμένο ρεύμα ζήτησης που συνδέεται με την κατανάλωση στο άμεσο μέλλον, κι όχι σ’ ένα ρεύμα ζήτησης που επεκτείνεται σ’ ένα αόριστο μέλλον”.

Ενώ το σχήμα της κατασκευής μύλων με μόνο στόχο την κατασκευή περισσότερων μύλων, επ’ αόριστον, δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ, και αναμφίβολα δε θα δοκιμαστεί ποτέ, οι καπιταλιστές έχουν προσπαθήσει (σ’ έναν βαθμό) κάτι πιο κοντινό στις προτάσεις του F.H. Knight, ώστε να συνεχίσουν να αναπτύσσουν την παραγωγικότητα σε κάθε βιομηχανία. Αυτό είναι κι ένα μεγάλο μέρος του λόγου που το ποσοστό παραγωγικής ικανότητας είναι συχνά τόσο χαμηλό, ιδιαίτερα την περίοδο του ιμπεριαλισμού. Επιπλέον, οι πίνακες πραγματικής χρήσης της παραγωγικής ικανότητας που δημοσιεύει ετήσια η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι χονδροειδώς πειραγμένοι προς τα πάνω. Οι σταθερές που χρησιμοποιούνται μεταβάλλονται κατά βούληση, ούτως ώστε τα νούμερα να μη φαίνονται τραγελαφικά μικρά. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβρη του 1976 ο πίνακας των ομοσπονδιακών αποθεματικών λύγισε κάτω απ’ την πίεση του “επιχειρηματικού κόσμου” και άλλων κυβερνητικών υπηρεσιών και αναθεωρήθηκε, με τους ρυθμούς χρήσης της παραγωγικής ικανότητας να εμφανίζονται δραματικά υψηλότεροι, από 73% σε 81%. (Business Week, 2 Αυγούστου 1976, και 13 Δεκέμβρη 1976).

Ο Paul Sweezy και ο Harry Magdoff στην κριτική τους επί της “έλλειψης κεφαλαίου”, παρατήρησαν ότι: Η ιστορία της πολεμικής παραγωγής (κατά τον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο), δείχνει καθαρά ότι, όσον αφορά το πραγματικό κεφάλαιο, η συζήτηση περί έλλειψης κεφαλαίων είναι απλή ανοησία. Όχι μόνον η οικονομία των ΗΠΑ είχε την ικανότητα να γεννά μια τεράστια νέα παραγωγική ικανότητα, αλλά μπορούσε ακόμα περισσότερο να τροποποιήσει την ήδη υπάρχουσα παραγωγική ικανότητά της. Εάν οι σταθερές για αύξηση της παραγωγικότητας που χρησιμοποιούνταν στη διάρκεια του ΄ΒΠΠ εφαρμόζονταν σήμερα (αρχές του 1976), θα βλέπαμε ότι μάλλον ένα 50%, ή ίσως ακόμα λιγότερο, της υπάρχουσας παραγωγικής ικανότητας χρησιμοποιείται πραγματικά, σε αντίθεση με το επίσημο 75% που δίνουν οι τρέχουσες πρακτικές υπολογισμού”. (Paul Sweezy & Harry Magdoff, “Capital Shortage: Fact and Fantasy”, Monthly Review, April 1976. Όταν γράφονταν αυτές οι παρατηρήσεις η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε ακόμη αναθεωρήσει τα νούμερα, κάνοντάς τα ακόμη πιο πλαστά).

Εν συντομία, στη διάρκεια κάθε οικονομικού κύκλου, οι καπιταλιστές αναπτύσσουν την πραγματική αχρησιμοποίηση παραγωγική ικανότητα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Οι σταθερές για χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας αναθεωρούνται κατά καιρούς προκειμένου να κρύψουν την υπεραξία και υπερεπένδυση του κεφαλαίου. Η υπερεπένδυση συντελείται εν μέρει προκειμένου οι επιχειρήσεις να μπορούν να επεκτείνουν άμεσα την παραγωγή (και να μη χάσουν τυχόν ευκαιρίες γρήγορου κέρδους), όμως πάνω απ’ όλα, επειδή οι επιχειρήσεις έχουν όλον αυτό το συσσωρευμένο κεφάλαιο στη διάθεσή τους που δε ξέρουν τί άλλο να το κάνουν.

Όμως ακόμη και οι πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να αναπτύσσουν την αχρησιμοποίητη παραγωγικότητα ατελείωτα. Στο τέλος, οι διευθυντές τους θα πουν “δεν έχει πια νόημα”, και θα σταματήσουν να επενδύουν. Κι όταν αυτό συμβεί σε μεγάλους τομείς της οικονομίας ταυτόχρονα, μια μεγάλη κρίση υπερπαραγωγής ξεσπά.

1.11 Η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα βλάπτει τα κέρδη

Κάτι άλλο που θα πρέπει να συλλογιστούμε εδώ είναι ότι η ανάπτυξη αχρησιμοποίητης παραγωγικής ικανότητας βλάπτει τελικά την κερδοφορία. Αν μια επιχείρηση έχει δύο εργοστάσια για να παράγει προϊόντα όταν μόνον ένα εργοστάσιο της είναι απαραίτητο, τότε τα λειτουργικά της έξοδα αυξάνονται δραματικά, και τα κέρδη που θα μείνουν στο τέλος μειώνονται.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό δεν έχει τόση σημασία, εάν ο ρυθμός της υπεραξίας, κι άρα ο ρυθμός της κερδοφορίας ήταν επαρκώς υψηλός ήδη από το ξεκίνημα, ή αν αναπτυσσόταν με ταχείς ρυθμούς. Ακόμη κι αν κάτι τέτοιο ήταν αληθές, θα εξακολουθούσε να ισχύει και μετά το χτίσιμο ενός τρίτου εργοστασίου, ή ενός τέταρτου; Στο τέλος, ένα ολοένα και αυξανόμενο απόθεμα αχρησιμοποίητων εργοστασίων και μηχανημάτων θα έμενε να μειώνει αισθητά τα κέρδη, πάντα σε σχέση με το ύψος τους χωρίς τα επιπλέον εργοστάσια.

Επιπλέον, εάν μόλις μια επιχείρηση ενός κλάδου αναπτύσσει αχρησιμοποίητα εργοστάσια περισσότερο απ’ ό,τι οι άλλες, ο ρυθμός της κερδοφορίας της θα πέσει σε σχέση με των ανταγωνιστών της. Η τιμή των αποθεμάτων της θα μειωθεί, οι αναλυτές του χρηματιστηρίου θα βγουν απ’ τα ρούχα τους. Η επιχείρηση αυγή θα αναγκαστεί σε περικοπή της αχρησιμοποίητησης παραγωγικής ικανότητας, τουλάχιστον ως τον γενικό μέσο όρο του κλάδου. Με άλλα λόγια, η συσσώρευση αχρησιμοποίητων εργοστασίων μπορεί να συμβεί μόνο σε μια ολιγοπωλιακή ή μονοπωλιακή συνθήκη, και μόνον όσο οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου ακολουθούν λίγο-πολύ την ίδια πολιτική.

Ενώ μπορεί να περιλαμβάνεται στα συμφέροντα του καπιταλιστικού συστήματος ως όλον, να επεκτείνει την αχρησιμοποίητη παραγωγική ικανότητα χωρίς τέλος, δεν είναι στο συμφέρον καμμιάς επιχείρησης να το αναλάβει η ίδια για τον εαυτό της -τουλάχιστον όχι περισσότερο απ’ τον μέσο όρο του κλάδου. Η αναγκαιότητα διατήρησης της κερδοφορίας της κάθε μεμονωμένης επιχείρησης σημαίνει ότι το όλο αυτό σχήμα έχει σαφή όρια. Κι ακόμη κι αν οι λίγες μεγάλες επιχειρήσεις ενός κλάδου σε μια χώρα, όλες ταυτόχρονα προσθέσουν αχρησιμοποίητα εργοστάσια, σ’ αυτήν την εποχή παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, όλο και κάποιος ανταγωνιστής σε μια άλλη χώρα θα είναι σε θέση να βάλει ένα τέλος σ’ αυτήν τη σπατάλη. Αυτό έχει συμβεί στην πραγματικότητα σε πολλούς κλάδους τις περασμένες δεκαετίες. Για παράδειγμα, η υπεραναπτυγμένη αυτοκινητοβιομηχανία του Detroit αναγκάστηκε να “αναδιαρθρωθεί” και να καταφύγει σε μια σειρά περικοπών (μεταξύ των οποίων να κλείσει έναν τεράστιο αριθμό εργοστασίων), προκειμένου να ανταγωνιστεί με την ιαπωνική και την νοτιοκορεατική αυτοκινητοβιομηχανία.

Στο περίφημο βιβλίο του “Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος” ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς θρηνούσε ειλικρινά που ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν είναι τόσο σπάταλος όσο υπέθετε ότι ήταν οι αρχαίες κοινωνίες: Η αρχαία Αίγυπτος ήταν διπλά τυχερή, κι αναμφίβολα χρωστούσε σ’ αυτό τον απέραντο πλούτο της, στο ότι διέθετε δυο δραστηριότητες, την κατασκευή πυραμιδών καθώς και την αναζήτηση πολύτιμων μετάλλων, οι καρποί των οποίων, καθώς δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των ανθρώπων μέσω της κατανάλωσης, δεν σάπιζαν στις αποθήκες. Στον Μεσαίωνα έχτιζαν καθεδρικούς ναούς και τραγουδούσαν μοιρολόγια. Δυο πυραμίδες, δυο σωροί μάζας για τους νεκρούς, είναι δύο φορές καλύτερες από μια πυραμίδα. Όμως δυο σιδηρόδρομοι απ’ το Λονδίνο στο Γιορκ, όχι. Είμαστε λοιπόν τόσο λογικοί, έχουμε εκπαιδευτεί τόσο πιστά προς τους συνετούς χρηματιστές μας, σκεφτόμαστε τόσο προσεχτικά πριν επιβαρυνθούμε με τα οικονομικά βάρη του μέλλοντος πριν χτίσουμε κατοικίες για να ζήσουμε, που δε διαθέτουμε καμμιά τέτοια εύκολη διέξοδο απ’ τα δεινά της ανεργίας. (John Maynard Keynes, The General Theory of Employment, Interest, and Money,1935).

Ω ναι, τί κρίμα που οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν μαζεύουν τις μάζες να χτίσουν πυραμίδες την μια μετά την άλλη, ή έστω άχρηστους σιδηροδρόμους ή αχρησιμοποίητα εργοστάσια! Μιας και κάτι τέτοιο δε θα τους προσέφερε μόνο μια πολυπόθητη δουλειά, αλλά θα έδινε και στους καπιταλιστές κάτι να κάνουν με τον ολοένα και αυξανόμενο σωρό της υπεραξίας που υφαρπάζουν. Ακόμη κι αυτό όμως, στην πράξη δε θα δούλευε. Όχι τόσο γιατί οι καπιταλιστές σήμερα είναι πολύ “συνετοί” για να αποτολμήσουν κάτι τέτοιο, όσο επειδή κάθε τέτοιο σχέδιο παραγωγής σκουπιδιών θα κατακρήμνιζε άμεσα το κέρδος.

Κεφάλαιο 2: Η επιφάνεια των αντιφάσεων

2.1 Τεχνητά μέσα επέκτασης των αγορών

Όμως δε βρισκόμαστε κατά κανένα τρόπο στο τέλος της ιστορίας! Τα πράγματα είναι στην πραγματικότητα λίγο πιο περίπλοκα απ’ ό,τι είδαμε ως τώρα. Ως εδώ δεν αναλύσαμε παρά την υποβόσκουσα αιτία της κατάστασης, όμως υπάρχουν πολλές επιπλοκές κι αντιφάσεις που αναπτύσσονται προς την επιφάνεια.

Στην πραγματικότητα, οι καπιταλιστές δεν προσπαθούν να συνεχίσουν την παραγωγή απλά συνεχίζοντας να επενδύουν τον σωρό της υπεραξίας που διαθέτουν στον “Τομέα 1”, στα μέσα παραγωγής. Προσπαθούν επίσης να βρουν τεχνητά μέσα να αυξήσουν την κατανάλωση καταναλωτικών αγαθών (που παράγονται απ’ τα αντίστοιχα εργοστάσια στον, ας τον πούμε “Τομέα 2” της οικονομίας). Ένα τέτοιο μέσο είναι το να πουλάνε καταναλωτικά αγαθά σε άλλες χώρες. Όμως το πρόβλημα έγκειται στο ότι και η κάθε άλλη χώρα θα επιθυμεί επίσης να πουλάει αγαθά στην πρώτη χώρα, κι έτσι αφού κλέψει ο καθένας όση απ’ την αγορά του άλλου μπορέσει, φτάνουμε ξανά στην ίδια ισορροπία. Ακόμη κι αν μια χώρα μπορέσει να φέρει τα πράγματα υπέρ της (κάτι που αποτελεί φυσικά χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, είτε με την αποικιακή, είτε με την νεοαποικιακή μορφή του), το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα θεωρούμενο ως σύνολο, θα παρέμενε σε μια γενική ισορροπία σ’ αυτό το θέμα.

Όταν υπήρχαν μεγάλα κομμάτια του κόσμου που παρέμεναν ουσιαστικά εκτός του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, τότε τα αγαθά που πωλούνταν σ’ αυτές τις χώρες (όπου τα εγχώρια αγαθά παράγονταν ας πούμε κάτω από φεουδαρχικές ή δουλοκτητικές συνθήκες) μπορούσαν να ανακουφίζουν σε κάποιο βαθμό το πρόβλημα της υπερπαραγωγής στις καπιταλιστικές χώρες. Ωστόσο, τί μπορούσαν να κάνουν οι καπιταλιστές με τα αγαθά που λάμβαναν κατά τις συναλλαγές τους με τις μη καπιταλιστικές χώρες; Αυτό ισοδυναμεί με την ανταλλαγή μιας ομάδας εμπορευμάτων για προϊόντα που πρέπει μετά να μετατραπούν τα ίδια σε εμπορεύματα στην εγχώρια αγορά, εάν πρόκειται να προκύψει κέρδος από την πώληση των αρχικών εμπορευμάτων. Όμως εάν δεν υπήρχε αγορά για τα αρχικά εμπορεύματα μεταξύ των μαζών (λόγω της φτώχειας τους) τότε δε θα μπορούσε να υπάρχει και αγορά για τα εξωτικά προϊόντα μεταξύ των ίδιων μαζών (για τον ίδιο λόγο). Φαίνεται ότι αυτά τα εξωτικά προϊόντα μη καπιταλιστικής προέλευσης μπορούσαν να ανακουφίσουν το πρόβλημα της υπερπαραγωγής στις καπιταλιστικές χώρες μόνο στον βαθμό που οι καπιταλιστές οι ίδιοι έβρισκαν την ανταλλαγή με τα εξωτικά προϊόντα ως μια χρήση για να καταναλώνουν οι ίδιοι την υπερπαραγωγή εγχώριων εμπορευμάτων.

Έτσι, η σημασία των μη καπιταλιστικών αγορών στη συνεχόμενη οικονομική ευρωστία του καπιταλισμού έχει τονιστεί ίσως υπερβολικά από ορισμένους μαρξιστές οικονομολόγους, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Επιπλέον, η διείσδυση των καπιταλιστικών αγορών (και του ξένου κεφαλαίου) σε αρχικά μη καπιταλιστικές οικονομίες, τις μετέτρεψε αρκετά γρήγορα σε καπιταλιστικές οικονομίες σε πλήρη άνθηση, όπως έδειξε η Λούξεμπουργκ. Καθώς πλέον ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος είναι κατ’ ουσίαν καπιταλιστικός, αυτή η βαλβίδα αποσυμπίεσης της οικονομικής διείσδυσης σε μη καπιταλιστικές χώρες -που ήταν πάντα μικρότερης σημασίας απ’ ότι πίστευαν αρκετοί άνθρωποι- έχει πλέον εξαφανιστεί.

2.2 Η εξαγωγή του κεφαλαίου

Αναλόγως, οι καπιταλιστές δεν προσπαθούν απλώς να κρατήσουν τα πράγματα ως έχουν, επενδύοντας το κεφάλαιό τους στη χώρα τους. Αντιθέτως, την εποχή του ιμπεριαλισμού, ψάχνουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο για επενδυτικές ευκαιρίες. Η εξαγωγή του κεφαλαίου γίνεται εξίσου σημαντική για το σύστημα με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Όμως ξανά, οι ιμπεριαλιστές σύντομα έρχονται αντιμέτωποι με σαφείς περιορισμούς. Η επένδυση του ενός στη χώρα του άλλου, αν και ασφαλέστερη απ’ ό,τι στον “Τρίτο Κόσμο” -που είναι γενικά πιο ασταθής και πιο επιρρεπής σε επαναστάσεις- δεν αποδίδει στην πράξη παραπάνω απ’ όσο εάν επένδυε η κάθε κυρίαρχη τάξη μόνο στη δική της χώρα. Επίσης, η επένδυση στις μαστιζόμενες από τη φτώχεια χώρες του Τρίτου Κόσμου έχει κι άλλες αρνητικές όψεις. Έστω ότι χτίζονται τα εργοστάσια εκεί, σε ποιόν θα πουλήσουν όλα αυτά τα προϊόντα που θα παράξουν; Ασφαλώς, μπορούν να τα στείλουν πίσω στη χώρα τους, όμως τότε θα πρέπει να ρίξουν την εγχώρια παραγωγή. Φυσικά, η μεταφορά της παραγωγής σε χώρες με εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς μπορεί αρχικά να φαίνεται στους ιμπεριαλιστές ότι θα τους αποφέρει υπερκέρδη, όμως όσο ολοένα και περισσότερη παραγωγή μετατοπίζεται στις χώρες αυτές κι από τους ανταγωνιστές τους (από την ίδια χώρα ή κι από άλλες), ο ρυθμός του κέρδους θα ξαναπέσει. Κι αυτό που θα μείνει πίσω θα είναι ολοένα και περισσότεροι εξαθλιωμένοι εργάτες παντού, συμπεριλαμβανομένων και των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Καθώς η παραγωγή στις χώρες τους περικόπτεται, οι εργάτες που απολύονται δεν είναι πια σε θέση να αγοράζουν τα περισσότερα απ’ τα προϊόντα που αγόραζαν πριν. Μ’ άλλα λόγια, η εγχώρια αγορά συρρικνώνεται. Φυσικά, καθώς νέοι εργάτες προσλαμβάνονται στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, η αγορά εκεί θα επεκταθεί. Όμως, καθώς οι μισθοί των εργατών στις μονάδες παραγωγής του Τρίτου Κόσμου είναι πολύ χαμηλότεροι απ’ ότι ήταν στις πρώτες χώρες, ο μέσος μισθός σε παγκόσμιο επίπεδο θα μειωθεί, κι ως εκ τούτου και η καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας παγκόσμια θα μειωθεί. Έτσι, η μετατόπιση της παραγωγής σε χώρες του Τρίτου Κόσμου με φθηνά εργατικά χέρια επιδεινώνει ακόμη περισσότερο το βασικό πρόβλημα της υπερπαραγωγής.

2.3 Καταναλωτική πίστωση

Μακράν το πιο σημαντικό, το πιο αποτελεσματικό (βραχυπρόθεσμα πάντα!) μέσο τεχνητής αύξησης της κατανάλωσης των μαζών είναι απλά η επέκταση της πίστωσης. Εάν οι καπιταλιστές δεν πληρώνουν τους εργάτες αρκετά ώστε να αγοράσουν πίσω τα αγαθά που παράγουν, μπορούν απλά να τους δανείσουν τα χρήματα (με τόκο φυσικά!) ώστε να τα αγοράσουν.

Ένα πρόβλημα βέβαια εδώ, είναι ότι το επίπεδο του χρέους των καταναλωτών (σε υποθήκες σπιτιών, δάνεια αυτοκινήτων, πιστωτικές κάρτες και όλα τα συναφή), πρέπει διαρκώς να αυξάνεται, προκειμένου να καλυφθεί η ολοένα και επεκτεινόμενη εκμετάλλευση, η συνέχιση και η διαρκής αύξησης της παραγώμενης υπεραξίας. Για να λειτουργήσει αυτό το σχήμα, πρέπει οι καπιταλιστές της πίστωσης, αυτοί δηλαδή που χορηγούν τα δάνεια στις μάζες, να πιστεύουν πραγματικά ότι θα τους τα ξεπληρώσουν. Επιπλέον, για να λειτουργεί αυτό το σχήμα επ’ αόριστον, πρέπει να συνεχίσουν να πιστεύουν ότι θα τους τα ξεπληρώσουν ακόμη κι όταν θα αυξάνουν το χρέος των μαζών σε τεράστια και προφανώς γελοία επίπεδα.

Αναπόφευκτα, αυτή η πιστωτική φούσκα διογκώνεται σε τέτοιο βαθμό που γίνεται προφανές ακόμα και στον πιο ενθουσιώδη υποστηρικτή της πίστωσης ότι πολλά απ’ αυτά τα δάνεια δεν πρόκειται να ξεπληρωθούν ποτέ. (Κάτι τέτοιο συνήθως γίνεται συνειδητό στη διάρκεια μιας πιστωτικής κρίσης, κάτι που θα συζητήσουμε αργότερα). Όταν έρθουν αντιμέτωποι μ’ αυτή τη διαπίστωση, οι ίδιοι άνθρωποι που πίεζαν για τη διαρκή επέκταση της πίστωσης αρχίζουν να αρνούνται κάθε περαιτέρω πίστωση σε ολοένα και περισσότερους καταναλωτές. Αντί για την αυξανόμενη επέκταση της πίστωσης, ξεκινά τότε μια αιφνίδια επιβράδυνση της επέκτασης, κι έπειτα μια πραγματική συρρίκνωση του συνολικού όγκου της πίστωσης. Σ’ αυτό το σημείο, αντί η αύξηση της πίστωσης να προάγει την ανάπτυξη της οικονομίας, η συρρίκνωση της πίστωσης γίνεται ένα επιπλέον βαρίδιο στην οικονομία. Και ο σώζων εαυτόν σωθείτο.

Σε τελική ανάλυση, το να δανείζει κακνείς στους ανθρώπους χρήμα ώστε να αγοράσουν αυτά που οι καπιταλιστές δεν τους πληρώνουν επαρκώς ώστε να τα αγοράσουν, θα οδηγήσει πάντα τα πράγματα απ’ το κακό στο χειρότερο. Είναι ένας τρόπος να κάνουν το όλο σχήμα να δουλέψει για λίγο τώρα, με το να επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο τη λειτουργία του στο μέλλον. Η μαζική επέκταση της πίστωσης μπορεί και δημιουργεί μεγάλες περιόδους “ευμάρειας”, όμως μόνο με τίμημα την τελική συντριβή και την οικονομική ύφεση που αναβάλλει για το μέλλον, ενώ η σφοδρότητά της αυξάνεται.

2.4 Κεϋνσιανή “ελλειματική δαπάνη”

Ένας άλλος αξιοσημείωτος μηχανισμός τεχνητής αύξησης της κατανάλωσης είναι η κεϋνσιανή ελλειματική δαπάνη. Ο Κέυνς (καθώς και άλλοι πριν απ’ αυτόν, για παράδειγμα ένας αριθμός Γερμανών οικονομολόγων και ο Gunnar Myrdal στη Σουηδία), πρότειναν το εξής: εάν οι μάζες δεν μπορούν να αγοράσουν όλα τα εμπορεύματα που παράγονται, τότε η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσλάβει τους ανέργους σε διάφορα δημόσια έργα, και να τους πληρώνει αρκετά χρήματα ώστε να αγοράζουν τα εμπορεύματα που θα έμεναν απούλητα. Ο Κέυνς σημείωνε ότι, όσον αφορά την τόνωση της οικονομίας, δεν έχει την παραμικρή σημασία το τί έργα θα ήταν αυτά που στα οποία θα τους προσλάμβανε η κυβέρνηση, όπως έλεγε ακόμα και το να προσλάβει κάποιους για να ανοίγουν άχρηστες τρύπες κι αργότερα άλλους για να τις κλείνουν, θα δούλευε μια χαρά. (Τζών Κέυνς – Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος). (Επίσης, θα ήταν το ίδιο απλά να δώσουν στους ανθρώπους τα χρήματα χωρίς να απαιτήσουν κάποια εργασία απ’ αυτούς, αλλά φυσικά και μόνο η σκέψη αυτή αρκεί για να σκανδαλίσει το μυαλό των αστών!).

Ωστόσο, πολλοί πολιτική της άρχουσας τάξης αντιτίθενται ιδεολογικά σε κάθε εγχείρημα δημοσίων έργων, ακόμα κι αν αυτά συμπεριλαμβάνουν σκληρή δουλειά (καθώς το βλέπουν ηλιθιωδώς ως “σοσιαλιστικό”, και ως ανταγωνισμό του κράτους έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων για τις οποίες τα έργα αυτά θα μπορούσαν να είναι επενδυτικές ευκαιρίες). Έτσι, μια πιο συνηθισμένη μορφή κεϋνσιανισμού σήμερα είναι η κυβέρνηση να αγοράζει όσα προϊόντα έμειναν απούλητα άμεσα. Η κεντρική ιδέα εδώ είναι ότι άν οι μάζες δεν μπόρεσαν να καταναλώσουν όλα αυτά που παράχθηκαν, τότε η κυβέρνηση θα μπορούσε να αγοράσει για λογαριασμό τους ένα σκασμό απ’ αυτά τα απούλητα εμπορεύματα. Φυσικά, η παραγωγή τότε στρέφεται προς το είδος των εμπορευμάτων που η κάθε αστική κυβέρνηση θα ενδιαφερόταν περισσότερο να αγοράσει, κι αυτά δεν είναι άλλα από όπλα και πολεμικούς εξοπλισμούς.

Το να αγοράζουν απλώς εμπορεύματα οι κυβερνήσεις, δεν είναι απαραίτητο ότι θα αναπτύξει παραπάνω την οικονομία. Εξαρτάται πάντα από πού παίρνει τα λεφτά η κυβέρνηση για να αγοράσει τα εμπορεύματα αυτά. Το κύριο έσοδο της κάθε κυβέρνησης έρχεται με την μορφή της φορολόγησης επί της εργατικής τάξης. Όμως κάθε δολλάριο από τους φόρους ενός εργάτη που θα δαπανήσει η κυβέρνηση, είναι ένα δολλάριο λιγότερο στη διάθεση του εργάτη να ξοδέψει. Έτσι, δεν υπάρχει κάποια πραγματική τόνωση της οικονομίας. Τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά εάν η κυβέρνηση δαπανά χρήματα που εισπράττει από τη φορολόγηση μεγάλων επιχειρήσεων ή επί των ανώτερων τάξεων, που -σε αντίθεση με την εργατική τάξη- δε ξοδεύουν πάντοτε ολόκληρο το εισόδημά τους άμεσα. (Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι οι πλουσιότεροι αμερικανοί αποταμιεύουν κατά μέσο όρο 22% του εισοδήματός τους, πηγή: U.S. Trust Corporation of 150 respondents with annual income over $300,000 or net worth over $3.75 million, June 2002. Business Week, 12 Αυγούστου 2002, σελ. 10. Όταν όμως αναπτύσσεται μια σοβαρή οικονομική κρίση, οι πλούσιοι μειώνουν κατά πολύ τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις τους, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των “δαπανών” τους). Κατά κύριο λόγο, οι κυβερνητικές δαπάνες μπορούν να δώσουν μια αξιοσημείωτη ώθηση στην οικονομία μόνον όταν τα χρήματα δεν προέρχονται από φόρους, αλλά είτε από δανεισμό, είτε απλά τυπώνοντας περισσότερο χρήμα. Κάθε τέτοια πρακτική, είτε καί οι δύο σε συνδυασμό, είναι έμφυτες σε κάθε είδους ελλειματικής δαπάνης.

Η ελλειματική δαπάνη μπορεί να ρυθμιστεί με δυο τρόπους: 1) αυξάνοντας τις δαπάνες σε βαθμό μεγαλύτερο από τα έσοδα που εισπράττει η κυβέρνηση μέσω φόρων, και 2) περικόπτοντας τους φόρους σε τέτοιο βαθμό ώστε οι δαπάνες να ξεπερνούν τα φορολογικά έσοδα. Κάθε μια προσέγγιση μπορεί να μοιάζει θεωρητικά αποτελεσματική -με δεδομένο ότι θα φέρει τα χρήματα στα χέρια αυτών που πράγματι θα τα ξοδέψουν. Ωστόσο, στις ΗΠΑ για παράδειγμα, οι Ρεπουμπλικάνοι τείνουν να ευνοούν την μείωση των φόρων προκειμένου να δώσουν στην οικονομία μια πιστωτική ώθηση, ενώ οι Δημοκράτες -τουλάχιστον κατά το παρελθόν- έτειναν να ευνοούν την αύξηση των δαπανών για κοινωνικά προγράμματα. (Κάθε άρχουσα τάξη ευνοεί εννοείται τις γιγαντιαίες στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες, στον βαθμό που δημιουργούν ελλειματικές δαπάνες θα μπορούσαν να θεωρηθούν “στρατιωτικός κεϋνσιανισμός”). Όμως, οι φοροαπαλλαγές συνήθως αφορούν τους πλουσίους, οι οποίοι είναι πολύ πιο πιθανόν να αποταμιεύσουν τα χρήματα αυτά, ιδίως σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών. Ακόμα και η λεγόμενη “μεσαία τάξη”, τείνει να “αποταμιεύει”, παρά να “ξοδεύει” όταν η οικονομία έχει προβλήματα. (Τον χειμώνα του 2008, κι ενώ η άρχουσα τάξη στις ΗΠΑ είχε σχεδόν καταβληθεί απ’ τον πανικό ενόψει της αναπτυσσόμενης οικονομικής κρίσης, το Κογκρέσσο πέρασε έναν νόμο επιστροφής φόρων περί τα 600 δολλάρια κατ’ άτομο. Άραγε όμως ο κόσμος θα ξόδευε αυτά τα χρήματα μόλις τα λάμβανε ή θα τα αποταμίευε, ή μήπως απλά θα προσπαθούσε να ξεχρεώσει παλιότερα χρέη; Το περιοδικό Business Week (25 Φεβρουαρίου 2008, σελ. 9) σχολίαζε: “Σε μια έρευνα που έκανε η American Century Investments, μόνο το 27% απάντησε ότι θα ξόδευε άμεσα τα χρήματα, ενώ οι υπόλοιποι θα αποταμίευαν το ποσό, θα το επένδυαν, ή θα κάλυπταν παλαιότερα χρέη). Επιπλέον, η αύξηση της ελλειματικής δαπάνης μέσω πρόσληψης ανέργων για δημόσια έργα, θα αποδεικνυόταν πολύ πιο αποτελεσματική μορφή κεϋνσιανής ελλειματικής δαπάνης, εάν η άρχουσα τάξη είχε τη λογική να την εφαρμόσει.

Όμως η κεϋνσιανή ελλειματική δαπάνη, όποια μορφή κι αν έχει, τελικά δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Εάν η κυβέρνηση απλά τυπώσει νέο χρήμα, αυτό θα προκαλέσει πληθωρισμό (αν και υπάρχουν παράγοντες τους οποίους δε θα αναλύσω εδώ, που μπορούν να καθυστερήσουν κάπως αυτήν τη συνέπεια). Όσο περισσότερο χρήμα τυπώνει, τόσο μεγαλύτερος ο πληθωρισμός. (Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση πρέπει να αυξάνει το χρήμα που κυκλοφορεί κατ’ ένα μικρό ποσό κάθε χρόνο, προκειμένου να αποφύγει τον αποπληθωρισμό -καθώς η οικονομία επεκτείνεται και η παροχή χρήματος πρέπει να επεκταθεί αναλόγως). Αυτό για το οποίο κάνουμε λόγο εδώ, είναι για μια αύξηση της παροχής χρήματος με πολύ ταχύτερους ρυθμούς απ’ ότι η “κανονική” εκτύπωση χρημάτων. Επίσης, αφήνουμε κατά μέρους τις συνέπειες διεθνώς. Έτσι, εάν τα αμερικάνικα δολλάρια ξοδεύονται στο εξωτερικό, και μένουν εκεί (ως αποθεματικά νομίσματα ξένων χωρών για παράδειγμα), δεν είναι σε θέση να προκαλέσουν πληθωρισμό εντός των ΗΠΑ. Απ’ την άλλη, εάν οι ξένες χώρες αρχίσουν να χρησιμοποιούν άλλα νομίσματα, όπως το ευρώ ως αποθεματικά, τότε θα σημειωθεί μια απότομη άνοδος του πληθωρισμού του δολλαρίου, ακόμη κι αν δεν υπάρχει κάποια αύξηση των ελλειματικών χρημάτων που τυπώνονται. Επί του παρόντος (Μάρτιος 2008), η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιταχύνει την εκτύπωση νέου χρήματος με τον ίδιο ρυθμό που οι ξένες χώρες εγκαταλείπουν το δολλάριο ως αποθεματικό νόμισμα, κάτι που οδηγεί στη συρρίκνωση του δολλαρίου -πληθωρισμός δηλαδή- με ταχύτατους κι επικίνδυνους ρυθμούς. Τελικά, σε ακραίες καταστάσεις, το χρήμα καταντά άνευ αξίας. Ακόμη και πριν απ’ αυτό όμως, υψηλά επίπεδα πληθωρισμού μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρές διαταραχές σε μια οικονομία.

Κι αν η κυβέρνηση χρηματοδοτεί την ελλειματική δαπάνη της απλά δανειζόμενη χρήμα, τότε το κυβερνητικό χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται δίχως τελειωμό, και με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς. Μετά από ένα διάστημα, οι δανειστές θα αρχίσουν να αμφισβητούν την ικανότητα της κυβέρνησης να τους ξεπληρώσει ολόκληρο το χρέος που θα έχει συσσωρευτεί και θα αρχίσουν να ζητούν ολοένα και υψηλότερους τόκους, ώστε να αντισταθμίσουν το αυξανόμενο ρίσκο να χάσουν τα λεφτά τους.

Το επίπεδο του κυβερνητικού χρέους δεν καθορίζει το επίπεδο των επιτοκίων που καλείται να καταβάλλει η κυβέρνηση τις περισσότερες φορές. Έτσι, κατά την περίοδο 1980-2002, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αύξησε το χρέος της από σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο δολλάρια σε πάνω από 13 τρισεκατομμύρια, ενώ τα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων της ανεβοκατέβαιναν από 10-15% για να πέσουν τελικά κάτω από το 4%. Κι όμως, ελάχιστοι ανησυχούν μέχρι τώρα για την ικανότητα της κυβέρνησης των ΗΠΑ να ξεπληρώσει το χρέος της. Όταν αυτές οι ανησυχίες αυξηθούν σημαντικά, τότε τα επιτόκια θα αρχίσουν να εκτινάσσονται πολύ υψηλότερα απ’ τις τρέχουσες τιμές της αγοράς. Μια τέτοια κατάσταση μπορούμε να δούμε στην Ιαπωνία, όπου το 2002 η πιστοληπτική ικανότητα της ιαπωνικής κυβέρνησης ήταν χαμηλότερη ακόμη κι από απελπιστικά φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου όπως η Μποτσουάνα. Το 2002 το κυβερνητικό χρέος της Ιαπωνίας άγγιξε το 140% του ΑΕΠ, και προς το τέλος του 2003 το 150%, τον Ιούνιο του 2005 ήταν σχεδόν 160%, και το 2007 υπολογιζόταν σε 194% του ΑΕΠ. (194,4% σύμφωνα με το World Factbook της CIA). Πρόκειται για έναν ταχύτατο ρυθμό αύξησης που δεν είναι εφικτό να συνεχιστεί επ’ αόριστον! Τελικά, εάν το χρέος μιας κυβέρνησης αυξηθεί υπερβολικά, οι επενδυτές θα αρνηθούν να συνεχίσουν να δανείζουν στην κυβέρνηση αυτή χρήματα, οποιοδήποτε κι αν είναι το επιτόκιο.

Έτσι, η κεϋνσιανή ελλειματική δαπάνη έχει σαφή όρια. Όπως το καταναλωτικό χρέος, έτσι και το αυξανόμενο κυβερνητικό χρέος μπορεί να παρατείνει για λίγο τη λειτουργία μιας καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά πάντα για λίγο. Κι όπως ακριβώς το καταναλωτικό χρέος, στο τέλος οδηγεί σε σοβαρότερα προβλήματα. Είναι ένας ακόμη τρόπος να γίνουν τα πράγματα λίγο καλύτερα βραχυπρόθεσμα, υπονομεύοντας το μέλλον τους μακροπρόθεσμα.

2.3 Χρηματοπιστωτικά μαγειρέματα

Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι επίσης, να προσπαθήσει μια κυβέρνηση να κρατήσει την οικονομία στα πόδια της. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς υπάγονται στην κατηγορία της “μόχλευσης”. Δηλαδή, μέθοδοι αντιμετώπισης επιφανειακών προβλημάτων, κι όχι των βασικών αντιφάσεων της υπερπαραγωγής. Ωστόσο, πολλές φορές το ψείρισμα ενός επιφανειακού προβλήματος μπορεί να είναι η αφετηρία για την προοδευτική αποκάλυψη βαθύτερων αντιφάσεων που βγαίνουν στην επιφάνεια. (Τελικά, θα έρθουν στο φως αναπόφευκτα, λόγω της πίεσης που ασκούν υπόγεια ενώ συσσωρεύονται).

Πολλές απ’ αυτές τις “ρυθμιστικές” μεθόδους περιλαμβάνουν νομισματικά μαγειρέματα από τις κεντρικές τράπεζες των διαφόρων χωρών. Εδώ κολλάει και η τακτική μόχλευση των επιτοκίων για τις εμπορικές τράπεζες απ’ την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (κι ως εκ τούτου έμμεσα και για τους πελάτες των τραπεζών αυτών). Εάν τα επιτόκια είναι υψηλά, οι επιχειρήσεις θα αποφύγουν να δανειστούν χρήματα ώστε να χτίσουν νέες παραγωγικές μονάδες ή να αναβαθμίσουν τα μηχανήματά τους, και οι καταναλωτές θα διστάσουν να δανειστούν χρήματα για να αγοράσουν αυτοκίνητα και σπίτια. Απ’ την άλλη, εάν τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλά στη διάρκεια οικονομικής ευφορίας, μπορεί να υπάρξει μια ταχεία επέκταση των επενδύσεων και της παραγωγής ώστε να αναπτυχθούν ελλείματα από διάφορα είδη εμπορευμάτων -περιλαμβανομένου του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, νέων αυτοκινήτων και σπιτιών- που μπορούν να οδηγήσουν σε έναν προσωρινό πληθωρισμό και σε άλλες ακόμη πιο αρνητικές συνέπειες (όπως για παράδειγμα σε μια τεράστια αύξηση σε αμφίβολα δάνεια κι επενδύσεις).

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα προσπαθεί να κρατήσει την οικονομία σε μια λίγο-πολύ ισορροπία, χαμηλώνοντας τα επιτόκια όποτε υπάρχουν σημάδια αδυναμίας στην οικονομία, όπως όταν ο όγκος των αποθεματικών των επιχειρήσεων είναι σχετικά χαμηλός, και αυξάνοντας τα επιτόκια όποτε η οικονομία “υπερθερμαίνεται”- όταν δηλαδή ο πληθωρισμός ξεφεύγει απ’ τον έλεγχο, ή όταν υπάρχει πάρα πολλή “παράλογη ευμάρεια”, όπως για παράδειγμα το άγριο κερδοσκοπικό πάρτυ των χρηματιστηρίων όπως αυτό των τελών της δεκαετίας του ’90 στις ΗΠΑ (Κατά τρόπο ειρωνικό βέβαια, αυτό το συγκεκριμένο πάρτυ είχε ενορχηστρωθεί σ’ έναν βαθμό απ’ την ίδια την Ομοσπονδιακή Τράπεζα εσκεμμένα, προκειμένου να συγκρατήσει μια παγκοσμιοποίηση της ασιατικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του 1997-98).

Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε ότι ακόμα και τα πολύ χαμηλά επιτόκια δεν οδηγούν πάντοτε τους καπιταλιστές να δανειστούν χρήμα για νέες επενδύσεις. Ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση εκτιμά να βγάλει ένα “λογικό” κέρδος όταν δανείζεται με επιτόκιο 6%. Όταν τα μόνα διαθέσιμα δάνεια ξεκινούν από 8% και άνω, τότε ούτε θα δανειστεί, ούτε θα επενδύσει. Όμως ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ήδη ένα πλεόνασμα εμπορευμάτων κι επενδύσεων, οπότε δεν υπάρχει προοπτική να πωληθούν τα προϊόντα μιας μελλοντικής παραγωγικής μονάδας ώστε να βγει ένα κάποιο κέρδος. Τότε παύει να έχει νόημα ο δανεισμός χρήματος ακόμα κι αν το επιτόκιο τείνει στο μηδέν! Και το βλέπουμε στην πράξη αυτό στην Ιαπωνία σήμερα, όπου οι τράπεζες δεν μπορούν να εντοπίσουν αξιόπιστες επιχειρήσεις να τους δανείσουν χρήματα (και που επιθυμούν οι ίδιες να δανειστούν χρήματα), ακόμη κι αν έχουν ρίξει τα επιτόκια στο 1% ή κι ακόμη χαμηλότερα! (Ο κεϋνσιανός όρος γι’ αυτήν την κατάσταση είναι “παγίδα ρευστότητας”, αν και αυτή η ορολογία μάλλον συσκοτίζει την πραγματικότητα).

Οι κεντρικές τράπεζες κάνουν όμως και κάτι άλλο: προσαρμόζουν τον ρυθμό της κοπής νέου χρήματος (ή, στην πραγματικότητα, τους διάφορους τύπους παροχής χρήματος, που μπορεί να περιλαμβάνουν τόσο τραπεζικά αποθεματικά, ομόλογα και άλλες ρευστοποιήσιμες επενδύσεις, καθώς και το πραγματικό χρήμα). Οι κυβερνήσεις (μέσω των κεντρικών τραπεζών ή του υπουργείου οικονομικών) μπορούν επίσης να επηρεάσουν την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος προς άλλα νομίσματα. Αυτό, ωστόσο, μπορεί να πάει πέρα από μια απλή μόχλευση. Είναι πράγματι μια μέθοδος να φορτώσει μια χώρα μέρος των οικονομικών προβλημάτων της σε μια άλλη. Κι αυτό επίσης έχει τα όριά του, ενώ δε βοηθά την καπιταλιστική οικονομία στο σύνολό της.

2.6 Η οικονομία των υπηρεσιών

(Αυτό το θέμα συνδέεται με την κατηγορία της “μη παραγωγικής εργασίας” του Μαρξ, βλ τη σχετική συζήτηση στις Θεωρίες της Υπεραξίας, τόμος 1. Ο Μαρξ ορίζει την εργασία σιτς υπηρεσίες στον τόμο 1 του Κεφαλαίου ως “μια έκφραση για τη συγκεκριμένη αξία χρήσης της εργασίας εκεί όπου αυτή χρησιμεύει όχι ως αντικείμενο αλλά ως δραστηριότητα”). Ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών -ιδιαίτερα των ΗΠΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών- είναι αφιερωμένο στην παροχή υπηρεσιών, κι όχι στην παραγωγή προϊόντων για πώληση (υλικά εμπορεύματα). Αυτό εν μέρει οφείλεται στην πραγματική επέκταση της βιομηχανίας των υπηρεσιών, όμως επίσης οφείλεται στην ολοένα αυξανόμενη παραγωγικότητα στις κατασκευαστικές, και την μετατόπιση ολοένα και περισσότερων κατασκευαστικών στην Κίνα και τις άλλες “τριτοκοσμικές” χώρες. Από το 2007 ήδη, οι υπηρεσίες αποτελούν το 60% της οικονομίας των ΗΠΑ, από 55% την προηγούμενη δεκαετία και 52% δυο δεκαετίες πριν. (Πηγή: James C. Cooper, “Services: A Heavyweight in a Hard Fight”, Business Week, 19 Μαΐου 2008, σελ. 9. Παραδόξως, για αστός οικονομολόγος, ο Cooper ορθά δηλώνει: “Ωστόσο, παρά την αύξουσα σημασία τους (των υπηρεσιών), οι πιο σημαντικοί κινητήρες του επιχειρηματικού κύκλου ήταν πάντοτε η παραγωγή αγαθών και οι κατασκευαστικές…”)

Ορισμένες υπηρεσίες αποτελούν βοηθητικό σκέλος της διαδικασίας παραγωγής και διαφήμισης εμπορευμάτων. Οι έμποροι που πωλούν εμπορεύματα στη λιανική, παρέχουν στην ουσία μια υπηρεσία -την υπηρεσία της συγκέντρωσης εμπορευμάτων από έναν μεγάλο αριθμό παραγωγών, και τη βολική τους διάθεση στο κοινό. Όμως οι περισσότερες υπηρεσίες δεν είναι ακριβώς έτσι. Οι περισσότερες περιλαμβάνουν τυπικά την πρόσληψη ορισμένων ατόμων για μια εργασία που από μόνη της ούτε παράγει εμπορεύματα, ούτε αφορά τη διαφήμιση ή τη διανομή εμπορευμάτων. Σ’ αυτού του είδους τις υπηρεσίες περιλαμβάνονται απ’ το να πάρουμε ένα γειτονόπουλο για βοήθεια στο χωράφι, μέχρι την πρόσληψη ενός επενδυτικού γραφείου από μια γιγαντιαία πολυεθνική για να κανονίσει την επιτυχή προσάρτηση μιας άλλης γιγαντιαίας επιχείρησης.

