Περί ταραχών – Bibliothèque des Emeutes

Π   ε   ρ   ί       Τ   α   ρ   α   χ   ώ   ν

Κάθε προσπάθεια των σύγχρονων φτωχών να ανατρέψουν τον κόσμο ξεκίνησε με ταραχές: 1789, 1848, 1871, 1917, 1968, 1978 στο Ιράν και την Νικαράγουα κλπ. Όμως κάθε ταραχή δεν οδηγεί σε μια επανάσταση, δηλαδή μια γενικευμένη σύγκρουση που περιλαμβάνει τους πάντες είτε λαμβάνουν μέρος στην εξέγερση είτε όχι, και που καταλαμβάνει τον δικό της δημόσιο χώρο περιλαμβάνοντας τουλάχιστον ένα μέρος της πόλης και των κατοίκων της εναντίον του Κράτους που την κυβερνά, έχοντας αποτρέψει ή νικήσει τις ένοπλες δυνάμεις της τάξης κι έχοντας κερδίσει την υποστήριξη των κατοίκων που ως τότε παρέμεναν παθητικοί. Έτσι, αν έχουμε απ’ την μία ταραχές που δεν οδηγούν σε εξεγέρσεις ή επαναστάσεις, απ’ την άλλη όλες οι εξεγέρσεις κι επαναστάσεις ξεκινούν με ταραχές. Στην πραγματικότητα μια ταραχή είναι ένα ξεκίνημα και, καθώς δεν υπάρχει κάποια επιστημονική μέθοδος που να προβλέπει με ακρίβεια την έκρηξη κι ακόμα λιγότερο τις συνέπειές της, κάθε ταραχή πρέπει να θεωρείτε σαν ένα πιθανό ξεκίνημα του τέλους του κατεστημένου κόσμου.

Μια ταραχή είναι το ξεκίνημα του διαλόγου. Η έκρηξή της, που θα μπορούσε να ξεκινήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση πολλών άλλων, είναι η πρώτη, αρνητική, ελεύθερη λέξη, προαπαιτούμενο κάθε ποιοτικής αλλαγής. Σήμερα, χωρίς την εξέγερση, κανένας δημόσιος διάλογος δεν είναι εφικτός. Υπάρχει μόνον ο μονότονος μονόλογος αυτών που κυβερνούν. Όπως υποδηλώνει ανερυθρίαστα η γαλλική λέξη για την ταραχή émeute, οι ταραχές έχουν να κάνουν πρώτα απ’ όλα με τις αισθήσεις (emotions). Δεν πρόκειται τόσο για τα λογικά συναισθήματα που πηγάζουν από κάποια ανάλυση, αλλά αντιθέτως για τις εκρηκτικές, παράλογες αισθήσεις που αποκλείουν κάθε λογική. Απ’ την εποχή του θετικισμού ήδη, η λογική θεωρείται ανώτερη της αίσθησης. Όμως καθώς αυτή έχει ξεθωριάσει στο διαχωρισμένο πνεύμα και στην αντικειμενικότητα εδώ και καιρό, είναι τόσο αλλοτριωμένη και διαστρεβλωμένη που ισχυρίζεται ότι μπορεί να αναμοχλεύσει τα πάθη με θετικό τρόπο (κινηματογράφος, μουσική, εμπορικές διαφημίσεις, δελτία ειδήσεων δεν είναι στην πράξη παρά πολυμήχανα εργοστάσια τεχνητών συναισθημάτων). Όμως, αντί να παραδίδουν την ουσία της αίσθησης στη λογική, επεκτείνουν σ’ αυτήν τη διαστρέβλωση και την αντικειμενικότητα που καταστρέφει κάθε λογική. Η οργανωμένη μορφή της λογικής είναι το Κράτος. Απ’ τη στιγμή που ο κόσμος έχει κρατικοποιηθεί, αυτό που επιθυμεί είναι να διατηρήσει για πάντα το παρόν, θέλοντας να απαλλαγεί απ’ την Ιστορία και να ξορκίσει την άγουσα δύναμή της: την αρνητικότητα.

Οι σύγχρονες ταραχές είναι η πυροδότηση του αρνητικού. Αυτό το συναίσθημα, έχοντας γίνει το γκέττο της αυθεντικότητας, είναι εναντίον της λογικής, που έχει καταστεί το παλάτι της διαστρέβλωσης. Πρόκειται για μια ιστορική ανατροπή: μια νέα αίσθηση, η απουσία της συνείδησης κι ο κατ’ εξοχήν χουλιγκανισμός, δημιουργούν συνείδηση, εξεγείρονται ενάντια στη λογική, την ενοποιημένη σκέψη και την αιώνια εξημέρωση του πνεύματος. Η εξέγερση είναι το ανθισμένο ξέσπασμα του παλιού καυγά μεταξύ της αδάμαστης υποκειμενικότητας και της συντηρητικής αντικειμενικότητας.

