Μια ιστορική αντιστροφή: Η ανεργία επικαθορίζει την μισθωτή εργασία – Roland Simon

Μια ιστορική αντιστροφή: Η ανεργία επικαθορίζει την μισθωτή εργασία

Η κομμουνιστική επανάσταση είναι μια άμεση κομμουνιστικοποίηση των σχέσεων μεταξύ των ατόμων που παράγονται ως άμεσα κοινωνικές, είναι η κατάλυση του κεφαλαίου, κι ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να προσδιοριστεί επ’ ακριβώς, η κατάλυση του ίδιου του υποκειμένου της: του προλεταριάτου. Ο αγώνας των ανέργων στη Γαλλία έθεσε για πρώτη φορά, στον τρέχοντα κύκλο αγώνων, την επαναστατική προοπτική της κατάλυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στη διάρκεια των μερικών εβδομάδων του χειμώνα του 1997-1998 εμφανίστηκαν, ως πρακτική κίνηση της πάλης των τάξεων, οι αντιφάσεις που φέρουν την κατάλυση αυτής της κοινωνίας και το περιεχόμενο της κατάλυσης αυτής: ο κομμουνισμός δεν είναι μια νέα οργάνωση και αναδιανομή της κοινωνικής εργασίας. Είναι η ίδια η πορεία και ο στόχος της κομμουνιστικής επανάστασης της εποχής μας που αυτή η πάλη έκανε ορατά και σχηματοποίησε.

Μέχρι τον κύκλο των τρέχοντων αγώνων, αυτό που προσδιόριζε την αναδιάρθρωση της σχέσης μεταξύ των τάξεων, καθόλη τη δεκαετία του ’70 και ως τα μέσα του ’80, το κεντρικό πρόβλημα του επαναστατικού αγώνα, δηλαδή το πώς μια τάξη δρώντας αποκλειστικά και μόνον ως τάξη θα μπορούσε να καταλύσει τις τάξεις, παρέμεινε ανεπίλυτο, σαν να ήταν ένα αφηρημένο θεωρητικό ερώτημα ή έμεινε μέσω αυτού που ήταν η “ήττα” της επανάστασης: η προοπτική της κατάφασης του προλεταριάτου, η εγκαθίδρυση μιας μεταβατικής περιόδου. Ο αγώνας των ανέργων και των επισφαλών, θέτοντας την ανεργία και την επισφάλεια στην καρδιά της μισθωτής εργασίας, κατέστησε δυνατό να ξαναπιάσουμε αυτό το ερώτημα σαν ένα ζήτημα πρακτικό, σαν την ίδια την πορεία και το διακύβευμα της πάλης των τάξεων. Μπορούμε να ξεκινήσουμε να κατανοούμε με ιστορικό τρόπο το πώς η δραστηριότητα της προλεταριακής τάξης μπορεί να πάει πέρα από τις τάξεις. Ταυτόχρονα, η κριτική και η “άρνηση” της εργασίας, παραμένοντας πάντα ένα όριο αυτού του κύκλου αγώνων, συνιστούν έναν αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο στον οποίον το προλεταριάτο έρχεται σε αντίφαση με ό,τι το ορίζει ως τάξη.

Με τον κύκλο αγώνων που έχει προσδιορίσει την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο φέρει την ίδια του την αμφισβήτηση ως τάξη, μέσα στην κατάλυση του κεφαλαίου. Δείτε τον αγώνα των ανέργων, αυτό είναι το προλεταριάτο που τίθεται ενάντια στο κεφάλαιο.

  1. Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ

Η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, αυτό είναι η εκμετάλλευση. Είναι η αντίφασή τους και ταυτόχρονα η αμοιβαία προϋπόθεση του ενός για το άλλο, ως όροι της ίδιας ολότητας, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο ορισμός της αντίφασης μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, είναι άμεσα ο ορισμός μιας διαδικασίας, είναι ο ορισμός της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Η εκμετάλλευση είναι η διαδοχή τριών στιγμών:

  1. Η αντιπαράθεση της δύναμης της εργασίας και του κεφαλαίου καθ’ αυτό, και η αγοραπωλησία της δύναμης της εργασίας.
  2. Η απορρόφηση της ζωντανής εργασίας από την αντικειμενική εργασία στη διάρκεια της άμεσης παραγωγής, όπου σχηματίζεται η υπεραξία.
  3. Η μεταμόρφωση της υπεραξίας σε επιπλέον κεφάλαιο