Απ’ τη στιγμή που ο τομέας των υπηρεσιών αυξάνεται σε σχέση με τον τομέα της κατασκευής, θα μπορούσε να βρεθεί εκεί μια λύση στην εγγενή τάση του καπιταλισμού προς την υπερπαραγωγή; Η βασική ιδέα εδώ είναι ότι τα αγαθά δεν μπορούν να πωληθούν στους εργάτες του κατασκευαστικού τομέα (καθώς οι μισθοί τους ισοδυναμούν μόνο σ’ ένα μέρος της αξίας των αγαθών που παράγουν), οπότε θα μπορούσαν να πωληθούν στους εργάτες των υπηρεσιών.

Μέρος του σφάλματος σ’ αυτή τη σκέψη γίνεται φανερό μόλις αναζητήσουμε το πού θα βρουν οι εργάτες των υπηρεσιών το εισόδημά τους. Άν ένας βιομηχανικός εργάτης πληρώσει έναν μηχανικό αυτοκινήτων 300 δολλάρια για να του διορθώσει το αμάξι, ο μηχανικός θα έχει στη διάθεσή του 300 δολλάρια παραπάνω να ξοδέψει, όμως ο εργάτης της βιομηχανίας θα έχει 300 δολλάρια λιγότερα. (Αφήνουμε στην άκρη το μικρό ποσοστό των χρημάτων που θα διατεθεί για την αγορά εμπορευμάτων όπως μπουζιά κλπ). Ισχύει ότι ο εργάτης της βιομηχανίας θα “αγοράσει” κάτι χρήσιμο με τα λεφτά του αυτά, όμως ο συνολικός όγκος των χρημάτων που είναι διαθέσιμα για την αγορά των εμπορευμάτων που παράγονται απ’ το σύνολο των καπιταλιστικών επιχειρήσεων παραμένει ο ίδιος.

Όμως, τί γίνεται την ίδια στιγμή με τους πραγματικούς κατόχους του χρήματος, με τους ίδιους τους καπιταλιστές; Δε ξοδεύουν άραγε αυτοί, κατ’ άτομο, πολύ περισσότερα για διαφόρων ειδών υπηρεσίες απ’ ότι οι εργάτες; Δε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ολόκληρη η υπεραξία -την οποία διαφορετικά δε θα ήξεραν τί να την κάνουν- μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, ώστε να αποφευχθούν έτσι οι κρίσεις υπερπαραγωγής;

Μπορούμε να το υποθέσουμε φυσικά, με την ίδια λογική που μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι καπιταλιστές μπορεί να συνεχίσουν να χτίζουν μύλους ή εργοστάσια επ’ αόριστον, κι έτσι να αποφευχθεί μια κρίση υπερπαραγωγής. Μ’ άλλα λόγια, αν και είναι μια λογική πιθανότητα, οι καπιταλιστές να ξοδεύουν ολόκληρη την υπεραξία που συσσωρεύουν σε μια ατελείωτη αγορά ολοένα και περισσότερων πολυτελών υπηρεσιών, κάτι τέτοιο δε θα συμβεί ποτέ. Ακόμη κι αν ένας πλούσιος καπιταλιστής προσλάβει δεκαπέντε υπηρέτριες, δυο ή τρεις μάγειρες, άλλους τόσους οδηγούς, μερικούς μπάτλερ, μια χούφτα κηπουρούς, κι ακόμη μια στρατιά υπηρετών απλά για να του βρίσκονται, στο τέλος δε θα έχει την παραμικρή δουλειά για έναν παραπάνω. Ακόμα και πλούσιοι όπως ο Ροκφέλλερ ή ο Μπιλ Γκέιτς, ενώ μπορούν να προσλάβουν χιλιάδες εργάτες υπηρεσιών, ολόκληρες στρατιές, δεν έχουν κανέναν λογικό λόγο να το κάνουν (στμ: πόσο μάλλον όταν στο μεταξύ οι ανταγωνιστές τους μπορούν να επενδύσουν τη δική τους υπεραξία στην παραγωγή).

Ένα βαθύτερο μέρος της εξήγησης του γιατί οι εργάτες που προσλαμβάνονται απ’ τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις για υπηρεσίες δεν μπορούν να ανακουφίσουν το πρόβλημα της υπερπαραγωγής, είναι ότι η ίδια η μορφή της εργασίας στις υπηρεσίες στην πραγματικότητα αυξάνει και η ίδια την υπερπαραγωγή! Για παράδειγμα, οι μέτοχοι και ιδιοκτήτες μιας τράπεζας ή μιας χρηματοπιστωτικής εταιρίας, πουλάν πολύ ακριβότερα στους πελάτες τους -βγάζοντας πολλή περισσότερη υπεραξία- τις υπηρεσίες που παρέχουν οι υπάλληλοί τους, ώστε οι υπάλληλοι αυτοί τελικά πληρώνονται στην πράξη για να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές. Με άλλα λόγια, οι καπιταλιστές βγάζουν υπεραξία από τους συγκεκριμένους υπαλλήλους, του τομέα των υπηρεσιών, με τον ίδιο τρόπο που βγάζουν οι καπιταλιστές της παραγωγής, κι αυτή η υπεραξία συμβάλλει κατά τον ίδιο τρόπο στη διόγκωση της υπεραξίας που οι καπιταλιστές ως σύνολο, δεν έχουν την παραμικρή ιδέα πως θα χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά (δηλαδή με κέρδος).

Έτσι, ακόμα και μια τεράστια επέκταση του τομέα των υπηρεσιών μπορεί να ιδωθεί, σ’ έναν σημαντικό βαθμό, ως μια “τεχνητή κατασκευή”, πλασμένη πάνω στα θεμέλια της καπιταλιστικής παραγωγής των υλικών εμπορευμάτων. Ως τέτοια, μπορεί να εξυπηρετήσει σαν μια μερική και προσωρινή βαλβίδα αποσυμπίεσης για ένα μικρό μέρος της πίεσης της υπεραξίας που οι καπιταλιστές συσσωρεύουν σε βάθος χρόνου. είναι πραγματικά σε θέση να ξοδέψουν τεράστια χρηματικά ποσά για να πάρουν στη δούλεψή τους υπηρεσίες όπως τραπεζικοί σύμβουλοι, διαφημιστικές εταιρίες, επενδυτικά γραφεία, κι άλλες διάφορες “επιχειρηματικές υπηρεσίες”. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά “πεταμένα λεφτά”, κάτι το οποίο επιδρά αρνητικά στα κέρδη τους. Ο ανταγωνισμός από εταιρίες που δεν ξοδεύουν τόσα χρήματα, ιδιαίτερα από -στα πλαίσια της “παγκοσμιοποίησης”- ασιατικές επιχειρήσεις χαμηλού κόστους, περιορίζει σοβαρά το πόσο χρήμα μπορούν οι δυτικοί καπιταλιστές να πετάξουν από δω κι από κει.

Όταν μια κρίση υπερπαραγωγής γίνει πραγματικά έντονη, υπάρχει πάντοτε μια ξαφνική και σοβαρή περιστολή των προηγουμένων εξόδων. Την επόμενη φορά που θα συμβεί κάτι τέτοιο θα περιλαμβάνει ένα δραματικό κραχ της οικονομίας των υπηρεσιών, ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερο απ’ το κραχ που ήδη λαμβάνει χώρα στον κατασκευαστικό τομέα. Το γεγονός ότι ο τομέας των υπηρεσιών (και ιδιαίτερα ο χρηματοπιστωτικός τομέας) είναι σήμερα το ισχυρότερο σημείο της αμερικανικής οικονομίας θα πρέπει να ληφθεί σαν μια σοβαρή προειδοποίηση του πόσο άσχημη θα γίνει η κατάσταση.

2.7 “Καζινοκαπιταλισμός”: Οικονομία του καζίνο

Υπάρχει κάτι ακόμη που μπορούν να κάνουν οι ίδιοι οι καπιταλιστές προκειμένου να συνεχίσουν το παιχνίδι για λίγο ακόμη, και η λέξη παιχνίδι δεν είναι τυχαία. Μπορούν να επινοούν ολοένα και διαφορετικά “ασφάλιστρα” και “παράγωγα”, ώστε να διογκώνουν τεχνητά την κερδοσκοπία των επενδύσεών τους σε ολοένα και μεγαλύτερα και τελικά παντελώς αφηρημένα ύψη.

Το χρηματιστήριο δεν είναι στην ουσία παρά ένα καζίνο, και μάλιστα στημένο. Ένας κάτοχος μετοχών συνήθως λαμβάνει μια περιοδική πληρωμή του μεριδίου που του αναλογεί απ’ τις δηλωμένες μετοχές της επιχείρησης (η οποία πληρωμή φυσικά προέρχεται απ’ την ακόμη μεγαλύτερη υπεραξία που βγαίνει απ’ τους εργάτες της επιχείρησης). Τα μερίσματα αυτά ήταν πιο κοινά στο παρελθόν: το 1978, το 66% των επιχειρήσεων που είχαν εγγραφεί στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ έδιναν μερίσματα, ενώ το 1999 μόλις το 20,8% -πηγή: έρευνα του Eugene F. Fama του Πανεπιστημίου του Σικάγο και του Kenneth French του MIT, από το άρθρο του Robert Kuttner, “The Case of the Disappearing Dividend”, Business Week, 9 Σεπτεμβρίου 2002, σελ. 28). Με μερίσματα ή χωρίς, η τιμή των μετοχών ανεβοκατεβαίνει, κι αυτές οι διακυμάνσεις μετατρέπονται σε διακύβευμα εντονότερου τζόγου. Ο στόχος είναι προφανώς να αγοράζει κανείς χαμηλά, κι έπειτα να πουλάει υψηλά, κι αυτός γίνεται τελικά ο λόγος που οι περισσότεροι επενδυτές αγοράζουν μετοχές, κι όχι τα μερίσματα, ακόμη κι όταν υπάρχουν αυτά.

Ακόμη χειρότερα, στις περιόδους ευφορίας, επικρατεί μια ατμόσφαιρα που θυμίζει σχήματα-πυραμίδας ή Πόνζι όπως λέγονται (στμ: πρόκειται για σχήματα όπου ο κάθε μέτοχος μοιάζει να κερδίζει περισσότερο όσο περισσότερους νέους μετόχους καταφέρει να εντάξει στο σχήμα, καθώς τα κέρδη του προέρχονται από μέρος των χρημάτων που θα συνεισφέρουν οι νέοι μέτοχοι κι όχι απ’ το όποιο προϊόν -εάν υπάρχει καν αυτό. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι γνωστή από τις αλβανικές τράπεζες των μεσών της δεκαετίας του ’90, αλλά και το ελληνικό χρηματιστήριο των τελών της δεκαετίας αυτής): “Ανατιμητικές αγορές” όπου αγοράζει κανείς μετοχές μόνο και μόνο επειδή η τιμή τους εμφανίζεται διαρκώς να αυξάνει. Ο κόσμος αγοράζει μετοχές βασικά και κύρια για την “υπόσχεση” ότι θα μπορέσει αργότερα να τις πουλήσει με ένα μεγάλο κέρδος. Τελικά, όλες αυτές οι χρηματιστηριακές φούσκες σκάνε, και η μεγάλη μάζα όσων πιαστήκαν κορόιδα, μένει παγιδευμένη με “τίτλους επενδύσεων” στα χέρια, οι οποίοι αξίζουν πολύ λιγότερα απ’ όσα πλήρωσαν για να τους αποκτήσουν. (Ακόμη κι ένας αστός οικονομολόγος πριν από μας, ο Robert J. Shiller του πανεπιστημίου του Yale, στο βιβλίο του Irrational Exuberance, 2000, είχε παρατηρήσει την αναλογία χρηματιστηρίου και σχημάτων Πόνζι, κάνοντας λόγο για “διαδικασία αυθόρμητης εμφάνισης σχημάτων Πόνζι”. Ωστόσο, ο Ένγκελς είχε σχεδόν προλάβει τον Shiller κατά έναν αιώνα, όταν έγραφε στον Bebel το 1893 ότι “Το χρηματιστήριο είναι ένας θεσμός όπου οι αστοί εκμεταλλεύονται όχι του εργάτες αλλά ο ένας τον άλλον”, αν και βέβαια στο σύγχρονο χρηματιστήριο δεν τζογάρουν μόνο οι καπιταλιστές, αλλά επίσης η “μεσαία τάξη”, κι ακόμα και πολλοί εργάτες, αλλά κυρίως αυτοί που διαχειρίζονται τις συντάξεις και τις καταθέσεις των εργατών…)

Όμως, στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, και ιδιαίτερα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του, η τζογαδόρικη όψη της επένδυσης ξέφυγε πολύ, πολύ μακρύτερα απ’ τον βασικό τζόγο με τις τιμές των μετοχών -τόσο πολύ μάλιστα, που ακόμα και πολλοί αστοί σχολιαστές αποκάλεσαν την αμερικανική οικονομία “καζινοκαπιταλισμό”. Φυσικά, υπάρχει η αγορά μετοχών με πίστωση (“margin”), δηλαδή ο δανεισμός χρήματος για αγορά μετοχών. Υπάρχουν οι μετοχές με δικαίωμα προαίρεσης (“options”), με το δικαίωμα αγοράς μιας συγκεκριμένης αξίας μέχρι μια καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Υπάρχουν οι μετοχές με δικαίωμα αγοράς (“puts”) και πώλησης (“calls”), με την υποχρέωση αγοράς ή πώλησης μιας συγκεκριμένης αξίας μετοχών σε κάποια στιγμή στο μέλλον. Υπάρχουν επίσης τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (“futures”) για την αγορά ή πώληση αξιών στο μέλλον, σε μια δεδομένη τιμή, είτε ο “πωλητής” έχει στην ιδιοκτησία του τα εμπορεύματα αυτή τη στιγμή είτε όχι. Τέτοιου είδους παράγωγα, όπως τα futures, δικαιολογούνται απ’ τον επιχειρηματικό κόσμο ως ένας τρόπος να ελαχιστοποιούν το ρίσκο. Ισχύει ότι μια -σύμφωνα με τον ορισμό- χρήση αυτών των συμβολαίων από έναν κεφαλαιούχο μπορεί όντως να μειώσει το ρίσκο του. Όμως το κατορθώνει αυτό απλώς μεταφέροντας το ρίσκο σ’ έναν άλλον κερδοσκόπο.

Πέρα απ’ τις ίδιες τις μετοχές, υπάρχουν διάφορα χρηματοπιστωτικά “παράγωγα”, περιλαμβανομένων των αγορών μελλοντικής εκπλήρωσης για διεθνή νομίσματα, ομόλογα, ακόμα και για προϊόντα συνδεδεμένα με τους ίδιους τους γενικούς δείκτες του χρηματιστηρίου ή των αγορών ομολόγων. Έτσι, μπορεί κανείς τη σήμερον ημέρα να τζογάρει άμεσα για το άν μια μετοχή θα ανέβει ή θα πέσει μέσα στους επόμενους μήνες. Η “πιο συναλλασόμενη μετοχή του κόσμου” αυτή τη στιγμή, δεν είναι καν μια μετοχή κάποιας επιχείρησης, αλλά ο ίδιος ο δείκτης του χρηματιστηρίου Nasdaq, που καθημερινά αλλάζουν χέρια κάπου 100 εκατομμύρια μετοχές, διπλάσιες από αυτές της Intel ή της Microsoft (πηγή: “ETF Strategies for Long-Term Investors”, ειδικό διαφημιστικό ένθετο στο Business Week, 8 Νοεμβρίου 2004, σελ. 29).

Όλα αυτά τα εξωτικά πραγματάκια -options, futures, swaps, warrants, κλπ- λέγονται αλλιώς “παράγωγα” (επειδή παράγονται από τα πραγματικά μερίσματα ιδιοκτησίας), και είναι ενδεικτικά της ατελείωτης επινοητικότητας των καπιταλιστών της πίστωσης, στο να δημιουργούν και να προωθούν τέτοια κόλπα. Το τελευταίο (προς το παρόν!) απ’ αυτά τα κόλπα μόχλευσης του τζόγου υψηλών αποδόσεων και ελαχιστοποίησης του ρίσκου, είναι τα λεγόμενα “hedge funds”, τα “αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου”. Αυτά εμφανίστηκαν στις ΗΠΑ ήδη εδώ και δυο δεκαετίες. Στη διάρκεια της Ασιατικής Κρίσης του 1997-98, η κατάρρευση σχεδόν μιας απ’ αυτές τις τεράστιες κερδοσκοπικές εταιρίες, της Long-Term Capital Management, ήταν τόσο απειλητική για τις ΗΠΑ και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, που η Ομοσπονδιακή Τράπεζα αναγκάστηκε να παρέμβει και να ξεχρεώσει την εταιρία ξοδεύοντας αρκετά δισεκατομμύρια δολλάρια.

Κι έπειτα ήρθε η Enron, που κατέρρευσε στα τέλη του 2001. Αν και αρχικά μια εταιρία παραγωγής σωληνών, η Enron εξελίχθηκε γρήγορα σ’ ένα hedge fund γενικού εμπορεύματος -μια εκλεπτυσμένη κερδοσκοπική επιχείρηση που κατάφερε για ένα διάστημα να κρύψει το ολοένα και μεγαλύτερο ρίσκο της μέσω “δημιουργικής λογιστικής”. Η Enron εμφάνιζε μια κεφαλαιοποίηση του ύψους των 80 δισ. δολλαρίων. Υπήρχε άραγε ένα τόσο τεράστιο κεφάλαιο το οποίο ξαφνικά εξαϋλώθηκε; Όχι, δεν ήταν παρά αυτό που έλεγε ο Μαρξ “πλασματικό” κεφάλαιο (βλ. Καρλ Μαρξ – Το Κεφάλαιο, τόμος ΙΙΙ), φανταστικό κεφάλαιο. (Το πλασματικό κεφάλαιο είναι η κεφαλαιοποίηση των μελλοντικών τόκων ή των υποτιθέμενων “εσόδων”). Όμως το πλασματικό αυτό κεφάλαιο είναι τόσο διαδεδομένο και τόσο σημαντικό στον σύγχρονο καπιταλισμό που περιπτώσεις ξαφνικής εξαφάνισής του μπορούν να προκαλέσουν ή να εντείνουν ήδη υπάρχουσες κρίσεις.

Ακόμη κι αν η κατάρρευση της Enron ή της WorldCom (το 2002) ήταν οι δυο μεγαλύτερες χρεωκοπίες στην ιστορία των ΗΠΑ (μέχρι στιγμής!), δε σημαίνει ότι σήμαναν και το τέλος αυτής της κερδοσκοπικής οικονομίας του καζίνο που έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη σ’ αυτήν τη χώρα. Ολόκληρη η αμερικανική οικονομία, ίσως δεν είναι “μια μεγάλη Enron”, όμως ένα ολοένα και μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος της είναι.

2.8 Νέες βιομηχανίες

Εκτός από τα τεχνητά μέσα που διαθέτουν οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις ώστε να κρατούν την οικονομία σε λειτουργία, υπάρχει κι ένα λιγότερο “αυτοματοποιημένο” μέσο που τους βοηθά σ’ έναν περιορισμένο βαθμό: οι επιστημονικές ανακαλύψεις και οι νέες τεχνολογίες, που κατά καιρούς οδηγούν στη γέννηση ολόκληρων νέων βιομηχανιών. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, αυτές οι νέες βιομηχανίες περιλάμβαναν τον σιδηρόδρομο, την ατμομηχανή, τα ατμόπλοια, κι έπειτα στο τέλος του αιώνα, το ηλεκτρικό φως και τον ηλεκτροκινητήρα. Στις αρχές του 20ου τα αυτοκίνητα, το ραδιόφωνο και τα αεροπλάνα. Αργότερα κατά τον 20ό αιώνα τα διαστημόπλοια και τους υπολογιστές, και στο τέλος του αιώνα το διαδίκτυο.

Η επέκταση των νέων βιομηχανιών, σημαίνει ότι ολόκληρες νέες περιοχές όπου προηγουμένως θα ήταν “πλεονάζον” κεφάλαιο μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Νέες περιοχές όπου μπορούν να γίνουν κερδοφόρες επενδύσεις ανοίγονται. Όμως αυτό έχει δευτερευόντως ορισμένα αρνητικά. Μερικές παλαιότερες βιομηχανίες συνήθως καταρρέουν (τουλάχιστον εν μέρει), καθώς οι νέες βιομηχανίες τις αντικαθιστούν. Γενικά, ωστόσο, υπάρχει ένα θετικό ισοζύγιο στο κέρδος του κεφαλαίου σε ευκαιρίες επένδυσης. Αν και αυτές εμφανίζονται άπαξ για κάθε νέα βιομηχανία.

Ένας άλλος αρνητικός παράγοντας προκύπτει καθώς οι νέες τεχνολογίες συνήθως επιτρέπουν μια αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας. Στον βαθμό που η αυξημένη παραγωγικότητα οδηγεί σε αυξημένους μισθούς, η αγορά στο σύνολό της μπορεί να επεκταθεί (στμ: περισσότερα εμπορεύματα παράγονται, περισσότερα μπορούν να αγοραστούν, άρα να πωληθούν). Όμως η άνοδος της παραγωγικότητας σημαίνει επίσης, εξ ορισμού, ότι λιγότεροι άνθρωποι είναι αναγκαίοι προκειμένου να κάνουν τη δουλειά που προηγουμένως απαιτούσε περισσότερους -με άλλα λόγια, οδηγεί σε μεγαλύτερη ανεργία- κάτι που μειώνει τη συνολική αγορά.

Επιπλέον, κάτω από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, οι καπιταλιστές τείνουν να κρατούν ένα δυσανάλογο μερίδιο της αυξημένης αξίας που παράχθηκε χάρις στις βελτιώσεις της παραγωγικότητας. Κάτι τέτοιο αυξάνει το μερίδιο της υπεραξίας τους, κι έτσι (προσωρινά τουλάχιστον) τα κέρδη τους. Όμως την ίδια στιγμή, τείνει επίσης να επιβαρύνει τη βασική αντίφαση της καπιταλιστικής παραγωγής, αυξάνοντας το διαθέσιμο πλεονάζον κεφάλαιο. Ειδικά καθώς οι νέες βιομηχανίες εδραιώνονται και περνάει ο πυρετός των νέων επενδύσεων, φαίνεται στο τέλος πως δεν έχουν γλυτώσει απ’ το πρόβλημα του “πλεονάζοντος κεφαλαίου”, αλλά αντίθετα μόλις ξεκινά να σοβαρεύει.

Απ’ την άποψη της ορθολογικής κατανομής των πόρων, ένα ακόμη πρόβλημα με τις νέες βιομηχανίες είανι η τάση προς έναν επενδυτικό “πυρετό του χρυσού”, καθώς μια πραγματική μανία υπερβολικής και εξαιρετικά σπάταλης επένδυσης λαμβάνει χώρα. Καθώς μια νέα βιομηχανία αναπτύσσεται, τεράστια ποσά κεφαλαίου ξοδεύονται και χάνονται στη διαδικασία αυτή. Οι παράλογες δαπάνες της φούσκας των εταιριών του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του ’90, επιβεβαιώνουν απλώς την αλήθεια αυτής της γενικής παρατήρησης. Ωστόσο, απ’ την άποψη της υγείας του καπιταλισμού, αυτή η σπατάλη -όπως κάθε σπατάλη, βλ. το 2.13 παρακάτω- είναι ουσιαστικά ευεργετική! Μ’ άλλα λόγια, οι νέες βιομηχανίες πρακτικά ανοίγουν τον δρόμο για περισσότερες επενδυτικές ευκαιρίες απ’ όσες λογικά υπάρχουν, κάτι που τείνει να μετριάσει (σε περιορισμένο βαθμό) το θεμελιώδες πρόβλημα του πλεονάζοντος κεφαλαίου.

Εν ολίγοις, η νέα τεχνολογία και οι νέες βιομηχανίες δεν μπορούν να επιλύσουν την αντίφαση μεταξύ των επιβεβλημένων περιορισμών στην καταναλωτική δύναμη των μαζών και στην τάση των καπιταλιστών να επεκτείνουν απεριόριστα την παραγωγή. Αρχικά οι νέες βιομηχανίες μπορεί να βοηθήσουν λίγο -ίσως περισσότερο λόγω της σπατάλης του πυρετού των νέων επενδύσεων παρά κάθε λογικής ανάγκης για νέες επενδύσεις- όμως στη συνέχεια δεν μπορεί παρά να χειροτερέψουν κι άλλο τη θεμελιώδη αντίφαση. Καθώς η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος συνεχίζεται, αυτή η αρνητική τελική κατάσταση ολοένα και περισσότερων βιομηχανιών τείνει να κυριαρχήσει επί των αρχικών θετικών αποτελεσμάτων της κάθε μίας. Εν συντομία, η ικανότητα της νέας τεχνολογίας να απαλύνει το πρόβλημα του καπιταλισμού χάνει γρήγορα την αποτελεσματικότητά της.

2.9 Πιστωτικές φούσκες

Υπάρχουν λοιπόν αρκετά πράγματα που οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις μπορούν να κάνουν για να τονώσουν την κατανάλωση, να χρησιμοποιήσουν το πλεονασματικό κεφάλαιο, και τελικά να συνεχίσουν την παραγωγή. Διαφέρουν ως προς την αποτελεσματικότητά τους, κι ως προς τον βαθμό που αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα -το γεγονός δηλαδή ότι η καταναλωτική δύναμη της καπιταλιστικής κοινωνίας αυξάνεται πολύ πιο αργά απ’ ό,τι η παραγωγική δύναμη της κοινωνίας αυτής (λόγω της αντίφασης μεταξύ της περιορισμένης κατανάλωσης των μαζών, και της τάσης των καπιταλιστών να επεκτείνουν απεριόριστα την παραγωγή). Οι μέθοδοι που αντιμετωπίζουν το βασικό αυτό πρόβλημα, και που πραγματικά φαίνεται να το λύνουν για λίγο καιρό -όπως μια ολοένα και αυξανόμενη πίστωση με την μορφή καταναλωτικών δανείων και μια ολοένα και αυξανόμενη κεϋνσιανή ελλειματική δαπάνη εκ μέρους της κυβέρνησης- όλες καταρρέουν τελικά, οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή.

Όταν οι πιστωτικές φούσκες αρχίζουν να σκαν (είτε είναι φούσκες καταναλωτικών δανείων, είτε μετοχών, είτε κυβερνητικού δανεισμού, είτε χρηματιστηριακές ή φούσκες της αγοράς ακινήτων) τελικά προκαλούν, ή συμβάλλουν σε μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση. Κι όταν μια τέτοια κρίση ξεσπά, συνήθως επεκτείνεται και σε άλλες σφαίρες. Με δεδομένη την αβεβαιότητα που κυριαρχεί τότε, οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις γίνονται καχύποπτες και συχνά κόβουν περικόπτουν κάθε επενδυτικό πλάνο. Οι επιχειρήσεις που επιλέγουν να εφαρμόσουν παρολαυτά τον επενδυτικό σχεδιασμό τους, βρίσκουν συνήθως τους τραπεζίτες πιο επιφυλακτικούς απέναντι στις αιτήσεις δανείων τους. Οι καταναλωτές βρίσκουν επίσης αυξανόμενη δυσκολία να λάβουν δάνεια, κι όλα αυτά τα γεγονότα ενισχύουν το ένα το άλλο, οδηγώντας σαν αλυσιδωτή αντίδραση σε μια επερχόμενη αντίφαση. Ο κόσμος σταματά να αγοράζει πράγματα που άλλοτε θα αγόραζε. Η λιανική αγορά πέφτει και τα εμπορεύματα που μένουν απούλητα στις αποθήκες συσσωρεύονται. Υπάρχει μια ξαφνική αντίληψη πως η αγορά έχει συρρικνωθεί για πολλά εμπορεύματα, και οι περισσότερες επενδύσεις αναβάλλονται. Οι επιχειρήσεις αρχίζουν να απολύουν εργάτες, οι οποίοι τότε αγοράζουν ακόμα λιγότερα, λόγω της μείωσης του εισοδήματός τους (στην πράξη αυτό μπορεί απλώς να αναβληθεί για λίγο όπου υπάρχουν αποζημιώσεις για τις απολύσεις, ισχυρά ταμεία ανεργίας κλπ). Οι απολυμένοι εργάτες δεν μπορούν πια να πάρουν δάνεια όσο εύκολα μπορούσαν πριν απολυθούν. Και ούτω καθεξής, σ’ έναν δυνητικά καταστροφικό φαύλο κύκλο.

Όταν εξαπολύονται τέτοιες τεράστιες δυναμικές, η οικονομία κινδυνεύει να βρεθεί σε μια καθοδική δίνη προς μια ολοένα και βαθύτερη κρίση υπερπαραγωγής. Μερικές φορές η παρέμβαση των κυβερνήσεων μπορεί να συγκαλύψει το εύρος της κρίσης, και να αναβάλλει την ολοκληρωτική καταστροφή μέχρι την επόμενη μέρα. Μερικές φορές δεν μπορεί. Με άλλα λόγια, είναι συνήθως οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις που αποτελούν τον πυροκροτητή των κρίσεων υπερπαραγωγής.

2.10 Η πίστωση υπάρχει για να διευκολύνει την υπερπαραγωγή

Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά στη φύση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Κατ’ αρχήν, τί είναι η πίστωση; Πώς προέκυψε και γιατί υπάρχει στην οικονομία; Ο Μαρξ σημειώνει ότι “το χρηματοπιστωτικό σύστημα το ίδιο, προκύπτει από τις δυσκολίες που συναντά το κεφάλαιο να δραστηριοποιηθεί “παραγωγικά”, δηλαδή με “κερδοφόρα”. Και κατόπιν γράφει: “Η υπερπαραγωγή, το πιστωτικό σύστημα κλπ, είναι μέσα με τα οποία η καπιταλιστική παραγωγή προσπαθεί να ξεπεράσει τα ίδια τα όριά της, και να παράξει πέρα και πάνω απ’ τα όριά της. Η καπιταλιστική παραγωγή, διαθέτει απ’ την μια πλευρά αυτήν την κινητήρια δύναμη, κι απ’ την άλλη, μπορεί να αντέξει μόνο την παραγωγή που μπορεί να χωρέσει εντός της κερδοφόρας επένδυσης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Έτσι προκύπτουν οι κρίσεις… (Καρλ Μαρξ – Θεωρίες της Υπεραξίας, τόμος 3).

Πράγματι, η πίστωση υφίσταται προκειμένου να διευκολύνει την υπερπαραγωγή, δηλαδή, την παραγωγή πέρα από τα όρια εντός των οποίων μπορεί το κεφάλαιο να επενδυθεί με κέρδος (φυσικά, η αστική τάξη δεν βλέπει καθόλου έτσι τα πράγματα).

Οι χρηματοπιστωτικές φούσκες κάθε είδους (καταναλωτικά, επιχειρηματικά και κυβερνητικά χρέη), δεν είναι κάτι που μπορεί να αποφευχθεί μέσα στον καπιταλισμό, αλλά αντίθετα είναι πράγματα που είναι απαραίτητα για να λειτουργεί ο καπιταλισμός. Όσο περισσότερο αναπτύσσονται οι μηχανισμοί που ευνοούν τη δημιουργία τέτοιων φουσκών, τόσο πιο επιτυχημένη είναι η καπιταλιστική κοινωνία (μέχρι να σκάσει η φούσκα!). Όταν η φούσκα σκάσει και ξεσπάσει η κρίση, πάντα φαίνεται εκ των υστέρων σαν να υπήρξε ένας τεράστιος παραλογισμός από μεριάς των τραπεζών, των βιομηχάνων, των καταναλωτών και της κυβέρνησης, που τόσο καιρό επέτρεπε τη διόγκωση αυτής της φούσκας. Όμως αν δεν “επιτρεπόταν” (και δεν ενθαρρυνόταν με κάθε τρόπο) η ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής φούσκας, τότε η κρίση απλά θα ξεσπούσε πολύ νωρίτερα. Στην πράξη, αν δεν υπήρχαν χρηματοπιστωτικές φούσκες, δε θα υπήρχε καθόλου καπιταλιστική ανάπτυξη.

Ένας από τους λόγους για την μαζική, και διαρκώς επιδεινούμενη στασιμότητα που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της σοβιετικής μορφής κρατικού καπιταλισμού κατά την περίοδο του “ρεβιζιονισμού” (1956-1991) ήταν ότι το σύστημα εκείνο διέθετε εντελώς υποανάπτυκτους μηχανισμούς για τη δημιουργία χρηματοπιστωτικών φουσκών. Η μεγαλύτερη φούσκα που δημιούργησε ήταν υπό την μορφή του κρατικού χρέους σε τρίτες χώρες, ενώ υπήρχαν ελάχιστες πιστωτικές κάρτες, και φαινομενικά μηδενικές υποθήκες. Γι αυτόν τον λόγο και η κρίση υπερπαραγωγής στη ρεβιζιονιστική Σοβιετική Ένωση δεν πήρε την μορφή που γνωρίζουμε στη Δύση, ξεκινώντας δηλαδή από το σκάσιμο μιας νομισματικής φούσκας και το ξέσπασμα μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

2.11 Όταν σκάνε οι φούσκες

Οι οικονομικές κρίσεις στον σύγχρονο καπιταλισμό (εκτός απ’ τον μονοπωλιακό καπιταλισμό σοβιετικού τύπου) συνήθως ξεκινούν με -και πάντοτε περιλαμβάνουν κατά κύριο λόγο- χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Αυτό εν μέρει εξηγείται επειδή, όπως αναφέραμε νωρίτερα, η πίστωση έχει καταστεί ένα μείζον μέσο προσωρινής υπέρβασης του βασικού προβλήματος της καπιταλιστικής παραγωγής: του γεγονότος δηλαδή ότι οι καπιταλιστές δεν πληρώνουν (και ούτε μπορούν να πληρώσουν) τους εργάτες για ολόκληρη την αξία που παράγουν (κι ως εκ τούτου οι εργάτες, ως η κινητήρια δύναμη της κατανάλωσης, δεν μπορούν να αγοράσουν πίσω τα προϊόντα που παράγουν, εκτός αν τους δίνεται μια διαρκώς επεκτεινόμενη πίστωση).

Όλες οι μείζονες μορφές χρέους δημιουργούνται κανονικά -έμμεσα ή άμεσα- για τον σκοπό της προσωρινής υπεκφυγής αυτής της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, που περιλαμβάνει όχι μόνον το καταναλωτικό χρέος, αλλά επίσης το κυβερνητικό χρέος και αρκετό επιχειρηματικό χρέος. Επιπροσθέτως, υπάρχουν κερδοσκοπικές φούσκες (το αποτέλεσμα της “οικονομίας του καζίνο”), και διάφορες παρεμφερείς φούσκες (όπως της κερδοσκοπίας του real estate).

Υπάρχουν αρκετά σημεία που πρέπει να γίνουν κατανοητά όσον αφορά το σκάσιμο αυτών των φουσκών:

Το σκάσιμο μιας απ’ αυτές τις φούσκες, δε σημαίνει αυτόματα και το σκάσιμο όλων τους. Αν καταρρεύσει για παράδειγμα το καταναλωτικό χρέος, αυτό δε σημαίνει ότι και η φούσκα του κυβερνητικού χρέους θα σκάσει (ή ότι αν το κάνει, θα γίνει την ίδια στιγμή).

Παρόλο που αυτές το σκάσιμο αυτών των φουσκών τείνει να είναι ξαφνικό και καταλυτικό, οι φούσκες δεν καταρρέουν πλήρως. (Η φούσκα του χρηματιστηρίου των ΗΠΑ υπέστη μια μείζονα κατάρρευση το 2000-2001, για παράδειγμα, όμως η κατάρρευση δεν ήταν ολοκληρωτική. Ακόμη και μετά την ελεύθερη πτώση, η χρηματαγορά παρέμεινε αρκετά υπερτιμημένη με ιστορικούς όρους -βάσει της αναλογίας τιμής/απόδοσης κλπ. Τα σχετικά στοιχεία παρέχονται από τον Robert Kuttner στο Business Week 15 Απριλίου 2002, σελ. 26).

Ακόμη όμως κι όταν καταρρέουν ολοκληρωτικά, η πλήρης κατάρρευση μιας φούσκας δε συμβαίνει αναγκαστικά με την μία. (Μπορεί δηλαδή να υπάρξει μια διαδοχή από καταρρεύσεις, πιθανώς διανθισμένες με μερική και προσωρινή εκ νέου επέκταση της φούσκας).

Τα σημεία αυτά είναι εν ισχύι ιδιαίτερα απ’ την εποχή της (πρώτης) Μεγάλης Ύφεσης, όταν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην οικονομία γίναν για πρώτη φορά τόσο εκτεταμένες και σημαντικές. Αν τα γεγονότα αφεθούν μόνα τους, τότε το σκάσιμο μιας φούσκας απειλεί να οδηγήσει σε μια αλυσιδωτή αντίδραση στην οικονομία, όπου η μια φούσκα θα σκάει μετά την άλλη. Όμως άν η κυβέρνηση παρέμβει σθεναρά προτού κάτι τέτοιο συμβεί, η αλυσιδωτή αντίδραση μπορεί πολλές φορές να διακοπεί (με την προϋπόθεση ότι οι υφέρπουσες αντιφάσεις δε θα έχουν συσσωρευτεί σε ακραία επίπεδα!).

Ένα παράδειγμα είναι αυτό που συνέβη το 2001-2002. Εξ αιτίας της ύφεσης και της (μερικής) κατάρρευσης του χρηματιστηρίου των ΗΠΑ, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα χαμήλωσε δραστικά τα επιτόκια το 2001. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πολύς κόσμος να μπορέσει να αγοράσει κατοικίες, κι όσοι είχαν ήδη αγοράσει ένα σπίτι με δάνειο να μειώσουν τα επιτόκιά τους ή/και να λάβουν νέα σημαντικά ενυπόθηκα δάνεια. Όλα αυτά οδήγησαν σε μια ταχεία ανάπτυξη των τιμών των κατοικιών, στη δημιουργία δηλαδή της στεγαστικής φούσκας, καθώς και σε μια τεχνητή ευφορία που προέκυπτε απ’ την ρευστότητα της φούσκας αυτής, κι όλα αυτά την ίδια στιγμή που η φούσκα του χρηματιστηρίου ξεφούσκωνε (μειώνοντας την επίδραση της ρευστότητας). Όπως έγραφε πρόσφατα το Economist: “Για να το θέσουμε ωμά: μια φούσκα σκάει, καθώς μια άλλη αρχίζει να φουσκώνει” (The Economist, 30 Μαρτίου 2002, σελ. 11).

Ένα ακόμη σημείο σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές φούσκες και τις κερδοσκοπικές φούσκες: Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν πολλοί άνθρωποι, οι φούσκες αυτές δεν είναι στην πραγματικότητα “η αιτία” της ύφεσης ή της κρίσης. Όπως είδαμε νωρίτερα, οι πιστωτικές φούσκες είναι πάντοτε τρόποι να αναβάλλεται η ύφεση και η στασιμότητα. Απ’ την άλλη, το σκάσιμό τους (ή η μερική κατάρρευσή τους) συχνά πυροδοτεί ή συμπίπτει με το ξεκίνημα της οικονομικής ύφεσης (είτε πρωταγωνιστικά είτε στο παρασκήνιο αυτής). Αντίθετα με τις αντιλήψεις πολλών αστών οικονομολόγων, το θεμελιώδες πρόβλημα δεν έγκειται στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, αλλά στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού ως σύστημα εκμετάλλευσης, δηλαδή απόσπασης υπεραξίας από την εργασία άλλων. Οι κρίσεις συχνά ξεσπούν ωστόσο, στην χρηματιστηριακή ή στην πιστωτική σφαίρα που δημιουργήθηκαν ως μέσο για να ξεπεραστεί η θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλισμού.

2.12 Η ψυχολογία του κόσμου

Μια απ’ τις αντιφάσεις που ανακύπτουν στην επιφάνεια των οικονομικών κρίσεων εδρεύει στην μεταβλητή ψυχολογία του κόσμου. Όσο οι δανειστές πιστεύουν ότι στο τέλος θα πληρωθούν, συνεχίζουν να δανείζουν χρήματα. Όσο οι καταναλωτές πιστεύουν ότι στο τέλος θα καταφέρουν να αποπληρώσουν τα επεκτεινόμενα χρέη τους, συνεχίζουν να δανείζονται. Όσο οι καπιταλιστές πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να πουλήσουν με κέρδος τα όσα παράγουν τα εργοστάσιά τους, συνεχίζουν να επεκτείνουν την παραγωγή. Όσο οι κυβερνήσεις πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να τη γλυτώσουν, συνεχίζουν να επεκτείνουν το δημόσιο χρέος προκειμένου να κρατήσουν την οικονομία σε λειτουργία. Εν συντομία, η οικονομία δεν είναι κάτι ανεξάρτητο απ’ το τί πιστεύουν και κάνουν οι άνθρωποι, είτε υπάρχει κάποια λογική βάση σ’ αυτό που πιστεύουν είτε όχι.

Αυτό όμως εγείρει το ζήτημα του γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν ό,τι πιστεύουν. Φυσικά, υπάρχει πάντα ένα είδος ευσεβούς πόθου στους ανθρώπους. Μια βασική αρχή του μαρξιστικού ιστορικού υλισμού είναι ότι οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν αυτό που είναι συμφέρον τους να πιστέψουν. Αυτό είναι απόρροια ενός πιο γενικού, ψυχολογικού αξιώματος που λέει ότι οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν αυτό που θέλουν να πιστεύουν. Οι καπιταλιστές αναζητούν ευκαιρίες για κερδοφόρες επενδύσεις, κι έτσι φυσικά τείνουν να πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλές τέτοιες ευκαιρίες, ακόμη κι όταν πραγματικά δεν υπάρχουν. Οι δανειστές έχουν χρήματα να δανείσουν, και πρέπει να πιστεύουν ότι αυτοί στους οποίους θα τα δανείσουν θα μπορέσουν να τους τα επιστρέψουν με τόκο. Κι ακόμη, τέλος, η εργατική τάξη και οι φτωχοί, πολλοί απ’ τους οποίους με το ζόρι τα βγάζουν πέρα, πρέπει να πείσουν τους εαυτούς τους ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν, κι ότι θα μπορέσουν να ξεπληρώσουν όλα τα χρέη που φορτώνονται.

Ως έναν βαθμό, όλοι αυτοί οι ευσεβείς πόθοι τείνουν να λειτουργούν ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες -αλλά μόνο για λίγο. Ένα παράδειγμα είναι τα σχήματα Πόνζι ή πυραμίδες, ή ακόμα και το χρηματιστήριο από την άποψη αυτήν, στη φάση της ανάπτυξής τους. Όσο περισσότερο οι επενδυτές πιστεύουν ότι το χρηματιστήριο θα ανέβει, τόσο πιο πρόθυμοι είναι να επενδύσουν χρήματα, και όσο περισσότερο επενδύουν τα χρήματά τους τόσο περισσότερο το χρηματιστήριο όντως θα ανεβαίνει. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η καπιταλιστική οικονομία της ανάπτυξης (κι όχι μόνο το χρηματιστήριο) μοιάζει πολύ μ’ ένα σχήμα Πόνζι. Οι καπιταλιστές πείθουν τους εαυτούς τους τις περιόδους ανάπτυξης ότι δε θα υπάρξει τέλος στις ευκαιρίες επένδυσεις, κι έτσι βυθίζονται στις νέες επενδύσεις με μια αναζωπυρωμένη μανία. Οι μισθοί τείνουν να αυξάνονται σχετικά στις φάσεις ανάπτυξεις, κι έτσι οι εργάτες φαντάζονται ότι θα αυξηθούν αρκετά στο μέλλον ώστε να τους επιτρέψουν να ξεπληρώσουν όλο το χρέος στο οποίο ετοιμάζονται να βυθίσουν τους εαυτούς τους. Καθώς οι επιχειρήσεις καταγράφουν υψηλά κέρδη, οι τράπεζες είναι πρόθυμες να τους δανείσουν χρήματα για νέες παραγωγικές μονάδες και όλα τα σχετικά. και καθώς όλη αυτή η διαδικασία εξελίσσεται, η οικονομία πράγματι φαίνεται να αναπτύσσεται για λίγο.

Όμως αν η “δύναμη της θετικής σκέψης” μπορεί να βοηθήσει στη διαδικασία της ανάπτυξης για λίγο, τότε γιατί όχι και για πάντα; Το πρόβλημα εδώ είναι ότι δεν υπάρχει αντικειμενική βάση γι’ αυτή τη δύναμη (για τους λόγους που αναπτύξαμε νωρίτερα), και οι άνθρωποι μπορούν να ξεγελαστούν πιστεύοντας πως όλα θα πάνε καλά, όμως όχι για πάντα. Μόλις οι φόβοι για την κατάσταση της οικονομίας αρχίσουν να εγείρονται, καταγράφονται και οι πρώτες αντιρρήσεις, τόσο μεταξύ των συνηθισμένων ανθρώπων, όσο και μεταξύ επαγγελματιών αστών ιδεολόγων. Ιδού και ο θρήνος ενός εξ αυτών.

