Η ελληνική φιέστα – Miguel Amorós

La fiesta griega

Η χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, καθώς επιταχύνει την παγκόσμια οικονομική κρίση, οφείλει να ξυπνά κάθε συμπάθεια όσων επιθυμούν το τέλος του καπιταλισμού. Η σημασία αυτού του γεγονότος έχει ένα σαφές αντίκτυπο σε άλλα προφανώς υπό χρεωκοπία κράτη όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία, αλλά πάνω απ’ όλα, ανοίγει την τροχιά μιας κρίσης που δεν έχει σταματήσης να βαθαίνει. Η ελληνική εξέγερση μετά το ξέσπασμα του Δεκέμβρη που σαν καλός οιωνός φωτίζει τα βήματά της, συνεχίζεται παρά τις προσπάθειες εξουδετέρωσης και κρατικής αναδιοργάνωσης που δε στάθηκαν ικανές να την εμποδίσουν, προσπάθειες που σκοπός τους είναι η εκ των ουκ άνευ συνθήκη της ανασύστασης του Κράτους και η εξυγείανση των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών (κι αν το προχωρήσουμε, η ομαλή λειτουργία των μηχανισμών που τις ορίζουν). Η εφαρμογή ενός αυστηρού οικονομικού πλάνου, σχεδιασμένου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δυο απ’ τους υψηλότερους καπιταλιστικούς οργανισμούς, δε συσχετίζεται παρά με την εξουδετέρωση της ελληνικής κοινωνίας, ούτως ώστε τα χρέη του Κράτους, που βρίσκονται στα χέρια των μεγαλύτερων Ευρωπαϊκών (στμ. και ελληνικών βεβαια!) τραπεζών, να μετακυληθούν στους εργαζομένους, τους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους της Ελλάδας. Όμως, επίσης, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που πρόβαλε η εξέγερση, έχει να κάνει με το δυσκόλεμα να ξαναστηθεί όρθιο το οικονομικό σύστημα σε έναν συγκεκριμένο τόπο της καπιταλιστικής γεωγραφίας, όχι δίχως σημασία, και κυρίως με το “κακό” παράδειγμα που έδωσε στους πληθυσμούς που απειλούνται από παρόμοια μέτρα, και την μεταδοτική ικανότητα που επέιξε αυτό στο να εξαπλώνεται, σαν ντόμινο. Πόσο μάλλον όταν η επόμενη ψηφίδα που απειλείται να πέσει είναι το ισπανικό Κράτος. Κι εδώ έγκειται ο θρίαμβος της περιορισμένης χωρικά ελληνικής εξέγερσης, στην δυνατότητα διεθνοποίησής της. Τα ελληνικά δαιμόνια ήρθαν αντιμέτωπα με την “λύση” τους, στο μεταξύ όμως έπαψαν να είναι μόνο ελληνικά.

Προκειμένου να αποφύγουμε μιμητισμούς χωρίς συγκρότηση, πρέπει να έχουμε μια ιδέα της ελληνικής πραγματικότητας και της χώρας. Το πρώτο πράγμα που τραβά την προσοχή σ’ αυτήν τη χώρα των 11,2 εκ. ανθρώπων, είναι ότι τα 5 απ’ αυτά ζουν στην μητροπολιτική ζώνη της Αθήνας, και πάνω από 1 στη Σαλονίκη. Η Πάτρα, το τρίτο αστικό κέντρο της χώρας, δεν έχει παραπάνω από 250.000 κατοίκους, κι έτσι η κατάσταση μπορεί κατά κάποιον τρόπο να απλοποιηθει μέσω της τεράστιας τοπογραφικής ανισορροπίας: ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, συμβαίνει πρωταρχικά στην Αθήνα και τη Σαλονίκη. Το υπόλοιπο είναι επαρχία ή τουριστικός προορισμός. Πράγματι, οι δυο μητροπόλεις, συγκεντρώνουν ολόκληρη τη βιομηχανία, και την πλειονότητα του εμπορίου, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων κι άλλων υπαλλήλων. Επίσης, σ’ αυτές εξελίσσονται οι διάφορες πολιτικές εξελίξεις και βρίσκεται η καρδιά των κοινωνικών αγώνων. Ας μην προκαλεί τόση έκπληξη λοιπόν, η παθητικότητα της κυβέρνησης μπρος τις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007 που αναστάτωσαν το ένα τρίτο της χώρας, και η ενασχόλησή της μόνο όταν οι καπνοί έφτασαν την πρωτεύουσα. Τα πράγματα βέβαια δεν ήταν πάντοτε έτσι, καθώς μέχρι το 1970 η αγροτική παραγωγή ξεπερνούσε τη βιομηχανική. Δεν υπήρχε τόση ανισορροπία στην περιφέρεια, όμως μέσα στα επόμενα 25 χρόνια, ο αγροτικός πληθυσμός ωθήθηκε στις πόλεις, όχι γενικά αλλά στις δυο προαναφερθείες, που κατακλύστηκαν από αυτό το κύμα ανειδίκευτης εργασίας. Ακόμα και μετά απ’ αυτό όμως, ο πληθυσμός της υπαίθρου παραμένει τρεις φορές υψηλότερος από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Αυτή η ιδιαίτερη διαδικασία πληθυσμιακής συγκέντρωσης έγινε υπό την άμεση διεύθυνση του Κράτους, και σηματοδοτεί το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της Ελλάδας, έναν τεράστιο δημόσιο τομέα. Το ένα τρίτο της μάζας των μισθωτών αποτελούν οι δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ το Κράτος ελέγχει επίσης μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και των τραπεζών. