Εργατικές ταραχές στον Αμαζόνιο, 6/5/2012

Στον Αμαζόνιο, το μόνο που φαινόταν να συγκρατεί κάπως τη συστηματική αποψίλωση του τελευταίου πνεύμονα του πλανήτη ήταν η οικονομική κρίση. Το μόνο; όχι.

ελεύθερη μετάφραση άρθρου του Simon Romero για τους NY times (link)

Image

Η αντίσταση των εργατών στην ανάπτυξη στη Βραζιλία

Η εξέγερση στις όχθες του Μαδέιρα, του μεγαλύτερου παραποτάμου του Αμαζονίου παίρνει φωτιά μετά από κάθε ηλιοβασίλεμα. Ένα κομμάτι των 17.000 εργατών που απεργούν εδώ και 26 μέρες, εξοργισμένο μπρος στους χαμηλούς μισθούς και τις συνθήκες διαβίωσης, πυρπόλησε το εργοτάξιο του φράγματος Χιράου.

Στη διάρκεια της νύχτας, μετέτρεψαν σε στάχτες πάνω από 30 κτίρια και λεηλάτησαν τις αποθήκες της εταιρίας, καταγράφοντας μάλιστα το σκηνικό χάους με τα ίδια τα κινητά τους και απολαμβάνοντας το θέαμα μέχρι την έλευση των πυροσβεστών.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=57qfd_5mYSA&w=580&h=415]

Οι αρχές της Βραζιλίας έστειλαν εκατοντάδες άνδρες των ειδικών δυνάμεων προκειμένου να καταστείλουν την εξέγερση.

Καμουφλαρισμένοι πράκτορες περιπολούν ακόμη γύρω απ’ το εργοτάξιο, αντανακλώντας ένα δίλημμα που μπαίνει μπροστά στη βραζιλιάνικη κυβέρνηση. Καθώς στοχεύουν να φράξουν τον τελευταίο και μεγαλύτερο υδροηλεκτρικό κινητήρα του κόσμου, τον Αμαζόνιο, οι απεργίες και οι εργατικές ταραχές καθυστερούν το έργο και ανεβάζουν το κόστος υπέρμετρα.

“Κανείς δεν θα ‘καιγε κάτι άν ήταν ικανοποιημένος”, λέει ο Altair Donizete de Oliveira, συνδικαλιστής ηγέτης απ’ τη δυτική Βραζιλία. Διαμαρτύρεται για τους μισθούς, τις συνθήκες ζωής και ζητά περισσότερες επισκέψεις των εργατών στα σπίτια τους, μεταξύ των μέτρων που θα μπορούσαν να εκτονώσουν τον θυμό των εργατών, που συγκεντρώνονται κατά δεκάδες χιλιάδες στα εργοτάξια του Αμαζονίου.

Η Βραζιλία βρίσκεται επικεφαλής μιας τρεχάλας μεταξύ των νοτιοαμερικανικών κρατών για την κατασκευή ολοένα και περισσότερων φραγμάτων. Οι αρχές υπολογίζουν πως τουλάχιστον 20 μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα, μεταξύ των οποίων το Χιράου και το Σάντο Αντόνιο στη δυτική επαρχία της Ροδόνια, θα ολοκληρωθούν μέσα στην επόμενη δεκαετία. Στον Αμαζόνιο επίσης, χτίζεται το φράγμα του Μπέλο Μόντε, το μεγαλύτερο του κόσμου, κόστους 12 δισ. δολλαρίων.

Η εξέλιξη αυτών των έργων έχει δεχθεί την κριτική οικολογικών ομάδων, που υποστηρίζουν ότι το κόστος των έργων: ο εκτοπισμός των ιθαγενικών κοινοτήτων, το πλημμύρισμα του τροπικού δάσους, η πιθανή αποδέσμευση μεθανίου στην ατμόσφαιρα, ξεπερνούν το όφελος των έργων.

Οι αρχές όμως ισχυρίζονται πως η Βραζιλία χρειάζεται τα φράγματα για να καλύψει τις ανάγκες της για ηλεκτρικό ρεύμα, που υπολογίζεται να αυξηθούν κατά 56% μέχρι το 2021. Η πρόεδρος της χώρας Dilma Rousseff υπερασπίστηκε σθεναρά τα έργα τον Απρίλιο, κατηγορώντας τους επικριτές της ότι ζουν στον κόσμο τους, αν πιστεύουν ότι η Βραζιλία μπορεί να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής χωρίς την εκμετάλλευση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

“Είμαι αναγκασμένη να εξηγώ στον κόσμο ότι έτσι θα έχει να φάει, θα έχει νερό να πιει, να έχει ρεύμα”, είπε η κυρία Rousseff.