Τα τελευταία χρόνια παρατήρησα ότι το μέσο για να φέρει κανείς μια ύφεση είναι να αρχίσει να μιλάει για το πόσο άσχημοι γίνονται οι καιροί. Αυτό δημιουργεί στους ανθρώπους ένα συναίσθημα ότι θα ‘ταν καλύτερα να συγκρατήσουν τα έξοδά τους. Αυτό ξέρετε, γίνεται αμέσως αντιληπτό από άλλους ανθρώπους, που σταματούν να κυκλοφορούν το χρήμα τους. Φτάνοντας τελικά στο σημείο όπου κανείς δε θέλει να αγοράσει τίποτα εκτός απ’ τα απολύτως απαραίτητα, και μπαμ, ολόκληρο το σύστημα καταρρέει. Εντάξει λοιπόν, ζωγραφίστε με μελανά χρώματα την εικόνα μιας αδύναμης οικονομίας και φέρτε την ύφεση αν αυτό επιθυμείτε. Προσωπικά είμαι εναντίον του. Δεν είμαι οικονομολόγος, παρά μόνο ένας 80χρονος γεράκος που έχει δεί το σκηνικό αυτό ξανά. (Πηγή: γράμμα του James E. Huffman στην έκδοση του περιοδικού U.S. News & World Report, 19 Φεβρουαρίου 2001).

Οι άνθρωποι σαν το συγγραφέα του γράμματος αυτού, μοιάζει σαν να φαντάζονται ότι η ψυχολογία των ανθρώπων είναι το παν στην οικονομία, κι ότι αν μπορούμε να φορέσουμε ένα χαμογελαστό προσωπείο, όλα θα πάνε καλά. Πράγματι, αυτό είναι κάτι που ο κόσμος θέλει, όμως η οδυνηρή πραγματικότητα τελικά παρεμβαίνει κάνοντάς το αδύνατον γι αυτούς να συνεχίσουν έτσι. Σ’ αυτό το σημείο, η χαζοχαρούμενη αισιοδοξία μπορεί μέσα σε μια μέρα να γυρίσει σε απαισιόδοξη κατάθλιψη. Η κατάθλιψη τότε βοηθά να διευρυνθεί η ύφεση όπως ακριβώς η παράλογη αισιοδοξία βοηθούσε να διευρυνθεί η ανάπτυξη.

Δεν μπορούμε να πούμε ότι η μεταβλητή ψυχολογία του κόσμου είναι το ριζικό αίτιο τόσο της ανάπτυξης όσο και της ύφεσης. Όμως μπορούμε να πούμε ότι η γενική ψυχολογική ατμόσφαιρα διευρύνει τρομερά τις ήδη επικρατούσες τάσεις που έχουν αναπτυχθεί για πιο αντικειμενικούς λόγους. Καθώς η ψυχολογία είναι τόσο σημαντική στα οικονομικά, υπάρχουν πολυάριθμες έρευνες που προσπαθούν να προσδιορίσουν την “εμπιστοσύνη των καταναλωτών”, την “επιχειρηματική εμπιστοσύνη” και τα συναφή. Αυτές είναι αξιοπρόσεχτες, αν και χρησιμεύουν κυρίως στο να επιβεβαιώσουν τρέχουσες οικονομικές τάσεις παρά να προβλέψουν μελλοντικές.

Και καθώς η ψυχολογία του κόσμου είναι τόσο σημαντική, σε καιρούς οικονομικής αδυναμίας οι αστοί οικονομολόγοι, τα ΜΜΕ, και οι πολιτικοί, προσπαθούν να δράσουν ως έμποροι ελπίδας, προσπαθώντας να πείσουν τον κόσμο ότι όλα θα πάνε καλά. Τί κρίμα βέβαια που με ευχές και υποσχέσεις δεν αλλάζει η πραγματικότητα.

Ένα τελευταίο σημείο που πρέπει να αναφέρουμε εδώ: Επειδή οι αντιλήψεις του κόσμου για την οικονομία είναι πολύ σημαντικές, η δημοσίευση αξιόπιστων οικονομικών στατιστικών στοιχείων είναι κάτι που αποφεύγεται μετά βδελυγμίας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που κάθε σύγχρονη καπιταλιστική χώρα ψεύδεται τόσο αναίσχυντα για το πραγματικό επίπεδο της ανεργίας, της χρησιμοποίησης των παραγωγικών μέσων κοκ.

[…]

2.14 Συνοψίζοντας τη σχέση μεταξύ επιφανειακών και εσωτερικών αντιφάσεων

Έχουμε λοιπόν ένα πλήθος “επιφανειακών αντιφάσεων”, κάτω απ’ τις οποίες υποβόσκουν εσωτερικές αντιφάσεις, σε κάθε καπιταλιστική οικονομική κρίση. Προκειμένου να κατανοήσουμε πραγματικά αυτές τις κρίσεις πρέπει πρώτα να είμαστε σαφείς ότι υπάρχουν όλες αυτές οι αντιφάσεις εν κινήσει, και πρέπει επίσης να είμαστε σαφείς ώς προς το ποιές απ’ αυτές είναι οι πιο βασικές. Όμως πέρα απ’ αυτό, πρέπει να έχουμε τουλάχιστον μια γενική κατανόηση του πώς όλες αυτές οι αντιφάσεις -σε διαφορετικά επίπεδα- μπορούν να αλληλοσυνδεθούν και να αλληλεπηρεαστούν. Αυτό είναι ένα απ’ τα δυσκολότερα νοήματα σχετικά με τη θεωρία της κρίσης, καθώς υπάρχουν τόσο πολλές αλληλεπιδρώσες αντιφάσεις που συνθέτουν ένα πολυσύνθετο πλέγμα.

Επιπλέον, τα πράγματα δεν εξελίσσονται μ’ έναν γραμμικό τρόπο, όπου η αντίφαση νούμερο ένα κορυφώνεται, και πυροδοτεί έτσι την αντίφαση νούμερο δύο, και ούτω καθεξής, σαν μια σειρά από ντόμινο που πέφτουν το ένα πάνω στ’ άλλο. Αντιθέτως, υπάρχει ένα σύνθετο πλέγμα αντιφάσεων -μεγάλες και μικρές, θεμελιώδεις και πιο επιφανειακές- που όλες αναπτύσσονται ταυτόχρονα, και που όλες αλληλεπηρεάζονται με πολυποίκιλους τρόπους. Ορισμένες αντιφάσεις, ιδιαίτερα οι πιο επιφανειακές, μπορεί να εμφανίζονται ως ιδιαίτερα δριμύες, όμως μπορεί κάλλιστα και να καταπραΰνονται για λίγο.

Ως ένα σύντομο παράδειγμα αυτού του είδους των αλληλεπιδράσεων, μπορούμε να θεωρήσουμε ορισμένα απ’ τα γεγονότα της πρώτης δεκαετίας αυτού του νέου αιώνα. Μετά την μερική κατάρρευση της χρηματιστηριακής φούσκας της “Νέας Οικονομίας” του 2001, η οικονομία των ΗΠΑ μπήκε στην κατάψυξη, οι επενδύσεις κόπηκαν ψαλίδι, και τα εμπορεύματα άρχισαν να συσσωρεύονται επικίνδυνα. Σε απάντηση σ’ αυτό, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα μείωσε δραστικά τα επιτόκια, κάτι που αρχικά δεν είχε ιδιαίτερο αποτέλεσμα (αν και βοήθησε να οδηγηθεί η κρίση στην ανάπτυξη της στεγαστικής φούσκας). Ωστόσο, η κυβέρνηση Μπους, τόσο για λόγους ιδεολογικούς (εξαιτίας της αφηρημένης πίστης της σε οικονομικά γιατροσόφια τύπου supply side economics, στμ: προσπάθεια αύξησης της προσφοράς εμπορευμάτων μέσω μείωσης των φόρων και ελαστικοποίησης της εργασίας, ώστε να πέσουν οι τιμές λόγω υπερπροσφοράς και να αυτορυθμιστούν οι αγορές σε μια πιο αποδοτική ισορροπία) αλλά και λόγους άμεσης απάντησης σε μια αδύναμη οικονομία, έφερε μαζικές περικοπές στους ομοσπονδιακούς φόρους. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε σε τεράστια επίπεδα ελλειματικής δαπάνης. Αυτό το θετικό κεϋνσιανό ερέθισμα γρήγορα αποδείχθηκε εξαιρετικά αδύναμο, σε σχέση με τον δυσθεώρητο όγκο του ελλείματος, όμως στις αρχές του 2004 οδήγησε σε μια περιορισμένη αποκατάσταση της οικονομίας. Τα αποθέματα μειώθηκαν, και αργότερα την ίδια χρονιά η Ομοσπονδιακή Τράπεζα άρχισε σταδιακά να ανεβάζει πάλι τα επιτόκια. Έτσι ένα μέτρο που επηρέασε μια βαθύτερη αντίφαση (για παράδειγμα το κυβερνητικό έλλειμα που προσωρινά μπορεί να επιδράσει θετικά στην αντίφαση της εργατικής τάξης που δεν πληρώνεται αρκετά ώστε να αγοράσει όλα όσα παράγει) είχε ως αποτέλεσμα να μετριάσει μια πιο επιφανειακή αντίφαση (αυτή των επιπέδων συσσώρευσης και των επιτοκίων).

Στα τέλη του 2007 ωστόσο, τα θετικά αποτελέσματα της τελευταίας ώθησης της κεϋνσιανής ελλειματικής δαπάνης άρχισαν να υποχωρούν (παρά τις συνεχείς ελλειματικές δαπάνες σε μια ολοένα και πιο μετριοπαθή κλίμακα). Παρολαυτά, η στεγαστική φούσκα -το φούσκωμα της οποίας υποτίθεται ότι “έσωσε τον κόσμο” σύμφωνα με το Economist, άρχισε να σκάει και η ίδια, και η κατάρρευσή της άρχισε να εξαπλώνεται στις χρηματοπιστωτικές αγορές γενικότερα. Αυτό οδήγησε σε μια αναταραχή στο χρηματιστήριο, φέρνοντας μια πτώση της λιανικής και τη φαινομενική βεβαιότητα ότι μια νέα ύφεση είναι προ των πυλών, αν δεν έχει ήδη αναπτυχθεί. Βλέπουμε ότι οι πιο επιφανειακές αντιφάσεις, που μόνο προσωρινά “λύθηκαν” χάρις σε μαζικές κεϋνσιανές πρακτικές που ανακούφισαν τη βαθύτερη αντίφαση για λίγο, επανεμφανίστηκαν. Οι καταναλωτές όμως τώρα έχουν φορτωθεί πολύ περισσότερο χρέος, ιδίως λόγω της κατάρρευσης της στεγαστικής φούσκας, και της επέκτασης του προβλήματος στις πιστωτικές κάρτες και σε άλλες μορφές πίστωσης. Φαίνεται λοιπόν να υπάρχει μόνο μία λύση επί του παρόντος για να αντιμετωπιστεί το εξελισσόμενο οικονομικό χάος: κι άλλος ένας γύρος μαζικής κεϋνσιανής δαπάνης. Αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο θα λάβει χώρα, τότε ξανά μετά από λίγο τα όποια θετικά αποτελέσματα θα εξατμιστούν, ενώ θα ξεπροβάλουν ακόμα δριμύτερες οι επιφανειακές αντιφάσεις, κάνοντας αναγκαίο ακόμη ένα ξεχείλωμα του ελλείματος. Τελικά, στο όχι και τόσο απώτερο μέλλον, η κεϋνσιανή δαπάνη θα αγγίξει τα μέγιστα όριά της, και δε θα υπάρχει τίποτα να συγκρατεί πλέον όλες τις επιφανειακές αντιφάσεις απ’ το να έρθουν σ’ ένα στάδιο οξείας και παρατεταμένης κρίσης όπου τίποτε δε θα μπορεί να γίνει για να ξεπεραστεί.

Επειδή αυτός ο γόρδιος δεσμός των αντιφάσεων αναπτύσσεται με μιας, και περιλαμβάνει διάφορες αλληλεπιδράσεις, κάθε μείζων εικονομική κρίση αναπτύσσεται με το δικό της ιδιαίτερο μοτίβο. Για παράδειγμα, για μια πληθώρα λόγων, περιλαμβανομένων των προβλημάτων με τα οποία η κυβέρνηση θα επιλέξει να εστιάσει την προσοχή της, οι διάφορες φούσκες μπορούν να σκάσουν σε ολότελα διαφορετικη σειρά. Ακόμα και τότε, μια φούσκα μπορεί να σκάσει απότομα σε μια ιστορική κρίση, και μια άλλη απλά να ξεφουσκώσει εν μέρει, να ξαναφουσκεί ως έναν βαθμό, και να σκάσει αργότερα. Μπορεί ακόμα μια κυβέρνηση που είναι περισσότερο αφοσιωμένη στην ανάπτυξη του εμπορίου να ακολουθήσει διαφορετικές πολιτικές από μια κυβέρνηση που θα εστιάσει για παράδειγμα στα επιτόκια, κλπ.

Έτσι, είναι λάθος να πιστεύουμε ότι επειδή η Μεγάλυ Ύφεση της δεκαετίας του 1930 εξελίχθηκε μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο, όλες οι μείζονες οικονομικές κρίσεις πρέπει να εξελιχθούν με τον ίδιο ή με έναν στενά συνδεδεμένο τρόπο. Ένας απ’ τους πολλούς λόγους που δεν ισχύει κάτι τέτοιο, είναι ότι η προηγούμενη εμπειρία πριν την Μεγάλη Ύφεση, οδήγησε τους καπιταλιστές και τις κυβερνήσεις τους να δημιουργήσουν ισχυρότερους θεσμούς κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Η αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα για παράδειγμα, δε δρα σήμερα με τον ίδιο τρόπο που δρούσε το 1930, εν μέρει λόγω αυτής της προηγούμενης εμπειρίας της. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μείζονες οικονομικές κρίσεις (περιλαμβανομένων των μεγάλων υφέσεων όπως αυτή του ’30) δεν συμβαίνουν πια! Σημαίνει απλώς ότι η εξέλιξη μιας νέας μείζονος κρίσης θα είναι ουσιωδώς διαφορετική από πολλές όψεις (και ιδιαίτερα όσον αφορά τον όγκο της κεϋνσιανής παρέμβασης).

Η υποβόσκουσες, θεμελιώδεις αντιφάσεις σε κάθε καπιταλιστική κρίση υπερπαραγωγής είναι οι ίδιες, όμως αυτές οι βαθιές αντιφάσεις βρίσκουν τον δρόμο τους προς την επιφάνεια μέσω πολλών πιο επιφανειακών αντιφάσεων. Και ο τρόπος που αυτές οι επιφανειακές αντιφάσεις σχετίζονται και επηρεάζουν η μια την άλλη είναι τόσο πολυποίκιλος όσο και οι διάφοροι “αστάθμητοι” παράγοντες -περιλαμβανομένων μικροπραγμάτων όπως οι ιδιαίτερες οικονομικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις του κάθε κυβερνητικού ηγέτη. Έτσι, κάθε μείζων οικονομική κρίση έχει το δικό της μοτίβο που αναπτύσσεται.

Κεφάλαιο 3: Πώς ξεπερνιούνται οι οικονομικές κρίσεις στον καπιταλισμό;

3.1 Ποιά υπερπαραγωγή;

Τί σημαίνει όταν λέμε ότι οι καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις είναι “κρίσεις υπερπαραγωγής”; Υπερπαραγωγή τίνος πράγματος; Κατ’ αρχήν εμπορευμάτων, φυσικά. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό όταν μιλάμε για κρίσεις υπερπαραγωγής. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο πέρα απ’ τα αγαθά προς πώληση που υπερπαράγεται, κάτι πολύ πιο σημαντικό, και πολύ πιο ουσιαστικό στις κρίσεις υπερπαραγωγής. Κι αυτό που υπερπαράγεται είναι οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις, ή με άλλα λόγια υπάρχει υπερπαραγωγή κεφαλαίου.

Τα εργοστάσια -οι παραγωγικές μονάδες- και ολόκληρες επιχειρήσεις μετατρέπονται πολές φορές τα ίδια σε εμπορεύματα, όταν πωλούνται σε μια άλλη επιχείρηση. Όμως θεωρητικά υπάρχει μια ακόμη μείζων διαφορά μεταξύ των παραγωγικών μονάδων και των προϊόντων αυτών των μονάδων. Τα δύο τείνουν να μπερδεύονται, και υπάρχουν πολλά εργοστάσια για παράδειγμα που τα προϊόντα τους (εμπορεύματα) περιλαμβάνουν τμήματα που προορίζονται για την κατασκευή άλλων εργοστασίων. Παρολαυτά, για τους σκοπούς της κατανόησής μας θα τραβήξουμε μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ εμπορευμάτων και κεφαλαίου.

Μια κρίση υπερπαραγωγής εξελίσσεται σε μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων που δεν μπορούν να πωληθούν, ή έστω δεν μπορούν να πωληθούν με κέρδος. Όμως θυμήσου ότι σ’ όλη τη φάση της ανάπτυξης οι καπιταλιστές συγκέντρωναν τεράστια ποσά υπεραξίας στα χέρια τους για πολλά χρόνια στη σειρά, και καθ’ όλην αυτήν την περίοδο χρησιμοποιούσαν το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας για να χτίσουν νέες παραγωγικές μονάδες, να ανανεώσουν τον εξοπλισμό τους κλπ. Όταν λοιπόν η κρίση ξεσπάσει, εμφανίζονται όρια στο πλεόνασμα των εμπορευμάτων που μπορούν να συσσωρεύουν καθώς η παραγωγή γρήγορα μειώνεται όταν οι πωλήσεις πέφτουν και αρχίζουν να μένουν προϊόντα απούλητα, η υπερπαραγωγή αρχίζει να γίνεται ορατή. Όμως αν η μείωση της παραγωγής είναι αρκετά σοβαρή, τότε αρχίζουν να εκτίθενται όλα τα πλεονάζοντα εργοστάσια, κι όλα τα πλεονάζοντα μηχανήματα των εργοστασίων αυτών. Αυτό το “κρέμασμα” της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας είναι ένα πολύ, πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από κάθε βραχυπρόθεσμο στοκάρισμα πλεοναζόντων εμπορευμάτων προς πώληση.

3.2 Η καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου

Άν το βασικό πρόβλημα στις καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις είναι ότι υπάρχει υπερπαραγωγή ή υπερπληθώρα κεφαλαίου, τότε η βασική λύση σε τέτοιες κρύσεις -όσο παραμένουμε μέσα στον καπιταλισμό- είναι να ξεφορτωθεί αυτός κάπως, να εκμηδενίσει, ή να καταστρέψει αυτό το πλεονάζον κεφάλαιο. Μόνο η καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου μπορεί να καθαρίσει το πεδίο ώστε να ξεκινήσει μια δυναμική νέα ανάπτυξη. Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, οι Μαρξ και Έγκελς περιγράφουν τις καπιταλιστικές κρίσεις καθ’ αυτόν τον τρόπο:

“Στις κρίσεις αυτές ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα ‘λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δεν χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι’ αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές. Και κάθε φορά που οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν το εμπόδιο αυτό, φέρνουν σε αναταραχή ολόκληρη την αστική κοινωνία, απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν απ’ αυτές. Και πώς μπορεί η αστική τάξη να ξεπεράσει αυτές τις κρίσεις; Απ’ την μια με την βεβιασμένη καταστροφή ενός μέρους των παραγωγικών δυνάμεων, απ’ την άλλη με την κατάκτηση νέων αγορών, και με την πιο βαθιά εκμετάλλευση των παλιών. Με άλλα λόγια, στρώνοντας τον δρόμο για ακόμα πιο εκτεταμένες και πιο καταστροφικές κρίσεις, και εκμηδενίζοντας τα μέσα με τα οποία μπορούν να αποφευχθούν οι κρίσεις.” (Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Έγκελς – Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, 1848).

Είναι σαφές σ’ αυτό το σημείο ότι η κεντρική μέθοδος με την οποία ξεπερνιούνται οι κρίσεις υπερπαραγωγής στον καπιταλισμό, είναι μέσω της καταστροφής του πλεονάζοντος κεφαλαίου που έχει συσσωρευθεί. (Θα δούμε για την επέκταση των αγορών αργότερα σε συνάρτηση με τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό). Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόπο για την καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου, μέθοδοι που ποικίλουν απ’ το προσωρινό κλείσιμο των εργοστασίων, μέχρι την ολική και φυσική καταστροφή τους.

3.3 Φυσική καταστροφή εναντίον απλής υποτίμησης

Πρέπει να δούμε λοιπόν σε ποιόν βαθμό και σε ποιά πλαίσια, μπορεί το κεφάλαιο να “καταστραφεί” μέσω απλών λογιστικών μαγειρεμάτων, π.χ. μέσω της απαξίωσης ή υποτίμησής (όπως καλείται συνήθως στον επιχειρηματικό κόσμο) του. Προφανώς, το κεφάλαιο που υφίσταται μια φυσική διάλυση ή καταστροφή, υποτιμάται δραστικά (αν και τα απομεινάρια του μπορεί να έχουν μια κάποια αξία, ακόμα και ως παλιομέταλλα). Όμως θα μπορούσε το κεφάλαιο να υποτιμηθεί απλώς μέσω μιας υποτίμησης χωρίς να αναγκαστεί να διαλυθεί ή να καταστραφεί; Η ερώτηση αυτή είναι λίγο περίεργη.

Στις Θεωρίες για την Υπεραξία, ο Μαρξ γράφει:

“Όταν μιλάμε για την καταστροφή του κεφαλαίου μέσω των κρίσεων, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ δυο παραγόντων. Στον βαθμό που η διαδικασία αναπαραγωγής (του κεφαλαίου) και η διαδικασία της εργασίας περιορίζονται ή υπό ορισμένες συνθήκες παύουν πλήρως, καταστρέφεται πραγματικό κεφάλαιο. Τα μηχανήματα που δε χρησιμοποιούνται δεν είναι κεφάλαιο. Η εργασία που δεν εκμεταλλεύεται ισοδυναμεί με χαμένη παραγωγή. Οι πρώτες ύλες που μένουν αχρησιμοποίητες δεν είναι κεφάλαιο. Τα κτίρια (ακόμη και τα ολοκαίνουρια μηχανήματα) που δε χρησιμοποιούνται είτε μένουν κλειστά, τα εμπορεύματα που σαπίζουν στις αποθήκες -όλα αυτά είναι καταστροφή κεφαλαίου. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η διαδικασία της αναπαραγωγής βρίσκεται σε κρίση και ότι τα υπάρχοντα μέσα παραγωγή δε χρησιμοποιούνται πραγματικά ως μέσα παραγωγής, τίθενται σε αχρηστία. Έτσι, η αξία χρήσης τους και η ανταλλακτική αξία τους πηγαίνουν κατά διαόλου. (Καρλ Μαρξ – Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος ΙΙ).

Πριν συνεχίσουμε από κει που σταματά το απόσπασμα του Μαρξ, είναι αναγκαίο να κάνουμε κάποια σχόλια. Ο Μαρξ θέλει εδώ να δώσει έμφαση στο ότι το κεφάλαιο που δε χρησιμοποιείται πραγματικά στην παραγωγική διαδικασία, δεν λειτουργεί ως κεφάλαιο. Είναι σαν να μην υπήρχε καν, από την άποψη της πραγματικής παραγωγικής διαδικασίας που λαμβάνει χώρα. Ωστόσο, ακόμη κι αν δε χρησιμοποιούνται ως κεφάλαιο επί του παρόντος, τα σταματημένα μηχανήματα και τα άδεια εργοστάσια μπορούν αργότερα να χρησιμοποιηθούν (μόλις ξεκινήσει μια νέα φάση ανάπτυξης ενδεχομένως), κι έτσι τότε θα χρησιμεύσουν ως κεφάλαιο. Έτσι, απ’ αυτήν την άποψη είναι τουλάχιστον παρεξηγήσιμο να πούμε ότι “πραγματικό κεφάλαιο καταστρέφεται” απλώς και μόνο επειδή δε χρησιμοποιείται στην τρέχουσα παραγωγή. Ίσως ο Μαρξ να έπρεπε να είχε μιλήσει για “αποθεματικό κεφάλαιο” εδώ, ή κάτι τέτοιο. (Αλλού, ο Μαρξ μιλάει όντως για πρώτες ύλες που κρατιούνται σε ετοιμότητα για την παραγωγική διαδικασία ως “εν υπνώσει” ή “δυνητικό” κεφάλαιο. Πηγή: Καρλ Μαρξ – Το Κεφάλαιο, τόμος ΙΙ, τμήμα 1, κεφάλαιο 5). Στην πράξη, οι σύγχρονες καπιταλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν όντως τεράστια ποσά αποθεματικού κεφαλαίου -δηλαδή εργοστασίων και μηχανημάτων που δε χρησιμοποιούνται επί του παρόντος ως κεφάλαιο, όμως που η επιχείρηση συντηρεί για πιθανή εκμετάλλευσή τους στο μέλλον. Το 2003, τα επίσημα ποσοστά χρησιμοποίησης του κεφαλαίου στη βιομηχανία των ΗΠΑ ήταν λίγο κάτω από 75%, δηλαδή το ένα τέταρτο του αμερικανικού κεφαλαίου δεν χρησιμοποιούταν ως κεφάλαιο. Όμως καθώς η πραγματική χρήση του κεφαλαίου υπολείπεται κατά πολύ των επίσημων στατιστικών, θα ήταν μάλλον πιο ακριβές να πούμε ότι λιγότερο από το μισό υπάρχον κεφάλαιο είναι σήμερα “πραγματικό κεφάλαιο” (κεφάλαιο δηλαδή που πράγματι χρησιμοποιείται ως κεφάλαιο στην παραγωγική διαδικασία).

Απ’ την άλλη, όταν τίθενται σε αχρηστία ένα σωρό εργοστάσια και μηχανήματα, συχνά δεν είναι παρά το πρώτο βήμα προς την τελική διάλυση και πραγματική καταστροφή τους. Κάτι τέτοιο επαληθεύεται ιδίως σε μακρές και σοβαρές φάσεις ύφεσης, κατά τη διάρκεια μιας μείζονος κρίσης υπερπαραγωγής. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, αυτό που φαίνεται για ένα διάστημα να είναι απλά αποθεματικό ή αχρησιμοποίητο κεφάλαιο, μπορεί στην πραγματικότητα να είναι κάτι πιο κοντά σε νεκρό ή κατεστραμμένο κεφάλαιο που απλώς περιμένει το πιστοποιητικό θανάτου του. Επιπλέον, όπως συνεχίζει ο Μαρξ στο κείμενό του, το κεφάλαιο που μένει αχρησιμοποίητο λόγω κρίσης, τυπικά πρέπει να υποτιμηθεί σημαντικά, κι αυτή η υποτίμηση ήδη τυποποιεί την μερική καταστροφή του κεφαλαίου αυτού:

“Δεύτερον, ωστόσο, η καταστροφή του κεφαλαίου στις κρίσεις σημαίνει και την υποτίμηση των αξιών αυτών που τις εμποδίζει απ’ το να ανανεώσουν έπειτα την αναπαραγωγική διαδικασία ως νέα κεφάλαια, στην ίδια κλίμακα. Αυτό είναι το καταστροφικό αποτέλεσμα της πτώσης των τιμών των εμπορευμάτων. Δεν προκαλεί την καταστροφή καμμίας αξίας χρήσης. Αυτό που χάνεται εδώ, κερδίζεται αλλού. Οι αξίες που χρησιμεύουν ως κεφάλαιο εμποδίζονται από το να ξαναχρησιμοποιηθούν ως κεφάλαιο στα χέρια του ίδιου ατόμου. Έτσι, οι παλιοί καπιταλιστές χρεωκοπούν… Ένα μεγάλο μέρος του ονομαστικού κεφαλαίου της κοινωνίας, δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας του υπάρχοντος κεφαλαίου, καταστρέφεται μια για πάντα, παρόλο που αυτή η ίδια η καταστροφή του, καθώς δεν επηρεάζει την αξία χρήσης, μπορεί κάλλιστα να επισπεύσει την νέα του αναπαραγωγή” (Καρλ Μαρξ – Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος ΙΙ).

Ωστόσο, η ακριβής διαδικασία που ο Μαρξ περιγράφει εδώ φαίνεται να ήταν πιο τυπική της προ-μονοπωλιακής εποχής, για την οποία έγραφε. Σήμερα, σ’ αυτό που συνήθως λέμε μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, είναι συνήθως σε θέση να αποφεύγουν τις αρκετά συνηθισμένες ήπιες υφέσεις, και να ρίχνουν την παραγωγή ή να κλείνουν μερικά εργοστάσια για λίγο, χωρίς να είναι αναγκασμένες να ξεγράψουν το κεφάλαιο αυτό ή να το πουλήσουν με ζημία σε κάποια άλλη επιχείρηση. Και όπως αναφέραμε παραπάνω, ακόμα και σε περιόδους σταθερής οικονομικής ανάπτυξης, αυτού του είδους οι επιχειρήσεις κρατούν τυπικά ένα σημαντικό πλεόνασμα αποθεματικής παραγωγικής ικανότητας να υπάρχει -δηλαδή, κεφάλαιο υπό την μορφή αχρησιμοποίητων μηχανημάτων κι εργοστασίων, το οποίο δεν λειτουργεί ως κεφάλαιο, αλλά είναι διαθέσιμο να τεθεί σε λειτουργία (Στμ: βλέπε κατ’ αναλογία τις στρατιές των “ευέλικτων”, “δια βίου εκπαιδευόμενων” ανέργων, που μένουν σε ετοιμότητα να “απασχοληθούν” όποτε η χρήση της παραγωγικής ικανότητας προβλέπεται κερδοφόρα)

Η φυσική καταστροφή του κεφαλαίου πάντοτε ακολουθεί μια υποτίμηση των αξιών, όμως το αντίθετο δεν είναι αναγκαστικά αληθές. Κάθε επιβεβλημένη υποτίμηση των αξιών σε μια οικονομική κρίση -ακόμη κι όταν συμβαίνει- δεν καταλήγει πάντοτε στη φυσική καταστροφή του κεφαλαίου.

Ακόμη κι αν το αποθεματικό κεφάλαιο υποτιμάται και πωλείται σ’ ένα ξεπούλημα σε μια άλλη εταιρία, η αξία χρήσης του παραμένει ακέραια. Διότι μπορεί σχετικά άμεσα να ξανατεθεί σε λειτουργία, κι ως εκ τούτου η ύπαρξή του παραμένει εμπόδιο για τη δημιουργία νέων εργοστασίων, νέων μηχανημάτων. Απ’ αυτήν την άποψη, η απλή υποτίμηση κεφαλαίου δεν ισοδυναμεί με την πραγματική καταστροφή του. Μόνο η πραγματική καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου μπορεί αυθεντικά να καθαρίσει το έδαφος για μια μείζονα νέα επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων. Η υποτίμηση χωρίς την πραγματική καταστροφή δεν είναι αρκετεί για να ξεπεραστεί το πρόβλημα της αποθεματικής παραγωγικής ικανότητας.

Μπορούμε λοιπόν τώρα να δούμε καθαρά γιατί οι μεγάλες φυσικές καταστροφές είναι στην πράξη κάτι θετικό για τον καπιταλισμό ως σύστημα. Περιλαμβάνουν την καταστροφή του κεφαλαίου καθώς και την καταστροφή πολλών καταναλωτικών αγαθών (σπιτιών, οχημάτων, επίπλων κλπ) που πρέπει μετά να αντικατασταθούν. Οι καταναλωτές μπορεί να έχουν ή να μπορούν να δανειστούν τα χρήματα για να αγοράσουν τα νέα αγαθά, ή μπορεί και όχι. Όμως οι καπιταλιστές, ως τάξη, έχουν ένα τεράστιο πλεόνασμα υπεραξίας το οποίο πρέπει να επενδύσουν, και η καταστροφή τυχόν εργοστασίων ή μηχανημάτων από κάποια φυσική καταστροφή ανοίγει τέτοιες ευκαιρίες επένδυσης.

Όσο πιο εκτεταμένη είναι η καταστροφή του κεφαλαίου -για τον οποιονδήποτε λόγο, από τρομερές φυσικές καταστροφές μέχρι πολέμους- τόσο το καλύτερο για την οικονομική υγεία του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό είναι κι ένα μέρος του λόγου που ο καπιταλισμός -ιδιαίτερα στη σύγχρονη ιμπεριαλιστική μορφή του- οδηγεί σε τόσο τρομερούς πολέμους και μαζικές καταστροφές.

Πολλαπλασιάζονται οι άγριες απεργίες μετά την νίκη στην Μαρικάνα – Ν. Αφρική, Σεπτέμβριος 2012

Εκατοντάδες εργάτες ορυχείων κατέβηκαν σε νέες απεργίες την Παρασκευή σε τρία ορυχεία (χρυσού, χρωμίου και άνθρακα) της Ν. Αφρικής, στον απόηχο της κινητοποίησης των εργατών στους τομείς του χρυσού και ιδίως της πλατίνας.

Συνολικά, δεκάδες χιλιάδες εργάτες συμμετέχουν στην απεργία που εξαπλώνεται σε πολλές περιοχές της χώρας, μετά τη βίαιη καταστολή των απεργών στα ορυχεία πλατίνας της Μαρικάνα, στα βόρεια, όπου 46 εργάτες έχασαν τη ζωή τους τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Μετά από εβδομάδες διαπραγματεύσεων, οι εργάτες της Μαρικάνα, η απεργία των οποίων είχε κριθεί παράνομη, πέτυχαν τελικά αυξήσεις στον μισθό τους κατά 11% έως 22%.

Η Village Main Reef, η εταιρία παραγωγής χρυσού, ανακοίνωσε σε δελτίο τύπου της ότι 1.700 απ’ τους εργάτες της δεν επέστρεψαν στις θέσεις τους την περασμένη Πέμπτη, στο ορυχείο του Blyvooruitzicht, κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ. Ο Samancor Chrome από την πλευρά του πρόσθεσε ότι 400 εργάτες είχαν ξεκινήσει μια παράνομη στάση εργασίας κάτω από τη γη, απαιτώντας υψηλότερες αυξήσεις απ’ αυτές που διαπραγματεύθηκαν τα συνδικάτα. Οι εργάτες απομακρύνθηκαν απ’ το ορυχείο την Παρασκευή. Ένας εκπρόσωπός τους δήλωσε ότι διεκδικούν ελάχιστο μηνιαίο μισθό 1.170 ευρώ.

Η διεύθυνση απ’ την μεριά της, δήλωσε την Παρασκευή το βράδυ ότι η απεργία θεωρείται λήξασα και ότι μια νέα συλλογική σύμβαση εργασίας θα λάβει χώρα, το περιεχόμενο της οποίας δεν αποκαλύφθηκε, ωστόσο θεωρείται οριστικό από την ισχυρή συνδικαλιστική ομοσπονδία των εργατών ορυχείων, την NUM. Τα 1.170 ευρώ που διεκδικούν οι απεργοί της Μαρικάνα, γίναν αυθόρμητα το ελάχιστο ζητούμενο που μοιράζονται πλέον όλοι οι εργάτες στα ορυχεία της Νοτίου Αφρικής.

Επίσης, η εταιρία Petmin γνωστοποίησε ότι 345 εργάτες της με προσωρινές συμβάσεις εργασίας αποχώρησανν απ’ την εργασία τους την Παρασκευή, στη θυγατρική της Tendele Coal Mining Company. Δεν δώθηκε κάποια εξήγηση για τα αιτήματα των απεργών.

Πηγή: Associated Press 28/09/2012

Ταυτόχρονα, συνεχίζεται η απεργία περίπου 20.000 οδηγών φορτηγών στην ίδια χώρα, ενώ τουλάχιστον 6 απεργοί τραυματίστηκαν και 45 συνελήφθησαν το τελευταίο 48ωρο που οι μισθολογικές διαπραγματεύσεις (για αυξήσεις του επιπέδου του 12%) κατέρρευσαν, από την επέμβαση των δυνάμεων καταστολής. Οι απεργοί διέλυσαν δεκάδες φορτηγά (κυρίως απεργοσπαστών) με πέτρες ή ακόμα και πυρπολώντας τα, ενώ τα συνδικάτα καλούν τον κόσμο να απόσχει από πράξεις βίας, αν και την ίδια στιγμή αναγνωρίζουν την αδυναμία τους να διαπραγματευτούν καλύτερους μισθούς. Σύμφωνα με έρευνα του ινστιτούτου Naledi, οι περισσότεροι συνδικαλιστές πάντως αναγνωρίζουν τη βία ως αναγκαίο μέσο προκειμένου να διεξαχθεί αποτελεσματικά μια απεργία στην Ν. Αφρική.

Στο μεταξύ, ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Moody’s υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ν. Αφρικής από Α3 σε ΒΑΑ1 λόγω της “αδυναμίας της θεσμικής ισχύος της κυβέρνησης να ελέγξει πλήρως την κοινωνικοπολιτική κρίση”, επιδεικνύοντας έτσι “μειωμένη ικανότητα αντιμετώπισης των κινδύνων για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα“, ενώ παρά τα χαμηλά επιτόκια του ύψους του 5,5%, το κόστος εργασίας θεωρείται “σχετικά υψηλό, παρά την υψηλή ανεργία”.

Πηγή: Financial Times, 27/09/2012

Ο διευθυντής ορυχείων Israel Sakala δηλώνει πως τα συνδικάτα δεν έχουν λάβει καταγγελίες εργατών καθώς αρνούνται να τα χρησιμοποιήσουν, και όρισαν αντ’ αυτών μια εργατική επιτροπή να τους εκπροσωπήσει.

Υπενθυμίζουμε ότι στις 6 Αυγούστου του 2012, η αστυνομία εισέβαλε στα ορυχεία της Μαρικάνα πυροβολώντας εν ψυχρώ και σκοτώνοντας 45 απεργούς. Περισσότερα απ’ το Abahlali, το κίνημα των φτωχών των παραγκουπόλεων της Ν. Αφρικής: http://abahlali.org/node/9035 & http://abahlali.org/node/9032

Νέα: 12.000 εργάτες απολύθηκαν απ’ την εταιρία Amplats (Anglo American Platinum: η μεγαλύτερη εξορυκτική πλατίνας στον κόσμο) στο Rustenbourg λόγω συμμετοχής τους στις άγριες απεργίες. Η κερδοφορία της εταιρίας μειώθηκε κατά 63 εκ. ευρώ λόγω των απεργιών, ενώ απεργοί επιτέθηκαν την νύχτα και πυρπόλησαν τμήμα των εγκαταστάσεων.
Η συμμετοχή στις απεργίες φτάνει επισήμως τους 75.000 εργάτες ή 15% του κλάδου, ενώ ταυτόχρονα εξελίσσεται η απεργία των οδηγών φορτηγών, που απειλεί με παράλυση την κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Πηγή: http://www.fin24.com/Companies/Mining/Wildcat-strikes-spread-to-more-mines-20121003

Φαίνεται όμως ότι το απεργιακό κλίμα κάνει την εμφάνισή του και στον κατασκευαστικό τομέα που συνιστά το 15% του ΑΕΠ της χώρας αυτής (η μεγαλύτερη σήμερα οικονομία της Αφρικής), καθώς από τις 5 Οκτώβρη η Toyota Motor Companies αναγκάστηκε να κλείσει το εργοστάσιό της στο Durban, μετά από άγρια απεργία των εργατών που διεκδικούν αυξήσεις μισθών. Το εργοστάσιο του Durban παράγει 120.000 οχήματα τον χρόνο (ή 328 κάθε μέρα), τα οποία προορίζονται για τη διεθνή αγορά. Η αναταραχή έχει μεταφερθεί κι εντός του κυβερνόντος κόμματος του Αφρικανικού Κογκρέσσου.

Πηγή: http://www.miningreview.com/node/21450

4 Οκτώβρη: Άλλοι 5 απεργοί σκοτώθηκαν από την αστυνομία στο Rustenbourg, ενώ η αναταραχή έχει εξαπλωθεί στα περισσότερα ορυχεία χρυσού και άνθρακα της χώρας -συνολικά γύρω στις 120.000 εργάτες επηρεάζονται απ’ τις άγριες απεργίες που ξεσπούν χωρίς την έγκριση της NUM, η οποία μόλις χθες πήρε την πρωτοβουλία απ’ τους εργάτες και τις ανακλητές επιτροπές τους, παρεμβαίνοντας με μια συμβιβαστική πρόταση. Η πρόταση της NUM υποστηρίζει τις μισθολογικές διεκδικήσεις των εργατών, ενώ ταυτόχρονα καταδικάζει τον τρόπο με τον οποίον διεξάγουν τις διεκδικήσεις αυτές (την άμεση βία, τη συλλογική αποχώρηση απ’ τους χώρους εργασίας χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της διεύθυνσης αλλά ούτε των συνδικάτων κλπ) και καλεί τους καπιταλιστές να περιορίσουν τον αριθμό των εργατών που θα “τρέξουν” δικαστικά, ώστε να μη “ρίξουν λάδι στη φωτιά”. Οι συνδικαλιστές σημειώνουν επίσης ότι τα αφεντικά της εξορυκτικής Impala προέβησαν σε έκτακτες αυξήσεις για ένα μικρό μέρος των εργαζομένων τους, προκειμένου να διασπάσουν τον αγώνα των εργατών στα ορυχεία.

8 Οκτώβρη: παρακρατικοί δολοφονούν τον ξάδερφο ενός πρωτεργάτη των εργατικών κινητοποιήσεων, προφανώς κατά λάθος, πιστεύοντας ότι είναι ο ξάδερφός του. Η καταστολή εντείνεται, η αστυνομία δε διστάζει να καταφύγει σε πραγματικά πυρά για να διαλύσει τις διαδηλώσεις, ωστόσο οι ομιλούσες κεφαλές των καπιταλιστών δεν είναι ακόμα ευχαριστημένες: “Η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα, ενώ οι απεργίες αυτές έχουν ήδη στοιχίσει 0,2-0,3% της ανάπτυξης του τρίτου τριμήνου”, δηλώνει ο Peter Attard Montalto, στρατηγικός αναλυτής της ιαπωνικής τράπεζας Nomura. H εξώρυξη πρωτων υλών είναι στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο σε συνθήκες κρίσης, καθώς επιτρέπει ουσιαστικά την εξώρυξη τεράστιας υπεραξίας για τους καπιταλιστές ώστε να πετύχουν μια διέξοδο δια της φυγής προς τα μπρος από την κρίση. Φυσικά, αυτό συμπεριλαμβάνει και προϋποθέτει τους χαμηλούς άμεσους (μεροκάματα) και έμμεσους (αντισταθμιστικές παροχές κλπ) μισθούς που καταβάλουν οι καπιταλιστές αυτοί (επενδυτές, φορείς της ανάπτυξης, εθνοσωτήρες ή όπως αλλιώς τους ευχαριστεί να ονομάζονται στα ΜΜΕ τους) στην εργατική τάξη, και βοηθά να καταλάβουμε γιατί τα σχετικά οφέλη γι’ αυτήν πρέπει πάσει θυσία να παραμείνουν μηδαμινά. Τα εξωρυκτικά eldorado, ως παραγωγοί καθαρής αξίας (που βέβαια μετα φέρνει στους καπιταλιστές το πρόβλημα της πραγματοποίησής της, της είσπραξής της σε χρήμα που μπορούν να ξανα-επενδύσουν, να γίνει κεφάλαιο -μη ξεχνάμε ότι τα ορυχεία απαιτούν την επένδυση τεράστιων ποσών κεφαλαίου με γρήγορους ρυθμούς απόσβεσης) παίρνουν καθόλου τυχαία σε συνθήκες κρίσης, χαρακτήρα εμμονής ανάμεσα στα κεφάλαια που ανταγωνίζονται για τα φθηνότερα εργατικά χέρια και την όσο το δυνατόν πιο “ευέλικτη” νομοθεσία, που μπορεί το κάθε κράτος να προσφέρει.

Έτσι, όσον αφορά την Ν. Αφρική, τόσο οι αγώνες των abahlali, όσο και των εργατών στα ορυχεία, δείχνουν ότι το απαρτχάιντ δε διαλύθηκε ποτέ ουσιαστικά, απλά από φυλετικό εξελίχθηκε σε κοινωνικό: καθώς ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής διατηρήθηκε ακέραιος, η άνοδος στην κυβέρνηση του συνασπισμού Αφρικανικού Κογκρέσσου – Κομμουνιστικού Κόμματος Ν. Αφρικής, δε σήμαινε και πολλά πράγματα για τις μάζες του μαύρου προλεταριάτου που υφίστανται την ίδια άγρια εκμετάλλευση με πριν, και πιο συγκεκριμένα: ήταν η απάντηση του κεφαλαίου και του “κόμματος της τάξης”, των μαύρων αφεντικών, των μαντελοειδών και ανθρώπων του κράτους προκειμένου να πάρουν στα χέρια τους τα πόστα της εκμετάλλευσης σ’ αυτήν τη χώρα.