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, τα δυο κόμματα που αλληλοδιαδέχονται την εξουσία, το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ και η συντηρητική ΝΔ, δεν είναι απλά κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά πραγματικοί μηχανισμοί διαχείρισης, με ιδιαίτερη ιεραρχία, και μια πατριαρχική αντίληψη της πολιτικής και της δημόσιας περιουσίας. Τα ίδια κομματικά πόστα περνιούνται από πατέρα σε γιο. Οι απαιτήσεις της ΕΕ, στην οποία η Ελλάδα ανήκει από το 1981, αξίωναν μεταξύ 1990 και 1998, την απόλυση ενός μέρους των εργαζομένων, στα πλαίσια ιδιωτικοποιήσεων και χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης. Ακριβώς τότε προέκυψαν οι πρώτες σημαντικές συγκρούσεις, ενάντια στην ιδιωτικοποίηση στην εκπαίδευση.Τα διάφορα ευρωπαϊκά κονδύλια, δεν έφταναν για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, πόσο μάλλον μετά τη διασπάθισή τους από την πλουτοκρατία, πράγμα που οδήγησε σε μια εκμηδένιση των δημόσιων υπηρεσιών και σε χαμηλότερους μισθούς. Μια αίσθηση δυσφορίας ήταν πια κυρίαρχη μεταξύ των εργαζομένων. Το 1996 με την οικονομία των παχέων αγελάδων, η ελληνική άρχουσα τάξη επωφελήθηκε από το οικονομική έκκρηξη της παγκοσμιοποίησης. Ήταν μια έκκρηξη τουριστική και οικονομική, τα real estate και το θαλάσσιο εμπόριο γνώριζε άνοδο, ο ρυθμός γεννήσεων έπεφτε ελαφρώς, ο πολλαπλασιασμός των υποθηκών και η προσφορά εργασίας τράβηξαν χιλιάδες μετανάστες. Η Ελλάδα εισήλθε στον κόσμο των σύγχρονων, εκκρηκτικών κοινωνικών διαχωρισμών. Η άρχουσα τάξη χρησιμοποίησε το κράτος για να ενδυναμωθεί και να πλουτίσει, ενώ οι συμφωνίες με τα πανίσχυρα ως τότε συνδικάτα της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, πετύχαιναν μια κοινωνική ειρήνη, εις βάρος ενός ανοργάνωτου προλεταριάτου, φτωχού και περιθωριοποιημένου, σε μεγάλο μέρος μεταναστευτικού, που επιβίωνε απ’ το εμπόριο, την οικοδομή και τον τουρισμό. Η υγεία, η παιδεία, η κοινωνική πρόνοια και δικαιοσύνη, συνέχιζαν να υποτιμούνται ραγδαία, εν όψει μιας κρατικής βούλησης για επιβολή της ιδιωτικοποίησης, ενώ ως αντιστάθμισμα σ’ αυτήν την υποβάθμιση, το σύμπλεγμα της ασφάλειας γνώρισε τεράστια άνοδο. Είναι κοινό μυστικό ότι μια γενικά απαράδεκτη ανισότητα δεν μπορεί να συντηρηθεί παρά με τη βία της επιβολής και των φυλακών. Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτή τη στιγμή 13.000 κρατούμενοι, πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό φυλακισμένων στην Ευρώπη. Επίσης, κατέχει το προνόμιο να επιδεικνύει περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, στον κάθε πολίτη της μια άνευ προηγουμένου αστυνομική βαρβαρότητα, κι έναν απίθανο αριθμό κρατικών εγκλημάτων. Σε καμμία άλλη χώρα λοιπόν, ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό, ενάντια στην άρχουσα τάξη, δεν έχει μια τόσο φανερή μορφή ως αγώνας ενάντια στην αστυνομία, τόσο την επίσημη όσο και τους παρακρατικούς. Γιατί σε καμμιά άλλη χώρα, σε οποιαδήποτε σύγκρουση, έχει σημασία αυτό, δεν τίθεται με τόσο ριζικό τρόπο, το ζήτημα της δημόσιας τάξης, και μέσω αυτού, η σύγκρουση με το Κράτος. Αυτοί οι τόσο ιδιαίτεροι λόγοι, είναι που κάνουν την Ελλάδα τόσο γόνιμη για την αναρχία.