Η ψύχωση της Βραζιλίας στην οικοδόμηση των φραγμάτων απεικονίζεται στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης με το οποίο οι υπεύθυνοι διαχειρίζονται τα προβλήματα των εργατών στο Χιράου, που ήταν επίσης το επίκεντρο μιας εξέγερσης το 2011, στην οποία οι εργάτες βάλανε φωτιά σε 35 κτίρια εγκαταστάσεων και 45 λεωφορεία. Ο κυβερνήτης της Ροντόνια συμφώνησε με τα κεντρικά στην Μπραζίλια να σταλθούν στρατεύματα προκειμένου να καταλάβουν και να περιφρουρήσουν τα έργα. Ο Gilberto Carvalho, κορυφαίος σύμβουλος της κυρίας Rousseff, δήλωσε πως οι ταραχές του Απριλίου ήταν “πράξεις κακοποιών στοιχείων” που απαιτούν μια “ισχυρή απάντηση”.

Συνολικά, οι ταραχές έχουν καθυστερήσει το φράγμα του Χιράου για αρκετούς μήνες. Οι απεργίες έχουν επίσης παραλύσει κάθε εργασία στο φράγμα του Σάντο Αντόνιο και του Μπέλο Μόντε, στην απομακρυσμένη πόλη της Αλταμίρα.

Ανησυχίες για ένα πιθανό φαινόμενο ντόμινο εργατικών αναταραχών που θα επεκταθούν και σε άλλες μεγάλες υποδομές ζώνουν τη Βραζιλία καθώς η ανεργία έχει αγγίξει το ιστορικό χαμηλό του 6,2%.

Συνδικαλιστές εκπρόσωποι περιγράφουν πως οι στρατηγικές για τη διεκδίκηση καλύτερων μισθών και παροχών κυκλοφορούν ταχύτατα με μηνύματα στα κινητά και e-mails μεταξύ των εργατών απ’ την μια άκρη του Αμαζονίου ως την άλλη, καθιστώντας τα συνδικάτα ικανά να ασκήσουν μεγάλη πίεση στους εργοδότες.

Παραπέρα απ’ τον Αμαζόνιο, οι απεργίες που ξέσπασαν πρόσφατα, πολλές απ’ αυτές ήταν μάλιστα βίαιες, έχουν επίσης διακόψει υπό κατασκευή έργα, όπως ο πετρελαϊκός γίγας Petrobras, που περιλαμβάνει την εταιρία πετροχημικών Comperj στο Ρίο ντε Τζανέιρο, το λιμάνι Barra do Riacho, και τα ορυχεία του Abreu και της Λίμα.

Παρόλο που η Βραζιλία έχει μειώσει την εισοδηματική ανισότητα, οι μισθοί για τους χειρώνακτες εργάτες παραμένουν πολύ κατώτεροι των πλούσιων εκβιομηχανισμένων κρατών. Ο πρώτος μισθός στο φράγμα του Χιράου παραμένει στα 525 δολλάρια ΗΠΑ, σε μια χώρα που το κόστος ζωής ξεπερνάει αυτό των ΗΠΑ.

“Ο μισθός που παίρνω εδώ είναι εξευτελιστικός, τα μισά απ’ όσα έβγαζα στην Ανγκόλα”, λέει ο João Batista Barbosa Arce, 29 χρονών, οικοδόμος που ήρθε στο Χιράου μετά τη δουλειά του σ’ ένα φράγμα βραζιλιάνικης εταιρίας στην Αφρική. Λέει επίσης, ότι στις φωτιές του Απρίλη έχασε όλα τα υπάρχοντά του.

Τα εταιρικά στελέχη που επιβλέπουν τις εργασίες, δε συμφωνούν ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί για τα βραζιλιάνικα επίπεδα, ή οτι οι συνθήκες ζωής είναι τόσο χάλια, λέγοντας πως οι εργάτες έχουν πρόσβαση σε ίντερνετ καφέ, γυμναστήρια, πισίνες, κι ακόμα και κινηματογράφους με “πικάντικες” ταινίες…

“Παίρνουμε κάθε μέτρο για πιο ανθρώπινες συνθήκες για τους χιλιάδες ανδρών και γυναικών που εργάζονται εδώ”, λέει ο José Lucio de Arruda, ένας διευθύνων σύμβουλος του φράγματος του Χιράου, που ελέγχεται απ’ τον γαλλικό ενεργειακό κολοσσό GDF Suez σε συνεργασία με δύο βραζιλιανικές κρατικές εταιρίες ηλεκτρισμού, και την κατασκευαστική Camargo Corrêa.