11 Οκτώβρη: 2 νεκροί απεργοί μετά από επέμβαση της αστυνομίας με πλαστικές σφαίρες και ασφυξιογόνα σε ορυχείο της Amplats. Συλλήψεις 40 ακόμη απεργών για “βίαια έκτροπα”, δηλαδή για αντίσταση στην επέλαση των δυνάμεων καταστολής. Στο ορυχείο του Bathopele, η εργοδοσία κλειδώνει 800 εργάτες μέσα στις εγκαταστάσεις προκειμένου να μην τις πυρπολήσουν οι απεργοί (τί μας θυμίζει…). Οι απεργοί που διαδηλώνουν απ’ έξω καλούν την αστυνομία να απελευθερώσει τους κλειδωμένους εργάτες, ωστόσο η αστυνομία δεν παρεμβαίνει και το γραφείο τύπου της αρνείται το περιστατικό. Θα παρέμβει ωστόσο λίγο αργότερα για να διαλύσει τους διαδηλωτές.

Καθώς η Ν. Αφρική είναι η μεγαλύτερη καπιταλιστική οικονομία ολόκληρης της Αφρικανικής ηπείρου, ο ξένος τύπος (reuters κλπ) προειδοποιεί για τη “ζημιά στην εικόνα της χώρας στο εξωτερικό” και η Κεντρική Τράπεζα της Ν. Αφρικής κάνει λόγο για απογοήτευση των επενδυτών λόγω της αναταραχής και πιθανή φυγή κεφαλαίων προς άλλες χώρες. Κάτι τέτοιο θα έχει ως συνέπεια μια ένταση της ύφεσης, περαιτέρω υποτίμηση του νομίσματος (το Ραντ, το εθνικό νόμισμα της Ν. Αφρικής άγγιξε το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας τριετίας στην ισοτιμία του με το δολλάριο) και άρα των μισθών-της αξίας της εργατικής δύναμης και την άνοδο της ανεργίας (3.600 απεργοί απολύθηκαν ήδη την Τρίτη 9 Οκτώβρη, μετά την απόλυση 12.000 την περασμένη βδομάδα απ’ την Amplats), τη σημαντική επιδείνωση δηλαδή της θέσης του νοτιοαφρικανικού προλεταριάτου, μέχρι να συνετιστεί και βλέπουμε… Η (εργοδοτική) Εθνική Ένωση Εξορυκτικών Ν. Αφρικής κάλεσε τους εργάτες να διαπραγματεύονται μέσω των συνδικάτων τους αντί να καταφεύγουν σε απροειδοποίητες κι άγριες απεργίες. Την ίδια στιγμή, τα εγγεγραμμένα μέλη του κύριου συνδικάτου NUM φυλλορροούν, ενώ εργατικές επιτροπές που εκπροσωπούν ήδη 3-4.000 απεργούς πολιορκούν τα -άδεια- γραφεία του NUM, απεργοί του Samancor καίνε τα μπλουζάκια με το λογότυπο του συνδικάτου. Η L’Usine Nouvelle της 4ης Οκτώβρη, προτείνει μάλιστα στις εξορυκτικές εταιρίες να προσωρήσουν σε μερικές παραχωρήσεις προς την NUM ώστε να αποκαταστήσει το κύρος της απέναντι στους ανεξέλεγκτους εργάτες.

14 Οκτώβρη: Νέες συγκρούσεις την Παρασκευή και το Σάββατο (12-13 Οκτώβρη) έξω από ορυχεία της Amplats στο Rustenburg. Η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες για να διαλύσει χιλιάδες απεργούς. Απ’ την μεριά των απεργών, υπήρξαν μικρές αντεπιθέσεις με μολότωφ, και πυρπόληση ενός οχήματος της αστυνομίας. Οι απεργοί είναι μεταξύ των 12.000 που τους ανακοινώθηκε η απόλυσή τους από την Amplats, λόγω συμμετοχής στην απεργία. Η απάντηση του κεφαλαίου στους αγώνες των νοτιοαφρικανών προλεταρίων σήμερα, είναι η άμεση και σφοδρή επιδείνωση των συνθηκών της ύπαρξής τους, ο αποκλεισμός τους απ’ την εργασία, η καταστολή.

18 Οκτώβρη: Ξανά οι εργάτες, χωρίς να κηρύξουν επίσημα απεργία, αρνήθηκαν να κατεβούν στα ορυχεία της Μαρικάνα. Η αστυνομία συνεχίζει τις παρενοχλήσεις και τις συλλήψεις εργατών και έξω απ’ τους χώρους εργασίας. Υπάρχει μια φημολογία για σύλληψη των βασικών πρωτεργατών των άγριων απεργιών, την οποία η αστυνομία αρνείται να επιβεβαιώσει ήνα διαψεύσει. Την Τρίτη 16 Οκτώβρη ξέσπασαν συγκρούσεις σε διάφορα ορυχεία μετά τις επιθέσεις της αστυνομίας, που οδήγησαν στον τραυματισμό 7 εργατών. Μια ακόμη μικρή νίκη των εργατών: Η Gold Fields, η τέταρτη μεγαλύτερη εταιρία εξώρυξης χρυσού στον κόσμο, ανακοίνωσε την επιστροφή στις θέσεις τους της πλειοψηφίας των απολυμένων της εταιρίας στο ορυχείο της Beatrix. Το σαββατοκύριακο, στα ορυχεία χρωμίου βορείως της Μαρικάνα, εργάτες επιτέθηκαν με σουγιάδες σ’ έναν αστυνομικό τραυματίζοντάς του (έχασε μερικά δάχτυλα). Στα νοτιοδυτικά του Γιοχάννεσμπουργκ, οι εργάτες πυρπόλησαν ένα αστυνομικό τμήμα, ενώ το βράδυ της δευτέρας ομάδα απεργών επιτέθηκε σ’ ένα απεργοσπαστικό φορτηγό, διαλύοντάς το και τραυματίζοντας τον οδηγό. Σύμφωνα με τη διοίκηση της Gold Fields, οι σεκιουριτάδες που έτρεξαν να σταματήσουν τους απεργούς, δέχθηκαν πυροβολισμούς… Οι εργοδότες έχουν όλα τα νομικά όπλα στα χέρια τους, καθώς δύνανται να απολύσουν τους εργάτες που συμμετέχουν στις άγριες απεργίες (όπως έκανε η Amplats με τους 12.000 απολυμένους) και να ζητήσουν τη συνδρομή της αστυνομίας για να πάρουν τον έλεγχο της κατάστασης στα ορυχεία, ωστόσο ο δυναμισμός, το εύρος και η μη-προβλεψιμότητα του κινήματος των άγριων απεργιών έχουν προς το παρόν εμποδίσει μια πλήρους κλίμακας αντεπίθεση εκ μέρους των καπιταλιστών των ορυχείων και της αστυνομίας τους.

Πηγή των περισσοτέρων πληροφοριών: le Jura libertaire

Συνεχίζεται…

Παρεπιμπτόντως, ένα πολύ χρήσιμο μπλογκ για τα ανάλογα eldorado στην Ελλάδα: http://antigoldgreece.wordpress.com/

 

Γράμμα από έναν αστουριανό ανθρακωρύχο, 22/6/2012

Πηγή: kaosenlared

Image

Έχω δουλέψει στα ορυχεία 25 χρόνια. Κατέβηκα για πρώτη φορά στα 18 μου, και θα ήθελα να σας πώ ότι εκπλήσσομαι από πολλά απ’ τα σχόλια που διαβάζω για τους ανθρακωρύχους και την πρόωρη συνταξιοδότηση που ισχύει γι αυτούς όπως και γι άλλες ομάδες εργαζομένων. Θα ήθελα να σας μεταφέρω τη δική μου οπτική, και αν μπορέσω να αποσαφηνίσω ορισμένες αμφιβολίες που βλέπω ότι υπάρχουν για το θέμα αυτό.

Image

1. Ο αγώνας που διεξάγουν αυτή τη στιγμή οι ανθρακωρύχοι, δεν είναι για να διεκδικήσουν χρήματα, αλλά για να γίνει σεβαστή η συμφωνία που υπέγραψε πέρυσι το υπουργείο βιομηχανίας και τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων, που προέβλεπε τη συνέχιση των επιδοτήσεων ως και το 2018.

Τα χρήματα αυτά προέρχονται απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση, κι όχι απ’ την ισπανική κυβέρνηση, μ’ αυτό θέλω να πώ ότι δε ζητάμε από κανέναν ισπανό να “στερηθεί για να μας βοηθήσει” όπως λένε πολλοί απ’ τους επικριτές μας. Όσον αφορά πάλι αυτά τα χρήματα που δικαιούνται οι οικογένειες των ανθρακωρύχων, καθώς προέρχονται από το Εξωρυκτικό Ταμείο που υποτίθεται αποσκοπούσε στη δημιουργία εναλλακτικών στον λιθάνθρακα, ώστε να μπορούμε να εργαστούμε στις περιοχές μας μετά το κλείσιμο των ορυχειών. Ε λοιπόν, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, τα χρήματα αυτά τα διαχειρίστηκαν οι πολιτικοί και τα συνδικάτα, όπως ήθελαν. Με μέρος αυτών, για παράδειγμα, ο κύριος Gabino de Lorenzo (πρώην δήμαρχος του Οβιέδο) πλήρωσε την ασφαλτόστρωση δρόμων της πόλης του, το νέο εκθεσιακό και συνεδριακό μέγαρο που έχτισε και μια σειρά από άλλα έργα. Η δε πρώην δήμαρχος της Χιχόν (η κυρία Felgeroso) επένδυσε ένα άλλο μερίδιο στην ίδρυση ενός τεχνικού εκπαιδευτικού ιδρύματος και σε άλλα έργα.

Στην κοιλάδα του Turón, στα ορυχεία της Cuenca del Caudal, όπου ζω, έχουμε πάνω από 600 νεκρούς εργάτες (μόνο αυτούς για τους οποίους γνωρίζουμε, καθώς στον εμφύλιο πόλεμο πυρπολήθηκαν τα επίσημα αρχεία) στα ορυχεία από το 1889 ως το 2009, όταν και έκλεισαν. Το μόνο που άνοιξε μετά ήταν ένα αθλητικό κέντρο, χωρίς καν εισόδους, όπου για να πάει να τρέξει κανείς πρέπει να περάσει από ένα μονοπάτι. Ολόκληρος ο χώρος είναι γεμάτος σκουπίδια, τα οποία σιγά-σιγά τον κατακλύζουν. Παρά την εκβιομηχάνιση, η οποία υποτίθεται ότι δημιουργεί σταθερές θέσεις εργασίας ώστε να υπάρχει μέλλον στην περιοχή, δεν υπάρχει τίποτα.

Image

2. Εκπλήσσομαι που τόσο πολλοί άνθρωποι μιλούν άσχημα γι αυτήν την επιδότηση, δεν ήθελα να το γράψω αυτό, αλλά επιδοτούνται κι άλλοι τομείς όπως η κτηνοτροφία, η γεωργία, η αλιεία και πολλοί ακόμα που δεν έχω όρεξη να αναφέρω, αλλά εγώ προσωπικά είμαι χαρούμενος γι αυτό, προτιμώ να ενισχύονται οι εργαζόμενοι παρά οι chorizos (στμ: ισπανικό αλλαντικό, μεταφορικά: οι κλέφτες, οι μαφιόζοι) που μας ληστεύουν κάθε μέρα.

Image

3. Με το πέρας του εμφυλίου πολέμου, φαίνεται πως πολλοί δε γνωρίζετε ότι ήταν οι ανθρακωρύχοι που εργάζονταν μια επιπλέον ώρα αμισθί κάθε μέρα για πολύ καιρό, ώστε να αποκαταστήσουν τις καταστροφές του φρανκισμού στη χώρα, όταν στα ίδια μας τα σπίτια δεν είχαμε καλά-καλά να φάμε.

Image

4. Το έτος 1962, οι ανθρακωρύχοι ξεκίνησαν μιαν απεργία που εξαπλώθηκε σ’ όλη την Ισπανία, και στην οποία κατακτήθηκαν πολλά απ’ τα δικαιώματα που όλοι οι ισπανοί έχουμε σήμερα και προσπαθούν να μας τα πάρουν πίσω. Στην απεργία αυτή, είχαμε πολλούς τραυματίες, συλληφθέντες, πεινασμένους και εξορισμένους σε άλλες επαργίες της Ισπανίας, μακριά απ’ τις οικογένειές τους, που άρχισαν να επιστρέφουν μόλις το 1980.

Image

5. Όσον αφορά την πρόωρη συνταξιοδότηση, είναι μύθος πως οι ανθρακωρύχοι βγαίνουν στη σύνταξη στα 40, με εφάπαξ ανάλογο του να πιάναμε τον πρώτο λαχνό στο λαχείο. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, οι άνθρωποι που συνταξιοδοτούνται νωρίς έχουν ήδη προκαταβάλει 50% αυξημένες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ούτως ώστε για κάθε διετία εργασίας, πληρώνουν εισφορές για ένα ακόμη έτος, έτσι για παράδειγμα, εγώ που εργάστηκα 25 χρόνια, έχω πληρώσει κοινωνική ασφάλιση για 37μισυ χρόνια. Πιστεύει κανείς από σας ότι θα ήθελε να πληρώνει όσα εμείς σ’ αυτήν την κοινωνική ασφάλιση;

Image
6. Ο λιθάνθρακας που εισάγεται απ’ το εξωτερικό είναι σύμφωνα μ’ εσάς φθηνότερος απ’ τον εγχώριο, προσωπικά δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος γι αυτό, όμως ας δεχθούμε ότι έχετε δίκιο. Θέλετε λοιπόν να μας βλέπετε να δουλεύουμε σα σκλάβοι όπως στις χώρες αυτές; Εγώ δεν το θέλω αυτό για κανέναν εργάτη στον κόσμο. Αυτά που θα σας γράψω τώρα είναι πραγματικότητα, έχω δουλέψει με συναδέλφους απ’ την Τσεχία και την Πολωνία, όταν ήρθαν μερικοί στις Αστούριες, κι όταν μπήκαν στα καταστήματα να ψωνίσουν τα είχαν παίξει, επειδή μπορούσαν να αγοράσουν κάποια ψιλοπράγματα που στις χώρες τους ήταν όμως αδιανόητα. Τα πρώτα χριστούγεννα που περάσανε μαζί μας, κρατούσαν στο κάθε χέρι κι από ένα μαντολάτο… Τους ρωτήσαμε γιατί αυτό, και μας εξήγησαν πως στις χώρες τους δεν θα άντεχαν με τίποτα οικονομικά να το αγοράσουν, επειδή οι μισθοί τους τους έφταναν ίσα-ίσα για ένα πιάτο φαί, κι αυτό φτωχικό. Θέλω να πω εδώ ότι αν δεν υπερασπιστούμε τα δικαιώματά μας, θα ισχύει σύντομα και για μας το ίδιο.

Image

7. Όσον αφορά τα οδοφράγματα στους αυτοκινητοδρόμους, θα ήθελα να απαντήσω σ’ όλους εκείνους που διαμαρτύρονται επειδή οι ανθρακωρύχοι τους εμποδίζουν να πάνε στη δουλειά ή στη σχολή τους, και λένε πως κι οι ίδιοι αν έχουν προβλήματα στη δουλειά τους, δεν πάνε να “ενοχλούν” άλλους στην εργασία τους. Θα πώ ότι κάθε φορά που κάποιοι συνάδελφοι από άλλους χώρους εργασίας μας ζήτησαν βοήθεια για να υπερασπιστούν τις θέσεις τους, σταματήσαμε τη δουλειά μας για ολόκληρα 24ωρα, στηρίζοντάς τους είτε βρίσκονταν στη χώρα είτε στο εξωτερικό. Όταν απεργούσαν οι Άγγλοι ανθρακωρύχοι, σταματήσαμε την εργασία μας και μαζέψαμε χρήματα για να στείλουμε στις οικογένειές τους για να μην πεινάσουν. Αμφιβάλλει κανείς ότι δε θα ενωθούμε με οποιονδήποτε κλάδο βάλλεται; Αλλά φαίνεται πως σήμερα είναι ξεπερασμένο να ζητάς τη βοήθεια των άλλων. Κι όμως, το να βοηθάμε ο ένας τον άλλον είναι κάτι θεμελιώδες, ενώ το να τρωγόμαστε ο ένας με τον άλλον ως συνήθως, είναι κάτι που οφελεί μόνο αυτούς που βρίσκονται από πάνω μας.

Αν όλοι οι Ισπανοί εργαζόμενοι ήταν τόσο ενωμένοι όσο οι ανθρακωρύχοι, οι κυβερνώντες αυτής της χώρας θα το σκέφτονταν πολύ καλά προτού προχωρήσουν στις περικοπές που τώρα κάνουν χωρίς δεύτερη σκέψη, μπορώ να σας διαβεβαιώσω γι αυτό. Σκεφτείτε λοιπόν ποιός πραγματικά σας εμποδίζει να πάτε στη δουλειά ή στη σχολή σας, ποιός είναι αυτός που απολύει εργαζομένους και πραγματοποιεί περικοπές στην εκπαίδευση, δεν είναι άλλοι απ’ τους πολιτικούς μας.

Θα ήθελα επίσης να πω σ’ αυτύς που λένε ότι πρέπει να πάμε να διαμαρτυρηθούμε στην Μαδρίτη αν θέλουμε, στις πόρτες του υπουργείου και να τους αφήσουμε αυτούς “στην ησυχία τους”, ότι αυτό το έχουμε κάνει προ πολλού, αλλά η λογοκρισία των ΜΜΕ φροντίζει να μην ενημερώνει με διαφάνεια για τίποτα.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ένας εργαζόμενος που υπερασπίζεται τα δικαιώματά του δεν είναι τρομοκράτης, όπως μας αποκαλούν σήμερα επειδή αγωνιζόμαστε για τη ζωή των οικογενειών μας.

Σας καλώ όλους να βγείτε απ’ τα σπίτια σας και να υπερασπιστείτε τις ζωές όλων μας. Όσο μας κρατούν κλεισμένους στο σπίτι, τους επιτρέπουμε να μας ρίξουν λίγο-λίγο, μέτρα μετά από άλλα μέτρα, στην πείνα.

Θέλουν τα παιδιά σας και τα παιδιά μας να μείνουν αμμόρφωτα σαν εμάς, που βλέπαμε τους τοίχους των σχολείων περισσότερο απ’ έξω παρά από μέσα, καθώς ένας αμμόρφωτος άνθρωπος είναι πιο εύκολο να υποταχθεί.

Να ενημερώνεστε, να αμφισβητείτε τα πάντα όσα βλέπετε στην τηλεόραση, τώρα που έχετε το διαδίκτυο, τα κινητά τηλέφωνα, μπορείτε μ’ αυτά να είστε σε συνεχή επαφή, να οργανώνεστε με όποιον τρόπο επιθυμείτε, ειρηνικά, στα οδοφράγματα απευθείας, όπως και να ‘χει οργανωθείτε! Θέστε στόχους και πραγματοποιήστε τους γρήγορα. Η κυβέρνηση κινείται κι αυτή πολύ γρήγορα όταν η κατάσταση είναι προς όφελός της, και το ξέρετε. Αφαιρέστε τη λέξη “φόβος” και τη φράση “και τί θα αλλάξει μ αυτό;” απ’ το μυαλό σας και πάρτε το μέλλον σας στα χέρια σας.

Αν κάποιος δεν καταλαβαίνει οτιδήποτε απ’ όσα έγραψα ή έχει κάποια συγκεκριμένη ερώτηση, ευχαρίστως αν μπορώ να σας απαντήσω.

Image

Πολλές ευχαριστίες σε όλους και όλες που μας στηρίζουν από κάθε επαρχία της χώρας και από άλλες χώρες.

Χαιρετισμούς!

Juan Jose Fernandes.
Asturias

***

Βλ. σχετικά: “Δεν είμαστε αγανακτισμένοι, δεν είμαστε πασιφιστές” – για την απεργία των ανθρακωρύχων στις Αστούριες, Ισπανία 12/6/2012

Από την απολογία του Βαγγέλη Χ. στο Εφετείο (υπόθεση απαγωγής Μυλωνά)

Καταρχήν θα παρακαλούσα να δείξετε λίγη υπομονή για αυτά που έχω να πω, χωρίς να με διακόψετε για να μην χάσω τον ειρμό μου. Θα ξεκαθαρίσω ποιος πραγματικά είμαι, στην καθημερινότητά μου και στο στάδιο της εργασίας γιατί πιστεύω πως ο καθένας έχει σχηματίσει άλλη εικόνα για μένα, επηρεασμένος από τα ΜΜΕ ως σεσημασμένος ληστής και τζογαδόρος που μπαινοβγαίνω σε καζίνο και μπουζούκια. Τέλος πάντων…

Θα πω για την επιλογή μου, τις ιδέες και τα βιώματά μου που με παρακίνησαν στην αλληλεγγύη στον Βασίλη Παλαιοκώστα αλλά αρνούμαι κατηγορηματικά τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε εγκληματική οργάνωση, σε οποιαδήποτε ληστεία, απαγωγή και μερίδα από τα λύτρα.

Να ξεκαθαρίσω λίγο και την παρεξήγηση μεταξύ σας και του συνηγόρου μου που με χαρακτήρισε αντιεξουσιαστή, και που πολύ καλά παρατηρήσατε ότι εγώ δεν το είπα ποτέ αυτό. Έχω περάσει από τον αναρχικό χώρο όπου και γνώρισα τον Πόλυ, κι αν όχι όλους εδώ μέσα, σίγουρα τα ¾ τους γνωρίζω από κει. Ο αναρχικός χώρος είναι χώρος ελεύθερης έκφρασης, δηλαδή δεν είναι όπως ένα κόμμα που πας και γράφεσαι κι ακολουθείς τη γραμμή και το καταστατικό του αρχηγού. Ο καθένας λέει τις απόψεις του ελεύθερα. Έτσι κι εγώ, όπως έχω περιγράψει τα βιώματά μου με τη στάση μου και τις απόψεις μου σε αυτά, ο κ. Φυτράκης με τις δικές του γνώσεις μ’ αποκάλεσε αντιεξουσιαστή, το δέχομαι. Αν μ’ έλεγε αναρχικό πάλι θα το δεχόμουνα, αν μ’ έλεγε κομμουνιστή πάλι θα το δεχόμουνα. Εγώ δεν αυτοταμπελώνομαι, αλλά αφήνω τους άλλους να με κρίνουν, ο καθένας δεν είναι και ό,τι δηλώνει. (Δηλαδή το Πασοκ που λέει ότι είναι σοσιαλιστικό, είναι; Όχι φυσικά, αφού επέλεξε τον δρόμο της βαρβαρότητας).

Είμαι ένας άνθρωπος με συνείδηση και ευαισθητοποιημένος κοινωνικά κι αυτό προσπάθησα να το δείξω πρωτόδικα θέτοντας το ζήτημα της εργασίας έτσι όπως το βίωσα για 9 χρόνια, απ’ το εργοστάσιο επίπλων στο γραφείο της γραφιστικής. Όλη μου η καθημερινότητα κινούνταν γύρω απ’ την εργασία, απ’ τις 6.30 το πρωί που ξυπνούσα για να πάω στη δουλειά ως το βράδυ που πήγαινα στο μπαρ και σχολίαζα με τους φίλους μου πως πέρασε η μέρα μου, απ’ τον ακρωτηριασμό του δακτύλου μου και τη διπλή δισκοκήλη στη μέση μη μπορώντας να περπατήσω για 6 μήνες, στις πληρωμένες υπερωρίες, στις αυξήσεις που έπαιρνα μετά από χρόνιες διαδικασίες, ως την απάθεια των συναδέλφων μου σε μια αναπαυόμενη ρομποτική ζωή. Όλη αυτή η γλυκόξινη γεύση φαντάζει όνειρο σήμερα…

Το εργατικό δυστύχημα του συναδέλφου μου και το θέαμα που αντίκρισα με τα μυαλά απ’ έξω είναι εικόνες και σημάδια μιας ζωής που μ’ έκαναν να σκεφτώ τα πράγματα πιο ρεαλιστικά από ποτέ. Αντέδρασα απέναντι στους ψευτοσυνδικαλιστές, που ξεπουλάνε το χρόνο της ζωής μας με αντάλλαγμα την επιβίωση, που κομματικοποιούν τους εργαζόμενους για να μπουν οι ίδιοι στην πολιτική, που θεωρούν μοιραίο να πεθάνεις την ώρα που δουλεύεις για να ζήσεις. Προσπάθησα να δεθώ με τους συναδέλφους μου (αν και τους κατέκρινα ως τότε για τις μικροαστικές τους απόψεις), για να διεκδικήσουμε τα στοιχειώδη μέτρα ασφάλειας, έναν ευρωπαϊκό κι αξιοπρεπή μισθό της τάξης 1000-1200 €, να σταματήσουμε τις υπερωρίες κ.ά. , κάτι που δεν προχώρησε ποτέ συλλογικά παρά μόνο ατομικά.

Παραιτήθηκα απ’ το εργοστάσιο αντιλαμβανόμενος την επικινδυνότητά του κι έχοντας την τότε επιλογή να βρω αλλού δουλειά. Βρήκα ως γραφίστας (αυτό που σπούδασα στον «Ευκλείδη») αφήνοντας πίσω μου την σκληρή εργασία και το μεγαλύτερο μισθό που έπαιρνα, θυσιάζοντας τους αγώνες που είχα δώσει γι’ αυτόν, για να μην έχω την ίδια «τύχη» με το συνάδελφο μου που σκοτώθηκε. Είπαμε, ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη…Σίγουρα και σ’ αυτή τη δουλειά δεν ήταν μέλι-γάλα (όπως σ’ όλες άλλωστε). Απέκτησα μυωπία εξ’ αιτίας του υπολογιστή κι αυξήθηκε μέσα στη φυλακή (Από το να βλέπεις κοντά, από τοίχο σε τοίχο, δεν εξασκείται το μάτι για τα μακριά).

Εκείνο τον καιρό ήρθε και ο Πόλυς για να τον βοηθήσω να μεταφέρουμε τρόφιμα και είδη οικιακής χρήσεως σε κάποιον φίλο του καταζητούμενο, λόγω του ότι δεν ξέρει να οδηγάει ούτε αυτοκίνητο ούτε μηχανή. Και τον ευχαριστώ για την επιλογή του τόσο σαν φίλο και σαν σύντροφο που αργότερα με αποκάλυψε και την ταυτότητά του. Αφού είχα ήδη βιώσει και κατανοήσει την καθημερινότητα της εργασίας και συναισθηματικά φορτωμένος, με ήταν αδύνατο να μην σταθώ αλληλέγγυος σε κάποιον που έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά ώστε να ζει ελεύθερος, θα ακύρωνα τον εαυτό μου τόσο ατομικά όσο και κοινωνικά. Η αξιοπρέπεια στη ζωή, ο σεβασμός προς τον άνθρωπο, το πάθος για την ελευθερία είναι αυτά που αντιπροσωπεύουν τον Βασίλη Παλαιοκώστα. Ενάντια πάντα σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης ληστεύοντας τράπεζες, δηλαδή τη νόμιμη τοκογλυφία του κράτους, για να επιβιώσει κι όχι για να γίνει πλούσιος, οι πράξεις του δεν αντικρούονταν στη συνείδηση μου. Δεν θεοποιώ την παρανομία του γιατί για μένα  πρόκειται για μια κάπως…περιορισμένη ελευθερία. Σέβομαι όμως την επιλογή του απ’ το «ζήσε σαν σκλάβος και πέθανε σαν λάθος», όπως και την σέβεται το μεγαλύτερο ποσοστό της κοινής γνώμης. Και τον προτιμάει κι ο κάθε αστυνομικός απ’ τον κάθε ληστή περιπτέρου, απ’ τον κάθε τσαντάκια, απ’ τον κάθε νταβατζή, απ’ το κάθε βαποράκι της πρέζας, απ’ τον κάθε απατεώνα. Κι αυτό που με είπαν οι αστυνομικοί στα κρατητήρια ήταν: «Παρακαλούσαμε να ήταν ο Βασίλης Παλαιοκώστας πίσω απ’ την απαγωγή του κ. Μυλωνά γιατί έγιναν κάποιες γκάφες απ’ την μεριά μας κι υπήρχε περίπτωση να τον χάναμε. Είναι ο άνθρωπος που ξέρει τι θέλει και πώς να το πάρει χωρίς να υπάρξουν απώλειες». Αυτό ακριβώς με είπαν!

Παρ’ όλ’ αυτά θέλουν να τον απομονώσουν (ακόμα και να τον εξοντώσουν, σύμφωνα με την επιστολή που έστειλε στην Ελευθεροτυπία τον Φεβρουάριο του 2010), επειδή έχει ρεζιλέψει πολλές φορές τις αρχές και χωρίς να σφάλλει κανέναν, να είναι και αρεστός στον κόσμο, κάτι που ζηλεύει το κάθε πολιτικό λαμόγιο με την ταυτότητα του ληστή ή του κλέφτη.

Όλα αυτά εδώ είναι κάτι που είχα πει και πρωτόδικα. Πέρασαν μόλις 3 χρόνια από τότε για να αποδειχθεί ότι όλοι οι διεφθαρμένοι πολιτικοί που πέρασαν από τη βουλή μεταπολιτευτικά, χρεοκοπήσανε τη χώρα παίζοντας με τη Siemens, Βατοπαίδι, χρηματιστήριο, ομόλογα, συστήματα C4I, υποβρύχια, ΟΣΕ, Ελληνικό δημόσιο-ρουσφέτια, κλπ, φτιάχνοντας όλοι τους περιουσίες για να ‘χουν να φάνε μέχρι και τα τρισέγγονά τους και κανένας δεν διώχθηκε ποτέ ποινικά. (Είπα κανένας; Συγγνώμη, προέκυψε το προεκλογικό δώρο «Άκης Τσοχατζόπουλος»…). Και καλούνε τους πολίτες, κυρίως τους χαμηλόμισθους, τους συνταξιούχους και την εργατική τάξη, που ήταν εντάξει στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος όλα αυτά τα χρόνια, να πληρώσουν όλη την οικονομική κρίση (που αυτοί μας έφεραν σ’ αυτό το σημείο) με την ένταξη στο ΔΝΤ, με το μνημόνιο, την έκτακτη εισφορά, το χαράτσι της ΔΕΗ, μειώνοντας μισθούς και συντάξεις και κόβοντας επιδόματα. Εμείς τα ‘χουμε πληρώσει ήδη όλα αυτά και τώρα έπρεπε να τα πάρουμε πίσω κι όχι να μας τα ξανακλέβουνε με φόρο κόντρα στο φόρο. Λες και οι φόροι φέρνουν έσοδα… «Εμείς δεν τα φάγαμε» (οι αλήτες, οι κοπρίτες, οι μαλάκες κι οι τεμπέληδες), αυτοί τα φάγανε κι αυτοί πρέπει να τα γυρίσουν πίσω.

Αυτοί οδήγησαν τον κόσμο στην εξαθλίωση και στη ζητιανιά, στην κατάθλιψη και στη μετανάστευση εξ’ αιτίας της ανεργίας, στις αυτοκτονίες μετά από οικονομική κατάρρευση, στη φυλακή για να έχουν τουλάχιστον να φάνε (φανταστείτε ότι έχει ξεφτιλιστεί το νόημα της ελευθερίας απέναντι στην επιβίωση), στα συσσίτια της εκκλησίας (να λέμε κι ευχαριστώ στους ουδέποτε φορολογούμενους). Αυτοί εξαγρίωσαν τον κόσμο κι έκλεξε τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής από αντίδραση, χωρίς να ξέρουν καν τι είναι. Αυτοί υποθάλπουν τους φοροφυγάδες επιχειρηματίες εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ ενώ ταυτόχρονα στέλνουν κόσμο στη φυλακή για απλήρωτα πρόστιμα του ΚΟΚ της τάξης των 300 €. Επειδή απ’ την κακομεταχείριση και τη διαφθορά χρεοκοπήσανε τα παραμάγαζά τους, θα χρεοκοπήσουνε και τα σπίτια μας; Αν αυτοί δεν είναι νταβατζήδες κι εγκληματική και τρομοκρατική οργάνωση, τότε ποιος είναι; Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τρομοκρατία απ’ το να μην μπορείς να ταΐσεις το παιδί σου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη τρομοκρατία απ’ το να μην ξέρεις τι σε περιμένει αύριο. Μόνο στον πόλεμο γίνονται αυτά. Και μόνο ένας τους διώχθηκε ποινικά. Ε, φυσικά γι’ αυτούς το σύνταγμα, οι νόμοι, οι δικονομίες κλπ είναι κομμένα και ραμμένα στα μέτρα τους. Το κράτος όταν φτιάχνει ένα νόμο δεν υποχρεώνει μόνο τους πολίτες να τον σεβαστούν αλλά αυτοδεσμεύεται. Άσχετα που μπορεί να τον παραβεί…χωρίς να τον παραβεί, δηλαδή ή θα τον τροποποιήσει ή θα τον καταργήσει ή θα τον αντικαταστήσει από έναν άλλο πιο εφαρμοστό. Όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στο νόμο, ο νόμος δεν είναι ίσος προς όλους κι αυτό το βλέπουμε και το ζούμε μέσα στη φυλακή που είναι γεμάτη από φτωχοδιάβολους, γιατί κρίνουν απ’ τη στιγμή κι όχι απ’ το χρόνιο αποτέλεσμα.

Αποτέλεσμα της χρόνιας κλεψιάς του κράτους είναι η οικονομική κρίση, αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης είναι η άνοδος της εγκληματικότητας. Το κράτος τι κάνει γι’ αυτό; Έχει γεμίσει τις φυλακές με κλεφτρόνια. Μα είναι το ένστικτο της επιβίωσης. Όταν ένας δεν έχει να φάει, αναγκαστικά θα κλέψει. Είναι ο νόμος της ζούγκλας, το ένα ζώο σκοτώνει το άλλο για να ζήσει. Εγώ όταν έχω ένα σάπιο δέντρο, δεν περιμένω να καρποφορήσει για να πετάξω τους σάπιους καρπούς, το κακό από την ρίζα κόβεται. Και μετά «αναρωτιούνται» γιατί οι 4 στους 5 αποφυλακισθέντες γυρίζουν πίσω με πιο βαριές κατηγορίες…

Η αντεγκληματική πολιτική απ’ την πρόληψη, την καταστολή και τον σωφρονισμό, είναι μια αποτυχία εσκεμμένη όπου ο κάθε κρατούμενος αντιστοιχεί σ’ έναν εγκληματία και ξέρουμε ότι ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο το έγκλημα αλλά και το ποινικό δίκαιο: και την οργάνωση της ποινικής δικαιοσύνης και της αστυνομίας. Κι η καταπολέμηση του εγκλήματος, αφορά καθαρά την προστασία του κεφαλαίου. Δεν υπάρχει σωφρονισμός, αν υπήρχε θα ξέρατε το πόσος χρόνος χρειάζεται για να ενταχτεί κάποιος αρμονικά στην κοινωνία και το πόσος δεν χρειάζεται για να μην γίνει κάποιος πραγματικά δημόσιος κίνδυνος. Έχουμε ξεχάσει τη λειτουργία και το νόημα της ποινής. Η φυλακή υπάρχει καθαρά ως τιμωρία (δηλαδή όταν βλέπω παππούδες 75-80χρ. στη φυλακή, ε, αυτοί δεν νομίζω να σωφρονιστούν σε τέτοια ηλικία, αν προλάβουν να βγουν, γι’ αυτό λέω ότι είναι τιμωρία). Τιμωρία θα μπορούσε να ήταν κι ο περιορισμός κατ’ οίκον ή η κοινωφελής εργασία, πχ βάλτε μας όλη μέρα να κάνουμε αναδασώσεις στα καμένα τα βουνά…

Δεν θ’ αναφερθώ λεπτομερώς για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, για το φαγητό, την υγειονομική περίθαλψη, τη θέρμανση κ.ά. γιατί τα θεωρώ πια κάπως προκλητικά εν καιρώ οικονομικής κρίσης, μην ξεχνάμε ότι πολλοί κατέληξαν στη φυλακή για να τα εξασφαλίσουν επειδή αναγκάστηκαν να κλέψουν. Δεν θα πω λεπτομέρειες για τους τυπικούς κανονισμούς, δηλαδή για την μη εφαρμογή του Σωφρονιστικού Κώδικα, για τα ατομικά μας δικαιώματα, τον υπερπληθυσμό, τους ξυλοδαρμούς της υπηρεσίας και τα πειθαρχεία. Ούτε για τους άτυπους κανονισμούς, δηλαδή για το καθεστώς διαφθοράς που επικρατεί, για την πρέζα που πλασάρει η υπηρεσία, τους τσαμπουκάδες και τις μαχαιριές μεταξύ κρατουμένων γιατί είναι σαν να αναλώνομαι στη σιχαμερή καθημερινότητά της. Αν και με είναι δύσκολο να ξεχάσω εικόνες από ανθρώπους που μαζεύουν τις γόπες από κάτω για τις καπνίσουν, να ψάχνουν ποτήρια μέσα στους κάδους για να πάρουν το γάλα της υπηρεσίας, να σε παρακαλάνε να σε πλύνουν τα ρούχα για ένα πακέτο τσιγάρα, άνθρωποι που δεν ξέρουν να γράφουν το όνομά τους. Αυτοί οι άνθρωποι αποφυλακίζονται για να ενταχθούν στο πουθενά.

Το ότι μπαίνουν οι ανθρωποφύλακες στον θάλαμο και το μόνο που κάνουν είναι να μετρήσουν πόσοι είμαστε χωρίς να πουν καλημέρα, δεν σημαίνει ότι είναι σωφρονιστές. Η «σωφρονιστική» πρακτική δεν καταλήγει στην μείωση της εγκληματικότητας αλλά αντίθετα σ’ ένα εργοστάσιο υπερπαραγωγής της εγκληματικότητας. Απ’ τη στιγμή που στη φυλακή δεν εκπαιδεύεσαι κάπου να μάθεις μια δουλειά ας πούμε, αναπόφευκτα οι επιλογές των κρατουμένων είναι μεταξύ εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, μπράβων της νύχτας, κλπ. (Μπαίνεις βαποράκι-βγαίνεις βαρώνος, μπαίνεις κλεφτρόνι-βγαίνεις λήσταρχος). Όταν δεν έχεις περάσει απ’ τη φυλακή, δύσκολα μπαίνεις σ’ αυτούς τους κύκλους, ακόμα κι αν το θέλεις ή ψάχνεσαι, γιατί δεν ξέρεις πού να απευθυνθείς, ποιόν να εμπιστευτείς και ποιος να σ’ εμπιστευτεί. Ενώ μέσα, αυτά έρχονται από μόνα τους και συνήθως αλλοτριώνεσαι κιόλας, αφού οι συναναστροφές σου, αν δεν είναι τυχαίες, είναι ως το σημείο της συνεργασίας της επιβίωσης. Αυτό είναι που λέμε «καλός μπαίνεις-χειρότερος βγαίνεις: πόσο καλός δεν ξέρω, αλλά χειρότερος απ’ ότι ήσουν, σίγουρα! Το παρατηρούμε συνεχώς ότι στεγνώνουμε απ’ τα πιο αγνά συναισθήματα, ισχυροποιώντας τα πιο άγρια ένστικτα.

Ισχύει βέβαια κι αυτό που λένε ότι η φυλακή είναι σχολείο (της κακιάς ώρας φυσικά), αφού είναι η μικρογραφία της κοινωνίας…Ή η κοινωνία είναι η μεγέθυνση της φυλακής; Εγώ όμως ξέρω ένα, ότι «η λίγη φυλακή ίσως κάνει και καλό αλλά η πολύ σε σκοτώνει». Σε 1 ή 2 χρ. αρχίζεις να εκτιμάς πολλά απλά καθημερινά πράγματα που τα είχες ως δεδομένα και δεν τα πολυεκτιμούσες, όπως τους φίλους σου, την θάλασσα, τον έρωτα, μια βόλτα με τη μηχανή, το γήπεδο – την ροή του κόσμου, ένα περίπατο το βράδυ, κ.ά. Τα παραπάνω χρόνια όμως, σε ψυχραίνουν απ’ τους ανθρώπους σου, σε αποξενώνουν απ’ την κοινωνία. Δηλαδή πιστεύω πως θα ήταν πιο αποτελεσματικό αν η φυλακή λειτουργούσε πραγματικά μόνο για την στέρηση της ελευθερίας κι όχι γι’ αυτό που επικρατεί σήμερα. Άλλο είναι το τι υπάρχει στο Σωφρονιστικό Κώδικα στα χαρτιά κι άλλο είναι το βιωματικό, άλλο είναι τα χαρτιά κι οι βεβαιώσεις ότι δεν έχουμε τιμωρηθεί (στα 3,5χρ.) πειθαρχικά κι άλλο είναι να κατανοήσει κανείς το τι πραγματικά άθλος κι υπομονή είναι. Γι’ αυτό και τα ελαφρυντικά μένουν στα χαρτιά και σπανιώς δίνονται. Η παραδειγματική τιμωρία υπάρχει κι ακούγεται, η παραδειγματική αμοιβή όμως…; Ποιο θα είναι το κίνητρο για τους υπόλοιπους; Τέλος πάντων…

Είχα αρκετό χρόνο να σκεφτώ κατά πόσο μ’ αξίζει η φυλακή, σύμφωνα μ’ αυτά που έπραξα και με την ποινή μου. Ο καθένας κάνει την αυτοκριτική του κι από κει και πέρα παίρνει το δίδαγμά του και τις αποφάσεις του, αλλά όταν βλέπω υπόθεση με πιο σκληρά αδικήματα (στο ανθρώπινο πάντα), να πέφτουν μικρότερες ποινές, τότε νιώθω αδικημένος. Δηλαδή έχουμε δει υποθέσεις για δολοφονίες να καταδικάζονται σε 20-25 χρ. , για βιασμούς 10-15 χρ. Εγώ δεν λέω ότι είναι λίγα τα χρόνια γι’ αυτούς, αλλά εγώ για μια υπόθαλψη καταδικάστηκα σε 22χρ!!! Εγώ ούτε βίασα, ούτε σκότωσα είτε από αμέλεια είτε από εν βρασμώ ψυχής. Εγώ δεν έχω διαβάσει τον Ποινικό Κώδικα, ούτε γνωρίζω από δικονομίες, απλά ευαισθητοποιούμαι όπως όλος ο κόσμος, στον ανθρώπινο πόνο. Μπορώ να διαβαθμίσω τα εγκλήματα, από το πιο απεχθές στο λιγότερο, κατακρίνοντας περισσότερο αυτούς που έχουν αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή μαζί με τους παιδεραστές και τους βιαστές, μετά για βασανισμούς και σωματικές βλάβες, μετέπειτα για ναρκωτικά, ψυχολογική βία, για  απατεωνιές, ληστείες, κλοπές, κ.ά. Δηλαδή για μένα, δεν μπορεί κάποιος που έχει κάνει 1,2 ή 3 ληστείες τραπεζών να έχει την ίδια ποινή μ’ έναν παιδεραστή, αυτό είναι άδικο.

Άδικο είναι όταν συλλαμβάνονται αστυνομικοί για εμπόριο ναρκωτικών, για διακίνηση μεταναστών, για εκβιασμούς σε μαγαζιά, ακόμη και για ένοπλες ληστείες σε προποτζήδικα, να τίθενται απλά σε διαθεσιμότητα, ενώ απλοί πολίτες για τις ίδιες πράξεις να κάθονται 4-6 χρ. στη φυλακή, κι ας έχουνε τα ίδια άλλοθι και τα ίδια δικαιολογητικά. Άδικη είναι η μεταχείρισή μου στις φυλακές που ξεχωρίζω ανάμεσα σε ισοβίτες, «σκληρούς» κρατούμενους κι επώνυμους δραπέτες, χωρίς να έχω δώσει το παραμικρό δικαίωμα, άδικες είναι οι τακτικές άνευ λόγου μεταγωγές και τα ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας (κοιτάξτε γύρω σας) που διαμορφώνουν αρνητικά όλη τη δίκη μέχρι τώρα. Κι αν κρίνατε ότι δεν σας επηρεάζουν μετά τις ενστάσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, σίγουρα δείχνουν ότι δεν είναι μια συνηθισμένη δίκη, μια δίκη όπως οι άλλες. Κι όλ’ αυτά επειδή μας έδωσαν «αξία» τα ΜΜΕ, επειδή τους χαμογελάσαμε και δεν τους βρίσαμε όπως έχουν συνηθίσει: αυτοί είναι οι πρώτοι που μας καταδικάσανε πριν περάσουμε την πόρτα της δικαιοσύνης, αυτοί είναι οι πρώτοι που πυροβολούν τους τηλεθεατές επηρεάζοντάς τους με τον τρόπο που ξέρουν και μόνο αυτοί θέλουν, αυτοί ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, αυτοί είναι η 1η κι όχι η 4η εξουσία πια.