Η ταραχή είναι το συλλογικό συναίσθημα όταν η συλλογική λογική είναι το Κράτος. Σήμερα, όλες οι ταραχές είναι ενάντια στο Κράτος, κι όλα τα κράτη είναι εναντίον των ταραχών. Είναι το Κράτος και οι ιδεολογίες του που χτυπιούνται απ’ τους κεραυνούς των εξεγέρσεων των φτωχών που εξαπλώνονται. Ένας τέτοιος αξιοσημείωτος πολλαπλασιασμός της ριζοσπαστικής άρνησης, αντί να αντανακλά την αύξουσα διαφορά μεταξύ της αμετακίνητης οργάνωσης της κατεστημένης κοινωνίας και της κίνησης των ανθρώπων που τη σχηματίζουν, συστηματικά μειώνεται: Πρώτα απ’ όλα, η συχνότητα των ταραχών καταλήγει να τις παρουσιάζει στον εχθρό σαν να είναι αναπόφευκτα ατυχήματα χωρίς ιστορική σημασία καθώς καμμία τους δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία. Δεύτερον, είναι η αστυνομία, δηλαδή το Κράτος, που κρατούν το μονοπώλιο της πληροφόρησης για τις ταραχές: Όποτε είναι εφικτό κάτι τέτοιο, αυτές αποσιωπούνται, ενώ όταν είναι ανέφικτο, οι διαστάσεις τους σκόπιμα παρουσιάζονται μικρότερες. Γενικά, παρέχονται τρεις αριθμοί όσον αφορά τις διαδηλώσεις ενάντια στις κυβερνήσεις: αυτοί που δίνουν οι οργανωτές, οι οποίοι είναι πάντα μεγαλύτεροι, αυτοί που δίνει η αστυνομία, που είναι πάντα μικρότεροι, κι αυτοί που δίνουν τα ΜΜΕ τα οποία παίζουν μεταξύ των δυο άκρων ανάλογα με τη γενική κατάσταση. Όσον αφορά τις ταραχές, οι οποίες δεν έχουν οργανωτές, υπάρχει μόνο ο αριθμός που δίνει η αστυνομία, ενώ τα ΜΜΕ είτε τηρούν σιγή ιχθύος είτε ακολουθούν τις ντιρεκτίβες της αστυνομίας. Το ίδιο όσον αφορά τον υπολογισμό των ζημιών, των νεκρών και τραυματιών, των συλληφθέντων, της ισχύος και του εύρους των συγκρούσεων. Τελικά, όταν έρχεται η ώρα να εξηγήσουν τους λόγους της αναταραχής, οι δημοσιογράφοι και οι λοιποί υπάλληλοι του Κράτους τους υποτιμούν, προβάλοντας προκατασκευασμένες πολιτικές και οικονομικές δικαιολογίες, αγνοώντας το σημαντικό ζήτημα της διάθεσης της στιγμής. Τελικά παπαγαλίζουν κοινωνιολογικές κοινοτυπίες, ή ουρλιάζουν για σκοτεινές συνωμοσίες ανταγωνιστικών υπαλλήλων. Αυτές είναι χυδαίες δικαιολογίες, που δεν λένε ποτέ αρκετά για την ταραχή, μιας και όσο περισσότερο μιλούν γι’ αυτήν, τόσο πιο προφανές γίνεται ότι δεν έχουν πάρει ποτέ μέρος σ’ αυτήν κι ούτε έχουν την παραμικρή ιδέα. Απ’ την άλλη, αυτοί οι αδαείς άνθρωποι νομίζουν ότι οι οδομαχίες αυξάνονται ανάλογα με την προβολή τους στην τηλεόραση.