Η συσσώρευση δεν είναι κάτι εξωτερικό στον ορισμό αυτής της αντίφασης, κι ως εκ τούτου στον ορισμό του ίδιου του προλεταριάτου. Η αντίληψη ότι το προλεταριάτο δεν ορίζεται μέσα στην ολότητα ενός κύκλου παραγωγής, με δεδομένο ότι συνεπάγεται την ανανέωση της διαδικασίας και την αναπαραγωγή των φορέων της στην αντιφατική τους θέση, τείνει να θέσει τη συσσώρευση ως κάτι το εξωτερικό προς το προλεταριάτο, ως μια εξωτερική συνθήκη της νίκης ή της ήττας τους, ως “αντικειμενική συνθήκη”. Υπάρχει λοιπόν μια αμοιβαία προϋπόθεση μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, και της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου.

Εάν λάβουμε ως σημείο αφετηρίας αυτήν την αμοιβαία προϋπόθεση μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, κι ως εκ τούτου τη σχέση του κεφαλαίου ως μια ολότητα, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά μια αντίφαση μεταξύ των τάξεων, το περιεχόμενο της οποίας είναι η εκμετάλλευση. Λόγω αυτού του περιεχομένου, η ανάπτυξη του κεφαλαίου και η αντίφαση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο γίνονται αντιληπτές ως πάλη των τάξεων και όχι ως οικονομική κίνηση. Η αντίφαση μεταξύ της αναγκαίας εργασίας και της υπερεργασίας, το πτωτικό ποσοστό του κέρδους, δεν είναι “οικονομικές” αντιφάσεις, αλλά αντιφάσεις των τάξεων. Ορισμένο ως τάξη μέσω της εκμετάλλευσης (της αμοιβαίας προϋπόθεσής του με το κεφάλαιο, του ανήκειν στην ολότητα του κεφαλαίου), το προλεταριάτο βρίσκεται σε αντίφαση με την αναγκαία κοινωνική ύπαρξη της εργασίας του, ως αξία που αυτονομείται ενώπιόν του και δεν του μένει παρά να αξιοποιηθεί απ’ αυτήν. Αυτό στο μέτρο που, ως κεφάλαιο, αυτή η αυτονομημένη αξία θέτει πάντοτε το προλεταριάτο ως πλεονάζον (αυξάνοντας την οργανική του σύνθεση) σε σχέση με την αναγκαία εργασία, την ίδια στιγμή που το ενσωματώνει, που το υπάγει, ως ζωντανή εργασία προκειμένου να διατηρηθεί και να αυξηθεί. Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους δεν είναι παρά μια αντίφαση των τάξεων μεταξύ του προλεταριάτου και της καπιταλιστικής τάξης.

Η εκμετάλλευση ορίζει για το προλεταριάτο την ίδια του την ύπαρξη ως τάξη ενώπιον του κεφαλαίου, δίνοντας σ’ αυτή τη διάκριση (το “ενώπιον”) μια σχέση αμοιβαίας ενσωμάτωσης του ενός στο άλλο. Η εκμετάλλευση είναι η αντίφαση, και η ενσωμάτωση του κεφαλαίου και του προλεταριάτου ως όροι της ίδιας ολότητας. Η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι η κίνησή της. Ο ορισμός της αντίφασης μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου, είναι, άμεσα, ορισμός μιας διαδικασίας, είναι ορισμός της συσσώρευσης του κεφαλαίου μέσα στις αντιφάσεις που δεν είναι περισσότερο “οικονομικές” απ’ όσο είναι η πραγμοποίησή τους μέσα στην αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους είναι η αντίφαση των τάξεων που φέρνει το προλεταριάτο ενάντια στο κεφάλαιο. Η ανάπτυξη του κεφαλαίου δεν είναι η πραγματοποίησή του αλλά η πραγματική ιστορία του που δεν παίρνει απλά διαφορετικές μορφές εκκινώντας από μία αμετάβλητη ουσία, καθώς δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι ίδιες οι μορφές αυτές που αποτελούν τη δυναμική της μεταμόρφωσής της. Η σχέση της εκμετάλλευσης δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η διαδικασία του κεφαλαίου, σύμφωνα με τους νόμους του, παρά η αντίφαση μεταξύ των τάξεων, παρά η ιστορία αυτής της αντίφασης.