Ολ’ αυτά για μένα σημαίνουν αδικία, κι όπου υπάρχει αδικία, η αξιοπρέπεια κι η αλληλεγγύη είναι τα μόνα που διανοούμαι να υπερασπιστώ. Γι’ αυτό και πιστεύω πως η ποινή των 22χρ. και δεν μ’ αξίζει και δεν είναι καθόλου ανάλογη μ’ αυτά που έπραξα, δηλαδή την υπόθαλψη εγκληματία, αφού και τα αμφίβολα σημεία είναι πολύ περισσότερα απ’ τα ενοχοποιητικά. Θεωρώ ότι είναι αποτέλεσμα της εκδικητικής μανίας που τρέφουν οι αρχές στον Βασίλη Παλαιοκώστα. Το ότι στάθηκα αλληλέγγυος σ’ έναν ανυπότακτο άνθρωπο με σαφή ανθρώπινο χαρακτήρα κατά την περίοδο της διαφυγής του, δηλαδή να του πηγαίνω τρόφιμα και να κρατάω το στόμα μου κλειστό (τα οποία δεν αρνήθηκα), είναι αρκετά ώστε να διώκομαι για κάποια γεγονότα που δεν ήμουν. Τέλος, η ποινή των 22χρ. καταδεικνύει ουσιαστικά την ποινικοποίηση της φιλίας και της αλληλεγγύης, τόσο σε μένα όσο και σ’ όσους είναι πρόθυμοι μελλοντικά να σταθούν αλληλέγγυοι σ’ οποιοδήποτε καταζητούμενο. Γι’ αυτό μπορεί για τις δικονομίες να θεωρούμαι πάντα ένοχος αλλά στην συνείδησή μου, απέναντι στην οικογένειά μου, στους φίλους και τους συντρόφους μου, θα ‘μαι πάντα καθαρός!

Βαγγέλης Χρυσοχοΐδης
Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

|||||

Περισσότερα για την υπόθεση:

Από την απολογία του Βαγγέλη Χ. (υπόθεση Παλαιοκώστα-απαγωγής Μυλωνά)

Έντυπο υλικό αλληλεγγύης στους Βαγγέλη Χ. και Πόλυ Γ.

Από το Εφετείο για την υπόθεση απαγωγής του βιομηχάνου Γ. Μυλωνά

“Δεν είμαστε αγανακτισμένοι, δεν είμαστε πασιφιστές” – για την απεργία των ανθρακωρύχων στις Αστούριες, Ισπανία 12/6/2012

Ένα ενδιαφέρον κειμενάκι από Ισπανία, που δίνει και μια εικόνα για τη συζήτηση εντός του κινήματος, σχετικά με την μαχητική απεργία διαρκείας των ανθρακωρύχων (πάνω από 8.000 απεργοί) στις Αστούριες, που κρατάει απ’ τις 24 Μάη. Πηγή*: http://larevueltadelasneuronas.com/2012/06/05/336/

“Nosotros no somos el 15M, nosotros no somos pacifistas, hemos venido a por todo. No tenemos miedo, somos mineros”.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=qzGUL5dmTfE]

“Εμείς δεν είμαστε το 15Μ (Αγανακτισμένοι), δεν είμαστε πασιφιστές, ερχόμαστε έτοιμοι για όλα. Δε φοβόμαστε, είμαστε ανθρακωρύχοι”

Η απεργία επ’ αόριστον των ανθρακωρύχων λόγω της μείωσης του επιδόματος κατά 63%, έχει πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση, όχι λόγω της ίδιας της απεργίας, όσο της πρακτικής των απεργών. Οι ανθρακωρύχοι είναι μια από κείνες τις παραδοσιακές κοινότητες της εργατικής τάξης, που κληροδοτούν από γενιά σε γενιά μορφές ενότητας, έτσι η δουλειά γι αυτούς δεν είναι απλώς βιοπορισμός, αλλά κι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής, με αντίκτυπο πολύ ευρύτερο της εργασίας. Αποτελεί ταυτόχρονα ένα είδος ελέγχου της πολιτιστικής έκφρασης, και μια κληρονομιά που μεταδίδεται από πατέρα σε γιό, καθώς μαθαίνεται αυτή η σκληρή εργασία που δύσκολα μπορεί να κατακερματιστεί και να εξαχθεί σε υπεργολαβίες. Οι ανθρακωρύχοι δουλεύουν ενωμένοι σε περίπλοκα και δύσκολα καθήκοντα, όπου η εμπιστοσύνη του καθενός στον άλλον είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλεια όλων. Συνηθίζουν να φορούν τις ίδιες φόρμες, με τις οποίες μπορεί άμεσα να ταυτοποιηθεί ο καθένας τους ως μέρος μιας αδιαχώριστης ενότητας, απ’ την οποία αντλούν μια αξιοζήλευτη μνήμη αγώνων, ενώ μένουν όλοι στην ίδια περιοχή, γύρω από τα ορυχεία. Η γεωγραφία του πεδίου της μάχης που επέλεξαν τους είναι πιο γνωστή κι απ’ το σπίτι τους, ενώ απέναντί τους έχουν τα γουρούνια των ΜΑΤ, να χάσκουν -πιο γελοία από ποτέ- ανάμεσα σε κοπάδια από κατσίκες.

Υπάρχει εδώ μια ολόκληρη μνήμη που κατασκευάζεται, ένα συνεκτικό habitus που θα έλεγε ο κοινωνιολόγος Πιέρ Μπουρντιέ. Πάει να πει, δεν έχουν μόνο ένα “σύστημα επαρκούς και μετακινούμενου ανεφοδιασμού”, ένα σύστημα δομών τις οποίες χτίζουν. Έχουν επίσης μια τεχνογνωσία ενσωματωμένη στην ίδια τους την ταυτότητα, όντας ανθρακωρύχοι από τότε που θυμούνται τον εαυτό τους, από την πρώτη τους κοινωνικοποίηση. Το habitus, είναι κάτι πάνω στο οποίο δεν διερωτάται κανείς, αλλά αυτόματα οι δράσεις του ανταποκρίνονται σ’ αυτό με τρόπο σιωπηλό και προσήκοντα. Στη δική τους αναπαράσταση του τί είναι ο ανθρακωρύχος, συμπεριλαμβάνεται και το να αγωνίζεται κλείνοντας τους δρόμους. Στο ρεπερτόριο της συλλογικής δράσης, η μορφή στην οποία προβάλλουν τις διεκδικήσεις τους, εξυψώνεται συνδεδεμένη με την εικόνα του κουκουλοφόρου με τον δυναμίτη. Ούτε μια εφημερίδα δεν τους έχει κατηγορήσει ακόμα για “αντισυστημικούς”, ακριβώς επειδή όλος ο κόσμος αντιλαμβάνεται τη δραστηριότητά τους ως μια κανονικότητα των ανθρακωρύχων, ακόμη κι αυτοί που δεν τους αρέσει. Δεν μπορούν έτσι να ποινικοποιήσουν τις κινητοποιήσεις όπως θα έκαναν σε άλλη περίπτωση.

Μια καθαρά αισθητική ανάγνωση της πολιτικής και της σύγκρουσης, μας οδηγεί να παρέμβουμε στην κυοφορούμενη διαμάχη, έχοντας σε σύγχυση μέσα στο κεφάλι μας εξιδανικευμένες καρτ-ποστάλ, που αποτελούν καρπό του φαντασιακού. Από εδώ προκύπτει και η τάση να θέλουμε να συγκρίνουμε το κίνημα 15Μ (οι Αγανακτισμένοι) με τους ανθρακωρύχους, λες και πρόκειται για αμοιβαία αποκλειόμενες δράσεις, ή λες και θα μπορούσε η μια να μιμηθεί την άλλη σαν σενάριο. Οι ανθρακωρύχοι ως αρχή, χρησιμοποιούν πιο σκληρά εργαλεία και μεθόδους, χαρακτηριστικά του υψηλότερου επιπέδου δέσμευσης, στις διεκδικήσεις εργασιακών συνθηκών, περισσότερο από κάθε άλλο αμυντικό αγώνα, που προσπαθεί να αμυνθεί στο υπάρχον, χωρίς να διεκδικεί ένα άλλο πιθανό τέτοιο. Η αυξημένη χρήση της βίας δε συνεπάγεται πάντα και αυξημένη ριζοσπαστικοποίηση των αιτημάτων κι αντίστροφα, η μη χρήση βίας, δε συνεπάγεται και αδυναμία.

Αυτή δεν είναι με τίποτα μια κριτική στους ανθρακωρύχους, αυτοί το γνωρίζουν άλλωστε πολύ καλά. Είναι μια κριτική σ’ εκείνους που τους βλέπουν σαν αυνανιζόμενοι θεατές: τους επίδοξους ηγέτες μιας προφητικής επανάστασης, σχεδόν θεϊκών, εντολών, χωρίς να αντιλαμβάνονται την πολυπλοκότητα της συγκυρίας. Το ερωτικό φαντασιακό του γαλάζιου πίθηκου αποζητά “καθαρούς αγώνες” και αναπαριστά το στόμα του Λένιν που πια δεν έχει και πολλά κοινά με τον επαναστάτη του 1917. Όπως είπε ο Όσκαρ ουάιλντ “μπορώ να αντέξω την ωμή βία, όμως η ωμή λογική δεν υποφέρεται”. Ορισμένοι απ’ αυτούς επινοούν δικαιολογογίες για το βαλσάμωμα ενός σταλινισμού απ’ το καταφύγιο του οποίου η ιστορία είναι ήδη γραμμένη και δεν μένει παρά να γυρίσουμε πίσω. Ο Μαρξ έθιξε ακόμα κι αυτό το ζήτημα των θλιβερών παθών, σημειώνοντας “στον αγώνα εναντίον τους η κριτική δεν είναι ένα πάθος του κεφαλιού, αλλά η κεφαλή του πάθους”.

Η ανάγνωση του Μαρξ, θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει και την επιτροπή περιβάλλοντος της κατάληψης της πλατείας Sol. Στην μικρή κομψή πολιτική τους δήλωση δεν αντιλαμβάνονται ούτε τη χρονική στιγμή, ούτε τις ανάγκες. Αυτιστικοί στην πολιτική και ηθική τοποθέτηση, δεν διερευνούν την κοινωνική διάσταση των ορυχείων στις πόλεις και στις επαρχίες που εξαρτώνται απ’ αυτά. Δεν μιλάμε φυσικά για μια υπεράσπιση του λιθάνθρακα και των ορυχείων ως πρακτική, αλλά για την υποστήριξη των ανθρακωρύχων. Δεν γίνεται να γκρεμίσεις με ένα χτύπημα μια υποδομή που μολύνει, χωρίς προηγουμένως να βρεις εναλλακτικές που να επιτρέπουν στους ανθρώπους αυτούς να διάγουν αξιοπρεπώς τις ζωές τους. Η ζωή στα ορυχεία είναι πολύ σκληρή για όσους βρίσκονται εκεί μέσα, και κανείς δε διεκδικεί αυτήν την εκμετάλλευση ή και τα ίδια τα ορυχεία, αλλά το αποτέλεσμα στην κοινότητα. Μέχρι να είναι σε θέση να ζήσουν αξιοπρεπώς χωρίς να υποφέρουν στα ορυχεία, αυτά δεν μπορούν να κλείσουν. Ο σεβασμός για το περιβάλλον είναι στενά συνδεδεμένος με την κοινωνική και υλική πραγματικότητα της γης στην οποία ανήκει.

Στην αντίπερα όχθη, από άποψη γεωγραφική, πολιτιστικής και οικογενειακής κληρονομιάς, βρίσκονται οι Αγανακτισμένοι του Οβιέδο, προσφέροντας έναν άλλον τύπο  πολιτικής προσέγγισης πολύ πιο ενδιαφέροντα. Δεν περιορίζονται στην παροχή στήριξης στους ανθρακωρύχους με διαμεσολαβημένη και φιλανθρωπική στάση, αλλά δείχνουν την αναγκαιότητα σύνδεσης μεταξύ των διαφορετικών πραγματικοτήτων. Μεταξύ άλλων, πιέζοντας τους ανθρακωρύχους να ενοποιήσουν τον εργατικό αγώνα τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Ένα πλήθος κατακερματισμένων εμπειριών που όμως μπορούν να επικοινωνηθούν με απλά λόγια, που η ύπαρξη της μιας δεν αποκλείει την άλλη, υβριδικά, ανάμεικτα, οι αγώνες μέσα κι έξω απ’ την εργασία, δείχνουν το πώς θα ανυψωθούν ώστε να συντρίψουν το σύστημα.

Δε χρειάζεται οι ανθρακωρύχοι να γίνουν Αγανακτισμένοι, ούτε οι Αγανακτισμένοι να γίνουν όπως οι ανθρακωρύχοι, αλλά ο συντονισμός μεταξύ των δυο διαφορετικών δυναμικών, να βρει μια ισορροπία μεταξύ των διακριτών συμφερόντων των δυο κόσμων που συνυπάρχουν την ίδια χρονική στιγμή. Μια νέα λογική που θα λαμβάνει υπόψιν της την κοινότητα στο σύνολό της, διότι διαφορετικά, το ορυχείο που θα πετάξουμε απ’ την εξώπορτα θα ξαναεμφανιστεί απ’ το παράθυρο: στο ποτάμι των νέων απολυμένων που θα μεταναστεύσουν στην Μαδρίτη, αδειάζοντας την περιοχή τους απ’ τις ζωές και τα ταλέντα τους.

Είναι εφικτό να επεκταθεί το εύρος της κινητοποίησης τόσο σε πλήθος όσο και σε ριζοσπαστικότητα, δένοντας τα τρία πλοκάμια απ’ τα οποία ζωογονείται η καπιταλιστική συσσώρευση, και στα οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια εναλλακτική λύση: την κερδοσκοπία των ιδιοκτητριών εταιριών γύρω απ’ τη στέγαση, την υποχώρηση της εργασίας ως κοινωνική και οικονομική εξασφάλιση, και το δημοκρατικό έλλειμα που καθιστά αδύνατη την αξιοπρέπεια σε κάθε τομέα της ζωής. Να οικοδομήσουμε το πανεπιστήμιο των ορυχείων και να κάνουμε ορυχείο τα πανεπιστήμια που μαζί με τα μέσα συγκοινωνίας μπορούν να μπλοκάρουν την πόλη. Να οργανώσουμε πολιτικά την άρνηση πληρωμής του υποτιθέμενου χρέους, διεκδικώντας τα πάντα που ανήκουν σε όλους, για όλους: στέγη, εισόδημα, δημοκρατία.

Puxa Asturies!

* * *

Ενημέρωση απ’ τις 11/6/2012 απ’ το LaHaine: http://translate.google.com/translate?sl=auto&tl=el&js=n&prev=_t&hl=el&ie=UTF-8&layout=2&eotf=1&u=http%3A%2F%2Fwww.lahaine.org%2Findex.php%3Fp%3D61958

Φωτογραφίες απ’ τις συγκρούσεις των ανθρακωρύχων με την αστυνομία: http://tierraylibertadmojacar.blogspot.com/2012/06/mineros-asturianos-esta-semana.html, κι άλλες φωτογραφίες [η μάχη του Pozo Santiago],[οι ανθρακωρύχοι αντιστέκονται μέχρι τέλους], [28-30 Μάη]

*lol, έχει και ποστ για ψήφο στο σύριζα…

Μπαγκλαντές: Η επιστροφή των κολασμένων, Μάιος 2012

Μπαγκλαντές: Η επιστροφή των κολασμένων

Μέρες οργής για τους εργάτες της υφαντουργίας

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=rlGJjvVb1GU]

Μετά από μια μακρά περίοδο σχετικής ησυχίας, οι εργάτες περνούν και πάλι στη δράση στη βιομηχανία ενδυμάτων του Μπαγκλαντές.

Από την ανάπτυξη της νέας Βιομηχανικής Αστυνομικής Δύναμης (IPF) το 2010, οι αγώνες περιορίστηκαν αρκετά εξ αιτίας των καινοτόμων τακτικών της Βιομηχανικής Αστυνομίας. Όμως τα πρόσφατα γεγονότα στο βιομηχανικό προάστιο Ashulia της πρωτεύουσας Ντάκα, δείχνουν ότι η οργή, η αλληλεγγύη και η θέληση για αγώνα αλλά και το ίδιο το αριθμητικό πλήθος των εργατών δεν μπορεί να συγκρατείται για πάντα.

Την Πάμπτη 12 Μαΐου 2012, στην Ashulia, ένα βιομηχανικό προάστιο της Ντάκα, στη διάρκεια της απογευματινής βάρδιας, ο Σαλμάν, ένας αποθηκάριος των εργοστασίων Hameem Group, επιπλήτεται από έναν διευθυντή επειδή μίλησε στο κινητό του εν ώρα εργασίας. Η λογομαχία κλιμακώνεται σε φυσική αντιπαράθεση των δύο ενώ το τί συνέβη στη συνέχεια είναι ασαφές. Σύμφωνα με την αστυνομία ο διευθυντής έδειρε τον Σαλμάν και τον παρέδωσε στους μπάτσους, αυτή η εκδοχή αναπαρήχθηκε σα δεδομένο απ’ τα ΜΜΕ, ενώ η αστυνομία της Ashulia επιβεβαίωσε ότι τον έβαλε στα κρατητήρια το Σάββατο. Όμως μια διαφορετική, ακόμα χειρότερη εκδοχή των γεγονότων θα κυκλοφορήσει μεταξύ των εργατών…

Πρωί του Σαββάτου, 14 Μαΐου στο εργοστάσιο της Hameem Group: Οι εργάτες φτάνουν στο εργοστάσιο για να πιάσουν δουλειά. Βλέποντας ότι ο Σαλμάν απουσιάζει ακόμα και έχοντας ακούσει για το περιστατικό της Πέμπτης, υποκύπτουν σε μια φήμη που είχε στο μεταξύ κυκλοφορήσει, ότι ο Σαλμάν βασανίστηκε μέχρι θανάτου απ’ τους διευθυντές που ξεφορτώθηκαν το πτώμα του κάπου. Οι εργάτες συγκεντρώνονται στο εργοστάσιο, ζητώντας να μάθουν τί συνέβη στον Σαλμάν, ενώ φτάνουν δυνάμεις της Βιομηχανικής Αστυνομίας προκειμένου να διαλύσουν τους εργάτες. Οι εργάτες αντιστέκονται στους μπάτσους και ξεκινούν άγριες συμπλοκές. Μια αποθήκη πυρπολείται και μηχανήματα πλεξίματος βανδαλίζονται. Ως τις 10πμ οι ταραχές έχουν μεταφερθεί στην εθνική οδό Ντάκα-Tangail, όπου οι αστυνομικοί επιτίθενται στους εργάτες με γκλομπ κι αυτοί απαντούν με ρίψεις τούβλων, και στήνοντας οδοφράγματα από πυρπολημένα ελαστικά, κόβοντας την κυκλοφορία.

Οι εργάτες του Hameem Group καλούν τους εργάτες γειτονικών εργοστασίων να τους στηρίξουν, και σύντομα χιλιάδες εργατών βρίσκονται αντιμέτωποι με την αστυνομία. Οι μπάτσοι απαντούν με πλαστικές σφαίρες και δακρυγόνα. Μέσα σ’ αυτό το χάος, κι ενώ η αστυνομία κυνηγά μια ομάδα εργατών με χτυπήματα, ένα διερχόμενο λεωφορείο χτυπά θανατηφόρα μια 30χρονη εργάτρια υφαντουργό, την Ναχάρ.

Οι εργάτες τότε αρχίζουν να επιτίθενται σε όλα τα εργοστάσια που βρίσκονταν γύρω απ’ τον δρόμο, καταστρέφοντας 50 απ’ αυτά. Επίσης, πάνω από 50 οχήματα, 12 εκ των οποίων του ομίλου Hameem, έχουν καταστραφεί. Φοβούμενοι μια μετάδοση των ταραχών, 300 τοπικά εργοστάσια σταματούν την παραγωγή και στέλνουν τους εργάτες σπίτι τους, χάνοντας εκατομμύρια σε παραγωγικές απώλειες, και αυξάνοντας την μάζα των εργατών που βρίσκονταν στους δρόμους.

Μια ομάδα εργατών καταφέρνει να αρπάξει το αυτόματο όπλο ενός μπάτσου, ενώ άλλες επιτέθηκαν σε αρκετά τηλεοπτικά συνεργεία, σπάζοντας τις κάμερες των δημοσιογράφων, ίσως εν μέρει ως απάντηση στην πρόσφατη χρήση τηλεοπτικού υλικού για την αναγνώριση ταραχοποιών. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται μέχρι τις 13:30, ενώ έκτοτε η περιοχή κατακλύζεται από μπάτσους, την Μεραρχία Άμεσης Δράσης και παραστρατιωτικούς.

Εκτός απ’ τους 2 νεκρούς εργάτες, πάνω από 100 άνθρωποι τραυματίστηκαν, συμπεριλαμβανομένων 12 περίπου μπάτσων και 6 δημοσιογράφων. Η Διεύθυνση της Hameem Group εκτιμά τις ζημιές στο εργοστάσιο και τα μηχανήματα σε πάνω από 1 εκ. δολλάρια

Πρωί της Κυριακής, 15 Μαΐου: Οι εργάτες πιάνουν δουλειά κανονικά στο εργοστάσιο της Hameem Group, όμως και πάλι όταν δε βλέπουν κάποιο σημάδι ζωής απ’ τον Σαλμάν, σταματούν τις εργασίες τους και βγαίνουν έξω απ’ το εργοστάσιο. Συγκεντρώνονται στην εθνική οδό στις 9πμ, και φέρνουν γρήγορα κόσμο απ’ τα γειτονικά εργοστάσια. Πάνω από 50.000 εργάτες βρίσκονται στο οδόστρωμα. Ξεκινούν ταραχές, οι εργάτες καίνε λάστιχα και ξύλα, στήνοντας οδοφράγματα και μπλοκάρουν την κίνηση. Ακόμα 100 άνθρωποι τραυματίστηκαν και την Κυριακή, μεταξύ των οποίων εργάτες, δημοσιογράφοι, περαστικοί και δυο μπάτσοι. Πάνω από 100 δακρυγόνα και 1.000 πλαστικές σφαίρες ρίχτηκαν εναντίον των εργατών. Εκατοντάδες εργοστάσια έμειναν κλειστά καθ’ όλην την ημέρα.

Σε μια προσπάθεια να αποκλιμακώσει την κατάσταση, η διεύθυνση της Hameem και η αστυνομία αποφασίζουν να εμφανίσουν έναν “Σαλμάν” πίσω στο εργοστάσιο. Όμως οι εργαζόμενοι δεν πείθονται ότι αυτός ο “Σαλμάν”, είναι “ο δικός μας Σαλμάν”, και η αναταραχή επεκτείνεται και στο απόγευμα.

Τελικά, η διεύθυνση της Hameem καταφέρνει να συγκαλέσει μια συνάντηση με τους εργάτες, όπου εξασφαλίζεται μια επιστροφή στην εργασία. Έξι συλληφθέντες εργάτες απελευθερώνονται απ’ την αστυνομία, και ο πραγματικός Σαλμάν εμφανίζεται προς ικανοποίηση των εργατών. Το αυτόματο που άρπαξαν οι εργάτες την προηγούμενη μέρα εμφανίζεται επίσης, κάτω από έναν σωρό από ξύλα.

Δευτέρα πρωί, Narayanganj, 15 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Ντάκα: Οι εργάτες διαμαρτύρονται για την παράνομη απόλυση πολλών συναδέλφων τους και καλούν σε στάση εργασίας στα εργοστάσια υφαντουργίας Sinha. Εκατοντάδες εργάτες στήνουν οδοφράγματα στην τοπική εθνική οδό, και μάχονται με τους μπάτσους επί δύο ώρες. Πολλά ακόμη εργοστάσια της περιοχής υφίστανται βανδαλισμούς.

Τρίτη πρωί, Narayanganj: Οι κλωστοϋφαντουργοί της Sinha κλειδώνονται μέσα στο εργοστάσιο σε μια “απεργία απ’ αόριστον”. Αν και τέτοιες κινήσεις είναι παράνομες, αποτελούν συχνό φαινόμενο. Στις 9πμ, καθώς εκατοντάδες εργατών διαδηλώνουν και έρχονται αντιμέτωποι με την αστυνομία για πάνω από μια ώρα, βανδαλίζονται πολλά οχήματα και πυρπολείται ένα λεωφορείο.

Ενώ προσπαθεί να γλυτώσει απ’ τους αστυνομικούς που την κυνηγούν, ακόμα μια εργάτρια, η 22χρονη Σόνια, σκοτώνεται όταν τη χτυπά ένα λεωφορείο. 30 ακόμη άτομα τραυματίζονται, μεταξύ των οποίων 10 μπάτσοι.

Η 18μηνη “ανακωχή” κατά την οποία και οι δυο πλευρές προσαρμόστηκαν στις τακτικές της νέας Βιομηχανικής Αστυνομίας θεωρείται πλέον λήξασα. Οι τακτικές της Βιομηχανικής Αστυνομίας μπορεί πλέον ακόμα και να τους γυρίσουν μπούμερανγκ, πυροδοτώντας μια πιθανή κλιμάκωση των ταραχών. Καθώς οι εργάτες αρχίζουν να εκτιμούν ότι το επίπεδο της οργάνωσής τους, του συντονισμού, των τακτικών και του πλήθους που περιλαμβάνουν, πρέπει να αναπτυχθεί για να αντιπαρατεθεί ικανοποιητικά στην αυξανόμενη οργάνωση των μπάτσων.

Πηγή: http://libcom.org/

Σημειώσεις:

Πολύ υλικό για την ταξική πάλη στο Μπαγκλαντές μπορεί να βρεθεί στο αρχείο του Libcom, ενώ στην καταστροφή των εργοστασίων ως περιεχόμενο των εργατικών διεκδικητικών αγώνων στο Μπαγκλαντές αναφέρεται και ο Br. Astarian εδώ.

Η νέα Βιομηχανική Αστυνομική Δύναμη ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 2010, κατόπιν αιτήματος των βιομηχάνων της κλωστοϋφαντουργίας (80% επί του συνόλου των εξαγωγών του Μπαγκλαντές), όπου απ’ το 2006 πιο εκτεταμένα, μαστίζονται από ταραχές, κυρίως γύρω από ένα πολυετές αίτημα των εργατών για αύξηση του μισθού στα 40 περίπου ευρώ απ’ τα 20 που είναι σήμερα. Τί φτάνουν αυτά τα χρήματα για έναν εργάτη στο Μπαγκλαντές; στην πραγματικότητα ίσα-ίσα για τη διατροφή του, δυο πιάτα ρύζι την ημέρα με ένα μικρό κομμάτι τηγανισμένου κοτόπουλου ή λαχανικού από πάνω για γεύση…

Οι περισσότερες απ’ αυτές τις βιομηχανίες βρίσκονται σε Ειδικές Οικονομικές Ζώνες στις οποίες το κράτος παρέχει στους επιχειρηματικούς ομίλους κίνητρα με κύριο τέτοιο το πιο κακοπληρωμένο εργατικό δυναμικό του πλανήτη, που προσλαμβάνεται και απολύεται σε μηδαμινούς χρόνους, ώστε η παραγωγή να συμβαδίζει με τις ταχύτατες εναλλαγές της ζήτησης στη δυτική βιομηχανία της μόδας, για την οποία προορίζονται τα προϊόντα. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο κρατιέται πειθαρχημένο αυτό το εργατικό δυναμικό (συνολικά πάνω από 3,5 εκ. εργάτες απασχολούνται στην κλωστοϋφαντουργία) είναι η ωμή βία.

Η νέα Βιομηχανική Αστυνομία δεν μπορεί λοιπόν παρά να εκσυγχρονίζει την κατασταλτική βία, περιλαμβάνοντας τακτικές καθημερινής επιτήρησης των εργατών σε άμεση συνεργασία με τις διευθύνσεις των εργοστασίων, απομόνωσης των πιο μαχητικών στοιχείων, τσακίσματος και καθήλωσης των υπόλοιπων σε ταπεινωτικές διαπραγματεύσεις από θέση ήττας. Τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της νέας Βιομηχανικής Αστυνομίας, οι ταραχές στην κλωστοϋφαντουργία περιορίστηκαν σύμφωνα με τις αρχές κατά 60%, ενώ το μεγαλύτερο επίτευγμα των μπάτσων ήταν να σπάσει η φυσική αλληλεγγύη των εργατών διαφορετικών εργοστασίων μεταξύ τους, καθώς οι εργάτες λόγω και των ίδιων των όρων της εργασίας τους, αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους πρώτα ως τέτοιο, κι έπειτα ως υπάλληλο της μιας ή της άλλης εταιρίας. Αυτό έγινε εφικτό μόνο με την τρομοκράτηση των εργατών οποτεδήποτε καλούσαν σε αλληλεγγύη εργάτες γειτονικών εργοστασίων, και τη χρήση καθημερινής βίας. Με τον τρόπο αυτόν, εξασφαλίστηκε μια ανάπτυξη κατά 15% των κερδών της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας. Οι αμοιβές των εργατών ασφαλώς παρέμειναν σταθερές, πολύ κάτω απ’ τον καλπάζοντα, διψήφιο πληθωρισμό.

Φυσικά, το Μπαγκλαντές είναι μια εξαγωγική, δυναμική οικονομία με σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης 6-7% τα τελευταία χρόνια, και επίσημη ανεργία μόλις 5% (καί ανάπτυξη, καί δουλειές δηλαδή). Ενεργειακά είναι αυτάρκης σε φυσικό αέριο λόγω εκμετάλλευσης υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, ενώ το χρέος του δε ξεπερνάει το 37% του ΑΕΠ. Κάτι άλλο;

Γράμμα του κρατούμενου Σ.Μ. από τις φυλακές Τρικάλων, Μάιος 2012

Το γράμμα που ακολουθεί γράφτηκε από ένα φίλο και σύντροφο που βρίσκεται από τα μέσα Φθινοπώρου στα κολαστήρια της ελληνικής δημοκρατίας. Νομίζω ότι όπως ισχύει και για κάθε κρατούμενο που αγωνίζεται, για κάθε έναν που στέκεται με αξιοπρέπεια πίσω από τα κάγκελα, ο λόγος του -όταν αυτός φτάνει σε εμάς- πρέπει να προωθείται και να διαδίδεται όσο μπορούμε.
Λευτεριά σε όσους είναι στα κελιά. (η εισαγωγή είναι απ’ το http://a-politiko.espivblogs.net απ’ όπου αναδημοσιεύεται και το γράμμα)

Γράμμα του κρατούμενου Σ.Μ. από τις φυλακές Τρικάλων

Δεν με ενδιαφέρει αν είμαι τώρα φυλακή επειδή με δικάσανε δίκαια ή άδικα, ούτε αν οι κατηγορίες μου μαγειρεύτηκαν σε κάποιο γραφείο της ελληνικής αστυνομίας και ούτε αν ορισμένα Μ.Μ.Ε. όπως zougla,espresso κτλ βιάστηκαν να προλάβουν την επόμενη μέρα και έγραψαν ότι ήθελαν ή μάλλον ότι ήθελαν οι μπάτσοι χωρίς να τα τεκμηριώσουν με κάποιο τρόπο. Δεν με ενδιαφέρει γιατί δεν αναγνωρίζω και δεν σέβομαι κανένα νόμο, κανένα δικαστήριο και πολύ περισσότερο αυτούς τους «ανθρώπους» που μας τους επιβάλουν και φροντίζουν για την εφαρμογή και την προπαγάνδα τους (από τον πιο απαθή μπάτσο μέχρι τον πρόεδρο της δημοκρατίας). Όταν μάλιστα μόνος σκοπός όλων αυτών είναι η διατήρηση της κοινωνικής ανισότητας, δηλαδή οι πλούσιοι να παραμείνουν πλούσιοι και οι φτωχοί ή να είναι σκλάβοι τους ή τουλάχιστον να μην μπορούν να διαταράξουν αυτό το είδος ισορροπίας. Όποιος καταλαβαίνει αυτό το δυαδικό σύστημα (εξουσιαστή-καταπιεζόμενου) μπορεί να εξηγήσει γιατί συμβαίνουν σχεδόν τα πάντα σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο.

Έτσι κατανοώ και εγώ τον λόγο ύπαρξης της φυλακής άρα και τον λόγο που είμαι στην φυλακή. Υπάρχει για δύο λόγους: Πρώτα να είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής φόβου για αυτούς που είναι από την έξω μεριά της, ώστε να μην τολμήσουν ποτέ να κινηθούν εκτός του πλαισίου που τους ορίζει ο νόμος είτε για να διεκδικήσουν περισσότερα υλικά αγαθά και ανέσεις είτε για περισσότερες ελευθερίες(αυτή είναι και η βασική διαφορά μεταξύ ποινικών και πολιτικών κρατουμένων). Ο δεύτερος λόγος ύπαρξης της φυλακής είναι για εκδίκηση και απομόνωση αυτών που δεν φοβήθηκαν και τόλμησαν να αναζητήσουν κάτι καλύτερο για τον εαυτό τους ή για την κοινωνική τους τάξη. Οποιοδήποτε άλλο λόγο μας προβάλλουν σαν δικαιολογία ύπαρξης της, όπως για τους αιμοδιψείς δολοφόνους, τους παρανοϊκούς βιαστές κτλ. Είναι απλά για την ηθική αποδοχή της από την κοινωνία. Έτσι και αλλιώς αν κάτι τέτοιο δεν ήταν απλά μια δικαιολογία για όλους αυτούς θα αρκούσε απλά μια μόνο φυλακή από τις δεκάδες που έχουμε σήμερα.

Κλείνοντας αυτό το πρώτο μου γράμμα από την φυλακή προς τις συντρόφισσες και τους συντρόφους μου θέλω να προτείνω ο κάθε αγώνας μας ενάντια στην εξουσία, στον νόμο και στις φυλακές να έχει βασικό σκοπό την πλήρη κατάργησή τους και όχι την αλλαγή τους ή την βελτίωσή τους προς κάτι πιο δίκαιο ή πιο ανθρώπινο, γιατί αυτό δηλώνει αποδοχή της φύσης τους και ότι η διαφωνία μας είναι σε επιμέρους λεπτομέρειες. Ας τους δείξουμε λοιπόν ότι αυτό που θέλουμε είναι τα πάντα περιορίζοντας τον διάλογο μαζί τους σε εμπρησμούς, λεηλασίες και συγκρούσεις εκτός αν κάποιος νομίζει θα έχουμε περισσότερες πιθανότητες να κερδίσουμε αυτό που θέλουμε αν το ζητήσουμε ευγενικά.
Σ.Μ.
φυλακές Τρικάλων
Μάρτιος 2012

Ένα καμένο κτήριο είναι
βανδαλισμός
Πολλά καμένα κτήρια είναι
επανάσταση

english translation: contrainfo

Γράμμα των προφυλακισμένων για τις συγκρούσεις της Πρωτομαγιάς στην Κωνσταντινούπολη, Τουρκία 30/5/2012

Ως γνωστόν, υπήρξαν κάποιες επιθέσεις σε τράπεζες και επιχειρήσεις γύρω απ’ το Mecidiyeköy-Şişli από μερικούς αναρχικούς μέσα απ’ το αναρχικό μπλοκ της πρωτομαγιάς. Είμαστε 9 απ’ τους 60 ανθρώπους που προφυλακίστηκαν με κατηγορίες απ’ την αστυνομική διεύθυνση. Είμαστε 9 αναρχικοί κρατούμενοι που συνελήφθησαν με απόφαση του 9ου ποινικού δικαστηρίου και κλείστηκαν σε κελιά τύπου Τ, απ’ όπου και γράφουμε αυτό το γράμμα.

Οι περισσότεροι από μας συνελήφθησαν απ’ τις αντιτρομοκρατικές δυνάμεις στις 14 Μαΐου, 5 το πρωί, και κάποιοι την αμέσως επόμενη μέρα. Οι υπολογιστές μας, τα τηλέφωνά μας, οι φορητές κάρτες μνήμης, τα βιβλία και πολλά προσωπικά μας αντικείμενα πάρθηκαν από την αστυνομία που εισέβαλε με 10-20 άτομα σε κάθε σπίτι. Η κατηγορία της αστυνομικής διεύθυνσης εναντίον μας αφορά την “καταστροφή δημοσίας περιουσίας στο όνομα τρομοκρατικής οργάνωσης”. Έτσι, άτομα που μοιραζόμαστε αρκετά διαφορετικές απόψεις των αναρχικών ιδεών και που βλεπόμαστε για πρώτη φορά κατά την προφυλάκισή μας, κατηγορούμαστε ότι ανήκουμε σε μια τρομοκρατική οργάνωση, ενώ κάποιοι από μας πιέστηκαν από τους αστυνομικους στη διάρκεια της ανάκρισης για να δεχθούν ότι αποτελούν την “ηγεσία” αυτής της τρομοκρατικής οργάνωσης. Ακόμα και η έννοια της ηγεσίας είναι ολότελα αντικρουώμενη με τις αναρχικές ιδέες κι έτσι είναι αδύνατο να επιβεβαιωθεί ένας τέτοιος κωμικοτραγικός ισχυρισμός των αρχών, ενώ η κατηγορία για “συμμετοχή στην ίδια τρομοκρατική οργάνωση” κάνει τα πράγματα ακόμα πιο γελοία. Οι άνθρωποι αυτοί που κατηγορούμαστε απ’ την αστυνομία ότι είμαστε μέλη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης δεν είχαμε ούτε όπλα ούτε σφαίρες στα σπίτια μας. Έτσι, βιβλία που μπορούν να βρεθούν σε πολλά βιβλιοπωλεία, όπως τα έργα του Κροπότκιν για παράδειγμα, κατονομάζονται ως “οργανωτικά έγγραφα” απ’ τους ανακριτές της αστυνομίας. Άρθρα που γράφονται και κυκλοφορούν σε ιστοσελίδες και βίντεο που μοιράζονται σε κοινωνικά μέσα, εμφανίζονται σαν αποδεικτικά στοιχεία τρομοκρατίας απ’ την αστυνομία στο δικαστήριο.

Η συμμετοχή πολλών από μας σε νόμιμες οργανώσεις που ασχολούνται με την απελευθέρωση των ζώων, τα ανθρώπινα δικαιώματα και οικολογικούς αγώνες, εμφανίζεται απ’ την αστυνομία ως αποδεικτικό στοιχείο τρομοκρατικής δράσης. Όλα αυτά συνοδευόμενα από κάθε είδους ψυχολογική πίεση σε ανθρώπους που κρατούνταν για 4 ημέρες χωρίς να τους επιτρέπεται να δουν ούτε ένα μέλος της οικογένειάς τους, ούτε να τηλεφωνήσουν σε κανέναν -ούτε καν σε δικηγόρο. Ένας LGBT φίλος μας δέχθηκε επίθεση με προσβολές. Όλοι πιεστήκαμε να αποδεχθούμε την ύπαρξη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης και να “ομολογήσουμε” τη δήθεν συμμετοχή κι άλλων ανθρώπων που μας υπέδειξαν σ’ αυτήν. Μόνο δύο συλληφθέντες που τρομοκρατήθηκαν απ’ τις απειλές για 15-20 χρόνια στη φυλακή με κατηγορίες για τρομοκρατία δήλωσαν ψεύτικα στοιχεία για τους ανθρώπους που τους υπέδειξαν χωρίς καν να τους γνωρίζουν. Υπό την πίεση των αστυνομικών, κατηγόρησαν κάποιους ανθρώπους για τους οποίους η αστυνομία δεν είχε καν κάποια στοιχεία αποκτηθέντα μέσω παρακολουθήσεων των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, του διαδικτύου ή άλλων επικοινωνιών, ως ηγέτες της οργάνωσης, και τους “ταυτοποίησαν” με τις φιγούρες των δραστών των επιθέσεων.

Οι περισσότεροι απ’ τους φίλους μας συνελήφθησαν επειδή έτυχε να μοιάζουν τα ρούχα, η τσάντα ή τα παπούτσια τους, όπως κι εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων μπορεί να μοιάζει το σώμα τους με των δραστών στα βίντεο. Αυτό φυσικά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιας δήθεν τρομοκρατικής οργάνωσης για την οποία δεν υπάρχει κανένα λογικό στοιχείο. Αυτό για το οποίο κατηγορούμαστε είναι στην ουσία η καταστροφή δημόσιας περιουσίας. Θέλουμε να καταστήσουμε σαφές ότι, ως αναρχικοί που απορρίπτουν κάθε νόμο και κάθε εξουσία και αντιμετωπίζουν το κάθε κράτος ως δολοφόνο, δεν μας ενδιαφέρει εάν το κράτος μας θεωρεί τρομοκράτες ή όχι. Δεν μας ενδιαφέρει με ποιόν τρόπο το κράτος που σκότωσε δεκάδες ανθρώπους στο “Roboski”, που σκότωσε τον 11χρονο Uğur Kaymaz με 13 σφαίρες, χωρίς να δικάσει κανέναν για όλα αυτά, θα μας δικάσει τώρα εμάς. Το ίδιο κράτος που σκότωσε 34 άτομα το 1977, χωρίς καν να κάνει ένα δικαστήριο για τα μάτια του κόσμου. Το ίδιο κράτος συλλαμβάνει 60 άτομα και προφυλακίζει 9 απ’ αυτούς για 4-5 σπασμένες βιτρίνες τραπεζών. Δυο απ’ τους συλληφθέντες φίλους μας δεν πρόλαβαν να δώσουν τις εξετάσεις για το πτυχίο στη σχολή τους, και υπάρχει μια πιθανότητα το πανεπιστήμιο να τους αποβάλλει λόγω της σύλληψής τους. Ένας φίλος μας ακόμη που ετοιμαζόταν για τις εξετάσεις του για να μπει στο πανεπιστήμιο, είναι προφανές ότι δεν θα μπορέσει να προετοιμαστεί όντας στη φυλακή. Ένας ακόμη φίλος μας μεταπτυχιακός φοιτητής, δε θα μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Μάθαμε επίσης ότι 3 φίλοι μας απολύθηκαν απ’ τις δουλειές τους μετά τη σύλληψή τους.

Από τη στιγμή που συλληφθήκαμε, νιώσαμε τί εστί το σύστημα της δικαιοσύνης για το οποίο το κράτος καμαρώνει, στην ουσία δεν είναι παρά ένα εργαλείο υποταγής και πειθαρχίας και έννοιες όπως δικαιοσύνη, δίκαιο κλπ είναι απλά θεωρίες. Θέλουμε να βγούμε έξω τώρα. Εξηγούμε όμως ότι ούτε ζητάμε ούτε παρακαλάμε τίποτε από κανέναν. Γνωρίζουμε ότι είμαστε στη φυλακή για τις ιδέες μας. Για τις ιδέες μας αυτές, δεν μετανιώνουμε για οτιδήποτε έχουμε κάνει και για οτιδήποτε ακόμη δεν έχουμε κάνει. Ο λόγος που γράφουμε αυτό το γράμμα είναι απλά για να πούμε την αλήθεια στον κόσμο ώστε να μπορέσει να δει καλύτερα τί συμβαίνει.

Γνωρίζουμε τον σκοπό αυτών που μας συνέλαβαν, δε φοβούνται απλά μην κάναμε κάτι, αλλά θέλουν να κάνουν εμάς να φοβούνται και όσους αντιστέκονται για τα δικαιώματά τους. Αυτό που δε γνωρίζουν όμως είναι ότι οι φυλακές του απαιχθούς πολιτισμού τους δε θα είναι σε θέση να καταστέλλουν τις ιδέες μας για πολύ ακόμα καθώς νιώθουμε πια δυνατότεροι από ποτέ.

Βλέπουμε σ’ όλους τους αναρχικούς στον κόσμο τους συντρόφους μας και τους στέλνουμε τους χαιρετισμούς μας, την αγάπη και την αλληλεγγύη μας, στους εξεγερμένους σ’ όλον τον κόσμο που η φλόγα τις ελευθερίας καίει στις καρδιές τους, απ’ την Αθήνα ως το Αμέντ (σημ: Ντιαρμπακίρ), τη Τσιάπας ως τη Γάζα, το Τορόντο ή το Σηάτλ… Να ξέρετε ότι δεν είστε μόνοι κι ότι υπάρχουν άνθρωποι σ’ αυτόν τον τόπο που μάχονται επίσης. Ευχαριστούμε τον καθένα σας που μας στηρίζει με την αλληλεγγύη και τη δράση του. Δεν μπορούμε να περιγράψουμε τα συναισθήματά μας για τους αναρχικούς του τόπου μας που μας υποστήριξαν και ανέλαβαν δράσεις για μας, όπως και σε όλον τον κόσμο, οι σελίδες αυτές είναι πολύ λίγες για να τους ευχαριστήσουμε. Τους αγκαλιάζουμε όλους με τους πιο θερμούς χαιρετισμούς μας. Ας γνωρίζουν ότι το ξέρουμε ότι είναι μαζί μας, και δεν νιώθουμε ποτέ μόνοι, ούτε για μια στιγμή. Ευχόμαστε μακροημέρευση στην εξέγερση και την αλληλεγγύη.