Στην Ελλάδα, υπάρχουν αναρχικοί κάθε λογής -ρεφόρμες, αντιδραστικοί και επαναστάτες- όπως και παντού αλλού, με τη διαφορά ότι εδώ δε συνιστούν ένα αυτοεκπληρούμενο και τακτοποιημένο γκέττο, αλλά επισής απολαμβάνουν μια επιρροή, αν και αποτελούν μειοψηφία, και ένα ιδιαίτερο κοινωνικό γόητρο, που έχουν καταφέρει να κατακτήσουν με το δύσκολο τρόπο, τα τελευταία χρόνια. Δε θα περιοριστούμε στο αναρχικό κίνημα εδώ, γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι οι διάφοροι σχηματισμοί του ή οι σημαίνουσες διαφορές τους, αλλά η αύξουσα σμασία των ελευθεριακών ιδεών στους αγώνες ενάντια στο παγκόσμιο κεφάλαιο και το ελληνικό κράτος. Η αναρχική αγκιτάτσια υπήρξε ο εκπυρσοκροτητής της παρούσας κοινωνικής κρίσης. Κάπου μεταξύ ενός αποτυχημένου καταναλωτισμού, δυσφορίας για την αδικία και την κοινωνική ανισότητα, μίσους για την αστυνομία και τα τηλεοπτικά παπαγαλάκια, κοροϊδίας της χλιδής και της εξουσίας, απογοήτευσης για τη διαφθορά, βρήκαν το δρόμο τους για την οργισμένη νεολαία και άνοιξαν ένα χάσμα στον κομφορμισμό που είχε καταβάλλει τον πληθυσμό απ’ την εποχή των παχέων αγελάδων. Η εξέγερση του Δεκέμβρη έκανε ορατό σε όλους, αυτό που ήταν προφανές, κι όλα τα ψέμματα του τύπου και της τηλεόρασης δεν ήταν πλέον ικανά να αποκρύψουν: το ξέσπασμα μιας κοινωνικής κρίσης που παρασέρνει όλα τα συνήθη φράγματα: τα συνδικάτα, τα κόμματα, το ένοπλο… Το 2009 ήταν χρονιά ιδεολογικών συζητήσεων και προσπαθειών σύνδεσης με τους εργαζομένους. Ως συνήθως, η πραγματικότητα προηγούνταν της σκέψης και η καινοτομία εξηγούσε πολύ περισσότερα απ’ ότι οι ξεπερασμένες συνταγές, ένας χυδαίος εργατισμός ή τα αφηρημένα πρωτοποριακά συνθήματα. Η εξέγερση όφειλε να δημιουργήσει τη δική της γλώσσα, με την οποία να διαφωτίσει πολιτικά τις δράσεις της και οι ελευθεριακοί ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο.