Ωστόσο, τα νεύρα παραμένουν τεταμένα στο Χιράου, που σχεδιάζεται να αρχίσει να παράγει ηλεκτρισμό μέσα στο 2013. Η Βραζιλιανική Υπηρεσία Πληροφοριών, γνωστή ως ΑΒΙΝ, παρακολουθεί από κοντά την κατάσταση, και εκατοντάδες μέλη των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας από την Εθνική Δύναμη Δημόσιας Ασφάλειας περιπολούν επί του εδάφους πάνω σε φορτηγάκια Mitsubishi.

“Είναι περίεργο να βλέπει κανείς την αστυνομία να περιπολεί εδώ μέσα, αλλά αποπνέει ασφάλεια”, λέει ο Gua Xiaoyi, ένας υπάλληλος της Dongfang Electric, της κινεζικής εταιρίας που φτιάχνει τις γεννήτριες για το Χιράου.

Έξω απ’ τις πύλες του Χιράου, το εγχείρημα και ο αντίκτυπός τους χαράζουν το τοπίο. Η οικονομία της Ροντόνια έχει αναπτυχθεί κατά 7,3% το 2011, ο ταχύτερος ρυθμός μεταξύ των 26 επαρχιών της Βραζιλίας. Οι Βραζιλιάνοι και οι Κινέζοι διευθυντές, κατοικούν στην άνετη περιοχή Nova Mutum Paraná, όπου μια πόλη εγέρθηκε από το μηδέν, δυο χρόνια πριν, για να εγκατασταθούν οικογένειες που θα εκτοπίζονταν απ’ το φράγμα.

Οι 6.000 περίπου κάτοικοί της, επωφελήθηκαν απ’ τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, τα δυο σουπερμάρκετ, το ελικοδρόμιο και τις επτά εκκλησίες της. Μόλις 10 λεπτά οδήγησης παρακάτω, βρίσκεται ένας άλλος οικισμός, to Jaci Paraná, που μοιάζει με δυστοπική αντανάκλαση της Nova Mutum Paraná.

Ο πληθυσμός του Jaci Paraná έχει ξεπεράσει τις 15.000, από τις 4.000 που είχε στην αρχή της κατασκευής του φράγματος το 2008. Κάθε μέρα, λεωφορεία ξεφορτώνουν εργάτες δίπλα στους χωματόδρομους που περιστοιχίζονται από μπουρδέλα. Η μυρωδιά των ανοιχτών βόθρων πλανάται στον αέρα.

Οι κάτοικοι αστειεύονται μεταξύ τους ότι η πόλη εκπροσωπεί επάξια το Βραζιλιανικό Far West, μια άγρια δύση με ανταλλαγές πυροβολισμών μεταξύ καταληψιών και ανοιχτούς ομαδικούς τάφους να ανακαλύπτονται λίγο έξω από την πόλη, όπως μεταξύ άλλων κι ενός με 6 νεκρούς, ένας απ’ τους οποίους μόλις 5 ετών, που βρέθηκε τον Δεκέμβρη.

Παρολαυτά, μέσα στον ζόφο υπάρχει ακόμα η ελπίδα των ευκαιριών, και οι σχετικοί τυχοδιώκτες που τους φέρνει εδώ ο δρόμος τους είναι ευγνώμοντες για τα υδροηλεκτρικά έργα. “Τα φράγματα ήταν η σωτηρία μας”, λέει o Leude Amorim, ιδιοκτήτης ενός μπαρ στο Jaci Paraná.

Όταν ολοκληρωθεί η κατασκευή, θα χρειάζονται μόλις 400 πλήρους απασχόλησης εργάτες για τη λειτουργία του Χιράου, απ’ τους 20.000 που απασχολούνταν εκεί από το 2011. Χιλιάδες εργατών έχουν ήδη αρχίσει να ψάχνουν για δουλειά αλλού στον Αμαζόνιο, βυθίζοντας τις πόλεις όπως το Jaci Paraná στην αναπόφευκτη εγκατάλειψη και την ύφεση.

“Φυσικά, δεν νιώθω απόλυτα ασφαλής εδώ”, λέει η Leonice Layanoya, 50 χρονών, υπάλληλος σ’ ένα μαγαζί στο Χιράου που λεηλατήθηκε στις ταραχές. Παρολαυτά, σχεδιάζει να μετακομίσει έπειτα στο Μπέλο Μόντε, ελπίζοντας να βρει δουλειά στο νέο μεγαλύτερο έργο του Αμαζονίου. “Είναι μέρη γεμάτα φόβο” λέει, “αλλά τί άλλο μπορώ να κάνω εκτός απ’ το να πάω εκεί που είναι τα λεφτά;”