Οι αναρχικοί κρατούμενοι:

Beyhan Çağrı Tuzcuoğlu
Burak Ercan
Deniz
Emirhan Yavuz
Murat Gümüşkaya
Oğuz Topal
Sinan Gümüş
Ünal Can Tüzüner
Yenal Yağcı

Πηγή

βίντεο απ’ το μαύρο μπλοκ της πρωτομαγιάς:

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=7jBWJ1lPPpo]

Κυνηγοί κεφαλών και η ποινικοποίηση των αναρχικών στις ΗΠΑ, 29/5/2012

Κυνηγοί κεφαλών και η ποινικοποίηση των αναρχικών στις ΗΠΑ

Μετάφραση ενός άρθρου της συλλογικότητας CrimethΙnc για τις πρόσφατες “αντιτρομοκρατικές” μεθοδεύσεις του FBI εναντίον των αναρχικών και του κινήματος Occupy στις ΗΠΑ. Παρόλο που δε συμφωνούμε με την οπτική των δυο διακριτών ταχυτήτων μες το κίνημα που αντανακλά και στην προτεινόμενη λύση της “κουλτούρας ασφαλείας”, το θεωρούμε χρήσιμο να διαβαστεί, εν όψει της επιθετικής, προληπτικής μορφής που παίρνει πλέον η πολιτική καταστολή παγκόσμια.

Η τελευταία λέξη της καταστολής

Όχι πολύ καιρό πριν, το FBI έδειχνε να ενδιαφέρεται στην καταστολή “φτασμένων” αναρχικών: οι Marie Mason και ο Daniel McGowan συνελήφθησαν μετά από πολυετείς “καριέρες” που περιελάμβαναν λίγο-πολύ τα πάντα, από την υποστήριξη θυμάτων οικογενειακής βίας μέχρι εμπρησμούς με οικολογικά κίνητρα. Δεν ήταν λοιπόν παράξενο το ενδιαφέρον των μηχανισμών ασφαλείας να θέσουν στο στόχαστρό τους αυτούς τέτοιους αγωνιστές, αφού με το θάρρος τους απειλούσαν το σύστημα της ανισότητας και της αδικίας πάνω στο οποίο είναι θεμελιωμένο το κράτος.

Ωστόσο, απ’ την περίπτωση της παγίδευσης του Eric McDavid -που συνελήφθη για “συνωμοσία” όταν μια συνεργαζόμενη των αρχών που του την “έπεφτε” του άνοιξε συζήτηση για να πραγματοποιήσουν παράνομες πράξεις (ενώ κατέγραφε τη συζήτηση που χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως το μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του!)- κι έπειτα, το FBI φαίνεται να έχει τροποποιήσει τη στρατηγική του, στοχεύοντας πλέον νεώτερα άτομα που δεν έχουν καν πραγματοποιήσει την παραμικρή δράση.

Η μετάβαση προς τη στρατηγική αυτή κλιμακώθηκε στη διάρκεια του Εθνικού Συνεδρίου των Ρεπουμπλικάνων το 2008, οπότε και οι ρουφιάνοι του FBI Brandon Darby και Andrew Darst, παγίδευσαν τους Bradley Crowder και Matthew DePalma, με κατηγορίες για κατοχή μολότωφ κατ’ εξακολούθηση. Έχει σημασία να τονίσουμε ότι οι μόνες μολότωφ που εμφανίστηκαν στη διάρκεια των διαδηλώσεων ενάντια στο Συνέδριο ήταν αυτές που χρησιμοποιήθηκαν για να παγιδευτούν οι δυο νεαροί: το FBI δεν ανταποκρινόταν πλέον σε κάποια απειλή, αλλά κατασκεύαζε το ίδιο την απειλή.

Τον τελευταίο μήνα, το FBI επιτάχυνε αυτήν την μετάλλαξη. Αμέσως μετά την πρωτομαγιά, πέντε νέοι παγιδεύτηκαν με κατηγορίες για τρομοκρατία στο Κλήβελαντ, όταν ένας πράκτορας του FBI παρότρυνε και βοήθησε τον έναν απ’ αυτούς να τοποθετήσει μια βόμβα κάτω από μια γέφυρα, έναν στόχο πρωτοφανή για τους αναρχικούς απ’ όσο μπορεί να θυμηθεί κανείς. Στη διάρκεια των διαδηλώσεων ενάντια στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Σικάγο, τρεις ακόμη νέοι συνελήφθησαν κι αντιμετωπίζουν κατηγορίες “συνωμοσίας με σκοπό την τρομοκρατία” για την κατοχή μολότωφ που τους παρείχαν πράκτορες του FBI, ενώ και πάλι οι μολότωφ αυτές είναι οι μόνες που εμφανίστηκαν στη διάρκεια της συνόδου σ’ ολόκληρη την περιοχή.

Κανένα από τα θύματα αυτών των νέων μεθοδεύσεων δεν έχει πίσω του κάποια μακροχρόνια συμμετοχή στον αναρχικό χώρο. Κανένα απ’ τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται δεν ανταποκρίνεται στις τακτικές που εφάρμοσαν στην πραγματικότητα οι αναρχικοί όχι μόνο σ’ αυτά τα γεγονότα αλλά ολόκληρη την τελευταία δεκαετία. Όλες οι υποθέσεις βασίζονται στις συνειδητές προσπάθειες των πρακτόρων του FBI να δημιουργήσουν “συνωμοσίες”. Όλες οι συλλήψεις έλαβαν χώρα μετά από μαζικές κινητοποιήσεις, δίνοντας στις αρχές ένα άλλοθι να δικαιολογήσουν την καταστολή των διαδηλώσεων ως αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Και τέλος, σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, οι κατηγορούμενοι περιγράφονται στα δικαστήρια ως “αναρχικοί”, σε κάθε επίσημο έγγραφο εναντίον τους, κάτι που δημιουργεί περίεργα δεδικασμένα για την ποινικοποίηση του αναρχισμού.


Γιατί η παγίδευση και γιατί τώρα;

Γιατί το FBI επικεντρώνεται στην παγίδευση νέων ανθρώπων χωρίς εμπειρία αντί να κυνηγάει τους πιο ώριμους αναρχικούς; Γιατί ρίχνει έτσι τον πήχυ του; Και γιατί το εντείνει ακόμα περισσότερο τώρα;

Πρώτα απ’ όλα οι πιο έμπειροι αναρχικοί είναι δυσκολότερο να παγιδευτούν. Και αντίθετα με τους αναρχικούς, οι πράκτορες του FBI κάνουν αυτό που κάνουν για να βγάλουν κάποια λεφτά, κι όχι απαραίτητα επειδή το γουστάρουν ή το πιστεύουν. Οι αναφορές τους μοιάζουν συχνά με προχειρογραμμένες εκθέσεις δημοτικού, γραμμένες στο ποδάρι, κι ας καταστρέφουν μ’ αυτές ανθρώπινες ζωές. Οι πράκτορες κερδίζουν επιχορηγήσεις και προαγωγές βάσει των επιτυχημένων υποθέσεων που κλείνουν, οπότε είναι αναμφίβολα πιο εύκολο γι αυτούς απλά να τυλίξουν κάποιους σε μια κόλλα χαρτί, παρά να κυνηγήσουν πιο δύσκολους στόχους. Γιατί λοιπόν να μη διαλέξουν απλά τους πιο ευάλωτους, τους πιο απομονωμένους, απ’ τη στιγμή που ο στόχος τους είναι να παγιδεύσουν κάποιους, δεν έχει και πολλή σημασία ποιοί θα είναι στην τελική αυτοί.

Αναλόγως, οι τακτικές που χρησιμοποιούν οι αναρχικοί στην πραγματικότητα τείνουν να είναι πιο δημοφιλείς στον κόσμο, απ’ ότι αυτές που οι πράκτορες χειραγωγούν κάποιους να αναλάβουν. Το να κατεβάζεις μια βιτρίνα για παράδειγμα, είναι ίσως παράνομο, όμως είναι ολοένα και περισσότερο κατανοητό σαν μια πολιτική δήλωση με νόημα. Θα ήταν λοιπόν αρκετά δύσκολο να κατασκευαστεί μια κατηγορία περί τρομοκρατίας γύρω από μια σπασμένη βιτρίνα και να σταθεί ως τέτοια.

Επίσης, οι πιο έμπειροι αγωνιστές έχουν πολύ πιο ευρεία δίκτυα υποστήριξης. Για παράδειγμα, όταν το FBI απείλησε τον Daniel McGowan με μια πολλάκις ισόβια ποινή 335 ετών φυλάκισης, η διάχυτη αλληλεγγύη βοήθησε μεταξύ άλλων στην πρόσληψη ικανής νομικής υπεράσπισης, και τελικά οι διωκτικές αρχές αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σ’ έναν συμβιβασμό για μια επταετή κάθειρξη προκειμένου να μην παραδεχθούν ότι έγινε παράνομη χρήση μικροφωνικών παρακολουθήσεων. Αντίθετα, το κυνήγι απομονωμένοι νεαρών ανθρώπων σημαίνει κι ότι τα εφόδια που θα τεθούν στην υπεράσπισή τους θα είναι δραματικά λιγότερα. Αν ο στόχος των αρχών είναι να δημιουργήσουν ένα προηγούμενο ποινκοποιώντας τον αναρχισμό με το ελάχιστο τίμημα, τότε το ευκολότερο πράγμα είναι να κατασκευάσουν εκ του μηδενός υποθέσεις “τρομοκρατίας” με πράκτορες-προβοκάτορες, παρά να στοχεύσουν τις πραγματικές αναρχικές δραστηριότητες.

Πάνω απ’ όλα, αυτού του είδους η προληπτική κατασκευή απειλών, δίνει τη δύναμη στους πράκτορες του FBI να ενορχηστρώσουν κατά παραγγελία την μηντιακή ενημέρωση. Εάν έχουμε μπροστά μας κάποια διαδήλωση όπου οι αρχές σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν ωμή βία, είναι πάντα χρήσιμο να σερβίρουν από πριν μια τέτοια υπόθεση, ώστε να δικαιολογήσουν εκ των προτέρων τη βία τους ως μια λελογισμένη απάντηση στους βίαιους εγκληματίες. Επίσης, αυτή η τακτική φυτεύει τους σπόρους της καχυποψίας μεταξύ των αγωνιστών, και αποθαρρύνει τον νεώτερο κόσμο και τους συμπαθούντες απ’ το να προσεγγίζουν τους αναρχικούς, ώστε να μην μπλέξουν. Το μακροπρόθεσμο σχέδιο που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι έχει καταρτίσει η ηγεσία του FBI και όχι οι πράκτορες της σειράς, δεν είναι απλά να παγιδεύσουν μερικούς άτυχους συλληφθέντες, αλλά να παραλύσουν έτσι ολόκληρο το αντικαπιταλιστικό κίνημα.

Πώς να καταστρέψετε ένα κίνημα

Όπως είδαμε με το Green Scare, η καταστολή του FBI συνήθως δεν αποδίδει παρά μόνο αφότου ένα κίνημα ξεκινά να διασπάται και να κατακερματίζεται, ρευστοποιώντας τη βάση υποστήριξης μέσα στην οποία κινείται. Ο κύκλος ζωής των κινημάτων ολοκληρώνετια ακόμα γρηγορότερα στην υπερδιαμεσολαβημένη εποχή μας. Το φαινόμενο Occupy κλιμακώθηκε τον Νοέμβρη του 2011 κι έχει ήδη χάσει την ορμή του, επιτρέποντας στις αρχές να μπετονάρουν τον έλεγχό τους και να πάρουν εκδίκηση.

Καθώς οι αναρχικές αξίες και οι πρακτικές γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στα κινήματα, οι αρχές πιέζονται να εξουδετερώσουν και να απονομιμοποιήσουν τους αναρχικούς. Σ’ αυτά τα πλαίσια βέβαια, δεν είναι ακόμα σε θέση να παραδεχθούν ότι στοχοποιούν ανθρώπους απλώς και μόνον επειδή είναι αναρχικοί -αυτό θα τους έκανε ζημιά στην εικόνα τους, και θα συσπείρωνε περισσότερο κόσμο ενάντια σε μια καταφανή πολιτική δίωξη. Αναλόγως, δεν τολμούν να σηκώσουν όλην αυτήν την καταστολή χωρίς μια ρητορική που να σκιαγραφεί τους στόχους της καταστολής ως κάτι ξένο προς το υπόλοιπο κίνημα, ακόμα κι αν ο στόχος της καταστολής είναι φυσικά να καταστρέψει το ίδιο το κίνημα.

Ευτυχώς βέβαια για το FBI, βρέθηκαν ορισμένοι θιασώτες της “μή βίας” μέσα στο κίνημα Occupy που μετά προθυμίας ανέλαβαν μια τέτοια ρητορική, συκοφαντώντας τον καθένα που δεν υπακούει στα δικά τους στενά πλαίσια τακτικών. Δημοσιογράφοι όπως ο Chris Hedges, το πήγαν ένα βήμα παραπέρα, απεικονίζοντας το “μαύρο μπλοκ” σαν μια ομάδα ανθρώπων και όχι μια τακτική δρόμου, παρότι ακόμα και εφημερίδες όπως οι Chicago Sun-Times, δείχνουν πλέον να αντιλαμβάνονται τη διαφορά. Ο Hedges ηγείται της εκστρατείας εναντίον όσων αμύνονται ενεργητικά απέναντι στην κρατική καταστολή κατηγοριοποιώντας τους έτσι ώστε στην πράξη να τους καθιστά δικαιολογημένους στόχους της καταστολής. Δεν είναι σύμπτωση που οι παγιδεύσεις έλαβαν χώρα λίγες μέρες μετά τις δηλώσεις αυτές.

“Τα άτομα που κατηγορούνται δεν είναι ειρηνικοί διαδηλωτές, είναι μέλη της εγχώριας τρομοκρατίας” δηλώνει η εισαγγελέας Anita Alvarez. “Οι κατηγορίες που απαγγέλουμε σήμερα δεν είναι ενδεικτικές στοχοποίησης κάποιου κινήματος διαμαρτυρίας”

Οι αρχές υιοθέτησαν άμεσα αυτή τη ρητορική. Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο των Fox News που προπαγανδίζει την ατζέντα του FBI, βλέπουμε τις αρχές να παπαγαλίζουν τις θέσεις του Hedges: “χρησιμοποιούν το κίνημα Occupy σαν ένα μέτωπο, για να περάσουν τη δική τους βίαιη ατζέντα”, προκειμένου να κατηγοριοποιήσουν το μαύρο μπλοκ σαν μια “οργάνωση εγχώριας τρομοκρατίας”. Το άρθρο αυτό ονομάζει επίσης τους συλληφθέντες του Κλήβελαντ ως “αναρχικούς του μαύρου μπλοκ”, χωρίς φυσικά την παραμικρή απόδειξη ότι οποιοσδήποτε απ’ αυτούς έχει ποτέ συμμετάσχει σε κάποιο μαύρο μπλοκ.

Ο στόχος τους εδώ είναι σαφής: να συνδέσουν μια μορφή δράσης, αυτήν που δρα κανείς ανώνυμα, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του και τους άλλους απέναντι στις επιθέσεις της αστυνομίας, με μια ομάδα ανθρώπων: τρομοκράτες, εγκληματίες, τέρατα. Αυτή φαίνεται να είναι υψηλή προτεραιότητα για τις αρχές: Κατάφεραν στην πράξη να τσακίσουν το κίνημα Occupy πολύ πιο γρήγορα, τουλάχιστον σε σχέση με το πλήθος του, σε πόλεις όπου δεν υπήρχε αυτή η ανώνυμη και ενεργητική δράση. Εξ ού και η μακροβιότητα του Occupy Oakland σε σχέση με άλλα Occupy. Ο στόχος του FBI και των καθεστωτικών ΜΜΕ, με την αγαστή συνεργασία του Chris Hedges και άλλων, είναι να διασφαλίσουν ότι όταν ο κόσμος θα βλέπει κάποιους να κουκουλώνονται και να αρνούνται να δεχτού αγόγγυστα τη βία της εξουσίας δε θα σκέφτονται “καλά κάνουν που υπερασπίζονται τους εαυτούς τους”, αλλά μάλλον “Ωχ όχι, κουκουλοφόροι τρομοκράτες”.

Για να ανακεφαλαιώσουμε, η στρατηγική του FBI έχει ως εξής:

Διαίρει και βασίλευε επί του κινήματος, απομονώνοντας τα πιο μαχητικά στοιχεία του
Σκευωρίες και παγιδεύσεις των πιο ευάλωτων στόχων απ’ την περιφέρεια του κινήματος
Χρήση αυτών των συλλήψεων για την απονομιμοποίηση σταδιακά όλων εκτός απ’ τους πλέον υποτακτικούς, και για την νομιμοποίηση της αυξανόμενης αστυνομικής βίας.

Τί έρχεται μετά

Οι αρχές ανακοινώνουν επίμονα ότι θα υπάρξει συνέχεια αυτών των “επιχειρήσεων Κεντρί” εν όψει του Εθνικού Συνεδρίου του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στην Τάμπα. Μπορούμε να περιμένουμε λοιπόν κι άλλα τέτοια “χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη” με παγιδεύσεις και σκευωρίες τα επόμενα χρόνια.

Εδώ και δεκαετίες ολόκληρες, τα κινήματα βρίσκουν τρόπους να υπερασπίζονται εαυτόν απέναντι στην αστυνομική επιτήρηση και διείσδυση εφαρμόζοντας μια κουλτούρα ασφάλειας. Αυτή έχει ελαχιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα των αστυνομικών επιχειρήσεων εναντίον πεπειραμένων αγωνιστών. Ωστόσο, δεν επαρκή για την προστασία ανθρώπων νέων στον αναρχικό χώρο ή στους αγώνες, που δεν έχουν αφομοιώσει καλά καλά συμπεριφορές και πρακτικές, και οι οποίοι είναι ακριβώς ο στόχος της στρατηγικής παγίδευσης του FBI.

Τρία χρόνια νωρίτερα, μιλούσαμε για την ανάγκη μιας συλλογικής κουλτούρας ασφαλείας που θα προστάτευε ακόμα και τον κάθε νέο που μπαίνει στον χώρο απέναντι στους πράκτορες-προβοκάτορες. Σε μια εποχή διάχυτων κοινωνικών ζυμώσεων, ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν επαρκεί για να κάμψει το FBI: δεν μπορούμε να ελπίζουμε να φτάσουμε και να προστατεύσουμε το κάθε μεμονωμένο απεγνωσμένο, οργισμένο, ευάλωτο άτομο στην κοινωνία μας. Οι πράκτορες αρκεί να βρουν ένα τέτοιο άτομο, οσοδήποτε “περιφερειακό”, ώστε να εφαρμόσουν τη στρατηγική τους. Δεν είναι παρά απάνθρωποι κυνηγοί κεφαλών: δε διστάζουν να εκμεταλλευτούν κάθε αδυναμία, κάθε ανάγκη, κάθε ζήτημα ψυχικής υγείας.

Αν σκοπεύουμε να προστατεύσουμε την νέα γενιά αγωνιστών απ’ αυτούς τους κυνηγούς κεφαλών, η μόνη μας ελπίδα είναι να κινητοποιήσουμε μια λαϊκή αντίδραση ενάντια στις τακτικές τους. Μόνο αν τους γυρίσει μπούμερανγκ η στρατηγική τους θα την παρατήσουν. Δε θα είναι εύκολο, αλλά δεν έχουμε άλλη εναλλακτική.

Μη σταματάτε να μιλάτε, να οργανώνεστε και να πολεμάτε -δε θα τους εμποδίσει απ’ το να μας καταστέλλουν ή να παγιδεύουν ανθρώπους, αλλά μια υποχώρησή μας θα τους ενδυναμώσει ακόμα περισσότερο. Ο μόνος τρόπος να προστατευθούμε είναι να αυξήσουμε τη δύναμή κρούσης μας, ούτε υποχωρώντας, ούτε κρυβόμενοι, ούτε συμμορφούμενοι προς τας υποδείξεις.

Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Όσο ο καπιταλισμός ζορίζεται, μέχρι να καταρρεύσει, θα υπάρχει καταστολή. Ας την αντιμετωπίσουμε με ψηλά το κεφάλι.

Προτεινόμενα για διάβασμα:

What Is Security Culture?

Towards a Collective Security Culture

Cleveland 5 Support Website

Lisa Fithian’s Experiences with FBI Informant Brandon Darby

][][][

Το πρωτότυπο κείμενο με τις παραπομπές βρίσκεται εδώ: http://www.crimethinc.com/blog/2012/05/29/inside-the-fbi-entrapment-strategy/

Επίσης πολύ σημαντικό κείμενο για το ίδιο ζήτημα από το περιοδικό Modesto Anarcho: http://www.modestoanarcho.org/2012/05/and-now-they-are-coming-for-you.html

Και από το Green is the new Red: http://www.greenisthenewred.com/blog/fbi-domestic-terrorism-training-anarchists-eco/6199/

Μια παλιότερη περίπτωση ακτιβιστών που παγιδεύτηκαν από πράκτορες του FBI: To FBI, ένας χαφιές, δυο ακτιβιστές κι ένας εμπρησμός στο Austin, 3/2011

Κι ένα ενδιαφέρον κείμενο απ’ το περιοδικό Sarajevo: http://www.sarajevomag.gr/entipa/teuhos_48/i48_p12_agent.html

Κείμενα για τις φοιτητικές κινητοποιήσεις στο Κεμπέκ, 29/5/2012

Μια ματιά στη φοιτητική απεργία

Πηγή: http://signalfire.org/?p=18942 (με την υποσημείωση ότι ο ιστόχωρος διαφωνεί με την απαισιόδοξη οπτική του συγγραφέα του κειμένου για τις δυνατότητες προλεταριακής ηγεμονίας στα μαζικά κινήματα των μητροπόλεων καθώς η κρίση του ιμπεριαλισμού βαθαίνει)

Βρισκόμαστε πλέον στη 13η βδομάδα της φοιτητικής απεργίας στο Κεμπέκ ενάντια σε μια αύξηση κατά 75% των διδάκτρων – η μεγαλύτερη απεργία στην ιστορία του Κεμπέκ – και η σύγκρουση έχει γίνει σημείο εστίασης κάθε αντιπολίτευσης στη λιτότητα εδώ πέρα, και αντιπροσωπεύει ξεκάθαρα ένα πολιτικό ορόσημο, ίσως ακόμα (ας ελπίσουμε) ένα πραγματικό σημείο καμπής.

Το ακόλουθο κείμενο είναι μια ατελής περιληπτική ματιά όσων συνέβησαν ως εδώ. Δεν είναι μια ιστορία του φοιτητικού κινήματος του Κεμπέκ ή των διαδηλώσεων στο Μόντρεαλ, ούτε καν ένας μερικός απολογισμός της απεργίας. Είναι στ’ αλήθεια απλώς μια προσπάθεια να δωθεί μια αίσθηση αυτού που συμβαίνει εδώ για τους συντρόφους πέρα απ’ το Κεμπέκ, όπως επίσης και για το πλαίσιο ενός μέρους της αντίστασης.

Οι τρεις κύριες φοιτητικές οργανώσεις που εμπλέκονται στη σύγκρουση είναι η FEUQ (Ομοσπονδία Πανεπιστημιακών Φοιτητών του Κεμπέκ), η FECQ (Ομοσπονδία Φοιτητών του CEGEP, ενός εκπαιδευτικού μοντέλου μοναδικού στο Κεμπέκ, μεταξύ λυκείου και πανεπιστημίου) και η CLASSE. Υπάρχει επίσης μια τέταρτη, η TaCEQ, που αποτελεί διάσπαση της FEUQ, αλλά αντιπροσωπεύει μόλις το 3% των απεργών, κυρίως στην Πόλη του Κεμπέκ. Η CLASSE έχει τα καλύτερα αιτήματα απ’ τις τρεις τους, κι αποτελεί την ομάδα όπου πιθανότατα θα βρεθεί κάθε αριστερός, είναι στην πραγματικότητα μια “προσωρινή” δομή που έχει στηθεί για τον αγώνα ενάντια στις αυξήσεις των διδάκτρων αυτόν τον χειμώνα, από μια μικρότερη ομάδα, την ASSA, που είναι αριστερού προσανατολισμού και αγωνίζεται για καθολική πρόσβαση στην εκπαίδευση (δηλ. δωρεάν παιδεία), και η δομή της χαρακτηρίζεται από τις συνδικαλιστικές αρχές της άμεσης δημοκρατίας και της αποκέντρωσης. Τα ΜΜΕ λένε ότι η CLASSE αντιπροσωπεύει περίπου 100.000 φοιτητές, αριθμός που υπολογίζεται βάσει των φοιτητών που αντιπροσωπεύονται στις φοιτητικές ενώσεις που έχουν ψηφίσει το πλαίσιό της. Υπάρχει ένα καλό άρθρο (αν και η ανάλυση είναι σοσιαλδημοκρατική) εδώ: http://rabble.ca/news/2012/04/massive-student-movement-Quebec

Το φιλελεύθερο κόμμα του Κεμπέκ, ελέγχει την κυβέρνηση του Κεμπέκ, με τον Jean Charest στη θέση του πρωθυπουργού. Είναι επίσης το φεντεραλιστικό κόμμα της επαρχίας, δηλαδή αντιτίθεται στην ανεξαρτησία του Κεμπέκ. Το κόμμα αυτό, αυτή τη στιγμή εμπλέκεται σε μια ποικιλία σκανδάλων διαφθοράς. Η αξιωματική αντιπολίτευση είναι το Parti Quebecois, που στα 1970 ήταν σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού, και πλέον κυμαίνεται μεταξύ κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς, ανάλογα προς τα πού φυσάει ο άνεμος σε κάθε θέμα. το PQ είναι υπέρ της ανεξαρτησίας του Κεμπέκ, κι έτσι κερδίζει τη ψήφο των εθνικιστών. Ιστορικά, είχε ισχυρές διασυνδέσεις με τις τρεις βασικές συνδικαλιστικές ενώσεις, αν κι αυτές έχουν εξασθενίσει τα τελευταία 20 χρόνια. Το όλο νόημα του χαρακτηρισμού του καθενός απ’ τα δυο κόμματα ως αριστερό ή δεξιό έγκειται στο ότι σε θέματα που έχουν να κάνουν για παράδειγμα με τον ρατσισμό, το PQ είναι συνήθως χειρότερο απ’ ότι οι φιλελεύθεροι. Υπάρχουν ακόμη δυο μικρότερα τρίτα κόμματα, το Quebec Solidaire (που έχει ένα μέλος στο κοινοβούλιο απ’ το εξευγενισμένο και τρέντυ Plateau του Mercier του Montreal) και ο Coalition Avenir Quebec (7 μέλη). Το τελευταίο είναι ακόμα πιο ακραίο νεοφιλελεύθερο, υπέρ της επιχειρηματικότητας, εχθρικό προς τους μετανάστες κλπ, ενώ το προηγούμενο είναι ένα αριστερό σοσιαλδημοκρατικό, ελαφρά εθνικιστικό κόμμα, με μια ακολουθία από τροτσκιστές κι άλλους πρόθυμους να τοποθετήσουν τις ελπίδες τους σε οτιδήποτε.

Η κατάσταση αναπτύσσεται διαρκώς απ’ τα μέσα του Μάρτη, και τον Απρίλη, με καθημερινές διαδηλώσεις, μαχητικές δράσεις οικονομικού μπλοκαρίσματος κλπ. Στην πραγματικότητα, πολλές μέρες είχαμε πολλαπλές διαδηλώσεις και δράσεις μόνο στο Μόντρεαλ, πικετοφορίες κλπ και σ’ άλλες πόλεις σε πανεπιστήμια και cegep.

Αυτή η μοναδική φοιτητική κινητοποίηση υποστηρίχθηκε από μια πρωτόγνωρη δημόσια υποστήριξη. Για πρώτη φορά, είχαμε μη-φοιτητές να οργανώνουν διαδηλώσεις υποστήριξης της φοιτητικής απεργίας. H CLASSE οργάνωσε δύο ειδικές “οικογενειακές” διαδηλώσεις, στις 18 Μαρτίου και στις 9 Απριλίου, με πάνω από 30.000 συμμετέχοντες, όπου οι φοιτητές δεν ήταν παρά μια μειοψηφία. Και φυσικά, όλα αυτά συνοδεύονταν απ’ την κλασσική αριστερή βαβούρα. Για παράδειγμα, εγώ βρέθηκα την πρώτη βδομάδα του Απρίλη σε δύο γεγονότα, πολύ διαφορετικά μεταξύ του: μια εκδήλωση για έναν Φιλιππινέζο πολιτικό κρατούμενο, και ένα πολιτικό μνημόσυνο για την Madeleine Parent, φεμινίστρια και συνδικαλίστρια εργάτρια που πέθανε τον Μάρτιο. Και στα δυο, όλοι τους φορούσαν τα μικρά τετράγωνα σύμβολα του φοιτητικού κινήματος, έγινε αναφορά στην απεργία, και στο μνημόσυνο της Parent, εκπρόσωποι της CLASSE πήραν τον λόγο και έλαβαν το πιο θερμό χειροκρότημα.


Μέσα στα πλαίσια των καθημερινών πορειών και δράσεων, στις 7 Μάρτη μια φοιτήτρια, η Francie Grenier, χτυπήθηκε από μια χειροβομβίδα κρότου της αστυνομίας τραυματίζοντας σοβαρά το μάτι της (http://www.cbc.ca/news/Canada/Montreal/story/2012/03/08/Montreal-student-protest-eye.html). Την ίδια μέρα, είχαμε μικροτραυματισμούς και ψεκασμούς με δακρυγόνα κατά την είσοδο φοιτητών στα γραφεία της Loto Quebec (http://www.cbc.ca/news/Canada/Montreal/story/2012/03/08/Montreal-student-protest-eye.html). Αυτό συνέβη μια εβδομάδα πριν την ετήσια διαδήλωση της 15 Μαρτίου ενάντια στην αστυνομική βαρβαρότητα, για την οποία η αστυνομία συμβούλεψε τους φοιτητές να μη συμμετάσχουν (βλ. παρακάτω). Ωστόσο, η συμβουλή αυτή αγνοήθηκε, και ήταν μια μεγάλη διαδήλωση (ίσως η μεγαλύτερη για τις 15 Μαρτίου), κάπου 4-5 χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν, με την αστυνομία να χρησιμοποιεί ασφυξιογόνες χειροβομβίδες, γκλομπς, δακρυγόνα κλπ, και να πραγματοποιεί 150 συλλήψεις (http://rabble.ca/news/2012/03/police-violence-rise-Montreal & http://Montreal.ctv.ca/servlet/an/local/CTVNews/20120315/mtl_police_brutality_march_120315/20120315/). Τα τελευταία χρόνια αυτή είναι η συνήθης πρακτική της αστυνομίας απέναντι σε μεγάλες μαχητικές διαδηλώσεις στο Μόντρεαλ: η αστυνομία επιτίθεται βίαια προκειμένου να διασπάσει τη διαδήλωση σε μικρότερες ομάδες, τις οποίες έπειτα μπορεί να κυνηγάει για ώρες μέσα στην πόλη.

Όλον τον μήνα πραγματοποιήθηκαν δράσεις με στόχο τη διατάραξη της οικονομικής ροής, για παράδειγμα στις 21 Μάρτη η γέφυρα Champlain του Μόντρεαλ (πολυσύχναστο πέρασμα για τα νότια προάστια) μπλοκαρίστηκε εν ώρα αιχμής.

Στις 22 Μάρτη, έγινε μια μεγάλη διαδήλωση, η μεγαλύτερη εδώ και πολλά χρόνια, σίγουρα μέχρι τουλάχιστον το 2003 για το Ιρακ, ίσως ακόμα μεγαλύτερη, με 200.000 κόσμο. Τα συνδικάτα συμμετείχαν στη στήριξη της διαδήλωσης. Προσωπικά είδα ελάχιστη παρουσία οργανωμένων αριστερών (ούτε εφημερίδες, ούτε τρικάκια, ούτε πανώ ακόμα από αριστερές ομάδες), μπορεί όμως να ήταν κι επειδή η πορεία ήταν τόσο μεγάλη, που μπορεί να καθόσουν για ώρες στο ίδιο σημείο και να μην έβλεπες κανέναν τους, αν και η CLAC (αντικαπιταλιστική συσπείρωση), αρκετές αναρχικές ομάδες, καθώς και το μαοϊκό κόμμα (PCR-RCP) ήταν εκεί, μοιράζοντας κείμενα και έντυπα.

Ήδη απ’ αυτό το σημείο, η απεργία είχε πάρει διαστάσεις που δεν είχαμε δει για δεκαετίες. Εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητών συμμετείχαν, και η πλειοψηφία των μαθητών λυκείου επηρεάζονταν άμεσα.

Οι δεξιοί φοιτητές που αντιτίθενται στην απεργία άρχισαν να πηγαίνουν στα δικαστήρια, να ζητούν νομικές κυρώσεις εναντίον των απεργών. Όπως και στην περίπτωση των εργατικών αγώνων, αυτές οι δικαστικές μεθοδεύσεις χρησιμοποιούνται για να ποινικοποιήσουν τις κινητοποιήσεις και να δώσουν στην αστυνομία μια δικαιολογία για να συλλάβει απεργούς.

Αυτές οι μηνύσεις άρχισαν να παραδίδονται στα τέλη του Μάρτη. Πρώτα ένα κοινοτικό κολλέγιο στο Saguenay διατάχθηκε να συνεχίσει τα μαθήματα και προσέλαβε σεκιουριτάδες προκειμένου να εφαρμόσει την δικαστική απόφαση, και οι μαθητές διέλυσαν το σχολείο.

Έπειτα, το Πανεπιστήμιο Laval στην Πόλη του Κεμπέκ έλαβε μια ανάλογη δικαστική εντολή στις 3 Απρίλη. το UQAM είναι το γαλλόφωνο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ στο οποίο οι περισσότεροι φοιτητές προέρχονται απ’ την εργατική τάξη. Είναι το επίκεντρο του ριζοσπαστικού ακτιβισμού σ’ αυτήν την πόλη, από τότε που ιδρύθηκε, το 1969, και καθόλου περίεργα έχει γίνει ο μαχητικός πυρήνας ολόκληρου του απεργιακού κινήματος. Στις 4 Απρίλη, το UQAM έλαβε μια ανάλογη δικαστική εντολή.

Ενάντια σ’ αυτές τις δικαστικές αποφάσεις, οι φοιτητικές ενώσεις υπερασπίστηκαν το δικαίωμά τους να απαντούν με άμεση δράση (μαζικές πικετοφορίες) ενάντια στις διοικήσεις των σχολών, τους μπάτσους και τις ιδιωτικές εταιρίες ασφαλείας. Αυτή είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, από το 1968, ενώ ορισμένες απ’ τις καλύτερες άμεσες δράσεις έλαβαν χώρα σ’ αυτές τις πικετοφορίες (περιλαμβάνοντας τις μάχες σώμα με σώμα με τους μπάτσους που σε πολλές περιπτώσεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν).

Έτσι, η χρήση των δικαστικών εντολών, αν και δεν επηρέασε τους απεργούς φοιτητές, συνεισέφερε σε μια κλιμάκωση, με τους απεργούς να ανταποκρίνονται με επιτυχία στην πρόκληση. Όπως προειδοποίησε ένα μέλος των Καθηγητών Ενάντια στις Αυξήσεις στα Δίδακτρα “αυτού του είδους η ποινικοποίηση μπορεί να δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα μεταξύ φοιτητών, καθηγητών και διοίκησης”.(http://www2.Canada.com/topics/news/story.html?id=6519058) Πράγματι, το μόνο που κατάφεραν οι δικαστικές εντολές ήταν να υποδαυλίσουν τις τακτικές άμεσης δράσης, και τη στρατηγική της οικονομικής διαταραχής και των μαζικών διαδηλώσεων που χαρακτηρίζουν πλέον αυτήν την άνοιξη.(http://www.Montrealgazette.com/news/Roving+student+protesters+tackle+multiple+Montreal+targets/6442031/story.html)

Στις 4 Απρίλη, 71 άνθρωποι συνελήφθηκαν μετά από μια εισβολή στο κυριλέ ξενοδοχείο Queen Elizabeth. Έριξαν κάτω τα τραπέζια του μπουφέ κι έσπασαν πιάτα, ενώ δυο σεκιουριτάδες τραυματίστηκαν στις συμπλοκές. (http://www.Montrealgazette.com/news/UQAM+gets+injunction+against+striking+Montreal+students/6409104/story.html) Στις 5 Απρίλη (Πάσχα) απελευθερώθηκαν ακρίδες εντός του πανεπιστημίου του Μόντρεαλ, αναγκάζοντας τη διοίκηση να ακυρώσει όλα τα μαθήματα.(http://cnews.canoe.ca/CNEWS/Canada/2012/04/05/19598226.html)

Την Παρασκευή 13 Απρίλη, φοιτητές του πανεπιστημίου Outaouais στο Gatineau έλαβαν μια δικαστική εντολή να επιστρέψουν στα μαθήματά τους. Την επόμενη δευτέρα, η διοίκηση αναγκάστηκε να ακυρώσει τα μαθήματα καθώς οι φοιτητές είχαν κλειδωθεί μέσα στο κτίριο με οδοφράγματα. Η αστυνομία κακοποίησε έναν φοιτητή που αναγκάστηκε να εισαχθεί σε νοσοκομείο. (http://ssmu.mcgill.ca/tuitiontruth/news/crisis-at-uqo-riot-police-enforce-injunction-160-arrests/). Λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Απρίλη, είχαμε 151 συλλήψεις στο ίδιο πανεπιστήμιο, καθώς οι φοιτητές αγνόησαν την εντολή για τέταρτη μέρα στη σειρά. Ακρίδες αφέθηκαν ελεύθερες επίσης μέσα στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου, ενώ κόκκινη μπογιά πετάχτηκε σε διάφορες σχολές.(http://www.cbc.ca/news/Canada/ottawa/story/2012/04/19/gatineau-protest-Montreal-students-bus-to-join-arrests.html). Ακόμα περισσότερη αστυνομική βία, μέρος της οποίας γίνεται γνωστό, ειδικά αφότου ένα παιδί φωτογραφίζεται με αίμα να τρέχει απ’ το πρόσωπό του.

Στις 16 Απρίλη, η αστυνομία ανακοινώνει ότι κάποιοι μπλόκαραν το μετρό του Μόντρεαλ πετώντας σακιά με τούβλα στις γραμμές. Η αστυνομία επίσης ισχυρίζεται ότι μολότωφ βρέθηκαν έξω από ένα κτίριο που θεωρούταν ότι στεγάζει κυβερνητικά γραφεία. Το ίδιο απόγευμα, αρκετά κυβερνητικά γραφεία σπάστηκαν, βάφτηκαν κόκκινα, ενώ σε μερικά ανακοινώθηκε ότι βρέθηκαν απ’ έξω σάκοι με μολότωφ. Μπορεί κανείς να συμπεράνει ό,τι θέλει, καθώς οι άνθρωποι μπορεί να κάνουν λάθη, ή να στοχεύουν λάθος, αλλά το γεγονός είναι ότι η αστυνομία επίσης φυτεύει “στοιχεία” για να συκοφαντήσει τον αγώνα μας, τόσο με δική της πρωτοβουλία όσο και ως αποτέλεσμα άνωθεν εντολών. Πολλοί σύντροφοι, που δεν είναι ευάλωτοι σε θεωρίες συνωμοσίας, βρίσκουν αρκετά ύποπτο το ότι βρέθηκαν ταυτόχρονα σάκοι με μολότωφ έξω από πολλά διαφορετικά γραφεία απ’ την αστυνομία, χωρίς σε καμμία περίπτωση να γίνει χρήση τους.

Ακόμα περισσότερο, καθώς η κυβέρνηση έσπευσε να βγάλει πολιτικό κέρδος απ’ αυτό, και πλέον διασκεδάζει την άρνησή της να διαπραγματευθεί με την CLASSE ζητώντας απ’ την τελευταία να αποκηρύξει τη βία, αν και δεν υπάρχει καμμία ένδειξη που να τη συνδέει με τις επιθέσεις αυτές.(http://www.cbc.ca/news/Canada/Montreal/story/2012/04/16/Montreal-vandalism-student-movement.html). Σε μια επίδειξη ενότητας, ούτε η FECQ ούτε η FEUQ δέχθηκαν να προσέλθουν στις διαπραγματεύσεις εάν δε συμπεριλαμβάνεται και η CLASSE. Αυτό ήταν μια ιστορική κατάκτηση, τίποτα παρόμοιο δεν είχε συμβεί στο παρελθόν. ΠΡάγματι, η FEUQ έχασε χιλιάδες μέλη το 2005 επειδή έσπασε την αλληλεγγύη με την ASSA για να δεχθεί μια σκατοσυμφωνία. Αυτήν τη φορά, έκανε την πολιτική επιλογή να σταθεί στο πλευρό της CLASSE, όχι τόσο από κάποια νεοευρεθείσα πολιτική αρχή, αλλά επειδή συνειδητοποίησε ότι θα φυλλορροούσε σε περίπτωση που επαναλάμβανε το λάθος της.

Αν η αλληλεγγύη με την CLASSE αντιπροσωπεύει ένα πολιτικό ρήγμα στο φοιτητικό κίνημα το ρήγμα στους δρόμους ήρθε στα τέλη του Απρίλη, καθώς η κυβέρνηση είχε οργανώσει μια δημόσια διαβούλευση για το Plan Nord, ένα τεράστιο επενδυτικό σχέδιο στα βόρεια του Quebec, όπου ο πληθυσμός είναι κυρίως ιθαγενείς (Cree, Inuit και Innu). To Plan Nord φαίνεται πως οδεύει για μια επανάληψη του υδροηλεκτρικού φράγματος James Bay, δηλαδή, κάποιοι θα αντιταχθούν σε μια αντιαποικιακή βάση, κάποιοι άλλοι σε περιβαλλοντική, και τελικά κάποιοι σε μια ολότελα καπιταλιστική κι εθνικιστική βάση, με επιχείρημα το ξεπούλημα του πλούτου “μας” στις ξένες πολυεθνικές.

Υπήρξαν διαδηλώσεις ενάντια στο Plan Nord στις 20 και 21 Απρίλη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των κινητοποιήσεων ανέλαβαν αντιαποικιακές δυνάμεις, πράσινοι κι εξεγερσιακοί αναρχικοί, ενισχυμένοι με φοιτητές του κινήματος. Ο κόσμος εισέβαλε στο συνεδριακό κέντρο και οι μπάτσοι σε κάποια φάση κυνηγήθηκαν (http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=83SLtpBiJjg). Όπως εξηγεί ένας σύντροφος “Η πρώτη μέρα ήταν ένα σημείο ορόσημο, εκεί που αρχίσαμε να πολεμάμε στ’ αλήθεια, ο φόβος εξαφανίστηκε και καταφέραμε να κόψουμε τους κώλους μερικών γουρουνιών στα σοβαρά. Η αλληλεγγύη που νιώθαμε στο επίπεδο των οδομαχιών ήταν πρωτόγνωρη”.

Παρόλο που οι άνθρωποι που εισέβαλαν στο συνεδριακό κέντρο διώχθηκαν βίαια απ’ την αστυνομία, μια νίκη είχε κερδιθεί εκείνη την μέρα. Μετά τον λόγο του πρωθυπουργού, η συνεδρίαση καθυστέρησε και η ανακοίνωση θέσεων εργασίας που είχε δρομολογηθεί ως χρύσωμα του χαπιού ακυρώθηκε, κι ακόμα και ο ίδιος ο λόγος του πρωθυπουργού, μια απόπειρα συμμαζέματος των ζημιών, του γύρισε μπούμερανγκ, καθώς ο Charest  λίγο πριν την εισβολή των διαδηλωτών έλεγε πως αυτοί θα ήταν ευπρόσδεκτοι και μάλιστα θα τους προσέφερε και μια θέση εργασία στα βόρεια, στο Plan Nord, στην αποικιακή περιβαλλοντοκτόνο αναπτυξιακή μαλακία του δηλαδή. Ξαφνικά mainstream σχολιαστές άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως πρέπει να κατηγορηθεί ο Charest για την κλιμακούμενη ένταση στους δρόμους. Από τότε, ένα απ’ τα πιο δημοφιλή συνθήματα στις πορείες έγινε το Charest φύγε και θα σου βρούμε δουλειά στα βόρεια!

Αυτό καταγράφηκε σαν ένα μεγάλο βήμα για τη ριζοσπαστική αριστερά, και μια γροθιά στο στομάχι για τους φιλελεύθερους, με λιγότερες από 25 συλλήψεις την Παρασκευή. Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν την επόμενη μέρα, ωστόσο λιγότερο επιθετικά, κάτι που επέτρεψε στην αστυνομία να πάρει το πάνω χέρι της αλλαγής στον παλμό, πραγματοποιώντας δεκάδες συλλήψεις, ώστε να αποδείξει ότι “ξανάπαιρνε τον έλεγχο” και να αποκαταστήσει την εικόνα της μετά τα γελοία βιντεο στο youtube που δείχνουν τους μπάτσους να τρέχουν να γλυτώσουν απ’ τους διαδηλωτές.

Η κυριακή 22 Απρίλη ήταν η Μέρα της Γης, και έγινε τελικά η δεύτερη διαδήλωση άνω των 200.000 διαδηλωτών στο Μόντρεαλ αυτήν την άνοιξη. Η Μέρα της Γης φέτος έγινε ο χώρος για τη συνάντηση όλων των ανθρώπων της αριστεράς και των διαφόρων “σκοπών”, με όλους όσους φοράνε τα κόκκινα τετραγωνάκια, τα σύμβολα της φοιτητικής απεργίας. Το γεγονός αυτό εντάχθηκε σε μια ρητορική της “Άνοιξης του Κεμπέκ” ή της “Άνοιξης της Σφενδάμνου” που προέκυψε, καθώς ο αγώνας πήγαινε πλέον πολύ πέρα απ’ το απλό θέμα των φοιτητικών διδάκτρων.