Αν ορίσουμε το προλεταριάτο στη βάση της αμοιβαίας προϋπόθεσής του με το κεφάλαιο, επί της συσσώρευσης του κεφαλαίου και επί της δραστηριότητάς του, στη σκανδάλη του πτωτικού ποσοστού κέρδους, μπορούμε να δούμε ότι η ανεργία δεν ήταν ποτέ ένα εξωτερικό στοιχείο της σχέσης της εκμετάλλευσης μέσα στην οποία (το προλεταριάτο) ορίζεται ως τάξη, χωρίς την οποία η σχέση της εκμετάλλευσης θα περιοριζόταν στις δυο πρώτες στιγμές της. Σ’ αυτές τις τρεις στιγμές της, η εκμετάλλευση περιλαμβάνει την μεταμόρφωση της υπεραξίας σε επιπλέον κεφάλαιο, χαρακτήρα που δεν παίρνει ποτέ ολοκληρωτικά. Το προλεταριάτο, ορισμένο ως τάξη μέσα σ’ αυτές τις τρεις στιγμές της εκμετάλλευσης, περιλαμβάνει πάντοτε τους ανέργους στον ορισμό του.

  2.ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗΣ

Εδώ και είκοσι χρόνια (από το 2001) η μισθωτή εργασία υπό την κλασσική της μορφή, όπως προσδιορίστηκε στη Γαλλία κάτω από το Λαϊκό Μέτωπο κι έπειτα κατά τη “χρυσή τριακονταετία”, καταρρέει, εκρήγνυται, η κατάσταση των ανέργων εδώ συνδέεται επίσης με την κατάρρευση αυτή.

Αυτό που διακυβεύεται μέσα στον αγώνα των ανέργων, είναι μια ανασύνθεση του προλεταριάτου, ένας επαναπροσδιορισμός της ταξικής πάλης του προλεταριάτου, εκκινώντας απ’ αυτήν ακριβώς την κατάρρευση. Οι τρέχοντες αγώνες ανασυνθέτουν την αντίφαση της εκμετάλλευσης ξεκινώντας από την ανεργία και επαναπροσδιορίζοντας βάσει αυτής, το τί είναι η μισθωτή εργασία. Ολόκληρη η λογική της αντεπανάστασης, περιλαμβάνεται πια μέσα σ’ αυτήν την ανεστραμμένη κίνηση: επαναπροσδιορισμός της ανεργίας σε σχέση με την μισθωτή εργασία, σε σχέση με την απασχόληση.

Αυτή η ιστορική αναστροφή είναι η ίδια διακύβευμα της πάλης των τάξεων, δεν είναι κάτι δεδομένο από τις αντικειμενικές συνθήκες, τις στατιστικές της απασχόλησης, της επισφάλειας, της εργασίας. Ωθώντας τον αγώνα του από τα άμεσα συμφέροντά του που δεν μπορούν να περιοριστούν κι άλλο μπρος στα συμφέροντα της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, δηλαδή θέτοντας τον εαυτό του ενάντια στο κεφάλαιο, τοο προλεταριάτο έχει πετύχει αυτήν την αναστροφή και όλα όσα συνεπάγεται αυτή, ως διακύβευμα των αγώνων του χειμώνα του 1997-1998.

Πράγματι, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν ο ορισμός της μισθωτής εργασίας που προσδιόριζε την ανεργία. Δεν μπορούμε, γενικά, να μορφοποιήσουμε τον ορισμό του ανέργου σε σχέση με μια έννοια μισθωτής εργασίας ως ένα σταθερό χαρακτηριστικό. Κάθε μορφοποίηση της ιστορικής έννοιας της μισθωτής εργασίας μορφοποιεί αυτήν της ανεργίας και αντίστροφα. Εάν το πραγματικό κίνημα, που προκύπτει από την κατάρρευση της προηγούμενης φιγούρας του ανέργου, επαναπροσδιορίζει την τρέχουσα, είναι επειδή η ίδια η μισθωτή εργασία έχει στο μεταξύ αλλάξει μορφή. Όμως, πιο σημαντικό και νέο, αυτό που σημαίνει το κίνημα των ανέργων και των επισφαλών, είναι ότι ο επαναπροσδιορισμός των ανέργων, η κοινωνική κατασκευή της ταυτότητάς τους, μπορεί, μέσα σ’ έναν αγώνα, να είναι το σημείο αφετηρίας της ανακατασκευής της μισθωτής εργασίας. Είναι ξεκινώντας απ’ αυτό που ανοίγουν οι άρρητες προοπτικές της πάλης των τάξεων και της επαναστατικής κατάλυσης του καπιταλισμού, της παραγωγής του κομμουνισμού από το προλεταριάτο.

Πηγή: THÉORIE DU COMMUNISME, VOLUME 1 – Fondements critiques d’ une théorie de la revolution (εκδ. Senonevero), σελίδες 11-14