Κάθε κοινωνική κρίση πυροδοτεί και μια διαδικασία αντεπανάστασης, ένα αντανακλαστικό της κυριαρχίας προκειμένου να υπερασπιστεί τις θέσεις της. Οι πρώτες εκδηλώσεις της ήταν η όξυνση της καταστολής και οι κινήσεις της άκρας δεξιάς, αλλά πρέπει να κοιτάξουμε επίσης και στην άλλη πλευρά, των τελευταίων τροχών κατά περίπτωση, του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Και τα δύο αντιπροσωπεύουν μια μετασταλινική, γραφειοκρατική κρατικοκαπιταλιστική εναλλακτική, είτε στην τυπική σταλινική ολοκληρωτική εκδοχή της είτε στην εκσυγχρονισμένη κευνσιανή εκδοχή της κοινωνίας των πολιτών. Η ύπαρξη και μόνο του ΚΚΕ είναι ένας τυπικός ελληνικός αρχαϊσμός, καθώς το κόμμα έχει επιβιώσει της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και διατηρεί ακόμα μια ελάχιστη επιρροή μεταξύ κυρίως υπαλλήλων, μέσω του συνδικαλιστικού μετώπου του, ΠΑΜΕ. Η πολιτική του ΚΚΕ είναι χαώδης, καθώς υποστηρίζει τη δεξιά ενάντια στους αντιπάλους του του ΠΑΣΟΚ και των αριστεριστών του Συνασπισμού. Στην εξωτερική του πολιτική, ευθυγραμμίζεται με τη Ρωσσία του Πούτιν απέναντι σ’ έναν “Ιμπεριαλισμό της ΕΕ”. Σ’ αυτό όμως που παραμένει σταθερό, είναι η θέση του ως κόμμα του νόμου και της τάξης. Ως τέτοιο, συντάχθηκε -αν δεν ηγήθηκε κιόλας- με τη χορωδία των φωνών που συκοφαντούσαν τους εξεγερμένους ως εγκληματίες και φασίστες. Η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται ακριβώς στον αρχϊκό κι αυταρχικό υπερσυντηρητισμό του ΚΚΕ, ενώ αποτελεί το ανάλογο αυτού που σε άλλες χώρες εκπροσωπείται από την Ενωμένη Αριστερά, το PCF, το Bloco Portugues, το Die Linke, την Rifundazione Comunista, ή όποιο άλλο όνομα παίρνει αυτή η μετασταλινική “κοινωνία των πολιτών”. Παρά τους διαφορετικούς σκοπούς τους, ένα Κράτος που θα διαχειριστεί την κρίση μακρυά απ’ την ΕΕ, θα ήταν ίδιο με του ΚΚΕ, πο τακτικές τους διαφέρουν, ο ΣΥΡΙΖΑ ασχολείται με το να διαβρώσει και να επαναφομοιώσει το κάθε κίνημα διαμαρτυρίας, ενώ το ΚΚΕ προτιμά να στήνει ένα άλλο παράλληλο δικό του, ολοκληρωτικά ελεγχόμενο και περιφρουρημένο.

Συχνά κατηγορούν την ελληνική πλουτοκρατία για ξεχαρβάλωμα της χώρας, διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και κερδοσκοπική ασυδοσία. Για την κακή εικόνα της διαφθοράς, οι ιθύνοντες εμφανίζονται ως κακο-διαχειριστές, ενώ η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική: γνωρίζουν πολύ καλά τη δουλειά τους, καθώς δεν ήταν τίποτα άλλο απ’ αυτήν, που χρηματοδότησε την άνοδο, εν είδει κερδοσκοπικής φούσκας. Ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία δουλεύει έτσι, στη βάση της δίχως μέτρο σπατάλης και της κερδοσκοπίας επί της πίστωσης, απ’ την κορφή ως τον πάτο (στην περίπτωσή μας τα κρατικά ομόλογα). Όμως αυτήν τη φορά, το Κράτος είχε βουλιάξει πολύ νωρίτερα. Το πρόβλημα εμφανίστηκε με την αμερικανική κρίση του καλοκαιριού του 2007, όταν οι υποθήκες κατέρρευσαν, πυροδοτώντας τα αλυσιδωτά γεγονότα που μπλόκαραν το πιστωτικό σύστημα και έσκασαν τη φούσκα. Το ρίσκο των ελληνικών ομολόγων αυξήθηκε γεωμετρικά ενώ οι μεταρρυθμίσεις στην κρατική διαχείριση δεν απέδωσαν, απαξιώνοντας τις δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές, η οικονομία μπήκε σε ύφεση και οι μισθοί μειώθηκαν. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η συντηρητική κυβέρνηση βγήκε απ’ την μέση παραδίνοντας τη σκυτάλη στους σοσιαλδημοκράτες. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις πρόωρες εκλογές του Οκτώβρη 2009 (με την αποχή στο ένα τρίτο) καθώς ήταν το μόνο κόμμα που είχε μια πιθανότητα να περάσει στον πληθυσμό το κρατικό χρέος, σώζωντας έτσι τις ευρωπαϊκές τράπεζες που κρατούσαν τα ομόλογά του. Δεν μπήκε στον κόπο να ερευνήσει υποψίες κερδοσκοπιών ή να φυλακίσει τυχόν πολιτικούς ή επιχειρηματίες που είχαν συνδεθεί με τη διαφθορά, από το κόμμα της ΝΔ, μιας και κάτι τέτοιο δεν ήταν ποτέ σκοπός του. Η απογοήτευση αυτών που ήλπιζαν σε μια πολιτική αλλαγή ήταν μνημειώδης. Επιπλέον, όλες οι κρατικές εξαγγελίες εγκαταλήφθηκαν λόγω έλλειψης χρημάτων, ενώ η ανεργία και η εγκληματικότητα διογκώθηκαν πολύ περισσότερο απ’ το αναμενόμενο, κι έτσι ακόμα και τα συνδικάτα που είχαν συμβάλει σ’ ένα τέτοιο κλίμα υποθετικής αλλαγής, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ αναγκάστηκαν να κρατήσουν τις αποστάσεις τους απ’ την κυβερνητική πολιτική. Απ’ τον Γενάρη του επόμενου έτους μέχρι τον Μάη, κήρυξαν διάφορες απεργίες, τέσσερις απ’ τις οποίες γενικές, και οργάνωσαν συζητήσεις και διαδηλώσεις με κοινό παρονομαστή την απόρριψη όλων των κομμάτων και της πολιτικής εν γένει. Η αναταραχή συντηρήθηκε κυρίως στους δημόσιους υπαλλήλους και τους μισθωτούς που ήταν λιγότερο εκτεθειμένοι σε απολύσεις. Αυτή ήταν η χρονική στιγμή της μεγάλης μανούβρας του ΚΚΕ, που παρουσιαζόμενο ως το “κόμμα της εργατικής τάξης”, έκανε επίδειξη αντιευρωπαϊσμού, και αντηχώντας τον γενικευμένο αντικοινοβουλευτισμό, και ήταν αυτό που αποκήρυξε με λιγότερο τρεμάμενη φωνή από κάθε άλλο κόμμα τους πραγματικά αντικοινοβουλευτικούς ως βίαιους προβοκάτορες.

Προέκυψαν έτσι στην Ελλάδα δυο διαφορετικές όψεις του προλεταριάτου, μια παλιά και μια νέα. Οι σταλινικοί και οι αριστεριστές, μιλώντας για την εργατική τάξη, αναφέρονται στην μάζα των μισθωτών που πλαισιώνεται απ’ τα συνδικάτα, πολιτικά χειραγωγίσιμη από τα κόμματα ή τις πρωτοπορίες, σ’ αυτούς που αναγνωρίζουν το χρέος τους ως “πολίτες” να ψηφίσουν. Συμβαίνει όμως, η θεμελιώδης αντίθεση του καπιταλισμού να μην έγκειται στη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά στην υπαγωγή κάθε δραστηριότητας στην καπιταλιστική λογική, σύμφωνα με την οποία ακόμα και ένας αγώνας για το μισθό ή την εργασία να μπορεί να τεθεί σε δεύτερη μοίρα, μη αμφισβητώντας το σύστημα. Αυτό έχει σημασία, απ’ την άποψη ότι δεν μπορεί να συγκροτηθεί μια τάξη για τον εαυτό της αποκλειστικά απ’ το γεγονός ότι εργάζεται. Ο πραγματικός αγώνας βρίσκεται στην απελευθέρωση της καθημερινής ζωής που έχει αποικιοποιηθεί απ’ το εμπόρευμα, και κατά συνέπεια, η άρνηση της μισθωτής εργασίας και της κατανάλωσης. Ο εργάτης, με την τρέχουσα έννοια, είναι όμηρος του καπιταλισμού σε κάθε δραστηριότητα της ζωής του, όχι απλά σ’ αυτήν για την οποία πληρώνεται. Μόνο ξεκινώντας από μια επιθυμία απελευθέρωσης της καθημερινής ζωής μπορεί να δημιουργηθεί μια αυθεντική κοινότητα αγώνα. Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας, καθώς η σύλληψη του προλεταριάτου περιοριστικά σύμφωνα με μια υποτιθέμενη εργατίστικη προσέγγιση μας φέρνει πίσω σε μια στρατηγική κεφαλαιοποίησης. Απ’ τις μορφές εργατικού αγώνα κυριαρχούν οι εργασιακές διεκδικήσεις και η μια πολιτική αδιαφορία. Το κέντρο της διαρκούς σύγκρουσης είναι οι χώροι εργασίας και η οργάνωση που προκύπτει σ’ αυτούς είναι συνδικαλιστική ή παρασυνδικαλιστική. Όσον αφορά τις μορφές επαναστατικού αγώνα, κυριαρχούν οι κοινωνικές διεκδικήσεις και μια αποφασιστική άρνηση της πολιτικής. Το κέντρο της σύγκρουσης είναι εδαφικό, και οι οργανώσεις που προκύπτουν είναι οι συνελεύσεις γειτονιάς και οι επιτροπές βάσης. Ίδιον του συνδικαλισμού είναι οι απεργίες που ακολουθούνται από διαπραγματεύσεις. Τυπικές για το ριζοσπαστισμό είναι οι καταλήψεις χωρίς διαπραγμάτευση. Στις πρώτες φάσεις της κοινωνικής σύγκρουσης, και οι δυο αυτοί αγώνες είναι αλληλένδετοι, καθώς για λόγους αρχών δεν συγκρούονται, μιας και κοινή συνισταμένη τους είναι η καταστροφή της ταξικής κοινωνίας. Όμως, καθώς προχωρά η σύγκρουση εμφανίζονται όλο και πιο ξεκάθαρα δυο θέσεις: αυτή της επιστροφής στους χώρους εργασίας κι αυτή της παραμονής στους δρόμους. Αυτή που επαναπαύεται σε μια καλύτερη διαχείριση της μιζέριας κι αυτή που επιμένει να σαμποτάρει τους μηχανισμούς της, αυτή που επιμένει να επαναξιώνει το εμπόρευμα-εργασία κι αυτή που επιθυμεί να θέλει να ξεμπερδεύει με το εμπορευματικό σύστημα ολωσδιόλου. Αντηχούν φυσικά την έλλειψη κι αντίστοιχα την επιθυμία για ένα συνεκτικό επαναστατικό εγχείρημα.

Όταν μιλάμε για τον ελληνικό καπιταλισμό και την εργατική τάξη, δεν αναφερόμαστε σε αφηρημένες έννοιες, της φαντασίας, αλλά σε συμπαγείς κοινωνικούς σχηματισμούς του σήμερα. Οι έλληνες προλετάριοι σχηματίζουν μια πολύμορφη μάζα μισθωτών, υπαλλήλων, συνταξιούχων, επισφαλών, μεροκαματιάρηδων, εργαζομένων στις υπηρεσίες και στη βιομηχανία, με ιδιαίτερα συμφέροντα ανά τομέα που πρέπει να ξεπεραστούν προκειμένου να καταρρεύσει ο καπιταλισμός. Μόνο τότε, όταν είμαστε με το ένα πόδι πέρα απ’ τον καπιταλισμό, όταν τα κοινά μας συμφέροντα ξεπεράσουν τα ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα του καθενός που είναι ήδη αποικιοποιημένα απ’ τον καπιταλισμό, μπορούμε να σχηματίσουμε μια τάξη, ένα ιστορικό υποκείμενο. Σε αντίθετη περίπτωση, η κατάρρευση του καπιταλισμού θα οδηγήσει σε μια νέα ανασύνθεσή του πάνω σε διαφορετικές βάσεις, δηλαδή σε έναν άλλο τύπο καπιταλισμού. Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ένα φαινόμενο σχεδόν ολότελα σύμφυτο με τον κρατισμό. Κατά συνέπεια, προϋπόθεση κάθε απελευθερωτικής διαδικασίας στην Ελλάδα είναι η κατάρρευση του Κράτους, κάτι που ενδεχομένως να συμβεί εάν χτυπηθεί από τα κύματα της παγκόσμιας οικονομίας, είτε εξαιτίας της δικής του ανικανότητας, είτε χάρις στην αντίσταση του πληθυσμού στον εξανδραποδισμό του. Τότε θα παιχτεί το δεύτερο χαρτί στα χέρια του νόμου και της τάξης, η δικτατορία, στρατιωτική ή κομματική, δεξιά ή αριστερή, μετριοπαθής ή τρομοκρατική. Αυτό εξαρτάται απ’ την ισχύ των κομμάτων και τις στρατηγικές ή τακτικές κινήσεις τους. Η καταστολή είναι ο κοινός παρονομαστής ολόκληρης της περιόδου της καπιταλιστικής αποσύνθεσης, την οποία οι επαναστάτες πρέπει να αντιμετωπίσουν με τα όπλα που διαθέτουν. Αν επιτύχουν, θα είναι μια ιστορική ευκαιρία να αναπτύξουν το εγχείρημά τους. Προκειμένου να βάλει ένα τέλος στην κυριαρχία του κεφαλαίου, το προλεταριάτο θα πρέπει να αυτοκαταργηθεί ως ο ένας πόλος μιας ήδη τελειωμένης σχέσης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, με τόσους δημόσιους υπαλλήλους, δεν πρέπει να κάνουν το λάθος να προσπαθήσουν για μια αυτοδιαχείριση του κρατικού μηχανισμού και όχι για την καταστροφή του. Ωστόσο, μια αυτοδιαχείριση της παραγωγής και των υπηρεσιών, προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών, μπορεί να αποτελέσει ένα μεταβατικό στάδιο, καθώς η έξοδος του μητροπολιτικού πληθυσμού και η πληθυσμιακή ισορροπία όλης της περιφέρειας δε θα γίνουν μέσα σε μια νύχτα. Τότε μόνο, ισότιμες μορφές κοινωνικής συνύπαρξης ολοένα και πιο αποκεντρωτικές και οριζόντιες, θα μπορούν να εμποδίσουν μια επανεμφάνιση των μηχανισμών διαχωρισμένης εξουσίας, μέσω των οποίων το σύστημα θα μπορούσε να ανασυνθεθεί.

Ο καλύτερος τρόπος να στηρίξουμε την ελληνική εξέγερση στην ιβηρική χερσόνησο θα ήταν να ακολουθήσουμε το παράδειγμά της, με τη διαφορά ότι εδώ η υποβάθμιση δεν είναι τόσο ακραία ούτε το γενικό χρέος, και οι χρηματοπιστωτικές δυνατότητες του Κράτους και τα τέσσερα εκατομμύρια ανέργων δεν είναι ικανά να πυροδοτήσουν μια κοινωνική κρίση. Η αλληλεγγύη με την Ελλάδα, λοιπόν, δε θα μπορούσε παρά να μείνει σ’ ένα συμβολικό επίπεδο και να μη σπάσει το γκέττο, υποφέροντας απ’ όλες τις ασυνέπειες αυτής της αδυναμίας. Έχουμε ήδη δει τις διαφορές μεταξύ των δυο χωρών, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στις αναμφίβολα διαφορετικές εξελίξεις. Η αλήθεια είναι ότι η ισπανική άρχουσα τάξη γνωρίζει πως θα ‘ρθουν ταραγμένοι καιροί και παίρνει τα μέτρα της. Ξεχάστε λοιπόν την “αειφόρο ανάπτυξη” και στρατολογήστε φρουρούς για να διατηρήσουν την τάξη. Είναι αναγκασμένη να διαλέξει μεταξύ του να θυσιάσει τις μάζες ή να κηρύξει πτώχευση, και γνωρίζουμε όλοι πως η πτώχευση δεν περιλαμβάνεται στις προτιμήσεις της. Μια κατασταλτική επίδειξη ισχύος είναι πάντα μεταξύ των χαρτιών που ‘χει στα χέρια της η κάθε κυβέρνηση όταν οι συνδικαλιστική ή πολιτική χειραγώγηση δεν περνάει πια. Η ασυνειδησία του πληθυσμού που θα υποφέρει υπό τα μέτρα οικονομικής διάσωσης του κράτους ενώ ακόμη θα πληρώνει τις υποθήκες του, είναι ένα ανησυχητικό σημάδι των δυσμενών καιρών που θα ‘ρθουν. Η συνείδηση του τί είμαστε και τί πρέπει να γίνουμε, του τί κάνουμε και τί θα ‘πρεπε να κάνουμε, είναι λοιπόν το ερώτημα και το ζητούμενο. Για να ξυπνήσουν απ’ τον λήθαργό τους οι μάζες και ν’ αρχίσουν να ονειρεύονται.

Miguel Amorós
9 Μάη 2010

[en Español: alasbarricadas]