Επίσης την Κυριακή, 22 Απρίλη, η FECQ πέρασε μια απόφαση που έλεγε ότι θα διαπραγματευόταν χωρίς την CLASSE, σε περίπτωση που η CLASSE δεν αποκήρρυτε τη βία, καθώς έτσι, ισχυριζόταν, η CLASSE “θα έθετε εαυτόν εκτός” της διαπραγμάτευσης. Την ίδια στιγμή, η FEUQ προσφερόταν να επιτρέψει στους εκπροσώπους της CLASSE να συμμετάσχουν στη συζήτηση ως εκπρόσωποι της FEUQ, με τον όρο ότι θα μιλούσαν ως εκπρόσωποι της CLASSE. Αργότερα την ίδια μέρα, μετά από μια πολύωρη συνέλεση, η CLASSE έβγαλε μια απόφαση να καταδικάσει τη βία που στοχεύει ανθρώπους, εκτός από περιπτώσεις αυτοάμυνας. Η επιλογή των λέξεων ήταν προφανώς αποτέλεσμα συμβιβασμού μεταξύ διαφορετικών πολιτικών τάσεων. Αρνήθηκε να καταδικάσει συγκεκριμένα τις επιθέσεις στην ιδιοκτησία, ενώ υπερασπίστηκε με πάθος την πολιτική ανυπακοή και την άμεση δράση, ενώ κατέληγε έξυπνα πως η μεγαλύτερη βία είναι η οικονομική βία και η βία της αστυνομίας.

Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν τη Δευτέρα, 23 Απρίλη, και η υπουργός προσπάθησε να επιβάλει μια “48ωρη εκεχειρία” για όσο αυτές διεξάγονταν, εννοώντας ότι καμμία δράση οικονομικής διαταραχής, που γι αυτήν περιλάμβαναν και τις διαδηλώσεις κάθε είδους, δε θα πραγματοποιούνταν. Ενώ η CLASSE δε συμφώνησε τεχνικά σ’ αυτήν την εκεχειρία (σύμφωνα με τη λειτουργία τους θα έπρεπε να κάνουν γενική συνέλευση για να αποφασίσουν), οι εκπρόσωποι ανακοίνωσαν ότι θα το δέχονταν προκειμένου να συνεχίσουν, καθώς δεν υπήρχε κάτι προγραμματισμένο για τις μέρες αυτές. Αυτό ήταν κάπως ανειλικρινές, καθώς είχε προγραμματιστεί μια νυχτερινή διαδήλωση, και μέλη της CLASSE προσπαθούσαν έπειτα με μούφες να την αναβάλλουν ως την Τετάρτη.

Περιφρονώντας την κίνηση αυτή, εκατοντάδες συγκεντρώθηκαν το βράδυ της Τρίτης 24 Απρίλη. Η πρώτη νυχτερινή διαδήλωση ήταν οργανωμένη από φοιτητές στα GECEP του Παλιού Μόντρεαλ, φοιτητές της εργατικής τάξης με τις πιο σκληροπυρηνικές φοιτητικές ενώσεις, που σχετίζονταν με την CLASSE. Έγινε σαφές ότι αρνούνταν κάθε εκεχειρία, και ότι από τη στιγμή που η CLASSE άρχιζε να διαπραγματεύεται αν οι άνθρωποι θα δικαιούνταν να διαδηλώνουν και να αγωνίζονται, έπαυε να αντιπροσωπεύει το κίνημα. Ενώ οι εφημερίδες μίλησαν για “δεκάδες” στην πραγματικότητα κάπου 500 άνθρωποι συμμετείχαν, ενώ έγιναν κι ορισμένες ζημιές, μεταξύ των οποίων σπάστηκε και μια βιτρίνα τράπεζας.

Το πρωί της Τετάρτης έγινε λόγος για κάποια καπνογόνα που έσκασαν στο μετρό του Μόντρεαλ, ενώ οι φοιτητές ενώθηκαν με απολυμένους εργάτες της Air Canada για να αποκλείσουν τον δρόμο έξω απ’ το συμβούλιο των μετόχων της Air Canada. Παρά τις προσπάθειες των συνδικαλιστικών εκπροσώπων να μιλήσουν μόνο οι δικοί τους, εργάτες της βάσης πήραν το μικρόφωνο κι έπειτα το πέρασαν με τη σειρά τους σε εκπροσώπους των φοιτητών. Γύρω στο μεσημέρι, ο υπουργός Beauchamp ανακοίνωσε ότι δε θα διαπραγματευόταν με την CLASSE επειδή η εκεχειρία που όρισε παραβιάστηκε, μεταξύ άλλων απ’ αυτές τις τελευταίες κινήσεις και την νυχτερινή διαδήλωση. η FECQ και η FEUQ εγκατέλειψαν τις διαπραγματεύσεις ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Την ίδια μέρα, τρία λύκεια ψήφισαν να κατέβουν σε τριήμερη απεργία. Ταυτόχρονα, κυκλοφόρησε ένα κάλεσμα σε μια ακόμη διαδήλωση το ίδιο βράδυ.

Κάπου 10.000 άνθρωποι εμφανίστηκαν την Τετάρτη το βράδυ, και η διαδήλωση ξεκίνησε δυναμικά και μαχητικά, με εκτεταμένες επιθέσεις εναντίον της ιδιοκτησίας: σπάστηκαν οι βιτρίνες απ’ όλες τις τράπεζες απ’ όπου πέρασε η πορεία, ένα κατάστημα Apple και άλλες εταιρίες έγιναν στόχος κόκκινων μπογιών, ενώ η αστυνομία ανακοίνωσε πως ένα αυτοκίνητο πυρπολήθηκε, κάτι που δεν επιβεβαιώνεται. Όσον αφορά την αστυνομία, επιτέθηκαν με ασφυξιογόνες χειροβομβίδες, σπρέυ πιπεριού και χτυπήματα, πραγματοποιώντας πάνω από 80 συλλήψεις (αργότερα, σπάστηκαν τα τζάμια του 21ου Α.Τ.). Ένα καλό βιντεάκι υπάρχει εδώ: https://vimeo.com/41177705.com

Το βράδυ της Πέμπτης έγινε μια τρίτη πορεία, ξανά με συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων. Αυτή τη φορά υπήρχαν λιγότερες συλλήψεις και λιγότεροι βανδαλισμοί απ’ ότι την προηγούμενη νύχτα. Σ’ αυτό το σημείο έγινε σαφές ότι μέχρι ο υπουργός να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις θα γίνονται πορείες κάθε βράδυ.

Την Παρασκευή 27 Απρίλη έγινε η τέταρτη νυχτερινή διαδήλωση. Αυτή τη φορά κατέβηκα κι ο ίδιος για να εκπλαγώ, τόσο εμψυχωτικά όσο κι απογοητευτικά απ’ τα όσα είδα. Θα προχωρήσω εδώ σε λίγες λεπτομέρειες όχι επειδή ήταν τόσο σημαντική διαδήλωση, αλλά επειδή ήμουν παρών οπότε μπορώ να δώσω μια πιο λεπτομερή αναφορά.

Για πρώτη φορά, η νύχτα ήταν αρκετά ψυχρή, λίγο υπό το μηδέν (Κελσίου), με περιστασιακά λίγο χιόνι να πέφτει. Αρκετές χιλιάδες είχαν συγκεντρωθεί μέχρι τις 8μμ, στο ξεκίνημα της πορείας πρέπει να έφτανε τις 10.000. Φαινόταν αρκετά μη-αριστερή, με την καλή έννοια, εννοώ ότι δεν έβλεπες τους κλασσικούς αριστερούς αγωνιστές που έχει συνηθίσει κανείς να βλέπει στις διαδηλώσεις. Προφανώς πολλοί νέοι άνθρωποι, όμως σίγουρα δεν ήμουν ο πιο γέρος. Πηγαίνοντας να πάρω ένα κομμάτι πίτσα πριν ξεκινήσουμε ένας μαύρος μπροστά μου λέει “θα είναι δέκα χιλιάδες λευκά παιδιά ενάντια σε δυο χιλιάδες μπάτσους, είναι τρέλλα!” τον ρώτησα αν κατεβαίνει κι αυτός σε καμμιά διαδήλωση και μου απάντησε πως δεν ασχολείται με τέτοιες μαλακίες. Έπειτα έπεσα πάνω σε μια γυναίκα που ήξερα χρόνια, μια βετεράνο διαφόρων κινητοποιήσεων για κάθε είδος σκοπό κοινωνικής δικαιοσύνης ή ειρήνης, που μου εξήγησε πως είχε κατεβεί για να πει στους φοιτητές “πώς να το κάνουν”, δηλαδή μη-βίαια. Δεν ήξερα τί θα περίμενε κανείς.

Ο κόσμος ήταν στη συντριπτική του πλειοψηφία λευκός και γαλλόφωνος. Βασικά, ήταν μια εκδήλωση του Κεμπέκ. Αυτό είναι λογικό, καθώς ολόκληρο το επίσημο ταξικά προσανατολισμένο κομμάτι του Κεμπέκ είναι γαλλόφωνο, απ’ τα συνδικάτα μέχρι τις φοιτητικές ενώσεις και τις ομάδες ενάντια στη φτώχεια. Αυτή η απεργία είναι “ιστορική” και για έναν ακόμη λόγο, επειδή τα αγγλόφωνα πανεπιστήμια και cegep δεν είχαν ψηφίσει ποτέ (ή σχεδόν ποτέ, εξαρτάται απ’ την πηγή) υπέρ της συμμετοχής σε κάποια απεργία, κι ακόμα και σ’ αυτήν την απεργία, τα αγγλόφωνα πανεπιστήμια δεν έχουν δικές τους κινητοποιήσεις, κι ως εκ τούτου πολλα μαθήματα συνεχίζονται λίγο-πολύ ως συνήθως. Υπάρχουν όμως αρκετές εξαιρέσεις, ωστόσο δεν παύουν να είναι ακριβώς αυτό: εξαιρέσεις.

Με δεδομένο αυτό, στη διαδήλωση της 27ης Απρίλη είχε σχεδόν μηδαμινή εθνικιστική πολιτική χροιά (2-3 σημαίες και σύμβολα του Κεμπέκ), αν και κάποια απ’ τα συνθήματα (“Ποιανού είναι το Κεμπέκ; Δικό μας!”) θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητά υπό μια εθνικιστική οπτική. Η σύνθεση της πορείας ήταν βασικά μεσοταξική, ωστόσο το πολιτικό της στίγμα ήταν αυτό των ταξικών αγώνων από τα κάτω, δηλαδή από τους ανθρώπους της βάσης, για τους οποίους οι αυξήσεις των διδάκτρων γίνονται αντιληπτές ως μέρος μιας διαδικασίας που τους γκρεμίζει απ’ την μεσαία τάξη, βάζει σε κίνδυνο το μέλλον τους, και οι οποίοι αποτελούν τον πολιτικό πυρήνα της κινητοποίησης (κι είναι έτσι αυτοί που επινοούν και κυκλοφορούν τα συνθήματα των διαδηλώσεων κοκ), έχουν μια σαφή αριστερή προοπτική και θέτουν τα πράγματα με όρους εργατικών ταξικών αγώνων.

Αυτό δεν είναι σπάνιο στον πρώτο κόσμο, ειδικά στη Β. Αμερική οι παγίδες είναι καλά γνωστές, ακόμα κι αν οι τρόποι αντιμετώπισής τους παραμένουν ασαφείς. Ως εκ τούτου, στο μέλλον αυτό είναι πιθανόν να υπάρξει ένα σχίσμα, στις ίδιες γραμμές που πραγματοποιήθηκε αυτό στο κίνημα Occupy και σε άλλες κινητοποιήσεις στη Β. Αμερική. Όσο βρισκόμαστε σ’ αυτό το στάδιο της καπιταλιστικής κρίσης, οι περισσότεροι άνθρωποι που επηρεάζονται από τέτοιες κινητοποιήσεις, τελικά θα στοιχίζονται πίσω από κάποιου είδους προοδευτικής, ελαφρώς εθνικιστική σοσιαλδημοκρατία, ενώ μια μειοψηφία θα προχωρά προς μια ριζοσπαστική αριστερή θέση. Καθώς ο διεθνής καπιταλισμός ωθεί τομείς της μεσαίας τάξης (συμπεριλαμβανομένης της εργατικής αριστοκρατίας) προς τα κάτω, είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε επίσης ότι μια μειοψηφία θα αναπτύσσει μια ριζοσπαστική αντίσταση που θα αντιστέκεται σ’ αυτήν την ώθηση προς τα κάτω, ωστόσο μέσα σ’ ένα πλαίσιο εξαίρεσης, εξουσιαστικό και συχνά ακόμη και φασιστικό. (Εδώ, όπως στις ΗΠΑ και στον αγγλόφωνο Καναδά, βλέπουμε σημάδια αυτής της πιθανότητας στην έλξη των θεωριών συνωμοσίας και των εθνικιστικών λύσεων εξαίρεσης). Το καθήκον της πλευράς μας εντός των μητροπολιτικών κοινωνιών είναι να παρέμβουμε πολιτικά από μια αντικαπιταλιστική, αντιαποικιοκρατική και διεθνιστική προοπτική προκειμένου να αυξήσουμε τον αριθμό αυτών που θα κάνουν τη δεύτερη επιλογή, ωστόσο δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες ότι αυτοί θα μπορούν να είναι κάτι άλλο από μια μειοψηφία.

Με αυτά κατά νου, εξεπλάγην απ’ το πόσο λίγη -εώς μηδενική- ήταν η οργανωμένη αριστερή παρουσία στη διαδήλωση. Κανείς δεν μοίραζε εφημερίδες. Κανείς δεν είχε τρικάκια πληροφόρησης για άλλες εκδηλώσεις. Καμμία ομάδα με πανώ. Τίποτα, nada, zilch. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του πώς, αν και η η ριζοσπαστική αριστερά είναι παρούσα σ’ αυτά τα γεγονότα, η δυνατότητά της να παρεμβαίνει είναι κατά καιρούς εκμηδενισμένη μπροστά στο μέγεθος του ξεσηκωμού που λαμβάνει χώρα, μπροστά στο πλήθος των πορειών, όπως και μπροστά στον αριθμό των ανθρώπων που συμμετέχουν σ’ αυτές.

Παρά -ή ίσως χάρη σε- αυτή την έλλειψη οργανωμένης αριστερής παρουσίας, στην αρχή έμοιαζε με μια πραγματικά μεγάλη, μαχητική πορεία, που κινείται σαν φίδι μες την πόλη. Φαινόταν πολύ πιο απογοητευτική μετά το πρώτο μισάωρο, οπότε η αστυνομία μπλόκαρε έναν κόμβο (Ontario και St Laurent) και δεν μας άφηνε να περάσουμε. Κάποιος συνελήφθη και 20-30 μπάτσοι πετάχτηκαν με υπερπλήρη εξάρτηση και στάθηκαν μπροστά σε 10.000 ανθρώπους, κάπου 200-300 εκ των οποίων κουκουλωμένοι (αν και χωρίς να υπάρχει κάποιο μαύρο μπλοκ ως τέτοιο) και φαινόταν σαν θεωρητικά να μην είχαν ούτε μία στο εκατομμύριο, κι όμως ο συλληφθέντας σύντροφος δεν απελευθερώθηκε ποτέ, και μας πήρε 20 λεπτά μέχρι να υποχωρήσουν οι μπάτσοι και να μας αφήσουν να περάσουμε. Ακόμη χειρότερα, το κεντρικό σύνθημα σ’ αυτή τη φάση ήταν “Μένουμε ειρηνικοί”! Πολύ άσχημα.

Καθώς η πορεία συνέχισε να κινείται χωρίς παλμό, αυτό συνέβη μερικές φορές ακόμα, και μέχρι τις 11μμ μείναμε λίγο λιγότεροι, αν και ακόμα αρκετές χιλιάδες. Οι μπάτσοι τότε ανακοίνωσαν ότι είχαμε κηρυχθεί “παράνομη συνάθροιση” και έπρεπε να διαλυθούμε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μεταξύ 11 και 12 υπήρξαν μερικές ακόμα αντιπαραθέσεις, ολοένα και πιο έντονες, χρήση σπρέυ πιπεριού, κάποιες φωτοβολίδες και μερικές συλλήψεις. Αν και δεν υπήρχε μαύρο μπλοκ, κάποιος πέταξε μια πέτρα σ’ ένα στρατολογικό γραφείο για να δεχθεί τη σωματική επίθεση “ειρηνιστών”. Αν και δεν φαίνεται στο βίντεο το κομμάτι αυτό, το σκηνικό είναι αυτό εδώ: http://www.cyberpresse.ca/actualites/dossiers/conflit-etudiant/201204/27/01-4519835-une-marche-pacifique-malgre-la-tension.php Άκουσα επίσης ότι κάποιοι χειροκρότησαν όταν η αστυνομία πραγματοποίησε κάποιες συλλήψεις, συνολικά 34 το βράδυ αυτό. Παρόλο που τα ΜΜΕ περιέγραψαν τις συλλήψεις ως αποτέλεσμα των “χειρουργικών κινήσεων” της αστυνομίας, αυτές ήταν στην πραγματικότητα αντίποινα και συλλήψεις στον σωρό, πχ αυτό το βίντεο στο youtube που δείχνει μια παρέα παιδιών να συλλαμβάνονται: http://www.youtube.com/watch?v=wiib7CVafw0

Απ’ την άλλη, δεν είδα κανέναν να παρεμβαίνει όταν η μικρή άτυχη διμοιρία μπάτσων που είχαν σταλεί να παρακολουθούν την πορεία δέχθηκαν έναν καταιγισμό από άδεια πλαστικά μπουκάλια και μάρμαρα. Παρατήρησα επίσης ότι όσο η πορεία μίκραινε σε πλήθος το “Μένουμε ειρηνικοί!” άρχιζε να καλύπτεται απ’ το “Μένουμε ενωμένοι”, εννοώντας ο ένας κοντά στον άλλον. Ένα αστείο σύνθημα της βραδυάς: “Charest, δεν κάνουμε πλάκα, θα σε στείλουμε σε Γκούλαγκ”.

Άφησα την πορεία κατά την 1πμ, ενώ υπήρχαν ακόμη χιλιάδες κόσμου, αλλά ήμουν κουρασμένος  και ήθελα να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο για το σπίτι. Το επόμενο πρωί, τα πρωτοσέλιδα  των εφημερίδων κάνανε λόγο για την άψογη συμπεριφορά της πορείας που αστυνόμευσε τον εαυτό της και τάχθηκε ενάντια στους βανδαλισμούς. Αυτό που ανέδειξαν πολλοί σύντροφοι ήταν ότι ολόκληρον τον τελευταίο μήνα απ’ τον Μάρτιο μέχρι τον Απρίλη, τα πράγματα κλιμακώνονταν στους δρόμους, όμως πολλοί φοιτητές που δε βρίσκονταν στους δρόμους κάθε μέρα είχαν μια επαφή με αυτά διαμεσολαβημένη μέσα από τα ΜΜΕ. Οταν η CLASSE πετάχθηκε έξω απ’ τις διαπραγματεύσεις, αυτό οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους να συμμετάσχουν στις νυχτερινές διαδηλώσεις και να τις καταστήσουν αυτές την κύρια μορφή κινητοποίησης. Ωστόσο, όταν αυτοί οι χιλιάδες νέοι διαδηλωτές είδαν κάποιους να πραγματοποιούν μαχητικές δράσεις, αντέδρασαν βάσει της δικής τους αντίληψης “καλού φοιτητή εναντίον κακού βάνδαλου” που είχαν κατασκευάσει τα ΜΜΕ. Έτσι, το θέμα δεν είναι ότι οι διαδηλώσεις στρέφονταν εναντίον όσων πραγματοποιούσαν πιο μαχητικές δράσεις, όσο ότι γέμιζαν με χιλιάδες νέου κόσμου που δεν είχε επαφή με τη δυναμική που είχε κατακτηθεί στον δρόμο προηγουμένως. (Σχετικές αναφορές των κυρίαρχων ΜΜΕ για τη συνολική σχέση μαύρου μπλοκ και φοιτητικών κινητοποιήσεων: http://fullcomment.nationalpost.com/2012/05/04/graeme-hamilton-hard-to-claim-Montreal-violence-isnt-tied-into-wider-protest-movement/ και μια πιο συμπαθητική εξήγηση που εμφανίστηκε σε πολλά ΜΜΕ αλλά γράφτηκε από έναν σύντροφο: http://rougesquad.org/en/content/black-bloc-and-red-square)

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για το μαύρο μπλοκ και την απομόνωση των μαχητικών τακτικών, αν και τέθηκε επιτακτικά απ’ τα ΜΜΕ και τους σοσιαλδημοκράτες, αποδείχθηκε πρώωρη.

Αν και οι νυχτερινές διαδηλώσεις συνεχίστηκαν, ωστόσο με ολοένα και λιγότερες μαχητικές δράσεις αλλά και συλλήψεις, η επόμενη κύρια αντιπαράθεση θα λάμβανε χώρα την Πρωτομαγιά, κατά την ετήσια αντικαπιταλιστική διαδήλωση.

Αντίθετα με τον αγγλόφωνο Καναδά και τις ΗΠΑ, όπου η Πρωτομαγιά είναι βασικά μια εκδήλωση της ριζοσπαστικής αριστεράς, στο Κεμπέκ είναι μια εκδήλωση του κόσμου της εργασίας, με συνδικάτα, πολιτικούς κλπ, να στριμώχνονται για μια θέση στις εξέδρες. Δεκάδες χιλιάδες κόσμου, συχνά και περισσότεροι, κατεβαίνουν στον δρόμο στο Μόντρεαλ. Τη δεκαετία του 1990, είχε αναπτυχθεί μια κατάσταση όπου νεαροί αναρχικοί συχνά απομονώνονταν από τη συνδικαλιστική περιφρούρηση, συνήθως επειδή φώναζαν αντιεθνικιστικά συνθήματα ή συμπεριφέρονταν πιο μαχητικά. Αυτό αντανακλούσε την προβληματική πολιτική των συνδικάτων αλλά σε έναν βαθμό κι ένα χάσμα γενεών. Θυμάμαι σε μια απ’ αυτές τις πορείες ένας υπεύθυνος της συνδικαλιστικής περιφρούρησης να φωνάζει πανικοβλημένος στο γουόκι τόκι του πως “ναζί σκίνχεντς” εισέβαλαν στην πορεία, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα ιδιαίτερα ανοργάνωτο πρωτο-μαύρο μπλοκ αναρχικών πιτσιρικάδων. Αυτό το χάσμα με τα εργατικά συνδικάτα βάθαινε κάθε χρόνο, εν μέρει λόγω των τραμπουκισμών της συνδικαλιστικής περιφρούρησης, ιδιαίτερα αυτής της FTQ (Ομοσπονδία Εργασίας του Κεμπέκ), της λιγότερο προοδευτικής απ’ τις τρεις κεντρικές συνδικαλιστικές ομοσπονδίες. Με την άνοδο του Μαοϊσμού που οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του PCR-RCP το 2007, οι Μαοϊκοί έκαναν αισθητή την εμφάνισή τους σ’ αυτό το μείγμα. (Πριν το 2007, η ομάδα αυτή ήταν γνωστή ως PCR(OC), και είχε προκύψει το 2001 από τη Groupe Action Socialiste).

Λίγα χρόνια πριν, αυτή η διαδικασία οδήγησε σε μια απόφαση εκ μέρους ενός συνασπισμού αναρχικών, μαοϊκών και άλλων να οργανωθεί μια ξεχωριστή πορεία, με μια σαφή αντικαπιταλιστική βάση ενότητας. Η πορεία αυτή έλαβε χώρα στη Hochelaga, ένα απ’ τα φτωχότερα, γαλλόφωνα προάστια του Μόντρεαλ, κι επίσης μια εστία πολυετούς ταξικού προσανατολισμού δραστηριότητας οργάνωσης και δράσεων από αναρχικούς, μαοϊκούς κι άλλους κομμουνιστές. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ένα χρόνο πριν, η κατάληψη των γραφείων του τότε προέδρου της FTQ Henri Massa, από συντρόφους που διαμαρτύρονταν ενάντια στον κορπορατισμό των συνδικάτων και εκκενώθηκε βίαια (κλωτσίδια, μπουνιές, τραβήγματα μαλλιών) από συνδικαλιστές τραμπούκους (βλ. σελίδες 3 και 11 http://www.clac-Montreal.net/sites/default/files/coup_pour_coup_web.pdf). Όπως εξήγησε ένας σύντροφος “διαχωρίσαμε τη θέση μας απ’ τα συνδικάτα προκειμένου να οργανώσουμε μια αντικαπιταλιστική πορεία γιατί είναι τόσο ελεεινοί και ξεπουλημένοι γενικά, που δεν μπορούν παρά να είναι περισσότερο ακραία ελεεινοί και ξεφτυλισμένοι όταν έχουμε να κάνουμε με την αντικαπιταλιστική και ριζοσπαστική ιστορία της Πρωτομαγιάς”.

Ως αποτέλεσμα, απ’ το 2008 κι έπειτα, κάθε Πρωτομαγιά έχει δυο πορείες, μια των συνδικάτων και μια μαχητική αντικαπιταλιστική πορεία. Ενώ τα πρώτα χρόνια, η πορεία των συνδικάτων ήταν μακράν η μεγαλύτερη απ’ τις δυο, τα τελευταία δυο χρόνια είναι σχεδόν ισάριθμες. Η αντικαπιταλιστική πρωτομαγιά είναι ένα ακόμη μέρος όπου αναπτύσσονται μαχητικές τακτικές δρόμου. Οι επιθέσεις της αστυνομίας αποτελούν ρουτίνα για την πορεία απ’ το 2008 κι έπειτα, ενώ νεοναζί boneheads είναι μέρος του όλου σκηνικού, και αρκετός κόσμος έχει χτυπηθεί ή έχει συλληφθεί κι αντιμετωπίσει βαριές κατηγορίες.

Το 2011, μερικοί μπάτσοι σπάστηκαν στο ξύλο, κι ενώ ορισμένοι υποψιάζονται ότι το σκηνικό ήταν στημένο απ’ τους ίδιους, θα μπορούσε να ήταν κι απλώς ηλιθιότητά τους, να προσπαθήσουν να μπουν μέσα στην πορεία και να πραγματοποιήσουν συλλήψεις χωρίς  να τους αντισταθεί κανείς. Όπως και να ‘χει, αυτό οδήγησε σε μια πολύμηνη παρακολούθηση του PCR-RCP, εισβολές σε σπίτια και συλλήψεις τριών συντρόφων. Αρχικά αναφέρθηκε ότι αυτές οι συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν απ’ την αστυνομική δύναμη που έχει αναλάβει τον έλεγχο των συμμοριών, όμως σύντομα ήρθε στο φως πως η δύναμη αυτή έχει ιδρύσει μια ειδική “κόκκινη (ή μαυροκόκκινη ίσως αν λάβουμε υπόψιν τους στόχους της) ομάδα”, την ομάδα ΓΑΜΜΑ προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη μαχητικότητα των αντικαπιταλιστικών διαδηλώσεων. Οι πράκτορες της ΓΑΜΜΑ συνοδεύονται από κάποιον απ’ την κρατική ασφάλεια, και μεταξύ των θεμάτων για τα οποία ανέκριναν τους συντρόφους ήταν μια βόμβα σ’ ένα στρατολογικό κέντρο στο Trois Rivieres (μια πόλη κάπου δυο ώρες απ’ το Μόντρεαλ), το 2010 αμέσως μετά τη σύνοδο των G20 στο Τορόντο.

Την Πρωτομαγιά του 2012, η αντικαπιταλιστική πορεία ήταν εμφανώς μεγαλύτερη απ’ την πορεία των συνδικάτων, κατά χιλιάδες κόσμου. Στην πραγματικότητα, η πορεία των συνδικάτων με το ζόρι έφτασε στα ΜΜΕ. Ο τόνος δώθηκε ήδη πριν το ξεκίνημα της πορείας, καθώς η αστυνομία συνέλαβε έναν μαοϊκό σύντροφο (που είχε προηγουμένως συλληφθεί κατά τις περσινές επιχειρήσεις της ομάδας ΓΑΜΜΑ) με τον ισχυρισμό ότι παραβιάζει τους περιοριστικούς όρους του.

Παρολαυτά, η πορεία ξεκίνησε αρκετά ειρηνικά, ωστόσο ξέσπασαν συγκρούσεις που κράτησαν περίπου μια ώρα, μεταξύ του μαύρου μπλοκ και της αστυνομίας. Η πορεία κηρύχθηκε “παράνομη συνάθροιση”, και αμέσως μόλις πετάχτηκαν λίγες πέτρες προς τους μπάτσους, μια μαζική αστυνομική επίθεση την έκοψε στα δύο. Στην πραγματικότητα, καθώς περιπλανιόμασταν στους δρόμους, υποθέταμε ότι έχουν τελειώσει οι συμπλοκές, ωστόσο συνεχίζονταν κατά τόπους μεμονωμένες αντιπαραθεις με τους μπάτσους, που χρησιμοποιούσαν δακρυγόνα και ασφυξιογόνες χειροβομβίδες, δημιουργώντας ένα σουρρεαλιστικό σκηνικό στο κέντρο της πόλης. Μισή ώρα αργότερα, ήρθαμε κατά τύχη μπροστά στους εναπομείναντες της πορείας, αρκετές εκατοντάδες κόσμο, στο St-Louis. Η διαδήλωση συνεχίστηκε με αντιμπατσικά συνθήματα κοκ. τελειώνοντας στην πλατεία Emilie Gamelin, με μερικά ακόμη σπρωξίδια με την αστυνομία, μερικές ακόμη συλλήψεις, κι έπειτα ορισμένους απ’ τους εναπομείναντες να ενώνονται με την νυχτερινή φοιτητική διαδήλωση. Συνολικά, είχαμε 108 συλλήψεις στην πορεία της Πρωτομαγιάς. Μια συμπαθητική αριστερή περίληψη εδω: http://www.mediacoop.ca/story/what-really-happened-montr%C3%A9al-may-day-protest/10727 και οπτικοακουστικό υλικό: http://www.youtube.com/watch?v=lhQv-dDdHf4

Καθ’ όλην αυτήν την περίοδο κλιμάκωσης, που ξεκίνησε τον Μάρτιο και δεν έχει τελειώσει ακόμα, μια δυναμική σχέση αναπτύχθηκε μεταξύ της κάθε πορείας και της επόμενης. Ο κόσμος στους δρόμους δημιουργεί μια ορμή και μια πολιτική κρίση που η κυβέρνηση έχει αποδειχθεί ανίκανη μέχρι τώρα να διαχειριστεί ή να αντιστρέψει.

Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου το Φιλελεύθερο Κόμμα σχεδιάζει να πραγματοποιήσει το κομματικό του συνέδριο στο Μόντρεαλ μεταξύ 4 κι 6 Μαΐου. Εκεί θα αποφασίσουν για την πλατφόρμα τους για τις επόμενες εκλογές και για το τί θα συμβεί στο κοντινό μέλλον. Καθώς οι διαδηλώσεις αναστατώνουν την πόλη κάθε μέρα, μια εβδομάδα πριν το συνέδριο, ανακοινώθηκε ότι θα μεταφερθεί στη Victoriaville, δυο ώρες έξω απ’ το Μόντρεαλ.

Ο συνασπισμός ενάντια στις περικοπές όπως επίσης και ένα φάσμα φοιτητικών ενώσεων οργάνωσαν άμεσα λεωφορία για να μεταφέρουν εκεί την μάχη. Κι αυτό ακριβώς συνέβη. Κάπου 2-3 χιλιάδες άνθρωποι ταξείδεψαν ως τη Victoriaville. Οι διαδηλωτές ισοπέδωσαν γρήγορα τα οδοφράγματα που χε στήσει η αστυνομία, όμως μετά, απλά μαζεύτηκαν μπροστά στην κόκκινη ζώνη της αστυνομίας για να ακούσουν τους λόγους των εκπροσώπων. Η αστυνομία επιτέθηκε στους διαδηλωτές μόλις δέκα λεπτά αργότερα, ρίχνοντας δακρυγόνα και χτυπώντας στο ψαχνό. Όπως θυμάται ένας σύντροφος “πέταξαν απροειδοποίητα ένα βλήμα που περιείχε σπρέυ πιπεριού, κι έπειτα άρχισαν να ρίχνουν δακρυγόνα κι έγινε χαμός. Ορισμένοι αντιστάθηκαν, πετώντας πράγματα προς την αστυνομία, που άρχισε να βάλλει με ασφυξιογόνες χειροβομβίδες και πλαστικές σφαίρες. Βλ. εδώ: http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=A_6QnK1w1i4

Στη διάρκεια αυτής της αρχικής επίθεσης, τρεις διαδηλωτές χτυπήθηκαν σοβαρά από τις χειροβομβίδες της αστυνομίας. Αρχικά μαθεύτηκε ότι ένας απ’ αυτούς κινδύνευε να χάσει τη ζωή του, αλλά τελικά ευτυχώς δεν ίσχυε. Δύο ακόμα τραυματίστηκαν σοβαρά στο κεφάλι. Ένας απ’ αυτούς χρειάστηκε να υποστεί 8ωρη χειρουργική επέμβαση, καταλήγοντας στο να χάσει το ένα του μάτι. Καθώς η αστυνομία έριχνε στο ψαχνό με κάθε λογής λιγότερο-φονικά όπλα, το πιο πιθανό είναι ότι χτυπήθηκε με κάποιο βαλλόμενο δακρυγόνο, καθώς αυτά εκρήγνυνται με την κρούση, σχίζοντάς του το αυτί. Μια γυναίκα ακόμα έχασε μερικά δόντια καθώς ένα βομβίδιο της αστυνομίας την πέτυχε στο πρόσωπο. Υπήρχαν επίσης αναρίθμητοι άνθρωποι που χτυπήθηκαν στα πόδια από πλαστικές σφαίρες.

Στην περίπτωση ενός απ’ τους πιο βαριά τραυματισμένους, του Alexandre Allard, υπάρχουν αρκετοί αυτόπτες μάρτυρες και υλικό βίντεο απ’ τη CUTV (τον τηλεοπτικό σταθμό του πανεπιστημίου της Concordia, που παρέχει ζωντανές ανταποκρίσεις απ’ τις περισσότερες πορείες του Μόντρεαλ). Η αστυνομία όταν ενημερώθηκε ότι υπάρχει βαριά τραυματισμένος με ενδεχόμενο κίνδυνο για τη ζωή του, αρνήθηκε να καλέσει ασθενοφόρο. Οι διαδηλωτές τελικά κατάφεραν να καλέσουν ένα, ενώ η ιατρική ομάδα της διαδήλωσης, μέρος της οποίας είχε σχηματιστεί απ’ το σωματείο των νοσοκόμων, και συμμετέχει στις πορείες με τις ρόμπες τους, παρείχαν τις πρώτες βοήθειες. (δεδομένης της σοβαρότητας της κατάστασης, αυτές αποδείχθηκαν κρίσιμες). Η αστυνομία συνέχισε να ρίχνει δακρυγόνα, και καθώς ο κόσμος άρχισε να τρέχει, οι διαδηλωτές αναγκάστηκαν να σχηματίσουν μια ανθρώπινη αλυσίδα γύρω απ’ τον Allard για να τον προστατεύσουν από ένα ποδοπάτημα. Καθώς η αστυνομία ενέτεινε τη ρίψη δακρυγόνων στο σημείο και άρχισε να προωθείται, ο κόσμος έπρεπε να μεταφέρει τον Allard, όχι μια αλλά δύο φορές, προκειμένου να τον προστατεύσει. Τελικά, ο κόσμος άνοιξε δρόμο για το ασθενοφόρο (που άργησε κάπου 20 λεπτά), κι εκείνη τη στιγμή η αστυνομία επωφελήθηκε απ’ το άνοιγμα του κόσμου για να πραγματοποιήσει μια νέα επίθεση. Βίντεο εδώ: http://cutvMontreal.ca/videos/1132 και ένα άρθρο στην Gazette: http://www.Montrealgazette.com/news/never+seen+police+like+this/6582164/story.html

Η μάχη συνεχίστηκε για ώρες. Υπάρχουν πολύ εμψυχωτικά βίντεο, όπως από έναν μπάτσο που την είδε καουμπόυς και πήδηξε πάνω σ’ έναν διαδηλωτή για να τον συλλάβει, καταφέρνοντας τελικά να φάει μπόλικο ξύλο από άλλους διαδηλωτές. Ο μπάτσος έφυγε τρέχοντας, και ο διαδηλωτές μπορούσε να γυρίσει ασφαλής σπίτι του: http://www.youtube.com/watch?v=K1MZMx7eN9w

Παρολαυτά, πραγματοποιήθηκαν πάνω από 100 συλλήψεις, πολλές απ’ τις οποίες όταν ο κόσμος γύριζε πίσω στο Μόντρεαλ. Τρία λεωφορία σταματήθηκαν απ’ την αστυνομία, κι όπως έγραψε ένας σύντροφος αργότερα: μας υποχρέωσαν να περάσουμε όλη την νύχτα, πάνω από 10 ώρες στον σταθμό όπου ένοπλοι μπάτσοι μας επιτηρούσαν, μετατρέποντας το λεωφορείο σε φυλακή http://Montreal.mediacoop.ca/story/riot-police-turn-bus-jail-cell-victoriaville/10800 . Αν και αυτό δείχνει μια εγγενή αδυναμία των ταξειδιωτικών κινητοποιήσεων, είναι επίσης ενδεικτικό της ανικανότητας (ή ίσως της αδιαφορίας;) της αστυνομίας να συλλάβει όσο κόσμο ήθελε στην ίδια τη διαδήλωση και στις συγκρούσεις, αλλά αντίθετα περίμενε να επωφεληθεί απ’ αυτες τις εύκολες μαζικές συλλήψεις για να ενισχύσει την εικόνα της.

Ένας απολογισμός σε πρώτο πρόσωπο: http://Montreal.openfile.ca/Montreal/text/first-person-account-victoriaville-protest-descends-violence και κάλυψη απ’ τα ΜΜΕ: http://www.youtube.com/watch?v=kTQZ60AZ2pQ

Την Παρασκευή το βράδυ, στον απόηχο των ταραχών, καί οι τρεις φοιτητικές ομοσπονδίες, συμπεριλαμβανομένης της CLASSE, έκαναν έκκληση στον κόσμο για ηρεμία. Οι τρεις φοιτητικές ομοσπονδίες είχαν ξεκινήσει μαραθώνιες διαπραγματεύσεις με τον υπουργό την Παρασκευή: θα ήταν μια μηντιακή νίκη για την εικόνα της κυβέρνησης να καταφέρει έναν συμβιβασμό μέχρι το κομματικό συνέδριο, κι έτσι όλα ήταν καλοσχεδιασμένα αυτή τη στιγμή: άρνηση διαπραγμάτευσης μέχρι λίγο πριν το συνέδριο, κι έπειτα διαπραγματεύσεις με το ένα πόδι σε ένα αποτέλεσμα που θα διέσωζε το φιλελεύθερο κόμμα μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Πραγματικά, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, μετά περίπου 3 μήνες φοιτητικής απεργίας, το Σάββατο 5 Μάη, ανακοινώθηκε μια συμφωνία ή τουλάχιστον μια προσφορά, η οποία υπογράφτηκε ή σχεδιάστηκε (η αοριστία κυριαρχεί!), μεταξύ των τριών φοιτητικών ομοσπονδιών και της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τις αναφορές, προς αυτήν την κατεύθυνση πίεσαν τα συνδικάτα, και ειδικά η FTQ, που είχε εκπροσώπους της στις διαβουλεύσεις, και η οποία απείλησε τους εκπροσώπους των φοιτητών ότι θα αποσύρει τη στήριξή της σε περίπτωση που δε φτάσουν σε μια συμφωνία. http://www.lapresse.ca/debats/chroniques/yves-boisvert/201205/06/01-4522604-la-contribution-syndicale.php Ουσιαστικά, αυτή η πρόταση σημαίνει ότι η αύξηση στα δίδακτρα θα πραγματοποιηθεί απ’ το ερχόμενο εξάμηνο, αλλά θα εξισορροπηθεί από μια ανάλογη μείωση στα θεσμικά πανεπιστημιακά τέλη, ώστε το συνολικό ποσό που θα καταβάλλουν οι φοιτητές να παραμείνει το ίδιο. Αυτό καταγγέλθηκε ως απάτη, καθώς σήμαινε ότι η αύξηση θα εξακολουθούσε να ισχύει με την μορφή περικοπής υπηρεσιών που αντιστοιχούσαν στα πανεπιστημιακά τέλη. Κι ενώ, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι υπάρχει αρκετή σπατάλη (πχ τα ειδικά προνόμια των διευθυντών) οι τομείς στους οποίους θα πραγματοποιούνταν οι περικοπές θα αποφασίζονταν από μια επιτροπή αποτελούμενη από 4 φοιτ. εκπροσώπους, 4 συνδικαλιστικούς εκπροσώπους και 11 εκπροσώπους της διοίκησης των σχολών και της κυβέρνησης. Επιπλέον, δεν υπήρχε καμμιά εγγύηση ότι ακόμα κι αν η περικοπή ισοσταθμίσει την αύξηση τον πρώτο χρόνο, θα γίνει αυτό και τον επόμενο, και τον μεθεπόμενο κοκ. Αυτή η άποψη ενισχύθηκε κι από τη βιασύνη του υπουργού Beauchamp να κάνει δημόσιες δηλώσεις το ίδιο σαββατοκύριακο για το πώς η κυβέρνηση νίκησε, πώς δεν ενέδωσε τελικά κλπ, κάτι το οποίο αποδείχθηκε λάθος από μεριάς τους, καθώς η συμφωνία δεν επικυρώθηκε (από τις 8 Μάη) από καμμιά απ’ τις φοιτητικές ομοσπονδίες, και τα ΜΜΕ πλέον φιλοξενούν φοιτ. εκπροσώπους που λένε ότι αμφιβάλουν αν θα περάσει.

Ο Francis Grenier, ο άνθρωπος που έχασε το μάτι του εξαιτίας της αστυνομίας τον Μάρτιο, έγραψε στο facebook του το παρακάτω status: “για μένα και για όλους όσους χτυπηθήκαμε στη φοιτητική σύγκρουση, η απεργία του 2012 δε θα τελειώσει ποτέ, κι ούτε μπορούμε να μείνουμε ικανοποιημένοι με τόσο λίγα”, ενώ μια καλή αριστερή απάντηση στην προσφορά υπάρχει κι εδώ: http://ucl-saguenay.blogspot.ca/2012/05/mouvement-etudiant-cette-entente-est.html

Την ίδια στιγμή, στον απόηχο μηνών μαχητικών διαδηλώσεων, το Κράτος απαντάει, κι όχι απλώς εντείνοντας τη βία του στους δρόμους.

Στις 7 Μάη, ανακοινώνεται ότι η CSIS, η υπηρεσία πληροφοριών του Καναδά, που αντίθετα με το FBI αλλά ανάλογα με τη γερμανική Verfassungschutz, δεν έχει δικαιοδοσία να πραγματοποιεί συλλήψεις, αλλά επικεντρώνεται στη διείσδυση και την παρακολούθηση, ξεκίνησε μια σειρά ερευνών εναντίον της Union Communiste Libertaire (αναρχικοί), του PCR-RCP (μαοϊκοί), της CLAC (αντικαπιταλιστική συσπείρωση, κυρίως αναρχικοί), και του RRQ (Δίκτυο Αντίστασης Κεμπέκ, εθνικιστές) όσον αφορά τις δραστηριότητές τους και τη συμμετοχή τους στις ταραχές http://tvanouvelles.ca/lcn/infos/national/archives/2012/05/20120506-183028.html Την ίδια ημέρα, με ειδική αναφορά στα γεγονότα στο Κεμπέκ, ένα ομοσπονδιακό νομοσχέδιο ετοιμάστηκε προκειμένου να ποινικοποιηθεί η κάλυψη του προσώπου πχ με κουκούλες σε ταραχές ή “παράνομες συναθροίσεις”, με ποινές φυλάκισης μέχρι και 5 χρόνια. Με δεδομένο ότι οι Συντηρητικοί έχουν την πλειοψηφία στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, και θα απαιτούσε έναν μαχητικό εξωκοινοβουλευτικό αγώνα, προκειμένου να μη ψηφιστεί. Αν ψηφιστεί θα εφαρμοστεί σ’ ολόκληρον τον Καναδά. http://www.680news.com/news/national/article/359688–conservatives-back-private-members-bill-targeting-masked-protesters Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το μόνο που χρειάζεται για να κηρυχθεί μια οποιαδήποτε συγκέντρωση ή διαδήλωση σε “παράνομη συνάθροιση” είναι πεί η αστυνομία ότι είναι παράνομη συνάθροιση… Έχοντας πάει σε δεκάδες τέτοιες “παράνομες συναθροίσεις”, αυτό που κάνει η αστυνομία συνήθως είναι απλά να ανακοινώνει ότι πρόκειται για παράνομη συνάθροιση και αμέσως μετά να επιτίθεται. Ένα κεκτημένο των τελευταίων χρόνων είναι ότι οι διαδηλώσεις συχνά αποδεικνύονται ικανές να αποκρούσουν αυτές τις επιθέσεις, και πράγματι κατά τη διάρκεια της φοιτητικής κινητοποίησης πολλές τέτοιες “παράνομες συναθροίσεις” προχώρησαν κανονικά, καθώς η αστυνομία δεν ένιωθε αρκετά σίγουρη για το αν είναι σε θέση να τις διαλύσει επί τόπου.