Η τεράστια πλειοψηφία των σύγχρονων φτωχών διατηρεί μια ακόμα πιο θολή ιδέα για τις ταραχές. Πρώτα απ’ όλα, συνηθίζουν να προσαρμόζουν την άποψή τους σ’ αυτήν που τους σερβίρουν τα ΜΜΕ: πιστεύουν ότι οι ταραχές είναι αδικαιολόγητη βία. Ο διάλογος και η συνεννόηση έχουν αποτύχει. Πώς γίνεται να πέφτει κανείς, ή μάλλον να τραβιέται, σε τέτοιο σημείο; Για κάθε απάντηση σ’ αυτό το ψευτο-ερώτημα είναι έτοιμο κι ένα ψευτο-συναίσθημα: απόγνωση. Αν οι ταραχές μεταμορφώνουν τα συναισθήματα των ταραξιών σε εγρήγορση, μεταμορφώνουν επίσης τη λογική του θεατή τους σε ψευτο-συναισθήματα. Ο θεατής λοιπόν βρίσκεται καθηλωμένος, ανήμπορος να επικοινωνήσει με τους ταραχοποιούς. Ακόμα κι αν τους καταδικάζει, εξακολουθεί να πιστεύει ότι είναι ανεύθυνοι. Καθώς ο ίδιος είναι απών απ’ τις ταραχές όσο κι απ’ την ιστορία, δεν του μένει παρά να παραπονιέται για την έλλειψη κατάλληλων μέτρων και μεταρρυθμίσεων, λες και οι ταραχές είναι θέμα λαθών στη διαχείριση: δύσκολα θα σκεφτόταν κανείς κάτι πιο ανόητο.

Αν οι υπάλληλοι του Κράτους “θάβουν” τις ταραχές, οι φτωχοί τις μυθοποιούν. Στην πραγματικότητα, μυθοποιούν την ίδια τους την εξέγερση -η οποία θεωρείται αδύνατη, όπως έγραφε στο περίφημο γράμμα του ο Ruge στον Marx το 1843- και κατά συνέπεια, το ίδιο και κάθε άλλη. Οι σύγχρονοι φτωχοί συμμετέχοuν σε ταραχές σε πολύ μικρό ποσοστό. Σχεδόν όλες οι ταραχές ξεκινούν απο διαδηλώσεις. Οι διαδηλωτές είναι μια μειοψηφία των σύγχρονων φτωχών και οι διαδηλωτές που συμμετέχουν σε ταραχές, μια μειοψηφία της μειοψηφίας. Και τελικά, είναι μια μειοψηφία των ταραχοποιών που πραγματικά πολεμούν. Έτσι, σχεδόν όλοι οι φτωχοί των πόλεων όπου ξεσπούν ταραχές μαθαίνουν γι’ αυτές μέσα απ’ τις ανακοινώσεις του εχθρού, οι αδέξιες και ντροπιαστικές εξηγήσεις των οποίων για τα τρομερά γεγονότα τείνουν, ακόμα και ασυνείδητα, να διευρύνουν το περιεχόμενό τους μέσω της αναπαράστασης.

Αυτός είναι και ο λόγος που διάφοροι επαναφομοιωτές αποδίδουν τυπικούς λόγους στις ταραχές. Συστηματικά περιορίζουν την εξέγερση στη διαδήλωση απ’ την οποία ξεκίνησε. Διαπράττουν ένα τέτοιο μεθοδολογικό σφάλμα μιας και συνήθως έχουν φύγει απ’ τη διαδήλωση όταν οι ταραχή ξεσπά, κι έτσι έχουν ελάχιστη ιδέα για το τί συνέβη μετά. Οι συζητήσεις κι ακόμα και οι μαρτυρίες των επαναφομοιωτών πάντοτε σχετίζονται με τα πλαίσια της διαδήλωσης, τα οποία δε συμπίπτουν μ’ αυτά της ταραχής, κι ακόμα λιγότερο με την αιτία της.

Οι σύγχρονοι φτωχοί που απουσιάζουν όταν ξεσπούν οι ταραχές, βρίσκονται διαιρεμένοι μεταξύ των λογικοφανών επιχειρημάτων των επαναφομοιωτών και της μυθικής αναπαράστασης της δικής τους εξέγερσης, όπως προβάλλεται στο συμβάν που έχασαν γι’ ακόμη μια φορά. Έχουν μια αίσθηση γι’ αυτό: είναι η αίσθηση που κανείς δε ριψοκινδυνεύει να νιώσει μετά από ένα ποτήρι μπύρα, μια γιορτή που δε χωράει σε κανένα κλαμπ. Ακόμη κι αν η χαρά και η θλίψη, ο θυμός κι η φιλία, η εμπιστοσύνη κι η σαγήνη βρίσκονται εκεί ως το πιο πικρό τέλος, τη φυλακή ή τον θάνατο, ακόμα κι αν το πάθος και η θέληση συνεχώς αναζωπυρώνονται απ’ την ιλιγγιώδη εναλλαγή διαύγειας κι ανατριχίλας, γενναιότητας και φόβου σε σημείο έξαψης και πανικού, το μόνο πραγματικά μυθικό στοιχείο είναι η απίστευτη απόσταση που μια μακρόσυρτη και σιωπηλή κίνηση υποσκάπτει τα πάντα μεταξύ καθημερινής ζωής και ιστορίας, μεταξύ επιβίωσης και ζωής. Ο θεατής, που διαρκώς απουσιάζει απ’ τη ζωή, λησμονεί ότι οι ταραχοποιοί παίζουν τις ζωές τους. Καθώς αυτός χαζεύει φρόνιμα τις παντόφλες του, τείνει να λογικεύεται σύμφωνα με τις εξηγήσεις του εχθρού, συμμαζεύοντας τα συγχυσμένα του όνειρα, που για μια ακόμα φορά κατευθύνονται προς πιο ρεαλιστική βολή.

Αυτή η αποκήρυξη είναι και η λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ του σύγχρονου φτωχού απ’ τον οργισμένο παρία. Οι συνέπειές της είναι η συκοφάντηση της εξέγερσης, η ευθυγράμμιση με την προπαγάνδα του εχθρού, ακόμα και την πιο παράλογη εκδοχή της. Μετά από κάθε εξέγερση, η μια απ’ τις δυο φράξιες υπαλλήλων του εχθρού θα την αποδώσει σε μια συνομωσία, η οποία αποδίδεται είτε στην αντίπαλη φράξια είτε στον αποδιοπομπαίο τράγο της ιδεολογικής προτίμησής της.

Κι αντιμέτωπο μ’ όλα αυτά, χωρισμένο από ένα σωρό αφαιρέσεις στέκεται ένα πλήθος μισοσκλαβωμένων, μισοδιαυγών, μισοαπαθών ανθρώπων: η τεράστια κίνηση της σκέψης που έχουν παράγει τους απομονώνει και τους ακινητοποιεί, εμποδίζοντάς τους απ’ το να σκεφτούν όσο και να δράσουν. Έχουν αισθήσεις φυσικά, αλλά είναι αντιγραμμένες και υποβολιμιαίες, αντιφατικές και άστοχες, οπότε δεν εξεγείρονται. Ή παράγονται από άμεσες και ξαφνικές αφορμές, και μπορούν να ξεσπάσουν για το παραμικρό, ακόμα κι όταν καταστέλλονται απ’ την αστυνομία, και δεν μπορούν να επαναφομοιωθούν καθώς είναι αυθόρμητες.

Το αυθόρμητο είναι το κύριο χαρακτηριστικό των σύγχρονων ταραχών. Όλοι οι φτωχοί, καλοντυμένοι ή ρακένδυτοι, παρασύρονται εξίσου: κανείς δεν μπορεί να καθοδηγήσει τις αισθήσεις του άλλου. Η συνωμοσία είναι βασισμένη σε μυστικά και ψέμματα, μια απ’ τις μεγάλες αντιφάσεις όλων των εργατικών κομμάτων της εποχής που ήθελαν να κατακτήσουν τον κόσμο. Όμως σήμερα, μεταξύ αντίπαλων φραξιών σκλάβων, αυτή υπάρχει περισσότερο σε φαντάσματα κι αφορισμούς.

Μερικές φορές ο εχθρός ξεχωρίζει μάρτυρες κι ηγέτες σε μια εξέγερση, αλλά πάντα εκ των υστέρων. Όταν η αστυνομία ή ο στρατός διαλύουν ένα οδόφραγμα, ακόμα κι ο ομορφότερος λόγος ή η πιο πονηρή συνωμοσία δεν είναι ικανά να πείσουν κανέναν να αντισταθεί με το ζόρι ή να κοιτάξει πώς να διαφύγει. Οι “μάρτυρες” μιας εξέγερσης είναι μόνο οι νεκροί, και οι “ηγέτες” της δεν είναι παρά οι γενναιότεροι, χωρίς να ‘χουν καμμιά εξουσία πάνω στους άλλους, εκτός απ’ το να δίνουν το παράδειγμα. Κι αν ορισμένες φορές οι συκοφάντες ριχτούν στην ανεύρεση επαγγελματιών της εξέγερσης, θα τους βρούνε σίγουρα στα σπίτια τους: οι μόνοι που πληρώνονται για να βρεθούν στο θέατρο των ταραχών είναι η αστυνομία και οι δημοσιογράφοι. Αν βρεθείτε ποτέ ως ερασιτέχνες, δε θα βρείτε παρά ανθρώπους που αγαπούν αυτό που κάνουν, κι αν σας συμβεί παραπάνω από μια φορά, τότε θα είστε μεταξύ πραγματικών ερασιτεχνών.

*~*~*

Μετάφραση από Bibliothèque des Emeutes (http://www.teleologie.org/), βλ. επίσης:

Καλά μπάχαλα και κακά μπάχαλα – Bibliothèque des Emeutes