Αυτό που ακολούθησε στις 7 Μάη, ήταν ο δήμαρχος του Μόντρεαλ Gerald Tremblay να ανακοινώνει ότι θα περάσει μια σειρά από τροποποιήσεις που θα ανταποκρίνονται στην άνοδο των μαχητικών διαδηλώσεων. Οι οργανωτές που καλούν διαδηλώσεις θα πρέπει να ενημερώνουν εκ των πρωτέρων την αστυνομία για το ακριβές δρομολόγιο και τη χρονική διάρκεια της διαδήλωσης (σημ. και να δεχθούν κάθε τροποποίηση που θα τους προτείνει η αστυνομία) διαφορετικά η διαδήλωση θα κηρύσσεται “παράνομη συνάθροιση”. Το να φορά κανείς μια μάσκα σε κάθε διαδήλωση, είτε έχει κηρυχθεί παράνομη είτε όχι, πλέον ποινικοποιείται. Ωστόσο η αστυνομία θα έχει το ελεύθερο να αποφασίζει με ποιόν τρόπο και σε τί βαθμό θα εφαρμόζει αυτούς τους νόμους, καθώς ο δήμαρχος ισχυρίζεται ότι στοχεύει μόνο στις διαδηλώσεις που βγαίνουν εκτός ελέγχου. Επιπλέον, επιβάλλονται πρόστιμα σε όσους παρίστανται σε τέτοιες “παράνομες συναθροίσεις” τα οποία θα αυξηθούν σε 500-1000 δολλάρια για περιπτώσεις πρώτου παραπτώματος μέχρι 3.000 για επαναλαμβανόμενα παραπτώματα. (χωρίς να χρειαστεί να έχει τελεστεί κάποιο αδίκημα, απλά τιμωρείται η φυσική παρουσία και επίσημα πλέον, καθώς ήδη υπάρχουν κυριολεκτικά χιλιάδες περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν συλληφθεί στο σωρό σε αστυνομικές επιθέσεις σε διαδηλώσεις απλά επειδή έτυχε να βρίσκονται στο σημείο εκείνο, ή ακόμα γιατί έτυχε να περνάνε τον δρόμο τη στιγμή που η αστυνομία περικύκλωνε ή διέλυε μια διαδήλωση http://www.Montrealgazette.com/news/Montreal+masked+demonstrators/6580627/story.html


Η καταστολή είναι εξίσου προβλέψιμη και αναπόφευκτη όταν περνάμε στην επίθεση, και ως τέτοιες, οι νομικές κινήσεις είναι το λογικό αποτέλεσμα της κλιμάκωσης που έλαβε χώρα τους προηγούμενους μήνες. Δεδομένου αυτού, θα παραμένει ες αεί αναπάντητο το ερώτημα του κατά πόσο η καταστολή θα μπορεί να κλείνει έναν κύκλο αγώνων, ή να αναζωπυρώνει την αγωνιστικότητα, καθώς αυτό που κάνει είναι να αντιτάσσει στον κόσμο το δίλημμα είτε να προχωρήσουν από πάνω της είτε να κάνουν πίσω. Το να κάνουν πίσω οδηγεί πάντοτε σε κατάρρευση του ηθικού, κατακερματισμό και ρευστοποίηση των δυνάμεών μας, και μακροπρόθεσμα τροφοδοτεί την άνοδο δυνάμεων της ακροδεξιάς και της εξαίρεσης/του αποκλεισμού, όχι μόνο υπέρ του Κράτους, αλλά επίσης (και ξεχωριστά) υπέρ του φασισμού. Την ίδια στιγμή, η κλιμάκωση έχει η ίδια τα ρίσκα της, καθώς για κάθε βήμα που κάνουμε πρέπει να περιμένουμε κι ένα βήμα απ’ τους αντιπάλους μας. Ιστορικά, δεν υπάρχουν κάποιες οδηγίες επιτυχίας (γι’ αυτό και έχουμε ακόμα καπιταλισμό), ωστόσο μεσοπρόθεσμα, η διατήρηση πολιτικής στόχευσης ενώ επεκτείνεται το φάσμα του αγώνα, τόσο γεωγραφικά όσο και ως προς τα ζητήματα τα οποία εμπλέκει η κινητοποίηση, φαίνεται να ‘ναι ο καλύτερος τρόπος να μένουμε ένα βήμα μπροστά απ’ το Κράτος.

Όταν είδα στο youtube εικόνες από μερικά παιδιά να κυνηγάνε μπάτσους έξω απ’ το συνέδριο του Plan Nord, πετώντας τους ξύλα και πέτρες, έπαθα πλάκα. Βαθιά μέσα μου ένιωθα πως “αγνοούν ότι υποτίθεται οτι πρέπει να φοβούνται να κάνουν κάτι τέτοιο”. Ο δικός μου ακτιβισμός, και των περισσότερων ανθρώπων που είναι ακτιβιστές για κάποιο διάστημα, δε θα αποπειρώταν ποτέ κάτι τέτοιο, καθώς φαίνεται από τακτικής άποψης ελάχιστα συνετό, και πιθανότατα να οδηγούσε σε συλλήψεις. Αυτή η εκ πρώτης όψεως απερισκεψία όμως, θα μπορούσε να είναι μια επίδεξη ισχύος μιας αυθόρμητης ριζοσπαστικοποίησης. Πραγματικά, μπορώ να σκεφτώ κι άλλα παραδείγματα όπου κάτι τακτικά ασύνετο που άνθρωποι με περισσότερη εμπειρία θα “ήξεραν” ότι δε γίνεται, όχι μόνο έγινε, αλλά αποτέλεσε κι ένα υπόδειγμα ρήξης. Πιστεύω ότι αυτά που συσσωρεύουμε ως πνευματικές αποσκευές μας μπορεί πάντα να μας φαίνονται αντικειμενικά ως “γνώση” και “εμπειρία” και “σωστά”, όμως στην πραγματικότητα μπορεί να παίρνουμε λάθος μαθήματα, ή τα μαθήματα που κάποιοι άλλοι θέλουν να πάρουμε. Στην περίπτωση αυτή, η εξωτερική καταστολή δεν είναι καν απαραίτητη.

Ωστόσο, η αρχική μου αντίδραση ήταν απλουστευτική και ανακριβής. Οι μαχητικές τακτικές δρόμου δεν εμφανίστηκαν εδώ καθαυτό. Από μεριάς μου, ξέρω πολλούς ανθρώπους που ήταν εκεί, και είναι ενεργοί για χρόνια. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που ήταν ενεργοί αλλά μέσα σ’ έναν πιο νεανικό κόσμο, και οι οποίοι αποφεύγουν τις εθιμοτυπικές διαδηλώσεις που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία δέκα χρόνια εδώ, και αναπτύσσουν συνειδητά μια πιο μαχητική πρακτική στο Μόντρεαλ τα τελευταία δύο χρόνια. Όμως ακόμη κι αυτοί, το έκαναν στη βάση ιδεών και συζητήσεων που υπήρχαν πριν τις 20 Απρίλη.

Για δέκα χρόνια τώρα, η ASSA κάνει δουλειά βάσης σε πανεπιστήμια σε όλο το Κεμπέκ, παρέχοντας ένα ριζοσπαστικό σημείο αναφορά για τους φοιτητές, και αναπτύσει μια ανάλυση που είναι μαχητική, φεμινιστική και εμφανώς αντικαπιταλιστική. Τα τελευταία τρία χρόνια ιδιαίτερα, υπήρξαν επαναλαμβανόμενα μπλόκα, καταλήψεις και τα συναφή, που πραγματοποιήθηκαν από φοιτητές μαζί με συλλογικότητες και ακόμα και με συνδικάτα. Πολλοί ακτιβιστές “ψήθηκαν” μέσα σ’ αυτές τις δράσεις.

Ευρύτερα ακόμη, αναρχικοί, μαοϊκοί και άλλοι στο Μόντρεαλ έχουν αναπτύξει συγκεκριμένους πειραματισμούς μαχητικών διαδηλώσεων εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Η παλιότερη τέτοια παράδοση είναι η Διεθνής Ημέρα Ενάντια στην Αστυνομική Βαρβαρότητα, που οργανώνεται από την COBP (που δημιουργήθηκε σαν απάντηση στην καταστολή των παλαιότερων διαδηλώσεων το 1995 ενάντια στο HLI) στις 15 Μαρτίου. Αυτή διοργανώνεται από το 1996 και περιλαμβάνει τυπικά βανδαλισμούς, οδομαχίες (ή τουλάχιστον βίαιες συλλήψεις από μεριάς της αστυνομίας), και μια οργανωτική συλλογικότητα που αρνείται να καταδικάσει τη βία ή να ζητήσει άδεια απ’ την αστυνομία υποβάλλοντας το δρομολόγιο της διαδήλωσης. Φέτος, η αστυνομία ζήτησε δημόσια απ’ τους φοιτητές να μη συμμετάσχουν στην πορεία της COBP. Αυτή η συμβουλή αγνοήθηκε από αρκετές χιλιάδες που συμμετείχαν, και έτσι η αστυνομία προχώρησε σε ιδιαίτερα βίαιες επιθέσεις, ενώ και ένα περιπολικό αναποδογυρίστηκε κλπ. (Την προηγούμενη εβδομάδα, η Grenier είχε χάσει το μάτι του από βομβίδιο της αστυνομίας, πράγμα που συνέβαλε στο όλο κλίμα). Ακόμα και η 5η Μάρτη όμως, δεν προέκυψε απ’ το πουθενά, αλλά χτίστηκε πάνω σε μαχητικές τακτικές που είχαν αναπτυχθεί στον αγώνα ενάντια στην πρώτη γύρα νεοφιλελεύθερων περικοπών, την μεταρρύθμιση Axworthy στις αρχές της δεκαετίας του ’90, και σε μια σειρά μαχητικών αντιφασιστικών κινητοποιήσεων που ακολούθησαν καθ’ όλην τη δεκαετία.

Παρόλο που δεν ήταν ετήσιες εκδηλώσεις, όλα αυτά υπήρχαν σαν ένα θετικό κεκτημένο που εμπλουτιζόταν από περιστασιακά γεγονότα όπως σύνοδοι και αντισύνοδοι, πχ η παναμερικανική σύνοδος στην Πόλη του Κεμπέκ το 2001, η μίνι-σύνοδος του ΠΟΕ στο Μόντρεαλ τον Ιούλιο του 2003, η συνεδρίαση στο Montebello μεταξύ Μπους, Καλδερόν και Χάρπερ το 2007, η σύνοδος των G8 στο Τορόντο πρόπερσι.

Αναλόγως, άγνωστοι άνθρωποι έχουν συμμετάσχει σε σπραδικές δράσεις λιγότερο ανοιχτής φύσης: οχήματα της αστυνομίας έχουν πυρποληθεί κλπ, όχι κάτι εξαιρετικά σπουδαίο, όμως αρκετά για να έχουν έναν αντίκτυπο στη συνείδηση του κόσμου που αυτοπροσδιορίζεται ως αγωνιστής.

Όλα αυτά για να πω ότι η αρχική μου κάπως ρομαντική εντύπωση ότι “αυτά τα παιδιά αποφεύγουν τα λάθη του ακτιβιστικού χώρου” ήταν απλά αυτό, μια ρομαντική και λανθασμένη εντύπωση. Αυτό που συμβαίνει εδώ είναι πολύ πιο σύνθετο, και με κανέναν τρόπο δεν το αξιολογώ αντικειμενικά, όμως αυτό που συμβαίνει τώρα χτίζεται πάνω στις προηγούμενες εμπειρίες της μαχητικότητας, πυροδοτείται από το αυθόρμητο και φρέσκο κύμα κινητοποίησης ανθρώπων που νιώθουν ότι γκρεμίζονται απ’ την μεσαία τάξη, και συμβαίνει σε ένα διεθνές πλαίσιο που ορίζεται απ’ την Αραβική Άνοιξη του 2011, το φαινόμενο Occupy, και την αντίσταση στην Ελλάδα, την Ισπανία και αλλού.

Είναι ό,τι καλύτερο έχω δει στο Κεμπέκ εδώ και πολύ καιρό, και το μεγαλύτερο του είδους του που μπορώ να θυμηθώ. Και το λέω αυτό έχοντας υπόψι τις πολύ σκληρότερες και σημαντικότερες αντιπαραθέσεις της Oka του 1990 -όμως η διαφορά είναι ότι τότε οι μαζικές κινητοποιήσεις στο Μόντρεαλ και τα προάστια είχαν μια ρατσιστική και ακόμα φασιστοειδή φύση. Αυτή τη φορά, φαίνεται να είναι μια πραγματική επίθεση και όχι μια συμπλοκή της οπισθοφυλακής.

Καθώς τα πράγματα απέχουν μακράν απ’ το να λάβουν τέλος, τα παραπάνω δεν είναι παρά μια ματιά στο τί έχει συμβεί μέχρι στιγμής. Αδιαμφισβήτητα ατελής, όμως κατ’ ελπίδα χρήσιμη σε αρκετούς.

Για περισσότερες πληροφορίες στα αγγλικά:

* Rouge Squad Tactical Translation Team: http://rougesquad.org/
* CLASSE: http://www.stopthehike.ca/
* CLAC Montreal: http://www.clac-montreal.net/en
* Sabotage Media: http://www.sabotagemedia.anarkhia.org/category/english/
* Revolutionary Communist Party (PCR-RCP): http://pcr-rcp.ca/en/

Facebook, News from the 2012 Quebec student general strike: https://www.facebook.com/pages/News-from-the-2012-Quebec-student-general-strike/332377376800387

***

κι ένα ακόμη κείμενο:

Δε γνωρίζαμε ότι δεν γίνεται, κι έτσι το κάναμε!

Πηγή: http://www.occupytheory.org/read/we-didn-t-know-it-was-impossible-so-we-did-it-the-quebec-student-strike-celebrates-its-100th-day.html

Οι φοιτητές στο Κεμπέκ άγγιξαν την Τρίτη 22 Μάη τις 100 μέρες μιας γενικής απεργίας διαρκείας, κορυφώνοντας τις μαζικές διαδηλώσεις που αποτελούν τις μεγαλύτερες εδώ και χρόνια σ’ όλη τη Β. Αμερική. Στην πραγματικότητα, οι κινητοποιήσεις στο Κεμπέκ θα μπορούσαν να είναι η Αραβική Άνοιξη του Καναδά.

Οι φοιτητές οργανώνονται ενάντια στην αύξηση των διδάκτρων εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο, όταν η κυβέρνηση του Κεμπέκ πρότεινε μια πρώτη αύξηση κατά 75% μέσα στα ερχόμενα 5 χρόνια (που θα φτάσει το 82% στα επόμενα 7 χρόνια). Πριν το ξεκίνημα της γενικής απεργίας τον Φεβρουάριο, διαδηλώσεις, πορείες, συγκεντρώσεις, καμπάνιες συλλογής υπογραφών κι αποστολής γραμμάτων και απόπειρες διαπραγματεύσεων καλή τη πίστει, αντιμετωπίστηκαν με άρνηση κάθε διαλόγου από μεριάς της κυβέρνησης. Για τους φοιτητές, μεσολάβησε μια αυξανόμενη αίσθηση εγρήγορσης και μια κοινή διαπίστωση ότι αύξηση των διδάκτρων σημαίνει αύξηση του φοιτητικού χρέους, αύξηση των ωρών κατά τις οποίες θα πρέπει να εργάζονται προκειμένου να σπουδάζουν, περιορισμός της πρόσβασης στην τριτοβάθμια για παιδιά εργατικής και μικρομεσαίας καταγωγής, και μια μετατόπιση στην πανεπιστημιακή κουλτούρα προς την αγορά, εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης, χρηματοπιστωτικοποίηση της φοιτητικής ζωής, και ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου.

Ακόμη κι αν τα δίδακτρα αυξηθούν, οι φοιτητές του Κεμπέκ θα πληρώνουν λιγότερα απ’ ό,τι σε άλλες επαρχίες του Καναδά, ένα χάσμα που η επαρχιακή κυβέρνηση στοχεύει να καλύψει. Όμως μέχρι σήμερα, κάθε φορά που η κυβέρνηση έχει προσπαθήσει να το πετύχει, οι φοιτητές έχουν κατεβεί σε απεργία. Βαθιά ριζωμένη στον αγώνα στο Κεμπέκ είναι μια κουλτούρα αλληλεγγύης και ασφάλειας, ένας ζωντανός κοινωνικός ιστός, μια αίσθηση κοινότητας που αντέχει και κινητοποιεί μια δυναμική άμυνα αυτής της κοινοπολιτείας. Πείτε το όπως επιθυμείτε, αλλά είναι ακριβώς αυτό στο οποίο η Μάργκαρετ Θάτσερ κήρυξε πόλεμο την 1η Μάη 1981, όταν έλεγε πως ο στόχος του νεοφιλελευθερισμού είναι να αλλάξει τη ψυχή και το πνεύμα της “κολλεκτιβιστικής” νοοτροπίας, και το μέσο που θα επιστρατεύσει είναι τα οικονομικά μεγέθη. Πράγματι, το Υπουργείο Οικονομικών της φιλελεύθερης κυβέρνησης του Κεμπέκ αποκάλεσε πρόσφατα την πολιτική λιτότητας που εφαρμόζει, μια “πολιτιστική επανάσταση”, ενώ δεν ντρέπονται για τα σχέδιά τους να αναδιοργανώσουν τη ζωή στο Κεμπέκ, μέσω της οικονομικής πειθαρχίας. Το Modèle québécois, το κεμπεκιανό μοντέλο κοινωνικού κολλεκτιβισμού (μέσα απ’ την σοσιαλδημοκρατική ηθική του, αλλά κυρίως μέσω της αμεσοδημοκρατικής ηθικής που έχει προκύψει τις τελευταίες 14 εβδομάδες της απεργίας) είναι ακριβώς ο στόχος αυτής της πολιτικής, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση και στην υγεία. Αυτό εξηγεί τις απόπειρες της κυβέρνησης να σπάσει την απεργία και να διαλύσει τις φοιτητικές ενώσεις.

Ο φοιτητικός συνδικαλισμός είναι ιδιαίτερα ισχυρός στο Κεμπέκ για έναν ακόμη λόγο: είναι εγγενώς πολιτικός, δεσμευτικός και συμμετοχικός, βασίζεται στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας όπως εφαρμόζονται σε εβδομαδιαίες γενικές συνελεύσεις. Ένας καταμερισμός της εξουσίας, κατά τον οποίο οι φοιτητές αναλαμβάνουν έναν άμεσο ρόλο στη διαμόρφωση της κουλτούρας της πανεπιστημιακής ζωής, μέσω των πολιτικών και των δράσεων των φοιτητικών ενώσεων, υπήρξε η ραχοκοκκαλιά της διογκούμενου κινήματος ενάντια στις αυξήσεις των διδάκτρων, και το μυστικό της ικανότητάς του να κινητοποιεί μια τόσο διευρυμένη και λαϊκή βάση. Ωστόσο, ενώ μια απόρριψη των πολιτικών κομμάτων και μια έμφαση στην άμεση δημοκρατία και την μαχητικότητα εμπνέουν το κίνημα, υπάρχουν στην πραγματικότητα μια πληθώρα φοιτητικών ενώσεων, απ’ την Association pour une Solidarité Syndicale Étudiante (ASSÉ) που διεκδικεί δωρεάν παιδεία, μέχρι τις πιο κορπορατιστικές και mainstream φοιτητικές ενώσεις που πρόσκεινται στα αστικά πολιτικά κόμματα.

Όμως αυτή η σύγκρουση, αντιπροσωπεύει για τους φοιτητές και κάτι παραπάνω. Αντιπροσωπεύει μια επίθεση στις οικογένειες χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, στην κοινωνική συνοχή και την κοινωνική κατάκτηση της ισότητας στην πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες, μέσω μιας αύξησης του κόστους ζωής. Η απεργία μπολιάζει όλα τα πεδία της καθημερινής ζωής: στα πανεπιστήμια, πίσω στα σπίτια των οικογενειών των φοιτητών και των φοιτητριών, στους χώρους εργασίας και στα νοσοκομεία, οπουδήποτε μοιράζονται ολοένα και περισσότερο την ίδια δυσαρέσκεια απέναντι στην επιβολή μέτρων λιτότητας στο Κεμπέκ, καθώς η αύξηση των διδάκτρων συμπίπτει με τις πρώτες περικοπές υγείας, αύξηση της τιμής της υδροηλεκτρικής ενέργειας κατά 20%, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στα 67 έτη και μαζικές περικοπές θέσεων εργασίας κι απολύσεις.

Μια χρονολογία των τελευταίων εβδομάδων του κινήματος

Στις 1ο Νοέμβρη, πάνω από 200.000 φοιτητές κατέβηκαν σε απεργία, και 30.000 συμμετείχαν στη διαδήλωση. 20.000 απ’ αυτούς πορεύθηκαν κατευθείαν προς τα κυβερνητικά γραφεία του Μόντρεαλ, διαδηλώνοντας ενάντια στην αύξηση των διδάκτρων. Εκατοντάδες άλλοι, μεταξύ των οποίων και η Ομοσπονδία Γυναικών του Κεμπέκ, έκλεισαν το χρηματιστήριο του Μόντρεαλ στα μέσα Φλεβάρη, τραβώντας την προσοχή στο κίνημα αποκλείοντας αυτόν τον τόσο αγαπητό στο 1% και στην κυβέρνηση Charest χώρο.

Στις 23 Φλεβάρη, 40.000 μαθητές απ’ όλη την επαρχία πέρασαν επίσης στην απεργία διαρκείας. Χιλιάδες μαθητές και φοιτητές κατέλαβαν τη γέφυρα Jacques Cartier. Αν οι τακτικές του κινήματος μπορούσαν να αγνοούνται απ’ τις διοικήσεις των πανεπιστημίων και την επαρχιακή κυβέρνηση κατά τις πρώτες βδομάδες του, στις 22 Μάρτη, φοιτητικές ενώσεις όπως η CLASSE (Coalition Large de l’ Association pour une Solidarite Syndicale Etudiante), της οποίας 80.000 μέλη πρωταγωνιστούσαν στην απεργία, δε θα μπορούσαν να το παραλείψουν. Έκτοτε, έστρεψαν την προσοχή τους στη στόχευση κυβερνητικών γραφείων, υπουργείων και μεγάλων εταιριών, θέτοντας τη στρατηγική έμφασή τους στη διακοπή της οικονομικής κυκλοφορίας, σε μια προσέγγιση άμεσης δράσης που είχε δοκιμαστεί σε πολλές πολλές αστεακές διαμαρτυρίες των κινημάτων της περασμένης δεκαετίας.

Στις 22 Μάρτη, καθώς πάνω από 300.000 φοιτητές κατέβηκαν σε απεργία, μια μαζική πορεία που ονομάστηκε Printemps Érable (Άνοιξη της Σφενδάμνου, απ’ το δένδρο-σύμβολο του Καναδά, λογοπαίγνιο που θυμίζει το Printemps arabe, την αραβική άνοιξη), καθώς έκλειναν η μια σχολή μετά την άλλη, και το ένα λύκειο μετά το άλλο. 2 μήνες αργότερα, στις 22 Μάη, οι φοιτητές του Κεμπέκ θα γιορτάζουν την 100ή μέρα απεργίας διαρκείας, ήδη μια απ’ τις μεγαλύτερες φοιτητικές κινητοποιήσεις στην πρόσφατη ιστορία. 100 μέρες απεργίας, χαράς και αντίστασης, κινητοποίησης ενάντια στις αυξήσεις των διδάκτρων, τη λιτότητα και τα χρέη, και την εγκληματοποίηση της υπεράσπισης της εκπαίδευσης.

Την Παρασκευή, μια φίλη, η Lilian Radovac, ενεργή στις φοιτητικές κινητοποιήσεις του Μόντρεαλ, περιέγραφε μια πολιτισμική μετάλλαξη που γεμίζει τις ρωγμές της καθημερινής λιτότητας:

“Για χρόνια ολόκληρα, ο Μάης του ’68 ήταν ένα κούφιο, σκονισμένο πράγμα που οι άνθρωποι θεωρητικοποιούσαν σε κακές μεταφράσεις, όμως αυτούς τους στερνούς μήνες, κάτι ανάλογο μ’ αυτόν συμβαίνει στη vie quotidienne μας. Πόσο παράξενο είναι που συμβαίνει εδώ και τώρα, μεταξύ διαδρομών με το λεωφορείο και επισκέψεων στον γιατρό ή στο μανάβικο, ένα πράγμα τόσο περίεργο και τόσο παράξενα κανονικό την ίδια στιγμή. Το μετρό έκλεισε λόγω καπνογόνων; τί να γίνει, λίγο περπάτημα κάνει καλό. Έτσι ένιωθαν άραγε κι όταν ξεκινούσε το Occupy Wall Street; Μάλλον.”

Κάθε βδομάδα, στις γενικές συνελεύσεις των φοιτητικών ενώσεων, οι φοιτητές ψηφίζουν υπέρ της συνέχισης της “ανανεώσιμης γενικής απεργίας”. Με πάνω από 180 διαφορετικές ενώσεις, να αντιπροσωπεύουν κάπου 170.000 φοιτητές, οι πανεπιστημιακές διοικήσεις και η κυβέρνηση δεν μπορούν πια να ελπίζουν ότι το κίνημα θα υποχωρήσει από μόνο του, και αναγκάζονται να το καταστέλλουν ενεργά ολοένα και πιο έντονα. Πράγματι, λίγες μέρες μετά την παραίτηση του Υπουργείου Παιδείας Beauchamp στις 14 Μάη μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους των φοιτητών, η κυβέρνηση του Κεμπέκ έθεσε σε εφαρμογή έναν “νόμο έκτακτης ανάγκης”.

Το νομοσχέδιο 78 στοχεύει ειδικά το μαζικό συνελευσιακό φοιτητικό κίνημα προκειμένου να διαλύσει την γενικευμένη απεργία και να εκμηδενίσει τη δύναμη των φοιτητικών ενώσεων. Ένα μέλος της αντιπολίτευσης χρησιμοποίησε τον όρο “Νόμος Fuck” για να αποδώσει την ωμή και δρακόντια ισχύ που επιστρατεύει για να βγάλει παράνομη τη δημόσια συνάθροιση, να επιβάλλει βαριές ποινές για κάθε απεργία (ακόμα και τη δημόσια ένδειξη υποστήριξης σε απεργίες), και να καταστήσει στην ουσία την οργάνωση κινητοποιήσεων ποινικά κολάσιμη. Το νομοσχέδιο αυτό παρέχει επίσης πρωτόγνωρες για τα καναδικά δεδομένα εξουσίες στην αστυνομία απέναντι στις φοιτητικές διαδηλώσεις. Στην πράξη, τις αμέσως επόμενες βδομάδες, η αστυνομία κατέπνιξε εν τη γενέσει διαδηλώσεις διαλύοντάς τες με δακρυγόνα, ασφυξιογόνες χειροβομβίδες, και πλαστικές σφαίρες. Ωστόσο, δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο με ποιόν τρόπο θα χρησιμοποιηθεί αυτός ο νόμος τις επόμενες ημέρες κι εβδομάδες, και κυρίως κατά πόσο θα πετύχει να τρομοκρατήσει τους φοιτητές.

Ένας νόμος έκτακτης ανάγκης ανακοινώθηκε την περασμένη Τετάρτη, “παύοντας” το εξάμηνο για πολλά λύκεια και πανεπιστήμια, προβλέποντας την αναβολή των μαθημάτων μέχρι τον Αύγουστο. Το νομοσχέδιο 78 προβλέπει επίσης:

* Πρόστιμα από 1.000 μέχρι 5.000 δολλάρια για όποιον εμποδίζει την είσοδο σε εκπαιδευτικά ιδρύματα
* Πρόστιμα από 7.000 μέχρι 35.000 για όποιον βαφτισουν “φοιτητικό ηγέτη” και από 25.000 μέχρι 125.000 για ενώσεις φοιτητών που συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις. Τα πρόστιμα διπλασιάζονται μετά το πρώτο παράπτωμα.
* Πορείες άνω των 50 (αρχικά προτάθηκε άνω των 8) ατόμων, επιτρέπονται μόνο με ειδοποίηση στην αστυνομία 8 ώρες πριν, με λεπτομερές δρομολόγιο και διάρκεια.
* Κάθε ενθάρρυνση, υποστήριξη ή προώθηση διαδηλώσεων σε σχολία και σχολές, υπόκειται σε ποινικές διώξεις.

Στο Μόντρεαλ πιο συγκεκριμένα, οι δημοτικές αρχές εισηγήθηκαν μια νέα δημοτική νομοθεσία που συνοδεύει το νομοσχέδιο 7 απαγορεύοντας τις μάσκες, ενώ παρόμοιος νόμος έχει προταθεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο (για ολόκληρο τον Καναδά). Με τις απόπειρες του Charest να δρομολογήσει μέσω νομοσχεδίων το τέλος του φοιτητικού κινήματος, ο αγώνας έχει βαθύνει και βρίσκεται πλέον σ’ ένα σημείο καμπής. Ακόμα και μετά την 100ή μέρα του, το κίνημα δε δείχνει σημάδια κόπωσης ή υπαναχώρησης απ’ τη βασική του τακτική των γενικών συνελεύσεων, την προαγωγή της άμεσης δράσης ως βασικό προσανατολισμό, και την κουλτούρα οριζόντιας δημοκρατίας.

Η επιστροφή στην κόκκινη πλατεία και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι

Οι φοιτητές στο Κεμπέκ έχουν κάνει δημοφιλή την έκφραση “κόκκινη πλατεία” για να δηλώσουν το ότι βρίσκονται “στο κόκκινο” μετά από αυξήσεις διδάκτρων, περικοπών στην κοινωνική πρόνοια και προσβασιμότητα, και το φάντασμα του σπυράλ φοιτητικού και καταναλωτικού χρέους. Όπως μας θυμίζει με τη δύναμή του το κίνημά τους, βρισκόμαστε όλοι στο κόκκινο, όσο το 1% μας επιβάλει τη λιτότητα, το χρέος και την καταστολή.

Η πολιτική της λιτότητας και της αυξανόμενης καταστολής στην καθημερινή ζωή αποκαλύπτοντια ως αδιαχώριστα δεμένες μεταξύ τους. Μπορούμε να δούμε την άμεση σύνδεση μεταξύ της αύξησης του κόστους φοίτησης και της ποινικοποίησης του συνέρχεσθαι στο Κεμπέκ, όπως μπορούμε να δούμε τη διαχείριση του Bloomberg που προτείνει “ζώνες ελευθερίας του λόγου” όπου θα περιορίζονται οι πολιτικές διαμαρτυρίες, σιγή των ΜΜΕ και μια ολοένα και αυξανόμενη αστυνομική βία κατά του κινήματος Occupy Wall Street. Κατά συνέπεια, η αλληλεγγύη με τους φοιτητές του Κεμπέκ είναι εξίσου σημαντική με την υπεράσπιση του δικαιώματός μας να διαδηλώνουμε τόσο εδώ όσο και παντού. Όταν σε εποχές κρίσης η αστυνομική εξουσία γιγαντώνεται και απεγνωσμένοι πολιτικοί περνούν “νόμους έκτακτης ανάγκης” που στοχεύουν στα πιο ανήσυχα κομμάτια του πληθυσμού, είμαστε βέβαιοι ότι η ταξική ισορροπία ισχύος της παρούσας κοινωνίας απειλείται. Όμως πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με τη χαρά αυτής της διαπίστωσης, που συνοδεύεται απ’ την νηφάλια διάγνωση ότι χωρίς μια ισχυρή διεθνή αλληλεγγύη και συντονισμό, όπως έγραψε ο James Baldwin κάποτε στην Angela Davies “αν έρθουν να πάρουν εσένα το πρωί, θα έρθουν για μας το βράδυ”.

Η αστυνομία ξεσαλώνει, μέσω τακτικών εκφοβισμού, καταστολής και βίας, το αντιμετωπίσαμε σε κάθε μας προσπάθεια να διαδηλώσουμε μέσα στην Νέα Υόρκη. Στις 2 Μάη, οι μαθητές του Brooklyn College αντιμετώπισαν τη βία της αστυνομίας ενώ διαδήλωναν εναντίον πολιτικών που καθιστούν απαγορευτική την πρόσβαση στην εκπαίδευση για τους μαθητές χαμηλών εισοδημάτων. Οπουδήποτε κι αν διεξάγεται ένας αγώνας, η ίδια η ιδέα του ανοίγματος χώρου για συλλογική σκέψη και φαντασία, αστυνομεύεται. Δεν πολεμάμε όμως μόνο στο πεδίο του φαντασιακού. Μια επίθεση στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο Κεμπέκ, αν περάσει αναπάντητη από τη συντονισμένη διεθνή αλληλεγγύη, θα έχει εντελώς πραγματικά και τραγικά αποτελέσματα στα κινήματά μας οπουδήποτε κι αν είναι αυτά.

Αλληλεγγύη απ’ την Νέα Υόρκη

Μιλάμε για την απεργία των φοιτητών του Κεμπέκ στην Νέα Υόρκη, συχνά με ενθουσιασμό και υποστήριξη, κι ακόμα με δέος μπροστά στο μέγεθος και τη δυναμική του κινήματός τους, κάτι που η πλήρης συγκάλυψη των ΜΜΕ έχει αποκρύψει. Συναντάμε όμως κι ένα ανασήκωμα των ώμων: “σοβαρά τώρα, απεργούν για 250 δολλάρια;” ρώτησε ένας αδιάφορος περαστικός σε μια συνέλευσή μας στο πάρκο την Κυριακή. Πρέπει στ’ αλήθεια να γίνει περισσότερη δουλειά για το ζήτημα των φοιτητών εν όψει της κρίσης. Όμως ο αγώνας των φοιτητών, εδώ όπως και στο Κεμπέκ, δεν είναι απλά ένας αγώνας για τους φοιτητές: η ίδια η πρόσβαση στην εκπαίδευση για όλους, ανεξάρτητα των οικονομικών περιστάσεων, είναι μια πρόκληση στον ίδιο οικονομικό και πολιτικό σχεδιασμό που μεταμορφώνει τις πόλεις μας σε χώρους αποκλειστικά για τις ελίτ τις τελευταίες τρείς δεκαετίες.

Το περασμένο σαββατοκύριακο, αρκετές ομάδες του Occupy Wall Street και άλλες οργανώσεις οργάνωσαν μια συνέλευση για να συζητήσουν αυτούς τους “νόμους έκτακτης ανάγκης” και την αλληλεγγύη με το Κεμπέκ την Τρίτη. Αμέσως ξεκίνησε μια κοπιώδης ημέρα: στις 2μμ την Τρίτη, όπου θα ξεκινήση η πορεία στο Μόντρεαλ, στην Νέα Υόρκη θα γίνει μια συγκέντρωση στα γραφεία της κυβέρνησης του Κεμπέκ στην πλατεία Rockefeller. Στις 5μμ θα γίνει μια συγκέντρωση στη βόρεια πλευρά του συντριβανιού του Washington Square Park, όπου θα φτιάξουμε πανώ, ασπίδες στυλ book bloc, και κόκκινα τετραγωνάκια (διαδεδομένα σύμβολα υποστήριξης των φοιτητικών κινητοποιήσεων στο Κεμπέκ) για την απογευματινή πορεία. Στις 6μμ θα γίνει μια μικροφωνική και συνέλευση για την απεργία των φοιτητών του Κεμπέκ, τους νόμους έκτακτης ανάγκης και την ποινικοποίηση της ανυπακοής, και στη συνέχεια θα λάβουν χώρα αυτοοργανωμένες διαλέξεις, εργαστήρια, αλληλοδιδασκαλίες και συζητήσεις.

Σε συντονισμό με τους φοιτητές του Κεμπέκ που διεξάγουν νυχτερινές συνελεύσεις, θα γίνει επίσης μια συνέλευση και πορεία απ’ τo Washington Square Park στις 8μμ για να γιορταστούν οι ως τώρα επιτυχίες του φοιτητικού κινήματος και για να διαδηλώσουμε ενάντια στους κατασταλτικούς νόμους εναντίον των διαδηλώσεων σ’ όλον τον κόσμο.

Αυτήν την ημέρα, σε αλληλεγγύη με τις αδερφές και τους αδερφούς μας στο Κεμπέκ, θα βάψουμε την πόλη κόκκινη.

Του Malav Kanuga, διδακτορικού φοιτητή Ανθρωπολογίας στο CUNY Graduate Center στην Νέα Υόρκη, και εκδότη του Common Notions (http://www.commonnotions.org/)

Επίσης πολύ ενδιαφέροντα κείμενα:

Το Occupy Wall Street σε αλληλεγγύη με το Φοιτητικό κίνημα του Κεμπέκ: http://occupywallstreet.tumblr.com/post/23617671281/the-infinite-strike

From the Chilean Winter to the Maple Spring: http://www.mediacoop.ca/story/chilean-winter-maple-spring/10945

3,5 χρόνια μετά… γράμμα του Αντρέα Μαζούρεκ, κρατούμενου του Δεκέμβρη ’08 [+english translation]

3,5 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ…

Εδώ και 3,5 χρόνια βρίσκομαι αιχμάλωτος στις ελληνικές φυλακές, πιο συγκεκριμένα από τις 11-12-2008 κατά τις συγκρούσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια. Με λένε Αντρέα Μαζούρεκ και βρίσκομαι στην Ελλάδα από το 2007, πιο συγκεκριμένα από το Μάιο. Είμαι από την Πολωνία και λόγω άγνοιας της γλώσσας εργαζόμουν σε περιστασιακές δουλειές, έτσι ενώ βρισκόμουν 1,5 χρόνο εδώ, πληροφορήθηκα, όπως όλοι μας, την δολοφονία του Αλέξη και έτσι θεώρησα σκόπιμο να κατέβω στο κέντρο της Αθήνας για να ενώσω την οργή μου με τους υπόλοιπους που είχαν κατέβει για τον ίδιο σκοπό.

Στις 11-12-2008 επί της οδού Σόλωνος και Στουρνάρη ενώ περπατούσα με άλλους προς το πολυτεχνείο περικυκλωθήκαμε από γουρούνια των ΜΑΤ και ασφαλίτες που άρχισαν να μας χτυπάνε, μας συνέλαβαν και μας οδήγησαν στη ΓΑΔΑ και εκεί αφού είχα γίνει δύο φορές ακόμα, σάκος του μποξ, μας οδήγησαν στα κρατητήρια του 7ου ορόφου και την επόμενη το πρωί ήρθε μία υπάλληλος από την Πολωνική πρεσβεία για να βοηθήσει το ανακριτικό έργο των μπάτσων· λόγω στοχοποίησης μου από τις Πολωνικές Αρχές για την ανατρεπτική μου δράση, η Πολωνική πρεσβεία ανέφερε ψευδώς στον Τύπο πως ήρθα στην Ελλάδα για να συμμετάσχω στις συγκρούσεις της εξέγερσης… Στη συνέχεια, την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 12-12-2008 με πάνε στην Ανακρίτρια που μου ανακοινώνει τις κατηγορίες, απόπειρα ανθρωποκτονίας, έκρηξη, κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών υλών και με προφυλακίζουν χωρίς καν να απολογηθώ αφού ο μεταφραστής ήταν Άραβας! που μιλούσε σπαστά ελληνικά και πολωνικά και όχι κάποιος από την πρεσβεία. Τα κράτη αποδεικνύουν πόσο καλά συνεργάζονται όταν έχουν να αντιμετωπίσουν τον εσωτερικό εχθρό… Οι προτροπές της Ανακρίτριας να με μεταφέρουν στο νοσοκομείο μετά το τέλος της διαδικασίας δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Μετά την άφιξη μου στον Κορυδαλλό οι ανθρωποφύλακες όρμηξαν εναντίον μου φωνάζοντας μου ότι τους καίω τα αυτοκίνητα και με έβαλαν σε μια πτέρυγα όπου κανείς δεν μίλαγε πολωνικά για να συνεννοηθώ για το νοσοκομείο, επειδή ζήταγα γιατρό και το μόνο που μου έδιναν ήταν ντεπόν. Μία εβδομάδα μετά μου ανακοινώνουν ότι έχω ένταλμα και στην Πολωνία…

Εβδομάδα με την εβδομάδα πέρασε ο καιρός και τα τραύματα έκλεισαν αλλά η οργή έχει μείνει μέσα μου για όλα αυτά τα 3,5 χρόνια που είμαι αιχμάλωτος των δημοκρατικών κελιών και θαλάμων, στις 11-6 έχει οριστεί το εφετείο μου καθώς έχω καταδικαστεί σε 11 χρόνια κάθειρξης και πρόκειται να δικαστώ στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών στην οδό Λουκάρεως στις 11-6-2012, για αυτό ζητάω την αλληλεγγύη σας εάν και όπως τη θεωρείτε απαραίτητη…

Δηλώνω επίσης, ότι δεν έχω ξεχάσει όλους όσους με χτύπαγαν, με προφυλάκισαν και συνεχίζουν να μου στερούν την ελευθερία μου, ενώ ο δολοφόνος Σαραλιώτης εδώ και έναν χρόνο περίπου έχει αποφυλακιστεί και κυκλοφορεί ελεύθερος !

Θα ξαναδώσουμε ραντεβού πάλι στους δρόμους με όλους αυτούς που δεν ξέχασαν, έσπασαν και έκαψαν τις βιτρίνες της υποκρισίας αυτού του γερασμένου κόσμου, συγκρούστηκαν και συγκρούονται. Δεν μπορώ να είμαι δίπλα τους, συνεχίστε για όλους αυτούς που είναι στις φυλακές και όχι στους δρόμους, συνεχίστε για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΛΑΩΝ, ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ

Αντρέ Μαζούρεκ, κρατούμενος της φυλακής Λάρισας

Πηγή: athens.indymedia.org

3,5 YEARS LATER…

For 3,5 years now, I am being kept in the Greek prisons, more precisely since 11-12-2008 and the clashes that followed after the murder of Alexandros Grigoropoulos in Exarchia. My name is Andrea Mazourek and I live in Greece since 2007, more accurately from May 2007. I am from Poland and due to lack of proper language knowledge, I have been working here at diverse precarious jobs. While living here for 1,5 year, I learned, same way we all did, about the assassination of Alexis and I saw it fit to march on the streets of Athens joining my anger with all the rest, found there for the same purpose.

On 11-12-2008, on Solonos and Sturnari street corner, while walking with others to the Polytechnic School, we were surrounded by pigs of the MAT (riot-police) and undercover cops that started beating us, they arrested us and took as to GADA (Athens Police Headquarters), where, after being turned for another couple of times into a boxing bag, they took us to the 7nth floor detention cells and next morning an employee from the Polish embassy came to assist the cops in their interrogations. Due to the Polish authorities targeting me for my subversive activity, the Polish embassy falsely reported to the media that I came to Greece to participate in the insurrection… Then, next day, on 12-12-2008 they took me to the investigator and she announced to me the following charges: attempted murder, explosion, manufacture and possession of explosives and they put me in pre-trial detention without even having the chance to a judicial apology, since the translator they arrange for me was an Arab (!) speaking little Greek and Polish, and not someone from the embassy. The states prove how perfectly they cooperate when faced with the “internal enemy”… The investigator’s prompt to send me to a hospital after the end of the procedure was never realized. After my arrival to Korydallos prison, the prison guards rushed over me shouting that I “burn their cars” and put me in a ward where no one spoke Polish, so that I could arrange for the hospital, to ask for a doctor, while the only thing they did for me was to give me a depon (analgesic/antipyrrhetic) pill. One week later, they announce to me there is also another warrant for me in Poland…

Week by week the time passes and the wounds are healed but the anger lives on inside me for all these 3,5 years I am kept as prisoner of the democratic prison cells. On 11-6 I face the Court of Appeals, as I have been sentenced to 11 years in prison and I will be tried in the Mixed Jury Court of Appeals on Loukareos street on 11-6-2012, for that I am asking for your solidarity if and in any way you find proper…

I also declare that I have not forgotten anyone that beat me, put me in custody and continues to deprive me of my freedom, while the murderer Saraliotis has already been release over a year ago and now walks around free!

We will find one another in the streets once again, with all those that haven’t forgotten, that broke and burnt the shop-windows covering the hypocricy of this old world, fought and keep fighting. They can keep me from being there with you, but you can continue for all those that are in the prisons and not on the streets, and continue for Alexandros Grigoropoulos.

SOLIDARITY IS THE WEAPON OF THE PEOPLE, WAR AGAINST THE BOSSES’ WAR

Andre Mazurek, Larissa prison inmate

***

See also: http://en.contrainfo.espiv.net/2011/12/14/greece-update-on-the-case-of-the-anarchist-andre-mazurek-prisoner-of-the-december-%E2%80%9908-uprising/